(navigation image)
Home American Libraries | Canadian Libraries | Universal Library | Community Texts | Project Gutenberg | Children's Library | Biodiversity Heritage Library | Additional Collections
Search: Advanced Search
Anonymous User (login or join us)
Upload
See other formats

Full text of "Hai treis philosophikai pragmateiai"

ΒΚ 100 
.Μ267 






^ΪΙ#Ν|#^." 






ν*, -χ , ^>::• < ^ , ,λ>Ά 






χ 



> 



&2 11333^ 
ΦΙΑΟΣΟΦΙΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΙ 

Α 

Η ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΥ 

ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ 

Η ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΙΑ* 

Β 

Ο ΑΛΗΘΕΙΣ ΙΗΣΟΪΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

ΑΝΤΙΤΑΣΣΟΜΕΝΟΣ 

.ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑ ΕΡΝΕΣΤΟΥ ΡΕΝΑΝΟΣ 

ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΚΕΠΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΥ ΣΧΟΛΗΣ 

ΕΠΙΝΟΗΘΕΝΤΑ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΟΝ. 

Γ'. 

Η ΕΠΙΣΤΉΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
Ή 

Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ 

ΑΠΟΑΕΙΚΝΥΟΜΕΝΟΣ 

ΔΓ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΕΘΟΔΩΝ 

ΕΠΑΓΩΓΙΚΩΣ ΑΠΑΓΩΓΙΚΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΩΝ 

ΪΠΟ 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΜΑΚΡΑΚΗ. 

Μεταφρασθεΐσαι εκ του Γαλλικού 

ΥΠΟ 

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΕΚΑΤΣΑ, 

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ. 

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, 

ΪΎΠΟΙ2 ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΡΟΪΣΟΠΟΥΛΟΥ. 

1867. 



# 



^ν> 



Πάν άγτίζνπογ, μη (ρερογ ζηγ Ιδιύχειρογ νχογραψΐ(Υ 
τον μεζαφρασζον, θβωρηζαι χΛοχφαΐοΥ. 




Μ 



ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΣ. 



Εις τον νέον Ισραήλ, εις τον λαον της Όρθοδόξου 
Ελλάδος άπέκειτο και το μέγα τούτο της ανθρωπινής 
διανοίας έργον, η μάλλον ειπείν, αύτδ το τέλειον "Α- 
νωθεν δώρημα. 

Ό προσφιλής ήμΐν συμπολίτης, δ εκ Σίφνου ορμώ- 
μενος ομογενής, Απόστολος Μακράκης, ον ήδη πάν- 
τες γινώσκομεν, ο το βήμα της ελευθερίας του λόγου 
παρ' ήμΐν εξαιρέτως τιμήσας, και τήν δημοσιογρα- 
φίαν εις τήν ύψηλήν αυτής περιωπήν άνυψώσας, δ 
κλεινός καθηγητής ούτος, έμελλε, διάτων αληθώς σο- 
φών αυτοΰ συγγραμάτων, των τε ελληνιστί και γαλ- 
λιστι εκδοθέντων, να περιποίηση κλέος άθάνατον εις 
τδ ήμέτερον Έθνος. 

Ταύτα τα συγγράμματα, και ιδίως τα εκ του γα?^- 
λικοΰ άρτίως παρ 3 έμοΰ μεταφρασθέντα, και τύποις 
νΰν δημοσιευόμενα, καθώς δια της άπδ 25 Σεπτεμβρίου 
παρελθόντος έτους Αγγελίας μου ποοεκήρυξα, σκο- 
πουσιν όλα ανεξαιρέτως τήν βεβαίαν πρόοδον και αληθή 
εύδαιμονίαν του άνθρωπου, δια του πληρώματος των εν 
> παντ! καιρώ και τόπω ίςορικώς καταφαινομένων αύτοΰ 
ν χρειών, θρησκευτικών, φιλοσοφικών κχ\ πολικών. 






Εις το πλήρωμα τοΰτο των τριπλών χρειών έζήτη- 
σεν εως ώρας ο άνθρωπος να ένιδρύσϊ) την υπαρξιν κα! 
προαγωγήν αυτού, την καθόλου εύημερίαν του. Άλλ 5 
Ιζήτησεν, ως ουκ έδει, άφιστάμενος πάντοτε του μό- 
νου δυναμένου πληρώσαι τάς χρείας ταύτας άκρου α- 
γαθού, του τελείου και καθολικού Λόγου. 'Όθεν έγεν- 
νήθησαν αϊ διάφοροι της θρησκείας αιρέσεις, τα διά- 
φορα της φιλοσοφίας συς•ήματα, και τα διάφορα της πο- 
λιτείας είδη, δλα παραίτια των μεγαλητέρων της άν- 
θρωπότητος συμφορών ! δι 5 ας ουκ έπαισχύνονται με- 
γαλαυχεΐν αϊ περιώνυμοι τής δυτικής σοφίας σχολαί. 

Άλλ' εν τοις ήδη έκδιδομένοις συγγράμμασι του 
φίλου ο^ογεΊους Αποστόλου Μακράκη βλέπομεν ευ- 
τυχώς έκλείπουσαν την όλεθρίαν ταύτην σύγκρουσιν 
τών θρησκευτικών αιρέσεων και τών φιλοσοφικών και 
πολιτικών συστημάτων, μίαν μόνην εν αύτοΐς καθο- 
ρώντες θρησκείαν, την αληθή, μίαν μόνην φιλοσοφίαν, 
την ύγια, μίαν μόνην πολιτείαν, την νέμουσαν έκά- 
στω το όφειλόμενον, και τάς τρεις ύπο το κράτος του 
Λόγου συνεργαζομένας άπο κοινού και συμβαδίζουσας 
έν μονάδι προς το απόλυτον του ανθρώπου συμφέρον, 
προς τον τελικον σκοποΊ της δημιουργίας του, προς 
την άγήρω μακαριότητα ! 

Τοιούτοι λόγοι, νομίζω, δικαιοΰσιν αρκούντως την 
πρόθεσιν του μεταφραστοΰ. Ιδού έργα, καθώς ελεγον 
εν τ?) της 1ης Μαρτίου 1864 είδήσει προς τους άνα- 
γνώστας του μικρού μου πονήματος, έργα απορρέοντα 
εκ τών δύο άκενοηων πηγών της αρχαίας προγονικής 



σοφίας και της Ίερας ημών Θρησκείας, των δύο στοι- 
χείων της ημετέρας Έθνότητος. Ιδού βιβλία στάζοντα 
ύδωρ ζών ! Ιδού εθνικά κειμήλια ! 

Ήδη, ποιος Έλλην, έπιγινιυσκων την μεγάλην 
της φυλής αύτου κλήσιν έν τγ ανθρωπότητα δεν θέλει 
ασπασθώ το έν τοΐςπροκειμένοις συγγράμμασιν εκλάμ- 
πον της αληθείας φώς • Ποιος άνθρωπος έπιδιώκων 
τα αληθή αυτοΰ συμφέροντα, βλέπων 'κρο^ τον μέλ- 
λοντα προορισμόν του, δύναται νά άρνηθτί την εκ της 
μελέτης τοιούτων βιβλίων προςγινομένην αύτω ώ^έ- 
λειαν ; Ουδείς βέβαια γνήσιος Έλλην. Ουδείς άνθρω- 
πος λογικός. Πάντες νοήσαντες την εξ αυτών σωτη- 
ρίαν, προθύμως σπεύσουσι δρέψαι τους άγλαούς καρ- 



πούς των ! ! ! 



Άθήν^σι τγ 18τ) Ίαννουαρίου 1867. 

Ό μεταφραστής ) 
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ! 



ΠΡΟΟΙΜΙΟϊν. 



Τον Λογον τί\ν χρήσιν δέδωχεν ήμιν 6 κτίσας ημάς Θεός, 
Ινα χάς βονίάς χών καρδιών άΛΛήΛοις άποχαΛύπτωμεν, 
καϊ δια χό κοινωνιχόν της φύσεως εχασχος τω πλησίον μέ- 
χαδιδώαεν, ωςπερ έχ χαμείων των τήζ καρδίας κρυπτών 
προψέροντες χα βονΛεύμαζα. (Μεγ* Βασ. ΌμιΛ. Πρόσε- 
χε σεαντώ) 

Ει χών νΛικών πραγμάτων ή σνναΛΛαγή μεγάΛων ε- 
παίνων εστίν ά&α δια την νΛιχην ανχης ώψέΛειαν έν τι) 
κοινωνία^ ποΛΛω μάΛ.Ιον ή χών πΊενματιχών δια τό ύπερε* 
χειν χον σώμζχος χ?)ν ψνχήν. Ής προς χό πρώτον αναγ- 
καίος Ορος έσχιν έναργώς χό άργύριον' ώς προς χό δεύτε- 
ρον ό Λόγος. Ό ΠΛάσζης^ καχά χόν έν Κ Αγίοις Μεγαν Βα- 
σίΛειον, εδωρήσαχο ήμιν χόν Λόγον^ όπως δι αντον αβζαο*- 
δώμεν άΛΛήΛοις ό\τι εν τω μνχώ της ημετέρας καρδίας δι - 
ανοούμεθα^ γινόμενοι όντως άΛΛήΛοις ώφέΛιμνι. 

Πριν η ό αναγνώστης διέΛθη τό μικρόν τούτο πόνημα 7 
οφεΙΛει γινώσχειν^ ότι ό σνγγραχρενς αντον εστίν "ΕΛΛην, 
προ ίξ ήδη μηνών άχρι γθεις εις Γ αΛΛίαν επί κοινωνία ιδεών , 
Οπως έκθεση ενώπιον ό.ϊης χής Ευρώπης θεωρίας χα μέγι- 
στα αντην ένδίΆφερούσας^ προτιθέμενος να καταστήση ταύ- 
ζας, ώς οίον τε 7 ώφεΛ/μονς εις ολο>* τον χοσμον : $τ 
πραγματιχώς τοιανται. Άγον δ Ι υπερέβη τάς ποώτας τ φ; 
γαΛΛιχής γλώσσης δνςχοΛΙας 7 ήδη κατασζάϊης \ Ι 



του ανθρωπίνου πνεύματος όργανον, οΰτω δυνάμενος είναι 
καταληπτός, επεχείρησε να χαράζη τάς κνριωτέρας αυτού 
Ιδέας, συγκεφαλαιονμένας εις τάς τρεις ταύτας φράσεις • 

'// Άναίρεσις του Σκεπτισμοΰ, 

Τό Κριτήριον της Αληθείας, 

Ή Αυτοαλήθεια" 
τάς όποιας έτύπωσεν^ ούδεμίαν θείων εζ αυτών πορίσασθαι 
νλικήν ώφέλειαν^ τω ήθιχώ μόνον και πνευματιχω προςκολ- 
Χωμένος κίρδει. Την δε εντεύθεν δυναμένης προκΰψαι νλι- 
κήν ώφέλειαν, παραχωρεί εκουσίως τοις πτωχοΐς εργάταις 
του "Εθνους, ου την γλώσσαν δανείζεται προς μετάδοσιν 
των ιδεών του, δια, ζδν εν τέλει του παρόντος πονήματος 
σημειούμενον λόγον. Τέλος, επειδή ή τών ιδεών μετάδοσις 
αυτή και τά αίτια, εζ ών ό συγγραφεύς προς αυτήν όρμα- 
ται, είσϊ τοιαύτα, στρέφεται προς πάντας τους πεφωτισμέ- 
νους νόας της Γαλλίας, και ιδίως προς τους σοφούς αυτής 
άκαδημιακούς, λέγων τάδε : 

Κύ ρ ι οι Ι 

Φέρω προς υμάς εκ της πατρίδος μου εμπορεύματα όλως 
πρωτότυπα, άπερ ουδέποτε εϊδετε. Εξετάσατε αυτά βαθέως 
δια του φωτός του λόγου και της συνειδήσεως ϋμών^ και θα 
τά εΰρητε λίαν ωφέλιμα, πρώτον εις το νμέτερον έθνος, και 
έπειτα εις ολην την Εύρώπην. ν Οθεν εφ ύμιν κείται ή τού- 
των χρψις και ή εζ αυτής ωφέλεια. "Ηδη λείπεται ή πείρα 
προς επαλήθενσιν τών παρ έμοϋ λεγομένων. 




Α. ΠΓΑΓΜΑΤΕΙΛ, 

II ΑΝΑΙΡΕΣΕ ΤΟΪ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΪ. 



Έν άρχ9) της φιλοσοφίας τίθεται το επομινοΊ ζή- 
τημα: Υπάρχει αλήθεια ; δυνάμεθα να ευρωμεν αυτήν ; 

Το προκείμενον ζήτημα δύναται έκ πρώτης όψεως 
να φαν/, γελοΐον ή όλίγω σπουδαΐον. Καΐ όμως κατά 
βάθος θεωρούμενον παρίσταται πολύ δύσκολον και. έτι 
μείζονος σημασίας, ου μόνον έν τω στενω της φιλοσο- 
φίας κύκλω, άλλα και έν παντί τω άνθρωπίνω γένει. 
Βέβαια, ουκ άνευ λογού οι περί της υπάρξεως της α- 
ληθείας και της δυνατής ευρέσεως αύτης αμφιβάλλον- 
τες σκεπτικοί, λογίζονται πολλάκις άφρονες. Επει- 
δή, τί μαρτυρεί και τι έπιβεβαιοΐ όλος ο ανθρώπινος 
βίος, ειμή την άλήθειαν,περι ην άκαταπαύς-ως ζώμεν και 
κινούμεθα και έσμέν ; Τί μαρτυρεί ή πληθυς των επι- 
στήμων και τεχνών ; Τί μαρτυρεί ή αφθονία των οση- 
μέραι γινομένων ανακαλύψεων ; Τί μαρτυρουσιν έν ή- 
μΐν ο λόγος και ή συνείδησις, ών ου δυνάμεθα έξελ- 
θ3Ϊν, χωρίς να καταστρέψωμεν τήν ιδίαν ημών φύσιν 
και ΰπαρξιν ; Τπάρχει ετερο'ν τι καθαρώτερον της α- 
ληθείας και βεβαιότεροι ; Και δεν γινώσκομ:ν εκ μυ- 
ρίων παραδειγμάτων, οτι δυνάμεθα να τήν ζητήσωμεν 



10 ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΪΚΕΠΤΙΣΜΟΥ. 

και να την ευρωμεν ; ((Ή αλήθεια, λέγει Πλάτων, (α) 
πάντων μεν αγαθών θεοΐς ηγείται, πάντων δε άνθρώ- 
ποις* ης ο γενήσεσθαι μέλλων μακάριος τε και ευδαί- 
μων εξ αρχής ευθύς μ,έτογ^ος είη, ίνα ώς πλείστον 
χρόνον αληθής ών διαβιοΐ• 2 ήγουν, ή αλήθεια εστί 
το πρώτον άγαθον Θεώ και άνθρωποι;• και ο μέλλοον 
γενέσθαι μακάριος, οφείλει μετασχεΐν αυτής εν άρχϊ) 
τής ζωής του, δπως ή μετ 5 αυτής περισσότερον χρό- 
νον άνθρωπος φιλαλήθης. Και άλλαχοΰ, λέγει πάλιν, 
«εις την άλήθειαν ή επιστήμη οφείλει την καλλονήν, 
την ορθότητα και την ώφέλειαν αυτής.)) "Υπάρχει δέ 
τις ο μη μετά Πλάτωνος έπι του προκειμένου ο- 
μοφώνων ; Υπάρχει ο διαφωνών, δτι ή αλήθεια εστίν 
άγαθον άναγκαΐον προς τε την υπαρξιν και την ώφέ- 
λειαν πάσης ουσίας και πάσης επιστήμης, μηδ' αύτοΰ 
του Θεοΰ εξαιρουμένου; Έάν ή αλήθεια δεν υπάρχω, 
ουδέν υπάρχει• Ήδύνατο ο Θεός να υπάρχτ) και νά ζτ ΐ7 
ς•ερούμενος της αληθείας; Θεδς άνευ άληθείας,τί δή- 
λοι ; Θεός ψευδής, Θεός μηδέν. Λοιπόν ειμί βέβαιος, 
δτι ή αλήθεια υπάρχει, και δεν δύναμαι νά το διαφι- 
λονεικήσω κατά της μαρτυρίας του λόγου και της συν- 
ειδήσεως. Επειδή ή μεν συνείδησις με βέβαιοι περί 
της ιδίας έμου υπάρξεως, δ δέ έπ' αυτής στηριζόμε- 
νος λόγος με πείθει πληρέστατα περί της υπάρξεως 
της αληθείας, ήτις εστίν ϊτζροΊ έμου δυνάμει του εξής 
συλλογισμού ; 



■(α) Βιβλ. Ε'. περ; ".Νόμων. 



Α> Γ Α1ΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΙΙ ΠΣΜΟΥ. 1 1 

Ει μη αλήθεια ύπηρχεν, ουδέν 

ήδύνατο ύπάρχειν. 
Άλλ' εγώ υπάρχω. 

"Αρα υπάρχει ή αλήθεια. 
Ει λοιποί θεωροΰμεν το ζήτημα προς έχέφρονας, 
ει πρόκειται να άποδείξωμεν εις αυτούς μόνον δτι ή• 
αλήθεια υπάρχει, ουδέν εύχολώτερον της λύσεως πα- 
ρομοίου ζητήματος, ή μάλλον, τότε ουκ εστί ζήτημα, 
άλλα φυσική τις και βαθεία πεποίθησις, την οποίαν 
δεν δυνάμεθα να θέσωμεν ώς ζήτημα, ει μη προς ά- 
στεΐσμόν. Έάν όμως έξετάζο^μεν το ζήτημα προς σκε- 
πτικούς, οΐτινες κατηγοροΰσι τον λόγον, ώς την κυρίας 
αιτίαν των ημέτερων πλανών, και διαφιλονεικουσι το 
κδρος αύτοΰ, περικλείοντες τέλος ολην την επιστήμη ν, 
εν άπολύτω τινι αμφιβολία, τότε το ζήτημα παρίστα- 
ται υπό άλλην φάσιν, ουχί τοσουτοΊ εύκολον και τόσον 
όλίγω σοβαράν, ώς ή πρώτη. Διότι τότε πρόκειται νά 
άναφέσωμεν τον σκεπτισμον, νά βεβαιώσωμεν το κύ- 
ρος του λόγου, όπως διασώσωμεν δύναμιν οδηγούσαν 
ήμας εις την άλήθειαν, ύψοΰσαν ήμας υπεράνω των 
άλλων κτισμάτων. Πρόκειται νά εύρωμεν εισέτι το νο- 
μιμον και αληθές κριτήριον της αληθείας, καιδι'αύτου 
νά άποδείξωμεν την άπ όλ υ τ ο ν κ α ι κ α θ ο λ ι- 
κήν αλήθεια ν, εκ της οποίας εξαρτώνται όλαι αϊ 
άλλαι μερικαι άλήθειαι. Διότι, έάν άπαξ κατορθώσω νά 
βεβαιώσω το διαφιλονεικούμενον κύρος του λόγου• έάν 
ο λόγο; με πείθϊ], ότι ή αλήθεια υπάρχει, τότε δεν δύ- 
ναμαι ίνταυθα νά σταματήσω, υποχρεούμενος ?π< 



12 ΑΝΑ1ΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΪ. 

να ερωτήσω: Τις εστί λοιπόν ή αλήθεια αυτή; ποίος 
ο ουσιώδης χαρακτήρ, δι 5 ου ήδυνα'μην να γνωρίσω και 

νομίμως αυτήν ν 5 αποδείξω. Τούτου γενομένου, ο σκε- 
πτισμος καταλυθήσεται σύνολος δια παντός, και ημείς 
εντελώς ικανοποιημένοι έσόμεθα. Δια τούτο την άναί- 
ρεσιν του σκεπτισμοΰ, ή την άπο'δειξιν του κύρους του 
λόγου, την άναζήτησιν του κριτηρίου της α- 
λήθεια ς και την νο'μιμον άπο'δειξιν της αληθείας 
ταύτης θεωροΰμεν ώς τρία μέρη αχώριστα ένος και 
του αύτοΰ θεμελιώδους προβλήματος, εξ ου εξαρτών- 
ται δλα τα άλλα ζητήματα, μη δυνάμενοι να πραγμα- 
τευθώμεν το εν χωρίς του άλλου. 

Το ζήτημα ούτω Ίοούμ,ζνον γέννα πολλάς συνεπείας, 
δια των εφεξής δύο λέξεων προηγουμένως δεικνυο- 
μένας ; βασιλεία του λ ο'γο υ, ευημερία της 
άνθρωπο τη το ς. Τοιαύτα αίτια νομίζω δικαιολο- 
γοΰσι το έργον μου, ου οιονδήποτε και αν η το απο- 
τέλεσμα, ουδέποτε αύτο παύσεται είναι ευγενές και ά- 
ξιον λογικού οντος. Άρχομεθα δε άπο της αναιρέσεως 
του σκεπτισμοΰ. 

Ό σκεπτισμος ή πυρρωνισμος εστίν αληθώς οίκτρον 
και έπικίνδυνον νόσημα του φιλοσοφικού πνεύματος. 
Δια τούτο πρέπει να τον μεταχειρισθώμεν μιμούμενοι 
τους ιατρούς, ήγουν πρέπει να ζητήσωμεν εν πρώ- 
τοις την αίτίαν αύτοΰ,κα! έπειτα να τον θεραπεύσωμεν 
Ιπιτιθέντες το κατάλληλον φάρμακον. Τις έστι λοι- 
πόν ή αιτία του φιλοσοφικού τούτου νοσήματος, όπερ 
%χλοΰσι σκεπτισμον ή πυρρωνισμόν ; 



ΑΝΑΙΡΕΣ12 ΤΟΤ ΣΚΕΠΤΙ1ΜΟΤ. 1 3 

"Ινα δε καλώς άπαντήσωμεν εις το τεθέν ζήτημα 

όφείλομεν εισέτι να μιμηθώμεν την ίατρικήν. Α2τη 
σχοπουσχ την θ•ραπείαν τών ασθενειών του σώματος, 
καταγίνεται πρώτον εις το γνώναι αύτο άνατομικώς• 
επειδή άλλως ουδέποτε θα ήδύνατο να έπιτύχτι.Ώςαύ- 
τως και ή φιλοσοφία, οφείλει προ πάντων να ανάλυση 
άνατομικώς το φιλοσοφικον πνεύμα, του οποίου επιχει- 
ρεί να θεραπεύστ] την νόσον. 

Τίς έστι λοιπόν ή φύσις και ο οργανισμός του φιλο- 
σοφικού πνεύματος ; Την άπάντησιν εις την έρώτησιν 
ευρίσκω εν άρχ?5 εγχειριδίου τίνος φιλοσοφικού, συν- 
ταχθέντος ύπο τριών καθηγητών Γάλλων : 'Αμεδαίου 
Ιακώβου, Ιουλίου Σίμωνος, και Αίμυλίου Σαισσέτου. 
Ιοου αυτή. 

((Το φιλοσοφικό ν πνευμά έστιν εκ φύσεως φιλομα- 
θές, ((φύσει του είδέναι ορέγεται.)) Ενοχλείται απέ- 
ναντι του αγνώστου. Παν δ,τι μυστηριώδες ανησυχεί 
αύτο και κεντά. Βασανίζεται ύπο της αγνοίας και με- 
μεταβαίνει εις την χαράν άμα φωτισθέν.» Και ετι πε- 
ραιτέρω. Ό φυσιολογος με διδάσκει την κατασκευήν 
και τήν λειτουργίαν οργάνου τίνος του σώματος. 'Αλλ 3 
ϊνα καλώς με φωτίστ), πρέπει να μοι ορίστ] τήν είδι- 
κήν ένέργειαν τούτου του οργάνου εν τω συνόλω τών 
της ζωής φαινομένων, τήν θέσιν αύτου και τήν τάξιν 
εν τω μέσω τών συντελούντων εις τήν ζωήν άλλων 
οργάνων, ούτω καθιστώνμε εντελώς ειδήμονα της εμ- 
ψύχου ταύτης μηχανής. Τότε γινώσκω το σώμα. Άλ- 
λα θ^λω ετι πλέον είδέναι• θέλω να μάθω εάν το σώ~ 



14 Α1ΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΥ. 

μα τούτο διατελώ ήνωμένον μετά ψυχής και κατά ποία ν 
σχέσιν. Μοι εξηγοΰσι ταύτην την ψυχην, μοι άποδει- 
κνύουσι την υπαρξιν, τάς δυνάμεις, την φύσι-ν αυτής, 
και τότε εχω τον άνθρωπον ολοκλήρως ώρισμένον. 
Άλλα και τούτο ανεπαρκές. Διατι ο άνθρωπος ενταύ- 
θα ; διατι έπι της γής ταύτης; Τίς,αύτο^ εθετο, και 
προς τίνα σχοπον; Τίνες αϊ του ανθρώπου σχέσεις προς 
τούτον τον κόσμον, του κόσμου τούτου και του ανθρώ- 
που προς τον θεόν, εκάστου ό'ντος προς δλα τά άλλα, 
και όλων των πραγμάτων προς άλληλα ; Ούτως, άπο 
ζητήματος εις ζήτημα, οσω ταπεινό ν και αν γ το ση- 
μεΐον εξ ου όρμώμαι, ή περιέργεια μου, μη εντελώς 
πληρουμένη ύφ' εκάστης απαντήσεως, και υψούμενη 
βαθμηδόν κατά πασαν νέαν προςπάθειαν, άναβήσεται 
τέλος προς εν άνώτατον ζήτημα, το οποίον, εν τ5) α- 
ναπόδραστα) καθολικο'τητι αύτοΰ, τίθησι το δλον αί- 
νιγμα του κόσμου τούτου.» 

Έν τ5) ωραία ταύττ] περιγραφή τής φιλοσοφικής 
ημών φύσεως, τοσούτοι άληθεί και πισττ), τρία βλέ- 
πω στοιχεία προς τον αύτον σκοπόν θαυμασίως συνη- 
νωμένα. Ταΰτα δ 5 είσιν ή συνείδησις, ο -λόγος και ή 
Ιοεσις. Ή συνείδησις μαρτυρεί απλώς ότι γινώσκο- 
μέν τι, αλλ* ότι πολλά άγνοοΰμεν. Ό λόγος ζητεί 
πάντοτε το διατι του γινωσκομένου. Ή εφεσις, ως κι- 
νητική δύναμις, ωθεί ήμας άνενδότως πάντοτε εις τά 
πρόσω. Βλέπω ότι εσμέν ενταύθα, ιστάμενοι έπι μι- 
κρού τίνος σημείου τής γνώσεως, ίνα άνέλθωμεν εις 
τον ουρανον, τούτέστι νά φθάσωμεν εις την τελειαν 



ΑΝΑΙΡΕΣ1Σ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΎ. 1 ί> 

γνώσιν παντός πράγματος. Ή θεία Πρόνοι*, προς ε- 
πιτυχίαν του ζητουμένου έδωκε ν ημΐν τα δέοντα : Τήν 

εφεσιν ή τον ερο)τα προς εμψύχωσιν, τον λόγον προς 
χειραγωγίαν, η μάλλον, όπως ημάς αναβιβάζω άτ:ο α- 
ληθείας εις άλήθειαν, εκ των κ α τ ω τ ε ρ ο) ν εις τα 
ανώτερα. Τέλος την συνείδησιν, ίνα γινώσκομεν τι 
απεκτήσαμεν, και τίνος ετι στερούμεθα. Έπιτοαπήτω 
μοι νά εκφράσω ό,τι διανοούμαι δια τίνος αλληγορι- 
κής εικόνος. Φαντάζομαι μεταξύ ουρανού και γης πνευ- 
ματικήν κλίμακα, της οποίας αι βαθμίδες είσί μερικά! 
αλήθεια!, αϊτινες συνδέονται άλλήλαις εν τάξει τελεία 
και πασαι ο^ου εξαρτώνται Ικτίνος απολύτου 
και υπέρτατης αληθείας, οΰσης έν τη κο- 
ρυφή. Ήμεΐς έσμεν έπι των κατωτέρων -βαθμίδων. 
Υπεράνω δε ημών, εννοώ τον λόγον, δςτις καλεί η- 
μάς προς τά άνω λέγων: «Άνάβητε.)) Ύποκάτω εν- 
νοώ την εφεσιν, ήτις έμψυχοι ημ,ας και ενισχύει προς 
το άκολουθεϊν ττ\ φωνή του λόγου. Έν μέσω δε εννοώ 
την συνείδησιν, πληροφορούσαν ημάς εκάστοτε περί 
της ένεστώσης ημών καταστάσεως, η περί του βαθμοΓί 
εις τον οίζοΊοί έφθάσαμεν. Επειδή τί σημαίνει τ ο υ- 
τ ο τ ο δ ι α τ ι, το οζοΙοί ο λόγος ου παύεται διά 
παντός προς ημάς άπευθύνων; Νομίζω ότι ουδέν άλλο, 
η το κινεΐν ημάς εις την ευρεσιν ανωτέρας αληθείας, 
δυναμένης να αίτιολογήστ] την κατωτέραν, ην ήδη κε- 
κτημεθα, όπερ εν μεταφορικώ λόγω καλουμεν « άνα- 
βα ίνειν τάς βαθμίδας.)) 

ίλλαις λέξεσι, γινό - μ ο 



% 6 ΑΝΛΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ Σ&ΕΠΤ12ΜΟΓ. 

λόγος ύποχρεοΰσιν ήμας να ζητωμεν άλήθειάν τίνα, 
δυναμένην αίτιολογήσαι το γινωσκόμενον, και στήναι 
ου δυνάμεθα μέχρις ου φθάσωμεν εις τ ή ν ύ π ε ρ- 
τάτην αλήθεια ν, την απόλυτον αλή- 
θεια ν, την καθολικήν και άνεξάρτητον, 
ήτις, ούσα ο έξηγηματικος λόγος του σύμπαντος, δύνα- 
ται" να εξήγηση τα πάντα και έαυτήν, ουδόλως χρήζων 
έτερου λόγου• Τοιαύτη εστίν ή φύσις του φιλοσοφικού 
πνεύματος, και τοιούτος συνάμα ο υψηλός αύτοΰ προο- 
ρισμός. Ήδη, μετά την άνατομικήν ταύτην λειτουργίαν, 
ερωτηθείς, πόθεν γεννάται ο σκεπτισμός, ή τις ή αιτία 
της νόσου ταύτης του φιλοσοφικού πνεύματος, ευκό- 
λως άποκριθήσομαι. 

Διερχόμενος την ίς-ορίαν της φιλοσοφίας, βλέπω τους 
πλειοτέρους των φιλοσόφων πολύ του λόγου άφις-αμέ- 
νους, συρομένους ύπο της επιθυμίας του είδέναι, και 
αμέσως έπιχειρουντας την επιστημονικήν έξήγησιν 
όλων των πραγμάτων προ του εύρεΐν την απόλυ- 
τον και όντως έξηγηματικήν άλήθειάν. 
Άντι του ζητεΐν αυτήν οδηγούμενοι ύπο του λόγου 
και ύποτασσόμενοι εις την έπαλήθευσιν της συνειδή- 
σεως, πλάττουσιν αυτήν δια της φαντασίας, πιστεύον- 
τες ό,τι ή συνείδησις διαψεύδει. Συναντώντες τηδε κά- 
κεΐσε μερικάς τινας αληθείας άποδίδουσιν αύταΐς την 
άξίαν της καθολικής αληθείας. Είτα έπαγω- 
νίζονται, δυνάμει των αληθειών τούτων, Ιξηγήσαι παν 
το ύπολειπόμενον. Ή, μάλλον ειπείν, ϋποθέτουσι χί- 
μαιρας, καλούντες αύτάς αρχάς, και δοκιμάζοντες να 



ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚ.ΕΠΤΙΣΜΟΥ. 17 

βλέπωσι τον κόσμον δλον κατά τον τύπον της εαυτών 
φαντασίας. Ούτως έπλήρωσαν την φιλοσοφικών περιο- 
χήν πολυπληθών συς•ημάτων,τά οποία αποκρούει ο λό 
γοςκαι η συνείδησις, ώς συλληφθέντα έκτος αμφοτέρων, 
συστήματα τέλος, άλλήλοις και έαυτοΐς πολέμια, τα 
οποία επομένως ύψοΰνται και πίπτουσι, το εν μετά 
το άλλο, καθάπερ αί πολιτικά! δυναστεΐαι. 

Έκ της άντιφιλοσοφικής ταύτης πορείας γεννώνται 
δύο είδη σκεπτισμοΰ. Το μεν, αναιρεί τά ψευδή συς-ή- 
ματα, πολεμεΐ τάς πλάνας, αμφιβάλλει τέλος, αλλά 
προς τον σκοπδν του ζητεΐν είλικρινώς και μεθοδικώς 
την άλήθειαν. Το δε, απεναντίας, συμπεραίνει εκ της 
πλάνης των συστημάτων κατά του λόγου και της α- 
ληθείας, και λήγει εις την απόλυτοι άρνησιν. Ό Σω- 
κράτης και δ Δεκάρτης δίδουσιν ήμΐν παραδείγματα 
του πρώτου είδους. Ό Πύρρων και ο Οΰμιος του δευ- 
τέρου. Τούτον δε τον δλως άρνητικον σκεπτισμδν πρέ- 
πει νά θεωρώμεν ώς νόσημα του φιλοσοφικού πνεύμα- 
τος, νο'σημα, καθώς βλέπομεν, προερχο'μενον έκ του 
μιάσματος εν τγ φιλοσοφική χώρα. Καθ 5 δσον δ' άφο- 
ρα τον σκεπτισμδν του πρώτου είδους, ούτος έστιν δ 
χαρακτήρ της υγιούς φιλοσοφίας. °Όλοι οι μεγάλοι 
φιλο'σοφοι τυγχάνουσιν δντες σκεπτικοί κατά της πλά- 
νης και δογματικοί μετριδφρονες υπέρ της αληθείας. 

Ούτως άπεδείξαμεν, οτι δ δλως αρνητικός σκεπτι- 
σμός ή πυρρ^νισμδς έστιν υιδς της πλάνης, ήτοι των 
ψευδών συστημάτων. Έπεται λοιπόν αναγκαίους τον 
υιδν είναι δμοιον τω πατρί• έπεται νά τ^οα ή μεγίστη 



18 ΑΝΑΙΡΕΣ1Σ ΤΟΪ ΣΚΕΠΤΊΣΜΟΥ. 

πλάνη, το προϊόν πάσης πλάνης. Επειδή, τίς εστίν 
ή αρχή ή ή βάσις του σκεπτισμου ; Αι αναρίθμητοι 
πλάναι των φιλοσόφων, και παντός του ανθρωπίνου γέ- 
νους• τοΰθ' όπερ οι σκεπτικοί δι* δλης αυτών της ι- 
σχύος ύποστηρίζουσι, καταλήγοντες άναγκαίως εις 
την έσχάτην πλάνην, ήγουν, εις την καταδίκην του 
λόγου και τήν γενικήν άμ,φιβολίαν περί της υπάρξεως 
της αληθείας (α). ^ 

Κατά το λέγειν των σκεπτικών ή πυρρωνιστών, ο 

ανθρώπινος λόγος αντιφάσκει προς εαυτόν. ν Ινα δε 

τούτο άποδείξωσι, τουτέστιν, ϊνα δώσωσι λογικόν τι 

κΰρος εις τήν εαυτών δόξαν, καταφεύγουσιν εις τον 

λόγον. Ενταύθα βλέπω γεγονός, το Όποϊον τίμα τον 

λόγον, και καθίστησι τους πυρρωνιστάς γελοίους. 

Ένω δια των λόγο)ν αρνούνται το κύρος του λόγου, 

δια των έργων ακουσίως άποδεικνύουσι και ομολογου- 

σιν, ότι ουδεμία δόξα έστι νόμιμος, μή επί του λόγου 

ς-ηριζομένη. Επειδή, ει μή ο λόγος ην νόμιμος, διατι, 

ποος άπόδειξιν και νομιμοποίησιν της εαυτών ιδέας, 

μεταχειρίζονται τον συλλογισμόν. Ούτοι λοιπόν έαυτοις 

άντιφάσκουσι, καταντώντες γελοίοι ; Ό δε λόγος, εξ 

εναντίας, μένει αμετάβλητος εις τήν φύσιν του, άπο- 

δεικνύων δι' αυτών τούτων των σκεπτικών, οΐτινες θέ- 

λουσι να τον άρνώνται, τήν νόμιμον και άφευκτον αύ- 



(α) Τω έντι, δεν είναι ούσκολον να εννοήσω μεν 5 ότι συστημα 5 του 
οποίου βάσ;; η θεμελιώδης αρχή εστίν ή πλάνη ; πρέπει να τ;ναι όλον 
λανη, ή μεγίστη ττλα'νη. 



ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΤ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΥ. 1 9 

του δύναμιν, προςαγόμενος τον ημέτερον θαυμασμον 
και το σέβας. Άλλα τέλος, παραστήσωμεν το επι- 
χείρημα των εν πάσ*/) τη αύτοΰ ίσχύϊ. 

Οι σκεπτικοί, θέλοντες να άποδείξωσιν, δτι ο ανθρώ- 
πινος λόγος αντιφάσκει άναγκαίως προς εαυτόν, ένα- 
σμενίζονται να έπιδεικνύωσι τάς αντιφάσεις και τάς 
πλάνας, εις ας συχνάκις περιπίπτουσιν, ου μόνον οι 
φιλόσοφοι, άλλα και δλοι οι άλλοι άνθρωποι. Εντεύ- 
θεν συνάγουσιν δ,τι διατείνονται να άποδείξωσιν. Ό ω- 
ραίος ούτος συλλογισμός έστιν δλως διόλον παρόμοιος 
τω έξης : Ό Πέτρος έ'κλεψεν αιτία λοιπόν της κλο- 
πής έστιν ο άπαγορεύων τοιαύτας πράξεις νόμος. 

Βέβαια, δεν ήδυνάμεθα ν 3 άπαιτήσωμεν παρά των 
εχθρών του λόγου συλλογισμούς κρείττονας. Εισιν 
ίσως συγχωρητέοι ένεκα της ασθενείας των. Άλλ 5 δ,τι 
μ 3 εκπλήττει και δεν δύναμαι να υποφέρω, έστι το 
βλέπειν φιλοσόφους, οΐτινες σεμνύνονται δχάτον λόγον, 
και τάσσονται υπδ την σημαίαν του, αρνούμενους τον 
ουσιώδη τούτου χαρακτήρα, τουτέστι το άλάνθαστον 
αύτοΰ. Λέγουσιν, δτι δ ανθρώπινος λόγος άπαταται ε- 
νίοτε• άλλα τούτο ούκ εστί πολλά σπουδαΐον επιχεί- 
ρημα κατά του κύρους αύτου. Ναι, λέγω, και διατί 
ουχί ; Ει μη ην δ λόγος αλάνθαστος έμοι γνω- 
μών προς γνώσιν της άγνωστου αληθείας, ει ενίοτε 
ήπατατο, καθώς λέγουσιν, ΰποτζτος αν μοι έγίνετο, 
και κατά συνέπειαν ήττον νόμιμος. Άλλα τοΐτο, χά- 
ρις τω Θεώ κατ 5 ούδένα τρόπον εστίν αληθές, ώς οψό- 
μεθα. 



20 ΑΝΑΙΡΕΣΙ1 ΤΟΪ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΤ. 

Ή ανατομική λύσις, ην ανωτέρω έπι της ημετέρας 
πνευματικής φύσεως έποιήσαμεν, έδειξε την ενεργή- 
τικήν ημών θέλησιν, η την έλευθερίαν του ημετέρου 
προσώπου, περιστοιχουμένου υπό τριών στοιχείων, ών 
εκαστον έχει το ίδιον αύτοΰ μέρος και την ιδίαν λει- 
τουργίαν, άνάγον ήμας προς τον άνώτατον ημών σκο- 
πόν. Ταΰτα δέ είσιν η συνείδησις, ό λόγος και ή εφε- 
σις. Έξ άλλου, ζητουντες την αιτίαν τών ημετέρων 
πλανών, εύρίσκομεν, δτι όλαι πηγάζουσιν εκ του άφί- 
στασθαι του λόγου και της συνειδήσεως, ..έκ του δτι, 
παρασυρόμενοι έκ της επιθυμίας του γινώσκειν, παρα- 
διδόμεθα δλως εις εμπνεύσεις της φαντασίας, γινόμε* 
νοι ποιηται, άντι της φιλοσοφικής επιστήμης, πλάτ- 
τοντες περίφημον Ίλιάδα, εν ^ ο ουρανός και ή γη, 
οι θεοί και οι άνθρωποι μάχονται άεννάως διχονο- 
οΰντες.\Έν τίνι λοιπόν δικαιώματι δύναμαι να κατη- 
γορήσω τον λόγον δια τάς πλάνας μου, εάν υποπίπτω 
παραλόγως πράττων ; Έν τίνι δικαιώματι δύναμαι νά 
αποδώσω εις τον λόγον δ,τι συμβαίνει έκτος αύτου και 
παρ 3 αυτόν ; Εϊπερ ή πλάνη ουδέν έστιν άλλο ή δόξα 
τις άνευ λόγου και παρά λόγον, υπάρχει άδικώτερον 
η άτοπώτερον του λέγειν ότι προέρχεται έξ εκείνου, 
δςτις αναιρεί αύτην και καταδικάζει ; Ή πλάνη δεν 
δύναται νά προέλθτ; έκ του λόγου πλέον η το σκότος 
Ικ του φωτός. Ουδεμία μεταξύ αυτών τυγχάνει συγ- 
γένεια, αλλ 3 έχθρα μόνον και διαφορά. Ναι, ο μάλλον 
αδιάλλακτος της πλάνης εχθρός έςιν ο λόγος. Ό λό- 
γος δεν υποφέρει την πλάνην, αλλά καταδιώκει και 



ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΥ. 21 

καταστρέφει αυτήν. Ό ανθρώπινος λόγος, λέγουσιν οι 
σκεπτικοί, αντιφάσκει άναγκαίως προς εαυτόν, και οι 
τούτοις αντίπαλοι ούτω σκέπτονται, καίτοι ήττον απο- 
λύτως. Επειδή έκάτεροι κακώς ειδον. Αληθώς δ' ει- 
πείν, ο ανθρώπινος λόγος αντίκειται δια παντός τ7ι 
πλάντ), συμφωνών έαυτώ. Ή πλάνη πάντοτε αντιλέγει 
προς έαυτήν και τον λόγον, ώς συμβαίνει και τοις εις 
αυτήν ύποπίπτουσι. 

Λέγειν, δτι ο λόγος δύναται ποτέ να άπατηθτ), έστι 
παραγνωρίζειν τον φύσιν αύτοΰ, συγχέειν αύτον προς 
το ήμέτερον πρόσωπον. Τώρα, δπως θέσωμεν τον λό- 
γον υπεράνω πάσης μομφής, παγιώσωμεν δε το άλάν- 
θαστον και το κΰρος αύτοΰ, έρχόμεθα να διακρίνωμεν 
αυτοΊ του ημετέρου προσώπου, και νά ορίσωμεν τήν 
φύσιν αύτοΰ. 

Έ γ ώ και λόγος διατελοΰσιν εν τ7\ ημετέρα συ- 
νειδήσει, δύο τινά διαφόρου φύσεως, τα οποία ούτε νά 
συγχύσωμεν, ούτε νά λάβωμεν το εν αντί τοΰ άλλου 
δυνάμεθα. "Ο,τι καλοΰμεν εγώ, σύνοιδα ότι έστιν ον 
ένεργόν, δυνάμενον νοεΐν και πράττειν ελευθέρως, το 
οποίον, διά των εαυτού σκέψεων και πράξεων, δοκιμά 
ζει αισθήματα χαράς ή λύπης. Άλλα τί έστι λόγος ; 
Αποκρίνομαι εν μι£ λέξει. Έστιν ο νόμος τοΰ νοεΐν 
και πράττειν νόμος αναγκαίος, απόλυτος, καθολικός, 
αεί ύπαρχων ενώ το έ γ ώ έστιν δν πρόςκαιρον, δια- 
βατικόν εν χρόνω. Ό ουσιώδης τοΰ εγώ χαρακτήρ 
εστίν ή ελευθερία, δηλαδή ή δύναμις τοΰ νοεΐν και 
πράττειν δι 3 έαυτοΰ και εν έαυτώ ύπο ίδίχν εόθύνην. 



22 ΑΝΑΤΡΕΣΙΣ ΤΟΪ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΤ. 

\{ Ό δε ουσιώδης χαρακτήρ του λόγου έστι το κανό- 
νικον, το σταθερον, το άλάνθαστον. Ό λόγος, δυνάμε' 
της αμεταβλήτου καΐ κανονικής αυτού φύσεως, έχει το 
δικαίωμα του βασιλεύειν έπι πάντων και διέπειν τα 
πάντα. 

Άλλα ο λ 6 γ ο ς και το έ γ ώ, καίτοι εν τ?ί ημε- 
τέρα συνειδήσει διακεκριμένα, εισιν δμως αχώριστα και 
στενως συνδεδεμένα δια σχέσεως κατά πάντα όμοιας 
προς την του γάμου. Ό λ ό γ ο ς, νομίζω, βασιλεύς 
ύψιστος εν τω σύμπαντι, έξελέξατο ως νύμφην την ή- 
μετέραν έλευθερίαν. Δια τούτο ή ελευθερία, τοσούτοι 
άπειθής κατά πάσης άλλης εξουσίας, άξιούσης άρχειν 
αυτής, κλίνει πάντοτε μετά σεβασμού ενώπιον του λό- 
γου, του εαυτής νυμφίου, ύπεί^ουσα εκουσίως εις τάς 
κελεύσεις του. Έκ της ευτυχούς και νομίμου ταύτης 
συζυγίας έγεννήθησαν δύο θυγατέρες καλλονής έξαι- 
ρέτου.Ή μιν πρεσβυτέρα καλείται ή θ ι κ ή, η δε νεω- 
τέρα λογική. Πραγματικώς, ηθική τε και λογι- 
κή είσι δύο έπιστήμαι άξιαι τής αγάπης και του σεβα- 
σμ,οΰ πάντων ούτε δυνάμεθα νοήσαι αύτάς ά'νευ του 
συνδέσμου τής ελευθερίας μετά του λόγου. Επειδή, 
τί έστιν ηθική ; Πράττειν ελευθέρως κατά λόγον. Τί 
ές-ι λογική ; Νοεΐν επίσης ελευθέρως κατά λόγον. 
Διάρρηξον την συζυγίαν ταύτην του λόγου και τής ε- 
λευθερίας, και θά ιδ?]ς αμέσως άφανιζόμενα τά εαυ- 
τών τέκνα• δεν θά εχτις πλέον, ούτε το εν, ούτε το 
άλλο. 

Τούτου όντος, ει εμενεν ή ελευθερία διά παντός πι 






ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ^ΚΕΠΤΙΣΜΟΓ. 23 

ς-η εις τον νόμιμον αύτης νυμφίον, ει νοούσα και πράτ- 
τουσα ήκολούθει τον άμετάβλητον και άλάνθαστον αυ- 
τής νομον, ήν αν ήδη δν ηθικόν συνάμα και λογικόν, 
άμεμπτον και άκηλίδωτον, ην αν πραγματικώς η υπέρ- 
τατη του κόσμου βασίλισσα. *Αλλ' αύτη συχνότατα 
παραβαίνει την συζυγικήν πίστιν, ακολουθούσα έρας-άς 
παρανόμους και διεφθαρμένους, μεθ' ών πράττει συνε- 
χώς την μοιχείαν. Όποιον έγκλημα ! Και ποίαν ποι- 
νήν δι' αυτό υποφέρει ! Δι* της ενόχου μοιχείας τί- 
κτει δύο τέκνα τερατώδη και φρικαλέα, τα οποία φριτ- 
τει όρώσα, πληρουντα αυτήν αισχύνης και ατιμίας, αυ- 
τήν ακαταπαύστως καταδιώκοντα, όπως αυτήν κατα- 
φάγωσι. Και το μεν καλείται χ α χ ο ν, το δε καλεί- 
ται π λ ά ν η β Τό κακόν και ή πλάνη είσίν αληθώς δύο 
τέρατα εκ της ελευθερίας γεννώμενα, οσάκις αυτή νοεί 
και πράττει, εξ άλλων ή εκ του λόγου ωθούμενη ελα- 
τηρίων, τέρατα κατά της μητρός αυτών έπιπίπτοντα, 
όπως αυτήν καταφάγωσιν. Άλλα τα νόμιμα τέκνα, ή 
ηθική και ή λογική, φυσικοί εχθροί των δύο τ:ύτων 
μαινόμενων τεράτων, του κάκου και της πλάνης, έρ- 
χονται προς βοήθειαν της εαυτών μητρός, συμμεριζό- 
μεναι του αγώνος. Ή ηθική πόλεμε! τό κακόν ή λο- 
γική τήν πλάνην, και άμφότεραι πειρώντα: να συνενώ- 
σωσι και συνδιαλλάξωσι τήν μητέρα μετά του πατρός, 
τήν έλευθερίαν μετά του λόγου. Ύπόθες τήν ελευθε- 
ρίαν ως άνθρωπον τετραυματισμένον και πεσόντα ετ: 
της γης* ότι περί αυτήν συγκροτείται φοοερός πόλε- 
μος μεταξύ του κάκου κχΐ της ηθικής, μετχςυ της πλχ- 



24 ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΥ. 

νης και της λογικής, τών μεν δπως αυτήν άπολέσωσι, 
των δε όπως σώσωσιν αύτην, και ούτως έξεις την αληθή 
εικόνα των έν τω κόσμω τούτω διηνεκώς γινομένων• 

Καθ' όσον ήδη άφορα τα τερατώδη της μοιχείας τέ- 
κνα, δηλαδή το κακόν και τήν πλάνην, δυνάμεθα μετά 
λόγου να κατηγορήσωμεν τον λόγον ; Ούκ εστίν ηλίου 
φανώτερον, δτι ο λόγος περί ουδετέρου ευθύνεται ; 
Άλλ' ημείς ποιουμεν επί του προκειμένου το παχυλό ν 
τούτο αδίκημα. 

Αι κακαί πράξεις έν τω πρακτικω βίω ούκ είσίν ο- 
λιγώτεραι τών έν τη φιλοσοφία πλανών. Άλλ 5 ουδείς 
ούδέποτ' έτόλμησε να μεμφθί] τον ηθικόν νόμον, δια- 
τεινόμενος, δτι αυτός έστιν ή αιτία τών κακών πρά- 
ξεων. Απεναντίας, έν ονόματι του υπέρτατου και δι- 
καίου τούτου νόμου καταδικάζομεν πάντας αδιακρίτως 
τους άπ' αύτοΰ έκκλίνοντας και αύτον άθετουντας. 
"Αλλ 5 έν τη φιλοσοφία, αγνοώ, δίά τι ούχ ούτως έχει. 
3 Αγνοώ διατί, αντί του καταδικάζειν πασαν πλάνην έν 
ονόματι του λογικού νόμου, δςτις ούχ 5 ήττον του ηθι- 
κού νόμιμος τέ έστι και υπέρτατος, έπιτρέπομέν πως 
τήν νομιμοποίησιν της πλάνης, λέγοντες δτι προέρ- 
χεται έκ του λόγου. 'Αφίνων κατά μέρος τους πυρρω- 
νιστάς, οΐτινες, ένεκα της ασθενείας των, μέμφονται 
τον λόγον ως τήν αίτίαν τών ημετέρων πλανών, ερω- 
τώ μόνον τους λεγόμενους όρθολογιστάς φιλοσόφους, 
τους περί πολλού ποιούμενους το κύρος τοΰ λόγου : 
Διά τι λέγετε, δτι ο λόγος ενίοτε κατά άλήθειαν α- 
παταται ; Τίνα άπόδειξιν περί τούτου έχετε δούναι ; 



ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΪ ΣΚΕΠΠΣΜΟΤ. 2$ 

Εί ο λόγος εστί νόμιμος, ώς ύμεΐς άξιοΰτε, παν το εξ 
αύτου πηγάζον οφείλει νόμιμον είναι. Επομένως, ή εξ 
αύτοΰ προερχομένη πλάνη, ωσαύτως νόμιμος. Άλλα 
προς τί χρήσιμος ό παχυλός ούτος παραλογισμός ; Εί 
κακόν ουδέν εκ του ηθικού νόμου δύναται προελθεΐν, 
επίσης ουδεμία πλάνη εκ του λογικού. Εί μη κατηγο- 
ροΰμεν τον λόγον δια τάς κακάς ημών πράξεις, τίνος 
ένεκεν αυτόν κατηγορουμεν δια τάς κακάς ημών ιδέας, 
δια τάς ημετέρας πλάνας ; 

Ό ανθρώπινος λόγος, λέγουσιν οι σκεπτικοί ούδε- 
μίαν έχει άποδειξιν περί του απολύτου κύρους αύτου. 
Άποκρινόμεθα : Ναι, ο ανθρώπινος λόγος εστίν α- 
πολύτως νόμιμος• και ιδού η άπόδειξις, ην περί αύ- 
τοΰ δίδομεν. 

Έάν νοώμεν και πράττωμεν κατά λόγον, ή πρα- 
ξίς έστι καλή, ή κρίσις 6^0ί] } και ο νοών ή πράττων 
έστιν δν ηθικόν, άξιον τιμής και ύπολήψεως. Έάν εξ 
εναντίας ή πραξις ή ή κρίσις δεν φέρωσι την σφρα* 
γίδα ή την έπικύρωσιν του λόγου, ή κατ' αύτου άντι- 
τάσσωνται, ή πραξίς έστι κακή, ή κρίσις εσφαλμένη, 
και ο νοών ή πράττων καταφρονητέος και άθλιος. Ι- 
δού ή άπόδειξις περί του απολύτου κύρους του λόγ©υ. 
Δυνάμεθα να άπαιτήσωμεν κρείττονα ; 

Νομίζω, ότι ριζηδόν άντφέσαμεν τον σκεπτισμον, 
θέμενοι το απόλυτον κύρος του λόγου. *Ήδη ^?χ^- 
μέθα ώς ύπεσχέθημεν, δυνάμει του αλάνθαστου τού- 
του λόγου νά ζητήσωμεν την απόλυτον και κα- 
θολική ν αλήθεια ν, προς ην ή φιλοσοφία έξυπαρ , 



26 ΑΝΑ1ΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΪ. 

χής αποβλέπει. Επειδή μόνον δια της αληθείας ταύ- 
της δυνήσεταί πότε φθάσαι προς το σκοπουμένου τέλος, 
ήτοι προς την τελείαν εξήγησιν του παντός/Αλλά προ 
πάντων όφείλομεν να συλλογισθωμεν, δια τίνος μεθό- 
δου θα ευρωμεν και θα άναγνωρίσωμεν αυτήν μετά 
βεβαιότητος. 

Γινώσκομεν παν καταληπτον εκ του ιδίου και ου- 
σιώδους χαρακτήρος, του διακρίνοντος αυτό παντός 
άλλου. Ή απ ο λυτός αλήθεια έχει βεβαίως τον 
ίδιον και ουσιώδη τούτον χαρακτήρα, αυτί} μόνν) απο- 
κλειστικώς ανήκοντα, τον οποίον μα'την αν έζητοΰμεν 
εν άλλω τινι άντικειμένω. Ει τον χαρακτήρα τούτον 
έγινώσκομεν πρότερον, είχομεν αν : 1ον το λίαν σπου- 
δαΐον πλεονέκτημα τοδ μη άπατασθαι, παραδεχόμενοι 
ώς απόλυτον άλήθειαν ετερόν τι αντικείμενο ν 
μή δν τοιούτον. 2°^ παρατηροΰντες άντικείμενόν τι 
φέρον τάν εν λόγω χαρακτήρα, θα εχωμεν το δικαίωμα 
του κρίνειν και έπιβεβαιουν νομίμως, δτι τούτο μόνον 
και ουχί άλλο εστίν ή ζητούμενη αλήθεια. Τούτον δε 
τον χαρακτήρα καλουμεν κριτήριον τής αλη- 
θείας. Επειδή αυτός Ιστι μόνος ο έξουσιοδοτών ή- 
μδς κρίνειν και άναγνωρίζειν μετ' επιστημονικής βε- 
βαιότητος τί έστιν αλήθεια. Ό συλλογισμός ούτος ά- 
γει ήμας, εις το ζητήσαι το κριτήριον τής άλ η- 
θείας προ τής αληθείας αυτής. Άλλα που ζη- 
τητέον αυτό ; Που δε έλπίζομεν αύτο εύρεϊν. ; 

Δια δύο τρόπων δυνάμεθα γνώναι τον χαρακτήρα 
τίνος αντικειμένου. 1°ν παρατηροϋντες απ* ευθείας 



ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΚΕΪΙΤΙΣΠΟΥ 27 

αύτο τούτο το άντικείμβτον 2° ν παρατηροΰντες έτε- 
ρον τι άντικείμενον, εν ω το πρώτον αντανακλάται. 
Ούτω π. χ. γινώσκομεν τον χαρακτήρα των παρελ- 
θόντων ανθρώπων, παρατηροΰντες τα μέχρις ημών 
διασωθέντα αυτών έργα. Εϊπερ ου δύναμαι βλέπειν 
αμέσως τον ήλιον, δύναμαι τουλάχιστον βλέπειν αυ- 
τόν έν τοις ύδασιν. Επειδή νυν ου δυνάμεθα παρατη- 
ρβΐν απευθείας αυτήν τ ή ν ά λ ή θ ε ι α ν, όφείλομεν 
έτερον τι λαβείν άντικείμενον, δ δύναται να ύποδείξτ) 
τον χαρακτήρα της, χρησιμευον αυτής ως κάτοπτρον. 
Τρυτο δε το άντικείμενον ή το κάτοπτρον έστιν ή αν- 
θρώπινος φύσις• και περί τούτου άπόδειξιν δίδομεν, 
δτι ακαταπαύστως ζητουμεν την αλήθεια ν, μή 
δυνάμενοι είναι μακάριοι αυτής άνευ. Ει δε ή φύσις 
ημών άγαπα τοσούτον τήν αλήθεια ν, αυτή δε 
μο'νη δύναται αυτήν πληρώσαι και μακαρίαν καταστή- 
σαι, τούτο δεικνύει οτι μεταξύ της αληθείας 
και της ημετέρας φύσεως σχέσις και αναλογία τοσού- 
τον βαθεΐαι ύπάρχουσιν, ώστε ή γνώσις ταύτης δύναται 
οδηγήσαι προς τήν γνώσιν έκείνης.°Όθεν ουκ άνευ λο'- 
γου ή παλαιά και νέα φιλοσοφία έκτιμώσιτά μάλιστα το 
περίφημον εκείνο παράγγελμα «Γνώθι σαυτον». Πραγ- 
ματικώς ή αλήθεια, προς τήν οποίαν τείνει ή φι- 
λοσοφία εστίν έκτος ημών. Άλλ' ανάγκη πάσα, προς 
το εύρειν και άναγνωρίσαι μετά βεβαιότητος τήν άλή- 
θειαν, έξετάσαι προ'τερον ήμας αυτούς. Δια τούτο άπ* 
αρχής διτιρέσαμεν το φιλοσοφικον προ'βλημα εις δύο 
ζητήματα : 1<>ν Τι έστι το κ ρ ι τ ή ρ ι ο ν τ ή ς ά λ η- 



218 ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΤ ΣΚΕΠΤΙΣΜΟΪ. 

θείας; 2 ον Ύί εστίν ή αύτο αλήθεια; Του μεν 
πρώτου την λύσιν ζητήσομεν εν ήμΐν, του δε δευτέρου, 
έκτος ημών• 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΜ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 



Ή ανθρώπινος φύσις• αναπτύσσεται καί έχδηλουτα: 
έν τω άνθρωπίνω βίω. "Οπως δε ταύτην γνωρίσωμεν, 
δέον έν πρώτοις θεωρήσαι την κοινωνίαν. Επειδή ή 
κοινωνία εστίν ο αναγκαίος ορός του βίου, ή είκών, 
ούτως ειπείν, ή παριστωσα την άνθρώπινον φύσιν καθ' 
δλας αυτής τάς οάσεις. 

Πρώτη επί της κοινωνίας παρατήρησις δεικνύει τον 
άνθρώπινον βίον υπο τρεις κυρίας επόψεις ; την πολι- 
κήν, την θρησκευτικήν και την οιλοσοοικήν. Τα τρία 
είδη ταΰτα του βίου οιαιρουσι τους ανθρώπους εις 
τρεις λίαν διακεκριμένας τάξεις, ων εκάστη υποδιαι- 
ρείται ίεραρχικώς εις άλλας τάξεις. Έκαστη έχει τους 
εαυτής άρχοντας και αρχόμενους, και αι τρεις ομο\ί 
περιλαμβάνουσι πασαν την ανθρωπότητα• διότι ουδείς 
αυτών αποκλείεται. Οι Βασιλείς και οι Κυβερνήται, 
οι Πάπαι και Πατοιάοναι, οι φιλόσοφοι και οί διδά- 
σκάλοι, ίδου τα τρία υπερέχοντα είδη, εις τα όποια 
πείθονται και υποτάσσονται πάντες άνθρωποι, έκαστος 
κατά την τάξιν, εις ην ανήκει. Βλέψατε προς την πο- 
λιν των Παρισίων, την πολιν ταύτην του κάλλους καΐ 
του μεγαλείου. Τά μεγαλοπρεπή αυτής παλάτια, οί 
ναοί καί τα σχολεία μαρτυρουσιν ενιργώς τρία είδη 



30 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

βίου, και την διάκρισιν τών τάξεων ας έδείξαμεν. Ε- 
ξέλθετε των Παρισίων, και διέλθετε ολην την σφαϊραν, 
επισκεπτόμενοι δλα τά έθνη και ολας τάς πόλεις, με- 
γάλας τε και μικράς. Θά ιδητε πανταχού παλάτια 
ναούς και σχολεία, πανταχού θ 3 άπαντήσητε άρχοντας 
ιερείς και διδάκτορας, διακρίνοντες ευκόλως τά τρία 
είδη ταύτα του βίου, το πολιτικον, το θρησκευτικον και 
το της επιστήμης. Άφίνοντες το παρόν, μετάβητε εις 
το παρελθόν, συμβουλεύθητε ένταΰθα την ίστορίαν, α- 
ναμφιβόλως ουΰίποτ εύρήσετε κοινωνίαν, μη βιώσασαν 
δια των τριών τούτων ειδών του βίου. Ούδεμίαν εύρή- 
σετε κοινωνίαν άνευ πολιτείας, άνευ. θρησκείας, άνευ 
φιλοσοφίας, χωρίς αρχόντων, χωρίς ιερέων, χωρίς δι- 
δασκάλων. Ή πρώτη αυτή παρατήρησις, ούσα ή αυτή 
έν παντι καιρώ* εν παντι τόπω, δίκαιοι ήμας παραδέ- 
ξασθαι, δτι ή άνθρωπότης έκ φύσεως τυγχάνει ούσα 
πολιτική, θρησκευτική και φιλοσοφική• διότι πάντοτε 
και παντού αναπτύσσεται και έκδηλουται ύπο τάς 
τρεις ταύτας φάσεις. Εντεύθεν τά τρία είδη της ιστο- 
ρίας, ή φιλοσοφική, ή θρησκευτική και ή πολιτική, ή ή 
ιστορία της επιστήμης έν γένει. 

Δευτέρα έπι της κοινωνίας παρατήρησις δείκνυσι 
τήν διαφωνίαν, τον έν τω άνθρωπίνω βίον άένναον πό- 
λεμον, δεικνύει δτι εκαστον είδος αντιτάσσεται, και 
πολεμεΐ, ου μόνον κατά τών άλλων, αλλά και καθ 5 
εαυτού. Το μάλλον έπαισθητον φαινόμενον του έν τω 
άνθρωπίνω βίω συμβαίνοντος έστιν ή διχόνοια και ο 
πόλεμος. Τά δύο ταύτα πανταχού συναντώνται, εν τε 



ΤΟ ΚΡ1ΤΗΡ10Ν ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 31 

τοις Πολιτεύμασιν, εν τε τοις Ναοΐς, εν τε τοις Σχο- 
λείοις. Παντού βλέπομεν διαμάχας, είτε μερικάς, είτε 
γενικάς, προς δε και άτομικάς• επειδή έκαστος εστίν 
έαυτώ πολέμιος* ήδη εχομεν υπ 3 δψιν μέγαν άνταγω- 
νισμόν μεταξύ της θρησκείας και της πολιτείας, εν ω 
μετέχει και ή φιλοσοφία, διαφωνούσα προς άμφοτέρας. 
Θεωρουντες έκάστην ιδιαιτέρως, ούτε άρμονίαν, ούτε 
είρήνην εν αύταΐς εύρίσκομεν, έχοντες διαφόρους θρη- 
σκείας, διαφόρους φιλοσοφίας και διαφόρους πολιτείας, 
πάσας άλλήλαις άντικειμένας, και πάντοτε ώπλισμένας 
προς άμοιβαΐον πόλεμον. Ή δημοκρατία, ή μοναρχία, 
ή ολιγαρχία, και τα διάφορα Πολιτεύματα, εν οις τα 
τρία ταύτα στοιχεία διατελουσι μάλλον ή ήττον συν- 
δυασμένα, δεικνύουσι τον πολιτικον βίον . πλήρη αί- 
ματος και συμφοράς. "Όσον δ' άφορα την θρησκείαν, 
άφωνων κατά μέρος τάς βαρβάρους θρησκείας, θεωρώ 
μόνον την έκ Θεού θρησκείαν, την θρησκείαν του εξευ- 
γενισμένου κόσμου, την χριστιανικήν θρησκείαν. Φαί- 
νεται ϊσως αύτη άνευ διαιρέσεως, άνευ διχονοιών, άνευ 
ερίδων ; Ή Ανατολή και ή Δύσις, ο παπισμός και ο 
άντιπαπισμος, ήτοι ο προτεσταντισμός, αποκρίνονται 
εις το ζήτημα. Τι δε είπω περί φιλοσοφίας; αύτη κατά 
μείζονα λόγον υπερβαίνει τάς δύο αύτης άδελφάς έπε 
διαιρέσεσι και διαφωνίαις. Επειδή, καίτοι δυνάμενοι νά 
δίακρίνωμεν αυτήν εις δύο κυριώδη συστήματα, το των 
φυσικών και το των πνευματιστών, εχομεν δμως τόσας 
φιλοσοφίας, όσους και φιλοσόφους. Άφήσωμεν ήδη 
κατά [ΐέρος το παρόν, καιμεταβώμεν εις τί> παρελθόν 



32 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΑΗΘΕΙΑ2. 

Ή ιστορία διηγείται ήμΐν άλλο, η πολέμους και 
μάχας ; Ή πολιτική ιστορία, εστίν ιστορία τών πο- 
λέμων μεταξύ των διάφορων Επικρατειών και μεταξύ 
της κυβερνήσεως και των πολιτών της αυτής Επικρα- 
τείας. Ωσαύτως ή ιστορία της θρησκείας ουκ εστίν 
άλλο ή ιστορία τών πολέμων μεταξύ τών διαφόρων 
θρησκειών και μεταξύ τών γεννωμένων εν τω κο'λπω 
της αυτής θρησκείας αιρέσεων. Ή ιστορία της φιλοσο- 
φίας, έστιν ιστορία τών αντιφάσεων τών φιλοσοφι- 
κών συστημάτων, άπερ άναιροΰσιν άλληλα. Αύτη μά- 
λιστα ή ιστορία παρέχει την εικόνα ανταγωνισμού, 
διαρκούς πολίτου μεταξύ της Πολιτείας, της Θρη- 
σκείας και της Φιλοσοφίας, αΐτινες αγωνίζονται α- 
μοιβαίως να έξοντωθώσιν, ή να κατισχύστ) ή μία της 
άλλης. Ή θρηοκεία θέλει να κρατήστ) της φιλοσο- 
φίας. Ή φιλοσοφία ζητεί υπέρ εαυτής το δικαίωμα 
της κυριότητος. Άμφότεραι διαφιλονεικοΰσι το δι- 
καίωμα του κανονίζειν τήν πολιτείαν. Ή πολιτεία ω- 
σαύτως άξιοι εχειν άμφοτέρας ως όργανα προς τον 
εαυτής σκοπόν. Ένι λόγω, παντού και πάντοτε, οι 
Βασιλείς και Κυβερνήται, οι Ιερείς και Διδάσκαλοι, ή 
αϊ τρεις αύται τάξεις τής κοινωνίας τυγχάνουσι διαφω- 
νοΰσαι, άντιμαχόμεναι προς άλλήλας και προς έαυτάς. 
Έκ τής πρώτης παρατηρήσεως συνηγάγομεν α- 
πλώς, δτι ή ανθρώπινος φύσις εστί φύσει πολιτική, 
θρησκευτική και φιλοσοφική• διότι παντού και πάντοτε 
ύπο τήν τριπλήν ταύτην εποψιν αναπτύσσεται και έκ- 
δηλου τα ι. Άλλ 5 έκ τής δευτέρας, ήτις ωσαύτως δει- 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΜΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 33 

κνύει παντού και πάντοτε την αυτήν φύσιν καθ* ολας 
αύτης τάς φάσεις, έν αταξία, εν συγχύσει, εν φοβερώ 
πολεμώ, τί πρέπει να συμπεράνωμεν ; Δυοΐν θάτερον : ή 
δτι έν τω κόσμω βασιλεύουσιν αποκλειστικώς το αύθαί- 
ρετον και τυχαΐον, αί δε λέξεις αλήθεια, λόγος* 
τάξις, α ρ μ ο ν ία και τα τούτοις όμοια, ήχοι μόνον 
είσιν απλοί, μηδόλως ανταποκρινόμενοι προς τα πράγ- 
ματα, η, ύπο την φαινομένην τ αυτήν της αταξίας μορ- 
φήν, κρύπτεται τάξις τελεία, την οποίαν δια τοΰλόγου 
δυνάμεθα να άνακαλύψωμεν.Ό λογικός νους, ούτως αν 
συνεπέρανεν. αλλά το σκεπτικον πνεύμα, κωφον εις την 
φωνήν του λόγου, θα εξήγαγε την πρώτην συνέπειαν, 
ούτω διαλογιζομενον• 

((Συχνάκις λέγουσιν, ότι ή άγαθότης του Δημιουρ- 
γού έπροίκισε την άνθρώπινον φύσιν θαυμάσια τινι δυ- 
νάμει, την οποίαν καλουσι λόγον. Αυτή λέγουσι, δύνα- 
ται άνευρίσκειν και άποδεικνύειν την άλήθειαν, άναι- 
ρεΐν το ψεύδος, άποκαλύπτειν των πραγμάτων την τά- 
ξιν και την άρμονίαν, ύψοΰσα τον άνθρωπον υπεράνω 
των άλλων δημιουργημάτων. Άλλ' ή πείρα έρχεται 
να διάψευση την δωρεάν γενομένην ταύτην ύπόθεσιν, 
ή ταύτην την κολακευτικήν πρόληψιν. Επειδή, ει ού- 
τως ειχεν, ει πραγματικώς ή άνθρωπότης έκέκτητο 
τοιαύτην δύναμιν, ώφειλεν έν πρώτοις ομοθύμως δ- 
μολογησαι την αυτήν άλήθειαν, ή τουλάχιστον διά 
των λεγομένων σοφών, οίτινες κατέχουσι ταύτην τήν 
δύναμιν έν μείζονι μοίρα των άλλων. Έπειτα έπρεπε 

νά βλέπωμεν άρχουσας έν ττ, κοινωνία τήν τάξιν και 

3 



34 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗ2 ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

την άρμονίαν, ας ο λόγος αποκαλύπτει. "Αλλά κατά 
δυστυχίαν ούχ ούτως έχει. Έν τ?5 άνθρωπότητι, άντε 
αληθείας άπαντωμεν τάς αντιφάσεις, άντι 3ΐρήνης και 
άρμσνίας τον πόλεμο ν και την άταξίαν* 'Αψώμεθα των 
πραγμάτων έγγύτερον. 

((Ή πείρα καθεκάστην δεικνύει, δτι πας άνθρωπος 
εις τον κόσμον τούτον ερχόμενος ζητεί κυρίως την ευ- 
δαιμονίαν του. Ή πολιτεία, η θρησκεία, ή φιλοσοφία 
εκάστη δι' εαυτής την υπόσχεται, προςάπτουσα εις τάς 
άλλας την κακοδαιμονίαν. Τί ποιητέον* Που ζητητέον 
ττιν άλήθειαν, το άγαθον και την ευδαιμονίαν; Έάν 
υπάρχω έν ίύ\ φιλοσοφία, προς τ! των απείρων αυτής 
συστημάτων όφείλομεν νά στραφώμεν ; Έάν ύπάρχτ] 
έν τ9) θρησκεία, προς τίνα θρησκείαν ; και τίνα έκ των 
αφέσεων αυτής πρέπει νά προτιμήσωμεν ; Έάν ύπάρ- 
χτ) έν τ5ί πολιτεία, ποιον είδος πολιτείας πρέπει νά 
έκλέξωμεν; Φιλοσοφίαι, θρησκεΐαι, πολιτεΐαι, συστή- 
ματα, αιρέσεις, φο&τρίαι, εκαστον καθ' έαυτδ άξιοι 
στηρίζεσθαι έπι του λόγου και τής αληθείας, εκαστον 
αναιρεί τους αντιπάλους του δυνάμει του λόγου. Ό λό- 
γος έπικυροΐ άλληλοδιαδόχως και ανατρέπει τά πάντα, 
μηδέποτε δυνάμενος έν τη πληθύϊ ταύτ/] των αντιθέτων 
υπολήψεων, αΐτινεςδιαιροΰσι την ανθρωπότητα, πεΐσαι 
ήμας προτιμήσαι ταύτην εκείνης. Συντασσόμεθα μετά 
ταύτης ή εκείνης, ουχί δυνάμει του λόγου, άλλα κατά 
τύχην. Ό μεν εστί φιλόσοφος, ο δε Ιερεύς, δ άλλος 
πολιτικός, τοιαύτης ή τοιαύτης φιλοσοφίας, τοιαύτης 
η τοιαύτης θρησκείας, τοιαύτης η τοιαύτης πολιτείας,. 



ΤΟ ΚΡΙΪΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 35 

ουχί κατά την κρίσιν του λόγου, άλλα κατά την επί- 
δρασιν τών έπ' αύτου ένεργουσών περιστάσεων. Έκα- 
στος θεωρεί τήν εαυτού μερίδα, ως την κρείττονα, 
έλπίζων, οτιθάεύρτ) εν αύτη την εύδαιμονίαν του, και 
πάντες άπατώνται, πάντες θνήσκουσι, μηδέν άλλο έν 
αύτη συναντώντες η την δυστυχίαν. Ούτω, μεταξύ 
των διαφόρων γενών και των διαφόρων ειδών του βίου, 
ουδέν άλλο βλέπομεν η αντιφάσεις, διαφωνίας, έριδας 
και συμφοράς• Ουκ εστί λοιπόν εναργές, δτι τα λε- 
γόμενα αλήθεια, τάξις, αρμονία, ευδαι- 
μονία, λέξεις είσίν άπλαΐ, μηδεμίαν εχουσαι άντα- 
πόκρισιν προς τα πράγματα, και ότι η δύναμις αυτή 
του λόγου συντελεί μόνον εις το άπαταν ήμας, εις το 
πολλαπλασιάζειν τάς δυσκολίας και έπαυξάνειν τά 
κακά ; » 

Τοιωδε τρόπω το σκεπτικόν πνεύμα, άναχωροΟν εκ 
της γενομένης παρατηρήσεως, καταλήγει είς την από 
λυτον άρνησιν και την καταδίκην του λόγου. 'Ίδωμεν 
νυν, τίνι τρόπω ο φιλοσοφικός νους, ο άκούων της φω- 
νής του λόγου, και έν τω φωτί αύτου πορευόμενος, δύ- 
ναται• να φθάστ) προς σημεΐον όλως άντίθετον, καί τοι 
άναχωρών εκ τών αυτών δεδομένων. 

Έν πρώτοις, ή δευτέρα παρατήρησις δίδει εις το 
συμπέρασμα της πρώτης βεβαιότητα άπεριόριστον, 
άκλόνητον βεβαιότητα. Συνηγάγομεν, ότι ή ανθρώπι- 
νος φύσις φύσει εστί πολιτική, θρησκευτική καί φιλο- 
σοφική. Τώρα, επειδή έν τή ιστορία τών αιώνων 
βλέπω πόλεμον μεταξύ τών τριών τούτων εκδηλώσεων 



36 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

της ημετέρας φύσεως, και δτι ούτος ο πόλεμος, και 
τοι τοσούτον μέγας και τοσούτον διαρκής, ούδεμίαν 
εξ αυτών ΐσχυσεν άχρι τούδε να έξαλείψτ) αφ 5 ημών, 
7) παρατήρησις αυτή, λέγω, δικαιοΐμε πιστεύειν μάλ- 
λον, δτι η ανθρώπινος φύσις φύσει έστι πολιτική, θρη- 
σκευτική και φιλοσοφική• Δεν ήδυνήθησαν οι πολιτικοί 
πόλεμοι να καταστρέψωσι τα πολιτεύματα και τήνκοι- 
νωνίαν.Ή φιλοσοφία, και τοι προς έαυτήν άντιφάσκουσα, 
καί τοι ύπο του πυρρωνισμου και των θρησκειών άνα- 
θεματιζομένη, υφίσταται εισέτι. Ωσαύτως ή θρησκεία 
υπάρχει, διελθοΰσα τάς καταδιώξεις των τυράννων και 
τάς προσβολάς των φιλοσόφων. Ουκ έσμεν λοιπόν δι* 
εξιν ή άνατροφήν κοινωνικοί, θρησκευτικοί και φιλό- 
σοφοι, άλλ' εκ φύσεως. Παν το φυσικον μένει άνεξά- 
λειπτον, μή δυνάμενον άλλως άφανισθηναι ή τη έξου- 
δενώσει της ουσίας, ης τούτο έστι προσόν. Ό άνθρω- 
πος, ζών επί της γης ταύτης, ουδέποτε παύσεται εί- 
ναι πολιτικός, θρησκευτικός και φιλόσοφος, έχων πάν- 
τοτε τήν πολιτείαν τήν θρησκείαν και τήν φιλοσοφίαν. 
Ή μορφή μόνον υπόκειται εις αλλοιώσεις• άλλα το 
πράγμα δια παντός υπάρχει. Έπανέλθωμεν ετι άπαξ 
εις τήν παρατήρησιν, εξ ης ώρμήθημεν. 

'Τπο τήν φαινομένην εικόνα της αταξίας, ο λόγος 
μοι λέγεί, ότι τελεία τις κρύπτεται τάξις. Το κακόν 
λέγει, ου δύναται είναι πραγματικώτερον του αγαθού. 
-Απεναντίας, το αγαθόν έγκειται εν τη αίωνιότητι και 
τγ ουσία των πραγμάτων, ένω το κακόν ίς\ κατά συμ- 
βεβηκος καικατ' έπιφάνειαν, γεννώμενον εκ του συναν- 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 37 

τήματος τοιούτων η τοιούτων περιςάσεων καίμετ 3 αυ- 
τών συναφανιζόμενον. 

'Απλή επί του σώματος ημών παρατήρησις αρκεί 
προς βεβαίωσιν της αληθείας ταύτης, ην ημΐν ο λόγος 
εμπνέει. Ή υγεία και ασθένεια είσι δύο καταστάσεις 
του σώματος, ών ή μεν έστι το αγαθόν αύτοΰ η δε τά 
κακόν. Ή υγεία εξαρτάται φυσικώς εκ της οργανικής 
αύτοΰ συστάσεως και τών τακτικών αυτής λειτουρ- 
γιών, η έκ τών σταθερών νόμων τής φύσεως, ενώ ή 
ασθένεια προέρχεται έκ τοιαύτης η τοιαύτης εξωτερι- 
κής περιστάσεως, τυχαίας και διαβατικής. Δια τούτο 
ή υγεία η το άγαθον έστι διαρκέστερον της ασθενείας, 
η του κάκου. °Όθεν δυνάμεθα πάντοτε φεύγειν τούτο 
το κακόν, ει γινώσκομεν τάς προξενούσαςαύτο αιτίας. 
Αναμφιβόλως, ούτω δει έχειν και έπι τών ηθικών 
φαινομένων, άπερ νυν έχομεν υπ 5 όψιν. Προςπαθήσω- 
μεν λοιπόν άνακαλύψαι την άλήθειαν, ην ολό^ος ανα- 
κηρύττει, ευρεΐν την εν τν) αταξία κεκρυμμένην τάξιν, 
και τάς παράγωγους του τυχαίου κάκου αιτίας. Ποοσ- 
παθήσωμεν αύτο δια παντός καταστρέψαι μετά το3 
ύποστηρίζοντος αυτό σκεπτισμοΰ. Ζητήσωμεν και εύ- 
ρήσομεν. Ζητήσωμεν τίς έστιν η αιτία της εν τώ άν- 
θρωπίνω βίω αταξίας και τίς ή έν αύτώ κεκρυμμένη 
τάξις. 

Έν πρώτοις, πρέπει να έρωτηθώμεν τίς εστίν ή αί- 
τια της αταξίας, την οποίαν συχνάκις παρατηρουμεν έν 
τω σώματι ημών. Έναργώς, τοσώμάμου έχει χρείας, 
ας οφείλω τακτικώς να πληρώνω δια τών πληροί 



38 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

των οίύτάς αντικειμένων. Ει τά αντικείμενα των σω- 
ματικών χρειών ουκ εχομεν, ει πειρώμεθα αύτάς θε- 
ράπευσα ι δι' αντικειμένων άκαταλήλων, ή κατά των 
νόμων της υγείας, τότε θα έπέλθτ) η αταξία, ή 
νόσος η το σωματικον κακόν. Επίσης η πνευματική 
ημών φύσις, ώς ε'ίδομεν, έχει χρείας πολιτικάς, θρη- 
σκευτικάς και φιλοσοφικάς. °Όθεν, προς εκπλήρωσιν 
αυτών, όφείλομεν χρήσθαι άληθεΐ πολιτεία, άληθεΐ 
θρησκεία και άληθεΐ φιλοσοφία. Άλλ' ει τούτων στε- 
ρούμεθα, και, άντι των αληθών, ψευδέσι χρώμεθα 
και κακαΐς, τότε πρόδηλον, δτι θα πάθτ] το πνεύμα ο,τι 
πάσχει φυσικώς το σώμα. 'Όταν ουκ εχωμεν δια τίνος 
να πληρώσωμεν τάς αύτοΰ χρείας, ή όταν κακώς αύτάς 
πληρώμεν, τότε ή αταξία η το ηθικόν κακόν εσται ά'- 
φευκτον. "Ηδη η αιτία της αταξίας, την οποίαν ζητου- 
μεν, έγκειται εν τγ χρήσει της ψευδούς και κακής 
πολιτείας, της ψευδούς και κακής θρησκείας, της 
ψευδούς και κακής φιλοσοφίας. Τουναντίον δε, ή τάξις 
και ή αρμονία ευρίσκονται έν τη χρήσει τών αληθών. 
Άλλα, τί εστί φιλοσοφία; Τί εστί θρησκεία; Τί εστί 
πολ&τεία; και εις τί συνίσταται ή αλήθεια και το ψευ- 
δός εκάστης; Ταΰτά έστι τά ζητήματα, εις τά οποία 
όφείλομεν νά άσχοληβώμεν, αρχόμενοι άπο του πρώ- 
του: Τί εστί φιλοσοφία; 

Ει το ήμέτερον πνεύμα τά πάντα έγίνωσκε. και 
ούδεμίαν άγνοιαν είχεν, ούδέποτ' αν ήδύνατο φιλοσο- 
φείν. Επομένως, παρ 5 ήμΐν ουκ αν υπήρχε φιλοσο- 
φία. Ει δε εξεναντίας ήγνόει τά πάντα και ουδέν έγί- 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 39 

νωσκε, την αυτήν επίσης θα εΐχομεν συνέπειαν. Άλλα 
σημειωτέον, ότι κατά την πρώτην ύπόθεσιν ή φιλοσο- 
φία δεν υφίσταται ένεκα τελείας γνώσεως, δτι κατά 
την δευτέραν ωσαύτως αφανίζεται, ένεκα τελείας πά- 
λιν αγνοίας• Ούτω λοιπόν ή φιλοσοφία εστί δυνατή 
παρά τοις ταυτοχρόνως γινώσκουσί τε και άγνο- 
οΰσιν, δρος ούτος, έν ω κείται προφανώς δ άνθρω- 
πος. Ό θεός, τελείαν έχων γνώσιν, ου δύναται φι- 
λοσοφείν, ώς ημείς. Ωσαύτως ου δυνάμεθα νά ίδω- 
μεν φιλοσοφίαν μεταξύ των άλλων ζώων, επειδή, 
καί τοι αισθανομενα, άγνοοΰσι πάντα, και ούδεν γίνώ- 
σκουσιν. Άλλ* δ άνθρωπος ουδέποτε παύεται φιλοσό- 
φων επειδή γινώσκει και αγνοεί. Επειδή φύσει έφί- 
εται μαθεΐν δπερ αγνοεί, καί μόνος κέκτηται το προ- 
νόμιον του εύρίσκειν το άγνωστον διά του γνοοστου. 
Τώρα, ύποτιθείσης άναγκαίως της φιλοσοφίας γνώσιν 
έν ταυτω και άγνοιαν. έφιεμένης γινώσκειν το άγνω- 
στον, και δυναμένης αύτδ εύρίσκειν, δυνάμεθα νά όρί- 
σωμεν αυτήν ώς έπιστήμην όφείλουσαν βάδιζε ιν επι- 
στημονικώς εκ του γνωστού προς το άγνωστον. Άλλα 
τοιούτος δρισμδς εστί γενικός, ανήκων ου μόνον εις 
τήν φιλοσοφίαν, αλλά καί εις πασαν άλλην επιστή- 
μην. Επειδή, πάσα επιστήμη, πάντοτε αναχωρούσα 
έκ του γνωστού, οφείλει βαδίζειν προς το άγνω- 
στον, καί ουδέποτε δυνάμεθα παραδέξασθαι έν τη 
χώρα αυτής άλήθειαν, μή ταύτην δι 5 ετέρας αληθείας 
γνωστής καί παραδεδεγμένης ά::οδεικνύοντες. 'ΌΟεν, 
δ δοθείς ορισμός ουκ έστι κατάλληλος προς τδ ώρι- 



40 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

σμένον. Επομένως, όφείλομεν ζητησαι τον ιδίως εις 
την φιλοσοφίαν μόνην ανήκοντα. 

Έθέσαμεν, δτι πάντες ανεξαιρέτως γινώσκομεν και 
άγνοουμεν. Τούτου τεθέντος, όφείλομεν διακρίναι τί 
Ικαστος ημών γ&νώσκει και τί αγνοεί. 

Έν πρώτοις, γινώσκω την έμήν ΰπαρξιν και την 
του εξωτερικού κόσμου• δτι υπάρχω, και δτι ο εξωτε- 
ρικός κόσμος μετ'εμοΰ συνυπάρχει, τοΰτό ες-ι γνώσις 
δλως φυσική, της οποίας ουδείς ς-ερεΐται. Συγχρόνως ή 
έμη συνείδησις μαρτυρεί, δτι ουκ ειμί εγώ δ αίτιος της 
εμής υπάρξεως παρατηρών επίσης, δτι ούδε ο κόσμος 
εστίν αίτιος τ?}ς εαυτού. Τότε δ λόγος υπεράνω παντός 
πρόσκαιρου και έαυτω ανεπαρκούς δντος διατελών, μοι 
δίδει να εννοήσω την υπαρξιν δντος αναγκαίου και απο- 
λύτου, έαυτω επαρκούς και πασι τοις άλλοις. Ούτω, 
δυνάμει της συνειδήσεως μου, γινώσκω την ιδίαν υπαρ- 
ξιν, δυνάμει της εξωτερικής αντιλήψεως τ>ιν του κόσμου, 
και δυνάμει του λόγου την του Θεοΰ. "Ολοι οι άν- 
θρωποι εχουσιν εκ φύσεως την γνώσιν των τριών τού- 
των υπάρξεων, ας ου δυνάμεθα, να άρνηθώμεν, ούτε ν λ 
συγχύσωμεν, μη συναρνούμενοι το κΰρος τών ημετέρων 
διανοητικών δυνάμεων, ή μήσυγχέοντες αυτάς αυθαι- 
ρέτως, τουτέστι, μη θέλοντες είναι οία^ρο^ς. Άλλα 
τί έστι Θεός, τί εστίν άνθρωπος, τί εστί κόσμος, κατά 
τε την ούσίαν και την φύσιν αυτών; τίνες είσίν αι 
μεταξύ αυτών σχέσεις και αναφορά!• αι ένδς εκάστου 
δντος προς δλα τα άλλα, και δλων τών πραγμάτων 
μεταξύ αυτών; Ιδού τί αγνοώ και μετ' εμοΰν πάτες 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 41 

οι έμοι όμοιοι. Ιδού το μέγιστον πρόβλημα, το οποίοι 
ή φιλοσοφία μόνη πειράται να λύστ), και ουδεμία των 
άλλων επιστημών άξιοι τούτο ποίϊίσαΐ• Εντεύθεν δυνά- 
μεθα να δώσωμεν τνί φιλοσοφία ορισμον αποκλειστικώς 
αύτϊ} ανήκοντα, ορίζοντες αυτήν : έπιστήμην, ήτις προ- 
τίθεται την κατάληψιν και τελείαν έξήγησιν τοΰ 
παντός, ώς έπιστήμην, ήτις προτίθεται να διάλυση 
επιστημονικώς δλον το περικυκλουν, το ανησυχούν 
και πλήττον ήμας σκότος. 'Αλλ' ούτος ο ορισμός, καΊ 
τοι ών κατάλληλος προς το ώρισμένον, ουκ εστίν- 
δμως ακριβής. Επειδή, εάν ορί^ω^ζ^ την ίατρικήν, 
ώς έπιστήμην, ήτις σκοπεί τήν έξήγησιν τών αιτίων 
της υγείας και της ασθενείας, δηλον δτι ο ορισμός 
ουκ εστίν ακριβής, επειδή στερείται του αντικειμέ- 
νου της επιστήμης, δπερ εστί το ήμέτερον σώμα, 
χωρίς του οποίου, το προξενούν τήν ύγείαν η τήν ά- 
σθένειάν έςιν άκατανόητον, και χωρίς του οποίου αύτη 
ή ιδία επιστήμη ην αν αδύνατος. Ούτως ώρίσαμεν 
τήν φιλοσοφίαν έπιστήμην, ήτις προτίθεται να κατά• 
λάβη πάντα και να δώση λογοΊ περί παντός. 'Αλλ' 
έπι τίνος αντικειμένου ήδύνατο αν προσηλώσαι τήν 
έαυτης προςοχήν, ώς ή ιατρική έπι του ημετέρου 
σώματος, ίνα φθάσν] προς τον σκοπόν της • Έν άλλοις 
λογοις, επειδή ή φιλοσοφία έχει Ιδιον αχοπον, δια- 
φορον πάσης άλλης επιστήμης, οφείλει ωσαύτως 
εχειν ίδιον άντικείμενον, άνάλογον προς τον έαυτης 
οχοπον, ούτινος ουδεμία άλλη επιστήμη δύναται μετά- 
σχεΐν. Ποίον έστι λοιπόν το άντικείμενον τούτο; Τοΰτο 



42 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΪΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

θά ζητήσωμεν προς συμπλήρωσιν του ορισμού της φι- 
λοσοφίας τον οποίον έδώκαμεν. 

Φύσει γινώσκομεν, ώς ανωτέρω έθέσαμεν, την υπαρ- 
ξιν των τριών τούτων αντικειμένων, του κόσμου, του 
άνθροοπου και του Θεού. Στηριζόμενοι έπι της αρχικής 
ταύτης γνώσεως, δυνάμεθα νά ύποθέσωμεν την μεν 
η την δε εκ των έξης δύο υποθέσεων : η ή φιλοσοφία 
έχει ώς άντικείμενον εν των τριών τούτων ό'ντων, η 
έχει και τα τρία ο^ου. Έξετάσωμεν ήδη τάς δύο 
ταύτας υποθέσεις, την μίαν μετά την άλλην. 

Έσημειώσαμεν προηγουμένως, δτι το άντικείμενον 
της φιλοσοφίας οφείλει εχειν τους έξης ιδίους χαρα- 
κτήρας• 1ον άνήκειν αποκλειστικώς αύτνί μόντ)• 2<ν 
είναι ανάλογο ν προς τον σκοπό ν αυτής. Τα τρία γνω- 
στά αντικείμενα φέρουσι τους δύο τούτους χαρακτήρας ; 
Έν πρώτοις, έστιν έναργέστατον, δτι εκαστον αυτών 
ές-ιν άντικείμενον ιδιαιτέρας έπις-ήμης. Αι φυσικαΐ έπι- 
ςτίμαι,λόγου χάριν, μερίζονται άλλήλαις τον κόσμον.Ή 
φυσιολογία, η ψυχολογία, ή ηθική και ή λογική πραγ- 
ματεύονται περί του άνθρωπου. Καθ'δσον δ'άφορδ τον 
Θεον, αυτός εστίν ωσαύτως το άντικείμενον ιδιαιτέρας 
επιστήμης, τήν οποίαν καλοΰμεν θεολογίαν. Τώρα, εάν 
παραδεχθώμεν Ιν εκ τών αντικειμένων τούτων, ώς το 
της φιλοσοφίας, αυτή τότε θά συγχέηται μετά τών α- 
νωτέρω. Δεύτερον, ουδέν εξ αυτών ες-Ίν άνάλογον προς 
τον σκοπόν τής φιλοσοφίας• επειδή ούδεν τούτων δύ- 
ναται ήμΐν δούναι, ούτε τήν τελείαν γνώσιν εαυτού, 
ούτε τήν τών άλλων. Και ιδού ή άπόδειξις έν ολίγοις. 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 45 

Δια της εξωτερικής αντιλήψεως γινώσκομεν τήν 
ύπαρξιν του κόσμου, δια της συνειδήσεως την ημών 
αυτών, και την του Θεοΰ δια του λόγου• ος•ις άγει προς 
αυτήν ήμας έπερειδόμενος εις την μαρτυρίαν της συ- 
νειδήσεως. Ένασχολοΰντες τάς διανοητικάς ημών 
δυνάμεις, έκάστην προς το ίδιον άντικείμενον, ποι- 
ουμεν δύο τάξεις επιστημών : τάς φυσικάς έπιστή- 
μας και τάς μεταφυσικάς. Αύται μεν εχουσιν ώς άν- 
τικείμενον τον Θεον και τον πνευματικόν άνθρωπον 
έκεΐναι δε τον κόσμον και τον ύλικον άνθρωπον. 

Άλλ* ούτε αί φυσικαι έπιστημαι δύνανται δούναι 
την τελείαν γνώσιν του κόσμου, ούτε αί μεταφυσικαι 
την του ανθρώπου και του Θεού. Έκαστη τών ιδιαιτέ- 
ρων επιστημών άφίνει το άντικείμενον αύτης άνεξήγη- 
τον, και ουδεμία έχει διά τίνος νά έξασφαλίστ) την 
τελείαν γνώσιν τών άλλων. Έξάγομεν λαιπον, οτι ούτε 
ο κόσμος, ούτε ο άνθρωπος, ούτε αύτος ο Θεός δύνανται 
νάχρησιμεύσωσιν ώς ίδιον της φιλοσοφίας άντικείμενον 
διά τους ^ύο ίπομί^ους λόγους; 1ον Επειδή τά 
αντικείμενα ταΰτα τυγχάνουσι μεμερισμένα μεταξύ 
άλλων επιστημών. 2ον Επειδή ουδέν εξ αυτών αντα- 
ποκρίνεται ακριβώς προς τον σκοτζον της φιλοσοφίας. 
Έν τούτοις, ιζρος πλήρη σαφήνειαν προσθέτομεν τον 
έξης συλλογισμόν. Δύω έπις-ημαι, διά της φύσεως και 
του σκοπού αυτών διακεκριμέναε, ουδέποτε έχειν δύ- 
νανται το αύτο άντικείμενον. Τώρα, ή φιλοσοφία δια^ 
κρίνεται ακριβώς τών άλλων επιστημών διά της φύ- 
σεως, και του σκοζου της. λοιτ:^, το άντικείμενον αύ•* 



44 ΤΟ ΚΡ1ΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

της οφείλει να ηναι ωσαύτως διακεκριμένον και ούχ\ 
ταύτον τω άλλαις άνήκοντι. Ή φιλοσοφία θά έπραττε 
μεγάλην άδικίαν, προδίδουσα την ύψηλήν αυτής άπα- 
στολήν, εάν, αντί του ζητεΐν γενναίως το ίδιον άντι- 
κείμενον, έσφετερίζετο το των άλλων. Εντεύθεν αναμ- 
φιβόλως ου συνάγομεν, δτι ή φιλοσοφία δεν έχει περί 
των άλλων αντικειμένων νά άσχολήται• τουναντίον, έ- 
χει το δικαίωμα του πάντα θεωρεΐν και πάντα εξετάζει, 
ώς σκοπούσα την κατάληψιν πάντων. Όφείλβι δμως ινα 
μή κατά μέρος άφήσν) το ίδιον άντικείμενον, και άπα- 
τηθ?) βαρέως, θεωρούσα τι άλλο άντικείμενον, ώς ει 
ην τούτο ιδίως το εαυτής, δφείλουσα μιμεΐσθαι ενταύθα 
την ίατρικήν ήτις, καίτοι σπουδάζουσα τα αντικείμενα 
άλλων φυσικών επιστημών, εντεύθεν ου παύεται κρα- 
τούσα το ίδιον, και δεν άπαταται, λαμβάνουσα άντι 
τούτου εκείνα. 

Κατά την δευτέραν ύπο'θεσιν, δύναται η φιλοσοφία 
τρισιν δμοΰ άντικειμένοις χρήσθαι, ώς τω αυτ5} απο- 
κλειστικώς άνήκοντι ; Έκ πρώτης δψεως φαίνεται τούτο 
αδύνατον. Επειδή, ει ουδέν των τριών αντικειμένων 
ιδίως τ?5 φιλοσοφία ανήκει, πώς τούτο εσται δμοΰ 
τα τρία ; Τούτο έστιν άντίφασις προδηλοτάτη, λέγειν 
ένθεν μεν δτι ούτε δ κόσμος, ούτε ο άνθρωπος, 
ούτε δ Θεδς εισι τδ κύριον της φιλοσοφίας άντι. 
κείμενον, ένθεν δε δτι δ κόσμος, δ άνθρωπος και 
δ Θεδς, δμοΰ τά τρία εστί το άντικείμενον της φιλοσο- 
φίας. Έπειτα, πώς επιστήμη τις δύναται εχειν τρία 
αντικείμενα, ών Ικαστον έναργώς εις άλλας ανήκει > 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 45 

Κατά την ύπόθεσιν ταύτην, η φιλοσοφία εξαφανίζεται 
ολοτελως. Διότι, τότε ύπο το όνομα της όφείλομεν 
έννοεΐν, ούχι πλέον μίαν έπιστήμην, άλλα πάσας ομού. 
Ποιον έστι λοιπόν το άντικείμενον της φιλοσοφίας, 
ειμή τουτό έστιν ούτε ο Θεός, ούτε ο άνθρωπος ούτε 
ο κόσμος, ούτε έκαστο ν αύτων ιδίως, ούτε δλα ομοΰ ; 
Ουδέν άλλο εχομεν έπι του προκειμένου να συμβου- 
λευθώμεν ή τον λόγον. Έν πρώτοις, άκούσωμεν την 
φωνήν αύτου, ην ευρίσκω έκπεφρασμένην έν τω αύτω 
έγχειριδίω, δπερ άνωθι έμνημδνευσα. Μδού αύτη. 

« Τω δντι, έάν ύπάρχωσι μεταξύ των πραγμά- 
των αληθείς διάφορα ι, τάς οποίας ο χωρι- 
σμός των επιστήμων αναδίδει στηριζόμενος έπ' αυτών, 
ύπάρχουσιν ωσαύτως μεταξύ όλων των δντων αύτου 
του σύμπαντος σχέσεις στενά! και βαθεΐαι, ας ή διαί- 
ρεσις των αναζητήσεων εξαλείφει ή υποκρύπτει. Ό 
κόσμος ούκ εστίν άθροισμα μη συναφές τμημάτων δια- 
φωνούντων έστι σΌΊθ\οΊ τι ώργανισμένον, του οποίον 
εκαστον μέρος συνδέεται μετά των άλλων, και ένθα 
ομού πάντα εκ μόνης μιας αρχής εξαρτώμενα, συμ- 
πορεύονται προς Ιν κοινον τέλος μετά τίνος θαυμας-ής 
συμφωνίας.» Και ολίγον έπειτα «Υπεράνω πάσης ι- 
διαιτέρας επιστήμης το άνθρώπινον πνεύμα συλλαμ- 
βάνει έπιστήμην κυρίαν, ης ή λειτουργία ην αν πάρα- 
στήσαι διά της ανωτέρας ένότητος της ιδίας αυτής 
έπόψεως την ενότητα του κόσμου, και ήτις ώφειλεν 
αν τη αξία και υπεροχή του εαυτής αντικείμενου το 
μοναδικον προνόμιον του δεσπόζειν πάσης άλλης, εξ 



46 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

έξ ουδεμίας αυτών ουδόλως εξαρτώμενη. Αναντιρρήτως 
ή ιδέα τοιαύτης επιστήμης ενυπάρχει εις το άνθρώπινον 
πνεύμα. Το άνθρώπινον πνεύμα εννοεί καθαρώς την α- 
πόλυτον αύτης ανάγκην, θεωρεί αυτήν δυνατήν, κατε- 
χόμενον άκαμάτως υπό της ζεούσης εφέσεως του άπο- 
κτησαι αυτήν.» 

Προσπαθήσωμεν ήδη να σαφηνίσωμεν την φωνήν 
ταύτην, και ορθώς αυτήν να μεθερμηνεύσωμαν. 

Ή ημετέρα συνείδησις, καθώς εϊδομεν, φύσει γινώ- 
σκει τήν ύπαρξιν τών τριών τούτων αντικειμένων : 
γουν ; του Θεού, του ανθρώπου και του κόσμου, δια- 
κρίνουσα ταΰτα διά τών χαρακτήρων του ε ν δ ε χ 
μ έ ν ο υ και του απόλυτο υ, του εγώ και του 
μ ή έ γ ώ, τά 4 οποΐα δεν δυνάμεθα να συγχύσωμεν. 
5 Αλλ* ένώ διακρίνομεν τα τρία ταύτα αντικείμενα πάρα- 
τηροΰντες τάς έπαισθητάς αυτών διαφοράς, συγχρόνως 
ειδοποιεί ήμας δ λόγος, ότι μεταξύ αυτών υπάρχει 
στενός τις σύνδεσμος, συνεχών ταύτα και συγκρατών, 
παρά τάς διαφοράς αυτών, εν αρμονία τελεία. Και 
τούτο, νομίζω, δηλοΐ το χωρίον όπερ άνέγνωμεν: «Έάν 
ύπάρχωσι μεταξύ τών πραγμάτων αληθείς διαφοραί... 
'Χπάρχουσιν ωσαύτως μεταξύ όλων τών όντων αύτοΰ 
του πσ,Ίτος σχέσεις ένδότεραι και βαθεΐαι». 

"Αλλως, ού δυνάμεθα νά έννοήσαψεν τον σύνδεσμον 
μεταξύ δύο ή πολλών αντικειμένων, μη συνεννοουντες 
άλλο τι άντικείμενον συνδέον αυτά προς άλληλα. Ού- 
τω, λόγου χάριν, έάν εννοώ το κατηγορούμενον και το 
ύ7*οκείμενοντης προτάσεως, συνηνωμένα, τούτο γίνεται 



ΤΟ ΚΡ1ΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 47 

δυνάμει του ρήματος, ου χωρίς, ο σύνδεσμος θά εξέλι- 
πε• Τώρα, δεσμού κατ 3 ανάγκην υπάρχοντος μετα- 
ξύ Θεοΰ, ανθρώπου και κόσμου, υπάρχει άναγκαίως 
δν τα τρία ταύτα συνδέον. Ούτως ο λόγος αποκαλύ- 
πτει την ύπαρξιν αντικειμένου, το οποίον διακρίνε- 
ται του Θεού, του ανθρώπου και του κόσμου δια 
χαρακτηρος, του οποίου ήίδιδτηςσυνίς-αταιείς τδσυνέ- 
χειν εν αύτώ και φέρειν μεταξύ αυτών την ενότητα, την 
τάξιν και την άρμονίαν. Τούτο δ' εστί κυρίως το άν- 
τικείμενον της φιλοσοφίας : 1°ν. Επειδή ουδεμία επι- 
στήμη έχει τοιαύτην άξίωσιν. 2 ον . Επειδή αύτο μδνον 
εγγυάται τήν τελείαν γνώσιν δλων των πραγμάτων 
και ακριβώς ανταποκρίνεται προς τον σκοπδν τ7\ς φι- 
λοσοφίας. Τω δντι, ή κατάληψις και έξήγησις δλων 
των δντων εξαρτάται προφανώς εξ εκείνου το οποίοι 
αυτά συνδέει, δεικνύον εν αύτώ πάσας τάς μεταξύ αυ- 
τών υπάρχουσας σχέσεις και αναφοράς. Ούτως ερμη- 
νεύω το έξης χωρίον, ανωτέρω διαληφθέν. 

« ΊΓπεράνω πασών τών ιδιαιτέρων επιστημών 6 
ανθρώπινος νους συλλαμβάνει έπιστήμην κυρίαν, ης γ; 
λειτουργία ην αν παραστησαι δια της ανωτέρας ένδ- 
τητος της ιδίας έπδψεως τήν ενότητα του χοσμου, και 
ήτις ώφειλεν αν τ^ αξία και τγ υπεροχή του εαυτής 
αντικειμένου το μοναδικδν προνδμιον του δέσποζε ιν 
πασών τών άλλων, έξ ουδεμίας αυτών ού^όλίύς εξαρ- 
τώμενη». 

Πάντως, ίνα εννοήσωμεν υπεράνω πασών τών άλ- 
λων επιστημών έπιστήμην κυρίαν, εστίν ανάγκη να. 
εννοήσωμεν ωσαύτως υπεράνω πάντων τών άντικει- 



48 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

μένων, άπερ άλλήλαις μερίζονται αί άλλαι έπιστήμαι, 
άντικείμενον ίδιον και άνάλογον προς την άνωτέραν 
ταύτην έπιςήμην, άντικείμενον παρις-άνον την ενότητα 
του κόσμου, δυνάμενον να δώστ) περί αύτου λόγον, 
άνευ τ9|ς συνδρομής άλλου. Τότε, η τοιούτον άντικεί- 
κείμενον κατέχουσα επιστήμη, κέκτηται πραγματικώς 
το προνόμιον του δεσπόζειν πασών των άλλων, ύπο μη- 
δεμιας μηδόλως εξαρτώμενη. Ή φιλοσοφική ημών φύ- 
σις άπαιτεΐ άναγκαίως τήν ύπαρξιν τοιούτου τίνος αν- 
τικείμενου. Ό λόγος αυτήν έπιβεβαιοΐ, καθώς τήν του 
θεού. Λοιπόν, ουδέν άλλο έχομεν ή να άσπασθώμεν 
αύτο και να όνομάσωμεν, όπως συμπληρώσωμεν τον 
προκείμενον ορισμόν. 

Πώς πρέπει να όνομάσωμεν αύτο το άντικείμενον 
δπερ άνεγνωρίσαμεν εις τήν φιλοσοφίαν ; Ει τα ονό- 
ματα προς τήν φύσιν τών πραγμάτων συνάδειν όφεί- 
λουσι, τότε πρέπει να όνομάσωμεν αύτο κατά τήν φύ- 
σιν αύτου. Το άντικείμενον της φιλοσοφίας εστίν άν- 
τικείμενον, ου τήν υπαρξιν ύποθέτουσιν όλα τα οντά, 
διότι, ειμή τούτο υπηρχεν, ουδέν τών ό'ντων ήδύνατο αν 
ύπάρχειν, μηδέ του Θεοΰ εξαιρουμένου. Ένεκα λοιπόν 
αύτου τουχαρακτηρος, όφείλομεν αύτο όνομάσαι ά λ ή- 
θειαν τών αληθειών ή απόλυτον άλήθειαν. 
Άλλα, της αληθείας ταύτης έξηγούσης τά^πάντα, και 
περί πάντων δυναμένης λόγον διδόναι, δια τούτο δυνά- 
μεθα νά όνομάσωμεν αυτήν ωσαύτως \*ο γ ο ν τών 
λόγω ν,ή καθολικον λόγον. Τονκαθ ο- 
λικό ν τούτον λ 6 γ ο ί ο ημέτερος λόγος εννοεί 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 49. 

αιωνίως μετά του Θεοΰ συνυπάρχοντα,και ούΐίτ.οτζ απ* 

αύτοΰ χωριζομενον. Ή ιδέα τούτον του λόγου, ον 
ύπεόείξαμεν, έγκειται εν τη του Θεού ιδέα• εις τρόπον 
ώστε δυνάμεθα να έξάξίομεν έκείνην εκ ταύτης• δυνά- 
μεθα, στηριζόμενοι έπι της υπάρξεως του Θεοΰ, ν 5 ά- 
ποδείξωμεν ετι άπαξ την άναγκαίαν υπαρξιν του κα- 
θολικού λόγου. 

Είπομεν προηγουμένως οτί γινώσκομεν την ημετέ- 
ραν υπαρξιν και την του εξωτερικού κόσμου/Ότι εγώ υ- 
πάρχω, και ότι ο εξωτερικός κόσμος μετ'έμοΰ συνυπάρ- 
χει, τούτο γνώσίς έστιν όλως φυσική, τ?}ς οποίας ου- 
δείς στερείται. "Συγχρόνως ή συνείδησίς μου έπιμαρτυ- 
ρεΐ ότι ουκ ειμί εγώ του εμοΰ όντος ο ποιητής• παρα- 
τηρώ δε επίσης ότι ούτε ό κόσμος έποίησεν εαυτόν. Τότε 
ο λόγος, υπεράνω παντός ενδεχομένου και ανεπαρκούς 
έαυτω όντος, μοι δίδει να εννοήσω την υπαρξιν όντος 
αναγκαίου και απολύτου, επαρκούς έαυτω και πασι 
τοις άλλοις ουσι φύσεως ενδεχομένης. Άλλ' ο Θεός. 
επαρκεί έαυτω, ιδού έ'κφρασις ισοδυναμούσα τη έπομέ- 
ν?) : ό Θεός έχει εν έαυτω τον λόγον της υπάρξεως 
της φύσεως και της ζωής αυτού. Ωσαύτως, ό Θεός 
επαρκεί πασι τοΙς άλλοις, ισοδυναμεί τη : ο Θεός δί- 
δει την υπαρξιν, την φύσιν και την ζωήν πασι τοις άλ- 
λοις ουσι δια του έαυτοΰ λόγου• ή όπερ έστι ταυτόν, 
όλα τα όντα όφείλουσι την υπαρξιν, την φύσιν και την 
ζίοήν αυτών εις τον λόγον του Θεού. "Αρα ο αυτός 
έστι λόγος, εις τον Ό~οϊοί Ό Θεός, ό άνθρωπος, ό κό- 
σμος, όλα τα όντα όφείλουσι τό είναι, την φύσιν, την 

4 * 



50 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

ζωήν. Ει εξ υποθέσεως έστεροΰντο του λόγου τού- 
του, ει μή ούτος ύπήρχεν, ούτε ο Θεός, ούτε ο άνθρω- 
πος, ούτε ο κόσμος, ούτε τι έτερον ήδύνατο αν ύπάρξαι. 
Νΰν,πάντα ταύτα υπάρχει. Κατά μείζονα λοιποί λόγον, 
ο καθολικός λόγος, ο απόλυτος λόγ ος, ο 
ων η βάσις, ο δεσμός, το αγαθόν αυτών, οφείλει ωσαύ- 
τως ύπάρχειν. 

"Ήδη, νομίζω, ούδενος στερούμεθα προς συμπλήρω- 
σιν του ορισμού της φιλοσσφίας. Ή φύσις, ο σχοπος, 
το άντικείμενον αυτής, όλα απεδείχθησαν. Τί εστί λοι- 
πόν φιλοσοφία ; Ή επιστήμη τής απολύτου αλη- 
θείας, του καθολικού λόγου, δι* ου ποτέ αύτη 
δυνήσεται να καταλάβη και να έξηγήστ) τα πάντα• η 
επιστήμη, ήτις θά εξαντλήστ) την έπιθυμίαν του ειδέ- 
ναι, πληρούσα αυτήν τελειότατα. 

Εις τον ορισμον τουτοΊ εχομεν προσθεΐναι τάς εξής 
παρατηρήσεις : 

Ή φιλοσοφία διακρίνεται των άλλων επιστήμων, 
ου μόνον διά τε τής φύσεως, του σκοπού και του ιδίου 
αυτής αντικειμένου, άλλα προςέτι, διότι απ 5 αρχής ου 
κατέχει το άντικείμενον αυτής, όφείλουσα να το ζη- 
τήστ], ενώ εκάστη των άλλων επιστημών κατέχει το 
εαυτής, ενασχολούμενη εις το έξετάζειν και μελεταν 
αύτο, όπως αύτο καλώς έννοήστ]. Το άντικείμενον τής 
φιλοσοφίας εστίν αυτή ή σοφία, ή αύτοσοφία. Κατά 
πρώτον, ή σοφία αυτή ές-ι κεκρυμμένη* και διά τούτο 6 
άφιερούμενος εις τήν εύρεσίν της καλείται φιλόσοφος, 
ή δε ικέΟο^ος } δι 5 ης αυτήν ζητεί, φιλοσοφική έπιστή- 



ΤΟ ΚΡ1ΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 51 

μη. Και εντεύθεν πολλάκις έμέμψαντο την φιλοσοοίαν, 
ως έπιστήμην μη εχουσαν άντικείμενον, ώς έπιστή- 
μην άτοπον και άπατηλήν. Άλλ' αύτη καλώς ήδύνα- 
το άπαντήσαι τοίς εξ άγνοίζς ύβρισταΐς αυτής καΐ 
συκοφάνταις, λέγουσα προς αυτούς. «Όμολογώ, οτ& 
δεν κατέχω εισέτι το άντικείμενον μου, καθώς αι άλλαί 
έπις-ήμαι κατέχουσι το εαυτών. Ζητώ αυτό, και καλού- 
μαι μετριοφρόνως φιλοσοφία/Αλλά το άντικείμενον μου 
υπάρχει, εστε βέβαιοι• έπειδή,εϊπερ άλλως ειχεν, ύμεΐς 
οι εξ αγνοίας διαβάλλοντές με ούκ αν ύπήρχετε. Κα- 
λώς γινώσκω, ότι το άντικείμενον μου υπάρχει, όν το 
εύγενέστερον, το τιμιώτερον, το ώραιότερον, το μάλ- 
λον άξιον της ημετέρας αγάπης. Ή ζήτησις αύτοΰ, 
μετά της γλυκείας ελπίδος του εύρείν αυτό, αρκεί μό- 
νη να καταστήστ] μακάριο ν τον υπό της αγάπης αύτοΰ 
φλεγομενον. » 

Ή φιλοσοφία εκ φύσεως έχει δύο ιδίας λειτουρ- 
γίας• 1 ον ζητησαι το άντικείμενον αυτής, η άνυψω- 
θηναι εις την απόλυτον αλήθεια ν, διερχόμενη 
τάς μερικάς αληθείας• 2^ έννοήσαι την αρχήν αύτης 
μετά πάσης ακριβείας, δπως δι' αυτής δυνηθή επιστη- 
μονικώς νά έξηγήστ) όλα τα άλλα. Ή μεν πρώτη συνί- 
στησι την έπιστήμην της μεθόδου, ή τήν κυρίως φίλο- 
σοφίαν. Ή δε δευτέρα συγκροτεί τήν έπιστήμην της 
σοφίας, τήν καθιστώσαν τον θεράποντα αυτής σοφόν, 
ούχι φιλόσοφον, ώς ή πρώτη δια της μεθόδου και της 
έρεύνης. Πριν ή έξαντλήσωμεν τήν πρώτην λειτουρ- 
γίας φανερόν ότι δεν πρέπει νά θίςωμεν τήν δευτεραν. 



■52 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

"Άτοπον δε το πειρασθαι λόγον επιστημονικόν διδόναι 
περί παντός τον την απόλυτον άλήθειαν άγνοοΰντα,τόν 
μη κατέχοντα τον έ ξ η γ η τ ικον του σύμπαντος 
λ ό γ ο ν.Έπειδή,παραγνωρισθείσης της τάξεως ταύτης 
Ιν τ9) σπουδή της φιλοσοφίας, έγεννήθησαν τόσαι πλά- 
ναι και τόσα ψευδή συστήματα, ων ένεκα ου δυνάμεθα 
κατηγορήσαι τον λόγον, ει σωφρονοΰμεν. Ή πλάνη 
-προέρχεται πάντοτε εκ της αυτής αίτιας. Προέρχεται 
έκ του πνεύματος του σκεπτόμενου έκτος του λόγου 
και παρά λόγον. Ουκ εστίν οιαδήποτε πλάνη, ην ου 
δυνάμεθα να άνάξωμεν εις την αίτίαν ταύτην έξε- 
ναντίας ουδεμία υπάρχει, την οποίαν δύναται τις να 
δείξ?) ώς εκ του λόγου προερχομένην. Τούτου οντος, 
η πληθύς των πλανών, είτε των φιλοσόφων, είτε ό- 
λων των άλλων, μακράν του αμαύρωσα ι την λαμπρό- 
τητα του λόγου, μακράν του καταστήσαι ΰποπτον και 
άμφίβολον αύτοΰ το κύρος, έπαυξάνουσι μάλιστα την 
τιμήν του. Επειδή, ΐνα καλώς εκτιμήσω την άξίαν αυ- 
τού και την δύναμιν, ι να καλώς αποδείξω, ότι ο λόγος 
εστίν ο πλέον αλάνθαστος, ο πλέον νόμιμος οδηγός εν 
τ?ί ζω?ί ημών, αρκεί απλώς νά παρατηρήσω, ότι έγκα- 
ταλείπων αυτόν, είτε εν τη πράξει, είτε εν ίύ\ θεωρία, 
αμέσως πίπτω εις το κακόν καΐ εις την πλάνην. Άρα, 
προς αποφυγήν αμφοτέρων οφείλω νά σέβωμαι τον λό- 
γον, νά τιμώ αυτόν και αύτώ μόνω νά πείθωμαι. Λό- 
γε ! Θείε Λόγε ! εις σε όφείλομεν τον ορισμόν της φι- 
λοσοφίας και την διάκρισιν της αληθούς από τών ψευ- 
δών εις σε όφείλομεν την αιτιολογίαν της αταξίας, 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗ2 ΑΑΗΘΕΙΑ2. 5£ 

ήτις ημάς προςβάλλει εκ πρώτης δψεως, παρατη- 

ροΰντας το παρόν και το παρελθόν. Εις σε λοιπόν έμ- 
πιστευόμεθα δια παντός• ύπο την σήν όδηγίαν έρχόμε- 
θα νυν να ζητήσωμεν τι έστι θρησκεία, τις έστιν η α- 
ληθής θρησκεία, και τίνες εισιν αϊ ψευδείς. 

Καθώς εχομεν συνείδησιν της ημετέρας γνώσεως 
και άγνοιας, ουτοος εχομεν συνείδησιν της ελευθερίας 
ημών και της ευθύνης των ημετέρων έργων. Έκαστος 
χαρακτηρίζει τάς εαυτού πράξεις και τάς των άλλων 
εις καλάς και κακάς, κρίνων εν έαυτώ, ότι εστίν άξιος 
επαίνου και ανταμοιβής, η τιμωρίας και καταφρο- 
νήσεως, καθ' ην έχει συνείδησιν των καλών η κακών 
αύτοΰ πράξεων. Ελευθερία, ευθύνη, αξία, απαξία, 
ταύτα πάντα ύποθέτουσιν άναγκαίως δικαιοσύνην 
αίωνίαν και δικαστήν δικαιότατον, δς εστίν αυτός 
ο Θεός, ο άποδώσων έκάστω κατά τα έργα αύτοΰ. 
• 'Ότι έσμέν ελεύθεροι και δια τα έργα ημών υπεύθυ- 
νοι• δτι η ηθική τάξις απαιτεί την άμ.οιβήν του κα- 
λοί! και την τιμωρίαν του κακοΰ κατά τον αίώνιον της- 
δικαιοσύνης νόμον ότι ή εφαρμογή του νόμου τούτου 
εξει-χώραν εν τινι ζωή μελλούσν;, ταΰτα έστι πεποι- 
θήσεις, ας, όλα τα σοφίσματα, όσω επιτήδεια και αν 
ώσιν, ουίίποτζ δυνήσονται έξαλείψαι εκ της ανθρωπι- 
νής καρδίας, ως υπό πής συνειδήσεως και του λόγου 
μαρτυρουμένας και κυρουμένας. Προς δε, αύτη ή 
ιδία συνείδησις έπιμαρτυρεΐ' ότι έσμέν ένοχοι ενώπιον 
της δικαιοσύνης του Θεοΰ, και ό λόγος δίδει εις ήμας 
νά κρίνωμεν, ότι ουκ εχομεν έλπίσαι μέλλον μακάριον. 



54 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 

'Εάν φοβώμεθα τον θάνατον, τούτο δεν προέρχεται εκ 
της ιδέας ότι θα άπολέσωμεν την ήμετέραν ΰπαρξιν 
ουχί• άλλα διότι μέλλομεν παραστηναι ενώπιον κριτη- 
ρίου δικαιοσύνης αλάνθαστου, ενώπιον χρηοΰ αδυσώ- 
πητου. Ιδού τι φοβούμεθα απέναντι του θανάτου. Και 
τούτου άπόδειξις, ότι ο θάνατος ουκ εστί φοβερός, όταν 
7) συνείδησις μαρτυρά την καθαρότητα και άθωο'τητα 
της ημετέρας καρδίας. Εντεύθεν φύσει φερόμεθα εις 
το ζητειν το μέσον του άποφυγεΐν την περιμένουσαν 
•ημάς ποινήν. Έπιθυμουμεν την άφεσιν των αμαρτιών 
ημών και την είρήνην μετά του Θεού, ου περ ό ηθι- 
κός νόμος δν ήθετήσαμεν, αδιαλείπτως ημάς άπειλεΐ- 
Έκ της επιθυμίας ταύτης γεννάται ή θρησκεία κα- 
θώς ή φιλοσοφία εκ της επιθυμίας του είδέναι. Άμφο'• 
τεραι άπορρέουσιν εκ του βάθους τής συνειδήσεως• 
άμφότεραί είσιν επίσης νόμιμοι, και υπό του λόγου 
κεκυρωμέναι (δεδικαιωμέναι). Λοιπόν, πολεμ,εΐν την 
θρησκείαν εν ονόματι της φιλοσοφίας, η την φιλο,σο- 
φίαν εν ονόματι της θρησκείας, εστί παραγνωρίζειν 
την άνθρώπινον φύσιν, έστι πράττειν εναντίον του 
λόγου και της συνειδήσεως, έστι το μέγιστον των 
εγκλημάτων. Ό λόγος επιτρέπει, ή μάλλον ειπείν, 
παραγγέλλει να πολεμώμεν τάς ψευδείς φιλοσοφίας 
και τάς ψευδείς θρησκείας εν ονόματι των αληθών, 
υπόχρεων, ήμας άναγνωρίζειν τα δικαιώματα της 
άληθοΰς φιλοσοφίας και τα της αληθούς θρησκείας, 
ώς επίσης ιερά, και απαραβίαστα, συνυποχρεών ήμας 
εις το αγαπάν και ύποστηρίζειν άμφότερχ. Άλλα τίς 



ΤΟ ΚΡ1ΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 55 

εστίν η αληθής θρησκεία; Τοΰτο ερχδμεθα να άποδεί- 
ξωμεν δια της αυτής [ΐζΰοΰου, τήν οποίαν ήκολουθή- 
σαμεν προς το δρίσαι την αληθή φιλοσοφίαν 

Ή φιλοσοφία, καθώς εΐδομεν, έχει ώς σκοπδν την 
τελείαν κατάληψιν δλων των όντων ο σκοπός ούτος, 
δςτις εστί το τελικδν αυτής αίτιον, ανταποκρίνεται 
καλώς προς την έπιθυμίαν του είδέναι, ήτις εστί το 
κινητικόν αυτής αίτιον. Άλλ' ούτε το εν, ούτε το άλ- 
λο ποιουσι την φιλοσοφίαν αληθή• αληθή δε ποιεΐ αυ- 
τήν μόνον το άντικείμενον αυτής, δπερ έκαλέσαμεν 
απόλυτον αλήθεια ν, λ δ γ ο ν κ α θ ο λ ι κ δ ν. 
"Αφελε άπ'αύτής αύτδ το άντικείμενον, άφες αυτήν εν 
τγ επιθυμία και τω σκοπώ αυτής, και δψει τότε αυτήν 
άτοπον και γελοίαν, δψει αυτήν πολλαπλήν, άνευ ένδ- 
τητος, εν αταξία, εν άντιφάσει, εν διαμάχη• ένί λδγω 
δψει αυτήν ψευδή. Δια τούτο, ουδέποτε παύσομαι θαυ- 
μάζων τους λόγους τούτους του Πλάτωνος : ((Εις τήν 
άλήθειαν οφείλει ή επιστήμη τήν αγαθότητα, τήν καλ- 
λονήν και τήν ώφέλειαν αυτής.» 

Επίσης, ή θρησκεία έχει ώς σκοπδν τήν καταλλα- 
γήν του αμαρτωλού ά\θρώπου μετά του δικαίου Θεού, 
οκοπον δλως άνχλογον προς τήν έπιθυμίαν τής αφέ- 
σεως των αμαρτιών ήμών.Άλλ' το καταστήσον αυτήν 
αληθή, ουκ εστίν, ούτε ή επιθυμία ήτις εστί το κινητι- 
κόν αυτής αίτιον, ούτε ο άκοπος δςτις εστί το τελικδν 
αυτής αίπον. Τι λοιπόν εσται ; Το άντικείμενον αυτής, 
τουτέστι το μέσον δι' ου θα φθάστ] προς τον σκοπδν 
της, και θα ίκανοποιή*/) τήν χρείχν της.Έάν του άντι- 



£6 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΙ12 ΑΛΗΘΕΙΑΣ 

κειμένου τούτου στερηται, ή εάν βλέπωμεν αυτήν μο'~ 
νον μετά της επιθυμίας και του σκοπού αύτης, εσται 
εν τ5) αύτνί προς την φιλοσοφίαν κατηγορία,ήτις ούγι- 
νώσκει το εαυτής άντικείμενον. Άλλα το άντικείμενον 
της άληθοϊίς θρησκείας δύναται είναι διάφορον και δια- 
κεκριμένον του της αληθούς φιλοσοφίας• Ουχί. Και 
εχομεν ισχυρούς λόγους, ίνα νομίζωμεν αύτο ταυτο'ν : 
4°ν Ουκ εχομεν και ου παραδεχόμεθα η μίαν ά π ο'λυ- 
τον αλήθεια ν, ένα λογον καθολικό ν, 
ου χωρίς, ουδέν δύναται είναι αληθές και νόμιμον. Ε- 
πειδή κατά Πλάτωνα εις αύτον μόνον (τον λογον) ολα 
τα πράγματα χρεωστοΰσι τήν αγαθότητα τήν καλ- 
λονήν και τήν ώφέλειαν αυτών. Πώς λοιπόν ή θρησκεία 
ώφειλεν αν τάς εαυτής εις έτερον τι άντικείμενον 
Ύΐ τον λογον ; 2° ν Ό χαρακτήρ του καθολικού 
λόγου, εστί παράγειν εν ολω τω σύμπαντι τήν ένο'- 
τητα, τήν τάξιν και τήν άρμονίαν εςΊ συνδέειν εν έαυτώ 
τον Θεον, τον ά'νθρωπον και τον κο'σμον,δεικνύειν πάσας 
αυτών τάς αναφοράς και πάσας αυτών τάς σχέσεις. 
Άλλως, ή θρησκεία προτίθεται νά επαναφέρε μεταξύ 
του αμαρτωλού ανθρώπου και του δικαίου Θεοδ τήν 
ενωσιν, τον άρμονίαν και τήν είρήνην. Πώς αν ηδύ- 
νατο τούτου έπιτυχεΐν άνευ του αναγκαίου μεσίτου, 
μή έχουσα ώς άντικείμενον την πηγήν αυτήν της ενώ• 
σεως, της αρμονίας και της ειρήνης ; Ό Θεός άποδε- 
ξεταί ποτέ καταλλαγήν παρά τον λόγον αύτου; Έπε- 
ται λοιπόν άναγκαίως, δτι το άντικείμενον της αλη- 
θούς θρησκείας έςιταύτόν τω της αληθούς φιλοσοφίας• 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑ2. 87 

Τώρα, εϊτις ήμδς ερωτήσει : Τι εστίν η αληθής 
θρησκεία, δυνάμεβα/κατά τε τήν φύσεν, τον σκοπόν και 

το άντικείμενον αύτ9}ς, ορίσαι αυτήν : έπιστήμην ήθι- 
κήν, καταλλάττουσαν τον άμαρτωλον άνθρωπον προς 
τον δίκαιον Θεον, δυνάμει της απολύτου αλη- 
θείας, του καθολικού λογού. "Οθεν συνά- 
γομεν ότι ψευδείς θρησκεΐαί είσιν έκεΐναι, αΐτινες ουκ 
εχουσιν ώς άντικείμενον του Θεοΰ τον λόγον- 

Τί εστίν αληθής φιλοσοφία, και τί εστίν αληθής 
θρησκεία* χάρις τω λόγω και ττ) συνειδήσει έδρο{ΐΛΜ 
άμφοτέρας• εξ ων παραβαλλομένων δυνάμεθα συναγα- 
γειν τάς ακολούθους συνεπείας ; 

1 ον. Ή φιλοσοφία και ή θρησκεία, και τοι δύο πράγ- 
ματα λίαν διάφορα και λίαν διακεκριμένα- ώς εκ της 
εαυτών φύσεως και του άκοπου^ άμφο'τεραι όμως εχουσι 
το αυτό άντικείμενον, άμφότεραί είσι προϊόν της αν- 
θρωπινής φύσεως, και άμφο'τεραι είσιν ήμΐν ωφέλιμοι. 

2<>ν. Ή αληθής φιλοσοφία και ή αληθής θρησκεία, 
έκαστη πιστή εις τήν εαυτής φύσιν και τον εαυτής 
σκοπόν, οφείλουσιν είναι άναγκαίως εν αρμονία και εν 
είρήντ]. Και γαρ άμφότεραί εχουσι το αύτο ύποκείμε- 
νον, τον άνθρωπον, και άμφότεραί το αύτο άντικείμε- 
νον, τήν απόλυτον αλλ ή θεια ν, τον κ α θ ο λ ι- 
κ ο ν λ ό γ ο ν. 

3ον. Αι ψευδείς φιλοσοφίαι κα ,/ιψευδείς θρησκεΐαί, 
άναγκαίως άντιτασσόμεναι .ταΐς άληθέσι, πάντοτε ωσ- 
αύτως αντιμάχονται και άντιφάσκουσι προς άλλήλας 
και προς έαυτάς. 



58 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑ2. 

4 ον • Ει τις εκ των ύπαρχουσών επί γης θρησκειών, 
υπάρχει κατέχουσα ως άντικείμενον τον καθολικόν 
λόγο ν, αυτήν τ ή ν αλήθεια ν, αυτή μόνη οφεί- 
λε να κηρυχθή ώς ή μόνη αληθής θρησκεία. 

5 ον • Γνωστού όντος του αντικειμένου της αληθούς 
θρησκείας, επίσης εστί γνωστόν και το της αληθούς 
φιλοσοφίας, ώς δν το αυτό. 

6 0ν • Ή καταδικάζουσα, ουχί τάς ψευδείς φιλοσο- 
φίας, αλλ* εν γένει τήν φιλοσοφίαν θρησκεία, εκ τού- 
του μόνου εστί ψευδής, ώς επίσης ή καταδικάζουσα 
τήν θρησκείαν έν γένει φιλοσοφία, καταδικάζει αυτή 
έαυτήν. 

Ήδη,, όπως συμπληρώσωμεν τήν έξέτασιν τ?ίς ή 
μετέρας φύσεως, προς τον σχ,οποΊ του άνακαλύψαι έν 
αύτν} τον ουσιώδη χαρακτήρα, τούτέστι το κ ρ ι τ ή- 
ριον της αληθείας, όφείλομεν έξετάσαι και 
τήν τρίτην αυτής έκδήλωσιν, ήτις καλείται πολιτεία. 
'Ίνα δε ορίσωμεν επίσης αυτήν κυρίως και ακριβώς, 
ερχόμεθα να ζητήσωμεν δια της αυτής μεθόδου, το 
ποιητικδν, το τελικδν αυτής αίτιον και το άντικείμε- 
αύτής. 

Ή ημετέρα ύπόστασις, καί τοι πνευματικής φύσεως, 
άλλ' ενόσω υπάρχει επί τής γης, συνδέεται μετά σώ- 
ματος υλικού, δι 5 ου συγκοινωνεί προς τον κόσμον δν 
κατοικεί. Το σώμα τούτο έχει χρείας ας ή ψυχή, συν- 
αισθάνεται δια τής άντηχήσεως, ην δοκιμάζει εκ του 
πόνου ή τής ηδονής, και τάς οποίας επιθυμεί νά θερα- 
πεύστ}, ου μόνον προς τήν συντήρησιν του σώμχτος, 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 59 

άλλα και προς ήν αύτη ή ίδια αισθάνεται εύχαριστησιν. 
Αι χρείαι αύται του σώματος είσι τοαουτοΊ πο- 
λυπληθείς και διάφοροι, ώστε ο άνθρωπος υπο- 
τεθείς μόνος, ούδεποτ 3 αν ήούνατο αύταίς έπαρκε- 
σαι, Ή δε πλήρωσις αυτών ουκ εστίν άλλως εφικτή 
η έν πολιτεία, καθώς λέγει Πλάτων : «'Ό,τι δίδει 
γέννησιν εις την πολιτείαν, εστίν ή αδυναμία του άτο- 
μου προς το έπχρκεΐν έαυτώ, και ή χρεία ην δοκιμά- 
ζει πολλών πραγμάτων. Ούτως, ή χρεία τίνος πράγ- 
ματος άναγκάσασα τον άνθρωπον εις το ένωθηναι μετά 
του ανθρώπου, και ή χρεία άλλου τίνος πράγματος 
μετ 5 άλλου τίνος ανθρώπου, το πολλαπλοΰν των χρειών 
συνήνωσεν εν τ?) αυχγ κατοικία πο\\ους ανθρώπους 
ίνα συμβοηθώνται, εξ ου έδώκαμεν εις ταύτην την κοι- 
νών ίαν το όνομα της Πολιτείας». 

Ούτω, καθώς ή φιλοσοφία και ή θρησκεία οφείλουσι 
την γέννησιν αυτών, ή μεν τγ έφέσει του είδέναι, η 
δε τη έφέσει -της τζοός τον Θεον καταλλαγης* ωσ- 
αύτως η Πολιτεία οφείλει την εαυτής τ7\ έφέσει της 
εκπληρώσεως τών σωματικών χρειών. Έναργώς αυτή 
ή εφεσις έστι το ποιητικόν αίτιον της πολιτείας. Καθ 
οοοί δ' άφορα το τελικον αυτής αίτιον, δυνάμεθα να 
το καταλάβωμεν εκ του έξης συλλογισμού ; Οίένμιϊ 
και ττ; αύτ?ί κοινωνία συνελθοντες άνθρωποι έκ φύ- 
σεως είσιν ελεύθεροι, συνενούμενοι, δπως συμβοηθών- 
ται και έκπληρώσι τάς εαυτών. χρείας. Ουδείς αυτών θέ- 
λει άλλο ή τα δύο ταύτα : 1 ον • το άπαραοίαστον της 
εαυτού ελευθερίας, ή ζψ ως ελεύθερος. 2 0ν • τ> 4 ν έκ- 



60 ΤΟ Κ.ΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑ*. 

πλήρωσιν των χρειών του. Ή πολιτεία λοιπόν ύπο 
τοιούτων πολιτών, συγκροτούμενη, ουδέν άλλο δύναται 
εχειν ως σκοπον παρά την έγγύησιν της ελευθερίας 
έκαστου, η του δικαιώματος του ένεργεΐν εντός των 
ορίων του, όπως έκαστος δύναται να έκπληροΐ τάς εαυ- 
τού χρείας. Ή μικρόν περί της των πολιτών ελευθε- 
ρίας μεριμνώσα πολιτεία, ήτις παραγνωρίζει τον κύ- 
ριον αύτης άκοποι, άλλο τι όλως εστίν, η πολιτεία, 
μάλλον αγέλη ζώων, ή πολιτεία συγκειμένη εκ προ- 
σώπων, έκ πολιτών ελευθέρων. Ή ελευθερία υπο την 
εννοι«ν του διατηρεΐν έκάστω τα δικαιώματα αύτοΰ, 
εστί το δικαίωμα του πράττειν ελευθέρως εν τω δι- 
καιώματι αύτοΰ• ή δε ελευθερία ύπο την εννοιαν του 
έφαρμόζεεν μεταξύ των πολιτών την δικαιοσύνην, ιδού 
η λειτουργία και ~ο άκοπος της πολιτείας, ο καλώς 
ανταποκρινόμενος προς την έπιθυμίαν του έκπληροΰν 
τάς σωματικάς χρείας. Επειδή, διατηρεΐν τήν έλευθε- 
ρίανμου, έξασφαλίζειν τά δικαιώματα μου, έστίπρομη- 
θεύεσθαι δλα τα μέσα του ζν^ν ως άνθρωπος και θερα- 
πεύειντάς εμάς χρείας/ Αλλά πώς, καίδιά τίνος μέσου 
θά <ρθάσ7) ή πολιτεία προς τον σκοπόν της; Πάντως δια 
του νομοθέτου. Ό νομοθέτης θήσει νάνους και διατάξει 
την πολιτείαν εις τρόπον ώστε νά ζώσι πάντες οιιοϋ οι 
πολΐται εν αρμονία και ειρήνη, έκπληροΰντες τάς εαυ- 
τών χρείας και μηδέν φοβούμενοι. Λοιπόν το άντικείμε- 
νον της πολιτείας εστίν ο νομοθέτης και ή αύτουνομοθε- 
σία.'Αλλ 3 εντεύθεν ούκ εννοώ νομοθέτην και νομοθεσίαν 
αδιακρίτως, αλλά μόνον τους δυναμένους άγειν την πο- 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 6ί 

λιτείαν ποος τον σχοπον της. Και εντεύθεν όιακρίνο- 
μεν την όρθήν πολιτείαν τών εσφαλμένων. Αι πολι- 
τεΐαι είσί ψευδείς, εάν μη έ'χωσι νομοθέτας και νομο- 
θεσίας δυναμένους άγειν αύτάς προς το σχοπού^ΖΊΟΊ. 
"Αληθής δε πολιτεία εστί μόνον εκείνη, ήτις έχει νο- 
μοθέτην άξιον τής εαυτής φύσεως και του σκοπού της. 
"Αλλ 5 ούτος ο νομοθέτης, ή το άντικείμενον τής αλη- 
θούς πολιτείας, δύναται είναι διάφορον του τής αλη- 
θούς φιλοσοφίας και τής αληθούς θρηνκείας ; "Αρνητι- 
κώς άποκρινόμεθα διά τους εξής λόγους « 

Ει τά πάντα όφείλουσι την αγαθότητα, την καλλο- 
νήν και την ώφέλειαν αυτών εις την άπόλυ τ ο ν 
ά λ ή θ ε ι α ν, κατ 5 ούδένα τρόπον ή πολιτεία δύναται 
όφείλειν εις άλλο τι άντικείμενον τάς εαυτής, η εις 
ταύτην την α λ ή θ ε ι α ν. Ή αληθής πολιτεία ουδέ- 
ποτε δύναται να χωρισθώ τής αληθούς θρησκείας και 
τής αληθούς φιλοσοφίας. Αύτη έστιν άναγκαιον έξα- 
γόμενον έκατέρας, οφείλουσα ωσαύτως στηρίζεσθαι 
έπι τής αυτής αρχής, ως έκεΐναι. Τέλος ή ένοτης τής 
άνθρωπίνης φύσεως απαιτεί άναγκαίως τήν ενότητα 
του αντικείμενου εις τάς τρεις αυτής διαφόρους εκδη- 
λώσεις. Επειδή, εάν ή φιλοσοφία, ή θρησκεία και ή 
πολιτεία δεν συνδέωνται δυνάμει τής αυτής αρχής, η 
ανθρώπινος φύσις ου δύναται κατ' ούδένα τρόπον ν'άπο- 
φύγτ) την διχόνοιαν και τον προς έαυτήν πόλεμον. Ή 
ιστορία παρέχει έπι τούτου τάς καταλληλοτέρας προς 
ήμετέραν πληροφορίαν μαρτυρίας. Προσέτι, εάν εξετλ- 
σωμεν άπερ εχειν οφείλει προσόντα τοιούτος νομοθέτης, 



62 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗ2 ΑΑΗΘΕΙΑ2. 

©ά φθάσωμεν εισέτι άπαξ προς το αύτο έξαγόμενον• 
"Όπως ο νομοθέτης οδηγγ} την πολιτείαν προς τον 
'βχοποΊ της, οφείλει εχειν άναγκαίως σοφίαν και δύ- 
ναμιν επίσης τελείας : την μεν, όπως θέττ) τους δι- 
καιότερους και προς των πολιτών τάς χρείας καταλ- 
ληλότερους νόθους- την δε, όπως προφυλάττ/) αυτήν 
ταύτην την πολιτείαν κατά των εξωτερικών πολεμίων. 
Έάν μή ο νομοθέτης εχτ) τά δύο ταύτα προσόντα., και 
στερήται του ένος η του άλλου, ουδέποτε δυνήσεται 
διευθύναι το πλοΐον εις τον λιμένα. °Αλλ' επειδή τά 
δύο ταύτα προσόντα ευρίσκονται ηνωμένα και τέλεια 
εν τω κ α θ ο λ ι κ ω λόγω, τω συνέχοντι τά πάντα 
εν τ5) χεφι αύτοΰ και τά πάντα διέποντι, διά τούτο, 
αυτός μόνος δύναται νά οδηγήστ) τή^ν πολιτείαν προς 
τον σκοπόν της, ως οδηγεί την φιλοσοφίαν και την πο- 
λιτείαν προς τον εαυτών. Τω όντι, συνενοΰν τους αν- 
θρώπους, και πληρούν αυτών τάς χρείας, εν είρήντ) και 
αρμονία, έστι λειτουργία ούχ ήττον δύσκολος, η συνε- 
νουν όλα τά όντα και τιθέναι εν αύτοΐς τάξιν μεθ'όλων 
τών αγαθών. Όκαθολικόςλ όγος δύναται μό- 
νος ποιεΐν αμφότερα, και τούτον η πολιτεία εχειν οφεί- 
λει ως αντικείμενοι. 

Ήδη, γινώσκοντες την φύσιν, τον σ)ίο%θΊ και το 
•άντικείμενον της πολιτείας, δυνάμεθα ν' άπαντήσωμεν 
■είς το τελευταΐον ζήτημα: Τι εστίν αληθής πολιτεία; 
Εστίν ή σώζουσα τήν έλευθερίαν, ή τά δικαιώματα 
τών πολιτών και τάς χρείας αυτών πληρούσα, ττ\ έ- 
φαρμογτί νομοθεσίας άπορρεούσης εκ του καθ ο λ ι- 



ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. 63 

κ ο υ λόγου, η όπερ εστί ταυτόν, έχουσα νομοθέτην 
τον κ α θ ο λ ι κ ο ν λ ό γ ο ν. 

Έδείξαμεν την φύσιν, τον σκοπόν και το άντικείμε- 
νον της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της πολιτείας, 
έξαντλήσαντες την έξέτασιν της ανθρωπινής φύσεως. 
Νομίζω, ότι εγνων εμαυτόν. Οι ορισμοί της φιλοσοφίας 
της θρησκείας και της πολιτείας μοι χρησιμεύουσιν 
ως κάτοπτρον, εν ω βλέπω όλην την άνθρώπινον φύσιν 
οποία εστίν. Ει ερωτηθώ τι εστίν άνθρωπος ; δύναμα* 
ν 5 απαντήσω μηδόλως διστάζων : Έστιν ον φύσει φι- 
λοσοφικόν, θρησκευτικόν και πολιτικόν, όπερ/ίνα φθάση 
τον ύψηλον αυτού προορισμόν, οφείλει ζην εν πολιτεία 
άληθεΐ και δικαία, άνατρεφόμενον δι' αληθούς θρη- 
σκείας και αληθούς φιλοσοφίας. Ή ιστορία και η ψυ- 
χολογία, ο λόγος και ή συνείδησις όλων των άνθρώ 
πων κηρύττουσι, και ομοθύμως έπιβεβαιουσιν όσα εΐπο- 
μεν. Καιρός λοιπόν έπανελθειν προς τον σκοπόν της 
παρούσης έρεύνης, και άνευρεΐν εν τη ημετέρα φύσεί 
το κριτήριον της αληθείας. 

3 Απ' άρχης τής πραγματείας ταύτης Ισημειώσαμεν, 
ότι ή φύσις ημών εστί το κάτοπτρον της αληθείας• το 
κάτοπτρον, ό δύναται ήμΐν δεΐξαι, ειμή τήν άλήθειαν 
αυτήν, τουλάχιστον τον ουσιώδη και κύριον αύτης χα- 
ρακτήρα. Επειδή, παν κάτοπτρον φύσει δεικνύει, ούγΐ 
τα εν αύτώ προς έαυτά άντανακλώμενα πράγματα, 
άλλα τον χαρακτήρα μόνον, τήν εικόνα αυτών. Έπι- 
στήσωμεν λοιπόν τήν ήμετέραν π^οσογτ^ επί τοΰ 



64 ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΚΙΑ2. 

κάτοπτρου τούτου της αληθείας, προσπαθοΰντες νά 
ιδωμεν δ,τι ζητοΰμεν. 

Δια της λέξεως κριτήριο ν τής άλη θ ε ία ς, 
εννοουμεν κύριον και ουσιώδη χαρακτήρα, μόντ) αύτνί 
αποκλειστικώς ανήκοντα, τον οποίον ματαίως ζητήσει 
τις εν άλλω τινι άντικειμένω, χαρακτήρα, δι'ού δυνά- 
μεθα κρίνειν και άναγνωρίζειν νομίμως, ει οιονδήποτε 
άντικείμενόν έστιν, ή ουκ εστίν ή απόλυτος άλή- 
ΰ ε ι α, ή α υ τ ο α λ ή θ ε ι α. Το κ ρ ι τ ή ρ ι ο ν της 
αληθείας έστιν ο χαρακτήρ δν ήδη καθορώ εν τη 
ημετέρα φύσει* ήτις ζητεί άντικείμενον,δπερ οφείλει να 
πλήρωση τάς φιλοσοφικάς, τάς θρησκευτικάς και τάς 
πολιτικάς αυτής χρείας• τούτο δε το άντικείμενόν έκα- 
λέσαμεν απόλυτον αλήθεια ν, λόγον κα- 
θολικό ν. Ό κύριος λοιπόν και ουσιώδης χαρακτήρ 
της αληθείας ταύτης έστιν ακριβώς άνταποκρίνεσθαι 
προς πάσας τάς χρείας της ανθρωπινής φύσεως, εστί 
τελείως συμπληροΰν αυτήν, και αυτήν ποιεΐνμακαρίαν. 
'Όθεν,έάν εν τγ\ δευτέρα έρεύντ; της α υ τ ο αλη θ ε ί α ς 
εις τήν οποίαν έρχόμεθα, άπαντήσωμεν άντικείμενόν 
φέρον τον χαρακτήρα τούτον, τότε μετά λόγου κηρύξο- 
μεν αυτό απόλυτον αλήθεια ν, λόγον κα- 
θ ο λ ι κ ό ν και τούτο ποιήσαι κατά πασαν ανάγκην 
όφείλομεν. 



Η ΑΪΤΟΑΛΗΘΕΐΑ. 



Ευοοντες εν ήμΐν, καθ' ήν ιιίΰοοοΊ δίβγράφαρ,έν^ 

το κριτήριο ν της άληθ ε ( ας, οφείλομεν ήδη, 
την δάδα εν χερσί φέροντες,νά ζητήσωμεν έκτος ημών 
την α υ τ ο αλή θ ε ι α ν. Άλλα ποΐ κατ 5 αρχάς πο- 
ρευσο'μεθα ; που πρέπει να διευθύνωμεν τα πρώτα η- 
μών διαβήματα ; Δέον αναμφιβόλως έπι του πρακτέου 
να συμβουλευθώμεν τον ΧογοΊ. 

Ό λόγος πάντοτε ήμΐν παραγγέλλει νά Προβαίνω- 
μεν εκ του γνωστού προς το άγνωστον, οδηγούμενος 
ύπο του ©ωτίζοντος ήμ52ς φωτός και ουδέποτε έν σκο'- 
τει περιπατοΰντες• επειδή ο έν σκοτει πορευο'μενος ουκ 
οίδε που υπάγει. Προσέχειν λοιπόν εις ην άπεκτήσαμεν 
και νυν κατέχομεν γνώσιν, κατευθύνειν τα διαβήματα 
ημών έν τω φωτίζοντι ήμας διανοητικω φωτι, τούτο 
συμβουλεύει ήμΐν ο λόγος, και τούτο πράςαι οφείλομεν. 
Ήδη γινώσκομεν τί έστι φιλοσοφία, τί έστι θρη- 
σκεία, και τί έστι - πολιτεία, και εις τι το αληθές καΐ 
ψευδές εκάστης συνίστανται. 5 Αλλ 5 ή γνώσις αυτή 
εστίν εξ υποκειμένου και ουχί εξ αντικειμένου. Θέλω 
νά ε'ίπω οτι, καί τοι γινώσκων τί έστιν αληθής φιλο- 
σοφία, αληθής θρησκεία και αληθής πολιτεία, και τ( 
έστιν αι ψευδείς, αγνοώ δμως εισέτι, εκ των υφιστα- 



66 II ΑΥΤΟ ΑΛΗΘΕΙΑ. 






μένων φιλοσοφιών, θρησκειών και πολιτειών, τίνεί 

αναληθείς και τίνες είσιν αί ψευδείς. Πρόκειται λοιπόν 
ήδη ν' άποκτήσωμεν την εξ αντικειμένου ταύτην γνώ- 
σιν, δυνάμει πάντως της εξ υποκειμένου γνώσεως. 
Και προς τούτο φθάνομεν, άκολουθοΰντες μέθοδον ά- 
πλουστάτην και εύκολοηάτην, την έξης. 

Όφείλομεν έπισκέψασθαι κατά σειράν τάς φιλοσο- 
φίας, τάς θρησκείας και τάς κειμένας νομοθεσίας, ζη„ 
τουντες παρ 5 εκάστης το άντικείμενον αυτής. Ειπερ 
έκαστη δεικνύει το εαυτής, θά ύποβάλωμεν αύτο εις την 
έπικύρωσιν του κριτηρίου της ά λ ηθ ε ί α ς, 
εξετάζοντες, ει ανταποκρίνεται προς πάσας τάς χρείας 
της ανθρωπινής φύσεως, πληρούν αυτήν, ποιούν αυτήν 
μακαρίαν. Ούτω δυνάμεθα νά γνωρίσωμεν μετά βε- 
βαιο'τητος, εί το άντικείμενον τοΰτό έστιν αληθές ή 
ψευδές. Και καθώς ή έν ήμΐν έξέτασις έδωκεν ήμΐν 
την εξ υποκειμένου άλήθειανήτδκρι- 
τήριον της αληθείας, τοιουτοτρόπως ή έκτος 
ημών έρευνα δώσει ωσαύτως τήν έξ αντικειμέ- 
νου αλήθεια ν, ήτήν αύτοαλήθειαν. 

Τώρα το ζήτημα έστι τούτο: Πόθεν άρξασθαι δέον ; 
Έκ τών φιλοσοφιών, εκ των θρησκειών ή εκ τών πολι- 
τικών νομοθεσιών ; 

Τποθέσωμεν προς στιγμήν, δτι έσμεν θηρευτά! και 
δτι ευρισκόμεθα πέριξ ευρύχωρου δάσους, πλήρους 
δένδρων και θάμνων, βέβαιοι όντες ότι το ζητούμενον 
ευρίσκεται έν τώ εύρυχώρω τούτω δάσει κεκρυμμενον 
Ιν τινι θάμνω δν άγνοοΰμεν, πεπεισμένοι προς τούτοις, 



Η ΑΪΤΟΑΑΗΘΕΙΑ. 67 

©ΐι αδύνατον μη εύρέΐν το Οηρα>μενον, εάν το δάσος 
όλον διέλθωμεν, επισκεπτόμενοι πάντα τα εν αύτω 
δένδρα μετά των θάμνων. Ήδη, ει έρωτηθώμεν; πόθεν 
είσιτέον, και τίνα δένδρα έν πρώτοις επισκεπτεον ; Ό 
λόγος, νομίζω, εις παρόμοιον ζήτημα αρνείται να απάν- 
τηση• απόκειται δε τοις θηρευταΐς άποφασίσαι, ως αν 
αύτοΐς δόξτ]. Ή εναρξις της θήρας εστίν άδιάφορον. 
'Ό,τι δε ποιήσαι όφείλομεν, έστι ζητήσαι την ά λ ή* 
ε ε α ν, κατά την προκεχαραγμένην μέθοδον, έν όλω 
τω δάσει, έως αν εύρωμεν αυτήν. Είσελθεΐν δε εντεύ- 
θεν η εκείθεν, διευθύνεσθαι προς τούτον η εκείνον τον 
θάμνον, ταύτα πάντα εξαρτώνται εκ ττ,ς ορέξεως και 
της θέσεως των θηρευτών. Έκαστος δύναται Ήρα- 
ξαι, ως αύτω συμφέρει. Γ Όσον το κατ\ έμέ, προ- 
κρίνω το άρξασθαι εκ τών θρησκειών, και αποτείνομαι 
πρώτον εις την χριστιανικήν θρησκείαν, ήτις έστιν η 
ημετέρα, και φαίνεται υπερέχουσα πασών τών άλλουν, 
ως δίδουσα ήμΐν πλέον έλπίζειν μέγα τι και θείον. 
Ερωτώ αυτήν : ποιον εστί το άντικείμενόν σου και τίς 
η φύσις αύτου ; 

«Το άντιμείμενόν μου 5 αποκρίνεται, έστιν αυτός ο 
Ίησους Χριστός.)) Καθ' όσον δ 5 άφορα την φύσιν αύτου, 
ακούσατε πρώτον πώς αυτήν περιγράφει ο Ευαγγελι- 
στής Ιωάννης, ο μαθητής αύτου και Απόστολος. 

(( Έν άρχνί ήν ο λόγος και ο λόγος ην προς τον 
)) Θεόν και Θεός ήν ό λόγος. Ούτος ήν έν άρ/ή προ; 
» τον Θεον. Πάντα δι 5 αύτου έγένετο, και χωρίς αί>- 
)) του έγένετο ούδε εν δ γέγονε. Έν αύτω ζωή ήν. κα' 



68 Η ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΐΑ. 

)) ή ζωή ην το φως των ανθρώπων . . . Ήν το φως 
» το άληθινον 6 φωτίζει πάντα άνθρωπον έρχο'μενον 
)) εις τον κόσμον... Και ό λόγος σαρξ έγένετοκαι έσκή- 
» νωσεν εν ήμΐν (και έθεασάμεθα την δόξαν αύτοΰ, δό- 
» ξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός. . .) πλήρης χάρι- 
» τος και αληθείας.» 

«Ό Απόστολος Παύλος, επιστολή προς "Ρωμαίους 
λέγει : 

«Νυν! δε, χωρίς νόμου δικαιοσύνη Θεοΰ πεφανέρω- 
» ται, μαρτυρουμένη ύπο του νόμου και των Προφη-- 
)) των. Δικαιοσύνη δε Θεοΰ δια πίστεως Ίησοΰ Χρι- 
» στου, εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας" 
)) ου γαρ έστι διαστολή. Πάντες γαρ ήμαρτον και υ- 
» ς^εροΰνται της δόξης του Θεού, δικαιούμενοι δωρεάν 
» ττί αύτοΰ χάριτι, διά της άπολυτρώσεως τής εν Χρι- 
» στω Ίησοΰ. *Ον προέθετο ο Θεός ίλαστήριον διά 
» τ?ίς πίστεως εν τω αύτοΰ αϊματι, εις ενδειξιν τής 
)) δικαιοσύνης αύτοΰ, διά την πάρεσιν των προγεγονό- 
» των αμαρτημάτων, εν τη άνοχ^ τοΰ Θεοΰ προς εν- 
)) δειξιν της δικαιοσύνης αύτοΰ, εν τω νΰν καιρώ• 
3) εις το είναι αύτον δίκαιον, και δικαιοΰντα τον εκ 
)) πίστεως Ιησοΰ.» 

(( Ό αύτος απόστολος, επιστολή προς Εβραίους, 
λέγει : 

αΠολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλή- 
2 σας τοίς Πατράσιν εν τοις Προφήταις, επ 5 εσχάτων 
» των ήμερων τούτων έλάλησεν ήμΐν εν Τιω. *Ον ε 
» θηκε κληρονόμον πάντο^ν, δι' ου και τους αιώνας έ 



II ΛΪΤΟΑΛΗΘΙιΙΑ 69 

» ποίησεν. *Ος ών απαύγασμα της δόξης και χαρα- 
» κτήρ τ? ; ς υποστάσεως αύτου, φέρων τε τα πάντα τω 
» ρήματι της δυνάμεως αύτου, δι' έαυτοΰ καθαρισμών 
» ποιησάμενος των αμαρτιών ημών, έκάθισεν έν δεξιϊ 
» της Μεγαλωσύνης έν Τψηλοΐς.» Και έτι πρόσω λέ- 
»γει: α Έχοντες Αρχιερέα μέγαν διεληλυθοτα 
)) τους Ουρανούς, Ίησουν τον υίον του Θεού, κρατώ- 
» μεν τ?;ς ομολογίας. Ου γαρ έχομεν Αρχιερέα μή 
» δυνάμενον συμπάθησα ι ταΐς άσθενείαις ημών, πεπει- 
» ρασμένον δε κατά πάντα καθ 5 ομοιότητα, χωρίς ά- 
)) μαρτιας. Προςερχώμεθα ουν μετά παρρησίας τω θρο- 
» νω της χάρτιος, ίνα λάβωμεν ελεον, και χάριν εύ- 
» ρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν.)) 

« € Αρχάγγελος Γαβριήλ είπε τ^ 'Αγία Παρθέ- 
νω, εύαγγελιζομενος αύτνί την σάρκωσιν του Υϊοΰ 
του Θεού : 

(( Μη οοΌου, Μαριάμ, ευρες γαρ χάριν ενώπιον 
» Θεού. Ιδού συλλήφτ, έν γαστρ!, και τέξη υίον και 
» καλέσεις το όνομα αύτου Ίησουν ούτος εσται Μέ- 
» γας και Γιος "Υψίστου κληθήσεται. Κύριος ο Θεός 
» δώσει αότω τον θρονον Δαβίδ του πατρός αύτου και 
» βασιλεύσει έπι τον οΙλοί Ιακώβ ε:ς τους αιώνας, και 
» της βασιλείας αύτου ούκ έσται τέλος.» 

Έκ τοιούτων ρημάτων και μυρίων άλλων ομοίων, 
λαληΟέντων ού μόνον ύπο των αύτου Άπος-ολων, οίτινες 
είδον αύτον και συνέζησαν αύτώ πολύν γ^ρονον, δια- 
τελέσαντες ύπηρέται του λογού αύτου, άλλα κρααετί 
και ύπο πάντων των προοητών, οΐτινες άπ' άρχ?5; ούκ 



70 II ΑΤΤΟΑΑΗΘΕΤΑ. 

έπαύσαντο προαγγέλλοντες εις τον κόσμον τήν έπιφά-* 
νειαν αύτου επί της γης, τήν ζωήν, τον θάνατον και 
την δόξαν αυτού, ο Ίησους Χρίστος, το άντικείμε^ 
νόν μου, εστίν ήάπόλυ'τος αλήθεια, συνυπάρ- 
χουσα αιωνίως μετά Θεού του Πατρός αύτου. Ό Χρί- 
στος εστίν ο καθολικός λόγος, εις δν δλα τα οντά 
©φείλουσι την ύπαρξιν, την φύσιν και την ζωήν αυτών, 
οι δε άνθρωποι, ιδίως την δύναμιν του λόγου, ο Ιη- 
σούς Χριστός, το άντικείμενόν μου, συνάπτει εν έαυ- 
τώ τον Θεόν και τον άνθρωπον συν τω κόσμω. Ό 
καλώς γνούς αυτόν, δύναται γνώναι πάντα εν αύτώ. 
Τέλος ό Ίησους Χριστός αποκαθιστά παντού την τά- 
ξιν και την άρμονίαν μετά πάντων των αγαθών, επει- 
δή ο Ίησοΰς Χριστός εστίν αυτό το αγαθόν. Απέναν- 
τι της ανθρωπότητας, ο Ίησους Χριστός έστι "διδά- 
σκαλος, γινώσκων πάντα τελείως, διδάσκων τους έαυ* 
του μαθητάς, δλην αύτου την γνώσιν και την σοφίαν. 
Αυτός εστίν ο μέγας Άρχιερεύς, όςτις διά της έπι 
σταυρού προςενεχθείσης τω Θεώ θυσίας, κατήλλαξε 
τον άμαρτωλόν άνθρωπον μετά του δικαίου Θεού. Τέ- 
λος ό Ίησους Χριστός έστιν ό αιώνιος Βασιλεύς και 
νομοθέτης δλων τών εθνών, δούς αύτοΐς τον τελειότα* 
τον νόμον της διαγωγής αυτών, δς-ις, κατά τάς προφη- 
τείας, άξει πάντα εις τήν μακαρίαν ζωήν. Ό ίδιος Ίη- 
σοΰς Χριστός έβεβαίωσε την εαυτού φύσιν, δτ' έλάλει 
μετά της προςηκούσης αύτώ αξιοπρέπειας. «Έγώ εί- 
)) μι το φώς του κόσμου• ο ακολουθών μοι ού περιπα„ 
» τήσει εν τγ σκοτία, αλλ 3 εξει το φως της ζωής• Έ- 



Η ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΙΑ. 71 

» γώ είμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Ουδείς ερ- 
» χεται προς τον Πατέρα ειμή οι 3 έμου. Ό έωρακώς 
» έμε, έώρακε τον Πατέρα μου. Έγώ είμι ο άρτος τ7;ς 
» ζωής. Ό ερχόμενος προς με ου μ ή πεινάσει 
» και ο πιστεύων εις έμέ ου μη διψήσει πώποτε.» 

«Ιδού, ώ ύμεΐς, οι έκζητοΰντες την ά λ ή θ ε ι α ν, 
ιδού το άντικείμενόν μου και ή φύσις του.Έγοο ειμί δι' 
αύτοΰ ή αληθής θρησκεία. Ει τις έπειρατο μνημονευ- 
σαι ύμΐν πάντας τους έπιβεβαιουντας την πίστιν ταύ- 
την λόγους, ούδ' αν αύτον, οίμαι, τον κόσμον χωρ-7 4 - 
σαι τα γραφόμενα βιβλία.)) 

*Ώ ! ιδού αύτη, ευρομζΊ την άλήθειαν ! ! ! εύρομεν 
την άλήθειαν ! ! ! Ή αλήθεια ήτις εστί θεία και Θεός, 
ή π ρ α γ μ α τ ι κ η ά λ ή θ ε ι α, δι 1 ής ύπάρχομεν ή 
άξ ιαγάπητος αλήθεια, ήτις ποιεί ήμας μακάριους ! 
"Οσω μάλλον θεωρώ τον Ίησοΰν Χριστον, οσω μδλ- 
λον έξακριβώ την φύσιν αύτου, οσω μάλλον δοκιμά- 
ζω αύτον δια του κριτηρίου όπερ κρατώ εν χειρ ι, το- 
σω μάλλον πληροφορούμαι ότι ο Ίησους Χρίστος ποι- 
εί με μακάριον, και μετ' έμοΰ ολην την ανθρωπότητα 
ύπο πασαν εποψιν. 

Ταύτα λέγω εκ πείρας, και περί τούτων μαρτυρώ 
έν ονόματι του λόγου και της συνειδήσεως. Έάν 0ε(ο- 
ρήσωμεν τον άΆ?ω~0Ί και την ανθρωπότητα έκτος 
του Ίησοΰ Χρίστου, εύρήσομεν αυτά, ως ειπ•ν ^Ο- 
μηρος, το δυστυχέστατον πάντων των έπί γ?,ς ζών- 
των ζώων, επειδή ουκ έχουσι δια τίνος θεράπευσα 
τάς φιλοσοφικάς, τάς θρησκευτικάς και τάς πολιτ 



72 Η ΑΪΤΟΛΛΠΘΕΙΑ. 

χρείας των. Άλλ 5 εάν αυτά θεωρώμεν έν Χριστώ, 
εύρίσκομ&ν αμφότερα θείον ζώον, έν Θεώ ζών και 

ον θεός, επειδή εχουσιν δλας τάς θείας ιδιότητας. 

Ειχον δίκαιον οι Προφήται, εξ ύπαρχος μεγαλοφώ- 
νως κηρύττοντες, ότι ο Μονογενής Τιος του Θεοΰ, έ- 
λεύσεται λυτρώσασθαι ημάς εκ του πονηρού, ο άπο* 
οώσων ήμίν την άπολεσθεΐσαν ημών έλευβερίαν, ο 
ύψώσων ήμας εις το ύψος της δόξης αύτοΰ, ο οίκοδο- 
μ-ήσων ήμας, χορηγών ήμΐν όλους τους χαρακτήρας 
τής εαυτού φύσεως. Δια τοΰτο έδει αυτόν λαβείν την 
φύσιν ημών, Ινα ήμΐν δώσ?) την εαυτού, Ό Ίησους 
Χρίστος Μέγας Άρχιερεύς, ο Ιησούς Χρίστος Βασι- 
λεύς και Νομοθέτης όλων τών εθνών, ο Ίησους Χρί- 
στος Μέγας Προφήτης, Λόγος του Θεοΰ, διδάσκων ή-^ 
μας δ,τι άγνοοΰμεν, ο Ίησους Χρίστος το της άνθρω- 
πότητος αγαθόν, το πλήρωμα όλοον αυτής τών ευχών, 
ιδού £ΐς τι περιλαμβάνεται ή πρόρρησις όλων τών 
Προφητών, 

Βίετ' αυτούς οι Απόστολοι, ουδέν άλλο ημάς έδί^ 
δαξαν ή το πλήρωμα όλων τών προφητικών λόγων έν 
τω έσταυρωμένω Ίησου Χριστώ. Τώρα ο λόγος και 
ή συνείδησις έρχονται νά δικαιώσωσι Ιίροφήτας και 
"Αποστόλους διά της εαυτών πείρας. Αι δυνάμεις αύ- 
ται άποδεικνύουσ ι τήν αυτήν α λ ή θ ε ι α ν δυνάμει 
κριτηρίου επίσης νομψ,ου^ καθώς εισι νόμιμοι αύται 
αύται αϊ εύροΰσαι αυτό δυνάμεις. Επαναλαμβάνω λοι- 
πόν πλήρης χαράς, μετ' επιστημονικής βεβαιότητος : 
Ευρομεν τήν ά λ ή θ ε ι α ν ! ! ] Εύρομεν τήν ά }\ ψ 



II ΑΤΤΟΑΛΠΘΕΙΑ 75 

θ ε ι α ν ! ! ! και ευρομεν αυτήν δια του λόγου και της 
. συνειδήσεως ! Δεύτε λοιπόν πασαι αι πάτρια! των ε- 
θνών, δεΰτε ούν, αίνέσωμεν τον Θεδν ή φο^νή ήνεσαν 
αύτδν ά'γγελοι, δτε είδον το αγαθόν του Θεοΰ, το α- 
γαθόν αύτο, την γέννησιν τής αληθείας ταύτης εν ή- 
μΐν : «Δόξα εν *Τψίστοις Θεω και έπι γης ειρήνη• έ> 
άνθρώποις ευδοκία.» 

Δια του ά γ α θ ο υ τούτου, δια τρΰ λόγου και της 
συνειδήσεως άποδειχθέντων αλάνθαστων, ή δια της εξ 
αντικειμένου και της εξ υποκειμένου 
αληθείας πάντες ανεξαιρέτως δυνάμεθα θερα- 
πευσαι τάς ημετέρας χρείας, πολιτικάς, θρησκευτι- 
κάς και φιλοσοφικάς, γινόμενοι μακαριώτατοι, ζώντες 
μετά του Θεού εν ζων] θεία, έξ ης εκλείπει ή κακία 
και δυστυχία^ Κηρύττοντες τον 'ίησουν Χριστον την 
αληθή και μόνην αρχήν της φιλοσοφίας, της θρησκείας 
και της πολιτείας, δυνάμεθα καταλλάξαι το άνάκτο- 
ρον, τον ναδν και την σχολήν, άποκαθιστώντες την 
άρμονίαν και την είρήνην εν πάσαις ταΐς τάξεσι της 
κοινωνίας, εν πασι τοις λαοίς και τοΙς εθνεσι, δυνάμε- 
νοι ποιήσαι εκ πάσης της ανθρωπότητας μίαν ποίμνην 
πραγματικώς έλευθέραν, ενα ποιμένα δια παντός γι- 
νώσκουσαν, τον Ίησοΰν Χριστδν, τον έλευθερωτήν αυ- 
τής, οδηγήσοντα αυτήν προς τήν αίώνιον ζωήν, δυνά- 
μενοι αμέσως να έξολοθρεύσωμεν άπο προςώπου της 
γης ολας τάς ψευδείς νομοθεσίας, ολας τάς ψευδείς 
θρησκείας και όλας τάς ψευδείς φιλοσοφίας, κατα- 
στρέφοντες δια παντός αύΐ'6 το κακδν και τήν άτα- 



74 Η ΑΥΤΟΑΑΗΘΕΙΑ. 

ξίαν, άπερ θλίβουσιν ημάς, έξουθενοΰσι και κατανα- 
λίσκουσιν.Ένι λόγω δυνάμεθα να ρίψωμεν εν τω αδτ), 
την αύθαιρεσίαν, την ιδιοτροπίαν, την αίτίαν του κάκου 
μετά πάσης συμφοράς, κατάγοντες εξ ουρανών την β α- 
σ ι λ ε ί α ν του λόγου κ α Ι της δικαιοσύνης, 
την χορηγήσουσαν ήμΐν πάν αγαθόν, δυνάμενοι, λέγω, 
να πραγματοποιήσωμεν τον μέγαν τούτοι σκοπδν, εάν 
υποταχθώμεν εις τε την ήθικήν και την λογικήν, εάν 
άποστραφωμεν πασαν άνταρσίαν κατά των δύο του• 
των επιστημών, θυγατέρων του λόγου και της ελευθε- 
ρίας, εάν φρίττωμεν, προδίδοντες την ήμετέραν φύσιν, 
και βαρέως υβρίζοντες τον Δημιουργόν τέλος, εάν μη 
προτιμήσωμεν της είρημένης τάξεως την παροΰσαν, 
ήτις καταισχύνει την λεγομένην έκπεπολιτισμένην Εύ- 
ρώπην 

Ή λογική πείθει άμεταπείστως ημάς ότι ό Ίησοΰς 
Χρίστος έστιν ή αύτοαλήθεια. Ή ηθική ωσαύτως 
υπόχρεοι ημάς ποιεΐν δ, τι αύτω άρεςον., οίον, έκτελεΐν 
το θέλημα αύτου, δηλωθέν σαφώς εν τγ ζω'$ αύτου 
και διδαχθέν ύπο του Ευαγγελίου του. Άλλ' ουδέν 
εστί τω Ίησου Χριστώ τερπνότερον του βοηθεΐν τους 
πένητας και άνακουφίζειν τους πάσχοντας. Έν τγ η- 
μέρα της καθολικής κρίσεως, ότε καθίσει έπι του θρό- 
νου της δόξης αυτοΰ, ιν' άποδώστ} έκάστω κατά τά 
έργα αύτου, θά κηρύξτ) μεγαλοφώνως, δτι, παν το 
τοις πένησι γενόμενον καλόν, αύτω έγένετο• ότι, πα- 
ραμελεΤν των πενήτων και των δυστυχών, εστί κατα- 
ορονεΐν αύτου. Λοιπόν, οι θέλοντες είναι χριστιανοί, ου 






Η ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΙΑ. 73 

μόνον θεωρητικώς άλλα και πρακτικώς, όφείλοϋσιν ερ- 

χεσθαι προς βοήθειαν των πενήτων και των δυστυχών 

εν οίς δύνανται να διαθέσωσιν : ο πλούσιος λ. χ. δια 
του άνωοελοΰς η μάλλον επικίνδυνου αύτώ τζλούτου, 
ο ισχυρός δια της επιρροές του, ο σοφός δια του λό- 
γου του. Πλούτος, δύναμις, λόγος, ευτυχής συμμαχία 
των τριών τούτων της κοινωνίας ελατηρίων εν τω Οε- 
λήματι του Κυρίου ημών Ίησοδ Χρίστου, ποσά καλά 
δεν δύναται να παραγάγω ; 

Ό Χρις-ιανισμος, ως πάντες γινώσκομεν, ίδρύθη εν τω 
κόσμω δια του λόγου και της αγάπης, δια τε της ηθικής 
και της λογικής. Επομένως, δια των δύο μόνων τού- 
των μέσων όλως νομίμων οφείλει να φθάστ) τ.ρος τον 
σκοπόν του, τουτέςΊ να συνάψτ) πάντα τάεΰνη υπό τήν 
μόνην βασιλείαν του λόγου και της δ ι κ α ι ο σ ύ- 
ν η ς, ως τούτο κηρύττουσιν όλα τα στόματα των Προ- 
φητών. Ό Αρχηγός αύτοΰ, πλήρης χάριτος κ α Ι 
αληθείας ήρξατο του έργου, πολέμων ήρωϊκώς τάς 
πλάνας και τα ελαττώματα της εν γ έζη κοινωνίας. Ό 
βίος του εστίν ή ηθική αυτή. Ό λόγος αύτου, τό Εύ- 
αγγέλιόν του έστιν, ή λογική αύτη. Οι Απόστολοι ή- 
κολούθησαν το έργον κατά τό παράδειγμα του εαυτών 
Διοασκάλου και ή Εκκλησία, ην ωκοδομησαν έπι της 
πέτρας, έπ 5 αύτοΰ του Ίησου Χρίστου, τούτοις μόνον 
τοις δυσι τρόποις οφείλει χρησθαι. Δια τούτο τα καθή- 
κοντα παντός αληθούς χριστιανού, είτε κληρικού, είτε 
λαϊκού, εν ταΐς δυσι ταύταις λειτουργίαις περιλαμβά- 
ο<\νται ; \<*9 είναι λογικόν έν θεωρία, όπερ δηλ:ϊ είναι 



76 ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΙΑ. 

όρθδδοξον 2ον είναι ηθικόν εν πράξει, όπερ σημαίνει 
ποιεΐν το αγαθόν δ δύναται και ποιεΐν οφείλει. ΙΙολε- 
μεΐν την πλάνην και προάγειν δια της λβγικης την ά- 
λήθειαν πολεμεΐν το κακόν και προάγειν την άρετήν 
δια της ηθικής, τής ευεργεσίας, δια του ιδίου παρα- 
δείγματος, ώς επραττεν αύτος ο Τησοΰς Χριστο'ς. Συ- 
νάπτειν την λογικήν και την ήθικήν εστί βαδίζειν δυ. 
σι ποσίν. Άντέχεσθαι της μιας και πχραιτεΐσθαι 
της άλλης έστιν έναργώς βαδίζειν ένι ποδί. Ιϊαραιτεΐ- 
σθαι δε αμφοτέρων έστι μή δύνασθαι ποιεΐν ουδέν κα- 
λόν, είναι Σαταναν. "Οσον το κατ 3 έμέ, σύνοιδα, δτ& 
έστάθην λογικο'ς τε και ηθικός : 1 0ν επειδή άνήρεσα τον 
σκεπτισμδν,δςτις έςιν αυτή ή πλάνη και απέδειξα λογι- 
κώς τήν αύτοαλήθειαν 2™ επειδή προςδιώρισα το 
Ιργον μου προς 6^ε\ος των πτωχών εργατών του γαλ- 
λικού εθνους,ποιών έργον εύάρες-ον τω Κυρίω μου Ίησοΰ 
Χρις•ώ, ίνα προτρέψω τους άλλους ποιεΐν ωσαύτως, δί- 
δων ούτω τοις λαοΐς και τοις εθνεσιν έννοεΐν, δτι ο Ιη- 
σούς Χρίστος έςι μονός ο χορηγήσων αύτοΐς πάντα τα 
αγαθά, και δτι δφείλουσιν ύποτάσσεσθαι τω λδγω αυ- 
τού και μιμεΐσθαι τα έργα αύτοΰ. Τέλος ινα βεβαιώ- 
ρα) τήν λογικήν δια της ηθικής και περιπατήσω δυσι 
^ποσί(1). Τώρα μένει εις άπασαν τήν εύρωπαϊκήν και 



(1) ν Ο ? τι μοί φαίνεται κάλλιστον, εστίν ή ελευθερία, συνο- 
δευομένη, υποστηριζόμενη υπό τε της ηθικής και της λογικής, 
*£ν ταύτη πραγματικως καθοραται ή αληθής είκών του Θεού. 
Α.5τη #στΙν $λλος Θεο<. 'Ο,τι £έ μοί ψζίητχι χείριστον, έ- 



II ΑΤΤΟΑΑΗΘΕΙΑ. 77 

χριςιανικην καΐνωνίαν Σν 1 άποφήνηται, ει έςιν αύττ) συμ- 
φέρον ζψ έν ψευδέσι φιλοσοφίαις, ψευοέσι θρησκείαις, 
ψευδέσι νομοθεσίαις, εν πάλτ; άεννάω και εν αίματηροΐς 
πολέμοις, συμφορδς μόνον παρεκτικοΐς, η ζτ,ν εν μια 
μο'ντ) θρησκεία, μια μόν/) φιλοσοφία, μι2 μόνη νομοθε- 
σία, πάσαις τεθεμελιωμέναις επί του καθολικού 
λόγου 9 έπι της αληθείας αυτής, και ζην, 
ούτως ειπείν, μόνον εν τη αλήθεια και τη χαριτι του 
χριστιανισμού (1).Ίσως ουκ ανωφελές εςαι περαναι τον 



στιν η αυθαίρετος και πεπλανημένη έλβυθερία, ή ύπό του ψεύ- 
δους και του κάκου πολιορκουμένη και παρασυρόμενη έλευθε* 
ρία. Έν ταύτνι παραγματικώς βλέπομεν τήν καταχθόνιον ει- 
κόνα του Σατανά, άλλον Σαταναν. Ει βασιλεύς ημην, έποίουν 
αν νόμισμα, έχον αφ 5 ενός μέρους την έλευθερίαν, όμοίαν βα- 
σιλίκι τα μάλιστα δεδοξασμέν/], έν τω μέσω της ηθικής και 
της λογικής, άφ' έτερου δέ έχον ωσαύτως την έλευθερίαν μι- 
ταξυ του κάκου και της πλάνης, όμοίαν δούλω δεσμώτη, τε- 
τραυματισμένω, άτίμω, δπως δώσω τοις πολίταις να έννονί- 
σωσι, δτι πρέπει ν' άποφεύγωσι το κακόν και την πλάνην, 
έάν μισώσι την δουλείαν, όφείλοντες ειναί ηθικοί τε και λο- 
γικοί, εάν άγαπώσι τήν εαυτών έλευθερίαν, την εαυτών βα- 
σιλείαν. Έπειδη, ελεύθερος καΐ βασιλευς,είσι δύο λέξεις, έχου- 
σαι ουσιωδώς την αυτήν άζίαν. 

(1 ) Λίαν κατάλληλον θεωρώ να μνημονεύσω ενταύθα την 
έξης του Ευαγγελίου παραβολην. 

«"Ανθρωπος τις έποίησε δεΐπνον μέγα και έκάλεσε πολλούς, 
8 ΚαΙ απέστειλε τον δούλον αύτου τνί ώρα του δείπνου εί- 
» πεϊν τοις κεκλημένοις. 'Έρνεσθε Οτι έτοιμα έστι πάντα. Ό 



*78 Η ΑΤΤΟΑΛΗΘΕΙΑ. 

λόγοΊ δια της έπισυντελουσης προς αποφυγήν του κα* 
κοΰ αληθείας ταύτης : Δεν θα [χείνωμ,εν δια παντός έν- 



» πρώτος ειπεν αύτώ : Άγρον ηγόρασα, καί έ'χω ανάγκην έξέλ- 
» θεΐν και ίδεΐν αυτόν* έρωτώσε, εχε με παρνιτημένον. Και ετε^ 
» ροςεΐπε ; Ζεύγη βοών ήγόραυσα πέντε, και πορεύομαι δοκι- 
» μάσαι αυτά* έρωτώσε, εχε με παρητημένον. Και έτερος είπε : 
» Γυναίκα έ'γημα, και δια τούτο ου δύναμαι έλθειν. Και παρα- 
» γενόμενος ό δούλος εκείνος άπηγγειλε τω κυρίω αύτοΰ ταυ* 
» τα. Τότε οργωθείς ό οικοδεσπότης είπε τω δούλω αυτοί). 
» "Εξελθε ταχέως εις τάς πλατείας καί ρύμ,ας της πόλεως, 
» καί τους πτωχούς, καί ανάπηρους, καί χωλούς, καί τυ- 
» φλούς είσάγαγε ώδε. Καί ειπεν ό δούλος : Κύριε, γέγονεν 
» ώς έπέταξας, καί ετι τόπος εστί. Καί ειπεν ό κύριος προς 
» τον δουλον. «"Εξελθε εις τάς οδούς καί φραγμούς καί ά- 
» νάγκασον είσελθεΐν, ινα γεμισθνί 6 οικ,ός μου. Λέγω γαρ ύ* 
» μϊν δτι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσε- 
» ταί μου του δείπνου.» 

Νομ,ίζω δτι οι άναγνώσταί μ,ου δύνανται να έννοησωσι τά 
πνεΰμ,α τ*?ίς παραβολής ταύτης, ήτις εστίν ή φωνή αυτή του 
καθοΜκοϋ Λόγου. Το κατ* έμ,έ, δεν εχω άλλο η να μ,ακαρί- 
σω τον εξοντα την ευτυχή άδυναμίαν του εκουσίως παραδο- 
θηναι εις την ύπο του λόγου καί της συνειδήσεως έπιβαλλο- 
μ,ένην αύτφ ανάγκην, καί να ο-ίκτείρω απεναντίας τον εξόν τα 
την δύναμιν του άντιστήναι, εως αν φέρνι έλεεινην τίνα νίκην. 

ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ. 'ΐδού ή έπιστιμ,ονική διατύπωσις, ή εν τω 
συγγράμματι τωδε περιεχόμενη : 

Τό συμπληρουν την άνθρώπινον φύσιν εστίν ή άτίόάνζοξ 
ά*1ή0ξΐα } υ} ό καθοΛικος Λόγος. 



II ΑΙΤΟΑΑΗΘΕΙΑ. 79 

ΐαϊίθα, βέβαιοι οντες οτι ο θάνατος τάχιον η βράοιον 
άξει ημάς ενώπιον του Πλαστού, ίνα αύτω οωμεν λο- 
γον της ημετέρας διαγωγής. Ό Πλάστης ημάς ερω- 
τήσει ει έζήσαμεν ενταύθα κατά τον λόγον και την 



Ό Ίησους Χριστός, θεραπεύει πληρές-ατα πάσας τάς χρείας 
Της ανθρωπινής φύσεως. 

"Αρα 6 Ίησους Χρίστος εστίν ή άχόΛντος αλήθεια, η ό 
καθολικός λόγος• 

Αποδεικνύονται κάλλιον αϊ λεγόμεναι γεωμετρικαΐ άλη- 
θειαι •, Τις έστιν δ δυνάμενος άναιρέσαι τάς τρεις ταύτας προ- 
τάσεις σοφός ; Εύκολώτερον δύναται να μεταφέρν) εκ της εαυ- 
τού θέσεως τό ύψηλότερον ορός της γνίς^ η να διασείστι την 
έπιστημονικην βεβαιότητα των είρημένων προτάσεων. ΑύταΙ 
είσΐν ό λίθος έφ' ου ωκοδόμηται ή Εκκλησία, και πύλαι α- 
δου ου κατισχύσουσιν αυτής. 

Έξαγόμενον της αποδείξεως ταύτης.— Ει ό Ίησοΰς Χρι- 
στός έστιν ή αύτοαληθεια, ό ημέτερος λόγος, όστις αυτό απο- 
δεικνύει, στηριζόμενος επί των διδομένων της ημετέρας συνει- 
δήσεως, οφείλει είναι αλάνθαστος και καθόλου νόμιμος. "Οθεν 
έπεται Οτι, ή άνθρωπότης οφείλει του λοιπού βαδίζειν εν τω 
φωτί του λόγου, της συνειδήσεως και του γραπτού λόγου του 
Θεού. Ταυτά είσιν άρχαί νό;ζιαοι. Παν τό προς αύτάς συνα- 
δον εστί παραδεκτόν' πάν δέ τό άπαδον, άπόβλητον• Ό σκε- 
πτισμός, τό κακόν καί ή πλάνη κατεστράφησαν υπό το") φω- 
τός των τριών τούτων άρχων. Μεταξύ του Χριστινισμου καί 
του σκεπτισμοΰ δεν υφίσταται σ/έσις. Όφείλει έκαστος 
είναι, η σκεπτικός άνευ ουδεμιάς πίστεως, η Χριστιανός λο- 
γικός καί ευσυνείδητος, εργαζόμενος ενταύθα υπέρ της έγγι- 
ζούσης των Ουρανών βασιλείας. 



80 ιι απόαληθεια; 

συνείδηση κατά τους κανόνας ους ήμΐν διέγραψε προ 
χιλίων οκτακοσίων και έξήκοντα τριών ήδη ετών ή α- 
πόλυτος αύτοΰ αλήθεια, ο καθολικός αυ- 
τού λόγος. Έκαστος σκεφθήτω πώς άποκριθήσεται 
εις την ερώτησιν. Το κατ'έμε έχω ειπείν αύτω ; Θεέ μου! 
Κύριε μου ! την δικαιοσύνην σου ουκ έκρυψα εν τη καρ- 
δία μου* την άλήθειάν σου και το σωτήριόν σου είπα. 
Ουκ έκρυψα το έλεος σου και την άλήθειάν σου άπο 
συναγαγης πολλής* συ δε, Κύριε, μη μάκρυνες τους 
οικτιρμούς σου άπ' ε^ιου, το έλεος σου και ή αλήθεια 
σου δια παντός άντιλάβοιντό μου. 



Β'. ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ. 

Η ΕΙΚΩΓί 

ΪΟΥ ΛΛΗΘΟΥΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 

ΤΩ ΘΡΗΣΚΕΪΤΙΚΩ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙ 

ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΩΝ 

ΤΗΝ ΤΟΤ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΘΕΟΤΗΤΑ 

ΟΜΟΑΟΓΟΥΝΤΩΝ, 

«Δια τι με καλείτε Κυρίες 
Κύριε ! καΐ ου ποιείτε α λέ- 
γω υμ?ν». (Αουκ. Δ'. 16). 

"Αδελφοί! 

Άφιερών την εικόνα του αληθούς Ίησοΰ Χρέ 
Οτου τω θρησκευτικώ αίσθήματι πάντων υμών, οι- 
τίνες ςαθέρώς ομολογείτε την αύτου θεότητα^ προύρ- 
γου ένόμισα ύμΐν ύπομνησαι τα άνωθι ρήματα, άπερ ο 
Κύριος ημών λέγει προς πάντας τους εν τω όνο'ματε 
αύτου ελπίζοντας. Ήδη καλώς έννοουμεν δια τών ρη- 
μάτων τούτων, δτι ή πίστις και 7] ηθική του Ευαγγε- 
λίου τοσούτον είσιν αχώριστοι και στενώς συνδεδεμέ- 
να^ ώστε ου δυνάμεθα είναι χριστιανοί, άντεχομενοε 
της μιας και παραιτούμενοι τής άλλης. Αύτδς δ Ιη- 
σούς Χρίστος μυριάκις έκήρυξεν, δτι άλλους δεν θά 
αναγνώριση ώς ίδιους ή τους τελέσαντας τον νδμον 
αύτου, τουτέστι τδννο'μον της αγάπης. Οι Απόστολος 

<> 



82 Ο ΑΛΗΘΗΣΟΗΣΟΤΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

δι* ών Ιγραψαν,άλλο δεν συνιστώσι τοις Χριστιανοΐς, 
ει μη βίον συνάδοντα προς τάς παραγγελίας της πί- 
στεως, λέγοντες, δτι προτιμότερον να μη πιστεύω- 
μεν εις τδν Ίησουν Χριστδν, η να ζώμεν εθνικώς εις 
αύτδν πιστεύοντες. Τα ίσχυρο'τερα του Χριστιανισμού 
όπλα είσί τα χρηστά ήθη των χριστιανών. Έάν βλέ- 
πωμεν σήμερον δτι ο αθεϊσμός υπερισχύει του Χριστι- 
ανισμού, τούτο γίνεται, διότι οι χριστιανοί έγκατέλι- 
πον τα φυσικά αυτών δπλα. «Που έσμεν, λέγει δ ευ- 
σεβής Βουρδαλού, και που έστιν ή πίστις αυτή των 
πρώτων αιώνων, ή πίστις, ήτις έπέστρεψεν δλον 
τον κδσμον ; Τότε άθεοι ίχΐΊοντο χριστιανοί• σήμερον 
χριςιανόί γίνονται άθεοι.» Πραγματικώς, άναιρεΐν τά 
σοφίσματα και τάς ψευδείς αρχάς των άπιστων, και 
άποδεικνύειν μετ' αύστηρδς λογικής τάς θεμελιώδεις 
του Χριστιανισμού αληθείας, ουκ εστί ^ύςκολοψ αλλά 
συνάπτειν πάντας τους χριστιανούς έν μια μόντ) Εκ- 
κλησία, και πείθειν αυτούς ζ?}ν, ως εζων οι χριστια- 
νοί των πρώτων χρόνων, ιδού τι μοι φαίνεται αδύνατον 
εις τάς ανθρωπίνους δυνάμεις, ιδού τι δεν δύναμαι νά 
πράξω άνευ της συνδρομές αυτού του Θεού, έάν μη δ 
Θεός χαρίσηταί μοι την δύναμιν του ποιεΐν θαυμάσια. 
Πώς δυνάμεθα πεΐσαι, δτι δ κλήρος της Ανατολής και 
Δύσεως ετάραζε τήν ήθικήν του Χριστιανισμού τάξιν, 
έθυσίασε τήν άγάπην εις τά ευτελή αυτοί) συμφέρον- 
τα, διέρρηξε τον άρραφον του Χρίστου χιτώνα, και 
άντι του ποιμαίνειν τά πρόβατα αύτου, επιδιώκει μό- 
νον τήν τροφήν τών εαυτού παθών, και τήν θεραπείαν 



Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 53 

των ηδονών του ; Πώς δυνάμεθα πείσαι, οτι η του 
Θεού δικαιοσύνη έτιμώρησεν αμφότερους: την μεν ά- 
νατολικήν Εκκλησία;, ύποτάσσουσα αυτήν τω ζυγώ 
των βαρβάρων, τήν δε δυτικήν, έγείρουσα κατ' αύτης 
το πνεύμα της αφέσεως, και το της άθείας ης 
έξοχον έστάθη όργανον ο Βολταΐρος ; Πώς δυνάμεθα 
πεΐσαι, δτι α ι δύο κεχωρισμέναι άπ αλλήλων Εκκλη- 
σίας όφείλουσι τώρα μετανοήσαι δια τα εαυτών άνο- 
μήματα, άποκαταστησαι την ένωσιν κατά τάς αρχάς 
της πρώτης Εκκλησίας, και ζψ εν τη ήθικτί αρμονία, 
καθώς οι πρώτοι χριστιανοί; Θεέ μου ! δός μοι την 
δύναμιν, ούχι του θεραπεύειν ασθενείς ή νεκρούς άνι- 
σταν, άλλα την δύναμιν του καταστρέφειν και άφαι- 
ρεΐν την ζωήν ων βούλομαι, και αμέσως οψόμεθα δλον 
τον κόσμον μετανοουντα• οψόμεθα ένθεν μεν τους ήμι- 
σόφους του αιώνος τούτου ομολογοΰντας την θεότητα 
του Χρίστου, ένθεν δε το ίερατεΐον ί^οιιολογούιιεΊΟΊ 
δημοσίως τάς αμαρτίας του, και θέλον βιουν, ως οι 
αρχαίοι Πατέρες της Εκκλησίας. Όρώ το κακόν εν 
ταΐς δυσι ταύταις τάξεσι τής κοινωνίας, μη βλέπων 
άλλαχου το φάρμακον ή εν ττ^ χειρί του Θεοΰ* διότι 
ή λογική, ούσα μόνον γλυκεία και υποχρεωτική, ου 
δύναται πεΐσαι, ούτε τους σοφούς οτι πλανώνται, ούτε 
τον κληρον δτι δεν υπηρετεί την χριστιανικήν άλή- 
θείαν, ούτω διάγων. 

Ό Ίησοΰς Χρίστος, άπδ της εις τον κόσμον εαυ- 
τού εμφανίσεως, έστάθη το άντικείμενον αντιθέτων 
κρίσεων και διηνεκών ερίδων εν τω άνθρωπίνω γένει. 



8ί Ο ΑΛΗ&ΗΣ ΙΗΣΟΫΣ ΧΡΒΪ02. 

Το προςβάλλον ήμας επί χίλια οκτακόσια έξήκοντβ 
τρία ετη τούτο φαινόμενον, του οποίου το θέαμα θά 
προςβάλ*/) ωσαύτως τάς μέλλουσας γεννεάς, προεΐδε 
και προκατήγγειλεν, ο τον Ίησουν Χριστόν εν άγκά-' 
λαις δεξάμενος και δούς δοξαν τω Θεώ, ούτως άποκαλύ-' 
ψαντι το φως εις πάντα τα έθνη• «Ούτος εσται, είπε ττ] 
μητρί αύτου εις πτώσιν και άνάστασιν πολλών εν τω 
Ισραήλ, και εις σημεΐον αντιλεγόμενο ν και σου δε αυ- 
τής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν άποκαλυ- 
φθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί•)) (Λουκ. Β* 
34,) Ό προφήτης Ησαΐας προς έξήγησιν της φύσεως 
του Μεσίου ον προείρηκε, και τών αναγκαίων της έπι 
γης παρουσίας αύτου συνεπειών,εκάλεσεν αύτον λ ί θ ο ν 
γωνίας, ε κ λ ε κ τ ο ν, τ ί μ ι ο ν, και π έτ ρ α ν 
π ρ οσκόμματο ς και σκανδάλου.(ΚΗ.16.)Λοιπόν ου- 
δέν παράδοξον,έάν βλέπωμεν πραγματοποιούμενα τα το- 
σούτον καθαρώς και ρητώς προρρηθέντα* εάν βλέπωμεν 
άπ'άρχής άχρι σήμερον, ένθεν μεν τους μαθητάς του Ιη- 
σού Χρις-οΰ, οΐτινες έκ του σύνεγγυς αύτον γινώσκου- 
σιν, ομολογουντας άκλονήτως την αύτου θεότητα και 
πειθομένους τω λόγω του, ένθεν δε τους πόρρωθεν 
αύτον βλέποντας ή τους μη γνώναι αύτον βουλομέ- 
νους, εσφαλμένως αύτον κρίνοντας, ή υβρίζοντας και 
καταβλασφημουντας. Ζώντος αύτου, οι μεν έκάλουν αύ- 
τον Ήλίαν, έτεροι δε Ίερεμίαν, ή ένα τών προφητών 
άλλοι Σαμαρείτην και δαιμόνιον έ'χοντα, μάγον και 
φίλον του διαβόλου, ψεύστην, άπαταιώνα, ασεβή, κατά 
τών θείων και ανθρωπίνων νόμων άντάρτην, άξιον ςαυ- 



Ο ΑΛΙΙΘΙΙΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. «5 

ρου και θανάτου. Έθανάτωσαν αυτόν άλλα το εν άν- 
θρώποις αποτέλεσμα αύτοΰ διατελεί το αυτό. Οι μεν 
έπίστευσαν ότι ανέστη και άνήλθεν εις τους ουρανούς, 
μέλλων πάλιν έλθεΐν μετά δυνάμεως και δόξης ίνα 
κρίντ; τον κόσμον,Οι δε διατείνονται, ότι ουκ ήδυνήθη 
συντρίψαι τους νόμους της φύσεως, και ουδείς ουδέ- 
ποτε αυτόν όψεται. Κρίνοντες αυτόν ώς ά^ρω-χοΊ κα. 
θαρώς ιστορικόν, δυνάμεθα ίδεΐν εν αύτω ενα Σωκρά. 
την, εν α Μωάμεθ, τέλειον τίνα ήθικολόγον, η ενα 
πλάνον επίσης τέλειον, άνθρωπον της εποχής του, 
μεγαλονουν της τύχης, άνθρωπον τέλος ίδανικόν* 
πλασθέντα υπό του ανθρωπίνου πνεύματος. 

Αι αντιφατικά! αύται γνώ μαι, τάς οποίας άπαντώ- 
μεν καθ 5 δλας τάς έποχάς, εις ούδένα άνήκουσι. Κα- 
θώς ό αήρ διακέχυται καθ 5 όλην την έπιφάνειαν της 
γης, και έκαστος εξ αύτοΰ άναπνεΐ κατά το κλίμα, 
και τον τόπον της κατοικίας του, τοιουτοτρόπως δλα« 
αι ίδέαι, αληθείς ή ψευδείς, καλαι η κακαί, είσί διακε- 
χυμέναι έπ! της επιφανείας των ημετέρων ψυχών, και 
έκαστος μόνον εξ αυτών άναπνεΐ κατά το κλίμα και 
τον τόπον της εαυτού ανατροφής και τά μέρη της δι- 
αμονής του. Άναπνεΐν και σκέπτεσθαι είσί δύο γεγο- 
νότα <ΧΊ>£Κογ(ΐ, συγκείμενα υπό των αυτών στοιχείων, 
και τοις αύτοΐς νόμοις υποκείμενα. Χωρίς αέρος, ου- 
δεμία αναπνοή, ουδεμία σωματική ζωή. Χωρίς ιδέας 
ή πνεύματος, ουδεμία σκέψις, ουδεμία πνευματική 
ζωή. Ή άγνοια τών νόμων της αναπνοής δεν εμποδί- 
ζει τους ανθρώπους του άναπνεΐν τε και ζϊ)ν ει δ( 



86 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

και οι φιλόσοφοι ουκ έγνωσαν ετι πόθεν προέρχονται 
ολαι ημών αί ίδέαι, τούτο ουδόλως κωλύει τήν ένέρ- 
γειαν του σκέπτεσθαι και τήν πνευματικήν ζωήν. Άλ- 
λα το βέβαιον, ότι το νόσημα και η υγεία, ο θάνατος 
και η ζωή, εξαρτώνται κατά μέγα μέρος εκ του αέρος 
ον άναπνέομεν, και ουκ ες•ιν άδιάφορον εχείν ιδέας α- 
ληθείς ή ψευδείς, άναπνεΐν πνεύμα καθαρόν ή άκάθαρ- 
τον επειδή εντεύθεν έξαρτδται ή νόσος ή ή υγεία, ή 
ζωή ή ο θάνατος της ψυχής ημών, ης όφείλομεν έπι- 
μελεΐσθαι μάλλον ή του σώματος. Και καθώς δυνάμε- 
θα φεύγειν το νοσερόν κλίμα και συχνάζειν το υγιές, 
οΰτω δυνάμεθα άπορρίπτειν τάς ψευδείς ιδέας και α- 
σπάζεσθαι τάς αληθείς, άμα τοιαύτας άναγνωρίσωμεν. 
Ή προεισαγωγή αυτή ορίζει, νομίζω, τον σκοπόν 
μου, πασαν παρεννόησιν εξ ύπαρχος αποκλίνουσα. Ει 
έρχομαι άντιτάξαι τον άληθη Ίησοΰν Χριστόν τω 
ψευδεί, ου ποιώ τούτο όπως προςβάλω τον άνθρωπον, 
όςτις, ένεκα του αέρος δν άναπνεΐ, εσχε την δυστυ- 
χίαν να γεννήστ] τοσούτον παχυλάς πλάνας, προ- 
σκόπτων επί τής πέτραςτουσκανδάλου, άντ* 
του οίκοδομεΐσθαι επί του λίθουτήςγωνίας, του 
ακρογωνιαίου λίθου. Ό σκοπός μου εστί κατά πάντα 
όμοιος τω του ιατρού* Ό ιατρός, καίτοι ων εχ- 
θρός και διώκτης των νοσημάτων, ου παύεται δια τού- 
το φίλος είναι τών ασθενών. Έάν αποδείξω, ότι, αί 
πάλαια! πλάναι, έκτεθειμέναι νυν ενώπιον του κοινού, 
δηλητηριάζουσι τάς μή δυναμένας καλώς αύτάς εκτί- 
μησα ι ψυχάς, υποσκάπτουσας τήν άνεχομένην αύτάς 



Ο ΑΑΗΗΗΣ ΙΗΣΟΪΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 87 

κοινωνίαν, ού ποιώ τούτο, δπως επιβαρύνω τον συγγρα- 
φέα δι* εγκλήματος τόσον βαρέος, (έχει αναμφιβόλως 
τάς καλλιτέρας προθέσεις υπέρ του κοινού κάλου, τό ό- 
ποιον θεωρεί κατ* ίδιον τρόπον) άλλ' δπως στιγματίσω 
το κακόν, και συστήσω το αγαθόν, έξηγών την φύσιν 
αμφοτέρων. Έάν άπατώμαι εγώ αυτός, άλλοι δικαι- 
ούνται νά με θεωρήσωσι κατά τον αυτόν τρόπον. Έ- 
σομαι δε λίαν ευγνώμων τω θέλοντί με άπαλλάξαι 
τ^ς πλάνης μου. 



ΧΑΡΑΚΤΗΡ ΤΟΪ ΠΟΜΑΤΟΣ 

*0 ΕΡΧΟΜΕΘΑ ΑΝΑΣΚΕΥΑΣΑ!. 

Ό βίος ταυ Ίησου έστιν εποποιία τις και ουχί έρ- 
γον ιστορικόν. Ει δει πιστεΰσαι τον συγγραφέα, αυτός 
ουτός έστιν άνθρωπος εμπνεόμενος υπό των 
τόπων, ποιητής, ουδέν άλλο οφειλών τγ ιστορία ή 
τό όνομα του ήρωος, τον όποιον επλασεν η φαντασία 
του, δπως προςφέρτ) εις τό κρίνον νέον τινάθεόν, νέαν 
θρησκείαν, νέαν ήθικήν. Ό "Ομηρος του δεκάτου έννά- 
του αιώνος έρχεται δια του Ίησου του νά άπαλλάξτ, 
ήμ2ς των προλήψεων και δεισιδαιμονιών, ας ο αληθής 
Τησοΰς Χριστός κατέστησεν έπικρατες-έρας εν τω κο- 
σμώ επί χίλιους οκτακόσιους εξέχοντα τρεις ήδη ένι- 
αυτους, και νά διδάξτ] ημδς τάς αληθινά; πεποιθήσεις 
άςτό πνεύμα των τόπων αύτώ ενέπνευσε. ΙΙοί- 



88 ,0 ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

αν ίδέαν όφείλομεν εχειν περί Θεοΰ, περί της ψυχής 
ημών, περί του ημετέρου προορισμού, και πώς έκα- 
στον άτο^οΊ και εν γένει η κοινωνία όφείλουσι ρυθμί- 
ζειν τον εαυτών βίον κατά την νέαν άποκάλυψιν ; Τοι- 
ούτος έστιν ο σκοπός δν ο ποιητής προέθετο, πλάτ- 
των τον νέον αύτοΰ Θεον, άποδιδούς αύτω θαυματουρ- 
γών δύναμιν, πιστεύων εν καλ?ί ττ] πίστει ότι ο 
νεογέννητος ούτος Θεός καταλύσει τον παλαιον 
Θεον, ως ο Ζευς ανέτρεψε τον εαυτού πατέρα Κρο- 
νον, και ιδρύσει νέαν τάξιν πραγμάτων. Έπανάςα- 
σ ι ς ριζική, ιδού το έπιγεγραμμένον εν τγ ση^ 
μαία του σύμβολον. Πράγμα παράδοξον ! Λοιπόν, ου 
μόνον ρί αρχαίοι ήδύναντο πλάττειν θεούς, /Ιδού καΐ 
κατά τον δέκατον εννάτον αιώνα σοφός τΐ£ άκαδημια- 
κος, εξερχόμενος των ορίων του, έρχεται νά ανάπτυξη 
θαυμασίως την αυτήν δεξιότητα, Άλλα καλώς σημει- 
ώσωμεν ότι ή ποιητική φαντασία ουκ εστί δύναμις δη- 
μιουργός, δυναμένη εκ του μη όντος τι παραγαγεΐν, 
άλλα μόνον δύναμις συνδυαστική, ήτις ουδέν άλλο δύ- 
ναται ή κατατάξαι, καθάπερ αυτί} αρέσκει, τά διάφορα 
νπο της πείρας αύττ} παρεχόμενα πράγματα. Ακρι- 
βώς ειπείν, ο -ποιητής συνδυάζει, άλλ' ου δημιουρ- 
γεί, ή μορφή αύτω ανήκει, αλλ 5 ούχι υλη, το σύ- 
νολον, αλλ 3 ουχί τά. στοιχεία. Ό Ψευδόχριστος 
ανήκει όλως τω κ. Τενανι• ουδείς αύτω δύναται 
άμφισβητησαι τήν αύτοΰ ίδιοκτησίαν. Άλλα τά προς 
σχηματισμόν του Ψευδοχρίστου στοιχεία, ελήφθησαν 
4# διαφόρων πηγών. Ό έγελισμός, ό υλισμός, ο σκε^- 



Ο ΑΛΗΘΙ1Σ ΙΡ1Σ0ΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 89 

πτισμός εΐσιν αϊ τρεις σχολαί, εις ας οφείλει δ ποιη- 
της παν δ,τι εσωτερικώς συγκροτεί τον εαυτού η• 
^ωα, δανεισθείς εν τω εξωτερικώ εκ του Εύαγγε 
Αίου την λέξιν Ίησους και την καθαράν ήθικήν, όπως 
λαμπρύντ) το είδωλον αύτου χρώματι λαμπρώ, καΐ 
ούτω κάλυψη την έσωτερικήν άσχημίαντου. 

3 Αλλ' ή μίΰοόος αυτή κακώς έξελέχθη ως οπλο^ 
κατά του Χριστιανισμού, Ό Χριστιανισμός κατέστρεψε 
τους θεούς των ποιητών δια της ηθικής αυτού και τής 
λογικής, δια της εαυτού απλότητας και γενναιότητος,• 
και ούχι δια του δόλου, της μηχανουργίας, της ποιη- 
τικής τέχνης. Ό θέλων άντ 3 αύτου κατάστησα* άλ- 
λον θεον οφείλει κατ 5 αύτου βαδίζειν δια της αυτής 
μεθόδου, μετά τών αυτών όπλων, και ούχι διά της α- 
γενούς δολιότητος της παλαιάς ειδωλολατρείας. Ό 
σοφός άκαδημιακός έπελάθετο εκ του ενθουσιασμού, 
καθώς φαίνεται, του αιώνος του, συνεπιλαθόμενος ότι 
ανήκει εις έπιστημονικήν χορξίαν, μη έπιτρέπουσαν α- 
ναμφιβόλως πραγματεύεσθαι ποιητικώς περί τοιούτων 
άκροσφαλών ζητημάτων. Άλλ 3 δ γέγονε γέγονεν. Ό 
ψευδής Ίησους έρχεται νά άνατρέψ•/) τον αληθή Ίη- 
σουν Χριστον, όςτις οφείλει νά υπερασπισθεί διά τών 
στρατιωτών αύτοΰ,τουθ'δπερ ήδηποιήσαιμέλλομεν.Έρ- 
χόμεθα νά ύπερασπίσωμεν τον Χριστιανισμόν, έκθέτον- 
τες τάς αρχάς του, τάς οποίας δια τής λογικής, δι* αυ- 
στηρός και επιστημονικής μεθόδου άποδεικνύοντες, Οά 
άνατρέψίομεν τους προμαχώνας ες ων ο εχθρός έ- 
ξήλθεν, όπως ούδεν αύτώ άφήσωμεν κατααύγιον, ά- 



$0 Ο ΑΛΙΙΘΗΣ 1ΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

πογυμνοΰντες αύτον του χρις^ιανικου ενδύματος, δπερ 
έλαβε προς έξαπάτησιν των μη είδότων, παριστώντες 
αύτον ενώπιον του κοινού γυμνον, δπως ίδωσι το θαυ- 
μάσιον κάλλος του. 

Ειπον εξ αρχής, δτι ο βίος του Ψευδοφρίστου ουκ 
εστίν έργον ιστορικόν, επειδή τοιούτος Ίησους ουδέ- 
ποτε εζησεν εν τω κοσμώ τούτω. Αύτο εστίν έργον 
ποιήσεως, μυθιστόρημα γενόμενον προς τον σκοπον 
του ύποσκάψαι τον χριστιανισμον καίπροάξαι τεχνηέν- 
τως τάς παχυλάς πλάνας της νεωτέρας φιλοσοφίας, ήτις 
στερούμενη πάσης μεθόδου και πάσης λογικής, ζητεΐ 
νά κατισχύστ) των σωτηρίων του χριστιανισμού άρχων 
δια της τέχνης των σοφιστών και των αρχαίων ποιη- 
τών, η δια της τέχνης τών νεωτέρων μυθιςοριογράφων. 
Δια τούτο άφίνω ιζρωχοΊ κατά μέρος τον κύριον Φε- 
ν2να και τον Ίησουν αύτοΰ, ερχόμενος να καταδείξω την 
•άσάλευτον στερεότητα του ακρογωνιαίου λίθου, δςτις 
έστιν ο Ιησούς Χρίστος, εφ 3 ου οι άφρονες άκαταπαύ- 
ςως συντρίβονται, άνασκευάζων την νεωτέραν φιλοσο- 
φίαν δια τής άποδείξεως,ότι ωκοδόμηται έπι τής άμμου, 
κακώς άρξαμένη και κακώς τελειώσασα, μηδέν 3 άλλον 
καρπον δυνηθεΐσα παραγαγεΐν, ή τον ύπο του κυρίου 
'Ρενανος και τής σκεπτικής αύτου σχολής πλασθέντα 
Ψευδόχριστον. Ούτω θα φωτίσω το κοινον, ίνα κατα- 
στήσω αύτο ίκανον έκλέξαι μεταξύ τών αρχών του Χρι- 
στιανισμού και τών αρχών τής νεωτέρας φιλοσοφίας, 
οΐτινές είσι δύο εχθροί αδιάλλακτοι. Ό πόλεμος μεταξύ 
αυτών εσται εως αν ο εις καταστρέψω τον άλλον. 



ΟΛΛΗβΗΣ ΙΗΣΟΙ'Σ ΧΡΙΣΤΟΣ. β» 

ΕΙΚΩΝ 

ΤΟΥΑΛΗΘΟΤΣ ΙΙ1ΣΟΪ ΧΡΙΣΤΟΥ. 

Ό αληθής Ίησους Χρίστος έ'χει συνείδησιν τής αι- 
ωνίου αύτου υπάρξεως και απολύτου δυνάμεως, ΐίος 
του ανθρώπου, εστίν ωσαύτως υιός του Θεού, ου ουδέ- 
ποτε έχωρίσθη, κύριος ζωής και θανάτου, έπιβάλλων 
τήν άνωτέραν αύτου θέλησιν εις δλην την φύσιν, πα- 
ραγγέλων αύθεντικώς τον ηθικόν ίο^οί, και καθιερών 
αύτον δια των αιωνίων ποινών και αμοιβών. Ό αλη- 
θής" Ιησούς Χρίστος έχει συνείδησιν της απείρου αύτου 
αξίας• δθεν απαιτεί τήν λατρείαν και τήν άφοσίω- 
σιν εξ δλης ημών της καρδίας. Ό μή αγαπών αύτον, 
ο μή αύτον λατρεύων, ως εστίν άξιος, ο μή βλέπων εν 
αύτώ το μεγαλεΐον και τήν μεγαλοπρέπειαν του Θεού, 
του ποιήσαντος τον ούρανον και τήν γήν, τους αγγέ- 
λους και τάς ψυχάς, ούκ εστίν άξιος αύτου, μή δυνά- 
μενος είναι εις εκ τών μαθητών του. Ό αληθής Ιη- 
σούς Χρις-ος γινώσκει τήν εαυτού άπος^ολήν, έκπλη- 
ρών αυτήν μετά συνέσεως και δικαιοσύνης. Γινώσκει 
προηγουμένως τήν έπιτυχίαν του έργου του, γινώσκει 
τους εαυτού φίλους και τους εχθρούς, προλέγων πώς 
έκατέροις προςενεχθήσεται κατά τήν δευτέραν και εν- 
Ζο^οί παρουσίαν του. Ό αληθής Ίησους Χρίστος έστι 
το φως, το φωτίζον πάντα άνθρωπον έρχόμενον εις 
τον κόσμον. Εστίν ή οδός, ή αλήθεια, ή ζωή, ο οίρτος 
ο τρέφων τάς ημετέρας ψυχάς, και το ποτίζον αύ- 
τάς ύδωρ. Ένί λόγω, ο αληθής Ιησούς Χριστές έστι 



$2 Ο ΑΛΗΘΗ2 ΙΗΣΟΤΣ ΧΡΙΣΤ02» 

Θεός, γενόμενος άνθρωπος ίνα θεδν ποίηση τον άν- 
θρωπον. Τοιούτος έστιν ο αληθής Ίησοΰς Χρίστος, δν 
δια των τεσσάρων ευαγγελίων εγνωμεν. Τοιούτος ες;ιν 
ο αληθής Ίησους Χρίστος, δν έξ ύπαρχης οι Προφήται 
.προήγγειλαν, οι Απόστολοι |ν τω κοσμώ μετά την ά^ 
νάστασιν αύτρυ έκήρυξαν, και . έφ' ου ωκοδόμηται η 
Εκκλησία., καθ 3 ης και πύλαι αδου ου κατισχύσουσιν. 

Όμολογοΰμεν σταθερώς τονΊησοΰν Χριστον και την 
θεοτητητα αύτου, δικαιούμενοι ύπο του λόγου και της 
συνειδήσεως, μη δυνάμενοι να προδώσωμεν αύτον και 
μετ' αύτοΰ τον ύψηλον της ημετέρας φύσεως προορι- 
σμον, την θέωσιν ημών επειδή δτε λόγος και ή συνεί- 
δησις, οι τον Ίησουν Χριστον ήμΐν συνιστώντες, είσιν 
ισχυρότεροι ημών. Πάσα κρίσις δικαιούμενη ύπο του 
λόγου και της συνειδήσεως έστιν αληθής, και δ μη αυ- 
τήν έπιδοκιμάζων ούκ εστί λογικός, ουκ εστίν άνθρω- 
πος. Πάσα κρίσις άντιφάσκουσα προς τον λόγον και 
την συνείδησίν έστι ψευδής,και δ Ιπιδοκιμάζων αυτήν, 
Όύδε τήν ελαχίστην έχει άξίαν, εστί καταφρονητέος. 
"Ήδη έρχόμεθα να έξετάσωμεν τήν φύσιν της κρίσεως, 
δεικνύοντες τις εστίν ή αληθής, και τις ή ψευδής. 

Έν πρώτοις διακρίνομεν δύο είδη κρίσεως : τήν έ- 
ξωτερικήν κρίσιν, ή τήν τών δικαστηρίων, και τήν έ- 
σωτερικήν ή ψυχολογικήν κρίσιν. — Ή κρίσις τών δι- 
καστηρίων ύποτίθησιν άναγκαίως δικας-ήν, νόμον, ύπό- 
^θεσιν οιανδήποτε, ουσα^ το άντικείμενον της κρίσεως, 
καί μαρτυρίας.Ή αρετή του δικαςοΰ συνίςαται εις το κα* 



Ο ΑΛΗΘΗΣ ϊΗΣΟΓΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 93 

λως έννοεΐντδν νομαν και έφαρμοζειν αύτον δικαίως εις 
την ύπόθεσιν, στηριζόμενος έπιτών αληθών μαρτυριών. 
Ουδείς δύναται άρνηθήναι δτι ο δικαστής, ένθεν μεν, 
έχει την δύναμιν του έννοεΐν τον νόμον, ένθεν δε, την 
ικανότητα του διακρίνειν τάς αληθείς τών ψευδών 
μαρτυρίας. Έκ ταύτης της αναλύσεως βλέπομεν δτι 
τα αναγκαία προς σχηματισμδν της κρίσεως δικαςη- 
ρίου τίνος ςοιγείά έστι τα έξης τέσσαρα; ο δικαστής, 
δ νόμος, ή ύπόθεσις και οι μάουρες. Τα στοιχεία ταύ- 
τα λίαν έστι διακεκριμμένα, άπερ ού'δυνα'μεθα συγ- 
χέειν, ειμή άφρόνως. Ή κρίσις έστιν αληθής ή δικαία, 
δταν συνάδτ] προς τον εγγραφον νόμον, στηριζομένη 
έπι τών αληθών μαρτυριών. Ή κρίσις έστι πλημμε- 
λής, ή άδικος, δταν άντιφάσκτ) προς τον νόμον,ή στη- 
ρίζεται έπι ψευδών μαρτυριών. Το πλημμελές της 
κρίσεως προέρχεται έκ του δικαστού, δς έστι περί τού- 
τον υπεύθυνος. Άλλ* ή δικαιοσύνη έξ εναντίας πηγά- 
ζει έκ του νδμου και ουχί έκ του δικαστού• ο δε δι- 
κας-ής ές-ι μόνον αξιέπαινος, επειδή καλώς ένόησε και 
εφήρμοσε τον νόμον. — Ή ψυχολογική κρίσις σύγκειται 
έκ τών αυτών στοιχείων, υποκείμενη εις τους αυτούς 
νόμους. Ό δικαστής έστι το ελεύθερον και άνεξάρτη- 
τον πρόσωπον ή τδ έ γ ώ. Ό νόμος έστιν ο λ ο γ ο ς. 
Οι μάρτυρες είσιν ή συνείδησίς, τα πάθη, αι προλή- 
ψεις. Ή ύπόθεσίς ές-ιν άντικείμενόν τι νοητόν. Ό λό- 
γος, ως νόμος, έστιν αναλλοίωτος έν τγ φύσει, διότι 
πηγάζει έκ Θεοΰ, ος έστιν ωσαύτως αναλλοίωτος* 
Ή συνείδησις έστιν όλως απλή και ειλικρινής εις τάς 



9# Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

μαρτυρίας . ης, μηδέν λέγουσα περισσότερον η όλιγώ- 
τερον του ό,τι γινώσκει η αγνοεί περί του υποκειμένου 
τής κρίσεως• Τά πάθη όμως και αϊ προλήψεις δίδουσι 
τάς ψευδείς μαρτυρίας. Το ε γ ώ Ιχει άφ' ένος τήν 
Βύναμιν του έννοεΐν τον λόγον,δυνάμ3νον αφ 5 ετέρου να 
διακρίντ) τήν μαρτυρίαν της συνειδήσεως άπο της των 
προλήψεων και των παθών• Πάσα κρίσις συνάδουσα 
προς τον λόγον και τήν συνείδησιν εστίν αληθής. Πά- 
σα κρίσις άντιφάσκουσα προς τον λόγον ή την συνεί- 
δησιν έστιν εσφαλμένη. Ουδέποτε ο λόγος και ή συνεί- 
δησις δύνανται είναι παραγωγοί του πλημμελούς της 
κρίσεως. Ή πλημμέλεια της κρίσεως προέρχεται εκ 
του εγώ, κρίνοντος εν παρεννοήσει του νόμου, ή έπι 
τής ψευδούς μαρτυρίας των προλήψεων και των κολα- 
κευτικών παθών έπερειδομένου• και δια τούτο εστί μό- 
νον ύπεύθυνον. Απεναντίας, ή αλήθεια της κρίσεως 
Ιχει πάντοτε ως άρχικήν αίτίαν, τον λόγον και τήν 
συνείδησιν, τον αληθή νόμον και τον αληθή μάρτυρα• 
Το έ γ ώ μόνον, δπερ απαγγέλλει την αληθή κρίσιν 
Ιστί λίαν άξιέπαινον, επειδή εννόησε τον νόμον, έδέ- 
ξατο την αληθή μαρτυρίαν, απόκρουσαν τήν ψευδή. 
Ό λόγος καΐ ή συνείδησις ούδεμίαν έπι του δικα- 
στού έξασκουσι βίαν. Τά πάθη μόνον βιάζουσιν αύτον 
και αί προλήψεις τον παρασύρουσα Δια τούτο όταν το 
εγώ άπαγγέλλτ] κρίσιν αληθή, άντιτεΐνον εις τάς προ- 
λήψεις και την δύναμιν τών άντιτασσομένων αυτγ πα- 
θών, τότε καθαρώς έκδηλοι την έλευθερίαν του, δει- 
κνύον διά της πράξεως αύτοΰ ότι έχει ιδίαν ένέργειαν, 



6 ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 9£ 

δι* ης γίνεται κύριον εαυτού και ενεργεί δι* έαυτοΰ• 
Ένταΰθα άπαντώμεν δλην τήν ήθικήν άξίαν. Π2σ& 

λοιπόν ορθή κρίσις εστί δήλωσις της ελευθερίας, ήτις 
εστίν ο μόνος ορός της ορθής κρίσεως Όταν ο δικά* 
στης υπόκειται εις την ώθησιν των παθών ή των προ- 
λήψεων, ου δύναται άκολουθήσαι τον λόγον και τήν 
συνείδησιν, άπαγγέλλων έσφαλμένας κρίσεις, στερού- 
μενας πάσης ηθικής αξίας. Το συνιστών την ηθικότητα 
και την ήθικήν τάξιν έςιν ή ελευθερία, ύποτασσομένη 
εκουσίως εις τον λόγον και την συνείδησιν, άτινα ύπο- 
χρεουσιν, άλλα δεν άναγκάζουσιν. Ήδη έρχόμεθα κα• 
τα τους νόμους τούτους να κρίνωμεν τον Χριστιανισμον 
και την νεωτέραν φιλοσοφίαν, ένθα οψόμεθα ότι ο λό- 
γος και ή συνείδησις δικαιουσιν ήμας εις το έπιδοκι• 
μάσαι τον μεν, και καταδικάσαι την δε. 



ΑΠΟΑΕΙΞΙΣ 

ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΤΟΤ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ! 
ΑΛΗΘΕΙΩΝ. 

Ό Θεός έστιν εν τρισι προςώποις. 

Ή κρίσις αυτή οφείλει είναι κατ' ανάγκην αληθής. 
Επειδή ει ο Θεός δύναται κρίνειν και πράττειν, άναγ- 
καίως έπεται ότι ό Θεός κρίνει κατά Συνείδησιν και 
Λόγον επίσης τέλεια. Ει, εν τ9) άνθρωπίντ) φύσει, ή 
συνείδησις, το εγώ και ό λόγος ου συγχέωνται, διότι 
εϊδομεν ότι το εγώ δύναται κρίνειν, κατά ή παρά την 



$$ Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΪΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

ρυνείδήσιν, κατά η παρά τον λόγον, και οτι ο λόγο<| 
και ή συνείδησης ουκ εχουσιν την αυτήν λειτουργίας 
εν [χείζονι λόγω ή Συνείδησις και ο Λόγος του Θεοϊί 
ου δύνανται συγχέεσθαι προς αύτον τον Θεόν. Ή Συν- 
είδησις του Θεού έστι το πνεύμα, δ γινώσκει τον Θεον 
και δι' ου ο Θεός γινώσκει αύτος εαυτόν. Ό Λόγος 
του Θεοΰ έστιν ή ιδέα ην ο Θεός έχει περί εαυτού, ι- 
δέα, ούσα κατ 3 ανάγκην ϊστ) τω Θεω* άλλως, ο Θεός 
ουκ έχει ίδέαν άληθη περί εαυτού. Λοιπόν, ο Λόγος- 
του Θεού οφείλει είναι τοσούτον τέλειος και αληθής, 
δσον. αύτος ο Θεός, οφείλει είναι άλλος Θεός αχών το 
αύτο Πνεύμα, τήν αυτήν Συνείδησιν του Θεού* Και κα- 
θώς ή διάκρισις του λόγου και της συνειδήσεως εν ή* 
μΐν ουδόλως εμποδίζει τήν ενότητα της ημετέρας φύ- 
σεως, ούτω και ή διάκρισις του Λόγου και της Συνει* 
δήσεως εν τω Θεω ουκ εμποδίζει παντάπασιν τήν ενό- 
τητα της θείας φύσεως. 

Ή χριστιανική θεολογία, εναντίον* της σοφίας των 
ανθρώπων του κόσμου τούτου, παρ* οίς ή φαντασία και 
αι προλήψεις Ικπροςωπουσι τον λόγρν και τήν συνείδη- 
σιν, ς•αθερώς έβεβαίωσε τήν φύσιν του αληθινού Θεού, 
ορίζουσα αυτόν : Όν τέλειον εν τρισι προςώποις, Πα- 
?ρΐ ] ϊΐω και Άγίω Πνεύματι. Ό Πατήρ γέννα τον 
ϊιόν, και το 'Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πα- 
τρός άναπαυόμενον εν τω Τιω. Ό Πατήρ εστί το πρω- 
τότυπον. Ό Χίος έστιν ή είκών αύτοΰ ίση τω πρώτο-. 
τύπω. Το "Αγιο ν Πνεύμα έστιν ή κοινή αυτών συνεί- 
δησις, γινώσκον τον Πατέρα και τον Τίον, οΐτινες 



Ο ΑΑΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 97 

αμοιβαίως γινώσκονται διά τοΰ αύτοΰ Πνεύματος, τοΰθ' 
δπερ συνιστά τον ένα Θεον, καίτοι εν τρισι προςώποις 
διακρινόμενον, άλλ' εν μια και τη αύτϊ} συνειδήσει μό- 
νον υπάρχοντα. 

Ό θεός των χριστιανών εστίν ο αληθής Θεός, επει- 
δή αύτος μόνος δύναται παράγειν αληθείς κρίσεις και 
πράττειν μετά δικαιοσύνης. Ό Θεός των χριστιανών, 
ένούμενος μετά του κόσμου, ού^ίποτζ δύναται μετ 5 
αύτου συγχέεσθαι. Ό κόσμος εστίν ή πραξις του θεοΰ 
και ή δήλωσις της εσωτερικής αύτου κρίσεως. Ή κρί- 
σις του Θεοΰ αναγκαία εστί και τελεία, αχώριστος τής 
αύτου φύσεως• άλλ' ή εξωτερική αυτής δήλωσις εξαρ- 
τάται ολικώς εκ της ελευθέρας αύτου θελήσεως. Ό 
Θεός και ή εσωτερική αύτου κρίσις είσίν αιώνια• αλλ* 
ή δημιουργία, δήλωσις μόνον εξωτερική της του Θεοΰ 
κρίσεως, δεν έχει τήν αυτήν ιδιότητα, εξαρτώμενη εκ 
του καιροΰ ή του .τόπου. Και ού δύναμαι έννοησαι Θεον 
άνευ κρίσεως* αλλά δύναμαι έννοησαι Θεον ά'νευ κτι- 
σμάτων, επειδή μόνος ο Θεός εστίν αυτάρκης. Ή χρι- 
στιανική θεολογία δεν συγχέει τον Θεον μετά τοΰ κό- 
σμου, τον Κτίστην μετά τών κτισμάτων, αλλά συγ- 
χρόνως δεν τον χωρίζει άπ' αύτου• διότι ο Θεός ού δύ- 
ναται μένειν αδιάφορος εις τον κόσμον, όντα το έργον 
αύτοΰ και παρισταν όφείλοντα τήν τελειότητα της ε- 
σωτερικής αύτοΰ κρίσεως. Δια τούτο επαγρυπνεί και 
κήδεται αύτοΰ ακαταπαύστως, έως αν φθάστ) τήν 
τελειότητα της έαυτοΰ κρίσεως. Το τέλος τοΰ κόσμου 
κατά τήν χριστιανικήν θεολογίαν ουκ εστίν ή κατα- 

7 



98 Ο ΑΑΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

στροφή του κόσμου, ποΧΚοΰ γε και δει, αλλ* η αύτοΰ 
τελειότης, η αρμονία του προς τήν έσωτερικήν κρίσιν 
του Θεοΰ, τοΰθ' δπερ υπονοεί μόνον την καταστροφήν 
του κάκου, αντικειμένου εις την κρίσιν του Θεού. 

Ό Θεός των χριστιανών έστιν ο αληθινός Θεός, ε- 
πειδή ούτος ο Θεός έστιν δν τελείως ηθικόν και ο τύ- 
πος τής ηθικής τάξεως. "Οταν το αίτιον της ενεργείας 
μου 7) το έ γ ώ και το ίδιον συμφέρον, τότε ή πραξις, 
καίτοι ούσα καλή καθ 5 έαυτήν, άπόλλυσι πάντα χαρα- 
κτήρα ήθικότητος και αρετής. 'Αλλ' δταν το κινούν 
την ένέργειάν μου γ το αγαθόν άλλου, τότε με κρίνου- 
σιν ως ένάρετον και τιμής άξιον. Ή αρετή συνεισάγει 
πάντοτε τήν ίδέαν της θυσίας και τής άφοσιώσεως, άλ- 
λα προς άντικείμενον ίσον έμοι ή ύπερέχον έμου. Έάν 
λ.χ. δίδω τήν ζωήν μου υπέρ της πατρίδος μου ή υπέρ 
ένος των φίλων μου, ή πραξις αυτή κριθήσεται ηθική 
και ενάρετος. Άλλ* έάν δίδω τήν ζωήν μου προς σω- 
τηρίαν κυνος, ή πραξις αυτή παρ* ούδενος κριθήσεται 
ηθική• απεναντίας, μεμφθήσεται ως πραξις άφρονος. 
Ει ο Θεός ήν εν μόνον πρόςωπον, κατά τήν δόξαν των 
θεϊστών, τότε αί πράξεις του ούδένα ήδύναντο έχειν 
χαρακτήρα ήθικότητος, άλλ' έκρίνετο εγωιστής ή 
άφρων. Και εγωιστής μεν, εί έ'πραττεν υπέρ εαυτού, 
άφρων δε εί επραττεν υπέρ άλλων όντων κατωτέρων 
αύτου. Άλλ* ό Θεός των χριστιανών έστιν ο τύπος 
της ήθικότητος ή αυτή ή ήθικότης• επειδή εκαστον 
των τριών θείων προςώπων έστιν άφωσιωμένον εις τά 
δύο άλλα, υπέρ αυτών ενεργούν, και μηδέποτε το εγώ 



Ο ΑΑΗΘΗΣ ΙΗΣΟΪΣ ΧΡΙΣΤΟΣ; 99 

ώς κινητήριον της πράξεως αύτου λαμβάνον. Ό Πα- 
τήρ λ. χ. αποφασίζει να δημιουργήσω τον φυσικσν και 
ηθικόν κόσμον προς δόξαν του Υιού αύτου. Το "Αγιον 
Πνεύμα επιδοκιμάζει την άπόοασιν του Πατρός, και ο 
Χίος υποχρεούται να δεχθ?ί την υπό τε του Πατρός 
και του'Αγίου Πνεύματος προσοερομένην αύτω τιμήν 
"Όθεν η κτίσις του κόσμου έστιν έργον ηθικόν και ένά- 
ρετον. — Ό άνθρωπος, το κύριον μέρος της κτίσεως, 
καταχρώμενον της έαυτοΰ ελευθερίας, άπεμακρύνθη 
του προορισμού του. Το δε θέλημα του Πατρός ούδέ- 
ποτ' αν έπληρουτο,ει ο άνθρωπος έγκατελείπετο άοοτ Γ 
θητος. Τότε ο Χίος έρχεται να προςφέρν) εαυτόν θυ- 
σίαν έκούσιον εις το θέλημα του Πατρός, και το Γ/ Α- 
γιον Πνεύμα συνεργεί εις την σωτηρίαν του ανθρώπου. 
Οΰτως η σάρκωσις του Λόγου και η άνακαίνισις του 
διαφθαρέντος άνθρωπου έστιν ωσαύτως έργον όλως η- 
θικόν. Ό Πατήρ, λίαν ευγνωμόνων δια την άοοσίωσιν 
του Χίου, τοσούτον εύπειθοΰς τω θελήματι αύτου, το- 
αουτοΊ ταπεινωθέντος χάριν της του άνθρωπου σωτη- 
ρίας, υψωσεν αυτόν υπεράνω πάντων των κτισμ,άτων, 
πάσας αύτω χορηγών τάς έαυτοΰ τιμάς. Ό Θεός και 
Πατήρ ου θέλει πλέον λατρεύεσθαι παρά των κτισμά- 
των. Ό Θεός δν όφείλομεν ήδη λατρεύειν έστιν ό Τη- 
σους Χριστός. Πάσα δέησις, πάσα λατρεία διευθυνο- 
μένη κατ 3 ευθείαν προς τον Πατέρα, μη μνημονεύουσα 
του Τίοΰ έστιν οίνο[χος και απαράδεκτος. Ό έχων τον 
Υιόν έχει ωσαύτως και τον Πατέρα. 'Λλλ' ό μη Οέλων 
έχειν η τον Πατέρχ, ούδέτερον έχει, και εστίν άΟεοτ. 



1 00 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

Οι θελήσαντες άνευ του Υιοΰ προσκυνείν τον Πατέρα 
Ιουδαίοι, ουδόλως σήμερον διαφέρουσι τών άθεων, ενώ 
εις τους παλαιούς χρόνους ήσαν ο λαός του αληθινού 
Θεοΰ. Ει ουκ εστί σωτηρία έκτος του Χρίστου, τούτο 
ή ηθική και δικαιοσύνη του Θεοΰ άπαιτοΰσι, και ο α- 
ληθινός Θεός κατ 1 αύτάς μόνον δύναται πράττειν. Ού- 
τως, δικαιοσύνη, ελευθερία, ύποχρέωσις, δικαίωμα, κα- 
θήκον, αρετή, άξιομισθία, παν το συγκροτούν τήν ήθι- 
κήν τάξιν πηγάζει εκ του Θεοΰ των χριστιανών, δς ε- 
στίν Όν τελείως ηθικόν και ο τύπος της ηθικής τά- 
ξεως. 

Έλθετωσαν οι θεϊσται είπεΐν προς ήμας τί εστίν ο 
Θεός αυτών. Έστιν ϊσως ο τοΰ Αριστοτέλους ; ο τοΰ 
Μωάμεθ ; ο τών πανθεϊστών ; ο τών φυσιολόγων ; Ό- 
ρισάτωσαν αυτόν και είπάτωσαν ήμΐν τι ές•ι. Τις Θεός 
νυν έστι μυστήριον ακατάληπτο ν, μυστήριον προςβάλ- 
λον τήν έπιστήμην ; Ό Θεός τών χριστιανών, ή ο Θεός 
τών θεϊστών ; Ό Θεός τών χριστιανών έστι Θεός (ορι- 
σμένος, έν ω ή ψυχή ευρίσκει άνάπαυσιν και ή φαντα- 
σία ουδέν δύναται επινοήσαι. Άλλ' ο Θεός τών θεϊ- 
στών έστιν εν άπειρον, αόριστον, έστι το χάος ένθα τών 
εθνικών ή φαντασία πλάττει μύριους θεούς, έξ ου 
προκύπτει δτι ουδείς υπάρχει. Θεϊσμός, πολυθεΐα, α- 
θεΐα, είσιν αληθώς τρεις λέξεις αντίθετο ι^ εχουσαι ό- 
μως τήν αυτήν άξίαν και τήν αυτήν σημασίαν. Ναι, ό 
Θεός τών χριστιανών εσται δια παντός μυστήριον εις 
τους ανθρώπους τής φαντασίας και τών προλήψεων 
\Αλλ* εις τους του λόγου και τής συνειδήσεως, ο Θεός 



Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 1 1 

των χριστιανών εστίν αλήθεια ηλίου φαεινοτέρα.Ό Ιη- 
σούς ουκ ήλθεν εις τον κόσμον Ινα διδάξη μυστήρια, 
τουτέστιν αληθείας, ας ο ημέτερος νους ουδέποτε δυ- 
νήσεται έννοήσαι, καθώς διατείνονται οι του χριστια- 
νισμού συκοφάνται. Ει ούτως είχεν ο Χριστιανισμός 
ην αν η μεγίστη άτοπία, (το άτοπώτατον) και το πρώ- 
τον καθήκον του λογικού άνθρωπου ην αν η άπάρνησις 
αύτοΰ. Ό Ίησους ήλθεν εις τον κόσμον ίνα φωτίστ) το 
σκότος, και ούχ ίνα έπισκοτίστ) τάς αληθείας• ήλθεν 
όπως καθαρίστ) τάς ψυχάς ημών, άπαλλάτων ήμας 
εκ των προλήψεων και τών πλανών, αΐτινες άπομα- 
κρύνουσιν ήμας του ανθρωπίνου προορισμού, διδάσκων 
ήμας πασαν άλήθειαν, επειδή, ως διδάσκαλος, θέλει 
τους μαθητάς αύτου έννοεΐν τα πράγματα, καθώς αυ- 
τός. Βέβαια, εκ πρώτης όψεως ή διδασκαλία του φαί- 
νεται ήμΐν μυστηριώδης υπό διαφόρους όψεις, ένεκα 
τ^ς διεφθαρμένης ημών ψυχής. Δια τούτο ή πίστις ε- 
στίν ή πρώτη του Χριστιανισμού συνθήκη και αι θεμε- 
λιώδεις αύτου άλήθειαι καλούνται μυστήρια. 'Αλλά τα 
μυστήρια ταυτά έστι σχετικά και ούχ! απόλυτα• διό- 
τι, άγνισθείσης της ημετέρας ψυχής δια τής πίστεως 
και της πράξεως, τα μυστήρια ταΰτα γίνονται άπλαΐ 
άλήθειαι, και βλέπομεν αυτά καθαρώς, όντες τέκνα 
του φωτός. Ό Ίησους Χριστός έκήρυξε μεγαλοφώνως, 
δτι αυτός έστι το φώς του κόσμου, και ο ακολουθών 
αύτω ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία. Τίνι δικαιώμα- 
τι ήδύνατο ό 'ίησοΰς Χριστός ν* άπαγγείλτ, του; λό- 
γους τουτους } ει έννόει το μυστήριον, όπως λέγουσιν 



1 02 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΙΙΣΟΤΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

αυτό οι συκοφάνται του ;"Ινα το φως βλέπωμεν, προα- 
παιτείται να εχωμεν καθαρον όφθαλμόν. Το μυστή- 
ριον λοιπόν και ή πίστις είσιν αναγκαία μέχρις ου κα- 
θαρισθώ ο οφθαλμός. Ό ζητών έννοήσαι τον Χριστια- 
νισμον προ του γενέσθαι χριστιανός δια της πίστεως, 
και πριν η βάλ?] εις πραξιν την εύαγγελικήν ήθικήν, 
ομοιάζει τω ασθενεί έκείνω, δς ου συναινεί θεραπευθή. 
ναι πριν η μάθτ) την ίατρικήν. Και ο ακολουθών τοι- 
αύτην μίΰοΰοΊ άναγκαίως προςκόψει έπι την πέτραν 
του προςκόμματος και του σκανδάλου. 

Ή Βίβλος εστίν ο γραπτός του Θεοΰ νόμος, ή ή 
Βίβλος έστι θεΐον βιβλίον. 

Ή κρίσις αυτή οφείλει είναι τοσούτον αληθής, όσον 
ή παρ 5 ημών άποδειχθεΐσα ήδη αλήθεια. Διότι, ει ο 
Θεός εστίν ον τέλειον εν τρισι προςώποις, ή περιέ- 
χουσα την διδασκαλίαν ταύτην Βίβλος ου δύναται ει- 
ναι άλλο, ή βιβλίον δοθέν εις τους ανθρώπους υπό του 
Θεού προς φωτισμόν αυτών. Άλλα θέλομεν άποδεΐξαι 
ταύτην την άλήθειαν καθ* Ιαυτήν δια της αυτής με- 
θόδου, ην εχρησάμεθα προς άπόδειξιν της προηγου- 
μένης. 

Το θεμέλιον και ή βάσις της πολιτείας εστίν ο νό- 
μος. 5 Αλλ 5 ό,τι δύναται καταστήσαι την πολιτείαν ευ- 
δαίμονα, τούτο έστιν ή τελεία τών νόμων αυτής εφαρ- 
μογή. Οι καλλίτεροι θεσμοί γίνονται ανωφελείς και 
επιβλαβείς, μη, ή κακώς ούτοι εφαρμοζόμενοι. Προς 
την καλήν του νόμου έφαρμογήν εστίν αναγκαία ή κα-' 



Ο ΑΛΗΘΗΣΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 103 

τανόησις αύτοΰ. Όλίγοι δύνανται έννοεΐν τον νόμον 
άπ' ευθείας• οι πλείονες χρήζουσι σχολιαστών και 
σχολίων. Μεταξύ δε των διαφόρων σχολίων, την πρώ- 
την τάξιν κατέχουσι τα του νομοθέτου, πλέον των 
άλλων ύποληπτόμενα. Άλλ' ο έπιθυμών γενέσθαι ά- 
ξιος άρχων, οφείλει σπουδάσαι τον νόμον καθ' εαυτόν 
και πάντας εν γένει τους σχολιαστάς συμβουλευθήναι, 
και κυρίως τα σχόλια του νομοθέτου, εάν ύπάρχωσιν. 
Ό λόγος, ώς εϊδομεν, κατέχει εν ημΐν τον τόπον του 
νόμου. Το δε συντελούν προς την εύδαιμονίαν ημών, 
έστι καλώς αύτον έννοεΐν και καλώς αύτον έφαρμότ- 
τειν. Άλλως, γινόμεθα τα κάκιστα και δυστυχέστατα 
τών κτισμάτων. Όλίγοι δύνανται έννοεΐν τον λόγον 
άπ' ευθείας δι* εαυτών, και καλώς αυτόν έφαρμόττειν, 
όταν άπαγγέλωσι τάς ιδίας κρίσεις. Οι σχολιασται 
του λόγου καλούνται φιλόσοφοι, και τα συγγράμματα 
αυτών είσι σχόλια, ών οι πλείονες μεγάλως χρήζου- 
σιν. Ουδείς τούτων τών σχολιαστών ήδυνήθη να έννο- 
ήστ] τον λόγον καθ* δλην αύτου την έκτασιν, και νά 
δώστ) έρμηνείαν της φύσεως αύτου τελείαν. Οι φιλό- 
σοφοι ένόησαν τον λόγον κατά το μάλλον η ήττον, δ 
μεν ούτως, ο δε άλλοος, και πολλοί εξ αυτών κακώς 
αύτον ένόησαν και ηρμήνευσαν. Δια τούτο αϊ έρμη- 
νεΐαί των, εισιν ατελείς, ανεπαρκείς, και πολλαχώς 
έσφαλμέναι. Άλλα, και ούτως έχουσών, ουδείς δύνα- 
ται άρνηθήναι αυτών την ώφέλειαν, ιδίως τω θέλοντι 
σπουδάσαι τον νόμον τούτον^ και γενέσθαι καλόν εαυ- 
τού κυβερνήτην. Άλλα καθ' οσο^ άφορα τον όχλο ν, αϊ 



4 04 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, 

φιλοσοφικά! διδασκαλία* ούδένα καρπδν δούναι δύναν- 
ται, ώς αύτώ ακατάληπτοι και ακατόρθωτοι. Μετά τάς 
παρατηρήσεις ταύτας, έρχομαι να θέσω το έξης ζήτη" 
μα. Ό νομοθέτης, η ο γράψας εν ταΐς ήμετέραις ψυ- 
χαΐς τον νόμον, ώφειλεν ωσαύτως ποιήσαι σχόλια και 
έρμηνευσαι τον έαυτοΰ νόμον, τοσούτω ^ύςχ,ολον προς 
κατάληψιν, η παρημέλησε το καθήκον του ; Τιθέναι το 
ζήτημα έστιν αύτο λύειν• Επειδή ου λογικον άφ' ενός 
μεν παραδέχεσθαι δτι ο Θεός έγραψε τον νόμον αυ- 
τού εν ταΐς ψυχαΐς ημών, αφ* ετέρου δε δτι παρημέ- 
λησεν ήμΐν δούναι τήν πιστήν αύτου έρμηνείαν, το- 
σούτον ανάγκα ίαν, δσον ο νόμος αυτός. 

Ό Θεός, γράψας τον νόμον αύτου εν ταΐς ψυχαΐς 
ημών, έγραψε και τα σχόλια του νόμου ταύτου. Εν- 
ταύθα ύπάρχουσι δύο προτάσεις αμοιβαίως συνδεδεμέ- 
να ι• δθεν ού δυνάμεθα άρνήσασθαι τήν μίαν, μή συναρ- 
νούμενοι τήν έτέραν, ή τιθέναι τήν μεν και μή ο^ολο^ 
γήσαι τήν δέ. Λοιπόν, επειδή ο Θεός, καθο νομοθέτης, 
ώφειλεν ήμΐν έρμηνευσαι τον έαυτοΰ νόμον, μή δυνά- 
μενος παραβλέψαι τοιούτον καθήκον, έδωκεν ο Θεός 
τοις άνθρώποις βιολίον, ού ή διδασκαλία οφείλει είναι 
δλως συνάδουσα προς τήν φύσιν του λόγου. Τω όντι, 
καθ 3 όσον άφορα τον ήμέτερον προορισμον, και α εχο- 
μεν πληρώσαι καθήκοντα, ινα προς αύτον φθάσωμεν, 
ο λόγος επιδοκιμάζει μόνον τήν διδασκαλίαν τής Βί- 
βλου. Τώρα αί φιλοσοφικά! διδασκαλίαι εις δ,τι μεν 
συνάδουσι προς τήν Βίβλον εισ!ν αληθείς, εις ό,τι δέ 
διαφέρουσίν είσι ψευδείς. Έστι δέ κατάδηλον, δτι, δ- 



Ο ΑΜΪΗΗΣ ΙΗΣΟΪΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 105 

πως έννοήσωμεν καλώς τον λόγον, όφείλομεν συμβου- 

λευθήναι όλους τους έρμηνευτάς, οφείλοντες όμως δού- 
ναι τα πρωτεία εις τάς ερμηνείας του ΊοιιοΒίτου, ήτοι 
εις την Βίβλον• 

Ό Λόγος σαρξ έγένετο και εσκήνωσεν εν ήμΐν η ο 
Ιησούς Χριστός έστι Θεάνθρωπος. 

Ή θεμελιώδης αυτή του χριστιανισμού αλήθεια θε- 
ωρείται παρά τοΐς αο^οίς του κόσμου τούτου ώς θαύ- 
μα αδύνατον, ή ώς μυστήριον καταβάλλον τον λόγον. 
Άλλα παρ* ήμΐν, οΐτινες βλέπομεν, δτι ο λόγος του 
Θεοΰ ήν άπ' αρχής ηνωμένος μεθ' ημών, τούτο το 
θαίίμα, τούτο το μυστήριον έστιν απλή και φυσική α- 
λήθεια. Ό Ευαγγελιστής Ιωάννης εν άρχ?ί του Ευαγ- 
γελίου του λέγει, δτι «δ Λόγος ήν εν τω κόσμω, και 
δ κόσμος δι' αύτου έγένετο, και ουκ εγνω αύτδν δ κό- 
σμος » . Δια της λέξεως κόσμος δ Εύαγγελις-ής εννοεί 
τον ήθικδν κόσμον ήτοι τον άνθρωπον, και ουχί τον φυ- 
σικδν κόσμον επειδή δ φυσικός κόσμος δεν έχει τήν 
δύναμιν του γινώσκειν. Διδάσκει λοιπόν ήμας δτι 
δ Λόγος του Θεοΰ εξ αρχής ήν εν τοΐς άνθρώ- 
ποις, και αύτδς έστιν δςτις έπλασε τους ανθρώπους, 
και οι άνθρωποι αύτδν ουκ έγνωσαν. Έν ττ; προηγου- 
μένη ψυχολογική αναλύσει είδομεν τήν αυτήν άλή- 
θειαν, ίδόντες δτι το ε γ ω, ή ή ψυχή ημών έστιν ηνω- 
μένη μετά του λόγου και της συνειδήσεως, δτι δ λό- 
γος και ή συνείδησις είσί δύο τινά έν ήμΐν, άλλ' ημών 
ανεξάρτητα και ανώτερα ημών, δτι έχομεν τήν δύνα- 
μη του έννοεΐν τα ύπο του λόγου και της συνειδήσεως 



106 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

μαρτυρούμενα, άλλα παρεννοοΰμεν αμφότερα, και ού- 
τω χάνομεν πασαν την ήθικήν ημών άξίαν. Ει λοιπόν 
ο Λόγος καθάπερ και ή Συνείδησις, ήτις έστι το Πνεύ- 
μα του Θεού, έσαρκώθη άπ αρχής εν τη ανθρωπινή 
φύσει, έστι θαύμα ή μυστήριον άκατάληπτον η μερι- 
κή σάρκωσις αότοΰ τούτου του Λόγου, γενομένη έπ' 
εσχάτων εν ημΐν ; Λέγω δε σάρκωσιν μερικήν, ώς έ- 
χουσαν διακριτικούς χαρακτήρας της γενικής. Έν τη 
μερική σαρκώσει ο Λόγος κατέχει σώμα ανήκον απο- 
κλειστικώς αύτω. Διά του σώματος τούτου ο λόγος 
λαλεί, πράττει, εκφράζων αύτος δι* εαυτού τήν ιδίαν 
φύσιν. Έν τη γενική σαρκώσει ο Λόγος, μη ών κύριος 
του ημετέρου σώματος, ου δύναται λαλεΐν, ούτε πράτ- 
τειν έν ημΐν άπ' ευθείας δι 5 εαυτού, ούτε έξηγεΐν την 
ιδίαν φύσιν. Ή γενική σάρκωσις εκτείνεται έν παντι 
καιρώ και τόπω. Ή μερική σάρκωσις περιορίζεται έν 
ώρισμένω χρόνω και τόπω. Ή γενική σάρκωσις υπό- 
κειται εις τον χωρισμον, επειδή ο Λόγος μένει μόνον 
μετά των ψυχών, αϊτινες αύτον έννοουσι και αύτω 
ύ.πείκουσιν, έγκαταλείπων τους αύτον εγκαταλείπον- 
τας προς θεραπείαν παθών. Άλλ' ή μερική σάρκωσίς 
έστι διά παντός αχώριστος. Ό Λόγος του Θεού εσται 
διά παντός Θεάνθρωπος. 

Ή μερική σάρκωσίς έστι συνέπεια τής γενικής 
σαρκώσεως. Ει μεν άρνούμεθα τήν μίαν, πρέπει νά 
συναρνηθώμεν και τήν άλλην. Ει δε παραδεχόμεθα 
τήν αρχήν, διά τι νά άπορρίπτωμεν τήν συνέπειαν ; 
"Αληθές, οτι ο έν ημΐν λόγος εστί τι άνεξάρτητον ή- 



Ο ΑΛΓ1ΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 1 07 

μών και ημών ύπερέχον ; Πάντες οι μεγάλοι φιλά• 

σοφοί συμφωνοΰσι περί τούτου• Αρχηγός δε πάντων 
ο Πλάτων, καλεί τον λόγον, νυν μεν Θεόν, νυν δε τι 
θεΐον. Αναμφιβόλως ο μέγας φιλόσοφος ένόησε διατι 
ο λόγος έστιν άξιος καλεΐσθαι Θεός. Οι πολλοί επί- 
σης δια της λέξεως λόγος νοουσί τι εξασκούν εφ* 
ημάς άνωτάτην έξουσίαν. Διατι έκαστος θέλει να θεω- 
ρηται ως άνθρωπος λογικός, διατι έκαστος ζητεΐ νά 
δικαιούται εν ονόματι του λόγου, και διατι καταφρο- 
νοΰμεν τους αντιθέτως τω λόγω διάγοντας, τιμώντες 
τους κατά λόγον βιοΰντας ; Ουκ εστίν δτι θεωρουμεν 
το^ ΑόγοΊ ως αρχήν αληθείας και δικαιοσύνης ; Άλλ 
άργτι αληθείας και δικαιοσύνης, δύναται είναι άλλο τ: 
η αυτός ο Θεός ; η τί ίσον τω Θεώ ; Εί λοιπόν ή γε- 
νική σάρκωσις του Λόγου ουκ εστί θαύμα αδύνατον, 
ούτε μυστύριον άκατάληπτον, ή μερική αύτου σάρκω- 
σις, τόσον αναγκαία προς την σωτηρίαν του ανθρώ- 
που, διατι εσται θαύμα ή μυστήριον ; 

Ειπον, ότι ή μερική σάρκωσις του λόγου ην αναγ- 
καία, διότι ή συνθήκη της ανθρωπινής ευδαιμονίας 
υφίσταται εις το νοεΐν καλώς τον λόγον και υπείκειν 
τ^ φων?ί αύτου. Επειδή δε ουδείς άνθρωπος ήδυνήθη 
νοήσαι αυτόν καθ' όλην αύτου την εκτασιν, οιτε πλεί- 
στοι εζων εν αγνοία του Λόγου τούτου, βεβοθισμένοί 
εν τω αδτ) των φλογερών και καταστρεπτικών παθών, 
ο Λόγος ούκ ήδύνατο παραλεΐψαι το δυνατόν, δπως 
άνακαλύψ/) τήν εαυτού φύσιν, προμηθεύων ήμΐν ολα 
τα νόμιμα μέσα της ημών σωτηρίας. Ό Απόστολος 



108 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

Παύλος επί του προκείμενου εκφράζεται ώς εξής; 
«Επειδή ο κόσμος ουκ, εγνω τον Θεον δια τής του 
Θεού σοφίας, ο Θεός ηύδόκησε δια τής μωρίας του 
κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας». (Κορινθ. 1, 
21). Τουτέστιν, επειδή ουκ ήδυνήθησαν οι άνθρωποι 
γνώναι τον Θεόν τω λόγω αυτών, δς εστί σοφία Θεού 
ο Θεός ήθέλησεν ινα ή μερική του Λο'γου αυτού σάρ 
κωσις, ή ώς μωρία φαινόμενη, αυτή γένηται προς σω- 
τηρίαν των πιστευόντων εις αυτήν. 

Αληθώς, το αποτέλεσμα της μερικής σαρκώσεως 
εστάθη πολλώ μείζον του της γενικής σαρκώσεως. 
Επειδή αυτή μεν έσωσε πολλά ολίγους, εκείνη δε 
μέγαν αριθμόν. Καθώς δε ή γενική του λόγου σάρ- 
κωσις ουκ ήδυνήθη ποιήσαι πάντας ενάρετους και λο- 
γικούς, ωσαύτως ή μερική ουκ ήδυνήθη ποιήσαι πάντα 
τον κόσμον χριστιανον και άξιον τής Βασιλείας τών 
Ουρανών. Ώς προς τήν πρώτην, οι σκεπτικοί χλευά- 
ζουσι τον Λόγον ώς δύναμιν άπατηλήν, εις ουδέν λο- 
γιζόμενοι τάς αρχάς τής δικαιοσύνης και αληθείας, 
ας ήμΐν αποκαλύπτει. Ώς προς τήν δευτέραν, οι ά- 
πιστοι περιπαίζουσι τον Ίησουν Χριστον, ώς άνθρω- 
πον άπαταιώνα, θέλοντες έξομοιοίίν αύτον έαυτοΐς. Ε- 
πομένως ολίγον φροντίζουσι περί τής διδασκαλίας και 
τών έντολώ; αύτου. Οι Ιουδαίοι, πιστότατοι εις τον 
Μωσαίκον νόμον, ουκ έπίστευσαν εις τον Ίησοΰν Χρι- 
στον. ^Απεναντίας, εν ονόματι του νόμοι) τούτου κατε- 
δίκασαν αύτον εις θάνατον. Οι φιλόσοφοι ο'ίτινες νοου- 
σι τον λόγον, ώς οϊ Εβραίοι τον Μωσαϊκον νόμον- 



ί 



ΤΟΥΑΛΗΘΟΥΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. 901 

κρίνουσι τον Ίησουν Χριστον ως άπαταιώνα, ος ήδυνή• 
θη άπατησαι τους αμαθείς, έπιδοκιμάζοντες αναμφι- 
βόλως τήν καταδίκην του ώς δικαίαν. Όψόμεθα δε εν 
τ 5 /) ημέρα της κρίσεως, τίνι τρόπω ο Μωϋσης κρίνει 
τους Ιουδαίους, και πώς ο Λόγος κρινεΐ τους ομοίους 
αύτοΐς φιλοσόφους. 

Εις την άπόδειξιν ταυτην προςθέτομεν εν ολίγοις 
και ην άρτίως έδημοσιεύσαμεν εν τινι φυλλαδίω έπι- 
γραφομέ^ω : Ά ν α ί ρ ε σ ι ς τουπυρρωνισμου, 
το Κριτήριον τήςάληθείας, ηΑύτοα- 
λή θεια: δι 5 ου άπεδείξαμεν ότι ο Ίησους Χρίστος 
εστίν ή από λυτός αλήθεια, ο καθολικός 
Λόγος, η αληθής αρχή της φιλοσοφίας, της θρη- 
σκείας και της πολιτείας. Ή μίΟο^ος^ ην ήκολουθήσα- 
μεν, έςίν ή έξης : Έξετάσαντες την άνθρώπινον φυσιν, 
άπεδείξαμεν ότι εστί φύσει φιλοσοφική, θρησκευτική 
και πολιτική, χρήζουσα αντικειμένου δυνατού συμπλη- 
ρώσαι αυτήν υπό τήν τριπλην ταυτην εποψιν ότι το 
άντικείμενον τούτο οφείλει είναι ή απόλυτος Α- 
λήθεια, οκαθολικός Λόγος, και επειδή ά- 
παντώμεν τον χαρακτήρα τούτον εν τω άληθεΐ Ίησου 
Χριστώ των τεσσάρων Ευαγγελίων, δικαιούμεθα ύπο 
του λόγου και της συνειδήσεως κρίναι, ότι ούτος ο Ιη- 
σούς Χριστός, εστίν ή απόλυτος Αλήθεια, 
ο καθολικός Λόγος. 

Τώρα, ει έσμέν χριστιανοι,κηρύττοντες τήν θεότητα 
του Ίησου Χρίστου, τούτο ποιουμεν υποχρεούμενοι ύπο 
τοΰλογου καΐ της συνειδήσεως, μή δυνάμενοι άντι<^*** 



ΙΛΟ Ο ΑΑΗΘΗΣ ΙΗΣΟΤΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

εις το κύρος αυτών. Οι δε ημέτεροι αντίπαλοι, εάν ώσι 
λογικοί, όφείλουσιν άνασκευάσαι τους συλλογισμούς 
ημών δι* άλλων ίσχυρωτέρων, εκ του λόγου και της συ- 
νειδήσεως εξαγομένων, η ημάς πεΐσαι δτι κακώς ποιου- 
μεν, πις-εύοντες εις την άποδεδειγμένην αλή- 
θεια ν. Έως αν ούτοι ποιήσωσι θάτερον, δικαιούμεθα 
είναι χριςιανοι, συναισθανόμενοι το καθήκον του οίκτεί- 
ρειν τους άπολέσαντας τον λόγον και την συνείδησιν, 
ώς μη πλέον τώ άνθρωπίνω γένει αυτούς ανήκοντας. 

Λάβωμεν ήδη τάς αρχάς της νεωτέρας φιλοσοφίας 
και ϊδωμεν, ει αύται δύνανται την αυτήν βάσανον ύπο- 
στήναι. 



ΑΝΑΣΚΕΪΗ 

ΤΩΝ ΨΕΤΔΟΞΑΣΙΩΝ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ 
ΦΙΑΟΣΟΦΙΑΣ. 

Ό Έγελισμος έρχεται λέγων ότι το άνώτερον ον 
έστιν ο άνθρωπος, και ότι ή λέξις Θεός ανήκει εις μό- 
νον τον άνθρωπον. Ή κρίσις αΰτη εστί ψευδής. Ή συ- 
νείδησις και ο λόγος αποστρέφονται αυτήν και καταδι- 
κάζουσιν. Ή συνείδησις, ούσα ή αύτη παρά πάσιν άν- 
θρώποις, μαρτυρεί ότι ούκ ειμί εγώ, ούτε ο ποιητής, 
ούτε ο κύριος της υπάρξεως μου. Ό λόγος ποιεΐ με 
κρΐναι, ότι έτερος τις εστίν αύτος ο κύριος, εν πράγ- 
ματι ανώτερος μου, εις δν μόνον ανήκει το όνομα του 
Θεοΰ. 






Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΓΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 111 

Ή φυσική φιλοσοφία βέβαιο! προ πολλού δτι ο άν- 
θρωπος εστί ζώον συλλογιστικδν, τουτέςιν δτι θερα- 
πεύει τα πάθη του συλλογιζόμενος, ενώ τα άλλα ζώα 
θεραπεύουσιν αυτά άσυλλογίστως, ωθούμενα ύπο των 
εαυτών κλίσεων. Μετά θάνατον, ο ανθρώπινος προορι- 
σμός ουδέν διαφέρει του των άλλων ζώων, όπερ ση- 
μαίνει δτι ο άνθρωπος εστί ζώον. 

Ή κρίσις αύτη ές-ίν απολύτως ψευδής, και ο άπαγ- 
γέλλων αυτήν εις ουδέν λογίζεται τον τε λόγον, την 
τε συνείδησιν και τήν έλευθερίαν, αρνούμενος τήν υ- 
παρξιν του ηθικού άνθρωπου και τήν του Θεού, δλος 
εν σκδτει κείμενος και μή βλέπων αύτδς εαυτόν, εν- 
τελώς άγνοών τήν ήθικήν τάξιν, μή γινώσκων τι εστίν 
αληθές, τι ψευδές, τι άγαθδν, τι κακόν, τι. δικαιοσύνη, 
τι δικαίωμα, τι καθήκον, τι αρετή, τι κακία, τι αξία, τί 
απαξία, ούδ' άλλο τι τών τοιούτων, θεωρών [ιοίοί τήν 
φυσικήν ήδονήν και λύπην ως το καλόν αύτου και κα- 
κόν, βία και δδλω προς άπδλαυσιν της ηδονής και α- 
ποφυγήν της λύπης εκάστοτε χρώμενος. Ό τήν ψευ- 
δή ταύτην κρίσιν ώς άλήθειαν σπουδαίως παραδεχόμε- 
νος μέλλει γενέσθαι τέρας άνήθικον, εν ίύ\ τάξει και 
αυτών τών ζώων καταταχθήναι ανάξιος. Άποδείξωμεν 
εν πρώτοις αυτής το ψευδός διά μεθόδου ιδίας τοις φυ- 
σικοΐς, καταδεικνύοντες έ'πειτα τάς εξ αυτής απορρέ- 
ουσας φρικώδεις συνεπείας. 

Οι φυσικοί φιλόσοφοι εις ουδέν άλλο θέλουσι πις-εύ- 
ειν, ή εις τα ύπο τών αισθήσεων μαρτυρούμενα φυσικά 
γεγονότα, εφ' ων στηρίζουσι τήν εαυτών φιλοσοφίαν, 



Ϊ12 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

παραδεχόμενοι μόνον τά εξ αυτών προκύπτοντα. Ήδη 
καθυποβάλλομεν τοΐς φυσικοΐς φιλόσοφο ις το φαινόμε- 
νον τούτο της πείρας, το πίπτον ύπο τους οφθαλμούς 
αυτών. Τα ζώα άκολουθουσι πάντοτε το φύσει αύτοΐς 
εύάρεστον και άποφεύγουσι το δυσάρεστον. Ούδεμίαν 
επί του προκειμένου ή πεΐρα παρέχει άντίθετον μαρ- 
τυρίαν. Ό άνθρωπος, παιδίον ών, πράττει, καθώς τά 
ζώα, άλλα, πρόβας εις ώριμον ηλικίαν, πράττει πολ- 
λάκις το εναντίον, άσπαζόμενος το δυσάρεστον και ά- 
ποστρεφόμενος το εύάρεστον. Το μαρτύριον, γεγονός 
πασίδηλον, δηλοΐ δ λέγομεν. 

"Άλλη παρατήρησις, δτι τα ζώα, τάς ηδονάς αυτών 
άκολουθουντα, υπόκεινται εις νόμους σταθερούς, μη δυ- 
νάμενα τούτους νά παραβώσι. Οι άνθρωποι, εξ εναν- 
τίας, θέλοντες να μιμηθώσι τα ζώα, έκδιαιτώνται, υ- 
ποφέροντες όδύνας και καταστρέφοντες τον εαυτών όρ- 
γανισμόν. Αι ηδοναι τών ζώων εχουσι εκ φύσεως ώρι- 
σμένον μέτρον. Αι ηδοναι του ανθρώπου δεν υπόκειν- 
ται εις τον αύτον νόμον. ν Οσω πλέον αύτάς θεραπεύο- 
μεν, τόσω μάλλον αύται άπαιτοΰσι, και ουδέποτε δυνά- 
μεθα να φθάσωμεν εις το τέρμα. Ζητήσωμεν λοιπόν 
πόθεν προέρχεται αύτη ή διαφορά ; Διατι όπερ ποιεί 
ο άνθρωπος, το ζώον ποιεΐν ού δύναται, καθώς και το 
παιδίον ; Διατί τα ζώα έπιδιώκοντα την θεραπείαν τών 
ηδονών, ζώσι κανονικώς, ενώ οι άνθρωποι, τουτ 5 αύτο 
προτιθέμενοι, έκδιαιτώνται, καταλήγοντες εις την κα- 
ταστροφήν της οργανικής αυτών συστάσεως. 

Το ζώον ού δύναται ποιεΐν δ ποιεΐ ο άνθρωπος. 



Ο ΔΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΓΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 113 

Τοΰτο δε σημαίνει οτι το ζώον στερείται δυνάμεως ης 
ο άνθρωπος εύμοιρεΐ. Επειδή, ει το ζώον είχε την αυ- 
τήν δύναμιν, επραττεν αν ωσαύτως. Ή ψυχή των ζ<ύοον 
δεν έχει ιδίαν ένέργειαν, όπως άντεχα εις τάς εαυτής 
αισθήσεις, και κυριεύτ) αυτών όθεν ενεργεί κατά τάς ω- 
θήσεις των κλίσεων της. Ή ψυχή του άνθρωπου έχει 
τουθ' δπερ ήτών ζώων στερεΐται,δι' ου κατακυριεύει των 
αισθήσεων, γινομένη εαυτής κυρία. Ή ψυχή των ζώων 
υπόκειται εκ φύσεως εις τον φυσικον νόμον του εύαρέ- 
ς-ου και δυςαρέςου, μηδέ ν 3 άλλον έχουσα έπιδιώξαι σκο- 
πόν. Ή ψυχή του άνθρωπου δεν υπόκειται εις τον αυ- 
τόν νόμον, ώς έχουσα άλλον προορισμόν. Ή δύναμις, 
δι' ης ή ψυχή νίκα τάς κλίσεις της, γινομένη εαυτής 
κυρία, καλείται ελευθερία. Ό νόμος ή ο προορισμός, δν 
οφείλει άκολουθεΐν, καλείται λόγος. Ό νόμος της αίσ- 
θήσεως έστιν ισχυρός και βίαι ος. Ό νόμος του λόγου 
έστι πράος και μόνον υποχρεωτικός, ούδεμΐαν έξασκών 
βίαν εις τήν θέλησιν της ψυχής, ώςπερ ο τήςαίσθήσεως. 
°Οταν ή ψυχή ακόλουθη τον λόγον, ένισταμένη εις τάς 
άντικειμένας αύτώ αισθήσεις, τότε καθαρώς έκδηλοι 
τήν έλευθερίαν της, άποδεικνύουσα εντεύθεν, οτι έχει 
ΐδίαν ένέργειαν, δι 5 ης νίκα τά πάθη της, κυριεύουσα 
εαυτής. Εΐπερ ή ψυχή ουκ εμελλεν άκολουθεΐν τον πρ3- 
ον και υποχρεωτικον τούτον νόμον, ουκ 5 αν είχε πλέον 
τήν δύναμιν του παρίστασθαι κρείττων του νόμου των 
εαυτής αισθήσεων. Δια τούτο τά ζώα, του λόγου στερού- 
μενα, συς-ερουνται συνάμα της ελευθερίας. Το έλεύθ:ρον 
και ανεξάρτητο*; δν οφείλει εχειν σννείδησιν εαυτού κοΗ 



114 Ο ΑΛΗΘΗ2 ΙΗ20Υ2 ΧΡΙ2Τ02. 

των έργων αύτοΰ' επειδή το ελεύθερον ον, 94 εαυτού 
ένεργοΰν,ούδέποτ'άν ήδύνατο βουλεύεσθαι και πράττειν, 
ειμή έγίνωσκεν ίκανόν είναι τούτο ποιεΐν. Τα ζώα, ων ή 
ενέργεια εξαρτάται εκ του φυσικού νόμου, ου δύνανται 
εχειν συνείδησιν εαυτών, ούτε των έργων αυτών, πράτ* 
τοντα εν άγνοια του πραττομένου, μηδόλως δυνάμενα 

εκτιμησαι την πραξιν αυτών. Έκ της αναλύσεως ταύ- 
της έξάγομεν 

1 ον "Οτι μεταξύ της ανθρωπινής φύσεως και της ζω- 
ώδους άπειρος έστι διάστασις. Το ζώον ουκ εστίν άλλο 
η αισθητική τις μηχανή, κινούμενη υπό της ώθήσεως 
της αίσθήσεως, ώςπερ αί καθ 3 ήμας μηχαναι κινούν- 
ται ύπο της ώθήσεως του άτμοΰ. Ό άνθρωπος, απεναν- 
τίας, ουκ εστί μηχανή, αλλ 5 ον ηθικόν, ελεύθερον, λόγω 
και συνειδήσει τετιμημένον. 

2 ον Πάσα ή ανθρωπινή αξία συνίσταται εις τήν ελευ- 
θεοίαν, συνοδευομένην υπο του λόγου και της συνειδή- 
σεως. 

Β ον Βούλεσθαΐ ύποτάσσειν τήν έλευθερίαν εις άλλα 
ελατήρια ή τον λόγον, εστί φονεύειν τον άνθρωπον και 
καταστρέφειν πασαν τήν ήθικήν τάξιν. 

4ον Πάντες οι πρεσβεύοντες το πάθος ή το συμφέρον 
ως αρχήν της ανθρωπινής ενεργείας είσιν ένοχοι τού- 
του του εγκλήματος. 

5 ον Επειδή ο άνθρωπος ουκ εστίν εκ φύσεως μηχα- 
νή, ούΐίποτζ τοιούτος γενέσθαι δυνήσεται. "Απαξ του 
λόγου ή του φυσικού αύτοΰ νόμου άφιστάμενος, ου δύ- 
ναται άλλω τινι νόμω ύποταχθηναι. Επομένως κείται 
άναγκαίως εν τγ αταξία. 



Ο ΑΪΗΘΗ2 ΙΗΣ0Ϊ2 ΧΡΙΣΤΟΣ. 115 

6° ν Τα ζώα, παρακολουθοΰντα τάς εαυτών κλίσεις, 
ζώσι τακτικώς, συντελοΰντα εις την γενικήν άρμονίαν 
των πραγμάτων, επειδή άκολουθοΰσι φυσικόν τίνα νό- 
μον αύτοίς ανήκοντα. Άλλ' ο άνθρωπος, ο άποπειρώ- 
μενος διά του συλλογισμού του ν 5 άκολουθήσ*/] τον αυ- 
τόν νόμον, ήτοι τήν δυνατήν έκπλήρωσιν όλων αύτοΰ 
τών ορέξεων, εν άλλοις λόγοις, ο έγω'ίζων άνθρωπος, 
ακολουθών νόμον μή αύτώ ανήκοντα, κείται έκτος παν- 
τός νόμου, παραβιάζει τους φυσικούς νομούς, τους 
οποίους τα ζώα ου δύνανται παραβιάσαι, και πράττει 
έργα αποτρόπαια. 

7ον Ό εγωιστής, ζών έκτος παντός φυσικού νομού, 
ου δύναται, καθάπερ τα άλλα πλάσματα, συντελεΐν 
εις τή\> γενικήν τών πραγμάτων αρμονίων. Έπιδιώκων 
τήν έκπλήρωσιν τών ορέξεων του, και μηδέπο'τε δυ- 
νάμενος αυτήν εύρεΐν, γίνεται έχθρος τών άλλων πλα- 
σμάτων, πάστ] τνί εαυτού δυνάμει χρώμενος δπως αυτά 
καταστρέψτ]. Ό έγωίζων μισεΐ ωσαύτως τον Πλάς•ην 
του, μυριοτρόπως βλάσφημων αυτόν, αρνούμενος τήν 
υπαρξίν του, και πιστεύων οτι δλος ο κόσμος έστι το 
προϊόν της τύχης και της αταξίας• επειδή, ών αύτος 
εν ττ\ αταξία, ούδ'εν άλλο δύναται βλέπειν ή τήν εαυ- 
τού άταξίαν. 

δον Τάττειν τον έγωϊστήν έν τγ τάξει τών ζώων 
έστι ποιεΐν αύτώ τιμήν, ης ουκ εστίν άξιος. Ό έχθρος 
του ΓΙλάστου και τών πλασμάτων, ο άντιτασσόμενος 
πάσν] τή εαυτού δυνάμει εις τήν εύδαιμονίαν τών άλ- 
λων, πώς ήδύνατο, άνευ του παραβιάσαι τήν λογικήν 



116 6 ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

ταχθήναι εν τάξει,, ήτις, καίτοι μή συνειδεΐα, συντελεί 
προς τον σχοπον της δημιουργίας; Ό εγωιστής εξήλθε 
της δημιουργίας, άποτελών τάξιν ίδιαιτέραν, τήν τάξιν 
των ανήθικων τεράτων, τα οποία ή αιώνιος δικαιοσύνη 
θά έγκαθείρξνι εν τω αδη του σκότους, δπως μη γίνη- 
ται ορατή ή τερατεία αυτών. Γνώτωσαν οι ύλισται δτι 
το συλλογιστικον αυτών ζώον ουκ εστίν άνθρωπος, ουκ 
εστί ζώον, ουκ εστί φυτόν άλλα τέρας άνήθικον, άξιον 
του σκοτεινού αδου. 

Ό σκεπτισμος έβεβαίωσε δια παντός τήν πλάνην εν 
τ5} θεωρία, και το #ακον εν τη πράξει, άρνησάμενος τήν 
άλήθειαν και το καλόν. Ήρνήσατο παν το απόλυτον, 
το άναγκαΐον και άμετάβλητον, έπιβεβαιώσας το σχε- 
τικον, το έπιπόλαιον και μεταβλητον, όπερ ο νους ούτε 
νοήσαι ούτε ορίσαι δύναται. Ή σκεπτική κρίσις εστίν 
ή έξης; Το παν έστι πλάνη, ή ο άνθρωπος κατεδικάσθη 
εις το άπατασθαι. Ή κρίσις αυτή έστι ψευδής ούχ ήτ- 
τον ή έκεΐναι τάς οποίας ήδη άνεσκευάσαμεν ο δε ταύ- 
Την άπαγγέλλων εστίν έκτος του ηθικού κόσμου, μη- 
δεμίαν έχων περί αύτου γνώσιν, ζών εν τω κόσμω των 
εγωιστών, οΐτινες πραγματικώς κατεδικάσθησαν εις το 
άπατασθαι, προδώσαντες, άθετήσαντες τον λόγον 
χάριν τών εαυτών ορέξεων. Ή σκεπτική αυτή κρίσις, 
ήτις τίθησι τόν άνθρωπον συν ταΐς εαυτού πλάναις ως 
τήν μόνην ύπαρξιν, ύπήρξεν ή αρχή της νεωτέρας φιλο- 
σοφίας, ην έθεμελίωσεν ο Καρτέσιος, μή δυνηθείσης εξ 
αυτής έξελθεΐν και άχρι του νυν εν αύτ?) έγκαθειργμέ- 
νης. Ό Καρτέσιος, έν τω λόγω τής εαυτού μεθόδου, και 



Ο ΑΛΙ1ΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 117 

τοι νομίζων δτι θέτει την βάσιν τ?ίς φιλοσοφίας, εθετεν 
άκων την του σκεπτισμου, δν ώετο πολεμεΐν, κατά μέρος 
άφήσας την αληθή βάσιν της φιλοσοφίας. Ό Καρτέσιος 
ουκ ήδυνήθη γνωναι, όχι η ανθρωπινή συνείδησις μαρ- 
τυρεί έκ πρώτης αφετηρίας γνώσιν και άγνοιαν, και 
δτι η αμφιβολία αφ 3 ης ήρξατο, ουκ εστί φαινόμενον 
άρχικον, φυσικον, νόμιμον, αλλά μάλλον ασθένεια τις 
επερχόμενη, άφου ύπεπέσαμεν εις πολλά λάθη. ν Ωφει- 
λε λοιπόν εν πρώτοις, άπομακρύναι την άμφιβολίαν ώς 
άσθένειαν, έξηγών αυτήν και εύρίσκων την αίτίαν της, 
είτα θεΐναι το άρχικον και φυσικον φαινόμενον της συνει- 
δήσεως: «γ ιν ώσκω και άγν ο ώ»,διακρίναι μετά ταύ- 
τα τί έκαστος γινώσκει και τί αγνοεί, διαγράψαι ακο- 
λούθως την ιιίΰοΰοΊ} δι 3 ης φθάνομεν εκ του γνωστού 
τζρος το άγνωστον, μη πλανώμενοι. Προδήλως, ο ομο- 
λόγων την εαυτού γνώσιν και άγνοιαν, διακρίνων τί γι- 
νώσκει και τί αγνοεί, αφ 5 ένος μεν καταστρέφει τον σκε- 
πτισμον πρόρριζον, καταδικάζων αύτδν εις αίωνίαν σι- 
γήν, άφ'έτέρου δε αποφεύγει τάςύπερβολάς του αμαρ- 
τημένου δογματισμού, περιορίζων την φιλοσοφίαν εις 
τα αληθή και φυσικά αυτής δρια• διότι τότε προβάλλει 
κατά του σκεπτισμοΰ και του ψευδούς δογματισμού το 
έξης άναπο'φευκτον δίλημμα. 

Ό άνθρωπος γινώσκει πάντα ή αγνοεί πάντα ; ή 
συγχρόνως γινώσκει και αγνοεί; Ει μεν πάντα γινώ- 
σκει κατά την άςίωσιν του ψευδούς δογματισμού, τότε 
ουκ 3 έχει πλέον χρείαν του μανθανειν, ούτε το δικαίω- 
μα του φιλοσοφείν• Επειδή φιλοσοφείν τω τα πάντα 



118 Ο ΑΑΗΘΗΣ ΙΗΣΟΪΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, 

ειδότι εστίν ατόπημα, γελοιώδης άντίφασις. Ει δ 5 α- 
γνοεί πάντα κατά την του σκεπτισμου άξίωσιν, ουδέ•, 
ποτέ δύναται μανθάνειν επειδή ουκ εστίν οδός άγουσα 
εις την γνώσιν εκ της αγνοίας, εκ του αγνώστου εις 
το γνωστο'ν. Τότε ο σκεπτικός ου μόνον στερείται του 
δικαιώματος του φιλοσοφείν, άλλα και του δικαιώματος 
του λαλεΐν. Ει ο άνθρωπος γινώσκει ταυτοχρόνως κα* 
αγνοεί, δικριθέντος τί γινώσκομεν και τι άγνοουμεν, 
τότε δικαιούμεθα υπό του λόγου ζητησαι διά ποίας 
\ι^ο^οό δυνάμεθα να προβώμεν εκ του γνωστού προς 
το άγνωστον, και να μάθωμεν ό,τ& άγνοουμεν τουτ- 
έστιν εξομεν το δικαίωμα του φιλοσοφείν. Ούτω βλέ- 
πομεν, ότι ο λόγος δικαιοΐ μόνον τον πιστόν εις τήν 
καθαραν μαρτυρίαν της συνειδήσεως, και καταδικάζει 
τους κατ' αύτης έπαν ισταμένους, έξελαύνων αυτούς 
εκ της φιλοσοφικής χώρας. Ή στερεά λοιπόν και νόμι~ 
μος βάσις της φιλοσοφίας εστίν ό λόγος, στηριζόμενος 
επί της μαρτυρίας της συνειδήσεως, η, ο φιλόσοφος ορ- 
μώμενος εκ των διδομένων της συνειδήσεως, οφείλει 
βαδίζειν υπό την οιεύθυνσιν του λόγου, μηδενός άλλου 
άκούων ή της φωνής αύτοΰ/Αλλ' ό πατήρ της νεωτέρας 
φιλοσοφίας ουδέν τοιούτον εποίησεν/Απεναντίας, ήρξα- 
το θεωρών όλας τάς εαυτού ιδέας ως ψευδείς παρά την 
μαρτυρίαν της συνειδήσεως, και ούτως ύποπεσών εις 
τους παραδοξοτέρουςκαί παχυλωτέρους παραλογισμούς, 
εφθασεν εις την περιβόητο ν αρχήν. «Νοώ, ο υ χ ο ΰν 
ύ πά ρχω)). Ός ει έβούλετο λέγειν τίθημι την ιδίαν 8- 
παρξιν, μη δυνάμενος περί αύτης άμφιβάλλειν. Ουκ 5 ες•ι 






Ο ΑΛΙΙΘΗΣ ΙΗΣΟ ΪΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 1 1 9 

λοιπόν η συνείδησις και ο λόγος ο\ βεβαιοΰντες ημ&ς 
εκ πρώτης αρχής περί της ημετέρας υπάρξεως, 
περί τής του κόσμου, περί της του Θεού, άλλα το δυ- 
νατόν η αδύνατον του άμφιβάλλειν, και τούτο έστι το 
κριτήριον της αληθείας, κατά τδνΚαρτέσιον, δς ουκ έθε- 
το συγχρόνως, ούτε την υπαρξιν του κόσμου, ούτε την 
υπαρξιν του Θεοϊί, νομίζων δτι περί τούτων ήδύνατο 
άμφιβάλλειν. Ό Καρτέσιος άπαγγέλλων το ψευδός 
τούτο, δεν είχεν ίσως την άνθρωπίνην συνείδησιν. θέ- 
μενος το έ γ ώ μετά των εαυτού ιδεών, ας εκ πρά>της 
όψεως έχαρακτήρισεν ως ψευδείς, έπεφάθη μετ- 
έπειτα νά άποδείξτ) την υπαρξιν του Θεοΰ και του κό- 
σμου δυνάμει των εαυτού ιδεών, τουτέστι νά άποδείξτ; 
την άλήθειαν δια του ψεύδους. Πόσον θαυμαστή μέθο- 
δος ! Τω όντι, ούτε δ Πλάτων, ούτε δ Αριστοτέλης αυ- 
τήν έγίνωσκον και ο Καρτέσιος έποίησεν άνακάλυψιν, 
δι 5 ην ή νεωτέρα φιλοσοφία μέγα αύτώ οφείλει. 

Ό Καρτέσιος παρενόησεν, ου μόνον την αληθή μαρ- 
τυρίαν της συνειδήσεως, άλλα και την φύσιν ετι του 
λόγου, έννοών ως λόγον την δύναμιν του καλώς κρί- 
νειν, ήτις έστι μόνον ίδιότης του δικαστού, και ουχί ο 
νόμος ο έπιβεβαιών την κρίσιν• 

, Ό λόγος, κατά Καρτέσιον, ουκ εστί νόμος άληθης, 
δίκαιος, αναλλοίωτος, ημών ανεξάρτητος, τον οποίον 
δυνάμεθα επίσης νοήσαι και παρανοήσαι, καλώς η κα- 
κώς έφαρμόσαι, άλλα δύναμις της ψυχής, αναπτυσσό- 
μενη και μετ' αυτής τελειοποιουμένη, δύναμις δυναμέ- 
νη ημδς άπατήσαι, και άπατώσα ημάς συχνάχις, 'Εξ 



120 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥ2 ΧΡΙΣΤΟΣ. 

άλλου έβεβαίωσεν ότι δια τοΰ λόγου γινώσκειν όφεί- 
λομεν την άλήθειαν επειδή ο άνθρωπος ούδεμίαν αρ- 
χήν άνωτέραν του λόγου οφείλει ομολογεΪΊ. Δια της 
συγχύσεως ταύτης απένειμε τήν αύθεντίαν του νόμου 
τω δικαστή, και άπέδωκε τω νόμω το του δικαστού 
πταιςόν. Τούτου τεθέντος, συνάγομεν τάς ακολούθους 
συνεπείας• 

ί°ν Πασαι ημών αι κρίσεις είσιν αμφίβολοι, ώς 
προερχόμενα* εκ τίνος λόγου, δυναμένου ήμας άπατη- 
σαι, και πασαι ημών αι κρίσεις είσι νόμιμοι, ώς προερ- 
χόμεναι εκ τίνος άρχης ανωτάτης. 

2 ον Αι αμφίβολοι κρίσεις δύνανται είναι αληθείς ή 
ψευδείς- αλλ 3 όπως αύτάς κυρώσωμεν, ούδεμίαν αρχήν 
εχομεν άνωτέραν του λόγου• όθεν έπεται ότι αί αλη- 
θείς ή ψευδείς ημών κρίσεις είσιν επίσης νόμιμοι, το 
δε λογικώτερον, εστίν άμφιβάλλειν περί πασών των η- 
μετέρων κρίσεων, δυνατής εν αύταΐς ούσης της αμφι- 
βολίας. 

3 ον Έκαστον άτοπον εν ονόματι του εαυτού λόγου, 
όλως σχετικού και ατομικού έστιν αρχή ανωτάτη, έ- 
χον τό δικαίωμα του κρίνειν τα πράγματα καθώς 
αύτώ δόξη, μηδόλως ύπεύθυνον περί τών πλημμελών 
αυτού κρίσεων, επειδή ή πλημμέλεια πηγάζει εκ τοΰ 
εν τω άτόμω λόγου και ουχί εξ αύτοΰ τοΰ άτομου. 

4 ον Ουδείς δύναται βεβαιώσαι τάς εαυτού κρίσεις 
ώς όρθάς και καταδικάσαι τάς τοΰ άλλου ώς έσφαλμέ- 
νας, επειδή πάντες οι ατομικοί λόγοι περιβάλλονται το 
αυτό κύρος. 



Ο ΑΑΙΙΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡ.ΧΤΟΖ; 12Τ 

5 0ν Επειδή ή πραξις εστί συνέπεια τής κρίσεως, 
εκαστον άτομον, ως αρχή ανωτάτη, δικαιούται πράτ- 
τειν κατά τάς εαυτού κρίσεις. Ή εν τ5| θεωρία άκο'λα- 
στος ελευθερία πρέπει να λάβτ] χώραν και έν τ?ί πράξει. 

6 ον Ει ουδείς εστίν υπεύθυνος περί των έαυτοΰ κρί- 
σεων, ουδείς έστι τοιούτος και περί των εαυτού πρά- 
ξεων, και ουδείς δύναται καταδικάσαι τάς πράξεις των 
άλλων ως αδίκους. 

7 ον Επειδή τοιαύτη πρακτική πολλάς προ^ζνύ δυσ- 
τυχίας άγουσα προς την καταστροφήν, ανάγκη ν'άντι- 
καταστήσωμεν αυτήν δια της αρχής του συμφέροντος, 
όπερ μεταποιεί την άνθρώπινον φύσιν εις τήν της α- 
λώπεκος, ή κάλλιον ειπείν, τίκτει τους τερατώδεις 
έγωϊστάς. 

Τά πράγματα ουκ ήδυνήθησαν καταψεΰσαι τάς λο- 
γικάς συνεπείας• Ό Καρτέσιος ύπήρξεν ου μόνον ο 
θεμελιωτής του σκεπτισμοΰ, χλευάζοντος πασαν διδα- 
σκαλίαν, αλλά και του ψευδούς δογματισμού, άξιουν 
νος φθάσαι προς τήν τελείαν γνώσιν παντός πράγμα- 
τος και τον Θεον αύτον άντικαταστησαι. Ό Καρτέσιος 
τήν άκολαστον έλευθερίαν έν ττ\ θεωρία θέμενος, οιε- 
βίβασε τήν αρχήν της επαναστάσεως έν τ?5 πράξει, 
ήτις έ'μελλεν άναγκαίως άντικαταστηναι διά της αρ- 
χής του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας. Ουδέν 
λοιπόν Οαυμαστον, ει ο νέος πολιτισμός, αναπτυχθείς 
κατά τάς αρχάς της συγχύσεως και αταξίας, έκτος του 
λογού και της συνειδήσεως, κατέστη εις τον δέκατον 
έννατον αιώνα αληθής Βαβυλών, ήτις μή δυναμένη 



ϊ 22 Ο ΑΛΗΘΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. 

γνώναι τον άληθινδν Θεον, έφευρεν τον θεον αύτης, δς 
έστιν ο ψευδόχριστος. 



Ε Ι Κ Ω Ν 

ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΟΥ 

Ό ψευδόχριστος, οΙοί ή χεφ του σοηοϋ άκαδημια- 

κου ήμΐν περιέγραψε, καίτοι τέλειος εν ττ\ ήθικνί, υπε- 
ρέχων πάντας ανθρώπους, εστί νόθος τις, ουδέν γινώ- 
σκων περί της εαυτού καταγωγής, ειμή δτι εστί τέ- 
κνσν της φύσεως. Οι τίτλοι της γεννεαλογίας, ους έδέ- 
ξατο, ?]σαν μέσον πονηρίας, δπως ποιήστ) τους άλλους 
πιστευσαι εις την ύπερφυσικήν αύτου άποστολήν, ης το 
πνεύμα της εποχής ήσθάνετο την ανάγκην. Ό ψευδο- 
χριστός εστίν άνθρωπος, ενεργών κατά την ώθησιν των 
κλίσεων του, Ιχων το θαυμάσιον πλεονέκτημα του ώ- 
φελεΐσθαι εκ των τυχαίων περιστάσεων, ΐνα φθάστ) 
προς το α^οπου^ενοΊ^ εμπνεόμενος ύπο του έγωϊσμοΰ, 
δςτις εστίν ή πρώτη των φυσικών κλίσεων. Ό ψευδο'- 
χριστός έστιν άνθρωπος δεισιδαίμων, μεστός των προ- 
λήψεων του αιώνος του, άνθρωπος άγνοών^ αμφιβάλλων, 
αμαρτάνων, διορθούμενος, άνθρωπος εν τέλει οφειλών 
πάντα εις την τύχην, εις τάς περιστάσεις, εις τους 
τοιζους εξ ων εμπνέεται, και εις τον φυσικον όργανι- 
σμόν του. Ό ψευδοχριστος ουκ εστίν άλλο ή ζώον της 
ρύσεως, άλλα ζώον σκεπτικό ν, φθάσαν εις τον υπέρ- 



ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΪΔΟΧΡ1ΣΤΟΤ- 123 

τατον βαθμον του συλλογίζεσθαι ένεκα του φυσικού ορ- 
γανισμού, δν εδωκεν αύτω η φύσις. Ό ψευδόχριστο'ς 
έστιν εις Μωάμεθ, χρώμενος ν% άγάπτι άντ! του ξί- 
φους, όπως φθάστ] προς τον αύτον εγωιστικό ν σκοπόν. 

Ούτω βλέπομεν, οτι ο ψευδοχριστος έστι θέας, εξ- 
αρθείς Ικ του τριπλού εργαστηρίου του έγελισμοΰ, του 
υλισμού και του σκεπτισμοΰ, το ίδανικον και ή δυνατή 
τελειο'της της νεωτέρας φιλοσοφίας, ο θεός τον οποίον 
τα αντίθετα συστήματα δύνανται εκ συμφώνου λατρεύ- 
ειν* Ό έγελιστης ευρίσκει εν αύτω το πνείίμα της άν- 
θρωπο'τητος, δ έστιν ο μέγας Θεός, ο ύλιστής το σκε- 
πτικον αύτοΰ ζώον, και ο πυρρωνιστής την τύχην, τάς 
δεισιδαιμονίας και τάς πλάκας της άνθρωπότητος. 
'Ό,τι δε ουδείς δύναται |ν αύτω εύρεΐν, εστίν η Ευαγ- 
γελική ηθική, Τι γαρ κοινον είναι δύναται μεταξύ του 
αληθινού Θ^ου και του άθεου, μεταξύ του καθήκοντος 
και του εγωισμού, μεταξύ της λογικής ελευθερίας και 
της άτακτου μηχανής, μεταξύ της ήθικο'τητος και της 
διαφθοράς ; 

Και ή ελαχίστη της ήθικο'τητος ιδέα έπαρκεΐ εις 
το καλώς εννοησαι οτι ή συνδυαστική φαντασία, ήτις 
έπλασε το βαβυλώνειον τοϋτο είδωλον, ούκ εστίν ήτ- 
τον επιτήδεια της των παλαιών εθνικών οϊτινες πα- 
ρανοοΰντες τον άληθινον θεον, έφαντάσθησαν, οτι ή 
^ο'της ήδύνατο συνδιαλλαγήναι προς τα έλαττώμ- 
ματα και τάς κακίας τών όντων της φύσεως, πλάσαν* 
τες θεούς ανταποκρινόμενους προ~ τα εαυτών πάθη 
:<7Λ την ούτί,δχνήν αυτών διάνοιαν. Κατά τον δέκατο ■, 



124 ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΪΑΟΧΡΙΓΓΟΪ. 

Ιννατον αιώνα, όσοι τούτους άπεμιμήσαντο, παρα- 
νοουντες τον άληθινον Ίησοΰν Χριστον, έφαντάσθησαν, 
οτι η θεότης αύτου ήδυνατο συνδιαλλαγήναι μετά τής 
ανθρωπινής διαφθοράς, η πονηρία μετά της άπλότη- 
τος και καθαρότητος της καρδίας, το ψευδός μετά της 
αληθείας, ο εγωισμός μετά του καθήκοντος και της 
ηθικής, πλάσαντες το εΐδωλον τής χίμαιρας των, ά- 
ξιον των εαυτών παθών και τής ούτιδανής αυτών δια- 
νοίας, παραστήσαντες αύτο νυν ενώπιον του κοινού 
προς λατρείαν: «Ιδού, λέγουσιν, ο αληθής Ιησούς 
Χριστός, νεωστί γεννηθείς, ουπερ έσμεν οι κήρυκες 
και απόστολοι. Πόσον έστι κομψός !» Ναι, ή τούτοι 
πλάσασα χειρ έδει μάλλον άνήκειν τη ακαδημία τών 
ωραίων τεχνών ή τ?ί τών ωραίων γραμμάτων. Άλλα 
θέλετε νά παραδεχθώμεν αύτον χωρίς εξετάσεως ; Ό 
νυν αιών δεν το υποφέρει. Ούτος εστίν αιών, ως λέ- 
γετε, της εξετάσεως και της επιστήμης, ουχί δε ο 
αιών της τυφλής πίστεως. Έξετάσωμεν ουν τον καθ 5 
ύμας Χριστον τω της επιστήμης φωτί. 

ν Ο,τι πάντοτε ή ηθική κατεδίκασε ως την μεγίς-ην 
κακίαν εστίν ή υποκρισία και το ψευδός. Δοκεΐν δί- 
καιον είναι μή όντα, λέγει Πλάτων, ο εξαρχος τών 
ηθικολόγων, εστίν ο έσχατος της αδικίας όρος. Το 
ψευδός, λέγει δ Κάντιος, έτερος ηθικολόγος, «έτερα 
μεν κεύθειν ένι φρεσιν, έτερα δε βάζειν», καταβιβάζεε*- 
τήν άνθρωπίνην άξίαν, ποιούσα τον ψεύστην περιφρο- 
νήσεως άξιον; Ό αληθινός Ίησους Χριστός έκηρύχθη 
μεγαλοφώνως κατά του ψεύδους λέγων: «Ούαι ύμΐν, 



ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΟΥ. 128 

γραμματείς και φαρισαΐοι ύπο/ριταί, οι δοκεΐτε τοις 
άνθρωπο ις είναι δίκαιοι μη δντες». Άλλ' ο κομψός 
Ψευδόχριστος, και τοι ων ο μέγιστος των ηθικολό- 
γων, εστί συγχρο'νως και ο μέγιστος άπατεών της 
άνθρωπότητος, ποιήσας τους ανθρώπους πιοτευσαι 
δ σύκ ί)ν• επειδή συνειδώς είναι άνθρωπος, και άνθρω- 
πος νόθος, είπε πρώτον δτι εστίν υιός του Δαβίδ, 
έπειτα δτι εστίν Χίος Μονογενής του Θεοΰ του ζών- 
τος, συν αύτώ αιωνίως υπάρχων. Όποια ηθική καλ- 
λονή ! αληθώς αξία του στεφάνου της Ακαδημίας των 
ηθικών και πολιτικών επιστημών. 

Πάσα πραξις, κατά την ήθικήν αρχήν, έλατήριον 
έχουσα τον έγω'ίσμόν, ουκ εστίν ηθική, και πας 
εγωιστής ούδεμίαν έχει άξίαν. Ό αληθινός Ίησους 
Χρίστος κατεδίκαζε την έλεημοσύνην και τάς προ- 
σευχάς τών φαρισαίων, ως εκ του έγωϊσμοΰ και ουκ 
εκ της συνειδήσεως του καθήκοντος απορρέουσας. 
5 Αλλ* ο κομψός Ψευδδχριστος, ων ζώον συλλογι- 
στικών, εις άθεος, οςτις, γνούς διά της έγελικής 
επιστήμης, δτι δ Αιώνιος δεν υπάρχει, ηθέλησε να, 
πληρώστ) τήν κενήν ταύτην θέσιν, ποιον έλατήριον 
είχε τών εαυτού πράξεων, ειμή τήν πρώτην τών 
φυσικών κλίσεων συνοδευομένην υπό του ψεύδους και 
της απάτης ; Πράγμα παράδοξον ! δ εγωιστής, μη 
ων άξιος, ταχθήναι, καθώς άπεδείξαμεν, ούτε εν τ/} 
τάξει τών ζώων, ούτε εν τη τών φυτών, όστις, ζητών 
να διαταράξτ) τήν ήθικήν και φυσικήν τάξιν, ου μόνον 
δεν ανήκει πλέον εις τήν δημιουργίαν, αλλ* άπ 



*26 ΕΙΚΩΝ ΤΟΪ ΨΕΥΛΟΧΡΙΣΤΟΥ; 

*ίας γίνεται εχθρός αυτής και καταστροφεύς, όσον 
δύναται. Ό εγωιστής* ο μη γινώσκων ούτε Θεόν, ούτε 
νόμον, ούτε δικαιοσύνην, ούτε δικαίωμα, ούτε καθήκον, 
ούτε άρετήν, ούτε άξίαν, ο εγωιστής, λέγω, ο μέγι- 
στος και δεξιώτατος, οΓος Ιστιν δ Ψευδόχριστος, 
ύπήρξεν ο μέγιστος ηθικολόγος. Γεγονός τεράστιον Ι 
πράγμα παράδοξον ! θαύμα αδύνατον ! μυστήρίόν αΧα- 
τάληπτον ! Ό Πλάτων είχε δίκαιον, λέγων, δτι οι εμ- 
πνεόμενοι ποιηται, λαλοΰντες, ουκ οιδασι τι λαλοΰσι. 
Ει ο σοοος άκαδημιακδς έγίνωσκε κάλλίον την άνθρώ- 
πινον φύσιν, εϊπερ είχε την έλαχίστην Ίδέαν της εξ 
αντικειμένου και τής εξ υποκειμένου ήθικότητος, ει 
έγίνωσκεν δτι ο Θεός έστιν δν τελείως ηθικόν, και ο 
άνθρωπος δυνάμει τοιούτος, υποκείμενος εις τους νό- 
μους τής αναπτύξεως• ει έγίνωσκεν, ότι ο βεός, ό 
^ροϊδών και συστήσας τον φυσικον κόσμον προς άνά- 
πτυξιν τής ημετέρας σωματικής φύσεως, ώφειλεν ώς- 
αύτως προϊδεΐν και συστήσαι κόσμον ηθικόν προς άνά- 
πτυξιν τής ημετέρας ηθικής φύσεως, έ'βλεπεν αν την 
εικόνα του αληθούς Ίησου Χρίστου, καθώς την βλέπω• 
και αντί του είναι κατασκευαστής ηθικών τεράτοον καΐ 
του αδου απόστολος* ήν άν απόστολος του Ίησοΰ και 
ευεργέτης τής άνθρωπότητος. — 5 Αλλά το κακόν ούκ 
Ιστιν άδιόρθωτον. Εύκολώτατα δύναται ν 5 άποκτήστ) 
το έλλεΐπον ή ποταπή μνησικακία ού δύναται πλη- 
£ΐάσαι τήν καθαράν καρδιαν του άρνίου σφαγιασθέντος 
δ'ιά τήν σωτηρίαν του κόσμου. Ό θείος Παύλος, ο κο- 
ρυφαίος των αποστόλων έστάθη πρώτον δ μανιω'δέ- 



ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΓΑΟΧΣΙΣΤΟΪ. 127 

στατος τοΰ Ίησου Χρίστου διώκτης. Ό απόστολος 
Πέτρος, ο τρις αυτόν άρνησάμενος έσχε την αυτήν τι- 
μήν ο Κ. Τενάν δύναται ωσαύτως γενέσθαι ο Πέτρος 
και ο Παύλος της εποχής του, άναγνωρίζων την άλή- 
θειαν ηλίου λαμπρότερον λάμπουσαν. Γνώτω ότι έσμέν 
ήναγκασμένοι διανοεΐσθαι, ώσπερ και άναπνεΐν. Καθώς 
ο ατμοσφαιρικός άήρ ήμΐν ουκ ανήκει, τοιουτοτρόπως 
το πνεύμα δι' ου μορφουμεν τάς ημετέρας κρίσεις άλ- 
λο τι έστιν ή ήμεΐς. Και καθώς ή υγεία του σώμα- 
τος εξαρτάται εκ της καθαρότητος του αέρος, δν άνα- 
πνέομεν, ούτως ή υγεία της ψυχής εξαρτάται εκ τοΰ 
πνεύματος, δυνάμει του οποίου σκεπτόμεθα• Ή ψυχή 
δύναται να αισθανθώ την καθαρότητα τοΰ πνεύματος, 
καθώς δυνάμεθα να αισθανθώμεν τήν καθαρότητα τοΰ 
αέρος. Άλλα ίοόχο εστί δυνατόν μέχρι τίνος. "Ότε 
όμως ή ψυχή, ωκειωμένη προς το κακόν κλίμα, γί- 
νεται βαρέως ασθενής, τότε άναισθητεΐ εις τους ορθούς 
συλλογισμούς, μη δυναμένη να έγκαταλείψτ] το κα- 
κόν κλίμα. «Το φως, ελεγεν ο Ίησοΰς Χρίστος, ήλ- 
θεν εις τον κόσμον αλλ 5 οι άνθρωποι ήγάπησαν 
μάλλον το σκότος ή το φως, επειδή τα έργα αυτών ήν 
πονηρά)). Αναμφιβόλως ο Ίησους Χρίστος ου μέμφε- 
ται δια των ρημάτων αύτοΰ πάντας ανθρώπους, αλλά 
μόνον τους κακοπροαίρετους, οϊτινες είσιν αδιόρθωτοι, 
ταυτισθέντες ολοος προς τό κακόν, Νομίζω, ότι ο κ. 
Τενάν δεν τάττεται εν τ^ κατηγορία ταύτη. 

Ό άνθρωποι! προσέχωμεν, και καλώς σκεψώμεθα. 
Υπάρχει ανέκαθεν πάλη αόρατος μεταξύ του άκαθάρ" 



128 ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΊΡΔΟΧΡ1ΣΤΟΓ. 

του πνεύματος τοΰ εθνισμοΰ και του καθαρού πνεύμα- 
τος του χριστιανισμού, και εκ της πάλης ταύτης εξήρ- 
τηται η σωτηρία η η απώλεια των ψυχών ημών. Το 
πνεύμα του εθνισμού άπεμάκρυνε τους αρχαίους εκ 
του μόνου αληθινού Θεού, ποίησαν αυτούς λατρεύειν 
τους διεφθαρμένους ανθρώπους, η τα ζώα και τα φυτά 
τ?5ς φύσεως. Τοιαύτη ύπηρξεν η αιτία όλων των κα- 
κών και δυστυχιών του αρχαίου πολιτισμού. Ό Από- 
στολος Παύλος έπι του προκειμένου (έπιστ. πρός'Ρωμ. 
Α. 18), οΰτω λέγει. 

«Αποκαλύπτεται γαρ όργη Θεού απ* ουρανού επί 
πασαν άσέβειαν και άδικίαν ανθρώπων, τών την άλή- 
θειαν εν αδικία κατεχόντων διότι τογνως-ον του Θεοΰ, 
φανερόν εστίν εν αύτοΐς• ο γάρ Θεός αύτοΐς εφανέ- 
ρωσε. Τα γάρ αόρατα αύτοΰ άπο κτίσεως κόσμου, 
τοις ποιήμασι νοούμενα καθοραται, η τε άίδιος αύτοΰ 
δύναμις και Θεότης* εις το είναι αυτούς αναπολόγη- 
τους. Διότι γνόντες τον Θεον, ούχ ως Θεον έδόξασαν, 
η ευχαρίστησαν αλλ 3 έματαιώθησαν εν τοις διαλογι- 
σμοΐς αυτών, και έσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρ- 
δία. Φάσκοντες είναι σοφοί, εμωράνθησαν. Και ήλλα- 
ξαν την δόξαν του άφθαρτου Θεοΰ εν ομοιώματι ει- 
κόνος φθαρτοΰ ανθρώπου, και πετεινών, και τετραπό- 
δου καΐ ερπετών. Διο και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός 
εν ταΐς επιθυμίαις τών καρδιών αυτών εις άκαθαρσίαν, 
του άτιμάζεσθαι τα σώματα αυτών εν έαυτοϊς. Οΐτινες 
μετήλλαξαν την άλήθειαν του Θεοΰ εν τώ ψεύδει, 
■*αΙ έσεβάσθησαν και έλάτρευσαν τη κτίσει παρά τον 






ΕΙΚΩΗ ΤΟΪ ΨΕΤΔΟΧΡΙΣΤΟΥ. 129 

κτίσαντα, ός έστιν εύλογητός εις τους αιώνας, αμήν. 
Και *αθώς ουκ έδοκίμασαν τον Θεον έχειν εν έπιγνιυ- 
σει, παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις άδόκιμον νουν, ποιεΐν 
τα μή καθήκοντα. Πεπληρωμένους πάστ) αδικία, πορ- 
νεία, πονηρία, πλεονεξία, κακία* μεςους φθόνου, φόνου, 
Ιριδος, δόλου, κακοηθείας• ψιθυριστάς, καταλάλους, 
θεοστυγεΐς, ύβριστάς, ύπηρηφάνους, αλαζόνας, εφεύρε- 
τάς κακών, γονευσιν άπειθεΐς, ασύνετους, άσυνθέτους, 
άς•όργους, άσπονδους, άνελεήμονας. Οΐτινεςτό δικαίω- 
μα του Θεού έπιγνόντες, (ότι οι τα τοιαύτα πράττοντες 
άξιοι θανάτου είσιν) ου μόνον αυτά ποιουσιν άλλα και 
συνευδοκουσι τοις πράττουσΐ)). 

Τοιαύτη εστίν ή αληθής είκών του εθνισμού, καθα- 
ρώς ήμΐν δεικνύουσα την φύσιν και τον χαρακτήρα του. 
Ό εθνισμός ουκ εςτν άλλο ή ή του αληθινού Θεοΰ πα• 
ραγνώρισις και ή καταστροφή της ηθικής τάξεως* επο- 
μένως π#σα διδασκαλία, μεταβάλλουσα τήν ίδέαν του 
αληθινού Θεοΰ και λήγουσα προς τήν καταστροφήν της 
ηθικής τάξεως, πηγάζει εκ του πνεύματος του εθνι- 
σμού. Οι οπαδοί τοιούτων δοξασιών είσιν εθνικοί διε- 
φθαρμένοι• οι δε ταύτας προάγοντες απόστολοι του 
πονηρού και της διαφθοράς τών ανθρώπων. 

Ό έγελισμός, ο υλισμός, ο σκεπτισμός είσί τρεΐς 
μορφαί διάφοροι του εθνισμού, διότι μεταποιουσι τήν 
ίοέαν του αληθινού Θεού, και καταστρέφουσι τήν ήθι- 
κήν τάξιν. Ό έγελισμος λέγει ότι ουδέν όν εστίν άνώ- 
τερον του άνθρωπου, και ότι, ει Θεός τις υπάρχει, ού- 
τος ό Θεός έστι τό πνείμα της άνθρωπότητος, ήτο: το 

9 



1 30 ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΧΡ1ΣΤΟΤ. 

πνεύμα του εθνισμού. Ό υλισμός δίδει ώς θεό ν τήν 
φύσιν και τους νομούς αύτης, τουτέστι την ύλην τε- 
λείως ώργανισμένην εν τω άνθρωπίνω σώματι• ώστε 
ο υλισμός, αντικείμενος τω έγελισμώ, λέγει; Ει εστ& 
Θεός τις, ούτος ο Θεός έστι το σώμα της άνθρωποτη- 
τος• επειδή ούδεν σώμα της φύσεως έστιν αύτου τε. 
λειότερον. Ό σκεπτισμός καταγελών πάσης διδασκα- 
λίας, ούδεμίαν άλλην ύπαρξιν ομολογεί ή την της 
πλάνης. Κατ 5 αυτόν, Θεός ούχ υπάρχει, ούδεν υπάρχει 
ειμή αί πλάναι της ανθρωπότητας. Λαιπόν, ει εστί 
Θεός, ούτος ο Θεός συνίσταται εις τάς πλάνας της άν- 
θρωπότητος. Το π^εΰμα της άνθρωπότητος, το σώμα 
της άνθρωπότητος, αι πλάναι της άνθρωπότητος, ιδού 
ή τριάς ή τών εθνικών ο θεός. Ούτος ο θεός έστιν εις 
εν τρισι προσώποις. Πνεύμα, σώμα, πλάναι, ιδού τα 
εν τν) ανθρωπινή φύσει ένούμενα τρία πρόςωπα. Το 
πνεύμα έστιν ο πατήρ, ο γεννών τα σώματα, εξ ων 
εκπορεύονται αϊ εν αύτοΐς έκδηλούμεναι πλάναι. Λοι- 
πόν, ούκ εστί μόνον ή χριστιανική θεολογία ήτις προ- 
σέβαλε τήν έπιστ'μην, λέγουσα, ότι εν έστι τρία και 
τρία έστιν εν.. Ή θεολογία του δεκάτου έννάτου αιώ- 
νος, και το ι σεβόμενη τήν έπιστήμην, έπραξε το αύτδ 
έγκλημα. Ή χριστιανική θεολογία έστιν ίσως ένοχος, 
πράττουσα φανερώς το έγκλημα, διότι έχει πλήρη 
συνείδησιν του έ'ργου αυτής, Άλλ 5 ή εθνική θεολο- 
γία του πεφωτισμένου τούτου αιώνος έστι συγχωρη- 
τέα, διότι πράττει το έγκλημα λεληθότως, αγνοούσα 
το έργον -της• 



ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΪΔΟΧΡ1ΣΤΟΪ. 131. 

Όμολογουμένως, η άμεσος συνέπεια τοιαύτης διδα- 
σκαλίας εστίν ή καταστροφή της ηθικής τάξεως, ή 
ποακτική του εθνισμού, ην ο άγιος Παύλος ήμΐν πβρΐΤ- 
γραψεν.Τποτεθέντος, οτι πιστεύω σπουδαίως οτι ούοεν 
ον υπάρχει άνώτερο'ν μου, ούτε θεός, ούτε δικαιοσύνη 
αιώνιος, και οτι κυρίαρχος ειμί της πατρίδος μου, η 
οιουδήποτε έθνους, έχων την δύναμιν εν τη χειρίμου, 
περιστοιχισμένος ύπο κολάκων και των κτηνωδών 
παθών μου, ποίον αν είχον σέβας προς τους ίοί.οίζ, 
η τα δικαιο!>ματα των άλλων; ουκ αν έγενο'μτ]ν Νέρων, 
Κχλλιγούλας, τέρας άποτρόπαιον μεταξύ τών άνθρώ- 
πων; ουκ αν προεκάλουν την ε πανάστασιν και ουκ 
αν άπωλλύμην συναπολέσας πρότερο ν τοσούτους άλ- 
λους.Ύποτεθέντος, οτι το ημέτερον Κράτος ΙςΊ δήμο• 
κρατικον, και πάντες πιστεύομεν οτι ουδέν εχομεν μετά 
θάνατον έλπίσαι η φοβηθήναι, το'τε γνώμων της ζωής 
ημών εσται ή ηθική του Επικούρου : «Φάγωμεν και 
πίωμεν, επειδή αύριον άποθνήσκομεν». Προς το οαγεΐν 
και πιείν, εχομεν χρείαν χρημάτων, και προς το κερ. 
δησαι χρήματα, δεΐέργάζεσθαι• Βεβαίίος, ουδείς ουδέ- 
ποτε εργάτης γενήσεται πλούσιος δια της εαυτού εργα- 
σίας, και έργάζεσθαι άπο πρωίας έως εσπέρας προς το 
κερδησαι του εργάτου τον άρτον, ουκ εστί πράγμα 
εύάρεστον. "Έκαστος, κατά την ίκανο'τητα του εαυτού 
πνεύματος ζητήσει την εύτυχίαν του δια της ίσ/ύος ή 
της απάτης, ή δια του συνδυασμού τών δύο τούτων α- 
νήθικων μέσων έκαστος εσται θύμα του κυριεύοντας 
αύτον πάθους, και πάσα ή κοινωνία έ'σται εν τη άτζξίν, 



1 32 ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΤΔΟΧΡΙΣΤ ΟΥ. 

έν πάλτ) άεννάω μέχρις ου φθάστ] εις διάλυσιν παν. 
τέλη. Ό λέγων : «Θεός είμι εγώ* δικαιοσύνη ειμί 
εγώ, ο προορισμός έστιν ένέμοί», ποίαν ίδέαν ήδύ- 
νατ 3 αν εχειν περί εύτυχίας,περί του εαυτού δικαιώμα- 
τος, και καθήκοντος• ουκ αν έμέτρει το εαυτού δικαίω- 
μα δι' ης έχει δυνάμεως και το εαυτού καθήκον δι' ης 
έχει αδυναμίας, και ουκ αν έγίνετο δεσπότης ή 
δούλος, η τύραννος, η κολαξ, άνευ τίνος ηθικής αξίας; 
ουκ αν έζήτει την εύτυχίαν εν τν) θεραπεία των ηδο- 
νών, ουκ αν υπέκειτο εις ολα του εθνισμού τα ελατ- 
τώματα, και ουκ αν έπιπτε θύμα του επικρατέστε- 
ρου πάθους; 'Γποθέσωμεν δτι κοινωνία τις, άπο'λ- 
λυσιν έν γένει την ίδέαν του αληθινού Θεοΰ και μετ 5 
αύτης πασαν ηθικής ίδέαν, τι άλλο αυτή γενήσεται 
η κατ αρχάς κωμωδία και έπειτα τραγωδία ; Αι λέ- 
ξεις πατρίς, νόμος, ελευθερία, δικαιοσύνη, δικαίω- 
μα, καθήκον, κοινον αγαθόν, αρετή, άξια και άλλα 
όμοια προς τί συντελέσουσιν η προς το αμοιβαίως 
άπατασθαι καιχλευάζειν αλλήλους, μέχρις ου ή αύ- 
θάδεια και ή τόλμη, άντικαθιστωσαι την ύποκρισίαν, 
μεταβάλωσι την κοομωδίαν εις τραγωδίαν και τον γέ- 
λωτα εις δάκρυα; 

Τώρα, οι διδάσκοντες και προάγοντες τοιαύτας 
διδασκαλίας, άξίζουσιν είναι πολΐται Κράτους ιδρυ- 
μένου έπι της ελευθερίας, του νόμου, και της δι- 
καιοσύνης ; Ουκ είσιν άξιοι εχειν ως άρχοντα τον Νέ- 
ρωνα, οςτις έπεθύμει ΐνα ο Τωμαϊκος λαός εχτ) μίαν 
μόνην κεφαλήν, όπως αύτον δια μιας καταστρέψω; 



ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΥΛΟΧΡΙΣΤΟΥ. 133 

ΕΙ τοιούτος τύραννος έρχεται ειπείν προς αυτούς 
τους κυρίους : κΕίμίζωον, ώς έστέ. Άλλ' επειδή τυγ- 
χάνω ισχυρότερος υμών, θέλω να ευχαριστήσω τάς 
επιθυμίας μου, χρώμενος ύμΐν, ώς τα ισχυρότερα ζώα 

χρίονται τοις άσθενεστέροις !λ και ει συγχρόνως άρχε- 
ται άκρωτ/]ριάζειν και βασανίζειν αυτούς μυριοτρόπως, 
ύποστήσονται τότε μεθ 5 υπομονής, ουδέν λέγοντες κατ' 
αύτοΰ του ανωτέρου θεοΰ, ή έπικαλέσονται το όνομα 
του Θεού και της δικαιοσύνης ; "Αφρονες ! Παραπονεΐ- 
σθε ακαταπαύστως, διότι άοαιρουσιν άο' υμών την έ- 
λευθερίαν, και ύμεΐς έστε οι καταδιώκοντας και είορί- 
ζοντες αυτήν εκ της κοινωνίας. Ζητείτε τήν ελευθε- 
ρίαν ινα πολεμήτε τήν έλευθερίαν, και ιδού έχετε το 
ζητούμενον. Ιδού ότι έστέ ελεύθεροι διαστρέφειν τήν 
ιδίαν του αληθινού Θεοΰ, προάγειν τήν άθείαν ή τον 
έθνισμόν και καταστρέφειν τήν ήθικήν τάςιν. Τις ο 
κωλύων ύμας ; Άλλα λήψεσθε τους καρπούς τών έργων 
υμών ύμεΐς τε και οι άκούοντες υμών. 

Μετά τήν ανωτέρω έςηγησιν, δυνάμεθα αμφέβαλλε ιν 
δτι υπό τάς διαφόρους [χορφά; τη; νεωτέρας φιλοσο- 
φίας το άκάθαρτον πνεύμα του εθνισμού παλαίει κατά 
του καθαρού πνεύματος του Χριστιανισμού, και ότι, 
κατά τον δέκατον εννατον αιώνα, άνδρες λεγόμενοι 
σοφοί, ώθουσι λεληθότως τήν κοινωνίαν εις τά ελατ- 
τώματα και τάς συμφοράς του αρχαίου πολιτισμού ; Ό 
Κ. Τενάν ομολογεί αυτός άπ' άρχο; του βιβλίου του 
οτι λαλεΐ εμπνεόμενος. Άλλ' υπό τίνο; πνεύματος; 
'ίπό του χριστιανικού πνεύμχτος, ή ύτο του εθνικού; 



134 ΕΙΚΩΝ ΤΟΪ ΨΕΥΛΟΧΡΙΣΤΟΥ. 

Ύπο του πνεύματος του ποιοΰντος ήμας γινώσκειν τον 
άληθινον Θεον και Χ^ψ εν ττ] ήθικνί αύτοΰ τάξει, η ύπο 
του πνεύματος του σκότους του ποιοΰντος ημάς παρα- 
γνωρίζει αυτόν και ώΰουντος ημάς εις την άταξίαν καΐ 
τήν καταςροφήν της ημετέρας φύσεως ; Είπάτω ημίν ο 
κ. ΊΡενάν. Ενταύθα ο θειος Παύλος φωτίζει ημάς πλη- 
ρέστατα, ουδέν πλέον έχοντας έπιθυμησαι. «Οι αρ- 
χαίοι, λέγει, γνόντες τον Θεον, ούχ ώς Θεον έδόξα- 
σαν η ευχαρίστησαν αλλ 5 έματαιώθησαν εν τοις δια- 
λογισμοΐς αυτών, και έσκοτίσθη ή ασύνετος αυτών 
καρδία, (τουτέστιν ύπο πνεύματος εθνικού.) Φάσκοντες 
είναι σοφοί, έμωράνθησαν. Και ήλλαξαν την δόξαν 
του άφθαρτου Θεοΰ εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού 
ανθρώπου και πετεινών, και τετραπόδων, και ερπε- 
τών. Διο και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εν ταΐς έπι- 
θυμίαις τών καρδιών αυτών εις άκαθαρσίαν. Και κα- 
θώς ούκ έδοκίμασαν τον Θεον εχειν εν έπιγνώσει, 
παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις άδόκιμον νουν, ποιεΐν 
τα μη καθήκοντα ))• Οι νεώτεροι γνόντες ωσαύτως 
οτι ο Ίησους Χριστός έστιν ο αληθινός Θεός, επει- 
δή ομολογοΰσι την τελείαν αύτοΰ ήθικήν, ήτις έστιν 
αχώριστος της τελείας θεότητος, ού θέλουσι δο- 
ξάσαι αύτον ώς Θεον, ούτε άποδοίίναι αύτώ εύχαρι- 
στίαν, αλλ 5 έπλανήθησαν εν τοις κενοΐς αυτών διαλο- 
γισμοΐς, και ή ασύνετος καρδία αυτών έπληρώθη ύπο 
του αύτοΰ πνεύματος τοΰ σκότους. Πάντες κατέστη- 
σαν άφρονες, διότι άπέδωκαν έαυτοις το όνομα τοΰ 
σοφού, ρ.ετενεγκόντες την άφθαρτον και άναλλοίωτον 



ΕϊΚΩΝ ΤΟΥ ΤΕΓΛΟΧΣΪΣΤΟΤ. 135 

αυτού φύσιν εις την εικόνα φθαρτού ανθρώπου, ον σή- 
μερον έπιδεικνύουσι τω κοινω προς λατρείαν ; «Ιδού, 
λέγουσι, το αντικείμενων της αληθούς θρησκείας, ιδού 
ο μέγας Θεός δν του λοιπού λατρεύειν οφείλετε. Πόσον 
εστί κομψός ! Αυτός έστιν άνθρωπος νόθος, ψεύστης, 
άπατεών, ζώον σκεπτικον, εγωιστής, τέρας άνήθικον, 
δς ημάς διδάξει βιουν εν ελευθερία και εν πάσν; ήθικό- 
τητι ! Ναι, τοΰτό έστιν αληθές• επειδή ή νεωτέρα επι- 
στήμη άνεκάλυψεν τήν ήθικήν ταύτην άλήθειαν ! 

Ό Θεός των φώτων ουοέποτ επαύσατο φωτίζων 
τον άνθρωπο ν και παρέχων αύτω τήν εύκαιρίαν του 
άσκεΐν το δικαίωμα της ελευθερίας, το δικαίωμα του 
εκλέγειν μεταξύ του καλοΰ και κακοΰ ύπο ιδίαν ευ- 
θύ νην. Απέναντι του Ψευδοχρίστου βλέπει το κοινον 
ωσαύτως τήν εικόνα του αληθούς Ίησου Χρίστου, καί 
αύτω απόκειται το δικαίωμα του εκλέγειν μεταξύ των 
δύο. Έκαστον άτοπον ιδία, και πάσα εν γένει ή κοι- 
νωνία ευρίσκονται νυν εις κατάστασιν ν.ρίσεως• ευρί- 
σκονται μεταξύ του Χριστιανισμού και του εθνισμού, 
έχοντες ένθεν μεν τον άληθινον Θεον μετά της αχώ- 
ριστου άπ' αυτού ηθικής τάξεως, ένθεν δε τον ψευδό- 
δόθεον μετά της αύτω παρακολουθούσης αταξίας καί 
άνηθικότητος. Μέλλοντες έκλέξαι μεταξύ σωτηρίας 
και απώλειας, πότεροι των δύο έκλέξουσιν; 'ΑγΊοοΊ- 
μεν. Ό,τι δε γινώσκομεν μετά πάσης βεβαιότητας 
εστίν ότι, εάν ή κοινωνία προτίμα τον χριστιανισμού 
του εθνισμού, τήν ηθικότητα τ/,ς άνηθιχότητος, οψ 
τον άληθινον Θεον ποόαοπον ποος τςρόςωπον. είιεονο. 



136 ΕΙΚΩΝ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΟΤ. 

μένη εις ζωήν δλως νέαν, άλλοτρίαν πάσης κακίας 
και δυστυχίας-Άλλ' εάν, ώς μη ώφειλε, κακώς έκλέξτ), 

ο Θεός παραδώσει αυτήν ταΐς έπιθυμίαις της καρδίας 
αύτης, ταϊς κακίαις τ?ϊς ακαθαρσίας, τοΐς αίσχροΐς 
πάθεσιν. Έάν μη ή κοινωνία προσπαθήσω να λάβη 
γνώσιν του αληθινού Θεοΰ και να ζήσν] εν τ5) ήθικτί τά- 
ξει, όπως φθάστ] εις τον ύψηλον αύτης προορισμον, 
ο Θεός παραδώσει αυτήν τω άδικίμω νοΐ του εθνισμού, 
εως αν κατέλθν) εις τον έσχατο ν βαθμον της άνηθικό- 
τητος. Ό σημερινός πνευματισμός ουκ εστίν άλλο ή 
ο πρόδρομος του εθνισμού, τα χρηστήρια και οι μάν- 
τεις αυτοΰ Μετά ταύτα, ουκ έχων ο Θεός άποστεΐλαι 
άρνίον άκακον, Σωτήρα, ελευθερωτήν, άποστελεΐ βα- 
σιλέα δεδοξασμένον, κριτήν άδυςώπητον, άποδώσοντα 
τ?ί άρεττί και κακία το ανήκον έκάσττ), ττί μεν την 
αίώνιον ζωήν, το άνέσπερον φως, τ?) δε τήν αίώνιον 
κολασιν, το ταρτάρειον σκότος. Τότε γνώσονται, ει ' 
ην μΰθος το Εύαγγέλιον. 



ΕΙΣΑΟΞΑΝ ΚΑΙ ΤίΜΠΝ 

ΤΟϊ ΜΕΓΑΛΟΙ ΘΕΟΥ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ, 
ΠΑΤΡΟΣ, ΪΙΟΪ ΚΑΤ ΑΓΙΟϊ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, 

ΑΙΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗΣ 
ΠΑΣΗΣ ΪΠΑΡΞΕΩΣ, ΠΑΣΗΣ ΟΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΖΩΗΣ, 



Γ. ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ 

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 

ΚΑΙ ΤΟΪ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 

Τί εστί Θεο'ς •, — Ύί ίστιν άνθρωπος •, 
Α'• 

Ό Θεός εσχι το ον ο γινώσζει Ιανζο δι εαυτόν. 

Έγώ ο άνθρωπος, είμι ο ν γινώσκόν έμαυτον δι' 
άλλου. 

Έπειοη, εν ταύττ] τγ στιγμή, σύνοιδα οτι ειμί ον 
ζών, αίσθανο'μενον, ίοοόί, θέλον και πράττον. Άλλ' 
εάν περί έμαυτοΰ σκεπτο'μενον ερωτήσω εμαυτο' ν Τί 
είμι κατ 5 ούσίαν και φύσίν; Δεν δύναμαι νά το κατα- 
λάβω• διότι ανεπαρκής μοι η θέλησις του καταλχμβά- 
νειν προς το δύνασΟαι καταλαμβάνεις ώς υπαρχόντων 
πολλών πραγμάτων τα οποΐα δεν καταλαμβάνω, καί 
τοι ολαις δυνάμεσιν αυτό θέλουν. Άλλα τούτο δεν 
σημαίνει ότι η εν έμοι δύναμις τον γινώσκειν έστϊν 
ανεξάρτητος της θελήσεως μου, η ότι ουκ είμι έγώ η 



538 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΤ 

αιτία ταύτης της νοήσεως δι 3 ης τοσούτον ατελώς 
εμαυτόν γινώσκω; Ει γαρ ή έμή νόησις ήν απλώς 
αποτέλεσμα της εμης θελήσεως, ώφειλεν αν είναι προς 
την εαυτές αιτίαν ανάλογος και εχειν την αυτήν εκ- 
τασιν. Έπρεπε να γινώσκω όσον θέλω, τοΰθ' όπερ 
ουδόλως υφίσταται. 'Όθεν συμπεραίνω ότι γινώσκω 
αυτός εμαυτόν δι 3 ετέρου, και η νόησίς μου άλλω η 
έμοι την εαυτής αιτίαν οφείλει. 

Τιθεις, οτι ο Θεός γινώσκει εαυτόν δι' εαυτού, εν- 
νοώ, οτι αυτός έστιν ή αιτία της εαυτού γνώσεως, 
και ή νόησις αυτού παρ 5 ούδενός άλλου έξήρτηται. 



ίΕί 6 Θεός γινώσκει εαυτόν δι εαυτού, εχεται οτι νπέρχει- 

ζαι της αγνοίας, ζής αμφιβολίας, της εικασίας χαϊ των 

τοιούτων, οχ ε ρ δηίοϊοζι εστί τελείως σοφός. 

Επειδή ή άγνοια, ή αμφιβολία, ή εικασία, κα\ τα 
τούτοις όμοια, είσι πάθη έν ήμΐν συμβαίνοντα, άπερ 
άκοντες πάσχομεν. Ουδείς στέργει εκουσίως είναι 
άμαθης, γινώσκειν άμφιβόλως και άσαφέστερον.^ Πάν- 
τες αποστρέφονται την πλάνην, πάντες έπιθυμουσι 
γινώσκειν τά πράγματα οία ες;ι. Δια τουτο^ προς το πα- 
ραδέξασθαι ότι ό Θεός άγνοεΐ,ή ασαφώς και άμφιβόλως 
γινώσκει, πρέπει νά ύποθέσωμεν ότι δεν γινώσκει, 
ως βούλεται, και ή νόησις αύτοΰ δεν εξαρτάται εξ αυ- 
τού, έχουσα άλλην αιτίαν ή αυτόν τον Θεό ν, όπερ εναρ- 
γώς αντιφάσκει, τ.οος την τεθεΐσαν αρχήν, 7/ Αρα ο 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 1 39 

θεός έστι τελείως σοφός, ει γινώσκει εαυτόν δι 3 
έαυτοΰ. 

Έγώ δε αγνοώ, λησμονώ, αμφιβάλλω, άπατωμαι, 
διότι η έμή δύναμις του γινιυσκειν ου παρακολουθεί 
την έμήν θέλησαν: και ου παρακολουθεί αύτην, επειδή 
έχει άλλην αίτίαν η έμέ. 

Γ• 

Εί ο Θεός γινώσχει εαυτόν υ ι εαυτού, υπάρχει 

ό)σαύτως ά<ρ εαυτού, η 6 Θεός ούόεΑ ά.Ι.ίω όφ&ί- 

Λει την νχαρζΐ*• αυτού ί\ εαντω 

Ει ο Θεός είχε την αίτίαν τ? 4 ς υπάρξεως αύτοΰ 
έκτος εαυτού, πριν η λάβτ) αύτην, ουκ αν ήδύνατο γινώ- 
σκειν αύτος εαυτόν. Άνου δε την έλαβαν, έπρεπε να 
γινώσκτ) εαυτόν ούχ οίον αύτος ούτος ήθελεν, άλΧ' 
οίον ο ποιητής αύτου αυτόν Ιποίη,σε. Λοιπόν, μη εξ 
άρχης εαυτόν γινώσκειν, άλλα μετά ταΰτα συμφω- 
νίας προς άλλην τινά βούλησιν, το&τό έστι πάντως μη 
δι 5 έαυτοΰ γι^ώσκειν εαυτόν. Όθεν αναγκαίους έπεται, 
ότι δ Θεός υπάρχει άφ 5 έαυτοΰ, εί γινώσκει εαυτόν δι 1 
έαυτοΰ. 

Εναλλάξ, καθ" όσον πρόκειται περί έμοΰ, επειδή ού 
γινώσκω εμαυτόν δι 3 έμαυτοΰ, επίσης ούχ υπάρχω 
άπ' έμαυτοΰ. Ή ύπαρξίς μου εξαρτάται εκ θελήσεως 
άλλου,καθώς και η γνωσίς μου. Δια τούτο υπάρχω, άλλ' 
ούχ υπάρχου, ως έβουλόμην ύτάρχειν γινώσκω, αλλ 3 
ού γινώσκω, ώς έοουλόμην γινώσκειν. Πριν η / 
την ύπαρξε μου, ολίος Ιμαυτον ηγ.νόσυν, και 



III Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 

ελαβον αυτήν, εγνων έμαυτον, ουχί ως ηθελον, αλλ 1 
ώς μοί δέδοται. Οι δύο ούτοι χαρακτήρες; ύπάρχειν 
άφ' εαυτού, και γινώσκειν δι 5 εαυτού, είσιν αχώριστοι, 
εμπεριέχοντες ο εις τον έτερον. Επειδή ο έχων τον 
ένα έχει και τον άλλον, και ο του ένος στερούμενος 
και του άλλου στερείται. Δια τοΰτο αμφότεροι ευρί- 
σκονται εν τω Θεω, και αμφότεροι έλλείπουσιν εν 
έμοί. 

Ει όΘεός υπάρχει ά(/ εαυτόν, ό Θεός εστίν οίος 
βούάεταί είναι, και ονχι α,ΛΛως. 
Ει ο Θεός έμέμφετο και άπεδοκίμαζε 'τον τρόπον 
της εαυτού υπάρξεως, εΐπετο αν οτι η υπαρξις αυ- 
τού δεν εξαρτάται εξ αύτοΰ• εν άλλαις λέξεσιν, οτι 
δ Θεός ουκ αν ύπηρχεν άφ' εαυτού. Λοιπόν, ο Θεός έςτν 
οίος βούλεται είναι, μηδέν δυνάμενος βλέπειν εν αύ- 
*£& έλλάτωμα. 

Ε'• 

Ό ©£&: «££1 όο^ θεΛει δύναμιν, η ό θεός εστί 
παντοδύναμος, ει εστίν οίος βούΛεται είναι. 
Ει μη ο Θεός έστι παντοδύναμος, και μή δύναται 
ποιεΐν ο,τι βούλεται, ευρίσκει εν έαυτω άκων ελλειμα, 
και ουκ εστί πλέον οίος βούλεται είναι. Λοιπόν ό 
Θεός έστι παντοδύναμος, ει έστιν οίος είναι βούλεται. 
Ώς προς έμέ, εχω έλαχίστην δύναμιν και πολλάς 
στερήσεις* επειδή ουκ ειμί, καθώς ήΟελον είναι, διότι 
το έμον είναι δεν εξαρτάται έξ έμοΰ. 



ΚΑΙ ΤΟΪ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 1 ί ί 

ΣΤ'. 

Ό Θεός ίσηγ αεί 6 αυτός, ουδεμίαν δυνάμενος 
νποστψ'αι μεχα6οΛ)\ν. 

Ει ό Θεός μετεβάλλετο, ήν αν η μεταβολή, ή εκ τοΰ 
κρείττονος εις το χείρον, η εκ του χείρονος εις το 
κρεΐττον. Παραδεχόμενοι ότι ο Θεός μεταβάλλεται 
Ιπί το κρεΐτον, πρέπει να ύποθέσοομεν οτι ο Θεός έχει 
ελλείψεις, μη ών νυν οίος βούλεται είναι. Παραδεχό- 
μενοι πάλιν, οτι μεταβάλλεται επί το χείρον, πρέπει 
να ύποθέσωμεν οτι ο Θεός δεν έχει άρκετήν δύναμιν, 
δπως διατηρώ την κρείττονα αύτοΰ κατάστασιν, υπο- 
θέσεις εναργώς ψευδείς. "Αρα ο Θεός ούδεμίαν υφί- 
σταται μεταβολήν, διατελών αεί ο αυτός, αιώνιος καί 
αμετάβλητος. 

Ώς προς εμέ, αληθές μεν οτι, άφοΰ υπάρχω, δια- 
τηρώ την ταυτότητα του προςώπου μου, άλλα καθόσον 
άφορα την φύσιν μου η τους τρόπους της υπάρξεως 
μου, μεταβάλλομαι αδιαλείπτως, ότε μεν εκ του χεί- 
ρονος επί το κρεΐττον, οτέ δε εκ του κρείτονος επί το 
χείρον. Ούτω λ. χ. άγνοών μανΟάνω, και μαθών λησμο- 
νώ. Νικών τα πάθη, εργάζομαι την άρετήν, νικώμενος 
υπό τών παθών, γίνομαι κακός. Το σώμα μου ωσαύτως 
υφίσταται δύο εϊδη μεταβολής; νυν μεν πίπτον εις ά- 
σθένειαν, νυν δε άνακτών την ύγείαν. Και ο περί του- 
του λόγος εστί, τ.ρώτο^^ ή ατέλεια της εμης υπάρ- 
ξεως επιδεκτικής αλλοιώσεως επί το κρεΐττον δεύτε- 
ρον ή αδυναμία του μένειν εν τώ κρείττονι, αίτια της 
επί το χείρον μεταβολής. 'Λλλ' ο Θεός ών όλως των 



1 42 II ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΤ 

δρων τούτων ελεύθερος, άπήλλακται ωσαύτως και των 



συνεπειών αυτών. 



Ό Θεός ίαχιν εϊς 

Ή λέξις ε ν έχει πολλάς σημασίας, "Όθεν όφεί- 
λομεν εξηγήσαι πάσας, ινα γνώμεν τί' πρέπει να έν- 
νοώμεν, λέγοντες: ο Θεός έστιν εις. 

Τέσσαρα είδη μονάδων διακρίνομεν : 1 ον την φυσι- 
κήν μονάδα• 2 ον την μεταφυσικήν' 3°ντήν μαθηματι- 
χήν 4 0ν την ήθικήν Ή φυσική μονάς συνίσταται εις 
την ενωσιν όλων των ιδιοτήτιον, αΐτινες αυγχροτοϋσι 
την φύσεν οίουόίιποτζ όντος. Ούτοο, λόγου χάριν, λέ- 
γομεν: εις άνήρ, μία γυνή, εν ^ίν^ρον^ μία οικία, εν- 
νοουντες εντεύθεν ολας τάς ιδιότητας, αΐτινες συγ- 
κροτουσιν Ινα άνθρωπον οιονδήποτε, μίαν γυναίκα 
εν δένδρον, μίαν οικίαν. Ή μεταφυσική μονάς συνί- 
σταται εις την απλότητα, ήτις έκφεύγει την διαίρεσιν 
καΐ διάλυσιν. Το μεταφυσικον εν έστιν άπλοΰν, άδιαί- 
ρετον, άδιάφθορον, ως, λόγου χάριν, ή ημετέρα ψυχή. 
Ή μαθηματική μονάς εννοείται διττώς, ή άφτφημέ- 
νως, η συγκεκριμένως. Ή αφηρημένη μονάς έστιν ή 
αρχή των αριθμών, ή γνώσις την οποίαν ο νους 
συλλαμβάνει κατά ποώτοΊ και αμέσως, δι 5 ης παν το 
λοιπόν γίνεται καταληπτόν. Ή δε συγκεκριμένη μο- 
νάς έστι ποσότης ώρισμ,ένη καθ 5 έαυτήν, μέτρον, ω 
χρώμεθα προς κατάληψιν της μή ωρισμένης ποσότη- 
τος. Ή μαθηματική μονάς., είτε αφηρημένη, είτε συγ- 
κεκριμένη, υπόκειται εις την διαίρεσιν και ύποδιαί- 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΙΝΘΡΩΠΟΥ 143 

ρεσιν, εντεύθεν διακρινόμενη της μεταφυσικής μονά- 
δος, η ούδεμίαν πάσχει διαίρεσιν- Ή ηθική μονάς 
συνίσταται εις την δμονοιαν και φιλίαν πολλών προς- 
ώπων. Ούτω, λόγου χάριν, λέγομεν περί πολλών αν- 
θρώπων δτι είσιν εν, όταν, έχοντες τα αυτά αισθήματα, 
άγαπωνται αμοιβαίως, και εκ συμφώνου ένεργωσι προς 
τον αύτον ρκοπον. απεναντίας δε λέγομεν δτι εισΐ 
Ο'.ηρημένοι, δταν διχονοώσι, μη δυνάμενοι να συνερ- 
γάζωνται προς τον αύτον σκοπο'ν. Ιδού αϊ τέσσαρες 
διάφοροι σημασίαι της λέξεως εν. "Ηδη ερχομεθα 
να έφαρμδσωμεν αύτάς εις τον Θεδν. 

Λέγοντες δτι ο Θεός έστιν εις, έννοουμεν πρώ- 
τον, δτι συνάπτει εν έαυτω όλους τους χαρακτήρας, 
οΐτινες συγκροτουσι την θείαν φύσιν, και κατά τοΰτα 
η λέξις ε ί ς ισοδύναμοι προς την λέξιν τέλειος. Δή- 
ον ο εστίν οτι ουοεν ελλείπει τω υεω, ει ο Θεός ε- 
στίν ώς βούλεται είναι. Δεύτερον έννοουμεν δτι δ 
Θεός δεν υπόκειται εις την διαίρεσιν και διάλυσιν, α- 
πλούς ών, αδιάφθορος, αναλλοίωτος. Γ Όθεν εξάγεται 
δτι ή μεταφυσική μονάς ανήκει τω θεω, ει πάντοτε 
ο αύτο'ς έστι, μηδεμίαν δυνάμενος ύποστηναι μετά- 
βολήν. Εί ς έστιν ο Θεός και ύπδ μαθηματικήν έποψιν, 
δηλαδή ή πρώτη ουσία και η πρώτη αρχή, τήν οποίαν 
κατά πρώτον και αμέσως συλλαμβάνομεν: ή ουσία, 
ήτις παν πράγμα καθίστησι νοητον. Ό Θεδς ών το 
τέλειον δν, το σταθερον, το άμετάολητον και καθ 3 
έαυτδ ώρισμένον, χρησιμεύει ώς μέτρον προς δρισμδν 
και εκτίμησα παντός πράγματος• διδ και Πλάτων εύ« 



Ιίί Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΪ ΘΕΟ Γ. 

λόγως ειπεν ότι ο Θεός εστί μέτρον πάντων χρημά- 
των, και ουχί ο άνθρωπος κατά το λέγειν του Πρωτα- 
γόρα. Ό Θεός, εν τ5) καθολική των όντων έπιστήμ•/], 
εστίν, ως ή μονάς εν τν} των αριθμών επιστήμη. Και, 
καθώς ο γινώσκων την μονάδα ευκόλως γινώσκει τους 
αριθμούς, τάς ιδιότητας και σχέσεις αυτών, ούτω και 
ο τον Θεόν γινώσκων γίνεται επιτήδειος προς το γνώ- 
ναι επίσης όλα τα όντα, καθ* έαυτά, και εις τάς προς 
άλληλα σχέσεις. 'Όσω δε πλέον επιγινώσκει τις τον 
Θεόν, τόσω μάλλον επιγινώσκει κάλλιον τά άλλα 
πράγματα. Και καθώς, άνευ της γνώσεως του μέ- 
τρου, ουδέποτε δυνάμεθα νά έκτιμήσωμεν ακριβώς 
την ποσότητα, τοιουτοτρόπως, άνευ της γνώσεως της 
αξίας του Θεοΰ, ουδέποτε δυνησόμεθα δεόντως έκτι- 
μησαι την άξίαν οίου^ποτε πράγματος. Έν κεφα- 
λαία) ειπείν, ό Θεός έστιν ε ί ς και έν μαθηματική ση- 
μασία, ει αφ* εαυτού υπάρχει, ων οίος βούλεται είναι, 
αεί ο αυτός και έν τ7) φύσει αύτοΰ αναλλοίωτος. 

3 Απεδείξαμεν, ότι ο Θεός έστιν ε Γ ς, υπό φυσικήν, 
μεταφυσικην και μαθηματικην εποψιν. Έστιν ωσαύτως 
εις και υπό ήθικήν θεωρούμενος έ'ποψιν; Ή ηθική 
ένότης, ως εϊδομεν, ύποτίθησι πλείονα πρόςωπα. "Ό- 
θεν, προς το άποδουναι τω Θεώ την ήθικήν ενότητα 
ή ταύτην απ 5 αύτου άφελεΐν, δέον έν πρώτοις έξετάσαι, 
ει ό Θεός έστι εν μόνον πρόςωπον, ως άξιοΰσιν οι 
θεϊσταί, ή έστιν εν τρισί προςώποις κατά. το σύμβο- 
λον της Νικαίας. 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 1 4# 

Η 

Ό Θεός $ΥΜΥ ύφείΛει την έανζοΰ ίόεαν, και, επομέ- 
νως τ δ πνενμά τον, ει γινώσχει, εαυτόν όο' εανζοΰ. 

Γινώσκειν τι, η εχειν την ίδέαν αύτοΰ, είσι δύο εκ- 
φράσεις ισοδύναμοι. Λέγων ; γινώσκω τούτο ή εκείνο 
το πράγμα, θέλω να είπω, δτι εχω την ίδέαν αύτου 
εν τω πνεύματί μου. Λέγων πάλιν : ουκ έχω ίδέαν 
τούτου η εκείνου του πράγματος, θέλω να είπω οτι 
δλως αγνοώ αυτό. Προς δε, η ιδέα νοητού τίνος δν- 
τος, και το δν αύτδ, είσί δύο τινά λίαν διακεκριμένα, 
τα δποΐα ουδέποτε δυνάμεθα να συγχύσωμεν, ούτε το 
εν άντι του άλλου να εκλάβωμεν. Ή ιδέα την οποίαν 
εχω, λδγου χάριν, περί τίνος ζώου, και το ζώον αύτο 
ουκ είσι πάντως το αύτδ πράγμα• διότι, έχων εν τη 
κεφαλή μου την ίδέαν του ζώου, δεν δύναμαι να νο- 
μίσω, δτι εχω εν αύτ5] το ζώον αυτό. Τοιαύτη δια- 
φορά διακρίνει ωσαύτως το εγώ της ιδέας του εγώ. Το 
εγώ, καθ 3 εαυτό θεωρούμενον, έστιν οποίον Ιπλάσθη, 
μένον πάντοτε το αυτό. Προσηλών δε το πνευμά μου, 
η την έμήν δύναμιν του γινώσκειν είς έμαυτδν, διατυ- 
πώ ίδέαν τίνα, εικόνα, 8 1* ης παρίσταμαι και γινώσκο- 
μαι, ούχ οίος είμι πραγματικώς, αλλ* οίον το πνεύμα 
μου ήδυνήθη να με παραστήστ). Και, επειδή τδ πνευμχ 
μου ουκ εστί πάντοτε τδ αύτδ, ως υποκείμενο ν τώ νόμω 
τής άναπτύξεως,γινώσκον,δτε μεν πλέον, δτέ δε ήττον, 
έξάγομεν, δτι αϊ ύπ' αύτοΰ διατυπούμεναι ίδίαι δεν μέ_ 
νουσι πάντοτε α ι αύται ποίούμεναι και μεταποιούμε- 
ναι, νυν μεν τ9) προσθήκη νέου τινός άρτι άποκα- 

10 



146 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟί. 

λυφθέντος χαρακτ9ίρος, νυν δε ιγ αφαιρέσει του κα- 
κώς νοηθέντος. Έν γένει δυνάμεθα να είπωμεν, οτι 
αι ίδέαι εισίν ανάλογοι προς το διατυποΰν αύτάς 
πνεύμα• *Όσω πλέον το πνεύμα προςηλοΰται εις 
το γινώσκειν, τόσω μδλλον αποβαίνει οξυδερκέ- 
στεροι και όσω πλέον οξυδερκέστερος τόσω μάλλον 
αί ίδέαι του καθίς•ανται σαφείς, αληθείς, ακριβείς, του- 
τέστι, τόσω μάλλον πλησιάζουσα την πραγματικότητα. 
Το ημέτερον πνευμα,έν έπαφτί προς τά πράγματα θεω- 
ρούμενον, ομοιάζει προς τον ζωγράφον, όςτις ένασχολεΐ- 
ται εις τοκατασκευάσαι τάς αυτών είκόνας,δπως έν δέον- 
τι αύτάς ημΐν έπιδείξτ]: Και καθώς ο ζωγράφος δεν δύ- 
ναται δια μιας να κατασκευάσω την εικόνα οιουδήποτε 
αντικειμένου, τοιουτοτρόπως το ημέτερον πνευμα,πρός 
το διατυπώσαι ίδέαν τινά, χρήζει χρόνου πολλού καΐ 
ου σμικρας ενασχολήσεως. Ενταύθα δε, ουδόλως προ- 
τίθεμαι νά εγείρω το ζήτημα τών ιδεών, αλλά νά απο- 
δείξω μόνον, ότι το έ γ ω και ή ί δ έ α του εγώ ούκ 
εισΐ το αύτο πρ2γμα• διότι, το μέν έστιν ί^γοΊ του 
Πλαστού, ή δε έργον του πνεύματος μου, ακολουθούσα 
τάς αλλοιώσεις αύτου και μη μένουσα πάντοτε η αύτη, 
Ινώ το εγώ ύποστατικώς ούδεμίαν πάσχει άλλοίωσιν, 
μένον πάντοτε το αυτό. Άλλα και άλλη τις επίσης 
Ιπαισθητη τών όντων καΐ ιδεών διάκρισις γίνεται εκ 
τοΰ δτι δυνάμεθα νά διαιρέσωμεν τάς ιδέας εις αλη- 
θείς και ψευδείς, εις ακριβείς και μή ακριβείς, καθ* 
όσον αύται παριστωσι τα όντα καλώς ή κακώς, τε- 
λείως η ατελώς* ζ Αλλ' ου δυνάμεθα ποίησα ι τήν αύ- 



ΚΑΙ ΤΟΪ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 1 47 

την διάκρισιν επί των όντιυν, λέγοντες; Τά οντά είσιν 
αληθή η ψευδή* διότι όν ψευδές έστιν εκφρασις αντι- 
φατική και ακατανόητος. Ή διαστολή του αληθούς 
έγχωρεΐ μόνον εν ταΐς έκφράσεσι και παραστάσεσι 
των όντων ή και αυτών των παραστάσεων επειδή υπάρ- 
χει παράστασις παραστάσεων έπ 5 άπειρον. Οΰτω π. χ. 
ο λόγος εστίν αληθής, ότε παρίστησιν ήμΐν τά πράγ- 
ματα οίά έστι πραγματικώς, και ψευδής, ότε παρίστη- 
σιν ήμιν αυτά άλλως ή ως έχει, η ώς ουκ έγένετο. 
" Ανθρωπος τις δύναται ποιήσαι ψξυόή τίνα διήγησιν, 
εϊπερ άλλος τις ποιεί τήν αυτήν διήγησιν, οίαν ο συγ- 
γραφεύς αυτής άποδιδούς αύτώ ταύτην, ο δεύτερος 
λέγει τήν άλήθειαν, ενώ ό πρώτος είπε ψεύδη. Ούτω 
πιστή τις του ψεύδους παράστασις γίνεται αληθής. 
Ήδη λοιπόν δικαιούμεθα νά θέσωμεν τάς έξης αρχάς. 

Ίον Ή ιδέα τινός όντος, τό όιατυπουν αυτήν πνεύμα, 
και τό όν αυτό εισι τρία πράγματα διακεκριμένα. 

2 0ν ν Ανευ πνεύματος ή άνευ ιδέας ή γνώσίς έστιν 
αδύνατος. 

3ον Έχειν τήν ιδέαν όντος τίνος, η γιν.ώσκειν αυτό 
είσι δύο εκφράσεις ταυτοσήμαντοι. Μ/ι εχειν £έ τήν 
ιδέαν όντος τινός εστίν άγνοεΐν αυτό, 

4 ον Πας άνθρωπος, έχων κατά το μάλλον ή ήττον 
γνώσιν τίνα περί εαυτού, οφείλει εχειν τό πνεύμα αυ- 
τού και τήν ίόέαν αύτου, ει ή γνώσις άνευ του §ρου 
τούτοι ουκ εστί δυνατή. 

Έκ τούτων συνάγομεν, ότι ό Θεός, ο γινώσκων 
εαυτόν δι 3 έαυτοΰ, οφείλει έχειν τήν ί δ έ α ν αυτού 



148 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΓ 

και το πνεύμα αύτου. Ό Θεός, ή ιδέα 
αύτου, το πνεύμα αύτοΰ είσι τρία πράγματα 
διακεκριμένα, αλλ 3 αχώριστα• διότι δεν δυνάμεθα νά 
έννοήσωμεν το εν χωρίς του άλλου. 

θ. 

Χ Η ιδέα του Θεοΰ εν αύτώ εςιν ανωτέρα των μετα- 
βολών άς υφίσταται έν έμοι ή ιδέα τυν έγώ• 

Τω όντι, ει ή ιδέα του Θεοΰ έπασχε την αυτήν μετα- 
βολήν οιαν η έμή, το'τε ο Θεός έγίνωσκεν αν εαυτόν, 
ως εγώ γινώσκω έμαυτόν, ήτοι έγίνωσκεν αν ατελώς, 

ήγνόεχ, ήπατδτο, μετέπιπτεν έκ του κρείττονος εις το 
χείρον και έκ του χείρονος εις το κρειττον, όπερ έστιν 
έναργώς άτοπον. Ή ιδέα λοιπόν του Θεού έστιν αιώ- 
νιος, αναλλοίωτος, ως ο Θεός αυτός• 

Ή ίδέκ του Θεοΰ όφείΗι είναι αληθής, τουτέστιν, 

οφείλει παρισταν τύν Θεόν οίος έστιν, όθεν 

οφείλει είναι, καθώς αυτός, 

Ει η ιδέα του Θεού ήν έλλειπής, ήν αν ήδη ατελής 
και επιδεκτική αλλοιώσεως έπι το κρειττον. Προς τού- 
τοις, επειδή ο Θεός ου γινώσκει εαυτόν ή εν τη ιδέα 
αύτοΰ, ούΰέποτ' αν ήδύνατο άναγνωρίσαι εν ίύ\ φύσει 
αύτου το μή υπάρχον εν τ?) ιδέα αυτού• διότι έγίνω- 
σκεν αν ούτως ότι είχε ψευδ?ί περί αύτοΰ Ίδέαν, ή ήπα- 
τατο περί της εαυτού γνώσεως, Ανάγκη πάσα λοι- 
πόν ίνα ή του Θεοΰ ιδέα γ αληθής, όλως ίση τω πρω- 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 149 

τοτύπω. "Οθεν έπεται δτι ή ιδέα του Θεού οφείλει εί- 
ναι πρόςωπον ελεύθερον, πάνσοοον και παντοδύναμον, 
ει ο Θεο'ς έστιν δν τοιαύτης φύσεως. 

ΙΑ 

Το πνεύμα ζον Θεον ου δύναται είναι κατώζερον 
οΰζε τον Θεον ονζε ζης ιδέας αύτον, 

"Απαξ τεθέντος δτι δ Θεδς γινώσκει την ίδέαν αυ- 
τού δια του πνεύματος αύτοΰ, έπεται δτι η ιδέα του 
Θεού γινώσκει ωσαύτως το πρδτυπον αυτής δια του 
αύτοΰ πνεύματος. Λοιπόν το πνεύμα γίνεται η κοινή 
νδησις των δύο προςώπων, η νόησις του αμοιβαίως 
γινώσκεσθη. Ούτως, ή νο'ησις αύτη ου δύναται είναι 
ήττον τελεία η ήττον σοφή; διδτι τότε τά δύο πρόσω- 
πα έγίνωσκον αν εαυτά τελείως δια νοήσεως μή τε- 
λείας και άμαθους, συνέπεια προφανώς αντιφατική, και 
ψευδής. Το πνεύμα λοιπόν του Θεού οφείλει είναι 
τοσούτω τέλειον και τοσουτω σοφδν, δσον αύτδς δ Θεδς, 
η το πνεύμα του Θεοΰ ου δύναται είναι κατώτερο ν, 
ούτε του Θεού, ούτε της ιδέας αύτοΰ. Όν ίσον, έστιν 
εις άλλος Θεδς, ή άλλο πρδςωπον ελεύθερον, πάνσοφον 
και παντοδύναμον. 

ΙΒ 

Λοιπόν ο Θεός ίσζιν ον εν χρισΧ προσώποις, ων τα 
δύο τεΛε^ταΐά εσζιν ?/ άναγχαία του πρώτον 
συνέπεια. 
Επειδή, λέγειν δτι δ Θεδς έστιν εν μο'νυν πρδςοο- 



Λ δΟ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΪ 

?εον, Ιστι λέγειν δτι ο Θεός δεν Ιχει ούτε πνεδμα, 
ούτε ίδέαν έαυτοΰ, δτι εστίν ον μη γινώσκον έαυτο, δ- 
μοιονλίθω, ή δτι εστίν η υλη. Όν, μη έαυτο γινώσκο'ν 
εστί πράγμα και ούχι προςωπον, ώστε η ύποθεσις 
Ινος €)εοΰ εν ένι μο'νω προσώπω αντιφάσκει προς έαυ- 
τήν,' ώς άγουσα εις την άρνησιν τ%ς προςωπικο'τητος 
την οποίαν τίθ/)σιν. Δυοΐν θάτερον; η ο Θεός έστιν εν 
τρισι προσώποις, η ο Θεός εστίν η υλη. Επειδή, ή 
Τριάς των προςώπων έστιν αναγκαία συνέπεια της τε- 
θείσης άρχης: δΘεος γινώσκει εαυτόν δι 3 εαυτού. " Α ρ-» 
νεισθαι τήν συνέπειαν, Ιστιν άρνεΐσθαι την αρχήν. 
Και ο μη παραδεχόμενος δτι ο Θεός γινώσκει εαυτόν 
8ι' εαυτού, έχει την υλην ώς Θεον, ήτις έο*υτήν ου γι* 
νώσκει, μηδέποτε δυνάμενος Ιχειν Θεον εν προσώπω 
μετά τ91ς αποδιδομένη; αύτω τελειότητος. Τω δντι* 
τι δηλοΐ τούτοι ο Θεός γινώσκει εαυτόν δι' εαυτού,, 
ειμή δτι ο Θεός εστίν ή αιτία και ή αρχή τ?ίς νοήσεως 
και αληθείας* Νοησις σημαίνει πνεύμα ίοοόί 3 αλήθεια 
δήλοι πιστή του δντος παράστασις. Αυνάμεθα νά συγ• 
^ύσωμεν -την -αίτίαν προς τά αποτελέσματα, ή τήν 
αρχήν προς τάς συνεπείας• Ει μη δυνάμεθα συγχύ• 
σαι τ&υτα, πώς δυνάμεθα άποκόψαι, παραδεχόμε- 
νοι την αιτίαν και απορρίπτοντες τ αποτελέσματα, θέ- 
τοντες την αρχήν και αρνούμενοι τάς συνεπείας; Ει 
μή' © Θεός είχε τον έαυτοΰ άντιπρόσωπον ή τήν τε- 
λείαν αυτού ίδέαν, πως ην $ν ή αρχή της αληθείας; 
Ειμή ο Θιος είχε πνεύμα ή νόησιν τελείαν αυχον γι- 
,^ώσκουσαν ; πώς ήν αν αιτία ή #ρχή Της νοήσεως^ 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 151 

Τέλος, πως αν ο Θεός ήδύνατο γινώσ/.πν εαυτόν 
δι* έαυτοΰ, μή έχων ούτε άλήθειαν, ούτε νόησιν, 
ούτε πνεύμα, ούτε ίδέαν; Λοιπόν ο Θεός, η εστίν 
εν τρισί προσώποις, η ου γινώσκει εαυτόν, και τότε 
Θεός εστίν ή ύλη. Ώς προς ήμ2ς ο υλισμός δεν έχει 
τοσαυτα θέλγητρα,ώστε να θυσιάσωμεν αύτω τήν ήμε- 
τέραν αρχήν μετά των συνεπειών αύτ?1ς, την έπιστή-» 
μην του Θεού και του άνθρωπου. Έκ τούτου βεβαιου- 
μεν οτι ο Θεός εστίν εν τρισί διακεκριμένοις μεν, άλλ 
άχο>ρίστο£ς προσώποις, άπερ εισίν ο Πατήρ, ο Υιός 
και το "Αγιον Πνεύμα, κατά το σύμβολον της Νικαίας 
η το Όν, ή Αλήθεια και ή Νόησις, κατά τους Ορους 
της επιστήμης• 

ΙΓ 

Ό Θίδς ίσιΧνείς ού [ΐόνον (ρνσιχως,μίζαφνΰΊχως, 
χαί μαθηιιαχιχω<;} άΛΛ&προσέζι καΐ ή&χως. 

Ό Πατήρ γινώσκει το^ εαυτού Υιον δια του Πνεύ- 
ματος αύτου και ο Γιος γινώσκει τον εαυτού Πατέρα 
δια του αύτου Πνεύματος. Το "Αγιον Πνεύμα νοητι- 
κον και σοφον, ώς ο Πατήρ και ο Υιός, γινώσκει αμ- 
φότερους, ώς ύπ' αμφοτέρων γινώσκεται. Ούτως Ικα- 
στον πρόςωπον γίνεται συγχρόνως ύποκείμενον και 
άντικείμενον τής νοήσεως, γινώσκον τά δύο άλλα καΐ 
ύπ* αυτών γινωσκόμενον, και γινώσκον δσον γινώσκε- 
ται. *Γπάρχει λοιπόν παρά τοις τρισί προςώποις ή αύ• 
*τή τελεία γνώσις. Ό Πατήρ φύσει άγαπα τον Υιον, 
4ν ω θεωρεί τήν ιδίαν αύτου τελειότητα, και ο Τίος 



152 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟϊ ΘΕΟΥ 

εναλλάξ άγαπα τον Πατέρα, εν ω θεωρεί το ίδιον εαυ- 
τόν πρότυπον/Αμφότεροι δε άγαπώσι το εαυτών πνεύμα, 
όπερ κατέχει τήν ιδίαν αυτών τελειότητα, και αγαπών- 
ται επίσης υπ 3 αύτου. Ούτως εκαστον πρόσωπον άγαπα 
και άγαπαται• η δέ αγάπη τών τριών προςώπων εστίν 
7) αύτη, αγάπη καθαρά και τελεία, καθώς η γνώσις. 
Έκαστον πρόσωπον της ' Αγίας Τριάδος εστίν ελεύ- 
θερον, ν>τοι κύριον εαυτού και παντοδύναμον, Άλλ' 
επειδή και τά τρία εχουσι την αυτήν γνώσιν, αμοι- 
βαίως άγαπώμενα διά τελείας αγάπης, αδύνατον ίνα 
το εν γίνηται πρόσκομμα τ?) ενεργεία του άλλου. "Όθεν 
#ατ 5 απόλυτον ανάγκην και τά τρία εχουσι πάντοτε 
τήν αυτήν θέλησιν και εργάζονται προς τον αύτον 
σκοπόν. Τελεία γνώσις άποκλείουσα τήν διχόν9ΐ.αν, ά- 
γάπη αμοιβαία τήν εχθραν άποσοβουσα,άρμονική ενέρ- 
γεια τήν διαμάχην έκκλίνουσα, μία βούλησις, μία σο- 
φία, μία ζωή, ιδού οι χαρακτήρες της ηθικής ένότητος 
του Θεοΰ, και ιδού πώς τά τρία πρόςωπα τ?)ς Θεότη- 
τος άποτελοΰσιν εν δν τέλειον, Ενα μόνον Θεον πάνσο- 
φον και παντοδύναμον. 

ΙΑ'• 

Ό Θεός έστι δίκαιος καϊ αγαθός δια χψ 
τβικψ ανΐοϋ ενότητα. 

Ή δικαιοσύνη συνίσταται εις το δύνασθαι άπονέμειν 
έκάστω πράγματι το ανήκον αύτώ. Ή ίδιότης αύτη, 
ούτως ορισθείσα, ύποτίθησιν αναγκαίους τήν ιδιότητα 
της σοφίας και τήν της δυνάμεοος ήνωμένας έν βουλή- 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 153 

σει άγαθ/]. Επειδή, προς το άπονέμειν έκάστω πράγ- 
ματι το αύτω ανήκον, έςτ; αναγκαία, πρώτον ή γνώσις 
έκαστου πράγματος, και δεύτερον ή θέλησις και ή δύ- 

ναμις του άπονέμειν αύτω το παρά τής φύσεως αύ- 
του άπαιτούμενον. "Ανευ σοφίας, άνευ δυνάμεως, άνευ 
αγαθής θελήσεως, ουδεμία δικαιοσύνη. Ό λέγων: 
ο Θεός έστι δίκαιος, λέγει: ο Θεός έστιν αγαθός, σο- 
φός και δυνατός. "Ότι ο Θεός έστι σοφός και δυ• 
νατός ήδη απεδείχθη. Άλλ' ότι ο Θεός έστιν α- 
γαθός και δίκαιος, πώς έσται δυνατόν άποδεΐξαι; Ίδου 
ή άπόδειξις. Έκαστο ν πρόςωπον της 'Αγίας Τριάδος 
ον ελεύθερον και παντοδύναμον, γινώσκει τελείως τα 
δύο άλλα, χορηγούν αύτοΐς το πάρα της φύσεως αυ- 
τών άπαιτούμενον, δηλαδή τήν άγάπην, τήν τιμήν 
και τήν άφοσίωσιν. Ούτως έκαστον πρόςωπόν έστι δί- 
καιον, επειδή απονέμει τοις άλλοις το παρά της φύ- 
σεως αυτών άπαιτούμενον έξ ου και τα τρία είσι τε- 
λείως αγαθά και δίκαια. Λοιπόν, οι χαρακτήρες της 
άγαθότητος και δικαιοσύνης ούδαμου δύνανται να ύπάρ- 
χωσιν ή έν τω όρω της ηθικής ενότητος* και ει ό Θεός 
έστιν αγαθός και δίκαιος, τούτο οφείλεται εις τήν ήθ<- 
κήν : αύτου ενότητα, 

ΙΕ 

Ό Θεός εστί Μακάριος έκ ζν/ο ήβιχής αντ°ΰ 
ίνυχιμος, και όιχαιοσνηις. 

Ή μακαριότης έστι συνέπεια, το τερπνόν και φυσι- 
κόν αποτέλεσμα της δικαιοσύνης και της ηθικής ένο- 



154 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΤ ΘΕΟΥ 

τητος. Τά προς τήν μακαριότητα συντελοΰντά είσιν 
η παρά τοις δικαίοις γνωσις, αγάπη και ενέργεια. Γι- 
νώσκειν καίγι^ώσκεσθαι, αγαπάν• και άγαπδσθαι, ένερ- 
γεΐν άπροςκόπτως και βλέπειν τά έργα επαινούμενα 
ύπο τοδν άλλων, ιδού τά στοιχεία καΐ η πηγή εξ ης 
πηγάζει ή μακαριότης. Ό δυνάμενος γινώσκειν έ- 
χει την χρείαν του γινώσκεσθαι, ο δυνάμενος άγαπδν 
έχει την χρείαν του άγαπασθαι, ο δυνάμενος πράτ- 
τειν ελευθέρως έχει την χρείαν του έπαινεΐσθαι και 
τιμδσθαι δια τάς εαυτού πράξεις. "Όταν τις γινώσκτ] 
μή γινωσκόμενος ουκ εστί μακάριος. Και ουκ εστί μα-* 
κάριος όταν τις άγαπα μη άγαπώμενος, η πράτττ} μή 
Ιπαινούμενος και τιμώμενος. Ό σκεπτικός, παραιτεί- 
ται του γινώσκειν, άλλ' ούχι του γινώσκεσθαι• γρά- 
φει βιβλία ογκώδη, θέλων νά γίντι γνωστός εν άνθρώ- 
ιτοις, ων τ^ν ΰπαρξιν τίθησιν εν αμφιβολία. Επίσης 
© εγωιστής, παραιτείται του αγαπάν, αλλ* ούχι του 
άγαπ^σθαι, και ίσως ο εγωισμός ουκ εστίν άλλο η η 
επιθυμία του άγαπασθαι μή άγαπώντα. Ή δε περίφη- 
μος παροιμία το παν όλλυται πλην τής τιμής, κατά- 
Ιείκνυσι το μέγα μέρος δπερ η τιμή κέκτηται εν τ5} 
^εριοχ5] τής ευδαιμονίας, και πανταχόθεν εχομεν τρα- 
νάς αποδείξεις, ότι η μακαριότης δεν δύναται νά ύπάρ, 
% χωρίς τίνος ενεργητικές και παθητικής γνώσεως* 
αν&υ αμοιβαίας αγάπης, άνευ επαίνων και τιμών επα- 
ξίως των ημετέρων πράξεων. "Οθεν όλα ταύτα βλέ- 
πομέν μόνον δυνατά εν τω όρω τής δικαιοσύνης και 
$$$ ήθ.ίχης Ινότητος* ί) δε μακαριότης του Θεού Ιστιν 



ΚΑΙ ΤΟΪ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, 1 55 

αναγκαία συνέπεια τ?ίς τριάδος τών προςώπων άπερ 
ηθικώς είσιν ε ν. Επειδή εκαστον πρόςωπρΝ της "Α- 
γίας Τράδος άγαζα, γινώσκει και τψΛ τα άλλα, οσαν 
άγαπαται γινιοσκετλΐ και τιμάται 6?:' αν';£ν δια τού- 
τα και τάτρι'α είσί μακάρια, η δια τοντο. ο Θεός καθί- 
σταται ο ν μακάριο ν εν έαυτώ, μή εξερχόμενο ν εαυτού. 

Ή ουσιωδεστέρα τον Θεον ίδίόζηζ ίστιν ή ήθιχή 
ανιόν ένατης* Σνν αύτη πασαι χι αλΛαι δύ- 
νανται νπάρχειν^ κ αϊ αν ε ν ά&τής ουδε- 
μία δύναται νπάρςαι. 

Αι ιδιότητες της δικαιοσύνες και τ?,ς μακαριότητος, 
καθώς είδομεν, έπι μόνω τω δρω της ηθικής ένότητός 
&ισι δύναται. Ή σοφία, ή δύναμις. και η άγαθότης δεν 
δύνανται να ύπάρξωσιν άνευ δικαιοσύνης, ώστε ει μη ό 
Θεός έστιν ηθικώς εις, ου δύναται είναι, ούτε αγαθός, 
ούτε σογος } ούτε δυνατός, ούτε δίκαιος, ούτεμακάριος• 
ένιλόγω, ου δύναται συνάπτειν εν έαυτω τάς συγκρο• 
τούσας την θείαν φύσιν ιδιότητας, ου δύναται φυσικώς 
είναι εις. Ή μεταφυσική και μαθηματική ένότης είσιν 
αδύνατοι, ακατάληπτοι, άνευ της φυσικής ενότητας, 
Επειδή, λέγειν: ο Θεός ούκ εστί φυσικώς εϊς, εστί 
λέγειν; ο Θεός δεν έχει τ ας ίδιοττητας του Θεού, ή 
ο Θεός ούκ εστί Θεός. Δυνάμεθα πλέον έννοησαι το 
άπλοΰν και το άναλλοίωτον, εν οι ς συνίσταται ή μετα- 
φυσική ένότης; Δυνάμεθα πλέον έννοησαι τήν νοη- 
ΤΐΚήν αρχήν εν έαυτη, τήν εξηγούσαν όλα τάά?νλα| 



156 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 

το τέλειον μέτρον παντός πράγματος, την μονάδα 
των όντων, η τήν μαθηματικήν μονάδα; Έν κεφα- 
λαία), ει μη ο Θεός ηθικώς εστίν ε Ι ς, ου δύναται 
είναι, ούτε φυσικώς, ούτε μεταφυσικώς, ούτε μαθημα- 
τικώς,ούδεμίαν δύναται πλέον εχειν ιδιότητα της θείας 
φύσεως, εκμηδενίζεται. Απεναντίας, ει ο Θεός ηθικώς 
έστιν εις• έστιν επίσης φυσικώς, μεταφυσικώς, μα- 
θηματικώς, έχει δλας τάς ιδιότητας τής θείας φύσεως, 
έστι το Όν, όπερ όφείλομεν γινώσκειν, αγαπάν και 
μιμεΐσθαι, έστιν ο λατρευτός Ποιητής. Ή ουσιωδε- 
στέρα λοιπόν του Θεοΰ ίδιότης, έστιν η ηθική αύτου 
ενότης. Μετ' αυτής ο Θεός έστι Θεός• άνευ αυτής ο 
Θεός έστι-μηδέν. 

ΙΖ 

Ό εν τρισϊ προσώποις Θεός εσχι μόνος ήΐοι δεν 
δυνάμεθα να έννοήσωμεν δύο Θεούς ών έκα- 
στος γινώσχεί εανζδν δι εανχοΰ. 

Έννοοΰμεν την ενότητα και πλειονότητα, έξηγοΰν- 
τες τήν δευτέραν δια της πρώτης, έννοουντες τή^ ενό- 
τητα ως αρχήν της πλειονότητος. Άλλα συλλαμβά- 
νειν άπ' αρχής την πλειονότητα χωρίς της ενότητος, 
η τιθέναι την πλειονότητα ως πρώτην αρχήν, τοΰτό 
έστιν ήμΐν αδύνατον, άκατάληπτον. Δεν δυνάμεθα λοι- 
πόν να θέσωμεν εξ αρχής δύο Θεούς αλλήλων ανεξαρ- 
τήτους, επειδή δεν δυνάμεθα να έννοήσωμεν την πλειο- 
νότητα πριν ή έννοήσωμεν την ενότητα• διότι δ νόμος 
της νοήσεως αναγκάζει ήμας να καθυκοτάξωμεν ταύττ] 
έκείνην. 



ΚΑΙ ΤΟΪ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 157 

Έάν ύποθέσωμεν έξυπαρχήςτήν ύπαρςιν δύο Θεών, 
πρέπει να άποδώσωμεν αύτοΐς τάς αύτάς ιδιότητας, 
πρέπει να εΐπωμεν ότι έκαστος αυτών εστίν εν τρισι 
προσώποις και ηθικώς εις• επειδή ει ό εις εκ τών δύο 
κατώτερος έστι του άλλου εν τω τρόπω του είναι, ή 
εν τινι τών θείων ιδιοτήτων, ούτος ούκεςι πλέον Θεός. 
Κατά τήν ύπόθεσιν ταύτην, ουδέν μέσον του διακρίνειν 
τους δύο Θεούς* και δπου δεν υπάρχει διάκρισις, δεν 
υπάρχει αριθμός. Δύο δντα, μη διά τίνος χαρακτήρος 
διακρινόμενα ου δύνανται είναι δύο, άλλ' ε ν. Έν τη 
Άγια Τριάδι, λόγου χάριν άριθμουμεν τρία πρόσωπα• 
διότι εκαστον αυτών έχει τον κύριον και διακριτικός 
αύτοΰ χαρακτήρα, τον του Πατρός, τον του Χίου και 
τον του ' Αγίου Πνεύματος, η κατά τους, επιστημονι- 
κούς όρους, τον του Όντος, τον της Αληθείας και 
τον της Νοήσεως. Και ουδέποτε λέγομεν ότι τά τρία 
πρόσωπα άποτελοΰσιν εν μόνον πρόσωπον, επειδή 
τούτο ην αν άντιφατικόν και καταφανώς αδύνατον, άλλ' 
ότι τά τρία πρόσωπα ποιοΰσι μόνον Ινα Θεόν, έννο- 
ουντες τήν ενότητα, καθώς αυτήν έξηγήσαμεν. Λοιπόν 
ενταύθα τοιαύτη διάκρισις ουκ έγχωρεΐ. Λοιπόν ή υπό- 
θεσις της υπάρξεως δύο Θεών αντιφάσκει αυτή έαυττί, 
άγουσα ήμας εις τήν άρνησιν του ύπ' αυτής τεθέντος 
αριθμού• όθεν ουκ εστίν ειμή είς μόνος Θεός. Περί- 
πλέον, εάν ύποθέσωμεν τήν υπαρξιν δύο Θεών, πρέπει 
να παραδεχθώμεν ότι γινώσκουσιν αλλήλους• επειδή, 
εις έναντίαν περίπτωσιν, ουδείς ήδύνατο είναι Θεός, 
πάσχων άγνοιαν, Τότ* έκαστος αντίον τίον δύο Θεών 



1 58 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΓ 

γνώσεται, οτι υπάρχει έκτος αύτοΰ και ανεξαρτήτους 
τ?5ς έαυτοΰ θελήσεως εν Όν παντοόύναμον, καθ 5 ου 
ουδέν αυτός δύναται• εν άλλοις λόγοις αμφότεροι γνώ- 
σονται δτι ουκ είσι παντοδύναμοι, οτι ουκ είσι Θεοί. 
Ούτως ή ύπόθεσιςτής υπάρξεως δύο ή πλειοτέρων Θεών 
φαίνεται πανταχόθεν ψευδής, εξ ου δεν δυνάμεθα να 
παραδεχθώμεν ή μόνον Ινα Θεό ν εν τρισι προςιυποις, 
τον Πατέρα, τον ΐΐον και το "Αγιον Πνεύμα κατά το 
σύμβολον τής Νικαίας. 

Ή Μέθοδος, ην ήδη έφηρμόσαμεν εις το ζήτημα 
του Θεοΰ καλείται ^ίΒο^ος εκ των προτέρων, ή μέθο- 
δος άπαγωγική, συλλογιστική. Κατ ? αυτήν, άναχω- 
ρουντες εκ τίνος δεδομένης αρχής εύρίσκομεν τάς εν 
αύτ9) ύπονοουμένας συνεπείας. Έάν ή αρχή αληθής 5), 
αληθείς όφείλουσιν είναι και αι συνέπειαι* έάν δε ή αρ- 
χή ψευδής, πάντως ψευδείς και αι συνέπεια*. Λόγου 
χάριν, άναχωρουντες εκ της αρχής; ότι ό Θεός γινώ- 
σκει εαυτόν δι' εαυτού, ήδυνήθημεν νά συμπεράνωμεν 
ότι δέον είναι εν τρισι προςώποις τελείοις, ηθικώς ου- 
σιν ε ν. Ή συνέπεια αυτή αληθής έστιν ή ψευδής; 
Τούτο εξαρτάται εξ ης προκύπτει αρχής• λοιπόν περί 
αυτής ή συζήτησις. 

Έστιν "έν τρ επιστήμη άλλη τ^ς μέθοδος καλούμενη 
μέθοδος εκ των υστέρων, ή μίΒο^ος παρατη- 
ρήσεως και επαγωγής διά 'Τής οποίας παρατηρουντες 
τα φαινόμενα της πείρας, κατατάττομεν αυτά, και εύρί- 
σκομεν τήν αρχήν, ήτις δύναται νά τά εξήγηση. Δια 
τής μεθόδου ταύτης ερχόμεθα ζητήσαι τήν αυτήν άλή- 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΠΠΟΓ 159 

θειαν, και επαλήθευσα ι την έξυπαρχης τεθεΤσαν αρ- 
χήν. Έφιστώντες τήν προςοχήν ημών εις ολην τήν 
φύσιν, παρατηρουμεν όντα μη ζώντα και μή νοοΰντα, 
οντά υπάρχοντα και ζώντα, αλλά μη νοοΰντα και όντα 
υπάρχοντα, ζώντα και νοουντα. Εντεύθεν δυνάμεθα 
νά σχηματίσωμεν τρεις τάξεις όντων : 1ον τ η; τάξιν 
των αψύχων σωμάτων, 2°ν την τάξιν των ζώων και 
3^ την τάξιν των ανθρώπων. 

Αι τρεις αύται τάξεις διακρίνονται δια χαρακτήρων 
ουσιωδών, θεμελιωδών, ή συνδεομένων μετά τής ένδο* 
τέρχς αυτών φύσεως και περιεχόντων όλα τα όντα 
και ολα τά της πείρας φαινόμενα. Παν ον της πείρας 
οφείλει είναι ή σώμα άψυχον ή ζώον ή άνθρωπος, 
και παν φαινόμενον συμβαίνον έμπροσθεν ημών ανήκε: 
εις μίαν τών είρημένων τάξεων. Ό δ?ακρίνων τά ζώα 
τών άψυχων σωμάτων χαρακτήρ έστιν ήαΐθησις• 
ο δε χωρίζω ν αυτά από του ανθρώπου έστιν ή ελευ- 
θερία. Παν δν, μη αίσθανόμενον, μή δοκιμάζον εν 
έαυτώ ήδονήν ή λύπην ουκ εστί ζώρν, δεν ζ?; # 
Πάν δν, μη δυνάμενον νά έπιβάλη εαυτώ τον νόμον 
το> ένεργεΐν, νά λάβτ) άποφασίν τίνα, νά άπορρίψτ] 
άλλην, ού νοεί, και τοι δυνάμενον νά δώσν] ολα τά ση- 
μεία της νοήσεως. ν Οντι άνχίσθητον δύναται είναι άρ- 
μονικώς ώργανισμένον, ένεργεΐν, παράγειν πάμπολλα 
εξαγόμενα• αλλ* ουδέποτε δυνησόμεθχ κατατάξαι 
αύτο μεταξύ τών ζώων, επειδή στερείται αίσθήσεως, 
ήτις εστί το σημεΐον της ζωής και δ ουσιώδης χαρα- 
κτήρ τ?ΐς ζωώδους φύσεως. Επίσης, ζώόν τι δύναται 



(60 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 

ίχειν νουν, γινώσκειν μέχρι τίνος τά περιστοιχουντα 
τούτο αντικείμενα και επ' αύτοΰ ενεργούντα, Ιχειν 
φαντασίαν και μνήμην άλλα στερούμε νον ελευθερίας 
ίηλ. της συνειδήσεοος του πράττειν δι 5 εαυτού και εαυ- 
τού είναι κύριον, ού^επο^ε δυνησόμεθα αυτό κατατά. 
ξαι μεταξύ τών ΊΟούντωΊ όντων. Το στερούμενον τής 
ελευθερίας ζώον ου δύναται διακρίναι την αίτίαν του 
αποτελέσματος, ούτε ύποπτεΰσαι την ύπαρξιν του 
Θεού, ήτις εστίν η πρώτη αιτία. Προς δε, ου δύναται 
προτίθεσθαι σκοπόν τίνα, η συλλαμβάνειν τα προς 
αύτον άγοντα μέσα, μή δυνάμενον ούτε να ύψωθ'7* εις 
τάς γενικάς ιδέας, ούτε νά κρίντ], ούτε να συλλογι- 
σθ?ί, ούτε να λαλήστ)* ένι λόγω, το ζώον ουδέν δύνα- 
ται παραγαγεΐν αποτέλεσμα του ΊοουΊΧος ελευθέρου 
όντος, του δντος δ. σκέπτεται περί εαυτού και εκτιμά 
εαυτό. Αϊσθησις λοιπόν και ελευθερία είσί τα δρια 
και αιγραμμαι, αί χωρίζουσαι τα άψυχα σώματα άπο 
τών ζώων και τα ζώα άπο του άνθρωπου. Άπο του 
του μηδενός μέχρι της αίσθήσεως, πόσοι τρόποι κα£ 
βαθμοί υπάρξεως; Άπο της αίσθήσεως μέχρι τής έλευ„ 
ρίας, πόσοι τρόποι και βαθμοί ζωής; Άπο δε τής; 
ελευθερίας μέχρι της τελειότητος του Θεοΰ, πόσοι 
βαθμοί ήθικότητος; Δεν πρόκειται να είσέλθωμεν εις 
τα καθέκαστα, ών ουκ εστίν αριθμός• αρκεί ν 5 άποδεί- 
ξωμε.ν ότι αί παρ 3 ημών παραδεχθεΐσαι τρεις τάξεις 
διακρινόμεναιάπ' αλλήλων δια θεμελιωδών και ουσιω- 
δών χαρακτήρων, εμπεριέχουσιν όλα τά φαινόμενα 
την πείρας, τά οποία έρχόμεθα να έξηγήσωμεν. 



ΚΑΙ ΤΟΓ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 1 6-1" 

Το μεν άψυχον δν στερείται της ζω?,ς καΙ της 

νοήσεως. Το ζώον στερείται της νοήσεως• ο δε άν- 
θρωπος συνάπτει εν έαυτώ την ΰπαρξιν, την ζωήν κάΙ 
την νόησιν. Ό άνθρωπος βέβαια εστί τελειότερος 
του ζώου, και το ζώον τελειότερον του άψυχου ον- 
τος. Τούτου αληθούς, δυνάμεθα να παραδεχθώμεν 
ότι το τελειότερον ον έχει ως αίτίαν το άτελέστερον ; 
ότι, λόγου χάριν, το άναίσθητον ον έδωκε την 
ζωήν εις τα ζώα ; ότι τα ζώα έδωκαν την νο'τ,σιν εις 
τον άνθρωπον ; Ή ύπόθεσις αυτή έστιν ανυπόστατος. 
Έ κ τών προτέρων, ούΜτ.οτε δυνάμεθα να εν- 
νοήσωμεν τό αποτέλεσμα κρεΐττον της αιτίας. Έκ 
των υστέρων, ουδέ ούτως δυνάμεθα να δείξωμεν 
διά τίνος παραδείγματος, ότι δυνατόν έστινά δώστ] τις 
όπερ ουκ έχει. Όν, μη ζών, ου δύναται είναι ή αιτία της 
ζωής• ζώον, μη ίοοόί, ου δύναται είναι ή αιτία της 
νοήσεως. Άλλ 5 ό άνθρωπος, ο υπάρχων, ζών και νοών 
εστίν ή αιτία της ζωής τών ζώων και της υπάρ- 
ξεως τών αψύχων σωμάτων ; Ούτως αν είχεν, ει ό άν- 
θρωπος ην αυτάρκης, και η υπαρξις, ή ζωή και η νόη- 
σις αύτοΰ έξηρτώντο μόνον άπ' αύτοΰ. Άλλα της 
συνειδήσεως και της πείρας όλως τάναντία μαρτυρου- 
σών, πώς ό άνθρωπος, ό άλλφ οφειλών την ΰπαρξιν, 
την ζωήν και την νόησιν αύτοΰ, ην αν ή αιτία τής 
υπάρξεως και της ζωής τών άλλων όντων ; Αι τάξεις 
άρα τών όντων και τών φαινομένων, άτΐερ εχομεν προ 
οφθαλμών, δεν εξηγούνται δι 3 εαυτών, και πρέπει να 
ζητήσωμεν τήν αιτία ν αυτών έκτος και υπεράνω αυτών. 
Κατά τον κανόνα της μεθόδου, όπως έξηγήσωμ:ν 
τάς τρείς τάξεις τών φαινομένου, α βλέπομεν, πρέίτει 
να παραδεχθώμεν τρεις αιτίας. ΙΙαραδεχόμεθα λοιπόν 
τρεις διακεκριμένας αιτίας• τήν αίτίαν πάσης υπάρξεως, 
τήν αίτίαν πάσης ζωής και τήν αίτίαν πάσης νοήσεως. 

11 



162 II ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 

Ή αιτία πάσης υπάρξεως οφείλει άναγκαίως είναι 
ον απόλυτον, μή δυναμένη εχειν υπεράνω αυτής άλ- 
λην αίτίαν. Επειδή άλλως έγίνετο αν αποτέλεσμα, 
και ουχί αιτία πάσης υπάρξεως. Ή αιτία πάσης ζωής 
οφείλει ζ^ν ένταυτώ και ύπάρχείν, καθότι αδύνατον 
ζ55ν χωρίς του ύπάρχειν. Ή αίτια της ζωής εξαρτάται 
άναγκαίως εκ της αιτίας της υπάρξεως• επειδή μία 
μόνη αιτία έστιν υπάρξεως, και παν το υπάρχον, άναγ* 
καίως εξ αυτής εξαρτάται. Ή αιτία της νοήσεως, ως 
ή της ζωής, οφείλει εχειν τον λόγον αυτής εν τ9) 
αιτία της υπάρξεως, ώςτε το απόλυτον Όν, διατελούν 
ή αρχή πάσης υπάρξεως, οφείλει είναι συγχρόνως αρχή 
τής αρχής της ζωής, και αρχή τής αρχής της νοήσεως. 
Έν άλλαις λέξεσι, το πρώτον 'Όν, ζωή καινόησίς κα- 
θ 5 εαυτό, εξηγείται, ούτως ειπείν, και αναπτύσσεται 
δι 5 εαυτού, δίδον τήν υπαρξιν εις τάς δύο αρχάς τής 
ζωής και τής νοήσεως, εξ ων ή ζωή και ή νόησις δια- 
χέονται Ιπι των πλασμάτων, ά ζώσι και νοοΰσι κατά 
λόγον του προορισμού αυτών. Ή αιτία τής ζωής έστιν 
ον ζών, και ή αιτία τής νοήσεως έστιν ον νοούν, Τά 
δύο ταΰτα όντα, του πρώτου και απολύτου "Οντος 
αναγκαία και άμεσα αποτελέσματα, όφείλουσιν είναι 
επίσης τέλεια• διότι το απόλυτον και τέλειον δν ου 
δύναται παραγαγεΐν εκ τής ουσίας αύτου όντα μή 
τέλεια, ου δύναται παραγαγεΐν και εχειν έν έαυτω 
ζωήν και νόησιν ατελείς. Επομένως το ζών όν, όπως 
ν] τέλειον, οφείλει νοεΐν, και το ίοοΖί ον οφείλει ζ^ν, 
αμφότερα δε αχώριστα και στενώς συνδεδεμένα, όφεί- 
λουσι ζνίν και νοεΐν, ώς το πρώτον όν, εξ ου προέρχον- 
ται. Έν κεφαλαία), αί τρεις άρχαι τάς οποίας παρεδε- 
ξάμεθα προς έξήγησιν τής ύπάρξ-εως, τής ζωής και 
τής νοήσεως τών ενδεχομένων όντων, ύπάρχουσιν ώς- 
αύτως, ζώσιν ώςαύτως, νοουσιν ώςαύτως, συνενούμε- 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. ί 63 

ναι εν ένϊ τελείω 'Όντι, δ καλουμέν Θεόν εν τρισι τε- 
λείοις προςώποις : τω Πατρι, τω Υίω και τω Άγίω 

Πνεύματι κατά το σύμβολον της Νίκαιας. Ό Πατήρ 
έστιν η αρχή πάσης υπάρξεως. Ό Υιός πάσης γνώ- 
σεως και το "Αγιον Πνεύμα πάσης ζω?ίς. Ό Πατήρ 
εστί ταυτοχρόνως ή αρχή της άρχης της ζωής και ή 
αρχή τ?ίς άρχης της γνώσεως* επειδή ο Πατήρ γέννα 
τον Υίόν, και εκ του Πατρός εκπορεύεται το *Αγιον 
Πνεύμα. 

Έάν, αντί του παραδέξασθαι τρεις αιτίας διακεκρι- 
μένας, δπως έξηγήσωμεν τα τρία είδη των φαινομέ- 
νων επίσης διακεκριμένα, παραδεχώμεθα μίαν μόνην 
αιτίαν, πρέπει να συλλάβωμεν αυτήν ως εν δν απόλυ- 
τον δ υπάρχει, ζτ) και νοεΐ, εξ ου πηγάζει πάσα υπαρ- 
ξις, πάσα ζωή και πάσα νόησις. Τοιούτον δν γινώσκει 
έαυτδ δι* εαυτού και άπεδείξαμεν εκ των τ.αοτ έ- 
ρων ή δια τ^ς άπαγωγικης μεθόδου ότι, ει ό θεός 
γινώσκε'. εαυτόν δι' εαυτού, οφείλει είναι άναγκαίως 
εν Όν τέλειον εν τρισι τελείοις προςώποις. Ή άπα- 
γωγική μί^οοος άγει ημάς εκ της ^ιο^ά^ος εις την 
Τριάδα• ή δε έκτων υ σ τ ε ρ ων, ήτοι ή έπαγω. 
γική, έκ τής τριάδος εις τήν μονάδα. Αι δύο μέθοδοι, 
ως δύο στ'^λαι, ύποστηρίζουσι τήν αυτήν άλήθειαν, ην 
πάσαδύναμις, οσω μεγάλη και άν η, ουδέποτε δυνήσε- 
ται διασεΐσαι. Επειδή ή δύναμις της επιστήμη; εστίν 
αήττητος, υπερβαίνουσα πασαν άλλην ούναμιν. 

Ύτι μαρτυρία των δύο μεθόδων δυνάμεθα να προς•* 
θέσωμεν και τήν των γεγονότων τής συνειδήσεως, ων 
ή άνάλυσις παρέχει ήμΐν τά τρία ταύτα στοιχεία: 1 0ν 
το εγώ, δν εν ήμΐν ή αίτια και ή αρχή πάσης Λποφάν- 
σεως και πάσης ενέργειας, άνΐιστοιχοΰν πρ&ς το^ Πα- 
τέρα, τήν τ:ρώτην αίτίάν 2 :Λ ι εδμ* ττ,ς . 
συν?.(δήσεως, όν ή αρχή τ-?ς ημετέρας ζοοντ, ,.χι άντ^ 



$64 Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 

στοίχων προς το "Αγιον Πνεύμα την αρχήν πάσης 
ζωής* 3^ ν τον λόγον, τον οντά ή αρχή των ημετέρων 
γνώσεων, και άντιςοιχουντα προς τον Υίόν, τον λόγον 
του Θεού, τήν αρχήν πάσης γνώσεως. Το εγώ, ή συ- 

νειδησις και ο λόγος, ιδού ο άνθρωπος κατ 5 εικόνα του 
Πλαστού καΐ καθ' ομοίωσιν, του Θεού εν τρισι προςώ- 
ποις, τοί5 τριςυποστάτου Θεοΰ. Ό Θεός έστιν ύπαρ- 
ξι;, ζωή και νόησις, Ό άνθρωπος συνάπτει εν αύτω 
τάς τρεΐς ταύτας ιδιότητας του τελείου όντος. Ό Θεός 
εστίν ελευθερία, αγάπη <<αι σοφία. Ό άνθρωπος έστιν 
ωσαύτως. Ό Θεός συν τω Τιω αύτοΰ και τω Ιϊνεύ- 
ματι εστί συγχρόνως τριάς και μονάς, Ό άνθρωπος 
συν τ5) συνειδήσει και τω λόγω αύτου έστιν ωσαύτως. 
Λοιπόν ή ημετέρα φύσις δεν δύναται να αναγνώριση 
άλλον Θεό ν ή τον εν τρισι πρόσωπο ις Πατρι, ϊιω και 
Άγίω Πνεύματι• 

Ήδη ερωτώ έμαυτόν : 'Γπάρχει εν ταΐς έπιστήμαις 
αλήθεια δυναμένη ν 5 άποδειχθ^ και δια των τριών με- 
θόδων, της άπαγωγικής, επαγωγικής, και ψυχολογι- 
κής, έν! λόγω, δι 5 όλων των δυνατών μεθόδων ; Αι μα- 
θηματικά! άλήθειαι αποδεικνύονται έκ τώ ν π ρ ο τέ-• 
ρ ω ν, άλλ' ουχί έκτων υπέρων. Αι ψυχολογικαΙ 
άλήθειαι βεβαιούνται μεν υπό της συνειδήσεως, άλλα 
δεν αποδεικνύονται ούτε Ι κ τ ώ ν προτέρων, ούτε 
εκ των υ ς έ ρ ω ν. Μόνη ή 'Αγία Τριάς, αρχή των 
άρχων, αλήθεια των αληθειών, καρποΰται το προνόμιον 
?ου άποδεικνύεσθαι δι 3 όλων τών δυνατών μεθόδων. 
Καθώς εξ όλων τών σημείων της περιφερείας του κύ- 
κλου φθάνομεν εις το κέντρον, ούτω δι' όλων τών της 
επιστήμης οοών φθάνομεν προς το καθολικόν κέντρον, 
τήν αρχήν παντός όντος, πάσης αληθείας και πάσης ε- 
πιστήμης. Και, καθώς δεν υπάρχει κύκλος, άνευ κέν- 
τρου, ούτίο δεν υπάρχει αλήθεια, ούτε επιστήμη άγε^ι 



ΚΑΙ ΤΟΪ ΑΝΘΡΩΠΟΓ 165 

^ ν Αγίας Τριάδος, ήτις εστίν α Θεός της επιστήμης. 
Τώρα, δυνάμεθα να άποδώσοψ,εν εις το σ6υ£ο'λθΊ 
της Νικαίας όλιγωτέραν βεβαιότητα της είς τάς γεω- 
μετρικάς, φυσικάς και ψυχρλογικάς αληθείας οφειλο- 
μένης ; Λέγειν ότι το σύνολον της χριστιανικές πί- 
στεως ουκ εστί βέβαιον, έστι λέγειν αύθαιοέτως, οτι 
ουκ εστίν αλήθεια. Τοις μεν βουλομένοις καταδικα- 
σθήναι εις τον άτοπον τούτον σκεπτισμόν ουδέν έχο- 
μεν λέγειν, παρέχοντες αύταΐς το δικαίωμα του ούτως 
ποιεΐν, ει δύνανται. Τοις δ'εχουσιν ως ά ρ -> 
χ ή ν ουδέν πλέον εν τ α Χ ς κ ρ ί σ ε σ ι ν α ύ- 
των ό μ ο λ ο γ ε ΐ ν, η τ ο κ α θ α ρ ώ ς κ α ι δ ι α- 
κεκριμένως τω πνεύ μάτι παριστώ μ ε- 
νόν, ώστε ουδόλως περί τούτου δίστα- 
ζε ι ν, δικαιούμεθα λέγειν. /Ανθρωποι, εστε συνε- 
πείς ττ\ υμετέρα άρχνί, τελείτε τον νόμον δν έκη- 
ρύξατε νόμιμον. Όμολογήσατε νυν οτι ο Τησοΰς Χρι- 
στός έστι θεός, η τουλάχιστον αποδείξατε οτι η Θεό* 
της αύτου ουκ ες-ιν επιστημονικώς αποδεδειγμένη, και 
ότι έχετε λόγους αμφιβολίας. Ει δε, ούτε το εν, ούτε 
το άλλο πράττετε, δικαιούμεθα καταδικάσαι ύμας εν 
ονόματι του νόμου ον έψηφίσατε και δεν σέβεσθε, λέ- 
γοντες τω κοινώ; "Ιδετε τους άνδρας, οΐτινες άξιούσι 
διδάσκειν, φωτίζειν και όδηγεΐν ύμας εις την εύοαι- 
μονίαν ύποκριταί είσιν ούτοι, άγύρται, απατεώνες, 
λαοπλάνοι, φίλοι του ψεύδους και της αληθείας ίγβροί^ 
διαφθορείς των ηθών, ο λοιμός της κοινωνίας. Επειδή 
πεπεισμένοι ότι ό Ίησοΰς Χριστός έστι Θεός, αρνούν- 
ται να ομολογήσωσι την έπι τοσούτον άναγκαίαν και 
παντί τω κοσμώ σωτήριον ταύτην άλήθειαν, μεταχει- 
ριζόμενοι τάς λέξεις, λ ό γ ο ν, σ υ ν ε ί δ η σ ι ν, έ π ι- 
σ τ ή μ η ν, άλήθειαν κτλ. όπως διαδίδωσι τάς 
εαυτών πλάνας και δηλητηριάζω^* τους απλούστερους, 



1 6& Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟ Γ. 

οϋτινες ου δύνανται άνακαλύψαι τάς πανουργίας των. 
Φεύγετε αυτούς, καταφρονείτε αύτούς' επειδή αυτοί εΐ- 
σιν ό'ργανατουΠονηροΰ, δι'ών θέλει άπολέσαι ύμας. Ού- 
τω λαλήσομεν, Κύριοι, ενώπιον του κοινοΟ, ει ήμεΐς άρ- 
νεΐσθε νά έφαρμόσητε τον πρώτον κανόνα της υπό Καρ- 
τεσίου τεθείσης μεθόδου. Άλλ' εάν έκθέσητε τους λό- 
γους, εξ ων άναγκάζεσθε άμφιβάλλειν περί τοΟ ύπο των 
χριστιανών προσκυνουμένου θεοΰ, τότε έρουμεν εις το 
κοινόν, ότι έστε τίμιοι, πιστεύοντες και λαλουντες εκ 
πεποιθήσεως. Τέλος, έρουμεν ότι έστε άμεμπτοι. 

Έπι ζητήματος τόσον σπουδαίου, ένθα πρόκειται 
περί της ζωής ή του θανάτου της ανθρωπινής φύσεως, 
ή ελαχίστη αδιαφορία καταδικάζει αληθώς εκείνον, 
όστις καλείται άνθρωπος. Προδίδειν τα συμφέροντα 
τ?ίς άνθρωπότητος, δύναται είναι κακούργημα βαρύτε- 
ρον του προδίδοντος τους εαυτού φίλους και την πα- 
τρίδα του ; Ήδη ή υπόθεσις του χριστιανισμού έστιν 
ήύπόθεσιςτης άνθρωπότητος• επειδή μόνος ο χριστια- 
νισμός ανταποκρίνεται προς τους μεγάλους πόθους της 
ανθρωπινής καρδίας• αυτός μόνος εγγυάται τήν έλευ- 
θερίαν και τήν εύδαιμονίαν των έθνών,τών λαών και των 
ατόμων. Επειδή τι ζητεί ή ανθρώπινος εν γένει καρ- 
δία; Ζ^ν αιωνίως, γινώσκειν τελείως, και πράττειν 
ελευθέρως. Ό Ιησούς Χριστός έστιν ή ζωή, ή άλή- 
θεια, ο λόγος, ό νόμος, ο κανών. Ό Μησοΰς Χριστός 
έστι το μόνον άντίκείμενον., ό δύναται πληρώσαι τάς 
απείρους εφέσεις της ημετέρας καρδίας,. Ό άνθρω- 
πος,κεχωρισμένος από του Χρίστου, έστιν ο άνθρωπος 
οςτις οφείλει άποθανεΐν έκπείνης και δίψης, εν ούδενι 
άλλω όντι δυνάμενος εύρεΐν τό πλήρωμα των άπειρων 
οώτου χρειών. Έστι λοιπόν άνθρώπινον βλέπειν ψυ- 
χρώς τους ομοίους ήμίν,άποπλανωμένους,ώς πρόβατα 
Ικ του ποιμένος, κ$ί υπό του λύκου κατατριογομένους; 



ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 161. 

Ου δυνάμεθα είναι κατώτεροι (της αρετής) των κυ- 
νών. Απέναντι θεάματος ημάς λυποΰντος, ανάγκαζα- 
μέθα να βοώμεν, δσον ενες•ιν,οπως διώξωμεν τον λύκον 
και επαναγάγωμεν εν τ5] αύλγ) αυτών τα πλανώμενα 
πρόβατα. Ουδείς δύναται άρνηθήναι δτι το προς την 
εύοαιμονίαν ανθρωπινής τίνος κοινωνίας άναγκαίον 
έστιν ή ηθική αυτής ένοτης. Επειδή, καθώς απεδεί- 
χθη, εν αύτ?) περιέχεται ή αμοιβαία αγάπη, ή φρόνη- 
σις, ή άγαθότης, ή δύναμις, ή ίσότης, ή ελευθερία, ένι 
λόγω, ή τελειότης ή εύδαιμονία.Ή ηθική ένότης έστιν 
ό ιδιάζων χαρακτήρ του Θεοΰ των χριστιανών. Ό λαός 
ο μή γινώσκων, ο μή λατρεύων και μή μιμούμενος 
αύτον,ούδέποτε γενήσεται ηθικώς ε ί ς ού^έποτ^ ίσται 
ευδαίμων. Διαιρούμενος καθ' έαυτοΰ άπολεσθήσεται δι 5 
Ιαυτου. Κηρύττειν τοις έθνεσι την βασιλείαν του Πα* 
τρος, και του Τιου και του "Αγίου Πνεύματος, εστί 
λέγειν αύτοΐς: 'Ίδετε τον τύπον τής ημετέρας Κυβερ- 
νήσεως. Κατά το παράδειγμα του Θεοΰ υμών, έ'στε 
πάντες είς,έ'στε πάντες όμοιοι, έστε πάντες ελεύθεροι. 
Μή εν ύμΐν μίσος, μη διαίρεσις, μή πόλεμος. Ό Θεός 
υμών δεν άγαπα ούτε τήν τυραννίαν, ούτε τήν άναρ- 
χίαν επειδή εστίν ο Θεός τής ίσότητος, τής έλευθε* 
ρίας τής δικαιοσύνης, τής τάξεως, τής αρμονίας, τής 
θυσίας, τής αγάπης* Έστε λοιπόν τέλειοι, ώς ό Θεός 
υμών τέλειος έστι. 

Τις δύναται είναι τοαοϋτοΊ τυφλός, ώςτε μή βλέ- 
πειν οτι ή ευδαιμονία τής κοινωνίας εξαρτάται εκ τής 
μιμήσεως του Θεού τών χρις-ιανών, και ή αιτία πάσης 
συμφοράς έστιν ή άγνοια αυτού του Θεού ; Δεν εχο- 
μεν λοιπόν το δικαίωμα και το καθήκον να στρέψωμεν 
τους λαούς εις τήν έπίγνωσιν και λατρείαν τής "Α- 
γίας Τριάδος, να οδηγήσωμεν αυτούς προς τον αληθή 
πολιτισμόν, δς εκ πάντων ανθρώπων ένα μόνον ποιεί* 



168 11 ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 

ται άνθρωπον, έγγυώμενος τ7)ν έλευθερίαν και εύδαι- 
μονίαν εκάστου, καθιστάς αδύνατον την τυραννίαν και 
αναρχία ν ; Δεν δικαιούμεθα ναειπωμεν προς τους αν* 
δρας της σχολής ; Πλανασθε, ώ άνδρες έν τω κακώ 
κείμενοι* εργάζεσθε, μη συνειδότες, υπέρ της βάρβαρο* 
τητος και προς διάλυσιν της κοινωνίας* εργάζεσθε 
προς τήν καταστροφών υμών και τοδ πλησίον. 

Ή λέξις πατρίς ανήκει ττ\ 'Αγία Τριάδι• καθότι 
αύτη ές-ιν η αιτία της υπάρξεως της γνώσεως, καΐ της 
ζωής ημών, μη δυναμένων άλλοις ύπάρχείν, ζ?ίν και 
γινώσκειν, η ίύ\ δυνάμει του Πατρός και του Τιοΰ 
και του 'Αγι'ου Πνεύματος. Θεωρουντες την Άγίαν 
Τριάδα, ως την άληθινην πατρίδα του ανθρωπίνου γέ- 
νους, θεωρουμεν πάντας ανθρώπους ως συμπολίτας. 
Περαίνοντες, προτρέπομεν πάντας ανθρώπους προς το 
γινώσκειν και αγαπάν την εαυτών πατρίδα, πειθεσθαι 
τοις νο'μοις αύτης και έν αύτ?) ζην, είδοτες, οτι η πα- 
τρίς έστιν αρκούντως ισχυρά δπως ανταμείψω τους 
αγαθούς ποΧίχ(χς και κολάστ) τους άντάρτας, οιτινες 
κατεπάτησαν τους νόμους αύτης, και έβαψαν τάς 
εαυτών χεΐρας έν τω αιματι τών συμπολιτών αύ- 
■ τών. Ή πατρίς εξορίσει αυτούς, άποπέμπουσα πολύ 
μακράν εις τόπον εξώτερον, δς καλείται πυρ αίώνιον. 



ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΤΟΥ ΤΟΜΟΥ. 



ΤΟ ΞΥΛΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ 

ΚΑΙ ΤΟ 5ΥΛ0Ν 
ΤΟΥ ΠΝΩΣΚΕΙΝ ΚΑΛΟΝ ΚΑΙ ΠΟΝΗΡΟΝ 

ύ 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ΚΑΙ 

Η ΝΕΩΤΕΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

ΠΙΟ 

Α. ΜΑΚΡΑΚΗ 

ΕΚ ΤΟΓ ΓΑΑΑΙΚΟΓ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑ 
ΤΠΟ 

Α. ΛΕΚΑΤΣΑ. 

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ. 



«Άπδ δέ του ξύλου του γίνώσχειν χα- 
» λόν >5 πονηρόν ου φάγεσθε απ* αύ- 
η του. ^Η δ' αν ήμερα φάγητε άπ' αυ- 
» του θανάτψ άποθανεΓσΟε ». 

(Γενέσ. β'. 17.) 

λ Αάόετε, φάγετε (από του καρπού του 
« ξύλου της ζωής,) Ό γαρ τρώγω.» 
» τούτον τόν άρτον, τόν έχ του οΰρα- 
» νου χαταβάντα, ζήσεται εις τόν 
» αίώνα ». 

(Ίωάν. ς-', 50— 59.) 



ΑΘΗΝΗΣΙ, 

ΤΪΠΟΙΣ ΤΕΚΝΩΝ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΟΡΟΜΗΛΑ, 
ΟΛΟΣ ΕΡΜΟΓ, ΑΡΙΘ. 291, 

1869. 



Εις δόςαν κα\ τιμήν του Κυρίου ημών Ίησου 
Χρίστου, μεγάλου Άρχιερέως, Αρχής της θοη- 
σκείας,' μεγάλου Προφήτου, Λόγου του Θεού, 
Αρχής της φιλοσοφίας, μεγάλου Βασιλέως και 
μεγάλου Νομοθέτου, Αρχής τής Πολιτείας. 



ΠΡΟΣ ΤΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΑΣ 

ΚΑΙ ΠΑΝΤΑΣ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΣί 



Κωλυθείς ύπό περιστάσεων, δλως ανεξαρτήτων της θελή- 
σεως μου, εβρά^υνα μέχρι τουίε τήν εκίοσιν του Β'. τόμου 
της μεταφράσεως των γαλλικών συγγραμμάτων του προσφι- 
λούς ήμΐν συμπολίτου Α. Μακράκη, καθώς διά της από 2,4 
Όκτωβρίου παρελθόντος έτους Αγγελίας μου προεκηρυξα.' 

*Η#η αρχόμενος αύτης, φόρον αληθείας πληρώ προς τό 
κοινόν, λέγων εν συντόμω, δτι ό ανεξάρτητος και προλήψεων 
ελεύθερος αναγνώστης καθορα την θαυμασίαν έπιστημονικήν 
άκρίβειαν και λογικην τάξιν, 5ι' ών προβαίνει ό συγγραφεύς 
εις την άπόδειξιν των αρχών, τάς οποίας πρεσβεύει, των 
άρχων της Χριστιανικής φιλοσοφίας, μετά λόγου κρείττονος 
άνατρέπων την υπό Καρτεσίου τεθεϊσαν βάσιν της λεγο- 
μένης Νεωτέρας φιλοσοφίας « €θ§ίίθ €Γ§0 δΐιπι », έςε-• 
λέγχων ολας τάς περιωνύμους σχολάς της Δύσεως πλανωμέ- 
νας, καταδεικνύων τά λαοσφα αποτελέσματα της πρώτης, 
καΐ καταφανείς ποιών τάς κοσμοκτόνους και ψυχοκτόνους 
συνεπείας της δευτέρας, εντελώς συμβιβάζων την Γραφην 
μετά της επιστήμης, την φιλοσοφίαν μετά της Θεολογίας. 
Ώστε και σήμερον δύναμαι λέγειν μετά παρρησίας, δτι δι- 
καίως και έθνωφελώς επεχείρησα την μετάφρασιν τών γαλ- 
λιστι προεκόοθέντων σοφών συγγραμμάτων του Α. Μακράκη•: 






Τώρα ποιος πολίτης ν £λλην, όφείλων ένδιαφέρεσθαι εις 
την δι$ίδοσιν και έφαρμογήν των φιλάνθρωπων αρχών της 
Χριστιανικής φιλοσοφίας, ούκ άσπασθησεται δλνι καρδία τόν 
περιέχοντα τάς αληθείας ταύτας ηδη δημοσιευόμενον Β*. 
τούτον τόμον; Ουδείς βέβαια αγαπών την εύεργετικην άλη- 
θειαν* Ουδείς περί πολλού ποιούμενος την έπιστημην. Ουδείς 
κηδομενος έαυτοΰ καΐ της Πατρίδος αυτού, 7 ως έν μόντι τη 
άληθεία καΐ ττί επιστήμη δυνάμενος μόνον άπαντήσαι τό 
κράτιστον της Πατρίδος συμφέρον. 



Έν "Αθήναις, 
Τ* * Άπριλίο, Ο μεταφραστή, 

4869. Α • Α£ΚΑΤΣΑΣβ 



ΠΡΟΛΟΓΟΣ- 



Ερωτηθείς ποτέ ό Ιησούς ποία ην ή μεγάλη του νόμου 
εντολή, άπεκρίνατο: α Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εν 
ό'λη τη καρδία σου, εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διά- 
νοια σου. Αυτή εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε 
όμοια αύτη : Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτον. Έν 
ταύταις ταϊς δυσίν εντολαΐς δλος 6 νόμος και οι προφηται 
κρέμανται » (Ματ. ΚΒ. 35.). Αύται αϊ δύο έντολαί, εξ ών 
δλος ό νομός και οί προφήται κρέμανται, είσί τρεις η μάλ- 
λον μία. ΚαΙ εξηγούμεθα : Θεός, έγώ και πλησίον είσί τρία 
διακεκριμένα άπ' αλλήλων αντικείμενα* επομένως, αγαπάν 
τον Θεόν, αγαπάν εαυτόν, αγαπάν τον πλησίον ώς εαυτόν, 
είσί τρεις έντολαί. Άλλ 5 επειδή ή αγάπη του Θεού και του 
πλησίον ούκ εστίν άλλο η αγάπη ημών αυτών, διότι ου δυνά- 
μεθα αγαπάν ημάς αυτούς άνευ του αγαπάν τον θεόν καΐ 
τον πλησίον, αϊ όύο έντολαί συνάπτονται, εις μίαν μόνην, την 
έξης: Αγάπα σεαυτόν. "Οπως δε τούτο καλώς έννοησωμεν, 
έρχόμεθα να έρωτησωμεν: Εις τι συνίσταται ή προς ημάς 
αυτούς αγάπη; Βέβαια εις το αγαπάν δ,τι άρμόδιον και άναγ- 
καϊον εις την συντηρησιν και εύδαιμονίαν ημών αυτών, φεύ- 
γειν δε δ,τι εναντίον και καταστρεπτικόν της ημετέρας υπάρ- 
ξεως. Ή άγνοια, λόγου χάριν, και ή άόικία αντίκεινται εις 
την άνθρώπινον φύσιν, διαφθείρουσαι αυτήν και καταστρέ- 
φουσαι. Άλλ* ή σοφία και ή δικαιοσύνη προσηκουσιν αύτη, 
καθιστώσαι αύτην ευγενή, καλην και εύδαίμονα. Αγαπάν 
την σοφίαν και δικαιοσύνην, εστίν αγαπάν τα προσήκοντα 
τη άνθροοπίνη φύσει, εστίν αγαπάν ημάς αυτούς. Προτιμάν 
δε την πλάνην και το ψεΰδος της αληθείας* την άδικίαν της 



δικαιοσύνης, εστίν αγαπάν δ,τι έξουθενει και καταστρέφει 
την άνθρώπινον φύσιν, εστί μισεΐν ημάς αυτούς η είναι αυτό- 
χείρας. 'Αλλ' ει ό Θεός έστιν αρχή της αληθείας και δικαιο- 
σύνης, αγαπάν τήν σοφίαν καΐ την δικαιοσύνην, ουκ εστίν 
αγαπάν αυτόν τον Θεόν; ουκ εστίν αγαπάν δ,τι καλόν καΐ 
άναγκαΐον προς την ήμετέραν ζωήν και εύδαιμονίαν; Λοιπόν, 
αγαπάν τον Θεόν, εστίν αγαπάν ημάς αυτούς, καΐ ό άθεος έστιν 
επικίνδυνος αύτου εχθρός* επειδή στερεί εαυτόν εκουσίως αγα- 
θού, δπερ έστιν άναγκαΐον προς τήν ζωήν και εύδαιμονίαν 
του. Αγαπάν τον πλησίον ως ημάς αυτούς, έστι μεταδι- 
•δόναι αύτω των αγαθών, α έλάβομεν παρά Θεού, εστίν έπ' 
αυτόν άσκεΐν τήν αγαθότητα και τήν δικαιοσύνην του Θεού, 
και γενέσθαι ομοίους αύτω τω Θεώ• Ει δε ή του πλησίον 
αγάπη ποιεί με δμοιον τφ Θεώ, συμφέρει μοι αγαπάν τον 
•πλησίον* και αγαπάν τον πλησίον ως έμαυτόν, εστίν ετι•άγα- 
■π^ν έμαυτόν. Έν κεφαλαίω ειπείν, αγαπώ τον Θεόν καΐ τον 
«πλησίον, σημαίνει, δτι αγαπώ πάν δ,τι καλόν και συμφέρον 
•προς τήν έμήν συντήρησιν και εύδαιμονίαν* έν άλλοις λόγοις, 
δτι αγαπώ αυτός έμαυτόν. Άλλα δεν αγαπώ, οΰτε τον Θεόν, 
ουτε τον πλησίον, τούτο δηλοΐ δτι στερώ έμαυτόν του δντως 
αγαθού και αναγκαίου προς τήν ζωήν μου και εύδαιμονίαν μ,ου, 
δτι διατελώ εχθρός εμαυτοϋ. Ούτως αϊ δύο εντολαί είσι μία η 
τρεις, καθ' ην έποψιν αύτάς θεωρούμεν, δυνάμενοι νά εί'πωμεν δτι 
ή προς ημάς αυτούς αγάπη, παραγγελλομένη υπό της εντολής 
του Θεοΰ, πόρρω απέχουσα του είναι κακία περιέχει δλον 
τον νόμον και τους προφήτας, βάσις ούσα της ηθικής, καΐ 
δτι, αυτήν καταργουντες, άποκτείνομεν τήν άνθρώπινον φύσιν, 
καθιστώντες τήν ήθικήν αδύνατον. Οί δε άντιτάσσοντες το 
καθήκον εις το συμφέρον ηθικολόγοι, οί νομίζοντες, δτι ή 
#ρετή συνίσταται £?ς τό θυσιάζ ειν το δεύτερον ύς τό πρώ•~ 



τον, όλως πλανώνται, μη είδότες, ούτε τι έστι καθήκον, 
ούτε τί έστι συμφέρον επειδή χωρίζουσι και άντιτάσσουσιν 
άπερ είσί διά παντός ηνωμένα και σύμφωνα. Το Εύαγγέλιον, 
βιβλίον έζοχωτάτης ηθικής, ούδεμίαν γινώσκει ηθικήν άφιλο- 
κερδή* και ου δυνάμεθα εύρείν μιαν μόνην έντολήν μη προτιθε- 
μένην το ίδιον ημών συμφέρον, Ιδού τίνες * α Ει δε ό οφθαλμός 
σου ό δεξιός σκανδαλίζει σε εξελε αυτόν, καΐ βάλε από σου* 
συμφέρει γάρ σοι ίνα άπόληται εν των μελών σου και μη 
όλον το σώμα σου βληθνί εις Γέενναν » (Ματ. Ε. 29). Έξε- 
λεϊν τον δεξιόν όφθαλμόν υπέρ του μη άπολέσαι όλον το 
σώμα, ουκ έστιν εντολή βάσιν έχουσα το συμφέρον; «"Οστις 
άφήκεν ένεκεν έμοϋ οίκίαν, $ αδελφούς, η άδελφάς, η πα- 
τέρα, η γυναίκα, η τέκνα, η τα υπάρχοντα αύτοϋ, έκατοντα- 
πλασίονα ληψεται και ζωήν αίώνιον κληρονομήσει » (Ματ• 
ΙΤ' 29.)• Δούναι ολίγον, καί κερδήσαί πολύ πλέον, ουκ εστί 
πράττειν συνωδά τώσυμφέροντί; Εις τί διαφέρει ή ευαγγελική 
αυτή αρχή της εμπορικής•, Έφ'δσον ύπισχνείται έκατοντάκις 
πλείονα του ένος, ενώ οι έμποροι ουδέποτε λαμβάνουσι τό 
διπλούν του εκουσίως τοις άλλοις παρ' αυτών διδομένου. 
α Αμήν, αμήν, λέγω ύμϊν, έάν μή ό κόκκος του σίτου πεσών 
εις την γήν άποθάνη, αυτός μόνος μένει* εάν δε άποθάνγ^ 
πολύν καρπόν φέρει. Ό φιλών τήν ψυχήν αύτοϋ απολέσει αύ- 
ττίν και ό μισών τήν ψυχήν αύτοϋ εν τω κόσμω τούτω, εις 
ζωήν αίώνιον φυλάξει αύτην » (Ίω. ΙΒ, 24.). Ό Ίησοϋς, 
π-ορευόμενος εις τον θάνατον, ελεγεν δτι ώφειλε τούτο ποιή- 
σαι, ινα φέρνι καρπόν πολύν. Ή μεγάλη αύτοϋ θυσία προύτιθετο 
μέγα συμφέρον, προσθείς οτι ό θύσων τήν εαυτού ζωήν κατά τό 
παράδειγμα αύτοϋ, εκείνος σώσει αιωνίως αυτήν, και ό μή θύσων 
αυτήν, δτε οφείλει τούτο ποιήσαι, εκείνος απολέσει αύτην. 
0υτω προς τήν μεγάλην θυσίαν ανταποκρίνεται μέγα συμφέρον^ 



και ό παραμελών το εαυτού καθήκον άπόλλυται. Πού λοιπόν 
ή αφιλοκερδώς ηθική *, Ποία εστίν ή περίστασις καθ' ην τό 
καθήκον και το συμφέρον χωρίζονται, η άλλήλοις αντίκειν- 
ται ; Δεν βλέπω τούτο, και ει τις αυτό βλέπει, βέβαια κα- 
κώς βλέπει. Ό λόγος του θεοΰ ου δύναται προς εαυτόν αν- 
τιφάσκειν. 'Επιβοςλλούσης απαξ^ τής μεγάλης του Θεοΰ έντο^ 
λής την προς ήμας αυτούς άγάπην ως μέγα καθήκον, εστίν 
αδύνατον άπαντήσαι εν τνί Βίβλω μίαν μόνην έντολήν, μη 
το ήμ,έτερον συμφέρον προτιθεμένην. Δια τούτο, οί μη πράτ- 
τοντες τάς έντολάς ταύτας βλάπτονται και ουδέν ωφελούν* 
ται. Πλάτων, ό επισημότατος εν τω κόσμω φιλόσοφος, ούδ' 
αυτός γινώσκει τον χωρισμόν της ηθικής από του συμφέ- 
ροντος, πολεμησας μάλιστα την πρόληψιν ταύτην μετά λογι- 
κής, αξίας τής επιστήμης του, μηδέν άλλο και εν τω περί 
Πολιτείας και εν τω περί Νόμων λόγω άποδεικνύών η οτι 
ή ηθική καί το συμφέρον, ή δικαιοσύνη και ή ευδαιμονία 
ουδέποτε χωρίζονται, ώς πάντοτε φύσει αχώριστα. Ή νεω- 
τέρα όμως φιλοσοφία έχώρισεν αυτά εξ αγνοίας, έπινοησασα 
διάφορα ηθικής συστήματα άλλήλοις άντιτασσόμενα, συγχύ^ 
σασα το συμφέρον μετά του ελαττώματος, τό καλόν μετά 
του κακού, τό δίκαιον μετά τού αδίκου, καί διά των 
εσφαλμένων ιδεών, ας διέδωκε, συντελέσασα προς έπαύ- 
ξησιν των ελαττωμάτων καί δυστυχημάτων τής κοινωνίας. 
Εί'περ ό Ιησούς Χριστός έστιν ή Αύτοαλήθεια κατά τάς 
ήδη δοθείσας έπιστημονικάς αποδείξεις, αί τούτον παραγνω- 
ρίζουσαι των σχολών διδασκα)^ίαι άναγκαίως είσί ψευδείς. 
Ειπερ ή αλήθεια έστιν αγαθόν άναγκαϊον ττί ημετέρα φύσει, 
τό ψεύδος οφείλει είναι κακόν, διαφθεΐρον καί καταστρέφον 
αυτήν. Ή προς τον Θεόν καί τον πλησίον αγάπη, τό συμτ 
φέρον ημών καί τό τών ήμίν όμοιων ύποχρεούσιν ήμας έργάι 



IX 



ζεσθαι, όπως ή αλήθεια κατίσχυση του ψεύδους, ή ευαγγελική 
διδασκαλία τ*ίς των σχολών. Ούτω προτιθέμεθα δια του 
παρόντος συγγράμματος να έξηγησωμεν, άφ' ενός μεν τάς 
αρχάς και την φύσιν της παρά τοϋ Κυρίου ημών Ίησοΰ Χρί- 
στου θεμελιωθείσης φιλοσοφίας, άφ' ετέρου δε τάς αρχάς καΐ 
την φύσιν της ύπό Καρτεσίου τεθείσης νεωτέρας φιλοσοφίας. 
Έκ της συγκρίσεως των δύο τούτων φιλοσοφιών οψόμεθα δια 
του σαφέστερου τρόπου την φύσιν του Ξύλου τ*?ίς ζωής και 
την φύσιν του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Όψό- 
μεθα τους κ,αρπούς αμφοτέρων και τα αποτελέσματα τών 
καρπών αυτών, δυνάμενοι τότε νά έκλεξωμεν συμφώνως προς 
το καθήκον και το συμφέρον ημών αυτών. 



Ο ΙΗΣΟΓΣ ΧΡΙΣΤΟΣ 

ΘΕΜΕΑ1ΩΤΗΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΘΑΠΕΡ 
ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ. 



Ό Ίησους Χριστός έστιν ό θεμελιωτής της καλού- 
μενης χριστιανικής θρησκείας, ήτις εστίν η δια Μωΐ>~ 
σέως τοις Ίουδαίοις δοθείσα και υπό Ίησοϋ Χρίστου 
συμπληρωθείσα. Αγνοείται όμως είςέτι, δτι αυτός 
εστίν ωσαύτως θεμελιωτής φιλοσοφίας, ην όφείλομεν 
καλεϊν χριστιανικής ήτις εστίν η του Σωκράτους και 
Πλάτωνος δια του Χρίστου συμπληρωθείσα. Ταύτην δέ 
τήν άληθειαν έρχόμεθα καταδεΐξαι προς έξαφάνισιν 
των ψευδοφιλοσοφιών, αιτινες, φθείρουσαι την διά- 
νοιαν, παρατρέπουσι την κοινωνίαν έκ της αληθούς 
αυτής ευδαιμονίας. 

Ό Ίησοϋς συνεπληρωσε την θρησκείαν, έπικυρών 
τα του μωσαϊκού νόμου, και άναπληρών αύτοΰ τάς 
ελλείψεις. Δια της αυτής όδοΰ, άλλ' ήττον έπαισθη- 
τής συνεπληρωσε τήν φιλοσοφίαν, έπικυρών το εν 
αύττ) κα7νόν, προστιθείς αρχάς, ων εχρτιζε, και ας 
ηγνόει. Τίνες δ' εισίν αϊ παρά του Χρίστου κυρωθεί- 
σας και τίνες αί παρ' αύτου προστεθεΐσαι φιλοσοφίας 
άρχαί; Τούτο πορευόμεθα ζητήσαι έν τοΐς του Ευαγ- 
γελίου κείμενους. 



ί4 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ΑΡΧΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ 

ΠΙΟ 

ΤΟΓ ΙΗΣΟΓ ΧΡΙΣΤΟΓ ΚΓΡΩΘΕΙΣΑΙ. 

β Προσέχετε δέ από τών ψευδοπροφητών, οιτινες 
έρχονται προς υμάς εν ένδύμασι προβάτων, εσωθέν 
δε είσι λύκοι άρπαγες• Άπό των καρπών αυτών έπι- 
γνώσεσθε αυτούς. Μη τι συλλέγουσιν άπό ακανθών 
σταφυλήν, η άπό τριβόλων σϋκα; Ούτω παν δένδρον 
αγαθόν καρπούς καλούς ποιεϊ• το δε σαπρόν δένδρον 
καρπούς πονηρούς ποιεϊ. Ου δύναται δένδρον αγαθόν 
καρπούς πονηρούς ποιεΐν, ουδέ δένδρον σαπρόν καρ- 
πούς καλούς ποιεΐν. Παν δένδρον μη ποιούν καρπόν 
καλόν, έκκόπτετβιι και εις πυρ βάλλεται. "Αρα γε 
άπό των καρπών αυτών έπιγνώσεσθε αυτούς » (Ματ. 
Ζ'. 15). 

Δια τοϋ τοσουτοΊ βαθέος και άπλοΰ τούτου λα- 
λήματος έπεκύρωσεν ό Ιησούς Χριστός την πρώτην 
άρχ^ν της φιλοσοφικής μεθόδου, δι' ης πρέπει να γι- 
νώσκωμεν την φύσιν τών πραγμάτων και να έκτιμώ- 
μεν αυτά δεόντως. Τίς η αρχή αύτη; Ή έξης: Ά- 
ναβαίνειν εις τάς αιτίας δίά της παρατηρήσεως τών 
αποτελεσμάτων έκτιμαν τάς αιτίας κατά την φύσιν 
τών αποτελεσμάτων, Τό δένδρον σημαίνει την αι- 
τίαν* ό καρπός το αποτέλεσμα. « Γινώσκειν τά 
δένδρον εκ του καρπού » εστί γινώσκειν τήν αίτίαν 
έκ τών αποτελεσμάτων. Καρακτηρίζειν το δένδρον 
ως καλόν, εάν παράγτ, τΐ ■■""' "ους• καρπούς, καΐ σαπρόν 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 15 

έάν παράγη πονηρούς, εστί χαρακτηρίζει τάς αίτιας 
κατά την φύσιν των αποτελεσμάτων, « Ου δύναται 
δένδρον αγαθόν καρπούς πονηρούς ποιεΐν, ού5έ οέν- 
δρον σαπρόν καρπούς καλούς ποιεΐν »• όπερ δι* επι- 
στημονικών δρων εκφράζεται : αδύνατον εκ κακής αι- 
τίας να προέρχηται καλόν αποτέλεσμα, και κακόν εξ 
αγαθής, « Προσέχετε δέ από των ψευδοπροφητών, 
οίτινες έρχονται προς υμάς εν ένδύμασι προβάτων, 
εσωθεν δέείσι λύκοι άρπαγες λ. Τούτο σημαίνει : Φυ- 
λάττεσθε τον έξω άνθρωπον, και εξετάζετε τα πράγ- 
ματα κατά βάθος, ινα γνώτε αυτά κατ' ούσίαν και 
μη άπατασθε, έκλαμβάνοντες τά φαινόμενα ώς ουσιώ- 
δεις ιδιότητας της εαυτών φύσεως, « Παν δένδρον, μή 
ποιούν• καρπόν καλόν, έκκόπτεται, και εις πυρ βάλ- 
λεται »• δπερ δήλοι: Πάσα αρχή άγουσα εις κακάς 
συνεπείας εστί ψευδής• και δια τούτο άπο^ιπτέα και 
μή εν ταϊς άληθείαις κατατακτέα. 

Εντεύθεν καθαρώς βλέπομεν, δτι ό λόγος του Ίη- 
σοϋ Χρίστου εκφράζει τους νόμους, οιτινες διέπουσι 
τον νουν ημών, και τους οτζοίους ό Πλάτων πολύ 
καλώς έφήρμοσεν έν τη εαυτού φιλοσοφία. Ό μέγας 
ούτος φιλόσοφος, αρχόμενος πάντοτε από της παρατη- 
ρήσεως των φαινομένων, έξεζήτει έν αύτοΐς το δν, 
το γενικόν έν τω μερικω, και τάς αίτιας έν τοις 
άποτελέσμασι. Διέκρινε το καλόν από του κακού, 
το δίκαιον από του άδικου, μηδέποτε θέλων ταράξαι 
την τών πραγμάτων τάξιν, άποδιδούς το καλόν εις 
το κακόν και τό κακό? εις το καλόν. Κατά τους νό- 



18 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μους τούτους νοών ό Πλάτων, ήδυνήθη να εύρη τόν 
άληθινόν Θεόν και να ύψωθτί υπεράνω των της επο- 
χής αύτοΰ προλήψεων, τάς οποίας κατεπολέμησε 
γενναιότατα και λογικώτατα. Ό Πλάτων ύψωσε την 
φωνήν του κατά των ποιητών και των ψευδοθέων εν 
τω κηρύττειν τήν έξης αρχήν : ό Θεός έστιν αγαθός, 
ό Θεός έστι τό καθ' εαυτό αγαθόν. Ουδέν κακόν δύ- 
ναται να προέλθϊ) εκ του Θεού• πρέπει άλλαχοϋ νά 
ζητήσωμεν την αίτίαν των ημετέρων κακών• Ιίατεδί- 
κασέ την διδασκαλίαν των ποιητών και κυρίως την 
του Όμηρου, ως διδασκαλίαν ψευδή και δυναμένην 
διαφθεΐραι τάς αθώας ψυχάς, αισθανθείς τήν ανάγκην 
διδασκαλίας μάλλον αληθούς η επαγωγού προς το 
μορφώσαι την καρδίαν τής νεολαίας* και η παρ* αυ- 
τού συστηθεΐσα διδασκαλία πολύ δεν απέχει τής χρι- 
στιανικής. 

Έν ονόματι τής αρχής : α Το καλόν δένδρον ποιεί 
καλούς καρπούς, και το κακόν ποιεί κακούς », ό Πλά- 
των άν^ρεσε την όλεθρίαν [πρόληψιν, ήτις υπέσκαψε 
τάς αρχαίας κοινωνίας και άχρι τής σήμερον υπο- 
σκάπτει τάς νεωτέρας. Έπίστευον εις τόν καιρόν του 
Πλάτωνος, καθώς πιστεύουσι και σήμερον, δτι δυ- 
νάμεθα είναι εύδαίμονες διά τής αδικίας και κακό• 
δαίμονες διά τής δικαιοσύνης• δτι ο άδικος, έχων την 
δύναμιν του πράττειν [άποινεί την άδικίαν εστί κατά 
πολύ του δικαίου εύδαιμονέστερος, και δτι η ευδαι- 
μονία συνίσταται εις το δύνασθαι πράττειν δτι βου- 
λόμεθα, μηδένα λόγον περί δικαίου και αδίκου π$ιού^ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. IX 

μενοι. "Ολαι αϊ έν ταΐς νεωτέραις κοινωνίαις συμ- 
φορά^ καθώς αι εν ταΐς άρχαίαις, πηγάζουσιν εκ της 
κυριευούσης δλα τα πνεύματα των κυβερνησεο>ν καί 
τών λαών φρικώδους ταύτης προλήψεως. Άλλα τις 
πταίει ; "Οταν θέλωμεν ταράττειν τών πραγμάτων 
την τάξιν, ουδέν άλλο ποιοΰμεν ή ταράττειν ημάς 
αυτούς. Διατί πιστεύειν ότι η ευδαιμονία, ήτις εστίν 
αγαθόν, δύναται να προέλθη εκ της αδικίας ήτις 
έστι κακόν •, Διατί άντ'.τάσσειν εσφαλμένως το συμ- 
φέρον εις την δικαιοσύνην και ζητειν αυτό ένθα ου- 
δέν άλλο δυνάμεθα εόρεΐν η το επιβλαβές; Πάσχετε 
λοιπόν, βασιλείς και λαοί, ανατρέπετε αλλήλους, 
ποτέ μη άναπαύεσθε, επειδή δέν θέλετε να άκούσητε^ 
ούτε του Πλάτωνος, οΰτε του Χρίστου, ούτε αύτου 
του Λόγου, ός έγένετο σαρξ και έλάλησεν ήμΐν, ούτε 
τών διδασκόντων ημάς υπηρετών αύτου. 

Ό Πλάτων εν τ^ εαυτού Πολιτεία προτίθεται ιδίως 
να έξετάστ) την φύσιν της δικαιοσύνης και της αδικίας,, 
και να κατάστησα) ψηλαφητά αμφοτέρων τα αποτελέ- 
σματα• Τοσούτον δέ καλώς έπέτυχεν, ώστε ουδεμία^ 
άφίνει ελλε'.ψιν, άποδείξας ότι εκ της αδικίας άλλα 
δέν δύνανται να προέλθωσιν η καταστροφή και δυστυ- 
χία, και δτι η. αληθής ευδαιμονία δια παντός παρα- 
κολουθεί τήν δικαιοσύνην. Έν τω Γοργία, κατέ- 
δειξεν έναργεστάτην τήν αυτήν άλήθειαν, και έν τώ 
δευτέρω βιβλίω τών Νομών έποίησέ τι θαυμάσιον: 
υποτιθέμενος πλούσιόν τίνα, ίσχυρόν και άΟάνα- 
τον, δυνάμενον ποιεΤν ό,τι αν ηΟελεν, αλλ 5 έχοντα 

2 



48 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

[λόνον έν τη ψυχή του τήν κακίαν της αδικίας, χα-• 
τώρθωσε να απόδειξη δια λογικής αυστηρότατης δτ& 
τοιούτος άνθρωπος θα ζήση δυστυχώς, και δτι & κέ- 
κτηται αγαθά, θα συντελέσωσι μόνον εις το κατα- 
©τήσαι αυτόν δυστυχέστερον. Μετά τοιαύτην άπό- 
οειξιν, έκήρυξεν έν ονόματι της επιστήμης, δτι εστίν 
Εγκλημα έν τη πολιτική χωρίζειν το συμφέρον της 
οικαιοσύνης, και λέγειν δτι τά ενδιαφέροντα ημάς 
αράγματα είσι διάφορα των δικαίων πραγμάτων, και 
©τι το συμφέρον πολλάκις αντίκειται εις το δίκαιον. 
« Ό αληθινός νομοθέτης, λέγει, θα νομοθέτηση έν τη 
έαυτου πόλει την αληθή ταύτην αρχήν: «Παν δίκαιον 
έστιν ώφέλιμον, και παν άδικόν έστιν έπιζήμιον δεν 
υπάρχει άλλος διαγωγής κανών διά τε τά άτομα, 
2ιά τε την κοινωνίαν». Ό Ίησοϋς Χριστός, έλθών 
κυρώσαι και πληρώσαι, ούτως έλάλησε, μακαρίσας 
ιούς πεινώντας και διψώντας την δικαιοσύνην, και 
υποσχόμενος τήν κληρονομίαν τής γής, ουχί τοις 
έμπείροις μαχηταΐς, άλλα τοις πραέσι και είρηνικοΐς. 
Λοιπόν συμπεραίνομεν δτι δ Χριστός δι' απλής και 
φυσικής γλώσσης έπεκύρωσε τον ουσιώδη νόμον τής 
αιτίας και του αποτελέσματος, δν δ Πλάτων καλώς 
έφήρμοσεν έν τη έαυτου φιλοσοφία, και ου χωρίς 
3ίάσα φιλοσοφία αποβαίνει αδύνατος. 

« Ουδείς δύναται δυσι κυρίοις δουλεύειν ^ γάρ τον 
Ινα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, η ενός ανθέ- 
ξεται και του ετέρου καταφρονήσει. Ού δύνασθε δου- 
λεύειν Θεώ και Μαμμωνα» (Ματθ. ΣΤ, 24,). 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 10 

Ει εν τη πράξει εστίν αδύνατον Ευσιν αντιθέτους 

χυρίοις δουλεύειν, ωσαύτως εν ττί θεωρία έστιν αδύ- 
νατον παραδέχεσθαι δύο αρχάς η δύο δόξας αντιθέ- 
τους. Πρέπει πάντοτε να έκλέγωμεν μεταξύ των δύο, 
διότι ό νους ημών δεν δύναται χατ' ούοένα τρόπον 
παραδέξασθαι δύο άντιοατικάς προτάσεις, ως εξίσου 
αληθείς. Λοιπόν ό Χριστός δια του εαυτού ρήματος 
έκύρωσε την αρχήν της αντιφάσεως αρχήν κοινο- 
τάτην, ης άνευ η επιστήμη οέν δύναται να απόδειξη 
την άληθειαν, ούτε να αναίρεση το ψευδός• 

κ Έν δέ τη ημέρα εκείνη, έξελθών ό Ίησους από 
της οικίας έκάθητο παρά την θάλασσαν. Και συν- 
ηχθησαν προς αυτόν όχλοι πολλοί, ώστε αυτόν ε?ς 
το πλοιον έμβάντα καθήσθαι• και πας ό οχΧος ίτΛ 
τον Αίγιαλόν ειστηκεε. Και έλάλησεν αύτοΐς πολλά 
έν παραβολαις, λέγων: Ιδού έξήλθεν ό σπείρων του 
σπείρειν. Και έν τω σπείρειν αυτόν, ά μεν επεσ: 
παρά την όδόν και ήλθε τά πετεινά, και κατέφαγεν 
αυτά. "Αλλα δέ επεσεν έπί τά πετρώδη, δπου ουκ 
είχε γην πολλην και ευθέως έξανέτειλε διά το μη 
εχειν βάθος γης. Ηλίου δέ άνατείλαντος, έκαυματί- 
σθη• και διά το μη έχειν ρίζαν έξηράνθη. "Αλλα 
δέ επεσεν έπι τάς άκανθας, και άνέβησαν αι άκαν- 
θαι, και άπέπνιξαν αυτά. "Αλλα δέ επεσεν έπ• - Ν ; 
γην την κα7^ν, και έδίδου καρπόν, δ μέν εκατόν, 5 
δέ έξηκοντα, δ δέ τριάκοντα. Ό έχων ώτα ά/.ούε'.υ 
άκουέτω » (Ματθ. ΙΓ. 1>). 

ΆφοΟ έξέθηκεν ό Ίησοΰς την πο<ραβολήν ταύτ 

2 * 



2© ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

εις τον λαόν, έξήγησεν αυτήν ίδια προς τους μάθη- 
τάς αύτου, λέγων : α Παντός άκούοντος τον λόγον 
της βασιλείας, και μή συνιέντος, έρχεται 6 πονηρός 
και αρπάζει το έσπαρμένον εν τη καρδία αύτοΰ• ού- 
τος έστιν ό παρά την όοόν σπαρείς. Ό δέ επί τα πε- 
τρώδη σπαρείς, οοτός έστιν ό τόν λόγον άκούων, και 
ευθύς μετά χαράς λαμβάνων αυτόν. Ουκ έχει δέ £ί- 
ζαν εν έαυτω, αλλά πρόςκαιρός 'ί&τρ γενομένης δέ 
θλίψεως η διωγμού διά τον λόγον, ευθύς σκανδαλί- 
ζεται. Ό δέ εις τάς άκανθας σπαρείς, ούτος έστιν ό 
τον λόγον άκούων και η μέριμνα του αιώνος τού- 
του, και η απάτη του πλούτου συμπνίγει τον λόγον, 
και άκαρπος γίνεται. Ό δέ επί την γήν τήν καλην 
σπαρείς, ουτός έστιν ό τον λόγον άκούων, και συνιών* 
δς δή καρποφορεί, και ποιεί, ό μέν εκατόν, ό δέ έξη- 
κοντα, ό δέ τριάκοντα λ (έν τφ αύτ& Κεφαλαίω 19)• 
Τις έστιν η φιλοσοφική αρχή, ην ό Ίησους έκύ- 
ρωσε διά της παραβολικής αυτού διδασκαλίας ; Εκείνη 
ήτις ύπήρξεν ή βάσις της φιλοσοφίας του Πλάτω- 
νος, δηλαδή, οτι ό υλικός κόσμος ανταποκρίνεται 
προς πνευματικόν τίνα κόσμον, δτι τά φαινόμενα εκεί- 
νου ανταποκρίνονται προς όμοια φαινόμενα τούτου^ 
οτι αϊ δύο τάξεις των φαινομένων διέπονται παρά των 
αυτών νόμων, και οτι όφείλομεν σπουδάσαι τον ύλικόν 
κόσμον, ουχί δπως έν αύτω μείνωμεν, άλλ' δπως 
δι* αύτοΰ ύψωθώμεν εις τήν Θεωρίαν του πνευματικού 
κόσμου. Ό Ίησους Χριστός έπικυρών τήν αρχήν ταύ- 
την, συνεπεκύρωσε ταυτοχρόνως τήν μέθοοον της 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ- 2ί 

επαγωγής, στηριζομένη ν επί της αρχής τής καθολι- 
κής τάξεως, δι' ης συμπεραίνομεν έκ του αύτου εις 
το αυτό, έκ του ομοίου εις το όμοιον η το προς αύτο 
άνάλογον. 

Ό Ίησοϋς άπεκρίθη: α Έάν έγώ δοξάζω έμαυ: 
η δο'ξα μου ουδέν εστίν εστίν ό πατήρ μου ό δοξά- 
ζων με, δν ύμεΐς λέγετε, ότι θεός υμών έστι. Και 
ούκ έγνώκατε αύτ<:' • έγώ δε οΐδα αυτόν και έάν ειπώ 
ότι ουκ οΐδα αυτόν, εσομαι όμοιος υμών, ψεύστης• 
άλλ' οϊδα αυτόν , και τον λόγον αύτοΰ τηρώ, 
(Ίω. Η, 54). 

Δια τών ρημάτων τούτων καθιέρωσεν ό Ίησους 
το κύρος της συνειδήσεως, ήτις εστίν η θεμελιώδης 
αρχή τής φιλοσοφίας και του ανθρωπίνου βίου. Τίς άν 
ηδύνατο μανθάνειν, η τίς άν ηδύνατο βιουν άνευ συν- 
ειδήσεως -, Το }<.\>ρος τής συνειδήσεως τοσούτοι μένα 
εστίν, ώστ' επαρκεί προς το δικαιώσαι ημάς ενώπιον 
του θεού κατά την μαρτυρίαν του Ευάγγελε: 
Ιωάννου: α ' Αγαπητοί, λέγει, έάν η καρδία ημών μη 
καταγινώσκτ) ημών, παρρησίαν έχομεν προς τον 
θεόν» (Έπιστ. Α', κεφ. Γ, 21). Ό Απόστολος Παύ- 
λος ου παύεται συνιστών τήν άγαθήν μαρτυρίαν τή; 
συνειδήσεως, και συχνάκις, όπως δώση πλείονα 
βαιότητα εις α έλάλει, άνεφέρετο εις τήν ύπερτάτην 
ταύτην αρχήν. Ό Ίησοΰς Χριστός, έχων συνει 5 
οτι έγίνωσκε τον εαυτού Πατέρα, ούκ ηδύνατο λ : 
ότι ούκ έγίνωσκεν αυτόν, τουτέστι δέν ηδυν 
λαλίί παρά τήν μαρτυρίαν τής έαυτου συν. 



22 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

διότι έγίνετο ψεύστης, όμοιος τοις Ίουδαίοις, οιτενες 
έβεβαίουν ότι. γινώσκουσι τον Θεόν, μηδέ την έλα- 
χίστην έχοντες της γνώσεως ταύτης συνείδησιν. «Ύ- 
μεϊς ο$κ έγνώκατε τον Θεόν. Έγώ δε οίδα αυτόν 
και εάν εί'πω ότι ουκ οίδα αυτόν, εσομαι όμοιος 
υμών, ψεύστης. Άλλ' οιδα αυτόν και τάν λόγον αύ- 
τοϋ τηρώ». Ή συνείδησίς έστι το πνεύμα, το μαρ- 
τυρούν δ γινώσκομεν και δ άγνοουμεν. Δια τούτο 
πάντοτε 7ναλεΐν όφείλομεν κατά την μαρτυρίαν της 
συνειδήσεως, καΐ μη λέγειν ψεύδη, είτε ύποκρινόμε- 
νοι οτι γινώσκομεν δ άγνοουμεν, είτε προςποιούμενοι 
οτι άγνοουμεν δ γινώσκομεν. Ό Σωκράτης ώμολόγεε 
την εαυτού άγνοιαν, μηδέποτε τολμήσας ειπείν, οτι 
έγίνωσκεν δ ήγνοει. Άλλ* οι σοφισταί, ούδένα λόγον 
περί της εαυτών συνειδήσεως έποιουντο, άξιουντες οτι 
τά πάντα γινώσκουσιν. Ό Ιησούς δμως το εναντίον, 
ώμολόγει πάντοτε την σοφίαν του, και , ώς αυτός 
είπε, δεν ήδύνατο νά είπη ότι ήγνοει, διότι θα έψεύ- 
δετο. Ό Σωκράτης έμενε πιστός εις τ^ν έαυτοΰ 
συνείδησιν ώς άνθρωπος, ό Ίησους εις την έαυτοδ 
συνείδησιν ώς Θεός, και αμφότεροι έβεβαίωσαν το 
κύρος της συνειδήσεως. 

Ή επί του κύρους της συνειδήσεως στηριζομένη φι- 
λοσοφία, τάς δύο ταύτας εγνω μεθόδους : την έπα- 
γωγικήν και την άπαγωγικήν. Ή πρώτη οδηγεί ημάς 
εκ του μερικού εις το γενικόν* η δευτέρα εκ του γε- 
νικού εις το μερικόν. Διά μέν της επαγωγές άνακα- 
λύπτομεν τάς αρχάς, παρατηρουντες τά γεγονότα 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 23 

τής πείρας• δια δε της απαγωγής άνακαλύπτομεν τάς 
εν ταΐς άρχαΐς κεκρυμμένας συνεπείας, μεταχειριζό- 
μενοι τον συλλογισμόν. Ή επαγωγή στηρίζεται επί 
της αρχής τής καθολικής τάξεως• η απαγωγή έπ* 
της αρχής τής αντιφάσεως. ΑΣ δυο αδται μέθοοοέ 
εισιν, ούτως ειπείν, οί δύο πόδες τής φιλοσοφίας. 
Άνευ αυτών, ουδέν βήμα ποιήσαι δυνάμεθα προς την 
άλήθειαν. Ό Ίησους έβεβαίωσε το κύρος τής συνει- 
δήσεως και τάς δύο φιλοσοφικάς μεθόδους, επομένως 
δλας τάς δια των νομίμων τούτων μέσων ευρεθεί- 
σας, άποδειχθείσας και βεβαιωθείσας αληθείας. Όθεν 
εξάγεται ότι 6 Χριστός έβεβαίωσε την Ελληνική 
έπιστήμην, ως έβεβαίωσε και την Ίουδαικην θρη- 
σκεί/ζν, και έκύρωσεν αυτήν λόγω και έργω, καθώς 
θα ίδωμεν. 

« Τότε προσηνέχθη αύτω δαιμονιζόμενος, τυφλός 
και κωφός• και έθεράπευσεν αυτόν, ώστε τον κωφόν 
και τυφλόν λαλεϊν και βλέπειν. Και έξίσταντο πάντες 
οί όχλοι, και ελεγον; Μητι ούτος έστιν ό υιός Δαβίδ; 
Οι δε Φαρισαΐοι άκούσαντες, ειπον : Ούτος όύκ έκ- 
βάλλει τα δαιμόνια, ειμή έν τω Βεελζεβούλ άρχοντα 
των δαιμονίων• Είδώς δέ ό Ίησους τάς ενθυμήσεις 
αυτών, είπεν αύτοΐς : Πάσα βασιλεία μερισθεΐσα καθ' 
εαυτής, έρημουται και πάσα πόλις η οικία μερισθεΐσα 
καθ' εαυτής, ου σταθήσεται. Και ει ό Σατανάς τον 
Χαταναν έκβάλλει, έφ' εαυτόν έμερίσθη• πώς ούν στα- 
θήσεται η βασιλεία αύτου ; Και ει εγώ έν Βεελζεβούλ 
έκβάλλω τα δαιμόνια, οί υιοί υμών έντίνι έκβάλλουσΐ} 



2Ϊ* ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

οιά τούτο αυτοί υμών έσονται κριταί. Ει δε εγώ εν 
τενεύματι Θεοΰ έκβάλλω τα δαιμόνια, άρα εφθασεν * 
έφ' ύμας η βασιλεία του Θεού. Ή πώς δύναται τις 

εισελθειν εις την οίκίαν του ισχυρού, και τα σκεύη 
αύτοΟ διαρπάσαι, εάν μη πρώτον δήση τον ισχυρόν, 
*αί τότε την οίκίαν αύτου διαρπάσει ; Ό μη ών μετ' 
έμου, κατ' &μου έστι• και ό μ$) συνάγων μετ έμου, 
«σκορπίζει. Διά τούτο λέγω ύμίν: Πάσα αμαρτία και 
βλασφημία άφεθήσεται τοις άνθρώποις• η δε του Πνεύ- 
ματος βλασφημία ουκ άφεθήσεται τοις άνθρώποις. 
Και δς αν είπϊ) λόγον κατά του Υίου του ανθρώπου, 
άφεθήσεται αύτώ• δς δ' αν ειπη κατά του Πνεύματος 
του Αγίου, ουκ άφεθήσεται αύτώ, ούτε εν τούτω, τω 
αίώνι ούτε εν τώ μέλλοντι. Ή ποιήσατε το δένδρον 
:χαλόν, και τον καρπόν αύτου καλόν η ποιήσατε το 
δένορον σαπρόν, και τον καρπόν σΜοΌ σαπρόν εκ γάρ 
<τοΰ -καρπού το δένδρον γινώσκεται. Γεννήματα έχι- 
Ιδνών, πώς δύνασθε αγαθά λαλεΐν πονηροί δντες •, έκ 
γάρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεϊ. 
Ό αγαθός άνθρωπος έκ του αγαθού θησαυρού της 
καρδίας έκβάλλει τά αγαθά• και ό %οΊΊ\ρος άν- 
θρωπος έκ του πονηρού θησαυρού έκβάλλει τά πο- 
νηρά* Λέγω δε ύμΐν, δτι παν ρήμα άργόν, δ έάν 
λαλήσωσιν οι άνθρωποι, άποδώσουσι περί αύτου λό- 
γον εν ημέρα κρίσεως. Έκ γάρ των λόγων σου 
^ικαιωθήση, και έκ τών λόγων σου καταδικασθήση. » 

(Ματθ. ΙΒ',22). 

Έν τώ προκειμένη γεγονότι βλέπομεν δτι η τοδ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 2$ 

Τησου πραξις έ7^κύει τον θαυμασμόν του κοινού, 
όπερ εξ αυτής συμπεραίνει, δτι τοιούτος άνθρωπος 
εμελλεν είναε ό υιός του Δαβίδ, ό προςοοκώμενος 
Μεσσίας• Άλλ' οί Φαρισαΐοι, σοφώτεροι και μάλλον 
του δχλου πεφωτισμένοι, άλλως έσκέπτοντο. Κατά 
την λογικην αυτών, έξεβλήθη το δαιμόνιον δια του 
Βεελζεβούλ, άρχοντος των δαιμονίων, και επομένως 
τοιούτος άνθρωπος, δςτις μετεχειρίζετο την δύναμιν 
του δαίμονος προς το ποιεΐν τοιαύτα, ουκ ην άξιος 
σεβασμού. « Ούτος, ελεγον, ουκ έκβάλλει τα δαιμό- 
νια, ειμή έν τω Βεελζεβούλ άρχοντι τών δαιμονίων». 
Ό Χριστός ούτω προςβληθείς έχρήσατο τω συλλογι- 
σμω προς ύπεράσπισιν, δπως αναίρεση το ψευδός 
και κατάδειξη την ά7^ήθειαν, καταισχυνών ούτω την 
συκοφαντίαν και δεικνύων την εαυτού αθωότητα. 
Έθετο την αρχήν η την μείζονα του συλλογισμού, 
λέγων: Πάσα βασιλεία, μερισθεΐσα καθ' εαυτής, έρη- 
μουται, και πάσα πόλις η οικία, μερισθεΐσα καθ 1 εαυ- 
τής ου σταθήσεται. Είτα παρέθετο τήν ελάσσονα, 
έκφράζουσαν το αίσθημα των Φαρισαίων. Έδη ό Σα- 
τανάς έκβάλλει τον Σατανάν, ό άρχων κτυπά τους 
εαυτού υπηκόους, και τα δργανάτου. Λοιπόν, η βασιλεία: 
του Σατανά καταλύεται ύπ' αύτοΰ του Σατανά, η ό 
Σατανάς απεφάσισε να καταστρέψω την βασιλείαντου. 
Ούτως εδωκεν ό ΊησοΟς έννοησαι, δτι το συμπέρασμα 
τουτό έστιν έναργώς ψευδές, επειδή ό Σατανάς δεν 
ηδύνατο κατ* ούδένα τρόπον να δώση εαυτόν εκουσίως 
όργανον της καταστροφής του, διότι δεν ήδύνατο νά 



36 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 






ύποταχθ^ έκείνω, δς έβδελύσσετο την βασιλείαν αυ- 
τόν, και ήλθε να καταστρέψω αύτην. "Αλλως, •55ν 
γνωστόν ότι οί Απόστολοι έξέβαλλον άλλαχου τα 
δαιμόνια. Έρωτα λοιπόν τους Φαρισαίους, διά τίνος 
μέσου εκείνοι έποίουν τούτο ; Δια του Σατανά •, Τότε 
ό Σατανάς έγίνετο συγχρόνως όργανον της ιδίας αυ- 
τού καταστροφής κατά την διάθεσιν πολλών εργα- 
ζομένων είς διαφόρους τόπους• προς ταύτα οόδέν 
εΐχον οι Φαρισαΐοι άποκρίνασθαι, και ό Ίησοϋς προ- 
είπεν αύτοΐς υπό τίνων έμελλόν ποτέ κριθήναι και 
καταδικασθηναι. Ούτως, άναιρέσας ό Ίησοϋς το ψεύ- 
δος, κατέδειξε την άλήθειαν δια της αντιθέσεως ταύ- 
της: Έκβάλλω τα δαιμόνια, καθώς βλέπετε, και 
ΟΊίος αδυνάτου αυτά έκβάλειν τη δυνάμει του άρ- 
χοντος αυτών, τά έκβάλλω λοιπόν διά του πνεύμα- 
τος και της δυνάμεως του Θεού, κάγώ είμι ό υπό 
των προφητών προμηθείς Μεσσίας, έχων τήν άπο- 
στολήν του ίδρϋσαι έπι της γης την βασιλείαν του 
Θεού, καταλύων εν πρώτοις τήν βασιλείαν τοΟ Σα- 
τανά, συμπεράνας επίσης ότι εδησε τον Σαταναν ου 
διηρπαζε την οίκίαν, επειδή άλλως ούκ ηδύνατο ποιεΐν 
ο έποίει, ειπών ότι ό Σατανάς και αυτός είσιν όλως 
αντιθέτου φύσεως, παράγοντες άναγκαίως αντίθετα 
αποτελέσματα. Ό Ίησους καταλλάσσει και συνάπτει 
τους ανθρώπους προς την εύδαιμονίαν αυτών ό Σα- 
τανάς διαιρεί αυτούς και διασκορπίζει προς την δυ- 
στυχίαν αυτών. Ουχί, ειπεν, ό Σατανάς ούκ εστε 
μετ έμου, εστί κατ' έμου• ό Σατανάς ού συνάγε* 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 27 

μετ έμοϋ , άλλα σκορπίζει , αντικείμενος μοι δια 
παντός. 

Ιδού λοιπόν, δτι ό Ίησοϋς ώδε χρήται τω συλ- 
λογισθώ, και διά του συλλογισμού , αγνώστου μεν 
τοις Ίουδαίοις , άλλα κοινότατου παρ' Ελλησιν, 
αναιρεί ό Ίησοϋς το ψευδός και άποοεικνύει την 
άλήθειαν. Δια του συλλογισμού υπερασπίζεται, δει- 
κνύων την έαυτοϋ αθωότητα και έςελεγχων το 
μέγα των Φαρισαίων έγκλημα. Διότι άπέδιδον εις 
τήν δύναμιν του δαίμονος το τ.ροζργ^ά'ΑΖΊον εκ της 
δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος. Το έγκλημα τούτο 
ην ^οαο^ζο^ μέγα, ώστε έκηρυξεν αυτό διά παντός 
άσυγχώρητον. « Όοείλετε όμολογήσαι , είπεν αύ- 
τοΐς , η ότι το δένδρον εστί καλόν και ό καρπός 
αυτού επίσης , η δτι το οένορον εστί κακόν και ό 
καρπός αυτού επίσης• επειδή εκ του κα:ποϋ τό δέν- 
δρον γινώσκεται. Άλλ' ύμεΤς ούχ ούτω ποιείτε, μη 
έχοντες τόν κοινόν νουν. "Ένθεν μεν ομολογείτε, δτε 
έκβάλλειν τό δαιμόνιον και διδόναι τω άνθρώπω την 
ορασιν και την οωνήν απολεσθείσας ζ:ζ\ καλά* ένθεν 
δε λέγετε, ότι τά καλά ταύτα προέρχονται εκ της 
δυνάμεως του δαίμονος. Ούτω πο'.εΐτε τόν μεγαλη- 
τερον παραλογισμών και τό μεγαλητερον άοίκημα, 
7νέγοντες ότι τό καλόν πηγάζει εκ του κάκου. Και 
διατί; Επειδή έστε πονηροί. Γεννηματά έ-/ι3νών, πώς 
δύνασθε λέγειν αγαθά •, πώς δύνασθε καλώς συλλο 
γίζεσθαι, πονηροί οντες •, λ Ό Ίησοϋς άπητησε παρά 
;τών έχθρων αυτοϋ έπικριναι αυτόν κατά την αρχήν 



28 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

της επιστήμης, κατά την παντί τω κο'σμω παραγ* 
γελθεΐσαν υπ αύτοΰ αρχήν. Άλλ' επειδή τούτο αυτοί 
ουκ έποίουν, εβαλεν εις πραξιν αυτός ό ίδιος την αρ- 
χήν της έπικρίσεως, έπικρίνων δικαίως εαυτόν και 
τους εχθρούς αυτού, α Όμολογεΐτε, ειπεν, δτι το 
Ιργον μου εστίν αγαθόν, όθεν συνάγω ότι και η 
αιτία αυτού οφείλει εϊναι επίσης αγαθή. Απέδειξα 
©τι δ λόγος υμών έστι πονηρός• δθεν συμπεραίνω δτι 
και η καρδία, εξ ης έξήλθεν, εστίν ωσαύτως πονηρά, 
μεστή κακίας ». 

Όταν κρίνωμεν και έπικρίνωμεν, οΰτω δει κρίνειν 
και έπικρίνειν. Άλλ' η αντιχριστιανική κριτική αγνοεί 
η:ο\)τοΊ τον κανόνα, η τουλάχιστον ουκ οιδεν αυτόν 
έφαρμδζειν. Απορίας δε άξιον δτι από του καιρού των 
Φαρισαίων άχρι της σήμερον η κριτική αυτή ουδόλως 
ήδυνήθη νά προόδευα•/}, μείνασα ή αυτή. Ό^ο^ο^οΐ)* 
αιν δτι τά αποτελέσματα του χριστιανισμού υπήρξαν 
καλά και σωτήρια εν τω κόσμω, ποιουντες πανηγυ- 
ρικούς λίαν εύγλωττους περί τε της ηθικής αύτοΰ και 
των αρετών ας είσήγαγεν εις τά ήθη κοινωνίας διε- 
φθαρμένης υπό πασαν εποψιν. Άλλα δ Ίησοΰς Χρι- 
στός, λέγουσιν, δ αίτιος τούτων πάντων, ουκ ήν Θεός 
καθώς έποίησε πιστεΰσαι. Τί ήν λοιπόν. *Ην ψεύ~ 
στης, εγωιστής, υποκριτής, άπατεών και τά λοιπά• 
Αυτός δ ίδιος ήν δ μάλλον εν άνθρώποις διεφθαρ- 
μένος, και ήδυνήθη νά δώστ) τήν άγνοτέραν ήθικήν 
χαί τοι ων αμαθής και δυσειδαίμων, και ήδυνήθη νά 
διόρθωση τήν διαφθοράν τών άλλων. Ε! ύμεΐς ούκ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 29 

οιδατε τους κανόνας της λογικής, μάθετε αν-ους προ 
του γενέσθαι κριτικοί. Μάθετε δτι το αγαθόν δέν- 
δρον, αγαθούς καρπούς ποιεί, και το σαπρόν δένδρον, 
σαπρούς καρπούς ποιεΐ* ότι εκ του καρπού το δένορον 
γινώσκεται. Ει τα άποτε).έσματα του χριστιανισμού 
έστι καλά, και ει, όσω μάλλον εφαρμοζόμενος, τόσω 
μάλλον γίνεται σωτήριος τω άνθρωπινω γένει, ό Ιη- 
σούς Χριστός ό θεμελιωτής αύτου, εστίν ό άνθρωπος 
του αγαθού και της αληθείας, εστίν ό Θεάνθρωπος, 
καθάπερ έποίησε πιστευσαι. "Ή, έάν θέλητε, Χρι- 
στός έστι το ξύλον της ζωής, φυτευθέν εν τω μέσω 
του παραδείσου του θεοϋ προς το τρέοειν δλας τάς 
ευσεβείς και όσίας ψυχάς. 

Άλλ' εάν θέλητε πιστεύειν εις τά πλάσματα της 
φαντασίας υμών, έστέ τουλάχιστον συνεπείς, λέγον- 
τες δτι ό χριστιανισμός ψευδής εν άρχη, έστηριγμέ- 
νός επί του ψεύδους και ουχί επί της αληθείας, ου 
δύναται αγαθός είναι εν άποτελέσμασιν. Είπατε οτι 
έςίν επιβλαβής εις την κοινωνίαν, και πρέπει νά έξο* 
λοθρευφή προς την εύοαιμονίαν των ατόμων και των 
Κυβερνήσεων. Άλλ 5 η λογική όμΐν ου συμφέρει 
διότι έστέ, ως οι Φαρισαϊοι, γεννήματα έχιδνών, και 
ού δύνασθε λέγειν αγαθά, πονηροί όντες. Πείρα- 
σθε διαφθείρειν την λογικην, δπως δικαιώσητε την 
ύμετέραν διαφθοράν άλλ' εις μάτην, η λογική έστ! 
φύσει αιώνιος και αναλλοίωτος. Εύκολώτερον ύμιν ή 
δια της μετανοίας διόρθωσις ! 

Έπανέλθωμεν τώρα εις την υπόθεσιν. ϊό μέγιστοι 



30 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

άνόμημα τό όποιον οι 'Ιουδαΐοι προσήπτον τω 'ϊη- 
σου, ην η του σαββάτου παράβασις. Ό νόμος άπη- 
γόρευε την έργασίαν τη ήμερα εκείνη. Γ Ίη$οΰς εν 
αύτη έθεράπευε τους νοσοΰντας. Λοιπόν, κατά την 
λογικήν των Φαρισαίων, ό Ίησοΰς ην ένοχος, α Ού- 
τος, έ'λεγον, ουκ εστίν εκ Θεοΰ, διότι το σάββατον 
ου τηρεί. » Πώς ό Ίησοΰς ηδυνήθη να δικαιωθη κατά 
κατηγορίας τοσούτον βαρείας, ητ:ς παριστά αυτόν 
εις τους οφθαλμούς των Ιουδαίων ως έχθρόν του 
θεόΰ αυτών και του Νόμου αύτοΰ; Δεν ηδύνατο άλ- 
λως ή διά του συλλογισμού. Εις ταύτην την περί- 
πτωσιν, δέν ηδύνατο ό Ίησοϊίς νά άποδείξη την εαυ- 
τού αθωότητα και άποστολήν, ποιών θαυμάσια* διότι 
ή κατηγορία εϊχεν ως αιτίαν αυτήν ταύτην την δύ- 
ναμιν τών θαυμάτων α Ούτος, ελεγον οί κατηγο- 
ροΰντες αυτόν, ουκ εστίν έκ θεοΰ, επειδή ποιεί θαύ- , 
ματα, άντιτασσόμενος εις τον νόμον του θεοΰ.)) Λοι- 
πόν, άλλως δέν ηδύνατο νά δικαιωθη ή καταστρέφων 
τό σόφισμα διά του αληθούς συλλογισμού. Ό νόμος 
επέτρεπε τρέφειν τά πρόβατα τη ήμερα του σαββά- 
του, καθάπερ και τά άλλα ζώα της οικίας και σώζειν 
αυτά έκ κινδύνου. Κατά μείζονα λόγον, συνεπέραινεν 
ο Κύριος, επιτρέπει ό νόμος υπέρ τών ανθρώπων. 
Επειδή ποία διαφορά μεταξύ του προβάτου και τοΰ 
άνθρωπου; Ό νόμος έπέτρεπεν έ'τι και άλλας πρά- 
ξεις, οϊο^ τάς εν τω ναω θυσίας τών θυμάτων. Άλλα 
διακρίνειν και κατατάσσειν, συμπεραίνειν έκ του ομοίου 
εις τό ομόιον ή τό προς αυτό άνάλογον , ήσαν έπι- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 31 

στημονικαι έργασίαι, ύπερβαίνουσαι την ικανότητα 
του Ιουδαίου. 

"Αλλοτε οί Ιουδαίοι ελαβον λίθους ινα λιθάσωσιν 
αυτόν (Ίω. Γ, 31.)• ό Ίησοΰς είπεν αύτοις: «ΙΙοΚΧί 
καλά έργα έδειξα ύμΐν εκ τοΰ Πατρός μου. Διά 
ποιον αυτών έργον λιθάζετέμε;» Άπεκρίθησαν αύτώ 
οί Ιουδαίοι, λέγοντες : α Περί καλοΰ έργου ου 
λιθάζομέν σε, άλλα περί βλασφημίας, και δτι, σύ 
άνθρωπος ων, ποιείς σεαυτόν θεόν . » Άπεκρίθη 
αύτοϊς ό Ίησοΰς : 6 Ουκ εστί γεγραμμένον έν τώ 
νόμω υμών: Έγώ είπα, θεοί έστε; Ει εκείνους είπε 
θεούς, προς ους ό λόγος τοΰ θεού έγένετο, (και ού 
δύναται λυθήναι η Γραφή). *Ον ό Πατήρ ήγίασε και 
άπέστειλεν εις τον κόσμο ν, ύμεϊ'ς λέγετε, δτι βλα- 
σφημείς, δτι εϊπον,. Υιός του θεόΰ ειμί;» 

Αναμφιβόλως, τοιούτος συλλογισμός, συμπεραί- 
νων έκ του ομοίου εις το δμοιον ουκ ηδύνατο γενέ- 
σθαι καταληπτός παρά λαω οφθαλμούς εχοντι καε 
ού βλέποντι, ώτα εχοντι και ουκ άκούοντι, επειδή 
έστερεϊτο της επιστήμης, καθώς δ Μωϋσης ώνείδίζεν 
αύτω λέγων : α Ούτος λαός μωρός, και ούχι σοφός. 
Έθνος άπολωλεκός βουλήν έστί' και ουκ εστίν έν αύ- 
τοΐς επιστήμη* ουκ έφρόνησαν συνιέναι ταϋτα.» "Ό,τ! 
οέ <£ προφήται ώνείδιζον πάντοτε τοις Ίουδαίοις, ην ή 
αυτών άνεκανότης περί τά άντιλαμβάνεσθαι της εν- 
νοίας του θείου λόγου διά της σκέψεως και του συλ- 
λογισμού. «Ό λαός ουτος^ ελεγον, οφθαλμούς εχουσι 
και ού βλέπουσιν, ώτα εχουσι και ουκ άκούουσι.» 



32 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Άλλα διατί; Διότι καθώς λέγουσιν οι Έλληνες : 
νους όρα και νους ακούει, τουτέστιν η λογική και 
προσεκτική ψυχή, ήτις παρατηρεί και σκέπτεται. 
Ό χαρακτηρ του Ιουδαίου συνίστατο εις το πεισμα- 
τωδώς αντιτείνει ν και μηδέποτε τω λόγω ύπείκειν. 
(ΓΟλην την ημέραν, λέγει ό προφήτης Ήσαίας, έξέ- 
τεινα τάς χείρας μου προς λαόν άπειθοΰντά μοι και 
αντιλέγοντας) Δια τούτο ό Θεός άπεδοκίμασεν αυ- 
τούς και ήσπάσατο λαόν έτερον, όςτις, ΐνα πιστεύση, 
δεν είχε χρείαν θαυμάτων, καταλαμβάνων την εννοιαν 
του θείου λόγου δια της σκέψεως και του συλλογι- 
σμού, δυνάμενος αύτην ύπερασπίσαι και διαδοΰναι 
δια της επιστήμης. « Δια τοΰτο λέγω ύμίν, είπεν ό 
Κύριος, δτι άρθησεται άφ' υμών η βασιλεία του θεού 
και δοθήσεται εθνει ποιοΰντι τους καρπούς αύτης» 
(Ματθ. ΚΑ', ίΖ). 

« Και έλθόντι αύτω εις το ιερόν, προςήλθον αύτώ 
διδάσκοντι οι Αρχιερείς και όί πρεσβύτεροι του λάου, 
λέγοντες: Έν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; και τις σοι 
εοωκε την έξουσίαν ταύτην; Αποκριθείς δέ ό Ιη- 
σούς, ειπεν αύτοίς : : Ερωτήσω υμάς καγώ λόγον 
ένα* δ ν εάν ειπητέ μοι, καγώ ύμιν έρώ, έν ποία εξου- 
σία ταύτα ποιώ. Το βάπτισμα Ιωάννου πο'θεν ην; 
εξ ουρανού, ή εξ ανθρώπων; ΟΙ δέ διελογίζοντο ΐξαρ' 
έαυτοϊς, λέγοντες: Έάν ειπωμεν, εξ ουρανού- έρεϊ 
ημϊν : Διατί ουν ουκ έπιστεύσατε αύτω; Έάν δέ ειπω- 
μεν, εξ ανθρώπων, φοβούμεθα τον δχλόν πάντες γαρ 
έχουσι τον Ίωάννην ως προφήτην. Και άποκριθέντες 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 33 

τω ΐΕηάου, ειπον: Ουκ οιδαμεν. Έφη αύτοίς και αυ- 
τός: Ουδέ εγώ λέγω ύμϊν εν ποία εξουσία ταύτα 
πο:ώ » (Ματθ. ΚΑ', 23 ). 

Ενταύθα βλέπομεν ίτι δια του διλήμματος ό Ιη- 
σούς ηδυνηθη να κλείση το στόμα των αντιπάλων 
του, πείθων αυτούς υυγχρόνως οτι η εξουσία του 
προηρχετο εκ θεού* δ',ότι η άπάντησις: Ουκ οιδαμεν* 
άντέκειτο ε:ς την συνείοησιν αυτών επειδή καλώς 
έγίνωσκον, ως ό Ιησούς μετά ταύτα έναργώς έξη- 
γησεν αλλ 5 έπροτίμησαν το ψεύδος αντί της αλη- 
θείας, καθάπερ οι οιλο'σοοοι των καθ 5 ημάς χρονών, 
οιτινες, ίδόντες την άπόοειξιν της Αγίας Τριάδος, 
προςποιούνται 5τί άγνοοΰσιν έτι την άληΟεεαν, προς- 
οοκώντες αύτην, ως οι Ιουδαίοι τον Μεσσίαν. Οι Φα- 
ρισαιοι έπειράθησαν ώςαύτως να παγιδεύσωσι τον 
Ίησοϋν δια του διλήμματος, ερωτώντες αυτόν : Έξε- 
στι δούναι κήνσον Καίσαρα η ου; Άλλα το δίλημμα 
αυτών ην έσφαλμένον, έχον μεν την έξωτερικην μορ- 
οην του διλήμματος, άλλα μη δν πραγματίκώς δί- 
λημμα, και η λογική απάντησες: 5 Απόδοτε τα του 
Καίσαρος Καίσαρι, και τά του θεού τω θεώ, συνέ- 
τριψεν αυτό και διεσκόρπισεν ώσεί χνούν. Ή σοφι- 
στική, επενδυόμενη ίο προσωπεϊΌν της λογικής, ευ- 
δοκιμεί μόνον παρά τοις άμαΟέσι και ημ'-μαΟέσιν, 
έξαοανιζομένη μετ 5 αισχύνης απέναντι τών ανθρώπων 
του λόγου, διότι φαίνεται οια εστίν. 

«Έν εκείνη τη ημέρα προςήλθον αύτω Σαδδουκαιοι, 
οΐ λέγοντες μή είναι άνάστασιν, και έπηρώτησαν αύ # • 

3 



&& ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τον, λέγοντες: Διδάσκαλε, Μωσης εΐπεν Έάν τις 
νάποΟάντ) μ.ή έχων τέκνα, έπιγαμβρεύσει ό αδελφός 
αύτοΰ την γυναίκα αύτου, και αναστήσει σπέρμα τω 
άδελφω αύτου. ^Ησαν δε παρ' ήμΐν επτά αδελφοί• 
και δ πρώτος γαμήσας έτελεύτησε• και μη έχων 
σπέρμα, άφήκε τήν γυναίκα αύτοΰ τω άδελφω αύτου. 
Όμοίως και ό δεύτερος και δ τρίτος, εως των επτά. 
"Ύστερον δε πάντων απέθανε καΐ η γυνή. Έν τή οΰν 
\ αναστάσει, τίνος των επτά έσται γυνή; πάντες γαρ 
ία^ΟΊ αυτήν. Αποκριθείς δε ό Ίησοϋς, εΐπεν αύτοΐς: 
Πλανασθε, μή ειδότες τάς γραφάς, μηδέ τήν δύναμιν 
του θεού. Έν γαρ ττ) άναστάσει, ούτε γαμουσιν, ούτε 
εκγαμίζοντα?, άλλ' ως άγγελοι του θεού έν ούρανω 
είσι. Περί δέ της αναστάσεως τών νεκρών, ούκ άνέ- 
γνωτε το ρηθέν ύμϊν υπό του Θεού λέγοντος, Έγώ 
ειμί δ Θεός Αβραάμ, κα! δ Θεός Ισαάκ, και δ θεός 
Ιακώβ ; Ούκ εστίν δ Θεός, Θεός νεκρών, άλλα ζών- 
των» (Ματθ. ΚΒ', 23.). Διά τί οι Σαδδουκαΐοι ου κατε- 
λάμβανον τάς Γραφάς και έπλανώντο; Διότι έστε- 
ροϋντο λογικής χαΐ συλλογισμού. Ει έγίνωσκον συλ- 
λογίζεσθαι, καθώς ό Χριστός, ήδύναντο αν συμπε- 
ρδναι εκ του ρήματος του Θεού εις δ έπίστευον, δτι 
ό Θεός ούκ εστί Θεός νεκρών, αλλά ζώντων, και δτι 
έσται άνάστασις. Δέν άρκεΐ παραδέχεσθαι απλώς την 
Βίβλον, άλλα και έννοεΐν αυτήν, και προς το έν- 
νοεΐν αυτήν, πρέπει να καταφεύγωμεν εις την έπι- 
στήμην. Ό Ίησοϋς Χριστός και οι Σαδδουκαΐοι παρέ- 
.χουσιν ήμϊν τήν περί τούτου άπόδειξεν* 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 35 

Εί έν τωκόσμω τούτω ηουνηθη τι προσέλκυσαν τον 
θαυμασμόν του Υίου του ανθρώπου, ην ό ορθός συλ- 
λογισμός. «Είσελθόντι'δέ τω Ίησοΰ εις Καπερναούμ, 
προςήλθεν αύτώ έκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και 
λέγων: Κύριε, ό παις μου βέβληται εν τγ οικία παρα- 
λυτικός, δεινώς βασανιζόμενος. Και λέγει αύτω ό Ιη- 
σούς: Έγώ έλθών θεραπεύσω αυτόν• Και αποκριθείς 
ό έκατόνταρχος εςρη : Κύριε, ουκ ειμί ικανός, ίνα μου 
υπό την στέγην είςέλθτις• αλλά μόνον είπε λόγον 
και ίαθησεται ό παις μου• Και γαρ έγώ άνθρωπος είμι 
υπό έξουσίαν, έχων ύπ' έμαυτόν στρατιώτας• Και 
λέγω τούτω, Πορεύθητι, και πορεύεται• και άλλω, 
Έρχου, και έρχεται• και τω δούλω μου, Ποίησον τούτο 
και ποιεί. Άκουσας δε ό Ίησοϋς έθαύμασε, και είπε 
τοις άκολουθοϋσιν : Άμην, λέγω υμΐν, ουδέ εν τω 
Ισραήλ τοσαύτην πίστιν ευρον. Λέγω δέ ύμΐν, δτβ 
πολλοί από Ανατολών και Δυσμών ηξουσι, και άνα- 
κλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν 
τγ βασι7*εία των ουρανών. Οι δέ υιοί της βασιλείας 
έκβληθησονται εις τό σκότος το εξώτερον έκεϊ ές-αι ό 
κλαυθμός και ό βρυγμός τών οδόντων» (Ματθ. Η'. 5). 

Διατί η πίστις του έκατοντάρχου ην τοσούτον με- 
γάλη; διατί προςείλκυσε τόν θαυμασμόν του Κυρίου-, 
Διότι έστηρίζετο επί του συλλογισμού της επαγω- 
γής. Ό έκατόνταρχος, συμπεραίνων εκ της δυνά- 
μεως, ην έξησκει ό λόγος αύτου επί τους ύπ' αυτόν, 
έπίστευεν εις την δύναμιν την οποίαν ό λόγος του 
Κυρίου έμελλε να έξασκΐ) επί πάντα. Διατί ό Ίησους 

3* 



36 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ειπεν, οτι δεν ηουνηθη να εΰρτ, τοοαύτην πίστιν, #ΰτε 
εν τω 'ίσραηλ ; Επειδή ό Ισραήλ ουκ έγίνωσκε χρή- 
σθαι τω συλλογισμω της επαγωγής, τουθ' όπερ έπη- 
νεγκε την άποδοκιμασίαν και την καταδίκην αύτοδ 
εν τώ σκότει* έ\ώ πολλοί εξ Ανατολών και Δυ- 
αμων άνακλιθήσονται εν τι] βασιλεία του Θεού μετά 
Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ. 

Ό Ίησοΰς έμαρτύρησεν εισέτι πόσον έξετίμα τον 
ορθόν συλλογισμόν εις την έπομένην περίπτωσιν. 
Έπορεύετό ποτέ εν τοις περιχώροις Τύρου και Σιδώ- 
νος. Κα: ιδού γυνή Έλληνίς, Χαναναία το γένος, 
ηρξατο κράζειν οπίσω αύτοϋ, παρακαλούσα αυτόν 
θεράπευσα! τήν θυγατέρα αυτής, υπό δαιμονίου βα- 
σανιζομένην. Ό Ίησους ήρνεΐτο, ει και οι μαθηταί αυ- 
τού παρεκάλεσαν αύτ©ν, όπως άπαλλαγώσι των κραυ- 
γών της δυστυχούς ταύτης γυναικός. Εντεύθεν αυτί} 
πλησιάζει, αιτούσα την άρωγήν του μετά δακρύων. 
Ό Ίησους ηρνήθη αυτήν αύττί, λέγων: Ουκ εστί 
καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλεϊν τοις 
κυναρίοις. Ναι, Κύριε, άπεκρίνατο η γυνή. Και 
γαρ τά κυνάρια έσθίει άπό των ψυχίων των πιπτόν- 
των εκ της τραπέζης των κυρίων. Τότε έδέξατο τήν 
δέησιν αυτής, θαυμάζων τήν δικαίαν και λογικήν 
άπάντησίν της. « Ό γύναι, εϊπεν αυτί), υπάγε* δια 
τον λόγο ν τ ου τ αν, έξελήλυθεν εκ της θυ- 
γατρός σου το δαιμόνιο ν ». Διά τον λόγο ν 
τούτον! Ίί δηλοϊ το^το ; Αι κραυγαί και τά δά- 
κρυα ουκ ίσχυσαν κάμψαι μου την καροίαν, άλλ' έ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 37 

συλλογεσμος σου, στηριζόμενος επί της τών πραγ- 
μάτων αναλογίας με ένίκησεν. Έν άλλαις λέξεσιν 6 

Ίησοϋς έδήλωσεν ότι δύναται μεν άνθίστασθαι εις τάς 
φωνάς και τα δάκρυα τοσούτον δυστυχούς γυναικός, 
άλλ' ου δύναται άνΦίστασθαι ε{ς τον ορθόν αυτής συλ- 
λογισμόν. α "Υπάγε• δια τον λόγον τούτον 
έξελήλυθεν εκ της θυγατρός σου το δαι- 
μόνιο ν ». Έκ τούτοι έποίησεν ημ?ν 6 Ίησοϋς άπο- 
κάλυψιν τα μέγιστα ένδιαοέρσυσαν ήμας' άπεκάλυψεν 
ημιν οτι, όπως τύχωμεν παρά του θεού δ ποθουμεν, 
ου δε? κλαιειν και κραυγάζειν έμπροσθεν αύτοϋ, αλλ 1 
ορθώς συλλογίζεσθαι• επειδή η μόνη του Παντοδυνάμου 
αδυναμία συνίςαται εις τό μη δύνασθαι άνθίςασθαι εις 
τό^ ?,όγον, και την αουναμίαν ταύτην ούχ άπαξ έδή- 
λωσε προς τό ποιήσαι και ημάς, ώς αυτός, αδυνάτους. 
Τ)τε δε η άπειθής συναγωγή τών Ιουδαίων έπα- 
νέστη κατά του Μωϋσέως, ίνα έπανέλθη εις Αιγυ- 
πτον, ο Θεός εΤπεν αύτω τάδε. «"Εως τίνος παροξύ- 
νει με ό ?^αός οντος^ και εως τίνος ου πιστεύουσί μοι 
έν πασι τοις θαυμασίοις οίς έποίησα έν αύτοΐς ; Πατά- 
ξω αυτούς θανάτω, και άπο7,ω αυτούς. Και ποιήσω σε 
και τον οίκον του πατρός σου εις έθνος μέγα και 
πο7νύ μάλλον η τούτοι. Και εΐπε Μωϋσής τ^ρός 
Κύριον: « Και άκούσεται Αίγυπτος ότι ανήγαγες τή 
ίσχύϊ σου τον λαόν τούτον εξ αυτής. 'Αλλά και πάν- 
τες οι κατοικοϋντες επί της γής, πάντες άκηκόασιν 
οτι συ ε! Κύριος έν τω λαω τούτω, όστις όφθαλμοΐς 
χατ' οφθαλμούς όπτάζτ] συ Κύριε, και η νεφέλη σου έφέ- 



38 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

στηκεν έπ' αυτόν και έν στύλω νεφέλης πορεύη πρό- 
τερος αυτών την ημέραν, και έν στύλω πυρός την 
νύκτα• και εκτρέψεις τον λαόν ^οό^οί ώσεί άνθρωπον 
ένα. Και έροϋσι τα έθνη, όσοι άκηκόασι το όνομα σου 
λέγοντες: Παρά το μ•}) δύνασθαι Κύριον είςαγαγειν 
τον λαόν τούτον εις τήν γήν ην ώμοσεν αύτοΐς, και 
κατέστρωσεν αυτούς έν τί) έρημω. Και νυν ύψωθήτώ 
η ισχύς σου, Κύριε, δν τρόπον ειπας λέγων: Κύριος 
μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός, άφαιρών 
ανομίας και αδικίας και αμαρτίας, και καθαρίσμω ου 
καθαριεϊ τον ενογ^ον, άποδιδούς αμαρτίας πατέρων έπί 
τέκνα έως τρίτης και τετάρτης γενεάς. Άοες τ$)ν 
άμαρτίαν τω λαω τούτω κατά το μέγα ελεός σου, 
καθάπερ ίλεως έγένου αύτοΐς από Αιγύπτου έως του 
νυν)κ Και είπε Κύριος προς Μωϋσήν: "Ιλεως αύτοις 
ειμί κατά τά ρήμα σου. 

Ιδού λοιπόν δτι ό Θεός, άποφασίσας να εξολό- 
θρευση τους άπειθεΐς, αποσύρει τον λόγον αύτου, και 
ενδίδει εις τους λόγους του Μωϋσέως. Ενταύθα 
άναμφιβό7.ως ό Βολταιριστης, ό κουφόνους και άσε- 
βες θα κράξτι: « Ιδού λάλημα άνάξιον ενός Θεοΰ 
άπηλλαγμένου παθών και ασθενειών ανθρωπίνων! 
Ουκ ε?τι ταύτα μύθος της αρχαιότητος;» Άλλ' η- 
μείς βλέπομεν έν τούτοις λάλημα άξιον ενός Θεοϋ > 
ος έποίησε τον άνθρωπον κατ' εικόνα αύτοΰ και ομοίω- 
σαν, θέλων ύψώσαι αυτόν διά του εαυτού παραδείγ- 
ματος εις την αύτου τελειότητα. Δεν διαγράφει ού- 
τως ό θεός τον κανόνα της ημετέρας διαγωγής•, Ούτω 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 3$ 

λέγων, ου λέγει: Κρατείτε της οργής υμών, πράτ- 
τετε δια παντός χατά λόγον, Ούτω λέγων, ου λέγει 
τοις βασιλεϋσιν: Άκούετε των καλών συμβουλών 
από στόματος τών ύποδεεςέρων υμών, ως έγώ ήκουσα 
τών του Μωϋσέως έμου θεράποντος-, ν Ω θεέ μου Ι 
Πόσον ]εισαι αγαθός! Ύπείκεις άνθρώπω, ινα μετά- 
δωσες τίί ανθρωπινή φύσει το σον μεγαλεΐον, Γνα δι- 
δάξιρς πόσον εστί μέγας ό δυνάμενος ύποτάξαι τω 
εαυτού θελήματι τήν σήν απόλυτον έξουσίαν ! Ούτω 
ποιον πλάσμα δύναται νά άποφύγτ) την ήμετέραν κυ- 
ριότητα, ει αυτός ό θεός ήμϊν ύπείκει ; Ό Μωϋσής 
ύπείκει αληθώς τω θεώ• Άλλα και ό θεός ύπείκεί 
αμοιβαίως τω Μωϋστ}• Λοιπόν ό Μωϋσή; έστιν ίσος 
τω θεώ, η ό Μωϋσής έστι θεός. Γνώτωσαν οι δια• 
μαρτυρόμενοι τιμαν τους αγίους, και μη άπατάσθω- 
σαν, νομίζοντες ότι άποδίδουσι σέβας τω θεώ, κατα- 
φρονοΰντες ους αυτός ό θεός έτίμησεν. Οι άγιοι, 
καθώς γέγραπται, είσί θεοί• ό δε καταφρονών αυ- 
τούς καταφρονεί αυτόν τόν θεόν και ό τιμών αυτούς 
τίμα αυτόν τόν θεόν. Ό Ιησούς Χριστός δέν 
ηθέλησε νά χωρίση την τιμήν αύτου από τής τών 
αποστόλων αύτου, ειπών: α Ό άκούων υμών έμου 
ακούει, ό δεχόμενος υμάς έμέ δέχεται, και ό άθε- 
τών υμάς έμέ αθετεί ». Και πάν ό,τι ποιοϋμεν τοις 
άποστόλοις, τω Ίησοϋ Χριστώ ποιοϋμεν. Επειδή ό 
θεός έστιν εν μέσω των αγίων, οιτινες έγένοντο, ου* 
τως ειπείν, το σώμα του θεού, και ό θεός ουκ έστιν 
ούτε αδιάφορος, ούτε αναίσθητος εις τας προσβολάς 



Ή ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

#αί την καταφρόνησιν του σώματος αυτού• Θεέ μου ! 
συ είσαι απείρως αγαθός, και άναγγέλλομεν τήν σήν 
αγαθότητα μεγαλοφώνως, επειδή ουκ έσμέν έπι το- 
σούτον αγνώμονες ώστε σιγαν. Ταπεινοΐς σεαυτόν έμ- 
προσθεν ημών, ίνα ύψωσης ημάς• ύπείκεις εις τους 
λόγους του Μωϋσέως, όπως ήμιν αποκάλυψες την 
άδυναμίαν σου η την λογικήν φύσιν σου, ινα ποίησης 
ημάς άγαπαν τον λόγον σου καΐ κατάστασης ήμας 
λογικούς, ώς συ αυτός• Ή εις τον Μωϋσήν υποτα- 
γή σου εικονίζει την ύποταγην σου εις τον Κύριον 
ημών Ίησοΰν Χριστόν. Ό Μωϋσής έτυχε του έ7^έους 
σου υπέρ της άπειθους συναγωγής* ό Κύριος ημών 
'Ιησοϋς Χριστός ετυχεν αύτοϋ υπέρ των αμαρτιών 
ημών. Βλεπέτωσαν οι ασεβείς εν τη Βίβλω σου μύ- 
θους, ήμεΐς τέκνα της πίστεως και της σοφίας βλέ- 
πομεν την αιώνιον άλήθειάν σου, και εν τή αλήθεια 
ταύτη το αληθές ημών μεγαλεϊον. 

Ιδού και άλλη διηγησις εν ιγ Γενέσει πο7*ύ σκαν- 
δαλώδης εις τους απίστους, επειδή παρίστησι τον 
θεόν παλαίοντα μετά του Ιακώβ όλόκληρον νύκτα 
και μη δυνάμενον νικήσαι αυτόν, άλλα λίαν οϊχοοο- 
μητική προς ήμας τους πιστούς. 

« Άαου ό Ιακώβ διεβίβασε πέραν του χειμάρρου 
πάντα τά εαυτού, ύπελείφθη μόνος και έπάλαιεν άν- 
θρωπος μετ' αύτοΰ, έως πρωί. Είδε δέ ότι ού δύνα- 
ται προς αυτόν, και ηψατο του νεύρου του μηροΰ 
αύτοΰ, και ένάρκησε το νευρον του μηροΰ Ιακώβ εν 
τω παλαίειν αυτόν μετ' αύτοΰ. Και εϊπεν αύτω• από- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 41 

στειλόν με, άνέβη γαρ ό όρΰρος. Ό δέ είπεν ου μη 
σε αποστείλω, εάν μη με ευλόγησης. Είπε οέ αύτω 
τί το όνομα σου έστι ; Ό οέ εϊπεν, Ιακώβ. Και εϊ- 
πεν αύτω: Ου κληθησεται ετι το όνομα σου Ιακώβ, 

άλλ' Ίσραηλ έσται το όνομα σου• οόι ένίσχυσας μετά 
Θεού, και μετά ανθρώπων δυνατός έση. Ήρώτησε οέ 
Ιακώβ και ειπεν : Άνάγγειλόν μοι το όνομα σου. 
Και είπεν ί'να τι τούτο συ έρωτας το ονομά μου; Και 
εύλόγησεν αυτόν έχει. Και έκάλεσεν Ιακώβ το Ονο- 
μα του τόπον έκείνου^εϊδος θεοϋ. Ειδον γαρ τον θεον 
πρόσωπον προς πρόσωπον, και έσώθη μου η ψυχή.» 
Τι σημαίνει η πάλη του θεού μετά του Ιακώβ, 
και τί σημαίνε: η άουναμία του θεού προς ένα αν- 
θρωπον; Τι δηλοΐ η νάρκωσες του νεύρου του μτ Γ 
ρου } Αιατί ό θεός φαίνεται ώς αιχμάλωτος εν ταις 
χερσί του Ιακώβ, και ου δύναται άπελθειν προ του 
εύλογησαι αυτόν ; Ιδού τά ζητήματα, α νυν έρχό- 
μέθα νά σαοηνίσωμεν προς δόξαν του αδυνάτου θεαυ 
διά της θεωρίας της χριστιανικής πίστεως. 



ΘΕΩΡΙΑ 

τπς χριστιανικής πίστεως. 

Ό θεός έστιν ελεύθερος. Ό άνθρωπος έστιν ώςαύ- 
τως. Άλλα τί έστιν ελευθερία ; Μδού όρίΖω αύτην : 
δικαίωμα και δύναμις του έπιβάλλειν έαυτω τον 
νόμον της ενεργείας. Ειμί ελεύθερος, όταν πράττω 
κατ 5 ίδε'αν γνώμην. Άλλ' όταν η πραξις μοί έπιβάλ- 



42 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ληται υπό άλλης θελήσεως, δταν πράττω κατά βού- 
λησιν άλλου, ή ου δύναμαι πράττειν κατ' ιδίαν γνώ- 
μην, τότε ουκ ειμί ελεύθερος, δεν ενεργώ ελευθέρως. 
Έκ του ορισμού τούτου της ελευθερίας προκυπτου- 
σών αι δύο αύται άρχαί. 1 ον Έκαστον πρόσωπον 
ελεύθερον έχει το δικαίωμα του πράττειν κατ' ιδίαν 
βούλησιν. 2 ον Ουδέν ελεύθερον πρόσωπον έχει το δι- 
καίωμα του έπιβάλλειν την εαυτού θέλησιν, ^ κατα- 
ναγκάζειν άλλο πρόσωπον ελεύθερον. Επειδή, μη 
έπιτρέπειν έλευθέρω προσώπω πράττειν κατ' !δίαν 
βούλησιν, εστίν αύτώ άρνεϊσθαι το δικαίωμα της 
ελευθερίας και χορηγειν το δικαίωμα του καταναγ- 
κάζει τά ελεύθερα πρόσωπα, έστι παρέχειν το δι- 
καίωμα του καταστρέφειν το δικαίωμα της ελευθε- 
ρίας. Λοιπόν η ελευθερία αποκλείει πάντα καταναγ- 
κασμών και πασαν βίαν, δυναμένη μόνον ύφίστασθαι 
υπό τους άνωθι ρηθέντας δρους. Τούτου ό^ολο^ου- 
μένου, πώς δύο η πλείονα πρόσωπα δύνανται συν- 
υπάρχειν και συζην, μη βλάπτοντα το εν την έλευ- 
θερίαν του άλλου! Γ ίποτεθείσθω, λόγου χάριν, δτι 
ώς ελεύθερον πρόσωπον λαμβάνω άπόφασίν τίνα την 
οποίαν άρχομαι να εκτελέσω, καθ 5 δν καιρόν άλλο 
πρόσωπον ελεύθερον λαμβάνει άντικειμένην τη έμη 
άπόφασιν, την οποίαν ωσαύτως άρχεται να εκτέλε- 
ση. Τί το εντεύθεν μέλλον προκυψαι; Κατά τάς τε- 
θείσας αρχάς, εάν αμφότεροι έχωμεν τό δικαίωμα του 
έκτελεΐν την ημετέραν άπόφασιν, έκαστος έξει τό δι-, 
καίωμα του μηδενίσαι την του άλλου, ή αι δύο αντί- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 43 

θετοί αποφάσεις όφείλουσιν έκμηδενισθήναι. Ει έκα- 
στος οφείλει σέβεσθαι την έλευθερίαν τοϋ άλλου, 
τότε έκαστος έξει το καθήκον του μη προςβάλλειν 
την έλευθερίαν του άλλου* τουτέστιν, έκαστος έξεε 
το καθήκον του άπο^ρίψαι την ληφθεισαν άπόφασιν. 
"Οθεν εξάγεται Οτι, πρόσωπα πολλά, ελεύθερα, συ- 
ζώντα, ουδέποτε πρέπει να λαμβάνωσι βούλας αντι- 
θέτους, και το καθήκον τούτο εμπεριέχει το του 
συνεννοεισθαι, του ποιείν συνθηκην, και όρίζειν τα 
αμοιβαία δικαιώματα και καθήκοντα, ών η εκπλή- 
ρωσες ανήκει τοις έλευθέροις προσώποις. Τωόντι ύι 
συνθήκη έστι το μόνον μέσον όπως πολλά πρόσωπα 
ούνωνται είναι εις σχέσιν προς άλληλα και ελευθέρως 
πράττειν. Έπειδη, τι έστι συνθήκη ; Συνθήκη έστιν 
ό νόμος της ενεργείας, τον όποιον πολλά ελεύθερα 
πρόσωπα έπιβάλλουσιν έαυτοϊς, ο έστιν ό νόμος 
του άσκειν το δικαίωμα της ελευθερίας. "Όταν ποιώ 
συνθηκην μετά τίνος των ομοίων μου, και διαγράφω 
πώς οφείλω προς αυτόν ένεργεϊν, άλλο ποιώ ουδέν 
ή επιβάλλω έμαυτώ τον νόμον της ενεργείας, πράτ- 
των ως ελεύθερον πρόσωπον. 

Ό θεός και ό άνθρωπος, καθώς ειπομεν, εισίν 
επίσης ελεύθεροι. Επομένως ου δύνανται συνυπάρ- 
χει; και είναι εις άμοιβαίαν σχέσιν, άνευ συνθήκης. 
Έπειοη ό θεός ου δύναται καταναγκάσαι τον άνθρω- 
πο ν και καταστρέψαι δ δέδωκεν αύτώ δικαίωμα, χχι 
ό άνθρωπος δέν έχει το δικαίωμα, νά ειπη εις τον 
θεόν: θά πράξης ό,τι θέλω. Ή, ει ό θεός και ό 



44 ΧΡΚΤΙΑΜΚΗ 

άνθρωπος, ώς ελεύθερα πρόςωπα ουκ όοείλουσι λαμ- 
βάνειν βούλας αντιθέτους, ανάγκη πάσα συνεννοηθη- 
ναι και αμοιβαίως ύποχρεωθηναι, ποιησαε συνθήκη ν 
προς το έπιβάλλειν έαυτοις τον νο'μον της εαυτών 
ενέργειας. Τοιαύτη συνθήκη κατά την Γένεσιν, έγέ- 
νετο άναμέσον του θεού και του Αβραάμ. Διά της 
συνθήκης ταύτης ό Θεός ύπεχρεώθη κατέναντι του 
μεγάλου τούτου ανδρός, διαγράψας τον νόμον της 
διαγωγής του. Άνεκαίνισεν αύτη ν μετά Ισαάκ και 
Ιακώβ, και διά Μωϋσέως μετά παντός του Ιουδαϊ- 
κού, έθνους. "Επειτα διά Ίησου Χρίστου, του Υιοΰ 
αύτου, έξέτεινεν αύτην εις άπαν τό άνθρώπινον. γέ- 
νος. *Όλα τα έθνη της γης ' εκλήθησαν ινα είσέλ- 
θωσιν εν τη του Θεού συμμαχία και νά ώφεληΟώσιν 
έξ ών ύπισχνείται ζηλωτών πλεονεκτημάτων. Ό 
κατ άληθειαν ελεύθερος λαός έστιν ό συνδεόμενος 
μετά του θεού διά της διαθήκης αύτου, ην τά αίμα 
του Ίησου Χρίστου καθηγίασεν, ούδενός δυναμένου 
ύποδουλωσαι αυτόν, έχων αυτόν τον θεόν ύπερασπι- 
σ-την της ελευθερίας του. Οι δε μη γινώσκοντες τόν 
θεόν λ&οί εισι δούλοι των ισχυρότερων, ούτε παρόν 
έχοντες ούτε μέλλον. 

Τό γενίκον Ονομα της Βίβλου εστί διαθήκη, δπερ 
δηλοΐ συνθηκην, συμμαχίαν, συμβόλαιον. Ει ό θεός 
επίσης και ό άνθρωπος είσίν ελεύθεροι, η ύπαρξις 
τοιούτου βιβλίου καθίσταται αναγκαία• διότι άλλως 
ου δυνάμεθα συνδέεσθαι μετά του Θεοΰ και τηρεϊν 
^ν έλευθερίαν ημών. Άρνεΐσθαι τό κύρος της Βίβλου^ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 45 

εστί λέγειν ότι δέν υφίσταται σχέσις μεταξύ θεού 
και ανθρώπου• ότι ό θεός και ό άνθρωπος ου συν- 
υπάρχουσα η το καλούμενον θεός έστιν η ύλη, χα2 
το καλούμενον άνθρωπος έστι ζώον ούοέν έχον μέλ- 
λον ότι ούτε προσωπιχότης, ούτε ελευθερία εν τω 
κόσμω υπάρχει. Και όμως οι έξερευγόμενοι τοιαύτα 
ψεύδη είτε φανερώς, είτε λεληθότως, παρίστανται 
ώς οι ύπερασπισταί της ελευθερίας και οι μάλλον 
βές το κοινόν αγαθόν άοωσ:ωμένοι. Άλλα, καθώς 
ειπεν ό μακάριος Παύλος, η άνοια αυτών έκδηλος 
εσται τοις πάσιν* Ό λόγος αυτών γ,ουοος ώσεί κα- 
πνός, ουδέποτε δυνησεται καταλϋσαι την ύπαρξιν 
του θεού και του άνθρωπου, την φύσιν και τάς σχέ- 
σεις αυτών. Ό,τι αν ούτοι λέγωσιν ό,τι αν πράττω- 
σιν, ό θεός και ό αΊ^ρωτζος ύπάρχου^ιν, οντες εξίσου 
ελεύθεροι• και η Βίβλος περιέχει τα αμοιβαία αυτών 
δικαιώματα και καθήκοντα. Άλλ' οι άφρονες τούτο 
άναγνωρίσαι ου θέλουσιν ου θέλουσι συνεννοεισθαι μετά 
του θεού και πράττειν κατά το θέλημα, αύτου, λαμβά- 
νοντες βούλας αύτω άντικειμένας,καί έκτελούντες αύ- 
τάς όση δύναμις. Εντεύθεν ό θεός έχει το δικαίωμα 
του λαβείν κατέναντι αυτών τά άρέσκοντα αύτω μέτρα* 
και η δύναμις του έκτελέσαι αυτά ούκ εκλείψει απ* 
αύτου. Έρωτησάτωσαν το παρελθόν ινα μάθωσι παρ' 
αύτου τό μέλλον καΐ βεβαιωθώσι περί της φρικώδους 
τύχης, ήτις αυτούς περιμένει. Ώς προς ημάς, οϊ- 
τινες εχομεν συνείοησιν της ημετέρας ελευθερίας, 
άναγνωρίζοντες τήν συνθήκην, δι η ς συνδεόμεθα μετά 



46 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

του Δημιουργού ημών, έρωτήσωμεν: τίνα είσΐ τά 
αμοιβαία δικαιώματα χαί καθήκοντα μεταξύ του Θεού 
και τοϋ ανθρώπου της Βίβλου. "Οπως δέ μη πολύ 
άπομακρυνθώμεν του προτιθεμένου αχοκον, γενικώς 
άποκρινδμεθα δτι δλα του Θεού τα καθήκοντα προς 
τον άνθρωπον συγκεφαλαιοϋνται εν τη λέξει ευδαι- 
μονία, και δλα του ανθρώπου τα καθήκοντα προς 
τον θεόν συγκεφαλαιοϋνται εν τι) λέξει πίστις. 
Ό Θεός εν τι) μετά τών ανθρώπων συνθήκη υπο- 
χρεούται να καταστήση ημάς μακάριους, μεταδίδων 
ημΐν δλους τους χαρακτήρας της εαυτού φύσεως, 
ήτοι τήν αγαθότητα, την σοφίαν, τήν δύναμιν, την 
άλήθειαν, τήν δικαιοσύνην, το πνεύμα και την αιώ- 
νιον αύτου ζωήν• Ό δέ άνθρωπος υποχρεούται να 
«πιστεύη μόνον εις τον θεόν επειδή η πίστις ημών 
έστιν ό αναγκαίος δρος προς το έκπληρώσαι τον 
θεόν το προς ημάς καθήκον αύτου. Ή πίστις εστίν 
η μεγίςη τιμή, ην δυνάμεθα άποδουναι τω Θεώ, αυτή 
μόνη δικαιουσα ήμας, επειδή περιέχει δλα τα καθή- 
κοντα, άπερ όφείλομεν έκπληρώσαι προς τον Θεόν, 
ύς τούτο έρχόμεθα να άποδείξωμεν. 

Ύποτεθέντος £τι συμβαλλόμεθα μετά τίνος ελευ- 
θέρου προςώπου, δπερ ημΐν ύπισχνεΐται τοιαύτην η 
τοιαύτην ώφέλειαν. Ει βέβαιοι έσμεν δτι αυτό τηρή- 
σει τάς υποσχέσεις του, τούτο δηλοΐ δτι πεποίθαμεν 
εις τήν τιμιότητα αύτου, εις τήν ήθικήν αύτου άξίαν. 
Ει δέ έξεναντίας αίσθανόμεθα δυςπιστίαν τινά ως 
«ρός τάς υποχρεώσεις αύτου του προςώπου, τούτο 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 47 

σημαίνει δτι ύποπτευόμεθα την αύτοϋ τιμιότητα, 
στερούμενοι των άξιοχρέων περί της ήθικότητος αυ- 
τού εγγυήσεων. Ή ελευθερία ονΰεποΊζ δύναται να 
παράσχη λογικήν και μαθηματικήν βεβαιότητα, διότι 
δύναται να πράξη το εναντίον του ύπισχνουμένου. 
Νυν μεν λέγει ήμΐν ν α ί, άλλα μετά ταύτα δύναται 
νά λάβτι έτέραν γνώμην και νά είπη ου. Πάντοτε 
οσάκις η ελευθερία εξασκεί την εαυτής ένέργειαν, 
πιθανότητα μόνον έχομεν άλλοιουμένην έπ' άπειρον 
κατά τάς ιδιότητας του ελευθέρου προσώπου. Ν £στι 
τούτο μάλλον η ήττον τίμιον, μάλλον η ήττον σο- 
φόν, μάλλον η ήττον δίκαιον; η πιθανότης αυξάνε- 
ται η έλαττουται κατά λόγον του χαρακτήρος αυ- 
τού. Έστι δε αυτό τελείως τίμιον, σοφόν, δίκαιον; 
τότε η πιθανότης γίνεται βεβαιότης, αλλά βεβαιότης 
ηθική, και ουχί επιστημονική• Ή ηθική, καθώς η 
επιστημονική βεβαιότης, ούδεμίαν παρέχουσιν αίτίαν 
αμφιβολίας, κατά τούτο διαφέρουσα* μόνον, δτι η 
μεν ήθικη βεβαιότης ένεκα της ελευθερίας δεν απο- 
κλείει την άπλήν σύλληψιν του εναντίου, η δε επι- 
στημονική δλως αυτήν αποκλείει. Ό Θεός έστιν 
ελεύθερος, και ή ελευθερία του συνοδεύεται υπό άγα- 
θότητος, σοφίας, δυνάμεως, δικαιοσύνης τελείων 
επομένως εστίν ηθικώς αδύνατον άθετήσαι τήν εαυ- 
τού ύπόσχεσιν, ποιοϋντα πράξιν άμαυροϋσαν τήν τε- 
λείαν αυτού ηθικότητα. Λοιπόν, δταν ό Θεός κατα- 
δέχηται ποιήσαι μετ έμου συνθήκην προς το έξασφα- 
λίσαι μοι ταύτην η έκείνην τήν ώφέλειαν δταν ή αύ- 



48 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

του Μεγαλωσύνη καταοέχηται ταπεινωθήναι ενώπιον 
επιγείου πλάσματος, λαμβάνων υποχρεώσεις ας οφεί- 
λει πλη 4 οώσαι, το ουσιώδες έμοϋ καθήκον έστι πι- 
στεύειν αύτω, πεποιθέναι επί την ήΟικήν αύτου άξίαν, 
εχειν την βεβαιότητα, ότι ούοέποτ' αθετήσει τάς υπο- 
σχέσεις του. Τοιαύτη [3εβα:ότης καλείται πίστις κατά 
την χριστιανικήν διδασκαλίαν. Ή απαιτουμένη παρά 
του Χριστιανισμού πίστις, ώς αρετή απολύτως αναγ- 
καία προς σωτηρίαν, ουκ εστίν άλλο η ηθική [3ε- 
βαιότης, ην όφείλομεν εχειν εις τάς θείας επαγγε- 
λίας. Πιστεύω είς ένα θεόν, δήλοι: είμι βέβαιος, 
δτι ό θεός ούκ αθετήσει τάς εαυτού υποσχέσεις, δτι 
μέχρις ιώτα πληρώσει δλα τά εαυτού προς έμέ καθή- 
κοντα, και δεν δύναμαι περί ^ούτοΌ νά αμφιβάλλω.. 
Ή πίστις, ούτως εννοούμενη εστίν η μεγίστη τιμή ην 
δυνάμεθα τω θεω άπονεϊμαι, ώς έξεναντίας η δυς- 
πιστία εστίν η εσχάτη των ύβρεων. Πιστεύειν εις τον 
θεόν, εστί λέγειν δτι εστίν αγαθός, σοφός, παντοδύ- 
ναμος, δίκαιος, μή δυνάμενος ποιήσαι την έλαχίστην 
άνηθικδτητα. Άπιστειν δέ εις τον θεόν, εστίν αύτω 
άποδίδειν τάς ιδιότητας των αχρείων και άτιμων 
ανθρώπων, εστίν αυτόν ύβρίζειν παραλόγως και άνα- 
ξίως της αύτου φύσεως. Όθεν έναργώς έξάγομεν 
δτι ό θεός θά καταδικάση τους αυτόν υβρίζοντας, 
δοξάστ) δέ τους αυτόν δοξάζοντας. 

Ή πίσπς, έπαναλαμβάνομεν, ου δύναται εϊνα* βε- 
βαιότης στηριζομένη επί μαθηματικών λόγων, επειδή 
έχει ώς αίτίαν και ώς άντικείμενον τήν έλευθερίαν 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 49 

του Θεοϋ, διότι εστί το αποτέλεσμα, όπερ γέννα εν 
ήμΐν η μετά του θεού και του άνθρωπου γενομένη 
συνθήκη. Άλλ'ή π',στις οφείλει είναι βεβαιότης στη- 
ριζομένη επί ηθικών λόγων. Τ^πρός τούτο; Μη ο 
λόγος τάς μαθηματικάς μόνον αρχάς άνομολογει, 
πάσαν δε άλλην ηθικήν αρχήν απορρίπτει ; Μη ό λό- 
γος μοί λέγει ότι δει πιστεύειν ότι δύο και δύο ποιούσα 
τέσσαρα, διότι η ίοέα του εναντίου εστίν αδύνατος, 
και ότι ούοετζοτζ δει πιστεύειν εις τάς μαρτυρίας και 
υποσχέσεις, τάς υπό τιμίων ανδρών δεδομένας, επειδή 
το εναντίον δύναται έγχοορήσαι ; Ει 7νθΐπόν ό λόγος 
εξίσου παραδέχεται τάς μαθηματικάς και ηθικάς αρ- 
χάς, η πίστις επί των δευτέρων στηριζομένη εστί λο- 
γική, και ή άλογος πίστις ουκ εστί πλέον ή του Ίη- 
σοϋ Χρίστου, άλλ' ή του Μωάμεθ. Πίστις άνευ λόγου 
εστίν ή τύφλωσις, ή ιδιοτροπία, το αύθαίρετον, μη 
δυναμένη προελθεϊν εκ θεοϋ, ός έστι το οώς, το οω- 
τίζον πάντα άνθρωπον έρχόμενον εις τον κόσμον. 
Προς δε σημειωτέον, ότι πασαι αι έπιστημονικαί άλή- 
θειαί είσιν ώς επί το πλείστον ηθικής βεβαιότητος, 
ήτοι άληθειαι πίστεως. "Όθεν ουκ εστίν αϊ^ονον πι- 
στεύειν εις έπιστημονικην τίνα άληθειαν ηθικώς καΐ 
ουχί επιστημονικώς. Εις λόγου χάριν έμπειρος γεω- 
μέτρης, η αστρονόμος, άνακα7,ύπτει άληθειαν τίνα 
προβαίνων έπιστημόνως. Έγώ δε, όςτις ουκ είμι 
ικανός έννοήσαι τήν άξίαν τών άποδεικνυόντων την 
άληθειαν ταύτην λόγων, πεποιθώς εις τήν έπιστη- 
μην τοΰ γεωμέτρου η του αστρονόμου, πιστεύω, και 

ί 



50 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τοι μή καταλαμβάνων οτι ούτως ε^ει, χα: το εναν- 
τίον έγχωρήσαι ου δύναται. Σήμερον πάντες άδιστά- 
χτως πιστεύουσιν. δτι η γη στρέφεται περί τον ηλιον. 
Όλίγοι δέ εις τοϋτ# επιστημονικώς πιστεύουσιν, οι 
πλείονες ηθικώς, πεποιθότες εις την έπιστήμην τών 
ανδρών οΓτινες κατέστησαν έπικρατεστέραν τήν δόξαν 
ταύτην. Ει λοιπόν η ηθική πίστις εστίν αναγκαία και 
εις τάς έπιστημονικάς αληθείας, δυνάμεθα ταύτην 
άποκλεισαι τών καθαρώς ηθικών αληθειών ; δυνάμεθα 
άποκλεΐσαι αυτήν τών επαγγελιών του θεού και της 
μελλούσης ζωής; Ό Χριστιανισμός, τέλειος υπό πα- 
σαν εποψιν, ώς τι θεΐον, έχει ώςαύτως τήν έπιστη- 
μονικην αυτοΌ πίστιν, δυνάμενος επιστημονικώς άπο- 
οεΐξαι πάντα αι>του τα δόγματα και μυστήρια, ά7^λά 
μη δυνάμενος διαταράξαι την τών πραγμάτων τάξιν 
και θεΐναι την έπιστημονικήν πίστιν προ της ηθικής 
πίστεως. ιΉ επιστημονική βεβαιότης παρακολουθεί 
την ήθικην βεβαιότητα, και η επιστήμη, ώς υψηλό• 
τερόν τι και τιμιώτερον, ουκ εστίν η αμοιβή της πί- 
στεως• Λοιπόν δ Χριστιανισμός, ων θειος, πώς αν 
αδύνατο διαταράξαι την τάξιν του Θεού, προτείνων 
την άμοιβήν προ τής αρετής; Επειδή το δικαιουν 
ημάς ενώπιον του θεού, ουκ εστίν η εκ τών τής επι- 
στήμης ?^όγων πίστις, άλλ' η πίστις Ικ τών λόγων 
τής ηθικής, Ό θεός έστιν άγιος, μη δυνάμενος άθε- 
τήσαι τάς υποσχέσεις, ας ^οαουτο^ επισήμως εδωκεν 
ενώπιον όλοκ/^ήρου "Εθνους, εις άνδρας αγαθούς και 
ά^ίοΌς^ οίτινες έμαρτύρησαν περί αυτών. Ό θεός 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 31 

Ιστιν αγαθός, 6 θεό; έ^τ: σοφάς: ίθε* ου θάνατοι 

ούτε άπαταν ημάς, ούτε ες άγνο:ας ημ:ν λαλ?τα: 
ψεύδη. Ει ό Θεός έπηγγείλατό μο: ζωην α•ών:ον, 
οφείλω πιστευβαι άο:στάκτως.βΓ: ό Θεός λέγε: :/:: 
δτι εστίν εν τρ:σ: ποοςώπο:ς, οφείλω π:στε^σα: χα: 
μη έννοών, έπε:οη 6 Θεός ούδέποτ' αν ηδύνατο λέγειν 
το μη ύπαρχου. Λ:α της πίστεως ταύτης δοξάζω τον 
θεόν, έννοών αυτόν τέλειον υπό πατάν επού:ν. Ή 
δυςπ:στ:α η η απιστία, είτε ώς πρςς τας επαγγε- 
λίας του θεού, ε:τε ώς προς τάς έπ:σττμον:κάς αλη- 
θείας, μαρτυρουμένας απλώς άνευ αποδείξεως, εστίν 
η μεγίστη κατά του προςώπου κα: της τύ'.χοτητος 
του θεού ύβρ:ς, έστ: λέγειν ότ: ό θεός δεν έ/.τελε: 
τα εαυτού καθήκοντα, δτι αγνοεί ό λέγε:, η αρέσκε- 
ται εν τω έξαπαταν ημάς. Ύβρίζε'.ν ούτω τον 8 
αντίκειται εις τον λόγον, και η απιστία, ώςτ: παραλο- 
γον, καταδικάζεται ύπό του λόγου, ενώ η πίστις <ρρκ- 
στάται ώς η μεγίστη των αρετών. 

Δια της λογικής ταύτης πίστεως, λέγε: ό μακά- 
ριος Παύλος, έδ:κα:ώθησαν πάντες οί άγιοι, εν :ίς 
λαμβάνομεν ώς πρότυπον τον πατριάργην Αβραάμ. 
Έ πρώτη ύπό θεού δοθείσα τω μεγαλω τούτω άν- 
ορι επαγγελία εστίν αύτη: α Λέγε: Κύριος τω Α- 
βραάμ, έξελθε εκ της γης σου κα: εκ της συγγενείας 
σου, κα: εκ του οίκου τοδ πατρός σου, κα: δευρο ε ; ς 
γήν ην αν σοι δείξω. Και ποιήσω σε, ε:ς έθνος υ 
και ευλογήσω σε, και μεγαλυνώ σε, κα: εση εύλ: 
μένος. Και ευλογήσω τους εύλογουντάς σε, και 



%% ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

καταραμένους σε καταράσομαι, και εύλογηθήσονταβ 
έν σοι πασαι αί φυλαί της γης ». Ό Αβραάμ έποίη- 
σεν, ώς προςέταξεν αύτω ό Κύριος. Μετά ταύτα, πά- 
λιν δ Θεός έπαναλίΒάνει τήν αυτήν έπαγγελίαν, 
δεικνύων αύτω τά άστρα του Ουρανού, και λέγων 
αύτω: β Ούτως εσται το σπέρμα σου». Έπίστευσε τό> 
Θεώ Αβραάμ, και η πίστας αύτου, λέγει η Γραοή, 
έλογίσθη αύτω εις δικαιοσύνην. 

Διατί ό Αβραάμ έδικαιώθη εκ πίστεως ενώπιον του 
Θεού ; Επειδή το ουσιώδες αύτοϋ καθήκον •ην πιστεΰ- 
σαι εις την έπαγγελίαν του Θεού. Πιστεύσας δέ 
έπλήρωσε το καθήκον αύτου, και έκηρύχθη δίκαιος. 
Ιδού πώς ό μακάριος Παύλος επί του προκειμένου- 
εκφράζεται ; « *Ος παρ* ελπίδα έπ έλπέδι έπίστευσεν, 
εις το γενέσθαι αυτόν πατέρα πολλών εθνών, κατά 
το ειρημένον. Ούτως έ'σται το σπέρμα σου. Και μ% 
άσθενήσας τ^ πίστει, ού κατενόησε το εαυτού σώμα 
ηδη νενεκρωμένον, εκατονταετές που υπάρχουν, και 
την νέκρωσιν της μήτρας Σαύρας. Είς δέ την έπαγ- 
γελίαν τού θεού ού διεκρίθη τ^ απιστία, άλλ' ένεδυ- 
ναμώθη τί) πίστει, δούς δόξαν τω Θεώ. Και πληρο- 
φορηθείς δτι α έπήγγελται, δυνατός έστι και ποιήσαι• 
Διό και έλογίσθη αύτω εις δικαιοσύνην ». Λοιπόν, 
κατά τον μακάριον Παύλον, η πίστις του Αβραάμ, 
είχεν ώς αίτίαν τον εξής συλλογισμόν : Ό Θεός έστι 
παντοδύναμος, δθεν δύναται ποιήσαι δ έπηγγείλατο* 
ποιήσει δέ το^χο αναμφιβόλως, επειδή αδύνατον άθετή- 
σαι τον Θεόν τήν έπαγγελίαν αύτου. Λοιπόν, ειμί ^ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 53 

βαιος, ουδαμώς αμφιβάλλω. Ούτω συλλογιζόμενος, 
3έν ηδύνατο νά λάβιρ ύπ' όψιν, οΰτε το εαυτού γήρας, 
οΰτε το της γυναικός αύτου, ούτε πασαν άλλην εις το 
φαινόμενον δυςκολίαν. Ούδό7νώ|ί•έδίστασεν, ουδέ την 
έλαχίστην περί της του Θεού επαγγελίας έσχε ουςπι- 
στίαν έδόξασε τον θεόν δια της λογικής αύτου πί- 
στεως. Ό θεός, ουδέν έχων αυτόν αίτεάσασθαι, έκη- 
ρυξεν αυτόν δίκαιον. Ει λοιπόν η πίστίς δίκαιοι ενώ- 
πιον θεού, δίκαιοι, δτι εστί λόγαΑ, διότι ^εριέχει 
τά ημέτερα προς τον Θεόν καθτίκοντα,' διότι δόξαζε: 
τον Θεόν, ποιούσα ημάς πεποιΟέναι έπι την ηθικήν 
α\)το\> τελειότητα. Ό θειος Παύλος εκ του παραδείγ- 
ματος του Αβραάμ συνάγει έπαγωγικώς το έξης γε- 
νικόν συμπέρασμα, λέγων: α Ουκ έγράφη δέ οΓ αυ- 
τόν μόνον δτι έλογίσδη αύτώ. Άλλα και δι' ημάς, 
οις μέλλει λογίζεσθαι, τοις πιστεύουσιν επί τον έγεί- 
ραντα Ίησοϋν τον Κύριον ημών εκ νεκρών. Λ Ος πα- 
ρεδόθη δια τά παραπτώματα ημών και ηγέρθη δ:ά 
την δικαίωσιν ημών». (Τωμ. Δ', 18). 

Ό Αβραάμ καταθριαμβευσας δια του συλλογι- 
σμοί) πασών τών φαινομένων ουςκολιών, αίτινες η- 
ούναντο αύτώ έμπνευσαι την δυςπιστίαν και κατά- 
στησαι αυτόν πταίστην ενώπιον του Θεοϋ, έκομί- 
σατο την άμοιβην της νίκης αύτου* ειδεν εκ της γυ- 
ναικός αύτου λίαν ήδη προβεβηκυίας παιδίον χαρίεν, 
πλήρες θέλγητρων, ώς ώφειλεν είναι το έργον της 
επαγγελίας του θεοΰ. Άλλ' όποιον πειρασμόν έμελ- 
λεν έτι δοκιμάσαι η πίστις αύτου, διαταχθέντος σφς^? 



54 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

γιάσαι τον Ισαάκ επί του ορούς ώς πρόβατον; Χά- 
ρις τη λογική αύτου, έφάνη κρείττων του δεινότα- 
του των πειρασμών, ους ήδυνάμεθα φαντασθηναι, 

και νικητής στεφανίφόρος ανεδείχθη το τελευταίο ν, 
« Πίστει, λέγει Παύλος, προςενήνοχεν Αβραάμ τον 
Ισαάκ πειραζόμενος, και τον μονογενή προςέφερεν 
ό τάς επαγγελίας άναδεξάμενος. Προς δν έλαλήθη• 
"Ότι εν Ισαάκ κληθήσεταί σοι σπέρμα » ( Έβρ. 
ΙΑ'. 17.). 

Διατί ό *Αβραάμ υπάγει άδιστάκτως νά εκτέλεση 
την σκληράν διαταγην του θεοΰ, διαταγήν τοσούτον 
«άντικειμένην ταΐς δεδομέναις έπαγγελίαις; Επειδή, 
λέγει ό μακάριος Παύλος, έλογίσατο ούτως: «Ό θεός 
εστί παντοδύναμος, ό θεός δύναται έγεϊραι αυτόν ίχ 
νεκρών όθεν αυτόν και εν παραβολή έκομίσατο» (Αυ- 
τόθι, 18). Διά του συλλογισμού λοιπόν ετι ό Αβραάμ 
ένίκησε τον δεινότατον πειρασμόν, και έστεφανώθη 
χρθάσας εις την τελειότητα της πίστεως. Ό Αβραάμ 
είχεν έγκεχαραγμένην εν τω πνεύματι αυτοϋ την έξης 
■αρχήν : Ό θεός έστιν αγαθός, σοφός, παντοδύναμος, 
δίκαιος. Ών συνεπής προς την λογικήν ταύτην αρχήν, 
«συνεπέραινε : Πάν ο,τι ό θεός επαγγέλλεται, τοΰτο 
ποιησαι δύναται, καίτοι φαινόμενόν μοι αδύνατον άρα 
οφείλω πιστευσαι εις αυτό. Παν ο,τι ό θεός προστά- 
■ζει,.όφ€ΐλει εϊναι δίκαιον και αγαθόν, καίτοι φαινο- 
μενόν μοι κακόν άρα οφείλω ποιησαι τούτο. Ιδού 
•ή πίστις του 5 Αβραάμ ή ή χριστιανική πίστις* αυτή 
τέστ'ιν^.ώς βλέπομεν, βεβαιότης στηριζομένη επί ήθ^ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 5£ 

κών και ούχι έπί επιστημονικών λόγων," βεβαιότης 
αποκτώμενη δια του αγώνος και της ένεργητικότητος 
της ιδίας ημών ελευθερίας, βεβαιότης αξία αμοιβής- 
επειδή οι επιστημονικό: λόγοι παρέχουσι την βεβαιό- 
τητα εις τρόπον εν ω ου δυνάμεθα άλλως πιστευ- 
σαι, εις τρόπον άποκλείοντα πασαν άξίαν. Άλλ' οί 
ηθικοί λόγοι δίδουσι χώραν εις την σύλληψ',ν τοΰ 
εναντίου, μη παριστώντες ενώπιον του πνεύματος 
την άλήθειαν, ώς οι επιστημονικοί λόγο:, άοίνοντες 
ημάς παλαίειν μετά τών φαινομένων έναντιοτητων > 
αΐτινες αντίκεινται εις την ηθικην άλήθειαν. Ενταύθα 
πραγματικώς όφείλομεν έχειν σταθεράν τίνα και παν- 
τοδύναμον θέλησιν, ώς την του Αβραάμ, όπως μν* 
προδώμεν την άλήθειαν και άσπασθώμεν το ψεϋοος. 
Έν τη πίστει η ελευθερία ημών εξασκεί το εαυτής 
έργον, και αποβαίνει άξιόμισθος δια της καρτερίας 
και τών αγώνων της. 

"Οτε ό Αβραάμ διετάχθη υπό του θεού να θυ- 
σιάσω) τον υίόν αυτοϋ, ούδένα λόγον είχε πληροφο- 
ροϋντα ότι ή πραξις, ην έμελλεν έκτελέσαι, ην καθ* 
έαυτην καλή• άλλ' έσκέπτετο έν έαυτω ότι ό πανά- 
γαθος θεός ουκ ήδύνατο προστάξαι αύτω κακόν, κα: 
ούτως απεφάσισα να έκτελέστ] τό προστεταγμένον, 
άντιτασσόμενος εις πάσας τάς οαινομένας ενάντιο- 
τητας, και μάλιστα μέχρι αρνήσεως εις τά πατρ:κά 
αύτου αισθήματα. Ενταύθα η Οέλησις του Αβραάμ 
εδήλωσεν δλην αυτής την ούναμιν καΐ έλευθε^αν. 
.Ένθεν μεν, η αρχή: 6 θεός έστιν αγαθός άπητε; 



δ6 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

παρ' εκείνου τήν ύποταγήν του εις το πρόσταγμα τοδ 
θεοΰ• ένθεν δε, η σκληρά πραξις, τα πατρικά αίσθη- 
μα™, η άντίφασις του προστάγματος προς τάς δοθεί- 
σας επαγγελίας, δλα ταϋτα ωθούν αυτόν εις την 
παρακοήν του θεού• άλλ' ουκ έποίησε ζο^το^ επειδή 
:^ν λογικός και εαυτού κύριος, επειδή ^ν ελεύθερος. 
Εδόξασε τον θεόν διά της λογικής, της πίστεως 
ααί της πράξεως, και ούτως έΐΛηρωσε το τελειότα- 
τον καθήκον, δ δύναται ό θεός άπαιτήσαι παρά τής 
ηθικής ημών φύσεως, ούτως έδικαιώθη ενώπιον θεοΰ 
και έγε'νετο ό τύπος τής δικαιούσης πίστεως. Το 
παράδειγμα του Αβραάμ δείκνυσιν ήμΐν δτι το θεμέ- 
λιον τής αρετής έστιν ή πίστις. Ό άνθρωπος ενερ- 
γεί πάντοτε εις τό έξωτερικόν κατά τάς έσωτερικάς 
αυτοΰ πεποιθήσεις. Πιστεύειν εις τον θεόν και ύπεί- 
κειν εις τον θεόν, είσί δύο τίνα, διάφορα μεν, άλλ' 
αχώριστα, καθώς η 'αίτία και τό αποτέλεσμα. Αδύ- 
νατον τω πιστεύοντι εις τόν θεόν μή ύπείκειν εις τον 
θεόν, ως αδύνατον αύτω ύπείκειν άνευ πίστεως* 
επειδή η πίστις ύποτίθησι συνθήκην μεταξύ θεού 
ικαί άνθρωπου/ και γνώσιν ακριβή τών αμοιβαίων 
δικαιωμάτων και καθηκόντων. Προς δε, ύποτίθησιν 
άκλόνητον βεβαιότητα περί τής του θεοΰ ήθικότη- 
τος• Ό πιστεύων δτι δ θεός ήμϊν ύπείκει, πληρών 
τα προς ημάς αύτου καθήκοντα, ίκανοποιών την 
ημετέραν θέλησιν και ποιών ημάς μακάριους, διατί* 
θεται ίκανοποιεΐν επίσης τήν θέλησιν του θεού, πλη- 
γών δλα τα προς τόν θεόν αύτου καθήκοντα. "Ανευ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 57 

πίστεως, κατά τον μακάριον Ιϊαΰλον, αδύνατον, 
εύαρεστήσαι τω Θεώ• τούτο δε φανερόν. Ό της 
πίστεως άνθρωπος ου δύναται είναι η χρηστός• και 

δίκαιος ενώπιον Κυρίου, άμεμπτος, καθάπερ ό Αβρα- 
άμ. Δια τοΰτο ή πίστις χωριζόμενη των καλών έρ- 
γων εστίν ύπόκρισις, ψευδής πίστες, και αρετή, της 
οποίας η αίτια ουκ εστίν η πίστις, άλλ' ό εγωισμός, 
εστί ψευδής αρετή. Πρέπει λοιπόν να προςέχωμεν, 
όπως μή άπατώμεΟα, έκλαμβάνοντες τήν ψευδή πίστιν 
και τήν ψευδή άρετήν ως αληθείς. Άλλα πώς αύ- 
τάς διακρΐναι ; Δια της εφαρμογής του κανόνος, δν 
συνέστησεν ήμϊν ό Κύριος προ το διαγινώσκειν τους 
ψευδοπροοήτας. « Έκ του καρπού το δένδρον γινώ- 
σκεται». Εντεύθεν γίνεται δή)νον, οτι χριστιανός 
κακής διαγωγής έχει ψευδή πίστιν, εστίν υποκριτής 
ώς προς τήν πίστιν, Οέλων φαίνεσθαι χριστιανός, μή 
ών. Περί δέ του οογ,ουΊτος είναι αγαθού, άλλα μή 
όντος, δυνάμεθα τούτον γνώναι, παρατηρουντες τον 
όλον βίον του• διότι ό υποκριτής εξασκεί τήν άοετήν 
όπως φθάση προς κακόν σκοπόν άφοϋ δ* επιτυχή, 
ρήγνυται τό προςωπείον αύτου, και φαίνεται οίος τω 
οντι εστίν. Έκ του καρπού λοιπόν, είπεν ό Σωτήρ, 
όφείλομεν πάντοτε γινώσκειν τό δένδρον. 

Ήδη, καλώς έννοουμεν τήν διδασκαλίαν του Παύ- 
λου, τήν διδάσκουσαν, δτι μόνη ή πίστις άρκεΐ προς 
τό δικαιώσαι ήμας ενώπιον του Θεοΰ, και τήν του θείου 
Ιακώβου, λέγοντος, δτι τα καλά ί^α δικαιοϋσιν η- 
μδίς ενώπιον του Θεού. Ό θείος Ιάκωβος έθεώρει τά 



68 ■■ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

καλά έργα ώς άναγκαίον αποτέλεσμα της πίστεως. 
Όταν η πίστις δέν δύναται να φέρη τα εαυτής άπο- 
τε)^σματα, δεν υπάρχει πλέον, ούσα, καθώς είπεν 
αυτός, νεκρά, και νεκρά πίστες ούδεμίαν δύναται εχειν 
άξίαν, μή δυναμένη ημάς δικαιώσαι. Ή πίστις έστι το 
δένδρον, τά δέ καλά έργα είσίν ό καρπός. Όταν το 
δένδρον ου δύναται φέρειν τον καρπόν αύτοϋ, εστί ξη- 
ρόν, νεκρόν, εις ουδέν χρήσιμον ειμή βληθήναι είς το 
πυρ. Έξεναντίας δέ η του καρπού παρουσία μαρτυρεί 
περί της ζωής του δένδρου, και τά καλά δένδρα μαρ- 
τυρουσιν ώςαύτως περί τής ζώσης πίστεως, ήτις αρ- 
κεί, κατά τον μακάριον ίίαυλον προς δικαίωσιν ημών 
ενώπιον του Θεοϋ. Οι δύο Απόστολοι τελείως συμ- 
φωνούσε, και ουδεμία υπάρχει άντίφασις εν τ?) διδα- 
σκαλία αυτών. 

ν Ισως αν είποι τις, δτι έλησμόνησα το θέμα μου, 
και, αντί του άπαντήσαι εις τά τεθέντα ζητήματα, 
έφθασα εις άπροςδοκήτους συνεπείας, Τί κοινόν συν- 
δέει την διδασκαλίαν των δύο αποστόλων και την 
πάλην του Θεού μετά του Ιακώβ ; Ουδέν. Άλλ* 
υπάρχει πολλή όμοιότης μεταξύ τής πάλης του 
Θεού προς τον Ιακώβ και τής πάλης του Θεού προς 
τον Αβραάμ, περί ης έλάλησαν αμφότεροι οι από- 
στολοι• δια δέ τής πάλης του Αβραάμ μετά του 
θεοΰ, θά έξηγήσωμεν την του Ιακώβ. 

Ό θεός έπάλαισε πολύν χρόνον μετά του Αβραάμ• 
μετήλθεν πάν μέσο** δπως αυτόν άποσπάαη τής λο- 
γικής πίστεως και ποίηση) αυτόν συλλαβεΐν ϊΐίψ, 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 59 

παράλογον άλλα δέν επέτυχε, καίτοι ών παντοδύ- 
ναμος. Λοιπόν ό Θεός ένικήθη υπό του Αβραάμ, 
και νικηθείς υπεχρεώθη να παραδοθώ εις την θέλησιν 

του νικητου. Τώρα, πάν δ, τι δικαιούται 6 Αβραάμ 
άπαιτήσαι παρά του Θεού, ό Θεός υποχρεούται το\>το 
ποιήσαι• ό Θεός υποχρεούται νά πλήρωση δλας τάς 
εις τον Αβραάμ δοθείσας επαγγελίας, επειδή ό Α- 
βραάμ έξετέλεσεν όλα τά εαυτού καθη/οντα προς 
τον Θεόν. Βέβαια, ό Θεός ούοετζοτε δύναται θελήσαι 
καί ποίησα* πράξιν αύτω μη πρέπουσαν. Έν τούτοις 
ό Θεός έποίησε μετά του Αβραάμ συνθήκην, έποίησε 
πράξιν, ήτις ώφειλεν απαραιτήτως είναι θεοπρεπής, 
λογική. Που λοιπόν 6 "λόγος, ό δίκαιων ταύτην του 
Θεού την πράξιν ; Ιδού αυτός : Ή συνθήκη γίνεται 
μεταξύ ομοίων προσώπων και εξίσου ελευθέρων ο 
Θεός ηθέλησε νά δειξη εις όλον τον κόσμον, ότι, δν 
έξελέξατο τιρος το ποιήσαι μετ' αύτου συνθηκην, 
εστίν άξ;ος αυτού, επειδή ην, ώς αυτός, ελεύθερος 
καί λογικός, επειδή ην, ώς αυτός, έν ελευθερία παν- 
τοδύναμος. Ό Αβραάμ άπέδειςεν ότι είχε τοοούζον 
δυνατήν καί σταθεράν θέλησιν, ώστε ουδέν μέσον 
ισ^υσεν αυτόν παρατρέψαι του οοκουντος αύτω δι- 
καίου και λογικού. Ή θέλησις του Θεού έστιν ώςαύ- 
τως της αυτής φύσεως, λογική, καί ουδέν μέσον 
υπάρχει ουνάμενον έκβιάσαι.τόν θεόν προς τό λαβείν 
έναντίαν τώ λόγω βουλήν. Ή Οέλησις λοιπόν τοϋ 
"Αβραάμ έδείχθη ιση προς τήν του Θεού, καί ό Θεός 
δικαίως υπεχρεώθη ενώπιον προςώπου ελευθέρου καί 



€0 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ϊαον αύτω. Γινώσκει δε καλώς δ Θεός δτι η θέλησις 
ημών ούκ εστίν ούτω πεφωτισμένη και σοφή, καθά- 
<περ η εαυτού• δτι η ημέτερα κείται έν μέσω του 
σκότους, περιστοιχουμένη υπό μυρίων κοΛυμάτων, 
ων η εαυτού άπηλλακται. Όταν λοιπόν, τη βοήθεια 
του ολίγου φωτός, δ δεχόμεθα εκ του λόγου, ύπερ- 
πηδώμεν δλας τάς δυσκολίας, δεικνύοντες * έν τη 
ελευθερία ημών τ$)ν άρετήν της του Θεοΰ ελευθερίας, 
ώ !|τότε ό θεός συγκινείται, επευφημεί, στέφανοι, μη- 
δέν άλλο εύαρεστότερον αύτω θεωρών. Ή μεγίστη 
του Θεού αγαλλίασες έν τω κόσμω τούτω εστί βλέ- 
πειν τόν εγγονον αύτου άνθρωπον παλαίειν μετά 
των δπλων του λόγου, καΐ δια της νίκης προςάγε- 
σθαι την θείαν άξίαν. ΟύχΙ, ό Θεός ούκ εστί φθονε- 
ρός, ως είπε Πλάτων. Εύαρεστεΐται έχειν παρ' έαυτώ 
«πολλούς θεούς, και διακονεΐν αύτοις ό ίδιος, ως εΖ- 
πεν 6 Χριστός (Λουκ. ΙΒ', 37). Άλλ' ου δύνα- 
ται χορηγεΐν την τιμήν ταύτην η μετά δικαιοσύνης 
τοις ούσιν αυτής άξίοις. « Έάν δε και άθλη τις, λέ- 
γει ό μακάριος Παύλος, ου στεφανουται, έάν μη νο- 
μίμως άθληση (Έπις-. Τιμοθ. Β'. 5.). Διά τοΰτο γέ- 
γραπται : ν Έγώ δε εΐπα θεοί έστε και υιοί Υψίστου 
πάντες, άλλ' ύμεις ως άνθρωποι αποθνήσκετε και 
ώς είς των αρχόντων πίπτετε». Και άλλαχοϋ: «Ό 
Θεός έκάθισεν έν μέσφ θεών προς το άποδουναι δι- 
καιοσυνην πάση τη γη ». Ό θεός έτι καλείται «Θεός 
των θεών και Κύριος των κυρίων». Διά τούτο ό 
θεός, κατά τόν μακάριον Παυλον, ούκ έπαισχύνεται 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 61 

καλεΐσθαι δ θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και τοδ 

Ιακώβ, επειδή οι μεγάλοι ούτοι άνδρες είαίν ίσοι 
αύτω και αύτοϋ άξιοι. 

Ή πάλη του Θεού μετά του Ιακώβ εστί της αυτής 
φύσεως τη γενομένη μετά του Αβραάμ. Ότε ό Ια- 
κώβ, οεύγων την όργήν του αδελφού αύτου 'ΙΙσαΰ, 
ίπΎ\ρχζτο εις Μεσοποταμίαν, έφάνη αύτω ό Θεός 
κατ* όναρ και ειπεν αύτω: «Έγώ Κύριος ό Θεός 
Αβραάμ του πατρός σου, και ό θεός Ισαάκ, μη φό- 
βου. Ή γη ίο ης συ καθεύδεις έπ' αυτής, σοι δώσω 
αυτήν και τω σπέρματί σου• και έσται το σπέρμα σοι> 
ώς η άμμος της θαλάσσης, και πλατυνθήσεται επί 
θάλασσαν και επί λίβα, και επί βο^ραν, και επί ανα- 
τολάς• και ένευλογηθήσονται εν σοι πασαι αί φυλαί 
της γής και εν τω σπέρματί σου. Και ιδού έγώ μετά 
σου διαφυλάσσων σε εν τη όδω πάση ου εάν πορευθης 7 
και αποστρέψω σε εις την γήν ταύτην δτι ου μη σε 
έγκαταλίπω εως του ποιήσαί με πάντα δσα έλά- 
λησά σοι τ) (Γεν. ΚΗ'. 13. 18.). Ό δε Ιακώβ εξε- 
γερθείς εκ του ύπνου, έδωκεν αμοιβαίως τω θεω την 
έξης ύπόσχεσιν: α Έάν η Κύριος δ Θεός μετ έμου, 
και διαφυ7,άξη με εν τη όδω ταύτη, η έγώ πορεύο- 
μαι, και δω μοι άρτον φαγειν, και ίμάτιον περιβα- 
λέσθαι, και άποστρέψη με μετά σωτηρίας εις τον 
οίκον του πατρός μου, και έσται μοι Κύριος εις 
Θεόν, και ό λίθος οΙ)τος > δν έστησα στή),ην, εσται 
μοι οίκος Θεού και πάντων ών εάν μοι δως, δεκά- 
την άποδεκατώσω ίχύτά σοι ζ> (λύτόθ, 20.). 



62 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Ιδού ή άνανεωθεισα μεταξύ Θεοΰ και Ιακώβ συμ- 
φωνία• ιδού αϊ άμοιβαΐαι αμφοτέρων υποχρεώσεις. 
Μετά εί'κοσιν έτη ό Ιακώβ κατά διαταγήν του θεοϋ 
έπανήρχετο εις τον τόπον αύτοΰ, πατήρ πολυαρίθ- 
μου οικογενείας, και πλουσιότατος εν βοσκήμασιν. 
Άπέστειλεν ανθρώπους όπως άναγγείλη τω άδελφω 
αύτοΰ Ήσαυ την έπιστροφήν του και καταπραύνη 
την όργήν αύτου διά λόγων γλυκύτατων και πλου• 
σίων δώρων. Οι δέ απεσταλμένοι έπανελθόντες εϊπον 
αύτω, δτι ό αδελφός αύτου ηρχετο κατ αύτου μετά 
τετρακοσίων ένοπλων. Εις ταύτην την ει'δησιν, μέ- 
γας φόβος κατέλαβεν αυτόν, και εν τω τρόμω αύτου 
διαιρεί* εις δύο παρεμβολάς όλους τους μετ' αύτου, 
λέγων : «Έάν έλθη ό Ήσαυ εις παρεμβολήν μίαν, 
και έκκόψη αυτήν, εσται η παρεμβολή η δευτέρα εις 
τό σώζεσθαι ». Αμέσως ό Ιακώβ συνέλθω ν είδε την 
σωτηρίαν αύτοΰ εν ταις έπαγγελίαις του Θεού, και 
έπεκαλέσατο αυτόν ούτως : α Ό Θεός του πατρός 
μου Αβραάμ, και ό Θεός του πατρός μου Ισαάκ, 
Κύριε, ό ει'πας μοι, άπότρεχε εις την γην της γενέ- 
σεως σου, και ευ σε ποιήσω, ικανοΰταί μοι από πάσης 
δικαιοσύνης και άπό πάσης αληθείας ης ετζοίησας τω 
παιδί σου• εν γάρ τη ράβδω μου. διέβην τόν Ιορδανών 
τούτον, νυν δέ γέγονα εις δύο παρεμβολάς. Έξελοΰ 
με εκ χειρός του αδελφού μου, εκ χειρός Ήσαυ• δτι 
φοβούμαι έγώ αυτόν, μη ποτέ έλθών πατάξη με και 
μητέρα έπι τέκνοις. Σύ δέ εϊπας• καλώς ευ σε ποιή- 
σω, και θέσω το σπέρμα σου ώς .την άμμο ν της θα- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 63 

λάσσης, η ουκ άριθμηθησεται από του πλήθους » 
(Γεν. ΛΒ', 9). 

Ή δέησις του Ίαχώβ ανάγεται εις τον έξης συλ- 
λογισμδν : Θεέ μου, έποίησα καθώς μοι προσέταξας, 
έξετέλεσα τα προς σε μου καθήκοντα. Νυν σον έστιν 
έξελείν με έκ του έπαπειλουντός με κινδύνου. Τότε 6 
θεός ηθέλησε νά άποκριθή προς τον Ιακώβ διά τί- 
νος γεγονότος, ήτοι δια της νυκτερινής πάλης. Έν 

τη πάλη ταύτη ό θεός βέβαιοι τον Ιακώβ, δτι ουδέν 
• • • • 

ειχεν έξ ανθρώπων φοβείσθαι. α Λέγει αύτω : "Οτι 
ένίσχυσας μετά θεού και μετά ανθρώπων δυνατός 
Ιση )>. Δια της πάλης ταύτης έδηλωσεν ό θεός την 
φύσιν αύτου, ήτις υποχωρεί και παραδίδοται τω 
Ιχοντι δίκαιον. Ιδού τώρα τι έχομεν άπαντησαι προς 
τά τεθέντα ζητήματα. Τι σημαίνει η πάλη του θεού 
μετά του Ιακώβ; Σημαίνει πάντας τους δυνατούς 
πειρασμούς, ους ό θεός μετέρχεται κατά της πί- 
στεως, κατά της δυνάμεως της ημετέρας ελευθερίας, 
όπως ημάς ποίηση λαβείν άλογόν τίνα βουλην. Τί 
σημαίνει η αδυναμία του θεοΰ προς τον άνθρωπον; 
Σημαίνει δτι η ελευθερία ημών, έν τη περιοχή αύτης 
έστι παντοδύναμος, δτι ό θεός ου δύναται αύτην 
άναγκάσαι, παραδιδδμενος αύτη, όταν εχη δίκαιον. 
Τί σημαίνει η νάρκωσις του νεύρου του μηροΰ; Ση- 
μαίνει την νάρκωσιν πάσης ηδονής και λύπης, ην 
δοκιμάζομεν δια των νεύρων του ημετέρου σώματος• 
όταν η ψυχή έγγίζη τον θεόν, τοσούτον μεγάλης 
απολαύει ηδονής, ώστε γίνεται άναίσθηστος ε!ς τ 7. ς: 



64 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

σωματικάς αισθήσεις. Διατί ό θεός φαίνεται ως αιχ- 
μάλωτος εν ταΐς χερσί του 'ϊακώβ, μη δυνάμενος 
άπελθειν προ του ευλόγησαν αυτόν; Επειδή ό θεός 
ην υπόχρεως απέναντι του Ιακώβ, δςτίς έδικαιουτο 
ν' απαίτηση παρά του θεού την εύλογίαν αύτου, και 
ό θεός δεν ήδύνατο νά άπ&λθη πριν ή πλήρωση τό 
εαυτού καθήκον. Σφάλλομεν λοιπόν νομίζοντες δτι 
ό θεός μόνον εστί παντοδύναμος• εστίν επίσης δλως 
αδύνατος• η δε προσφιλέστατη και έρασμιωτάτη του 
θεού ίδιότης εστίν η αδυναμία του. Ου δύναμαι φέ- 
ρειν θεόν παντοδύναμος μέ τρομάζει, με καταβάλ- 
λεί, μηδενίζομαι, αφανίζομαι ενώπιον αύτου. Άλλ' 
ενώπιον θεού δλως αδυνάτου, έχω πλήρη ΰπαρξιν, 
παίζω, χορεύω, ώς ό ΊζροΦ^τχς Δαβίδ, ειμί μακάριος. 
Λατρεύω τον αδύνατον θεόν, τον θεόν δς ου δύνα- 
ται τω λόγω άνθίστασΟαι, τον νικηθέντα υπό του 
"Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ* τον νικηθέντα υπό του 
συλλογισμού γυναικός έλληνίδος θεόν. Έβουλόμην 
αν έγεΐραι τη προσφιλεϊ αδυναμία ταύτη τό μεγαλο- 
πρεπέστατον θυσιαστήριον, επειδή εις ταύτην οφείλω 
την ΰπαρξιν μου, την παροΰσαν και μέλ7.όυσαν ζωην 
μου, τό μεγαλεϊόν μου και την αίώνιον εύδαιμο- 
νιαν μου. 

Ή θεωρία, ην έδώκαμεν περί της χριστιανικής πί- 
στεως, και η έξήγησις των γεγονότων σφόδρα μεν 
σκανδαλωδών παρά τοις άπίστοις, άλλα λίαν οίκοδο- 
μητικών παρά τοις πιστοις, ύπέδειξεν εις ημάς την με- 
γάλην του συλλογισμού χρησιν και Ινέργειαν έν τη 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 63 

£εο# θρησκεία, εν τε τη Πάλαια και Νέα Διαθήκη. Ουκ 
αν ήδυνάμεΟα κάλλιο ν όρίσαι τον χριστιανισμό ν ή λέ- 
γοντες, δτι έςί συλλογισμός και πίστες, ηθική και λο- 
γική, αρετή και σοφία, χαρακτήρες τελείως έκδηλοι 
θέντες εν τω προσώπω του Κυρίου ημών Ίησόΰ Χρί- 
στου, ου τά έργα και τα ρήματα είσιν όλως• ή ηθική 
και ή λογική, αυτή ή αρετή και αυτή ή σοφία. Διότι; 
ειδομεν αυτόν τιθέντα και έφαρμόζοντα τους κανόνας 
του λόγου, ω έχρήσατο ή Ελληνική φιλοσοφία. Ει- 
δομεν πόσον έποιεΐτο περί πολλού τους όρΰώς συλ- 
λογιζομένους, και όπως συμπληρώσωμεν τήν από- 
δειξιν εις ην ασχολούμεθα, έρχόμεθα να δείξωμεν τήν 
άγανάκτησιν αύτου κατά των κακώς συλλογιζομένων. 

« Ούαί ύμΐν Γραμματείς και Φαρισαΐοι, όοτι^οΐ τυ- 
φλοί, οι λέγοντες: Ος αν όυιόση εν τω ναώ, ουδέν 
εστίν δς δ' αν όμόση εν τω χρυσώ του Ναού, οφεί- 
λει. Μωροί και τυφλοί• τίς γαρ μείζων εστίν, ό χρυ- 
σός, ή ό ναός ό άγιάζων τον χρυσόν; Και, °Ος εάν 
όμόσγ) εν τω θυσιαστήρια), ουδέν έστιν ος δ' αν όμόστ) 
εν τω δώρω τω επάνω αύτοΰ, οφείλει. Μωροί και 
τυφλοί• τί ^αρ μείζον, τά δώρον, η τό θυσιαστήριοι 
το άγιάζον τό οώ:>ον\» (Ματθ. Κ Γ, 16). 

Έν γένει, οι Φαρισαΐοι ανέτρεψαν τήν τάξιν των 
πραγμάτων, θεωροΰντες τό μείζον ελαττον και τό 
ελαττον μείζον. Έθέτουν τάς έντολάς του Θεού, και 
έτήρουν αυστηρώς τάς πατρικάς αυτών παραδόσεις. 
Άπεδεκάτουν τό ήδύοσμον, τό άνηθον και τό κύαηνον 
αλλά παρημέλουν τά βαρύτερα του νόμου, τήν κρί- 

5 



66 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

σιν, τον ελεον καί τήν πίστιν. Δίύλιζον τάν κώνωπα, 
χαί κατέπινον την κάμηλον. Αϊ ζωηραί εκφράσεις: 
« Ουαί ύμϊν, μωροί, τυφλοί », έμαρτύρουν πόσον ό 
Ίησους έβδελύσσετο τους παραλογισμούς, και όποΤοί 
τίνες είσίν οι περί ούδενός τάς αρχάς του λογού ποι- 
ούμενοι. 

Καλώς γινώσκομεν δτι η τέχνη των σοφιστών 
συνίστατο εις το παρισταν το αληθές ως ψευδές, και 
το ψευδές ως αληθές• το δίκαιον ώς άδικον, καί το 
άδικον ώς δίκαιον. Ό προφήτης Ήσαιας διδάσκει η- 
μάς πόσον ό Θεός της Γραφής βδελύσσεται τοιούτους 
ανθρώπους, οιτινες ολίγον φροντίζουσι περί της αλη- 
θείας καί των κανόνων του λόγου. «Ούαι τοις λέγου- 
σιν, εϊπε, το καλόν κακόν, καί το κακόν καλόν, τοις 
λέγουσι το φως σκότος, καί το σκότος φώς, τοις λέ- 
γουσι το γλυκύ πικρόν, καί το πικρόν γλυκύ.» Ουκ 
Ιστι δή)νον δτι' ό θεός της Βίβλου αποφαίνεται υπέρ 
του Σωκράτους καί του Πλάτωνος, ει κατά των σο- 
φιστών αποφαίνεται; Δυνάμεθα άμφιβάλλειν, δτι η 
ελληνική φιλοσοφία, εν τη εαυτής καθαρότητι, γεν- 
νάται Ικ του λόγου, δς ην εν άρχη προς τον θεόν 
καί θεός; Δυνάμεθα άμφιβάλλειν, δτι ό Ίησους, ό 
έλθών ούχ ινα κατάλυση, άλλ' ινα πλήρωση, δεν έκύ- 
ρωσε τ^ιν φιλοσοφίαν του Πλάτωνος, ώς έκύρωσε 
Ί$ΐν θρησκείαν του Μωϋσέως, δια της διδασκαλίας, 
της πράξεως, της τιμής, ην απένειμε τοις ορθώς 
συ7νλογιζομένοις, καί δια τής άγανακτοσεως κατά τών 
ανθρώπων του ψδύδους καί του σοφίσματος; Μδνος 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 67 

ό της ά?α)θείας εχθροί δύναται άρνηθήναι την άλή~ 
θειαν ταύτην. Άλλ' ως προς ημάς τους αυτήν αγα- 
πώντας, ύποχρεούμεθα κηρύττειν μεγαλοφώνως οτι 
ό Ιησούς έστι θεμελιωτές της φιλοσοφίας, καθάπερ 
και τής θρησκείας- δτι, δτε ίλθεν, έκύρωσε και συνε- 
πλήρωσεν άμφοτέρας, συνάψας αύτάς εν έαυτω, γε- 
νόμενος του λοιπού το αληθές αυτών άντικείμενον. 
Οτι δέ ό Ίησους έκύρωσε την φιλοσοφίαν, τοϋτο, ηοη 
αρκούντως απεδείχθη, και λείπεται μόνον ημΤν η 
άπόδειξις πώ; αυτήν συνεπλήρωσε. 



ΑΡΧΑΙ 

ΔΓ ΩΝ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΥΝΕΠΛΗΡΩΣΕ 
ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΝ. 

Τό προ'βλημα, το όποιον εξ ύπαρχής έθετο η φι- 
λοσοφική περιέργεια, υπήρξε το εξής: Τί το σύμπαν-, 
Προς λύσιν αύτοϋ, ιρσθάνθη την χρείαν αρχής, δυνα- 
μένης δούναι λόγον περί πάντων τών όντων και φαι- 
νομένων, και πληρώσαι την εαυτής επιθυμία ν τ: υ 
είδέναι πάντα. Οι μεν έζήτουν την αρχήν ταύτην εν 
τοις φυσικοΐς φαινομένοις, οι δέ εν τοις νοητοΐς• άλλ' 
επειδή έκάτεροι ήγνόουν τήν ^οοοί τής φιλοσοφίας. 
έξελάμβανον τα επινοήματα τής εαυτών φαντασίας 
ώς τήν άγνωστον του προβλήματος, έπαγωνιζόμενο:, 
έκόντες άκοντες, έξηγήσαι τό σύμπαν δια φανταστι- 
κής υποθέσεως• Ούτως η φιλοσοφία, από τής γεννή- 

5* 



68 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

σεως αυτής, διτρρέθη εις δύο άντικειμένας σχολάς, την 
των φυσικών και την των μαθηματικών, καταλήξασα 

εις τον σκεπτισμόν δια την άγνοιαν της μεθόδου• Ό- 
πως αν εχτ), άπ' αρχής η φιλοσοφία έδήλωσεν οτι 
τείνει προς το γνώναι πάντα, εξ ου ησθάνθη την 
χρείαν αρχής, δυναμένης έξηγήσαι πάντα. 

Ό Σωκράτης και ό Πλάτων έσωσαν τήν φιλοσο- 
αίαν από του πρώτου αυτής ναυαγίου προβαίνοντες 
μεθοδικώτχρον και μετριώτερον η οί προκάτοχοι αυ- 
τών. Αντί του ζητήσαι πρώτον η, έπινοήσαι την αρ- 
χήν της φιλοσοφίας, έζητησαν την μί^οοοΊ αυτής,, 
ήτοι το μέσον του διακρίνειν το αληθές του ψευδούς 
ν,αά μη άπατασθαι, νομίζοντες οτ& γινώσκουσιν ■& 
άγνοοϋσιν. Έζητησαν το μέσον του ύψωθήναι εις τάς 
γενικάς αληθείας δια των μερικών αληθειών, και κα- 
λώς έφαρμόσαι τάς άπαξ ευρεθείσας αρχάς. Ένί λό- 
γω, έζητησαν τήν μίΰοΐον της τε παρατηρήσεως, 
της τε επαγωγής, και τήν μέθοδον τής απαγωγής και 
του συλλογισμού. "Επειτα, αντί του ζητήσαι: Τι τα 
σύμπαν; έζητησαν: Τι έστιν άνθρωπος; Ποία η πα- 
ρούσα αύτου κατάστασις; Όποία τις ώφειλεν είναι; 
Πώς δ άνθρωπος και ή κοινωνία όφείλουσι ζτίν προς 
το γενέσθαι βελτίους; Ταϋτά έστι τα ζητήματα, περί 
α ησχολήθη κυρίως η σωκρατική και πλατωνική 
φιλοσοφία. Ή μεθοδική και μετριόφρων αύτη φιλο- 
σοφία δεν άνταπεκρίνετο αληθώς προς τον πόθον 
και τον τελικόν σκοπόν τής φιλοσοφίας, άλλα τουλά- 
χιστον άνταπεκρίνετο προς τάς πρώτας αυτής χρείας» 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 69 

Παρέσχε την μέθοοον, ήτις εστίν αναγκαία εις την 
φιλσσοφίαν, ώς οι πόδες εις το σώμα, και αϊ πτέρυ- 
γες εις τα πτηνά. Διεφώτισέ πως την φύσιν του αν- 
θρώπου χαί του Θεοϋ, και διεσκέδασε πολλάς προ- 
λήψεις και πλάνας ώς προς τα δυο ταύτα του σύμ- 
παντος κύρια αντικείμενα. Ήρξατο καλώς, αλλ* 
έμεινε πολύ μακράν του σκοπού. Ουδείς μετά τόν 
Πλάτωνα ήδυνήθη συνεχίσαι το ζ^οί αύτου, ουδείς 
ήδυνήθη περαιτέρω προβήναχ. Ή φιλοσοφία διηρέθη 
έκ νέου εις πολλά αποκλειστικά και αντικείμενα ά7*- 
λήλοις συστήματα, μέλ)νουσα ετι άπαξ νά κατάληξη 
εις τόν σκεπτισμόν. Επειδή πάσα βασιλεία καθ' 
εαυτής μερισθεΐσα σταθήναι ου δύναται, και ή φιλο- 
σοφία τόν νόμον ίο^ζοί ουκ ήδυνήθη φυγείν. Ό σαο- 
«κωθείς Λόγος έμελλε νά σώση τήν φιλοσοφίαν μετά 
της άνθρωπότητος, έπικυρών τό εν αυτή αληθές και 
ανταποκρινόμενος προς τόν πόθον και τόν σκοπόν αυ- 
τής. Ή φιλοσοφία έζήτησεν άπ' άρχης : Τί τό σύμ- 
παν ; *0 σαρκωθεις Αόγος έρχεται νά λύση τό ζή- 
τημα, άποκρινόμενος : Τό σύμπαν ειμί εγώ. 
« Ειμί ή αλήθεια, και εστί της έμής φύσεως παρι- 
σταναι όλα τά Οντα οίά έστι. ϊίαρίστημι τόν θεον τόν 
Πατέρα μου, παρίστημι τόν άνθρωτ:ον τόν άδελ^όν 
μου, παρίστημι τό σύμπαν. Ό θέλων γνώναι τί έστι 
θεός, τί έστιν άνθρωπος, τί έστι κόσμος, τίνες εισίν 
αί σχέσεις αύτου και άναφοραι, έρχεσθω προς με, 
γνώτωμε. Ό ερχόμενος προς με ου μη πεινάμε:, κα: 5 
«ιΐστεύων εις έμέ ου μή διψήσει πώποτε, βΟρίσ^ο 



70 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

<έμοί παν το δυνάμενον θεραπεΰσαι τάς νομίμους αύτου 
χρείας και επιθυμίας. Ει επιθυμεί γνώναι πάντα ? 
-πάντα γνώσεται, ώς εγώ αυτός• γ,ενήσεται σοφός ως 
εγώ, επειδή είμι το φως, και της έμής φύσεως έστιν 
άποκαλύπτειν και ου κρύπτειν τα πράγματα. Ειμί δ 
διδάσκαλος, καί της φύσεως μού έστι ποιεΐν τους μα- 
θητάς μου σοφούς ώς έγώ ». Ούτως η φιλοσοφία, 
ήτις κατέχει τοιούτον άντικείμενον οίον ό Ίησους 
Χριστός, άνταποκρινόμενον %^6ς τον πόθον αυτής, 
εστί πλήρης. Ή χριστιανική φιλοσοφία δεν ζητεί 
πλέον την άλήθειαν, κατέχει αυτήν, ασχολούμενη μό- 
νον εις την τελείαν αυτής κατάληψιν. 

Ή φιλοσοφία, καθώς είδομεν, ^σθάνθη την χρείαν 
αρχής δυναμένης δούναι λόγον περί δλων των όντων 
*αί φαινομένων. Ό Ίησους Χριστός έθεράπευσεν αυ- 
τήν, άποκαλύπτων η μι ν τόν Πατέρα, τόν Υίόν χαί 
το ^Αγιον Πνεύμα, δηλαδή την Ρ Λγίαν Τριάδα, αίτίαν 
πάσης υπάρξεως, πάσης γνώσεως, και πάσης ζωής, 
η αίτίαν όλων των όντων και φαινομένων. Ή φιλο- 
σοφία, ήτις κατέχει τοιαύτην αρχήν, άποδειχθεΐσαν 
δι' όλων των της επιστήμης μεθόδων, της τε άπαγω- 
γικής, επαγωγικής και ψυχολογικής, εστί φιλοσο- 
φία πλήρης, και ό την αρχήν ταύτην άποκαλύψας 
ημΐν, και θείς ημάς εν σχέσει προς την άρχην τής 
υπάρξεως, τής γνώσεως και τής ζωής ημών, εδωκεν 
ημ!ν φιλοσοφίαν, ουδέν πλέον Ιχουσαν έπιθυμήσαι• 
Και ει ό Ίησους, τιθείς και έφαρμόζων τους κανόνας 
<£θυ λόγου^ έκύρωσε την ελληνικών φιλοσοφίας συνε- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 71 

πληρωσεν αύτην, προςτιθείς τήν άρχην της Αγίας 
Τριάδος, και γενόμενος αυτός διδάσκαλος της καθο- 
λικής και απολύτου επιστήμης. Ούτως η χριστια- 
νή φιλοσοφία έστιν η αληθής φιλοσοφία, γινώ- 
σκουσα την φύσιν, τον σκοπόν και το άντικείμενον 
αυτής, κατέχουσα την άρχην, ήτις δύναται δούναι 
λόγον περί πάντων των όντων και φαινομένων, έχουσα 
διδάσκαλον διδάσκοντα και μεταδίδοντα τοϊς εαυτού 
μαθηταίς την τελείαν γνώσιν παντός πράγματος. Ό 
διδάσκαλος ούτος έστιν ό Χριστός, ου την θεότητα 
κατέστησαν ζήτημα οι τον λόγον άπολέσαντες, καέ 
δίκην αφρόνων λαλουντες, άνευ κανόνος και μέτρου. 
Ή δέ τής θεότητος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστοδ 
τρανωτάτη άπόδειξίς έστιν αυτή: 

Οι άπιστοι δέν άμφιβάλλουσιν, οτι ό Ιησούς έθα- 
νατώθη υπό των συμπολιτών αύτου Ιουδαίων πρά 
χιλίων οκτακοσίων έξηκοντα εννέα ηδη χρόνων. 
Άλλα δυνάμεθα αύτοις άποδεϊξαι, δτι ζή έως τ*?;ς σή- 
μερον επειδή έστι μετά των μαθητών αύτοΰ, καθώς 
ύπεσχέθη λέγων: «Ιδού εγώ εσομαι μεθ' υ- 
μών ε ω ς της συντέλειας του αιώνος».* 
Διδάσκει ημάς, ποιών ικανούς να φράττωμεν το 
στόμα των εχθρών αύτόυ, καθιστώντες έπικρατεστέ- 
ραν την άναντίρρητον διδασκαλίαν του. Επομένως 
έστο θεός- επειδή, ει μη ην, πώς αν ηδύνατο ζην κας 
διδάσκειν την φιλοσοφίαν τους εαυτού μαθητάς, έμ- 
προσθεν τών όποιων οι σοφώτατοι διδάκτορες τοι> 
^όσμου τούτου λαλησαι ου δύνανται, Διατί οι αογοζ 



#2 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

άκαδημιακοί και πεπαιδευμένο ε καθηγητά! της φιλο- 
σοφίας ουκ άνήρεσαν την έπιστημονικήν άπόδειξιν 
της Αγίας Τριάδος; Γενώσκουσε το διατί τοι>χο κάλ- 
λιο ν έμοΰ. Άλλ' η σιωπή των τιμήν αύτοϊς ου περ*- 
ποιεΐ, δεκαιουσα την κατ 5 αυτών άπαγγελθεΐσαν κρί- 
σιν, και αναπολόγητους αυτούς ποιούσα ενώπιον 
θεού και ανθρώπων. Έτι άπαξ ό Ιησούς Χρίστος 
έστε θεός, επειδή ζή και αποθανών. Βλέπομε ν αυτόν 
:καέ άκούομεν της φωνής αύτου. Μένε: μεθ' ημών και 
•ποιεί ήμας κοινωνούς της ζωής αυτού και σοφίας, 
οίδων ήμιν τήν δύναμιν του επιστημονικώς βεβαιούν 
τήν διδασκαλίαν αύτου, και ριζηδόν άναιρειν τα αντι- 
κείμενα αύτω συστήματα της πλάνης. "Ηδη παρέ- 
σχομεν ίκανάς αποδείξεις ου ει'πομεν και θα κατά- 
στήσωμεν αυτό σαφέστερον δια της αμέσου έπεκρί- 
σεως της φιλοσοφίας των σχολών. Ό Καρτέσιος 
έστάθη ό ιδρυτής της νομιζομένης ταύτης φιλοσοφίας* 
και απ 5 αύτου όφείλομεν άρξασθαι. 



ΕΠΪΚΡΙΣΙΣ 

ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. 

Ό λόγος της μεθόδου, και αί άποβλέπουσαε τήν 
πρώτην φιλοσοφίαν μελέται, εισι τα αριστουργήματα,, 
έφ' οις επαίρεται ή νεωτέρα φιλοσοφία. Γ Ό,τι δ 5 εν 
αύτοϊς εύρίσκομεν ουσιώδες έστι• 1 ον τέσσαρες κανό- 
νες της μεθόδου• 2 ον ή βάσις της φιλοσοφίας• >< η 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 73 

άπόδειξις της υπάρξεως του Θεοϋ και του κόσμου- 
Ή δε ακριβής των άρχων τούτων έκτίμησις κατα- 
δείξει την φύσιν της ψευδωνύμου ταύτης φιλοσοφίας 
και γενικώς την φύσιν όλων των καθ' ημάς σχολών. 



ΕΠΙΚΡΙΣΙΣ 

ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΤΗΣ ΜΕθΟΔΟΓ. 

Ό πρώ~ος της μεθόδου κανών έστιν ΟΊίος: «Το 
πρώτον παράγγελμα συνίστατο εις το μηδέποτε 2έ- 
χεσθαί τι ως αληθές, εάν μη τούτο έγίνωσκον έναρ- 
γώς δν τοιούτον))* τουτέστιν επιμελώς άποφεύγειν 
την έπίσπευσιν και προκατάληψιν, και μηδέν άλλο 
περιλαμβάνειν εις τάς κρίσεις μου ή το ζοιο^ιο^ 
έναργώς και διακεκριμένως εις το έμόν πνεύμα παρι- 
στανόμενον, ώστε μηόεμίαν δύνασθαι έχειν περί τού- 
του άμφιβολίαν. 

Ό άνθρωπος, και κυρίως ο φιλόσοφος, φύσει επι- 
θυμεί γινώσκειν την άληθε:αν. Ή μέθοδος έστιν 6 
τρόπος, δΓ ου φίΊΟψζΊ εις τ/]ν άποκάλυψιν τ?;ς αλη- 
θείας. Επομένως ο πρώτος της μεθόδου κανών ώ- 
φειλε λέγειν : πώς αν ηδυνάμεθα γνώναι την άγνω- 
στον άληΟειαν, και μη δέχεσθαι ώς αληθές ή το γνω- 
σθέν είναι τοιούτον. Έπειδη, της αληθείας άπαξ 
γνωσθείσης, πάντες αύτην υποδέχονται, πλην ών ή 
μοχθηρία εστίν όμοια τη του Σατανά, και οίτινες 
προτιμώσι το ψευδός της αληθείας. Το ζήτημα της 



74 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μεθόδου στρέφεται εις το μαθειν πώς όφείλομεν γνώ- 
ναι την άλήθειαν, πώς διακριναι το αληθές του ψευ- 
δούς. Ή δέ καρτεσιανή μέθοδος ουδέν αποκρίνεται 
προς το .ζήτημα. Λοιπόν, ουκ εστίν άξια καλεί- 
σθαι μέθοδος. Άλλ' έξετάσωμεν τί ήμϊν συνίστησι. 
«Πρέπει, λέγει, ν 3 άποφεύγωμεν επιμελώς τήν έπί- 
σπευσιν και προκατάληψιν ». .Τούτο δέ σημαίνει, 
©τι ουδέποτε πρέπει να προβαίνωμεν εν τη επιστήμη 
άνευ μεθόδου ή παρ' αυτήν. Άλλα τις έστιν ή μέθο- 
δος αυτή, καθ' ην όφείλομεν προβαίνειν;, Ό Καρτέ- 
σιος ήγνόει ταύτην αναμφιβόλως, επειδή ουδόλως 
περί αύτης λαλεί. Και όταν άγνοώμεν τήν μέθοδον, 
δυνάμεθα ν' άποφεύγωμεν τήν έπίσπευσιν καΐ προκα- 
τάληψιν; θα Ίοωμεν έν τοις έξης, δτι ό Καρτέσιος, 
παρά τον έαυτοΰ κανόνα, δέν ήδυνηθη νά τάς απο- 
φυγή, έπιβεβαιών αυτός ό ίδιος δ,τι λέγομεν. Προς τί 
λοιπόν θα χρησιμεύση τοιούτος κανών, παραγγέλ- 
λων μέν ήμιν νά προβαίνωμεν μεθοδικώς και νά δε- 
χώμεθα μόνον τό αληθές, άφίνων δέ ήμας έν τη ά- 
γνοια της μεθόδου και του χαρακτηρος της αληθείας; 
"Ισως αν ειποιεν, ότι ή ενάργεια, κατά Καρτέσιον, 
εστίν ό ^αρακτήρ της αληθείας, και Οτι, όπως μή 
άπατώμεθα, όφείλομεν μόνον παραδέχεσθαι τά εκτός 
πάσης αμφιβολίας. Και τούτο πραγματικώς ένόει ό 
Καρτέσιος, λέγων : κ Ουδέν πλέον έν ταϊς κρίσεσί μου 
περιλαμβάνω, ή τό τοσούτον έναργώς και τοσούτον 
διακεκριμένως τω εμώ πνεύματι παριστώμενον, ώστε 
μηδόλως περί αύτοϋ διστάζειν ». . Άλλα θέλω νά 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ• 75 

ερωτήσω, εάν ύπάρχωσι δύο είοη ενάργειας, η φαινό- 
μενη δι' ης βλέπομεν τα πράγματα άλλως ή ώς έ- 
χουσι, και η αληθής ήτις ημάς ουκ εξαπατά. Τούτο 
δέέστι γεγονός πασίγνωστος πολλάκις έν ήμιν συμ- 
βαίνον^ το έπιδοκιμάζειν ψευδείς δόξας και θεωρειν 
αύτάς ώς αναντίρρητους αλήθειας, επειδή παρέστά- 
θησαν εις το -ηρέτερον πνεύμα τοσούτον έναργώς 
και τοσούτον διακεκριμένως, ώστε κατά Καρτέσιον 
μηδαμώς περί αυτών άμφιβάλλειν. Και τουναντίον, 
συμβαίνει ώςαύτως εν ήμιν, άπορρίπτειν ώς ψευδείς 
δόξας αληθείς, διά την άσάφειαν αυτών, επειδή το 
πνεύμα ημών ου δύναται (3λέπειν αύτάς καθαρώς 
και διακεκριμένως. ΕΓναι και φαίνεσθαι ομολογούν- 
ται δύο τινά όλως διάφορα. Το δν αληθές ού φαίνε- 
ται πάντοτε είναι αληθές 4 και το φαινόμενον αλη- 
θές ουκ εστί πάντοτε τοιούτον. Ειπερ η πλάν>ι 
έστερεΐτο της ενάργειας, ουδείς αν ποτέ ήπατατο• 
και αν η αλήθεια ουκ ην ασαφής και κεκρυμμένη, 
πάντες αν ήδύναντο ευκόλως αυτήν εύρίσκειν καέ 
όμολογεϊν. Ό επιτήδειος σοφιστής ποιεϊ ημάς πι- 
στεύειν ώς άλήθειαν το ψευδός διά τήν καθαρότητα* 
μεθ' ης τοΰτο παρίστησιν εις το ήμέτερον πνεύμα. 
Άναχωρουντες εκ τίνος ψευδούς αρχής, ώς αληθούς 
έκλαμβανομένης η κακώς συλλογιζόμενοι, φθάνο- 
μεν εις συνεπείας, αιτινες δοκοϋσιν είναι αληθέστερα* 
και του ηλιακού φωτός φαεινότεραι. Ώς προς το 
ημέτερον πνεύμα, μηκέτι έξησκημενον εις το καλώς 
έφαρμόζειν τους κανόνας του λόγου, αί πλάναι π&ρί- 



¥6 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ατανται καθαρώτεραι των αληθειών αί άληθειαι δο- 
κουσιν αύτώ σκοτεινά:, ακατάληπτοι, ενώ αι πλάναι 
Φαίνονται ούτω καθαραί, ως ει ί|σαν γεωμετρικά αξιώ- 
ματα. Πάντες λ. χάριν νομίζουσι πολύ πλέον ώφέ- 
λιμον φεύγειν τήν τιμωρίαν της δικαιοσύνης η ύπο- 
στήναι την ποινήν ης άξιον έστι το διαπραχΟέν άδί- 
χημα• Ώφείλομεν είναι Σωκράτεις η Πλάτωνες δπως 
φανώμεν ανώτεροι της γενικώς παραδεχθείσης ταυ• 
της προ7αίψεως δια την φαινομένην εν αύτη καθαρό- 
τητα. Ότι δ θεός έστιν δν εν τρισί προςώτιοις, το^το 
έφάνη τοις σοφοίς και έξόχοις του κόσμου ιου-ζο^ 
άντίφασις ακατάληπτος. Απεναντίας, δτι ό θεός 
έστιν εν μόνον πρόςωπον, ^ο\>το αύτοις έφάνη εναρ- 
γής αλήθεια, αξίωμα άναμφίβο7λθν, έφ' ου στηρίζε- 
ται η τούτων επιστήμη, καλούμενη θεόλεκτος, ην 
άντεταξαν τη χριστιανική θεολογία. Άλλ' άπεοείξα- 
|λεν, δτι η 'Αγία Τριάς έστι λογική ανάγκη και των 
αληθειών η Αλήθεια, καΐ δτι ό θεός των θεϊστών 
έστι χίμαιρα της αυτών φαντασίας. Τί ουν εκ τού- 
των πάντων δει συμπεραναι; ^Απλούστατα, δτι ύπάρ- 
χουσι δύο είδη ενάργειας: η πραγματική ενάργεια και 
^φαινόμενη, η ενάργεια της αληθείας και η ενάργεια 
της πλάνης, η σοφιστική και επιστημονική ενάργεια. 
Ει δε ούτως έχει, ή ενάργεια χρήζει κανόνων οφεί- 
λει υπόκεισθαι εις κανόνας, μη δυναμένη χρησεμεΰσαι 
*Ι)μΐν ώς κανών. Ό πρώτος κανών της καρτεσιανής 
μεθόδου κατ ούδένα τρόπον εστίν ό πρώτος της επι- 
στήμης κανών, έστι μάλλον η θύρα της πλάνης^ ^ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 77 

αρχή της σοφιστικής και η βάσις του σκεπτισμσυ* 
διότι, έοαρμόζοντες τον κανόνα τούτον, ου δυνάμεθα 
πλέον ο^ακρίνείν την άλήθειαν της πλάνης, ούτε άναι- 
ρεΐν την ψευδή δόξαν και την αληθή έπιβεβαιοΰν. 
Ιδού εν παράδειγμα. Ό Καρτέσιος έπίστευε και υπε- 
στήριξε μετ' ακλόνητου βεβαιότητος, ότι η εοέα του 
Θεού ετέθη εν τη ψυχή αυτού ύπ' αύτοϋ του Θεού. 
Αναμφιβόλως, ουκ ήδύνατο ό Καρτέσιος παραοέξα- 
σθαι την δόξαν ταύτην, ειμή εαλεπεν αυτήν κατά τον 
πρώτον αύτοϋ κανόνα, καθαρώς και διακεκριμένως ? 
ούδεμίαν έχων άφορμήν ίνα θεωρτ) αυτήν άμφίβολον* 
Ό Λόκκιος δικαίως ή αδίκως άνηρεσε τήν δόξαν τοδ 
Καρτεσίου, βεβα!&σας ότι ό Θεός ούδεμίαν εθηκεν 
Εδέαν εν τη ημετέρα ψυχή. Ιδού δύο μεγάλοι φιλό- 
σοφοι ύποστηρίζοντες δύο αντιθέτους δόξας. Ό Καρ- 
τέσιος διισχυρίζεται δτι βλέπει καθαρώς και διακε- 
κριμένους την ιδέαν του Θεού τεθε'.μενην εν τη εαυτού 
ψυχή ύπ' αύτοΰ του θεοΰ. Ό Αόκχεος βλέπει επίσης 
καθαρώς και διακεκριμένως ότι ουδεμία ιδέα ετέθη εν 
τή ψυχή αυτού, οτι αυτός αύτάς σχηματίζει, ποιών 
αύτάς και μεταποιών. "Ηδη τις εκ τών δύο έχει δί- 
καιον; Κατά τον καρτεσιανών κανόνα αμφότεροι 
έχουσι δίκαιον επειδή έκαστος βλέπει καθαρώς και 
διακεκριμένως αληθή την έαυτοΰ δόξαν. Ιδού 7νθ:πόν 
έφθάσαμεν εις την αρχήν του περιωνύμου σοφιστου 
Πρωταγόρα, ύτζοΰ'ΖΎΐοίζοΊτος ενώπιον του Σωκράτους 
ότι το έκάστω φαινόμενον ώς αληθές, αληθές έστι, 
και το φαινόμενον ώς ψευδές, ψευδές έστιν, ότι τα 



78 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

πάντα εστίν επίσης αληθή, και ψευδή, και οτι 6 
άνθρωπος εστί το μέτρον παντός πράγματος. Ό Καρ- 
τέσιος, εν τω πρώτω κανόνα τής εαυτού μεθόδου, ού- 
Βέν άλλο επραξεν η να άνεγείρτ) πάλαιαν τίνα πλά- 
νην, υπό Πλάτωνος ηδη άντφημένην, και έπαναγάγη 
είς την ζωήν τ$ιν ψευδή φιλοσοφίαν της αρχαιότητος 
συνεκπνεύσασαν μετά τής ψευδούς θρησκείας• 

Ή καρτεσιανή ενάργεια, άπαξ αναγνωρισθείσα ως 
δ πρώτος τής επιστήμης κανών, ώφειλε να προξενήστρ 
μεγάλην έπανάστασιν εις τά πνεύματα κατά των 
αληθειών τής χριστιανικής θρησκείας. Ή επιστήμη 
ουδέν άλλο παραδέχεται ή παν το σαφές και άναμφί- 
βολον. Ή θρησκεία επιβάλλει τήν %ίστιν εις το μυ- 
στήριον Ούκουν η επιστήμη και η θρησκεία είσι δύο 
τινά αντιθέτου φύσεως. Πιστεύειν εις το μυστήριον, 
ΙστΙ παραβιάζειν τον πρώτον τής επιστήμης κανόνα• 
τηρεΐν τον κανόνα της επιστήμης έστιν όλως παραι- 
τεΐν την θρησκείαν. Ούτως ου δυνάμεθα ή νά έκλέ- 
ξωμεν μεταξύ των δύο εναντίων, και νά θυσιάσωμεν 
το μέν τω δέ, το χείρον τω κρείττονι. Διά τής συγ- 
κρίσεως αμφοτέρων, η μέν επιστήμη υπόσχεται το 
φως, την βεβαιότητα, την άλήθειαν. Ή δέ θρησκεία 
μας καταδικάζει εις την άσάφειαν, την άγνοιαν και 
αβεβαιότητα• η επιστήμη πληροφορεί μετά πραότη- 
τος, η θρησκεία επιβάλλεται μετά τυραννικής αυθεν- 
τίας• επομένως η επιστήμη προτιμητέα κατά πολύ 
της θρησκείας• Ή θρησκεία αποβλέπει τον οχλον, 
τους αμαθείς, εις ους απρόσιτος η επιστήμη. Τοιου- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ• 79 

τον λάλημα σοφιστ'.κόν, πλήρες ψευδούς ενάργειας, 
!με?^λε να γοητεύση πάντας τους κουφόνοας, οιτινες 
προςεποιοΰντο τήν άπιστίαν, όπως οόξωσιν εΐναι σο- 
φοί. Προς το γενέσθαι δια μιας σοφόν ηρκει η απόρ- 
ριψες δλων των θρησκευτικών πεποιθήσεων η απι- 
στία εθεωρείτο ως σοφία, και η πίστις ως αμάθεια. 
Ή σοφιστική έσχεν άεννάως παρά τοις λαοϊς φαινο- 
μένην τινά έπιτυχίαν, έφήμερον και άνίκογοΊ προς 
την φύσιν αυτής. Οι Αθηναίοι, πεισθέντες υπό των 
σοφιστών, κατεδίκασαν τον Σωκράτην εις θάνατον. 
Οι Ιουδαίοι, πεισθέντες υπό τών Φαρισαίων, προύτί- 
μησαν την ζωήν ενός ληστοϋ τής ζωής του εαυτών 
Μεσσίου. Οι νεώτεροι λαοί άπατηθέντες υπό τών 
θέλγητρων τής νέας σοφιστικής, ιδρυθείσης μεν υπό 
Καρτεσίου, τελειοποιηθείσης δε υπό Βολταίρου, ώφει- 
λον προτιμήσαι τήν λατρείαν μιας πόρνης αντί τής 
λατρείας του Λόγου του Θεοϋ. Την νίκην όμως και 
τον θρίαμβον έξουσι δια παντός οί Σωκράτεις, και 
ουχί οί σοφισταί• την λατρείαν ό Σταυρός και ουχί ό 
φανατισμός, οΰτε η νεωτέρα πόρνη• την καθολικην 
διάδοσιν ή θεία αλήθεια και ουχί η πλάνη. Ό χρόνος 
ανευρίσκει την φύσιν παντός πράγματος, και η δικαιο- 
σύνη πάλιν άποδίδωσιν έκάστω κατά την άξίαν του. 

Έλθωμεν νυν εις την έξέτασιν τών άλλων τής με- 
θόδου κανόνων, θεωρούμενης ως εν τών αριστουργη- 
μάτων εν τοις νεωτέροις χρόνοις. 

« Το δεύτερον παράγγελμα, συνίστατο εις το 
διαιριΐν έκάστην τών δυςκολιών, ας έξήταζον, εις δσα 



80 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μέρη ην αν έφικτόν, και άπΎ)τεϊτο προς κρείττονα λό- 
σιν αυτών ». 

Τι δέ πρέπει νά έννοωμεν ώς δυςκολίας; Δύναται 
πάσα δυςκολία νά διαιρεθη ; Ό δεύτερος κανών της 
μεθόδου στερείται σαφήνειας, καίτοι ταύτην ϊτι τοΰ 
πρώτου έπιζητουντος. 

« Το τρίτον εις το τάσσειν εν τάξει τάς ιδέας μου, 
άρχόμενον εκ των απλούστερων και εύληπτοτέρων 
αντικειμένων, δπως ανέλθω ολίγον κατ' ολίγον, ώς 
δια βαθμίδων, άχρι της γνώσεως των μάλλον συνθέ- 
των, ύποτιθεις τάξιν και μεταξύ εκείνων, άτινα φυσι- 
κώς δέν προηγούνται αλλήλων;)• 

Τω οντι, γινώσκοντες τά στοιχεία τών πραγμά- 
των, γινώσκομεν ευκόλως τους συνδυασμούς και τά 
εξαγόμενα αυτών. Ούτως, έπειδη ουκ εισι τά ςοιχεΐα ί\ 
τά άπλα αντικείμενα, ά πίπτουσιν υπό την ημετέραν 
άντίληψιν, αλλά τά σύνθετα, έκ τούτου ανάγκη πάσα" 
δεΐξαε πρώτον, πώς δυνάμεθα νά φθάσωμεν εις την 
γνώσιν τών στοιχείων τών πραγμάτων ή τών απλών 
.αντικειμένων. Ενταύθα υπάρχει το κύριον της μεθό- 
δου σημεΐον δι 5 δ ό Καρτέσιος ώφειλε νά δώση κα- 
νόνας. Ό τρίτος αύτοΰ κανών έστι της αύτης τοΰ 
πρώτου φύσεως. Και ο\)τος μεν ημϊν παραγγέλλει 
μόνον το αληθές παραδέχεσθαι• εκείνος δέ από τών 
απλούστερων αντικειμένων άρχεσθαι. Άλλα πρόκει- 
ται γινώσκειν πώς εύρίσκειν τό αληθές, πώς φθάνειν 
εις την τών απλών γνώσιν. Ό δέ συγγραφεύς τοΰ 
λόγου της μεθόδου /ιγνόει τί έστι μέθοδος και τίνες 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 81 

οι κανόνες αυτής, καίτοι νομίζων δτι εύρε μέθοδον 
έχουσαν τα προτερήματα πάσης άλλης μεθόδου καί 
άπηλλαγμένην ελλείψεων. Νομίζε',νείδέναι τόάγνοού- 
μενον, εστίν άπατασθαι. Ό πατήρ της άντιχρ:στια- 
νίκης φιλοσοφίας ουδέν άλλο κατώρθωσεν η ειπείν 
άλογίας και έπικυρώσαι πλάνας. Ή δέ έξέτασις του 
θεμελίου της φιλοσοφίας του καί της νομιζομένης απο- 
δείξεως της του θεοΰ υπάρξεως αίρει πασαν περί, 
'ΖούτοΌ άμφιβολίαν. 

ΕΠΙΚΡΙΣΙΣ 

Ι 

ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. 

Ό Καρτέσιος έπεχείρει νά θεμελίωση την εαυτού 
φιλοσοφίαν επί βάσεως ακλόνητου καί άπροσβλή- 
υοτ εκ μέρους του σκεπτισμοΰ. 'Όπως οέ έπιτύχη 
του σκοπουμένου, ήρξατο αμφιβάλλων περί της 
υπάρξεως του θεοΰ καί του κόσμου, ύποκρινόμε- 
νος τον σκεπτικόν, καί δια τοιαύτης όδου έφθασε νά 
βεβαίωση την ιδίαν ΰπαρξιν, λέγων: Νοώ, ουκ ου ν 
υπάρχω. Ούτως ένόμιζεν ότι εύρεν αλήθεια ν, 
ήτις εστίν η αληθής βάσις καί η πρώτη αρχή της 
φιλοσοφίας. Ιδού τίνι τρόπω εκφράζεται: αΚαί πάρα- 
τηρών, ότι η αλήθεια αύτη : νοώ, ο υ κ ο υ ν υπάρχω, 
ήν επί τοσούτον σταθερά καί βεβαία, ώστε πάσαι αί 
αλλόκοτοι των σκεπτικών υποθέσεις ουκ ήδύναντο 
αυτήν διασεϊσαι, έκρινα, ότι ήδυνάμην νά τήν παρα- 
δεχθώ, μηδέν ένδοιάζων, ώς τήν πρώτην της φίλο- 

6 



82 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

σοφίας αρχήν, ην έζήτουν. Μετά ταΰτα, έΟεώρουν έν 
γενεί τί απαιτεί πρότασίς τις ίνα η αληθής και βε- 
βαία. Επειδή, εύρων μίαν, ην έγίνωσκον ούσαν τοιαύ- 
την, διενοούμην, οτι ώφειλον ώςαύτως γινώσκειν εις 
ιί συνίσταται αυτή η βεβαιότης». 

Ούτω, κατά Καρτέσιον, νοώ, ουκουν υπάρχω. 
Ιστέ μία πρότασις και μία αλήθεια. Προς οέ, 
εστίν η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας. Το 
*ατ' έμέ, νοώ, ούκουν υπάρχω, περιέχει δύο 
προτάσεις και δύο αληθείας• εστίν εΓς ήμισυλλογι- 
σμός κακώς γενόμενος, και ούχ ή πρώτη της φιλο- 
σοφίας αρχή. Ιδού ή άπόδειξις: Ύπάρχειν και νοεΐν 
είσι δύο ρήματα διαφόρου φύσεως. Ή ύπαρξις και ή 
νόησίς είσι δύο πράγματα λίαν διακεκριμένα. Ή φύ- 
σις δεικνύει ήμϊν αυτά κεχωρισμένα το εν του άλλου. 
Ή πέτρα, λόγου χάριν, υπάρχει• άλλ' ού νοεί. Ό 
άνθρωπος υπάρχει ένταυτω και νοεί. Δύο ρήματα δια- 
φόρου φύσεως ποιουσι δύο προτάσεις. Δύο προτάσεις, 
ών ή μεν αποδίδει τώ υποκειμένω την υπαρξιν, ή δε 
την νόησιν, άποτελουσι δύο αληθείας, ει αι δύο 
είσίν αληθείς. Νοώ, ούκοιΓν υπάρχω, κατ* ού- 
δένα τρόπον δύναται είναι μία πρότασις, ούτε μία 
αλήθεια. Πώς μία πρότασις ήδύνατο χρήζειν του συν- 
δέσμου ούκουν; Ουκ εστίν εναργές ότι ό σύνδε- 
σμος ούοέποζε δύναται χωρήσαι ή εν μέσω δύο προτά- 
σεων; Το λάθος του μεγάλου φιλοσόφου των νεω- 
τέρων χρόνων δεν επιτρέπεται ούτε εις τους παΐδας, 
οιτινες άρχονται νά σπου§άσο$σι τήν γραμματικήν. 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 83 

Έάν είπω: « η πέτρα υπάρχει κα! νοεί », 6ά μοί ε:- 
πωσιν: « Ουχί, έχεις &δικον• η πέτρα υπάρχει, άλλ' 
ου νοεί• Ή πρώτη πρότασίς έστιν αληθής, η δευτέρα 
εστί όευδηςη. Έάν ειπώ: «Ό άνθρωπος υπάρχει καί 
νοεί», θα μοί είπωσι; «Ναι• άμφότεραι αί προτάσεις 
έπαληθεύουσι». Βλέπω λοιπόν έναργώς χαί διακεκρι- 
μένους, δτι, Νοώ, ο()}ίο\>Ί υπάρχω, περιέχει δύο- 
προτάσεις και δύο αληθείας. Τούτο παρίσταται εις το 
πνευμά μου τοσούτον καθαρώς και τοσούτον διακε Γ 
κριμένως, ώστε ούοεμίαν έχω άφορμήν Γνα περί αύ- 
τοΟ αμφιβάλλω. ΌΚαρτέσιος έβλεπεν επίσης καθαρώς 
χαί διακεκριμένες, ο τι Νοώ, οό^οόί υπάρχω, 
εστί μία πρότασις και μια αλήθεια. Άλλ' η καθαρό• 
της αυτού ην ψευδής, επειδή αντίκειται εις τον λό- 
γον. Έξ ου βλέπομεν δτι ύπάρχουσι δύο είδη καθα- 
ρότητος• η φαινόμενη καθαρότης, η δεικνύουσα ήμΐν 
τά πράγματα άλλως η ως έχει, χαί η λογική καθα- 
ρότης, ή μη ήμας άπατώσα. Ό Καρτέσιος ουκ ηδυ- 
νηθη διακριναι τά δύο ταΰτα είδη της καθαρότητος 
χαί δοϋναι αληθείς κανόνας της μεθόδου. Δια τούτο, 
παρά τον εαυτού κανόνα, δεν κατώρθωσε ν 1 αποφυ- 
γή ούτε την προκατάληψιν, ούτε τον όλισθον, άπατώ- 
μενος πάντοτε και ένθα ένόμιζεν είναι απρόσβλητος, 
μη ών πραγματικώς άλλο η το της πλάνης όργανον. 
Άπεδείξαμεν δτι: Νοώ, ούχο\)Ί υπάρχω, ουκ 
εστίν ούτε μία πρότασις, ούτε μία αλήθεια, καθάπερ 
ένόμιζεν ό αρχηγός των σχολών. ν Εστι δε ή πρώτη 
της φιλοσοφίας άρχη ; Ό Καρτέσιος, τοαούτω δύςκο- 

6* 



84 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Λος είς το πιστεύειν, ούΰαμ&ς περί τούτου διστάζει 
.Και διατί; « Διότι, λέγει, οτι πασαι α: παραλογώ- 
•τεραι των σκεπτικών υποθέσεις ου δύνανται αυτήν 
οιασεϊσαι». Το διατί τούτο εστί παραπολύ ασθενές 
7. αϊ όλίγω στερεόν προς το ύποστηρίξαι την πρώτην 
αρχήν της φιλοσοφίας• επειδή αί μάλλον αλλόκοτοι 
των σκεπτικών υποθέσεις ούΐέποτε δύνανται διασεΐ- 
σαι, ού μόνον άλήθειαν οιανδήποτε, αλλά και αυτάς 
•τάς πλάνας. Ει προς το άναιρέσαι πλάνην τινά 
^οιουμεν τάς παραλογωτέρας υποθέσεις, ει προβαίνα- 
μεν κατά τοΰ 7,όγου, αντί του οιασεΐσαι αυτήν, στε- 
ρεουμεν. Λοιπόν ή πρώτη αρχή της φιλοσοφίας ου& 
Ιμελλεν είναι ακράδαντος κατέναντι τών παραλογω- 
τέρων του σκεπτικού υποθέσεων, επειδή η πλάνη καρ- 
ποΰται ωσαύτως το αυτό πλεονέκτημα, άλλ' αδιάσει- 
στος απέναντι του λόγου και της συνειδήσεως, Ί 
τοϋθ' όπερ εστί ταυτόν, έπιδεδοκιμασμένη υπό του λό- 
γου και της συνειδήσεως• Έξετάσωμεν λοιπόν, εΐ ο 
λόγος δύναται άποδουναι τον χαρακτήρα της πρώτης 
αρχής της φιλοσοφίας εις το περιβόητον τούτο Νοώ ? 
ούκοΰν υπάρχω. 

Μεταξύ τών δύο τούτων προτάσεων, ών η μέν £πι- 
βεβαιοΐ την νόησιν, ή δέ την υπαρξιν, τίνα πρέπει 
να λάβωμεν ώς τήν πρώτην αρχήν της φιλοσοφίας ; 
Ει μέν λέγομεν τήν έπιβεβαιουσαν τήν νόησιν, θά 
είπω, δτι ή νόησις αυτή, κατά τον Καρτέσιον, έστε 
νόησις απατηλή. Και αν ή πρώτη αρχή της φιλοσο- 
φίας τι απατηλή, τότε τί £στα: πάσα ή φιλοσοφία ι 



ΦϊλΟΣΟΦίΑ. 85 

Ε&ι προς τι ήμΐν χρησιμεύσει φιλοσοφία μη έχουσα 
άλλην άποστολήν η τ^ν του άπαταν ; Ει 2έ λέ- 

<γομεν: τήν έπιβεβαιουσαν του εγώ την ύπζρξιν, θα 
ειπώ, οτι η πρότασις αυτή εστί συνέπεια της πρώτης, 
και συνέπεια ου δύναται έχειν την ιδιότητα του πρωτύον 
χαΐ της άρχης• Συνέπεια δύναται μεν είναι αληθής, 
άλλ' ου δύναται συγχρόνως είναι πρώτη άρχη• επειδή 
είναι συνέπεσαν και πρώτην αρχήν έστιν άντι'φασις 
εναργέστατη. Και ει ουδεμία των δύο προτάσεων δύ- 
ναται είναι ή πρώτη της φιλοσοφίας αρχή, αι δύο 
όμου ούχ ήττον ου δύνανται, επειδή ή άρ*/ή οφείλει 
είναι μία και ουχί δύο προτάσεις, ών έκαστη κατά 
Ιμερος ληφθείσα οέν φέρει την ιδιότητα της άρχης. 
ν Ετι άπαξ ό αρχηγός της νεωτέρας φιλοσοφίας ήπα- 
τατο βαρέως, νομίζων, ότι εύρε τήν πρώτην αρχήν 
της φιλοσοφίας, δπερ κατ" ούοένα τρόπον εστίν αληθές. 
Ή ψευδής ενάργεια παρίστησιν ημΐν τα πράγματα 
άλλως ή ως έχει, και η πεποίθησις, η μή ανταπο- 
κρινόμενη προς τήν των πραγμάτων φύσιν, καλεΐτα: 
πλάνη. Ή πλάνη οέν δύναται νά μεταβάλη τήν φύσιν 
των πραγμάτων, και όταν έκλαμβάνωμεν τον χαλκόν 
ώς χρυσόν, ό χαλκός ουκ έπαύσατο εντεύθεν είναζ 
χαλκός. Ό Καρτέσιος, ε/ων εν όφθαλμοΐς τήν ψευδή 
ένάργε'.αν, ένόμισεν οτι Νοώ, ο ύ κ ο υ ν υπάρχω, ην 
άλήθε'.α και ή πρώτη της φιλοσοφίας αρχή. Άλλ' ούτε 
το εν ούτε το άλ7^ο εστίν εΓς ήμισυλλβγισμός έστζ 
μόνον, ού ή μείζων λείπεται. Και έρχόμεΟα νά συμ- 
-πληρώσωμεν αυτόν, όπως καλώς έκτιμήσωμεν τήν 



86 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

άληθη άξίαν της νομιζομένης βάσεως της φιλοσοφίας. 

Ή της φύσεως παρατήρησες δεικνύει μόνην τήν 
ύπαρξιν άνευ της ζωής, άλλ' ούχι την ζωήν μόνην 
άνευ της υπάρξεως, την ζωην άνευ της νοήσεως, 
αλλ 5 ούγι την νόησιν άνευ της ζωής. "Οθεν δυνάμεθα 

πορισθηνάι τάς έξης αρχάς : Παν το νοοϋν ζη καΐ 
υπάρχει, παν το ζών υπάρχει, και παν το υπάρχον 
υπάρχει. Άλλ' ου δυνάμεθα ειπείν, Οτι πάν το υπάρ- 
χον ζη, ούτε πάν το ζών νοεί, διότι η πείρα κατά- 
-ύεύδει τάς αρχάς ταύτας, δεικνύουσα ήμίν όντα άνευ 
ζωής, και ζώα άνευ νοήσεως. Ουδέποτε όμως ή πείρα 
δύναται ήμίν χορηγήσαι παράδειγμα, καταψευδον τάς 
.αρχάς : πάν το νοούν ζη και υπάρχει* πάν το ζών 
υπάρχει. Λοιπόν καλώ αρχήν γενικήν τίνα αλήθειας 
•επικυρουμένην υπό πάντων της πείρας τώ•ν διδομέ- 
νων, ην ου δυνάμεθα δι 5 ενός μόνου παραδείγματος 
χαταψεΰσαι. Ούτω διά της παρατηρήσεως ύψώθημεν* 
εις γενικήν τίνα αρχήν, δι 5 ης δυνάμεθα συμπληρώσαν 
τον ήμισυλλογισμόν του Καρτεσίο-υ. 

Παν το νοούν υπάρχει 

Άλλα νοώ. 

Ούχοΰν είμ». ^ υπάρχω. 

Ούτος έστιν εις συλλογισμός πλήρης, ου το συμ- 
πέρασμα εστίν αληθές, επειδή τα προκείμενα εισιν 
άληθη. Ήδύνατο ειπείν ό Καρτέσιος : ειμί, ούκοΰν νοώ; 
Ούχι, αναμφιβόλως, επειδή ουκ εστίν αληθές, οτι 
πάν το υπάρχον νοεί. Έκ της νοήσεως δικαιούμεθα 
συμπεράναι τήν ύπαρξιν. Άλλ' εκ της υπάρξεως οώ 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 87 

δικαιούμεθα συμπεραναι την νόησιν. Έπειδη, εάν, 
κατά την τάξιν των πραγμάτων, η ίίπαρξις προηγη- 
ται της νοήσεως, η η νόησες προέρχηται εκ της υπάρ- 
ξεως, κατά την τάξιν της γνώσεως, η νόησες προη- 
γείται της υπάρξεως* επειδή εκ της νοήσεως γινώ- 
σκομεν την ΰπαρξιν. Ει μη ύπηρχομεν, ουκ αν ηόυ- 
νάμεθα εχειν ούδεμίαν νόησιν• άλλ' έΐ μη εΓχομεν την 
νόησιν, ουκ αν ηόυνάμεθα γινώσκειν την ημετέραν 
υπαρξιν, ως συμβαίνει εις τά στερούμενα νοήσεως 
οντά. Ή άφαίρεσις της υπάρξεως συνεπάγεται ώςαύ- 
τως την άααίρεσιν της νοήσεως• αλλ 5 η άφαίρεσις 
της νοήσεως συνεπάγεται μόνον την άφαίρεσιν της 
γνώσεως της υπάρξεως, και ούχι τ/;ν άααίρεσιν της 
υπάρξεως Ει ουν έστιν αληθές Οτι πάν το νοούν υπάρ- 
χει, δεν ειχεν άδικον ό Καρτέσιος, λέγων: > : οώ, 
ου χουν ειμί* άλλ' εΙχεν άδικον, έξολισθησας εις 
το συμπέρασμα πριν ή βεβαίωση την γενικην άρχην. 
Έσοραλεν, έκλαβών συλλογισμών περιέχοντα τρεις 
προτάσεις και τρεις αληθείας, ως μίαν πρότασιν και 
μίαν άληθειαν έσφαλε, Οεις την άπόδειξιν της ιδίας 
υπάρξεως, ώς την πρώτην άρχην της φιλοσοφίας. Ό 
Καρτέσιος όμως δέν ηθέλησε να αναγνώριση, 6τ: 
έποίησε σχολαστικην άπόδειξιν, άλλ' ηθέλησε να βε- 
βαίωση απλώς άληθειαν, ην ουκ ηδύνατο μη παρα- 
οέςασθαι. Τούτο δέ ουδόλως αυτόν δίκαιοι, άποδει- 
κνύον μάλιστα ότι ουκ έγίνωσκε τι έποίει, και ότι 
ουκ ην ικανός έκτιμησαι την ουσιν της άξιουμένης 
άρχης α\)~.ο\>, κατάστασης άντικείμενον θαυμασμού 



88 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

παρά τοις φιλούσε θαυμάζειν μόνον τό αυτούς άπατων. 
'Ό,τι και αν λέγωσι, το θεμέλιον της φιλοσοφίας 
όπερ ήξίωσεν άντικαταστησαι την φιλοσοφίαν του 
Σωκράτους και του Πλάτωνος, κυρωθεΐσαν και συμ- 

.πληρωθεΐσαν υπό του Κυρίου ημών Ίησου Χρίστου, το 
©εμέλιον τούτο, λέγω, εστί συλλογισμός ατελής, 
σχολαστική άπόδειξις κακώς γενομένη. Ό καρτεσια- 
νός συλλογισμός, ώς αυτόν ήδη συνεπληρώσαμεν 9 
εστίν όμοιος τω έξης : 

Πας άνθρωπος φέρει σώμα* 
Εγώ ειμί άνθρωπος. 
Λοιπόν εγώ φέρω σώμα. 

Ουδείς δύναται μέμψασθαι τον συλλογισμόν τού- 
τον ώς ψευδή, και αί άτοπώτεραι των σκεπτικών 
υποθέσεις ου δυνήσονται διασεισαι τό συμπέρασμα: 
λοιπόν, φέρω σώμα. Άλλα θα κινήσω πάντας εις γέ- 
λωτα, εάν ούτω προβαίνω ινα βεβαιώσω ότι φέρω 
σώμα, και ετι πλέον, εάν άξιώ ότι εΰρον άλήθειαν, 
ήτις οφείλει είναι η βάσις της φιλοσοφίας, επειδή αί 
άτοπώτεραι των σκεπτικών υποθέσεις ού δύνανται 
αυτήν διασεισαι. Τίς ποτέ έδίστασε περί της υπάρξεως 
του ιδίου σώματος; Και αυτοί οι σκεπτικοί, λαμβά- 
νοντες τον κάλαμον £να έκθέσωσι τό σύστημα των^ 
δύνανται άμφιβάλλειν ότι μεταχειρίζονται τήν εαυτών 
χείρα και τήν κεφαλήν, Οπως έκθέσωσι τους λόγους, 
οιτινες άγουσιν αυτούς εις τό άμφιβάλλειν; Δέν 
πιστεύω• και ό καρτεσιανισμός, ό θελήσας νά θεμ,ε- 
λιώση τήν φιλοσοφίαν έπί της υπάρξεως τοΰ έγώ, 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 89 

ούκ ε'στι λογικώτερος του υλισμού, του θελήσαντος 
αυτήν θεμελιώσαι επί της υπάρξεως του σώματος. 
Τα δύο αντίθετα συστήματα στηρίζονται επί δύο αλη- 
θειών επίσης καθαρών και αναμφίβολων. Άλλ' 6 
υλισμός τίθησι την αρχήν "ου ανεξαρτήτως πάσης 
άλλης άρχης, ενώ ο καρτεσιανός ορθολογισμός ή 
στρεβλολογισμός τίθησι την εαυτού δυνάμει συλ- 
λογισμού, τουτέστιν εξαρτά την αρχήν του εξ άλλης 
άρχης, μη συνειδώς τι ποιεί* όθεν ό υλισμός έστι 
λαγικώτερος του ορθολογισμού. Κράμα τι τερατώδες 
των δύο αντιθέτων συστημάτων γέννα τον πανθεϊ- 
σμόν, ός τις συγχέει ό'λας τάς ψυχάς εν μια μόνη 
ψυχή, και εις όλα τά σώματα εν ένί μόνω σώματι, καέ 
εκ της συγχύσεως ταύτης πλάττει ένα θεόν τερατώ- 
δη, συνεστώτα υπό πάσης ψυχής και παντός σώμα- 
τος. ^Ορθολογισμός, υλισμός, πανθεϊσμός εισιν αί 
μωρίαι των σχολών, αΐτινες άξιοΰσιν άντικαταστη- 
σαι την του Ευαγγελίου σοφίαν. 

"Ηδη άποδείξαντες οτι ή πρώτη αρχή της καρτε- 
σιανής φιλοσοφίας εστί ψευδής, ώς περ και οι της 
μεθόδου αύτης κανόνες, έρωτώμεν: Όπως ίδρυση 6 
Καρτέσιος τήν άξιουμένην αύτου αρχήν, ήκολούθησε, 
δέν θέλω να ε?πω τήν αληθή μέΟοδον ην ήγνόει, αλλά 
τους κανόνας τουλάχιστον της ιδίας αύτου μεθόδου; 
Έξετάσωμεν και κρίνωμ&ν. 

« Ούτω, λέγει, εκ του ότι αί αισθήσεις ενίοτε 
τίμας άπατώσιν, ηθέλησα να υποθέσω ότι πάντοτε 
.ήμας άπατώσΐ.» 



90 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ * 

Ένταΰθα ό Καρτέσιος, λησμονών τον έαυτοΰ κα- 
νόνα, προφέρει κρίσιν μετά βεβαιότητος,ώς ει ην αύτη 
αληθής και αναμφίβολος: « Αί αισθήσεις, λέγει, άπα- 
τώσιν ημάς ενίοτε.)) εστίν αληθές τούτο; Δυνάμεθα 
να άποδείξωμεν, δτι εκ των αισθήσεων προέρχονται 
πλάναι τινές; Αι αισθήσεις εισίν όργανα κατά νόμους 
ενεργούντα, ή δέ άγνοια των νόμων τούτων άπατα 
ημάς, καΐ ουχί αϊ αισθήσεις. Καθώς όλαι αί τέχνας 
Ιχουσιν ίδια όργανα, ούτω και ή φιλοσοφία έχει τά 
έαυτης. Αί αισθήσεις είσί μόνον τά όργανα της γνώ- 
σεως της αληθείας. Άποοιοόναι ταϊς αίσθήσεσι την 
αίτίαν της πλάνης, έστιν άποοιοόναι τοις όργάνοις, 
ό,τι άνηκει τω τούτοις χρωμένω. Τις ποτέ, βλέπων 
άγαλμα κακώς είργασμένον, θά κατηγορήση τά έργα• 
λεϊα της γλυπτικής; ή τις ποτέ, όρων κακήν εικόνα 
μέμψεται τά χρώματα της ζωγραφικής ; Ό Καρτέ- 
σιος, πριν ή βεβαίωση, ότι αί αισθήσεις άπατώσιν 
ημάς ενίοτε, ώφειλεν εύρειν την αίτίαν των ημετέρων 
πλανών, και μη έπισπεΰσαι παραδέξασθαι δόξας ψευ- 
δείς παρά τον κανόνα όν έθετο. Ένόμιζεν ότι άπέρ- 
ριψεν όλας αύτοΰ τάς δόξας αληθείς και ψευδείς, 
αλλά και ένταΰθα ήπατάτο, διότι απέρριψε τάς αλη- 
θείς και έτήρησε τάς ψευδείς. Ύποθείς ότι ουδέν 
ύπηρξεν οίον αί αίσθήσε ις πλά τ το υσιν, 
εξακολουθεί λέγων : α Και επειδή ύπάρχουσιν 
άνθρωποι οιτινες άπατώνται συλλογιζόμενοι και 
έπι των απλούστερων της γεωμετρίας θεωρημάτων, 
έξ ου πίπτουσιν εις παραλογισμούς, κρίνοντες ότι 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 91 

ύπεκείμην εις λάθη όσον ουδείς άλλος, άτ:έρρ:ψα ώς 

ψευδείς όλους τους λόγους, ους πρότερον έλαβον 
ώς αποδείξεις.» 

Καλώς, άπαξ παραδεχθέντος ότι άϊύ&δβ ύπηρ- 
ξεν οίον αϊ αισθήσεις αυτό η ρ,ίν πλάτ- 
τουσι, διατί αμέσως έπειτα να βεβαιώσωμεν, δτε 
ύπάρχουσιν άνθρωποι οιτινες άπατώνται συλλογιζό- 
μενοι και ποιοϋσι παραλογισμούς ; Λιατί να βεβαιώ- 
σωμεν γεγονός, όπερ ουκ εστί βέβαιον ή δώ της 
μαρτυρίας των αισθήσεων; Έγίνωσκεν ό Καρτέσιας 
ότι ύπάρχουσιν άνθρωποι, οΐτινες άπατώνται συλλο- 
γιζόμενοι δι' άλλου τινός μέσου ή δια των αισθήσεων; 
Ουχί, βέβαια. Διατί λοιπόν δεν απέρριψε την δόξαν 
ταύτη ν μεθ' όλων των άλλων; Λέγειν ότι ύπάρχουσιν 
άνθρωποι, ουκ έστι λέγειν ότι ό κόσμος υπάρχει κατά 
άληθειαν, ουκ έστι παραδέχεσθαι την μαρτυρίαν των 
αισθήσεων ; Λοιπόν ό Καρτέσιος, πριν η βεβαίωση 
την άναμφίβολον αύτοϋ άρχην : «Νοώ, ούχουν 
ειμί», έβεβαίωσεν άκων την ύπαρξιν του κόσμου, 
και παρεδέξατο την μαρτυρίαν των αισθήσεων. 'Υπο- 
τεθειμένου ότ: ό Καρτέσιος άναγινώσκει την μέθσ- 
δον του. Ει τις, αύτου λέγοντος: α Ύπά ργονσιν 
άνθρωποι, ο ι τι ν ες άπατώνται συλλογ*- 
-ζόμενοί:;, Ειέκοπτεν αυτόν αύτω λέγων « Ούχ% 
άπατασαι* δέν ύπάρχουσιν άνθρωποι, οϊτινες άπατών- 
ται συλλογιζόμενοι. Είπε ημιν, πώς αυτό γινώσκε: 
Τί απαντήσει; Βέβαια Οά μείνη άνευ λόγου, ομολό- 
γων ότι η μέθοδος αύτου έστιν άτοπος, και αντίκες 



$2 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μένη τω λόγω. Γ Καρτέσιος, βέβαιων κατά της 

υποθέσεως του ότι υπάρχουσα άνθρωπος οιτινες 
άπατώνται συλλογιζόμενοι και πίπτουσιν εις πάρα- 
λογισμούς, απορρίπτει εντεύθεν ώς ψευδείς όλους 
τους λόγους, ους πρότερον ελαβεν ώς αποδείξεις. 
Παραδέχεται την μαρτυρίαν των αισθησε(ον δπως 
αύτην στρέψη κατά της αυθεντίας του λόγου, ώς 
κατεδίκασε προηγουμένως τάς αισθήσεις, παραδεχό- 
μενος σιωπηλώς ταύτην την αύθεντίαν. Τίθησιν εν 
πολεμώ όλα τά μέρη της ημετέρας φύσεως, συντρί- 
βει αύτην δι'αύτης, ποιών δλα ταΰτα, μη συνειδώς 
τι ποιεί, επειδή, καθώς λέγει ό ίδιος, έβάδιζεν εν τω 
σκότει. «Ύπάρχουσιν άνθρωποι, πίπτοντες εις παρα- 
λογισμούς», τούτο δη)νθΐ Οτι ύπάρχουσιν άνθρωποι, 
οιτινες κακώς έφαρμόζουσι τους κανόνας του λόγου. 
9 Αλλά δίδοται εκ τούτου αιτία %ρος το απόρριψαν 
ώς ψευδείς όλας τάς αποδείξεις, αιτινες συνάδουσι 
*κρός τους κανόνας του λόγου ; Έκ του πίπτε:ν εν 
τη πλάνη, άγνοοΰντες η παραβιάζοντες τους κανόνας 
του λόγου, δυνάμεθα νά συμπεράνωμεν κατά του λό- 
γου ; δυνάμεθα νά εϊπωμεν ότι ό λόγος ημάς άπατα; 
δτι αυτός έστιν αιτία τών ημετέρων πλανών, καθά- 
περ και αϊ αισθήσεις ; Δι'ισχυρίζεσθαι το τοιούτον, 
έστιν άπολέσαι τον λόγον και πεσεΐν εις παραφροσύ- 
νην. 'Αλλά δύναται τις ειπείν μο ι: Ό Καρτέσιος 
έποίει ταΰτα πάντα προςωρινώς εως αν οθάση νά 
βεβαίωση άληθειαν άνεπίδεκτον αμφιβολίας. Επομέ- 
νως, δέν πρέπει νά τον κρίνω, λαμβάνων τάς έκφρά* 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 93 

ϋΐις του ώς πεποιθήσεις. Διακρίνωμεν λοιπόν τάς πε- 
ποιθήσεις από της μεθόδου του Καρτεσίου, και έξε- 
τάσωμεν ει τοιαύτη μέθοδος, καλούμενη αδίκως μεθο- 
δίκη αμφιβολία, εστί λογική και φιλοσοφική, και ει α£ 
πεποιθήσεις, εις ας ήγαγεν αυτόν τοιαύτη μέθοδος, 
είσιν αληθείς. 

Έάν η φιλοσοφία ύποΟέτη άναγκαίως γνώσιν καε 
άγνθ:αν, οφείλει δ φιλόσοφος άρξασθαι οιακρίνων τό 
γνωστόν του αγνώστου. Ό Καρτέσιος ήρξατο αμ- 
φιβάλλων αδιακρίτως περί πάσης γνώσεως. Λοιπόν, 
ουκ έποίησεν ο,τι ώφειλεν ό φιλόσοφος ποιήσαι, ποιή- 
σας ο,τι λίαν επιμελώς ώφειλεν έκφυγαν, πρόβας 
κατά του λόγου και κατά της φύσεως της φιλοσο- 
φίας, ήτις άναγκαίως ύποτίθησι γνώσιν και άγνοιαν. 
Πώς αν ήδυνάμεθα καλέσαι μεθοδικήν άτοτζοΊ καέ 
άλογον πορείαν, πορείαν εκ διαμέτρου τη φιλοσοφία 
άντικειμένην ; Πώς ό Καρτέσιος, ό μη γενώσκων κ 
επραττεν, ουδέ τι πράξαι ώφειλεν, ηδύνατο δοΰναε 
εις τον νεώτερον κόσμον καθαράν φιλοσοφίαν; Πώς ν 
αδύνατο βεβαιώσαι την φιλοσοφίαν, ακολουθών πο- 
ρείαν" ήτις έμελλε σύνολον αυτήν άνατρέψαι; Πώς 
ηδύνατο ευρείν την άλήθειαν δι' άτοκου μεθόδου ; 
Καέ δμως εις την παράδοξον ταύτην μέ^οοο^ οφεί- 
λει ό Καρτέσιος την υπόληψίν του ώς μέγας φιλό- 
σοφος, ώς αρχηγός, ώς θεμελιωτής και πατήρ της 
νεωτέρας φιλοσοφίας. Ναέ, αυτός έστιν ό αρχηγός 
όλων των άπατωμένων, του σκεπτισμοΰ και της 
σοφιστικής ό πατήρ, άλλ' ούχ: της φιλοσοφίας ο 



9* ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ιδρυτής, ό πατήρ του ψεύδους και ούγί της αλη- 
θείας. Τοΰτο 8έ θα καταλάβωμεν κάλλιον, ερχόμενο* 
νά έξετάσωμεν τάς αύτοΰ πεποιθήσεις, εις ας ή μεθο- 
δική αύτοΰ αμφιβολία άναγκαίως εμελλεν αυτόν 
άγαγειν. 

•Ή μεθοδική αμφιβολία ήγαγε τον Καρτέσιον 
ε?§ τάς πεποιθήσεις ταύτας: 1 ον οτι Νοώ, ου- 
κ Ο υ ν υπάρχω, εστίν η μονή αλήθεια , μη 
επιδεκτική αμφιβολίας, εξ ου και οφείλει νομίμως 
είναι ή (3άσις η η αρχή της φιλοσοφίας• 2 εν , οτι 
πάσαι αϊ άλλαι άλήθειαί είσι μάλλον η ήττον αμφί- 
βολοι και σεσαλευμέναι υπό των άτοπων του σκε- 
πτισμοϋ υποθέσεων. 

Λέγω, και έρχομαι νά αποδείξω δτι αι πεποιθή- 
σεις αύται είσι ψευδείς ως άντικείμεναι εις τε την 
συνείδησιν και τον λο'γον. Ή συνείδησις της υπάρ- 
ξεως του σώματος και της ψυχής έστι,μία και αδιαί- 
ρετος• ούτε δυνάμεθα νά εχωμεν συνείδησιν της 
ψυχής, μη έχοντες συγχρόνως συνείδησιν. και του 
σώματος. Καθεύδοντες ή γρηγοροΰντες, κατά πασαν 
περίστασιν εν η έχομεν συνείδησιν ημών αυτών, εχο- 
αεν αυτήν και περί του σώματος. Ουδείς δυνατά* 
μνησθηναι στιγμής, καθ* ην απώλεσε τήν συνείδησιν 
του σώματος, τηρησας μόνον τήν της ψυχής. Έζ 
α νοώ:) σημαίνει: εχω συνείδησιν οτι ειμί νοών. Το 
κύρος λοιπόν της συνειδήσεως καθίστησι βεβαίας 
τήν νόησιν ημών και τήν ύπαρξιν. Αύτη λοιπόν η 
ιδία συνείδησις μαρτυρεί συνάμα τήν του σώματος 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 95 

δπαρξίν επειδή, ενώ εχομεν συνείδησιν ότι έσμέν 
νοοϋντες, επίσης εχομεν συνείδησιν οτι οέρο;7.εν σώμα. 
Διατί λοιπόν Νοώ, ούκουν υπάρχω, οφείλει είναι 
έκτος πάσης αμφιβολίας; και διατί «τό σώμα 
υπάρχει)), οφείλει είναι άμφίβολον; Διατί τιθένας 
τό πρώτον ώς άρχην της φιλοσοφίας και ούχι τό 
δεύτερον ; Ό Καρτέσιος, δια μακράς σειράς παρα- 
λογισμών, έπίστευσεν ότι η ύπαρξις του σώματος 
ημών εστίν αμφίβολος, χρηζουσα της άξιουμένης 
αυτού αποδείξεως. Δια το^το ηπατατο, διότι πάρε- 
οέξατο πίστιν έναντίαν τη μαρτυρία της συνειδήσεως, 
ό θείς τον έξης κανόνα : α Φεύγειν επιμελώς την 
προκατάληψιν και τον ολισθον κτλ. )) Ώςαύτως 
ηπατατο πιστεύων ότι η υπαρξις του θεού αλήθεια 
έστιν αμφίβολος. Άλλα πώς αν αλήθεια, υπό τε 
της συνειδήσεως και του λόγου αμέσως μαρτυρου- 
μένη ηδύνατο είναι αμφίβολος; Καθ 5 ην στιγμήν 
η συνείδησις αποκαλύπτει την ημετέραν ύπαρξιν, 
μαρτυρεί συγχρόνως οτι η ύπαρξις αύτη ουκ έστιν 
ανεξάρτητος και απόλυτος. Ευθύς, διά του λογικού 
νόμου, δι' ου άναβαίνομεν εκ του αποτελέσματος εις 
την αίτίαν, εκ του σχετικού προς τό απόλυτον, συλ- 
λαμβάνομεν την ίδέαν του αναγκαίου, απολύτου και 
τελείου "Οντος, ο καλουμεν θεόν. Λέγειν λοιπόν, 
οτι η του θεοϋ ύπαρξίς έστιν αμφίβολος, ουκ εστίν 
ύποπτεύειν την μαρτυρίαν της συνειδήσεως και του 
λόγου την νομιμότητα ; Ουκ έστιν ένισχύειν τ^ν 
σκεπτισμόν και την φιλοσοφίαν σύνολον καταστρέ- 



96 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

φειν; Εί'περ η του θεοΰ και του σώματος μου ΰποφ- 
ξίς έστιν αμφίβολος, διατί η ύπαρξης του εγώ ουκ 
εσται τοιαύτη; Ό αυτός μάρτυς εξουσιοδοτεί ημάς 
βεβαιώσαι: 'Γπάρχω, το σώμα μου υπάρχει, 6 Θεός 
υπάρχει. Πρέπει να παραδεχθώμεν καθ 1 ολοκληρίαν 
ή να άποορίψωμεν τά κύρος αύτοΰ, μηδόλως όμολο- 
γουντες μιαν εκ των αύτου μαρτυριών καίυποπτεύον- 
τες τάς λοιπάς. "Οθεν συνάγομεν δτι η ύπαρξις του 
θεού και του φυσικού κόσμου εστίν άληθης, [Βεβαία και 
αναμφίβολος, καθάπερ και η του εγώ, και ουκ εστί 
λόγος ινα θώμεν, α Ν ο ώ, ο ύχ οόί υπάρχω» ώς 
την πρώτην άρχην της φιλοσοφίας. "Οπως δέ μάλ- 
λον ίσχυροποιησωμεν τό συμπέρασμα ιούτο^ έρχό- 
μεθα να άποδείξωμεν, ουχί την ΰπαρξιν του θεοΰ, 
άλλα τό απολύτως αδύνατον του συλλαμβάνειν την 
έλαχίστην άμφιβολίαν περί της του θεού υπάρξεως. 
Καλώ αδύνατον πασαν πρότασιν άκατάληπτον, 
και δυνατόν παν δ,τι η διάνοια δύναται συλλαβειν 
ώς δυνάμενον γενέσθαι. Δύναμαι, λόγου χάριν, έν- 
νοησαι δύο ήλιους, ών ό μέν ανατέλλει εξ ανατολής 
και δύει προς δύσιν, ό δέ εξ άρκτου προς μεσημ- 
βρίαν. Άλλ' ου δύναμαι. έννοησαι ότι δις δύο ποιοΰσι 
πέντε, δτι τρίγωνόν τι δύναται εχειν δύο γωνίας 
και τρεις ευθείας γραμμάς. Ή γλωσσά μου ουδε- 
μίαν άπαντα δυςκολίαν ινα ειπη δτι δύο και δυο 
ποιουσι πέντε* δτι τό τρίγωνόν περιέχει δύο γωνίας 
μεταξύ τριών ευθειών. 5 Αλλ 5 ό νους μου, ώς οιόν τε 
)εις, ουδέποτε ικανός Ισεται νοησαι τοιαύτας 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 97 

εκφράσεις. Νοτίσει δε πάντοτε ότι δύο και δύο ποιοϋσΓ 
τέσσαρα, ότι το τρίγωνον περιέχει τρεις γωνίας με- 
ταξύ τριών ευθειών. "Οθεν, όπως παραδεχθώμέν ϋ 
ώς δυνατόν η ώς αδύνατον, δεν πρέπει να προσέξω- 
μεν εις ό,τι δυνάμεθα να είπωμεν, άλλ' εις δ,τι δυ- 
νάμεθα να νοήσωμεν. Προς το παραδέξασθαι δτι δυ- 
νατόν άμφιβάλλειν περί της του θεού υπάρξεως, 
δεν πρέπει να λέγωμεν ότι ύπάρχουσιν άθεοι η σκε- 
πτικοί περί αυτής αμφιβάλλοντες• επειδή ή γλωσ- 
σά των δύναται καλώς ειπείν πάν είδος αδυνάτου* 
άλλ' δτι υπάρχει μία μόνη διάνοια, είτε άθεου, είτε 
σκεπτικού, ήτις δύναται να συλ7>άβη τό δυνατόν 
της αμφιβολίας ώς προς την υπαρξιν του θεού. Τουθ' 
όπερ χωρήσαι ου δύναται, καθώς έρχόμεθα νά άπο- 
δείξωμεν. 

Υποθέτω ενώπιον μου άθεόν τίνα η σκεπτικόν λέ- 
γοντα μοι δτι άμφιβάλ7νει περί της υπάρξεως του 
θεού. Ουκ αν αύτώ έπίστευον, ώς επίσης ουκ αν 
έπίστευον τω λέγοντί μοι άμφιβάλ7νειν, ει δις δύο 
ποιοΰσι τέσσαρα. Επομένως θα προςεπάθουν ινα τόν 
πείσω περί του ψεύδους του, υπόχρεων αυτόν ομολό- 
γησα* δτι ουδόλως αμφιβάλλει περί της του θεού 
υπάρξεως, θα τόν ερωτήσω : Νοεϊ δ θεός η ου ; Έάν 
ειπη δτι ό θεός νοεί, δεν θα δυνηθτί πλέον νά άμφι- 
βάλη περί της υπάρξεως αύτοΟ, επειδή ουδείς νους 
δύναται νά συλλαβή την νόησιν άνευ της υπάρξεως: 
πδν τό νοούν υπάρχει. Άλλ' έάν άρνήται την τε νόη- 
σιν και τήν υπαρξιν, θά προτείνω εις αυτόν τό εξής 



98 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ζήτημα : Συ, .νοείς και υπάρχεις η ου ; Έάν ειπτ) οδ, 
οέν δυνάμεθα πλέον να όμιλώμεν μετά του μή νοουν- 
τος και μη υπάρχοντος. 'Όθεν, το μη υπάρχον και 
μη νοούν δεν θα δυνηθη πλέον να άμφιβάλϊ) περί της 
του Θεού υπάρξεως, καΐ το ζητημά έστι λελυμένον. 
Έάν ό σκεπτικός άρνήται την νόησιν αύτου και την 
ϋπαρξιν, δέν θα υπάρχη π7^έον σκεπτικός, δεν θά 
ύπάρχτ) πλέον αμφιβολία• Έάν ειπτ) : Ναι, νοώ, 
άρα υπάρχω, τότε θά εΐπω εις αυτόν : Νοείς 
και υπάρχεις διά σου αύτου, η δι' άλλου ; Εισα: 
συ η αίτια της σης νοήσεως και υπάρξεως, η πρέ- 
πει νά παραδεχθώμεν έκτος σου τήν αίτίαν αμφοτέ- 
ρων ; Έάν στέρξτ) το δεύτερον, έάν είπτ) δτι οφεί- 
λει την ΰπαρξιν αύτου και την νόησιν εις άλλο τι 
δν, λέγει έν άλλαις λέξεσιν, δτι ουδέν αμφιβάλλει 
περί της του Θεοϋ υπάρξεως• επειδή ό νους του ου- 
δέποτε ικανός εσται συλλαβειν δτι η αιτία της έαυ- 
του υπάρξεως και νοήσεως δέν υπάρχει και δέν νοεϊ• 
καϊ αν η γλωσσά του παραδέχηται δ,τι ό νους του ού 
δύναται συλλαβειν, εστί ψεύστης. Έάν δέ δ σκεπτι- 
κός τολμά ειπείν μοι : Ουχί, η αιτία της υπάρξεως 
μου ειμί εγώ, η αιτία της νοήσεως μου ειμί έγώ• 
υπάρχω και νοώ ανεξαρτήτως παντός άλλου ό'ντος. 
Τδτε αύτω θά ειπώ : Συ λοιπόν είσαι δ Θεός• έπειδη 
είσαι τέλειος, και ούδενός χρείαν έχεις προς το είναι, 
ζ/ιν και νοεΐν. Δέν πρέπει πλέον νά σέ καλώμεν σκε- 
πτικόν, η άθεον, αλλά Θεόν τέλειον και απόλυτον! 
Λέγε λοιπόν, ώς δ Θεός της Βίβλου : « Τίς ένηρ- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 90 

γησε και έποίησε ταύτα ; Τίς έκάλεσεν εν /.αίρω αυ- 
τών εκείνους ών προεϊδε την γέννησιν άττό καταβολής 
κόσμου; Έγώ Κύριος έ^ώ είμι, εις τα επερχόμενα 
εγώ είμι άπ' αρχής• ουδείς δύναται άφελεϊν &% 
εμού ό,τ: εχω εν χερσί. Ποιήσω και τίς αποστρέψει 
αυτό; » (Ήσαι. ΜΑ, 4). "Αφρον, είπε ημΐν ούτω, 
και μη λέγης ότι διστάζεις περί τής του Θεού υπάρ- 
ξεως, πιστεύων σπουδαίως ότι συ ει Θεός. Έσο θεός 
ει βούλει, αλλά Θεός τής αληθείας και ουχί του ψεύ- 
δους. Τις πιστεύσει εις την θεότητα σου, εάν αμφι- 
βάλεις περί τής του Θεοΰ υπάρξεως, ών θεός α\> 
αυτός ; Εντεύθεν εξάγω ότι οι άθεοι η οι σκεπτικοί 
δύνανται μέν ειπείν ότι άμφιβάλλουσι περί τής υπάρ- 
ξεως του Θεού, άλλ' ότι ό νους αυτών έστιν όλως 
ανίκανος συλλο^βεΐν την έλαχίστην περί αυτής άμφι- 
βολίαν. Όθεν αναγκάζονται, έκόντες άκοντες, η ομο- 
λόγησαν δτι είσίν αυτοί Θεοί, — και τότε πλέον ουκ, 
έστι λόγος περί τής του Θεού υπάρξεως, — άλλα περί 
του γινώσκειν ει οι άθεοί είσιν ό αληθής Θεός: η δτε 
άναγκα'ως υπάρχει Θεός, αιτία πάσης υπάρξεως και 
πάσης νοήσεως. Ή ύπαρξις λοιπόν του Θεού εστί 
τοσούτον βεβαία και ^οαο^τοΊ αναμφίβολος, ώστε 
καΐ ό νους των άθεων και σκεπτικών ου δύναται περί 
αυτής συλλαβεϊν την έλαχίστην άμφιβολίαν, 

Ό πατήρ δμως τής νεωτέρας φιλοσοφίας ένεκα 
τής μεθοδικής αύτου αμφιβολίας, ήτις θεωρείται ώς 
αριστούργημα, ένόμισεν δτι η ύπαρξις του Θεού ην 
αμφίβολος, και δτι η αλήθεια αύτη καθώς κάσα 

7* 



10© ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

άλλη, διεσείσθη υπό των άτοπων υποθέσεων των σκε- 
πτικών, εξαιρουμένου του Νοώ, άρα υ π ά ρ χ ω 7 

δπερ εκ τούτου δικαιούται *ειναι η πρώτη αρχή της 
φιλοσοφίας. Καλώς! άπαξ του Καρτεσίου όμολογη- 
σαντος, ότι η θαυμάσια του σ/επτισμου δύναμις διέ- 
σεισεν ολας τάς υπό της συνειδήσεως και του λόγου 
βεβαιουμένας αληθείας, δια τι έλαβε τον κόπον νά 
τάς ανόρθωση ; Ήγνόει ότι ό αυτός σκεπτισμός ήού- 
νατο δις, και τρις, και όσημέραι αύτάς διασεισαι ; 
Δια τίνος μέσου ό Καρτέσιος ηδυνατο τάς πεσούσας 
αληθείας άνορθώσαι, και διά παντός αύτάς ακράδαν- 
τους καταστήσαι-, Έναργώς, έξαρτών αύτάς εκ της 
εαυτού υπάρξεως και νοήσεως• επειδή αύται μόναι 
οιέμειναν ακλόνητοι, και ουδεμία αλήθεια ηδυνατο 
είναι στερεά, ει μη έκρέματο εκ της, του Καρτεσίου 
υπάρξεως και νοήσεως, ει μη είχε την τιμήν του στη- 
ρίζεσθαι επί της ακράδαντου αρχής αύτου. Ή άβυσσος 
καλεί την άβυσσον, και ή πλάνη τήν πλάνην• Ό 
Καρτέσιος μετέπειτα όπεχρεώθη νά είπη : Ό Θεός 
υπάρχει διότι υπάρχω, ό κόσμος υπάρχει διότι υπάρ- 
χω• ή: ό Θεός και ό κόσμος εισίν ή συνέπεια της 
υπάρξεως μου και της νοήσεως μου ή δήλωσις. Δεν 
είπεν αυτό βέβαια ό Καρτέσιος δι* ελλειψιν λογικής, 
και διότι ούκ έγίνωσκε τήν άξίαν των λόγων αύτου• 
άλλ' οι γερμανοί φιλόσοφοι, οίτινες εχουσι τό προτέ- 
ρημα του συνάοειν προς τάς τεθείσας άλογίας, ήξίωσαν 
σπουδαίως, δτι ό Θεός και ό κόσμος εισίν ή συνέπεια 
τής εαυτών υπάρξεως και ή δήλωσις τής εαυτών 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. ΙΟΙ 

νοήσεως, η η ?δία αυτών ιδέα. Ε! δε ούτως 3χει, /σι- 
μωμένων των μεγάλων τούτων ιδεολόγων, ό Θεός και 

ο κόσμος παύονται υπάρχοντες, επειδή και αυτοί ουτο: 
επαύσαντο νοοΰντες. Άμα δ' αυτοί έξυπνήσωσι και την 
νόησιν αυτών άναλάβωσιν, ό Θεός και ό κόσμος άνα- 
κτώσι τήν άπολεσθεισαν αυτών ΰπαρξιν. Δια τούτο 
δέν πρέπει να θαυμάζωμεν, έάν οι μεγάλοι ούτοι θεοί 
έκήρυξαν τόν πό?νεμον κατά της μωσαϊκής δημιουρ- 
γίας και του Θεοΰ της Γραφής, ίνα βεβαιώσωσι, μετά 
τήν νίκην, Οτι ό κόσμος ηρξατο μετά την γέννησ:ν 
■αυτών, ηκο?^ούθησε την άνάπτυξιν της νοήσεως αυ- 
τών, υπάρχει δυνάμει των ιδεών αυτών, συγκαθεύ- 
όει, συνεγείρεται και συναποθνήσκει μετ' αυτών ! Τα 
θαύματα του Χρίστου είσιν απίστευτα, ώς αντικεί- 
μενα εις την ένάργειαν της νεωτέρας επιστήμης. 
Άλλα τίς αν ήούνατο μη πιστευσα* εις τάς λογικάς 
τυνεπείας των αναμφίβολων αρχών, ας ό αρχηγός 
των σχολών εθετο μετά τοσαύτης μεθόδου και έναο- 
γείας; Είς άνθρωπος πλανάται τής ευθείας, και πό- 
σους όπισθεν αύτου σύρει ! Ό Καρτέσιος διά τής 
εαυτού μεθόδου ηνέωξε την θύραν τής π),άνης, οια- 
τελέσας ό πατήρ όλων τών άπατωμένων, ό ιδρυτής 
τής νέας σοφιστικής, του σκεπτισμου και τής νέας 
άθείας, ό αρχηγός τής απιστίας, ήτις αποποιείται τή^ 
άλήθειαν, όπως πιστεύστ, είς την πλάνην και τό ψευ- 
δός. Ή έξέτασις τής νομιζομένης αύτου αποδείξεως 
«ερι τής του θεού υπάρξεως θα δικαιολόγηση την 
ημετέραν κρίσιν, ώς ήδη αυτήν έδικαιολόγησεν ή έξέ- 



102 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τασις τής αύτου μεθόδου και τής φιλοσοφικής αύτοδ 

αρχής. 



ΕΠΙΕΡΙΣΙΣ 

ΤΗΣ ΑΞΙΟΓΜΕΝΗΣ ΑΠΟΔΕΙΕΕΩΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ 
ΤΟΓ ΘΕΟΓ ΓΠΑΡΕΕΏΣ. 

Θείς δ Καρτέσιος εν άμφιβόλω την υπαρξιν το& 
θεού και του κόσμου, επεχείρησε να καταστήσω 
έναργεϊς τάς αμφιβόλους ταύτας αληθείας δια μετα- 
φυσικών λόγων, έξη Υμένων εκ της ακλόνητου άρ- 
γ%ζ της εαυτού υπάρξεως και νοήσεως. Ύπέθετο 
οτι η ιδέα του θεού ευρισκομένη μεταξύ των ιδεών 
αύτου, ην αύτω έμφυτος, τουτέστι, καθάπερ έλεγεν, 
ν έγκεκολαμμένη εν αύτω, ως η σφραγις του εργά- 
του έπι του έργου του»• Έκ δέ της υποθέσεως ταύ- 
της συνήγαγε το συμπέρασμα της του θεού υπάρ- 
ξεως. « Έκ τούτου μόνου, λέγει, δτι υπάρχω και η 
ιδέα του Θεοϋ Ιστιν εν έμοί, απεδείχθη δτι δ Θεός 
υπάρχει λ • Άλλ' ινα μετά δικαιοσύνης έπικρίνωμεν την 
προκειμένην άπόδειξιν και καταδείξωμεν τήν αληθή 
αυτής άξίαν, δφείλομεν άναγκαίως άψασθαι του ακαν- 
θώδους ζητήματος τής αρχής και τής μορφώσεως 
των ιδεών, ζητήματος όπερ έστάθη το μέγα σκάν- 
δαλον τής νεωτέρας φιλοσοφίας και πηγή γόνιμος 
των π7νανών, αίτινες άφθονοΰσιν εν ταΐς σχολαΐς. Ή 
δέ παρ' ημών δοθησομένη άπάντησις εις το ζήτημα 
καταδείξει την φύσιν δλων των κλάδων Τής φιλοσο- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 103 

φίας, ήτις εστί το άντικείμενον τής ημετέρας έπι- 
κρίσεως. 



ΖΗΤΗΜΑ 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ. 

Έν τω προκειμένω ζητήματα έρωτώμεν: Πόθεν 
προέρχονται δλαι ημών αι ίδέαι*, εκ πόσων διαφόρων 
πηγών πηγάζουσι; διά ποιων τρόπων αύτάς σχημα- 
τίζομεν; Προ πάντων όφείλομεν εφάρμοσα* σοφόν τ: 
παράγγελμα του Πλάτωνος, επί τοσούτοι παραγνω- 
ρισθέν υπό των νεωτέρων φιλοσόφων. Το παράγγελ- 
μα τούτο αυστηρώς ημιν απαγορεύει του λαλεΐν περί 
πράγματος άνευ του γινώσκειν αυτό τί έστι, και εκ* 
τιμαν την αληθή αύτοϋ άξίαν. Δια τούτο, προ του 
άπαντήσαι εις το ζήτημα της αρχής τών ιδεών, όφεί- 
λομεν γινώσκειν τί δει έννόεϊν ώς ίδέαν, και προς ζί 
αύτη ημΐν χρησιμεύει. 

Καλουμεν ίδέαν πασαν* έν ημΐν του οντος παρά- 
στασιν όσον δ' άφορα την αυτής άξίαν, αυτή έστι το 
μέτρον τής ημετέρας γνώσεως. Πάσα έν τω πνεύματ: 
ημών ιδέα παρίστησιν ημΐν δν τι, και δια τής ιδέας 
γινώσκομεν τα απέχοντα των ημετέρων αισθήσεων 
αντικείμενα και τά αόρατα δντα άτινα εισιν απλώς 
νοητά. Όθεν προς φωτισμόν αύτου του ορισμού το- 
σούτω καθ' εαυτόν εναργούς άρκουσί τίνα παραδείγ- 
ματα• Ταύτην την στιγμήν εχω έν έμοί τήν παράςασιν 



404 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τινός προβάτου, καθώς τούτο έφάνη εις τους οφθαλ- 
μούς μου• παραστώ εν έμοί το αυσικόν αύτου μέγε- 
θος, την οοράν αύτου και το σχήμα, και δια τοιαύ- 
της παραστάσεως δικαιοϋμαε να είπω δτι εχω τ$]ν 
ίδέαν του προβάτου. Επίσης, παριστώ ιππον, κϋνα, 
ελαίαν, συκήν, ποταμόν, ορός τι, δλα τα ζώα, δλα 
τα δένδρα, και δλα του κόσμου τα αντικείμενα, των 
έποίων η ιδέα ευρίσκεται εν τω πνεύματί μου. Ούτως 
Β' έχει περί των καθαρώς νοητών πραγμάτων: Την ψυ- 
χήν, λόγου χάριν, παριστώ έν έμοί ως ό'ν τι απλούν, 
άνευ άλλης ορατής ιδιότητος, δυνάμενον αίσθάνεσθαΓ, 
θέλειν, νοεΐν και κινεϊν το περικαλύπτον αύτην σώμα. 
Την έλευθερίαν, το δικαίωμα, το καθήκον, το καλόν, 
το κακόν, την σοφίαν, την δικαιοσύνην, τούτων έκα- 
βτον και μύρια ετι άλλα καθαρώς νοητά, συλ/.αμ- 
6άνω ταύτα και παριστώ έν τω πνεύματί μου ούτως 
η άλλως, και πασαι αϊ παραστάσεις αύται, ένί λόγω, 
λέγονται Ιοέαι. Όταν λέγω : Δεν εχω την ιδέαν ίοιοό- 
του •?) τοιούτου πράγματος, θέλω να είπω οτι ούδε- 
μίαν εχω αύτου παράστασιν έν τω πνεύματί μου, 
αγνοώ αυτό. Ει περ η ιδέα ουκ εστίν άλλο η η πα- 
ράστασις του δντος, καΐ συντελεί %ρος το γινώσκειν 
αυτό, επετα: δτι η ύπαρξις της ιδέας εξαρτάται κατ* 
ανάγκην εκ της υπάρξεως του δντος, και η γνώσις 
του δντος εξαρτάται επίσης εκ τής γνώσεως της 
ίοέας. "Ανευ του δντος ούκ εσται ιδέα• και άνευ τής 
ϊδέας ουκ εσται γνώσις. Έξαφανίζειν παν δν έστ& 
συνεξαφανίζειν πασαν ίδέαν άλλ' η έξαφάνισις πάσης 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 105 

ιδέας δεν συνεπάγεται τί)ν εξαφάνισα παντός οντος, 
άλλα μόνον την έξαφάνισιν πάσης γνώσεως του όν- 
τος. Ει δέ ούτως έχει, η ιδέα οφείλει νομίμως ειναε 
τό μέτρον της γνώσεως του όντος, και το ον το μέ- 
τρον της πραγματικότητος και της αληθείας της 
ιδέας. Όταν εν έμοί παριστώ την ψυχην ώς άπλήν 
ούσίαν, έστερημένην πάσης ορατής ιδιότητος ζαί πε- 
προικισμένην ίδιότησι νοηταις, οιαί είσιν η ελευθερία, 
η σοφία, η δικαιοσύνη κτλ., εκφράζω μόνον την γνώ- 
σιν, ην ήδυνήθην νά λάβω περί της ψυχής, καΐ ουχί 
την ψυχην οία πραγματικώς υπάρχει. Άλλος δύνα- 
ται εχειν περί αυτής ίδέαν δίάφορον, και η γνώσις 
της ψυχής δύναται διαφέρειν έπ' άπειρον άλλ' η ου- 
σία, ήτις κα?,εΐται ψυχή, διατελεί πάντοτε η αύτη. 
Λοιπόν, οσάκις πρόκειται νά έπαληθεύσώμέν τίνα 
ίδέαν, πρέπει νά παραβά)>ωμεν αυτήν προς την ούσίαν 
ην οφείλει παρισταν, και νά ΐδωμεν κατά πόσον η 
παράστασίς έστι πιστή, ει έστιν αληθής η ψευδής, 
ακριβής ή μή ακριβής. Ούτω διακρίνομεν ολα τα 
όντα, ορατά και αόρατα, των ημετέρων ιδεών, θεω- 
ρουντές τήν ίδέαν ώς εικόνα και παράστασιν του όν- 
τος, λαμβάνοντες αυτήν ώς μέτρον τής ημετέρας 
γνώσεως, και ουχί ώς μέτρον τής πραγματικότητος, 
θεωροϋντες απεναντίας το δν ώς μέτρον τής αλη- 
θούς ιδέας. 



106 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ΠΚΡΙ ΤΗΣ 

ΑΡΧΗΣ 

ΠΑΣΗΣ ΗΜΩΝ ΙΔΕΑΣ. 
Γνόντες τι έστιν ιδέα και προς τί ημΐν αύτη χρη- 
σμός, έρωτώμεν : Ποία η άρχη πάσης ημών ιδέας ; 
Καθ' α ηδη έμνημονεύσαμεν παραδείγματα, δύο είδη 
Ιδεών πολύ διακεκριμένα ύπάρχουσιν εν ημΐν. Υπάρ- 
χουσα ιδέαι άναφερόμεναι προς τα ορατά δντα, καέ 
ιδέα: άναφερόμεναι προς τα νοητά. Επομένως τα δύο 
ταύτα είδη δεν δύνανται να εχωσι την αυτήν πηγήν 
εκαστον οφείλει εχειν την αύτώ άρμόζουσαν. ΑΕ 
ιδε'αι τών ορατών πραγμάτων πηγάζουσιν αναντιρρή- 
τως εκ του ορατού ό'ντος, και αί ιδέαι τών αοράτων 
εκ του αοράτου. Όθεν παραδεχόμεθα δύο πηγάς δΓ 
δλας ημών τάς ιδέας, την όρατην ούσίαν και την άο- 
ρατον, ήτοι τα σώματα και τάς ψυχάς, εξ ου έρχό- 
μεθα νά έξετάσωμεν διά ποιων τρόπων σχηματίζομεν 
και άποκτώμεν δλας ημών τάς ίδέας, αρχόμενοι εν 
πρώτοις νά έξηγήσωμεν τάς εκ τών ορατών αντικει- 
μένων προερχομένας. 

ΑΙ ΕΚ ΤΟΓ 

ΟΡΑΤΟΥ ΟΝΤΟΣ 

Η ΕΚ ΤΟΓ ΑΙΣΘΗΤΟΙ ΚΟΣΜΟΓ ΠΗΓΑ- 

ΖΟΓΣΑΙ ΗΜΩΝ ΙΔΕΑΙ. 

Ύποτεθέντος δτι άντικείμενόν τι οιονδήποτε, δέν- 
δρον, η ζώον, η άλλης φύσεως, πίπτει το πρώτον 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ- 107 

υπό τους οφθαλμούς ημών, παρατηροϋμεν αυτό μετά 
προσοχής, και η προσεκτική αυτή άντίληψις δια- 
γράφει εν τω πνεύματι ημών το μέγεθος αυτού καΐ 
το σχήμα εις τρόπον ώστε δυνάμεθα έννοήσαι η 
παραστήσαι έν ήμίν το άντιληφθέν άντικείμενον, 
και τοι απόν. Την διαχαραχθεΐσαν έν τω πνεύ- 
ματι ημών ταύτην εικόνα καλοϋμεν ίδέαν μερικήν, 
ώς εξ ενός αντικειμένου μόνον προερχομένην. Ενίοτε 
μία μόνη αντικειμένου ίδιότης, είτε το χρώμα, είτε 
το σχήμα, είτε τό μέγεθος αύτοΰ, προςέλκει την 
ήμετέραν προςοχήν, και συλλαμβάνομεν αυτήν κατά 
μόνας, χώρες του αντικειμένου, έν ω αυτήν άπηντη- 
σαμεν. Τούτο δε τό είδος της συλλήψεως καλοϋμεν 
ίδέαν μερικήν, και άφηρημένην: μερικήν, επειδή ανα- 
φέρεται εις μίαν μόνην ιδιότητα, και άφηρημένην, 
επειδή παρίσταται ήμιν, χωριζόμενη, ούτως είπεΐν, 
του εαυτής αντικειμένου. Άντιλαμβάνεσθαι των αν- 
τικειμένων εστί γεγονός της πείρας, είσάγον έν τω 
πνεύματι ημών πληθύν ιδεών ιδιαιτέρων, είτε αφηρη- 
μένων, είτε συγκεκριμένων. "Ηδη όφείλομεν διά της 
αναλύσεως τούτου του γεγονότος βεβαιώσαι τον γε- 
νικόν νόμον, καθ' δν άποκτώμεν διά της αντιλήψεως 
πασαν μερικήν ίδέαν. 

Τό γεγονός της αντιλήψεως άναλυόμενον παρέχει 
τα τρία ταΰτα στοιχεία• 1 ον τό ορών ύποκείμενον 
2 ον τό όρώμενον άντικείμενον 3 ον τό φώς όπερ εστί 
τό άναγκαϊον διάμεσον μεταξύ του υποκειμένου και 
αντικειμένου. Ή άφαίρεσις ενός των τριών τούτων 



108 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

στοιχείων καταστρέφει το γεγονός της αντιλήψεως, 
<η τουλάχιστον το εξ αυτής προκύπτον αποτέλεσμα. 
Χωρίς φωτός η άντίληψίς έστιν αδύνατος, καθώς ούχ 
ήττον άνευ του όρώντος υποκειμένου. "Ανευ του άν* 
τικειμένου η άντίληψις ούδεμίαν άφίνει ίδέαν εν τω 
όρώντι υποκειμένω, μη παράγουσα το εαυτής αποτέ- 
λεσμα. Λοιπόν, δπως είςέλθτ) μερική τις εν τω πνεύ- 
ματι ημών ιδέα, ανάγκη πάσα άντικείμενον οιονδή- 
ποτε να πέση τιρο των οφθαλμών ημών φωτιζόμενων 
υπό του φωτός. Τα δύο της αντιλήψεως στοιχεία, 
τό φως και το αντικείμενος δέν εξαρτώνται εξ ημών. 
Επειδή ουκ έσμεν ούτε ή αιτία του φωτός, ούτε οι 
δημιουργοί τών αντικειμένων, όντες μόνον δια του 
φωτός αυτών θεαταί, δυνάμενοι αυτά παρατηρεΐν μετά 
πλείονος η ήττονος προσοχής και διευθύνειν τό δμμα 
προς ^ο\)το ή εκείνο τό άντικείμενον. Ή προσοχή 
και ή του οργάνου διάθεσις, ταύτα μόνον εξαρτών- 
ται εξ ημών ή δέ φθορά του οργάνου ή τό ολίγον 
της προσοχής δύνανται εισαγαγεϊν εν τω πνεύματι 
ημών ιδέας, μή άνταποκρινομένας προς την φύσιν 
τών πραγμάτων, αιτινες παριστώσιν αυτά ήμΐν άλ- 
λως ή ώς εχουσιν, ημάς άπατώσαι. 

Ει διά τών οφθαλμών βλέπομεν τά αντικείμενα, 
δια τών άλλων του σώματος οργάνων, και κυρίως 
διά του τής αφής αυτά αίσθανόμεθα. Διά τών ώτων 
αντιλαμβανόμεθα τών ήχων διά τής αφής, τής γεύ- 
σεως και οσφρήσεως όοκιμάζομεν πλείστα αισθή- 
ματα, ων εκαστον καταλείπει έν ήμιν Ίδέαν τίνα ίδιαι* 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 109 

τέραν, ην άναφέρομεν συνήθως εις το άντικείμενον, 
όπερ ποιεί ημάς αίσθάνεσθαι, άλλ' ήτις, αληθώς ει- 
πείν, παρίστησι το εν τω σώματι ημών δοκιμασθέν 
αίσθημα. Ούτω, λέγομεν ότι τό μέλι εστί γλυκύ 
Κ*1 η άψινθος έστι πικρά. Τούτο δ' απλώς σημαίνει 
ότι δίά του μέλιτος και της άψίνθου όοκιμάζομεν 
τα αισθήματα ά καλοϋμεν γλυκύ και πικρόν. Ή 
ίοέα του γλυκέος και η του πικρού δεν παριστώ*;: 
φυσ'.κας ιδιότητας του μέλιτος και άψίνθου, άλλα μό- 
νον τά δι' αμφοτέρων δοκ'.μασθέντα αισθήματα. Α- 
ναμφιβόλως, επειδή τό μέλι και η άψινθος παράγου- 
σιν εν ήμΐν αντίθετα αποτελέσματα, αί φυσικαι αυτών 
ιδιότητες ουκ είσιν αί αύται. Άλλ' εις τί συνίστανται 
αί ιδιότητες αύται; Τούτο ανήκει τοις φυσικοις έξετά- 
σαι• ό ψυχολόγος οφείλει [3εβαιώσαι μόνον ό,τΓ η ιδέα 
παρίστησιν, ινα μη άπατάται, θεωρών τά αίσΟήαατα 
ημών ώς ιδιότητας των προξενούντων αυτά σωμάτων• 
Αίσθάνεσθαι τά αντικείμενα η δοκιμάζειν δι' αύ- 
τών διάφορα αισθήματα, τοϋτό έστιν έτερον της πεί- 
ρας γεγονός, ό, καθώς τό της αντιλήψεως, εισάγει 
εν τω πνευματι ημών πλείστας ιδέας. Ή δέ του γε- 
γονότος 'ΐο^ιο^ άνάλυσις δίδωσιν ήμΐν τό ύποκείμε- 
νον αίσθανόμενον δια τών εαυτού αισθητικών οργά- 
νων και τό τό αίσθημα προξενούν άντικείμενον. ν Ανε^ 
του υποκειμένου η του αντικειμένου, τό αίσθημα έστιν 
αδύνατον. Δοκιμασθέντος δέ του αισθήματος, μένε: 
μόνον ιδέα τις εν τω πνευματι αυτό παριστώσα, 
και έχουσιν άδικον οι νομίζοντες ότι η ιδέα α&ττο 



110 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

παρίστησι την φυσικήν ιδιότητα του προξενουντος 
αυτό αντικειμένου. Το αποτέλεσμα του αισθήματος 
έστιν ιδέα* το αποτέλεσμα της αντιλήψεως επίσης 
εστίν ιδέα. Ή ιδέα του αισθήματος παριστά το εσω, 
η δέ της αντιλήψεως το έξω• και δ*ά μεν της πρώ- 
της γινώσκομεν το εν ημϊν συμβαίνον δια δέ της 
δευτέρας το έκτος ημών. Ώς προς την τάξιν, το αί- 
σθημα προηγείται της αντιλήψεως. Αίσθανόμεθα τα 
αντικείμενα πριν η άρξώμεθα τούτων άντιλαμβάνε- 
σθαι, υψούμενοι εις την άντίληψιν δια του αισθή- 
ματος, δπερ εξεγείρει την καθεύδουσαν ημών προσο- 
χην, εξ οϋ γενόμενοι προσεκτικοί αντιλαμβανόμεθα. 
Ίο δέ δχακρίνον τα δύο ταύτα γεγονότα εστίν ό 
αριθμός των εαυτών στοιχείων. Το αίσθημα περιέχει 
δύο, το υποκείμενον και τό άντικει'μενον η άντίλη- 
ψις περιέχει τρία, τό υποκείμενον, τό άντικει'μενον 
χαί τό φώς. Τα δύο ταύτα γεγονότα όμοιάζουσι προς 
δύο θύρας, δΓ ων όλαι αϊ μερικαί ίδέαι εισέρχονται 
εις την ημετέραν ψυχήν δεν υπάρχει τρίτον, η του- 
λάχιστον αυτό η πείρα ειςέτι δεν άνεκάλυψε. Τούτου 
δντος, δυνάμεθα νυν βεβαιώσαι τον γενικόν νόμον 
της αποκτήσεως πάσης μερικής ιδέας εν τοις έξης: 
Όπως μερική τις ιδέα είςέλθτ) εν τω 
πνεύματι, άναγκαΐον ι να άντικείμ ε- 
νόν τι προςβάλη τα αισθητικά του σώ- 
ματος όργανα, η ημείς τούτοι προςε- 
κτικώς άντιλα βώμεθα, υπό του φωτός 
φωτιζόμενοι. 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ• 111 

Έκ της μερικής ιδέας μεταβώμεν ηδη εις την έξή- 
γησιν της γενικής. Λάβωμεν την γενικήν του λευκού 
ίδέαν και έρωτήσωμεν : ΙΙώς αυτήν σχηματίζομεν ; 
πώς εν τω πνεύματι ημών είςέρχεταΐ} 'Γποτεθείσθω 
ότι εχομεν ΰπ' όψιν μάρμαρον, χιόνα, γάλα, ώα και 
•πολλά άλλα λευκά αντικείμενα. Έάν συγκρίνωμεν 
δλας αύτάς τάς 7^ευκότητας προς άλλήλας, ούδεμίαν 
ευρήσομεν κατά πάντα όμοίαν τη έτερα: το μάρμα- 
ρον έστι λευκόν, η χιών επίσης• άλλ' η του μαρμάρου 
λευκότης ουκ έστιν όμοια ττ) της χιόνος• ούτω και περί 
των λοιπών λευκοτήτων, εκάστη διαφέρει τών άλ- 
λων. Άλλ' δμως και δΓ δλων αυτών τών διαφορών η 
του λευκού ίδιότης ανήκει εις πασαν λευκότητα. Έάν 
υπάρχη διαφορά, συνυπάρχει ωσαύτως και όμοιότης, 
η, αν ύπάρχτ) το ιοιον εις έκάστην ίδιαιτέραν λευκό- 
τητα, υπάρχει επίσης κα: τι κοινόν εις όλας τάς λευ- 
κότητας• τουθ' όπερ ημάς ποιεί λέγειν Οτι όλα ταύτα 
τα αντικείμενα είσι λευκά. Κατά μέρος άφίνοντες το 
έκάστω ίδιον και συλλαμβάνοντες μόνον το* ιούτοις 
κοινόν, σχηματίζομεν ούτω και εχομεν εν ημϊν τήν 
γενικην του λευκού ίδέαν. Λάβωμεν έτέραν γενικών 
ϊδέαν, την της έλαίας, λόγου χάριν, και ίοωμεν, ά 
σχηματίζομεν αυτήν κατά τον αυτόν τρόπον, 'ϊποτε- 
θείσθω ότι πρώτην φοράν ευρισκόμεθα εντινι έλαιώνι. 
Δια προσεκτικής συγκρίσεως δυνάμεθα νά καταλάβω- 
μεν ό έστιν ίδιον εκάστη έλαια και ό έστι πάσαις 
κοινόν. Χωρίζοντες το εκάστη ίδιον του ταΐς πάσαις 
κοινού, και συλλαμβάνοντες μόνον το κοινόν τούτο, 



112 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

σχηματίζουν και εχομεν εν τώ νω τήν γενικήν ίδέαν 
της έλαίας. Τοιουτοτρόπως σχηματίζομεν και άπο- 
κτώμεν πασαν άλλην γενικήν ίδέαν, ήτις δύναται νά 
ευρέθη εν ήμΐν. 

Δι ων ύπεδείξαμεν παραδειγμάτων, βλέπομεν, οτι 
η γενική ίοέα εστίν η σύλληψις του κοινού μεταξύ 
πολλών παραστάσεων, και ότι, όπως σχηματίσωμεν 
αυτήν, όφείλομεν ποιήσαι ταύτας τάς τρεις εργασίας : 
Ιον τ ή ν σύγκρισιν δι' ης εύρίσκομεν τάς εν πολλαΐς 
όμοίαις μερικότησιν ένυπαρχούσας διαφοράς• 2 0ν την 
άφαίρεσιν, δι' ης χωρίζομεν το εκάστη μερικότητε 
ιοιον από του πάσαις κοινού• 3 0ν την γενίκευσιν, δΓ 
ης συλλαμβάνομεν μόνον το πάσι τοις συγκριθεί- 
σιν ανήκον. Ή τελευταία εργασία καλείται μετά 
λόγου γενίκευσες, επειδή δι' αύτης συλλαμβάνομεν 
τήν γενικήν ίδέαν. Ή γενίκευσις ύποτίθησιν άναγ- 
καίως τήν άφαίρεσιν και τήν σύγκρισιν, και γενικεύειν 
δύναται σημαίνειν : Ιδέαν γενικήν διά τε της συγκρί- 
σεως και αφαιρέσεως σχηματίζειν. 

Δια της αύτης μεθόδου, δυνάμεθα νά σχηματί- 
σωμεν εκ πολλών γενικών ιδεών ίδέαν γενικωτέ- 
ραν, και νά έξακολουθήσωμεν ταύτην τήν έργα• 
σίαν εως άν|φθάσωμεν εις τήν γενικωτάτην ίδέαν^ 
ήτις περιέχει πάσας τάς άλλας μή ούσα έν ουδε- 
μία τούτων αυτή περιεχόμενη. Ούτω δε όχηματί- 
ζομεν τα γένη και τα είδη• ταύτα μεν διά της πρώ- 
της γενικεύσεως, έκεΐνα δε διά της δευτέρας, τρίτης 
κτλ. Εξαιρουμένου του τελευταίου γένους, ολα τά 



ο 



φιλοσοφία; ίΐ>+ 

άλλα είσί συγχρόνως γένη χαί είδη : γένη μέν, ώς 
ττρος τα ειοη α περιεχουσιν ειοη όε ως προς τα 
γένη εν οις περιέχονται. Τακτική δέ κατάταξες τού- 
των κάκείνων δίδωσι τους ταξιθέσεως πίνακας, ένθα 
βλέπομίν ευκόλως τάς σχέσεις και αναφοράς των 
οντιον, ύφ' ών ό κόσμος συνίσταται• Άλλ' ήμεις ου 
προτιθέμεθα να έκταθώμεν έφ' δλα ταύτα τα καθ' 
έκαστα, περί ών η λογική και αί άλλαι επιστητά: 
όφείλουσι λόγον διδόναι, προθέμενοι μόνον να άπαν• 
τήσωμεν εις το ζήτημα της αρχής και του σχημα- 
τισμού των ιδεών, όπως μετά ταύτα έπικρίνωμεν 
την υπό Καρτεσίου γενομένην άπόδειξιν περί της του 
θεοϋ υπάρξεως, και τάς άντικειμένας τω ζητηματ: 
τούτω θεωρίας της αντιχριστιανικής φιλοσοφίας• Έν 
πρώτοις, διεκρίναμεν δύο αρχάς ιδεών: την όρατην 
ούσίαν και την άόρατον, η τά σώματα και τάς ψο- 
χάς : Είτα πειραθέντες έξηγήσαι τάς εκ της ορατής 
προερχομένας ιδέας, έβεβαιώσαμεν τον νόμον κα&' 
δν άποκτώμεν πάσαν μερικήν ίδέαν. Έκ τής μερικής 
ιδέας μεταβάντες εις την έξήγησιν τής γενικής, έδεί- 
ξαμεν παραδείγμασι δια τίνος μεθόδου σχηματίζε- 
ται πάσα γενική ιδέα, και νυν δυνάμεθα διατυπώ- 
σαι τον γενικόν αυτής νόμον εν τοις εξής : Όπως 
γενική ιδέα είςέλθτ) εις την ημετέραν 
ψυχή ν, αναγκαίο ν ίνα συγκρίνω μεν πολ- 
λάς παραστάσεις μερί κ α ς, χωρίζοντες 
παν το έκάστϊ) ίδιον άπότοϋ πάσα ι ς κοι- 
νού και μόνον το κοινό ν συ λ λα μ 6 ά ν ο ν- 

8 



ίϊ* ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τ ε ς. Ούτω πάσα γενική ιδέα παρίστησιν δ εστί κοι- 
νόν μεταξύ πολλών ομοίων παραστάσεων. Όλα ι 
ημών αϊ ίδέαι είσί μερικαί η γενικαί• δεν υπάρχει 

τρίτον είδος ιδεών. Επομένως ουκ εχομεν ζητήσαι 
τρίτον τινά νόμον. Όθεν υπολείπεται μόνον έξηγή- 
€αι τάς Ιδέας, ών η αρχή έστι το έσω. Ή δέ μέθο- 
οος, ην μέλλομεν άκολουθήσαί έστιν η αύτη* και άρ- 
ξόμεθα της αναλύσεως τών γεγονότων του έσω, ως 
έποιήσαμεν προς το έξηγησαι τάς ιδέας του έξω, και 
εκ της αναλύσεως τών γεγονότων έξάξομεν τά ημέ- 
τερα συμπεράσματα. 

ΑΙ ΕΚ ΤΟΓ 

ΑΟΡΑΤΟΥ ΟΚΤΟΣ 
Η ΤΟΓ ΝΟΗΤΟΓ ΚΟΣΜΟΓ ΠΗΓΑΖΟΓΣΑΙ ΗΜΩΝ ΙΔΕΑΙ. 

Ή συνείδησις και η νόησίς εισι δύο εσωτερικά γε- 
γονότα ανάλογα προς την αισθησιν και την άντίλη- 
ψιν, αίτινες συμβαίνουσιν εν τοις έκτος. Το μεν γε- 
γονός της συνειδήσεως ανταποκρίνεται προς το της 
αίσθήσεως. Το δέ της νοήσεως προς το της αντιλή- 
ψεως (1). Διά της συνειδήσεως αισθανόμεθα την ημε- 

(1) Τα γεγονότα της συνειδήσεως καΐ νοήσεως διακρίνονται τι 
γεγονότων της αΐσθήσεως και αντιλήψεως καθ όσον τα μεν συ: 
βϊίνουσιν εν τν) ψυχγ;, τά δέ εν τω σώματι. Πάντως, ου δυνάμεθα 
εχειν αισθήματα άνευ συνειδήσεως, άλλ'Ι'χομεν συνείδησιν άνευ 
αισθημάτων. Ου δυνάμεθα αντιλαμβάνεσαι μη νοουντες, άλλα 
δυνάμεθα νοεΐν μη αντιλαμβανόμενοι. Ή διάκρισις λοιπόν τών γ£-< 
γονάτων Ισιίν εναργής. 




ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 11^ 

τέραν Οπαρξιν, ως δια της αίσθήσεως 5$ς αφής αί- 
σθανόμεθα την υπαρξιν τών σωμάτων. Δια της νοή- 
σεως προςπαθοΰμεν άντιλαβέσθαι και νοήσαι το '6ί 
εκείνο δ καλουμεν εγώ η ψυχή ν. Δια της συνει- 
δήσεως αίσθανομεθα το εν ημΐν συμβαίνον δια της 
νοήσεως παρατηρουμεν, διακρίνομεν αυτό και κατα- 
λαμβάνομεν. Και καθώς η αισθησις προηγείται της 
αντιλήψεως, ούτω και η συνείδησις προηγείται της 
νοήσεως, και τα αισθήματα των ιδεών. Ή μεν αϊ- 
σθησις εξεγείρει την προςοχήν ημών εις το άντιλαμ- 
βάνεσθαι του εξωτερικού αντικειμένου• η δέ συνείοη- 
σις εξεγείρει ώςαύτως τή'; ημετέραν προςοχήν εις το 
σκέπτεσθαι επί του εσωτερικού αντικειμένου. Δια της 
συνειδήσεως ζώμεν, και δια της νοήσεως θεωροϋμεν 
και καταλαμβάνομεν την ζωήν. ν Ανευ της συνειδή- 
σεως, ούχ έξει πλέον ούτε ζωήν, ούτε νοησιν η ψυχή• 
άνευ της νοήσεως ή ζωή δύναται μένειν, άλλ' εστα: 
άναντίληπτος και σχεδόν έπι7*ε7α]σμένη. "Ανευ της 
συνειδήσεως η νόησίς έστιν αδύνατος• η συνείδησις 
άνευ της νοήσεως πίπτει εις λήθην: ώστε η μεν χρή- 
ζει της δέ, και ουδέν ισχύει η μία χωρίς της άλλης. 
Βεβαιώσαντες και διακρίναντες τα κυριώδη γεγο- 
νότα, τα εν ήμΐν συμβαίνοντα, όφείλομεν νυν αύτα 
άνα7.υσαΕ, όπως ευρωμεν τα συστατικά αυτών στοι- 
χεία, και ην έ'καστον ποιεΐ λειτουργίαν προς παρα- 
γωγήν τούτων τών φαινομένων. Ή αίσθησις, καθώς 
ειδομεν, άνευ υποκειμένου και αντικειμένου εστίν αδύ- 
νατος. Ή συνείδησις, γεγονός άνάλογον %ρος το της 

8* 



116 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

αίσθήσεως, ου δύναται χωρήσαι άνευ της συνδρομής 
των δύο τούτων στοιχείων, ών το εν ενεργεί επί του 
ετέρου, και των οποίων το αποτέλεσμα καλείται συν- 
είδησις. Ή λέξις αύτη, γραμματικώς άναλυομένη, 
σημαίνει ε ίο ε να: όμου η σ υ ν. Ή πρόθεσης συν 
υποτίθησιν άναγκαίως δύο τινά, και η λέξις συνείδη- 
σ:ς ουδέν άλλο δύναται σημαίνειν η ειδέναι δια της 
συνδρομής τίνος πράγματος. Ή λέξις συνείδη- 
σης, συντεθειμένη υπό της προθέσεως συν, και του 
είοησις σημαίνει 6/:ι νυν ειπομεν. Ει λοιπόν το 
γεγονός τις συνειδήσεως ύποτίθησιν άναγκαίως την 
συνορομήν δύο στοιχείων, οικαιούμεθα να παραδεχθώ- 
μεν, οτι το εν έστιν ήμεΐς αυτοί, το εγώ, η ψυχή• 
;και το έτερον οφείλει είναι τό Πνεύμα του Θεού. 
Επειδή έστιν αληθές, οτι ουκ έσμεν ήμεΐς η αιτία 
της ημετέρας συνειδήσεως και οτι ουκ εξ ημών εξαρ- 
τάται ή συνείδησις της ημετέρας υπάρξεως. Ή συν- 
είδησίς έστι φαινόμενον, όπερ διαβαίνει και επα- 
νέρχεται ήμΐν, ως επί του ορίζοντος η ανατολή 
χφ. η δύσις του ηλίου. Άποβάλλοντες αυτήν καθ 1 υπνον 
7.α: εν άλλαις περιστάσεσιν, άνευρίσκομεν αυτήν άνευ 
τίνος έπαγωνισμοϋ της ημετέρας θελήσεως, "Οθεν 
ά-ζοτ.ΟΊ πιστεΰσαι, οτι εγώ είμι ή αιτία οαινομένου, 
<ζρος ου την -παραγωγήν ή έμή δύναμις ουδέν ισχύει• 
λογικόν οέ βεβαιώσαι μόνον, οτι ειμί τά υποκείμε- 
νοι της συνειδήσεως, χαί ζητήσαι την αληθή αυτής 
αίτί&ν. Παν φαινόμενον ζητεϊ αιτίαν άνάλογον 
'-ρος τήν φύσιν του• ή αΙτία της συνειδήσεως ου δύ~ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 1 17 

ναται είναι άλλο η πνεύμα σοοόν, δυνάμενον ηχΤν 
μεταδιδόναι την έπιστήμην η την γνώσιν ημών αυ- 
τών, και το πνεύμα τοΰτο ουδέν άλλο δύναται είναι 
η το του Θεού. Ή Βίβλος επίσης δεβαιοι το επιστη- 
μονικών τούτο συμπέρασμα δια πλείστων μαρτυριών:. 
Ό Μωϋσης εν τω δευτέρω κεοαλαίω της Γενέσεως, 
έκθετων την ίστορίαν της δημιουργίας του άνθρωπου, 
ε:πεν: «Ό Θεός ένεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού 
πνοην ζωής, και ό άνθρωπος έγένετο εις ψυχην ζώ- 
σαν ». Έξ ου είκο^ ότι η πνοή αυτή της ζωής ην> 
αυτή ή ψυχή, ΐ"•* ένεψύχωσε το εκ της γης πλα- 
σΟέν ήδη σώμα* άλλ' εάν ποόζέξωΐί,εν εις την έκοοασιν 
της Βίβλου, εάν συγκρίνωμεν το γωοίοΊ τούτο νιρος 
άλλα της αυτής φύσεως, θά ΐδωμεν έναργώς, ότι το 
σύσημα του Θεοϋ ουκ ην η ψυχή, άλλα το πνεύμα 
το ζωοποιήσαν την ψυχήν, ήτις ύπήρχεν ηδη πλα- 
σθείσα μετά του σώματος, άλλ' ήτις ουκ έζη έτι* 
Λεν είπεν η Βίβλος ότι ό Θεός ένεούσησεν εις το 
πρόσωπον του άνθρωπου ψυχήν ζώσαν, άλλα πνεύμα 
ζωής, όπερ έποίησε τον άνθρωπον εις όυχήν ζώσαν. 
α Ό Θεός ένεούσησεν εις το πρόσωπον αυτοϋ πνοην 
ζωής, και έγένετο ό άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν ». Ό 
Ιησούς Χριστός μετά την άνάστασιν αυτοϋ, λέγει ό 
Ευαγγελιστής Ιωάννης, ένεούσησε τοις Άποστόλοις 
λέγων : « Λάβετε Πνεύμα Αγιον ! χ> Το φύσημα τευ 
Ίησου Χρίστου, όλως όμοιον τω πρώτω ουσηματ:, τώ 
έμφυσηθέντε εις το πρόσωπον του πρώτου άνθρωπου, 
^τέδωκε τοις Άποστόλοις το Πνεύμα του Θε:ϋ κας 



118 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ουχί ψυχην. Ει τό πρώτον φύσημα ζωής ην αύτη η 
ψυχή, τότε η ψυχή δέν θα ητο δημιούργημα άλλα 
θεία τις απόρροια, το Πνεύμα του Θεού, πλάνη τήν 
οποίαν διαψεύδει η Βίβλος κατά πολλούς τρόπους• Ή 
βίβλος διακρίνει πάντοτε το Πνεύμα του θεοΰ, το 
εν τω άνθρώπω οπάργ^ΟΊ) αύτοϋ του άνθρωπου, νοούσα 
δια του άνθρωπου τήν ψυχ•ην και ουχί τό σώμα. Ό 
άνθρωπος ουκ εστίν η γη και σποδός. « Γινώσκω 5 
Κύριε, ειπεν ό Αβραάμ, δτι γη και σποδός ειμί ». 
Άλλα το Πνεύμα του Θεού, το δν εν ημΐν, έστιν 
άφθαρτον. Το βιβλίον της Σοφίας λέγει: « Κύριε, το 
Πνεΰμά σου το άφθαρτον έστιν εν πασιν ημΐν. Και 
δια τοΌΐο ελέγχεις πράως τους άμαρτάνοντας, καί 
νουθετείς αυτούς σφαλίζοντας, διδάσκεις δε αυτούς 
ίνα χωριζόμενοι άπό της πονηρίας πιστεύωσιν εις σε, 
Κύριε: » Ό δε μακάριος Παύλος λέγει ώςαύτως: 
α Ουκ οί'δατε δτι το σώμα υμών ναός του εν ύμιν 
Αγίου Πνεύματος έστι, ου έχετε άπό Θεού, και ουκ 
έστέ εαυτών; Ουκ οιοατε, δτι ναός Θεού έστε, καί το 
Πνεύμα του Θεού οίκεΐ εν ύμΐν; Εί' τις τον ναόν του 
Θεοϋ φθείρει, φθερει τούτον ο θεός, ό γαρ ναός του 
θεού άγιος έστιν, οιτινές έστε ύμεις ». (Α. Κορ. ΣΥ• 
19. Γ. 16). Ό θεός παιδεύει τους πονηρούς, άφαι- 
ρών εν πρώτοις άπ' αυτών το Πνευμά του. Προ τοδ 
ποιήσαι τον κατακλυσμόν, ειπεν: « Ου μη καταμείντρ 
τό Πνευμά μου εν τοις άνθρώποις τούτοις εις τον 
αιώνα διά τό είναι αυτούς σάρκας »;; Ό προφήτης 
Δαβίδ, παρεχάλει τον Θεόν 5 ινα έγκαινίστ) εν αύτω τα 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 119 

Πνεύμα τό "Αγιον, δπερ έγκατέλιπεν αυτόν δια τάς 

ανομίας αύτοΰ. Τέλος, διά του Αγίου Πνεύματος 
άνταμείβεε ό Θεός τους δικαίους. Δια του Άγιου 
Πνεύματος άντήμειψεν ό Ίησοϋς Χριστός τήν πίστι<* 
των αποστόλων αύτοϋ' δια του Αγίου Πνεύματος 
ζώσιν οι Χριστιανοί. Δεν δυνάμεθα 7*οιπόν να συγ- 
χύσωμεν το φύσημα η το Πνεύμα του Θεοΰ μετά της 
ψυχής• ή επιστήμη τα διακρίνει άπ' αλλήλων η Βί- 
βλος έπικυροΐ την έπιστήμην. Αύτη δε ώςαύτως ορί- 
ζει σαφώς την αληθή έννοιαν της Βίβλου. 

Το γεγονός της νοήσεως άνάλογον προς το της 
αντιλήψεως οφείλει να περιέχη τα αυτά, ως έκεΐνσ, 
στοιχεία. Και καθώς η άντίληψις δέν δύναται νά χω- 
ρήστ) άνευ του όρώντος υποκειμένου, του όρωμένου 
αντικειμένου και του τιθέντος αυτά εις σχέσιν φυσι- 
κού φωτο'ς• ούτω και η νόησις άναγκαίως ύποτίθησι 
το νοούν ύποκείμενον, το ύπ' αύτοϋ νοούμενον άντι- 
κείμενον, και τά τιθέν αυτά εις σχέσιν νοητικόν φως• 
Το νοούν ύποκείμενον είμι εγώ• το αντικείμενοι 
της νοήσεως έστι παν τό υπό της συνειδήσεως μαρ- 
τυρούμενον τό δε νοητικόν φως εστίν ό 7^όγος η ό 
νόμος της νοήσεως, Γ Η συνδρομή του εγώ, της 
συνειδήσεως και του Χ ό γ ο υ παράγει τό φαι- 
νόμενον της νοήσεως, τούτέστι, κρίσεις καΐ συλλο- 
γισμούς- καταστρέφομεν δέ την νόησιν, άφαιρουντες 
εν των τριών τούτων στοιχείων. Κρίνειν, υπό δικανι- 
κήν σημασίαν, εστίν έφαρμόζειν τον θετικόν νόμον 
επί οιασδήποτε υποθέσεως, γνωσθείσης διά μαρτύ" 



Ϊ20 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

£ων. Κρίνειν, υπό ψυχολογικήν σημασίαν, εστίν έφοφ- 
|/,όζειν τον νόμον του λόγου επί οιουδήποτε αντικει- 
μένου ττ) συνειδήσει μαρτυρηθέντος. Και καθώς άνευ 
3ικαστοϋ, άνευ νόμου, άνευ υποθέσεως, δεν δυνάμεθα 

να καταλάβωμεν ότι δικαστική τις άπόφανσις έγένετο, 
ούτως άνευ του εγώ, του λόγου και της μαρτυρίας 
της συνειδήσεως, η νόησίς έστιν αδύνατος• Ύπάρ- 
•/ουσι φαινόμενα, οντά το αποτέλεσμα πολλών αίτιων, 
ων εκάστη κατά μόνας θεωρούμενη, ουκ εστίν η 
αληθής αίτια. Ή δε άντίληψις και η νόησίς είσι φαι- 
νόμενα τοιαύτης φύσεως, προκύπτοντα, ως είοομεν, 
εκ της συνδρομής πολλών πραγμάτων ώστε δέον 
■προσέχειν ινα μ•)) άποδίδωμεν ένί μόνω το πασιν 
ανήκον. Δεν δυνάμεθα, λόγου χάριν, να εΐπωμεν ότι 
η αίτια της αντιλήψεως έστιν ό οφθαλμός, ή. το φως, 
; /ι άλλο τι προς αυτήν συντελούν. Το ο^ο^α αίτια, 
εν τή προκειμένη περιπτώσει, ανήκει ίσως έκείνω 
μόνω, δςτις προεΐδεν, έποίησε, και διέταξε παν 6, τι 
έδει προς πραγματοποίησιν της αντιλήψεως. Επί- 
σης, ου δυνάμεθα λέγειν, ότι ή ψυχή έστιν αίτια της 
νοήσεως, η ό λόγος και ή συνείδησις κατά μόνας λη- 
φθέντα, είσί ταύτης το αίτιον. Αέγομεν άλήθειαν, 
λέγοντες δτι η ψυχή δύναται νοεΐν συνοδευομένη, 
ύπό του λόγου και της συνειδήσεως, καθάπερ ό 
έφθαλμός δύναται βλέπειν τά αντικείμενα υπό του 
φωτός φωτιζόμενος. Ειπερ ή ψυχή ουκ εστίν αιτία 
της νοήσεως, πώς αν ήδύνατο είναι αιτία της συνει- 
δήσεως και του λόγου 5 Τουτό έστιν 3 ώς εάν έρωτ&•» 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 121 

μεν, εί δ οφθαλμός εστίν η αιτία του φωτός η των 
αντικείμενων τα όποια παρατηρεί. Ή δε Βίβλος την 
δευτέραν ταύτην άνάλυσιν κατ" ουδέν ήττον η την 
προηγουμένην έπιβεβαιοι. Ό σοφός βασιλεύς του 
Ισραήλ, λαλών περί της Σοφίας του Λόγου του 
θεού, λέγει, «Απαύγασμα γαρ έστι φωτός ά'ιδίου, κα: 
έσοπτρον άκηλίδωτον της του Θεοϋ ενεργείας, και 
είκών της .άγαθότητος αύτοΰ. Μία δε ούσα πάντα 
δύναται, και ^ιζΊο^αα εν έαυτη πάντα καινίζει, και 
κατά γενεάς εις ψυχάς όσίας μεταβαίνουσα φίλους 
θεού και προφήτας κατασκευάζει• ούδένα γαρ δ θεός 
άγαπα, ειμή τον σοφία συνοικοϋντα. "Εστι γάρ αύτη 
ευπρεπεστέρα ηλίου, και υπέρ πασαν αστέρων 6έσιν 
φωτι συγκρινόμενη ευρίσκεται πρότερα• ^ου^ο μεν 
γάρ διαδέχεται νύξ, σοφίας δέ ου κατισχύει κακία η 
(Σοφ. Ζ'. 26.). Ό Ευαγγελιστής Ιωάννης, εν άρχη 
του Ευαγγελίου αύτοϋ, λέγει, ότι « δ άίδιος \ό Λ /ος 
έστι το φως τό άληθινον, το φωτίζον πάντα άνθοω- 
πον έρχόμενον εις τον κόσμον λ. Ό μακάριος Παύ- 
λος, επιστολή προς Εβραίους (Λ', 12), λέγει: «Ζών 
γάρ δ λόγος του θεού, και ενεργής, και τομώτερος 
υπέρ πασαν μάχαιραν δίστομον, και διΐκνούμενος 
άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε 
και μυελών, και κριτικός ενθυμήσεων και εννοιών 
καρδίας ». Ό Ίησους Χριστός λαλών περί εαυτού, 
έκάλει εαυτόν φως όλου του κόσμου: α Έγώ ειμί τό 
φως του κόσμου• δ ακολουθών έμοί, ου περιπατήσει εν 
τ?) σκοτία ». Έμακάρισε τους μένοντας εν αύτω, και 



122 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μεθ' ων αυτός μένει• διότι πάσα αρετή έστιν ημίν 
εφικτή δια της αρωγής του φωτίζοντος ημάς Λόγου, 
και πίπτομεν άναγκαίως εις το κακόν, όταν έγκα- 
ταλείπωμεν αυτόν, * Ό μένων εν έμοί κάγώ εν 
αύτω, ούτος φέρει καρπόν πολύν. Επειδή, χωρίς 
έμοϋ, ου δύνασθε ποιεΐν ουδέν » (Ίωάν. ΙΕ 7 . 5). 

Έδη ερωτώ: πρέπει να πιστεύσωμεν εις τήν Βί- 
βλον η εις την άνάλυσιν των γεγονότων •, εις τον λό- 
γον του Θεού η εις την έπιστήμην; Δυοΐν θάτερον, 
η αμφότερα παραδεκτέα, η αμφότερα απορριπτέα. 
Όταν δύο μάρτυρες μαρτυρώσι το αυτό γεγονός, δυ- 
νάμεθα να είπωμεν ότι ό μεν αληθεύει, ο δε ψεύδε- 
ται; Ή Βίβλος και η επιστήμη μαρτυρουσι παντού 
και πάντοτε τάς αύτάς αληθείας. Επομένως, άτοποι 
πιστεύειν τη μέν και άπιστειν τη δε. Και ό απορρί- 
πτων της βίβλου το χυρος^ εν ονόματι της επιστή- 
μης, θυμά έστι της πλάνης, και της ψευδούς επι- 
στήμης τρισάθλιον. Άπαταται δε βαρέως, άσπαζό- 
μενος τάς πρώτας πλάνας, ώς τάς εναργεστέρας 
αληθείας. Ό λατρεύων μέν τη Γραφή, άπιστων δέ 
τη επιστήμη, θά έκλάβη τάς εαυτού προλήψεις 
ώς χρησμούς έξελθόντας από στόματος τοϋ θεοϋ. 
Θα πιστεύση εις το γράμμα, αλλά τήν εν αύτω κε- 
κρυμμένην άλήθείαν δεν θά άνευρη. Έ δέ Εκκλησία 
στηριζέσθω επί των δύο τούτων στηλών, αιτινές είσιν 
ε^οΊ του αύτοΰ άρχιτέκτονος, και ου μόνον αδου 
πύλαι ου κατισχύσουσιν αυτής, άλλ' αυτί) προσέτι 
κλείσει αύτάς διά παντός, καθείργουσα πάσας τάς 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 123 

θορυβούσας αυτήν πλάνας. Ει ο Χρίστος, ινα καται- 
σχύνη τους εχθρούς αύτοΰ, έχρήσατο τϊ) επιστήμη 
και τη Γραφή, η Εκκλησία οφείλε: νά τον μιμηθϊ)• 
Άληθης δε Εκκλησία εστίν εκείνη, ήτις περιέχει τήν 
χριστιανικήν θρησκείαν και φι)νθσοφίαν. 

Δεν πρέπει νά παραγνωρίζωμεν δτι τα όργανα τοΰ 
σώματος ημών λαμβάνουσι μέγα μέρος εν πασι τοις 
γεγονόσι, τοις εν ημΐν συμβαίνουσιν. Ή άντίληψις 
έχει το ίδιον αυτής όργανον, όπερ εστίν ό οφθαλμός. 
Έ. αίσθησις έχει ώςαύτως τα αισθητήρια αυτής όρ- 
γανα. Ή συνείδησις και η νόησες εσωθεν εχουσιν 
επίσης τα Οργανα των κατά την μαρτυρίαν της πεί- 
ρας και της Βίβλου, ϊό όργανον της νοήσεως έστιν δ 
εγκέφαλος, το Οργανον της συνειδήσεως και της αι- 
σθητικότητός έστιν η καρδία. Ή Βίβλος τίθησιν την 
άγάπην, όλα τε τά καλά και κακά αισθήματα εν τύ) 
καρδία. « Αγαπήσεις Κύριον τον θεόν σου εξ δλης 
τη; καρδίας σου». « Έκ της καρδίας, λέγει ό Χρι- 
στός, εξέρχονται οΕ κακοί στοχασμοί, οι φόνοι, αϊ 
μοιχεΤαι, αί πορνειαι, αϊ κλοπαί, αί ψευδομαρτυρία:, 
αί βλασφημίαι ». Τω οντι, αυτά εισι τά αποτελέ- 
σματα τών κακών αισθημάτων, άπερ εδραν έχουσα 
τήν καρδίαν. Όταν ό ΠαΟλος λέγν] προς ημάς ότι ό 
λόγος του θεού ειςδύει εν τω μυελώ, δίδει εις ημδς 
νά έννοήσωμεν ότι ό εγκέφαλος έστι το όργανον της 
νοήσεως. Και καθώς το φώς ποιεΐ ήμας βλέπειν είς- 
δύον εν τω όφθαλμω, ούτω και το νοητικόν φώς 
ποιεί ημάς νοεΐν, ειςδύον εν τω έγκεφάλω. Ό έμ- 



124 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

πειρισμός, δςτις συμπεραίνει. πάντοτε πολλά, παρα- 
τηρών όλίγιςα, συνεπέρανεν εξ ων παρετηρησε μεταξύ 
της νοήσεως και του εγκεφάλου, δτι ό εγκέφαλος 
έστιν η αιτία της νοήσεως, και ότι η ύλη νοεί, Πα- 
ρατηρουμεν ώςαύτως σχέσεις μεταξύ της αντιλή- 
ψεως και του οφθαλμού. Όπου δέ υπάρχει οφθαλ- 
μός, έκεΐ και αντίληψης, και άνευ οφθαλμού ουδεμία 
άντίληψις δυνατά: χωρήσαι, καθώς άνευ εγκεφάλου 
ουδεμία νόησες. Άλλ' εκ τούτοι δεν συνάγομεν, ότι 
ό οφθαλμός έστιν αιτία του φωτός, των παρατηρου- 
μένων αντικειμένων η της αντιλήψεως, συμπεραίνον- 
τες απλώς δτι ό οφθαλμός έστι το Οργανον της αν- 
τιλήψεως, το όποιον μεταχειρίζεται ό παρατηρών 
και διευθύνει αυτό κατ* άρέσκειαν. Ό εμπειρισμός 
ώφειλε κάλλιον να έφαρμόσϊ) τάς παραγγελίας της 
εμπειρικής μεθόδου, ήτις ούδέποτ' επιτρέπει προ της 
ακριβούς αναλύσεως του γεγονότος συνάγειν εξ αυ- 
τού συμπέρασμα. 

Πάνθ' όσα ηδη άνελύσαμεν γεγονότα εχουσι το 
αυτό ύποκείμενον, η τό πασι τούτοις κοινόν, ήτοι το 
ϊ γ ω, τόσον εν τοις έκτος, όσον εν τοις εντός. Τό αί- 
σθανόμενον ύποκείμενον είμι εγώ* τό βλέπον ύποκείμε- 
νον ειμί εγώ* τό έχον συνείδησιν ύποκείμενον είμι 
εγώ• τό ίοοόί ύποκείμενον είμι εγώ. Τα πάντα γί- 
νονται δια του εγώ, και άνευ αύτου ουδέν δύναται 
γενέσθαι. Έν τω σχηματισμω των ιδεών, τό εγώ 
επιτελεί αναμφιβόλως τό κύριον μέρος. "Ανευ του 
^ατανοήσαι ώς οιόντε, την φύσιν αύτου, αδύνατον 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 125 

σαοηνισαι άποχρώντως το ζήτημα. Δια τούτο, μετά 
την άνάλυσιν των ψυχολογικών γεγονότων, έρχόμεθα 
να έξετάσωμεν τί έστιν εγώ η την φύσιν της ημετέ- 
ρας ψυχής. 



ΠΕΡΙ ΊΠΣ. 

Φ ΥΣ ΕΩΣ 
ΤΗΣ ΨΓΧΙΙΣ 

Ήδη γινώσκομεν οτι το εγώ εστί το χέντρον όλων 
των φαινομένων, άπερ εν ημίν συμβαίνουσα, η η κεν- 
τρική δύναμις μικρού τίνος κόσμου• Μετά τοΰτο δυ- 
νάμεθα νά έρωτησωμεν: το εγώ, προς τό'εϊνα* υπο- 
κείμενον δλιον των φαινομένων, τά οποία άνελύσα- 
μεν, η η κεντρική δύναμις του μικρού τούτου κόσμου, 
ποίας ιδιότητας έχειν οφείλε;, η ποίας φύσεως 
οφείλει είναι ; 

"Όπως το εγώ ύ) το ύποκείμενον της νοήσεως, 
οφείλει είναι ικανόν δέχεσθαι το νοητικόν οώς και 
καταλαμβάνειν επομένως τά αντικείμενα της νοή- 
σεως η κρίνειν αυτά, διότι, ει μη το εγώ είχε ταύτην 
την ικανότητα, ουκ αν ηδύνατο νοεΐν η είναι το ύπο- 
κείμενον της νοήσεως, καθώς ό οφθαλμός ουκ αν 
ηδύνατο βλέπειν η είναι το όργανον της οράσεως, ει 
μη ην ικανός δέχεσθαι το φυσικόν φως και βλέπειν 
τά σώματα. "Εχει δε ούτω και ως προς τά άλλα 
φαινόμενα. Το εγώ οφείλει είναι ικανόν άνέχεσθα* 
αυτά και παράγειν ακολούθως αποτέλεσμα τι δια της 



€2.6. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Ιδίας αύτοΰ ενεργείας. Έν άλλαις λέξεσι, το εγώ 
οφείλει είναι συγχρόνως παθητικον και ενεργητικά 
Κοινωνούν μετά του Θεού και του κόσμου, δέχεται 
και δίδει• ανέχεται και άπο>θεΐ• νυν μέν πάσχον, νυν 
δε ενεργούν. Ή ίδιότης αυτή ανήκουσα τω εγώ εκ- 
φράζεται διά των ρημάτων θέλω, δέν θέλω• επιδοκι- 
μάζω, αποδοκιμάζω• συναινώ, αποκρούω• βεβαιώ, 
αρνούμαι και άλλων ό^οίων^ η διά των επιρρημάτων 
ναι και ου. Το εγώ, ως υποκείμενον της συνειδή- 
σεως και της νοήσεως, γινώσκει ότι ενεργεί όταν 
ένεργΐ), καΐ ότι πάσχει Οταν πάσχτ). Θέλει, και γι- 
νώσκει ότι θέλει. Δέν θέλει, και γινώσκει ότι δέν 
θέλει. Περιπλέον γινώσκει ότι εστί κύριον της Ιδίας 
ενεργείας• ότι εξ αύτου κρέμαται θέλειν ή μη θέ- 
λειν, καταφάσκειν η άποφάσκειν, όμολογεΐν η άρνει- 
σθαι, έκ?νέγειν τοΰτο μάλλον η εκείνο. Ή ίδιότης 
αυτή καλείται, ένι λόγω, ελευθερία. Παν το ενερ- 
γούν, κύριον όν της εαυτού ενεργείας, έχον την συν- 
είδησιν του αποτελέσματος, δ δύναται παραγαγεΐν, 
εστί πρόσωπον ελεύθερον η ηθική τις αιτία. 

Τώρα, εάν έρωτηθώμεν τί έστι ψυχή ; άποκρινό- 
μεθα ότι εστίν ηθική τις αιτία, τουτέστιν ον τι, το 
όποιον αισθάνεται, νοεΐ, βούλεται, ενεργεί έχον συν- 
είδησιν εαυτού. Ή ψυχή, σχετικώς προς τα αισθή- 
ματα και τάς Ιδέας αυτής, εστί το υποκείμενον αυ- 
τών αλλά, σχετικώς προς τάς εαυτής άποφάσει 
αιτινες έπειτα γίνονται πράξεις, εστίν η αληθής αι- 
τία. Θέλειν ουκ εστί γεγονός υποκείμενον εις άνάλυ- 




ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 127 

σιν, ως άντιλαμβάνεσθαι και νοειν. Ενταύθα δεν 
υπάρχει άλλο ή εν μόνον στοιχεΐον, το εγώ, παρά- 
γον αμέσως το αποτέλεσμα του, όπερ εστίν η θέλη- 
σις, εκπεφρασμένη δια των επιρρημάτων ναι ή ο 5. 
Ή ψυχή 7,οιπόν έναργώς έστιν αιτία, άλλ' αιτία σχε- 
τική και ουχί απόλυτος, αίτια δευτερεύουσα, και ουχί 
πρωτεύουσα• Και σχετική μεν λέγεται, διότι παρά- 
γει αποτελέσματα τίνα, άλλ' ουχί πάντα τα δυνατά• 
δευτερεύουσα δε, διότι ό χαρακτήρ αυτής ως αιτίας 
εξαρτάται εξ άλλης τινός αίτιας, ήτις εστίν η πρώτη 
και απόλυτος αιτία. Επειδή η ψυχή έστιν αιτία σχε- 
τικώς προς τάς εαυτής βουλάς και πράξεις. Άλλ' 
αι βουλαί αύται ουκ είσίν έφικταί άνευ της συνειδή- 
σεως και του λόγου, καθώς επίσης και αί πράξεις 
δεν γίνονται άνευ του σώματος μεθ' ου έστιν ηνωμένη. 
Ή ψυχή γυμνωθεΐσα τής συνειδήσεως, του 7νόγου 
και του σώματος, παύεται αμέσως είναι αίτια, μη 
δυναμένη πλέον ούτε θέλειν, ούτε πράττειν. Λοιπόν 
ό χαρακτηρ τής ψυχής ως αιτίας εξαρτάται εξ εκεί- 
νου, δςτις έπροίκισεν αυτήν διά τής συνειδήσεως και 
του λόγου, και ήνωσεν αυτήν μετά του σώματος. 
Καθ* ήν στιγμήν ό Θεός αποσύρει, εκ τής ψυχής τήν 
συνείδησιν, ή ψυχή μένει δν αγνοούν, άναίσΟητον και 
αδρανές. Ει δε ούτως έχει, ό Θεός ποιεϊ ήμας θέ- 
λειν, ό Θεός ποιεϊ ήμας πράττειν, ως είπε Παύ- 
λος, και δμως ιουτο δεν εμποδίζει τήν έλευΟεριαν 
και τήν εύΟύνην, δυνάμεθα νά θέλωμεν και γα πράτ- 
τωμεν κακώς• 



128 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Καθώς η αισθησις και η νόησις εχουσι τα ίδια αυ- 
τών όργανα, ώςαύτως η θέλησες έχει τα εαυτής. Το 
εγώ, όπως επιτελή την λειτουργίαν ελευθέρου προ- 
σώπου, διατίΟησιν όλα τα όργανα της κινήσεως και 
ενεργείας. Κείται εν τω στηθεί μεταξύ της καρδίας 
και της κεφαλής. Δεχόμενον τάς εμπνεύσεις τής καρ- 
δίας και τάς έπιπνοίας του εγκεφάλου, φωτιζόμενον 
εσωθεν υπό του λόγου και έξωθεν υπό του ηλίου, 
αποφασίζει, πράττει, εστίν όλως ύπεύθυνον περί των 
αποφάσεων και πράξεων του. Αι χείρες και οι πόδες 
ύποχωρουσιν αμέσως εις τάς προσταγάς και διατα- 
γάς αύτου, και όλον το σώμα κινείται η Γσταται όταν 
θέλϊ). Ό Απόστολος Παύλος μετά λόγου καλεί τό 
σώμα έπίγειον ημών οίκίαν, καλών αυτό επίσης ναόν 
θεοϋ. Διατί; Διότι κατοικείται συγχρόνως παρ* ημών 
και παρά θεού. Ή καρδία εστίν η έδρα του Πνεύμα- 
τος του Θεοΰ. Ή κεφαλή έστιν η έδρα του Λόγου, 
και τό μέσον η κατοικία ημών. Ό Θεός, αρχιτέκτων 
τής μικρας ταύτης οικίας, ώφειλε ποιήσαι αυτήν δι' 
ήμας και δι' αυτόν. Παραχωρήσας ημϊν τό μέσον, 
έξε7^έξατο δι' αυτόν τό κάτω και τό άνω, δπως ημάς 
καλώς φυλάτττ) πανταχόθεν και τρέφτ) ημάς διά των 
αγαθών του ουρανού και τής γής, δπως ημάς ποίηση 
κα7^ώς ζην και καλώς νοεϊν. Άλλα δεν πρέπει να 
λησμονώμεν ότι ό Θεός έστι δίκαιος, μη δυνάμενος 
άντιτάσσεσθαι τη δικαιοσύνη αύτοΰ. Γινώσκει τ.α\ως 
ότι η οίκία ανήκει εις ημάς, δτι ημεΐς έσμεν αυτής 
οι κύριοι, και διά τής θελήσεως και συναινέσεως ημών 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 129 

έχει το δικαίωμα του ο',κεΐν έν αυτί). Εξέρχεται, 
όταν διώκωμεν αυτόν, η προσφερώμεθα αύτω άνα- 
ξίως αύτου. Τότε η καρδία χα! η κεφαλή μένουσι κε- 
ναί, άπολέσασαι τον αύτάς πληροϋντα• και επειδή 
ουκ έσμεν ικανοί πληρούν αύτάς δι' ημών αυτών, τα 
άγρια πάθη, τα όποια πλανώνται εν τ*/] έρήμω, μη 
έχοντα άνάπαυσιν, και η αφροσύνη ήτις πλανάται εν 
τω αέρι, γίνονται κύρια του κενού. Ή αφροσύνη κα- 
ταλαμβάνει την κεφαλήν, και τα πάθη τήν καρδίαν 
και, καθώς οι κλέπται και λτρσται, οι μή γινώσκοντες 
δικαιοσύνην, διαρπάζουσι τήν οίκίαν, έκβιάζοντες τον 
κύριον αυτής εις τήν ύπηρεσίαν αυτών, ούτω και αυτά 
δέν θέλουσι πλέον να έξέλθωσε, εάν μη τις ανωτέρα 
δύναμις, συγκινηθεϊσα υπό των κραυγών και δακρύων, 
τούτου του δυστυχούς, ελθη να τά εκβάλγ]. Μετά τον 
θάνατον μένομεν άνευ οικίας, επιθυμούντες νά ευ- 
ρωμεν τήν φιλοξενίαν εν τω μεγαλοπρεπεϊ οίκω τοδ 
θεοϋ, εν τω ούρανώ. Άλλ' ή δικαιοσύνη του θεού 
κλειεί τήν θύραν ήμϊν, ώς ήμεις έκλείσαμεν αυτήν 
τω θεώ,έπιθυμουντι φιλοξενηθήναι παρ'ήμΐν. Ανοίγει 
δέ αυτήν απεναντίας πασι τοις προσενεγκουσ: τω 
θεώ άξίαν της μεγαλωσύνης αύτου ύποδοχήν. Ώ πάν- 
τες ύμεΐς, οί όλίγην φρόνησιν έχοντες, δεήθητε ινα 
ό θεός οίκηση εν τ?) οικία υμών, πλήρωση το εν αύτ^ 
κενόν, και φυλάττη ύμας από του πονηρού* Δότε τω 
θεώ δεξίωσιν άξίαν αύτου, όπως αυτήν αποδώ ύμΐν, 
όταν άπολέσητε τήν οίκίαν υμών• Ό δέ έχων ώτα 
άκούειν άκουέτω. Έπανέλθωμεν ήδη εις τήν υπό- 

9 



*3» ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

θεσιν, ήτις εστί το ζήτημα της φύσεως της ψυχής/ 
Ή ψυχή, καθώς εΐδομεν, εστίν αιτία• αλλ 1 ούτε 
της συνειδήσεως, ούτε του λόγου, ούτε του εαυτής 
σώματος έστιν αιτία. Έστι δε μόνον αιτία των συναι- 
νέσεων αυτής, εκφραζόμενων δια των επιρρημάτων 
ναι και ού, συναινέσεων, αίτινες γίνονται πράξεις 
*ατά τάς περιστάσεις. Ή ψυχή θεωρούμενη καθ 1 έαυ- 
τήν, ανεξάρτητος παντός άλλου, Ίοου^ίνΐ] άνευ συν- 
ειδήσεως, άνευ λόγου, και άνευ σώματος, ουκ εστίν 
αιτία κατ' ούδένα λόγον, μη δυναμένη πλέον, ούτε 
θέλειν, ούτε πράττειν δι' εαυτής, ουσία μόνον αναί- 
σθητος, άμαθης και αδρανής, άλλ' ικανή γενέσθαι αι- 
σθαντική, σοφή και ενεργητική, προςλαβοϋσα τάς κα- 
ταλλήλους εις τήν φύσιν αυτής περιστάσεις. Ουσία,. 
ήτις ουκ εστίν αίτια, οφείλει είναι αποτέλεσμα. Το 
αποτέλεσμα ύποτίθησιν άναγκαίως τήν εαυτού αιτίαν. 
Ή δέ αιτία πάσης ουσίας έστι το απόλυτον και τέ- 
λειον ον, δ καλουμεν θεόν. Έάν υπάρχω, οφείλω τήν 
υπαρξίν μου εις τον θεόν. Έάν ζω, οφείλω τήν ζωήν 
μου εις τον θεόν. Έάν νοώ, οφείλω την νόησίν μου 
εις τον θεόν. Έάν θέλω και πράττω, οφείλω τήν 
©έλησιν και τήν δύναμίν μου εις τον θεόν. Όλος 
προέρχομαι εκ θεοΰ, και άφιεροϋμαι δλος εις τον θεόν. 
θεέ μου δέξαι με• ειμί όλος σος, επειδή ιούτο δίκαιον. 
ι Ή Γένεσις διηγείται ότι ό θεός έπλασε κατ' αρ- 
χάς τον αΊ^ρωζοΊ εκ της γης, ήγουν έποίησε το 
σώμα εκ της γης και έθηκεν εν τω μέσω αύτοϋ τήν 
©ύσίαν, ην καλουμεν εγώ η ψυχή ν. Ή ουσία αυτή 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 131 

ην ηδη αναίσθητος, άβαθης και άορανής. Είτα ό Θεός 
ένεφύσησεν εις το πρόσωπον του ανθρώπου πνοην 
ζωής, και ό άνθρωπος έγένετο εις ψυχήν ζώσαν. 
Ούτως το Πνεύμα του θεού μετέδωκεν εις τον άνθρω- 
πον την κίνησιν και την ζωήν. Άλλ' ό ζών άνθρωπος 
ην έτι άμαθης, μη γινώσκων, λέγει η Βίβλος, ούτε 
-ΓΙ εστί καλόν, ούτε τι εστί κακόν. Ό θεός εδωκεν 
αύτω τον νόμον ινα δι' αύτοϋ γνώ το καλόν και το 
κακόν, και ό νόμος ούτος εικονίζει τον λόγον. Ή 
ψυχή ζώσα και νοούσα δια του Πνεύματος και του 
Λόγου του Θεοϋ, ιδού, κατά την Βίβλον, ό άνθρω- 
πος κατ' εικόνα και όμοίωσιν του Πλαστού πλασθείς. 
Ενταύθα η επιστήμη τελείως συμφωνεί προς την Βί- 
βλον, ουδέν αύτη προσθεϊναι η άπ' αυτής άφελειν 
δυναμένη. 

Ή Γένεσις διηγείται προς τούτοις, δτι ό θεός 
προςέταξε την γήν να βλάστηση τα χόρτα και τα 
φυτά, ών έκαστον ώφειλε περιέχειν εν έαυτω σπέρμα 
προς άναβλάστησιν του ομοίου. Ό νόμος ούτος δεν 
μετεβλήθη μέχρι της σήμερον. Διδάσκει δε ημάς ή 
πεϊρα ότι έκαστον φυτόν φέρει εν έαυτω σπέρμα πο- 
λυάριθμον, ου έκαστον άτο^ον^ εν τω μέσω ευνοϊ- 
κών περιστάσεων, δύναται νά γίνη φυτόν, ομοιον 
έκείνω εξ οο προέρχεται. Το κράτος του νόμου τού- 
του εκτείνεται επί παν ζώον και επί τον άνθρωπον. 
Παν ζώον του άρρενος γένους φέρει εν έαυτω σπέρμα, 
περιέχον ύποςάσεις τής φύσεως του. Αύται δέ αί υπο- 
στάσεις σπαρεΐσαι, ούτως ειπείν, εν τη μήτρα τού θή- 

9* 



1.32 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

λεος ζώου, κατά τον φυσικόν νόμον, γίνονται ζώα της 
αυτής φύσεως προς την των εαυτών γονέων. Ή γέν- 
νηση των ανθρώπων γίνεται κατά τον αυτόν νόμον* 
Ό άνθρωπος γέννα τον όμοιον αύτω, σπείρων τό 
σπέρμα του έν τι) μήτρα της γυναικός. Στηριζόμενοι 
επί το& γενικού νόμου της φύσεως, γεγραμμένου καέ 
έν τίι Βίβλω, δυνάμεθα νά παραδεχθώμεν υποστάσεις 
φυτικάς, υποστάσεις ζωϊκάς και υποστάσεις ανθρω- 
πίνους» Πασαι δε αύται αϊ υποστάσεις, καθό τοιαϋ- 
ται ουδέν διαφέρουσας ταμάλιστα δεαφέρουσιν ως 
προς την φύσιν αυτών. Αι φατικαί υποστάσεις οβκεισι 
της αυτής φύσεως προς τάς ζωϊκάς• επειδή η ύπό- 
στασις, ήτις δύναται νά γίν-ρ έλαια, ουκ εστί της αυ- 
τής φύσεως προς τήν υπόστασιν, ήτις δύναται νά γίντ* 
ίππος. Επίσης η ύπόστασις, ήτις δύναται νά γινιρ 
άνθρωπος, ουκ εστί της αυτής φύσεως προς την 
υπόστασιν, ήτις δύναται νά γίντ) πρόβατον. Ή δια- 
φορά της φύσεως εκτείνεται ετι και έπί τάς υποστά- 
σεις του αυτοί/ γένους. Παραδείγματος χάριν, η φυ- 
τική υπόστασις, ήτις δύναται νά γίντ) μηλέα, ουκ 
εστί της αυτής φύσεως προς τήν φι>σικήν ύπόστασιν, 
ήτις δύναται νά γίνρ συκή. Ωσαύτως, η ζωική υπό- 
<?τασις, ήτις δύναται νά γίνρ κύων, ουκ εστί της αυ- 
τής φύσεως προς την ζωΐκήν ύπόστασιν, ήτις ονναται 
νά γίντ) λύκος, και ούτως εφεξής. Ή ύπόστασις φεύγει 
έλικώς την άντίληψιν, ούσα μόνον νοητή. Έννοουμεν 
δε αυτήν ώς τι καθ* εαυτό, τουτέστιν ώς δν απλούν 
και άδιαίρετον, ικανόν γενέσθαι τοιούτον ^ τοιούτος 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 133 

αμα προςλάβη τάς εύνοϊκάς εις την φύσιν αύτοΰ πε- 
ριστάσεις• το δε δυνατόν του γενέσθαι τοιούτον ή τοι- 
ούτον, τούτο αποτελεί την ούσίαν η την φύσιν της υπο- 
στάσεως. Οι χαρακτήρες και το είδος, τα όποια λαμ- 
βάνει εν τω χρόνω η ύπόστασις, εστίν αύτης η άνά- 
πτυξις. Ή άνάπτυξις των υποστάσεων υπόκειται εις 
τους νόμους, περί ων ου δυνάμεθα νυν άσχοληθήναι. 
Ενδιαφέρει δέ μόνον διακρίνει άπ' αλλήλων την δημι- 
ουργών και την γέννησιν της υποστάσεως. Δια της δη- 
μιουργίας εννοώ το βο^οί του θεού, δίοον την ΰπαρ- 
ξιν ττ) ύποστάσει. Διά της γεννήσεως εννοώ τάς 
ιδιότητας και την μορφήν, άπερ ή ύπόστασις αποκτά 
κατά τους κείμενους νόμους της φύσεως, η την αρχήν 
της αναπτύξεως της. Ό θεός έπλασε κατ' αρχάς και 
έσχημάτισεν ενα μόνον άνθρωπον Αδάμ καλούμενον 
και μιαν μόνην γυναίκα καλουμένην Εύαν, θείς εν τώ 
σπέρματι του Αδάμ υποςάσεις, ων ό αριθμός ατΛίρος, 
και αυτός, διά του νόμου της γεννήσεως, έπλήθυνε 
πασαν την γήν. Ή αίτια τών ύποςάσεών έστιν 6 θεός, 
επειδή μόνος ό θεός δύναται νά δώση την υπαρξιν 
εις το μηδέν. 'Λλλ' ή αιτία της γεννήσεως τών υπο- 
στάσεων είσιν οι γονείς. Ό Αδάμ εστίν ή αιτία της 
γεννήσεως όλου του ανθρωπίνου γένους, και πας άν- 
θρωπος ιδιαιτέρως οφείλει τήν γέννησιν αύτοΰ εις 
τους γονείς του. Ει μη ό πατήρ μου συνήρχετο μετά 
της μητρός μου, δεν θα ήδυνάμην νά έχω τάς ιδιό- 
τητας και τον τύπον ά κατέχω τόγε νυν έχον ήδυ- 
νάμην αν μόνον υπάρχειν εν τω σπέρματι αύτου ώς 



134 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

υπόσταση αναίσθητος, άμαθης και αδρανής. Πδς άν- 
θρωπος φέρει εν έαυτω χιλιάδας υποστάσεων, και εκ 
της θελήσεως αυτού εξαρτάται να δώση γέννησιν εις 
τινας εξ αυτών, συμμορφούμενος μόνον προς τους 
νόμους της φύσεως. Ή Γένεσις διηγείται: « Και Ιλα- 
βεν Ιούδας γυναίκα "Βρ τω πρωτοτόκω αύτου, ^ 
όνομα Θάμαρ. Έγένετο δέ Ήρ πρωτότοκος Ιούδα 
πονηρός εναντίον Κυρίου• και άπέκτεινέν αυτόν ό 
θεός. Είπε δέ Ιούδας τω Αύνάν• ειςελθε προς την 
γυναίκα του αδελφού σου, και γάμβρευσαι αύτην και 
άνάστησον σπέρμα τω άδελφω σου. Γνούς δέ Αύνάν, 
δτι ούχ αύτω εσται το σπέρμα, έγίνετο, δταν είςηρ- 
χετο προς την γυναίκα του αδελφού αύτου, έξέχεεν 
έπί την γήν, του μη δούναι σπέρμα τω άδελφω αύ- 
του. Πονηρόν δέ έφάνη το ρήμα εναντίον του θεού, 
δτι έποίησε τουτο' και έθανάτωσε και %οντον η 
(ΑΗ'. 6). Βλέπομεν εις την αύθεντικην ταύτην διή- 
γν,σιν, ότι εκ του Αύνάν έκρέματο νά δώση γέννησιν 
εις τάς περιεχομένας εν τω σπέρματί αύτου αδρανείς 
ουσίας. 'Αλλά δέν ηθέλησε νά σπείρτ) αύτάς εν τ^ 
γυναικί του αδελφού αύτου, τάς ερριψε κατά γης 
όπως ποιησωσι μέρος της ύλης, καθάπερ τά άλλα 
άτομα. Ό θεός δέν ηθέλησε νά έμποδίστ} την βδελυ- 
ρ αν αύτου πραξιν άλλα τον έτιμώρησε μετά το έγ- 
κλημα. Έάν ό 'Αδάμ καθώς ό Αύνάν δέν συνευρι- 
σκέτο μετά της γυναικός αύτου, ούδεις θα έγεννάτο 
εξ αύτου, καί ό θεάς ώφειλε ποιήσαι νέαν δημιουργία^ 
Σημειωτέον, δτι δλος ό σπόρος του δένδρου δέ^ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 135 

γίνεται δένδρα, και δ*ϊ ό μέλλων γενέσθαι πρέπει νά 
εύρεθϊ) εν τινι άρμόζοντι εις την φύσιν αύτου μέσο.). 
Επίσης εστίν αδύνατον ινα πασαι αϊ αδρανείς ουσίας 
ας έκαστος ημών φέρει εν αύτώ, γίνωνται άνδρες η 
γυναίκες. Άλλ' αί γενησόμεναι όφείλουσιν εύρεθηνα^ 
εν τινι μέσω άρμόζοντι, και εις εύνοϊκάς προς άνάπτυξιν 
αυτών περιστάσεις. Οι εθνικοί σπείρουσι παρά φύσιν 
βν τοις άνδράσιν αντί των γυναικών. Τινές μάλιστα 
έτόλμησαν σπεΐραι και εν τοις ζώοις. Άλλ' ουοετ^οτε 
ειοομεν εκ τοιούτων τερατωδών και παρά φύσιν μί- 
ξεων γεννωμένους άνδρας, επειδή ό ατίόρος δεν πίπτε^ 
εν τω φυσικω αύτο^ μέσω. Ύπάρχουσι γυναίκες, ών 
η μήτρα, είτε εκ γήρατος, ε'ίτε εκ στειρώσεως δεν 
δύναται νά γέννηση. Άλλαι άποθνησκουσι προ του 
τεκειν, και ούτως η γέννησις ματαιοϋται, ουχί ένεκα 
του μέσου, αλλ* ένεκα των εναντίων περιστάσεων. Ή 
γέννησις των ανθρώπων, ως η τών ζώων και των 
φυτών, υπόκειται εις νόμους, και ουδέν άλλο εξαρτά- 
ται εξ ημών η η σύμφωνος προς τους νόμους τού- 
τους ενέργεια. Ό γεωργός σπείρει, άλλ' η βλάστη- 
σις και ώριμότης του καρπού δέν εξαρτώνται εξ αυ- 
τού• ταύτα πάντα γίνονται κατά τους νόμους της 
φύσεως και το θέλημα του θεού, ος έστιν αυτών αι- 
τία. Έν τούτοις ό γεωργός οφείλει νά έκλέξτ) σπό- 
ρον καλόν, και νά σπείρη εγκαίρως, και εις κατάλ- 
ληλους τόπους. Άλλως, εάν πράττη κακώς και παρά 
φύσιν, ουδέν έχει εκ της εργασίας του νά ελπίστ). 
Όφείλομεν προςεκτ:κώς οιακρίνενν τά αποτελέσματα 



336 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

«των δευτέρων αιτίων από των αποτελεσμάτων τ^ς 
ττρώτης αιτίας. Ει δέ έστιν άτοπον συγχέειν τον 
Κτίστην μετά των κτισμάτων, ούχ ήττον άτοπον 
συγχέειν τα έργα του Θεοΰ μετά των έργων του άν- 
θρωπου. Ό Θεός, κατά την Βίβλον, έπλασε τον άν- 
θρωπον, άφησας αυτόν πράττειν, ως βούλεται, μηδέν 
άναμιγνυόμενος εις τά ανθρώπινα. Αναμφιβόλως, 
επιβλέπει, ιαται τά κακά, ά έπισύρομεν ήμΐν εξ 
επιθυμίας, αμάθειας, και ύπερηφανίας, αλλά συγ- 
χρόνως άφίνει ημάς εν τω χώρω ημών ποιεΐν κατ* 
άρέσκειαν, έπιφυλαττόμενος το δικαίωμα του κρΐναι, 
*ολάσαι η βραβεΰσαι ημάς κατά τά έργα ημών. Ή 
Οέλησις του θεοΰ και ν θέλησις του άνθρωπου, τά 
έργα του Θεού και τά έργα του άνθρωπου, τά εξ αυ- 
τών προερχόμενα αποτελέσματα, ιδού ποιον είναι 
οφείλει το άντικείμ,ενον της ηθικής. Άλλ' η αντιχρι- 
στιανική φΛοσοφία, νυν μεν ανατρέπει την ηθικήν 
άπό κάτωθεν εως άνω, νυν δέ ακρωτηριάζει αυτήν, 
όπως τήν καταστρέψω π7^αγίως. Και ανατρέπει μέν 
αυτήν, έκτυλίσσουσα πασαν αυτής τήν λεπτοφυίαν, 
όπως άρνηθη τήν έλευθερίαν. Ακρωτηριάζει δέ αυ- 
τήν, δταν, ομολογούσα τήν έλευθερίαν του ανθρώ- 
που, τά δικαιώματα αύτου και καθήκοντα, δέν θέλη 
νά συνομολόγηση τήν έλευθερίαν του Θεοϋ, τά δι- 
καιώματα και καθήκοντα του. Λαλεϊ μέν ενίοτε 
«περί τών καθηκόντων του άνθρωπου προς τάν Θεόν, 
άλλ' ούδέποτ έλάλησε περί τών καθηκόντων τοδ Θεοδ 
•προς τον άνθρωπον, ως ε! ό Θεός ίν δν άνευ καθ%» 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 137 

κοντών, η ως ει η του ανθρώπου ηθικότης ύφίστατο 
άνευ της ηθικότητος του θεού. Όφείλομεν Ομως να 
ύποδείξωμεν που έστιν η ρίζα του κακοΰ τούτου. 

Ή καρτεσιανή σχολή, ποιούσα εκ της ψυχής και 
του σώματος δύο φύσεις αντιθέτους, πλάττουσα, ότι 
άδύνατον ινα ή μεν ενεργή επί της δε, εφεύρε μυρίας 
υποθέσεις δπως δώστ) λόγον των της ζωής φαινομέ- 
νων. Ούτως από π7.άνης εις πλάνην έφθασε τέλος νά 
συγχύστι τον θεόν μετά του κόσμου, νά άρνηθη το 
αύτεξούσιον ημών, το ηθικόν κακόν και την δικαιοσύ- 
νην. "Αλλοι τολμηρότεροι, μη θέλοντες νά θυσιάσωσι 
τήν εαυτών ύπαρξιν εις την του θεού, ένόμισαν ότι 
ποιοϋσι κάλλιον, άφανίζοντες τον θεόν και άντικα- 
θιστώντες αυτόν δι' εαυτών. Έτόλμησαν ειπείν δτι ή 
ψυχή αυτών έστιν ανωτέρα πάντων των όντων και 
δτι ουκ εστί θεός υπεράνω αυτής. Ίοού εις ποίας 
πλάνας κατεδικάσθησαν οι καταφρονοϋντες τόν λό- 
γον του θεοϋ. 

Ή Βίβλος δεν γνωρίζει τήν φαντασιώδη έναντεότητα 
της ψυχής και του σώματος. Ή Γένεσις λέγε: δτι ό 
θεός έπλασε τόν άνθρωπον, χουν 7ναβών εκ της γης* 
δέν ειπεν δτι ό θεός έπλασε πρώτοΊ τό σώμα εκ της 
γης, και έπειτα τήν ψυχήν αύτοϋ, αγνοώ, εκ τίνος> 
ηνωσε δε αμφότερα, και τοι αντιθέτως άλλήλοις έχοντα. 
Ή Γραφή, ως άνθρωπον ούδέποτ' εννοεί τό σώμα 
χωριζόμενον της ψυχής, εννοούσα πάντοτε τήν ψυ- 
χήν και τό σώμα: τήν μεν ψυχήν ώς ούσίαν, τό δε 
σώμα ώς περικάλυμμα και μορφήν αυτής. Άλλα πώς 



138 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

αν το άναγκαΐον ουσία τινι, το ποιούν αυτήν φαίνε- 
σθαι μεταξύ των όντων, ήδύνατο αντιθέτως εχειν ττ) 
φύσει αυτής; Πώς αν ήδυνάμεθα φαντασθήναι παρά 
πασαν ένάργειαν, ότι αδύνατον ινα η ψυχή επί του 
σώματος ενεργή, και η παντοδυναμία του Θεοϋ οφεί- 
λει άναπληροϋν το φαντασιώδες τούτο αδύνατον, όπως 
εκ τούτοι ποίώμεν τον Θεόν όργανον της ημετέρας 
κακής θε),ήσεως; Ή φύσις του σώματος ου μόνον 
δεν αντίκειται τη φύσει της ημετέρας επιγείου ψυ- 
χής, αλλά και τι} φύσει θείας τινός ουσίας• Ό Λόγος 
του θεοίί σαρξ έγένετο, μη άπαξιώσας ένωθήναι άχω- 
ρίστως μετά του σώματος ημών και καλεΐσθαι επίσης 
υιός του ανθρώπου ως και Υιός του Θεοϋ. Μη ό Χρι- 
στός δεν ήδύνατο νά ενεργή έπι του εκτεταμένου σώ- 
ματος αύτοΰ, και τοι ύπάρξας πνεύμα \οοόί και άνευ 
εκτάσεως ; Επειδή, ει αληθής έστιν ή καρτεσιανή 
αρχή, γενικώς αληθής είναι οφείλει• Ει παν πνεύμα 
νοοΰν και άνέκτατον ούχ ίκανόν έπι της εκτεταμένης 
ύλης ένεργεϊν, ό θεός εύρεθήσεται εν τη αυτή αδυ- 
ναμία δν πνεύμα άνέκτατον. Ει δε τις ειποι Οτι ό 
θεός, ώς παντοδύναμος, υπόκειται εις έξαίρεσιν, άπο- 
κρινόμεθα: διατί ή του Θεού παντοδυναμία δεν θα 
ήούνατο νά πλάση ψυχάς δυνσμένας ένεργεΐν επί τών 
σωμάτων μεθ' ων ήνωσεν αύτάς, άλλα θά κατεδικά- 
ζετο είναι δούλη τών κακών θελήσεων ; Ούδέποτ η 
•πλάνη δύναται νά συμφωνήση προς έαυτήν, αντιφά- 
σκει, συντρίβεται οι' εαυτής. Ουχί, ουκ εστίν αληθές 
ον. η ψυχή έστι φύσεως αντικείμενης εις την τοδ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 13£ 

σώματος. Καταδικάζω τοιαύτην διδασκαλίαν εν ονό- 
ματι: της επιστήμης και της Γραφής• καταδικάζω 
αυτήν ου μόνον ως ψευδή, άλλα και ως όλεθρίαν εις 
το άνθρώπινον γένος• επειδή, πιστεύειν ότι το σώμα 
ούσεώς έστιν αντικείμενης ττί της ψυχής, έστι λέ- 
γειν ότι κρείττον είναι άνευ σώματος η μετά σώμα- 
τος, και ότι ο Πλάστης κακώς έποίησεν ένώσας την 
ψυχήν μετά του σώματος. "Επομένως, ό φονεύς χαί 
ό αύτόχειρ, οι χωρίζοντες αυτά, καλώς ποιοϋσι ! Τις 
δεν φρίττει οιά τοιαύτας φρικώδεις συνεπείας ; Ουχί, 
ουκ έστι φυσικόν ινα η ψυχή διατελώ κεχωρισμένη 
του σώματος• ή ψυχή χωρίς του σώματος ουκ εστί 
πλέον άνθρωπος. Ό χωρισμός τής ψυχής και του 
σώματος έστιν ή καταστροφή τής ανθρωπινής φύ- 
σεως. Ή Βίβλος έκηρυξεν ότι ό μέγιστος έχθρας 
του Θεού έστιν ό θάνατος, επειδή χωρίζει τά όφεί- 
λοντα διατελεΐν ηνωμένα. Ό 'ϊησοϋς άπέθανεν ακου- 
σίως, και ή δέησίς του ίνα μή άποθάνη, ει δυνατόν, 
δεικνύει έναργώς πόσον ό θάνατος και ή αιτία αύτου 
είσι κακά και άξιοκατάκριτα. Διά τούτο ό θεός, ό 
άναστήσας τον Υίόν αύτοϋ, αναστήσει ώςαύτως πάν- 
τας τους τεθνεώτας εν τη ημέρα τής καθολικής κρί- 
σεως, καθ' ην κρίνεις ανταμείψει και κολάσει τους 
ανθρώπους, και ουχί τάς ψυχάς. Το δε αίώνιον πυρ 
ουκ έστι πυρ άλληγορικόν, ώς φαντάζονται: τουτό 
έστιν ιαιον τοις σώμασι των απίστων και μοχθηρών»• 
Κατά τήν πεΐραν και τήν Γραφήν, το άνθρώπινον 
σπέρμα περιέχει ουσίας, αίτινες δύνανται να γίνωσι* 



ΐ&Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

άνθρωπος καθώς δ άπορος των δένδρων περιέχει ου* 
σίας, αιτινες δύνανται να γίνωσι δένδρα• Ει δε ού- 
τως έχει, η ψυχή θεωρούμενη καθ' έαυτήν, γεγυ- 
μνωμένη πάσης ιδιότητος, ην ό Θεός μεταδίδει αύτ•ϊΐ 
μετά την γέννησιν αύτης, εστί πνεύμα νοούν, άνέκ- 
τατον, ώς και αϊ φυτικαί ούσίαι. Ό Απόστολος Παύ- 
λος, συγκρίνων τον Αδάμ προς τον Χριστόν, λέγε*: 
« Ό τζ^ωτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός• ό δεύτερος 
άνθρωπος, ό Κύριος εξ ουρανού. Οίος ό χοϊκός τοιού- 
τοι και οι χοϊκοί• και οίος ό επουράνιος, τοιούτοι και 
οί επουράνιοι. Και καθώς έφορέσαμεν την εικόνα του 
γοιζον, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου » (Α. 
Χορ. ΙΕ'. 47). Διατί ό Παΰ7^ος καλεί τον Αδάμ χοϊ- 
κόν και τον Ίησοΰν έπουράνιον; Επειδή ή ύπόστασις 
του Αδάμ, ήτις έγένετο εις ψυχήν ζώσαν διά του θείου 
φυσήματος, ην εκ της γης. Άλλ' ή ύπόστασις του 
Λόγου, ήτις έγένετο σαρξ, ην εκ του ουρανού, 
οΰσα, ώς ό Πατήρ αυτής, αιώνιος, αναλλοίωτος, πάν- 
σοοος και παντοδύναμος. Ό Αδάμ δεν έδημιούργησε 
τάς ψυχάς των απογόνων αύτοϋ' έγέννησεν αύτάς, 
μεταδιδούς αύταις το σχήμα και τάς ιδιότητας αύτοΰ• 
διότι κατά τον γενικόν νόμον της φύσεως, το όμοιον 
παράγει το αύτω όμοιον. Όςαύτως ό Ίησοΰς, ό νέος 
Αδάμ, δεν δημιουργεί ψυχάς, άλλ' αναγεννά τάς ήδη 
γεγεννημένας, μεταδιδούς αύταις τάς θείας αύτοΰ 
ιδιότητας, κατά τους νόμους της αναγεννήσεως. Όθεν 
ή ψυχή μεταβαίνει εκ της άπλης υπάρξεως εις τήν 
γέννησιν, και εκ της γεννήσεως είς τήν άγαγέννησιν• 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 141 

Ή χριστιανική φιλοσοφία αναγνωρίζει τρία είδη ψυ- 
χών : τήν ψυχήν εν σπέρματα την γεννηθεισαν και 
την άναγεννηθεΐσαν. Ή γεννηθεΤσα ψυχή γίνεται άν- 
θρωπος σαρκικός και η άναγεννηΟε?σα πνευματικός, 
α Το εκ της σαρκός, λέγει ό Χριστός, γεγεννημέ- 
νον, σαρξ έστι• και το γεγεννημένον εκ του πνεύμα- 
τος πνεϋμά έστι λ. (Ιωάν. Γ'. 6). Ό έστιν η ψυχή 
έν σπέρματι, γεννώμενη κατά τον αυσικόν νόμον, εστί 
ψυχή σαρκική• και η σαρκική ψυχή, γεννώμενη δια του 
Πνεύματος του θεοΰ, έςί πνευματική, πνευμά έςι. Κα: 
καθώς ύπάρχουσι ψυχαί γεννηθεΐσαι δια Πνεύματος 
Θεού, ούτως ύπάρχουσι ψυχαί γεννηθεΐσαι δια πνεύ- 
ματος ποτορον, καλούμεναι, κατά την Βίβλον, τέ- 
κνα του οφεως, υιοί της ανομίας και απώλειας. Κα- 
λουμεν δε αύτάς ημείς ψυχάς έγωϊζούσας. Ή σαρ- 
κική ψυχή έστιν ως εγγιστα παραπλήσια τη των 
κτηνών, ζώσα εν τω σώματι και δια του σώματος• 
Αί σκέψεις αυτής και πράξεις δεν σκοπουσιν άλλο 
ή τήν εύχαρίστησιν τών σωματικών επιθυμιών. Ή- 
εγωιστική ψυχή παραπλήσια εστί τω δαίμονι, ζώσα 
εν τοις αίσθήμασι του εγωισμού και της υπερηφα- 
νίας. Αι σκέψεις αυτής και πράξεις ουδέν άλλο σκο- 
πουσιν ή τήν ύψωσιν αυτής και δόξαν ττ, ζημία τών 
άλλων. Ή 6εία ψυχή κατ' εικόνα εστί και όμοίωσιν 
του Πατρός αυτής, δς έστιν ό Θεός, ζώσα εν ταϊς 
παραμυθίαις του Αγίου Πνεύματος, νοούσα κατά τον 
λόγον του θεού, πράττουσα κατά το θέλημα του Ου- 
ρανίου Πατρός αυτής) ατενίζουσα προς τήν Οείαν τε- 



142 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

λειότητα, καθώς γέγραπται: « "Εσεσθε ουν υμεις τέ- 
λειοι, ώςπερ ό πατήρ υμών ό εν τοις ούρανοΐς τέ- 
λειος έστι » (Ματθ. Ε'. 48). Ή ψυχή εν σπέρματι 
προώρισται εις την σαρκεκήν γε'ννησιν αυτή δέ'εες την 
θείαν γέννησιν. Ή άναγεννηθεΐσα ψυχή προώρισται εις 
τήν θέωσιν. Πάσα ψυχή εν σπέρματι, καθώς ειοομεν, 
οέν γεννάται, ήτοι δεν φθάνει τον προορισμόν της* 
ώςαύτως πδσα ύυχή γεννηθεΐσα οέν άναγενναται, 
καΐ πάσα άναγεννηθεΐσα δεν θεοϋται. Όσοι εχουσι 
τήν εύτυχίαν του διελθείν τον αληθή ίοό-ζοί δρόμον 
της προόδου, χαραχθέντα υπό της σοφίας του θεοΰ, 
ο&τοί είσιν οι εκλεκτοί του Θεού και τα τέκνα της 
βασιλείας των ουρανών. Έξεναντίας, δσοι εχουσι τήν 
ουςτυχίαν του πλανασθαι εν τη ψευδεΐ των σχο7*ών 
προόδω, ι5] μή έχούση ούτε αρχήν, ούτε τέλος, ουτοε 
Ισονται ή αίρα, ήτις κατακαήσεται εις το πυρ του 
αδου. Ό δέ έχων ώτα άκούειν άκουέτω. 

Όπως άπαντήσωμεν εις το ζήτημα των ιδεών, αι- 
τινες αναφέρονται εις τα αόρατα, ένομίσαμεν δτε 
ανάγκη να γνωρίσωμεν προηγουμένως, δσον ενεστι, 
τήν φύσιν της ψυχής, ήτις εκτελεί τήν κυρίαν λει- 
τουργίαν έν τω σχηματισμώ αυτών. Ήρξάμεθα δια 
του βεβαιούν και άναλυειν τα ψυχολογικά γεγονότα, 
και προβαίνοντες λογικώς ήδυνήθημεν να γνωρίσω- 
μεν οτι ή ψυχή έστιν ουσία αναίσθητος, αμαθής και 
αδρανής, ικανή γενέσθαι αισθαντική, σοφή και ενερ- 
γητική, προςλαβουσα τάς συμφόρους προς τήν εαυτής 
φύσιν περιστάσεις• Όφείλει δ' εν πρώτοις να γεννηθΐ) 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 143 

κατά τον αυσικόν νόμον, να ελθη εις τον κόσμον πε- 
ρικεκα7α>μμένη υπό σώματος οργανικού, όντος αύτη 
αναγκαίου προς τε το νοείν και πράττειν είτα όφεί- 
?νει να αναγεννηθώ κατά τους νομούς της αναγεννή- 
σεως, ους ό Χριστός εθετο εν τη εκκλησία αυτού, 
δπως άναδείξγ) τα τέκνα της βασιλείας του θεού. 
Τοιαύτη εστίν η φύσις της ψυχής εν γένει και ό 
τριπλούς αυτής προορισμός κατά την χριστιανικήν 
©ιλοσοφίαν. Περί δέ των ατομικών ψυχών, αιτινες 
ζώσιν εν τω κόσμω, διακρίνομεν αύτάς εις τρεις τά- 
ξεις, αναφερόντες μόνον τους κυρίους αυτών χαρα- 
κτήρας. Ή πρώτη και πολυπληθεστέρα περιέχει τάς 
σαρκικά ς ψυχάς, αιτινες εχουσιν ώς σκοπόν την εύ- 
χαρίστησιν τών σωματικών χρειών, όκίγον διαφέ- 
ρουσαι τών ψυχών τών άλλων ζώων. Ή δευτέρα πε- 
ριέχει τους έγωϊστάς, οίτινες άποβλέπουσι προς την 
Ιδίαν αυτών δόξαν και ύψωσιν υπεράνω τών άλλων, 
εις ουδέν πάντοτε λογιζόμενοι το αληθές και τό δί- 
καιον. Ή τρίτη περιέχει τά τέκνα του θεού, ζώντα 
εν ίύ\ αγάπη του θεοΰ και του πλησίον, και τείνοντα 
προς τό γενέσθαι τέλεια, καθάπερ ό πατήρ αυτών ό 
ουράνιος τέλειος έστιν. 

Άπαντήσαντες εις τό ζήτημα της ψυχής έρωτώ- 
μεν: Δύναται πάσα ψυχή σχηματίζειν ιδέας; Πάντως 
ουχί. Ύπάρχουσι ψυχαί δυνάμενα: μόνον δέχεσθαι 
αύτάς κατασκευασθε•σας ήδη διά τής διδασκαλίας 
άλλου, καθώς αϊ ψυχαί τών παίδων καΐ τών έτι σαρ-> 
κικών ανθρώπων. Ή μόρφωσις τών ιδεών υποτίθησι 



14ί ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

την νοητικην ένέργειαν της ψυχής, και η ψυχή εν 

•γένει, προ του γενέσθαι ενεργητική, εστί παθητική. 
Πας άνθρωπος μανθάνει %ρωτοΊ εκ της διδασκαλίας 
άλλων, και μετά μακράν πεΐραν άρχεται γινώσκειν τα 
πράγματα αμέσως δι' εαυτού, και σχηματίζειν ιδέας. 
Είπερ η ψυχή, ήτις ασχολείται εις το γινώσκειν, 
εστί ψυχή έγωίζουσα, υπό του πνεύματος της πλά- 
νης εμπνεόμενη, σχηματίζει πάντοτε ιδέας ψευδείς, 
επειδή, νοούσα, δεν δύναται ν' ακολουθήσω) τους κανό- 
νας του λόγου. Ει δέ εστί ψυχή, φωτιζόμενη υπό του 
Πεύματος της αληθείας, γέννα ιδέας αληθείς, γινώ- 
σκουσα να ύποτάσσηται εις τους λογικούς κανόνας. 
Ενταύθα πρόκειται να μάθωμεν τους κανόνας η τον 
νόμον, καθ' δν σχηματίζονται αί Ίδέαι του εσω, καί 
κυρίως η του θεού. 

Ο ΝΟΜΟΣ 

ΤΟΓ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΓ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΤΟΓ ΕΣΩ• 

Αί ίδέαι του εσω σχηματίζονται καθ' δν νόμον, καί 
αί ίδέαι του εξω. Ό,τι ποιοϋσι τα αισθητήρια έξω- 1 
τερικώς, τούτο η συνείδησις ποιεϊ εσωτερικώς, Παρά 
της συνειδήσεως λαμβάνομεν δλα τα αισθήματα καί 
δλας τάς μερικάς ίδεας, αιτινές εισιν αόριστοι καί 
συγκεχυμέναι, καθώς παρά των αισθητηρίων λαμβάνο- 
μεν δλας τάς έπαισθήσεις καί δλας τάς μερικάς αντι- 
λήψεις. Είτα δια της συγκρίσεως, αφαιρέσεως καί γε- 
ΐ&κεύσεως όψούμεΦα εις τάς γενικάς ιδέας, δι'ων βλέ«~ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 145 

πομεν καθαρώς και κρίνομεν δικαίως. Ή συνείδησις, 
λόγου 7„^Ρ ιν > ^ εί ^^ ν τ< ^ αίσθημα της μονάδος• 
έπείδή πρώτον αίσθανόμεθα ότι έσμέν εν. Άλλα δεν 
γινώσκομεν εκ τούτου τί έστι μονάς εν γένει, χαί 
ποΐά είσι τα διάφορα αυτής είδη. Έάν έρωτήσωμεν τον 
άνθρωπον του όχλου: είσαι εις η δύο; Οά νομίση 
δτι περιπαίζομεν αυτόν, ύβρίζομεν, ότι τον θεωρουμεν 
ώς μωρόν, επί τοσούτον το ερώτημα θα φαντ) αύτώ 
άτοπον δια την ένάργειάν του. Άλλ' έάν έρωτήσωμεν 
αυτόν : Τί έστι μονάς ; Διατί άποδίδομεν την λέξιν εν 
έκάστω πράγματι; Διατί λέγομεν είς άνθρωπος, μία 
ψυχή, εν σώμα, εν μέτρον, μία πόλις, εν Κράτος•, 
Εις το ερώτημα ουδέν έχει να απάντηση, ειμή ότι 
υπερβαίνει την εαυτού κατάληψιν. Τούτο δεικνύει ότι 
αισθάνεται μεν είναι εις, αλλά δέν γινώσκει εκ τού- 
του εις τί συνίσταται ή μονάς, ήγουν δέν έχει την 
γενικήν ίδέαν της μονάδος• Ούτω οέ συμβαίνει περέ 
του δικαίου και αδίκου, περί του καλού και κάκου 
καΐ τών ομοίων. Τά αίσθανόμεθα, αλλά δέν τά Άατα* 
λαμβάνομεν η καθ 1 δσον έχομεν περί αυτών γενικας 
ιδέας, σχηματισθείσας δΓ ημών αυτών η αποκτηθείσας 
τί) διδασκαλία άλλων. Αι κρίσεις, ας ποιοϋμεν κατ' 
αίσθημα είσίν αληθείς, ει έμπνεόμεθα υπό του πνεύμα- 
τος της αληθείας• και ψευδείς εις έναντίαν περίπτω- 
σιν. Δ:ά της γενικής ιδέας μεθοδικώς σχηματισθείσης 
γινόμεθα ικανοί νά επικρίνωμεν τάς εξ αισθήματος 
κρίσεις, διακρίνοντες την αληθή άπό τής ψευδούς. Μορ- 
οώσωμεν ήδη κατά τον τεθέντα κανόνα την γεν:κτν 

10 



146 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ίδέαν της μονάδος διά πολλών μερικών κρίσεων ας 
ποιουμεν χατ' αίσθημα αόριστον της μονάοος. Λέγο- 
μεν κατ αίσθημα : ειμί εΤς άνθρωπος, εχω μίαν ψυ- 
χήν, εν σώμα• τοΰτό εστίν εν δένδρον, εν μέτρον, 
μία πόλις. Πρώτον, διατί άποδίδομεν τήν λέξιν εν 
εις τε το δλον και τα μέρη αύτοΰ; Επειδή λέγο- 
μεν: ειμί εις άνθρωπος, και έπειτα: έχω μίαν 
ψυχήν, εχω εν σώμα. Μία ψυχή και εν σώμα 
ποιουσι δυο τινά διακεκριμένα. Πώς τα δύο ποιουσι 
έπειτα ενα άνθρωπον; θα είπωσιν άραγε δτι εστίν 
άντίφασις, όταν λέγωμεν δτι τα δύο είσί ταυτοχρόνως 
εν, η δτι το εν και τα δύο εισί το αυτό πράγμα κατά 
τήν τών σοφιστών λογικήν; Δεύτερον, διατί εις δια- 
φόρου φύσεως αντικείμενα άποδίδομεν την λέξιν εν; 
Ποία ή προς τα αντικείμενα ταύτα κοινή ίδιότης ονο- 
μαζόμενη μονάς, και τήν οποίαν έκαστον άντικείμενον 
καλούμενον εν άναγκαίως εχειν οφείλει; Όπως κα- 
ταλάβωμεν το διατί δλων τούτων τών ζητημάτων, 
πρέπει να έρωτήσωμεν επίσης, διατί όνομάζομεν πολ- 
λά, και ουχί εν, δλα ταϋτα τά αντικείμενα τά όποια 
συγκρίνομεν ; Έναργώς, επειδή έκαστον τών αντικει- 
μένων τούτων διακρίνεται του άλ7^ου. Ό άνθρωπος, 
λ• χ. διακρίνεται του δένδρου, και το δένορον του 
άνθρωπου. Ή ψυχή διακρίνεται του σώματος, και το 
σώμα της ψυχής, κτλ. Αοιπόν, ένθα υπάρχει διάκρι- 
σις, συνυπάρχει αριθμός και ουχί μονάς. Επομένως, 
δπου δεν χωρεΐ διάκρισις, εστί μονάς και ουχί αριθ- 
μός. Εις άνθρωπος λ, χ. καθ' εαυτόν θεωρούμενος, 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 1*7 

δέν διακρίνεται εαυτού, καθώς διακρίνεται θεωρούμε- 
νος ποός άλλον άνθρωπον η προς άλλο τι άντικει- 
μενον. Ώςαύτως μια ψυχή, καθ' έαυτην θεωρούμενη, 
δεν διακρίνεται εαυτής, ως διακρίνεται, θεωρούμενη 
προς το σώμα η προς άλλην ψυχην. Ύπάρχουσι δύο 
άνθρωποι, τρεις άνθρωποι, τέσσαρες άνθρωποι-, συνυ- 
πάο/ουσιν επίσης μία διάκρισις, δύο διακρίσεις, τρεΤς 
διακρίσεις• Έν γένει, ύπάρχουσι δύο πράγματα, τρία 
πράγματα, πλειότερα πράγματα-, συνυπάρχουσιν επί- 
σης μία διάκρισις, δύο διακρίσεις, πολλαι διακρίσεις• 
Άλλα δέν υπάρχει η εν πράγμα •, ουδεμία τότε υπάρ- 
χει διάκρισις• Έκ τούτων όλων των συγκρίσεων, 
έπεται, δτι ό γενικός χαρακτηρ της \ιθΊάοος η το 
κοινόν πασι τοις άντικειμένοις, ά καλούνται εν, έστί 
τό άδιάκριτον, και το κοινόν πασι τοις καλουμένοις 
πολλά η 6 γενικός του άριθμοΰ χαρακτηρ έστιν η 
διάκρισις. Αναμφιβόλως, η μονάς της ψυχής ουκ 
εστίν η αύτη προς την του σώματος : η μέν έστ:ν 
απλή, η δέ σύνθετος• άλλ' δπως σχηματίσωμεν ίςεαν 
τινά γενικήν, δέν πρέπει να λάβωμεν ύπ' όψιν το 
ιοιον ένΐ έκάστω, άλλα το πασι κοινόν και κοινόν 
πασι τοις καλουμένοις εν, εστί τό του αντικείμενου 
άδιάκριτον θεωρουμένου καθ" εαυτό. Τοιουτοτρόπως 
βλέπομεν ότι αι γενικαΐ ίδέαι, ών η άρχη έστι το 
έσω, σχηματίζονται διά του αύτοϋ νόμου καθώς αί 
του έξω, και ότι, προς τό σχηματίσαι οιανδήποτε γενι- 
κών ίόέαν, όφείλομεν συγκρΐναι, διακρΐναι, γενικευσαΐ. 
Προςπαθήσωμεν ηδη λόγον δούναι των τεθέντων 

10* 



14$ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

άνωθι ζητημάτων. Δίατί άποδίδομεν την λέξιν . Ιν 
εις τε το δλον και τα μέρη αύτοΰ ; Επειδή τό όλον 
δεν διακρίνεται εαυτού θεωρούμενον καθ' εαυτό, και 
τα μέρη αύτου δέν διακρίνονται εαυτών θεωρούμενα 
καθ' έαυτά• Λέγω μία ψυχή και εν σώμα, διότι θεωρώ 
την ψυχήν καθ' έαυτήν και τό σώμα καθ' εαυτό• Λέγω 
εις άνθρωπος, επειδή θεωρώ την ψυχήν και τό σώμα 
ώς εν δλον μη έαυτοΰ δίακρινόμενον. Ή ψυχή κα£ 
τό σώμα είσχ δύο πράγματα, διότι ή ψυχή διακρίνε- 
ται του σώματος και τό σώμα της ψυχής. Άλλ' ο 
άνθρωπος ων μεν εκ ψυχής και σώματος, άλλα μή 
-δυνάμενος εαυτού διακρίνεσθαι, οφείλει αναγκαίους 
είναι εΤς και ουχί δύο. Ει δε τις σοφιστής ειποι μοι: 
•η ψυχή και τό σώμα είσι δύο τινά• ή ψυχή και τό 
σώμα ποιουσιν ενα άνθρωπον , λοιπόν ό άνθρωπος 
έστι συνάμα εν και δύο. Τό δέ εν και δύο είσι τό 
αύτο, και ούτως δλα τα εναντία είσι τα αυτά και 
εξίσου αληθή. Θα απαντήσω αύτώ; Ουχί. Ή ψυ- 
χή και τό σώμα είσι δύο μέρη ενός δλου , δπερ 
εστίν ό άνθρωπος. Δύο μέρη ποιουσιν εν δλον, αλλ* 
ουχί εν μόνον μέρος. Έν δλον αποτελεί πολλά μέρη, 
άλλ' ουχί της αυτής φύσεως. Λόγου χάριν, εΤς άν- 
θρωπος ου δύναται είναι συνάμα δύο άνθρωποι• αλλ 1 
εις άνθρωπος δύναται εΐναι συγκείμενος εκ δύο πραγ- 
μάτων, άτινά είσιν ή ψυχή και τό σώμα. Ή ψυχτι 
και τό σώμα, δύο αντικείμενα Οντα, ου δύνανται ποιεϊν 
έν μόνον άντεκείμενον δν ή ψυχή ή τό σώμα, άλλ' 
ένα μόνον άνθρωπον περιέχοντα διακεκριμένες τήν 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ- 119 

φυχην και το σώμα. Όθεν συνάγω δτι το εν και το 
δύο ούκ είσί το αυτό πράγμα, ότι τα εναντία ώςαύ- 
τως ουκ εισί τα αυτά και παρομοίως αληθή, εξ ου ή 
σοφιστική ουδέποτε δυνήσεται κατισχύσαι της λογι- 
κής. "Οταν λέγωμεν δτι τα δύο ποιουσιν εν, δεν πεε- 
πει να έννοώμεν μαθηματικώς, δτι 1 + 1=1, άλλ' 
δτι η φύσις Α, ηνωμένη μετά της φύσεως Β, παρά- 
γει τρίτην φύσιν Γ, ήτις ουκ εστίν, ούτε η φύσις Α, 
ούτε η φύσις Β ιδία θεωρούμενα;. Τοιουτοτρόπως τά 
δύο ποιουσιν εν, και ούτως ό θεός της χριστιανικής 
φιλοσοφίας εστί συνάμα εν και τρία. Άλλ' αϊ δια- 
σημότητες της σχολής, άγνοοϋσαι το εν και το δύο, 
και νομίζουσαι ότι γινώσκουσιν αυτά ώς εύκατάλη- 
πτα, ενόμίσαν επίσης δτι δύνανται ν' άποδείξωσι μα- 
θηματικώς, δτι η αρχή του χριστιανισμού έστι ψευ- 
δής, επειδή το οιεφθαρμένον πνευμά των δεν ηδύνατο 
νά τήν έννοηση. Πώς Ιλεγον 1 + 1+1=1 ! αδύνα- 
τον! άκατάληπτον ! Πιστεύειν αυτό, έστιν άποδόί- 
πτειν τον λο'γον. Πτωχά πνεύματα ! Ένόμιζον είναι 
πλήρη σοφίας, όντα πλήρη οϊησεως και αφροσύνης. 
Άποδείξαντες τον νόμον καθ* δν σχηματίζομεν τας 
γενιχάς ιδέας, έρχόμεθα νυν εις τήν ίδέαν του θεο 5. 

Ο ΝΟΜΟΣ 

ΤΟΓ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ" ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΤΟΓ ΘΕΟΓ. 

Ή ιδέα του θεού ουκ εστίν ίοέα γενική, και δεν 
ουναμεθα νά σχηματίσωμεν αυτήν διά του νόμου της 



150 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

γενικεύσεως. Επομένως, όφείλομεν έρωτήσαι: πώς 
αυτήν σχηματίζομεν ; Ιδού πώς. Ή ψυχή, ήτις γι- 
νώσκει δια της συνειδήσεως ότι συνάμα εστίν αίτια 
και αποτέλεσμα, γινώσκει ώςαύτως δια του λόγου 
δτι παν αποτέλεσμα οφείλει εχειν άναγκαίως αίτίαν 
άνάλογον προς την ούσιν του, και δτι δέον ινα πάσα 
αιτία κρείττων ^τών εαυτής αποτελεσμάτων• Ή ψυχή 
νοούσα κατά τον νόμον τούτον συλλαμβάνει την ίδέαν 
οντος^ δπερ εστίν ή αιτία της υπάρξεως αυτής και 
παντός άλλου όντος μη δΓ εαυτού υπάρχοντος. Το 
συ7,7,ηφθέν ιο^ζο όν, ως την αίτίαν πάσης υπάρξεως, 
καλεΐ θεόν. Ό Θεός υπάρχει δι* εαυτού, επειδή η 
αιτία πάσης υπάρξεως ου δύναται εχειν άλλην αίτίαν 
υπεράνω αυτής. Επομένως, ό Θεός έστιν ©ν απόλυ- 
τον, άναγκαΐον και τέλειον, επαρκούν έαυτω και πδσε 
τοΐς αΚ\οις τοις έξαρτωμένοις εξ αύτου. Τοιαύτα 
εστίν η ιδέα του θεού, τήν οποίαν ή ψυχή εν πρώ^ 
τοις παράγει δια τής νοητικής ενεργείας της, έοαρ^ 
μόζουσα τον νόμον του λόγου, τον νόμον εν ω δυ- 
νάμεθα συλλαμβάνειν την αιτίαν δια των αποτελε- 
σμάτων. 

Έάν η ψυχή συλλαμβάνη την ίδέαν του Θ&αϋ, νο- 
ούσα κατά τον νόμον τής αιτίας και το& αποτελέ- 
σματος, η ίδέα του Θεοϋ οφείλεται τι} ψυχ^ τ^ συν- 
ειδησει και τω λόγω. Ψυχή, μη έχουσα συνείδησιν 
εαυτής, δεν δύναται να την συλλαβή καθώς η μή 
&ατά τον νό\ιθΊ ίοό λόγου νοούσα ψι>χη δεν δύναται 
ώςαότως να τήν συλλαβή. Όπως δέ η ψυχή συλλαβή 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 151 

οιανδήποτε γενικήν ίδέαν, οφείλει συγκρίνειν, δία- 
κρίνειν, γενικεύειν. Άλλ' όπως συλλαβή τήν ίοέαν 
του θεοΰ, ουδέν παρόμοιον -πράττει. Λέγει όέ μό- 
νον: Σύνοιδα ότι ειμί αίτια σχετική και εξαρτώμενη• 
εννοώ υπεράνω μου αίτίαν απόλυτον και άναγκαίαν, 
άφ' ης έξαρτώμαι. Ει μεν η συνείδησις ότι έσμέν 
συγχρόνως αιτία και αποτέλεσμα έστι ψευδής, ή ιδέα 
της απολύτου αιτίας, εξ ης έξαρτώμεθα, έστιν ώςαύ- 
τως ψευδής. Ει δέ πάλιν ή συνείδησις της υπάρξεως 
και φύσεως ημών έστιν αληθής, ή ιδέα του Θεού 
οφείλει είναι ώςαύτως αληθής. Άπιστοϋντες εις τήν 
υπαρξιν του Θεού, όφείλομεν αμέσως παύσασθαι πι- 
στεύειν εις τήν ιδίαν ημών υπαρξιν, όφείλομεν παύ- 
σασθαι πιστεύεεν ότι έσμέν συγχρόνως αιτία και απο- 
τέλεσμα. Άλλα τουτό εστίν αδύνατον. Όθεν κατά 
μείζονα λόγον εστίν αδύνατον πιστεύειν ότι ή αιτία 
της ημετέρας υπάρξεως δέν υπάρχει. Ό άθεος ή ό 
σκεπτικός, ό αμφιβάλλων περί της του θεοΰ υπάρ- 
ξεως, έστιν άφρων ή ψεύστης, επειδή λέγει ό,τι ή 
συνείδησις αύτοϋ καταψεύδει και ό νους αύτου δέν δύ- 
ναται να συλλάβτ). 

Ή ιδέα, καθώς άλλαχου άπεδείξαμεν, εστί το μέ- 
τρον της γνώσεως εκάστου ό'ντος, και ουχί το μέ- 
τρον της πραγματικότητος αύτοϋ. Τώρα, επειδή ή 
γνώσις ημών έστιν ατελής, αυξάνουσα κατά λόγον 
της διανοητικής ημών εργασίας, πασαι ημών αί ίδέαι 
είσί προοδευτικά!, και ύποκείμεναι εις τον νόμον της 
τελειοποιήσεως. Δια τον αυτόν λόγον δέν δυνάμεθα 



132 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

νά ευρωμεν τάς αύτάς ιδέας, ου μόνον παρά τοις δια- 
φόροις λαοις και άνθρώποις, αλλά και παρά τω αύτώ 
άτόμω. « Ότε ήμην νήπιος, λέγε! ό μακάριος Παύ- 
λος, ώς νήπιος έλάλουν, ώς νήπιος έφρόνουν, ώς 
νήπιος έλογιζόμην δτε δέ γέγονα άνήρ, κατήργηκα 
τα του νηπίου» (Α. Κδρ. ΙΓ, 11). Άλλ' έκ τούτοι 
δεν δυνάμεθα νά συμπεράνωμεν δτε πασαι ημών αι 
ίδέαι εισί ψευδείς, επειδή εισιν ατελείς. Πρέπει νά 
προςέχωμεν τω μη συγχέειν το ατελές μετά του 
ψευδούς, τάς ατελείς ιδέας προς τάς ψευδείς. Όταν 
εννοώ τον θεόν ώς αιτίαν πάσης υπάρξεως, η ιδέα 
αυτή εστί λίαν ατελής• επειδή δεν δύναμαι δι' αυτής 
νά γνωρίσω τον Θεόν, ώς γινώσκει αυτός εαυτόν• 
Άλλ* όμως Ιστίν αληθής, επειδή παρίστησί τι αλη- 
θώς ανήκον εις τον Θεόν, επειδή ανταποκρίνεται προς 
το πράγμα, και ουδόλως άπατώμαι πιστεύων, ότι ό 
Θεός έστιν ή αιτία πάσης υπάρξεως, έστω και λίαν 
ατελής ή τοιαύτη γνώσίς μου. Άλλ' εάν παριστώ τον 
Θεόν ώς τι όν άμαθες, πράττον, μή είδος τί πράτ- 
τει, ή ιδέα αυτή ουκ έστι πλέον ατελής, ούσα έντε- 
7νώς ψευδής, επειδή δέν ανταποκρίνεται προς το 
πράγμα. Όθεν φυσικόν έστι τω άνθρώπω γινώσκειν 
ατελώς τά πράγματα, άλλ' ουδόλως αύτω φυσικόν 
άπατασθαι. Διά τοΐ^το^ οι έφευρεταί του ψεύδους και 
πάντες οι εις αυτό τυφλώς πιστεύοντες, είσίν υπεύ- 
θυνοι ενώπιον του Θεοϋ τής αληθείας. Ό Καρτέσιος 
ηπατάτο προςέτι, νομίζων ότι ή πλάνη εστί συνέπεια 



• 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 153 

της ανθρωπινής ασθενείας, καΐ αϊ σχολαΐ συναπα- 
τώνται αύτω άσπαζόμεναι τήν πλάνην αύτοϋ. 

Ή ιδέα του θεού την οποίαν συνελάβομέν έστιν 
αληθής, άλλ' ατελής, υποκείμενη εις «ίόν νόμον της 
προόδου. Πρόοδον δε έννοοΰμεν το άναχωρειν εξ 
αγαθού τίνος σημείου, και διευθύνεσθαι προς τι τέλος 
δν τέλειον. Ή γνώσις του θεού π. χ. έχει αρχήν 
καλήν, και τέλος άριστον. Ή αρχή έστιν αυτή: Ό 
θεός έστιν ή αιτία πάσης υπάρξεως, το απόλυτον, 
άναγκαίον και τέλειον όν. Τέλος δε, το γινώσκειν 
τον θεόν, ώς γινώσκει αυτός εαυτόν. Προοδεύομεν 
λοιπόν εν τί| γνώσει του θεού, όταν, κάτοχοι όντες 
της στοιχειώδους ταύτης γνώσεως, προχωροΟμεν 
ακαταπαύστως προς τήν τελείαν γνώσιν. Άλλα πώς 
δυνάμεθα προοδεύσαι εν τη γνώσει του θεού; Προ- 
βαίνοντες δια της αυτής μεθόδου, ην ήκολουθήσαμεν 
αρχόμενοι, οίον παρατηρουντες αυτοί εαυτούς δια της 
συνειδήσεως, και έφαρμόζοντες εν τω παρατηρεϊν τον 
νόμον του λόγου. Παρατηρώ, λόγου χάριν, ότι ή θέ- 
λησίς μου έχει τήν δύναμιν του ένεργεΐν, και ότι, 
καθ' η ν στιγμήν θέλει να κίνηση το σώμα μου, 'ΐο^ζο 
κινεΐταί. Έφαρμόζων δέ είς τήν παρατήρησιν ταύτην 
τον νόμον της αιτίας και του αποτελέσματος, συλ- 
λαμβάνω ότι ή πρώτη αιτία οφείλει ώςαύτως έχειν 
τήν δύναμιν του ποιεϊν αμέσως πάν ό,τι βούλεται, καε 
ότι ή δύναμις της απολύτου αιτίας όοείλει επίσης 
είναι άπειρος και απόλυτος. Τούτον τον τρόπον απο- 
κτώ τήν ίδέαν της παντοδυναμίας, ην άποδίδωμι τώ 



154 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Θεώ. Ώςαύτως, παρατηρών, ότι η θέλησίς μου στέρ- 
γει ποιεϊν τό αγαθόν και άποφεύγειν το κακόν, ότι 
ενεργούσα υποτάσσεται εις τάς συμβουλάς της συνέ- 
σεως και φρονησεως, αποκρούουσα παν το αύθαίρετον 
και ίδιότροπον, συμπεραίνω ότι η απόλυτος αιτία 
έχει σύνεσιν τελείαν εις ην ύπείκει το θέλημα της, 
οτι η παντοδυναμία της συνίσταται εις το ποιεϊν μό- 
νον έργα σοφίας, και ουδέποτε τουναντίον. Πράττειν 
δέ μετά σοφίας, τοϋτό έστι δικαιοσύνη. Ό Θεός, ών 
τελείως σοφός και δυνατός, εστίν επίσης τελείως δί- 
καιος, και εν τω ποιεϊν την δικαιοσύνην αύτου έστι 
μακάρεος. 

Παρατηρών ότι δύναμαι να γνωρίσω αυτός έμαυτόν 
και να λάβω ίδέαν τινά περί έμαυτου, συλλαμβάνω 
ότι ό θεός οφείλει εχειν άναγκαίως την αύτην δύνα- 
μιν εις τρόπον τέλειον. Συλλαμβάνω ότι ό Θεός εχε 
τήν εαυτού ίδέαν, ήτις παρίστησιν αυτόν οιός έστι, 
και εν ^ ό θεός καθορα όλον αύτου τό όν και πασαν 
την αύτου τελειότητα. Επομένως η ιδέα του Θεοΰ 
έστιν εις άλλος Θεός, και οι δύο θεοί είσι συναίδιοι 
και αχώριστοι• διότι όλως άναγκαΐον Γνα ό Θεός κα- 
τέχει πάντοτε την ίδέαν αύτου, γινώσκων αυτός εαυ- 
τόν. Φθάσας εις ταύτην την σύλληψιν, συλλαμβάνω 
περιπλέον, ότι οι δύο Θεοί αμοιβαίως γινώσκονται 
και άγαπώνται, έχοντες την αύτην συνείδησιν, τον 
αυτόν έρωτα και τό αυτό Πνεύμα. Τό Πνεύμα των 
δύο θεών οφείλει είναι είς άλλος θεός της αυτής φύ- 
σεως και της αυτής τελειότητος, όθεν συλλαμβάνε 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ- 155 

δτι ό Θεός οφείλει είναι άναγκαίως το τέλειον δν εν 
τρισι τελείοις προςώποις : ό Πατήρ, ό Υιός και το 
"Αγιον Πνεύμα. Δύναμαι προςέτι φθάσαι εις την γνώ- 
σιν ταύτην καΐ δια του επομένου τρόπου. 

Ή άνάλυσις της νοήσεως και συνειδήσεως μοέ 
δεικνύει δτι το εγώ έστι μόνον το ύποκείμενον της 
νοήσεως και συνειδήσεως, άλλ' ουχί και αυτών η αι- 
τία. Νοώ, έχων την συνειδησιν δτι ειμί και νοώ. 
Τώρα, το δίδον μοι την συνειδησιν έστιν άλλο η έγώ-, 
και το ποιούν με νοεϊν έστιν άνώτερον έμου. Ό θεός 
όαείλει ώςαύτως νοεΐν και έχείν συνειδησιν έαυτοϋ 
και της νοήσεως αυτού. Πρώτη καΐ απόλυτος ων αί- 
τια, οφείλει συγχρόνως είναι αιτία της τε συνειδή- 
σεως αύτου και νοήσεως, έχων συνειδησιν και νόησιν 
τελείας. Ή συνείδησις και η νόησις του θεού διακρί- 
νονται αύτου του Θεού, καθώς τα αποτελέσματα δια- 
κρίνονται της εαυτών αιτίας• Επομένως, ή τε συνεί- 
δησις, η τε νόησις του Θεού, τέλειαι ούσαι, ώς αυτός 
ό θεός, όφείλουσιν άναγκαίως είναι δύο άλλοι θεοί 
αχώριστοι της εαυτών αιτίας. Ή συνείδησις του Θεοΰ 
έστι το Πνεύμα του θεού, το δν η αιτία της έμης 
συνειδήσεως. Ή νόησις του θεού έστιν ό λόγος του 
θεού, ό ών η αιτία της έμής νοήσεως, και Ιδού πά- 
λιν έφθασα εις τήν αυτήν γνώσιν δτι ό θεός έστιν δν 
τέλειον έν τρισι τελείοις προςώποις. 

Άπεδείξαμεν δτι η ιδέα του θεού έστι προοδευ- 
τική, προοδεύουσα καθ* όν νόμον άρχεται. Έάν ή του 
Θεού ιδέα τυγχάντ] ούσα προοδευτικής πασαι αί άλ- 



156 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΉ 

λαι ίδέαι όφείλουσιν είναι επίσης τοιαύτα!. Ημείς 
αχηματίζομεν αύτάς, κατά τους βεβαιωθέντας νό- 
μους, και ημείς αύτάς τροποποίουμεν, προχωροϋντες 
€ΐς την γνώσιν τΦν πραγμάτων. 

Ίνα λύσ*) το ζήτημα περί της αρχής και του σχη- 
ματισμού των ιδεών η νεωτέρα φιλοσοφία, διαιρε- 
6είσα από της γεννήσεως αυτής είς δύο άντικειμέ- 
νας σχολάς, την του εμπειρισμού και την του ορθο- 
λογισμού^ προέτεινε δύο επίσης αντιθέτους άλλήλαις 
υποθέσεις, την του εμφύτου και την του άγραφου 
πίνακας. Ή χριστιανική φιλοσοφία, άποκρινομένη εις 
το αυτό ζήτημα, ούδεμίαν έχει νά προτείνη ύπόθεσιν. 
Τα γεγονότα της συνειδήσεως και νοήσεως, ιδού το 
σημείον εξ ου όρμαται. Έκ τής αναλύσεως των γε- 
γονότων και τών διεπόντων αυτά νόμων ή χριστια- 
νική φιλοσοφία συνάγει, ότι ή ψυχή, διά τών αισθή- 
σεων, της συνειδήσεως και του λόγου κοινωνούσα 
μετά του κόσμου, του Θεού και μεθ' εαυτής, πορίζε- 
ται διά της ενεργείας της τάς ιδέας εξ όλων τών όν- 
των μεθ' ών κοινωνεί, αύτάς αύτη σχηματίζουσα διά 
του νοείν κατά τον νόμον του λόγου. Έν άλλαις λε'- 
ξεσιν, ή αρχή όλων ημών τών ιδεών εισιν όλα τά 
ορατά και αόρατα. Ή δέ αίτια του σχηματισμού 
αυτών έστιν ή ψυχή, βοηθούμενη υπό τών αισθητη- 
ρίων, τής συνειδήσεως και του λόγου. Ή συνείδη- 
σις παρέχει τή ψυχτί την δύναμιν του νοείν. Ό λό- 
γος αυτί] παρέχει τον νόμον τής νοήσεως, και τά 
αισθητήρια άποτελουσι το όργανον τής νοήσεως. Εις 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 157 

τάς υποθέσεις της νεωτέρας φιλοσοφίας η χριστια- 
νική φιλοσοφία αντίτασσε: την θεωρίαν της τάξεως 
και της αρμονίας των πραγμάτων. Ή θεωρία αυτή 
ούδεμίαν παραδέχεται έμφυτον ίδέαν, επειδή δλάί αϊ 
ιδέαι είσί προοδευτικά!, και η πρόοοος δέν συμβιβά- 
ζεται προς τάς έγκεχαραγμένας και τ^ο^ου[ΐίΊως 
ταΐς ψυχαις έντετυπωμένας ιδέας, ώς η σφραγίς του 
εργάτου επί του έργου του. Ή χριστιανική φιλοσο- 
φία οέν Θεωρεί ώςαύτως την ψυχην ώς άγραφον πί- 
νακα, και τα αισθητήρια ώς την μόνην πηγήν δλων 
των ιδεών, θεωρούσα την ψυχην ώς ήθικήν αίτίαν, 
ήτις, δια του λόγου και της συνειδήσεως, γινώσκε* 
τον θεόν και έαυτήν. 

Ει το εμφυτόν εστί χίμαιρα , οποία τις εσται τ, 
επιστημονική αξία αποδείξεως, στηριζομένης έπ' αυ- 
τού; Δυνάμεθα να άποδείξωμεν την άλήθειαν οιά 
της πλάνης ; Δυνάμεθα να καταστήσωμεν βεβαίαν 
άναμφίβολόν τίνα άλήθειαν οιά τίνος σκοτεινής, άβε- 
βαίας και εντελώς ψευδούς υποθέσεως ; Όταν τα ζο- 
φερά νέφη τίθωνται μεταξύ ημών και του ηλίου, τι 
το συμβαίνον; Τοιαύτη όμως άντεπιστημονική άπό- 
δειξις, έχουσα την άποστολήν του διαχϋσαι το σκό- 
τος, διαδουναι τήν άμφιβολίαν, την άπιστίαν και την 
άθείαν, ενεκρίθη μάλιστα και παρεδέχΟη υπό των 
διασημότερων θεολόγων Εκκλησίας, άξιούσης έχειν 
το μονοπωλεϊον του απταίστου επί θεολογικών ζητη- 
μάτων. Ει σήμερον οι άπιστοι και οι άθεοι φαίνονται 
πολυπληθέστατοι, αιτία εστίν η νομιζομένη περί τις 






158 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

υπάρξεως του Θεοΰ απόδειξες, είςαχθεΐσα υπό Καρ- 
τεσίου• διότι αυτός διέδωκε την πρόληψιν ότι η ύπαρ 
ξις του Θεού δεν απεδείχθη είςέτι άποχρώντως, και 
η αυτοΰ έξοχότης δια νέας καί πρωτοτύπου αποδεί- 
ξεως, κατέστησε βεβαίαν ταύτην τήν άληθειαν έπε 
αιώνας μείνασαν άμφίβολον. "Οθεν ευκόλως οί αντί- 
παλοι του διέψευσαν την χίμαιραν του εμφύτου δι' 
αναντίρρητων λόγων, συμπεράναντες εντεύθεν την 
άνυπαρξίαν του θεού, η τουλάχιστον δτι η ύπαρξις 
αύτη επιστημονικώς είςέτι δεν απεδείχθη. Ή δε εκ- 
κλησία, ήτις έχει ως αρχήν την σωτηρίαν τών ψυ- 
χών δια της τυφλής πίστεως, δεν ηδύνατο να διευκρί- 
νηση) το ζήτημα, ώςτε η κοινή γνώμη έμελλε να κλίνη 
προς τον έμπειρισμόν, όλως απορρίπτουσα το υπέρ 
«ρύσιν. Οί δε εις αυτό πιστεύοντές είσιν οί οπαδοί της 
τυφλής πίστεως, καθάπερ τινές φιλόσοφοι πνευματι- 
σταί, ων η πίστις ούχ ηττόν έστι τυφλή, διότι δεν 
γινώσκουσιν άλλον τρόπον ή τον του Καρτεσίου, 
πειρώμενον ούτως ή άλλως να δείξη την άληθειαν 
δια της πλάνης. Ούτοι οι φιλόσοφοι όφείλουσι τώρα 
V άνοικοδομησωσι την οίκίαν αυτών σοφώτερον τοδ 
διδασκάλου των, φοβούμενοι μή πέση εις τήν πρώ- 
την του άνεμου πνοην. Ό σοφός αρχιτέκτων της νεω- 
τέρας φιλοσοφίας εθετο ως θεμέλιον της οικοδομής 
του: Νοώ, σύκο υ ν υπάρχω. "Επειτα επί του 
στέρεου και ακλόνητου τούτου θεμελίου, καθώς ένό- 
§*.ιζεν αυτό, άνώρθωσε την ύπόθεσιν του εμφύτου ως 
στήλην βαστάζουσαν τον ούρανόν καί την γήν, τον 

■ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 1δ9 

θεόν και τον κόσμον, πασαν την φυσικήν και μετα- 
φυσικήν. Το θεμέλιον συνετρίοη , ή στήλη έπεσε, 
πάσα η οικοδομή κατέρρευσεν. Είπατε μοι λοιπόν, ώ 
φιλόσοφοι πνευματισταί, που έςιν η πνευματική υμών 
οικία •, Βεβαίως ζητείτε να την άνεγείρητε• ει χρείαν 
έχετε υποδείγματος, έλθετε ίδειν τον πνευματικόν 
οίκον του θεού ώκοοομημένον επί της πέτρας. Πίσον 
εστίν ωραίος ! πόσον στερεός ! Ούτε οι τρικυμιώδεις 
άνεμοι της μεσημβρίας, ούτε οί του 3ο£ρα δύνανται 
αυτόν διασεΐσαι. Διότι ώκοδόμηται επί της πέτρας., 
ήτις εστίν ό Χριστός, και ουχί επί ενός άνθρωπου 
καλουμένου Πέτρου• 

Ει το εμφυτον και ό άγραφος πίναξ είσι δύο άκρα 
εναντία, ή θεωρία της τάξεως και της αρμονίας των 
πραγμάτων τίθεται εν τω μ,έσω. Άλλα το μέσον 
ουκ εστίν η συνδιαλλαγή των άκρων, ώς ουδόλως 
προς αυτά σχετιζόμενον. Τίθεται δε μεταξύ των 
άκρων όπως αυτά χωρίστ), θέση πέρας εις την πάλην 
αυτών και αυτά εξαφάνιση. Αι υποθέσεις του έμφυ- 
του και του άγραφου πίνακος, ήτοι ό εμπειρισμός 
και ορθολογισμός, άπό της γεννήσεως αυτών, 
άχρι της σήμερον, αντιμάχονται, διαμιλλώμενοι τον 
τίτλον της αληθείας και τάς όφειλομένας αυτί) τι- 
μάς. Ή εμπειρική σχολή αναιρεί την του έμφυτου 
χίμαιραν, άξιοΰσα κατέχειν την άλήθειαν, επειδή 
αποδεικνύει τον άντίπαλόν της πλανώμενον εν τω 
ψεύδει. Ή ορθολογική σχολή αμοιβαίως θραύει τον 
άγραφον πίνακα, διατηρούσα ώς άλήθειαν την προς- 



160 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

φιλεστάτην αύτη χίμαιραν, επειδή αποδεικνύει τον άν- 
τίπαλόν της ετέρας άντεχόμενον χιμαίρας. Υπάρχει δέ 
και τρίτη σχολή, εκλεκτική καλούμενη, ήτις έπαγωνε- 
ζεται να συνδιαλ7^άξη τους δύο φυσικούς εχθρούς, ή νά 
εύρτι την άλήθειαν έν ταΐς δυσίν άντιθέτοις πλάναις, 
7^έγουσα προς τους εαυτής συναδέλφους. « Αδελ- 
φοί μου, μή άλληλομαχεΐτε• πο,ιήσωμεν ε'ιρήνην. 
Έκαστος ημών έχει δίκαιον, και άδικον. Έγώ 2έ 
μόνη δύναμαι νά εκλέξω το αληθές και νά απορρίψω 
το ψευδές. Έστέ λοιπόν εν δι' έμου, ή μάλλον άφα- 
νίσθητε αμφότεροι ενώπιον μου. Ειμί ή φρόνιμος μέ- 
λισσα, και δλος ό κόσμος οφείλει φαγειν εκ του μέλι- 
τος μου ». Ενταύθα οί δύο εχθροί καταλαμβάνουσιν 
δτι έχουσι κοινόν έχθρόν , και άρχονται αυτόν πολε- 
μοϋντες. Άλλα τότε ή κωμωδία γίνεται πλήρης. Ή 
θεωρία του μέσου, αληθής καθ* έαυτήν και δι' εαυτής 
δώσει τέλος εις τήν άξιοθρήνητον μάλλον ή γελοίαν 
ταύτην κωμωδίαν, παιζομένην άχρι της σήμερον έν 
τή Δύσει υπό τής νεωτέρας φιλοσοφίας, λέγουσα προς 
τάς τρεις ταύτας σχολάς τής αταξίας και του θορύ- 
βου. «Ύμεΐς έστε πάντες τέκνα του ψεύδους• άφα- 
νίσθητε ενώπιον μου ήτις ειμί ή αλήθεια. Το φως μου 
καταδείξει τήν τερατώδη φύσιν και νόθον υμών 
καταγωγήν». 

Τω όντι, ή αλήθεια έστι καθ* έαυτήν καθαρά, δυ- 
ναμένη καθαρά καταστήσαι τα δι 1 εαυτών σκοτεινά. 
Βλέπομεν τον ήλιον ένεκα του ηλίου. Βλέπομεν τά 
περιστοιχουντα ήμας σώματα χάριν του ηλιακού ©ω- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 161 

το;. Ό ΊητοΟ; ϊζ-'.ί ή Αύτοαληθεια, η ό τλ:ος τ•Ρ 
τ:ν£_αατ:χοϋ κο-αου. Ούτος ο ήλιος εστί χαθ' έ:ν. 

τον οκοΐον .εν και καταλαυ,οανουιεν 

δ&.αύΐου ρανοα, χάβαρο* ένοντες οοθαλαάν, έτ:ε:οή οι 
ακάθαρτοι ή τυοϊ &έ* αυναγται να ϋποφέ- 

ρωσ'. την αϋτου κιΛαροτντ::. Ουτάς έςιν ό ηλ:ος. 6 Ξω- 
τιζων τΛί τ: εν ϊχοτεί χρ-.-το^ενον. ΐτ .::ϊθ£:α του 
/αίγου κα: του Φωτός κύτοβ εονο':χε5α νά κο'.ταοεί- 
ςωυ,εν την συ~:ν τώΜ τν;•\ών. ο -ω; ττλτοωσωυιεν την 
προφητεία* του Παύλου ένουσαν ούτως - Ον τοοΥ.ον 
δέ Ίαννης χ:*: Ί-χμοοής 5.ντεστηταν Μωυσεΐ 3 ούτως 
;_το: ίνΟί'στανταί τη ζληθεία, ίνθρωποί κατε- 
χένοί τ κίμώι περί την κίστιν* Άλλ 1 

ου κροχόψουοιν επί -λειον η γαρ άνοια αυτών εκον- 
λος ^στα: τ. ις χα: η εκείνων έγενετο » (Β. 

Τ•.α, Γ. 



ΠΕΗ ΤΕΙ 

Φ Υ Σ Ε & Σ 

ΊΥΛ\ ΣΧΟΛΩΝ 
θετΕ'.ν το ζήτημα κερί της ρύβεως των σ/ολών 
έστ: θέτε:ν το ζηττ;ια ζεερί ττς βόοεως τ?ς φίλοαο- 
οίας, ήτ:ς εν αυταις ίι&αχεταΐ. Λια της εγκρίσεως 
των κανόνων του λογού της [ΐεβόαου, της Γ.οώτης 
' .ζζζζ'.ι^ χα: της κξ -ς*ως 

περί της του θεού ύ-οίοςεως, έεείξααεν δτ: η Καρ- 
τεσιανή η καλούμενη στρεολώς ορθολογική σχολή 
αντέχεται ού,ο^οζί^ς^ ρ ή έχουσης ούτε κανόνα, ούτε 

11 



162 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μέθοδον, οΰτε αρχήν, ούτε άντικείμενον, ούτε άλ•η- 
θειαν. "Οσον δ' άφορα τάς άλλας δύο σχολάς, τήν 
έμπειρικην και έκλεκτικήν, δεν δυνάμεθα να εύρωμεν 
εν αύταΐς εκείνο ου τίνος η πρώτη στερείται. Τι λοι- 
πόν εν πάσαις ταΐς σχολαίς εύρίσκομεν ; Δια της επο- 
μένης έπικρίσεως του έμφυτου, και του άγραφου πί- 
νακος θα το μάθωμεν. Αυτή δέη έπίκρισις εξηγήσει 
αρκούντως την νεωτέραν φιλοσοφίαν, άνακαλύπτουσα 
τό τε ποιητικόν και τελικόν αυτής αίτιον. 



ΕΠΙΕΡΙΣΙΣ 

ΤΟΓ ΕΜΦΓΤΟΓ. 






Τί έστιν εμφυτον •, Όρίζουσιν αυτό δύναμιν του έξά- 
γειν ίδέαν τίνα εξ εαυτού. Ό Λεΐβνίτσιος, διάσημος 
φιλόσοφος της καρτεσιανής σχολής, ούτως ήνόει τό 
εμφυτον. « "Οπως ιδέα τις γ έμφυτος, άρκεϊ να εχτ] 
την πηγήν αυτής εν ημΐν. Τούτο δε μόνον, δτι δύνα- 
ται να έξαχθϊ) εξ ημών, ποιεί τό εμφυτον αυτής ». 

Ή δύναμις του έξάγειν ίδέαν τινά εξ έαυτοΰ προςή- 
κει μόνω τω θεω. Ή αρχή του εμφύτου όλως ψευ- 
δής ώς προς τον άνθρωπον, αυστηρώς έστιν αληθές 
ως προς τον θεόν επειδή δ κτίσας τον κόσμον και 
δούς αύτώ σχήμα τόσον ώραΐον και τόσω θαυμαστόν, 
ουδέν έχει εκ του κόσμου τούτοι μαθεϊν, ούτε δύνα- 
ται, καθώς ημείς, άποκτήσαι έξ αύτοϋ ιδέας. Μόνος 
6 θεός τό πρώτον ον, τό δν κατ* εξοχήν, δ θεός μό- 
νος δύναται έξάγειν έξ έαυτοΰ την ίδέαν αυτού, κα: 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 163 

πατάν ά7,λην ίδέαν, περιεχομένην εν τη εαυτού ιδέα, 
ήτις καλείται Τήμα θεού, Λίγος Θεού, Υιός Θεού. 
Ό Λόγος του Θεού έστιν η έμφυτος ιδέα, η ιδέα των 
ιδεών και των αληθειών η αλήθεια, η παριστώσα το 
πρώΐον^ το απόλυτον και τέλειον δν, και πάντα τα 
©ντα. Ό κόσμος -έστιν Ολη κτισθεΐσα υπό της παν- 
τοδυναμίας του Θεού, υλη, ήτις έδέξατο τον τύπον 
του θείου ιδανικού, υλη σχηματισθείσα, όργανισθεισα, 
διαταχθείσα κατά το σχέδιον, το περίεχόμενον εν τω 
Λόγω δι' ού τα πάντα έγένετο, και χωρίς αύτοΰ έγέ- 
νετο ουδέ εν δ γέγονεν. Ό κόσμος οΰτω νοούμενος 
έστιν απαύγασμα της σοφίας του Θεού, κάτοπτρον 
ποιηθέν προς τήν εμμεσον θεωρίαν της αιωνίου αλη- 
θείας, μέσον δραστικόν προς το μεταδιδόναι ημιν τάς 
έμφυτους εν τω Θεω ιδέας και ουχί εν ημΐν, οιτινες 
όφείλομεν αύτάς άποκταν δια της μεθοδικής και λο- 
γικής ημών εργασίας. 

Δια της αντιλήψεως πολλών δένδρων σχηματίζω την 
γενικήν ίδέαν του δένδρου. Ει μη ό κόσμος είχε δέν- 
δρα, ού^ετζοτε 6ά ήδυνάμην να αποκτήσω την ίδέαν του 
δένδρου, $ νά την έξάξω εξ έμαυτου. Άλ)^ ό Θεός, 
ό ποιήσας τα δένδρα, ώφειλεν εχειν τήν ίδέαν αυτών, 
μ'ϊ) δυνάμενος εχειν αυτήν η εξ έαυτοΰ. Λοιπόν, καθό- 
σηνι άφορα έμέ, ή ιδέα του δένδρου απεκτήθη• άλλα 
καθ' δσον άφορα τον θεόν έστιν έμφυτος, συνυπάρ- 
χουσα αιωνίως μετ' αύτου. Συλλαμβάνειν το δένδοον 
οίον ό θεός αυτό συνέλαβε προ τοΟ ποιήσαι τα δέν- 
δρα, η, μάλλον ειπείν, συλλαμβάνειν το σχέδιον χαΟ' 

11* 



.16* ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

δ ό Πλάστης διέταξε τον κόσμον, γινώσκειν, ώς γινώ- 
σκει δ Θεός, εστί το σημεΐον προς ο κατά Πλάτωνα 

η επιστήμη άποβλέπειν οφείλε:. Ό μέγας ούτος Φιλό- 
σοφος ηδυνηθη καλώς έννοήσαι, ένθεν μεν, όχι η υλη 
εστί μεταβλητή και ποικίλη, δυναμένη περιβληθ^ναι 
μύρια σχήματα• ένθεν δέ, οτι ταϋτα τα σχήματα 
ανταποκρίνονται προς ιδέας οριστικός και άμεταβλτΐ- 
τους εν τί} ιδέα του Θεοϋ• επομένως, χατ' αυτόν, η 
επιστήμη οφείλει να μεταχειρίζηται τον κόσμον, όπως 
είςδύσγ) εις την ιδέαν του Θεοϋ, ένθα υπάρχει ό 
τέλειος κόσμος, ό κόσμος του μέτρου, του κάλλους 
και της αληθείας. Ή φιλοσοφία του Πλάτωνος ουκ 
εστί τελεία φιλοσοφία, τίο^Χού γε και δει, άλλα φιλο- 
σοφία αληθής, φιλοσοφία προςεγγίζουσα τον άνθρω- 
πον εις τον Θεόν, φ-ιλοσοφία ύψοΰσα και βελτιουσα 
την ψυχην. Ό Πλάτων εστίν ό μόνος φιλόσοφος, 
όστις ηδυνηθη προαισθανθήναι και προϊδεϊν τάς υπό 
του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού φανερωθείσας αλη- 
θείας. Ή ηθική του εστίν ώς εγγιστα η αυτή προς 
την του Ευαγγελίου. Ή μεταφυσική του τείνει προς. 
την κατάληψιν των φωτεινών του Χριστιανισμού δογ- 
μάτων. Ή ιστορία της φι?^οσοφίας ούδένα έχει δεύ- 
τερον Πλάτωνα, οιίτε προ αύτου, ούτε μετ' αυτόν. 
Γ, 0,τι επραξεν ό Μωϋσής υπέρ της προπαρασκευαστι- 
κής του Χριστιανισμού θρησκείας, τουτ' αυτό έποίη- 
σεν ό Πλάτων ύπερ της φιλοσοφίας και της επιστή- 
μης) ήτις εμελλεν άγειν προς τον Χριςόν• Ό Μωϋβεης 
και ό Πλάτων ευτύχησαν παρασκεύασα: την όδόν του 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 16ο 

μέλλοντος έλθεΤν δπως εν έαυτω συνένωση την 
αληθή θρησκείαν, την αληθή φιλοσοφίαν χα: την 
αληθή πολιτείαν, και γένηται αυτών η αρχή και το 
αντικείμενο;. 

Ή πλατωνική φιλοσοφία αποδίδει τω Θεώ μεν τ? 
έαφυτον των ιδεών, τω άνθρώπω δε την δύναμιν του 
άποκταν αύτάς δια τών αισθήσεων και του λόγου. 
Κατά την θεωρίαν ημών, η ψυχή σχηματίζει τάς εαυ- 
τής ιδέας, ούσα εν σχέσει προς τα όντα δια του 
Πνεύματος και του Λόγου του Θεού. Παρά τω Θεώ 
τά πάντα εστίν έμφυτα. Παρ' ήμΐν όλα άποκτητά, 
δλα προέρχονται εκ θεοΰ. Ξυμφωνουμεν τω Πλά- 
των^ αλλά διαφωνούμε προ τον Καρτέσιον, όστις 
αποδίδει εις τον άνΟρωπον δ,τι ανήκει εις τον Θεόν^ 
άναγνωρίζων εις τον άνΟρωπον θείαν τινά ιδιότητα, 
όπως ποίηση ημάς πιστεϋσαι βαθμηδόν δτι ουκ εστ: 
θεός, άλλ' δτι ό άνθρωπος εστί Θεός. Τω οντι, ή 
ύπόθεσίς του εμφύτου, θεωρούμενη ως αλήθεια αναν- 
τίρρητος, άγει, η προς τον σκεπτισμόν, δστις αρνείται 
πασαν άλλην ύπαρξιν, εξαιρουμένου του εγώ, η προς 
τον τερατώδη έγωϊδμόν, δστες άντικαθίστησι τ5ν 
θεόν δια του εγώ. Και ιδού η άπόδε'.ξις. Τεθέντος 
άπαξ, οτ* το τ^ίζεροΊ πνεύμα εξάγει τάς ιδέας ά^' 
εαυτού και ούχι έχ τών δντων, ερωτώ: Ιδέα, έξαγα- 
μένη έκ του πνεύματος ημών, ανταποκρίνεται προς 
την έξ αντικειμένου πραγματικότητα η ου ; Δεν δυνά- 
μεθα νά άποκριθώμεν μετά λόγου εις την ερώτηση 
ούτε καταφατικώς, ούτε άποφατικώς, Έκ τςύτ:^ 






166 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ουδέν νομιμώτερον και λογικώτερον η το άμφιβάλλειν, 

Ή ιδέα του Θεού έστιν έμφυτος ιδέα, ιδέα τήν οποίαν 
το ημέτερον πνεύμα εξάγει άφ' εαυτού η την οποίαν 
σχηματίζει εκ της φύσεως του. Άλλ' εκ του δτι το 
πνεϋμά μου δύναται έξάγε*ν ιδέαν τινά έκ τής φύσεως 
του, έπεται δτι δν τι οφείλει άνταπροκρίνεσθαι προς 
την ίδέαν ταύτην; Ήκιστα. Ό Θεός ουκ έ?τΐν έκά- 
στω ή ιδέα εξαγομένη άφ' έαυτοΟ δια του πνεύμα- 
τος του. Ή ιδέα του θεού διαφέρει έπ' άπειρον, 
άναΚογος ούσα πάντοτε προς τήν ικανότητα του 
πνεύματος, το όποιον αύτην εξ εαυτού σχηματίζει, 
και δεν έγομεν λόγον του πιστεύειν, δτι πάντα ταύτα 
τα σχήματα ιδανικού τίνος Θεού εχουσιν εξ αντικει- 
μένου ΰπαρξιν. Λοιπόν, ούκ εστί Θεός, η ει Θεός 
υπάρχει, ουδείς δύναται τούτο γινώσκειν. Ό δχλος 
πιστεύει εις αυτό φερόμενος υπό τυφλής ευπιστίας• 
άλλ' δ φιλόσοφος οφείλει περί αύτοϋ άμφιβάλλειν. 

Ουδεμία γενική ιδέα δύναται προελθεΐν έκ των 
αισθήσεων. Πδσα γενική ιδέα εστίν έμφυτος, η 
απλούν πλάσμα του πνεύματος. Αι έπιστήμαι εχου- 
σιν ώς άντικείμενον πάντοτε το γενικάν, ήτοι την 
Ίδέαν. Πάσα επιστήμη εστίν εξ υποκειμένου• ουδεμία 
επιστήμη δύναται εχειν ώς άντικείμενον το δν, το 
πραγματικόν. Εις τι λοιπόν περιορίζεται πάσα ημών 
η γνώσις ; Εις τάς έξαγομένας άφ' ημών αυτών ιδέας, 
εις τα μόνα πλάσματα του πνεύματος, τα μη έχοντα 
ούδεμίαν έξ αντικειμένου άξίαν. 

Ή φιλοσοφία του Πλάτωνος άνεγνώρισεν ώςα4• 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 167 

τως την ίδέαν ώς το κύριον άντικείμενον της επιστή- 
μης. Άλλ' όποια υπερμεγέθης διαφορά! οποία άβυσ- 
σος μεταξύ του αρχαίου και του νεωτέρου ιδανισμού! 
Ή ιδέα παρά Πλάτωνί έστιν εξ αντικειμένου• η δε 
παρά τοις νεωτέροις φι7>οσόφοις, εξ υποκειμένου. Ή 
μεν ιδέα κατά Πλάτωνα έστιν ό λόγος, δστις έκτισε 
τον κόσμον η δε των νεωτέρων φιλοσόφων εστίν ό 
καπνός του εαυτών έγώ. Ό πλατωνικός ιδανισμός 
ποιεΐ πιστεύειν, δτι ό Θεός έποίησε τον άνθρωπον ό 
δέ γερμανικός τουναντίον, δτι ό άνθρωπος έποίησε 
τον θεόν επειδή δ,τι καλοϋμεν θεόν και κόσμον ουκ 
έστιν έκάστω ί) αϊ εαυτού ίδέαι άφ' εαυτού έξαγόμε- 
ναι. Διαφέρουσι δέ αλλήλων οι δύο ιδανισμοί, δτι ό 
μεν πλατωνικός ακολουθεί τήν φρόνησιν, ό δέ γερ- 
μανικός τήν άφροσυνην. 

Ό Καρτέσιος, στηριζόμενος επί της άρχης του 
έμφυτου, ένόμισε δι' ελλειψιν λογικής, δτι απέδειξε 
την υπαρξιν του Θεοΰ και τοϋ κόσμου εις τρόπον 
άναμφίβολον. Κατά δυςτυχίαν έθετο ψευδείς αρχάς, 
και κατ εύτυχίαν κακώς έσυλλογίζετο. Άλλ' εκεί- 
νοι, οιτινες εχουσι την εύτυχίαν του καλώς συλλο- 
γίζεσθαι, και τήν δυςτυχίαν του πιστεύειν εις ψευδείς 
αρχάς, έμελλον φθάσαι εις αντίθετα εξαγόμενα, και 
βεβαιώσαι δτι ουκ εστί Θεός, και ούχ ήττον ό κό- 
σμος, ή τουλάχιστον δτι η υπαρξις αυτών είςέτι δεν 
απεδείχθη. Τί λοιπόν υπάρχει •, Έγώ και αί ιδέας 
μου. Νοώ, ούκουν υπάρχω• Ό μέν Καρτέ- 
σιος ηρξατσ τεχνικώς αμφιβάλλων περί της του Θεοΰ 



168 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

και του κόσμου υπάρξεως- οί δε μετ' αυτόν έτελείωσαν 
αμφιβάλλοντες περί αυτής σπουδαίως. Τοΰτο κατ' 
άλήθειάν έστι πρόοδος, άλλα πρόοδος εκ του κακοΟ 
εις το χείρον. Ή καρτεσιανή φιλοσοφία διά λοξών 
και σκόλιων ελιγμών, επανέρχεται πάντοτε εις το 
σημεϊον της αναχωρήσεως της, μηδέν άλλο δυναμένη 
βεβαίωσα* η νοώ, ούκοϋν υπάρχω. Οί γερμανοί 
φιλόσοφοι, νομίσαντες ότι η καρτεσιανή αρχή έστιν 
η αληθής αρχή, ώς ούσα ή μόνη βεβαία και αναμφί- 
βολος, έπειράθησαν δούναι λόγον περί πάντων των 
όντων και τών φαινομένων δια του εαυτών εγώ και 
τών έμφυτων αντοϊς ιδεών, ήτοι έξηγμένων, ώς ένό- 
μ,ιζον, εκ του εαυτών εγώ. Έν άλλαις λέξεσιν, 
έπειράθησαν δια της πλάνης να φΟάσωσιν εις τήν τε- 
λείαν γνώσιν παντός πράγματος κατά τήν έπιθυμίαν 
της φιλοσοφίας. Γ/ Απαξ ειςελθόντες έν τή οδώ του 
αδυνάτου, εμελλον άναγκαίως κατα7νήξαι, η προς τον 
σκεπτισμόν, όστις ομολογεί είλιχρινώς τήν εαυτού 
άγνοιαν λέγων: ουδέν καταλαμβάνω* η προς 
τον ψευδή δογματισμόν, όστις νομίζει αφελώς ότε 
γινώσκει πάντα και περί αυτών ουδαμώς αμφιβάλλει. 
Είδομεν τίνι τρόπω φθάνομεν εις τον σκεπτισμόν, 
αμφιβάλλοντα περί της υπάρξεως- του θεού και τοΰ 
' κόσμου. Ήδη έρχόμεθα ίδεΐν τίνι τρόπω φθάνομεν εις 
τον ψευδή δογματισμόν, ποιουντα έκ του έγώ θεόν 
τα πάντα γινώσκοντα και ποιουντα πάντα. 

"Άπαξ τιθέντος, ότι το ον έστι τό- έγώ, και οτδ 
^εασα γνώσις έξ αύτου προέρχεται, ή λέξις Θεός^ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 169 

ήτοι η ίρέα οντος απολύτου, τελείου και αναγκαίου 
ανήκει μόνον αύτω. Έγώ έστιν ίσον τω εγώ, λέ- 
γει εΤς φιλόσοφος γερμανός, θέ?*ων είπεϊν: πάσα γνώ- 
σις πηγάζει εκ του έγώ, και παν δ,τι γινώσκω ουκ 
εστίν άλλο η αυτό το ίδιον έγ ώ εν ττ) εκδηλώσει αυ- 
τού. Λοιπόν, όλος ό κόσμος εστίν έγώ, και έγώ 
ειμί η αιτία όλου του κόσμου. Τω όντι, ό κόσμος 
ουκ εστίν η ύλη και σχήμα. Ή ύλη ου δύναται εί- 
ναι άνευ σχήματος, και το σχήμα, τουτέστιν η ιδέα 
έστιν άσυγκρίτως ανωτέρα της ύλης. "Ων αιτία του 
κρείττονος, διατί ουκ αν ημην αιτία του ελάσσονος ; 
ών αιτία τοϋ κόσμου, διατί δέν θα ημην αιτία της 
ύλης του κόσμου-, Λοιπόν έγώ ειμί θεός. Το έγώ 
καθ' εαυτό έστι το απόλυτον, άναγκαΐον και τέλειον 
όν• η δέ εκφρασις και έκδηλωσις αύτοϋ έστι το σχε- 
τικόν, το έξαρτώμενον και το ατελές. Το έγώ καθ* 
εαυτό έστι το άπειρον η δέ έκδήλωσις η αί ίδέαι αυ- 
τού, τό πεπερασμένον. Το πεπερασμένον και το άπει- 
ρον, τό απόλυτον και τό σχετικόν, τό τέλειον και τό 
ατελές, η αιτία και τό αποτέλεσμα, ταύτα πάντα κα- 
λώς εξηγούνται δια της μαθηματικής αρχής: έγώ 
έστιν ίσον τω έ γ ώ, εξαιρουμένων τής ζωής και του 
θανάτου. Ό πτωχός ιδεολόγος 7,ησμονεΐ ότι εστίν ό 
θεός τής στιγμής και ούχι ό Θεός τής αίωνιότητος. 
Έν τη επιστήμη του Θεού και του ανθρώ- 
που έθέσαμεν ώς αρχήν: ό θεός γινώσκει έαιπ 
τόν δι' έαυτοΰ. Άναχωροϋντες εκ τής αρχής 
ταύτης ηδυνήθημεν αυστηρώς έξάξαι πάσας τάς ίοιά- 



170 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τητας τής θείας φύσεως• ΟΕ έγωίσταί, έφαρμόζοντες 
εις τό εαυτών εγώ το προςήκον εις τον Θεόν, η άνα- 
χωρουντες έκ της αρχής ότι το εγώ γινώσκει εαυτό 
δι' εαυτού, και Οτι εστίν η αιτία της γνώσεως αύτοϋ, 
όφείλουσιν άναγκαίως, μένοντες πιστοί εις την αρχήν 
αυτών, ποιήσαι εκ του εγώ θεόν άλλ' ούτος ό θεός 
έστι θεός χιμαιρικός. Εξηγούμεθα: Γ Όταν πιστεύω- 
μεν ότι 6 όνος έχει πτέρυγας, όφείλομεν άναγκαίως 
πιστευσαι ότι ό όνος πέτα, και ότι εστί πτηνόν άλλ' 
ό όνος μετά πτερύγων, ό όνος πετών, ό όνος πτηνόν, 
'ζο^το καλείται χίμαιρα, επειδή η κράσις αδτη ουκ 
εςι φυσική. Ύπάρχουσι πραγματικώς πτέρυγες, άλλ' 
άνηκουσιν εις τήν φύσιν τών πτηνών, και ουχί εις 
τήν του όνου. Ώςαύτως, όταν πιστεύωμεν ότι το 
εγώ εξάγει τάς ιδέας άφ' εαυτού γινώσκον εαυτό δι* 
εαυτού και όν η αιτία της γνώσεως αύτου^ όφείλομεν 
επίσης πιστευσαι ότι το εγώ δημιουργεί τον κόσμον, 
ότι το εγώ έστι Θεός. Άλλα τό εγώ, αίτια της 
ιδέας και της γνώσεως• τό εγώ, δημιουργός του κό- 
σμου• τό εγώ θεός, ουκ εστίν άλλο η τερατώδης 
χίμαιρα, την οποίαν η πλέον χιμαιρική φαντασία της 
αρχαιότητος δεν κατώρθωσε να έφεύρτ). Ή δύναμις 
του έξάγειν άφ' εαυτού ιδέας ανήκει εις τον θεόν και 
ουχί εις τό εγώ τών εγωιστών επομένως, ό θεός 
έστιν η αίτια πάσης αληθείας και πάσης γνώσεως, ό 
θεός έστιν ό Δημιουργός του κόσμου, και ουχί οΕ 
ελεύθεροι ιδεολόγοι της σχολής* Οι ελεύθεροι ιδεο- 
λόγοι είσί θεοί, έάν θέλωσιν, άλλα θεοί χιμαιρικοί* 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 171 

θεοί ψευδείς, άφρονες, και η αφροσύνη των εςαι γνω- 
στή παντί τω κοσμώ. Ει ου δυνάμεθα ευρεΐν εν τη 
καρτεσιανϊ) σχολ•/] ούτε κανόνα, ούτε μέθοδον, ούτε 
αρχήν, οΰτε άλήθειαν, εύρίσκομεν δμως τέρατα καΐ 
χίμαιρας πολεμουντα τον ούρανόν και την γήν, τον 
Θεόν και τον άνθρωπον Ίδωμεν τώρα τί εύρίσκομεν 
εν ταΐς άλλαις σχολαΐς. 

ΕΠΙΚΡίΣΙΣ 

ΤΟΓ ΑΓΡΑΦΟΓ ΠΙΝΑΚΟΣ. 
Ό εμπειρισμός θεωρεί τα αισθητήρια ώς την μόνην 
πηγήν πάσης γνώσεως, έχων την έξης άρχην: α °0 
μη πρότερο ν εν τη αίσθησει, ουδέποτε έ ν 
τω ν ω ». Ή ψυχή έξομοιοΰται τ^ρός τον άγραφον 
πίνακα, εφ 3 ου η πείρα εγγράφει ' ολίγον κατ' ολίγον 
τάς ιδέας, καθώς γράφομεν τα γράμματα και τάς 
λέξεις επί του χάρτου. "Οπως δέ άποδώμεν δικαιο- 
σύνην τη σχολή ταύτη, όφείλομεν έν πρώτοις δια- 
κρΐναι εις τί έχει άδικον και εις τί δίκαιον. Ό εμπει- 
ρισμός έχει άδικον καθ 5 δσον λησμονεί τό όν του 
έσω γινωσκόμενόν δια της συνειδήσεως, βλέπων μό- 
νον τό δν του έξω γινωσκόμενόν διά των αισθήσεων• 
"Εχει άδικον καθ' δσον διϊσχυρίζεται δτι η γενική 
ιδέα μεταβαίνει εις τό πνεύμα διά των αισθήσεων : 
Έχει δέ μόνον δίκαιον εις δσον άφορα τάς μερικάς 
ιδίας, αΐτινες προέρχονται εκ του ορατού δντος. Ό- 
θεν έρχόμεθα να άποδείξωμεν δτι ή άρχη: «Ουδέν 
έν τω ν ω δ μη πρότερο ν έν τη αίσθησει », 



172 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

αληθής μόνον εις πασαν μερικήν ίδέαν, εστίν ολικώς 

ψευδής εις πασαν γενικήν. 

Πάσα μερική ιδέα έντυποΰται εν τω πνεύματι 
•ημών διαβαίνουσα διά των αισθήσεων άλλ' ουδεμία 
γενική ιδέα εις αυτό ειςέρχεται δια της αύτης όδοΰ και 
κατά τον αυτόν τρόπον. "Οπως δέ τούτο καταστή- 
σωμεν δηλον, λάβωμεν τό έξης παράδειγμα: Ύποθέ- 
σωμεν δτι εχομεν προ οφθαλμών μάρμαρον, γάλα, 
χιόνα και πλείστα άλλα αντικείμενα, τα όποια φαί- 
νονται λευκά. Τι βλέπω διά του οργάνου της ορά- 
σεως; Βλέπω τήν λευκότητα της χιόνος, του μαρ- 
μάρου, του γάλακτος, και όλας τάς άλλας μερ'.κάς 
λευκότητας. 'Όλαί αϊ λευκότητες αύται έγχαράτ- 
τονται τω πνεύματί μου δίερχόμεναι τό όργανον τί 
οράσεως, και άλλως ου δύναμαι έχειν τήν περί αύ 
των ίοέαν. 5 Αλλ 3 ή γενική του λευκού ιδέα δεν συγ 
χέεται προς τάς μερικάς ταύτας ιδέας, μή παριστώσα 
ούτε τήν λευκότητα του μαρμάρου, ούτε τήν λευκό- 
τητα της χιόνος, ούτε άλλη ν τινά λευκότητα. *Οταν 
λέγω τό λευκό ν, δέν εννοώ ταύτην ή έκείνην τήν 
λευκότητα, άντιληφθεισαν δεά της οράσεως^ αλλ 5 εν- 
νοώ τό πάσαίς ταις λευκότησι κοινόν γνα>ρισμα, τό 
ποιούν λευκά φαίνεσθαι πάντα τά λευκού χρώματος 
αντικείμενα. Ουδέποτε όμως δυνήσομαι άντιλαβέσθαι 
διά της όράαεως του κοινού πάσαις ταις φαινομέναις 
λευκότησι γνωρίσματος, τουτέστιν αύτοΰ του λευκού. 
ίΈστι δέ απολύτως αδύνατον ιδεϊν διά τών οφθαλμών 
(Τό.παριστώμενρν ύπό οίαςδήποτε γενικής ιδέας, ήτις 




ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ- 173 

έστέν άπλη του πνεύματος σύλληψη. Δια μεν των 
όοΟαλμών βλέπομεν το μερικόν, διά δέ του πνεύμα- 
τος συλλαμβάνομεν το γενικόν. "Όπως ιδωμεν τό 
μερικόν, ούκ εστί χρεία διανοητικής λειτουργίας, τό 
όργανον μόνον άρχεΓ. Άλλ' όπως συλλάβωμεν τό 
γενικόν, ανάγκη πάσα να έργασΟώμεν διά του πνεύ- 
ματος- όφείλομεν συγκρϊναι, διακρΐναι, γενίκευσα:. 
Ειπερ η γενική ίόε'α ήδύνατο μεταβαίνει ε:ς τό πνεύ- 
μα διά των οφθαλμών, τό πνεύμα αν ώφειλεν αυτήν 
δέχεσθαι μηδέν ποιούν, ώς τοΰτο συμβαίνει εις τάς 
μερικάς ιδέας. Λοιπόν, επειδή τό γενικόν έκφεύγε* 
όλως τό. Οργανον, τό πνεύμα οφείλει να τό συλλαβή 
διά της έαυτοΰ οξυδέρκειας και δραστικότητος. Έν 
συνόψει, διά την μερικήν ιδέαν τό πνεύμα ουδέν ποιεΓ, 
τό όργανον ποιεί πάντα. Άλλα δια την γενικήν, 
ουδαμώς συντελεί τό όργανον, τό πνεύμα έσττ τό 
πάντα ποιούν. Ει δε ούτως έχει, η αρχή του εμ- 
πειρισμού έστιν αληθής εις πασαν μερικήν έδέαν 
προερχομένην εκ του έκτος, άλλα ψευδής εις πα- 
σαν γενική ν επειδή ουδεμία γενική ιδέα δύναται 
είςελΟειν εν τω πνεύματι ημών δια των αισθήσεων, 
είςερχομένη δι' άλλης όδοΰ και κατά τρόπον διάοορον 
της μερικής. 

Ή αρχή του εμπειρισμού, ώς προς τά ζώα, εστίν 
αυστηρώς αληθής- επειδή ουδέν άλλο υπάρχει εν τω 
νώ αυτών ή τά διά τών αισθήσεων είςερχόμενον. Ή 
νόησις του ζώου εστί πραγματικώς, καΟάπερ άγρα- 
φος πίναξ, έ<ρ 5 ου ή πείρα έγκολάπτει σχήματα και 



174 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

είκόνας κατά λόγον του προς το ζην αναγκαίου. 
Δέν ν δυνάμεθα εν αύτη να ιδωμεν άλλο η το μερικόν, 
ουδέποτε δυνάμενοι νά άπαντήσωμεν το γενικόν. Το 
ζώον ουδόλως δύναται ύψωθηναι εις γενικήν τίνα 

ίδέαν, επειδή το πνεύμα του δεν δύναται ούτε νά συγ- 
κρίνη, ούτε νά διακρίνη, ούτε νά γενίκευση• στερού- 
μενο ν γενικών ιδεών, στερείται άναγκαίως της κρί- 
σεως και του συλλογισμού, επομένως του λογού, 
δςτις εκφράζει αμφότερα. Ή διαφορά μεταξύ της αν- 
θρωπινής νοήσεως και της ζωϊκης εστί λίαν έπαι- 
σθητή. Αύτη μέν η ζωϊκή αντιλαμβάνεται διά των 
αισθήσεων του μερικού, τηρούσα μόνου αύτου την 
μνήμην. Ή δε ημετέρα ύψουται εκ του μερικού εις 
το γενικόν, έχουσα πολλώ πλουσιωτέραν και πολλώ 
εύγενεστέραν τών ζώων μνήμην, συγκρίνουσα, διακρί- 
νουσα, γενικεύουσα, διατάσσουσα, κρίνουσα, συλλο- 
γιζομένη, παριστώσα τέλος αύτη έαυτήν διά του λό- 
γου. Ή νόησις του ζώου ουδέν ποιεΐ δμοιον, και ου- 
δέν κοινόν μεταξύ τών δύο τούτων νοήσεων υπάρχει 
στοιχεϊον ή το της αντιλήψεως και της του μερικού 
μνήμης. Άλλα πόσαι διαφοραί μεταξύ αυτών ! Συγ- 
κρίνειν, διακρίνειν, γενικεύειν, διατάσσει ν, κρίνειν, 
συλλογίζεσθαι, λαλεϊν! Όποία πρόοδος! οποία ύψω- 
σις! όποία θαυμάσιος μεγαλειότης, την οποίαν το 
ζώον ουδόλως δύναται φθάσαι ί Βλέπων την εύγε- 
νειαν και το μεγαλεϊον της ημετέρας νοήσεως, επεί- 
γομαι ζητησαι την αίτίαν. Τω οντι, τις ούκ εστί πε- 
ρίεργος είδέναι διατί τών ζώων *η νόησις δεν δύναται 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 175 

να ύπερβη τάς πρώτας αύτη ς αντιλήψεις, καί.διατί 
ή ημετέρα υπερβαίνει τάς εαυτής, προοδεύουσα έως 
αν φθάση τον έβδομον βαθμόν; Ζητήσωμεν λοιπόν 
τούτο το διατί και εύρήσομεν αυτό* ζητήσωμεν αυτό 
εν τη προγενομένη αναλύσει των της νοήσεως και 
συνειδήσεως γεγονότων. 

Η άνάλυσις τούτων των γεγονότων εδειξεν ήμιν 
δτι έτέθημεν μεταξύ δύο υπέρτατων δυνάμεων (αυθεν- 
τιών), της συνειδήσεως και του λόγου, καθώς οι δι- 
κασταί ιών δικαστηρίων υποτάσσονται εις την αύθεν- 
τίαν των μαρτύρων και την του άστυκου νόμου. Άφ' 
ενός, ή συνείδησις μαρτυρεί δτι έσμέν συγχρόνως αι- 
τία και αποτέλεσμα : αιτία μεν ως προς τάς πράξεις, 
αποτέλεσμα δε ως προς την ύπαρξιν. Άφ' έτερου, ό 
λόγος υπόχρεοι υμάς ύποθέτειν είς παν αποτέλεσμα 
και παν φαινόμενον αίτίαν τινά, υποπτεύειν το δν υπό 
τα φαινόμενα, το άόρατον υπό το όρατόν. Ένεκα του 
νόμου τούιου^ δεν δυνάμεθα, καθώς το ζώον, να στα- 
θώμεν είς το οαινόμενον, αλλά ζητουμεν είςδΰσαι εν 
τί. ουσία των πραγμάτων, έξηγήσαι τά φαινόμενα εύ- 
ρίσκοντες την αίτίαν των, και τελείως αυτά καταλα- 
βείν. Ή συνείδησις λοιπόν δτι έσμέν συγχρόνως 
αίτια καΐ άποτέ)*εσμα, και ό νόμος, ό υπόχρεων ημάς 
είς την ζητησιν των αιτιών απέναντι των αποτελε- 
σμάτων, ιδού τό διατί της υπεροχής του ανθρώπου 
επί των ζώων. "Αφελε άπ' αύτου την συνείδησιν και 
τον λόγον, και τότε έξεις εν αύτω τό ζώον• Έάν .η 
ημετέρα νόησις συγκρίντ)> διακρίντ?, γενικεύτ), δια- 



176 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τάσστ), κρίνγ), συλλογίζηται "και παριστά αυτί] έαυ- 
τήν δια 'τοϋ λόγου, τούτο γίνεται διότι υποτάσσεται 
εις τον νόμον του λόγου, τον όποιον οφείλει έφαρ- 
μόζειν νοούσα και πράττουσα. Όλαι αύται αί διανοη- 
τικαί λειτουργίαι εχουσιν ως αίτίαν τον νόμον της 
αίτιας και του αποτελέσματος, ουσαι μόνον η εφαρ- 
μογή αύτοϋ, ώς μή δυνάμεναι λαβείν χώραν άνευ 
αύτοΰ. Τί δέ εστί συγκρίνειν, διακρίνειν, γενικεύειν; 
Εύρίσκειν το γενικόν εν τω μερικω, το άόρατον εν τω 
όρατώ, το δν έν τοις οαινομένοις, τουτέστιν έφαρ- 
μόζειν τον νόμον της αίτιας και του αποτελέσματος. 
Δύναται το ζώον συγκρίνειν, διακρίνειν, γενικεύειν ; 
Ουχί. Διατί-, Επειδή δεν έχει συνείδησιν της αιτίας 
και του αποτελέσματος, μη δυνάμενον έφαρμόσαι νό- 
μον άνώτερον της έαυτοΰ φύσεως. Δύναται ώςαύτως 
κοίνειν, συλλογίζεσθαι, λαλεϊν; Ουχί• επειδή ου δύνα- 
ται γενικεύειν. Ό άνθρωπος, δςτις γενικεύει, δύνα- 
ται κρίνειν, συλλογίζεσθαι, και δια του λόγου Ικ- 
φράζειν τάς εαυτού κρίσεις και τους συλλογισμούς• 
Ει το ζώον, δπερ έχει αισθήσεις, στερείται γενικής 
ιδέας, ζοοτο σημαίνει δτι ου δύναται νοεΐν κατά 
τον νόμον του λόγου, και ει ό άνθρωπος οφείλει τάς 
γενικάς αυτού ιδέας εις τον λόγον, δικαιούμδθα συμ- 
περαναι, δτι ουδεμία γενική ιδέα εισέρχεται έν τώ 
πνεύματι δια των αισθήσεων, και δτι ή αρχή: « Ού- 
δένέντωνωδμή πρότερονέντίί αισθή- 
σεις, αυςηρώς αληθής, ώς προς τα ζώα, καταδεί- 
κνυται εσφαλμένη ώς προς τον άνθρωπον. 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 177 

Ό άγραφος πίναξ του εμπειρισμού ούχ ηττόν ες: 
χίμαιρα η το εμφυτον του ορθολογισμού• Τούτο μεν 
εφαρμόζει εις τον άνθρωπον ό,τι προςήκει εις τον 
θεόν' εκείνος δε αποδίδει εις τον άνθρωπον ο.τι αλη- 
θεύει ως προς τα ζώα. ΊΚ μεν χίμαιρα του έμ- 
φυτου πλάττε: εκ του ανθρώπου θεόν, δς οί'ετα: 
γινώσκειν κάντα καί πάντα ούνασθαι. Ή οέ χίμαιρα 
του άγραφου πίνακος πλάττει ώςαυτως εκ του ανθρώ- 
που ζώον, όπερ υπείχε: εις τό' είμαρμένον. Άλλ 5 αμ- 
φότερα* αϊ σχολαί, καί τοι αντικείμενα! άλλήλαις 
κατ" έπιοάνειαν, εχουσι τον αυτόν σκοπόν. Ό μέν ορ- 
θολογισμός αρνείται την ύπαρξιν του αληθινού Θεού, 
τιθείς τον άνθρωπον υπεράνω όλων των όντων. Ό 
δέ υλισμός πράττει το αυτό, την υλην έχων ως θεόν, 
και τον άνθρωπον υπεράνω πάντων των της ούσεως 
όντων ηγούμενος. Άμφότεραι αι σχολαΐ δια των αν- 
τιθέτων άκρων βλέπουσι προς τον αυτόν σκοπόν, δς 
έστιν ό εξής: Χωρίσαι τον άνθρωπον από του Θεού 
και της θείας ζωής, και έάσαι αυτόν ζην στιγμιαίως 
εν τί) ματαιότητα του εγωισμού η εν ταϊς ηδοναϊς τής 
ζωικής φύσεως. 

Ή εκλεκτική σχολή, ήτις συνδιαλλάττει τά δυο 
άκρα, ένοϋσα τό έμφυτον μετά του άγραφου πίνακος, 
πλάττει εκ του κράματος των δύο χιμαιρών τρίτην 
τινά, ήτις οφείλει φαίνεσθαι ως θεός ζωώδης, ήτοι 
θεός τετράπους. Ή σχολή αυτή αγωνίζεται να προς- 
εγγίστρ τήν εύτέλειαν του υλισμού προς την ύπεοο- 
ψίαν του ορθολογισμού, όπως μη -?) αποκλειστική, 

12 



178 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

καί ούτω δώση λόγον περί πάντων των φαινομένων 
του ανθρωπίνου βίου. Παραδέχεται λοιπόν τά δύο άκρα 
μετά του αχοπον των, ος έστιν εις, χωρίζουσα ωσαύ- 
τως τον άνθρωπον άπό του θεού καί της μακάριας 
ζωής, και άφίνουσα αυτόν ζην εν τη ματαιότητι με- 
τρίου τινός εγωισμού και εν ταϊς ήδοναΐς της ζωι- 
κής ούσεως. Όλαι αϊ σχολαί είσι της αυτής χιμαι- 
ρικής φύσεως• δλαι αί σχολαί εχουσι τον αυτόν άν- 
Ορωποκτόνον σκοπόν. Όθεν, απέναντι της ένότητος 
του σκοπού καί της φύσεως, εκλείπει πδσα διαίρεσις, 
και δέν υπάρχει πραγματικώς άλλο η σχολή καί φι- 
λοσοφία, ων η φύσις εστί χιμαιρική καί ό σκοπός άν- 
θρωποκτόνος. Ή αντιχριστιανική φιλοσοφία δέν έχει 
ούτε κανόνα, οΰτε μέθοδον, ούτε αρχήν, ούτε άντι- 
κείμενον, ούτε άλήθειαν, έχουσα μόνον χίμαιρας και 
πολεμικά τέρατα, πολεμοϋντα τον Θεόν καί τον άν- 
θρωπον, άλλα μη δυνάμενα φονευσαι ^ μόνους τους 
άφρονας, οιτινες τάσσονται υπό τήν σημαίαν των• 

Ηροςπαθησωμεν ηδη νά άνακαλύψωμεν το ποιητι- 
κόν αίτιον της φιλοσοφίας ταύτης, δπως εχωμεν 
πλήρη τήν έξήγησίν της. 

Ή εθνική (ραϊβηηβ) θρησκεία, καθώς γινώσκομεν, 
ην θρησκεία χιμαιρική, χωρίζουσα τον α^ρω'ΚΟΊ άπό 
του αληθινού Θεού καί παραδίδουσα αυτόν εις τήν 
άπώλειαν της ηθικής αταξίας. Ή νεωτέρα φιλοσοφία 
εστίν επίσης φιλοσοφία χιμαιρική, χωρίζουσα τον άν- 
θρωπον άπό του Θεού καί της μακάριας ζωής και 
ώθοΰσα αυτόν εις τήν ηθικήν άταξίαν. Ή χιμαιρική 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Π9 

φιλοσοφία εστίν άδε7,φή της χιμαιρικής θρησκείας, 
άμοότεοαι δε αι άδελφαΐ όφείλουσιν άναγκαίως έχειν 
τον αυτόν πατέρα. Ό πατήρ των χιμαιρών οφείλει 
είναι ό πατήρ του ψεύδους, και ό πατήρ των άνθρω• 
ποκτόνων τέκνων οφείλε: είναι αυτός ό ίδιος άνθρω - 
ποκτδνος. Λοιπόν, ό πατήρ της νεωτέρας φι7*οσοφίας 
εστίν ό πατήρ του ψεύδους ό άπ' αρχής διατελέσας 
άνΟρωποκτόνος. Το συμπέρασμα της επιστήμης εστί 
ταύτό προς την μαρτυρίαν του Ευαγγελίου, και 
εχομεν άδικον, πιστεύοντες δτι ό Καρτέσιος έστάθη 
ό ιδρυτής και πατήρ της νεωτέρας φιλοσοφίας. "Αδι- 
κον άποδίδειν τω Καρτεσίω το ανήκον τω Σατανά, 
άλλα δίκαιον λέγειν, δτι το πονηρόν πνεύμα μετέχει• 
ρίσατο όργανον τον Καρτέσιον, ίνα σπείρα εν τω κο- 
σμώ τα ζιζάνια τής π7νάνης. Ούτε ό Καρτέσιος, ούτε 
ό Βάκων, οδτε ό Λοκκιος προέθεντο έπινοήσαι χίμαι- 
ρας προς τον σκοπόν του άποκτεΐναί τον πλησίον δια 
του ψεύδους, « Και δταν, λέγει ό μ.ακάριος Παύλος, 
ποιώ ο,τι ου θέλω ποιήσαι, ουκ ειμί εγώ ό ποιών, ά7.- 
λά το κακόν το οΙχο\>^ εν έμοί )). Έάν οι Θεμε7,:ω- 
ταί των σχολών, παρά τάς άγαΟάς αυτών προθέσεις, 
έσπειραν εν τω κδσμω τα ζιζάνια, δεν ήσαν αυτοί οι 
σπείραντες, άλλ' ό εχθρός άνθρωπος ό ταϋτα σπεί- 
ρας, τών ανθρώπων ύπνούντων, κατά την του Εύαγ- 
γε7α'ου παραβολήν. Άναγινώσκοντες τον 7^όγον τής 
μεθόδου και τάς μελετάς του Καρτεσίου, βλέπομεν 
άνθρωπον επιμελώς φυλαττδμενον μη δέξηταί τι ψευ- 
δές, άποφεύγοντα δ7*ας τάς μεθοδείας του πονηρού 

12* 



189 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

πνεύματος η του μεγάλου απατεώνας. Άλλα, παρά 
τάς εαυτού προςπαθείας, δλον το εναντίον αύτ&' 
συνέβη• δίόχε μόνον πλάνας έδέξατο, πεσών εις δλας 
■τάς παγίδας του πονηρού πνεύματος, εις ου την 

-χεΐρα έχρησίμευσεν ώς τυφλόν όργανον. Άλλα τούτο 
δικαίως έπαθε, χλευάζων την μαρτυρίαν της Γραφής 
ώς προς τήν υπαρξιν του πονηρού πνεύματος, και 
πειραθείς να καταψεύστ) τον λόγον του θεού•. «Άλλα 
τα λόγια Κυρίου, λέγε: ό προφήτης Δαβίδ, λόγια 
αγνά• αργύρων πεπυρωμένον, δοκίμων εν τι] γΐί, κε- 
^,αθαρισμένον έπταπλασίως.» (Ψαλ. ΙΆ' 3 6). Ό θεός 
οίδε καλώς βεβαιούν τον λόγον αυτοϋ δι' αυτών εκεί* 
νων οί'τινες πειρώνται αυτόν καταψευσαι. Πασαι αι 
σχολαί, τεισταΐ εις την καρτεσ:ανήν παράδοσιν, αρ- 
νούνται την υπαρξιν του εμπνέοντος αύτάς, καλούσα* 
οεισιοαίμονας εκείνους, οίτινες πιστεύουσιν εις τον 
λόγον του Θεοΰ- Ή επιστήμη σμως άπέδειξεν οτι η 
-φιλοσοφία αυτών, χιμαιρική εις την φύσιν της και αν- 
$ρω~οζτόνος εις τον σκοπόν της, έχει ώς αιτίαν 
τον πατέρα του ψεύδους, τον και άνθρωποκτονον 
έξ άρχης γενόμενοι, η, κατά τάς καρτεσιανάς εκ- 
φράσεις, πονηρόν τίνα δαίμονα, δςτις άνέπτυξεν δλην 
αυτού την πανουργίαν προς τό έξαπατήσαι τον Καρ- 
τέσιον, και δια του Εαρτεσίσυ πάντας τους απίστους* 
Ουτ(3ος η επιστήμη καταψεύδει τους απίστους έπικυ- 
ρουσα τον λόγον του Θεοΰ, « δς έστί' λόγιον άγνόν^. 
αργύρων πεπυρωμένον, δοκίμιον εν τι} γη., κεκαΟα- 
Ι^τμένόν έπταπλασίως>. Ει δέ ούτως, έ^% αίσητ- 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 18ί 

μεριναί σχολαί, άντικαΟιστώσαι τους ναούς των 
εθνικών, ένθα λατρεύεται ό ψευδόθεος, εισίν η εστία 
της πλάνης και αϊ πύλαι του αδου, αΐτινες μάχονται 
χατά της Εκκλησίας, άλλ' ου κατισχύσουσιν αύτης. 



Η ΦΥΣΙΣ 
ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ! ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ. 

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟΝ ΑΓΤΗΣ ΑΙΤΙΟΝ. 

Άφου αρκούντως έξηγήσαμεν την φύσιν της χΐ[/.αε- 
οικήςκαί εθνικής φιλοσοφίας, όφείλομεν θεΐναι το αυτό 
ζήτημα και ώς προς την χριστιανικήν φιλοσοφίαν. 
Όφείλομεν ζητήσαι ποια εστίν η φύσ:ς αυτής, ποίον 
το ποιητικόν και τε?ακόν αυτής αίτιον το ζήτημα 
τ^δη έσαφηνίσθη, και δυνάμεθα άπαντήσαι πληρέστατα- 
? Αλλ' όαεΓλομεν προ πάντων καταδεΐξαι τάς συνεπείας 
της ημετέρας θεωρίας επί του ζητήματος των ιδεών, 
ώς :κατεδείξαμεν τάς του εμφύτου και του άγραφου 
πίνακος, ινα γνώμεν το δένδρο* εκ του καρπού. 

Κατά την θεωρίαν ταύτην, η ψυχή ε'ςιν ηθική τις 
αιτία, σχηματίζουσα τάς εαυτής ιδέας" βαθμηδόν, ενώ 
ευρίσκεται εις σχέσιν προς δλα τα οντά διά τής συν- 
ειδήσεως, του λόγου και των αισθήσεων. Ή πρώτη 
συνέπεια τής θεωρίας ταύτης έςΐν δ:ι δια παντός α- 
ποκλείει τον σκεπτισμ,όν, την άθείαν και το πεπρω- 
μένον. -Και αποκλείει μεν τον σκεπτισμόν, θέτουσα 
ίΐμας είς σχέσιν προς δλα τα οντά• αποκλείει δέ τήν 
άθειαν, θέτουσα ημάς είς σχέσιν προς τον ?;.ληθτί 



182 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Θεόν συναποκλείει δε και τό πεπρωμένον, θεωρούσα 
την ψυχην ώς αίτίαν και πρόσωπον ελεύθερον. Άπο- 
κίνείειν τον σκεπτεσμόν, έςΐ διδόναι χώραν τϊ) φιλο- 
σοφία και τι) έπιστήμ-ρ* άποκλειειν την άθείαν, εστί 
διδόναι χώραν τ*ϊ) θρησκεία• συναποκλείειν ώςαύτως το 
πεπρωμένον, εστί διδόναι χώραν τη ηθικί) και τ?ί, δι- 
καιοσύνη, όμολογειν τά δικαιώματα και καθήκοντα, 
άπερ είσιν ί, βάσις της κοινωνίας και Πολιτείας. Έν 
ένΐ λόγω, η θεωρία ημών αποκλείει το κακόν, είςά- 
γουσα το καλόν, ούσα πραγματικώς θεωρία της τά- 
ξεως και της αρμονίας των πραγμάτων, ώς συν- 
διαλλάττουσα πάντα και συμβιβάζουσα την φίλο• 
σοφίαν, την θρησκείαν καΐ την ΙΙολιτείαν. Ούσα υπέρ 
πάντων οφείλει είναι δεκτή παρά πάντων, ούδενός 
αύτην δυναμένου μέμψασθαι. Ό ιερεύς ευρίσκει έν 
αύττι τον Θεόν, ό φιλόσοφος το δν και την άληθειαν^ 
ό πολίτης την έλευθερίαν, το δικαίωμα και το κα- 
θήκον. Ή θεωρία ημών δύναται μόνον άπαρέσκειν 
τώ οανατισμώ, θέλοντι αντικατάστησαν την θρη- 
σκείαν δια της δεισιδαιμονίας• τω δεσποτισμω, θέ- 
λοντι άντικαταστήσαι τό δικαίωμα και το καθήκον 
δια της κτηνώδους ισχύος* και τω έγωϊσμω θέλοντε 
άντικαταστήσαι την άλήθειαν δια τής ματαιότητος 
%αΧ τής πλάνης. Το κακόν δυςτυχώς, κατά τό μάλ- 
λον και ήττον, έχει παντού και πάντοτε τους οπα- 
δούς του• άλλ' έλπίζομεν δτι, ενώπιον του φωτός> 
εκλείψει διά παντός τό σκότος, και πάντες πράξουσι 
^υνφδά %ψ εαυτών καθήκοντι και συμφέροντι. 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 183 

Ή δευτέρα συνέπεια της ημετέρας θεωρίας εστίν 
οτι δύναται νά δώση λόγον περί πάντων των νοητι- 
κών φαινομένων• Έάν έρωτώμεν: Διατί ύπάρχουσιν 
ίδέαι αληθείς και ίδέαι ψευδείς ; διατί ύπάρχουσιν εν 
τω κόσμω τοσαυται άντιφατικαί διδασκαλίας τοσαΰ- 
ται προλήψεις και δεισιδαιμονίαι •, Άποκρινόμεθα : 
Διότι ύπάρχουσι ψυχαί σαρκικαί, ψυχαί έγωϊστικαί 
και ψυχαί μακάριαι. Αι μακάριαι ψυχαί, κοινωνούσαν 
προς τα όντα διά του Πνεύματος και του Αόγου του 
Θεού, σχηματίζουσιν ιδέας αληθείς, ως έμπνεόμεναι 
υπό του Πνεύματος της αληθείας και νοουσαι κατά 
τον νόμον του Αόγου• Αι έγωϊστικαί ψυχαί, ώς εκ 
της ματαιότητος αυτών και ύπερηφανίας, μη κοίνω- 
νοϋσαι μετά των Οντων διά του Πνεύματος καί' του 
Αόγου του Θεού, έμπνεόμεναι υπό χιμαιρικού τίνος 
και απατηλού πνεύματος, γεννώσι μόνον χίμαιρας, 
άλ7^ως η ως εχουσι τα πράγματα παρισ-:ώσας. Αί 
σαρκικαί ψυχαί, αί ψυχαί τών παιδιών, μανθάνουσι μό- 
νον διά της διδασκαλίας τών άλλων. Όσοι δε εσχον 
την δυςτυχίαν του λαβείν ως διδασκάλους τους ανθρώ- 
πους του ψεύδους, πληρουσι την κεφαλήν προλήψεων 
και δεισιδαιμονιών. 'Αλλ' οι εύτυχήσαντες νά διοα- 
χθώσι υπό τών ανθρώπων της αληθείας, γίνονται 
μετά ταύτα υιοί φωτός. Τέλος, έχοντες υπ* όψιν 
τον τριπλούν προορισμόν της ψυχής, και τό μέσον, 
δι' ου αυτή αναπτύσσεται, δυνάμεθα έξηγήσαι παν 
νοητικόν και ηθικόν φαινόμενον, διεγεΐρον την περί- 
έργειαν του φιλοσοφικού πνεύματος. 



184 ΧΡΙ2ΤΙΑΜΚΗ 

Ή τρίτη συνέπεια έςιν οτι διατηρεί την φιλοσοφίαν 

κ-αΐ την έπιστήμην εν τί) μετριότητι, τι} τάξει και 
ττί έλπίδι• επειδή, έάν ή ψυχή βαθμηδόν σχηματίζη 
τάς ιδέας της, έάν φθάνη ολίγον κατ ολίγον εις την 
βαθεΐαν γνώσιν των δντων, καλώς έννοουμεν οτι 
η ημετέρα γνώσις οφείλει είναι κατ' ανάγκην ατελής 
και πρόςκαιρος, όφείλουσα προοδεύειν εν τάξει και 
ακαταπαύστως ένισχύεσθαι τω αίσθήματι της ελ- 
πίδος. Δέν εχομεν την άοροσύνην του άξιουν οτι τα 
πάντα γινώσκομεν, ούτε την άνοιαν του έγείρειν 
μύρια είδη ζητημάτων ατάκτως και άμέτρως, και θέ- 
λειν έξαντλήσαι τήν γνώσιν παντός πράγματος δι* 
υποθέσεων και παραλογισμών. Ή θεωρία της τάξεως 
και της αρμονίας των πραγμάτο:>ν επιβάλλει τον νόμον 
της τάξεως και της αρμονίας εν τϊ) αναπτύξει και τί] 
πορεία τών πραγμάτων. Αληθής φιλοσοφία εστίν η 
γινώσκουσα και αγνοούσα, ήτις ακολουθεί μέθοδον εύ- 
ρίσκουσαν το άγνωστον δια του γνωστού. Αληθής φι- 
λοσοφία εστίν η γινώσκουσα την εαυτής αρχήν και το 
εαυτής τέλος, και βαδίζουσα πάντοτε εν γνώσει τοΟ 
σημείου ένθα ευρίσκεται. Ή αληθής φιλοσοφία έχει 
συνείδησιν εαυτής και δέν άπαταται, νομίζουσα γι-- 
νώ^κειν δ,τι αγνού. Ή αληθής Φιλοσοφία δέν καυ- 
χάται οτι τα πάντα έπίσταται, καυχωμένη μόνον οτι 
έπίσταται το άναγκαΐον εις τάς παρούσας χρείας. Ή 
αληθής φιλοσοφία ομολογεί μετριοφρόνως τήν εαυ- 
τής άτέλειαν, έχουσα τήν βεβαίαν ελπίδα οτι μίαν 
Ί)μέραν θά φθάστ) προς την τελειότητα. Ιδού πώς δ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 185 

μακάριος Παύλος, φιλόσοφος χρ ιστίαν °£? ^ τοδ 
προκειμένου εκφράζεται. 

« Ή αγάπη ούοίπο'ζε εκπίπτει Είτε οέ προφη- 
τεία ε καταργηθησονται• είτε γλώσσαι παύσονται• 
είτε γνώσις καταργηθήσεται. Έκ μέρους γαρ γινώ- 
σκομεν, και έκ μέρους προφητεύομεν. Όταν οέ έλθτ) 
το τέλειον, τότε το έκ μέρους καταργηθησεται. Ότε 
ημην νήπιος, ώς νηπιος έλάλουν, ως νηπιος έφρό- 
νουν, ώς νηπιος έλογιζόμην ότε οέ γέγονα άνηρ, 
κατηργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δ*' 
έσόπτρου έν αΐνίγματι, τότε οέ πρόσωπον προς πρόσω- 
πον άρτι γινώσκω έκ μέρους, τότε οέ έπιγνώσομαι 
καθώς και έπεγνώσθην. Κανί οέ μένει πίστις, έλπίς, 
αγάπη, τα τρία ταϋτα' μείζων οέ τούτων η αγάπη ο; 
(Α.Κορ. ΙΓ, 8). 

Ή πίστις σημαίνει την παρουσαν γνώσιν, ήτις, 
ένεκα της άτελείας της, ένουται μετά της ελπίδος. 
Ή αγάπη εστίν αγαπάν το αληθές και το δίκαιον 
έαυτω και τοις άλλοις. Ή αγάπη αυτή οφείλει από 
τοϋδε είναι τελεία. Έν τι] μελλούση ζωη ουκ έσό- 
μέθα μάλλον φιλάγαθοι η έν τη παρούση. Δια τοϋτο 
η αγάπη τελεία ούσα από τοϋδε, εστίν η μεγίστη 
και αναγκαιότατη άρετη, ούοίτζοτε έκπίπτουσα, αναλ- 
λοίωτος μένουσα έν τί) φύσει της. Περί 2έ της πί- 
στεως και της ελπίδος, αί δύο αύται άρεταί είσΐ 
πρόςκαιροι, μέλλουσαι καταργηΟήναι, δταν άποκτη- 
σωμεν την τελείαν γνώσιν. Τότε η τελε*α γνώσις, 
ηνωμένη μετά της τέλειας αγάπης, εξει ώς άποτέ- 



186 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

λεσμα την τελείαν μακαριότητα, η την αίώνιον βα- 
σιλείαν της δικαιοσύνης. Ει δε ούτως Ιχει η των 
πραγμάτων τάξις, η γνώσις του παρόντος βίου οφεί- 
λει είναι ανάλογος προς τάς ενεστώτας χρείας, εξ 
ου δεν πρέπει να ώθώμεν την περιέργειαν εκείθεν του 
δυνατού και του αναγκαίου. Ώς προς τήν άγάπην, 
αύτη οφείλει είναι τελεία. Έκαστος λοιπόν γινέσΟω 
τελείως φιλάγαθος, μανΟάνων μόνον τά αναγκαία 
και δυνατά, μη άποβάλλων τίιν ελπίδα του τελείως 
γνώναι τά πάντα εν τι) με7^λούστ) ζω?]. 

Τέλος, εάν το εμφυτον πλάτττ) εκ του ανθρώπου 
χιμαιρικόν θεόν, εάν ό άγραφος πίναξ εξ αυτού πλάτττι 
ζώον τετράπουν, η θεωρία της τάξεως και. της αρ- 
μονίας των πραγμάτων ποιεΐ εκ του άνθρωπου Υίόν 
του αληθινού Θεού, Θεόν άληθινόν μέλλοντα ζγι εν 
αρμονία μετά του Πατρός αύτου• επειδή τίθησι την 
ψυχήν μεταξύ του Πνεύματος και του Αόγου του 
Θεού, ποίοΰσα αύτην αίσθάνεσθαι, νοεΐν και πράττειν 
κατά το θέλημα του Θεού. Ή διά του Πνεύματος 
του Θεοΰ άναγεγεννημένη και οδηγούμενη ύπο του 
Αόγου αύτοΰ ψυχή έστι πραγματικώς τέκνον Θεού, 
άγαπώμενον ύπ'. αύτου διά τελείας αγάπης. Το τέ- 
κνον του Θεού οφείλει είναι θεός, καθάπερ το τέκνον 
του προβάτου εστί πρόβατον, και τό τέκνον του άν- 
θρωπου άνθρωπος• επειδή, γενικώς, παν τέκνον εστί 
της αυτής προς τον πατέρα φύσεως. Ή γέννησις 
ουκ εστί πλάσις, αλλά μόνον μετάδοσις φύσεως εις 
ύπόστασιν προϋπάρχουσαν. Πάσα ύπόστασις δέν με- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 187 

ταδίδεται εις πάσαν φύσιν, και πάσα φύσις δέν μετα- 
δίδεται εις πάσαν ύπόστασιν. Ή ανθρώπινος φύσις, 
λόγου χάριν, δεν μεταδίδεται εις την ύπόστασιν τοϋ 
κυνός, και η φύσις του κυνός δεν μεταδίδεται εις τήν 
ύπόστασιν του ανθρώπου. Άλλ'η φύσις τοΟ Θεού με- 
ταδίδεται εις τήν άνθρώπινον ύπόςασιν, και η ανθρώ- 
πινος φύσις μεταδίδεται εις την θείαν ύπόστασιν. Κα- 
θώς ό Υιός του Θεού έγένετο υιός του ανθρώπου, ούτω 
και ό υιός του ανθρώπου δύναται γενέσθαι υιός του Θεού• 
Μία Παρθένος ηουνηθη μεταδουναι την άνθρώπινον φύ- 
σιν εις θείαν τινά ύπόςασιν. Εις θεός δύναται ώςαύτως 
μεταδουναι την θείαν φύσιν εις άνθρώπινον τίνα ύπό- 
στασιν, εις την ψυχην. Καθώς ό Αόγος τοϋ θεοΰ 
έγένετο υιός του άνθρωπου, η τέλειος άνθρωπος, 
ούτω πας άνθρωπος δύναται γενέσθαι υιός του θεού, 
η τέλειος θεός, Ειπερ η γέννησις ουκ εστί πλάσις, 
ει μόνον αύτη συνίσταται εις την μετάδοσίν φύσεως 
εις ύπόστασιν προϋπάρχουσαν, η γέννησις του Κυρίου 
ημών Ίησου Χρίστου η το μυστηριον της του Λόγου 
σαρκώσεως έστιν άκατάληπτον, εάν θέλωσιν, άλλ' ά- 
κατάληπτον καθώς η γέννησις παντός άνθρωπου και 
παντός ζώου* επειδή έγένετο κατά τόν γενικόν νόμον 
της φύσεως, μηδέν έχουσα το ίχταχτοΊ η το παράδο- 
ξον. Ή θεία ύποςασις έν τη μήτρα της Παρθένου έγεν- 
νηθη, τουτέςιν έοέξατο την άνθρώπινον φύσιν, ώς γεν- 
νάται η ανθρώπινος ύπόστασις σπαρεΐσα έν τ9\ μήτρα 
της γυναικός κατά τόν φυσικόν νόμον. Ή αγία Παρ- 
θένος έδέξατο την ύπόστασιν του Λόγου δια του 



1*88 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

"Αγίου Πνεύματος, καθάπερ πάσα γυνή δέχεται τήν 
άνθρώπινον δια του σπέρματος του ανδρός. Ή αγία 
Παρθένος έμελλε μένειν παρθένος μετά την γέννησιν 
του υίου αύτης• επειδή το φθεΐρον την παρθενίαν έςιν 
η μίξις των δυο γενών, και ούχ η γέννησις. Μία 
παρθένος παύεται είναι παρθένος, γνουσα άνδρα, είτε 
συλλαβή είτε μη. Λοιπόν, η 'Αγία Παρθένος, επειδή 
ουδέποτε εγνω άνδρα, ούοέποτε έπαύσατο είναι παρ• 
θένος* Το Άγεον Πνεύμα και η θεία ύπόστασις μ•η 
δυνάμενα φθειραι την παρθενίαν της, κατέστησαν αυ- 
τήν μάλιστα άγεωτέραν και τιμιωτέραν έπε:δή ό 
άπτόμενος των αγίων άγιος γίνεται, καθώς λέγει η 
Γραφή. Ή χριστίανκή φι7^οσοφία δύναται εόλόγω 
ύπερασπ'ίσαι τα μυστήρια της χριςίανικής θρησκείας, 
και κλείσαι το στόμα των είδότων βλασφημεΐν μόνον 
και ουχί συλλογίζεσθαι. 

Ό Αόγος του Θεού, όπως δέξηται τήν ανθρώπι- 
νων φύσιν, ώφειλε να συμμορφωθεί προς τους νόμους 
της γεννήσεως, μείνας εννέα μήνας εν τι) κοιλία της 
μητρός αύτου, και γεννηθείς μικρόν. παιδίον. Επίσης, 
πας άνθρωπος, ίνα δέξηται την θείαν φύσιν, οφείλει 
να συμμορφωθώ) προς τους νόμους της αναγεννήσεως, 
τεΦέντας υπό Ίησοϋ Χρίστου εν τ Γ ?) εκκλησία του. Ή 
άναγεννηθεΐσα ψυχή έςι τέκνον Θεού. Και καθώς το 
του ανθρώπου τέκνον ουκ εςι τέλειος άνήρ, ούτω και 
τό τέκνον του Θεού ουκ εστί θεός τέλειος Και κα- 
θώς δια του νόμου της τροφής το παιδίον φθάνει ολί- 
γον κατ* ολίγον ε?ς το ανάστημα και την ηλικίαν 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 189- 

του τελείου ανδρός, επίσης Οιά του νόμσυ της τροφής 
τα τέκνα του Θεοϋ θα οθάσωσιν 6)^οί κατ ολίγον 
εις την τελειότητα του Πατρός αύ~.&ν• Τώρα 
έσμέν τέκνα Θεοΰ η μικροί θεοί• άλλα Οά οθάσωμέν 
ποτέ εις τό ανάστημα και την ήλικίαν του ουρανίου 
Πατρός ημών, και Οά γίνω μεν τέλειοι, καθάπερ ό 
Πατήρ ημών ό ουράνιος τέλειος έστιν. Επειδή ό 
Πατήρ άγαπα τα εαυτού τέκνα, και τά τέκνα έχουσι 
δικαίωμα εις όλα τά αγαθά του Πατρός αυτών• Ει 
έσμέν τέκνα Θεού, εχομεν δικαίωμα εις την τελειό- 
τητα του Θεοϋ. Ει ό Θεός έστι δίκαιος, ου δυνατά: 
είναι άδικος προς τά τέκνα του, ου δύναται αυτά 
στερήσαι της εαυτού τελειότητος. Ή τελεία αυτού 
αγάπη και δικαιοσύνη θά καταστήση ημάς τελείους 
και αύιω ο^οίο^ς. Δια του 'Αγίου Πνεύματος όπερ 
εστίν η τελεία νόησις, και διά του Λόγου ός έστιν 
η τελεία αλήθεια, θά γνωρίσωμεν τελείως τον Πα- 
τέρα ημών, ός έστι τό 'Όν των όντων, τό πρώτον, 
απόλυτον και τέλειον "Ον. Τότε έσόμεθα τέλειοι, κα- 
θώς και ό Πατήρ ημών έςι τέλειος. Ή Γραφή τό βέ- 
βαιοι, η επιστήμη τό αποδεικνύει, τό πράγμα δει ού- 
τως έχειν, προς δόξαν του Κυρίου ημών Ίησοϋ Χρί- 
στου και προς αίσχύνην των απίστων, οιτινες αρ- 
νούνται την αύτου θεότητα, μήπω είοότες, ότι τ 
αληθής επιστήμη αποδεικνύει δι' αναντίρρητων λόγων 
ου μόνον, ότι ό Ιησούς Χριστός έςι Θεός, άλλα προς- 
έτι και οι μαθητα£ αυτού. Ό Ίησοΰς Χριστός έστι 
®εός ? επειδή δύναται ποίησα: 0*ούς αληθείς, ως γεω- 



190 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μέτρης εστίν ό δυνάμενος ποιήσαι γεωμέτρας. Θέ~ 
λουσι σήμερον λύειν όλα τα ζητήματα δια της πείρας 
και των γεγονότων, α προςβάλλουσι τους οφθαλ- 
μούς. Το ζήτημα της Οεότητος του Κυρίου ημών, 
ζήτημα της ημέρας, έλύθη δια του γεγονότος. 
Επειδή εΤς των μαθητών του Ίησοϋ Χρίστου άπέδει- 
ξεν δτι αυτός έςι θεός, και δτι ό ποιήσας αυτόν άναγ- 
καίως εστί Θεός. Ει θέλουσι και ει δύνανται, προς- 
βαλλέτωσαν ήδη την ημετέραν θεότητα επιστημονι- 
κώς άποδειχθεισαν, ή ημετέρα επιστήμη θα δυνηθή 
να την ύπερασπίση. 

Οί δε έλευθερόνοες λέγουσι μετά παρρησίας, δτι 
ε!σί θεοί ένεκα της εαυτών σοηίχς και επιστήμης. 
Οί χριστιανοί φιλόσοφοι κηρύττουσιν ώςαύτως δτι 
είσί θεοί, ένεκα του εαυτών διδασκάλου δς έστι 
Θεός. Άλλα τίνες εχουσι δίκαιον και τίνες άδε- 
κον; Έναργώς, δίκαιον εχουσιν οί άντιποιούμενσι 
της αληθούς φιλοσοφίας, και άδικον οί έπαγγελλό- 
μενοι την ψευδή. Άπεδείξαμεν ηδη δτι η των σχολών 
φιλοσοφία εστί χιμαιρική και ολικώς ψευδής. Λοιπόν 
οί αντίχριστοι φιλόσοφοι είσι θεοί ψευδείς η άφρονες, 
και οί φιλόχριςοι αληθείς θεοί• διότι ή φιλοσοφία των 
εστίν αληθής. Ναι, ή ημετέρα φιλοσοφία αποκρούει 
τάς χίμαιρας, ούσα καθ' έαυτήν αρμονία και τάξις, 
σαφής καθ' έαυτήν, ικανή φωτίζειν το σκότος. Ή 
ημετέρα φιλοσοφία εστίν αληθής, ώς κατέχουσα μέ- 
6οδον άπταιστον, δι' ης βέβαιοι την άλήθειαν και 
αναιρεί το ψευδός, Ή ημετέρα φιλοσοφία εστίν άλη- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 191 

θής ώς κατέχουσα την αρχήν, ήτις ανταποκρίνεται 
•προς την φύσιν και τον σκοπόν της φιλοσοφίας, την 
αρχήν, ήτις δίδει λόγον περί πάντων των όντων και 
των φαινομένων. Ή χριστιανική φιλοσοφία δεν έχει 
χίμαιρας. Ή μέθοδος, οι κανόνες, το μέτρον, ή τά- 
ξις, η αρχή, το άντικείμενον, ή αλήθεια, το οώς, 
ιδού τί περιέχει ή χριστιανική φιλοσοφία• ίοού τα 
συγκροτουντα τήν ευγενή και άρμονικήν αυτής φύσιν 
στοιχεία. Το ποιητικόν αυτής αιτιόν έστι φανερόν 
τοϋτό έστιν ό Χριστός, ό Διδάσκαλος και Κύριος 
ημών, ή Αύτοαλήθεια, ό Ήλιος του πνευματικού κό- 
σμου. Καθ* δσον δ' άφορα το τελικόν αυτής αίτιον 
επίσης εστί φανερόν, καθώς το ποιητικόν. Ό Χριστός 
έστι θεός, και ή χριστιανική φιλοσοφία προτίθεται 
Ήοιήσαι αληθείς θεούς και ου χιμαιρικούς. Ούτως, εάν 
αι σχολαί ώσιν ή εστία τής π/νάνης, ή Εκκλησία 
εστίν ό ναός του Θεού και ή στήλη τής αληθείας. 
Έάν αι σχολαι ώσιν αι πύλαι του αοου, ή Εκκλησία 
εστίν ή πύλη του ουρανού. Έάν αί σχολαί φέρωσι το 
ξύλον, ού δ καρπός έστιν ό θάνατος, ή Εκκλησία φέ- 
ρει το ξύλον ού ό καρπός εστίν ή ζωή. Έκαστος νυν 
έκλεξάτω κατάτε τό καθήκον και το εαυτού συμφέρον• 

ΤΑ ΔΥΟ ΞΥΛΑ 

ΤΟΓ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ. 

Ή Γένεσις διηγείται ότι ό θεός έφύτευσεν απ αρ- 
χής χήπον εύφρόσυνον, εν ω εθηκε τον άνθρωπον δν 



192 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

Ιπλασεν εκ της γης, ότι ό κήπος ειχεν εν τώ μέσω* 
δύο ξύλα, το ξύλον της ζωής, και το ξύλον του γι- 
νώσκειν καλόν και πονηρόν, και ότι ό θεός άπηγό- 
ρευσεν εις τον πρώτον άνθρωπον επί ποινή θανάτου 
την γεϋσιν του καρπού του ξύλου, όπερ έκαλεΐτο ξύ- 
λον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Γινώσκομεν 
τί συνέβη εις τους γεννήτορας του ανθρωπίνου γέ- 
νους• άλλα δεν βλέπομεν δτι το αυτό γεγονός εξα- 
κολουθεί άχρι της σήμερον, και ότι η ιστορία του 
κόσμου εστίν ουσιωδώς η ιστορία του παραδείσου. 
Τό ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν εικονί- 
ζει τον Διάβολον. Ό καρπός αύτου την γοητευτικήν # 
αύτοΰ διδασκαλίαν, ήτις άποκτείνει τον όεχόμενον αυ- 
τήν μετά πίςεως εν τη εαυτού ψυχΐ). Τό δέ ξύλον της 
ζωής εικονίζει τον Χριστόν. Ό καρπός αύτοΰ εικο- 
νίζει την άλήθείαν, ήτις άεννάως ζωοποιεΐ τον κατέ- 
χοντα αυτήν έν τη ψυχή αυτοϋ. Άπό του Αδάμ άχρι 
της σήμερον, τό ουσιώδες γεγονός της ιστορίας του 
κόσμου εστί τό εξής: Έσθίειν από του καρπού του 
ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν η από του 
καρπού. του ξύλου της ζωής, και θνήσκειν ή ζην κατά 
τον καρπόν εξ ου έσθίομεν. Ή Γένεσις διηγείται 
πώς τό γεγονός τούτο κατά πρώτον έλαβε χώραν έν 
τω παραδείσφ, και η πεϊρα του ένεστώτος θά όείξτ* 
πώς τό αυτό γεγονός εξακολουθεί αδιαλείπτως εισέτι• 
εξ ου θά ίδωμεν τό παρελθόν ε ν τω παρόντι και τό 
παρόν έν τώ παρελθόντα 

« Ό δέ όφις ην φρονιμώτατος πάντων των θη- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 193 

ρίων των ίίά της γης, ών έποίησε Κύριος ό θεός. 
Και ειπεν ό Οφις αϊ) γυναικί• τί ατι ειπεν ό Θεός* 
ου μη φάγητε από παντός ξύλου του παραδείσου•, 
Και ειπεν η γυνή τω δφςι• από παντός ξύλου του 
παραδείσου φαγούμεϋα• από δε του καρπού του ξύ- 
λου, δ έστιν εν μέσω του παραδείσου, ειπεν ό θεός, 
ου φάγεσθε άπ' αυτού, ουδέ μη άψησΰε αύτοϋ ίνα μη 
άποθάνητε. Και είπεν ό όφις τη γυναικί* ου Οανάτα> 
άποθανεϊσΟε. ΊΕδει γαρ ό θεός, ότι εν τ\ αν ημέρα 
φάγητε άπ' αύτου, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλ- 
μοί, και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πο- 
νηρόν. Και ίδεν ή γυνή ότι καλόν τό ξύλον εις βρώ- 
σιν και ότι άρεστόν τοις όφθαλμοις ίδεΐν, και ώραιόν 
έστι του κατανόησα•/ και λαβουσα του καρπού αύτου 
έφαγε, και έδωκε και τω άνορι αύτης μετ' αύτης, κα ? . 
έφαγον. ΚαΙ διηνοίχΟησαν οι οφθαλμοί των δύο, και 
έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν και έρραψαν φύλλα συκής, 
και εποίησαν έαυτοΐς περιζώματα 2 (Γεν. Γ', 3), 
'Ιδωμεν τώρα τι συμβαίνει ενώπιον ημών, και ποώ- 
τον ει ή διδασκαλία των σηαερινών σχολών έστιν η 
αυτή προς την του ό'φεως εν τω παραδείσω. 

Ή διδασκαλία των σχολών τείνει ολαις . 
καταψεύση τον λόγον του θεού και να άποδιώςη εκ 
της ανθρωπινής καρδίας τον φοοον της αιωνίου κο~ 
λάσεως. Ο όφις του παραδείσου εποαξ^ τό αυτό, 
λέγων ττι Εύα : α Ου Οανάτω άποΟανεισθε• ο,τι «τ 
πεν ύμϊν ό θεός ουκ εστίν αληθές, ι Ή διδα^λ. 
των σχολών τιΟησι τον άνΟρωπον υπεράνω πάντων 

13 



ί94 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

των όντων, βεβαιούσα ότι αυτός έστι θεός. Ό όφις 
του παραδείσου ενέπνευσε ττΐ Εύα τήν αυτήν ματαιό- 
τητα, ποιών αυτήν πιστεϋσαι ότι θα έγίνετο θεός 
η θεά έάν ετρωγεν εκ του άπηγορευμένου καρπού. 
« Έπειδάν φάγητε από του καρπού τούτου διανοιχθή- 
σονται δμών οι όφθα?νμοί και εσεσθε ως θεοί, γι- 
νώσχοντες καλόν και πονηρόν. » Ιδού λοιπόν ότι τό 
παρελθόν έστιν εν τω παρόντι και τό παρόν ώςαύτως 
εν τω παρελθόντι. Καταψεύδειν τον λόγον του θεοϋ, 
έκβάλλειν εκ της καρδίας του ανθρώπου τον φόβον 
του θανάτου και υπισχνεισθαι την θεότητα, ιδού εις 
τι συνίσταται η διδασκαλία του όφεως εν τω παρα- 
δείσω. Καταψεύδειν, τον λόγον του ΘεοΟ, έκβάλλειν 
εκ της ανθρωπινής καρδίας τον οόβον του θανάτου 
και της αιωνίου κολάσεως, άντικαθισταν τον Θεόν 
οιά του ανθρώπου ή ποιείν αυτόν πιστεύειν ότι αυτός 
έστι Θεός, ιδού εις τι συνίσταται η διδασκαλία των 
σχολών. Υπάρχει ταύτότης μεταξύ των δύο τούτων 
διδασκαλιών; Ή διδασκαλία τοΟ όφεως εν τω παρα- 
δείσω ταυτίζεται προς την τών σημερινών σχολών ; 
Λοιπόν, τό παρελθόν έςιν εν τω παρόντι και τό παρόν 
εν τω παρελθόντι• η διδασκαλία του πλάνου δεν διε- 
κόπη. Μεταβάλλουσα μόνον σχήμα κατά τους καιρούς 
και τους τόπους, αλλά μένουσα ουσιωδώς η αύτη 
συνεχίζεται μέχρις ημών. Οι επιδέξιοι δόκτορες και 
διάσημοι άκαδημιακοι εχουσι την τιμήν του συνεχίσαι 
τό έργον του πονηρότατου πάντων τών ζώων όθεν 
και δικαίως ή Γραφή καλεί αυτούς υιούς του όφεως, 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 195 

επειδή παρ* αύτοϋ έδέξαντο την έπιτηδειότητα αυτών 
και πονηρίαν η δε γέννησις, ως άπεδείξαμεν, συνί- 
σταται εις την μετάδοσιν της φύσεως και των ιδιο- 
τήτων. Και χαΟώς τα νόθα και παράνομα τέκνα 
άγνοουσι τον πατέρα των, εχουσιν όμως ένα, ούτως οί 
υιοί του όφεως και του σκότους ου γινώσκουσι τον εαυ- 
τών πατέρα, και ου θέλουσιν όμολογησαι την υπαρςίν 
του. Δια τούτο πειρώνταικαταψεύσαι την αυτόν μαρτυ- 
ρούσαν Βίβλον άλλα τοιαυται άπόπειραι.άποδεικνύου- 
σιν αυτόν κάλλιον, έπιβεβαιούσαι την μαρτυρίαν της 
Βίβλου εις τρόπον ώστε ουδείς δύναται άμφιβάλλειν. 
Ότι ύπάρχουσι διάσημοι άκαδημιακοί, οιτινες δια των 
ωραίων αυτών γραμμάτων πειρώνται καταψεύσαι τον 
λόγον του θεού, ποιουντες πιστεύειν ότι η επιστήμη 
αυτών έστι θεός και το θεΐον, εστί τούτο μύθος 
επινοηθείς υπό των χριστιανών χάριν της υποθέσεως 
των, η γεγονός θετικόν, βέβαιον, άναμφίβολον ; Έςω ! 
Ίο γεγονός τοϋτο, λέγει η Γένεσις, ηρξατο μικρόν 
μετά την δημιουργίαν του κόσμου. Επειδή σήμερον 
άγαπώσι την θετικών έπιστημην η την έπιστημην τών 
γεγονότων, δια 'ίο^το και ημεΐς θέλομεν έξαγαγεΐν τα 
συμπεράσματα ημών εκ τών γεγονότων, άτινα προς- 
βάλλουσι τους οφθαλμούς πάντων. 

Ό Αδάμ και η Εύα, φαγόντες εκ του ωραίου 
καρπού, δστις έμελλε ποιήσαι αυτούς θεούς, είδον Βχζ 
-ήσαν γυμνοί, και συνέπλεξαν φύλλα συκής Γνα σχε- 
πασθώσιν. Εντεύθεν απέκτησαν τήν γνώσιν του 
κάλου καΐ κάκου, την οποίαν ηγνόουν πρότερον 

13* 



196 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

επειδή, συγκρινοντες την εαυτών γύμνωσιν προς 
την μακαρίαν αυτών κατάσταση, έγνωσαν την πα- 

νουργίαν του οφεως Χ χ) ττ^ν είλικρίνε'.αν του Θεού, 
γνόντες ούτω τό' καλόν και κακόν. 'ϊ:ού διατί το 
ξύλον, ου ό καρπός ην θανατηφόρος, έκαλεΐτο. ξύ- 
λον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν % Τό ξύλον 
τούτο πάντοτε- ύπισχνειται την θεότητα, και σι εις 
αυτό πιστεύοντες ούοέν άλλο εύρίσκουσιν η την γύ- 
μνωσιν, ήτοι. την στέρησιν της θείας και μακάριας 
ζωής, στέρησιν, ήτις καλείται θάνατος και κακόν. Ή 
γύμνωσις τών πρώτων ανθρώπων φθάνει προς πάντας 
τους πιστεύοντας εις τάς άπατηλάς υποσχέσεις της 
χιμαιρικής φιλοσοφίας. Γευσάμενοι εκ του καρπού 
της ειοον εαυτούς γυμνούς πάσης αληθείας, συ^ρά- 
πτοντες λέξεις και φράσεις ίνα 1 καλύψωσι την αί-' 
σχράν αυτών γύμνωσιν. Δια του λόγου της μεθόδου 
η νεωτέρα φιλοσοφία επαγγέλλεται την σαφήνειαν 5 
την βεβαιότητα, την άλήθειαν. Άλλα τί εν αύττι εύ- 
ρίσκομεν; Την άσάφειαν, ως άπεδείξαμεν, την πλά-' 
νην και την άμφιβολίαν. Επομένως, ο-ι πλανώμενοε 
ύγ,ο του καρπού της ωραίου την όψιν, έπ' έλπίδι του 
κατανόησα* πάντα και θεοί γενέσθαι, επί τέλους βλέ-' 
πόυσιν εαυτούς γυμνούς πάσης αληθείας και πάσης 
αγαθής ελπίδος, αίσχυνόμενοι επί τί) εαυτών γύμνω- 
σες χλ& ούτω κρυπτόμενοι οπίσω τών φιλοσόφων της 
αρχαιότητος, καθάπερ ό Αδάμ και η Εύα έκρύφθη- 
σαν οπίσω τών ξύλων του παραδείσου. "Εστί τούτο 
άνθος η γεγονός ■ θετικός βέβαιον, άναμφίβολον; 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 107 

Έκ του γεγονότος τούτου συμπεραίνομεν δτι η Ιστο- 
ρία του κόσμου εστίν ουσιωδώς η αύτη προς την ίστο- 
ρίαν του παραδείσου. Τό ηθικόν. γεγονός, όπερ έλαβε 
χώραν παρά τοΐς πρωτοπλάστους, συνεχίζεται και 
παρά τοις αυτών μεταγενεστέροις, γινόμενον μόνον 
<σοβαρώτερον και σπουδαιότερον ένεκα των συνοδευου- 
σών αυτό περιστάσεων επειδή τό γεγονός του πάρα• 
δει σου ουκ ην άλλο η τύπος και είκών του παρ' ημΐν 
συμβαίνοντος. Ό σημερινός παράδεισος, αντί τοΰ.ξύ- 
λου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, περιέχει τάς 
σχολάς της επιστήμης του κα/.οϋ και κάκου• αντί 
του οφεως τους επιδέξιους διδάκτορας κα* τους διά- 
σημους άκαοημ^ακούς• αντί του ξύλου της ζωής, την 
Έκκλησίαν του Χρίστου, ήτις εστίν η αύτοζωία• αντί 
του Αδάμ και της Εύας, την άνθρωπίνην χοινωνίαν. 
Έν τω πρώτω παραδείσω η οωνη του θεού διένοα- 
ψεν είς τους πρωτοπλάστους τον κανόνα της διαγω- 
γής αυτών έν τω σημερι^ω παραδείσω ό σαρχωθείς 
Λόγος του Θεού προςτάζει τί έκαστος έοειλει πράτ- 
τειν. .Ούτω βλέπομεν εναργέστατα τό παρόν έν τώ 
παρε7ν0όντι και το παρελθόν έν τω παρόντι : Παρελ- 
θόν και παρόν συνάπτονται εις εν μόνον γεγονός, τό 
έξης: Έσθίειν από του καρπού του ξύλου του γινώ- 
σκειν καλόν και πονηρόν, η από του καρπού του ξύ- 
λου της ζωής, και θνησκειν η ζην κατά τον καρ- 
πόν εξ ου έσθίομεν. Τό δράμα της ιστορίας του κό- 
σμου εστίν εν, η δραματική πραξις μια• οι ύποκριταί 
είσιν οι αυτοί• τό αποτέλεσμα πάντοτε τό αυτό; η 






198 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

ζωή η ό θάνατος του άνθρωπου. Ό,τι δε ούκ 2στ: 
πάντοτε το αυτό, εστίν η μορφή του δράματος, ήτοι 
ό τρόπος της παραστάσεως καΐ η σπουδαιότης των 
αποτελεσμάτων. Επειδή κατ αρχάς ό θάνατος ήν 
πρόσκαιρος και επιδεκτικός θεραπείας• άλλα σήμε- 
ρον δ θάνατος έστιν αιώνιος και αθεράπευτος. ΟΣ 
πρωτόπλαστοι ηπατήθησαν ώς άπειροι παραδειγμά- 
των, και δια τούτο ή ποινή αυτών ην πρόςκαιρος. 
Άλλ' οι σήμερον άμαρτάνοντες εχουσι προ οφθαλμών 
την πεΐραν τών αιώνων και δια τοϋτο ό θάνατος αυ- 
τών έσται αιώνιος και αθεράπευτος. 

Τω γινώσκοντι το παρόν και το παρελθόν, το μέλ- 
λον ούκ εστί μυσττήριον. Δυνάμεθα ίδεΐν το μέλλον 
εν τω παρελθόντι, καθώς εν αύτώ βλέπομεν το πα- 
ρόν. Ή Γένεσις διηγείται- ότι μετά τήν παράβασιν 
του νόμου, ή κρίσις του Θεού έπήλθεν. Ό Θεός 
κατηράσατο τον όφιν, αίτίαν πρώτην του αμαρτήμα- 
τος και του κάκου, και έτιμώρησε τους ένοχους μετά 
μέτρου και δικαιοσύνης. "Απαξ τελεσθέντος του ειςέτ* 
έξακουλουθουντος ανθρωπίνου δράματος, ή τελευταία 
και καθολική του Θεού κρίσις έλεύσεται. Τότε ό όφις 
και πάσα ή φυλή αύτου, γυμνοί θείας χάριτος καΐ 
αληθείας, βληθησονται υπό τών αγγέλων του Κυρίου 
εις τό πυρ το αίώνιον, και τα ένδοξα τέκνα του θεοδ 
άπολαύσουσι της άϊδίου μακαριότητος. Ό χρόνος ουκ 
Ισται πλέον ή αίωνιότης αυτόν διαδέξεται. Ή Γέ- 
νεσις διηγείται περιπλέον ότι ό Θεός, άπαγγείλας την 
κρίσιν αύτου 3 είπεν. « Ιδού Αδάμ, γέγονεν ώς είς έξ 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 199 

ημών του γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Και νυν μήποτε 
έκτείνη την χείρα αύτοϋ και λάβ-ρ από του ξύλου της 
ζωής, καΐ φάγτ), και ζήσεται εις τον αιώνα. Και έξ- 
απέστειλεν αυτόν Κύριος ό Θεός εκ του παραδείσου 
της τρυφής έργάζεσθαι την γήν εξ ης ελήφθη. ΚαΙ 
έξέβαλε τον Αδάμ απέναντι του παραδείσου της τρυ- 
φής• και έταξε τα Χερουβίμ και την φλογίνην ρομ- 
φαίαν την στρεφομένην, φυλάττειν την όδόν του ξύ- 
λου της ζωής λ. Ό Θεός δια των λόγων τούτων 
ηθέλησε να δείξγ) το μέλλον εν τω παρελθόντι. Έν 
ττί ημέρα τής καθολικής κρίσεως, οι άπιστοι και μο- 
χθηροί, οι φαγόντες εκ του άπηγορευμένρυ καρπού, 
οι άπατηθέντες υπό των λόγων του όφεως, γνώσον- 
ται τό καλόν και τό κακόν. Έπιθ^μησουσι μετασχειν 
τής μακάριας ζωής, άλλ' εις μάτην, ό Θεός έρεΐ 
τότε : Κωλύσωμεν αυτούς έκτεΐναι την χείρα επί τό 
ξύλον τής ζωής, μη λάβωσιν εκ του καρπού αύτου, 
και φαγόντες αιωνίως ζήσωσιν. Έπειτα ό Θεός έκ- 
βαλεϊ αυτούς εκ του τερπνού κήπου, ινα βασανίζων- 
ται δια παντός μετά του όφεως, του πατρός αυτών, 
δςτις έγέννησεν αυτούς και έθρεψε. Τάξει δε τα Χε- 
ρουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην 
φυλάττειν την όδόν του ξύλου τής ζωής. Τούτο ση- 
μαίνει ότι μεταξύ τών αγαθών και τ£ν φαύλων, τών 
δικαίων και αμαρτωλών ουκ έσται πλέον κοινω- 
νία. Χωρισμός πλήρης τής αιρας και του κάλου σί- 
του, έκαστος έν τίί εαυτού θέσει. Ό δέ έχων ώτα 
άκούειν, άκουέτω. Τό παρόν έστι βέβαιον. Τό παρελ- 



200 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ 

6όν δ καθορωμεν εν τω παρόντι εστίν ώςαύτως, και τό 
μέλλον δ βλέπομεν πάλιν εν τω παρελθόντα ου δύνα- 
ται άμφίβολον εΐναι. Ή αλήθεια της έπιςήμης πορεύε- 
ται εκ του παρόντος εις το παρε/νθόν και εκ του πα- 
ρελθόντος εις το μέλλον, περιλαμβάνουσα τον άπαντα 
χρόνον. 



ΕΙΔΗΣΙΣ 
ΠΡΟΣ ΠΑΝΤΑΣ. 

Το καθήκον και το συμφέρον ύποχρεοϋσιν αγαπάν 
τον πλησίον ως εαυτόν. Άλλα τί δει έννοειν δια του 
άγαπαν τον πλησίον ώς εαυτόν; Ουδέν άλλο δυνά- 
μεθα έννοήσαι η το έξης : ποιεΐν αυτόν μετέχειν ου 
κατέχομεν αγαθού και ου αυτός χρείαν έχει. Το κα- 
λόν δπερ ηδη κατέχομέν έστιν η γνωσις του ημε- 
τέρου προορισμού και του προς έπίτευξιν αύτοϋ απο- 
τελεσματικού μέσου. Νομίζω δτι ουκ εστίν άνθρωπος 
ο μη χρηζων αύτου του αγαθού και της γνώσεως 
ταύτης, δ μ$) έπιθυμών γνώναί περιληπτικώτερον, 
^αφέστερον και μαλ7^ον έναργώς τον προορισμόν αυ- 
^ου, και ποιόν έστι το άποτελεσματεκόν μέσον ωαερ 
οφείλει χρήσασθαι προς έπίτευξίν του. Εις την χρείαν 
άαί έπιθυμίαν ταύτην έρχόμεθα νά άπαντήσωμεν όπως 
συμπληρώσωμεν το καθήκον ημών, και γενώμεθα, 
ώς οΐόν τε, ώφέλίμοδ τω πλησίον• 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ- 201 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΤΙΝ 

Ο ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, 

ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣ ΕΠΠΈΓΞΪΝ ΑΓΤΟΓ ΑΠΟΤΕΛΕ- 
ΣΜΑΉΚΟΝ ΜΕΣΟΝ; 

Ό «προορισμός του ανθρώπου εστίν η θέωσις. Το δε 
μέσον, ωπερ έκαστος οφείλει χρησασθαι, εστίν η του 
θετικού και ουχί του αρνητικού νόμου έκτέλεσις. Ιδού 
η λύσις του μεγίστου και σπουδαιότατου προβλήμα- 
τος, γενομένη κατά τον όριςικώτερον και συντομώτερον 
τρόπον. Θέλετε τώρα μαΟεΐν σαφέστατα, ότι η Οέω- 
σις και ούχι άλλο εστίν ό υμέτερος προορισμός; 
Ερωτήσατε τι η καρδία υμών επιθυμεί, και άποκρι- 
θησεται : Επιθυμώ ζτίν εύδαιμόνως και αιωνίως• επι- 
θυμώ τελείως γινώσκειν και ελευθέρους ένεργεΐν. 
Τώρα, ό θεός ζη εύδαιμόνως και αιωνίως• ό θεός 
γινώσκει τελείως και έ7^ευθέρως ενεργεί. Κατά συνέ- 
πειαν η υμετέρα καρδία έφίεται είναι ως αυτός ό 
θεός• η υμετέρα καρδία τείνει νά οθάστ, προς την 
κατάστασιν του θεού, ει δύναται. Είναι τον άνθρω- 
πον, ώς αυτός ό θεός, ".ο^ζο καλείται θε'ωσις. Τεί- 
νειν εις το φΟάσαι προς την κατάστασιν του θεού, 
έστιν άποβλέπειν προς την θέωσιν. Ό θεός ούκ αν 
ηδύνατο δούναι τω άνθρώπω έπιθυμίαν μη συνάδουσαν 
προς τον προορισμόν αύτου, ούδέποτ' αν ηδύνατο 
αύτώ έμπνεϋσαι τον έρωτα της θεώσεως, εί μη έβού- 
λετο αυτόν θεώσαι, όμοιον αύτώ και ίσον καταστησαι. 
Δια τούτο η Βίβλος, διερμηνεύς της θείας θελήσεως, 
λέγει: « Ύμεΐς έστε θεοί και υΙοι Υψίστου ». Όθεν 



202 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

επαγγέλλεται την αίώνιον ζωήν, την τελείαν γνώσιν 
και την ενΖοζον έλευθερίαν, ων άπολαύσουσι τά τέ- 
κνα του θεοϋ. Έν κεφαλαίω ειπείν, ένθεν μέν η αν- 
θρώπινος καρδία επιθυμεί την θέωσιν, ένθεν δε η Βί- 
βλος μεθ' δρκου αυτήν ύπισχνεΐται εκ μέρους του 
Θεού* λοιπόν δεν υπάρχει λόγος αμφιβολίας δτι η 
θέωσις ουκ εστίν ό προορισμός του ανθρώπου. Καί 
τοι η μαρτυρία της ανθρωπινής καρδίας καί η της Βί- 
βλου δύνανται άποχρώντως παρασχεΐν τήν βεβαιότητα 
του ημετέρου προορισμού, -ουκ εσται ίσως ανωφελές 
πολλαπλασιάσαι τάς μαρτυρίας. Ό Πλάτων, οςτις έν 
τί) φιλοσοφία θεωρείται, καθάπερ ό Μωϋσής έν τι) 
θρησκεία, εννοεί ότι ό προορισμός του ανθρώπου συνί- 
σταται εις το γενέσθαι τον α^ρω^ΟΊ όμοιον τω Θεώ. 
Όμοίωσις τω Θ ε ω. Ή νεωτέρα φιλοσοφία, 
καί τοι ούσα φιλοσοφία της άθείας, τολμά Ομως βε- 
βαιώ σαι ότι ό άνθρωπος έστι Θεός. Το φαινόμενον 
τούτο ουκ εστίν άνεξηγητον. Ό Σατανάς καλώς γι- 
νώσκει την εφεσιν καί τον προορισμόν ημών όπως 
δε ημάς άποστηστ) του θεοΰ καί μεταδω ημϊν τάς 
ίδιότητας της θνητής καί παναθλίας αύτοΰ φύσεως, 
μεταχειρίζεται δια παντός την αυτήν πανουργίαν καί 
τον αυτόν τρόπον, όςτις συνίσταται εις το κολακεύειν 
τάς επιθυμίας ημών καί ποιεΐν ημάς πιστεύειν καί 
πράττειν το εναντίον τω λόγω καί τω νόμω του 
Θεοϋ. Έν τω παραδείσω υπό την ^ο^ύ\ί του όφεως 
είπε τη Ευα : « Ου θανάτω άποθανεϊσθε, αλλ* εσεσθε 
ώς θεοί, γινώσκοντες καλόν καί πονηρόν ». Άλλ' ό 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 203 

νόμος του Θεού Ιλεγε: « θανάτω άποθανεισθε ». Ή 

Εύα, ωθούμενη υπό τής επιθυμίας του πάντα γνώναι 
και αμέσως θεά γενέσθαι, παρέβη τον νόμον και υπέ- 
στη τάς αναπόδραστους της εαυτής διαγωγής συνε- 
πείας. Σήμερον επίσης, λαλών δια των υιών του 
αφεως, λέγει ότι ουκ εστί θεός, άλλ' ό άνθρωπος 
υπερέχει πάντων των όντων και αυτός έστι θεός. Εν- 
τεύθεν εξεγείρει την φυσικήν έπιθυμίαν τής θεώσεως, 
λέγων εις τον άνθρωπον ότι έσιιν ήδη δ έφίετα: 
είναι, όπως ποιήσιρ αυτόν πιστεϋσαι πάν το άντικεί- 
μενον τω λόγω, και ώθηση αυτόν εις τήν ηθικήν 
άταξίαν. Ή ανθρωπινή συνείοησις μαρτυρεί ότι ό άν- 
θρωπος ουκ έστι θεός, άλλ' επιθυμεί γενέσθαι, άτε• 
νίζων προς την θέωσιν. Ό λόγος πάλιν βέβαιοι οτι 
τό άντικείμενον τής ημετέρας εφέσεως οφείλει άναγ- 
καίως ύπάρχειν, και ότι δια ταυ θεού θα γίνωμεν 
θεοί• Ιδού η φωνή τής συνειδήσεως κπί του λόγου η 
η φωνή αυτής τής αληθείας. 'Αλλ' οι έλευθερόνοες, 
κωφοί εις την φωνήν τής συνειδήσεως και τοΟ λό- 
γου, παρέχοντες ηδέως τα ώτα αυτών εις τάς κο- 
λακείας του ό'φεως, πιστεύουσιν είναι ήδη δ έφίενταο 
είναι, και ότι ό αληθής θεός δεν υπάρχει. Είναι ηδη 
δ έφιέμεθα είναι, εστίν άντίφασις, εστί πλάνη. Άρ- 
νεΐσθαι την του θεού ύπαρξιν, εστίν έτερα άντίφασις, 
ετέρα πλάνη, διότι ή αιτία πάσης υπάρξεως οφείλει 
άναγκαίως ύπάρχειν, όφείλουσα είναι αναγκαία 
απόλυτος και τελεία. Άλλ' οι έλευθερόνοες, μεθυ- 
σκόμενοι υπό τής ματαιότητος του έγωϊσμοϋ, ουδό- 



20 \ . ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

• 

λως θέλουσι λαβείν ύπ' όψιν τον λόγον, τολμώντες 
Ιτι βεβαιούν οτι αι άντιφατικαί βεβαοώαεις είσιν 
εξίσου αληθείς και ψευδείς, οτι τα πάντα είσιν 
αληθή και ψευδή, οτι η αλήθεια και το ψευδός είσι 
ταύτα. Έν άλλαις λέξεσιν, οί έλευθερόνοες, παρα- 
δίδόμενοι εις το χιμαιρικόν και άπατηλόν πνεύμα, 
ίγίνοΊτο κενοί πάσης άΛηθείας και μ,όνον αφροσύνης 
άνάπλεοι. Άλλ' οί άφρονες ου δώσουσι τω κόσμω τον 
κανόνα της νοήσεως, δώσουσι τούτον οί συνετοί, κα- 
θώς ο Πλάτων και ό απόστολος Παύλος• Ό μακά- 
ριος Παύλος λέγει: Ουδέν κοινόν μεταξύ αληθείας 
και ψεύδους, μεταξύ του Χρίστου και του Διαβόλου. 
Ό Πλάτων λέγει : Το αληθές ούοέποτ εστί ταύτόν 
τω ψευδεΐ, δν πάντοτε ταύτόν ποός εαυτό και άντι- 
κείμενον τω άληθει. Ει δέ ούτως έχει, ό θεός του 
Αδάμ, και της Εύας ταυτίζεται προς τον θεόν τής 
Εκκλησίας, Ό όφις του παραδείσου ταυτίζεται προς 
τον όφιν των σχολών, πάντοτε άντιτασσόμενος τω 
θεώ τής Εκκλησίας. Ό μέν καρπός του ξύλου 
του γινώσκειν καλόν και πονηρόν έστι πάντοτε ό 
αυτός προς εαυτόν πάντοτε αντιτάσσεται τω νόμω 
και τω λόγω του θεού, εξεγείρει την έπ^θυμίαν, και 
προξενεί τον θάνατον τώΓ εξ αύτου έσθίοντι. Ό δέ 
καρπός του ξύλου τής ζονης έστιν ώςαύτως πάντοτε 
προς εαυτόν ό αυτός* ήτοι σύμφωνος προς τον νόμον 
και τον λόγον του θεού, τρέφων την έσθίουσαν αυτόν 
ψυχ^ιν, πληρών τήν έπιθυμίαν αυτής, και αυτήν ποιών 
ζτίν αιωνίως. Έν κεφαλαίω, η ανθρώπινος καρδία έπι- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 20 ο 

θυμεί την Οέωσιν* ένθεν μεν ό Χρ'.στός αυτήν ύπι- 
σ/νεΐται- ένθεν δε και ό Διάβολος. Πρόκειται λοιπόν 
είδέναι πώς δυνάμεθα θεοί γενέσθαι, δια του Χρίστου 
η δ:ά του Διαοόλου; τ'7) διδασκαλία της Εκκλησίας 
η τη διδασ/αλία των σχολών; έσθίοντες από του 
καρύου του ξύλου της ζωής, η έσθίοντες άπο τοι 
καρπού του ξύλου του γινωσκειν καλόν και Ήονηρόν ; 
έκτελοϋντες τον νόμον τον θετικόν, η τον νόμον τον 
άρνητικόν ; 'ίοού το ζήτημα όπερ νυν έχομεν σαοη- 
νίσαι μάλλον η λύσαι, επειδή το ζήτημα, ούτω τε- 
Οέν, εστί λελυμένον. 

Ή θέωσις ουκ εστίν άλλο η μετοχή της ούσεως 
του θεοϋ, οίον της άγαθότητος, της σοφίας, τής ου- 
νάμεως,- τής δικαιοσύνης, της αιωνίου ζωής, τ .•',.;■ 
τελείας αύτοϋ μακαριότητος. Ό θεός έστι κύριος 
τής εαυτού ούσεως και τελειότητος, έ/ων το δι- 
καίωμα του μεταδίδειν ταύτας τας ιδιότητας ω και 
ώς αύτώ άρεστόν, και ουδείς δύναται αύτάς άρπασα: 
απ 1 αυτού και γενέσθαι όμοιος αύτώ μη θελοντι. Λοι- 
πόν, δια του θελήματος του θεοϋ και ούχι άλλως 
δυνάμεθα γενέσθαι θεοί* Άλ/.' η χιμαιρική των σχο- 
λών φιλοσοφία διδάσκει την άθείαν, μη Οέλουσα πα- 
ραδέξασθαι άνωθεν αυτής ούτε θεόν, ούτε Οελ 
θεΐον. Δυνάμεθα να φθάσωμεν τον ήμέτερον πρ©< 
σμόν δια φιλοσοφίας μη έχούσης ούτε κανόνα, ούτε 
:ο\\ ούτε αρχήν, ούτε άντικείμενον, ούτε άλή- 
θειαν, πλανωμένης τήδε κακεΐσε, από πλάνης εις πλα- 
νην, άπο άχ^ο^ εις άκρον, απο του άγραφου πίνακος 



2ί)6 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

εις το εμφυτον, από της ζωικής καταστάσεως εις 
την θείαν, από του χαμερποϋς εις το άγέρωχον, Δυ- 
νάμεθα να φθάσωμεν τον προορισμόν ημών δια φιλο- 
σοφίας ασαφούς, σκοτεινής, αόμματου, τής οποίας η 
φύσις εστί χιμαιρική και 6 σκοπός άνθρωποκτόνος ; 
Ή ανθρώπινος καρδία επιθυμεί την ζωήν, την γνώ- 
σιν, την έλευθερίαν. Άλλα πώς ζην δια φι)^οσοφίας 
θανατούσης; Πώς γινώσκειν δια φιλοσοφίας μή βλε- 
πούσης; Πώς είναι ελεύθερον δια φιλοσοφίας ώθού- 
σης εις την ηθικήν άταξίαν; Έν ημέρα καθ' ην η 
κοινωνία γνώσεται οτι αι σχολαί είσι το μέγιστον 
πρόσκομμα εις την εύδαιμονίαν και τον προορισμόν 
αυτής, οτι αύται είσιν αι πύλαι του αδου και η διδα- 
σκαλία των του θανάτου το ξίφος, τότε ποιήσει το 
πρώτον βήμα προς τον προορισμόν της. Ό δέ συν- 
τελέσων εις την διάδοσιν τοιαύτης γνώσεως, θά 
πράξη συνωδά τω εαυτού και τω του πλησίον προο- 
ρισμώ• ούτος λήψεται τον μισθόν αύτου. Ουχί, διά 
του Σατανά δέν δυνάμεθα να φθάσωμεν τον ημέτε- 
ρον προορισμόν, άλλα διά του Χρίστου• Ουχί ττ) χι- 
μαιρική διδασκαλία τών σχολών, άλλα τί) τής Εκ- 
κλησίας διδασκαλία, ήτις εστίν η στήλη τής αλη- 
θείας• ουχί διά του καρπού του ξύλου του γινώσκειν 
καλόν καΐ πονηρόν, άλλα διά του καρπού του ξύλου 
τής ζωής• ουχί πράττοντες τον άποφατικόν νόμον, 
αλλά τον καταφοίτικόν έκτελουντες. Ήδη έρχόμεθα 
έξηγήσαι τί έννοουμεν διά τής διατυπώσεως ταύτης• 
Ό θεός ηθέλησε διά τής έαυτοΰ άγαθότητος μετά- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 207 

δούναι τω άνθρώπω την τελειότητα της φύσεως του• 
ά7νλ' ηθέ)*ησε συνάμα μεταδοΰναι αύτην αύτω μετά 
μέτρου, κανόνος και δικαιοσύνης. Ουδέποτε δυνά- 
μεθα μετασχεΐν της θείας φύσεως μ•ϊ) ύποτασσόμε- 
νοι τω κανόνι και τω νόμω του θεού, μη έκτελοϋν- 
τες το θέλημα αύτου έκφρασθέν δια του ρήματος 
αύτοΰ και γνωσθέν δια της συνειδήσεως και του λό- 
γου. Το θέλημα του Θεού έστιν εν, αγαθόν καΐ 
ουχί κακόν• Τώρα, επειδή το θεΐον θέλημα έστιν α- 
γαθόν και ουχί κακόν, ό νόμος της ημετέρας διαγω- 
γής οφείλει είναι διπλούς: 1 ον αρνητικός, ινα ημάς 
άποτρέπη του ποιειν θέλημα κακόν, μη προςηκον τω 
θεω• 2 0ν θετικός, ίνα ημάς ποιη γινώσκειν και πράτ- 
τειν τό αγαθόν θέλημα του θεού. Ή μεν τηρησις 
του αρνητικού νόμου εστί τό ηθικόν κακόν η δε του 
θετικού έκτέλεσις τό ηθικόν καλόν. Όπως δε πράτ- 
τωμεν τό αγαθόν, άπέχειν όφείλομεν του κάκου• καΐ 
δπως άπέχωμεν του κάκου, όφείλομεν γινώσκειν τόν 
νόμον τόν άρνητικόν, τόν νόμον του άπαγορεύειν. "Οθεν 
ό θεός εΒωκε κατ* αρχάς τοις πρώτοις άνθρώποις 
τόν άρνητικόν νόμον ινα ποίηση αυτούς γινώσκειν 
τό κακόν, και άσκηση αυτούς είς τό άπέχειν απ* 
αύτου. «Άπό δέ του ξύλου, ειπεν αύτοΐς, του γινώ- 
σκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε άπ' αύτου. Ή 
δ' αν ημέρα φάγητε άπ' αύτου θανάτω άποθανεισθε » 
(Γεν. Β. 17). Τό ξύλον ^ουτο^ καθώς άλλαχου αυ- 
τό έξηγησαμεν, απεικόνιζε τόν Διάβολον. Ό καρπός 
αύτου ύπετύπου ην λαμβάνομεν γνώσιν πράττοντες τό 



208 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

κακόν θέλημα του Διαβόλου, και τό πνεύμα του νό~ 
μου εστί τόδε : « Μη πλανασθε υπό των λόγων του 
Διαβόλου• μη ποιείτε τό θέλημα του• επειδή 7) αν 
ημέρα δέξησθε εν τή ψυχή υμών τό υπ αύτοΰ διδα- 
σκόμενον ψευδός και έκτελέσητε τό πονηρόν αυτού 
θέλημα, άποθανεΐσθε δια του Διαβόλου, ός έστιν ό θά- 
νατος ». 'ίΐς θάνατον δεν πρέπει να έννοώμεν την 
στέρησιν της υπάρξεως, άλλα τουναντίον την στέρη- 
σιν της θείας ζωής, Είπερ η θεία ζωή συνίσταται εις 
τό καλώς αίσθάνεσθαι, ό θάνατος συνίςαται εις τό αί- 
σθάνεσθαι κακώς• Ό θάνατος ουκ εστίν η ανυπαρξία, 
ούτε αναίσθητος υπαρξις, άλλ' ά'αίσθάνεται κακά αι- 
σθήματα αισθαντική τις ουσία. Ό Διάβολος, άπαξ 
χωρισθείς από του θεού και της θείας ζωής, απέθανε. 
Και αισθάνεται μεν, ά7,λά κακώς αισθάνεται• διότι 
αί διαθέσεις και τα αισθήματα αυτού όλως αντιτάσ- 
σονται εις τά του θεού. Νοεϊ, αλλά κακώς νοεί• διότι 
αί ίδέαι του είσί χίμαιραι. Πράττει, αλλά κακώς 
πράττει, ήγουν ών ελεύθερος, πράττει παν τό άντι- 
βαΐνον εις τό θέλημα του Θεού. Ό Χριστός ώρισεν 
ακριβώς την φύσιν του Σανανα, λέγων -ότι έχει κα- 
κάς επιθυμίας, πατήρ ών του ψεύδους, άναρχης άν- 
θρωποκτόνος, και ότι εν τ^ άληθεία ουκ ηθέλησε μέ- 
νειν (Ίω. 3Γ 44). Κατά τάς εκφράσεις ταύτας, ό Διά- 
βολος, χωρισθείς από του Θεοϋ ως άπειθής, κατέ- 
στη δν κακώς αίσθανόμενον, κακώς ^οοόί και κακώς 
πρά^τον, 6ν\ όλως έστερημένον της θείας ζωής, ου 
ή ούσις εστί θανάσιμος ή αυτός ό θάνατος• Όςτις 



Ι 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 209 

μετέχει των χιμαιρικών αυτού ιδεών, των θανάσιμων 
αυτού αισθημάτων και των κακών αύτου πράξεων, 
μετέχει της θνητής αύτοΰ φύσεως και γίνεται θνη- 
τός εκ της μεταδόσεως του θανάτου, καθώς γίνεται 
άρρωστος εκ της μεταδόσεως της αρρώστιας. Τότε 
κακώς αισθάνεται, κακώς νοεί, κακώς πράττε: καί 
κακοδαίμων εστί. α Ή δ 1 αν ημέρα φάγητε άπ' αυ- 
τού θανάτω άποθανεΐσθε »• ήτοι τ\ αν ημέρα πράξητε 
το κακόν θέλημα, στερηθησεσθε της θείας ζωής και 
άποθανεΐσθε εκ /υής μεταδόσεως του θανάτου. Πραγ- 
ματικώς, την ημέραν καθ* ην ο Αδάμ και η Εύα εφα- 
γον εκ του άπηγορευμένου καρπού, έγυμνώθησαν. Ή 
ψυχή αυτών κατελήφθη υπό αισθημάτων φόβου και 
αισχύνης, ιρσθάνθησαν τό κακόν, έστερήθησαν της ει- 
ρηνικής και μακαρίας ζωής, και μετέσχον της θνη- 
τής φύσεως του Σατανά, « Ή δ' αν ημέρα φάγητε 
άπ' αύτου, θανάτω άποθανεΐσθε ». 

Πρέπει να διακρίνωμεν τον ηθικόν θάνατον, τον 
χωρίζοντα την ψυχην από της ζωής και τής χάριτος 
του Θεού, και τον φυσικόν θάνατον, τόν χωρίζοντα 
την ψυχην άπό του σώματος. Χ) φυσικός θάνατος 
υπήρξεν η συνέπεια του ηθικού θανάτου. Και ούτος 
μεν έστι κακός, εκείνος δε καλός, επειδή χρησιμεύει 
ώς φάρμακον τούτου. Ό φυσικός θάνατος εστί 
πρόςκαιρος, επειδή μίαν ημέραν ή παγκόσμιος ανά- 
στασις θα λάβη χώραν. Άλλ' ό ηθικός, ό μετά την 
άνάστασιν έπελευσόμενος και καλούμενος δεύτε- 
ρος θάνατος, έσται αιώνιος. Ό πρώτος ηθικός θάνα- 

11 



2ΐα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

τος θεραπεύεται υπό του φυσικού θανάτου• άλλ' ό 
δεύτερος ηθικός θάνατος ουκ εστί πλέον επιδεκτικός 
θεραπείας• 

Παρά τώ ξύλω του γινώσκειν καλόν και πονηρόν 
τξν τό ξύλον της ζωής. Ίο ξύλον τούτο προεικόνιζε 
τον Χριστόν. Ό καρπός αύτοΰ ύπετύπου τό "Αγιον 
Πνεύμα, δ λαμβάνομεν πιστεύοντες εις τα λόγια του 
Χρίστου και έκτελουντες τον θετικόν νόμον του θεού. 
Τό,Άγιον Πνεΰμά έστιν αύτη η ζωή, ό 2έ λαμβάνων 
αυτό ζΐ) αιωνίως, μετέχει της φύσεως του Θεοϋ και 
γίνεται αληθής <θεός. Άλλ* δπως λάβωμεν Πνεύμα 
Άγιον, μετάσχωμεν της αιωνίου ζωής καΐ γενώμεθα 
θεοί, ένι λόγω, δπως φθάσωμεν τον ημέτερον προο- 
ρισμόν, όφείλομεν τηρήσαι τον θετικόν νόμον, δς 
έστιν ό έξης : « Λάβετε, φάγετε άπό του καρπού του 
ξύλου τής ζωής. Ό γαρ τρώγων ιουτοΊ τον άρτον, 
τον εκ του ουρανού καταβάντα, ζήσεται εις τον 
αιώνα » (Ίω. ΣΤ. 50—52). Τό ξύλον τής ζωής 
έστιν δ Χριστός. Ό δε καρπός του ξύλου, τον οποίον 
όφείλομεν τρώγειν, εστίν ό άρτος τής Ευχαριστίας. 
Ό. μή τηρών τον νόμον τούτον ουκ έχει ζωήν εν 
έαυτώ. « Αμήν, αμήν, λέγω ύμϊν. Έάν μη φάγητε 
τήν σάρκα του Υίου του Άνθρωπου, και πίητε αύτου 
τό αΐμα, ουκ έχετε ζωήν εν έαυτοΐς » (Αύτ. 53). 

Όφείλομεν διακρίνειν εν τώ νόμω του Θεού τό 
γράμμα και τό πνεύμα, η τήν πραξιν κατά γράμμα 
και τήν πραξιν κατά πνεύμα. Τό μεν γράμμα του 
νόμου περιέχει τήν έκτέλεσιν ώρισμένου καθήκοντος• 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 211 

Το οέ πνεύμα του νόμου περιλαμβάνει δλα εν γένξί 
τα καθήκοντα, ών η έκτέλεσις εστίν απροσδιόριστος, 
εξαρτώμενη εκ τε του χρόνου και του τόπου, και υπα- 
γόμενη εις τον νόμον της τάξεως. Το πνεύμα του θε- 
τικού νόμου εστί τόδε: α Δέξασθε εν τι) καρδία υμών 
τον Χριστόν, ήτοι την άληθειαν. Εννοήσατε καλώς 
τήν διδασκαλίαν αύτοϋ και ποιείτε το θέλημα του ίΑ 
Το πνεύμα του νόμου εστίν εύρύτατον, και περιλαμ- 
βάνει ολα τα καθήκοντα. Άλλα το γράμμα του νό- 
μου εστί συνεσταλμένον, και περιορίζεται εις το ύτο- 
δεΐξαι την έκτέλεσιν ώρισμένου καθήκοντος. Ή έκ- 
τέλεσις του νόμου άρχεται δια του γράμματος καΐ 
καταλήγει δια του πνεύματος. Όφείλομεν έσθίειν ταν 
Χριστόν σωματικώς και πνευματικώς. Β ψυχή οφεί- 
λει έσθίειν την άληθειαν, καθώς το σώμα τον άρ- 
τρν. Και καθώς το σώμα ου δύναται ζην άνευ ά^ο'^ 
ούτω και η ψυχή ου δύναται ζψ άνευ αληθείας. Ό 
άνθρωπος ουκ εςιν ούτε η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώ- 
ματος, ούτε το σώμα χωριζόμενον έκ της ψυχής, Ό 
άνθρωπος έςιν η ψυχή και το σώμα. Ό Χριστός έστιν 
ό δεύτερος Αδάμ, ό νέος άνθρωπος, ό μέλλων άνα- 
γεννησαι τον παλαιόν άνθρωπον, ματαδιδούς αύτώ το 
σώμα αύτου και το πνεύμα. Δια τούτο έοεί7,ομεν 
αυτόν έσθίειν σωματικώς και πνευματικώς, ινα γενώ- 
μεθα δλως όμοιοι αύτώ, και τέλειοι καθάπερ αυτός. 
Λοιπόν, ό μή τηρών τον θετικόν νόμον κατά τε το γράμ- 
μα και το πνεύμα, ουκ έχει ζωήν έν έαυτω, μένων 
εν τω θανάτω. "Οπως δέ η ψυχή φΟάστ) τον προορι- 

14* 



212 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕ 

σμόν αυτής, οφείλει μεταβήναι εκ της γεννήσεως εις 
την άναγέννησιν, και εκ της αναγεννήσεως εις την 
θέωσιν. Ουκ εστίν οδός έτερα δυναμένη άγειν προς 
τον ήμέτερον προορισμόν, και ό μη διερχόμενος την 
όδόν ταύτην, είτε εξ αγνοίας, είτε εξ απιστίας, είτε 
εξ ολιγωρίας, άπόλλυται ή μένει εν τω θανάτω, 
Άλλ' δπως μεταβώμεν εκ της γεννήσεως εις την 
άναγέννησιν, όφείλομεν τηρεϊν το νόμον της αναγεν- 
νήσεως, α Αμήν, αμήν, λέγω ύμΐν, εάν μή τις γεν- 
νηθώ έξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται ειςελθεΐν 
εις την βασιλείαν του- θεοϊ>. Το γεγεννημένον εκ της 
σαρκός σαρξ έστι• και το γεγεννημένον εκ του Πνεύ- 
ματος πνευμά έστι » (Ίω• Γ', 5). Όπως δε μετα- 
βώμεν εκ της αναγεννήσεως εις την θέωσιν, όφείλο- 
μεν τηρεϊν τον νόμον της τροφής, όψείλομεν έσθί- 
ειν τον Χριστόν, όφείλομεν τρέφεσθαι εκ του καρπού 
του ξύλου- της ζωής. Ή άναγεννηθεϊσα ψυχή γίνεται 
πράγματι τέκνον Θεοΰ. Άλλα, καθώς το τέκνον του 
ανθρώπου ουκ εστί τέλειος άνθρωπος, ούτω και το 
τέκνον του θεού ουκ εστί θεός τέλειος. Και καθώς 
ίο /ζνλ,ΊΟ^ του ανθρώπου, τω νόμω της τροφής, φθά- 
νει ολίγον κατ' ολίγον εις το ανάστημα και την ήλι- 
κίαν του τελείου ανθρώπου, τοιουτοτρόπως και το 
τέκνον του Θεού, τω αύτω νόμω, έσθίο* εκ τοδ 
καρπού του ξύλου της ζωής, φθάνει ολίγον κατ* ολί- 
γον εις τήν τελειότητα του Θεού. Στερεϊν τα τέκνα 
του ανθρώπου της εαυτών τροφής, εστίν έαν αυτά 
αποθνήσκει εκ κείνης, εστίν αυτά, άποκτείνειν» 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 213 

Στερεΐν τα τέκνα του θεού της θείας και ουρανού 
τροφής αυτών, εστί πράττειν το αυτό αδίκημα ώς 
προς τα τέκνα του θεού. Ούαι τοις ίερευσι και το!ς 
έπισκόποις, οίτινες έώσι τα τέκνα του θεοϋ θνήσκειν 
εκ πείνης η αυτά κακώς τρέφουσι ! Ούαί πασι τοΤς 
εκ φιλοδοξίας άναδεχομένοις ύψηλάς λειτουργίας ά- 
νευ του γινώσκειν αύτάς έκπληρούν ! 

Ίαού τώρα εν ολίγοις τί επραξεν ό θεός ώς ττράς 
τον ανΰρωπον και τον προορισμόν αύτου. Ό θεός, οη- 
μιουργήσας τον άνθρωπον,ένέπνευσεν αύτω την έφέσιν 
τις θεώσεως. Έθεσεν αυτόν μεταξύ δύο ξύλων, νφ 
ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν και του ξύλου 
της ζωής. "Εοωκεν αύτω δύο νόμους^ τον μεν αρνητικοί 
όστις αύτω απαγορεύει επί ποινή θανάτου οαγεΐν εκ 
του καρπού του ξύλου της γνώσεως του καλού και 
κάκου* τέν δε θετικόν, όστις αύτω παραγγέλλει έσθ:- 
ε*ν άπό του καρπού του ξύλου της ζωής Γνα γένηται 
θεός, καΦάπερ έφίεται. Συνάμα δέ επέτρεψε τώ Λι«- 
βόλω πειράζειν αυτόν δια του λέγειν αύτω πδν τό 
άντιβαίνον τω νόμω του θεού, τουτέστιν ότι η τή- 
ρησις του αρνητικού νόμου ποιήσει αυτόν θέόν, και 
ούγί η του θετικού. Ιδού τι ό θεός ί^α^ΐΊ ώς προς 
τον άνθρωπον και τον προορισμόν αύτοϋ, και έπραξε 
λίαν κα7νώς. Ήδη κρέμαται εκ της ελευθερίας του ά^- 
θρώπου πιςεύσαι εις την άλήθειαν η εις τό ψεύδος, τη- 
ρήσαι τάν θετικόν νόμον η τον άρνητικόν και ούτως έκ- 
λέξαι μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ ουρανού και, 
αδου, μεταξύ τής πραγματικής Οεώσβως και ττ; 



31* ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

μαιρικής. Έκαστος ποιησάτω δ,τι αύτω άρεστόν. Ό 
θεός έξετέλεσε τό καθήκον αυτού, καθώς και η ί%> 
στήμη το εαυτής. 

ΟΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ 
ΚΕΚΟΛΑΣΜΕΝΟΙ. 

Οι υιοί του όφεως, συνεχίζοντες το Ιργον τοδ ιίβ- 
τρός αυτών, έπαγωνίζονται παντί σθένεε καταψευσα£ 
τον νόμον του θεού. Άλλα, παρά την ενοχον αυτών 
πρόθεσιν, ουδέν άλλο ποιοϋσιν η έπιβεβαιουν αυτόν 
υπό την άρνητικήν αύτου εποψιν, αφήνοντες εις ημάς 
τήν εύτυχίαν του έπιβεβαιούν αυτόν υπό την θετικήν 
αύτου εποψι*. Ό αρνητικός νόμος του θεοΰ προλέγει , 
τον θάνατον τω τολμήσοντι βαλειν αυτόν εις πραξιν* 
Ό θετικός υπισχνεΐται την αίώνιον ζωήν τω υπακού- 
σοντι αύτω. Τώρα, πώς βεβαιώσαι τους δύο ζούτοΌζ 
νόμους; Ει μη ύπήρχον άνθρωποι ασεβείς και αυθά- 
δεις, πράττοντες τον άρνητικόν νόμον, ούκ αν ήδυνά- 
μεθα γινώσκειν διά τής πείρας και των γεγονότων δτι 
ο αρνητικός νόμος έςΐν αληθής και ότι οι πράττοντες 
αυτόν αληθώς αποθνήσκουσα καθώς, ει μη ύπηρ^ον 
άνθρωποι ευσεβείς και πειθήνιοι, έκτελουντες τον θε- 
τικόν νόμον, ούκ αν ήδυνάμεθα ώςαύτως γινώσκειν 
δτι ο θετικός νόμος εστίν αληθής, και δτι οι έκτε- 
λουντες αυτόν ζώσιν αληθώς εις τον αιώνα. Λοιπόν^ 
δπως ό νόμος του θεού βεβαιωθτί διά τής πείρας χαΐ 
του γεγονότος υπό την διπλήν αυτού εποψιν, δύο είδη 
ανθρώπων είσίν αναγκαία: οι ασεβείς καί οι ευσεβείς., 






ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 21 % 

$ί οι άπιστοι και οι πιστοί. Οι μεν ασεβείς, οι τη- 
ρουντες τον άρνητικόν νόμον, είσίν οι κεκολασμέ* 
νοι• οι δέ ευσεβείς, οι τηροϋντες τον θετικόν νό- 
μον, είσίν οι εκλεκτοί και προωρισμένοι εις την 
οόξαν του θεού. Έν άλλαις λέξεσιν, ό θεός έπεκύ- 
ρωσε προτ\γοΌγ.ένως τον άρνητικόν νόμον δια της 
ποινής του αιωνίου θανάτου, και τον θετικόν δια της 
αμοιβής της αιωνίου ζωής. Επομένως, οι εκλέγοντες 
την τηρησιν του αρνητικού νόμου είσι προωρισμένο: 
ε!ς θάνατον, και οί εκλέγοντες την τηρησιν του θε- 
τικού εισι προωρισμένοι εις ζωήν και δόξαν θεοϋ. Ό 
προορισμός του θεοϋ, πό^ρω απέχων του είναι αδιάλ- 
λακτος προς την έλευθερίαν, έστιν ες ενάντιας 5 
αναγκαίος αυτής δ^ος* επειδή, άνευ αρνητικού και 
θετικοΟ νόμου προεπικυρωθέντων διάτε τής ποινής κα: 
της αμοιβής, η ελευθερία, η αξία και η δικαιοσύνη 
εισίν ακατάληπτα. Όθεν ό προορισμός του θεού ουκ 
εστιν άλλο η κύρωσις του αρνητικού και θετικού νόμου 
διά τε τής ποινής και τής αμοιβής, δια του αιωνίου 
θανάτου και τής αιωνίου ζωής. Λοιπόν ό προορισμός 
έστιν ό αναγκαίος ορός τής ελευθερίας και τής δικαιο- 
σύνης, επειδή άνευ νόμου προεπικυρωθέντος, η ελευ• 
θερία, η αξία, η δικαιοσύνη δεν δύνανται να ύπάρχωσι. 
Βέβαια ό θεός προγινώσκει τους μέλλοντας τηρήσαί 
τον άρνητικόν νόμον η τους κεκολασμένους, και τους 
μέλλοντας τηρήσαι τον θετικόν η τους εκλεκτούς. 
Άλλ' η πρόγνωσις αύτη ουκ έστι προορισμός, ώς 
μηδαμώς έκβιάζουσα τήν έλευθερίαν. Ό θεός γι- 



216 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

νώσκει τι θα πράξω. Άλλ' δ,τι Οά πράξω, 6ά το 
πράξω ελευθέρως, κατ ιδίαν έκλογήν. Ή πρόγνωσις 
του θεοΰ έστιν ως θεατές, βλέπων τι πράττω• άλλ' 
ουκ εστί καθόλου αιτία του δ,τι πράττω. Ό προορι- 
σμός του Θεού έστιν ώς νομοθέτης προεπικυρών τους 
νόμους δια των ποινών και των αμοιβών. Ό προορι- 
σμός του Θεοϋ έστιν αναγκαίος προς το δούναι χω- 
ράν τη ελευθερία, και η πρόγνωσις αύτου ου κωλύει 
•την άσκησιν της ελευθερίας πλέον η οι θεαταί των 
Θεάτρων, τους ύποκριτάς και τάς ύποκριτρίας της σκη- 
νής. Την ιήμέραν της καθολικής κρίσεως οι κεκο- 
λασμένοι ου δυνήσονται ειπείν τω Θεώ, δτι ουκ ήδυ- 
νήθησαν έκτελέσαι τον θετικόν νόμον ένεκα τής θείας 
προγνώσεως. Άλλ' δ Θεός έρεϊαύτοϊς: Ου δύναμαι 
νυν συγχωρήσαι ύμΐν ένεκα του προορισμού μου. 
Ήροεΐπον ύμΐν: Μή φάγητε άπο του καρπού του 
ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν επειδή, η 
αν ημέρα φάγητε άπ' αύτου θανάτω άποθανεΐσθε. Οι 
λόγοι μου όφείλουσιν άληθεϋσαι, διότι ούκ εστί τής 
εμής φύσεως ψεύδεσθαι. Θα άποθάνητε. Στερήσω 
ύμας τής θείας και μακάριας ζωής, και βαλώ υμάς 
εις το πυρ το εξώτερον δπως πάσχητε εις τον αιώνα ». 
Τότε οι κακοί υπάρχοντες, και αιωνίως πάσχοντες 
έσονται ώς θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν. 
Βλέποντες την εαυτών γύμνωσιν, και αίσθανόμενοι 
τάς μεγίστας όδύνας, εξουσιν αμέσως την γνώσιν 
του κάκου. Μετέπειτα, φανταζόμενοι το εναντίον 
.τής αθλίας αυτών φύσεως, εξουσιν εμμέσως την γνώ- 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 217 

σιν του κάλου, τό όποιον φεύξεταε άπ' αυτών δια 
παντός, ίνα λυπώνται μάλλον εκ της στερήσεως του 
κάλου $ εκ των οδυνών του κάκου. Έροϋσι καθ' 
εαυτούς: «Ό νόμος του Θεοΰ ην αληθής. Ιδού οτι 
τώρα δοκιμάζομεν ό,τι αυτός προεΐπεν ήμΐν. Κατέ- 
χομεν τήν γνώσιν του κάλου και κάκου, άλλ' έσμέν 
τεθνεώτες. Έπιστεύσαμεν εις το ψευδός και ουχί εις 
τήν άληθειαν, έπειράθημεν καταψευσαι τον νόμον του 
Θεού, και δια τούτο δικαίως πάσχομεν ηοη. Φευ ! ό 
νόμος του Θεού ην αληθής• 6 Θεός κατεδίκασεν ημάς 
εν δικαιοσύνη λ. Ούτως οι άπιστοι καί οι άσεβεΤς 
3εβαιώσουσι τόν άρνητικόν νόμον και όμολογήσουσι 
τήν είλικρίνειαν καΐ την δικαιοσύνην του Θεοΰ. Οί 
δε εκλεκτοί, οί τραφέντες υπό του καρπού του ξύλου 
της ζωής ζήσονται εις τόν αιώνα, βεβαιουντες τόν 
θετικόν νόμον του Θεού. Έσονται πλήρεις αληθείας 
και χάριτος Θεού• έσονται τέλειοι καθάπερ ό Πατήρ 
αυτών ό ουράνιος έστι τέ7.ειος. θεωρουντες την τε- 
λειότητα αυτών και τήν του Πατρός αυτών, ε;ουσι 
τήν γνώσιν του κάλου• και βλέποντες μακρόθεν την 
αθλιότητα των εχθρών αυτών έξουσι τήν γνώσιν τ&υ 
πονηρού• Ή γνώσις του καλοϋ και του πονηροί εςαι 
κοινή τοις τε άμαρτωλοϊς τοις τε δικαίοις, αλλά κατ* 
άντίθετον τρόπον. "Ο,τι δέ ουκ ε^ται κοινόν, εστίν η 
ζωή και ό θάνατος. Το ξύλον της ζωής εστί συνάμα 
ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Άλλα τό 
ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ουκ ΐττι 
συνάμα ξύλον της ζωής, επειδή έστι τό ξύλον του 



Μ 8 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ 

θανάτου* Οί δίκαιος εν τί) μακάρια αυτών καταστά- 
σει, άποδώσουσι δόξαν τω Θεώ κράζοντες: Εύλογη- 
τός ό Θεός δ Πατήρ ημών, ό δούς ημΐν νόμον αληθή 
και θεοποιουντα, εις δν όφειλομεν τ$)ν ςαθεράν ταύτην 
και αιώνιον μακαριότητα. Οι δίκαιοι έρουσιν ότι δ 
Θεός έστιν η αίτια της εαυτών ευδαιμονίας, άλλ' οί 
αμαρτωλοί ου δυνησονται λέγειν ότι δ Θεός ύπήρξεν 
η αιτία της εαυτών κακοδαιμονίας. Τότε πασαι αϊ 
γ/,ώσσαι ψαλουσι; Εύλογητός ό Θεός δ ών ίι αιτία 
του αγαθού και ουδέποτε του κάκου. "Αγιος, "Αγιος, 
"Αγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ό ουρανός και η γη 
της δόξης αύτου. Όποία μακαριότης! οποία τιμή! 
εχειν τόν Θεόν ως πατέρα και καλεΐσθαι ημδς υιούς 
εκείνου ος έστιν "Αγιος, "Αγιος, "Αγιος δν ό ουρα- 
νός και η γή δοξάζουσι δια την αγαθότητα, την καλ- 
λονήν και την δικαιοσύνην αύτου! Εύλογητός ό Θεός 
και Πατΐρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ό 
καλέσας ημάς προς βεβαίωσιν του θετικού νόμου, 
ό ποιησας ημάς γνώναι το κακόν εξ αντικειμέ- 
νου και ούκ εξ υποκειμένου, εκτός ημών και ούκ 
εν ημΐν. Εύλογητός ό Θεός ό Πατήρ ημών ό κα- 
λώς ημάς θρέψας τω καρπω τοΟ ξύλου της ζωής, 
δ ένδύσας ημάς δια της αύτου αληθείας και χάριτος, 
δπως ώμεν η ζώσα εκφρασις της άγαθότητος και τε- 
λειότητος αύτου, δπως δεικνύωμεν τήν ένδοξον αύτου 
φύσιν δια της ημετέρας. Εύλογητός ό Θεός ό Πατήρ, 
ό ποιησας εκ του Μονογενούς αύτου Υιού τέλειον 
άνθρωπον, ινα ποίηση έξ ημών θεούς τελείους &ς 



ι 



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 219 

άύτος. Εύλογητός ό Θεός ό Πατήρ, 6 Υιός και τό 
Άγιον Πνεύμα εις τους αιώνας των αιώνων, χαί ευ- 
λογημένα: ειησαν αϊ γλώσσαι αί γινώσκουσαι εύλο* 
γεΐν το ^ξύλον της ζωής χαί ψάλλειν τους ύμνους 
τοΟ Κυρίου, Ά μην. 

ΤΕΛΟΣ. 



ΑΓΓΕΛΙΑ. 



Τα έν Παρισίοις πρό δύο ετών εκδοθέντα γαλλιστί φιλο- 
σοφικά συγγράμματα του μεταξύ ημών ηδη ζώντος και επω- 
φελώς διδάσκοντος αγαθού συμπολίτου και φίλου ομογενούς 
Αποστόλου Μακράκη, θεωρών εκ βαθείας μελέτης, ως λύχνους 
φωτίζοντας τον νουν εις την διάγνωσιν του κρατίστου συμφέ- 
ροντος πάσης ανθρωπίνου κοινωνίας, ώς λόγους τρέφοντας την 
ψυχην και Ίκανοποιούντας την συνείδησιν του θρησκευτικού, 
του φιλοσοφικού και του πολιτικού άνθρωπου, μετέφρασα εσχά- 
τως εις την καθ' ημάς γλώσσαν, προπεπεισμένος δτι δια της 
δημοσιεύσεως τοιούτων έργων, ανωτέρων βέβαια παντός επαί- 
νου, παρέχω τ*?ί Πατρίδι όντως έθνικην και * ώφέλιμον ύπη- 
ρεσίαν. 

Οΰτως εχόντων, ουδόλως διστάζω, δτΐ Οά τύνω της συν- 
δρομής πάντων τών τα καλά περί πολλού ποιούμενων συμ- 
πολιτών καΐ ομογενών. 

Τα συγγράμματα ταύτα εκδίδονται εις δύο τόμους* ών ό 
μεν πρώτος, ες εννέα παρίπου τυπογραφικών φύλλων συγ- 
κείμενος, περιέχει τα έξης τρία. 1 ςν Την άναίρεσιν του Σκε- 
πτισμου η Πυρρωνισμ.ου, το Κριτηριον της αληθείας και την 
Αύτοαληθειαν. 2° ν Τον άληθινόν Ίησουν Χριστον, άντιτασ- 
σόμενον εις τον υπό του Κ. Έρνέστου 'Ρενανο; και τ•?; 



220 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. 

«σκεπτικής αύτου σχολή; έπινοηθέντα Ψευδό/ριστον. 3 €Λ> Την 
έπιστημην του θεού και του ανθρώπου, η τόν θεον των 
Χριστιανών, άποδεικνυόμενον δι' δλων των της επιστήμης με- 
θόδων, ήτοι άπαγωγικώς, έπαγωγικώς και ψυχολογικώς. Ό 
$έ δεύτερος τόμος, εξ εννέα περίπου και ούτος τυπογραφικών 
φύλλων συγκείμενος*, περιέχει το 4° ν σύγγραμμα έπιγραφό- 
μενον: Το Ξύλον της ζωής, και το Ξύλον του γινώσκειν κα- 
λόν και πονηρός η ή Χριστιανική και ή Νεωτέρα φιλοσοφία. 
"Εκάστου τόμου τό άντίτυπον τιμάται δύο δραχμών. Ή 
δε έκτύπωσις άρχεται έντος του προςεχους Όκτωβρίου. 

ί Άθην ? σι, τη 24 7βρίου 1866. 



*Εδημοσιεύσαμ.εν εν τω τέλει του δευτέρου τούτου τόμου, 
καδώς βλέπει ό αναγνώστης, την από 24 Σεπτεμβρίου 1866 
Άγγελίαν, δπως γνώσι πάντες καΐ ιδίως οι ημέτεροι συνδρο- 
μηταί, ότι, ενώ δι' αύτης προηγγέλθη, δτι έκαστος των δύο 
τόμων της μεταφράσεως θα σύγκειται εξ εννέα περίπου τυ- 
πογραφικών φύλλων, το πράγμα άλλως απέβη• και ό μεν πρώ- 
τος περιέχε; ένδεκα, ό δε δεύτερος, ήτοι ό παρών δεκατέσ- 
σαρα καί ετι πλέον. Άλλα και ούτως έχοντος, ουδέ λεπτον 
εκείθεν του προηγγελμένου παρ' ούδενος άπαιτοϋμεν, θέλον- 
τες νά καταστησωμεν, ώς οιόν τε κοινοτέραν και εύκολωτέ- 
ραν την διάδοσιν τών πολυτίμων και πρωτοφανών συγγραμ- 
μάτων του Κ/ Α Μακράκη, συγγραμμάτων ομολογουμένως 
ώφελιμωτάτων, ου μόνον εις την ημετέραν Πατρίδα, αλλά 
και εις πάσαν άλλην κοινωνίαν λογικών όντων, προτιθεμένην 
και έπιδιώκουσαν την εαυτής βελτίωσιν, την καλώς εννοούμε- 
νην, την κρείττονα εύδεμονίαν της ! ! ! 

'Αθηναι, ττ) 9* Ιουλίου 1869 



ο μεταφραστής 
Α. ΑΕΚΑΤΣΑ2, 






ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. 



Προς τε τους συνδρομητας καΐ πάντας εν γένει 

τους αναγνώστες . . . ^£•«• 

Πρόλογος * 7 

Ό Ιησούς Χρηστός θεμελιωτής της φιλοσοφίας, 

καθάπερ και της θρησκείας * " 

Άρχαί φιλοσοφίας υπό του Ιησού Χρίστου κυ- 

ρωθεισαι .• * 

θεωρία της χριστιανικής πίστεως » 

Άρχαί δι ων ό Ιησούς Χριστός συνεπλήρωσε την 

φιλοσοφίαν . » 



14 
41 

67 



73 

81 

102 



Έπίκρίσις της νεωτέρας φιλοσοφίας *> 72 

Έπίκρισις των κανόνων της μεθόδου .... * 

Έπίκρισις τής πρώτης αρχής της φιλοσοφίας . 2 
Έπίκρισις τής άξιουμένης αποδείξεως περί τής 

του Θεού υπάρξεως ........ » 

Ζήτημα περί τής αρχής $ τής μορφώσεως των ιδεών » 10*5 

Περί τής αρχής πάσης ημών ιδέας » 1^0 

Δι εκ του ορατού δ'ντος ή αι εκ του αισθητού κό- 
σμου πηγάζουσαι ημών ίδέαι ..... *> — 

Αι εκ του αοράτου οντος ή του νοητού κόσμου 

πηγάζουσαι ημών ιδέαι ..•.•.. » 114 

ερι της φύσεως τής φυχής ....... ϊ> •»— ^> 

Ό νόμος του σχηματισμού τών ιδεών του εσω . ^ 144 

Ό νόμος τού σχηματισμού τής ιδέας του Θεού . » 149 

Περί,τής φύσεως τών σχολών » *61 

Έπίκρισις τού έμφυτου » 162 

Έπίκρισις τού άγραφου πίνακος » 171 

Ή φύσις τής χριστιανικής διδασκαλίας" το ποιη- 

τικόν και το τελικόν αυτής αίτιον ... » 181 

Τα δύο ξύλα τού παραδίίσου ....... *> 191 

Ειδησις προς πάντας » 200 

ΠοιόςέςΊν ό ποοορισμός τού άνΟεώπου και το π:δς 

επιτευςιν αυτού αποτε/εσματικον μέσον, . » Δνΐ 

Οι προωρισμένοι και οι κεκολασμένοι .... » 204 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 

ΤΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 



ΑΘΗΝΩΝ. 



β Ο Πανιερώτοιτος Μητρο- 
πολίτης Αθηνών και 
Πρόεδρος της Ίερ• Συνό- 
δου κύριος Θεόφιλος. Σώμ. 10 

*0 Σεβασμιώτατ. Άρχιε- 
πίσκ. Ακαρνανίας κύρ. 
Γεράσιμος 3 

,*0 Σ. Άρχιεπίσκ. Πατρών 
κ. Κύριλλος 3 

Ό Σ. Άΰχιεπ. Κυθήρων 
^κ. -Ευγένιος 3 

Ό Σ. Έπίσκ. Ιθάκης κ. 
Γαβριήλ 3 

Ό Σ. Άρχ. Κορινθίας κ. 
Άμφιλόχιο; 2 

Ό Σ. Αρχ. Χαλκίδος κ. 
Καλλίνικος 2 

*0 Σ. Έπίσκ. Θήρας κ• 
Ζαχαρίας 3 

Ό Σ. Έπίσκ. Φωκίδος κ. 
Δαβίδ 2 

"Ο Σ. Έπίσκ. Ναυπακτίας 
κ. "Ανθιμος 2 

"Ο Σ. Έπίσκ. Καρυστίας 
κ. Μακάριος 2 

*0 Σ. Έπίσκ. Οιτύλου κ. 
Προκόπιος 1 

Ό. Πανοσ. Άρχιμ. Άβέρ- 
κιος Γραμ. της Ίερ. Συν. 1 



Άριστ. Μωραΐτίνης 1 

Βασίλ. ΟίκονομίοΥΐς 1 
Α. Παππαδιαμαντόπουλος 3 

Δημ. Βάλβης 1 

Δημ. Εμμανουήλ 1 

Ν&κ. Ίωαννίδης 1 

Δρόσος Α. Δρόσου 1 

Ιω. Μαυρομάτης 1 

Δημ. Σαράβας 1 
Περικ. Αλεξανδρόπουλος 1 

Π. Α. Κυπαρίσσης 1 

Νικ. Σταθόπουλος . 1 
Κωνστ. Προβελέγγιο; 
Ίω. Τυπάλδος 

Ίω• Παπαορηγόπουλος 3 

Σοφοκλής Οικονόμου 2 

Άνθία Οικονόμου 2 

Νικ. Μαυρομάτης 1 

Μιχ. Σχινας 3 
Ν. Χατζόπουλος * 10 

Ή Τιζάρειος Σχολή 10 

Νικ. Κανάρης 1 
Άθ. Αηδωρίκης 

Ίω. Φίλων 2 

Πολυξ, Ληδωρίκη 1 

Νικ. Αηδωρίκης 5 

Κ. Ν. Κωστής 1 
Ελπινίκη Γεωργαντά 
Κλεοπ. Α. Διαμαντοπούλου 1 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ. ΤΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 



223 



Εύ'^οοσ. Σουλτάνη 
Ίωάν. Δραγούμης 
Γε(ί>ρ. 'Ράλλης 
Παύλος Καλλιγάς 
Εύστά9. Ηλιόπουλος 
Πέτρος Πα^αρρηγόπουλος 
Έμμ. Κόκκινος 
Ίω. Σκαλτσούνης 
Στελ. Παπαχρήστου 
Μιλτ. 'Ράλλης 
Άγαμ. Μεταξάς 
Έπαμ. Δεληγεώργης 
Αεω. Δεληγεώργης 
Ίωάν. Βενέτής 
Δ. Βαλάσης 
Π. Βασιλάκης 
Κ. Βικέλας 
Χ. Δουζίνας 
Χ. Ζώτος 
Δτ,μ. Ζέγγελης 
Ι. Π. Ζαφειροπουλος 
Νικ. Σαρίπολος 
Κωνστ. Κολοκοτρώνης 
'Αριστ. Κιάττ-ες 
Άριστβτ. Κακουλίδης 
Λ. Αεονάρδος 
Α. Κ. Μπαλάνος 
Σ. Κ. Μπαλάνος 
Άριστ. Οικονόμος 
Γρηγ. Μαυρομαράς 
Δημ. Μητσάκης 
Ν. Παντολέων 
Α. 'Ρικάκης 
Κ. ΊΡάμφος 
Π. ΣΓαος 



Γ. Δ. Σταματάρας 

Ν. Στε-νανίοης 

Δ. Τοσίτσας 

Ι. Δ. Ταμττακόττουλος 

Ζ. Χωοα^ας 

Δ. Χαριτάκης 

Κ. Λεκάτης 



3 * Δ. Δαρδούγιας 
Δ. Στεκούλης 
Ν• Δ. Κυριακού* 



Παύλος Λάμπεος " 

Ίωάν. Λάμττεος 
Σττ. Άργυρό-ουλος 
Τρύφ. Ταμπακότιουλος 
Β. Λαζαράτος 
Γρηγ. Αντωνιάδης ίεροδ. 
Στέφ. Γ. Δούκας 
Πέτρος Παππαϊωάννου 
Γερβ. Κωνσταντινίδης ίεροδ. 
Ν• Ι. Φοίτκολος μουσικός 
Δαμ. Οικονομίδης ίερ. 
Κ. Πα-τταϊωάνου Οικονόμος 
Κ. Καλοζύμης Σακελλάρ. 
Ιακ. Καλλισττεοης ιεροα. 
Νεκτ. Κωνσταντίνου Ποοην. 

λ * 4 

Ι. Ζ. Πρωτόττπαπας 

Άναγ. Μερκούρης 
Συμ. Ν. Κορβέσης 
Δυον. Μ~ινιάρης Μονής 

Πεντέλης 
Γερ. Μττάρχας Άρχιμανο. 
Γεώρ. Πεταλας 
Σωτ. Α. Ωρολογάς 
Προ*. Άγοραστίδης Ιζζ. 

αν.τ. Ευκλειοης ιίροο. 



221 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 



'Αργ. Δ. Σταματόπουλος 
εκ Ξηροχωρίου Ευβοίας 1 

Δημ. Μήλα; 

Ιωακείμ Ιωσήφ 

Ίωάν. Τρίμης ιερεύς 

Κ. Ν Πονηςου εφ. Β'Νεκο. 

Νέκταρ. Παππανεωονίου 
Εεροδ. 'Αμφισσεύς 

Έμμ Α. Χαλαρής 

Κοσμάς Σταυρίδης 'Αγιορ. 

Νεόφ. Μοσχίδης 'Αγιορ. 

Δανιήλ Προηγ. Ααυριώτης 

Γ. Μιχαηλίδης 

Παρ9. Ζ. ίερ. έξ Ηπείρου 

Χριστοφ. Κοντός ίεροδ. 

Χριστ. Καλωταίος 

Π. Ι.' 'Ρηγόπουλος 

Γ. Ν. Οίκονομίδης 

Ίωάν. Κόνιαρης 

Ιωάν. Καθοπούλης 

Παν. Δ. Ζωγράφος < 

4 4 * ' 

Σπ. Δ. Κροκίδας 

Ζαχ. Αρ. Ζαχαριάδης εξ 

Ισμαϊλίου 
Αντ. Κ. Τσωποτου εκ Βώλ. 
Ζ. Ε. Παππαναστασίου » 
Μιλτ.ΆΟ.Πανταζόπουλος » 
Ι. Χαρίτων εκ Βώλου 
Ν. Γεωργίου εκ Βώλου 
Π. Σπανό τ ούλος 
Γ. Γ. Κωζ. Τυπάλδος 4 

Ν. Γκίκας 1 

Π. 'Ράγκος 
'Απόστ. Σκέντζος 
Γ. 2κοίφος Δήμαοχος 2 



Ν. Αεβαδιεύς ί 

Φίλιππος Ιωάννου 

Γ. 'Αναστ. ίερ. Σα/.ελίων 

Ι. Ισιδώρου ίερ. 

Βασίλειος ΆΟαν. ίερ. 

Δ. Μαυροκορδάτος 3 

'Αλές. Κουμουνδούρος 3 

Λέων Μέλας 2 

Πηνελ. Ηλιοπούλου 2 

Άριστομ. Αηδωρίκης 1 

Θεόδ. Αεονάρδος 

Κ. Σ. Κροκίδας 

Κ. Μαρουδής 

Άντών. Κριεζής 

Π. Τσαγκαρόλας 

Σπ. Σκλιάς 3 

'Αναστ. Τομ-ότσης 1 

Μ. Μαοινάκης 

Α• Βουγιουκλέλης 

Κ. Παππαδόπουλος Άρ-χιδ, 

Νίκη». Τωμανίδης 'Αρ'/ιμ. 

Ά9. Δημητριάδης 

Δ. Π. Ζί\ος 

Γ. Νικητόπουλος 

Πηνελ. Μαράτου 

Π. 'Ρομπότης 

Αναστασία θ. Βαλλιάνου- 

Μαρία Γενάτα 

Ι. Γ. Αάσκαρης συμβολ* 

'Αντ. Αρσένης 

Μ. Γλυκύς 

Β. Α. Παππαγεωογίου 

Σπ. Αθανασίου 

Γ. Πανόπουλος 

Σπ, Σούνκρας 



ΤΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 



225 



Αναστ. Γεωργίου 1 

Εύαγγ. Χρήστου 

Π. Καρύδης 

Δ. Γ. Ζούκας 

Δημ. ιερεύς Σάπιος 

Άθ. Παππαλουκάς 

Ι. Κωνσταντίνου 

Γ. Κυριαζής 

Ι. Κλόμπιος 

Δ. Τράστας 

Ι. έφημ. Άγ. Θεοδώρων 

Σπ. 1. Αεονταράκης 

Ι. Χ. Παραμυθιώτης 3 

Π. Χ. Σωτηοίου 1 

Ι. Χατζή Γρηγοριάδης Μα- 
κεδών 

Χρ. Κωνσταντινίδης Μακεδ. 

Π. Καπλανίδης ρ 

Γ. Δημητριάδης » 

Φωτ. Παππαθανασίου εξ 
Όλύμπου. 

Αποστ. Γ. Σαραφιανος 

Δ. Άλεξανδρίδης 

II. Πούλος 

Δ. Γαληνός Φαρμαχ. 

'Αδελψοί Βώτη 

Κ. Π. Ζαριφόπουλο^ 

Χαράλ. Λύκος 

Γ. Ποδόγυρος 

Άλέξ. Ηλιόπουλοι 

Σπυρ. Δραζίνος 

Αεων. Βούλγαρης 

Αρ. Π. Μ. Ζιογρ * 

'Ιερόθ; ΚαΟηγούμ, 1 1 
ΤΙ) 



Μεθόδ. ίεροδ. Ταςιαρ/ίτη; 1 

Χ. Φωκάς ίερομ. 

Γ. Ίωαννίδης 

Π. θ. Χαρακόπουλος 

Μιχ. Ελευθεριάδης 

Δ. Αθανασιάδης εκ Τριπόλ. 3 

Ιερά Μονή Άγ• Αναρ- 
γύρων έ; Ερμιόνης 1 

Τρ. Α. Αναστασόπουλο ; 

Ήλ. Βλαχόπουλος ιερεύς 3 

Σπ. Καφεζέζης εκ Μεσολ. 1 

Σαρ. Π. Οικονόμου Τυπογ. 

Ήλ. Α. Σταθάκης 

Γ. Χατζητσολιάδης 

Ι. Γ. Έλενόπουλος 

Γ. Ι. Λυγδόπουλος 

Γ. Ι. Βόϊλας 

Άγγ. Μάζης 

Σωτ. Τομπρό πουλος 

Ν. Βιζούλας 

Μιλτ. Α. Κανάρης εκ Χαλ. 

θεόδ. Φλογαίτης δικ. εκ Χα). 

Αεων. Κουκούλης ■ 

Ιωάσαφ ίεροδ. εξ "ϊορας 

Θεόφιλος Ευθυμίου ευ.π. 

Άναστ. Δόσκος 

Ν. Π απαμι^αλό πουλος 

ΊεροΟ. Νροηγούμ. της εν 
Πάρω Μον* Λογκοδάρδας 

Ίγνάτ. Π*πά Γεωργίου 
ιερεύς 

Σ. Δ. Ασημάκη: 
■.ος Ματζάκος 
1 ι 

Κ Π 



226 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 



Σωκράτης Κολιάτσος Αρ- 
γιμανδ. και Διευθ. της 
'Ριζαρείου Σχολής • 1 

Γ. Τερτζέτης 

Βασίλ. Κρασάς 

Λ. Λύοης εν Αλεξάνδρεια 
δια του κ. Π. Λογοθέτου 16 

ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ. 

Ι. Ν. Μαυρολιθαρίτης 1 

Μ. Π Σακελλαρόπουλος 
Ίωάν. Λ. Νάκος Συμβολ. 
Σπ. Γ• Φόρτης. Δικ. 
Α. Β. Λεωναρδίδης 
Ό. Χαραλαμπόπουλος 
Φ. Παπαλεξανδρής 
Γ. Δ. Εμμανουήλ 
Διονύσιος Ε. Γατζάς 
Πέτρος Βούλγαρις 

ΣΓΡΟΓ. 

Ό Σ. Άρχιεπ. Σύρου καΐ 

Τήνου κ. Αλέξανδρος 3 

Φωκίων Βαμβίς 5 

Νικόλ Χ Λιγνός 1 

Αντώνιος Βογιατζής 
Γεώργιος Βογιατζής 
Ελευθέριος Κολοκούβαρος 
Ν. Δ. Χαρτουλάρης 
Α. Κ. Χριστοδουλου 
Κ. "Αθανασιάδης 
Θεοδόσιος Μ. 'Ρηγόπουλος 
Σταμάτιος Κρίνος 
Ε• Φιωρίδης 
Ε; Α. Γρέτος 



Μιχαήλ Ι. Κουρκουτάκης 

Ν. Γεωργαντόπουλος 
Σ. Σ. 'Ροδόπουλος 
Α. Ευστράτιος 
Ε. Σαμοθράκης 
Κ. Δ. Χαλδούπης 
Π. Κ. Βωκοτόπουλος 
Β. Οικονομόπουλος 
Δ. Βεβέσης ζαχαροπλ. 
Άλέξανδ. Οικονόμου εμπ» 
Παναγ. Σ/ίαλίθρας 
Δημ. Βερδέσης 
'Αρ. Κουραμάνης φοιτ. 
Βασίλ. Κωνσταν. καπνοπ. 
Σπυρίδων Χονδροπόδης 
Στυλιανός Λιγνός 
Ι. Φραντζεσκάκης 
Βερνάρδος Κουέρτσης 
Γ. Μ. 'Ρηγόπουλος 
Νικόλαος Μοάτσος 
Σπυρίδων Πάτμιος 
Δανιήλ Λιβαίος άρχιδ. 

ΝΑΓΠΛΙΟΪ. 

Ό Σ. Άρχιεπ- Αργολίδος 

κ. Δανιήλ 
Ν. Καμαριώτης Σακελλίου 
Ιωακείμ ίερομ. Κυριαζής 
'Ανανίας ίερομ. Βουχισύνης 
Σώφρον, ίερομ. Παναγιω- 

τόπουλος 
Παν. ΜιτόπΟυλος σακελλάρ. 
Δ γ Ψαμήλας ίερ. 
Γερμανός ίερομ. Αντωνό- 
πουλος 



ΤΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 



227 



Δημ• Όλυμπίου 2 

Ίω. Καλούδης 1 

"Αγγελος Βλάχος 

ΟΙ ΕΝ ΑΡΓΕΙ. 

Γ. Οικονόμος Θεοδωρόπουλ. 
Ν. Τζελεπατιώτης σακελ. 

Δ. Γιουρουκος χαρτοφύλας 
Αδριανός Μακράς ίερ. 
Ι. Καραμπίλας ίερ. 
Σωτ. Παπαδόπουλος ίεο. 

I. Κασσιέρης Ταγματάρχης 

Της εν Μαντινεία Ιε- 
ράς Μοντ}ς Γοργοε- 
τϊηχόου. 

Καλλίστρατ. Παναγόπουλος 1 

Δαμασκηνός Φωτιάδης 
σύμβουλος 

Προκόιιιος Καρώνης ιερεύς 
εκ Τσιπιανών της Μαν- 
τινείας 

II. Αγγελόπουλος φοιτητ. 
εκ Τσιπ. της Μαντιν. 

ΜΕΓΑΛΟΓ ΣΠΙΙΑΑΙΟΓ. 
Το κοινον της Μονής 3 

Ό ηγούμενος αυτής κ. 

Πορφύρ. Αγγελόπουλος. 1 
Προηγ. Ίωνας σύμβουλος 
Προηγ. Καλλίνικος 
Αρσένιος Πολυδώρου σύμβ. 
Ίωάσαφ Πνευματικός 
Αυξέντιος Γ. Πετρόπουλος 
Συμεών Κω^ταντινίδης 



Καλλίστρ. τ:απ. Γεωργίου 1 
Γαβριήλ παπ. Νικολάου 
Γεράσιμος Παπαδόπουλος 
Σεραφείμ Άναγνώστου δι- 
δάσκαλος της Μονής 
Εύσέβιος Δ. Ματθόπουλος 

01 εν Αθήναις τελειό- 
φοιτοι και γοιτψαΐ 
της Μονής• 

Άγαθάγγελος Λεκόπουλος 

Ίεροκήρυξ Αθηνών 
Ιερώνυμος Οικονόμου 

Ίεροκήρ. 'Αργολίδος 
Νικόδ. Σακελλαριάδης Έφ. 

Ορφανοτροφείου 
Μεθόδιος ΧρυσανΟίδης 

γραφεύς της ? Ιε. Συνόδου 
Νίκανδρος Δελοΰκας Ίεροδ. 

φοιτητής 
Δαμ. Παπασπυρόπουλο; φοιτ. 
Δαμ. Χριστόπουλος φοιτ. 1 
Καλλιόπιος Δημητριάδης 
Ιερόθεος Μητρόπουλος *> 

Χαρίτων μαθητή; γυμν. Ι 

ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ. 

'Ο Σ. Έπίσκ. Καλαβρύτων 

κ. Ευθύμιο; 2 

Λέων. Ν. Χρηστίδης εκ 

Ψιλ. Κλειτορίας 1 

Παρθ. Χρονόπουλος Ίίγούμ. 

Ά γ. Αθανασίου 
Ι. Λαμπρόπουλος εκ II, 

χεατίου Κ/^ιτορίας 

1ϋ* 



228 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 



Άνδ. Γ. Κουτρουμπας εκ 

Κοκκόβας Κλειτορίας 1 

Π. Χαϊδόπουλος εκ Σουδ. 

ΓϊΘΕΙΟΓ. 

Ό Σ• Έπίσκ. Γυ9. κ Ιωσήφ 3 
Π. Κροντηράς 5- 

ΣΠΑΡΤΗΣ. 

Ό Σ. Άρχιεπ. Σπάρτης 
κ. Διονύσιος 10 

ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ. 

Ό Σ. Άρχιεπ. Μεσσην• 
κ. Προκόπιος 5 

ΠΑΤΡΩΝ, 
θεοδ. Τσιλιάνης Ιατρός 10 
Δ. Α. Κυπαρίσσης 1 

Άνας•. Στριφτόπουλος Ταγ. 
Αναστ. Αναστασίου 
'Αν. Ν. Παπαναστασίου 
Άνδ. Αθανασόπουλος 
Άνδ. Άγγελακόπουλος 
Άνδ. Αρχιμανδρίτης 
Άνδ. Αχίλλειου 
Άθ. Γ. 'Ηγούμενος Μονής 

Λαύρας 
ΆγαΟάγγελος Σφουντουρος 

ιερομόναχος 
Αργ. Παπαδάκης ίερ. 
Άρσέν. Μουλίνος ίερομ. 
Γαβριήλ Εύσταθ. ίερομ. 
Γεωρ. Βορρέας ίερ. 
Δ. Παπακωνσταντινίοης 



Δ. Κ. Κυφιώτης 1 

Εύγεν. Οικονόμου ίεροδ• 

Θεοδ, Άνδρόπουλος ■• 

Ι. Παναγιωτόπουλος 

Κ. Παπασταθόπουλος 

Κ. Γιούλης 

Κ. Δ. Παλιούρας 

Λάμπ. Γεωργακόπουλος ίερ» 

Μητροφάνης Παναγιωτό- 

πουλος ίεροδ. 
Νικόλ. Δάρμας 
Νικόδ. Ήλιάδης Ήγούμεν• 

Οσίου Λουκά 
Ν. Α. Χαλικόπουλο,ς 
Παν. ϊζαπραζλης ίερ. 
Σωτ. ΜοΟωνιός 
Φιλάρετος Π. Γιαννούλης 

ιεροδιάκονος 
Χρήστος Χρυσόπουλος 
Χρήστ. Αναγνωστόπουλος 
Γ. 'Ραυτόπουλος 
Βασίλ. 'Ραυτόπουλος 
Γρηγ. Νικολαίδ'/ις Ήγ- 

Όμολού 
Ν. Παπαδημητρίου 
Ν 1 , Β. Νικολόπουλος 
Ν. Νταρμόπουλος 
Δ. Ι. Παπαγεωργίου 
Δημοσ9. Θ. 'Ρηγόπουλος 
Δ. Πολύχρονης 
Βασ. Π. Καζαντζής 
Γ. Α• Δασκαλόπουλος 
Ι. Π. Δασκαλόπουλος 
Κ. Κωνσταντόπουλος 
1 Χ. Παπαδόπουλος 



ΤΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 



229 



'Χρήστος θψελής 1 

Χ. Μαραγγόπουλος 

ΖΑΚΪΝΘΟΓ. 

Ό Σ. Άρχιεπ. Ζακύνθ. κ. 

.Νικόλαος «> 

Δίον. Μαακόπουλος Ίεροκ. 1 
Πολύδωρος Ίατρας ίερ. 

Διονύσιος Φλαμπουριάρης 2 

Δημήτριος Βερναρδάκης 2 

ϊ. Σιδηροκαστρίτης 1 

ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ. 

Ό Σ. Μητροπ. Κεφαλληνίας 
κ. Σπυρίδων *> 

Δημ. Τόζος Μαντζαβίνος 
Ίεροκήρυξ. 1 

Σωφρόνιος ιερομόναχος 

Ν. Δρακονταειδής Άρχ'.μ. 

Δίον. Σ. 'Ραζης 

Σπυρ. ιερεύς Πεφάνης 

Παίσιος ίερ. Σβορόνος 

Στ:. Γεωρ. Δεσίλλας 
Σύγκελος 

Νικόλαος Αούζης 3 

ΙΘΑΚΗΣ. 

Ό Σ. Επίσκοπος Ιθάκης 

κ. Γαβριήλ 2 

Εύστ, Βλασσόπουλ. ίερ. 1 
Σ. Βρετος ίερ. 
Π. Σταύρακας ίερ. 
Δ. Σ. Μάναζαρης 
Β. Πήληκας 
Κ• Πιέ.ος 



Ευστάθιος Παςι\ός 1 

Δ. Ν. \Ακάκ»ος 

Ν. Δ. Σταθάτος 

Μ. Γ. Παληκας 

Γ. Γ. Δοαένικος 

Ι. Γ, Πεταλάς 

Π. Βλασσόπουλος 

Σ. Α• Φεοεντίνος 

Π. Κόκκινης 

Α. Μιχαλόπουλος 

Π. Δ. Βλασόπουλος 

Αντώνιος Σταθάτος 

Σπυρίδων Ν. θεοφυλάτος 

θεμ. Π. Μαράτος 

Σ. Γ. Μαυροκέφαλος 

Ε. Βρετός 

Παντελ. Ι. Φιαμπόλης 

Α. Άντίππας 

Δημ. Ε. Καραβιάς 

Σπυρ. Π. Βλασσόπουλος 

Διονύσιος Γ. Ζαμπέλης 

Σπυρ• Ιω. Βλασσόπουλ&ς 

Γεώο. Ε. Ποταμιάνος 

Αντώνιος Δ. Λοβέρδος 

Ε. Πεταλάς 

Δίον. Ι. Μαχαλιώτης 

Λύσανδρος Ζαμπέλης 

Κ. Πεταλας 

Ι. Ε. Πεταλάς 

Δίον. ιερεύς Δενδρινός 

Ίωαννανδρέας Βρετός 

Μάρκος Παίζης 

Δημ. Παίζης Διγενής 

Παναγιώτης Α. Τρούπος 

Παναγιώτας ί•ρ. Καλλίνικο; 



230 



ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΝΔΡΟΜΗΤΩΝ. 



Γεώργιος Δ. Καλλίνικος 
Ρϊικ. Θ. Κουτσουβέλης 
Γεώρ. Τσαπραλής 
Γεώρ. Λεκατσάς 
2ωτήριος Μεταξάς Τζανής 
Σπυρ. Α. Λεκατσάς Ίατρ. 
Α• Βλασόπουλος 
"Ανθιμος ίερομ. Σικιώτης 
θεμ. 'Ροδοθεάτος 
Κύριλλος ίερορι. Λεκατσάς 
Δίον. Σολομός 

ΛΕΓΚΑΔΟΣ. 

*0 Σ. Μητροπ. Λευκάδος 

κ. Γρηγόριος 
Γρηγ. Σούντιας ίεροα. 
Σπυρ. Βαλαωρίτης 
'Δριστ. Βαλαωρίτης 



1 



3 
6 
6 
3 



Άλ. Σταματόπουλος 
Σπυρ. Ζαμπέλης 

ΠΑΞΩΝ. 

Ό Σ. Έπίσκοπ. Παξών κ• 

Διονύσιος 
Νικ. Μακρής 

ΚΕΡΚΓΡΑΣ. 

Ό. Σ. Μητροπολίτης Κερ- 
κύρας κ. Αθανάσιος 

Άντ. Γ. Καποδίστριας 

Νικόλαος Αυλωνίτης 
ιερέας 

Ναπολέων Ζαμπέλης 

Σωκράτης Κουρής 

Αναστάσιος Λαζαράτης 

Βαπτιστής Σορδίνας 



2 

6 



2 
1 



6 
6 

1 

3 
3 
3 
3 



\ 



ΟθΆάό\ΐ\βά υδϊη9 ίΗθ ΒοοΚΚββρβΓ ρΓΟΟβδδ. 
ΝθυίΓ3ΐΐζϊπ9 &$βη\: ΐν^ηβδϊυηι Οχίόθ 
ΤΓθβίητιβηΙ Οει\β: ΜηιόΙί 2005 

ΡΓβδβΓν3ίϊοηΤθθήηοΙθ9ίβδ 

Α ννΟΠΙ-ϋ Ι.ΕΑΟΕΒ ΙΝ ΡΑΡΕΗ ΡΗΕδΕΗνΑΤΙΟΝ 

1 1 1 "ΠιοΓηεοη ΡβγΚ Οπνβ 
ΟΓβηββιτγ ΤοννηεΝρ, ΡΑ 16066 
(724) 779-21 1 1 









ο ο . 



» ν> 



ΙΙΒΡΑΠΥ ΟΡ ΟΟΝΘΠΕ55 




013 372 581 7