(navigation image)
Home American Libraries | Canadian Libraries | Universal Library | Community Texts | Project Gutenberg | Children's Library | Biodiversity Heritage Library | Additional Collections
Search: Advanced Search
Anonymous User (login or join us)
Upload
See other formats

Full text of "Hestia"

ΤΙιΐδ ΐδ α άΐ^ΐΐαΐ οοργ οί α 1)θθ]<: ΙΙιαΙ \ναδ ρΓεδεΓνεά ίοΓ ^εηβΓαΙΐοηδ οη 1ΐΐ3ΓαΓγ δΐιείνεδ ΐ36ίθΓ6 ΐΐ \ναδ οαΓβίπΙΙγ δοαππεά Ιογ Οοο^ΐε αδ ραΓί οί α ρΓθ]60ΐ 
Ιο ιηα]<:6 ΐΐΐβ \νοΓΐά'δ ΐ3θθ]<:δ (1ΐδθον6Γαΐ3ΐ6 οηΐΐηε. 

II Ιιαδ δΐίΓνΐνεά 1οη§ ©ηοπ^Ιι ίοΓ Ιΐΐ6 οοργή^ΙιΙ ίο εχρίΓε αηά Ιΐιε ΐ3θθ]<: ίο εηΙβΓ Ιΐιε ριιΐ3ΐΐο άοιηαΐη. Α ριιΐ3ΐΐο άοπιαΐη ΐ3θθ]<: ΐδ οηε ΙΙιαΙ \ναδ ηενεΓ δΐιΐ3]60ΐ 
Ιο οοργή^ΐιΐ ΟΓ \ν1ιθδ£ Ιβ^αΐ οοργή^ΙιΙ ΐ6Γπι Ιιαδ ^χρίΐ&ά. ν/Ιιούιοΐ α ΐ3θθ]<: ΐδ ΐη ΐΐιε ριιΐ3ΐΐο άοιηαΐη ηιαγ ναΓγ οοπηίΓγ Ιο οοιιηΐΓγ. Ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ΐ3θθ]<:δ 
αΓ6 οπΓ §αΐ6\ναγδ ίο ΐΐιε ραδί, τερΓεδεηΐΐη^ α \ν£α111ι οί ΙιΐδΙΟΓγ, οπΙΐιίΓε αηά ]<:ηο\νΐ£ά§£ ΐΐιαί'δ οίΐεη άΐίίιοιιΐΐ Ιο άΐδοονεΓ. 

ΜαΓίίδ, ηοΐαΐΐοηδ αηά οΙΙΐβΓ ηιαΓ^ΐηαΙΐα ρΓδδεηΐ ΐη ΐΐιε οή^ΐηαΐ νοίπηι© \νΐ11 αρρεαΓ ΐη ΐΐιΐδ βίε - α τεηιΐηάβΓ οί Ιΐιΐδ ΐ3θθ]<:'δ 1οη§ ]οιΐΓη6γ ίΓοηι Ιΐιε 
ριιΐ3ΐΐδ1ΐ6Γ ίο α 1ΐΐ3ΓαΓγ αηά βηαΐΐγ Ιο γοιι. 

υδ3§6 ^αιάεΠηβδ 

Οοο^ΐε ΐδ ρΓΟίιά Ιο ραΓίηεΓ \νΐ11ι 1ΐΐ3ΓαΓΪ6δ Ιο άΐ^ΐΐΐζε ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ηιαίεπαΐδ αηά ηια]<:£ Ιΐιεηι χνΐάεΐγ αοοεδδΐΐ^ΐε. Ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ΐ3θθ]<:δ ΐ36ΐοη§ ίο Ιΐιε 
ρυΐ^ΐΐο αηά \ν6 αΓ6 ηιοΓεΙγ ΐΙιεΐΓ οπδΐοάΐαηδ. ΝενεΓΐΙΐβΙβδδ, Ιΐιΐδ \νοΓ]<: ΐδ εχρεηδΐνε, δο ΐη ΟΓάεΓ Ιο Ι^εερ ρΓονΐάΐη^ ΐΜδ ΓεδοιίΓοε, \ν6 Ιιανο Ιαΐ^εη δίερδ ίο 
ρΓβνεηΙ αΐ3ΐΐδ6 ΐ3γ οοηιηΐ6Γθΐα1 ραΓΐΐεδ, ΐηο1ιιάΐη§ ρ1αοΐη§ ΐεοΐιηΐοαΐ ΓεδΙήοΙΐοηδ οη αιιΐοηιαΐεά ςπ^Γγΐη^. 

λν© αίδο αδ]<: ΐΐιαΐ γοπ: 

+ ΜαΙίβ ηοη-οοΜΐηβναίαΙ ιΐ8β ο/ίΗββΙβΞ λΥε άεδΐ^ηεά Οοο^ΐε Βοο]<: ΞεαΓοΙι ίον ιΐδ© ΐ3γ ΐηάΐνΐάιιαίδ, αηά \ν6 ΓεςπεδΙ Ιΐιαΐ γοιι ιίδε ΐΐιεδβ βίεδ ίον 
ρεΓδοηαΙ, ηοη-οοηιηΐ6Γθΐα1 ριίΓροδβδ. 

+ Κβ/Γαίη/Γοηι αηίοηιαίβά ρΗ6Γγίη§ Όο ηοΐ δεηά απίοηιαΐβά ςιΐβήβδ οί αηγ δΟΓΐ ίο Οοο^ΐε'δ δγδΐεηι: Ιί γοπ αΓ6 οοηάηοΐΐη^ τεδεαΓοβ οη ηιαοβΐηε 
ΐΓαηδΙαΙΐοη, ορίΐοαΐ οΚαΓαοΙεΓ τεοο^ηΐΐΐοη ογ οΙΚογ αΓοαδ \νβ6Γ£ αοοεδδ ίο α ΙαΓ^ε αηιοιιηΐ οί ΙεχΙ ΐδ βείρίπΐ, ρΐεαδε οοηίαοί ιΐδ. λΥε εηοοπΓα^ε Ιβε 
ιΐδ6 οί ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ηιαΐ6ΓΪα1δ ίοΓ ΐΚεδε ριίφΟδεδ αηά ηιαγ Ι)© αΐ)!© Ιο βείρ. 

+ Μαίηίαίη αίίήΒαίίοη ΤΚε Οοο^ΐε "\ναΐ6ΓηιαΓ]<:" γοιι δεε οη οαοβ βίε ΐδ βδδεηΐΐαΐ ίοΓ ΐηίοΓηιΐη^ ρεορίε αΐ30ΐιΙ ΐΚΐδ ρΓθ]60ΐ αηά βείρΐη^ Ιβεηι βηά 
αάάΐΐΐοηαΐ ηιαΐ6ΓΪα1δ ΙβΓΟίι^β Οοο^ΐε Βοο]<: δοαΓοβ. Ρΐεαδ© άο ηοΐ Γεηιονε ΐΐ. 

+ Κββρ ίί Ιβ^αΙ λΥβαΙονεΓ γοιίΓ ιίδε, Γ6ηΐ6ηιΐ36Γ ίΚαΙ γοη αΓ6 ΓβδροηδΐΙ)!© ίοΓ εηδίιήη^ ΙβαΙ λνβαΐ γοιι αΓ6 άοΐη§ ΐδ Ιε^αΐ. Βο ηοΐ αδδΐιηιε ίΚαΙ ]ιΐδΙ 
ΐ36οαιΐδ6 \ν6 Ι36ΐΐ6ν6 α ΐ3θθ]<: ΐδ ΐη ΐβ© ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ίοΓ πδ^Γδ ΐη Ιβ© ΙΙηΐΐεά 8ΐαΐ6δ, Ιβαΐ ΐβε \νοΓ]<: ΐδ αΙδο ΐη ΐβε ριιβΗο άοηιαΐη ίοΓ πδ^Γδ ΐη οΙβ^Γ 
ϋθΐιηΐΓΪ6δ. λνββΐβεΓ α βοο]<: ΐδ δΐΐΠ ΐη οοργή^βΐ ναήεδ ίΓοηι οοιιηΐΓγ Ιο οοιιηΐΓγ, αηά χνο οαη'ΐ οίίοΓ ^υΐάαηοο οη \νβοΐβθΓ αηγ δροοΐβο πδο οί 
αηγ δροοΐβο βοο]<: ΐδ αΐίοχνοά. ΡΙοαδο άο ηοΐ αδδΐιηιο ΐβαΐ α βοο]<:'δ αρροαΓαηοο ΐη Οοο^ΐο Βοο]<: δοαΓοβ ηιοαηδ ΐΐ οαη βο ιΐδοά ΐη αηγ ηιαηηοΓ 
αηγ\νβθΓο ΐη ΐβο \νοΓΐά. ΟοργΓΪ§βΐ ΐηίΓΪη§οηιοηΐ Ιΐαβΐβΐγ οαη βο ςιιΐΐο δονοΓο. 

Α1)οαΙ Οοο§ΐ6 Βοοίί δε^ΓοΗ 

Οοο^ΐο'δ Γπΐδδΐοη ΐδ ίο ΟΓ^αηΐζο ΐβο \νοΓΐά'δ ΐηίοΓηιαΐΐοη αηά ίο ηια]<:ο ΐΐ ιιηΐνοΓδαΠγ αοοοδδΐβίο αηά πδοίιιΐ. Οοο^ΐο Βοο]<: 8οαΓθβ βοΐρδ ΓοαάοΓδ 
άΐδοονοΓ ΐβο \νοΓΐά'δ βοοίίδ \νβΐ1ο βο1ρΐη§ αιιΐβοΓδ αηά ριιββδβοΓδ Γοαοβ ηο\ν αιιάΐοηοοδ. Υοιι οαη δοαΓοβ ΐβΓοιι^β ΐβο ίιιΠ ΐοχΐ οί ΐβΐδ βοο]<: οη ΐβο \νοβ 



αΐ |]ιίίρ : //]οοο]^3 . (:^οοα^1θ . οοιη/ 






-^ Ρ<ρ?. "//-ς^^3 



Η&τνατά ΟοΠβξβ 1 




ΡΚΟΜ ΤΗΕ Βε2υΕ5Τ ΟΡ 

δϋδΑΝ ΟΚΕΕΝΕ ΟΕΧΤΕΚ 



1 



ϋ 



Γ 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 




ΠΕΡΙ0Α1Κ0Ν ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ 



Βραβευθέν ύπό του έν Παρχσίοις Συλλόγου προς ένίσχυσχν 
των ελληνικών απουδών. 



ΤΟΜΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ 

1888 

[ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ] 



Τ1ΛΛ^^^^^^τ δρ. β— δβδέολβφτοζ: δρ. β 



ΑΘΗΝΗΣΙ 
Γ. ΚΑΣΔΟΝΗΣ, ^ΕΚΔΟΤΗΣ και ΔΙΕΤΘΤΝΤΗΣ 

1888 

ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



Α 

■^-^Γ^ / Ο 6 '! -Τ ■ 



/ΗΑάνΑβοΝ 

• |υΝΐνΕΡ;5ΙΤΥ] 

Ι-ΙΒβΑΙλΥ Ι 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



\ 



ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 



Άγορα και άριταγή γυναιχών παρά τοΓς Έλλτσι, 81, 

97, 120. 
Άεράλιθος (Ύπίρογίος), 142. 
Άεροηοριχ δια του Ατλαντικού, 398. 
ΆθηναΊ'χά Χρονικά, 409. 
•Αθηνών (Ή 6δος των), 353, 377. 
Α(ζ δορχάς, 141. 

Άνβρώπιναι φυλαι ίν ζωώδει καταστάσει, 221. 
•Αντβισαγγβλβως (Αί συγκινήσεις του), διήγημα, 209. 
Άντιγίνη (Ή) βν Δαρμστάτη, 302. 
•Αποικία (Ή ίν Κορσική Ελληνική), 1, 25, 42, 49, 

73, 90, 106, 113, 138. 174, 216, 232, 253, 267. 
•'Α^Ό τότεςι, διήγημα, 244. 
•Απρ<»ε«α (Ή), 333. 
'^^σμάτιον, 223. 
•Ασμάτιον, 335, 

Αυστραλίας (Ή έχατονταετηρίς της), 94. 
Αυτοκράτο)ρ (Ό νέος), 161,185. 

Βάζο (Τ^ ραγισμένο), ποίημα, 31. 

»ϊίομηχανίαι (ΆρτιγενεΓς ελληνικαί), 344. 

Βίσμαρκ (Ή οιχία του), 327. 

Βονωνία, 380. 

Βοτάνι [Το] της αγάπης, 68, 85, 100, 116, 129, 

149, 164, 181, 198, 218. 
Βράτζα (Έπεισύδιον του βίου του), 190. 
Βροχαι αίματος, 287. 
Βροσώτης (Θανάσης), διήγημα, 234. 
Βύρωνα (Ποίημα εις) Κωνσταντίνου Νιχολοπούλου, 110. 

Γάμων (ΠρακτορεΓα), 316. 
Γλάδσωνος (Είς θαυμαστής του), 111, 
Γουλιέλμος ίΌ αυτοκράτωρ), 305. 
Γουλιέλμου (Γνωμικά του αύτοκράτορος), 207. 
Γουλιέλμου ( Ανέκδοτα περί τοΟ αυτοκράτορος), 190, 237. 
Γυναικεία διοίχησις, 335. 

Δάρβιν (Ό Κάρολος), 11, 28, 44. 

Διάκου (ΊστορικαΙ σημειώσεις περί Αθανασίου), 283. 

Δουμα (^Ανέκδοτα περί) 255. 

Ειδύλλιον (Βασιλιχόν), 109. 

ΕΊκοσΙπενταετηρις της βασιλείας Γεωργίου του Α', 177 
Έκατονταετηρις (Έ) της Αυστραλίας, 94. 
•Εκδρομή (Νέα) εις τον Β^ρειον Π6λον, 125. 
Ελλάδος (Έκ των περί) εσχάτως γραφέντων, 193 
'Ελλάς (Ή) εν τη Παγκοσμίω εχΟέσει του 1878, 77, 
93, 124. • ' ' • 

Ελληνική γλώσσα (Ή) εν ΌλλανδΙςι, 225. 

Έπανόρθωσις, 269. 

•Επιστολή ('Η κλαπβισα), διήγημα, 228. 

'Ερημόνησο (Τό), ποίημα, 63. 

Εσπερίδες (Δύο) της εν Έρμουπ^λει Αέσ/ης ιΈλλά 

οος», 386. 
•Εστίας» (Κ^ίσις περί της), 337. 

Ζαππείου (Περί του) ιδρύματος, 17. 

Ζωγράφειος Ελληνική Βιβλιοθήκη, 401. 

Ζωγράφοι και πρότυπα, 345. 

ΖφολογΙα (Ή) των τάφων, 351. 

Ζώων (Ή νοημοίτύνη των), 14, 159. Γ 



Ηλεκτρικά περίεργα, 61. 

Ηλεκτρικού φωτός (Χρήσις του) εν τψ κυνηγίω, 286. 

ΉΧ^χτροψόρος (Γυνή). 158. 

'Βμερολ^,^οχ} (Μεταρρύθμισις του), 60. 

Θαλάσσης (Ό άήρ καΐ τα λουτρά, της), 381, 
Θρόνος (Πανάρχαιος Αιγυπτιακός), 334. 

•Ισλανδική Φιλολογία, 126, 
Ιστορικά ανέκδοτα, 365. 

Καίρη (Ήμερολόγιον Θεοφίλου), 369. 
Κάμηλος (Ή) καΐ ή οπή της ^αφίδος, 15. 
Καρφίς λαιμοδέτου ψάλλουσα, 79. 
Κλαρετή (Ιούλιος), 257. 
Κοιμώμεθα (Πώς πρέπει νά), 111. 
Κορσική (Έ εν) Ελληνική αποικία, 1, 25, 42, 49, 
73, 90, 106, 113, 138, 174, 216, 232, 253, 267. 
Κρίσεις νεκρού, 78. 
Κροίσοι νεώτεροι, 349. 
Κύνες λαθρέμποροι, 268. 
Κύνες (01 στρατιωτικοί), 363. 
Κύων μελομανής, 318. 

Αίμικρος (Παύλος), 65. 

Λεύκωμα (Είς το) της Κας •'* (ποίημα), 399. 
Λεωπούλου (Οικογένεια) εν Μιστρςί, 205. 
Λουτρά της θαλάσσης (Ό άήρ καΐ τά), 381. 
Λύχοι (Οί) των Καρπαθίων, διήγημα, 139. 

Μαντίλιον (Το κίτρινον), 158. 

Μάτια σου ('Σ τά), ποίημα, 255. 

Μαχητών! (Βικοσιτέσσαρα εκατομμύρια), 319. 

Μεγάλη του Γένους Σχολή, 33. 

Μεταρρύθμισις του Ημερολογίου, 60. 

Μητρός ('Βπι Λευκώματος),* ποίημα, 287. 

Μοιρολόγια της Ρούμελης, 95. 

Μόλτχε (Ό στρατάρχης), 238. 

Μοναχοί (^Άλαλοι), 206. 

Μονάχοι χαΐ στρατιώται, 273, 289. 

Μουσικής (Περί της Εκκλησιαστικής), 241. 

Μυθολογίας (ΣχηναΙ έ» της Ελληνικής), 385. 

Νεοελληνική ποίησις (Έ) εν τη Έσπερίςι καΐ ιδίως έν 

Ούγγαρίςι, 361. 
Νοημοσύνη τών ζφων, 14, 159. » 

Νυκτερίδες αίμοδιψεΓς, 382. 

Οικογένεια αρχαία εν Μιστρςί, 205• 
'Ολυμπιακή εκθεσις, 344. 
Όρισμοι (ΆληθεΓς), 63. 
•Ορφανή (Ή), ποίημα, 143. 

Πένθη (Αυλικά), 207. 

Ποίησις (Έ νεοελληνική) έν τη 'Εσπερίςι καί Ιδίως εν 

Ούγγαρίςι, 361. 
Πόλον (Νέα εκδρομή εις τον βόρειον), 125. 
ΠρακτικαΙ γνώσεις. Διόρθωσις έσχισμένων ενδυμάτων, 

ΠροδρομΓται (01), 251. 

Προιχοσύμφωλ^ Ναξιακ^ν του 1533, 58τ> τ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



^^-τ-^τι — ι Οι '! -\ — 



• ΙυΜ!νΕΡ.5ΙΤΥ| 
ι Ι,ΙΒβΑΙλΥ Ι 



"^ οίοίΐίζβϋϋνΟοο^Ιε 



ι 



ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 



Άγβρά και αρπαγή γυναιχών παρά τοΓς Έλλτσι, 81, 

97. 120. 
•Αερόλιθος (Ύιζίρογίος), 142. 
Άβροπορίχ δια του Άτλαντιχου, 398. 
Αθηναϊκά Χρονιχά, 409. 
•Αθηνών (Ό 6δος των), 353, 377. 
Α{ζ δορχάς, 141. 

*Ανθρώπιναι φυλαι εν ζωώδει χαταστάσει, 221. 
•Αντεισαγγελίως^ (ΑΙ συγχινήσεις του), διήγημα, 209. 
Αντιγόνη (Ή) •ν Δαρμστάτη, 302. 
Άκοιχία (Ή εν Κορίτιχη Ελληνική), 1. 25, 42, 49, 

73, 90, 106, 113, 138, 174, 216, 232, 253, 267. 
•Άπο τότεζΐ, διήγημα, 244. 
•Απρ<κχεξΙα (Έ), 333. 
'^^σμάτιον, 223. 
•Ασμάτιον, 336, 

Αυστραλίας (Ή έχατονταβτηρίς της), 94. 
Αύτοκράτο)ρ (Ό νβος), 161, 185. 

Βάζο (Το ραγισμένο), ποίημα, 31. 

Ηίομηχανίαι (ΆρτιγενεΓς ελληνικαί), 344. 

Βίσμαρκ (Ή οικία του), 327. 

Βονωνία, 380. 

Βοτάνι (Το) της αγάπης, 68, 85, 100, 116, 129, 

149, 164, 181, 198, 218. 
Βράτζα (Έπεισόδιον του βίου τοΐί)^ 190. 
Βροχαι αϊ'ματος, 287. 
Βρυσώτης (Θανάσης), διήγημα, 234. 
Βύρωνα (Ποίημα εις) Κωνσταντίνου Νιχολοπούλου, 110. 

Γάμων (ΠραχτορεΓα), 316. 
Γλάδσωνος (Είς θαυμαστής του), 111. 
Γουλιέλμος (Ό αυτοκράτωρ), 305. 
Γουλιέλμου (Γνωμικά του αύτοχράτορος), 207. 
Γουλιέλμου (Ανέκδοτα περί τοδ αυτοχράτορος), 190, 237. 
Γυναικεία διοίκησις, 335. 

Δάρβιν (Ό Κάρολος), 11, 28, 44. 

Διάκου (Ιστορικά Ι σημειώσεις περί *Αθανασίου), 283. 

Δουμα (Ανέκδοτα περί) 255. 

Ειδύλλιον (Βασιλικόν), 109. 

ΕΙχοσίπενταετηρις της βασιλείας Γεωργίου του Α', 177 
Έκατοντα»τηρις (Ή) της Αυστραλίας, 94. 
Εκδρομή (Νέα) είς τον Βόρειον Π6λον, 125. 
'Ελλάδος ('Βχ των περί) εσχάτως γραφέντων, 193 
Ελλάς (Ή) εν τη Παγκοσμίω εκθέσει του 1878, 77, 

93, 124. 
Ελληνική γλώσσα (Ή) εν Όλλανδί(3ΐ, 225. 
ΈπανόρΟωσις, 269. 

•Επιστολή (Έ κλαπβΓσα), διήγημα, 228. 
Έρημόνησο (Τό). ποίημα, 63. 
Εσπερίδες (Δύο) της εν Έρμουπ6λει Λέσ/ης ιΈλλά 

Ζο^9, 386. 
•*Εστ{ας• (ΚρΙσις περί της), 337. 

Ζαππείου (Περί τοΟ) ιδρύματος, 17. 
Ζωγράφειος "Ελληνική Βιβλιοθήκη, 401. 
Ζωγράφοι και πρ4τυπα, 345. 
Ζφολογία (Ή) των τάφων, 351. 
Ζώων (Ή νοημοσύνη των), 14, 159. 



Ηλεκτρικά περίεργα, 61. 

Ηλεκτρικού φωτός (Χρήσις του) εν τψ κυνηγίω, 286. 

'ΒΧί^ίτροψόρος (Γυνή). 158. 

"Ημερολογίου (Μεταρρύθμισις του), 60. 

Θαλάσσης (Ό άήρ χαΐ '^ά Χουχρα της), 381, 
θρόνος (Πανάρχαιος Αιγυπτιακός), 334. 

•Ισλανδική Φιλολογία, 126, 
Ιστορικά ανέκδοτα, 365. 

ΚαΓρη (*ϋμερολόγιον Θεοφίλου), 369. 
Κάμηλος (Ή) χαΐ ή οπή της ^αφίδος, 15. 
Καρφίς λαιμοδετου ψάλλουσα, 79. 
Κλαρετή (Ιούλιος), 257. ^ 
Κοιιχώμεθα (Πώς ποέπει νά), 111. 
Κορσική (Έ εν) Ελληνική αποικία, 1, 25, 42, 49, 
73, 90, 106, 113,138,174, 216, 232, 253, 267. 
Κρίσεις νεκρού, 78. 
ΚροΓσοι νεώτεροι, 349. 
Κύνες λαθρέμποροι, 268. 
Κύνες (01 στρατιωτικοί), 363. 
Κύων μελομανής, 318. 

Αίμ^ρος (Παύλος), 65. 

Λεύκωμα (Εις το) της Κας "* (ποίημα), 399. 
Λεωπούλου (Οικογένεια) εν Μιστρςί, 205. 
Λουτρά της θαλάσσης (Ό άήρ χαΐ τά), 381. 
Λύκοι (Οί) των Καρπαθίων, διήγημα, 139. 

Μαντίλιον (Το κίτρινον|, 158. 

Μάτια σου ('Σ τά), ποίημα, 255. 

Μαχητών! (Εικοσιτέσσαρα εκατομμύρια), 319. 

Μεγάλη τοΟ Γένους Σχολή, 33. 

Μεταρρύθμισις του Ημερολογίου, 60. 

Μητρός (ΈπΙ Λευκώματος)," ποίημα, 287. 

Μοιρολόγια της Ρούμελης, 95. 

Μόλτκε (Ό στρατάρχης), 238. 

Μοναχοί ("Αλαλοι), 206. 

Μονάχοι καΐ στρατιώται, 273, 289. 

Μουσικής (Περί της Εκκλησιαστικής), 241. 

Μυθολογίας (ΣκηναΙ εχ της Ελληνικής), 385. 

Νεοελληνική ποίησις (Ή) εν ττ) *Εσπερίςι χαΐ Ιδίως «ν 

Ούγγαρίςι, 361. 
Νοημοσύνη τών ζώων, 14, 159. • 

Νυχτερίδες αίμοδιψεΓς, 382. 

Οικογένεια αρχαία εν Μιστρ^ί, 205. 
Όλυμπιακή εκθεσις, 344. 
ΌρισμοΙ (ΆληθεΓς), 63. 
Όρφανή (*Η), ποίημα, 143. 

Πένθη (Αυλικά), 207. 

Ποίησις (Έ νεοελληνική) εν τη Έσπερί^ καί Ιδίως εν 

Ούγγαρί(ϊΐ, 361. 
Πόλον (Νέα εκδρομή βις τον β^ρειον), 125. 
ΠρακτιχαΙ γνώσεις. Διόρθωσις έσχισμένων ενδυμάτων, 

304. 
ΠροδρομΓται (01), 251. 
Προιχοσύμφωλ^ Ναξιακ^ν του 1533, 5&τ-^ τ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν:^οο^ι^ 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 





ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΣΪΓΓΡλΜΗΑ 

Βραβευθέν ύπό τον έν Παρχαίοις Συλλόγου προς ένίσχυαιν 
των ελληνικών οτπουδών. 



ΤΟΜΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ 

1888 

[ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ] 



ΤΧΛΛΛ,ΤΛΧ ΔΡ. Β— ΔΒΔΈΣΜΒΧΤΟΖ: ΔΡ. 8 



ΑΘΗΝΗΣ1 
Γ. ΚΑΣΔΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΤΗΣ και ΔΙΕΓΘΤΝΤΗΣ 

1888 

ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



"/Α 



• |υΝΐνΕΡ,5ΙΤΥΐ 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



\ 



ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 



Άγβρα χαΐ αρπαγή γυναιχών παρά τοΓς Έλλγισι. 81, 

97, 120. ^ ' 

Άβρόλιθος (Υπέρογκος), 142. 
Αεροπορία δια του Άτλαντιχου, 398. 
Αθηναϊκά Χρονικά, 409. 
•Αθηνών (Ή έδος των), 353, 377. 
Α (ξ δορκάς, 141. 

Άνθρώπιναι φυλαΐ εν ζωώδει χαταστάσει, 221. 
Άντεισαγγελβως (ΑΙ συγκινήσεις του), διήγημα, 209. 
Άντιγ^η (Ή) εν Δαρμστάτη, 302. 
■Αποικία (Ή εν Κορσιχτ^ Ελληνική), 1, 25, 42, 49, 
^ 73, 90, 106, 113, 138, 174, 216, 232, 253, 267. 
«Άπο τάτες», διήγημα, 244. 
•Απροσεξία (Έ), 333. 
'^σμάτιον, 223. 
•Ασμάτιον, 335, 

Αυστραλίας (Ή έχατονταετηρίς της), 94. 
Αυτοκράτωρ (Ό νέος), 161, 185. 

Βχζο (Το ραγισμένο), ποίημα, 31. 
-Ηίομηχανίβι (ΆρτιγενεΓς έλληνιχαί), 344, 
Βίσμαρκ (Ή οικία του), 327. 
6ονωνία« 380. 
Βοτάνι (Τ^) της αγάπης, 68, 85, 100, 116, 129, 

149, 164, 181, 198, 218. 
Βράτζα (Έπεισύδιον του βίου του), 190. 
ΒροχαΙ αίματος, 287. 
Βροσώτης (Θανάσης), διήγημα, 234. 
Βύρωνα (Ποίημα εις) Κωνσταντίνου Νιχολοπούλου, 110. 

Γάμων (ΠραχτορεΓα), 316. 
Γλάδσωνος (ΒΙς θαυμαστής του), 111. 
Γουλιέλμος (Ό αυτοκράτωρ), 305. 
Γουλιέλμου ί Γνωμικά του αύτοκράτορος), 207. 
Γουλιέλμου ( Ανέκδοτα περί του αυτοκράτορος), 190, 237. 
Γυναικεία διοίχησις, 335. 

Δάρ€ιν (Ό Κάρολος), 11, 28, 44. 

Διάκου ( ΙστορικαΙ σημειώσεις περί Αθανασίου), 283. 

Δουμα (^Ανέκδοτα περί) 255. 

Βιδύλλιον (Βασιλιχόν), 109. 

Εικοσΐπε-Λαετηρις της βασιλείας Γεωργίου του Α', 177 
ΈχατονταετηρΙς (*Η) της Αυστραλίας, 94. 
•Εκδρομή (Νέα) εις τον Β<5ρειον Πόλον, 125. 
'Βλλάδος ('Βκ των περί) εσχάτως γραφέντων, 193 
Ελλάς (Ή) έν τ>) Παγκοσμίω εκθέσει του 1878, 77, 

93, 124. 
Ελληνική γλώσσα (Ή) εν Όλλανδί(3ΐ, 225. 
'Επανόρθωσις, 269. 

•Επιστολή (Ή κλαπβΓσα), διήγημα, 228. 
Έρημόνησο (Τό), ποίημα, 63. 
'Εσπερίδες (Δύο) της εν Έρμουπίλει Αέσ/ης ιΈλλά 

6ος», 386. 
•Εστίας» (Κρίσις περί της), 337. 

Ζαππείου (Περί του) ιδρύματος, 17. 
Ζωγράφειος Ελληνική Βιβλιοθήκη, 401. 
Ζωγράφοι και πρ^υπα, 345. 
Ζφολογία (Ή) των τάφων, 351. 
Ζώων (Ή νοημοσύνη των), 14, 159. 



Ηλεκτρικά περίεργα, 61. 

Ηλεκτρικού φωτός (Χρήσις του) έν τφ κυνηγίω, 286. 

Ηλεκτροφόρος (Γυνή). 158. 

^ΗμεροΚο^ου (Μεταρρύθμισις του), 60. 

Θαλάσσης (Ό άήρ χςιΐ τα λουτρά της), 381, 
Βρό'Φος (Πανάρχαιος Αιγυπτιακός), 334. 

•Ισλανδική Φιλολογία, 126, 
Ιστορικά ανέκδοτα, 365. 

ΚαΓρη ('ϋμερολόγιον Θεοφίλου), 369. 
Κάμηλος (Ή) και ή οπή της ραφίδος, 15. 
Καρφίς λαιμοδέτου ψάλλουσα, 79. 
Κλαρετή (Ιούλιος), 257. 
Κοιμώμεθα (Πώς πρέπει νά), 111. 
Κορσική (Έ έν) Ελληνική αποικία, 1, 25, 42, 49, 
73, &0, 106, 113,138,174, 216, 232, 253, 267. 
Κρίσεις νεκρού, 78. 
ΚροΓσοι νεώτεροι, 349. 
Κύνες λαθρέμποροι, 268. 
Κύνες (01 στρατιωτικοί), 363. 
Κύων μελομανής, 318. 

Ααμτίρος (Παύλος), 65. 

Λεύκωμα (Είς το) της Κας *** (ποίημα), 399. 
Λεωπούλου (Οικογένεια) έν Μιστρςί, 205. 
Λουτρά της θαλάσσης (Ό άήρ χαι τά), 381. 
Λύκοι (0•) τών Καρπαθίων, διήγημα, 139. 

Μαντίλιον (Το χίτρινον), 158. 

Μάτια σου (*Σ τά), ποίημα, 255. 

Μαχητών! (Είκοσιτέσσαρα εκατομμύρια), 319. 

Μεγάλη του Γένους Σχολή, 33. 

Μεταρρύθμισις του Έμερολογίου, 60. 

Μητρός (ΈπΙ Λευκώματος),* ποίημα, 287. 

Μοιρολόγια της Ρούμελης, 95. 

Μόλτκε (Ό στρατάρχης), 238. 

Μοναχοί ^Αλαλοι), 206. 

Μονάχοι χαΐ στρατιώται, 273, 289. 

Μουσικής (Περί της ^Εκκλησιαστικής), 241. 

Μυθολογίας (ΣκηναΙ έκ της Ελληνικής), 385. 

Νεοελληνική ποίησις (Έ) έν τή 'Εσπερίςι κχΐ ιδίως έν 

Ούγγαρίςι, 36 1. 
Νοημοσύνη τών ζφων, 14, 159. » 

Νυκτερίδες αίμοδιψεΓς, 382. 

Οικογένεια αρχαία εν Μιστρςί, 205. 
Όλυμπιακή εκθεσις, 344. 
ΌρισμοΙ (ΆληθεΓς), 63. 
•Ορφανή (Ή), ποίημα, 143. 

Πένθη (Αυλικά), 207. 

Ποίησις ('Β νεοελληνική) έν ττ) Έσπ«ρί^ καΐ ιδίως έν 

Ούγγαρίςι, 361. 
Πόλον (Νέα εκδρομή εις τον βόρειον), 125. 
ΠρακτικαΙ γνώσεις. Διόρθωσις έσχισμένων ενδυμάτων, 

304. 
ΠροδρομΓται (01), 251. 
Προιχοσύμφωλ^ Ναξιακ^ν του 1533, 5&^ τ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



/ 



Προσθήκη βίς τα γραφίντα περί των ίν Κορσιχτ) Ελ- 
λήνων, 367. 

Ραγισμένο (Το) ράζο, 31. 

ΣημβιώΜίς. Παγχόσμιθ< Ισραηλιτική 'ΑΒβλφ^της 
16.-^Δώρα αποσταλέντα τω ΪΙόίΈφ βπΐ τω ΙωβιλαΙω αυ- 
τού, 32. — Ή πάνΟηρ της Σάρας Βερνάρ, 32. — Δια- 
θήκη ιδιότροπου "Αγγλου, 47. — Χρησιμοποιησις του 
τηλεφώνου «ν τοΓς αγγλικοις νοσοκομείοις, 47. — *Ανέχ• 
δοτον, 48. — Δώρα προς τον αύτοχρατοριχΌν πρίγχιπα 
της Γερμανίας, 48. — Φωτισμός του πυΟμένος της θα- 
λάσσης, 48. — Άνέχδοτα περί Σχωτίας, 48. — Δώ• 
ρον έπΙ τη ειχοσιπενταετηρίδι των γάμων του πρίγχιπος 
της Ούαλλίας, 63. — *ϋ ταπεινότερα θερμοκρασία της 
γης, 64. — Ή πρώτη χρήσις της λέξεως μιχρ^φωνον, 
64. — ΈχατονταετηρΙς της συστάσεως του •Χρ6νουι 
του Λονδίνο-», 64. — θέατρα εν Λονδίνω, 64 — Πα- 
ράσημα του διαδόχου της Γερμανίας, 64, — Γάμοι εν 
Πρωσσίςι, 64. — Χορεύτρια κωφάλαλος, 64. — Ήναέ- 
ριον ανάκτορον, 80. — Βόστρυχος έχ τριχών της κεφα- 
λής τβυ Ροβεσπιέρρου, 80. — Επισκέψεις της Α' του 
ίτους εν Βουχουρεστίφ, 80. — 'Ιστιοφόρον ποδήλατον, 
80. — Έ πόλις τών Παρισίων εν τη παγκοσμίω εκ- 
θέσει τβϋ 1889, 80. — 01 παρασημοφόροι, 96. — Ετη- 
σία παραγωγή γάλαχτος εν Έλβετίςι, 96.— Ό «Μέγας 
Ανατολικός», 96. — Άνέχδοτον περί Μαχέ, 96. — 
Ηλεκτρική λέμβος, 112. — Ή 6μίχλη του Λονδίνου, 
112. — Σταυροφορία κατά τών περιστερών, 112. — 
ΉλεκτριχαΙ λυχνίαι καί μηχαναί ένΓερμανίςι, 112. — 
Οί μύρμηχες ώς έδεσμα έν Αφρική, 127. — Νέα 
χρήσις τηλεφώνου, 127. — Άνέκδοτον περί του βασι- 
λέως Λουδοβίκου της Βαυαρίας, 128. — ΓυναΓκες Ια- 
τροί έν Αμερική, 128. — Νέα εκδοσις περί του γένους 
του μεγάλου Ναπολέοντος, 128. — Μοναστήρια έν Αύ- 
στρίςι. 128. — Ή χαρατόμησις τών πετεινών έν Βοε- 
μί^9 144. -- Τηλεγραφική συγκοινωνία έν Ελλάδι^ 144. 
— Δικηγόροι έν Γαλλίςι, 144. — Κιβδηλοποιοί έν* Ισπα- 
νία, 144. — Άνέκδοτον πβρι Ταλλεϋράνδβυ, 144. — Οι 
ρ^ηορτΒρ τοίϊ «Χρόνου», 160. — θεραπεία της φθί- 
σεως, 160. — Άνέχδοτον περί του Πάπα Λέοντος ΙΓ', 
160. — Έπίδρασις τών δασών εις τήν βροχήν^ 176. — 
Δηλητηρίασις δια χβιροκτίων, 176. — *ΑριΟμος τών 
τυφλών χαΟ' δλην τήν γήν, 176.— Ευτυχής μάγειρος, 
191. — Άνέκδοτον π»ρΙ ΣαδΙ-Καρνώ, 192. — Σύλ- 
λόγος έγκρατείας, 192. — Στατιστική ξένων εν Ρωσ- 
σίςι, 192. — Τα θαυμάσια της τηλεγραφικής, 192. — 
'^Αχ^ον περί του Άραγώ, 208. — Παραγωγή του 
χρυσού έν Βενεζουέλα, 208. — ΚαταστροφαΙ φυλλοξήρας 
έν Γάλλί^, 208. — Πληθυσμός τής Ρωσσιχής αύτο- 
χρβτορίας, 208. — Άσπις κατά τών σφαιρών, 208. — 
Διάδοσις τής βολαπουκικής γλώσσης, 224. — Αλιεία 
όνίσκων έν Νορβηγία, 224. — Κίνησις έν τοΓς γαλλι• 
κοΐς ταχυδρομείοις, 224. — Παλαιοί οίνοι έν Βρέμη, 
289. —Στατιστική ατμομηχανών, 239. — Άνέκδο- 
τον περί του Μαυρικίου φον Μόλ, 239. — ΊΙ έν 6})&γ- 
1οϋβη1)αΓβ: μαυσωλεΓον^ 240. — Άερόλιθος εν Ρωσσίςι, 
240. — Παραγωγή γαιανθράκων έν διαφόροις χώραις, 

255. — Πρωτότυπος στατιστική, 256. — Άνακάλυψις 
λαθρεμπόρου, 256. — Τροποποίησις του ημερολογίου, 

256. — Οί πνευματισταί, 271. — Ό Γερμανικός στρα- 
τός, 272. — Το οινόπνευμα καΐ το Ιγκλημα, 272. —Το 
εκ τής παγκοσμίου άλιεί«ς εισόδημα, 272 — Έ αΓσθησις 
παρά τοις χαρατομουμένοις, 288. — Όδόντες άδαμαν- 



τοχόλλητοι, 288. — Ό ΦρειδερΓκος κατά τον Δανικονπό- 
λεμον, 288. — Αγράμματοι έν Ίταλίςι, 304 — Πώλησις 
καθεχλών μεγάλων ανδρών, 304. — Συννεφ2ά έχ στίφους 
περιστερών, 304. — "Ελαφοι λυσσαλέαι, 320. — Έργα- 
σίαι προς διόρυξιν του ισθμού τής Κορίνθου, 320. — "Εκθε- 
σις ταπήτων τών Γοβελίνων, 320. — Δωρεά τών Κυριών 
τής Βατιγχτώνο; ίίρος τους Παρισίους, 320. — Πλαγγόνες 
όμιλοίίσαι, 336. — Παρατηρήσεις περί τής ασυμμετρίας 
του προσώπου, 336. — Το ελαιον τών γιγάρτων, 336. 

— Άνέκδοτον περί Βίσμαρχ, 336. — Περίφημοι μονο- 
μαχίαι, 352. — Κίνησις του πληθυσμού τής Σινι- 
κής, 352. — Οί συμβάννες πόλεμοι άπο τής 16ης έκα- 
τονταετηρίδος, 367. — Στατιστικαί πληροφορίαι περί 
Ρωσσίας, 368. — Στατιστική τών σιδηροδρόμων, 368. 

— Το χρανίον του Δονιζέττη, 383. — Πίστις τών Α- 
ράβων περί άερολίθων, 383. — Εύνοια τής τύχης έν 
λαχείω, 383. — Πόθεν ή ονομασία τής Αμερικής, 
884. — Νοθεία του γάλαχτος έν Όλλανδίςι, 384. — Κατα- 
γ(ϋγή του Ζουλφικοιρ πασσά, 384. — Άνέχδοτον περί 
Μονσελέ, 384. — το μυστικόν τής κατασκευής τ^,ν 
περσικών ταπήτων, 400. ^Το κρατητήριον τών ζψων 
έν Παρισίοις, 400 — *Έντομα έπι του Ισ^ου του Πα- 
ναμά, 400. — Το μεγαλείτερον ί\€\ί6ροχο^^ 400. -^ 
Τύποι οίχιών διαφόρων εποχών, 400. — *Η συναίσΟη- 
σις του καθήκοντος παρά τοΓς κυσί, 416. — Διαφορά 
τής οσφρήσεως μεταξύ ανδρών χαί γυναικών, 416 — 
Διόρυξις του ίσθμου το£ί Περεκώπ, 416. 

Σιδηρόδρομοι (Ηλεκτρικοί), 223, 415. 

Σιδηρόδρομος (Ό ύπερκάσπιος), 397. 

Σπόννεκ, 145. 

Στρατηγός (Ό), 95. 

Στρατοί (Τί στοιχίζουν οί), 189. 

Στρεβλωθεϊσα ΰπαρξις, διήγημα, 6, 20, 36, 51. 

Σύζυγος (Ό) δύο γυναικών, 62. 

Συλλέχται (Παράδοξοι), 270. 

Συνεργασία (Παράδοξος), 222. 

Συστατικά (Τα) του ανθρώπου, 238. 

Σχολή (Μεγάλη του Γένους), 33. 

Τάφων (Ή ζωολογία τών), 351. 
Τηλεφώνου (Ι^^ατακτήσεις του), 115. 

Υποψήφιος (Ο), μυθιστόρημα, 260, 278, 293,309,321 , 
338, 356, 370, 391, 405. 

Φιλεργία (Ή) τών Χοενζόλλβρν, 207. 

Φίλη (Ή αρίστη) τών νεανίδων, 299, 313, 331. 

Φιλοσοφία (Πρακτική), 16, 32, 47, 63, 80, 96, 112, 
127,143, 160, 176, 191,208,224, 239, 255,271, 
288, 304, 319,335, 367,383, 399, 415. 

Φίλυπνον (Είς), ποίημα, 111. 

ΦοίΜσσαιΕύριπίδου, έξ αναγνώσεως Δ. Ν. Βερναρδάκη, 
βιβλιογραφία, 401. 

Φρειδερίκου Β' (Έκ του βίου του), 414. 

Χελιδόνες (Αί), 348. 
Χοενζόλλερν (Έ φιλεργία τών), 207. 
Χρονικά (Αθηναϊκά), 409. 
Χωρικός καΐ Άλουπου, μύθος, 352. 
Χωρισμός (Αιώνιος), ποίημα, 270. 

Ψεύδους (Άνάλυσις χαί ταξινόμησις το(>), 135, 153» 
169, 202. ^ . 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



Αριθ. 627 — Λβπτά ε?κοαι πέντε. 



IX ο Σ ΙΓ•'. 





ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΤΡΙΑΚΗΝ 



τουτι- 
ίως η- 
ϋλοι οι 

?οΰτο, 

τών 
τΙ- 

\ως 
ών 



Τ6μο« ΚΕ^ 






5 "Ιανουαρίου 1888 



\ν 



Η ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 



ΧΧνθ.ΑϋΟΓΌ23 



*0 εν Μασ9αλΙ(^ ^ιακ6χρΐ(ΐίνος &|Αογ€νης ια- 
τρός χ. Σταύρος Μεταζας, μαθών τυχαίως οτι 
ίν Κορσιχγ) ύπήρχεν αποικία τις ελληνική, 
χολλά σηι^εια ζωής ελληνικής εισέτι ίιατηροΰ- 
7«, το 1883 ρ,ετέβη εκεϊ δπως εκ του σύνεγ- 
γυς ίίι^ι την έλληνικην ταύτην άίτοικίαν. Βα- 
θέως ίέ συνεκινήθη 8ταν, εν τφ δλως ξένφ του- 
τφ τόπφ, εΰρεν ανθρώπους δ{Αΐλοΰντας την 
γλώσσάν του και ύπο καθαρώς ελληνικών αΐ- 
σθηρ,άτων ε(Αφορου(χένους. 

Ή ηθική αυτή ηίονη τον παρεκίνησε να 
μεΐνγ) εν τψ (χεσφ τών αγνώστων τούτων δ(Λο- 
γενών του περισσοτερας, τών δσας ήίύνατο νά 
αιαθεση, η|Λερας. Καθ' δλον ίί το ίιάστη(ΐα 
της εχεκΟι ^ιαριονής του (λία καΐ η αύτη πάντο- 
τε 9<>>^^ ηκούετο περί αυτόν : Ίχαγ&ς μίν όΐδ' 
ζηρή&ημβτ μίχρ^ ζοϋόδ' αΛΛ* βίς ν6 έζής^ I- 
ηκα χοΛΛών χαΐ όιαφόρωτ Μγωτ^ αναχό^ΒΌ^ 
χζος μ&ζ άταμίγΒί ή συγχώτευσις μΒΤα του 
ΚορσιχαηχοΌ σχοιχείου, *Η τύχη των βυ τ^ 
Κάτω *ΙταΜψ χαΐ ίγ ΣιχβΜ(}. ίγχατασταθΒΐ- 
σϋγ^ μΒτά Γ^ οΛωσ^γ τήζ Κωγσταγτίγουχό' 
Λω^, έΛΛηγιχ&γ άηοιχιωτ^ όϊγ ΧΒίται τίοΜ 
μαχράγ καΐ ήμώγ αυτωγ. 

Την άλήθειαν ίί ταύτην ίέν ηργησε και αυ- 
τός δ ΐίιος (Αετά λύπης καρδίας νλ κατα- 
νόηση. 

Συνήθως οι άνθρωποι άρχίζουσι νά σκέπτων- 
ται περί θεραπείας τών κακώς κεΐ(χενων, δταν 
ταύτα φθάσωσιν εΙς το εσχατον σηριεΐον. Οί εν 
ΚαρυαΙς ^[Λογενεΐς ηριών, από τίνος χρόνου 
βλέποντες προσεγγίζοντα τον άναπόφευκτον 
ολεθρόν των, ήρχισαν σπου^αίως ν* άνησυχώσι 
περί αύτου. "Οταν ίέ ανεγνώρισαν εν τφ προ- 
σώπω του κ. Σ. Μεταζα £νθρωπον γενναίως 
|&εριρ.νώντα υπέρ της καθόλου ελληνικής εκπαι- 
δεύσεως, ίίν έ^ίστασαν νά τον παρακαλέσουν 
Γν* φροντίση καΐ ύπερ αυτών. Ό κ. Σ. Μετα- 



των ύπερ τής έκριαθήσεως της (χητρικής των 
γλώσσης, τοις ύπεσχεθη βτι θά επραττεν ύπίρ 
αυτών πάν δ,τι τφ ητο ίυνατόν. Έπι τούτφ ίέ, 
(λετ3ι παρελευσιν χρόνου τινός, εύρων τον φιλο- 
γενέστατον δ(λογενή κ. Χρηστάκην Ζωγράφον, 
συνεννοήθη [Λετ* αύτου και απεφασίσθη ίνα οί 
^ύο ούτοι σπεύσωσιν εις βοήθειαν τών εν Κορ- 
σική δμόγενών των. Συνεφώνησαν λοιπόν ϊνα 
και οί ^ύο 6(Αου ^ιατηρήσωσιν εν Καρυαις της 
Κορσικής Έλληνα ^ι^άσκαλον έπι επτά ετη 
(χέ έτήσιον (χισθόν 3,500 φράγκων, τών δποίων 
τας (χέν τρεις χιλιάδας θά έπλήρωνεν & κ. Χ. 
Ζωγράφος, τά ^έ πεντακόσια δ χ. Σ. Με- 
ταξάς. 

Ό κ. Σ. ΜεταζαΙς, γνωρίζων προσωπικώς 
τον συγγραφέα τής άνά χείρας πραγματείας, 
τον παρεκάλεσεν ϊνα ί*χθτ) την άποστολήν 
ταύτην. 

Ένφ ίέ κατά μήνα Μάϊον του 1885 τά 
πάντα ήσαν ίτοιμα δπως αποσταλώ εις Κα- 
ρυάς τής Κορσικής, δλως άπροσ^οκήτως λαμ- 
βάνει 6 κ. Σ. Μεταζας μίαν έπιστολήν άπο 
τον παπά-ΚαΙσαρα Κόττιν, ιερέα τής εν Κορ- 
σική ελληνικής αποικίας, ^ιά τής δποίας τον 
παρεκάλει τί,χΐ τον προέτρεπε νά μη άποστείλη 
Έλληνα ^ι^άσκαλον εις Καρυάς, έπι τφ λόγφ 
δτι οί εν Ρώμτρ προϊστάμενοι του ίέν ένέκρινον 
την άποστολήν ταύτην. Ό κ. Σ. Μεταξάς, έν- 
νοήσας αμέσως δτι έξετίθετο δωρεάν εΙς τάς 
ρ^|^^ιουργίας του πανίσχυρου εν βλαξι Δυτικού 
Κλήρου, συγκατένευσε ν' άναστείλη την άπο- 
στολήν μου. 

Έν τούτοις, μετά παρελευσιν ολίγων ημερών, 
λαμβάνει παρακλητικήν έπιστολήν ύπογεγραμ- 
μένην σχείον ύπο πάντων τών έν Καρυαϊς Ελ- 
λήνων, ^ιά τής δποίας π&ρεκαλειτο θερμώς νά 
πέμψγ) τον ύποσχεθέντα ^ι^άσκαλον* Ό κ. Σ. 
Μεταξάς, μεταξύ τών δολίων προσταγών τής 
Αυλής τής Ρώμης και τών θερμών παρακλή- 
σεων τών έν Καρυαις ομογενών του, έ^κρινεν άξι- 
οπρεπέστερον νά έν^ώσγι εΙς τάς παρακλήσεις 
τών δμογενών αύτοΰ. 

Μεταβάς, τέλος πάντων, έκεϊ δπως συστήσω 
το έν λόγφ σχολειον, εσχον την εύκαιρίαν Ινα 



ζχς, βλέπων την μεγάλην ταύτην προθυμίαν έπιτοπίως συναγάγω την ^έουσαν υλην και 



»ν 

3• 
α- 

)0- 



ΜΙΙ02 χβ'— ι888. 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



ι 



£2 23Τυ^ 



/ 



Συγγράψω την άνά χείρας πράγματι ίαν της 
|ΐλληνίχης ταύτης αποικίας. Οι ζρά ιμου ΘΙξαν- 
Ιτες την ύπόβισιν ταύτην περιωρίσθησοεν απλώς 
) ιΐς το νΐ βΐ/ναγάγουν χαί καταγράψουν τάς εκ 
Ι παραδόσεων και άπο στόματος 4ΐς στό[Λ« περι- 
σωβιίσας είίήσ^ις, χωρίς ποτέ να συρβΰυλευθώ- 
91 και άντιπ^ραβάλωσι τους αρχαιότερους των 
συγγραφέων καέ^ ιίίως, χωρίς νά ζητη^ωσι την 
αλή9ιιαν τών διαφόρων γεγονότων ίν τοϊς άρ- 
χείοις διαφόρων χωροίν. ΚαΙ ψως, ή ιστορία, 
ίιά νά ηναι αληίίής ιστορία καΐ ^/\ μ,υθιστό- 
ρημ,α, πρΐπίΐ οχι [χόνον νά ηναι γεγρα(Λ(/.ένη 
κατά τάς ακριβεστέρας τών πηγών, αλλά και 
ιΐς ίκαστον βημ-α να παραπίρτϊϊ) ακριβώς τον 
άναγνώστην εις αι^τάς, Τΰ £ςελέγχ£ΐν οί τά 
ιστορικά γεγονότα και ζητεΐν εν αΰτοϊς την 
άληΟειαν ιίναι αρετή, την ίίποίαν κσίθιέρωσεν 
αύτος ούτος & ύπατος τών ιστοριογράφων. Άλλ* 
Ι^ίως κύριος σκοπός της βιβλιογραφίας είναι η 
ίιευκόλυνσις της άναίιφήσιως τών ρ,εταγενε- 
στέρων επί τοϋ αυτού (ί£[ΐατος. Κατέβαλα λοι- 
πόν πασαν πρασπάθειαν εν τψ πονηρ,ατίφ (/.ου 
τούτψ ϊνα, όσον |Ααί ητο δυνατόν, ύποίείξω 
την άληθη δίον της (χελέτης τοϊς βουλοριένοις 
νά συγγράψωσι πλήρη ίστορίαν της ίν Κορσική 
ελληνικής αποικίας. 

Παρεκβατικώς ^ε, εΙς τίνα ριέρη της πραγ- 
(Αατείας ταύτης, κατόπιν ειλικρινούς εκθέσεως 
τών ίιαφόρων γεγονότων, ήναγκάσθην νά επι- 
τεθώ κάπως δρΐ[ΐ.έως κατά του Δυτικού Κλή• 
ρου. Βεβαίως, ιστορία (χετά πάθους γραφεισα, 
κινδυνεύει να χάση την ύπόληψιν τών αναγνω- 
στών αύτης, δι'οπερ και (Λονον ώφειλον ίσως νά 
εκβάλω του κεΐ|/.ένου τάς παρεκβάσεις ταύτας. 
Και δ(χ.ως ίέν τάς έζέβαλον, χάριν ακριβώς αυ- 
τής ταύτης της ιστορικής αληθείας : Πολλά 
φαινό(χ.ενα εν τψ ζητή(/.ατι τούτφ, και ιδίως ή 
ίπι δύο και έπέκεινα αιώνας διατήρησις τής 
ελληνικής ζωής και γλώσσης τών άποίκο)ν 
τούτων Ελλήνων δεν δύνανται £λλως νά εξη- 
γηθώσιν, εΐ(χ.ή διά τής διηγήσεως τών καταχρή- 
σεων και τών τυραννικών πράζεων τών εν Κορ- 
σικτ) φραγκοπαπάδων, οϊτινες, άκό(Αη και σή- 
μερον, δεν εννοούν τΐ ση(χ.αίνει ή λέξις άκεζΐ" 
θρησχΒία και ή φράσις, σίβεσθαι τάς θρησχευζι^ 
χάς Λβηοιίήσβ^ς τοϋ ηΛησΙοτ. Είναι δε ιστο- 
ρική αλήθεια το δτι, δσάκις οί τύραννοι ηθέ- 
λησαν διά τής βίας νλ εξαφανίσουν τάς θρη- 
σκευτικάς πεποιθήσεις τών ανθρώπων και ιδίως 
την (χητρικήν αυτών γλώσσαν, ευθύς παρετή- 
ρησαν δτι περί την (λίαν εκκοπεισαν ανεφύησαν 
δέκα παραφυάδες. 

Έν ΚαρυαΓς της Κορσικής τξ 15/27 Απριλίου 1887. 

Ν. β. Φαραυε, Σαμόθρ^ίξ 
4αΓρος. 



Α' 

ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗχ 
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΠΟΙΚΙΑΣ. 

Οί εν Κορσικτ) εγκατασταθέντες Έλληνες, 
έρχόριενοι εξ Οιτύλου, εφ^ρον (Λεθ' εαυτών και 
τάς πεοι τής καταγωγής των παραδόσεις, αι- 
τινες διεσώθησαν (^έχρι σήριερον και έπι ττί 
βάσει [τών δποΐων οί ιστοριογράφοι κατάγουσι 
τους "Ελληνας τούτους εκ τής αυτοκρατορικής 
οικογενείας τών Κορινηνών. Μάλιστα δε άκό(χ.η 
και σή(Λερον, οί έν ΑΙακκίφ Στεφανόπουλοι, 
απόγονοι τών αρχηγών τής αποικίας ταύτης, 
φέρουσι τον τίτλον ΠρΙγχηηες Κομνηνοί. 

Προκεΐ(χ.ένου περί τής αυτοκρατορικής οικογε- 
νείας τών Κθ(χ.νηνών, τό θέ|χα τούτο καθίστα- 
ται ίκανώς σπουδαΐον, διό και έφρόντισα ΐνα 
ιδιαιτέρως ριελετήσω αυτό. Τό έζαγόριενον τών 
μ,ελετών (χου υπήρξε α') δτι αυθεντικά ε^γγραφα, 
καταδεικνύοντα την σχέσιν τής αυτοκρατορι- 
κής ταύτης οικογενείας (χετά τών κατοίκων 
τής Οιτύλου την σήριερον ούδα(Αθυ ύπάρχουσιν, 
β) δτι ή παράδοσις τών Ελλήνων τούτων δεν 
συ(Λφωνεϊ (χέ την γενικήν ίστορίαν και γ') δτι 
οί έν Κορσικγ) εγκατασταθέντες Έλληνες δεν 
ήσαν (ΐ,όνον Οιτύλιοι, αλλά καΐ εξ άλλων ελ- 
ληνικών (Λερών. Άλλ' δ(Λως, πριν ή εκθέσω τους 
λόγους τών τριών τούτων προτάσεων μου, θεω- 
ρώ άναγκαιον νά [χεταφέρω ενταύθα τάς περί 
ων δ λόγος παραδόσεις. 

ίη Παράόοσις, — Κατά την παράδοσιν ταύ- 
την, την δποίαν υποστηρίζει δ παπδΐ — Νικό- 
λαος έν τφ χειρογράφφ του,και την δποίαν ανα- 
φέρει έν έκτάσει 6 Κα(χ.βιάγης καΐ δλοι οί (χε- 
ταγενέστεροι ίστοριογράφοι όσοι βασίζονται έπ* 
αύτου, δ Αλέξιος Α' Κομνηνός (γεννηθείς τό 
1048 και άποθ. τό 11 18), αυτοκράτωρ του 
βυζαντίου από του 1081, απέκτησε δύο υιούς, 
τον Ίωάννην και τον Στέφανον, άπό την πρώ- 
την σύζυγόν του όνομαζομένην Μάρω, ή, κατ* 
άλλους Αικατερίναν. Μετά τον θάνατον αυτής, 
δ Αυτοκράτωρ Αλέξιος ήλθεν εις δευτέρου γά- 
μου κοινωνίαν μέ τινα θεοδώραν, άνεψιάν του 
Αυτοκράτορας Μιχαήλ του Παμφλάγου. 

Έν τοις άνακτόροις του Αλεξίου εζη Γερ- 
μανός τις, λίαν αγαπητός και ευνοούμενος υπ* 
αύτου. Μετά του Γερμανού τούτου ή Αυτοκρά- 
τειρα Θεοδώρα περιεπλάκη εΙς έρωτικάς σχέσεις. 
Μίαν δε τών ημερών, κατά τύχην, δ Στέφανος, 
συλλαβών αυτούς οργιάζοντας, ύβρίσθη και 
έρραπίσθη ύπό του Γερμανού. Ό Ιωάννης, 
Ιδών τον άδελφόν του Στέφανον κλαίοντα καΐ 
μαθών την αΙτίαν, τον έπέπληξε και τον παρε- 
κίνησε νά φονεύση τον Γερμανόν. Ό Στέφανος, 
χωρίς να χάστρ πολύν καιρόν, εκτελεί τάς συμ- 
βουλάς του αδελφού του και διά νά μη τιμώ- 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



&Σ3Τ Ι ^^ 



3 



ριΐθ"^ άπο τον πατέρα του, καταφβύγει εις Μι- 
τυληνην, το 6685 άπο κτίσεως κόσριου, κατά 
τον παπδΐ — Νικόλαον. Έπειίη ίΙ το άσυλον 
τοΰτο ίέν ητο ασφαλές, [/.ετά τίνα χρόνον (χε- 
τέβη εις Οίτυλο ν, δλως άγνωστος. 

Έν ΟΙτύλφ υπήρχε πλουσιώτατός τις άρχων, 
ο ^θ{χ.αζό(Λενος Πέτρος Λασβουρης. Ό πλουσιώ- 
τατος ούτος έκτΐ[χήσας την καλην συ|>.περιφοράν 
και την ευ[ΐ.ορφίαν του Στεφάνου, κχίτοι άγνω- 
στον ηθέλησε νά τον κά(χγ) γαΐΑβρον εις (χίαν 
των τριών θυγατέρων του. Ό Στέφανος έξελέ- 
ξατο την πρωτότοκον αυτών Άλεξάνίραν κα- 
λουμένην, εκ της δποίας απέκτησε, κατά τον 
παπα — Νικόλαον, τρεις υιούς: τον Πουλη(χένην 
Μαυροϊίη, τον Μιχαήλ, και τον Κωνσταντινον 
Δύγουστϊνον. Έκ του πρώτου ίε τούτων κατά- 
γονται οι Στεφχνιάνοι, εκ του δευτέρου οί Βο- 
χιάνοι και έκ του τρίτου οί Φατζέοι. 

Ό Καριβιάγης λέγει οτι οί απόγονοι του 
Πουλη[χένη ώνο[Λάσθησαν Νοβακκαιοι, ο! από- 
γονοι του Μιχαήλ Στεφαναΐοι και οί απόγονοι 
του Κωνσταντίνου Φαλτσαϊοι* πάντες ί* δ[ΑθΟ 
Στεφανόπουλοι. 

Μετά τον θάνατον τ9ίς Θεοδώρας δ Αυτο- 
κράτωρ [λετε(ΐ.ελήθη και έσυγχώρησε τον υίόν 
του Στέφανον. Μαθών ^έ $τι εύρίσκετο έν 01- 
τύλφ τον (χετεκάλεσεν εις Κωνσταντινούπολιν, 
άλλ* ούτος έκρινε καλόν νά (χ,η (χεταβ•^ πλέον 
ίκεΐ. Έν τούτοις 6 πατήρ του τον έτΙ(ΐ.ησε (χέ 
πολλά ^ώρα. 

Λέγεται ίέ δτι, έπειίή οί ΟΙτύλιοι έφάνη- 
σαν φιλόξενοι προς τον υίον του Αλεξίου, 6 Αυ- 
τοκράτωρ ούτος, εις άντα(Αθΐβην, έκτοτε ριετέ- 
τριψε την πόλιν των εις Άρχιεπισκοπην και 
Μητρόπολιν, ήτις (λέχρι της εποχής εκείνης ίέν 
ητο ιψΎ\ Επισκοπή. 

Ό θάνατος του Στεφάνου υπήρξε τραγικός. 
Ό πενθερός του είχεν άίελφον τον δποϊον έφό- 
νευσαν οί κάτοικοι πλησιοχώρου τίνος χωρίου, 
εκ του δποίου κατήγετο και δ ύπτφέτης του. 
Μίαν των ή(Λερών δ Στέφανος ώρκίσθη ϊναέκίι- 
χηθγ) τον θάνατον τούτον δ ίί υπηρέτης προ- 
σηνέχθη ίνα χρησιμ,εύση ως προίότης. Ό Στέ- 
φανος έπορεύθη (Λετά τών φίλων του κατά των 
κατοίκων του τόπου εκείνου* άλλ' ένεκα τής ε- 
ναντίας προδοσίας του ύπηρέτου, (λόλις έσώθη 
(λόνος. Επιστρέφων ίέ ίροριαϊος,εφθασεν ιίς τίνα 
^ηγην, παρά την ΟΙτυλον, δπου γυνή τις έκ του 
χωρίου εκείνου, ευρεθείσα έκει και ριαθουσα δτι 
κατά τών συ[ΐ.πατριωτών της έξεστράτευσε τον 
έίολοφόνησεν. 

Κατά την παράίοσιν ταύτην, δταν ή κατα- 
γωγή του Στεφάνου εγεινε γνωστή έν Οιτύλφ, 
τότε δλοι οι κάτοικοι τής πόλεως ταύτης τον 
έτί(ΐ.ων και τον έθαύ(Λαζον, και ίιά νά τον τι- 
|ΐήσουν ετι περισσότερον, τον ώνόριασαν Σζ$φα* 



τολοόΛου^ ή, (ΐαλλον Ση^ανό-:τοΜν^ τουτέ- 
στι Στίφανον, καταγόρ,ενον Ικ τής Πόλεως ή- 
τοι τής Κωνσταντινουπόλεως, Ούτω 5ε, όλοι οί 
απόγονοι αΰτου, λαβόντες το επώνυμον τοΰτο, 
έκλήθησ^ιν ΣηψανόχουΛοί^ ή άλλως, Σηφα^ 
κότΐοΜ. ΚλΙ πραγ[;ίατικώς όλοι οί κάτοικοι τών 
Καρυών την σήρρον ίίίουσ^ν Ιαυτοϊς τον τΐ- 
τλον τοϋτον^ Επίσης ο' εκ τής παραδόσεως 
ταύτης ί-κιτοίΐ 3 τι καΐ δλοι οί κάτοιχοι τών 
Καρυών είναι καΐ Πρίγχ^κίί: Κομνηνοί (!) 

2α ^αύάάοσιζ• Κατά την οευτέραν ταύτην 
παράίοσιν, ήτις είναι ή τών εν ΑΙακχίφ Στε- 
φανοπούλων Κθ[λνηνών, δ νιώτατος τών υιών 
του Δαβϊο Κορινηνοϋ, τελευταίου Αύτοκράτορος 
τής Τρατΐεζοΰντο;, ονό[Αατι Νικηφόρος, διαφυ- 
γών την μίάχαφαν Μωά[/-εθ του Β', μετά περι- 
πλανήσεις επί τέλους κατήντησεν εΙς Οϊτυλον, 
δπου νυμφευθεί; άπΙκτησεν οίκογένειαν, ήτις 
ίιεσώθη μέχρι σήμερον μεταξύ τών αποίκων 
Ελλήνων τής Κορσική;. 

Κατά την παράίοσιν ταύτην, 6 Νικηφόρος 
Κομνηνός άπέκτησιν εγγονον, ονόματι Στέφα- 
νον Κομνηνόν, εξοχον άν^ρα έν Οιτύλφ, και 
κατά την σωματικήν ύπεροχήν και κατά την 
ήθικήν ικανότητα. 

Ό Στέφανος ούτος,κατά τον κ.Γεμενήν,έν μά- 
χγ) τινι κατά τών Τούρκων, συμβάσαν το 1537, 
έταξε νά κτίση, μετά την νίκην,ίι'ιίΐων του έξό- 
ίων εν Μοναστήριον εις τιμήν τής Παναγίας. Ή 
Παναγία έκαμε το θαυμά της. Όποτε οί μ«χη- 
ταΐ ΟΙτύλιοι ήρχισαν ν* άποθαρρύνωνται, νεάνίς 
τις ωραία καΐ χαρίεσσα, θυγάτηρ του άρχοντος 
Γερακάρη, έπι κεφαλής τών Οιτυλίων γυναι- 
κών, παρουσιάσθη εις την μάχην και ίιά τής 
γενναιότητός της κατώρθωσε νά ^ώση την νΐ- 
κην εις τους συμπατριώτας της. Το θαΰμα έτε- 
λέσθη, και δ Στέφανος αμέσως έξεπλήρωσε την 
ύπόσχεσίν του. Εις ίέ τών απογόνων του, ονο- 
μαζόμενος Αλέξης ήγίασεν έν τω ΜοναστηρΙψ 
τούτφ και εξακολουθεί νά κάμνη θαύματα και 
μέχρι σήμερον. 

Οί απόγονοι ίί του Στεφάνου τούτου εις τι* 
μην αύτοΰ εκλήθησαν ΣίΒφανόποη^οί' Κατ* 
άλλους ίέ, αύτος ούτος δ Νικηφόρος, αναγνω- 
ρισθείς ένΟιτύλφ, ώνομάσθη ύπο τών Οιτυλίων 
ΣχεφατόηουΛοί:^ τουτέστιν υίος, απόγονο; του 
στεφάνου, ήτοι του αυτοκρατορικού στέμματος. 

Την παράίοσιν ταύτην, Δημήτριο; τις Στε- 
φανόπουλος Κομνηνός, έκ τής οίκογενιίας τών 
έν Κορσική Στεφανοπούλων, κατώρθωσε νά ύπο- 
στηρΙξΐ() ίι' εγγράφων παρά τφ Λουίοβίκφ Ι*ΐ* 
βασιλεϊ τής Γαλλίας, και νά λάβϊ) παρ* αΰτου 
τον τίτλον του Πρίγκιπος , ίιά βασιλικών 
γραμμάτων, ύπο χρονολ. Άπριλ, 1782, Όλό^ 
κλήρος ίέ ή οίΊστορ^χή (ίύκο^ις τ^ζ αύτοχρα^^ 
ζοριχήζ οΙκογΒπΙας τωτ Κομτηνων^^ταχιτχί προ- 



ΟΪ9ϊΐϊζθ(:Ι όγ 



Οοο^Ιει 



ΈΪΈ1Τ1Μ, 



σπαθιι ν* άπο^^ίζη. Και 6(Αως ολ« σχεδόν τα 
έγγραφα καΐ βλα τα επιχβίρηριατα, τα δποϊα 
φέριι «Ις υποστιόριζιν, φαίνονται τ)(ΐ.ιν σαθρά και 
αριφίβολα• 

Έζιταστης των ίγγράφων του «Ιρη(ΐ.ένου χ* 
Δ. Στ^φανοπουλου ιιχ« ^ιορκιθη δ Μ. ΟΙιβΗη, 
γενεαλογιστης της Δ. Μ. του Λουδοβίκου Ιζ'. 
Άλλα προφανώς δ γενεαλογιστης ούτος ηπα- 
τήθη ύπο του κ. Δ. Στεφανοπουλου. 

Πρώτον (ΐ,ίν, ίιότι τα γεγονότα και τα όνό- 
(χατα τα δποΐα παρουσίασε, κατά ρ^έγα (χέρος 
ήσαν ψευίη. Και τούτο εξάγεται εκ πολλών 
εγγράφων ευρισκο[Λένων εν τοις άρχείοις της οι- 
κογενείας τών εν ΑίακκΙφ Στεφανοπούλων Κο- 
|ΐ.νηνών, και εκ τίνος άρθρου εκτεταριενου, εύ- 
ρισκο[Λένου εν τ^ ^ Χρυσή βίβΛω χωτ ίύγΒτωγ 
της ΓαΛΜας.!^ *) 

Δεύτερον ίε, ίιότι τά έγγραφα τά δποϊα πα- 
ρουσίασε, πιθανώς, κατά (λέγα (/.έρος, ήσαν πλα- 
στά. Τά έγγραφα ταύτα, δ κ. Δ. Στεφανόπου- 
λος, ευθύς άρια έλαβε τον τίτλον του Πρίγκι- 
πος, τά εκαυσε, βεβαίως, 8πως άπαλλάξη και 
εαυτόν καΐ ταΰτα {Αεταγενεστέρου ελέγχου. 
Τρία ^ε [Αονον τούτων ε^ηριοσίευσεν εν τφ ως 
ανωτέρω βιβλιφ του Ιστορική σύτοψις κλπ., 
τών δποίων το πρώτον, χάριν περιέργειας, ριε- 
τα φέρο(Λε ν ενταύθα άπαραλλάκτως, ώς έχει; 

«Ης ^ενξαν Χρου ά(χην 1473. Ιεύναριου τέ- 
ταρτη. Άναφανίσισαν έ'λπροσθεν έριοΟ κυνογρα- 
φου τίίς πολητίας του βιτύου και κάτοθεν πι- 
στιον (λαρτίρων άπο το ένα ριαιρος ό έζεχότα- 
τος άρχοντας νικέφωρος Ιοστου αυτοκράτορας 
Δαβι^ Κορινηνοϋ της τρεπιζόντας και άπο το 
άλο (/.αιρος ο άρχοντας Πέτρος πατιρ της άρ- 
χοντίσας 'Ελένις την όπίαν ίΐίι του άνεθεν 
έξεχοτάτου νικεφόρου ίιά γηνιτου νο|Αΐ(Λθ καθος 
θέλει η νόμη της Έκλισίας. 

Νικέφορος, Πέτρος κλπ.» *) 

Το εγγραφον τούτο είναι προικοσύριφωνον ; 
Άλλα, έφ' δσον τουλάχιστον υπάρχει μοι γνω- 
στόν, τά προικοσύμφωνα, κατά τά παρ* ηρΐ'ϊν 
εθιρια, ^έν έγράφοντο τοιουτοτρόπως. Βίναι 
συ[λφωνητικόν ύπο συριβολαιογράφου γραφέν ; 
—Άλλα οί γά|χοι, παρά τοις Όρθοίόζοις Έλ- 
λησιν, υπήρξαν, (ΐοι φαίνεται, πάντοτε εκκλη- 
σιαστικοί καΐ δχι πολιτικοί, ύπο χυγογρά^ωτ 
(πιθανώς κοινογράφων) τελούριενοι. ^) 

Έπειτα ίέ, κατά τά εθΐ|χα τών τότε Ελ- 
λήνων, η κυρίως χρονολογία αυτών ητο η άπο 



1) ])€ΙΙΐΙΟΐη6 Γ60ί8(Γβ χτλ. «βλ. 239. 

2) Ργοο!» Ιιί8ΐθΓίςυβ χλκ. σιλ. 20. 

3) Παρίβαλβ χα\ την κιρι της υποθέσεως ταύτης γνώ' 
μην του χ. Π. Χιώτη έν τη «Σιών» της ίΟ 'Ιουν(ου 1887, 
άριΟ. 310. 



κτίσεως κόσριου' η, τουλάχιστον, παρά τ^ άπο 
Χριστού γεννήσεως, έπρεπε νά ύπάρχη και η 
άπο κτίσεως κόσριου. Ωσαύτως ^έ, ή χρονο« 
λογία αυτή έπρεπε νά ηναι γραριριένη \ιλ γράρι- 
ριατα του ελληνικού αλφαβήτου, η δλόγραφος, 
και οχι \ύ αραβικούς άριθριούς. Έν γένει ^έ ή 
αύθεντικότης του εγγράφου τούτου (λοι είναι 
λίαν ύποπτος. Ταύτο ίέ συριβαΐνει και ίιά τά 
επίλοιπα τών εγγράφων του κ. Δ. Στεφανο- 
πουλου. 

Τρίτον ίέ, ίιότι ή παράίοσις τών έν Κορ- 
σική Ελλήνων ύπηρζε πάντοτε δτι κατήγοντο 
εκ του Αλεξίου Κορινηνού, αύτοκράτορος της 
Κωνσταντινουπόλεως, και ούχι εκ του ΔαβΙί 
Κθ|χνηνού.— Πώς ίε ητο ίυνατόν, δ παπά Νι- 
κόλαος, δ δποιος βέβαιοι δτι, γράφων την ίστο- 
ρίαν του, ειχεν ύπ' δψιν του δλα τά χειρόγραφα 
και δλα τά έγγραφα τών έν Κορσικτ] Ελλή- 
νων, ν' άπατηθτ} έπΙ τοσούτο φανεράς και ευ- 
κρινούς υποθέσεως ; — *Ή, τουλάχιστον, νά αή 
κάριη, έστω και βραχείαν, [χνείαν ττίς εκ Δαέί^ 
Κθ(Ανηνού καταγωγτίς ; Πράγρια ίε άξιον παρα- 
τηρήσεως είναι και το έξης, δτι δ καπετάν 
Γεώργιος Στεφανόπουλος, τελευταίος αρχηγός 
της ελληνικής ταύτης αποικίας, δ (χόνος ίυνά- 
[Αενος νά ίιεκίικήστρ την εκ Κθ{λνηνών κατα- 
γωγήν ώς πρωτότοκος ίιάίοχος του πρώτου 
αρχηγού της αποικίας ταύτης, είτε εν συνει- 
ίήσει πλάνης τινός, είτε εκ ταπεινοφροσύνης, 
ούίέποτε ε^ωκεν έαυτφ τον τίτλον Κοαγψ'ός. 
Πανταχού ίέ δπου απήντησα την ύπογραφήν 
του, έχει αυτή ώς έξης : ΚαηΒζάτ Γεώργιος 
ΣτεφαγόχουΛος^ δπου ενίοτε προσθέτει και το : 
* Αρχηγός της ΈΛΛηηχης άηοιχίας. 

Βεβαίως, τοιούτο τι συνέβη. Οί παλαιοί τών 
εν Κορσική Ελλήνων έξηκολούθησαν νά έχουν 
την της εξ Αλεξίου Κορινηνού καταγωγής πα- 
ράίοσιν, χωρίς νά ίΐίουν προσοχήν τίνα εις την 
γενικήν ίστορίαν. Οί νεώτεροι ίέ τούτων, βλέ- 
ποντες δτι η παράοοσις αυτή ^έν συνεφώνει ου- 
δόλως με την γενικήν ίστορίαν, ηθέλησαν νά 
την συριβιβάσουν, ίίίοντες αύττ) άλλην αρχήν. 
Ώς ^έ παρατηρεί δ αναγνώστης, και ή ριέν 
και ή ίέ τών παραδόσεων τούτων εχουσί τι το 
ριυθώΐες καΐ το βεβιασριένον. Φαίνεται ^ε νά 
υπήρξαν πάντοτε άνθρωποι, οϊτινες άντέλεγον 
κατά της ευγενούς ταύτης καταγωγής τών 
αποίκων τούτων Ελλήνων, ίιο και δ παπά- 
Νικόλαος ^ριρι.ύς λίαν επιπίπτει έν τφ χρο^ 
Λάγω του κατά τών άντιλεγόντων τούτων : 

«Έτι ίέ, λέγει, και ίιά νά αποδείξω κά- 
ποιωνών κακόγλωσσων και ζηλιάρων δνων, 
δπου, άπο την πολλή ν κάκητα και φθόνο ν δπου 
φέρνουν εις το γένος (Αας, κάθονται και κατακρί- 
νουν την εύγένειάν σας, πώς ίεν ήξεύρετε πό- 
θεν κατάγεστε. 3> 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



Ε123Τ Ζ ^^ 



Ή πιρίστασις αυτή άνβκάλεσεν %\ς την (Λνη- 
|ηαν [Λου παρατήρηίτίν τινκ του ιστοριογράφου 
ΙαΒ Ββ&α επΙ της αύτοχρατοριχης οίχογενεΐας 
των Κορινηνών : "Οταν ή οικογένεια αίίτη κα- 
τέστη ενίοξος, τότε οί ιστοριογράφοι της έπο- 
5^ης εκείνης προσεπάθησαν ίνα εΰρωσι την άρ- 
χαίαν καταγωγήν της. Την άνεβίβασαν λοιπόν 
μέχρι της εποχής του μεγάλου Κωνσταντίνου, 
ώς ευγενή οικογένειαν, άκολουθησασαν αυτόν, 
άναχωροΰντα εξ Ιταλίας. 'Ήτο ίί, λέγει, μα- 
ζαίοφροσύγη ης νό 6τομα τοϋτο βίς ίΛους τους 
Χίρι^ηις οίκους, των όηοίωτ ήγτοΒΪζο ή *α- 
χαγωγη. *) 

Πράγμα Η αζιον μνείας είναι και το έξης : 
Εις πολλά μέρη της Ανατολής, και Ιίίως εν 
Σαμοθράκη, τα ονόματα Παλαιολόγος, Λά- 
φχαρις. Δούκας και Κομνηνός, η^η άπο της 
αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως κατέστησαν 
κοινότατα, ίιότι οί γονείς, προς τιμήν των εύ- 
γ«νών οικογενειών των Παλαιολόγων, Λασκα- 
ρέων, Δουκών και Κομνηνών, βαπτίζοντες το& 
παιδία των, τοις ίίίουσι τά ονόματα ταΰτα. 
Όσον ί' άφορ^ την έτυμολογίαν των λέζεων 
Στεφανόπουλος και Στεφανόπολις, μίαν τοιαύ- 
τταν ^ύναμαι να εννοήσω : δτι ΣζεφαγόΛονΛος^ 
κατά την καθ' ημάς ελληνικην γλώσσαν, είναι 
πατρωνυμικόν και σημαίνει υιός του Στεφά- 
νου, και δτι, Σχ6φαγόχο.ίίς^ η μάλλον, Σζ6' 
ψαΥούηοΛι,ς^ είναι όνομα πόλεως και σημαίνει, 
πόλις του Στεφάνου. Ό; προς τό, Βίβί&ηοροΙί 
(η μοίλλον, βΙέρΙι&ηοροΗ^ και, κατ* ίλλους, 
Β(6ρΙι&ηο-ροΙί), ^έν είναι άλλο ειμή έζιταλισμός 
ττις λέξεως Στεφανόπουλος. Τοιούτο ίέ τι συ- 
νέβη και ίιά πολλά ίλλα τοιαύτα ονόματα. 
Ούτω λ. χ., τό μεν Μαρκόπουλος εγεινε Μ&γ- 
εοροΗ* τό ίέ, Παπαδόπουλος, ΡΛρΛάοροϋ και 
ούτω καθεξής. 

Αί παραδόσεις αύται θα ειχόν τι τό πειστι- 
χόν χαΐ βέβαιον, εάν συνεφώνουν καθ* δλα με 
την γενικην ίστορίαν. 'Λλλά τοιαύτη τις συμ- 
φωνία παντάπασιν ελλείπει. 

Ώς προς την πρώτην παρά^οσιν, εκ τής 
ιστορίας μανθάνομεν δτι 6 Αυτοκράτωρ Αλέ- 
ξιος Κομνηνός ουδέποτε εσχε σύζυγον Μάρω, 
η ΑΙκατερίνην και μετά ταύτην θεο^ώραν. 
Ό πρωτότοκος των υιών του και ίιά^οχος του 
βυζαντινού θρόνου, πρκγματικώς, ώνομάζετο 
Ιωάννης Κομνηνός* αλλ* υίόν Στέφανον ουδέ- 
ποτε άπέκτησεν. Πολύ ίέ περισσότερον, τά 
π<ρι Γερμανού και Θεοδώρας ούίαμου ανα- 
φέρονται. *) 

Όσον ί' άφορ^ την ίευτέραν παράίοσιν, 
πραγματικώς, 6 νεώτατος τών οκτώ υιών του 
Δαβι^ Κομνηνού, του 6ποίου τό όνομα ητο 

1) Ηΐ8(. θα Ββ9-Ειηρ{Γ6 Τ&μ. XVII. «βλ. 479. 

2) Ι-β ΒβΛϋ, ΗίβΙ. χτλ. Τόμ. XVII χα\ XVIII. 



Γεώργιος, κατά τόν άρθρογράφον της Γ$ηχής 
Βιογραφίας χοϋ ^ιόώζον, ^) έξομόσας την 
πατρώαν πίστιν, έπέζησεν ώς μόσλιμος εν 
Άίριανουπόλει μετά την σφαγην του πατρός 
του, τών αδελφών του και τών άλλων μελών 
της οικογενείας του *). 

Είναι λοιπόν ούτος δ πρόγονος τών εν Κορσι• 
κγ) Κομνηνών ; — "Ισως, ναί* άλλ' ίσως καΐ οχι. 
Τουλάχιστον ή ιστορία ίέν μας λέγει τίποτε. 
Έν τούτοις, ή οίκογένιια τών εν ΑΙακκίφ Στε- 
φανοπούλων Κομνηνών εξακολουθεί νά θεωρ^ 
ε αυτήν ώς καταγομένην εκ τών έν Τραπεζουντι 
Κομνηνών, φέρουσα τά έξης οΐκόσημα: Χρυσούν 
Αύτοκρατορικόν άετόν, ^ιαπερώμενον ύπ' αργυ- 
ρού ξίφους έχοντος χρυσην λαβίδα, καΐ έπιφέ- 
ροντος χρυσοΰν αύτοκρατορικόν στέμμα. Σύν- 
θημα ί' έχει τό εξής ; Ρατηα τηαηβί^ /οτίί^ηα 
ρβνϋ. 

Τά ένττ) οικία τών έν ΑΙακκίφ Στεφανοπούλων 
Κομνηνών σωζόμενα έγγραφα είναι δλως ανεπαρ- 
κή ίιά την άπόίειξ^ν της περί ης δ λόγος υποθέ- 
σεως. *Εν ίε και μόνον άρχαϊον εγγραφον υπάρ- 
χει ε ν αύτοϊς, τό δποϊον είναι βαπτιστικόν του 
Γεωργίου, αρχηγού της έν Κορσική ελληνικής 
αποικίας, κατά την εξ Οιτύλου άναχώρησιν. 
Έχει ίέ ώς έπεται : 

«Χιλιοστ({> πενταχοσιοστφ ενενιχοστω πέμπτω Νοεμ- 
βρίου ε'ιχοσττ) δευτέρςι. 'Εγεννήθη παιδίον άρσενιχον 
του ευγενέστατου χ\)ρ Μιχαήλ του ποτέ έχλαμπροτάτου 
'^€^^^ρ'^^ο^^ στεφανοπούλου Κομνηνού, χα Ι της άρχ^ντισας 
{^αριας- εβαπτίσθη εμιρόθη, χαΐ ονομαστή ^ιάϊ^'^ίος άπ' 
έμου ^\)θ>αϋ[ο\Λ προτοπαπα του Βίτιλου• 

Χιλιοστφ έξαχοσιοστω έβδομεχοστφ ιτέμπτω μαιου 
εικοστή εις το Βίτιλον Μάνης. 

Έγώ Θωμάς στεφα ν6πουλος άρχιερευς του Βίτιλου 
μετέγραψα άπο το βιβλίον τών βαπτιζόμενων το άνωθεν 
βαπτιστιχον χαβώς ευρίσκεται. 

Θωμάς Στεφανόπουλος.» 

Άλλα καΐ του εγγράφου τούτου η αύθεντι- 
κότης μοι είναι λίαν αμφίβολος. Μάλιστα ^έ η 
υπογραφή Θωμάς ΣτεφανόττουΛος ίέν είναι 
υπογραφή "Ελληνος Όρθοίόξου 'Αρχιερέως. 
Τουναντίον ^' ή ύπογραφτ) του Επισκόπου 
Μαινης Παρθενίου έν τη διαθήκη του, την 
οποίαν ^ημοσιεύομεν κατωτέρω, είναι άληθης 
υπογραφή 'Αρχιερέως,γεγραμμένη καθ'&ν τρόπον 
ίιετηρήθη και μέχρι σήμερον η συνήθεια του 
ύπογράφειν παρά τοις ήμετέροις 'Αρχιερευσιν. 

Εις ταύτα ^έ έπι τέλους προσθέτω και τό 
συμπέρασμα, τό δποϊον έξήγαγον εκ τών ληξι- 
αρχικών βιβλίων του Δημαρχείου τών Καρυών: 
Οί τλς διαφόρους ίεροπραξίας καταγράφοντες 
ιερείς συνειθίζουσι νά θέτωσι τό όνομα, τό έπώ- 
νυμον και τό της πατρίίος ονοαα τών κατα- 
γραφομένων προσο)πων. Ούτω ο ε έν σελ. 3 του 



1) Νοαν. Βΐο§ρΓ. ίρόηέΓ. χλπ. Τ6μ. ΧΠΙ. «λ 

2) Χάμμβρ, Τομ. Β', σ•λ. 334. 

!9ΐΐϊζθ€ΐ όγ 



ΠΙ^σβλ. 211. 

Οοο^Ι 



6 



ΈΙΈΙΤΧΛ. 



ΒίβΜον ζ&γ Βαπησμίνων άπ«ντώ(χεν την 
έξης καταγραφην: 

(κΧΙλιοι επτακόσιοι ^εχάζι Ιανουαρίου εζι (μ 
το θέλη(λα ως άνωθεν του προεστέτος ε6απτί- 
σθη άπ' έ(ΐ.έ τον ύπογεγραριμενον υίος του Μα- 
στροκωσταντη άποτην κώ και ΆγγελΙνας Μα- 
λατίτζας• οι άνάίοχοι παπά πέτρος Μαβρονιίά- 
κης και Μαρία κονταρηνου• ητον ηριερών ίεκ* 
οκτέ και ώνο(χάσθη Ιωάννης, εγώ ππ. Ιωάννης 
στεφανόπουλος έβάπτισα.» 

Ουτωί'άλληλοίιαίόχως εν τοις ίιαφόροις λη- 
ξιαρχικοϊς βιβλίοιςάπαντώμ,εν τάς έξης καταγω- 
γάς'Νικολος σ/4*ρκ(ί«ι/ο -Γιάννης από την χΙο." 
Κωσταντης ζσιργοζάχης. — Γιόργης αχό την 
/)οιί/4ί^ι?.— -Μάστρο νικολος κατδιώτης,''^ Γιόρ- 
γης χορ})ΐώζης. — Φραντσέσκος χαριανος κλπ. 
κλπ. Δεν εσχον ίέ την ύποριονην να συνθέσω α- 
κριβή κατάλογον των τοιαύτης καταγωγής οι- 
κογενειών δπωσ^ηποτε $ρ.ως ΐυναμαι να δια- 
βεβαιώσω δτι ύπερ τάς τριάκοντα τοιαύται 
ευρίσκονται εν τοις βιβλίοις τούτοις. 

Έπεται λοιπόν εκ τούτων, δτι η αποικία 
αυτή ίεν συνεκειτο εκ (Αονων ΟΙτυλΙων και Πελο- 
ποννησίων, άλλα και άλλης καταγωγής ανθρώ- 
πων. Και εξηγώ τούτο ώς έξης: Ή Μάνηίιι- 
τέλεσε πάντοτε ανυπότακτος καΐ ούτως ειπείν 
η|Αΐανεξάρτητος. Αί εξ άλλων (Λερών ύπο των 
Τούρκων καταΓ^ιωκό[λεναι οικογένειαι κατέφευγον 
έκει ώς εις άσυλον. 'Οσάκις λοιπόν άνεχώρουν 
εκ Μάνης άποικίαι, συνέκειντο αύται, κατά 
(λέγα μέρος, εξ Ελλήνων άλλων (/.ε ρώ ν. 

Καθά ^έ πληροφορουριαι εν Καρυαΐς, κα( τί- 
νες ΓενουηνσιακαΙ οικογένειαι, άναριιχθεΐσαι (/.ε- 
τά των πρώτων άποικων Ελλήνων, συνεχωνεύ- 
θησαν (Αετ' αυτών, ώς είναι και ή οικογένεια 
Ραγγατζάκη (εκ του Γδΐ^αζζο). 

("Επεται συνέχβια) 

Ν. Β. Φαρδύς 



ΣΤΡΕΒΑΠΘΕΙΧΑ ΥΠΑΡΞΙΧ 

▲ιήγημα. 

[Έχ του Γβρμ•ινιχ•3 του Ηαάοΐρΐι Οηάαυ] 



Α'. 



Τον Νοέρ-βριον (χηνα του έτους 186. εύρισκό- 
(χ,ην εν (/.ικρ^ τινι πόλει της θυριγγίας. "Ήριην 
η^η έκει άπό (Λΐ5ίς έβ«^ο(λά^ος, και περατώσας 
τάς υποθέσεις αΐτινες είχον απαιτήσει την πα- 
ρουσίαν (Λου, ήτοΐ(χαζό|ΐην ν'άναχωρήσω την έ- 
πο(ΐ.ένην ήριέραν εν ω^ο^ εύθετψ, δτε την τετάρ- 
την ώραν (χετά (Χ.εση[;.βρ1αν ελαβον τηλεγρά- 
φη|Αα καλούν (Αε δ,τι τάχιστα εΙς ΠαρισΙους προς 
7ακτοποΙησιν σπουίαιοτάτης ίι' έ(χέ υποθέ- 



σεως. Εύρισκόρ.ενος πολλάς ώρας [χακράν της 
κυρίας σιδηροδρομικής γρα(Λ(Λής, ίέν ήίυνά|/.ην 
πλέον νά προφθάσω την ταχεΐαν νυκτερινήν ά- 
[Λαξοστοιχίαν Ινα έπιβώ ^έ της άρ,έσως έπο- 
|Λένης ήριερησίας, επρεπεν ή ν' αναχωρήσω την 
επαύριον πρωίαν περί την πέ(χπτην ώραν, η νχ 
κινήσω έφ' ά[ΐ.άξης την Ιίίαν ά[Λέσως έσπέραν, 
και ^ιανυκτερεύων εν τγ) πόλει του σιδηροδρο- 
μικού σταθμού νά εξακολουθήσω την επαύριον 
την δίοιπορίαν μου ί ιά του σιίηροίρόμου. 

'^Ητο δυσάρεστος, ύγρος συνάμα και ψυχρό:, 
καιρός. Το νά εγερθώ οέ εν μέσψ σκότους, νά 
ενδυθώ έντος ψυχρού δωματίου, και τρέμων ετι 
εκ του ψύχους νά έπιβώ αμάξης κακώς κλειο- 
μένης, δπως διασυρθώ τεσσάρας δλας ώρας ύπό 
αργών ίππων, ^ι' ανωμάλων βρόμων, άνω και 
κάτω τών ορέων, ήσαν πράγματα άτινα ήκιστα 
μοι προσεμει^Ιων. Προύτ(μησα ν' αναχωρήσω 
αμέσως. Παρήγγειλα εν όχημα, συνεσκεύασα 
εν τάχει τον δ^οιπορικόν μου σάκκον, επιον εν 
ποτήριον θερμού οίνου, διέταξα ν^ θέσουν έντος 
της αμάξης μίαν ^έσμην άχυρου;^ έτυλΙ;(θην 
επιμελώς ^ιά χονδρών τίνων σκεπασμάτων, και 
εκίνησα ευδιάθετος. 

Είχεν ήίη αρχίσει το σκότος, δτε έξήλθον τής 
πόλεως, μετά ήμίσειαν ^έ ώραν ητο βαθεΐα κύ- 
κλω μου νύξ. Με κατέλαβε μετ* ολίγον ημιτε- 
λής τις και άχαρις ΰπνος, δθεν με έξήγειρον, ώς 
ένόμιζον, άνά ^έκα λεπτά μάστιγος κρότος καΐ 
άμαξηλάτου κραυγαΐ* παρετήρουν ίέ τότε δτι 
πολλά παρηρχόμεθα χωρία. Έβλεπον ίι' ήμι- 
κλείστων σφθαλμών και τών θαμβών ύέλων της 
αμάξης ταπεινούς και άμαυρούς οικίσκους καΐ 
τά μόλις φωτιζόμενα παράθυρα των, πριν η ^έ 
καλώς εννοήσω που εύρισκόμην ήμην και 
πάλιν μετά μικρόν έπι της σκοτεινής λεω- 
φόρου. Τέλος έβελτιώθη πως 6 δρόμος* οί τινα- 
γμοί της αμάξης κατέστησαν ανεκτότεροι, 
μεταβληθέντες βαθμηίον εις εύχάριστον λικνι- 
σμόν, αί κραυγαι του άμαξηλάτου ίέν μ* έτώ- 
ραξαν πλέον, και — άπεκοιμήθην. 

Ότε έξύπνησα εϊχομεν σταματήσει εν τγ πό- 
λει Β. προ του Ξβν-οόοχΒίου ό ^ιάάοχος^ βπου 
και κατηυθυνόμεθα. *Τπηρετικώτατός τις οΐκέ- 
της ήνοιξε την θυρί<^α της αμάξης και μ' έβοή- 
θησε νά καταβώ.Άφου ί "απέλυσα τότε τον άμα- 
ξηλάτην και απήντησα καταφατικώς εΙς τον 
οικετην, ερωτώντα με αν έπεθύμουν ^ωμάτιον, 
με παρεκάλεσεν ούτος νά τον ακολουθήσω και 
μ' ώί^ήγησεν επάνω, ίιά της φωτεινής κλίμα- 
κος,• εις ύψηλον, ευρύ και ψυχρον ^ωμάτιον. 
Έκράτει κηρίον ίιά της προτεταμένης αυτού δε- 
ξιάς και ειχέ πως το ήθος ύπερήφανον, ώσανεΐ 
προέκειτο νά με πο^ηγετήστρ ίιά σκοτεινού τί- 
νος λαβυρίνθου. 

Το ύπο^ειχθέν μοι ίωμάτιον ώ^ε πάντ•Λ α- 



Έ3 23ΤΙ 



3(^«ριν την δψιν. ΈφαΙνετο (χη θεριχανθεν άπ' άρ- 
3^7ίς του χ£ΐ{Αώνος. Περιεβλεπονί'αυτο φρίσσων, 
ενώ δ οΐκέτης κατεγινετο ν* άνάψη ίύο Ισχνα 
χηρία και νά παράταξη συ(Λ[Λετρικώς εγγύς κυ- 
τών ι&ιχράν τεφροίόχην χαι άργιλλόττλκστον πυ- 
ρ(;ο^οχεΤον. Λαβών ίέ (χετά τοΰτο ήθος χορο- 
διδασκάλου, εστηρίχθη ελαφρώς ίια της 7}[χι- 
χλείστου χειρός του έπι της τραπέζης και η- 
ρώτηφλ σοβαρώς αν είχον άλλο τι νά διατάζω. 

'Επείνων, είπον ε'πεθύ[χουν νά φάγω κάτι, πο- 
λύ ^έ Θ3ί ηυχαριστούριην αν έθερμαίνετο το ίω- 
μιάτιόν [χου. ^Ητο ίυνατον να ληφθη φροντις 
η έχοΐ{ΐ.ώντο ηίη οι ύπηρεται ; 

Ό οΐκέτης ρ.έ προσεϊίε [χειλιών άνίκφραστον 
(]ΐειί(α(ΐ.α ευ(χ.ενείας και οΙκτίρ[Λονος υπέροχης, 
χαΐ [χοι άττηντησε (χετά πολλής ηπιότητος, 
οτι [Λολις ητο η ώρα <ϊέκα, δτι το έστιατόριον 
οΐΜ^έποτε εκλειε προ του (/.εσονυκτίου, και δτι 
είς τών κατωτέρων υπηρετών — ώς αν ύπηρχεν 
τάγ[χα δλόκληρον — ε(Αενεν άγρυπνος δλην την 
νύκτα, ίιότι πολλάκις εκ τών πέριζ ηρχοντο 
ξίνοι άργά,δπως άναχωρησωσι^ιά της πρωινής 
4ααξοστοιχίας. Άφου ίέ τοιουτοτρόπως μοι 
κατέδειξε την σπουδαιότητα του-οϊκου, εις 
^ν παρείχε τάς υπηρεσίας του, εφάνη πάλιν 
πρόθυ(Λ04 νά λάβη τάς ίιαταγάς |Λθυ, ας ηκου- 
σ€ν απαθής και κάτω νευων τους όφθαλ[λθύς. 

— Ό υπηρέτης θά ελθη ευθύς νά θερίλάνη. 
Το ίεϊπνον εις είκοσι λεπτά θά είνε ετοιαον. 
θέλετε νά φάγετε κάτω η εις το ^ω(Λάτιόν 
σας; 

— Κάτω θά ιινε προχειρότερα, παρετηρησα 
^ειλώς. 

— Όπως αγαπάτε. 

Κ* επιστραφείς .άνεχώρησεν. 

Έτακτοποίησα ολίγον την ένίυ(λασ1αν (χου, 
ελαβον IV βιβλίον εκ του κιβωτίου [ΐ.ου, συλλο- 
γισθείς δτι τά είκοσι λεπτά του κυρίου εκείνου 
ηίύναντο πολύ νά παραταθώσι, και κατεβην την 
κλιαακα, ΐνα [Λεταβώ εις το έστιατόριον. 

Δϋρχέ(ΐ.ενος τον πρόίομιον παρηλθον ενώπιον 
κυρίου τινός, δστις, καθ* ά παροίικώς παρετη- 
ρησα, έφόρει (χέγαν σκουφον εκ (χέλανος (χετα- 
ζωτου, καλύπτοντα σχείον τά ωτα και παρι- 
στώντα εκτάκτως (Λίκράν την κεφαλήν. Ό 
άγνωστος ριέ παρηκολούθησε κατά ποίας και 
έφθάσαριεν συγχρόνως εις την θύραν του εστια- 
τορίου. Την ηνοιζα και παρεκάλεσα αυτόν ίια 
της χβιρδς νά προηγηθη• άλλ* εκείνος ύποχωρή- 
σας εν βη(λα (χοΐ είπε 5ιά ριεγάλης και λεπτό- 
τατης φωνής : 

— Παρακαλώ, παρακαλώ πολύ, περάσετε . 
Ουίβνα είχον λόγον νά <ϊιατρίψω εΙς φιλο- 
φρονήσεις, και εισήλθον εις το έστιατόριον. 

Ό τον (χεγαν σκουφον φέρων άνήρ (λέ παρη- 
κολούθησε, κ' ένό(χιζον δτι ήκουον ετι αυτόν 



ψιθυρίζοντα όπισθεν (χ,ου : παρακαλώ πολύ, πε- 
ράσετε. 

— Ευγενής άνθρωπος, είπον κατ' έ(Λαυτόν. 
Έπι του ένος άκρου της (χακράς και στενής 

τραπέζης, έφ' ης ήπλουτο κηλιίω(χένη πως 
λευκή οθόνη, ιίχον παρατεθή παροψίίες. Άπέ- 
τεινα έρωτηριατικον βλέ(Αρ.α προς τον σοβαρόν 
οΐκέτην, ούτος ίέ σπεύσας άριέσως προς ρ,ε χ* 
έπιχαρίτως προσκλίνων, ριοι ύπέίειζε (Λίαν τών 
ίύο θέσεων. Ό (χετ* εμού είσελθών εΙς τήν αϊθου- 
σαν ευγενής άνθρωπίσκος έκάθησεν επι της 
άλλης καθέδρας, άπέναντί (χου. Άποβαλών τον 
εύρύν αύτοΰ σκουφον, ήρχισε τρίβων (χετά πολ- 
λής ταχύτητος τάς [χικράς, όστεώίεις και άπε- 
ξηρα(Λένας του χείρας. Τον παρετηρησα τότε 
άκριβέστερον. 

Ήτο βραχύς,έζηκοντούτης ϊσως άνήρ,έκτάκτως 
κο[χψώς ένίεί υ[χένος. Έφόρει δίοιπορικήν ένίυ[χα- 
σίαν ανοικτού τεφρού χρώ(χατος, έζαιρέτως κατε- 
σκευασ|χένην, χρω(χατιστον χιτώνα, δστις εκ τών 
συντεθλασ|χένων χειρίίων και του περιτραχηλίου 
του έφαίνετο προ [χικρου έζελθών του κιβωτίου, 
καΐ (χακρόν νεοπρεπές, εκ κυανού [χεταζωτού, 
περιλαίιχιον, εις δ καθηλουτο πολύτΐ(χος και 
κομψότατη καρφίς. Ή κεφαλή του, ώς είχον 
ήίη παρατηρήσει έπι του προίό(χου, ητο λίαν 
(χικρά. Ή (χεσοπόλιος, [χακρί και αραιά του 
κό[χη, χωριζόμενη παρά το άριστερον ?«ν, *φέ- 
ρετο επιμελώς κτενισμένη έπΙ του λοιπού κρανίου, 
δπως συγκαλύπτη κατά το ίυνατον τήν φαλα- 
κρότητά του. 'Τπο το ταπεινον ίί καΐ έρ^υτι- 
ίωμένον μέτωπον εκειντο ίύο μικροί στρογγυ- 
λοί και ζωηροί τεφροί οφθαλμοί. Ή ^ις ητο 
καμπύλη, ίκανώς μεγάλη, άλλα τοσούτον άσυ- 
νήθως λεπτή, ώστε έφοβήθην, δτε άπεμύχθη 
αίφνης βιαίο>ς δ άνήρ, μή ίιαρ^αγώσιν οί λεπτοί 
και διαφανείς του ρώθωνες εκ της ΙσχυρδΙς πιέ- 
σεως, ην τήν στιγμήν εκείνη ν ύφίσταντο. Τά 
στενά του χείλη ήσαν άναιμα, τά μεγάλα και 
άναπεπταμένα του ώτα πλήρη έφηλίίων, δ 
ϋε "μάκρος και όζύ^ αυτού πώγων ητο έζυρισμέ- 
νος, ώς και το άνω χείλος. Το γερόντιον έμάσα 
άίιακόπως, χωρίς νά περιεχη τι το στόμα του, 
και τούτο πράττων τοσούτον παραδόξως συνε- 
στελλε τάς παρειάς του, ώστε ένόμισα δτι κα- 
τεγίνετο νά τάς ίαγκάση. 

— Ό ευγενής άνθρωπος είνε και αστείος, 
ίιενοήθην, έπειίή ίέ ούίέν πλέον μοι παρεϊχεν 
ενδιαφέρον, ηνοιζα το βιβλΙον, δπερ είχον πα- 
ραλάβει, και ήρχισα ν* άναγινώσκω. 

"Οτε ανέκυψα μετ' ολίγα λεπτά, συνήντη- 
σαν οί οφθαλμοί μου τους τού γείτονος ατενί- 
ζοντας έπ* έμέ μετά τοσούτον προδήλου εύμε- 
νείας και αφελούς περιεργείας, ώστε άκων έμει- 
ίίασα. Ό γέρων άπήντησεν αμέσως ίιά φιλι- 
κού και σχείον παιδικού μ6ιίιάμα'|'δ?.ρ.^^Τρ * 



8 



£:23τυ^ 



-^ Πολύ ενδιαφέρον βιβλίον άναγινώσχβτε, 
είπε* χαΐ ώραιαι είχόνες, καθώς βλέπω. 

— ΝαΙ, απήντησα ά[Λελώς, άθφον και καλόν 
βιβλίον : Τα παρα(λυθια του Γρί(Λ(Α. 

— - Του Γρΐ|Α(Λ τα παρα|Αύθια ! άνεφώνησεν δ 
|ΐικρος άνηρ (χετά περίχαρους εκπλήξεως* πρά- 
γριατι ώραιον βιβλίον. Το άνεγνωσα έκατον- 
τάκις• είνε άπο τ* αγαπητά (Λου βιβλία. Τα 
παρα[ΐ.ύθια του Γρί[Α{χ και του Μουσαίου τα 
παρα[λύθια, δ Ιππότης του Ραϊντζενστάϊν, δ Ρι- 
ναΜος Ριναλίΐνης . . Όραια βιβλία Ι αυτά (λ' 
αρέσουν. Δεν άναγινώσκω παρ* αυτά, και άλλα 
${Α0ΐα. 

— Ή άνάγνωσίς των ίέν ερεθίζει, ύπελαβον. 
Διατηρεί τον άνθρωπον νέον. 

— "Όχι (λόνον τον ίιατηρεϊ, άλλλ και τον 
κ&μη^ ηάΜτ νέον, άξιότΐ|χε κύριε, άπηντησεν 
δ γείτων [χου, τονίζων ιίΐφ την λέξιν : κά(ΐ.νει. 
Πόσον καλλίτερα, ^ι^ακτικώτερα, ^ιασκε^α- 
στικώτερα καΐ ηθικώτερα είνε τ3ι ευ|Αορφα αύτοι 
^ιηγ'ήΐΑατα, παρά τά άνοστα και απίθανα [χυ- 
θιστορήματα, τά [χυθιστορη(Αατα των (Λεγάλων 
εντυπώσεων, (Λε τά δποΐα τρέφονται σΎ)[Αερον οι 
άναγνώσται. 

Ό γέρων ηρ^^ιζε νά (λέ ίίασκείάζη.Έστηριξα 
τους αγκώνας έπι της τραπέζης και την κεφα- 
λήν έπΙ των χβιρών, και παρετηρησα αύτον 
προσεκτικώτερον. Ή (χορφή του είχε παράίοζόν 
τίνα χαρακτήρα, δν ίέν ηίυνάρ.ην νά δρίσω 
ακριβώς : μ-ίγρ^κ τι έζάψεως καΐ αφέλειας, ειλι- 
κρίνειας συνάρια και ύπουλότητος. 

-—Δηλαδή•., νά σας ειπώ, ύπελαβον, δπως 
^ιά (Λίκρας τίνος άντιλογίας τον ενθαρρύνω εΙς 
έζακολούθησιν, καΐ εις τά παραμύθια η πιθανό- 
της ίεν περισσεύει. Δύσκολα ^έ θά ευρετε περισ- 
σοτέρους φόνους εις τά φοβερώτερα ση(Αερινά 
(Λυθιστορήμι.ατα, παρά εις τον Ρινάλίον Ριναλ- 
ί Ινην και τον Ίππότην του Ταϊντζενστάϊν, — αν 
ίίν |λί άπατ^ η (Λνη(χ.η . . . 

— Με συγχωρείτε, [χί συγχωρείτε, κύριε [Λου, 
^ιέκοψεν δ γε(των. Ό(Χ.ολογώ δτι οι ηρωές (Λου 
εΙνε πολλάκις αίριοχαρεις* άλλ' εινε δ[Αως, αν 
εΐ(ΐ.πορώ νά ειπώ, τ((χΐοι άνθρωποι εις το ει^ός 
των ίέν κρύπτονται, τους γνωρίζει κανείς ά(Λέ- 
σως• 8ταν βλέπω καΐ έρχεται δ [Λοχθηρος γίγας 
[ΐ.έ την (Λεγάλην μάχαιραν η δ άρχιληστης [Λε 
την καραβίναν καΐ τά πιστολιά του, η δ άρπαξ 
[1.2 τον άκόλουθόν του, είξεύρω ά[Λέσως τι θέλουν 
οΐ άνθρωποι* εννοώ ευθύς που εύρΙσκο[Λαι, και 
ίίν εχω νά τυραννου(ΐαι (Λε χιλίας ίύο σκέψεις 
καΐ υποψίας, καθώς εις τά σηριερινά μυθιστο- 
ρη[λατα, 8ταν βλέπω νά παρουσιάζεται δ άν- 
θρωπος με τους μαύρους διαπεραστικούς οφθαλ- 
μούς και το μοχθηρόν του μειδίαμα εΙς τά 
στενά στενά του χείλη. Τότε ά^ιακόπως συλ- 
λογίζομαι : νά ΐίοΰμεν τι θά κάμη τόρα αύτος 



δ κακούργος, και εως την τελευταίαν σελίδα 
είμαι εΙς ταραχή ν άίιάκοπον. Αύτο γηράσκει, 
κύριε μου. Κάμνει γέροντα τον άνθρωπον ! Τοι- 
αύτα μυθιστορήματα ό'έν έμβαίνουν πλέον εΙς 
την οΐκίάν μου. Πόσον τουναντίον με διασκεδά- 
ζουν και μ' ευχαριστούν αί καλαι έκεΐναι ιστορία ι 
ληστών και ιπποτών!. Δεν μου φέρουν άϋπνίαν, μο- 
λονότι ενδιαφέρομαι ^ιά τους ανδρείους αυτούς 
ανθρώπους, και χκίρω δταν, άναγινώσηω οτι 
ένίκησαν την ενοπλον ^ύναμιν η έπτώχυναν 
κανένα παντοπώλην. Θά πιστεύσητε δτι έρχο- 
μαι τώρα άπο το Κβέίλιμβουργ, και δτι μετέ- 
βην έκει μόνον και μόνον ^ιά νά Ι^ώ το κλωβί, 
δπου έμεινε φυλακισμένος δ ιππότης του Ραϊτ- 
ζενστάϋν; 

— Διατί νά μη σας πιστεύσω ; απήντησα, 
σας πιστεύω. 

—Καλός και φιλικός δ λόγος σας,ύπέλαβι το 
γερόντιον. Δεν φαντάζεσθε πόσην χαράν μου προ- 
ξενείτε. Μισώ τους ανθρώπους, οι δποΐοι αμφισβη- 
τούν δσα ί εν εινε ί υνατόν νά γνωρίζουν η ίσα ίέν 
εννοούν, και νομίζουν μάλιστα δτι εινε υπέροχα 
πνεύματα. Οι στενοκέφαλοι μύωπες 1 Όσον 
περισσότερα εμαθενδ άνθρωπος, τόσον εύκολώ- 
τερον παραδέχεται ώς δυνατά 4 δσα ^έν έγνώρι- 
σεν έζ ιίίας πείρας η αντιλήψεως. Ό. μαύρος 
της Αφρικής ίέν πιστεύει εις άτμομηχανάς, 
ούτε εις ηλεκτρικούς τηλέγραφους, και οι χωρι- 
κοί μας κινούν με άπιστίαν τάς χονδράς των 
κεφάλας, αν τους είπ^ κάνεις, δτι οι αστρονό- 
μοι ήρχισαν νά ζυγίζουν τ* άστρα. Όσον περισ- 
σότερον ημπορεί νΐ πιστεύσιρ δ άνθρωπος τόσον 
περισσότερον σοφώτερος είνε. Τό μη&ίγ βαυμά• 
ζητ σημαίνει, κατά την πεποίθησίν μου, νά 
παραδέχεται τις δλα δυνατά και νά μην άμ- 
φιβάλλη ίια τίποτε. Είσθε της γνώμης μου ; 

Είμαι άνθρωπος ειρηνικός, και απήντησα : 

— Πληρέστατα ! 

— Χαίρω, χαίρω πολύ• επιτρέψατε . . . 

Κ' εγερθείς δ γέρων μοι έτεινε ύπίρ την τρά- 
πεζαν τήνχεϊρά του ην εγκαρδίως εσφιγζα. 

— Απροσδόκητος ^ι' εμέ εύχαρίστησις νά 
ευρω τόσον εύάρεστον συντροφιάν, έζηκολούθη- 
σε λέγων προίγμα τό δποϊον ^εν απαντώ έίώ 
συχνά. Πρό πολλού καιρού ίεν είχα τό ευτύχημα 
νά γνωρίσω άνθρωπον τόσον λογικόν και τόσον 
άξιαγάπητον ώς σας. 

'ΐζϊσθάνθην είίός τι έντροπης, και προσέκλινα 
άφωνος, μειίιών άμηχάνως. 

— Τό ονομά μου είνε Άρης Κλάασεν, έξη- 
κολούθησε φλυαρούν τό γερόντιον. Κατάγομαι 
από τό Χολστάϊν, αλλά πρό υολλών ετών κα- 
τοικώ εις την Γερμανίαν. Άπό τίνος χρόνου μέ- 
νω πλησίον της Β. και ερχορ.αι συχνά εις αυτό 
τό ξενοίοχεϊον. Ημπορώ αρά γε νά ελπίσω, δτι 
θά σας ξαναι^ώ έ^ώ; Είσθε άπ' αυτά τά μέρη; 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



Έΐ^Είτυ^ 



9 



Άιη^ντησα άρντιτικώς ιΐς την τελευταΐβν 
ερώτησιν, αλλά εθβώρησα 6(Λως καθηχον χαΐ 
]^ρίος ριου νά παρουσιάσω χαΐ εγώ τον {αυτόν 
[£θυ. 

— Ήριπορώ νά ερωτήσω, πόσων ετών είσθε ; 
Ι&Ι γιρώτησεν 6 Κύριος Κλάασεν. 

— Τριάκοντα ίύο, απήντησα. 

— Ωραία ηλιχ(α' η ωραιότερα, η[^πορω νο^ 
<ιπ(ϋ, ύπελαβε,' τονίζων Ιδιαιτέρως το ή' χ'εγώ 
ίντδς ολίγου θα εχω αύτην την ηλιχίαν. 

Προσεΐ^ον (χετά τίνος απορίας τον γέροντα, 
άλλ' ητο εντελώς ήσυχος και σοβαρός. Παρατη- 
ρι^σας δ(Λως το βλέ|Λ|Λα [Λου, έφάνη πως στενό- 
χ^ωρηθεις, και προσέθηκεν : 

— Έλπέζω δταν γνωρισθώριεν καλλίτερον, 
ώς (ίλικρινώς έπιθυριώ, νά σας εξηγήσω δ,τι 
τόρα σας προζενεΐ άπορίαν. 

Την στιγριην εκείνη ν προσήλθε ν δ οΐκέτης 
κομίζων το ίεϊπνον, άφου ^ί προσέφερε πρώτον 
<1ς τον Κ. Κλάασεν, υπεχώρησε βηρ,ατά τίνα 
οπισθιν της καθέδρας του, (χ' έθεώρησεν ε'μπι- 
«τευτικώς κα(Λ(Λύων τους δφθαλριούς και πονηρώς 
βλέπων προς τον συν^αιτυ(ΛΟνα ριου, και εκρού- 
<τεν έπανειληρΐ[χένως το ριέτωπον ίιά του λιχα- 
νοϋ του δακτύλου. 

Ειχον ηίη παρατηρήσει δτι δ Κ. Άρης Κλά- 
ασεν έφαΐνετό πως παράίοξος άνθρωπος* άλλ' 
ητο βεβαίως κόσ[/.ιος και ευπρεπής. Μη θέλων 
ν' αποπλανηθώ ύπ6 τών νευμάτων του ύπηρέ- 
του, έξηκολούθησα ίιαρκουντος του ίείπνου 
την μετά του γείτονός μου συνομιλίαν. 

ΜοΙ άπέτεινε πολλάς ερωτήσεις, αλλά πάν- 
τοτε τοσούτον φιλικώς και μετά τοσαύτης προ- 
αιη'^%ΐΛς^ ώστε ασμένως και λεπτομερώς άπήντων 
<1ς αύτάς. 

— Μάλιστα, το βλέπω, είπεν δ Κύριος 
Κλάασεν, βτε ίιηγήθην εις αύτον ολίγα τινά 
περί μεμακρυσμένης χώρας, δπου ειχον ζήσει. 
Π^ριηγήθητε πολύ και έχετε ρ-εγάλην πεϊραν. 
"Άνθρωπος ώς σεις σπανίως άποπλανάται εις 
την μικράν αυτήν πόλιν. Έγώ τουλάχιστον 
χανένα οεν έγνώρισα. Πόσα θαυμάσια πράγμα- 
τα θά είδατε εις την ζωήν σας. Ώρας δλοκλή- 
ρους ημπορούσα νά σας ακούω. Κ* εύαρεστηθή- 
τε σ&ς παρακαλώ νά παρατηρήσετε, αξιότιμε 
χύριε, δτι πιστεύω εις τον ελάχιστον λόγον 
σας. 

Ή ίήλωσις αυτή μ' έπείραξε κάπως. 

*— Δεν πιστεύω, ειπον ξηρώς, αί διηγήσεις 
μου νά φαίνωνται σάν παραμύθια. 

— * Μη με παρεννοειτε, παρακαλώ, κύριε γεΐ- 
τόν μου, ύπέλάβεν δ άνθρωπΙσκος.Όμιλώ απλώς 
και συντόμως, και οι λόγοι μου.ίέν εννοούν ού- 
^έ χεραίανπεριτσότερον παρ' δ,τι λέγω. Ηθέ- 
λησα νλσας καταστήσω προσεκτικον με πόσην 
εύλάβειαν σ21ς ά'κροάζομαι,μόνον και μόνον ^ιά 



νά σας προκαλέσω νά μου <ϊιηγηθήτε και άλλα 
άπο τα πολύτιμα αυτά πράγματα, τά δποϊα 
γνωρίζετε. Δεν ήξεύρετε, ίέν ημπορείτε νά 
υποθέσετε, πόσον ενδιαφέρομαι ^ιά ποίν νέον, 
ίιά πάν θαυμάσιον. 

Επήλθε μικρά τις παυσις. 

Είτα $' αιφνιδίως μί ήρώτησεν δ Κ. Κλάα- 
σεν: 

— "Άν είχατε νά εκφράσετε κάμμίαν έπι- 
.θυμίαν, την δποίαν ήίύνατο αίφνης νά εκπλή- 
ρωση καμμία καλή μάγισσα, τί έπιθυμίαν θα 
είχατε; νά πλουτήσετε; . . 

Άνένευσα. 

— 'Έρωτα ; . . Τιμάς και ίόξαν ; . . Καλήν 
ύγείαν ; . . Βαθύ γήρας ; 

— θά είχε τι το έπιθυμητον, απήντησα ά- 
μελώς, αν ίέν είχε τάς ασθενείας του. 

— Κάμετε μου μίαν χάριν, αξιότιμε κύριε, 
έξηκολούθησιν αμέσως δ Κ. Κλάχσεν. Σκε- 
φθήτε πέντε λετττά, τί ήθέλατε επιθυμήσει. 
Δεν μου κάμνετε αυτήν τήν χάριν ; 

Μ' έβλεπε ίέ πάλιν τόσον φ.ιλιχώ; μειδιών, 
ώστε άσριένως κατένευσα. 

— Αρχίζουν λοιπόν τά πέ^τε λεπτά, είπε. 
Κ* έξαγαγών του κόλπου του βαρύ χρυσοΰν 
ώρολόγιον, εθηχεν αυτό ενώπιον του, και εχυψεν 
έπι του πινακίου του, ούτως ώστε ίέν εβλεπον 
πλέον τους οφθαλμούς του, ώς ει απέφευγε νά 
ταράξη ίιά βλέυ,ματός του τάς σκέψεις μου. 

— Λοιπόν ; τά πέντε λεπτά παρήλθον. Τί 
επιθυμείτε ; 

Οι ίιαλογισ(Λθί μου ειχον εν τούτοις παρα- 
κολουθήσει τον είρμον της προτέρας μου φρά- 
σεως, δτι το βαθύ γήρας θά ητο έπιθυμητον, 
αν ίέν είχε τάς ασθενείας του. 

— θά έπεθύμουν, ειπον, ν* ανταλλάξω τά 
τελευταία είχοσιν ετη της ζωής μου — άπο τά 
έξήκοντα εως τά δγίοήκοντα, — ίιότι τόσον 
σκοπεύω νά ζήσω, άντι τών ετών μεταξύ εϊκο- 
σι και τεσσαράκοντα, και νά ζήσω τοιουτοτρό- 
πως ίις αυτά τά ετη. 

'Ήγειρεν έκπληκτος το βλέμμα. Το άνθρω- 
πάριον είχεν αναπηδήσει, ώς ήλεκτρισθέν, κ' 
ε^ραμε προς με. 

— Τήν χεϊρά σας, φίλε μου ! Τήν χεϊρά σας! 
άνέχραξε. Δεν σας είπε κανείς τίποτε ; Ειλι- 
κρινώς δμιλείτε ; 

— Ποιος νά μου ειπη ; Προ μιας ώρας ήλ- 
θον, και ίέν γνωρίζω ψυχήν εις δλην τήν πό- 
λιν. Ό,τι σας λέγω είνε ειλικρινέστατον. 

— θά σας κάμω μίαν πρότασιν. 
'Εφαίνετο δ Κ. Κλάασεν λίαν έξημμένος, κ* 

έξηκολούθησεν αμέσως: 

— Ελάτε εις το ίο)μάτιόν μου• άναπαυτι- 
κόν, θερμον ^ωμάτιον. . • . τδ καλλίτερον του 
ξενοδοχείου. Ό υπηρέτης ^ί\^0^Λούτνς 



10 



Έ^Έχτυ^ 



δπως κανείς. Ελάτε νά ι^ίετε ενα ποτηράκι. 
'Ήθελα πολύ νά δ[χιλη<^ω [Λαζη σας. Μόλις είνε 
εν^εχα, και δ 9ΐ^ηρο^ρθ[Λθς φεύγει αυριον το 
πρωί εις τάς ^έκα. Χαρίσετε [ΐ.ου (Λίαν ώραν, κ' 
έχετε καιρόν νά χορτάσετε ΰπνον. Κά[Αετέ ρ,ου 
την τΐ(ΐ.ην νά ίεχθήτε την πρόσκλησίν (Λου. 

Δεν ήσθάνθην το θάρρος ν' αρνηθώ. Έπειίη 
^έ προ (Λίκρου είχον τελειώσει το ^εΐπνόν [Αου, 
και 6 Κ. Κλάασεν έβεβαΐου δτι θά έκάπνιζον 
το σιγάρον (χου πολύ ευχαριστότερον έπι ανα- 
παυτικού θρονιού εις το ίωριάτιόν του η έπι 
σκληρας τίνος καθείρας του εστιατορίου, άσ(/.ε- 
νος και πως περίεργος τον παρηκολούθησα εις 
το ίωριάτιόν του. 



β' 



Γηραιός τις υπηρέτης, αναμένων εν τφ ίια- 
ίρόρ,ω, ηνοιξε την θυραν, δτε επλησιάσαμεν εις 
το £ω[ΐ.άτιον του Κυρίου Κλάασεν. Με πάρε- 
τήρησε <ϊε προσεκτικώς καΐ [Λετά τίνος δυσπι- 
στίας, ώς (Λοι έφάνη. Ό κύριος του ελαβεν αυ- 
τόν κατά (λέρος καΐ του εψιθύρισεν ολίγας λέξεις 
εις το ους, κρατών αύτον οικείως άπο του βρα- 
χίονος, ώς ει έλάλει προς ϊσον, γνο)ρΐ{/-ον (λάλ- 
λον η προς ύφιστάριενον. Ό γέρων απεσύρθη 
ούίέν άπαντήσας, κ' επέστρεψε [/.εθ' ίκανώς (χα- 
Λ'ρον χρονικον ίιάστη(Λα, φέρων το άχνίζον πο- 
τόν και ποτήρια. Άπέθηκεν αυτά έπι της τρα- 
πέζης κ* εγγύς αυτών ίέσ[Λην σιγάρων, είτα ί' 
ε(χεινεν ίστάριενος παρά την θύραν και θεωρών 
τον κύριόν του, οιονεί ίιαταγήν τίνα περι- 
(λένων. 

— Ή[ΛπορεΤς νά πλαγιάσης, τφ ειπεν δ ζε- 
νίζων (ΐ,ε. Ό κύριος έχει την καλωσύνην νά 
μείνη ολίγον (χ,αζυ (χου. Δεν σε χρειάζοριαι 
πλέον. 

Ό άνθρωπος (χ' έθεώρησε και πάλιν [λετά 
του αύτου εκείνου ίυσπίστου βλέ|Χ(Λατος, ^ι' ου 
(Λε ειχεν άνα(Αετρήσει. 

— Δεν ειριαι κουρασρ,ένος, είπε. θά υπάγω 
εις το ίω(Λάτιόν (χου, και δταν θελήσετε αρ- 
γότερα νά έκίυθήτε, (χέ φωνάζετε. 

— "Οπως θέλεις, Φράντς, δπως θέλεις. *Αν 
δ[χως νυστάζΊ()ς, πλάγιασε κ* έννοια σου. 

Ό υπηρέτης άπε(χακρύνθη, κ* ί|χεινα πάλιν 
(χόνος (χετά του Κυρίου Κλάασεν. Πριν η ελθη 
το πούντς, ειχεν εξακολουθήσει την παρά την 
τράπεζαν άρχισθεϊσαν συνθ(χιλΙαν του, καΐ δια- 
φόρους |χοι άπέτεινεν ερωτήσεις. Μοι έφάνη δ- 
ίχως, δτι άνέ[χενε ν* άσφαλισθ^ κατά πάσης δια- 
ταράξεως, δπως λαλήση [χετ* έ[χου περί ώρισ[/.έ- 
νου τινός άντικεΐ(χένου, δπερ τον ενδιέφερε. Και 
ίέν ήπατώ(χην. Μόλις έκλεισε την θύραν 6 
Φράντς, καΐ δ Κ. Κλάασεν έπλήρωσε ^ύο πο- 
τήρια, προσέκρουσε το ποτήριόν του εις το 



ι^ικόν [χου, έγεύθη ίι' £κρων χειλέων του πο- 
τού, εβηξεν ολίγον, και ώ[χίλησεν ο)ς έξης : 

— Σας παρακάλεσα νά [χου χαρίσετε εν |χε• 
ρος ττ^ς εσπέρας σας, πρώτον (^ιότι έπεθύ[χουν νά 
καλλιεργήσω γνωρΐ|χ1αν, ή δποία {χου έπροξένη- 
σεν ήίη τόσην εύχαρίστησιν, καΐ δεύτερον ίιότι 
ήθελα ν* ακούσω την γνώ|χην πολυπεΙρου και α- 
προκατάληπτου ανθρώπου περί ζητη(χάτων τι- 
νών, τά δποϊα (χ* ενδιαφέρουν [χεγάλως. Ήσχο- 
λήθητε (χέ την Ιατρικήν ; 

— Μέ την χη(χε1αν, την φυσικήν, τον (χα- 
γνητισ(χον ; 

Άνένευσα. 

— Πιστεύετε δτι είνε ίυνατή επί τών αν- 
θρώπων άντί^ρασις του αοράτου κόσ[χου, του 
κόσχου τών πνευμάτων ; 

Καθ* δσον ειχον ήίη γνωρίσει τον Κ. Κλάα- 
σεν, εννόησα δτι απότομος τις άρνησις ήθελε 
πτοήσει «υτον και κλείσει πιθανώς το στόμα 
του. Μη αισθανόμενος δμως την έλαχίστην κό- 
πωσιν, άνεσιν ^έ τουναντίον πολλήν εν τφ εύ- 
χαρίστφ έκείνφ ^ωματίφ, έπι του αναπαυτι- 
κοί; μου θρανίου κ* ενώπιον ποτηριού εξαίρετου 
ΛΟΌΤΖζ, και μόνην έχων ^ιασκέ^ασιν την συν- 
τροφιάν του Κ. Κλάασεν καθ* δλην έκεΐνην την 
μακράν έσπέραν, άνέλαβον σοβαρόν ήθος προς 
την έρώτησίν του, και απήντησα ίιά τών στί- 
χων τούτων του Άμλετ : 

«Κρύπτει δ ουρανός κ* ή γη, Όράτιε, 
Πλείονα ή φαντάζετ* ή σοφία σας» 

— Λαμπρά ! ορθότατα ! ύπέλαβεν έπικυρών 
δ Κύριος Κλάασεν. Τπάρχουν αληθώς πολλά 
πράγματα, τά δποΐα ποτέ κάνεις ίέν έφαντάσθη 
και δμως είνε αληθινά Ι 

Έπιε ταχέως ολίγον εκ του θερμού ποτού, 
κ' έπανέλαβεν αμέσως, θεωρών με βλοσυρώς ώς 
αν είχον εκφράσει άντίρρησίν τίνα. 

— Και δμως, κ' εντούτοις εΙνε αληθινά ! 

Είτα ί' έβυθίσθη εΙς βαθεϊαν σκέψιν, και 
μετά παυσιν μακράν ύπέλαβε πάλιν ήσύχως 
και προσηνώς, ώς πρότερον : 

— Ημπορώ νά σδίς απασχολήσω ώς μίαν 
ώραν ακόμη ; Έχω τόσον σπανίως την ευτυ- 
χίαν νά συναντώ ανθρώπους ώς σας, και θα μου 
είνε μεγάλη άνακούφισις νλ εκφρασθώ περί με- 
ρικών πραγμάτων, τά δποϊα εχω εΙς την καρ- 
ΐίαν μου. 

Απήντησα δτι μ€τά μεγάλης ευχαριστήσεως 
ήμην εις την ίιάθεσίν του. 

*— Ευχαριστώ πολύ 1 άπήντησεν δ Κ. Κλάα- 
σεν. Βήξας ίέ και πάλιν ήρχισε την ίιήγη- 
σίν του. 

["Εηεται συνέχιια] 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



Β21ΤΙ^ 



11 



Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΑΑΡΒΙΝ 

κατ* οίκον 

Ό Κάρολος Δάρβιν €ΐνβ εν των μεγίστων 
ί'χΐ του χ6άΐΛθυ πνευριάτων, εΙς των ανδρών οϊ- 
τινες βαθύτερον ηροτρίωσαν χαί εγονΐ|ΛοποΙγ)σαν 
το έδαφος ττίς ανθρωπινής διανοίας. Μόνην την 
εχιστ-ηριην ελάτρευσε,ίενιπεζήτησεν ούτε ίόζαν, 
ούτι τ(|&άς, έζησε ίέ είρηνικον και αύστηρον βίον 
(«ιζγ)τών άριεταπτώτως την αλήθεια ν. 

Ό βίος αύτου ενέχει το εξοχον εκείνο θέλ- 
γτιτρον, δπερ απορρέει εκ της ενώσεως του (χε- 
γαλβίου της διανοίας προς την απλότητα, της 
καρδίας, την (χετριοφροσύνην και την φυσικό- 
τητα, «νώσεως σπανιωτάτης και ίιπλώς ίι' 
αύττίν ταύτην την σπανιότητα εκτιριωριένης. Ό 
γινώφχων τον κατ* οίκον βίον του Δάρβιν τοι- 
αύτην ίκτίριησιν και συ(Λπάθειαν αισθάνεται, 
ώστε η προς τον ανθρωπον αγάπη Ισοφαρίζει 
προς τον θαυ|χασ|χόν του ώς επιστη(Αονα. 

Παιάίχή χαΐ κβαηκη ήΜχΙα τον ^άρβ^τ. 

Ό Κάρολος Δάρβιν έγεννήθη τ^ 12 Φεβρου- 
αρίου 1809 εν Σχρούσρ,πουρη. Ό πάππος αύ- 
τοϋ *Έρασμος Δάρβιν εγενετο γνωστός εις την 
<πΐ(ττη(ΐ.ην ίιοι της ΖψοτομΙας του.Έν τφ εργφ 
τούτω ευρίσκεται εν σπέρ(Λατι η (χεταπλαστι- 
κη θεωρία, ήτις υπήρξε το κατ* εξοχήν έργον 
του Καρόλου Δάρβιν. Ό ιατρός Οΰάριγκ Ρο- 
βέρτος Δάρβιν, υιός του Έράσ^Λου, πατήρ του Κα- 
ρόλου, ήτο ίεξιώτατος χειρουργός— {ΐ,εθ'δλην 
τήν προς το αίρι,α άποστροφήν του,ήν|χετεβίβα- 
σε χαι εις τον υίόν του. Περί της παιδικής ^έ 
ήλιχέας του Καρόλου Δάρβιν εύρίσκο[/.εν ενδια- 
φέρουσας εΐι^ήσεις εν τη αύτοβιογραφίο}: του. 

«Ήριήτηρ (Λου απέθανε κατά Ίουλιον του 
1817• ή|Αην επτά περίπου ετών, είναι ίί πα- 
ρά^οζον οτι ού^έν άναρι.ινήσκο[Λαι, ή [λόνον τήν 
νεχρικήν της κλίνην, τήν εκ (χαύρου βελούίου 
εσθητα αυτής και το περιέργως κατασκευασ- 
' (λένον τραπέζιον του εργόχειρου της. Το Ιαρ 
του αύτου έτους, έστάλην ώς εξωτερικός [Λαθη- 
τής εις σχολειόν τι της Σχρούσ(Απουρη, εν φ 
ίφοίτησα επί εν έτος. "Ήκουσα λεγόριενον δτι 
έριάνθανον πολλώ βρα^ύτερον της (λίκροτέρας 
αδελφής (ΑΟυ ΑΙκατερίνης,νο[χίζω <ϊ* δτι ύπο πολ- 
λάς επόψεις ή(χην κακόν παι^ίον. Καθ* ην έπο- 
χήν έφοίτων εΙς το σχολεϊον τούτο ήσθανόριην 
^εγάλην κλίσιν προς τήν φυσικήν ίστορίαν και 
ιδιαιτέρως προς τάς συλλογάς. Προσεπάθουν νά 
ριάθω τά όνόριατα των φυτών, και συνέλεγον 
παντοία πράγρ,ατα, κογχύλια, σφραγϊίας, (χε- 
τάλλια, (ΐ,έταλλα. 

^Ή προς το συλλέγειν αυτή |Λανία ήτις ανα- 
δεικνύει 31νθρωπόν τίνα συστηριατικον φυσιοίί- 
φην, «άν μή καταστήση αύτον (Αονοριανή ή φι- 



λάργυρον, ήτο βαθύτατη εν έ(Λθΐ και άναριφισ- 
τήτως ε(Λφυτος, ίιότι ούίεις τών αδελφών |Λου 
είχε ποτέ τήν κλίσιν ταύτην. 

]>Μ(κρόν τι έπεισόίιον, κατά το έτος τούτο 
συριβάν ένεχαράχθη άνεξιτήλως εις τήν (χνή(Λην 
(ΑΟυ. Αποδεικνύει ίέ πόσον ένίιεφερό(Λην εκ 
νεαρ&ς ηλικίας περί του (χεταβλητοΰ τών φυτών. 

»Διηγήθην εις άλλο (λίκρον παιίίον (εΙς τον 
Λάϊτον , νθ[Λίζω , δστις βραίύτερον έγένετο 
Λινελόγος και βοτανικός γνωστότατος) δτι ή- 
ί υνά(Λην νά παραγάγω πολυανθή και ήράνθερια 
όιαφόρωνχρω(Αάτων ποτίζων αυτά ίιά κεχρω- 
(Λατισ[Λένων τίνων υγρών. Εννοείται ώς ην έπό- 
(χενον, δτι τούτο ητο τερατώδης μύθος, καΐ δτι 
ούίέποτε επιχείρησα τοιούτο πείρα(χ.α)). 

Τω 1818 δ πατήρ του εισήγαγε ν αύτον εις 
έκπαιίευτήριον τήςΣχρούσ(Λπουρη εν φ έσπού- 
^ασεν έπι έπταετίαν. 

«Δεν ή(Αην οκνηρός, πλην ίέ της στιχουρ- 
γίας εις ην 5εν επέίιίον, έ|Αελέτων εύσυνειίή- 
τως τους κλασικούς (χ,ου συγγράφεις, άνευ (λετα- 
φράσεων ή άλλων βοηθηρ-άτων. Μόνην εύ- 
χαρίστησιν τών σπου<ϊών τούτων άπεκόριισα 
εκ τών ω^ών του Όρατίου, δν έθαύριαζον πολύ. 
Ότε απεφοίτησα του σχολείου ^έν ή[Αην, ώς 
προς τήν ήλικίαν (χου, οΰτε πολύ, ούτε ολί- 
γον άνεπτυγριένος. Νθ(λίζω οτι οι ίιίάσκα- 
λοί (Λου και δ πατήρ {Αου (α* εθεώρουν ώς κοινό- 
τατον παιίίον. Ήρ.έραν τινά δ πατήρ (/.ου ριοί 
είπε• «Μόνον ίιά τοκυνήγιον, τους σκύλους καΐ 
ίιά τά παιγνίίια φροντίζεις, θά έντροπιώσης 
τήν οίκογένειάν σου και τον εαυτόν σουΙ•..» Ό 
πατήρ μου, δστις ητο κάλλιστος άνθρωπος, καΐ 
του δποΐου ή μνήμη μοι είναι προσφιλής, ητο 
προφανώς ώργισμένος τήν ήμέραν εκείνην και 
άδικος πως δτε έλεγε τάς λέξεις έκείνας. 

»Άναμιμνησκόμενος ώςκάλλιον <ϊύναμαι τον 
κατά τον σχολικον βίον χαρακτήρα μου , 
ανευρίσκω δτι τά μόνα προσόντα μου ατινα 
προοιώνιζον αϊσιόν τι ίιά το μέλλον ήσαν αι 
έκπεφρασμέναι ήίη κλίσεις μου, δ πολύς ζήλος 
μου προς πάντα τά ένίιαφέροντά με και ή 
ζωηρά εύχαρίστησις, ην ήσθχνόμην δτε ένόουν 
ζήτημα τι ή πράγμα ίυσχερές.» 

Περί το τέλος της εποχής ταύτης ήσκειτο 
εΙς τήν χημείαν μετά του άίελφού του Έ- 
ράσμου. 

(κΜοι επέτρεπε νά τον βοηθώ εις τά πλείστα 
τών πειραμάτων του. Παρεσκεύαζε πάντα τά 
αέρια και πολλά σύνθετα σώματα, εγώ ο' άνε- 
γίνωσκον επιμελώς πολλοί βιβλία χημείας, οΙα 
ή Χημική Κατήχησις του Χένρη και Πάρξ. 
Ήσθανόμην μέγιστον ενδιαφέρον, συνέβη ίέ νλ 
έργασθώμεν μέχρι της μιας μετά το μεσονύ- 



κτιον και επέκεινα. 



))Τούτο υπήρξε το καλλίτερον μερί^ς της σχο- 

0Ϊ9ΐίΐζθόόγν^ΟΟ^ΐ€ 



12 



£2 23Τυ^ 



λιχης (Λου άγωγης, 8%6τι ίχ τούτου πραχτικώς 
ενόησα τί £ση|Ααινον αϊ λέξεις π6ΐρα(&κτικαι 
ετΓίστηριαι. Αι (χελέται χαΐ τ& πειράι^ατα η(Αών 
ήσαν γνωστοί εν τφ σχολεΐφ, επειδή ίβ τοΰτο 
ητο πρωτοφανές, οι 9υ(ΐ.|ΑαθηταΙ (χου [λε έπωνό- 
[χασαν * Αέρων. Έττεπλήχθην απαζ ^ηριοσίί^ ύπδ 
του πρώτου ίιίασκάλου του σχολείου, του ίι- 
^άχτορος Βουτλερ, ίιότι έχανα τον χαιρόν (Λου 
εις π^^άγριατα τόσον ανωφελή, (Αε απεκάλεσε 
^ε ά^ίχως ροβο οιΐΓ&ηΙβ* έπει^η ^έ ίέν ενόουν 
την εννοιαν των λέξεων, η (χ.θ(ΐ.φη [αοι έφαίνετο 
τρομερά.]) 

Τον 'Οχτώβριον του 1825 6 νεαρός Κάρολος 
Δάρβιν, εστάλη εις το Έ^ιριβοΰργον δπως σπου- 
ίάση την Ιατριχην (Αετοί του αδελφού του Έρά- 
σμου. Διέτριψε ^ύο ετη, αλλ* ως 6(Λθλογει, ^εν 
είργάζετο οΰσ όλως, βεβαιωθείς εχ τίνων ση(Λείων 
δτι 6 πατήρ του θα τφ άφήση ίχανήν περιουσίαν 
δπως ζτ) άνετως, χωρίς να άναγχασθγ) να (χε- 
τελθη το Ιατριχον επάγγελ(ΐ.α. Ή ιατρική ήχι- 
στα ενδιέφερε αυτόν. 

Α! εΙς το νοσοχο[Λειον επισκέψεις ένί ιαφέρουσιν 
αύτον περισσότερον, άλλα τφ προξενουσι δυσ- 
άρεστους συγκινήσεις• προ πάντων ίέ αί εγ- 
χειρίσεις, ών τίνες τρέπουσιν αύτον εις φυγήν 
εκ του ά[Λφιθεάτρου. Δεν «ιχιν ετι άνακαλυφθγ) 
το χλωροφόρ[Λΐον| ή ^έ θέα του αΙ[ΐ.ατος και αί 
κραυγαι των έγχειριζθ[/•ένων έτάραττον αύτον 
σφόδρα. 

Έν|τούτοις κατά τάς ^ιαχοπάς εν Χρούσριουρη, 
ασχολείται περί την Ιατρικήν, επισκεπτό(ΐ.ενος 
τους πτωχούς καΐ συζητών (Αετά του πατρός 
του περί της διαγνώσεως της νόσου Λαι της 
καταλλήλου θεραπείας. 

Κατά την εν Έίψβούργψ ίιαριονήν του, δ 
Κάρολος Δάρβιν τρέπει (ΐικρόν την προσοχήν 
του εις τάς θετικάς επιστήριας καΐ ^η(Λοσιεύει 
το πρώτον αύτου έργον, μικράν (λονογραφίαν. 
Παρίσταται επίσης εις τάς συνεδριάσεις της 
ΒασιΜχής *Ιαζρίχής Έζαιρβίαζ' (Λανθάνει να 
βχλσα(ΛΟνη• παρακολουθεί τάς γεωλογικάς έκ- 
-"^οΐλάς. (τΚατά το ίεύτερον έτος (χου εν Έίΐ(χ- 
βούργφ παρηκολούθησα τά (ΐ.αθή[Λατα της γεω- 
λογίας κο^ι της ζωολογίας, άλλ* ήσαν χπιστεύ- 
τως ανιαρά* τοΰτο [ΛΟνον το άποτέλεσ(Αα έπή- 
νεγκον έπ* έ(χου, δτι ελαβον την άπόφασιν νά (χή 
αναγνώσω ποτέ βιβλίον γεωλογίας, (χη^ε νά 
ασχοληθώ ποτέ εις την επιστή(Λην ταύτην.» 

Ή φυσικωτάτη αυτή προς την γεωλογίαν 
αντιπάθεια αποτελεί παράίοξον αντίθεσιν προς 
το φλογερον πάθος ίι* ου θά καλλιεργήση τήν 
έπιστή(χην ταύτην (χετά τίνα ετη, (χετά τήν 
περί τήν γήν περίοίόν του. 

Κχτίκ, τήν εποχήν ταύτην δ νεαρός Δάρβιν 
ήγάπα καθ* ύπερβολήν τήν θήραν, το ίέ πάθος 
τοΰτο διήρκεσε πολλά ετη, άλλ* άπεσβέσθη 



βαθ[Αη^ον κατά τον περίπλουν αύτου. Έν τινι 
θήρ^ δ Μάκκιντος είπε περί Δάρβιν : 

— Ευρίσκω εις τον νέον αύτον κάτι τι το 
δποιον (Α* ενδιαφέρει• 

«Ή εντύπωσις αυτή, λέγει δ Δάρβιν έν τ^ 
αυτοβιογραφία του, έπήλθεν αύτφ προ πάντων 
εκ του [χεγάλου ενδιαφέροντος (Αεθ* ου τον ήκροώ- 
(χ,ην καΐ (χόνον εκ τούτου, ίιότι ή(χην ά(χα- 
θεστατος κατά τήν ίστορίαν,τήν πολιτικήν, τήν 
ήθικήν φιλοσοφίαν. Οί έπαινοι έπιφανοΰς άν- 
ίρος ώφελοΰσι τους νέους• βοηθοΰσιν αυτούς νά 
βα^ίζωσι τήν ευθείαν δίόν.» 

Μετά ίιετη ^ια(Λθνήν έν Έ^ΐ(χβούργω, δ 
πατήρ του λα[λβάνει πλέον τήν άπόφασιν δτι 
δ υιός του ^έν έχει τά προσόντα προς Ιατρικάς 
σπου^άς, και δτι καλώς θά πράζ^ νά έκλέξιρ 
νέον στάίιον το στάίιον ίέ τοΰτο ητο το 
κληρικόν. 

Ό Κάρολος Δάρβιν προωρίσθη νά γείν/} 
οΙθΓ^γπιαα• ή ι^έα ^έν τφ άπήρεσκεν. 

α'Εζήτησα καιρόν τίνα δπως σκεφθώ* ήθελον 
νά στερεώσω τήν πίστιν |Λου εΙς πάντα τά ίόγ- 
(Λατα της αγγλικανικής εκκλησίας. "Άλλως 
ή Ιίέα του νά γείνω αγροτικός έφη(Αέριος (λοί 
ήρεσκε. 'Ανέγνων έπ([χ.ελώς το οηΐΐΐθ ΟΓββόβ του 
Πήαρσον και άλλα τινά θεολογικά βιβλία. 

»Όταν λάβη τις ύπ* δψιν τον ζήλον (χεθ* ου 
έπετέθησαν κατ* έ(χοΰ οί ευλαβείς, φαίνεται γε- 
λοϊον δτι εις έποχήν τίνα βιχον σκοπον νά γείνω 
κληρικός. Ό πατήρ (χου ίέν παρήτησεν ανα- 
φανδόν τον πόθον τούτον, άλλ* έν σιγή, δτε 
άπελθών του πανεπιστη(Αίου της Κανταβριγίας 
έπέβην του ΜχήϊγκΛ ώς φυσιοί Ιφης. Άν πρέπη 
να πιστ6ύω(Χ.εν τους φρενολόγους, ή(Λην κάλλιστα 
προπαρασχευασ(Αένος δπως γείνω κληρικός. Πρό 
τίνων ετών οί γρα[λ,(χατ&ΐς γερ(Λανικής τίνος εται- 
ρίας της ψυχολογίας έζήτησαν έπΐ(ΐ.όνως φω- 
τογραφίαν μ,ου. Μετά τίνα καιρόν ελαβον τά 
πρακτικά (χιάς τών συνεδριάσεων, καθ* ην το 
σχή(/-α της κεφαλής (ΛΟυ έγένετο θέίχα ^η[χοσίας 
συζητήσεως, εις ίέ τών ^ητόρων έοήλωσεν δτι 
ειχον τον υβόν της ευλάβειας άνεπτυγ(Αένον 
δσον ^έκα ευλαβείς ιερείς δ[Λθΰ 1}> 

Ά{λέσως λοιπόν απεφασίσθη νά σπουίάση δ 
Δάρβιν τά έγχύκλια (Ααθή{Λατα έν ΚανταβριγΙα, 
δπου έφθασε περί το τέλος τοΰ 1828, αφ* ού 
άνενέωσέ πως τάς (χετά της ελληνικής και λα- 
τινικής γλώσσης σχέσεις του. Έν Κανταβριγίςε 
ίιήλθεν εύάρεστον βίον, θηρεύων, άσκούριενος 
εις τήν σκοποβολήν, ιππεύων, συναναστρεφό[Αε- 
νος [χετ' εύθύ[χων νέων και διασκεδάζων. 

Άλλ* δ Δάρβιν ύψηλοτέρας έχων τάσεις ίέν 
ίιήγαγεν έπι (χαχρον τον βίον τούτον. Έν Καν« 
ταβριγίί^ έφοίτα συχνά εις το Μουσεϊον Φίτς- 
Ούίλλια(χ, δπως θαυ(χάζη τά έν αύτφ έργα τών 
εικαστικών τεχνών ήγάπα τήν^ αουσικήν, πο- 



εΐ23ΤΖ^ 



13 



ρ£υό|ΐ6νος ιΐς το παρβχχλησιον δπως άκούση 
θρησχλυτιχάς [ΐ.£λφίΐας, ιτληρώνων τά παιίία 
του χορού όπως ελθωσιν εΙς την κατοικίαν του 
χαΐ ψάλωσι, επιζητών τάς [/.ουσιχάς συνανα- 
στροφοις και τάς συναυλίας. Και δμως παρα- 
δόξως ίεν εϊχεν αντί, ίβν ηίύνατο να ^ιαχρί- 
ντ} (ΐίαν παρατονίαν, ίέν η<ϊύνατο να ύπο(Λέλψγι 
ορθώς 4^(^« "ϊ•». Έν τούτοις, η (Λουσιχη ύπερέ- 
τερπεν αυτόν συχνά κις ίέ ποιείται λόγο ν περί του 
«ρίγους δπερ αΙσθάνεται έν ττ) σπονίυλιχ^ στή- 
λη» δταν άχούγ) ώρα(αν [Λουσιχήν. Όριοίως η- 
γάπα την ποίησιν χαΐ τά ποιχίλα άναγνώ- 
σριατα. 

«Μέχρις ηλιχίας τριάκοντα ετών περίπου, 
πάντα τά εϊίη της ποιήσεως — τά έργα του 
ΜΙλτωνος, του ΓχραΙη, του Βύρωνος, του Ούερ- 
^σουερΟ, του Κολρΐίζ, του Σέλεϋ, ριέ ετερπον 
τά |ΐ.<γιστα. Έλάτρευον τον Σαίχσπηρ, Ι^ιως 
ίέ μ* έΟελγον, δτε ηριην σπουδαστής, τά ίστο- 
ριχά. του ^ράριατα. Τώρα, άπο πολλών ετών 
|*.οι είνε αδύνατον ν* αναγνώσω ένα καΐ (ΑΟνον 
στίχον. Άπεπειράθην προ (/.ικρου ν' αναγνώσω 
τον ΣαΙχσπηρ, άλλ' εύρον αύτον τόσον άνιαρόν, 
Δστε |αοΙ ένέττνευσεν άη^ίαν. 

»Δεν \ί* ευφραίνει σχεδόν πλέον η ζωγραφική 
και -η {λουσιχη. Ή ριουσικη έν γένει (χέ κά(Ανει 
νά ^ιανοώ|Ααι συντόνως το θέρια περί το λποιον 
ειχον άρτι ένασχοληθτ), άντι νά (ΐ,οΐ έριποιησιρ 
χαλαισθητιχην ηίονην . Διεφύλαξα άγάπην 
τινά προς τλ ώραια τοπία, άλλ' ή θέα των ^έν 
(101 παρέχει πλέον την έχταχτον έχείνην άπό- 
λαυσιν, ίΐν ησθανό(ΐην &λλοτε.ΐ) 

Έχ των βιβλίων, £τινα επέδρασαν (χεγάλως 
έπι του πνεύριατος του έφηβου Δόρβιν,[Λνηριονεύ- 
ο(ΐεν ίϋο ϊργα (χεγάλης αξίας : «Κατά το τε- 
λευταΐόν (ίου έν Κανταβριγίί^ έτος άνέγνων 
(ΐετά προσοχής καΐ ενδιαφέροντος την άφήγη- 
σιν των περιηγήσεων του Ου(ΐ.βολί. Το έργον 
τοντο ώς και το του σιρ Χέρσελ «ΕΙσαγωγη 
εις την σπουίήν της Φυσικής Φιλοσοφίας]», ριοι 
ένέβαλον φλογερον ζήλον. "Ηθελον νά προσ- 
θέσω χαΐ έγώ λίθον τινά, έστω και ευτελή, εις 
το ευγενές οΙκο£όρ(.η(ΐ.α τών φυσικών έπιστη(Αών. 
Ουίεν σύγγρα(ΐ.α έπέ^ρασεν έπ* έ(χου δσον τά ^ύο 
τχντα. Αντέγραψα εκ του Ου(ΐβολ^ (ΐακρά χω- 
ρία σχέσιν έχοντα προς την Τενερίφην, καΐ άνε- 
γίνωσχον αυτά ύψιφώνως κατά τίνα έκ^ρθ(Λην 
(ίου. "Έν τινι προγενεστέρα έκ^ρορίΎ) ώριίλησα 
προς τινας φίλους (λου περί τών καλλονών τής 
Τεν<ρίφης, τίνες ί* αυτών έ^ήλωσαν δτι θά 
προσπαθησωσι νά (ΐεταβώσιν εις αυτήν* άλλ' 
υποθέτω δτι ^έν ώ(χίλουν σοβαρώς. Έγώ δ(Αως 
είχον λάβΐ(ΐ σταθεράν άπόφασιν, έζήτησα ί* 
άχρόασιν παρά τίνος μεγαλεριπόρου του Λον- 
δίνου, δπως λάβω πληροφορίας περί τών [λέσων 
της (ΐβταβάσιώς (λου.» 



Έν Κανταβριγίφ δ Δάρβιν συνετέθη στενώς 
(χετά του Χένσλοου, καθηγητού τής βοτανικής. 
Ή φιλία εκείνη καθώρισε το στάίιον του Δάρ- 
βιν. Ό Χένσλοου ητο εύρυριαθέστατος άνήρ, (ΐή 
άρκού(Λενος εΙς τάς εΐ^ικάς γνώσεις, άλλα κε- 
κτηριένος καΐ πολλάς £λλας ξένας τγ) βοτανική. 
*Ητο σοφός άλλ' ουδόλως σχολαστικός. Ή κχρ- 
ίία και ή άγαθότης του προσείλκυον εκείνους, 
οδς το πνευρ,α αυτού θά ήούνατο νά κράτηση 
(χαχράν, ητο ίε φίλος (χάλλον και εταίρος καΐ 
ούχι καθηγητής. 

Τφ 1831 6 Δάρβιν απεφοίτησε τής σχολής 
τής Κανταβριγίας. Μετά γεωλογικήν έκίροριήν 
ην έπεχείρησεν εις τά βόρεια τής Ουαλίας, έκ- 
^ροριην σκοπούσαν νά εξοικείωση αύτον προς 
την γεωλογίαν, εις -^ν σφόίρα τον ειχεν έξο- 
τρύνη δ Χένσλοου, εύρε κατά την έπάνοίόν του 
εις Σχρούσ(χ.πουρη, έπιστολήν τού Χένσλοου πε- 
ριέχουσαν πρότασιν συ(ΐ.φωνούσαν τά (χέγιστα 
προς τους πόθους τού νεαρού φυσιο^ίφου. 

Τον Άπρίλιον τού 1831, πράγρ,ατι, έγραφεν 
εις τον Φόξ: 

«*Έχω κατά νουν εν σχέίιον — περί τού δποίου 
&[Λΐλώ, σκέπτο[λαι, ονειροπολώ — νά υπάγω εις 
τάς Καναρίους νήσους. Προ (/.ακρού, έπιθυ[ΐ.ώ νά 
ϊίω τά τοπία και την βλάστησιν τών Τρο- 
πικών.]» 

Τον Μάϊον ίέ πάλιν έγραφε: 

αΠερΙ τού ταξει^ίου (χου εις τάς Καναρίους 
νήσους (λή [λ* έρωτδτε. Τόσον παραζαλίζω 
τους φίλους (ΐ,ου (ΐ,έ τά τροπικά τοπία, ώστε 
έπι τέλους θέλουν ν* αναχωρήσω ίιά ν* απαλ- 
λαχθούν απ' έ[ΐ.έ. "Ηρχισα νά ριανθάνω ισπα- 
νικά.» 

Ή περί ης 6 λόγος επιστολή τού Χένσλοου 
έγνώριζεν εις τον Δάρβιν δτι δ Πηίκοκ, καθη- 
γητής τής άστρονο|χΙας έν Κανταβριγί(>: είχε 
γράψη προς αύτον παρακαλών νά τφ συστήση 
νέον τινά φυσιοίίφην ίυνά(Αενον νά τον παρα- 
κολούθηση εΙς την ύίρογραφικην άποστολήν του 
(ΐ,έχρι τής Γής τού Πυρός και τού 'Ινίικού Ώκε- 
ανού,δπως ποιήση (Λελέτας έπι τής φυσικής ιστο- 
ρίας* 6 ^έ Χένσλοου είχε ^ιανοηθη τον Δάρβιν. 

Ό Πηίχοχ έγραψε (ΐ,ετ* ολίγον εΙς τον Δάρβιν, 
παρέχων τάς άπαιτου[λίνας λεπτοριερείας. Ό 
Δάρβιν συνεβουλεύθη τον φίλον του Χένσλοου,τον 
πατέρα του και τον θειόν του Ίωσίαν Ούέ^ζουού^. 
Ό Χένσλοου παρώτρυνεν αύτον πάση ^υνάριει 
νά ίεχθτ). Και αυτός ούτος ησθάνετο πόσον 
επωφελής ητο ή πρότασις• άλλ' δ πατήρ του 
άνθίστατο ίιά πολλούς λόγους• προ πάντων ίέ 
^ι^τι δ πλους εκείνος έ'ριελλε ν* αφαίρεση παρά 
τού υιού του τάς έξεις του καθιστικού βίου και 
ίιέκοπτεν άνωφελώς την προς χατάταξιν εις 
τον χλήρον προπαί^ειάν του. 

Ό Δάρβιν έζήτησε την γνώ(χην του θείου του 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



14 



Έ] 23Τ !▲ 



Ούιίζουούί /Απέστειλε ν «ύτφ κατάλογον των άν- 
τιρρη<'£ων του πατρός του, παραχαλών αύτον 
ν* άποφανθγ). 

Ό πατήρ του Δάρβιν είχε (χεγάλην έριπιστο- 
σύνην εις την κρίσιν αυτού, και προθύριως ηκουε 
την γνώ(ΐ.ην του. Ή επιστολή του Ίωσία Οΰ- 
έίζουούί συνηγορεί θερμώς ύπερ του σχείίου. 
Ό πατήρ του Δάρβιν έπείσθη καΐ συγκατενευ- 
σεν δπως ^έ πείσι;) αύτον εντελώς & Δάρβιν, 
είπεν ύπαινιττόμιενος τάς ύπερβολικάς πως εν 
ΚανταβριγΙ(^ ίαπάνας αύτοΰ «δτι έχρειάζετο 
διαβολική ικανότης να ίαπανηστ[ΐ κάνεις πε- 
ρισσότερα άπο τον (ΐ,ισθόν του έπι του ΜΛήϊγχΑ,Ό 

Εις δ δ πατήρ άπήντησεν. 

— Έν τούτοις [/-ε ίιαβεβαιουν δτι έχεις φοβερά ν 
ικανότητα εΙς το ζητημ^α τούτο. 

Ό νεαρός Δάρβιν έγραψε τότε εις τον Χέν- 
σλοου δπως ανακοίνωση αύτψ την άπόφασίν του, 
(Λετέβη εις Κανταβριγίαν δπως ριάθγ) αν η θέσις 
ητο εισέτι ελευθέρα. Έκει έσχετίσθη (Αετά του 
Φίτζ — Ρόϋ, του ίιοικητοΰ της αποστολής, νεα- 
ρωτάτου εισέτι — ίέν υπερέβαινε το είκοστον 
τέταρτον έτος — άλλα λίαν νοή(χονος και έπι- 
χειρηρ,ατίου, (Αεθ' ου συνετέθη ίιά στενής 
φιλίας. 

Μετέβη προσέτι να ϊίΊ() και το πλοϊον. 'Ήτο 
ίέ τούτο [χικρον πλοϊον 242 τόνων, έξηρτη(Λέ- 
νον ως βρίκιον, φέρον εξ τηλεβόλα. Ό εν αύτψ 
χώρος ητο μετ* άκρας φει^ους ^ιανενε|/.η[/.ένος. 
Ό έξοπλισ(Αθς αύτοΰ ητο εξαίρετος, το ίέ πλή- 
ρωμ,α εϊχεν έκλεχθτί (λετά πολλής έπΐ|Λελείας• 
πολλοί των άξιω[/.ατικών του βραίύτερον άνηλ^^ 
θον εις ύψηλάς θέσεις. 

Ή αποστολή του ΜΛτιϊγχΛ συνίστατο εις το 
να παραπλεύση τάς άκτάς της Παταγονίας 
και τ^ίς Γης του Πυρός, της Χιλής, της Πε- 
ρουβίας, και νήσων τινών του Ειρηνικού και να 
έκτελεσγι σειράν χρονοριετρικών παρατηρήσεων, 
δπως καθορίσγι το [;.ήκος ίιαφόρων σημείων της 
σφαίρας. 

("Επβΐαι συνέχεια). 



Η ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΤΠΝ ΖΠιΠΝ 

Πρα>τόζ(^α 

Ή νοημοσύνη ίεν θεωρείται πλέον ως ιίιό- 
της ανήκουσα μόνον εις τον ανθρωπον ή πα- 
ρουσία ταύτης έπιβεβαιοΰται δσημέραι παρ* 
απασι τοις ζφοις και παρ' αύτοϊς τοις άτελε- 
στάτοις κατά την οργάνωσιν. Και είναι μεν 
αληθές δτι πάντα άποίΐίονται τφ δρμιμφύτφ, 
ίυσχερής δμως καθίσταται ή ίιάκρισις πράξεως 
γινομένης μετά περισκέψεως η τελούμενης καθ* 
ύπαγόρευσιν του δρμεμφύτου.Ή νοημοσύνη με- 
ταβάλλει το 6ρμέμφυτον και χαΟ' 6λοκληρΙαν 



άναπληροϊ αυτό. Ό παρατηρήσας τάς κινήσεις 
έγχυματικών τίνων ζωυφίων θα παραίεχθτ) δτι 
ταΰτα κέκτηνται νοημοσύνην τινά, έστω και 
έλαχίστην. Ό τρόπος, ί ι' ου προσπαθοΰσι ν* άπο- 
φύγωσιν άλληλα και ίι* ου βηρεύουσι, μαρτυ- 
ρεί περί της νοημοσύνης αυτών. Ό Κοιηααβδ 
ίιηγεϊται δτι ειίε τροχοφόνον έγχυματικόν, 
δπερ κατώρθωσε ίιά μιας των χηλών αύτου να 
προσκολληθώ εις τά πλευρά έτερου κατίι πολύ 
μεγαλειτέρου. Πάραυτα ίε το μεγαλείτερον 
τροχοφόρον ετέθη εις κίνησιν δπως άπαλλαγτ) 
του οχληρου φορτίου, έκινεϊτο ^εξι^ αριστερά, 
και τέλος συνήντησε τεμάχιον χλόης, δπερ 
έλαβε ίιοι της χηλής αύτου, και εξηκολούθει 
κινούμενον δπως άπαλλαγί) του αντιπάλου* το 
τοιούτον διήρκεσε λεπτά τίνα, καθ* ά κατηνα- 
λώθη κολοσσ•.αία ίύναμ.ις εκ των μικρών τούτων 
δημιουργημάτων, και το μικρότερον έξείιώχθη 
βιαίως. Ηθέλησε νά έπχναλάβη την εφοίον, 
άλλα ^έν κατώρθωσε νά συλλαβή εκ νέου τον 
άντίπαλον. Δεν ίύναταί τις νά φαντασθτί νοη- 
μονεστέραν σκηνήν, ης ή παρατήρησις πείθει 
δτι τά μικροσκοπικά ταϋτα δντα ίέν στερούν- 
ται συνειδήσεως. 

Κατά τον Κάρτερ το δρμέμφυτον έκίηλοΰται 
άπ' αυτών τών ατελέστατων δντων, των έν τω 
μεταιχμίφ του φυτικού και ζωΙκοΰ κόσμου 
τασσομένων, απ* αυτών τών Μνζομϋχήζωκ. 

αΤο αίθάλιον, λέγει, αρέσκεται έν τφ ολίγω 
υίατι της ύαλου του ωρολογίου, έν φ τίθεται, 
αν μη παρ* αύτφ εύρίσκωνται πριονίσματα 
ξύλου ή σχίίακες έν οϊς κυρίως βιοϊ. Άμα τεθη 
•ί) ύαλος έπι πριονισμάτων ξύλου,πάραυτα άναρ- 
ριχά^αι, δπως έπανεύρη το σύνηθες αύτφ κατα- 
φύγιον». Βεβαιότατα το γεγονός είναι άξιοση- 
μείωτον, *ίκ τούτου ί' αποδεικνύεται δτι & 
μυξομύκη; εγκαταλείπει την υαλον, άμα άνα- 
γνωρίση την αοεστήν αύτφ χώραν, άλλως αρ- 
κείται έν τφ ΰσβετι εν φ ετέθη». Έξακολουθή- 
σωμεν δμως• <ιΉκ•«ραν τινά, λέγει & Κάρτερ, 
ενφ έμελέτων αήν ύφη ν (διαφανών τίνων κυτ- 
τάρων,μεγίστης διαμέτρου, ελλειπτικών, δμοΐων 
προς σπόρους μυκήτύ^ν, τών 6ποίων το πρω- 
τόπλασμα κέκτηται περιστροφικήν τίνα κί- 
νησιν και είνε πλήρες κόκκων αμύλου, παρε- 
τήρησα έρποντα προς ^αύτα ^ιζόποία ήλιό- 
ζφα , ών το σώμα περιεϊχεν επίσης αμυλον 
του αύτου σχήματος. Βεβαιωθείς περί της 
ποιότητος τών κόκκων, Ικαθάρισα τάς ύα- 
λους και εθηκα εκ νέου ύπο το μικροσκό- 
πιον το ίζημα το περιέ)[ον τά κύτταρα 
και τά άχητόφρυα. Τότε άνεκάλυψα, δτι εν 
εκ τών κυττάρων είχε θλασθη και μέρος του 
κατάφορτου αμύλου πρωτοπλάσματος έξεϊχε 
της σχισμής. Αυτή ητον αναμφιβόλως ή πηγή 
εξ ης ελάμβανον το αμυλον αυτών τ* άxζ^,^ό- 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



£1 23ΤΙ ▲ 



15 



φρνα. Μόλις τούτο εσχέφθην χαΐ επίρχβται εν 
άχζίνοφρν εί^ον τοΰτο στραφεν ττέριζ του κυτ- 
τάρου μί•έχρις οί *δρ6 την οπήν, έλαβε κόκκον 
άριύλου καΐ απεσύρθη εις άπόστασίν τίνα. Μετ' 
ολίγον επανήλθε και έπιιίη ίεν ύπηρχον κοκ* 
χοι ά(ί.ύλου έκτος του κυττάρου, εισήλθε ίιά 
της σχισ[ΐ.ης δπως ευρη τοιούτους εν αύτψ τω 
κυττάρφ. Ή έπανάληψις της πράξεως ταύτης 
(λοί άπείειζιν δτι 6ρ(Λε(ΐ.φυτως το άκτίνοφρυ έγΐ- 
νωσκεν, δτι οί κόκκοι ούτοι ήσαν θρεπτικοί, 
^τι περιείχοντο εν τφ κυττάρω, τέλος δτι δσά- 
κις άπερ,ακρύνετο του κυττάρου έγίνωσκεν ακρι- 
βώς την οίον δπως έπανέλθη εις το κύτταρον 
το παρέχον αύτφ την τροφην». 

'ΐίού δριως και έτερα παρατηρησις ετι σπου- 
δαιότερα* 

α Έσπίραν τινά, εξακολουθεί δ Κάρτερ, ένω 
εζήταζον φύκη τινά 8ιί του [λίκροσκοπίου, 
προσείλκυσε την προσοχήν [λου έγχυ(χατικόν τι, 
άχινηζοτ τό μυσζαχώΐβς^ δπερ περιετριγύριζεν 
άμ<η6ήχις^ άλλο ζωίϋφιον τούτο, (χετά ίιαθεσεων 
επιθετικών. Γινώσκων δτι οι βραχίονες των 
«κινητών είναι Ιοβόλοι, είχον πεποίθησιν δτι 
ή άμοίδίι ίίν εσκόπει νοι καταφάγη το γεϊτον 
αύτη ζωυφιον. Μετ' εκπλήξεως δ(Λως ειίον 
ταύτην άναρριχηθεισαν και τυλιχθεϊσαν πέριξ 
του σώ[χατος του άχιχίιτοΌ. Ή 'κϊιαιτέρα αυτή 
εύνοια (λοι έγένετο καταληπτή [χετ' ολίγον. 
Νέον άχίνηζον^ [Λαλθακόν, καΐ άνευ Ιοβόλων 
βραχιόνων ( ούτοι αναπτύσσονται (χετά την γέν- 
νησιν), έπλησίαζε νά εξέλθη εκ του σώρ,ατος 
της ακίνητου (χητρός. Ή εξοίος δ(χ.ως αυτή τε- 
λείται τόσφ ταχέως και αί έπό[χεναι ταύτη κινή- 
σεις «ιναι τόσον ταχεϊαι, δστε εις την άμοιβηγ 
θα ητο άίύνατος η σύλληψις λείας τόσφ εύ- 
σταλοΰς• αΰτη εν ταϊς κινήσεσιν αύτης είναι 
βραίεΐα, άσπλάγχνως τουναντίον καταπνίγει 
πάν δ,τι ττέστ) εν τη αγκάλη αύτης. Ή άμοι^ 
βίΐ λοιπόν ίιετέθη πέριξ της εισόίου της φοθή- 
χης του ακινήτου, τελεσθέντος ίέ του τοκετού, 
αδτη ελαβεν εν τφ κόλπφ αυτής το τεχθέν και 
άνεχώρησε. Άγνοών την αιτίαν της τοιαύτης 
λείας, έξηκολούθουν ν^ παρατηρώ την ά/*ο^ί^^, 
και τίλος είίον το νεογνον άχίνηζογ τ[ΐ.ηθέν 
εις ίύο και ύποστάν πέψιν ύπο στο[Λάχου σχη- 
[Αατισθέντος εν τφ σώ(Λατι της αμοιβής εν αύ- 
τη τηχώρ(5: εν η εκειντο τα τε(Λάχια}[>. Αί πε- 
ρίεργοι αύται παρατηρήσεις, γενό(Λεναι [λάλιστα 
ίπι ζώων στερουριένων νευρικού συστήριατος 
και παντός σχεδόν οργάνου, άποίεικνύουσιν 
δτι και παρά τοις άπλουστάτοις τούτοις ζφοις 
ενυπάρχει πλην τής ριηχανικής κινήσεως και 
έτερα τις ίύνα[Αΐς. 

£«ώληιιι•ς. 

Ό Δάρβιν εν τη σπουδαιότατη αύτοΰ συγ- 
γραφή περί τών χβρσαΐωκ σηωΛίικωτ περιγρά- 



φει τον τρόπον καθ' δν οί χερσαίοι σκώληκες 
σύρουσι τά φύλλα εν ταϊς οπαϊς αυτών, λα[Λ- 
βάνοντες ταύτα πάντοτε εκ της άκρας δπως 
εύκολώτερον καΐ άνετώτερον κατορθώσωσι την 
έργασίαν αυτών. Κατά τον Τένεν αί βίέλλαι 
της Κεϋλάνης φαίνονται εις άκρον νοή(Λθνα ζώα. 
«Προχωρουσαι^ λέγει, δύνανται ν' άναστηλών- 
ται καθέτως στηριζό(Λεναι έπι της ουραίας κο- 
τυληοόνος δπως επιτηρώσι το θΰ[Αα αυτών. 
Τοιαύτη ί' είναι ή επιτήρησις και το δρ(Λέ(ΐ.- 
φυτον αυτών, ώστε δταν βαίίζη τις εις ρ,έρη 
πλήθοντα εκ τούτων, δύνανται νά ϊίη '^αύτας 
άνά (Λέσ<ρ της χλόης ορθίας και έτοί(Αθυς δπως 
προσβάλωσι τους ϊππους ή και τους ανθρώπους. 
"Κ^οί ϊίωσι την λείαν προχωροΰσι ταχέως (;.έ- 
χρις ού κολληθώσιν εις τον ποία του ταξειίιώ- 
του• τότε έγκαταλείπουσαι το είαφος ανέρ- 
χονται τά ένίύ(χατα άναζητοΰσαι οπήν ίι' ης 
νά είσχωρήσωσι. Έν τοιαύτη περιπτώσει οί 
τελευταίοι της συνοδείας τών ταξειίιωτών 
προσβάλλονται, ίιότι άρια γνωσθη ή παρουσία 
ανθρώπων αί βίέλλαι συναθροίζονται (λετά (χ,ο- 
ναίικής ταχύτητος. 

Ν. Χ. Αποστολίδης. 



Η κάμηλος και η ΟΠΗ ΤΗΣ ΡΑΦΙΔΟΣ 



"Ότι εινε έπικίνίυνον έν Σκωτί<^ νά ίιεξάγη 
τις θεολογικάς συζητήσεις έίι^άχθην εκ του 
έξης γεγονότος : 

Ό φιλοξενών ριε ώίήγησεν εΙς τήν πρωϊνήν 
λειτουργίαν εν τινι πρεσβυτεριανώ ναφ του 
Έίΐ|Λ^ούργου. Ό ιερεύς ώ[λίλησε περί της του 
πλούτου καταχρήσεως, έπειράθη ίέ νά άποίεί- 
ξη δτι δπως τις σώση τήν ψυχήν του ήρκει νά 
άπαρνηθη τον πλουτον τον άποτρέποντα αύτον 
της ευθείας δίου, καΐ προς τοΰτο ύπέ[Λνησεν εις 
τους πιστούς τους λόγους του Σωτήρος : «Και 
λέγω ύ(ΑΪν ; Εύκολώτερον έστιν κά[χηλον ίιά 
τρυπή|Αατος ραφί^ος ίιελθεϊν ή πλούσιον εις 
τήν βασιλείαν του θεού εισελθεΐνχ»* 

Έν τη άφελεί(}: ριου ή (Λάλλον έν τη ά(Λαθεί<): 
[/.ου τον λόγον τούτον του Σωτήρος ανέκαθεν 
έξελάριβχνα ώς καταίίκην τών πλουσίων, κατα- 
ίίκην άνέκκλητον. Έπειίή, έσκεπτόρ-ην, αδύ- 
νατον εινε εις κά(χ.ηλον νά ίιέλθη ίιά της οπής 
βελόνης, άίύνατον εινε και εΙς πλούσιον νά 
είσέλθη εις τήν βασιλείαν τών ουρανών. Ό επι- 
ζητών νά πλουτήση ή & (ΐ,ή εγκαταλείπων τά 
πλούτη του εισιν άνθρωποι άπαρνού[Λενοι εκου- 
σίως τήν έν λόγφ βασιλείαν. 

Άπβλθόντες του ναοΰ, δ φιλοξενών [Λε καΐ 
εγώ, συνιζητουριεν περί της δ(ΐ.ιλ1ας του ιερέως. 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



16 



£2χιτυ^ 



Οί Σ3θώτοι συζητουσιν εξερχόρι,ίνοι της έχχλη- 
σίας πιρί της άξΙας του εχφωνηθίντος λόγου, 
ώς παρ* ημιν τοΙς Γάλλοις συζητείται η άζία 
του παρασταθίντος ίρά|Λ«τος κατοι την &κ του 
θεάτρου εξοίον. Καθ* δίον άνεχοίνωσα εις τον 
σύντ^:οφόν (/ου τάς σ^^έψεις (Λου. Αύτος με παρε- 
τηρησε ίιά βλε(Λ[Λατος οίκτίρρ,ονος• 

— Εινε φανερόν, φίλτατε κύριε, είττεν, δτι 
άνετράφητε εις θρήσκε ίαν, η δτροία ούτε απο- 
δέχεται, ουτι επιτρέπει την έλευθέραν συζτ^τη- 
σιν. "Ενεκα τούτου πιστεύετε πληρέστατα εις 
θεωρίας, τάς δποΐας (χετ* άγανακτησεως άπο- 
κρουουσι και τα παιδιά (Λας άκ6|λη. Έάν η 
φράσις του Σωτηρος ήίύνατο να ερμ,ηνευθγ) 
δπως σεις λέγετε, θα ητο απλούστατη ανοη- 
σία. Ό Χριστός ηθέλησε να εϊπγ) δτι δ πλούσιος 
εινε ^υσκολώτερον του πτωχού να σωθ^ άλλ' 
δχι και άίύνατον. 

— Άλλα, ύπέλαβον, κάριηλος εινε αδύνα- 
τον να ^ιέλθγ) ίιά της οπής βελόνης. 

Ό φιλοξενών με έμει^ιασε σαρκαστικώτερον 
η το πριν. Εννόησα δτι θα με εκεραυνοβόλει 
ίιά της απαντήσεως του και ίέν ίιεψεύσθην εν 
1^ προσδοκία ρ,ου. 

— Φαίνεσθε άνθρωπος νοήμων, είπε. Ακού- 
σατε. Κατά τους χρόνους του Χριστού εις τά 
Ιεροσόλυμα υπήρχε θύρα ονομαζόμενη ΡαφΙζ. 
Ή θύρα αυτή, καίτοι ητο μία των κυριωτέρων 
εισόδων της πόλεως, ητο τόσον στενή, ώστε 
^υσκόλως ίιήρχετο ίι* αυτής κάμηλος. Ό 
Ιησούς Χρίστος λοιπόν έννόει . • . . 

— Φθάνει, φθάνει, είπον, εντελώς ηττημένος 
και παραίΐίων τά δπλα. 

(Μαχ Ο' Ηβΐΐ) Κ. 



ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

Πώς καλλίτερον ίυνάμεθα νά εκίικηθώμεν 
την μωρίαν και τον φανατισμον ή ίιαφωτίζον- 
τες αυτούς ; 

Ευδαίμων δ ζών ^ιά τους φίλους του Ι Δυσ- 
τυχής δ ζών ί ιά το κοινόν Ι 

Μόνον οί περιωρισμένας έχοντες σχέσεις γι• 
νώσκουσι νά άγαπώσιν. 

Έάν ίύο μόνοι άνθρωποι εύρίσκοντο έπι της 
γης, πώς θά εζων ; θά έβοήθουν αλλήλους, θά 
έβλάπτοντο αμοιβαίως, θά έθωπεύοντο, θά ύ- 
6ρΙζοντο, θά έίέροντο, θάσυνίιηλλάσσοντο, συν- 
ελόντι ειπείν, δ εις ίεν θά ήίύνατο νά ζήση 
ούτε Ληυ ούτε μίζα του ίλλου. 

(Έκ των του Βολτα(ρου). 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 



Κατ* αύτάς πολύς λόγος έγενετο έν ταΤς βύρω- 
χαϊκαΤς έφημερίσι περί ττίς Παγκοσμίου Ίσραηλι- 
τικ^ίς Άδελφότητος, ένεκα της άγγελθείσης εξ εκα- 
τόν εκατομμυρίων δωρεάς τοί3 βαρώνου Χίρς, ήτις 
δμως κατόπιν διεψευσθη. ΎπΌ την έπωνυμίαν «Παγ- 
κόσμιος Ισραηλιτική *Ένωσις)> Ιδρύθη έν Παρισίοις 
κατά τϊ> 1869 αδελφότης, σκοπός τ^ίς οποίας εινε 
νά έργάζητβι πανταχού υπέρ τής χβιραφετήσεως και 
τ^ίς ήθικγ}ς προόδου των Ισραηλιτών και ΐΡβρέχτ} 
την ύλικήν αύτί}ς συνδρομήν εις τους εξ αυτών πά- 
σχοντας. Ή "Ενωσις διοικείται υπο κομιτάτου 
εδρεύοντος έν Παρισίοις, ούτινος επίτιμος πρόεδρος 
τυγχάνει δ έν Γαλλία άρχιρραδίνος σεδ. Λ. Ισίδω- 
ρος και σύγκειται εξ 60 μελών, ων το τρίτον άνα- 
νεουται κατά πασαν τριετίαν, άριθμεΤ δε εις τά διά- 
φορα μέρη του κόσμου 3?,000 εταίρους. *Αφ* ης 
συνέστη ή *Ενωσις βρυσε κατά διαφόρους έποχάς 
και διατηρεί 32 ανώτερα^ εκπαιδευτικά καθιδρύματα 
αρρένων και 17 θηλέων εις διαφόρους πόλεις τ-ής 
Εύρωπαΐκί]ς και Άσιατικϊίς Τουρκίας, Βουλγαρίας, 
Άφρικ^ίς, ^Μ^Ια^;^ Παλαιστίνης και Αραβίας. Έκ 
τών φοιτώντων εις τά σχολεία ταύτα, ών ίκανοι 
εΤνε έτερόδοξοι, πολλοί τρέφονται και ενδύονται δα- 
πάναις ττίς «Ενώσεως». Έκτος τών καθαρών εκ- 
παιδευτικών καταστημάτων, άτινα κατά το 1886 
ήρίθμουν 9,225 μαθητάς αμφοτέρων τών φύλων και 
238 καθηγητάς και διδασκάλους, ή *Ένωσις ίδρυσε 
και 15 σχολεΤα τεχνών εις διαφόρους πόλεις, Ινθα 
διδάσκονται διαφόρους βιοποριστικάς τέχνας 398 μα- 
θηταί, προσέτι δε και 9 εργοστάσια θηλέων κοπτι- 
κ^ίς και ραπτικί]ς, έν οΓς φοιτώσιν 120 μαθήτριαι. 



Εις την εν τφ Βατικανφ έγκαινισθεΤσαν εκθβσιν 
τών δώρων, τών άποσταλέντων τ<^ Πάπα έπι τφ 
ίωβιλαίφ αύτου, πολυπληθής ιδία εινε ή συλλογή 
τών . . . έμβάδων. Έάν πιστεύσωμεν τάς ίταλικάς 
εφημερίδας, δωδεκακισχίλια ζεύγη έμβάδων 
απεστάλησαν εις τον έν Ρώμη Ποντίφηκα. Περίερ- 
γος εινε και ή συλλογή τών άποσταλέντων παντοει- 
δών οΓνων. Ό παρισινός «Χρόνος» σημειοΤ σχετικώς 
προς την δαψιλή ταύτην άποστολήν οΓνων τά επόμε- 
να : « Ή ευκαιρία τής του Βατικανού εκθέσεως 
έπόμενον ην δτι ήθελεν ελκύσει ίτν,^ΙοίΊ εμπόρων, 
ών το έμπόριον έλαχίστην Ιχει σχέσιν προς τϊ> 
θεΤον. Ούτω πολλοί οίνέμποροι σκεφθέντες τίν κατά 
την λειτουργία^ χρησιμεύοντα οίνον, ϊ'κζ^^οίΊ φιάλας 
διαφόρων οΓνων (και καμπανίτην ακόμη Ι). Έκ τού- 
του έξηγεΤται πώς μεταξύ τών άποσταλέντων δώρων 
ύπάρχουσι και αντικείμενα, άτινα δυσκόλως δύνανται 
νά χρησιμεύσωσιν ατομικώς εις τον Πάπαν, ώς παρα- 
δείγματος χάριν αΐ παμπληθεϊς βρεφικαι ένδυμασίαι.» 



Έν τη οικία του Άγαθοπούλου. 
Ή γειτόνισσα έρωτα την σύζυγον αύτου: 
-^ Με λάδι μαγειρεύετε ή με βούτυρον ; 
— "Οχ^ άπαντα ή Κυρία Άγαθοπούλου, με 
κάρβουνα Ι 



Έν Αθήναις ιχ του τυπογραφείου τών καταστημάτων ΑΝΕΧΤΗ ΚΔΝΖΤΑΝΤΙΜΔΟΥ. 1888 



-ιΐ9^0§ΐ€ 



'Αριθ. 628 — Λβπτά βίκοσι ιτέντβ. 



ΒΧΟΣ5 ΙΓ'. 





ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΓΡΙΑΚΗΝ 



Τ&|ΐο« ΚΕ'. 



Β, •ΕΧ.**. „. Μ, •, η Λ^.*--ϊ »»• «. - *• "^^'^^Ι^';^ 10 •Ι«νθ««ρίθν 1888 






ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ 



Τάς ελληνικές έ(ρη[/.«ρίίας ιίίον κατ' αύτ^ς 
ίϋχγγδλιζομιένας την κατά τον προσεχή Όκτώ- 
βριον τέλεσιντης βιομηχανικής των Όλυ(/.πίων 
(χθέσεως. ΕΙς τάς ζωηρώς επευφηριούσας φωνάς 
χαθήκον αίσθάνοριαι νά προσθέσω και £λλην 
(λίαν, ούχι (ΐέν επίσης ζωηράν αύτην, ίιότι 
ιιναι φωνή προ πολλού τεθνεώτος, άλλα πα- 
σών ισχυροτάτην καΐ ριάλλον ^ικαιουριενην ν' 
αχουσθτ), την του Ευαγγελη Ζάππα. 

Πολλοί δ(χως ϊσως άγνοοΰσι τί εννοώ ίιϊσχυ- 
ριζό|χενος θτι εχω το καθήκον τούτο, και έρω- 
τώσι |Α&λλον αν έχω το τοιούτον ^ικαίωρια. Διά 
τούτους άναγκάζοριαι νά επαναλάβω εν βραχεί 
(,τι και £λλοτε υπό αλλάς περιστάσεις έγραψα. 

Ήριην λοιπόν υπουργός των εξωτερικών, δτβ 
& Βασιλεύς Όθων (χοι ενεχείρισεν επιστολην άν- 
θρωπου τέως αγνώστου, του Ευαγγελη Ζάππα, 
προτείνοντος επι ιίΙ(ϊΕ ίαπάνη ν* άνανεώσΐ() τους 
όλυρι,πιακούς αγώνας, περί ών εϊχεν αναγνώσει 
(Ις τινας έφη(Αερί^ας, δ ^έ Βασιλεύς έπαφ9)κεν εις 
{|ΐ£ νά συνεννοηθώ (/.ετά του γενναίου πατριώτου 
χαι νά πράξω βπως εγκρίνω. 

Μία επιστολή [Αου ηρκεσεν δπως τον πείση 
ίτι εν τφ παρόντι αΐώνι οι εις τόν νυν πολι- 
τισ|ΐόν ριάλιστα αντιστοιχούντες αγώνες είσΐν 
ούχΙ οι της πυγριτίς η της πάλης, άλλ' οι δια- 
νοητικοί, οι της βιθ|Αηχανικης και κοινωνικής 
άναπτύξεως,καΐ^ιά της πρώτης του απαντήσεως 
παριίίχετο ενθουσιωδώς τό σχε^ιόνριου δποϊον 
τφ τό έξέθηκα. Άρ(.φιβολΙαν λοιπόν ίέν επιίε- 
χιται θτι εκ του τάφου του επικροτεί βλέπων 
τέλος «ερατούριενον τό πατριωτικόν εργον,δ πρό 
τριάκοντα ετών απεφάσισε καΐ επροίκισε, και %, 
Ι^ετάτινας απόπειρας κατ* αρχάς, διεκόπη (Λετά 
ταύτα παραδόξως επι ριακρά ετη. 

Άλλ' ά(Λα λαβών την συγκατάθεσίν του, ίι* 
^ς εις έριέ τό πδν έργον απολύτως άνεθετεν, ένό- 
|Αΐσα άσυγχώρητον ν* άφησω καΐ στιγμάς ριόνον 
(^Ι ριαταίφ νά παρελθωσιν επι τοσούτφ έθνωφε- 
λοδς έργου, {Αελλοντος νά συντέλεση τά μ.έγι- 
^τ« καΐ ίΐς την ύλικην πρόοίον καΐ εΙς την ύπό- 
ληψιν της Ελλάδος- τφ έγραψα έποριίνως ίιά 



του πρώτου ταχυίρθ(ΐιείου, βτι εις αην εκτελεσιν 
του γενναίου του έπιχειρήριατος αντίκειται αε- 
γάλη δυσκολία, ή ανάγκη οΙκο^θ|Αη[/•ατος οιά 
τάς εκθέσεις. Άλλα ίιά του πρώτου επίσης έ- 
ποριένου ταχυίρομιείου ειχον την άπόκρισίν του 
λεγουσαν δτι αναγνωρίζει πληρέστατα την α- 
νάγκην περί ης τφ εγραφον, και ριε παρεκάλει 
νοί φροντίσω περί αύτης. 

Τότε άριέσως [Αετεκαλεσά[Λην παρ* έμοι τόν 
Γάλλον αρχιτέκτονα Κ. ΒοηΙ&η^βΓ, τφ έξέθηκα 
τάς περί της οίκο^οριης ΐίέας ριου, άς ούτος πα- 
ρείέχθη πληρέστατα και τφ εζήτησα τό σχέίιον 
αύτης και τόν προϋπολογισ|/.όν. Μεθ* ηριέρας ίε 
τινας [λοι εφερεν άριφότερα* και έσπευσα αέν νά 
τά πέ(Λψω εις τόν Κον Ζάππαν, άλλα οεν τφ 
απέκρυψα τους ίισταγριούς και την λύπην (Λου, 
^ιότι παρά π&σάν [Λου προσ^οκίαν εί^ον βτι & 
προϋπολογισ(ΛΟς άνέβη εΙς την κατ* έμε [/.εγί- 
στην ποσότητα τώ ν 1,200,000 ίραχριών, έξών 
τό (λεν έκατο[Α(ΐ.ύριον ^ιά την οίκο^οριην, αί ^1 
^ιακόσιαι χιλιάδες ^ιά την έπίστρωσιν του 
ΠαναθηναΙ'κοΰ σταίίου ίιά λιθίνων βαθριί^ων, 
οϊαν είχε πράξει εν τγ άρχαιότητι δ Ηρώδης 6 
Άττικός,ΐνα έκει τελώνται και οί γυμνικοί αγώ- 
νες, οϊτινες, καθ* Λ ειχον ίώσει σχέίιον εις τόν 
Κον Ζάππαν,εμελλον νά συνο^εύωσι την εκθεσιν. 

Ή ταχύτατα έλθουσα άπάντησις του φιλο- 
πάτριίος ίωρητοΰ υπερέβη πάσας τάς προσδο- 
κίας μου. Μοι εγραψεν ίτι παραδέχεται β^τί- 
^ώς ζ6 σχϋίογ ως τψ ύχεό^ήθη, και δέχεται 
και εγκρίνει τόν προϋπολογισμόν,εν μόνον άπαι- 
τών, νά γίνη τό οικοδόμημα άηΛουν^ μόνον εΙς 
τάς άνάγκας άνταποκρινόμενον, και Λυβό μα- 
ταΐων κοσμημάτων. Όταν τούτων την φρον- 
τίδα άνεθετεν εις έμέ, φυσικφ τφ λόγφ αισθά- 
νομαι {!τι εκ του τάφου του έχει τό δικαίωμα 
νά μοι ζητν) λόγον της εκτελέσεως τών εντο- 
λών του, ίι' ης την άκρίβειαν αναγνωρίζω δτι 
κατά μέρος ευθύνομαι. 

ΚαΙ ώς προς την θέσιν μέν, ηθελον αύτην 
επι της κορυφής του Σταδίου, δθεν η Αύλη καΐ 
οι Έλλανοίίκαι θά ηίύναντο άπό εύρέος εξώ- 
στου νά έπιβλέπωσι τους αγώνας και τάς μυ- 
ριάδας τών περικαθημένων θεατών. Άλλ' εν- 
ταύθα δμολογώ τό πρώτον μου σφάλμα ^ι' % 
^ύθύνομαι. Άπηλθον δ Ι^ιος εΙς την κορυφην 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



18 



ε2 22ΤΖ^ 



του Σταίΐου, ειίον εκεϊ ευρείς αγρούς, καταλλη- 
λότατους ίιά το κατάστημια, και ηρώτησα περί 
της τΐ(χης των. Ότε δ(Λως ώς τιαη του χωρίου 
(ΑοΙ εζητηθησαν εννέα χιλιάίες οραχαών, κά- 
κιστα ποιών και το (Αελλον μη προϊοών, απέ- 
σχον της άγορας, ίιότι ίεν ηθελον δ ίωρητης 
να επιφορτισθτ, ίιά τοιαύτης ίαπάνης,βτε ηλπι- 
ζον δτι τους άφορους εκείνους αγρούς η^ύνατο 
τότε νά εχη άντΙ ίιςχιλίων δραχμών. 

Πλην ίε τούτου έπραξα τότε συγχρόνως και 
άλλο, ίι' δ ϊσως δικαιούται νά (χοι ζητηστ) λό- 
γον, άν τάς πράξ•ις η(Αών έπιβλέπτ), το πνεΰ|χ.α 
του Ζάππα, δ δ[/.ως τότε εγώ ορθόν ένό|χισα. 
Φρονών δτι, άφ' δτου η ύπόθεσις περιηλθεν εΙς 
φάσιν απαιτούσαν (χόνον εσωτερικην ενέργειαν, 
ύπβζεφευγε πλέον την ίικαιο^οσίαν |Αθυ ώς 
υπουργού των έζωτερικών, άνέθηκα αύτην εξ 
δλοκληρου εις το Τπουργεϊον των Εσωτερι- 
κών, και παρ* αύτφ συνέστη Επιτροπή προς 
ίιεξαγωγην αύτης. ΕΙς αύτο ί' έπεμψα πάντα 
τά αύτην άφορώντα επίσημα έγγραφα, ώς και 
πάσας τάς προς εμέ Ι^ιωτικάς του Ζάππα επι- 
στολάς, αΐτινες αναμφισβητήτως πρέπει νά σώ- 
ζωνται, και αν άναζητηθώσι θέλουσιν ευρέθη 
εις τά υπουργικά άρχεϊα εκείνης της εποχής. 

'^Αν δμως άνευρεθώσιν, θέλει, νομίζω, κατα- 
στη προφανές, δτι η πρόθεσις του μεγάλου εθνι- 
κού ευεργέτου ίιεστράφη, παρεννοηθεϊσα. Ός 
προς την οίκοίομην του καταστήματος, αληθές 
δτι δ ίωρητής περιγράφει αύτην εν τγ ίιαθή- 
κ^ του ίιά τίνων λέζεων, άλλ* ήκιστα ώρισμέ- 
νων και ουδεμία ν έχουσών άζίωσιν τεχνική ν- 
το ί* αύτάς ακριβέστατα δρίζον εστίν ή ην εκ- 
φράζει άξίωσις του « τά κζισθ^ το κατάστημα 
των *0ΛυμηΙωτ^ μετά του σταάΐου αύτοΰ^ κατά 
το σχέόιον ο μοί βΐχ§ στεΙΛει^ χαΐ ού είχετ ό 
ΖΛοο ίχεΐ το χαράμοίοτ"]^ . 

Το σχέίιον λοιπόν τούτο, ού το εν άντίγρα- 
φον πρέπει νά συνοίεύτ) την ίιαθήκην, και το 
άλλο νά εύρίσκηται εις τά αρχεία του υπουρ- 
γείου των εσωτερικών, εις α εγώ το ί'πεμψα,έστιν 
αυτό εκείνο δ συνέταζεν δ Κ. ΒοαΙαη^βΓ, εν συν- 
εννοήσει μετ* έμοΰ και ύπό τάς δ^ηγίας μου. 
Είχε ίέ τούτο, και δστις αναδίφηση εις τά άρ- 
χεϊα, θέλει ευρει δτι έχει τό σχήμα αρχαίου 
θεάτρου* δ εισερχόμενος ^ηλα^η εις αυτό, ευρί- 
σκεται εις ημικύκλιον (έστω καΐ κύκλον) ώς την 
άρχαίαν θυμέλην, άφ* ού ακτίνες, ώς αί άρχαΐαι 
πάροίοι, (ούχι άναγκαίως τρεϊς,άλλ' δσας δ χώ- 
ρος επιδέχεται), αύται αί στοαι αί προς εκθε- 
σιν, χωρουσι μέχρι δευτέρας, πολύ εύρυτέρας 
'ήμικυκλίου στοάς* ώστε δ εισιών βίχεν αμέσως 
καΐ ίι* ενός βλέμμαΐτος ύπ' όψει του πάσαν σχε- 
ίόν την εκθεσιν, ίιηρημένην εις τάς άκτινοει- 
ίεις έκείνας στοάς και ε'ις τό προς δ ηγον μέγα 
ημικύκλιον. Ώρίζετο ίε ^ητώς εν τ^ συνοίευ- 



ούση τό σχέίιον σημειώσει^ δτι όψέποτε η 
εθνική άνάπτυξις ήθελεν απαιτήσει μείζονα 
χωρον έκθέσε(ι>ς, οπίσω του πρώτου ημικυκλίου 
θά ώκο^ομειτο και δεύτερον, μετ' επεκτάσεως 
τών παρόδων και παρενθέσεως και άλλων, ώς 
εις τάς αρχαίας κερκίδας* τά ^έ μεταζύ τών 
παρόδων διαστήματα θά έμενον ύπαιθρα, ίιά 
τάς γεωργικάς έκθέσεις,τάς τών εργαλείων κτλ. 

Και τοιούτο μεν εν γένει ην τό άρχιτεκτο- 
νικόν σχέ^ιον, εΙς δ παραπέμπει και ή διαθήκη. 
Κατά τό 1866 ίε ήλθε προς έμέ χαράς πλή- 
ρης δ Κ. ΒουΙ&η^βΓ, και μοι επέδειξε τό σχέ- 
ίιον της πρώτης ποτέ τελεσθείσης ίπαγκοσμίου 
εκθέσεως, της τών Παρισίων, κατά τό Ι867,έν- 
τελώς δικαιολογούν τό ήμέτερον, ίιότι, ει και 
εκείνη ώφειλε νά Υ) άπειράκις μείζων, έπενοή- 
θη αυτό και διεγράφη εντελώς έπι τών*''αύτών 
βάσεων μετά του ημετέρου. 

Άλλα τό ήμέτερον κατάστημα, τό ήίη πε- 
ρατωθέν, καΐ, ώς άναγινώσκω, ετοιμον νά παρα- 
^οΘυ), ανταποκρίνεται μεν ίσως εις τάς λέζεις 
της διαθήκης, άλλ* ουδόλως εΙς τον νουν αύτης, 
ίηλαίή εις τό σχέίιον δ εκείνη ένόιι, και ρη- 
τώς ελεγεν δτι θέλει νά καθιέρωση, και δσον 
και αν κριθτ) Ισως εκείνου ώραιότερον^αι μεγα- 
λοπρεπέστερον, είναι δμως εντελώς άλλο, χαι 
ουδόλως εις τόν σκοπόν εκείνου άνταποκρινόμε- 
νον. Κατ* εκείνο επρόκειτο,* ώς έρρέθη, δ είσερ- 
χόμενος, ώς εκ κέντρου, νά εχη ίιά μιας ^<Γχ«- 
ίόν πάσαν την εκθεσιν πρό οφθαλμών, και τά 
απώτατα αυτής σημεία νά τφ ώσιν ευθύς προ- 
σιτά* του ^έ οίκο^ομηθέντος δλως άλλως Φαί- 
νεται ών δ σκοπός. Ούχι κ&τά την εϊσοαον, 
άλλ' εν τφ μέσφ έχει κύκλον φρεατοει^ή, ού 
προς τό παρόν ^έν ούναμαι νά εννοήσω άλλον 
σκοπόν, ειμή την έκτέλεσιν της μη ακριβούς 
εκφράσεως της διαθήκης, και μη δεόντως αντα- 
ποκρινόμενης προς τό σχέίιον δ ή ίιαθήκη 
παραδέχεται και καθιεροΐ* και έχει μεν πλην 
της εισόδου και τρεις άλλας θύρας, άλλ' αύται 
φέρουσιν εις αίθουσας, ούχι ε'ις παρόδους, ού^ε« 
μίαν χορηγουσαι άποψιν εϊτε γενικήν είτε μερι- 
κήν του εσωτερικού της εκθέσεως, και τόσον 
όλιγώτερον, καθ* δσον έπιπροσθοΰσι κίονες με- 
γαλοπρεπείς. Όπίσω ^έ τίνων ευρύχωρων αιθου- 
σών, δλως ζένων εις την άμφιθεατροει^ή ^ια- 
σκευήν του σχείίου, έπεται μακρότατη πάρο- 
" ίος ημικυκλική, και αυτή προς έφαρμογήν της 
λέζεως μάλλον ή της εννοίας της διαθήκης, 
και φαινόμενη κυρίως δτι σκοπεί την άπόκρυ- 
ψιν τών εκθεμάτων άπό 10 εΙς ίέκα βήματα, 
ένψ αν ή στοά ην ευθύγραμμος, θά εφαίνετο 
αυτή κ^ν πάσα ^ιά μιας. 

Και ναι μέν ^εν αμφιβάλλω δτι ύπ' αρίστων 
καλλιτεχνών άνεγερθέν, τό οικοδόμημα εστίν 
άριστον ύπ' άρχιτεκτονικήν εποψιν άλλ' ώ: 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



£:1Ε2 1Ί^ 



19 



:;ρος τον (τχοπον ίι* δν ίίρύθη, το νο[Λίζω, και 
ως ίτρος το πρότυπον δ ώφειλε ν' άκολουθγ)<η(ϊ, 
το λέγω παντάπασιν ίσφαλ(Χ6νον, εΙ και 6|α- 
::ρ«;5βι ιίς πλήθος, εν δλοις περί τους 80 νομίζω 
ααρ{λαρΙνους χιόνας Ιωνικούς και κορινθιακούς 
XXI (λονολίθους Έρ(Λάς• άλλ' έκτος του δτι τι- 
νές, οι πλείστοι των κιόνων τούτων παρακω- 
λύουσι την κοινωνίαν, εν £λλοις χαι οι έ[Απρος 
χχι οί οπίσω της κυρίας εισόδου, ήτις και αυτή 
έστιν άκατανοήτως στενή ίιά την συρ^οην των 
ριιλλόντων νά εισέρχωνται και να εζέρχωνται 
έκ των εκθέσεων, έκτος τούτου τα επιδεικτικά 
χαί πολυδάπανα ταύτα κοσ|χ.η[Λατα κατεσκευά- 
σθησαν άντικρυς παρά την ρητην πρόθεσιν του 
ίίρυτοΰ, οία εκφράζεται εν τ^ ^ρδζ έ(Λέ έπι- 
οτολη του, τη άποτεθεΐστρ εΙς τά αρχεία του 
ΰχουργείου των Εσωτερικών, και ίι* ης άπή- 
τΕί απλότητα και ριαταίων κοσ[Αη(λάτων απο- 
φυγήν. ΚαΙ αν [Λεν προς τάς τοιαύτας ϊΐοσ(/.η- 
αιςέζητηθη καιέληφθη η ά^εια του Κ. Κωνστ. 
Ζάη^α, το αγνοώ, και ηθελον το λυπηθη, 
^(ότι και ενταύθα ως και πανταχού φρονώ δτι 
τά χρήσιμα έργα τςρέπει νά προηγώνται μα- 
ταίων επι^είζεων* αν ί* οί έπιμεληθέντες της 
οικοδομής ελαβον αυτογνωμόνως εκ της κλη- 
ρονομιάς του Ευ. Ζάππα τά όΐα τήνπαρέλκουσαν 
ταύτην μεγάλην ίαπάνην, τότε οφείλω νά 
«πω δτι έξ αγνοίας πάντη τών προθέσεων του, 
οίαι εκφράζονται εν τοις έγγράφοις αύτου τοις 
ίν τοις χρχείοις, παρέβησαν αύτάς εντελώς. 

Έν γίνει το ύπο του ^ωρητου ίεκτον γενό- 
|ανον σχέίιον, αφελές άλλ' εύρύχωρον, έχον μό- 
νον τάς παρόδους και τάς ημικυκλικάς στοάς 
ύτωρόφους, θά εμενεν εντός τών δρίων του ύπ' 
δχείνου εγκριθέντος και κυρωθέντος προϋπολογι- 
σμού, και θά ην άσυγκρίτως οικονομικώτερον 
τοϋ ηίη περατωθέντος οικοδομήματος, έχοντος 
χαΐ £νω οροφον μετά ταπεινών δωματίων, ε'ις 
»«ν άλλο προσφορών ή εις εκθεσιν. Ό ί' Ευαγ- 
γελης Ζάππας είχε προσέτι προΐ'^εΐ και δρίσει 
την χρήσιν τών εισοδημάτων της περιουσίας 
το!ί, δσα ηθελον περισσεύει εκ της ίαπάνης 
•ων τετραετηρικών εκθέσεων. Είχεν αποφασίσει 
5τι μεθ* έκάστην εκθεσιν το κατάστημα, δ έχρη- 
βί(ΐευσεν έπι ενα μήνα, ίέν θά εμενεν επι τέσ- 
σαρα ετη κενόν και άχρηστον, άλλα θά μετε- 
οάλλετο εΙς σχολεϊον, εν τών χρησιμωτάτων 
ίιά την έθνικήν πρόοίον. Έκ τών εκθετών οί 
^{^ώτοι βραβευόμενοι, μέχρις ώρισμένου αριθμού, 
*« ιιχον το δικαίωμα, μετά την λήζιν της εκ- 
^«<ϊεως,νά κατατάσσωνται εις αύτο προς τελειο- 
^οίησιν της βιομηχανίας ην μετέρχονται, με- 
τκχαλουμένων ές Ευρώπης προς τοΰτο διακε- 
κριμένων ^ι^ασκάλων ή εργοστασιαρχών, εις 
*ρι9μον ανάλογον τών υφισταμένων πόρων. Ού- 
τως ίντος τών τεσσάρων ετών, μεταξύ ίύω εκ- 



θέσεων, πολλαι τών εγχωρίων βιομηχανιών δύ- 
νανται νά τελειοποιώνται, ίιότι καλοί τεχνϊ- 
ται ^και βραβευθέντες ολίγους μόνον θά χρειά- 
ζωνται μήνας ίνα έκμάθωσιν δ, τι τους ελλεί- 
πει, ώστε και ικανοί νλ ώσι και τοις λοιποΐς 
δμοτέχνοις αυτών τας βελτιώσεις ας εμαθον 
νά ^ιοάσκωσι, και ί;ά τής καλλιτέρας παρα- 
γωγής και εαυτών και του τόπου τά εισοσ ή- 
ματα νά αύξάνωσι. Τούτο τφ δντι ίέν λέγεται 
ακριβώς έν τη διαθήκη, ένθα λόγος γίνεται 
δπως οί βιομήχανοι αάποπερατώσι τάς ελλεί- 
ψεις των βαθμηίόν%ις τά σχολεία και μηχα- 
νάς τή^ Ευρώπης ^ί> δπου το <^ζή^ Ενρώπηζ^ 
και κατά την έν τφ ύπουργείφ άλληλογραφίαν, 
και κατά το'άρθρ. 17 του άπο 19 Αύγ. 1858 
Β. Διατάγματος^ και όρθον είναι και εύλογον 
ν' άποίοθ^ μόνον εις τάς μηχατάς (ευρωπαϊκά ς 
μηχανάς) και ουχί εις τά σχοΛεϊα^ άσι-γκρίτως 
εύκολωτέρου και όλιγοίαπανωτέρου δντος, δτε 
πρόκειται περί πρακτικού τίνος κλάίου βιομη- 
χανίας, νά μετακαλήται ενταύθα έπ* ολίγους 
μήνας ξένος τις εμπειροτέχνης, παρά νά στέλ- 
λωνται εις την Εύρώπην πολλοί τεχνϊται "Ελ- 
ληνες, και πιθανώς επι χρόνον πολύν. 

"Αν το κατάστημα ην ί ιιρρημένον εις ας εϊ- 
πομεν άνω ευπρεπείς αλλ* αφελείς στοάς και 
παρόδους, εύκολώτατον θά ητον μετά την ένος 
μηνός εκθεσιν, νά ίιγιρούντο αύται ίιά ξύλινων 
^ιατειχισμάτων έπι τέσσαρα ετη εις ίιάφορα 
εργοστάσια Ιτου τοσούτον πρακτικού σχολείου 
τής τελειοποιήσεως , ένφ ήίη το κατ' έμέ 
καν ίέν βλέπω που ταΰτα δύνανται νά ίιατε- 
θώσι μεταξύ^τών χαταγλύφων κιόνων και τών 
Έρμων. 

Άλλα και άλλο τι άνέγνων εσχάτως ί υσνό- 
ητον ίι* έμέ , δτι παρά το κατάστημα τής 
εκθέσεως ετοιμάζεται νά οικο^ομηθη . . . θέα- 
τρον ! :Και ναι μεν έχάρην άκουσας δτι το σχέ- 
ίιον αύτου έζητήθη παρ' άρχιτέκτονος, έπι φι- 
λοκαλί^ και κρίσει διακρινομένου, του πεπαι- 
δευμένου Κ. Δορπφέλί, και μάλιστα δτι το ίο* 
θέν υπ* αύτου συνορίει προς ην άρτίως είχον και 
αύτος προτείνει, προκειμένου περί του εθνικού 
θεάτρου, Ιίέαν κοίλου υπαίθρου, και μόνον εις 
τινας περιστάσεις καλυπτομένου. 'Αλλά θέα- 
τρον παρά τφ καταστήματι τών εκθέσεων προς 
τί; Ερωτώ τούτο ίιότι το άγνοώ/Αν δ έπι πα- 
τριωτισμφ εφάμιλλος του εξαδέλφου του Κ. 
Κωνστ. Ζάππας άπεφάσισεν έκ τής ΙίΙας πε- 
ριουσίας, ης ούχ ήττον ή εκείνος γενναιοτά- 
την ποιείται χρήσιν,νά ίίρύστρ έν Αθήναις έθνι- 
κον θέατρον, και ηθέλησε νά κτίσγ) αύτο παρά 
τφ ίίρύματι του μεγαλεπήβολου του συγγενούς. 
Ινα πλησίον αλλήλων συμβαίίζωσιν ή υλική 
και ή διανοητική πρόοίος,άγαθη τύχη ! το πα- 
νελλήνιον πρέπει νά επικρότηση, και ίέν μας 



«^ 



20 



Ε2Ζ3ΧΖ. 



(χενει η νά εύχηθώριεν το θέατρον τούτο ν' άνε- 
γερθγ) άξιον του σκοπού του, ούχι (χέν μετά 
περιττών εξωτερικών κοσ[Λ7ΐ[Λάτων, άλλα κατά 
διαστάσεις, έσωτερικην ίιάταξιν και ίιασκευην 
άνταξίως των άριστουργηρ-άτων, α πρέπει νά 
ελπΙσω[χεν δτι καλλιεργου[Αένη θέλει παραγάγει 
η φιλολογία ημών . 

*Άν δμως τούτο ούτω ίέν εχη, και τα προς 
οικοίομην του θεάτρου τούτου, μεγάλου η μικρού, 
ίιότι αγνοώ τά καθ' εκαστα,έλήφθησαν εκ των 
εισοδημάτων του Εύαγγέλη Ζάππα, ών ει5ο- 
μεν τις κατά την θελησίν του και το έθνικον 
συμφέρον ώφειλε νά η δ προορισμός, τότε απορώ 
πώς τούτο απεφασίσθη εντελώς παρά τάς δια- 
τάξεις του ^ιαθέτου, και άνευ ίχνους ανάγκης, 
ίιότι κατά την ίιαθηκην του και κατά πάσα ν 
την μετ' έμου άλληλογραφίαν του, άπαξ κατά 
τετραετίαν πρόκειται νά γίνηται η εκθεσις, μη- 
νιαίαν ίιάρκειαν έχουσα• κατ' αύτης ίέ μίαν 
έσπέραν, την της τελευταίας Κυριακής, πρόκει- 
ται νά τεληται ίραματικος διαγωνισμός, ίη- 
λα(5η νά ίιίάσκηται άπο σκηνής εν (ϊράμα, δ 
ηθελεν άριστεύσει εν ίιαγωνισμψ. Λοιπόν ίιά 
μίαν παράστασιν γινομένην εκαστον τέταρτον 
έτος, ηθελεν οικοίομηθή 'κϊιαίτερον θέατρον εις 
πόλιν εχουσαν ηίη τρία η τέσσαρα θέατρα, και 
μέλλουσαν ϊσως νά εχγ) και περισσότερα; *Αν 
ί' η πρόθεσις είναι, μετά την μόνην έκείνηνημέ- 
ραν, τον λοιπόν χρόνον της τετραετίας νά ένοι- 
κιάζηται τούτο το θέατρον, θά ην τούτο έπιχεί- 
ρησις κερδοσκοπική, μη ύπο του ίωρητοΰ ύπα- 
γορευομενη, και επιβαρύνουσα, ίσως οιακινου- 
νεύουσα χρήματα ών εϊίομεν ανωτέρω πόσον 
εθνωφελης πρόκειται ηχρησις. 

Δεν ειξεύρω αν ή εκφρασις της ίιαθηκης (εν 
αρθρ. β') «το κατάστημα τών Όλυμπίων μεζά 
ζοϋ σζαόΙοΌ ανΓοΟ» ίεν Ι^ωκεν ϊσως άφορμην 
νά ύποληφθ^ δτι δ Κ. Ζάππας ίιά της λέξεως 
σζαόίον ένόει θέαζρον^ και ήθελε νά πρόσθεση 
τοιούτο εις το ϊίρυμά του ίιά την μόνην έκεΐ- 
νην παράστασιν. Άλλα τοΰτο έστιν εντελώς 
άνυπόστατον. Ώς ανωτέρω είπον, & Κ. Ζάππας 
εν τφ πατριωτικώ του ένθουσιασμφ είχε παρα- 
ίεχθη και την ίιά λιθίνων έίωλίων, άντι 200, 
000 ίρ. έτυίστρωσιν τών κλιτύων του σταίίου, 
και τούτο αινίττεται εν τ^ ίιαθτ^κγι του. Και 
ναι μεν και τούτο, ίιά την εκθεσιν τουλάχιστον 
άπαξ κατά τετραετίαν θά έχρησίμευε μόνον. 
Άλλ' άξιον του ευγενούς νοος του Ζάππα ητον 
ίιά μεγάλης ίαπάνης ν' άνεγείρη, ώς έγκαύ- 
χημα τών Αθηνών, το Στάίιον οίον ην εν τ^ 
άρχαιότητι, και βεβαίως μεταξύ τών ίύο εκ- 
θέσεων ηίυνατο νά χρησιμεύση και εις πολλάς 
άλλας οημοτικάς έορτάς, ίι' ας ίέν υπάρχει 
άλλο ίεύτερον τοιούτο χωρίον, ώς ύπάρχουσι 
πολλά θέατρα. 



'^Αν ίέ τά χρήματα ίιά το θέατρον τούτο, 
ου ίέν εννοώ την ανάγκην προκειρ-ένου νά οίκο- 
ίομηθ^ άλλο έθνικόν, ούίέ την σχέσιν μετά 
του ιδρύματος της εκθέσεως, και προσέτι και 
τά ίαπανηθέντα καθ* ύπέρβασιν του προϋπολο- 
γισμού προς πολυτελή κόσμησιν του ίίρύματος 
τούτου ελήφθησαν έκτων περισσευμάτων τήςέτϊΐ 
μακρόν χρόνον μη τελέσεως της εκθέσεως, ίύνα- 
ται νά έρωτηθτ) πλην άλλων και ίιατι ή εκθε- 
σις ίεν έτελέσθη εις το άρχαίον προσωρινον κα- 
τάστημα δτι ηλθεν ή προθεσμία της και ίια 
τών πόρων τούτων άφ' δτου κυρωθείσης της δια- 
θήκης ήσαν διαθέσιμοι. 

Ταΰτα έπι τ^ ί'^^Οάοξ, της προσεχούς εκθέ- 
σεως ένόμισα καθήκον μου νά ειπώ, καθ* δ ες 
αρχής κ^ν συνευθυνόμενος εις την ύπόθεσιν ταύ- 
την ίιά την σύμπραξιν, ην παρ' έμου δίχεν 
απαιτήσει δ άοί^ιμος Εύαγγέλης Ζάππας. 

Α. Ρ. Ραγκαβής. 
Μ Ι Ο Ι» 



ΣΤΡΕΒΑΠΘΕΙΣΑ ΥΠΑΡΞΙΣ 

Διήγημ.α. 

[Έχ τον Γερμ•ιν(χ•ϋ του Καάοΐρΐι Ιιίηάαα] 



(Συνέχεια* ?δ« προηγούμβνον φύλλον) 

αΈγεννήθην εκ πλουσίων γονέων, οίτινες με 
ήγάπων περιπαθώς και μ' άφινον εντελώς ελεύ- 
θερον νά^κάμνω ή νά μη κάμνω δ,τι ήθελον ή 
νεότης μου ύπήρξεν ευτυχής, άλλα κατ' αυτήν 
ίέν εμαθον πολλά πράγματα. Οι γονείς μου εί- 
χον την πρόθεσιν νά μου δώσουν εκτακτον ά- 
νκτροφήν άλλ* άντι νά με στείλουν προς τού- 
το εις το σχολεϊον, έμίσθωσαν ακριβά διαφό- 
ρους οικο^ιίασκάλους, ύπο τών δποίων τήν ε- 
παρκή παιίαγωγίαν πολύ βραδέως προώίευσα. 
Ευτυχώς είχα λαμπράν μνήμην, ίέν ήμην φυ- 
γόπονος, και κατώρθωσα τέλος πάντων, δτε ε- 
γεινα είκοσι^ύο ετών, νά ^ώσω με κόπους και 
βάσανα τάς απολυτηρίους μου εξετάσεις καινά 
μεταβώ μετ' ολίγον εις το πανεπιστήμιον. 
Έκεΐ έσπού^ασα κατ' αρχάς φιλοσοφίαν και 
ίστορίαν. Ή τύχη το έφερε νά κατοικήσω εΙς 
μίαν πάλαιαν οικίαν, δπου προ διακοσίων ετών 
και πλέον είχε ζήσει διάσημος τις σοφός. Το ό- 
νομα του ητο γραμμένον με κεφάλαια γράμμα- 
τα ύπο τά παράθυρα του σπουδαστηρίου μου, 
και τήν επιγραφή ν αυτήν τήν εβλεπον πάντοτε, 
δσάκις επέστρεφα εις τήν κατοικίαν μου. Τί 
παράίοξον, δτι ήρχισεν & άνθρωπος εκείνος νά 
κινη το ενδιαφέρον μου ! "Ηρχισα νά έπισκέ- 
πτωμαι τήν βιβλιοθήκην και νά μελετώ τήν 
βιογραφίαν του. Εις τούτο ίέ ασχολούμενος, 
εύρον εν παλαιόν κιτρινισμένο)ί^ιβλιάριον, από 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγντϊΟΟ 



^^ 



£2 23ΤΖ^ 



4- 



21 



το όποιον, εφαίνετο, κανείς των ριεταγενεστέ- 
ρων του βιογράφων ίέν είχε ν ώφεληθη, και το 
δίΓοϊον ελεγεν, οτι ί) (/.έγας εκείνος σοφός είχε 
στΓουοαΙως άσχοληθη ιτερί τα τέλη της ζωής 
του βίς τιπν άστρολογίαν, την άλχημιίαν και την 
ιιχγείαν, και δτι είχεν άποταμιιεύσει τα πορί- 
9ρ.ατα των ερευνών του εις εν χειρόγραφον. Πού δ- 
αως εύρίσκετο το χειρόγραφον αύτο, το βιβλίον 
ίεν ελεγεν ακριβώς, ίιότι είχε ίη|λθσΐ6υθή πεν- 
τήκοντα δλα ετη ■ (/.ετά τον θάνατον του σο- 
οοΰ• ύπβίείκνυε (ΐόνον, δτι πιθχνον να εύρίσκετο 
£ΐς την βιβλιοθηκην του Λάϋ^εν η τών Παρι- 
σίων. 

Έσκέφθην πολύ περί του πράγ[Λατος, και ε- 
ξηφθη πολύ η επιθυριία [Λου ν' άνεύρώ το πολύ- 
τιρ,ον χειρόγραφον. Τόσον ίέ τοΰτο άπησχόλει τάς 
τκέψιις (Λου ώστε κατήντησα [Λελαγχόλικός. 

Μίαν νύκτα χωρίς ν3ί ϊίω κάνέν όνειρο ν, έζύ- 
ίΐντϊσα αίφνης, με τρό(/.ον και (χέ φωνάς. Έπή- 
^ησχ άπο την κλίνην (Λου τρέ(Λων σύσσω(Λθς,και 
ώραησα προς το παράθυρον. Εκείθεν είία κα- 
θαρά εΙς το φως της σελήνης [Λίαν σκιάν, η 6- 
ποία εκυ(χαίνετο εις τον αέρα εις άπόστασιν εί- 
κοσι βη[Λάτων, και ητον απαράλλακτος η εΐ- 
χών του (Λεγάλου σοφοΰ, ως την είχον ίίεϊ έντος 
του παλαιού εκείνου βιβλιαρίου. Το φάντασ[/.α 
είχ^ε την χβϊρά του ύψω[Αένην και έίείκνυε προς 
χνατολάς. Μετά εν λεπτον περίπου ωχρίασε, 
^ιελυθη και έσβέσθη. 

Άνηψα ευθύς φως, ίιότι ηριην τόσον ταραγ- 
αενος, ώστε ήσθανόμιην δτι θά (χου ητο άίύνατον 
>' άποκοΐ[Ληθώ. Ένίύθην ταχέως και εκτύπησα 
εις την θύραν του γείτονός (/.ου, εΙς τον δποΐον 
είχα ττροσφέρ&ι [Λερικάς υπηρεσίας, και ηζευρα 
ΟΤΙ ίεν θά του έφαινόριην όχληρός. Έκαρί,νε ^έ 
πολύ συχν3^ η^χέραν την νύκτα, και ίέν ητο εξ 
εκείνων οι δποίοι οργίζονται δταν τούς ταράτ- 



ττ] κανείς τον ΰπνον. 



"Ήτο εντελώς παράίοζος άνθρωπος. Ώνο|Λά- 
ζετο Δρ. Σιγισ(Λθΰνίος Σόίεν και οι φοιτηται 
τον εθεώρουν ως τον σοφώτατον ανθρωπον της 
πόλεως. Έγραφε και ώριίλει την έλληνικην χαι 
λατινικην δσον ευχερώς και την (/.ητρικήν του 
γλώσσαν. Άλλ' οι καθηγηται ^έν τον είχον εΙς 
αεγάλην ύπόληψιν. Ή(χεϊς άπεσί^θ(Λεν τούτο 
εΙς το δτι τούς έπετηρει άγρύπνως και πολλάκις 
ριάλιστα εξεφράζετο περιφρονητικώς περί αυτών. 
Έφαίνετο έχων (χικράν περιουσίαν. Έ^ιίε ίέ 
και Ι^ϊαίτερα μ.αθη;Λατα, οσάκις ά^ρώς έπλη- 
ρώνετο. Μεταξύ τών μαθητών του ημην και 
ίγώ. Είχεν δμως και πο7Λά ελαττώματα* επι- 
νεν, επαιζεν, είχε πολύ κακάς συναναστροφάς, 
ητο αιωνίως κατάχρεος και πολλάκις εύρΙσκετο 
εΙς χρηματικάς στενοχώριας. 

Εκτύπησα λοιπόν ελαφρά εις την θύραν. 

Μβ ηκουσεν αμέσως, και άπηντησεν: Εμπρός! 



— » Πώς έίώ αύτην την ώραν ; ηρώτησεν. 
Εινε 5ύο περασμέναι. 

Άνακαθησας ίέ έπΙ της μικροίς και άτακτου 
κλίνης του, ήτένισεν ^άνω μουντούς μικρούς 
τεφρόχρους και πονηρούς όφθαλμούς^τχ»»^. Ή θέα 
του ^έν ένέπνεεν έμπιστοσύνην, και προσεπάθοί> 
ν* απαντήσω ίιά τίνος υπεκφυγής, άλλ* εκείνος 
εζηκολούθησε πριν η εγώ λαλήσω: 

— Μήπως είίες φαντάσματα ; Είσαι κατά- 
χλωμος. 

Κατένευσα σιωπηλώς. 

— Κάθησε και ^ιηγήσου μου τί σου συνέβη. 
Ύπήκουσα, και με ήκροάσθη προσεκτικώς. 

Ότε ίέ έτελείωσα, με ηρώτησεν ησύχως, ώς 
αν ειχον (ίιηγηθή συνηθέστατον πράγμα. 

— Πώς σου φαίνεται ή ιστορία ; 
Άνέμενον χλεύην και έμπαιγμόν άλλ'ένθαρ- 

ρυνθείς ώμολόγησα δτι Ιίέα μου ητο, δτι 6 πα- 
λαιός σοφός ηθέλησε νά μου ίείζν)προς ποίαν ίιεύ- 
θυνσιν έπρεπε νά ερευνήσω, σιά νά ευρω το χει- 
ρόγραφον, το δποϊον διαρκώς έσυλλογιζόμην. 

— Αύτο φρονώ κ* εγώ, είπεν δ Σόίεν. '*Αν 
δμως θέλης ν* άκολουθήσγ)ς την συμβουλήν μου, 
μην δμιλήσ-^ς εις κανένα περί του .φαντάσμα- 
τος. Τά πνεύματα αποστρέφονται την άκριτομυ- 
θίαν και την τιμ6)ροΰν αυστηρά. 

Έζεπλάγην και έχάρην δτι ευρισκον δμόφρο- 
να τον ίιαυγέστατον έγκέφαλον του πανεπι- 
στημίου και ύπεσχέθην νά μη λησμονήσω την 
συμβουλήν του. 

Ό Σόίεν μου είπεν αμέσως μετά τούτο, 
δτι την επαύριον ήθελε συνομιλήσει μαζή μου 
λεπτομερέστερον περί της δλης υποθέσεως. "Ε- 
πειτα ήγέρθη, έσυρε κάτωθεν της κλίνης του 
παλαιον ίερμάτινον κιβώτιον, παρεσκεύασε πο- 
τόν τι άναμίξας το περιεχόμενον διαφόρων μαύ- 
ρων φιαλών, ευρισκομένων έντος αύτου, μ* είω- 
κε νά το πίω, και μ* είπε νά υπάγω νά πλα- 
γιάσω, έγγυώμενος δτι θά έκοιμώμην ωραιότατα. 
Κ* είχε δίκαιον. Μόλις κατεκλίθην και άπε- 
κοιμήθην βαθύτατα, έξύπνησα ίέ πολύ αργά 
την επαύριον πρωίαν. 

Μετ' ολίγον ήλθε και μ' επήρε δ Σόίεν νά 
προγευματίσω μαζύ του. Μετά τδ πρόγευμα 
ίέ μου επρότεινε μακρόν περίπατον έ'ζω της 
πόλεως, ίιά νά συσκεφθώμενήσύχως κατά τίνα 
τρόπον ήίυνάμην νά, εκτελέσω δ,τι είχεν υπο- 
δείξει το πνεύμα. Μετά πολλούς και διαφόρους 
λόγους, έσυμφωνήσαμεν τέλος, δτι έπι του πα- 
ρόντος το σκοτιμώτερον ητο νά ένεργήσωμεν έ- 
ρευνας περί του χειρογράφου εΙς το Αάϋίεν. Το 
ίύσκολον ίι'έμέ ητο νά ρ,εταβώ έκεϊ, (ίιότι φό- 
βος ύπήρχεν δτι οί γονείς μου θά ήρνουντο την 
συγκατάθεσίν των εις την άίικαιολόγητον με- 
τάβασίν μου εις Λάϋίεν. Άλλ' δ Σόίεν με έ- 
ξήγαγεν αυτής της αμηχανίας. Προσεφέρθη νά 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^^οο^ι^ 






22 



ΕΙ 23Τ ΙΑ. 



(Αεταβ^ αύτος άντ* ψου και νά επιχείρηση τοις 
άχριββστίρας έρευνας. ΚαλλΙτερον άντιπρόσω- 
πον νίι εΰρω (ίου ητο άίύνατον, ίιότιή άνα- 
ζήτησις και ευρεσις ί^"]^^"* χειρογράφων ητο 
ειίικότης. ίί^την δποίαν,χαθώς ελεγεν δ Σόίεν, 
ε|ν.εν ΐΛαιτέρως άσχοληθη. 
'" Μετά τινας (ΐηνας ελαβον έιτιστολην του 
πατρός (χου, αρκετά άνησυχητικην. Έπεθύριει 
νά μάθη, [Λ* έγραφε, τί εκα(Λνον τά χρημ,ατα τά 
6ποϊα (/.ου έστελλε. Δεν η^υνά(Αην βεβαίως νά 
του γράψω οτι αϊ ερευναι, αι δποΐαι εγίνοντο 
εις το Λάϋίεν, ήσαν πολύ ίαπανηραΐ'ύπεσχέθην 
δριως νά ζήσω οΙκονο|Αΐκώτερον εις το |Αέλλον, 
και περιωρίσθην αληθώς τόσον, ώστε χωρίς νά 
κάνω [Αβγάλα χρέη κατώρθωσα ίιά της (Αηνι- 
αίας χορηγίας (Λου νά συντηρου(Ααι καΐ νά εξα- 
κολουθώ τάς εν Όλλαν^ία εργασίας. 

Την ε'ποχην εκείνην έλαβα γρά(ΐ(χ.α του Σό- 
ίεν, ίιά του 6ποΙου (λοι ελεγβν, οτι εύρε (χέν 
εις το Λάυίεν πολλά σπουίαϊα πράγριατα, 
αλλ* δχι εκείνο το δποϊον ίι' έμιέ εζητει, και 
ίτι σκοπον είχε νά έπανελθη. *Έκ τίνων δ(Αως 
υποδείξεων της επιστολής του έσυ(Λπέρανα, οτι 
θά ητο Ισως ίιατεθειριένος νά εξακολούθηση 
τάς έρευνας του εν Παρισίοις* αλλά προς τοΰτο 
άπητεϊτο (Μεγάλη χρη(ΐ,ατικη ποσότης, δυσα- 
νάλογος προς την τότε οικονο|Αΐκην (ίου κατά- 
στασιν. Μη ίυνά|Αενος νά την διαθέσω, απεφά- 
σισα νά (Αεταβώ εις την πατρίδα [Λου, και νά 
πείσω την |Αητερα [Λου νά μου ^ώση κρυφίως 
τά χρήματα. 

Άλλ* εις τον πατρικόν μου οίκον ιιχβν ε- 
πέλθει κατά την άπουσίαν μου μεγάλη και λυ- 
πηρά μεταβολή. Ή καλή μου μήτηρ έπασχε 
^εινώς, δ ίέ πατήρ μου μοί το είχεν αποσιω- 
πήσει, ϊνα μη με ταράξη. Ότε έφθασα μοΙ άνε- 
κοίνωσεν ίτι ή μήτηρ μου είχε καταντήσει με- 
λαγχολική, και ίτι οί ιατροί είχον συστήσει νά 
σταλη εις φρενοκομεΐον, ^ιότι υπήρχε φόβος μη 
άποπειραθη ν' αύτοκτονήση. 

Ή εϊίησις αύτη πολύ με κατέθλιψεν. Ή μή- 
τηρ μου ητο πάντοτε ή φιλοστοργοτάτη και 
επιεικέστατη μου φΙλη.Μετέβην εις το ίωμάτιόν 
της.Μ* είέχθη ήσύχως,ώς αν ειχον παρέλθει δλί- 
γαι μόνον ώραι, άφ' ης έχωρίσθημεν, και πα- 
ρεπονέθη μόνον οτι είχε κεφαλόπονον, οτι έκοι- 
μδτο κακά, και οτι ίέν βιχ«ν δρεξιν. Περί της 
υγείας μου ,ίιά την δποίαν άλλοτε τόσον εναγω- 
νίως έφρόντίζεν, ούίε κάν ήρώτησε. Ότε ίέ δ 
πατήρ μου, όστις ειχεν εισέλθει μετ' έμου εις το 
ίωμάτιον, έστρεψε προς στιγμήν τά νώτα, μου 
άπέτεινε εκείνη ταχύ και έμφαντικόν νεύμα και 
μ' ε^ωκε ^ιά χειρονομιών νά εννοήσω, οτι ή- 
θελε νά με ϊίη μόνον. Δεν υπήρξε ίύσχολον νά 
εκπληρώσω την επιθυμίαν της. Έξήλθον του δω- 
ματίου μετά του πατρός μου, του ειπον καθα- 



ρά, οτι ή ασθενής ήθελεν, ως έφαίνετο, νά μου 
δμιλήση και τον παρεκάλεσα νά μας άφήση μό- 
νους. 

"Οτε ή μήτηρ μου ει^εν οτι επέστρεψα μόνος, 
άνεπήίησε κ' ε^ραμε προς εμε. Έπειτα μ* I- 
σφιγξε περιπαθώς εις τάς άγκάλας>της, άλλα 
άντι νά με φιλήση, μου έφύσησε την θερμήν 
της πνοήν εις το πρόσωπον, ώπισθοχώρησεν εν 
βήμα και έτίναξε τάς έκτεταμένας της χ^^ρ^ζ 
υπεράνω της κεφαλής μου, δπως κάμνουν οί 
μαγνητισταΐ ^ιά νά μεταδώσουν εΙς άλλους το 
μαγνητικόν των ρευστόν. 

Τπεχώρησα περίλυπος. 

— Μητέρα, τι θά είπη αυτό ; ήρώτησα. 

— Φοΰ 1 Φου ! . . παι^Ι μου ! εψιθύρισε μυ- 
στηριωδώς φυσώσα. Σου χαρίζω το ύπόλοιπον 
τής ζωής μου... μου είνε βάρος... βάρος ! . . θέ- 
λω ν' αποθάνω... ν* αποθάνω γρήγορα ! . . 

Κ' εφαίνετο ήίη αληθώς έπιθάνατος. Ή 
πολιά και άτακτος κόμη της έκάλυπτε το μέ- 
τωπον και τάς κοίλας παρειάς της, οι ^ε ο- 
φθαλμοί της ελαμπον άπαισίως άπδ τάς βα- 
θείας και σκοτεινάς των κόγχας. 

Μετά εξ ώρας, τήνέσπέραν τής αυτής ημέρας, 
κατέκειτο φοβερώς πυρέσσουσα και παραληρού- 
σα, την ίε νύκτα έξεψύχησε. Μου είχε χαρί- 
σει το ύπόλοιπον της ζωής της. 

Ό ταλαίπωρος πατήρ μου ήτον απαρηγόρη- 
τος. Αδύνατον ητο νά σκεφθώ περί αναχωρή- 
σεως μου, κ' έμεινα τρεις μήνας πλησίον του. 
"Επειτα επέστρεψα εις την πόλιν Χ, ίιά νά 
εξακολουθήσω τάς σπου^άς μου, τάς δποΐας 
είχε διακόψει το λυπηρον γεγονός. 

Ό θάνατος τής μητρός μου μου προσεπόρισε 
μβγάλην περιουσίαν, τής δποίας την ^ιοίκησιν 
άφήκα, εννοείται, εις τον πατέρα μου. Έζήτησα 
μόνον και ελαβον χρηματικόν τι ποσόν, το δ• 
ποιον ήθελον νά διαθέσω ε'ις έξακολούθησιν 
τών περί του χειρογράφου ερευνών μου. Εις τον 
πατέρα μου ειπον, ίτι ίίχον ανάγκην τών χρη- 
μάτων ^ι' επιστημονικούς σκοπούς. 'Επει^ή ^έ 
ίέν επρόκειτο περί μεγάλης ποσότητος και δ 
πατήρ ;χου δλίγην ^ιάθεσιν «ιχεν, αμέσως με- 
τά τον θάνατον τής μητρός μου, νά πολυεξε- 
τάση χρηματικά ζητήματα, μου ένεχειρίσθη 
αμέσως το ζητηθέν ποσόν. **Εν μέρος αύτου έ- 
στειλα εις τον Σό^εν, και τον παρεκάλεσα νά 
μεταβη άντ' εμού ε'ις Παρισίους καΐ νά μη φει- 
σθη κόπων προς άνεύρεσιν του χειρογράφου. 

Αί πρώται έπιστολαι, τάς δποίας ελαβον 
παρά του απεσταλμένου μου, ^έν ήσαν πολύ έν- 
θαρρυντικαί. Κατόπιν όμως μου εγραψεν, βτι, 
ως ένόμιζεν, άνευρε τέλος πάντων τά ίχνη τού 
ζητουμένου^ και μετ' ολίγον μού άνεκοίνωσεν 
5τι εύρε το χβιρόγραφον, ίτι το είίε, και το 
έψαυσε. Δυστυχώς, εγραφεν, ητο κτήμα ένδς 



ΟΪ9ϊΐϊζθ(:Ι όγ 



Οοο^Ιε 



Εδ 23Τ Ι ^ 



23 



χ«τ' «ύθεΤαν απογόνου του παλαιού σοφού, 
δστις ίίν επετρεπεν, άντΙ οίαςίηποτε ά(Α0ΐβης, 
νά ληφθγ) αύτου αντίγραφο ν. Μου ίπρότεινε ίέ 
δ Σό^^ν νά ρ,εταβώ 6 ΐ^ιος εις Παρισίους χαΐ 
νά ^οχιμάσω νά πείσω τον κάτοχον του χειρο-* 
γράφου νά εν^ώσγ) εις την επιθυ[χίαν [/.ου. 

Έχίνησα άριέσως ίια την ΓαλλΙαν. Ή &^οι- 
πορία ητο τότε μακρά άχόριη χαι επίπονος, 
^ιότι η σι^ηρο^ρο|ϋχη συγκοινωνία [/.εταζυ Πα- 
ρισίων χαι Γερρ,ανίας ίέν ητο άκό(/.η πλήρης. 

Ό Σόίεν ρ,έ ύπείίέχθη εΙς τον σταθ(Αθν και 
μ,ί ώίήγη<ϊ6ν εΙς την κατοικίαν του, κειριένην 
4ΐς την (χαθητικήν συνοικίαν. Έφ* ά[Λάζης (Αοϋ 
επανέλαβεν οτι δλαι αί προσπάθειαΐ του νά 
λάβγ) άντίγραφον του χειρογράφου είχον απο- 
τύχει- δτι κατώρθωσε (λόνον νά Μψη εν βλέ|Α(ΐ.α 
έπι του χειρογράφου, το δποϊον ητο εΙς λατινι- 
κην γλώσσαν και περιείχεν εντός 144 (μεγάλων 
σιλί^ων εΙς φύλλον πολλάς περιέργους συνταγάς 
χαι ^ύο (^ακροτερας ^ιατριβάς περί συνθέσεως 
και παρασκευής Ζωτικού Φαρ(Λάκου. Το^πώς κα- 
τώρθωσεν δ Σόίεν ν'άνακαλύψτρ το χε^ρόγρα- 
φον, ητο πολύ περίεργον άλλ' επειδή τοΰτο βίνε 
άσχετον |ΐέ την ίστορίαν [Λου, το παρατρέχω. 
Ή τύχη τον είχε βοηθήσει. 

Ό κάτοχος του χειρογράφου ητο πτωχός 
Ιταλός ευγενής, ούτινος ή προ|χάρΐ|ΐ.η ητο αύτη 
η θυγάτηρ του παλαιού εκείνου σοφού. Το χει- 
ρόγραφον είχε (/.βίνει πάντοτε κτήρια της οικο- 
γενείας του, ού^ε|χία 5έ ύπήρχεν άμιφιβολία, δτι 
τ,το γνήσιον. 

Την επαύριον |ΐ* ώ^ήγησεν 6 Σό^εν προς τον 
χάτοχον του χειρογράφου* εύρον ίέ εντός πτω- 
χικου οΐκήριατος, κειριένου επίσης εις την ρια- 
θητιχήν συνοικίαν, άνθρωπον νέον περιποιητικόν, 
αλλ* οχι και πολύ συ(Λπαθή, ριετά του δποΐου 
^υσκόλως ή^^υνάριην νά συνεννοηθώ,<^ιότι Ιταλι- 
κά ριεν ίέν ώ[Λίλουν ίιόλου, της γαλλικής ίε 
χολύ ολίγην είχον τριβήν. 

Ό ιταλός εξήγαγε το χειρόγραφον εκ παλαι- 
ού, σιδηρού κιβωτίου, ητο ίε τυλιγμιένον εντός 
χαλά ιού ρ.εταζωτού ύφάσ(/.ατος, το ύποϊον είχε 
χάσει πλέον το χρω(Λά του. Έπί του εξωφύλλου, 
το όποιον ητο οε{ΐ.ένον (λέ ίέρμ,α κατά τον 
άρχαιον τρόπον, ανεγνώρισα σαφώς : οικόσημον 
κό(λ.ητος, τυπωμένον ^ιά χρυσού. 

— Το οΐκόσηρι,ον της οικογενείας (Αου, είπεν 
& ιταλός ευγενής. 

"Ήνοιζα τον τόριον με κατάνυζιν και μυστη- 
ριώδη τινά τρόμον. Το χειρόγραφον είχε ίια- 
τηρησιν θαυμασίαν. Ή μελάνη και το χαρτίον 
ήσαν ολίγον κιτρινισμένα* αλλ* δ ώραιος, πα- 
λαιός και στέρεος εκείνος χάρτης, ητο τόσον ά- 
βλαβης, ή γραφή τόσον καθαρά καΐ ευανάγνω- 
στος, αί σελίδες τόσον άκηλίαωτοι, ώστε ίεν 
ητο δυνατόν ν' άμφιβάλλη κανείς, δτι δλαι αί 



γενεαί, των δποίων κ^5?5^|.α υπήρξε το πολύτιμον 
χειρόγραφον, είχον ί^ατηρήσει αύτο ώς κόρην 
οφθαλμού. 

Έμεινα τρεις έβίομάίας εΙς ^κ^ίζ^ισίους καΐ 
συχνάκις είία τον Ιταλόν. Ό Σό^εν π'αρευρί- 
σκετο εΙς δλας μας τάς συνομιλίας, ^ια νά με 
βοηθ^ εν άνάγκτ) ώς ^ιερμηνεύς, αλλ* ουδέπο- 
τε σχείον άνεμιγνύετο εις τους οιαλόγους μου 
μετά του κόμητος. Ούτος κατεπείσθη τέλος νά 
μου πωλήση το χειρόγραφον, εζήτησε ίέ μέγα 
ποσόν ώς άντίτιμον, πολλάς χιλιάίας τάλλη- 
ρα. Δεν ηθέλησα νά πραγματεύσω, και ύπε- 
σχέθην νά καταβάλω το ζητηθέν. 

Έγραψα εΙς τον πάτερα μου, και του είπον, 
παραλείπων τάς λεπτομέρειας, δτι επεθύμουν ν* 
αποκτήσω εν πολύτιμον σύγγραμμα, παρεκά- 
λουν ί' αύτον νά μου στείλη εις Παρισίους το 
άπαιτούμενον χρηρ,ατικον ποσόν . Ό πατήρ 
μου μου εστειλεν αμέσως τά χρήματα. Έσω- 
χα, ώς είχε συμφωνηθή, το τίμημα ε'ις τον 
Σόίεν, δστις και μου έφερε την αυτήν έσπέραν 
το χειρόγραφον. Μετ* ολίγας ημέρας επέστρεψα 
εΙς Γερμανιαν. 

Ό Σόίεν εμεινεν εις Παρισίους. Όλίγας η- 
μέρας μετά τήν έπιστροφήν μου ε'ις Χ. έγραψα 
προς αυτόν παρακαλών νά με συν^ράμη εις τήν 
μετάφρασιν του χειρογράφου* άλλ' ή επιστολή 
μου έμεινε χωρίς άπάντησιν. Μετά πολλά ίέ 
μόλις ετη έλαβα πάλιν εΙ^ήσεις του. Μ* εγρα- 
φεν εξ *Αμερικής, δπου είχε μεταναστεύσει, δτι 
είχε νυμφευθή, δτι ή σύζυγος του είχε ν απο- 
θάνει πρό μικρού, και δτι έσκόπει νά έπανέλθτ) 
πάλιν εις τήν Εύρώπην. Κ* ελεγεν δτι αί υπο- 
θέσεις του, εκείθεν του Ωκεανού, υπήρξαν πολύ 
κακαί, και μ* έζήτει ^άνειον, παρακαλών νά 
διευθύνω τά χρήματα άντ* αυτού εις τον γυναι- 
κάίελφόν του, ονόματι Μίλλνερ, αν ίέν άπα- 
τώμαι. Του τά Ιστειλα, και μού ανήγγειλε τήν 
παραλαβήν των, λέγων συγχρόνως, δτι άνέβαλ- 
λεν έπί τίνα χρόνον τήν εκ Νέας Υόρκης άνα- 
χώρησίν του. "Εκτοτε ούίέν πλέον εμαθον περί 
αυτού, ^σως άπέθανεν. "Αν ζη, θά είνε γέρων.» 

Ό Κύριος Κλάασεν είχεν δμιλήσει ταχέως, 
άνευ ίιακοττης. Άλλ* ή μία ώρα περίπου, έφ* 
"Ο^ δίχε ζητήσει τήν άκρόασίν μου, ειχεν ήίη 
κατά τό ήμισυ παρέλθει, κ* εκείνος έφαίνετο ετ« 
ευρισκόμενος εις τον πρόλογον της ιστορίας του. 
Άνήψα λοιπόν νέον σιγάρον, έπλήρωσα και πά- 
λιν τό ποτήριόν μου και ήτοιμάσθην ν* ακούσω 
τήν έξακολούθησιν, προβλέπων δτι έπι πολύ 
ετι θά μ* έκράτει άγρυπνον. Ό Κ. Κλάασεν 
άνέμεινε νά ησυχάσω, και έξηκολούθησε : 



Γ. 



«Τό χειρόγραφον εκείνο ήσχησε μεγίστην 



έπιρροήν έπί της ζωής μου. Ευθύς 

^ ΟϊΟΪΐϊζθόό' 



τα .την επι- 



24 



ΒΧ3ΧΙ^ 



στροφην [Λου βίς Χ., άϊ^ά^τκ^α >'* αφοσιωθώ 
αποκλειστικώς εΙς την (ΐ.β>6την του. Προς τούτο 
βάφηκα το πί^'^'ί9τιστνϊ|ΐιον κ' βπίστριψα ιΐς την 
γενέθλ•Λν^:^^!ν (/.ου, 8που κατφκησα *ις την 
πατρική ν (λΛ οίκίαν. Ό πατήρ ριου, δστις εζη 
(Λονήρη ζωήν, τόσον έχάρη δτι ε(Αβλλβ να (χ' 
ίχη οιαρκώς πλησίον του, ώστε ταχέως ενέκρι- 
νε τους λόγους, ^ιά τους δποίους έπεθυριουν να 
διακόψω τάς παν6πιστη[Λΐακάς (Αου σπου^άς. 
Του Είπον, οτι είχον ανακαλύψει περίεργον χβι- 
ρόγραφον του 17ου αιώνος και έσκόπουν να το 
εκδώσω [/.έ ση(Λειώσεις και σχόλια. Ή εργασία 
ίέ αύτη, είπον, ήθελε |Λθυ προξενήσει πολύ 
περισσοτέραν τψήν και φήμιην, παρ* δσην ήίυ- 
νάριην ν' αποκτήσω ίιά της συ(Απληρώσεως τών 
σπουδών (ΑΟυ εις το πανεπιστή(ΐιον/0 πατήρ (χου 
συνεφώνησεν. Ήτοΐ|χάσθη πρόσφορος ^ι' έ[ΐ.έ κα- 
τοικία εις την (^Ιαν πτέρυγα τίΐς οικίας, κ* εκεϊ 
Ιζησα τα ήσυχώτερα της ζωής ριου ετη. 

Ή (Αβτάφρασις του χειρογράφου [Λου παρείχε 
πολλούς κόπους. "^Ητο ριεν γλαφυρϊ και ευνόη- 
τος ή λατινική του γλώσσα, άλλ' ή έννοια (Αε- 
ρικών περιόδων ε[Αενε πολλάκις σκοτεινή ίι' 
έ(Αε δλοκλήρους έβ^0[Αά^ας, καιτ^^νύκτας δλας 
ε[Αενον άγρυπνος, προσπαθών να την ανακαλύ- 
ψω. Τοΰτο (Α* εκα(Αε να χάσω πάν ενδιαφέρον 
προς τον εζω κόσ(Αον. Ό πατήρ (χου ήτο, ούτως 
εΙπεΐν, & (ΑΟνος άνθρωπος τον δποΐον εβλεπον, 
και |Αετ* αύτοϋ ίέ συνηντώμην (ΑΟνον κατά τάς 
Δρας του γεύαατος και εΙς "^ους περιπάτους, 
δπου τον συνώοευον. Ή κατάστασις της υγείας 
[Αου ήρχ»ζ« νά τον άνησυχγι, και [Αετά πολλής 
(Αερίμνης |Αέ ήρώτα περί του άντικειριένου τών 
σπουδών [Αου. Έγώ άπήντων καθαρώς και άπε- 
ριστρόφως περί του πράγματος, εκείνος ^έ έσειε 
ίυσπίστως την κεφαλήν. 

Ή(Αέραν τινά ήλθεν αίφνης εις^ το^^ίωριάτιόν 
[ΑΟυ. Συνώίευεν αύτον ^ιάση[ΑΟς τις έπιστή[Αων, 
καθηγητής εις το πανεπιστή(Αΐον του Χ., δστις 
(Αε ειπεν, δτι ήκουσε νά γίνεται λόγος περί του 
σπανίου (Αου χειρογράφου, και ριέ παρεκάλει νά 
του επιτρέψω νά το εζετάση. Του το είειξα. Λα- 
βών αύτο επλησίασεν εις το παράθυρον, έξήγα- 
γεν εκ του θυλακίου του ενα φακον καΐ το εξή- 
τασεν επισταριένως. Άνέγνωσε ^ε και (Αερικάς 
σελίδας. *Έπειτα (αοι το επέστρεψε, χωρίς να 
είπγ) λέξιν, κ* έζήλθε του ^ω[Λατίου (Αετά του 
πατρός (Αου. 

Την έπο(Αένην ή[Αέραν [Αου άνήγγειλεν δ πα- 
τήρ [Αου, δτι ή υγεία του άπήτει νά συ|Αβου- 
λευθ^ έπίση|ΑΟν τίνα Ιατρον εν Βερολίνφ, και [Αε 
παρεκάλεσε νά τον συνοδεύσω. Δεν ή^υνά(Αην 
ν' αρνηθώ την αϊτησίν του, μολονότι [Αοΰ ητο 
βαρύ ν* αποχωρισθώ τάς μελετάς μου. 

Συνώ^ευσα τον πατέρα μου εις του Ιατρού* 
ούτος ώμίλησε κατ' αρχάς μετά του πατρός 



μου καΐ του παρήγγειλε ίιάφορα πράγματα, 
προ πάντων ίέ ^ιασκέ^ασιν, π. χ. εν ταξεί^ιον 
εΙς την ΊταλΙαν. Έπειτα εστράφη προς έμε και 
ήρχισε μακράν συνομιλίαν μαζή μου. 'Ήτο πολύ 
δυσάρεστος άνθρωπος. Είχε παραδόξους, από- 
τομους Ι^έας,και πολλά εξ δσων έλεγε μ' εφερον 
εις άγανάκτησιν. Ενθυμούμαι ίε δτι κατήν- 
τησα έπι τέλους βίαιος και έξήφθην, μολονότι 
τούτο έλύπει, ως εβλεπον, τον πατέρα μου.Τούτο 
έκαμε ν έντύπωσιν εις τον Ιατρόν, ^ιότι ευθύς α- 
μέσως εγεινε προσηνής και εύπροσήγορος. Εύρεν, 
δτι ή οψις μου έ^είκνυε πολλήν κόπωσιν, μέ έξή- 
τασε προσεκτικώς, και στρεφόμενος προς τον 
πατέρα μου είπε* 

— Το χαλλιτερον θά ήτο νά πάρετε μαζή 
και τον υιόν σας εις την ΊταλΙαν. Έχει ανάγ- 
κην αναπαύσεως και διασκεδάσεως σχεδόν 
δσην και σεις. Άλλα μη του επιτρέψετε νά ερ- 
γάζεται. Νά κινήται πολύ καΐ νά ίιασκείάζη. 

Ταύτα λέγων μας άπεχαιρέτισε, δτε ίε έξ- 
ήλθομεν εις τον ^ρόμον μοι ειπεν δ πατήρ μου, 
δτι ήλπιζε νά τον συνοδεύσω εις τήν Ίταλίαν. 
^Ητο γέρων, ίλεγε* ίέν ήίύνατο οΰτε ήθελε νά 
δίοιπορτ) μόνος, φίλον καλλίτερον άλλον παρ* 
έμε ^έν είχε, και ήτο βέβαιος δτι θά τον συνώ- 
οευον. 

Δεν ήίυνάμην, έννοεϊται,ν' αντιτάξω τίποτε. 
Απεφάσισα νά λάβω μαζή μου το χειρόγραφον 
και νά εξακολουθήσω τάς μελετάς μου διαρ- 
κούσης της δΟοιπορίας. Άλλ' δ πατήρ μου Οέν 
ήθελε νά τ' άκούση. Άπήτησε ν' αφιερωθώ απο- 
κλειστικώς εις αυτόν, και ήναγκάσθην νά ενδώ- 
σω, με βαρεΐαν δμως καρΟίαν. 

Ή δίοιπορία μας ύπήρξεν ευχάριστος. Κατ' 
αρχάς μόνον μου είχε καταντήσει ολίγον 
δυσάρεστος ή τυραννία του πατρός μου, δστις 
Οέν με άφινεν ούΟέ στιγμήν ελεύθερον και με 
ήνάγκαζε νά μένω ήμέραν και νύκτα πλησίον 
του. Άλλα τά πράγματα μετιβλήθησαν δτε 
έφθάσαμεν εις τήν 'Ρώμην. Ό πατήρ μου συν- 
ήντησεν εκεί μερικούς παλαιούς γνωρίμους,μετά 
τών δποίων ίιήγεν εύαρέστως τον καιρόν του, 
ενέκρινε Οέ εντελώς νά συναναστρέφωμαι καΐ 
έγώ νέους, Οιά νά ΟιατκεΟάζω. 

— 'Ο,τι μόνον σου ζητώ, μου είπεν, εινε νά 
ΟιασκεΟάζγ)ς δσον ημπορείς και ν* άφήσης παν- 
τός είδους έργασίαν. Δέν είμαι, με φαίνεται, 
αυστηρός πατήρ και ελπίζω νά άκολουθήσης 
τήν παραγγελίαν μου. 

Έπραξα δ, τι ήθελε, και πολύ τρςχέως εύρέ- 
θην ευχαριστημένος εκ της νέας μου ζωής. 
"Εως τότε £ΐχον συζήσει *μέ άνδρας μόνον και 
με βιβλία. Δί Οε ώραΐαι γυναίκες και κορασί7 
ίες, τάς δποίας έγνώρισα εις τήν Τώμην, μ* 
έφάνησαν άξιεραστοι και χαριέσταται. Πολύς 

Οέν παρήλθε καιρός, και ή μεγαλειτέρα μου 

ΟΪ9ϊΐϊζθθΙ όγ -' 



«^ 



ΈΙΣΤυ^ 



25 



εύχαρίστησις τιτο νά η(Ααι |;,αζύ των. 'Οτ• ίι 
το βρά^υ ίιηγού[χην εις τον πατέρα [/.ου, δτι 
€ΐ:ίρα9α εΰχαριστότατα την ημέραν [Λου^ δτκ 
ήταιζα, έχόρβυσά και έτραγου<!ίΎ)σα μβ νέους χαι 
μί νέας, ελ^γβν: Όραια, παι^ί ριου Ι Έζαχολού- 
6€ΐ, ^έν η|Απορεΐς νά |Λθΰ χά|χιρς ριεγαλβίτέραν 
χαράν, χαΐ σε ωφελεί πολύ. 

*Αλ7|θώς ίε «ιχον γείνει άλλος άνθρωπος, 
χαι πολλάκις εξεπληττόριην δ ϊίιος άπο την 
είχονα την δποίαν [/.* ε^είχνυε το κάτοπτρον. 
Ήτο ανθηρά χαΐ φαιδρά (/.ορφη νέου άριε- 
ρί(Ανου , δστις έβλεπε τον κόσ(Αθν ριέ ζωη- 
ρούς χαΐ πλήρεις έ[Λπιστο<τύνης όφθαλ(Λθύς. Εις 
την πατριχήν ριου πόλιν ειχον χοίλους τους 
όφθαλ(ΐούς χαι χαταβεβληριενην την όψιν. Οι 
συλλογισμοί μου εν τούτοις έφεροντο πολλάκις 
προς το μικρόν μου σπου^αστηριον, και προς 
το 3^ειρόγραφον επι του δποίου είχον εγκύψει ίτη 
ολόκληρα, χωρίς νά κατορθώσω νά εννοήσω εν- 
τελώς το μυστηριώδες του κείμενον. Έλεγον 
4έ χατ'έμαυτον, άφου θεραπευθ^ δ πατήρ μου 
και έπιστρέψωμεν πάλιν εις τον ησυχον βίον 
μας, νά επαναλάβω με νέας δυνάμεις τας εργα- 
σίας μου,ΐσως ^έ και με περισσοτέραν έπιτυχίαν, 
αλλ* επι του παρόντος να ^ιώζω άπο την κε- 
φαλήν μου την αρχαιότητα και ν' απολαύσω 
το παρόν. Τούτο ίέ μου κατέστη εντός ολίγου 
πολύ ευκολον. Έρωτεύθην.» 

Ό Κλάασεν εσίγησε και εστησεν απλανή προ 
αύτοΰ τά βλέμματα. Είτα έκένωσεν δλόκληρον 
ποτηριον, και απειλών ίιά του λιχανού, είπε, 
προς τον αέρα δμιλών, ώς αν έβλεπε φάντασμα- 

— "Άθλιον πλάσμα. 

Έμεινε έπΙ μίαν στιγμήν σιγών, και ηρχισε 
πάλιν ^ιηγούμενος: 

— Πολύ μακρά θά έγίνετο η ιστορία μου, 
αν ηθελον νά σας ίιηγηθώ πόσα τεχνάσματα 
μετεχειρίσθησαν, ίιά νά με σαγηνεύσουν . "Ή- 
μην πλούσιος και ητο γνωστόν. "Ημην αγαθός, 
εΰπιστος και το εζεμεταλλεύθησα\ αισχρώς. "Η- 
μην είκοσιεπτά ετών και ίέν είχον πεϊραν περισ- 
σοτέραν μαθητού, του δποϊου ή ζωή παρηλθεν 
ύπο την έπιτηρησιν και δίηγίαν τών γονέων 
και ίι^ασκάλων του. ΈκεΙνη είχεν ηίη ζήσει 
ταραχώδη και πολυτελή ζωήν, μολονότι ήτο 
μόλις εικοσι^ύο ετών. Είχε νυμφευθη ^εκαοκτα^ 
ετης κόρη έπίσημόν τίνα γέροντα, του δποϊου δ 
τίτλος και η κοινωνική θεσις τήν είχον γοητεύ- 
σει, δστις δμως τήν ήπάτησεν, ίιότι, άντΙ 
πλουσίου, δπως παρίστατο, έφάνη δτι ήτο πάμ- 
πτωχος. 'Οτβ ίέ ίύο έτη μετά τον γάμον α- 
πέθανε, άφηκε τήν νέαν χήραν εντελώς άπορο ν. 
Άλλ' εκείνη εύρισκε πόρους* ευρισκεν ανθρώ- 
πους, οίτινες τήν έίάνειζον χρήματα, και έ- 
λάμβανον ώς άσφάλειαν το μέγα της όνομα, τήν 
ίχτακτον καλλονήν της, τήν νεότητα, τήνεύ- 



φυίαν της και τήν πεποίθησίν της εΙς πλούσιον 
μέλλον. ΕΙς τάς χεϊράς της κατήντησα ώς μα- 
λακός κηρός. Μετά εζ ^έ εβίομάίας, αφού τήν 
εγνώρισα, εζων μόνον ίι' αυτήν και οι' αύτης. 
Και δτε μου ε^ωκε τήν χεϊρά της, μετά γο- 
νυπετή μου ικεσίαν, ένόμισα δτι εγεινα δ ευτυ- 
χέστερος τών θνητών. 

{"Επεται συνίχβια). 



Η ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 

(Συνέχεια• Χ6ι προηγούμενον φύλλον). 

β'. 

ΑΙΤΙΑΙ ΔΙΑ ΤΑΣ ΟΠΟΙΑΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΤΤΟΙ 

ΗΝΑΓΚΑΣΘΗΣΑΝ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΙΠΩΣΙ 

ΤΗΝ ΟΙΤΥΛΟΝ. 

Οι Στεφανόπουλοι, ένεκα της ύψηλης κατα- 
γωγής των και, κατά συνέπειαν, ένεκα τών 
λαμπρών συνοικεσίων τά δποϊα συνήψαν με τάς 
πλουσιωτάτας οικογενείας της Οιτύλου, κατέ- 
στησαν ισχυρότατοι οχι μόνον εν Οιτύλω, αλλά 
και καθ* δλην τήν Μάνην. Ή υπεροχή των αυ- 
τή ήρχισε νά ίιεγείρτι τον φθόνον πολλών συμ- 
πατριωτών των και μάλιστα τών κατοίκων 
της Μάνης και της άλλης Πελοποννήσου. Τον 
φθόνον τούτον ετι μόέλλον ηύζησε το εξής γε- 
γονός* 

Τψ 1625, επι Μουράτ του Δ', στρατός 
τουρκικός έπορεύθη κατά της Οιτύλου. Νύκτωρ 
δμως οί Οιτύλιοι μετά τών Μανιατών έπέπεσον 
κατά του στρατού τούτου, τον ίιεσκόρπισαν 
και συνέλαβον ίιακοσίους αιχμαλώτους εξ αυ- 
τού. Ό εν Κορώνη ευρεθείς τότε Καπου<ϊάν 
πασάς, άμα έμαθε τδ δυστύχημα τούτο, μετέ- 
βη εΙς Οϊτυλον ϊνα έξαγοράσΐ(ΐ τους αίχμαλω- 
τισθέντας Τούρκους. Πριν ή πλήρωση δμως τά 
λύτρα, ηθέλησε νά μάθη ακριβώς, τίνες θά 
έλάμβανον τά χρήματα ταύτα. Τότε 5έ μόνοι 
οι Στεφανόπουλοι έτόλμησαν ν' άποίειχθώσιν 
αντίπαλοι του Σουλτάνου. Κατόπιν ^έ και οί 
Μανιάται ηθέλησαν νά λάβωσι μερί^ιον εκ τών 
λύτρων τούτων, άλλ' ούίέν τοις έίόθη. 

Περί το 1640 συνέβη και το εξής γεγονός, 
το δποϊον επηύξησε τάς μεταξύ Οιτυλίων και 
Μανιατών έριδας και μάχας• Κατά τήν έποχήν 
ταύτην υπήρχε Λυμπεράκης τις, καταγόμενος 
εκ Μάνης, άνήρ ανδρείος και φοβερός, δ δποΐος 
υπηρετεί ώς αξιωματικός εν τφ τουρκικφ στρα- 
τφ. ^Ητο ίέ ανεψιός του Γερχκάοη, εκ της πε- 
ρίφημου οικογενείας τών Κοσμάι^ν. Ό Λυα- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



26 



£3 23X1^ 



περάκης ούτος ηρραβωνίσθη (/.Ιαν των θυγατέρων 
του Γιακου(Αή Γιατριάνου, καΐ τούτου ανήκον- 
τος Λς (Λβγάλην οίκογένειαν. 

Την οίκογένειαν ταύτην δ (/.εν παπα-Νικό- 
λαος την όνθ(Αάζει,Γιατριάνοι, ί> ίέ Κα(χβιάγης, 
Μβάίοίβ. Την ίε οίκογένειαν των Κοσ(λάίων δ 
Καα,βιάγης την γράφει αοβίιηί. Το δνο[χ« ίέ 
Μελικής, ως ονο|ΐ.ά οικογενείας, σώζεται άκό(χη 
και σήμερον (ΐεταξύ των εν Καρυαϊς Ελλήνων. 

Της κόρης εκείνης ήράτο περιπαθώς εις των 
εν ΟΙτύλω Στεφανοπούλων, δ καλού(Αενος Μι- 
χάλης Λε(Λΐθάκης. Μίαν λοιπόν τών ή(ΐ.ερών δ 
τελευταίος ούτος, παραλαβών τους φίλους του 
είραρ-ε κατά τών Γιατριάνων και ίιά της βίας 
ήρπασε την {Λνηστήν του Λυμπεράκη. Την άρ- 
παγήν ταύτην ήκολούθησαν μεγάλαι εριίες 
χαΐ ουκ ολίγοι φόνοι. Έκτοτε ίέ μεταξύ Κο- 
σμάίων και Γιατριάνων άφ' ένος και Στεφανο- 
πούλων άφ' ετέρου ύπηρξε τοσούτον μίσος και 
τοσαύτη εχθρα,ώςτείιά την ήσυχίαν και εαυτών 
και του τόπου των επρεπεν, η οι μεν, η οι ίέ, 
να φύγωσιν εκ Πελοποννήσου. 

Οί Τούρκοι πολλάκις προσεπάθησαν να ύπο- 
τάξωσι την Οϊτυλον και τιμωρήσωσι τους ανυ- 
πότακτους Στεφανοπούλους* αλλ* δσάκις εξε- 
στράτευσαν κατ' αυτών, πάντοτε άπέτυχον, 
κυρίως ίιότι ίεν είχον καμμίαν θέσιν στρατη- 
γικήν παρά την πόλιν. βραίύτερον δμως ίιά 
τΐίς εΙσηγήσεως του Λυμπεράκη κατώρθωσαν 
και έκτισαν το φρούριον της Κελέφας, ου πολύ 
μακράν της Οιτύλου κείμενον. 

Την εΓδησιν ταύτην έπιβεβαιοΤ δ Ούέλερ και δ 
Λα-Γυιλλετιέρ. Λέγει δέ δτι δ Μέγας ΒεΧ,ύργ^ς, 
δια τγ5ς διαφθοράς του Λυμπεράκη, τον δποΤον έκρά- 
τει αίχμάλωτον, κατώρθωσε και έκτισε δύο φρούρια, 
τδ έ'ν εν Πορτογαλιω τί}ς Πελοποννήσου και το 
έτερον εν Οίτυλφ επί τη προφάσει τοδ να έξασφαλι'- 
στ) την έλευθερίαν του εμπορίου. Ό συγγραφεύς του 
βιβλίου τούτου, γράφων προ τί5ς καταλήψεως τί}ς 
Κρήτης ύπδ τών Τούρκων, προμαντεύει δτι ή κατά- 
ληψις τΐ|ς νήσου ταύτης θα προξενήστ) άναποφεύκτως 
και την ύποταγήν τών Μανιατών, τουθ' δπερ και 
συνέβη. Περί δέ τγ)ς φυγτίς τών Μανιατών εκ Πε- 
λοποννήσου λέγει τα έξ•ί}ς• «Τέλος πάντων οί κάλ- 
λιον σκεπτόμενοι μεταξύ τών Μανιατών απεφάσισαν 
να εγκαταλείπουν την πατρίδα των, παρά να υπο- 
ταχθούν εις τους Όθωμανοός. Έπεμψαν δέ να ζη- 
τήσουν κατοικίας παρά του Πάπα εν τφ Έκκλησια- 
στική^ Κράτει,και εις τον δούκα τής Τοσκάνης. 'ΑφοΟ 
δ* εντεύθεν άπερρίφθησαν,άπετάθησαν εις την Δημο- 
κρατίαν τ^ίς Γενουης, ή δποία, σκεπτόμενη έπι τών 
αγρίων ηθών τών κατοίκων νί^ς νήσου Κορσικί}ς, 
ήκροάσθη κάλλιον τών προτάσεων του.Λέγουσι δέ οί 
Γενουήνσιοι δτι ή βαρβαρδτης τών Μανιατών δεν θα 
ύπάρξγ) ποτέ τόσον μεγάλη, ώστε ή τών Κορσικανών 
να μη δυνηθηνά την άντισταθμίση,Τδ βέβαιον είνε δτι, 
εάν ή συνθήκη αυτή έπιτύχη, ουδέποτε έθνικδν συνοι- 
κέσιον θα ύπαρξε καλλιτέρας έκλογτ}ς. Οί κοινοί 



γάμοι των θα παραγάγουν, τέκνα τα δποΤα θα ηνα* 
τοσαυτα αριστουργήματα θηριωδίας.» (I^α-6α^1- 
ΙβϋβΓβ. Α(1ιέηβ8 αηοίβηηβ κ.τ.λ. σελ. 46 
— 47). Ή τελευταία αυτή προφητεία του Λα-Γυιλ- 
λετιέρ δέν έξεπληρώθη, διδτι, ώς πληροφορούμαι, 
ουδέποτε "Ελλην τ^}ς Κορσικής προσεκλήθη ενώ - 
πιον τών κακουργιοδικείων έπι κατηγορία κλοπής ή 
φόνου. Τουναντίον δέ δλοι οί ιστοριογράφοι επαινοδσι 
τους "Ελληνας τούτους, πλην του Ι. Μ. Ι&οοΒί, δ 
δποΤος τους εκλαμβάνει ώς κατακτητάς ξένων γαιών. 

"Απαξ οί Τούρκοι εν τφ φρουρίφ της Κελέφας 
ίέν άφινον πλέον ούίένα ΟΙτύλιον νά ^ιέλθχ) ε- 
κείθεν, χωρίς νά τον πυροβολήσωσιν. Οΰτω ί* 
οί ΟΙτύλιοι ίεν ήσαν πλέον κύριοι τών αγρών 
των, αί ίέ γυναίκες των ίέν ήίύναντο νά εξέλ- 
θωσιν εκτός τών τειχών της πόλεως. 

"Οτε οί Τούρκοι, τφ 1669, έγένοντο κύριοι 
της Κρήτης, τότε εκείθεν επεχείρησαν έπιίρθ(χάς 
κατοί θάλασσαν εναντίον τών παραλίων πόλεων 
της Μάνης και ιίίως εναντίον της Οιτύλου. 
Οίίτω ί' οί ΟΙτύλιοι περιεζώσθησαν στενώς, 
κατά τε γήν και κατά θάλασσαν, ύπδ τών 
Τούρκων, οίτινες ήσαν ισχυρότατοι κατά την έ- 
ποχήν ταύτην. 

"Ενεκα ίέ πάντων τούτων οί Οίτύλιοι ίέν ή- 
ίύναντο πλέον νά ζήσωσιν ήσύχως και ειρηνικώς 
εν Πελοπόννησο). 

Γ' 

ΑΝΑΧΟΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΛΣ ΤΑΥΤΗΣ 
ΕΞ ΟΙΤΥΛΟΥ. 

Έζ ανάγκης λοιπόν οί ΟΙτύλιοι απεφάσισαν να 
έγκαταλείψωσι τάς οικίας των και τους αγρούς 
των,καΐ νά ζητήσωσιν άλλους τοιούτους εν τ^ άλ- 
λο^απ^, δπου νλ ^υνηθώσι νά βιώσωσιν είρηνι- 
κώς. Απεφασίσθη νά σταλ^ εκ τών προτέρων 
άνθρωπος τις, δ δποιος νά έπισκεφθη διαφόρους 
τόπους και συνεννοηθτ; [χέ διαφόρους Κυβερνήσεις 
περί παραχωρήσεως γαιών. Τοιούτος εξελέγη δ 
Ιωάννης Κουτζικάλης, άνθρωπος εύπαίίευτος 
και πολύπειρος. Ό Έλλην ούτος, επισκεφθείς 
πολλά [Λέρη της Ιταλίας, κατήντησεν έπι τέ- 
λους εις Γένουαν. Ή Γενουηνσιακή Κυβέρνησις 
ύπεσχέθη νά παραχώρηση γαίας εΙς τους άποί* 
κους Έλληνας, άλλ* εν Κορσική, εν τόπψ κα- 
λουμένφ Παομία. Ό Ιωάννης Κουτζικάλης με- 
τέβη εις Κορσικήν και επεσκέφθη τάς γαίας της 
Παομίας. Εύρων ^ε ταύτας καταλλήλους, έπέ- 
στρεψεν εΙς Γένουαν και εκείθεν εις ΟΙτυλον, ο- 
πού οι κάτοικοι άνυπο[ΛΟνως τον περιε{ΐ.ενον. Αί 
γαΐαι της Παοριίας, ώς πληροφορούριεθα εκ τίνος 
εγγράφου, εύρισκορνου εν τοις άρχείοις του Νο- 
(ΐαρχείου του ΔΙακκΙου, ανήκον άλλοτε εΙς τίνα 
ευγενή, ΟοάβίΓογ άθ Ματίηί καλούμενον. Έν τφ 
μεταξύ ίε τούτφ ή γενουηνσιακή^ Δημοκρατία 



&22ΤΙ ^^ 



27 



ά^λλαζε ταύτας ί% του πρώτου κυρίου των, 
βίαιος τάς παραχωρησΐ() τοις Έλλησι τούτοις. 
Ή άναχώρησις άιτεφασίσθη, χαΐ οί άνθρωποι 
■ίΐρ5^ισαν να παρασκιυάζωνται. "Ήσαν ίέ ί^η 
ίτοΐ(Αθΐ, δτε κατά τύχην γαλλικόν τι πλοϊον 
ίχ Μασσαλίας, ύπότινα πλοίαρχον χαλού(ΐ.ενον 
Άν^ρέαν Δανιήλ, ηραζεν εν τφ λιριενι της Οι- 
τύλου. Χωρίς ίε νοι χάσωσι πολύν καιρόν, συνε- 
φώντισαν περί του ναύλου και τοΰταζει^ίου και 
χρ^εβως έπεβιβάσθησαν έπι του πλοίου. '^Ησαν 
ίε, ώς λέγεται, εν δλφ Στεφανότυουλοι, άνδρες 
γυναίκες και παιίΐα, τετρακόσιοι τριάκοντα, 
και £λλοι διάφοροι, τριακόσιοι. Τινές ^έ των 
Στεφανοπούλων ψειναν ίιά παντός εν Οιτύλω. 

Έχτακόσιαι τριάκοντα ψυχαί,μεθ'δλων των αναγ- 
καίων έκάστφ έφο2£ων, έπι ένος και μόνου πλοίου, 
έχι ένος κ α ρ α 6 ίο υ, ώς λέγει Ό παπα-Νικόλαος, 
τούτο μοι φαίνεται δύσχολον και μάλιστα αδύνατον. 
Ό Καμβιάγης και Ό παπα-Νικ6λαος είναι συμφω- 
νότατοι ως προς τ^ν αριθμόν τούτον ό δε Πομμε- 
ρελ, έν μέν τη Έγκυκλοπαιδι'α του Διδώτου, λέγει 
δτι ή έν Κορσική έγκατασταθεΤσα, τφ 1677 (;), 
ελληνική αποικία συνέκειτο εκ χιλίων ψυχών, έν δε 
τξ ιστορία τ^ίς Κορσικΐ]ς, εξ οκτακοσίων μόνον ψυ- 
χών. Έν τούτοις αύθεντικόν τι Ιγγραφον, εύρισκό- 
μενον έν τοΤς άρχείοις τί5ς οικογενείας τών έν Αί- 
ακχίφ Στεφανοπούλων Κομνηνών υπο τον τίτλον 
€θοηΐΓ3ΐ11ο 00 βΓβοί» αναφέρει δτι οι 
έν Γενουη φθάσαντες "Ελληνες ήσαν «ββΐΐβοβηΐο 
ρβΓβοηβ, αηζί άί δβίοβηίο ρθΓβοηθ». 
Φαίνεται δε δτι επρόκειτο κατ' αρχάς μόνον περί 
εξακοσίων ψυχών. Παράδοσίς τις, Ιτι και σήμερον 
σωζόμενη έν Καρυαϊς, λέγει δτι τρία πλοΐχ, περίπου 
συγχρόνως, άνεχώρησαν έξ Οιτύλου, πλήρη ελληνι- 
κών οικογενειών δια την Κορσικήν, τών οποίων το 
εν άπωλέσθη. Κατά τον Καμβιάγην, μιετά τήν άνα- 
χώρησιν τών Έλλιπνων τ•ύτων, οί Τούρκοι αμέσως 
είσήλθον εις τα ενδότερα τί}ς Μάνης, σφόζοντες και 
χχίοντες|ουτως, ώστε έφερον εις μεγάλην άπελπι- 
τίαν δλους τους κατοίκους τών μερών εκείνων. 
Ένεκα δε τούτου και μία άλλη αποικία απεφάσισε 
να έγκαταλίπ)[) την Πελοπόννησον. "Αμα δε παρου- 
αάσΟη εις τον λιμένα τής Οιτύλου πλοΤον Βενετι- 
κόν, τετρακόσιαι ψυχαι έπεβιδάσθησαν.αύτου. Μόλις 
δε το πλοΤον τούτο έξΐ]λθεν εις το πέλαγος, πά- 
ραυτα προσεβλήθη ύπο στόλου τουρκικού, και δλοι 
ζ\ δυστυχείς "Ελληνες ώς άρνία έκρεουργήθησαν 
ύπο τών Τούρκων και έρρίφθησαν εις τήν θάλασσαν. 

Ή Ελληνική αΰτη αποικία κατέλιπε τήν 
Οϊτυλοντ^ 3 Όκτωβρίου του έτους 167 5. "Ήσαν 
Α' αρχηγοί αύτης τρεις Στεφανόπουλοι, ό Γεώρ- 
γιος, & Απόστολος καΐ δ Κωνσταντίνος. 

Κατά τον Λιμπερίνην και τον Καμβιάγην, 
αρχηγοί της αποικίας ταύτης ήσαν δ Ιωάν- 
νης Στεφανόπουλος άπο τους Νοβακκαίους, 6 
Απόστολος Στεφανόπουλος άπό τους Στεφα- 
ναίους και δ Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος από 
τους Φατζαίους. Αί πληροφορίαι δμως, τάς δ- 



ποίας εσχον εκ της οικογενείας τών έν ΑΙακκΙφ 
Στεφανοπούλων Κομνηνών, είναι κ£πως διάφο- 
ροι. Κατά τούτους αρχηγός της αποικίας ταύ- 
της ητο δ Γίώργιος Στεφκνόπουλος Κομνηνός, 
δ δποΐος γέρων ή^η, άμα εφθασβν εΙς Γένουαν 
άπέθανεν. Ό Γεώργιος ούτος άφηκε ίύο υιούς, 
τον Μιχαήλ, εκ του δποίου κατάγονται οί έν 
Αιακκίφ Στεφανόπουλοι Κομνηνοί, και τον 
Άπόστολον , εκ του δποίου κατήγετο δ 
προρρηθείς Δημήτριος Στεφανόπουλος Κο- 
μνηνός και του δποίου ή γενεά έσβέσθη. 
Αί π^ρΐ πρωτείων έ'ριδες, πληγή αρχαιότατη 
τής Ελλάδος έν γένει και Ιίΐ^ τής Πελοπον- 
νήσου, ίέν ητο ίυνατόν νοι μη ύπάρχωσι και 
μεταξύ τών αποίκων τούτων Ελλήνων. Έν 
ΟΙτύλφ ύπήρχον πολλαι οίκογένειαι φέρουσαι 
το έπώνυμον ΣτεφατόπουΛοζ^ και πιθανώς έκ 
τής αυτής όσφύος εζελθούσαι. Έκαστη ίέ τών 
οικογενειών τούτων εζήτει νά άρχχ) των επίλοι- 
πων κατοίκων τής πόλεως. Πιθανώς ^έ, αί περί 
πρωτείων εριίες τών αποίκων τούτων νά ύπήρ- 
χον ήίη και εν Οιτύλω• αλλά τούθ' δπερ θε- 
τικώτατα γνωρίζομεν εκ τίνος εγγράφου, ύπό 
τον τίτλον α αϋβ&ιαϋοη άβ ίνοίε Ι&τηοίηβ 
ρΤ€08 τ> Ιταλιστι γεγραμμένου και σωζόμενου 
μέχρι σήμερον έν τοις άρχείοις τής οικογενείας 
τών έν Αιακκίφ Στεφανοπούλων Κομνηνών, 
καΐ άλλων εισέτι έγγραφων, είναι δτι α ι τοι- 
αύται εριίες ήγέρθησαν ή^η έπι του πλοίου, το 
δποϊον έφερε τήν άποικίαν ταύτην εις Γένουαν, 
και έζηκολούθησαν καθ* δλους τους μετά ταύτα 
χρόνους. Και του μέν μαρτυρικού τούτου έγγρα- 
φου σκοπός είναι νά κατα^είζη δτι κάποιος 
Στεφανόπουλος, του δποίου τά πρωτεία ^ιεζε- 
^ίκουν και άλλοι τινές, ώς αρχηγός, έ<^άνεισεν 
η ε^ωκε χρήματα τοις έν τφ πλοίφ έπιλοίποις 
Έλλησιν, εγώ ίέ μανθάνω έξ αυτού καΐ έκ τών 
άλλων έγγραφων του αυτού εΐίους, τήν περί 
το άρχε IV ματαιοφροσύνην τών Ελλήνων εκεί- 
νων, ήτις πολλών κακών πρόξενος υπήρξε πάν- 
τοτε τγ) Έλλάίι. Αί τοιαύται έριδες και άντι- 
ζηλίαι έξηκολούθησαν και καθ' δλους τους 
μετά ταύτα χρόνους. Τρανόν ίέ παράδειγμα 
τούτου εχομεν τήν ίιαγωγήν του ανωτέρω 
μνημονευθέντος Δημητρίου Στεφανοπούλου Κο- 
μνηνού, δστις, ίιά ν' απόκτηση τόν τίτλον του 
Πρϊγκιπος, έπραξε πάν θεμιτόν και άθέμιτον. 
Ή ματαιοφροσύνη ^έ τών σημερινών Καρυ- 
ατών Ελλήνων στρέφεται περί το δνομα Σζε^ 
^τόχουΛος : Όλοι σχεδόν άφήκαν τά οικο- 
γενειακά των ονόματα και αυτοπροαιρέτως 
καλούσιν εαυτούς ΣζΒφατοηούΛονς, Ούτω ^έ 
άντι τών ονομάτων Τζαννετάκης, Φριμιγκά- 
κης, Πετρολάκης, Παπα^άκης, Γουνελάκης, 
Ραγγατζάκης, Σέρβος, Δρακάκης κλπ. κλπ. 
ίέν ακούει τις την σήμερον εΙμή τό στερεότυ- 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



28 



823ΤΧ^ 



πον ΣζΒφατόπουΛοζ. Άλλα, βεβαίως χαθαρον 
χέρσος της (χαταιοφροσύνης ταύτης θά ύπάρξγϊ 
ποτβ •}ι τταντελης σύγχυσις των όνοριάτων. 

Ωσαύτως ί' ηρχβ της αποικίας ταύτης και 
δ προ[Λνη{Αθνευθ6ΐς Ιωάννης Κουτζικάλης, (ΐ,άλ- 
λον ώς σοφός χαι πολύπειρος, δ δ::οΐος επίσης 
άπέθανεν εν Γενούη. Του ^έ κλήρου, δστις ηκο- 
λούθησε την άποικίαν ταύτην, ηρχεν δ Παρθέ- 
νιος Καλκάνίης, Επίσκοπος Μαινης, δ δποϊος 
εφθασεν εν ΠαοριΙ^^ και ΙΙ^ρυσε το Μοναστηριον 
ττίς Γεννήσεως της Θεοτόκου και δ δποίος πολλά 
ετη [χετά ταύτα άπέθανεν έλεϊ. Του Επισκόπου 
τούτου την ίιαθήκην) εύρων εν τοις άρχείοις 
της εν ΑΙακκίφ οΙκογενεΙας των Στεφανοτού- 
λων Κθ(Λνηνών, ^η|Αοσιεύω κατωτέρω. Περί ^έ 
του Αποστόλου λέγεται δτι ητο άνθρωπος ελεή- 
μων και φιλόκαλος και βτι, ά|ΐ.α εφθασεν εΙς 
Παο(/.ίαν, εκτισεν Ιίίαις ^απάναις εκκλησίας 
καΐ έβοήθει τους πτωχούς• καΐ δτι, μετά τίνα 
χρόνον, δτε άπέθανεν δ μονογενής υιός του, κα- 
τελήφθη υπό τίνος μελαγχολίας, ήτις τον ώθησε 
νά ένίυθτ) το μοναχικόν ^άσον του τάγματος 
του Άγιου Βασιλείου* και βτι μετά ίύο ετη 
έπέστρεψεν εις Οϊτυλον,δπου έμεινε μέχρι τέλους 
της ζωής του. 

Λέγεται ί' επίσης δτι ήθελε ν' άκολουθήση 
την άποικίαν ταύτην και δ'ΑρχιεπΙσκοπος Οιτύ- 
λου, τον δποϊον δμως ένεκα του βαθέος γήρα- 
τος του δ πλοίαρχος ίέν ηθέλησε νλ ίεχθτί εν 
τφ πλοίφ του. Ό γηραιός ούτος κληρικός, ευ- 
ρεθείς επι της παραλίας καθ* ην στιγμήν το 
πλοϊον πλησίστιον εζήρχότο του λιμένος, με 
δάκρυα εΙς τους οφθαλμούς, κατηράσθη τήν άποι- 
κίαν ταύτην. Οί Καρυάται, εν ταϊς δυστυχία ις 
των, ενθυμούνται πάντοτε τήν κατάραν του αρ- 
χαίου τούτου θρησκευτικού αρχηγού των. 

Το φέρον τήν έλληνικήν ταύτην άποικίαν 
πλοϊον, μετά ταζεί^ιον ημερών τίνων προσέγ- 
γισαν εΙς Ζάκυνθον ήραζεν εν τφ λιμένι Κερί. 
Έκ ^ε Ζακύνθου, μετά πολλών ημερών ταζεί- 
ίιον, εφθασεν εΙς Μεσσήναν τής Σικελίας, δπου 
υπέστη ύγειονομιχήν κάθαρσιν. Καθ* δλην ίέ 
τήν ^ιαμονήν των εν Σικελί^ οί "Ελληνες επε- 
σκέφθησαν πολλά μέρη τής νήσου εκείνης, ή ίέ 
γη τόσον τοις ήρβσεν, ώστε απεφάσισαν νά 
μείνουν εκεί* και θά εμενον, εάν ^έν υπήρχεν ή 
ένεκα του μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας πολέ- 
μου πολιτική ακαταστασία. "Εφεραν ίέ τδ 
πλοϊον τούτο οι άνεμοι, έκ Σικελίας αναχώρη- 
σαν, εις τα παράλια τής Αφρικής, προ των 
ακτών τής Βαρβχρίας, και εκείθεν εΙς Μελίτην. 
Έκ ίέ τής Μελίτης, μετά τχζείίιον ήμερων 
τίνων, εφθασεν ή ελληνική αιϋτη αποικία εις 
Γίνουαν, τήν πρώτην Ιανουαρίου του 1676. 
(Έπβται συνέχκα) 

Ν. Β. Φαρδύς 



Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΑΑΡΒΙΝ 

«ατ* οΤιιον 



[Συνέχβια* Χΐ% προηγούμινον φύλλον]. 

^Ο ΛΒρΙηΛους. 

Ό ΜΛ^ϊγχΛ άπέπλευσεν εξ Αγγλίας τον Δε- 
κέμβριον* ή περίοδος των δισταγμών, τής προσ- 
δοκίας, τών προπαρασκευών κατεπόνησε πολύ 
τον νεαρον φυσιο^ίφην αοί ίύο μήνες, ους ίιήλ- 
θον εν Πλυμούθη, υπήρξαν οί δυστυχέστεροι του 
βίου μου, εΐ και ένησχολούμην περί πολλά. Έ- 
θλιβόμην ίιότι εμελλον ν'άπομακρυνθώ τής οι- 
κογενείας μου και τών φίλων μου επι τοσούτον 
χρόνον, και ήμην λίαν μελαγχολικός* είχον ίέ 
προσέτι παλμούς τής καρδίας, έλαχίστας οέ κε- 
κτημένος Ικτρικ3&ς γνώσεις ήμην πεπεισμένος, ώς 
πας άμαθης, δτι *ίχον καρίιαλγίαν. Δεν ηθέλη- 
σα νά συμβουλευθώ τον Ιατρόν, φοβούμενος μη 
ακούσω άπόφασιν έμποίίζουσάν με ίσως ν* α- 
πέλθω, ένφ εγώ είχον άπόφασιν άκράίαντον 
εις τούτο.» 

Πολλά υπέστη κατά τον πλουν εκείνον δ 
Δάρβιν* έβασανίσθη καθ*ύπερβολήν ύπό ναυτίας, 
συχνάκις ίέ ή κακή τής υγείας του κατάστασις 
έθεωρήθη ώς προελθούσα έκ τής βλάβης, ην ή 
ίιηνεκής ναυτία έπήνεγκεν εις τον οργανισμόν 
του.Οί ναύαρχοι Μέλλερς και Σούλλιβαν,οϊτινες 
ήσαν αξιωματικοί έπΙ τούαΜπήϊγκλ»,ίιηγήθη- 
σαν δσα υπέστη δ άτυχης φυσιοίίφης. Ή εργα- 
σία του ίιεκόπτετο πάντοτε, ή ίέ ψυχική αύ - 
του ίραστηριότης ίέν ήίύνατο νά τον συγκρά- 
τηση* έξηπλούτο έπΙ τής αιώρας του και είρ- 
γάζετο δσον ήίύνατο. Το ίωμάτιον αυτού ητο 
λίαν στενόχωρον κατά τον Σούλλιβαν. 

α Ό εΙς το άκρον τής τραπέζης στενός χώρος 
ητο το μόνον μέρος δπου ήίύνατο νά έργασθτ<, 
νά ένίυΟγϊ, και νά κοιμηθ^. Ή αιώρα εμενεν α- 
νηρτημένη υπέρ τήν κεφαλήν του τήν ήμέραν, 
δτε ίέ το πλοϊον έσαλεύετο και ίέν ήίύναν^ 
νά μείνη προ τής τραπέζης, έξηπλούτο έν αύ-Ατ) 
κρατών βιβλίον τι.» ; 

Έν τούτοις ή κατοικία εκείνη έπήρκει αύτφ• 
Ό Δάρβιν μάλιστα ύπεστήριξεν δτι το άκρως 
στενόχωρον αυτής τον ώφέλησε,ίιότι συνετέλεσεν 
εΙς το ν' άποκτήστρ μεθοίικάς έξεις. Ό βίος του 
παρήρχετο ειρηνικός επι του πλοίου* αί σχέσεις 
αυτού μετά τών αξιωματικών και του Φιτζρόϋ 
ήσαν εξαίρετοι. Πάντες ήγάπων τον αάγαπη- 
τον γεροφιλόσοφον» ώς τον άπεκάλουν οί αξιω- 
ματικοί. 

Ό Μέλλερς γράφει προς τον υίον του Δάρβιν 
α'Επαναβλέπω ίιά τής φαντασίας τον πατέ- 
ρα σας μετά τοιαύτης ευκρίνειας ώσει ήμην μετ' 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



Ε2Σ2ΤΙ 



29 



αύτου επι τουβΜπηϊγκλϊ>πρ6 ολίγου Ιτΐ'το ρ.6ΐ- 
ίία|ΐά του και ή συνίιάλβζίς του ίέν ιίνι ίυ- 
νατέν να λησμιονηΟώσι δταν τςς είίε το εν και 
ίχουσε την άλλην. Ούίε[Αΐα λέξις εξηνέχθη κατ* 
«Οτου, νο(ΐ.ΐζω ^έ οτι είνε δ [Λονος περί του &- 
ποίου ίύναται τούτο να λεχθ^ εζ δσων εγνώρισα* 
^εν είνβ ^ε διόλου ρ,ικρόν πράγμα ^ιότι οι ίτζΐ 
:;£νταετΙαν εντός του αύτοΰ πλοίου έγκεκλει- 
σριενοι, αδύνατον να [λυ) εζερεθισθώσι κατ* αλ- 
λήλων καΐ ^ιατεθώσιν εχθρικώς.» 

Έν ττι Γτϊ του ΐΐυ^ος είίε το πρώτον δ Δάρ- 
βιν ίγριον &νθρωπον. αΟύίέν, γράφει, ίυναται 
νά κινη9ΐ() περισσότερον το ενδιαφέρον ττίς θέας 
άνθρωπου εύρισκο(Αένου έν καταστάσει αρχεγόνου 
βχρβαρότητος. Τούτο εκ πβίρας ρι.ονον δύναται 
τις νά εννοηση. 

(Ουδέποτε θάλησ|Αθνησω τάς ώρυγάς μεθ' ών 
|ΐάς ύπε^ίχθη δαιλος άγρΙων δτε εισεπλεύσα^Λεν 
εις τον δρμον της Έίζ^τυχίας* Έκάθηντο έπι 
ι^ροβλητος βράχου υπό σκιώδους δάσους φηγών 
ιτερικυκλου[χ.ένου' άνέρριπτον τάς χ^Ιρο^ς υπέρ 
τάς κεφάλας των, ή ^έ ρ.ακρο& κρ€[Λα[χένη κ6|ΐ.η 
των τους £ζω[Λ0(αζε πρός[/.αινο(ΐ.ένους^αί(Λθνας.» 

Άπο της Γης του Πυρός δ ΜπήϊγχΛ άνα- 
ί:λέει την παραλίαν της Χιλής. Ό Δάρβιν ησθέ- 
νησε βαρέως κατά την έποχην ταυτην και εξ 
έβ^οριάίας ίιέ[Λεινε κλινήρης έν Βαλπαραίζφ 
προσβληθείς ύπο νόσου, ης ούίέποτε έζηκριβώθη 
ή ί ιάγνωσις και ήτις έξησθένισεν αΰτον σφόδρα. 
Έν τούτοις ηρχισε νά έπιθυ|ΐ.Υ| την έπάνοίον. 

«Έπεθύμιουν νά (χάθω πώς βύρίσκεσθε ηθικώς 
καΐ φυσικώς ]!>,γράφει βίς τον φίλον τοΰΦόζ'Ραίβη 
54ΐ)θ βπως λέγουν έίώ• Ισως ένυ[Λφεύθητε και α- 
σχολείσθε εις ά(ΑθΐβαΙαν παροχην εχεγγύων άγά- 
?:ης. 

«"Ω, ώ1 τοΰτο (λοΙ φέρει κατά νουν δνειρά τί- 
να περί (Λελλοντος,έν οις ^ιέβλεπον άνάπαυλαν, 
οίκίσκον έν [Λέσφ πρασινάδας, και λευκάς έσθή- 
τας. τι θ' άπογείνω (Αετά το ταζείίιον τούτο; 
Τό αγνοώ• δριοιάζω προς άρίην κατεστρα(Αριένον 
ε|Απορον δστις αγνοεί ούίέ φροντίζει πώς ν* ά- 
νχκτή^η την άπολεσθβϊσαν περιουσίαν του.» 

Το πλοϊον έπανέκα(Αψε ίιά της *Αγίας Ελέ- 
νης, περί το τέλος του 1836, (χετά πενταετή ά- 
πουσίαν. 

Τα {ΐέγιστα έπέίρασεν 6 πλους ούτος επι τής 
τύχης του Δάρβιν, δικαίως θεωροΰντος την ή- 
|ΐέραν του απόπλου ως ή(&έραν νέας γεννήσεως 
του. Τά άποτελέσ(/.ατ« της πενταετούς εκείνης 
έπιστηρ-ονικής έρεύνης ίέν ευρίσκονται [λόνον έν 
τ^ έξαιρέτω Π8ριοΟΒί(} Φνσιοόίφου — περιλήψει 
των ση[Λειω(Λάτων αύτοΰ και τών επιστολών, 
ών διάφορα άποσπάσ(;,ατα εστάλησαν ώς έπιστο- 
λαι εΙς την οικογένεια ν του — ούί* ε ν τοις ύπθ(χ.νή- 
Ι&ασιν άτινα υπέβαλε μετά την έπάνοίόν του εΙς 
ίιάφορα •πιστη|ΐονικά σω{ΐ.ατεϊα. Άλλ* Ιίιαί- 



τατα έν τ^ πείρ^ ην απέκτησε προς σπουοήν 
τών φυσικών έπιστη(Λών, έν ταϊς ποικίλαις αυ- 
τού παρατηργ>σεσι, και έν ταΐς σκέψεσιν άς τά 
γεγονότα έξήγειραν έν τω πνεύ[Λατι αυτού. Ό 
περίπλους ούτος έρ,ύησεν αληθώς τον Δάρβιν την 
παρατήρησιν, την (λέθοίον, την έπιστή|Λην, εί- 
νε α' άναντίρρητον βτι ίιά τε την άνάπτυζιν του 
πνεύμιατος και τών ιίεών αυτού απέβη το σπου- 
ίαιότατον γεγονός του βίου του. 

Μετά την έπάνοίόν του ούίέ λόγος πλέον 
νά γείνη κληρικός δ Δάρβιν. Ασχολείται εις 
την τακτοτοίησιν τών συλλογών και σηριειω- 
[χάτων αυτού δπως τλ χρησΐ(/.οποιήση. Κατά 
τον πλουν ετι δ Δάρβιν ήσθάνετο δτι δ βίος του 
ριετεβλήθη, δτι τά αρχικά του σχέδια έπρεπε νά 
τροποποιηθώσι, άλλλ ίέν έβλεπε προς ποίαν 
^ιεύθυνσιν. Μετά την έπιστροφήν του ούίεις ^ι- 
σταγρι-ος πλέον. «Τίποτε άλλο 5εν έπιθνριώ εΐ- 
(Λη καλήν ύγείαν δπως έζα)ΐολουθήσω τάς ασχο- 
λίας εις ας φαι^ρώς απεφάσισα ν* αφιερώσω τον 
βίον (χου•» — «Ό πατήρ (Αου [χόλις ελπίζει δτι ή 
κατάστασις τής υγείας (Λου θά βελτιωθεί προ 
τής παρόίου ετών τίνων. Μεγάλη θλϊψις ψΐ κα- 
ταλα(/.βάνει δταν φθάνω εις το συ(;.πέρασ(ΐα δτι 
εις τους αγώνας βραβεύονται οί Ισχυρότεροι και 
δτι εγώ θ' αναγκασθώ νά βλέπω τους £λλους 
προτρέχοντας εις τοστάίιον τής επιστήρ,ης.» 

Ό δάρβιν έκζψ οϊχω χαΐ ζψ σηονόασζηρίω του. 

Τφ 1840 δ Δάρβιν ένυ(Αφεύθη την έξα^έλ- 
φην του Έ|ί.[Ααν Ούε^ζουούί , ά|Αφότεροι ίε συν- 
εβίωσαν έν ειρήνη και εύτυχίο}:, ένεκα τής άφο- 
σιώσεως τής (Λΐ&ς και τής εύγνωριοσύνης του άλ- 
λου. Ό Δάρβιν έγκατέστη έν Λον^Ινφ, σπουίής 
βίον διάγων, άποφεύγων τάς συναναστροφάς 
και παΐσαν άπώλειαν χρόνου. ΕΙργάζετο πολύ, 
άλλ' ή κατάστασις τής υγείας του ή|/.πόίιζεν 
αύτον νά έργασθη δσον ήθελε. Κατά την έπο- 
χην ταύτην γεννάται το πρώτον τέκνον του, 
δπερ, ώς αληθής φυσιο<^ίφης, καθιστά άντικεΐ- 
(χενον (ΐ,ελέτης, αί ίέ σημειώσεις του περί τής 
αναπτύξεως τών εκφράσεων του μικρού εκείνου 
δντος έγένετο το σπέρμα του περί τής έχφρά^ 
σίωο των συγχιτήσεων βιβλίου του. Άλλ* ή υγεία 
του ίέν συμβιβάζεται προς τον ένΛον^ίνω βίον, 
προς ίέ και ή σύζυγος αυτού ήκιστα ευχαριστεί- 
ται έκ τής περικεκλεισμένης εκείνης πόλεως, αμ- 
φότεροι ^έ διανοούνται νά κατοικήσωσι εΙς την 
εξοχήν. 

Ό Δάρβιν έγκαταστάς εις Δάουν ^έν έσκό- 
πει νά έγκαταλίπτι δλοσχερώςτον βίον του Λον- 
ίίνου• «Ελπίζω, ελεγεν, δτι μεταβαίνων κατά 
^εκαπενθημερίαν ή κατά τρεις εβ^ομά($ας, θά 
διατηρήσω τάς έπιστημονικάς μΟυ σχέσεις και 
ίέν θά γείνω εντελώς έπαρχιωτικον κτήνος.» 

Άλλ' εφ' δσον παρέρχεται δ καιρός αί είς' 



«^ 



30 



£2Σ2 ΧΖ^ 



Λονίΐνον «πΐφχέψεις καθίστανται σπαν(ώτ(• 
ραι, ενιχα της υγείας του προ πάντων και τ^ς 
εργασίας του. 

Εξέλεξε ίέτοΔάουν ώς ίιατριβην αύτου ου- 
χί ίιότι προύτΙ(χησ6ν αυτό, άλλ* εξ απελπισίας 
περί την ευρεσιν βελτίονος. Άποκαμών εκ της 
(/.αταίας αναζητήσεως, έλαβε την προστυχοΰσαν 
οίκίαν. Το Δάουν εινε ήσυχον και (χονηρες χω- 
ρίον. 

Ό Δάρβιν ^ιεβίωσεν εν Δάουν. Σπανίως άπε- 
ρ,ακρύνθη αΰτου, η ένεκα λόγων υγείας, η ό- 
πως επισκεφθη την οίκογένειάν του και τους φί- 
λους του• ί) βίος του ίιήρχετο ήρ£(&ος, άλλ' ή 
κανονικότης αύτοΰ έχει τι το συγκινητικόν. 

Ό Δάρβιν ητο υψηλός το άνάστη(Λα, κυρτός 
πως περί το γήρας, και [Λαλλον σκαιός κατά 
τα ς κινήσεις. '^Ητο ισχνός. Το λίαν ύψηλον (χε- 
τωπόν του έπεστέγαζεν όφθαλριους κυανοφαίους 
βεβυθισ(Λένους υπό πυκνάς όφρύας. Είχε ριακροιν 
και πυκνήν γενειάδα, άλλ' έγένετο φαλακρός.Τό. 
πρόσωπον του είχε ζωηράν χροιάν, και θταν 
ετι ένόσει, ή ίέ άντίθεσις (/.εταξύ της εσωτε- 
ρικής του καταστάσεως και της εξωτερικής ε- 
πιφανείας ητο συχνάκις παράδοξος. Ή εν£ - 
(ίασία αΰτου ητο πάντοτε ριέλαινα,έφόρβι ^έ πΐ- 
λον άχύρινον ή εκ μαλακού πιλή(Αατος, κατά 
την ώραν του έτους, έξερχό(Αενος ί' ερριπτεν επι 
των ώριων του βραχύν [/.ανουαν. Φοβούμενος το 
ψύχος έφόρει υποδήματα εκ γουνωτής ερεας, αλ- 
λά, συχνάκις εργαζόμενος απέρριπτε το πρόσθε- 
τον ίνίυμα. Είχε τότε μεγάλην θερμότητα, 
μαρτυρούσαν ζωηροτέραν του συνήθους πάλην 
μεταξύ του συγγραφέως και του αντικειμένου. 

Ό Δάρβιν είχε ^ιανείμη μεθο^ικώτατα την 
ήμέραν του εν Δάουν. Ήγείρετο πρω^ και περιε• 
πάτει ολίγον. Προ των οκτώ προεγευμάτιζεν α- 
πό της όγίόης μέχρι της έννάτης και ημισείας 
είργάζβτο, την εννάτην και ήμίσειαν μετέβαινεν 
εις την αΤθουσαν δπως ανάγνωση τάς έπιστολάς 
και μέχρι τής δεκάτης και ημισείας ήκουεν ά- 
νάγνωσιν συνήθως μυθιστορήματος τίνος, ύψιφώ- 
νως γενομένην. Άπό τής δεκάτης μέχρι μεσημ- 
βρίας είργάζετο, καΐ πάλιν τότε έξήρχετο μετλ 
τής λευκής κυνός του Πόλλυ, νοημονεστάτου 
ζφου όπερ ύπερηγάπα 6 κύριος του. Ή Πόλλυ 
ητο πονηρά. 'Οτε έπείνα και έβλεπε ίι- 
ερχόμενον τον χύριόν της ήρχιζβ νά τρέμτρ, να 
γογγύζη, γινώσκουσα δτι δ κύριος της θά ίιε- 
χήρυττεν αμέσως δτι α αποθνήσκει εκ πείνης», 
τούθ' δπερ την συνέφερε. Ό περίπατος ούτος 
ώίήγει τόν Δάρβιν κατ* αρχάς εις τό θερμοκή- 
πιον, είτα εις άγρόν εΙ^ικώς ^ιασκευασθέντα 
προς περίπατον, ή καΐ εΙς την εξοχήν ώς επι τό 
πλείστον ίε περιεπάτει εν τφ μνησθέντι άγρφ, 
ητο ίέ ούτος στενός άλλ* επιμήκης, πλήρης 
ίρυών και άλλων ^έν^ρων, περίφρακτος ύπό χα- 



μηλής αιμασιάς, υπεράνω τής δποίας άνεπτύσ- 
σετο ώραΐα θέα. Κυκλικός άμμόστρωτος ^ιάίρο- 
μος περιέθεεν αυτόν. "Άλλοτε δ Δάρβιν έποίει πε- 
ρι^ρομάς εκ των προτέρων ώρισμένας, κατά τό 
γήρας του ίε μόνον δσας τφ επέτρεπον αί δυνά- 
μεις του.Ίστατο συχνάκις όπως παρατηρήστρ τα 
πτηνά και τα άλλα ζφα, τοιαύτη ί' ητο ή α- 
κινησία του, ώστε μικροί σκίουροι άνερριχώντο 
εις τάς κνήμας και την ^άχιν του, ένφ ή μή- 
τηρ των, άπό τίνος ίένίρου έκάλει αυτούς μετ' 
αγωνιωδών κραυγών. Ότε δεν μετέβαινεν έκεϊ 
περιεπάτει μετά των οικείων του ε'ις τόνκήπον, 
εξετάζων τά άνθη ίι'^ά Τισθάνετο καλλιτεχνικόν 
θαυμασμόν, ούχι μικρότερον του ώς βοτανικού* 
νέος ών ήγάπα>^τήν ίππασίαν, κατά την ώριμον 
ίε ήλικίαν του ίππευε κατ* έντολήν των Ιατρών. 
Μετά τόν περίπατον προεγευμάτιζεν. Ό Δάρβιν 
ίιγ,τάτο λιτώς, ίέν είχε ^ε ώς ελάττωμα την 
ά^ηφαγίαν. Έπινεν ολίγον οίνον και άπαξ μό- 
νον, δτε ητο φοιτητής εν Κανταβριγί^, συνέβη 
αύτφ νά πΐη υπέρ τό ίέον. 

(( Ενθυμούμαι, γράφει δ υιός του Φραγκίσκος 
Δάρβιν, δτι εν τγ) παι^ικτ) μου'άθωότητι ήρώ- 
τησα αυτόν ποτέ αν έμέθυσε καμμίαν φοράν, και 
μοι άπεκρίθη λίαν σοβαρώς δτι γ^σθάνετο καται- 
σχύνην δμολογών μοι δτι άπαξ ύπέπεσεν εΙς 
τό σφάλμα τούτο εν ΚανΓαβριγί(2θ> 

Ήγάπα πολύ τά ζαχαρωτά, άλλα τφ ήσαν 
άπηγορευμένα. Συχνάκις ύπέσχετο νά μη γβυθτί 
αυτών, αλλά τους δρκους έθεώρει ισχύοντας ιχόνον 
αν έξήνεγκεν αυτούς ύψηλοφώνως. Μετάτό σειλι- 
νόν έξηπλούτο επί τίνος ανακλίντρου καΐ άνε- 
γίνωσκεν επιμελώς τάς κοινοβουλευτικοος συζη- 
τήσεις, ας ευρισκεν, άλλως, υπέρ τό ίέον σχοι- 
νοτενείς και αι' ας έγέλα πολλάκις. Μετλ την 
άνάγνωσιν ταύτην, ήτις ητο ή μόνη ύπ* αύτοΰ 
αυτοπροσώπως γενομένη, ήσχολεϊτο εις την άλ- 
ληλογραφίαν του ην συχνάκις ύπηγόρευεν.Ήτο 
ί* ακριβέστατος εΙς τό έπιστολογραφεϊν, και ή- 
σθάνετοτύψιν συνει^ότος αν παρημέλει ν'άπαν- 
τήστρ εΙς επιστολήν τίνα, δσον ασήμαντος και 
αν ητο αυτή. Πολλάς ανόητους και γλλοίας 
έπιστολάς ελαβεν, άλλ' εΙς πάσας άπήντα ευ- 
γενώς καΐ φιλοφρόνως. 

'Εφύλαττε πάσας τάς στελλομένας αύτφ έπι- 
στολάς. Ότε ίέ ή άπάντησις ητο μακρά,προ•- 
σχ«^ίαζεν αυτήν επι του οπισθίου μέρους των 
διορθώσεων ή τών ανωφελών πλέον χειρογράφων. 
Έγραφε καθαρώς, δτε ίΐ ^έν έκράτει αυτός 
την γραφίδα, συνιστά εΙς τόν γραμματέα του 
νά γράφγ) κομψώς καΐ εύαναγνώστως, αν προ 
πάντων έγραφε εις ξένον. 

Μετά την άλληλογραφίαν ήρχοντο αί υπο- 
θέσεις* έκράτει ακριβέστατα τους λογαριασμούς 
του* ητο οικονόμος, φροντίζων ν' άφήση εις τά 

τέκνα του δσον οΙόν τε. περισσότερα, φοβούμε-• 

Ι9ΙΪΙΖΘ . ^ 



ΐΈΐτζΜ. 



δι 



νος ι^η ίπελθη «ύτοϊς ίυστύχ7)(Λά τι παρακω- 
λυον να χερίΐζωσι τα προς το ζ^ν. Άλλ' ητο 
[Αχλλον γενναιόδωρος η φιλάργυρος, εις το τέλος 
ίέ του έτους ^ιενέ[/.ετο [/.ετά των τέκνων του 
το χερισσεΰον εκ τών εσόδων. 

ΟΙκονόριος ιίιαίτατα έ^είκνυτο περί τον 
^^άρτυν. Άπέσπα τα λευκά φύλλα των επιστο- 
λών, ίιαφυλάττων τα τυπογραφικά ^οκί[/.ια, 
τα τταλαιά του χειρόγραφα, άτινα έχρησΐ(/.ο- 
χοίει ^ιά σηριειώσεις τί σχε^ιάσ(λατα. 

Περί την τρίτην ώραν περατωθείσης της 
αλληλογραφίας έζηπλουτο έπι ανακλίντρου και 
ενφ έκάπνιζε σιγάρον ηκροατο της αναγνώσεως 
(χυθιστορηρ.ατος. Μόνον εν τ9) αναπαύσει εκά- 
•πνιζεν* εργαζό|Λενος ερρόφα τα(/.βάκον, την εζιν 
α ταύτην άπέκτησεν εν Κανταβριγ1ί|ρ ετι ών. 
ΈπΙ τίνα χρόνον παρήτησε τον ταρ,βάκον, άλλ' 
οθάνθτ) εαυτόν τόσον «ληθαργικον, ήλίθιον και 
ρλαγχολικόν», ώστε (χετά ενα (Ληνα εποίει πά- 
λινχρησιν αύτου.ΈνΙοτείιΌίονίηποτε πρόσχη(Αα, 
ίλεγε, εζηρχετο της αιθούσης* εάν ίέ παρηκο- 
λούθει τις αυτόν θά εβλεπεν οτι μετέβαινε νά 
^οφ'ησι;) ^ραγμί^α ταριβάκου. 

Ό Δάρβιν ηγάπα πολύ τά (Αυθιστορη|Α«τα, 
ι^Ιως κατά το γηράς του. «Το [Λυθιστόρη|Αα κα- 
τά την γνώ[Λην [Αου, έλεγε, τότε (λόνον εινε άζιό- 
λογον δταν περιέχι;) πρόσωπον τι, το δποϊον ίυ- 
νά[&εθα ν' άγαπη<ϊω[Λεν, αν ίέ το πρόσωπον 
τοΰτο εινε ωραία γυνή, τόσψ το καλλίτερον.» 

"Ήτο φίλος των αισίως άποληγόντων (χυθι- 
στορηριάτων (χ.υθιστόρη(χα τραγικον έχον τέλος 
άπηρεσκεν αύτω σφόδρα ώς και το καθαρώς 
ψυχολογικον, άνεγίνωσκε ίέ λίαν ευχαρίστως τά 
έχοντα πλοκην πλήρη ενδιαφέροντος. Ή τοιαύ- 
τη έκτί[Αησις των μυθιστορηριάτων ίέν πρέπει 
νά [«.ας εκπληττη• εγκέφαλος ου το έργον συνί- 
στατο εΙς την [/.ελέτην καΐ λύσιν των ύψιστων 
προβλη|Αάτων της επιστηριης έθεώρει τά φιλο- 
λογικά έργα ώς απλώς σκοπούντα ν* άνακουφί- 
σωσι το πνευ(Αα, προύτίμα ^έ τ3ι κατορθουντα 
τούτο, και άτινα άνευ ψυχολογικών αξιώσεων 
προτίθενται απλώς νά ^ίασκε^άσωσι το κεκ(ΐ.η- 
κος πνεύμα, ώς ελαφρόν κρέας στόμαχον εξην- 
τλημίνον υπό βαρείας τροφής. 

Πλην των μυθιστορημάτων άνεγίνωσκε και 
βιογραφίας, χαι περιγραφάς περιηγήσεων. Ήνόει 
δυσχερώς τάς ξένας γλώσσας ιίία ίέ την γερ- 
μανικην ην εξηγεί ίιά του λεξικού, καταρώ- 
μενος την άσάφειαν τών γερμανών συγγραφέων 
ους άπεκάλει γθΓάαιηιηΙε (κατηραμένους, κολα- 
σμένους). 

Τέλος περί την ^εκάτην ώραν κατέπαυε πδΐ- 
σαν άσχολίαν Άλλ' δ Δάρβιν ίεν έγνώρκσε τάς 
εύεργετικάς νύκτας καθ* άς αναπαύεται τό τε 
σώμα και τό πνεύμα. Την νύκτα ύπέφερε περισ- 
σότΕρον ία τών μυστηριωδών άλγηοόνοιν του. 



Λέγομεν μυστηριωδών ίιότι εινε ίύσκολον νά 
έξακριβωθγ) ή φύσις αυτών. Φαίνεται δτι είχε 

λίαν άσθενη τον στόμαχον και δτι επασχεν εξ 
αρθριτικός. Τό βέβαιον δμωςεινε δτι ^ιήρχετο ά- 
ύπνους νύκτας, αΐτινες κατέβαλον αυτόν και κα- 
τά τάς δποίας ή φαντασία του επλαττε μυρίας 
μερΙμνας. 

("Επβτβι τ^ τέλος) 



ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΒΑΖΟ 

{Ιβ να$β ύτζΒ^ 



Ούοεις ίσως τών εΐίότων την γαλλικην γλώσ- 
σαν αγνοεί τό ύπό την έπιγραφην αΙ»β νβ,ββ 1)Γί8β» 
ποιημάτιον του φιλοσοφικωτάτου ποιητοϋ και 
άκαοημαϊκοΰ 8υ11γ ΡΓαάΙιοιηιηθ, αληθές καλλι- 
τέχνημα, λεπτόν και αιθέριον, καταλεϊπον ίιά 
τών ολίγων αυτού στροφών εις την ψυχην του 
άνα γνωστού βαθύ τι αίσθημα μελαγχολίας 
άφάτως γλυκείας. Νομιζομεν δτι ούίένα ίυσα- 
ρεστούμεν παρατιθέμενοι αυτό ενταύθα εν πρω- 
τοτυπώ : 

I^θ ν&8β ού ιηβυΓΐ; οβΙΙθ νβΓΥβίηβ 
Ό'υη οοηρ ά'βνβηίαίΐ ίαΐ ίέΐβ : 
1»β οοαρ άαΐ Γ βίϊΙβαΓβΓ ^ ρβίηβ, 
Λαουη 1)Γαί(; ηβ Γβ. ΓβΥβΙβ. 

Μβάβ Ια Ιέ^θΓβ ιηβιΐΓΐηδβυΓβ, 
ΜοΓάαηΙ; Ιβ οήβίαΐ βΐι&ςυβ ]οηΓ, 
Ο'ηηβ ιη&ΓοΙίθ ϊηνίδίϋΐθ βί Βύτβ 
Εη α Γαίι Ιβηΐβιηβιιΐ; Ιβ (οαΓ. 

θοη βαυ ίΓαίοΙιβ & ίαί ^οαΚβ & ^ουΚβ, 
Ιιβ δαο άβδ ίΙβυΓβ δ'βδΙ; βρυίδβ : 
ΡβΓδοηηβ βηοοΓβ ηβ δ'βη άοιιιβ. 
Ν'γ (;οιιο1ΐ6ζ ρ&δ, Π βδΐ 1)ήδβ ! 

θοηγβηΐ; αυδδί Ια ηιαΐη ςη'οη αίιαβ, 
ΕίίΙβυΓίΐηΙ Ιβ οοΒαΓ, Ιβ ιηβυΓίΓΐΙ ; 
Ρηίδ Ιβ βοβαΓ δβ ίβηά άβ Ιαί-ιηόιηβ, 
I^α ϋβιΐΓ άβ δοη αιηοαΓ ρβήΐ. 

Τοιι]οιΐΓ8 ίηίαοί; αηχ γβυχ άα ιηοιιάβ, 
II δθηΐ οΓοίΙίβ βΐ; ρΙβυΓβΓ ίουί 1)αβ 
881 1)1β8δυΓβ βηβ βί ρΓοίοηάβ. 
II 6δ( 1)Γί8β) η'γ Ιοηοΐιβζ ροδΙ 

Τό ποιημάτιον τούτο πράγματι εινε άμετά- 
φραστον, δικαίως (ίε ευφυής Έλλην ποιητής 
πρό τίνων ετών απέτρεπε τους άποπειρωμένους 
νά περιβάλωσιναύτό έλληνικόν Ιν^υμα,έπιφωνών; 

Ν^ γ (οαοΐιβζ-ρ&δ , νουβ Ιβ 1)ήββζ Ι 

Ούχ ήττον & εν Πειραιεΐ πρόξενος της Γαλ- 
λίας κ. Λαφφών, δστις γράφει και λαλεί την 



32 



ΒΣΤΧ ▲ 



ελληνικών ώς (χητρικην γλώσσαν, στιχουργβΐ ίί 
(χετ' έριτΓνίύσεως καΐ χάριτος, ου της τυχούσης, 
Επεχείρησε τούτο και εν τ^ προ τίνων η[Λερών 
γενορ-έντρ εν τφ συλλόγω «Παρνασσψ» φιλολο- 
γική εσπερίίι, καθ* ην άπηγγειλε διαφόρους 
αυτού ποιήσεις θερ(/.ώς έπευφη[Ληθείσας υπο του 
πολυπληθούς και εκλεκτού ακροατηρίου, του 
συρρεύσαντος να άκούσγ) αυτόν, άπηγγειλε και 
την (χετάφρασιν του ποιημιατίου του βυΐΐ^ 
ΡΓπάΙιοιηιιιβ, εχουσαν ούτω : 

ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΒΑΖΟ 

Με το ριπίδι μια σχληρη μου ρόγ^σε τ^ βάζο, 
Λυτλ ποΟ μέσα Ιτρεφα λουλούδι αγαπημένο* 
Κρ6τον χάνεις δεν αχούσε χα\ του χαχοΰ χυ?τίζω, 
Να βρω το μέρος δεν *μπορω, που εΓνε ραγισμένο. 

Κρυφή πληγή 'μ^Ρ^νυχτα τ^ τρώγει, το δαγχίνιι. 
Τριγύρω του απλώνεται χα\ μέσα του προβαίνει 
Και στάλα στάλα το νερ^ του φεύγει %ί.\ το χάνει• 
Το λούλουδο μαραίνεται, ζωή π^ά δεν του μένει. 

Κανε\ς δεν ύπωπτεύθηχε, δίν ξέρει την αιτία, 
Και δλοι το χυττάζουνε μΐ βλέμμα πονεμένο, 
Μ& τ^ γ^αλι έχάθηχε, δέν Ιχει θεραπεία. 
"Αχ ι μή το 'γγίξης, ιν-ρλσεχε γιατ' είνε ραγισμένο. 

Κα\ ήχαρδκά πολλαις φορα\ς χρυφά χρυφα ραγίζει, 
Σαν τήν πληγόντζΐ άσπλαχνο χι' αγαπημένο χέρι. 
*0 πόνος είνε μυστιχός, χάνεις δέν τ^ν γνωρίζει. 
Αυξάνει δμως όλονέν χαΊ θάνατον θα φέρτ). 

Γερή *στά μάτ^α ή χαρδιά του χόσμου πάντα μένει, 
*Αχ ! μή τήν 'γγίξιρς, πρόσεξε, γιατ' εΙνε ραγισμένη. 

Ώς ώ(χολόγησε καΐ αύτος δ κ. Λαφφών, ίεν 
άζιοΐ οτι ^ιά της [Λεταφράσεώς του απέ^ωκε 
πασαν την άβράν χάριν του πρωτοτύπου. Ούχ 
ήττον η [χετάφρασις είνε λίαν επιτυχής, παρέ- 
χει ί* εις τους άγνοουντας την γαλλικην πι- 
στην Ί^εαν του μικρού αριστουργήματος του 
Σουλλύ Πρου^ώμ. 



ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

Ό λησμονήσας έσυγχώρησεν, 6 συγχωρήσας 
προσπαθεί να λησμονήση. 

Αι συκοφαντιαι δμοιάζουσι τά κΐβ^ηλα νομί- 
σματα* πλείστοι ούίεποτε θα ^ιενοουντο να εκ- 
τυπώσωσι τοιαύτα, ^ε ν «^ιστάζουσιν δμως να τά 
θεσωσιν εις κυκλοφορίαν δταν τύχωσιν εις χεί- 
ρας των. — 

Παρετηρήθη δτι εξ δλων των ζώων ή γάτα, η 
μυΐα και ή γυνή καταναλίσκουσι πλείονα χρένον 
προς καλλωπισμόν. 

Πλειότερον ευρίσκεται εν τ^ άληθεί^χί 6 βλέ- 
πων τά πράγματα μελανά ή δ βλέπων αυτά ^ό- 
ίινα. — 

Σχουίαϊοί εινε πολλάκις οι μετά σπουδαίο• 
τητος άνοηταΐνοντες. 



Κυριωτώτη λβπτότης εινε το νά σέβηταί τις 
τήν λεπτότητα των άλλων. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Αυλαί, κυβερνήσεις, βουλαί, ίημοτικά συμβούλια, 
σωμ9(τε?α έπωφελήθησαν του εν Ρώμη Ίωβιλαίου, 
δπως έκδηλώσωσι τά προς τον Πάπαν αισθήματα 
των. Έπρώτευσαν, φυσικωτφ λ6γφ, εν τη εκδηλώ- 
σει αΐ καθολικαι δυναστβϊαι. Πάντα τά μέλη τοδ οΓ- 
κου των Αψβούργων έπεμψαν τφ Πάπα πολυτιμό- 
τατα δώρα, θαυμάσια δε λέγφ μεγαλοπρέπειας υ- 
πήρξαν τά δώρα των Όρλεάνων, άτινα έκόμασεν εις 
Ρώμην δ δούξ Άλανσών. Ή άνασσα Βικτωρία I- 
πεμψεν εκτακτον άπεσταλμένον, τ^ν έπιφανέστατον 
καθολικον εύπατρίδην τ^ίς Αγγλίας δούκα Νδρφολκ, 
και εκ ττίς απώτατης 'δ' Ασίας μονάρχαι ήμιβάρ- 
βαροι άπέτισαν φδρον θαυμασμού εις τον άρχηγον του 
καθολικού κόσμου. Εις 34 εκατομμύρια φράγκων 
υπολογίζεται ή υλική άξια των δώρων, άτινα έπέμ- 
φθησαν εις Ρώμην εκ των πέντε ηπείρων. Άλλ* ή 
καλλιτεχνική αυτών αξία είναι αύτο τούτο αμύθητος. 
'Ό,τι δύνανται νά παραγάγωσι τελειότατον αί καλαΐ 
τέχναι, ή βιομηχανία, παρήχθη χάριν του Πάπα, 
μουσεΤον δ' δλον θά ήδύναντονά πληρώσωσι τά χρυ- 
σά αγάλματα, τά χρυσουφαντα άμφια, οΐ πίνακες, τά 
λειτουργικά σκεύη, τά εμβλήματα, άτινα έπεσωρεύ- 
θησαν ήδη εν τφ Βατικανψ.Ό Πάπας, δτε έτέλεσεν 
εν τ<|^ άπεράντφ ναφ το3 Αγίου Πέτρου τήν χ ρ υ σ ή ν 
λειτουργίαν του, εφερεν αποκλειστικώς άμφια 
και κοσμήματα εκ των δωρηθέντων α^τφ έπι τφ 
'Ιωβιλαίφ• Τήν κεφαλήν του έκόσμει ή ύπ^ του αυ- 
τοκράτορας της Γερμανίας δωρηθεϊσα μίτρα, κατόπιν 
δε ή άδαμαντοκόλλητος τιάρα, ήν έδώρησεν ή πόλις 
τών Παρισίων ό βαρύτιμος άμφορεύς, δι* ου άπενίφθη 
τάς χεΤρας, έδωρήθη ύπο τής βασιλίσσης τής Αγ- 
γλίας" τον χρυσουφαντον μανδύαν του έκέντησεν ή 
αυτοκράτειρα της Αυστρίας• τά σανδάλια του έκέ^ 
τησαν ιταλίδες δέσποιναι και αυτά δε τά πτερά τών 
στρουθοκαμήλων, άτινα έκυμαίνοντο περί τον πα- 
πικον θρόνον, έπέμφθησαν υπο βαρβάρου μονάρχου 
τής Άφρικϊίς. 

Ή Σάρα Βερνάρ εινε άπαραμύθητος Ιπι τώ θα- 
νάτφ της μικράς πάνθηρος, ν,ν έκόμισεν εις Παρι- 
σίους εξ Ισημερινού τής Αμερικής, δωρηθεΤσαν ύπο 
αξιωματικών του αγγλικού ναυτικοί;. Ή Ιξοχος ηθο- 
ποιός ανέθρεψε μετά πολλής στοργής το θηρίον. Έν 
τφ παρισινώ αυτής μεγάρφ Γδρυσε χάριν αύτοΰ μέ- 
γαν χρυσότευκτον κλωβόν, έν φ ένδιητάτο μακαρίως 
ό προσφιλής αιχμάλωτος. 'Αλλά. πολλάκις τής η- 
μέρας του κλωβού ή θύρα ήνοίγετο καΐ ή πάνθηρ 
έφέρετο τότε εις τά γόνατα τής κυρίας αυτής και 
άπήλαυε θωπειών και φιλημάτων. Ενίοτε δε κατά 
τάς νύκτας τής μεγάλης αγάπης συνεμερίζετο και 
τήν εύνήν τής ^^ς Άε^ΊΛ^. Άλλ* ιδού αΓφνης ή 
μικρά πάνθηρ έτελεύτησεν, άγουσα μόλις τ^ν δέκα- 
τον τέταρτον μήνα τής ηλικίας αύτής,και κλαίει και 
οδύρεται ή απαράμιλλος Τόσκα. 



'ΐ!^ *Α6ήνακ εχ του τυπογραφείου τών χατ«στημάτωκ ΑΝΕΧΤΗ ΚΔΝΖΤΑΝΤΙΝΙΑΟΥ. 1888—1192 



'^ΐε 



Άριθ• 629 — Λεπτά εικοαι πέντε. 



ΒΧΟΣ3 ΙΓ'. 





ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ 



Τόμος ΚΕ . ^^^ ^ *1«ν•υαρ. ΙΐίΑστ. «βυς ««\ ιΤνβι Ι•ϊή•ι•ι. — Γ^κτΠον ΑκυΙ. «θΙ^< ΙταΙιο» »2. 



17 Ιανουαρίου 1888 



ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ 



Ή εν ΦαναρΙφ Πατριαρχική Σχολή ίεν πρε- 
??« νά θβωρηθη άπλως ώς γυρινάσιον. Έν Άνα- 
τολτϊ έχει γόητρον σχεδόν Πανεπιστη|Λίου• το 
χαρεχόριενον τφ άττοφοιτώντι (Αέγα επι ρ,ερ,βρά- 
νης άτΓολυτηριον φέρον επι κεφαλής την ρια- 
κράνκαιπερίπλοκον ύπογραφην του Πατριάρχου 
και ιταριριεγίστην σφράγιζα της Σχολής ριετά 
του δικέφαλου άετου,άναγράφει δτιαεξεστιν αύτφ 
(τφ άποφοιτώντι) (χ,η (Λονον υψηλότερων άκροά- 
σασθαι [χαθηριάτων, εΐ βούλεται, άλλα και ά- 
κωλύτως ΐίία τε και ^'ί\}^.οσ^^^ ^ι^άσκιιν.» Το 
ά^Γολυτηριον τούτο καλείται εν (χίν ττ) επισή[Αφ 
της Σχολής γλώσστ) Λζυχίοτ κοινώς ^έ όΙηΛω' 
μα, οί ίέ άναγινώσκοντες βυζαντινάς έφη(ΛερΙ- 
ίας βλέπουσι συχνάκις εν ταϊς άγγελίαις δτι 
αίιπλω[^ιατουχος της Μεγάλης σχολής ζητεϊ 
^ι^οεσχαλικην θέσιν η παραδόσεις.» Ή τελετή 
της άΐ7ονο[λής του πτυχίου τούτου γίνεται πα- 
νηγυρικωτάτη. Έν ιυληθούση 6(χ,ηγυρει άποτε- 
λουι^ένη ύπο των συνοδικών, του Μεγάλου Λο- 
γοθΙτου, του συλλόγου των καθηγητών, του 
πρεσβευτου ενίοτε τής Έλλάίος και πλήθους 
πολλού, δ Πατριάρχης εγχειρίζει αυτό, κυλιν- 
ίριχώς επτυγι^ένον και ίιά κυανής ριετα- 
ςίντος ταινίας ίείεμένον, εΙς εκαστον τών τε- 
λειοφοίτων. Έν τέλει τής τελετής δ Πα- 
τριάρχης αποτείνει παραινετικήν προσλαλιάν 
προς αυτούς, εύλογων την εϊσοίόν των εΙς τον 
κοινωνικόν βίο ν, εις ίε τών αποφοιτώ ντων αν- 
ταπαντά (Λετά συγκινήσεως εΙς τον Πατριάρ- 
χην. Ό τελειόφοιτος του Γυ(ΛνασΙου ίέν είνε τί- 
ποτε, άλλ' 6 τής Μεγάλης Σχολής εινε τι• έχει 
κοινωνικήν θέσιν, γίνεται ίη{Λοσιογράφος, σχο- 
λάρχης, ίλληνοίιίάσκαλος, έκπατριζόριενος ί' 
εις τάς εσχατιάς τής Μικρας Ασίας ή τής 
θρ:|^κγ)ς και τής Μακεδονίας, ώς πολλοί τών 
εκ του Πανεπιστημίου Ιατρών, τρέφει γέροντας 
γονείς, προικίζει όρφανάς ά^ελφάς. 



* * 



Ότε επι τών ερειπίων τής καθγ^ριαγριένης 
Κωνσταντινουπόλεως έκυ[Λάτισεν ή σηρ^αία του 

ΤΟΜ•£ ΧΕ'— 1888. 



Μωάριεθ, τής ^ε θαλάσσης τα νώτα εκάλυψαν 
πλοϊα και άκατοι εΙς κρείττονας χώρας φερου- 
σαι τάς γυναίκας, τα τέκνα και την περιουσίαν 
τών ήττηθέντων, αί Μοΰσαι ίέν έζεπατρίσθη- 
σαν πδσαι. Ευθύς ώς εζελεχθη Πατριάρχης 
Γεώργιος δ Γεννάίιος, ϊίρυσεν έν τοις Πατριαρ- 
χείοις την Πατριαρχικήν σχολήν, σχολάρχην 
άναίείξας Ματθαίον τον Καρ,αριώτην. Έκτοτε 
οί περιφανέστατοι τών ελλήνων λογίων και 
κληρικών ίιηύθυναν την Σχολην ταύτην ή είί- 
ίαξαν εν αύτη. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος δ 
εξ Απορρήτων ((λέχρι του 1672), δ εκ ΡυσΙου 
Διαριαντής πάππος προς ριητρος του Ά^αριαν- 
τίου Κοραή, (περί το 1695) δ Ηλίας Μηνιά- 
της (1704) Ευγένιος δ Βούλγαρις (1760) δ 
Κουρίας (1814). Πάς διαπρεπών έπΙ παιδεία 
εκαλεΐτο εις την σχολήν ταύτην, ήτις άπο 
του 1752 προσωνυριεϊτο 'Ακα^η(Λΐα. Ό πα- 
τριάρχης Διονύσιος δβ'προσεκάλεσε τον εν Φερ- 
ράρΫ διδάσκοντα Μιχαήλ Έρ(λόδωρον Λή- 
σταρχον, δ ίέ 'Ράφαήλ δ Β έπανειληριριένως 
έκάλεσεν εκ Ρώριης τον εκ Νάξου Φραγκϊσκον 
τον Κόκκον, άπειλήσας αύτον έν περιπτώσει 
παρακοής δια τών άρών ααΐ τοις άπειθουσιν 
άπόκεινται»• δ Πατριάρχης Σαριουήλ (χετεκά- 
λεσεν εκ τής επαρχίας τον ριητροπολίτην Βι- 
ζύης Γεράσΐ[Λθν, άναθεις αύτφ την διεύθυνσιν 
τής Σχολής, Οί ίιευθυνται και διδάσκαλοι τής 
Πατριαρχικής Σχολής έτιριώντο δια ριεγάλων 
οφιχΙωτ.'Ο Καρυοφύλλης Βυζάντιος έτΐ(Λήθηδι3ί 
του άξιώριατος του Μεγάλου Λογοθέτου. Δωρό- 
θεος δ Λεσβίος έγένετο πρωτοσύγκελος, δ δε εκ 
θήρας 'Δζαρίας Σιγάλας ριέγας ΠριριηκΙριος. 
Πολλοί άνυψουντο εΙς τον (ΐητροπολιτικον θρό- 
νον.Ό έν'Ρώ(ΛΥ) και Παταβίφ σπουδάσας Αθη- 
ναίος Θεόφιλος δ Κορυδαλλεύς μετά δεκαοκταε- 
τή εύδόκιριον σχολαρχίαν προήχθη εΙς ριητρο- 
πολίτην "Άρτης, Καλλίνικος δ' δ Νάξιος μη- 
τροπολίτης Ήρακλείας αναδειχθείς έξελέχθη 
είτα Οικουμενικός Πατριάρχης. Γερμανός δ 
ΛοΛρός έγένετο μητροπολίτης Νύσσης.; Ό εκ 
Χίου ιερομόναχος Ναθαναήλ Κλωνάρης άρχιε- 
ρεύς Αγχιάλου και είτα Ήρακλείας. Πα- 
ναγιώτης δ Βυζάντιος γενόμενος μοναχός έχει- 
ροτονήθη μητροπολίτης Ευρίπου• δ δε Ιωα- 
κείμ Άντιπάριος μητροπολίτης *Λγ3(;ιάλου και 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



34 



ΈΣ τυ^ 



είτα Κυζίκου. Ό ίν Ιταλία και ΓαλλΙο}: σπού- 
δασα; Δωρόθεος δ Πρώΐος προήχθη εις [λητρο- 
πολίτην Φιλαδέλφειας, έζηκολούθησε ί' έπι 
^ιετίαν ετι ίιίάσκων δ Ίερορ-όναχος Σα(χουΥ|λ 
δ Κύπριος ανεδείχθη (Λητροπολίτης Προκοννή- 
σου. Κατά την τελευταίαν ^έ εικοσαετίαν δ 
δ (χέν Ευστάθιος Κλεόβουλος έγενετο (Λητροπο- 
λίτης Καισαρείας, δ τΐ(ΐ.ών τον όρθόίοζον κλη- 
ρον Φιλόθεος Βρυεννιος Σερρών και είτα Νικο- 
μήδειας, δ ^έ ΊωάννηςΤΑναστασιά^ης [Λητρο- 
πολίτης Καισαρείας. 

Ό χαρακτηρ της σχολής ητο φιλοσοφικός 
και θεολογικός. Πόσον χρόνον ίιήρκει η ίι^α- 
σκαλία ^έν είνε έπηκριβω|Λενον, άλλα βεβαίως 
πολλά ετη είαπανώντο εις ^ι^ασκαλίαν των 
αρχαίων ποιητών και'πεζογράφωνησαν οι χρόνοι 
ίι' ους ή γι,αγιαχονΛα του ΉλΙα Τανταλί^ου 
λέγει : 

ΕΓχαμεν οΐ πρωτινοί 

και δασκάλους ξακουσμ,ένους• 

ήσαν λίγοι πλην τρανοί 

κ* ήσαν άνθρωποι τοί3 /Γένους. 

Γράμματα χριστιανικά, 

γράψιμο μαργαριτάρι 

και γερά ελληνικά. 

Μεγάλη κατεβάλλετο επίσης επιμέλεια περί 
την έρμηνείαν τών θεολογικών συγγραμρ,άτων 
των Πατέρων της Εκκλησίας, έίι^άσκοντο ^έ 
και τά στοιχεία του Εύκλείίου και αί κωνι- 
και τομαί, η ρητορική του Ερμογένους και τά 
προγυμνάσματα του Άφθονίου. 



Άλλ' ή Μεγάλη του Γένους Σχολή μεθ'δλην 
την περιωπην αυτής κατετρύχετο ύπο ένίείας. 
*Ή5η άπο του τέλους του ΙΖ' αιώνος ό εκ Κα- 
στοριάς Μανωλάκης ίιετήρει το φιλοσοφικον 
τμήμα. Τύ) 1 Σεπτεμβρίου του 1777 δ Οικου- 
μενικός Πατριάρχης Σωφρόνιος εις έσχάτην 
πενίαν άφικομένης της Σχολής επήλθε γενναίος 
επίκουρος καταβαλών μετά τών αρχιερέων του 
Οικουμενικού θρόνου 22,450 γρόσια. 

Έν ττ) ΤΰΓΟΟ^Γαβοίει του Μαρτίνου Κρουσίου 
αναφέρεται δτι δ κατά τά τέλη του Ιζ' αιώ- 
νος (^ιοάσκαλος τής Πατριαρχικής Σχολής Μα- 
νουηλ δ Μαλαξός έ^ί^ασκεν ίη ραΓναΙα 6ΐ ιηί- 
86Γ& 0δΐ8&. Περί τά μέσα του ΙΗ' αιώνος παρα- 
στάντβς έν σώματι οί ίιίάσκοντες προ του Πα- 
τριάρχου έζέθηκαν την άκραν σαθρότητα του 
ο'ικοΰομήματος, η ^' εκκλησία άνέφζε κατά- 
λογον συνορορ.ών προς εγερσιν στέρεου και ευ- 
πρεπούς κτιρίου. 

Τφ 1804 τέλος εκ τής ήρειπωμένης κα- 
τοικίας ή Πατριαρχική Σχολή μετετέθη εΙς 
την ευρωπαϊκήν δχθην του Βοσπόρου, εις το 



έν Ξηρ^ Κρήνγι (Κούρου Τσεσμέ)μέγαρον του αύ- 
θέντου Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, δπερ ηγο- 
ράσθη άντι ά^ρου τιμήρ,ατος καταβληθέντος 
ύπο του Κλήρου, \^[οξ. ίέ ύπο του αύθέντου τής 
Μολίαυίας Δηρ-ητρίου Μουρούζη. Τότε ί' επε- 
κλήθη και Μεγάλη του Γένους Σχολή και 
Μουσεϊον του Γένους. 

Το οίκημα ητο περικαλλές. «Ούίέν άλλο 
καθίίρυμα τής Ελλάδος, έ'γραφεν δ Κούμας, 
δύναται νά παραβληθη προς αυτό. Οίκος του 
^ιοασκάλου ευρύχωρος και λάμπρος προς τον 
Βόσπορον εστραμμένος και μετά φιλοκαλίας κε- 
κοσμημένος* αυλή πλατυτάτη με κήπον καΐ 
πηγάς καθαρωτάτου ύδατος• οικήματα πολλά 
αντίκρυ τής διδασκαλικής οικίας προς κατοι- 
κίαν τών έν τφ σχολείω ζένων μαθητών βι- 
βλιοθήκη αξιόλογος χο^Ί μισθός διδασκαλικός 
πλούσιος. » 

Έν Ξηρι^ Κρήνη εμεινεν ή Μεγάλη Σχολή 
μέχρι του 1825, δτε έν τοις ^εινοΤς χρόνοις του 
εθνικού αγώνος κατήλθε πάλιν εΙς Φανάρι ον, 
παράτήν μητέρα Έκκλησίαν, ώς νεοσσός προσ- 
φεύγων περίτρομος ύπο τήν μητρικήν πτέρυγα 
τήν στιγμήν του κινδύνου. Τφ 1836, τ^ άρ- 
χεβουλίΰ|ί του Μεγάλου Λογοθέτου Άριστάρχου, 
μετετέθη πάλιν παρά τον Βόσπορον, άλλα 
τψ 1849 επανήλθενϊδριστικώς εις Φανάριον, εις 
ίύο τμήματα ίιηρημένη, τήν Προκαταρκτική ν 
Σχολήν και το Γυμνάσιον. 



Ή Προκαταρκτική Σχολή ή σχολή του 'Ρα- 
φάνους καλούμενη εκ του γέροντος Μικρασιάτου 
^ι^ασκάλου δστις έπι εικοσαετίαν ίιηύθυνεν αυ- 
τήν, εκείτο έν Φαναρίω, έν τ^ άγούσγ) εΙς τά 
Πατριαρχεία στενωπφ. Νομίζω δτι βλέπω ακό- 
μη το σαθρότατον ξύλινον οικοδόμημα εις δ 
είχον εισέλθει μόλις δεκαετές παιΐίον, τω 
1867. Ή αυλή ητο μικρά και ανώμαλος* κλί- 
ρ.αξ κατά το ήμισυ ξυλίνη ήγεν εις τόν άνω δ- 
ροφον, εφ* ου εκειντο αί αίθουσαι τών παρα- 
δόσεων αϊθουσαι γυμναί, άνευ παραπετασμά- 
των, άνευ χαρτών, με εν εικόνισμα μόνον του 
Χρίστου, αϊθουσαι άποπνέουσαι μελαγχολίαν. 
Ποσάκις έρρίγησα έπι τών πεπαλαιωμένων 
εκείνων θρανίων ! Κάτω, έν τφ ισογαίφ, αίθουσα 
πεπιεσμένη ύπό τής χαμηλής οροφής, σκοτει- 
νή, άνευ ύαλων, πλήρης αραχνών έχουσα θρα- 
νία τινά κλονούμενα και χωλά, τεθέντα εις 
άποστρατείαν , έχρησίμευε κατά τό βραχύ 
διάλειμμα, ώς μελετητήριον και έστιατόριον, 
^ιότι οι μαθηται έκ τών τεσσσάρων άκρων τής 
Κωνσταντινουπόλεως ερχόμενοι, ετρωγον έκεϊ 
προχείρως,μή δυνάμενοι νά έπιστρέψωσιν οικα^ε. 
Ισόγεια επίσης ήσαν και τρία δωμάτια, έν οις 



ΟΪ9ϊΐϊζθ(:Ι όγ 



Οοο^Ιε 



£2Ζ3Τυ^ 



35 



ευρισχον άσυλον περί τους ίέκα ίώ^εχα πένη- 
τες {ΐαΟηταί, παγεραΐ φωλεαι εν(ίε1ας, εν οοίς 
εζενύχτιζον προ ασθενούς λυχναρίου μορφαΐ 
ώχραι καΐ άναι^χιχαΐ. Λίθινη κλίριαξ εφερεν εΙς 
άνίηρον έχον την πολυτελειαν ^ύο τριών ίέν- 
^ρων, έφ' ού εκειντο άλλα τρία δωμάτια ζενί- 
ζοντα δριοίως άπορους (Λαθητάς. Ό άνεμος έ- 
γόγγυζε πενθίμως εΙς τά έτοιμόπτωτα γεϊσα 
του Σχολείου- αί κέραμοι της ττέγης ίιέρρβον 
εν χαιρ6> βροχής- το άσβεστόχρισμα των τοί- 
χων^ έξελεπίζετο άποκαλύπτον το χρώμα του 
ιτηλου* αί σκωληκόβρωτοι σανίδες έθραύοντο ύπο 
τους πό^ας τών μαθητών, και το ίάπείον ητο 
έμβαλωμένον ως ένδυμα πτ6>χού. 

Το ίε Γυμνάσιον εκείτο ολίγον περαιτέρω, εν 
τ-ρ «ύτ^ άγυι^,'"κατέναντι τών Πατριαρχείων. 
Το θλιβερον εκείνο κτίριον ώμοίαζε συγχρόνως 
προς μεν^ρεσέν και προς κοινόβιον. Ή μια 
πλευρά αύτου ητο λιθόκτιστος εκ πωρώδους 
λίθου, η ί' άλλη ζυλίνη ίι* άμαυρου χρώματος 
βεβαμμένη, οιονεί πενθηφοροΰσα. Ή βαρεία λι- 
ΘΙνη οικοδομή ίιο6 τών κιγκλιίωτών παραθύρων 
και σιδηρών θυρών ύπερήσπιζε την εν αύτ^ 
βιβλιοθήκην, ήτις έπι του υπερθύρου έφερε το 
έμβλημα : ΨΓΧΗΣ ΑΚΟΣ και τήν εικόνα 
του ίίρυτοΰ αύτης Νικηφόρου Θεοτόκη. 

Ή οπίσθια της• Σχολης^πλευρά ύπερέκειτο 
του περιζωννύοντος το Φανάριον παλαιού βυ- 
ζαντινού τείχους, δπερ κατηρειπωμένον τότε 
εχρησίμευεν εις το να ύποβαστάζη έξώστας 
τών οικιών, έπΙ τών επάλξεων ^έ έφ' ών άγω- 
νιω^ώς εφρούρουν οι συναγωνισται του Παλαιο- 
λόγου ήκούοντο οι δροσεροί γέλωτες τών ζωη- 
ρών Φαναριωτίίων. Εκείθεν ήνοίγετο ίιάφασίς 
τις προς τον Κεράτιον Κόλπον. 

Και ττΊς Σχολής ταύτης τά ίωμάτια ήσαν 
ατενόχωρα, χαμηλά, μόλις ίυνάμενα νά περι- 
λάβωσι τους μαθητάς, ών τίνες ϊσταντο όρθοι 
εν χαιρφ του μαθήματος* και ενταύθα οί τοί- 
χοι άπετρίβοντο' άμαυραΐ κηλίδες εκ τών 
διαρρεόντων υδάτων ίιέστιζον αυτούς, και 
^ωγμαΐ ως οφεις περιειλίσσοντο άπαίσιαι άπει- 
λουσαι κατάπτωσιν . Ότε ήκούετο σφοδρός 
τριγμός επαγόνομεν εκ φρίκης. Ή δημοσιογρα- 
φία ενίοτε έπεξήρχετο μετ* άγανακτήσεως κατά 
της τοιαύτης καταστάσεως, προς παρηγορίαν 
μας ίε άνεγινώσκομεν δτι έκάστην στιγμήν 
έκινίυνευομεν νά ταφώμεν ύπό τά ερείπια. 
"Άλλοτε εισήρχοντο οί έφοροι της Σχολής μετά 
του άρχιτέκτονος, όπως έζετάσωσι εις ποίαν 
κατάστασιν εύρίσκετο δ ασθενής, και πάρα- 
τείνωσιν, εΐ ίυνατόν, τάς'στιγμάς τής αγωνίας 
τον. Τά ^αγίσματα έπεχρίοντο εν σπουίγ) ίι' 
άσβεστου, στύλοι ετίθεντο προς ύποστήριξιν του 
κλίνοντος ορόφου. Άλλα την εσχάτην ενίειαν 



τής Σχολής ημών ίέν άντελαμβανόμεθα ίιά 
τών οφθαλμών μόνον άλλα και ίιά τών ώτων 
συχνάκις, κατά το ίιάλειμμα,ήκούομεν διαμαρ- 
τυρίας καθηγητών απαιτούντων τους καθυστε- 
ρούμενους μισθούς αυτών, ήκούομεν πραϋντικάς 
παρακελεύσεις και παρακλήσεις του διευθυντού 
τής-Σχολής, και εκρηξιν ά^ϊημονίας καθηγητού 
τίνος. «Κάμετε μου τους δρόμους ελευθέρους* 
είνε άίύνατον νά εξέλθω από το σπίτι μου* 
πολιορκούμαι άπο τον άρτοπώλην, τον κρεοπώ- 
λην, τον λαχανοπώλην !» Και άλλου : — Δεν 
εχω νά φάγω ! σας βεβαιώ ^έν εχω ν^ φάγω ! 
άπο εζ μηνών ζώ με πίστωσιν ! . . 

Διε^ί^ετο ίέ αορίστως δτι ή Σχολή θά παύ- 
στι λειτουργούσα• προς συντήρησίν της ί* εγί- 
νοντο εσπευσμένως έρανοι,^ και περιεφέρετο οί- 
σκος εν ταΤς έκκλησίαις, ύπό τών μαθητών, και 
συνελέγοντο κερμάτια και συνίστατο ή αδελφό- 
της Ξηροχρηγη προς ευρεσιν πόρων!... 



"Οτε ή Κίρκη άνοίζασα τάς θύρας του συ- 
φεου εζήλασε τους εταίρους του Όίυσσέως 
ασιάλοισιν έοικότας έννεώροισιν» καΐ άφ' ού 
προσήλειψεν έκαστον ^ιά"?τοΰ άντιφαρμάκου. 

τών δ' έχ μεν μελβων τρίχες Ιρρεον, αίς πρΙν Ε^υσιν 

φάρμαχον ούλόμενον 

άνδρες δ* οτψ εγένοντο νεώτεροι ή ηα,^ος γ,σαν 
χα ι πολύ χαλλίονες χα ι μείζονες είσοράασθαι, 

δτε ή Βασιλοπούλα του παραμυθιού άπεξεούθη 
το εΙίεχΟές αυτής τριχωτον περίβλημα μετά 
τής έπ* αυτής βαρυνούσης άρας και άνέθορεν 
απαστράπτουσα εκ καλλονής, προεικόνιζον πι- 
στώς την μεταμόρφωσιν τής Μεγάλης του Γέ- 
νους Σχολής. Ή αιώνας ^ιαρκέσασα άρά ελη- 
ξεν, ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, και ή Σχολή 
του Γένους άπο τών υγρών τρωγλών εν αις έκυ- 
λίετο εγκατέστη εΙς περικαλλέστατον μέγαρον 
τον Σεπτέμβριον του 1882. 

Τη άρχεβουλί(}Ε του πρφην Οικουμενικού Πα- 
τριάρχου Ιωακείμ του Γ'. και ττί γενναιοδωρία 
του Γεωργίου Ζαρίφη καΐ Άνανίου Βατοπε^ι- 
νοΰ, συγχορηγούντων του Γ. Κορωνιού, και 
Σ. Ζαφειροπούλου, έπι τής ύψηλοτέρας θέσεως 
του Φαναρίου, έπι του πέμπτου ^ικορύφου λό- 
φου τής Κωνσταντινουπόλεως 

. . . Ύψερεφές, έΰδμητον μέγα θαύμα ΙδέσΟαι 
"Ιδρυται σεμναΐς Πιερίσι τέμενος. 
Ξεινοι αρ* ουχέθ' εν οίον έν Έπταλόφω μετόπκσθε, 
Δοιά δ* άγάσσονται τής σοφίας τεμένη. 

Το μεγαλοπρεπές οικοδόμημα κατά τον βυ- 
ζαντινόν ^υθμον άνεγερθέν, κατίι το σχέοιον 
του δμογβνούς άρχιτέκτονος κ, Κ. Δημάοη βχβι 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



36 



1ΒΣ'^τ^^ 



τοξοειίΐς €πί[Ληχ£ς σχτϊ^ίΛ βνικα του γηπείου, 
σχν)[Λ«τίζοντος πολύγωνον άκανόνιστον. 

Ή ρΛΓνυΐΛ βΐ ιηΐδβΓΛ οαβα του γέροντος Μα- 
λαζου φιλοζενουσα ύπερ τους 700 φοιτηζάς 
περιέχει νυν 

8 «ιθούσας παρ» δέσεων ταιοτικών έπΙ 1000 
πηχ. τετρ. 

1 αίθουσαν ίιά το ριάθηρια της ιχνογραφίας 
επι 300 π. τ. 

1 αίθουσαν 5ιά το [Λάθη[Λα της χη[Λείας καΐ 
της φυσικής επΙ 250 ίτ. τ. 

1 αϊθουσαν ίι* όργανοθήκην έπι 200 π. τ. 

1 αϊθουσαν ίιλ βιβλιοθηκην έπι 300 π. τ. 

1 αϊθουσαν τελετών έπι 500 π. τ. 

1 αϊθουσαν ίι' Έφορεϊον επι 160 π. τ. 

1 αϊθουσαν έν τα> πύργφ ^ι' άποθήκην υία- 
τος έπι 160 π. τ. 

1 αϊθουσαν προς παρατηρήσεις του ουρανού 
έπι 160 π. τ. 

1 ^ωριάτιον ίι' άναγνωστήριον 

1 ^ωριάτιον ίιά χηριειον 

2 ^ω[Λάτια ^ιά μουσείον φυσικής ιστορίας 
2 ^ω|Λάτια ίιΐ την Σχολαρχίαν. 

Την ί' δλην οΊκο^θ[Λήν περιστέφει ως ίιά 
λαριπρου στ6|Λ(Λατος η περικαλλής κορωνις του 
ΤρούΛΛοΌ η Αστεροσκοπείου περιζωννυ(λένου 
ύπο ωραιότατων πυργωτών έζωστών. 



*Οτε η(Λην ριαθητής της έν Φαναρίω Σχολής 
έθεώρουν αύτ'ίιν ως προσωποποίησιν της τύχης 
του Γένους, ύφιστα(Αένην [/.ακραίωνας έζευτελι- 
σριους ως εκείνο και οδυνηρά χαζαφρόηα' αϊ 
ί' άπο των τοίχων τών απόκεντρων Ισογαίων 
αύτης ^ω(Λατίων στάζουσαι σταγόνες (χοι «φαί- 
νοντο ως δάκρυα ζής σχΛαβιάζ^ χυνό(;.ενα έν 
σιγ^ και κρυφίως. "Ήίη η Σχολή άνορβούται 
(χεγάλη και εύτυχής/Ω Ι αν ή τύχη της Σχολής 
προεσήααινε την τύχην του Γένους ; 

Αρι£70Τεαηχ π. Κουρτιδης 

—10 1^ 

ΣΤΡΕΒΑΠΘΕΙΣΑ ΥΠΑΡΞΙΣ 

Α(ήγημα. 

[Έκ του Γερυί«νκχ•υ του Κυάοΐρΐι Ι,ίηά&α] 



(Συνέχεια• Λβ προηγούμβνον φύλλον) 

Ό πατήρ (Λου κατεπλάγη, δτε τω ανήγγειλα 
τους αρραβώνας (χου με την κό(Λησσαν Σωσά- 
ναν Σ. και τον παρεκάλεσα να (χου ίωση την 
συναίνεσίν του ί ιά τον γά(χον μου. Κατ* αρχάς 
εξέλαβε το πράγμα ως άστεϊσμόν, και ίέν ήθε- 
λε να λάβη σπουίαίως ύπ' δψιν την ύπέθεσιν. 
*Οτε δμως του είπα• «Πατέρα, αν μ' έρ,ποίί- 



σγ)ς να νυμφευθώ την Σωσάναν, θ* αποθάνω 
άπο την λύπην μου ή θ* αυτοκτονήσω άπο ά- 
πελπισίαν,ΐ) κατέπεσε με στεναγμούς και θρή- 
νους εις εν κάθισμα, και άνεφώνησεν επανειλημ- 
μένως* «*Άχ ! ίιά τΐ σ' άφήκα άνεπιτήρητονΙ 
Δυστυχής εγώ ! » 

Προσεπάθησε να με μεταπείσγ) ίιά τρυφερών 
και φιλικών λόγων ((Παραίτησε τήν γυναίκα ! 
μ' έλεγε. Άρη, κάμε το προς χάριν του γέρον- 
τος πατρός σου. Κάμνεις και τους ίύο μας δυ- 
στυχείς, επιμένων εΙς τον σκοπόν σου.» 

Άλλ' έγώ ήμην άμετάπειστος. Ή γυνή ε- 
κείνη μ' είχε ποτίσει φίλτρον, το δποΐον έσκό- 
τιζε τήν ίιάνοιάν μου, και βλαι του πατρός μου 
αϊ παρακλήσεις, τον δποϊον τόσον εγκαρδίως 
ήγάπων, με συνεκίνουν τόσον δσον ήθελον συγ- 
κινήσει λίθον. 

— Ή ζωή μου και ή ευτυχία μου, ειπον, 
κρέμεται από τήν Σωσάναν. "Αν μέ χωρίσης 
άπ' αυτήν, κατεστράφην. 

Πολλάς ακόμη έβίομάίας άντέστη δ πατήρ 
μου. Έπειτα, δτε ειίε πώς με κατέτηκεν ή ίξα- 
ψις και δ ερωτικός πόνος, είωκε τε'λος τήν συ- 
ναίνεσίν του. Το συμβόλαιον του γάμου υπεγρά- 
φη ε'ις Ρώμην. Ή Σωσάνα ώργίσθη ίιά μερι- 
κούς δρους του, τους δποίους είχε θέσει 6 πατήρ 
μου, και οι δποιοι καθιστών άούνατον και εις 
αυτήν και ε'ις έμέ νά ^ιαθέσωμεν, εκτός μικρού 
μόνον μέρους, τά κεφάλαια, άτινα περιήρχοντο 
εις έμέ μετά θάνατον του πατρός ρ.ου. Τους δ- 
ρους αυτούς έθεώρησεν ως εν^ειζιν προσβλητικής 
δυσπιστίας, μετεχειρίσθην ί' δλην μου τήν εύ- 
γλωττίαν ίιά νά τήν καθησυχάσω. 

— Τί πειράζει αυτό ; της είπα. Άς είνε δύ- 
σπιστος δ πατήρ μου. Δεν ήξεύρεις, δτι έγώ σου 
είμαι άφωσιωμένος ψυχή και σώματι ; 

Μ' έκύτταζε τότε με περίεργον βλέμμα, έγέ- 
λασε, και μ* έκτύπησεν έπι της παρειδίς, ώς 
αν ήμην παιίίον. 

— Καλά, Άρ9ί, ειπεν ας εινε. Κ' έγώ πι- 
στεύω νά συνεννοηθώμεν οι ^ύο. 

Μετ' ολίγον ένυμφεύθημεν, κ' ευθύς μετά 
τον γάμον ώίήγησα τήν νεαν και ώραίαν γυ- 
ναικά μου εις τήν πατρικήν ο'ικίαν μου, δπου 
έμελλε του λοιπού νά εχη πατρίία. 

Ότε δ κ. Κλάασεν εφθασεν εις το μέρος 
τούτο της ιστορίας του, ήγέρθη βραδέως και 
εκρουσεν έμφαντικώς και επανειλημμένως τήν 
τράπεζαν ίιά του μεσαίου δακτύλου της ^εζιαίς 
του χίΐρός. Είτα ^έ ήτένισεν έπ' έμέ τοσούτον 
οξύ τό βλέμμα του, ώστε με κατέλαβε ίυσάρε- 
στόν τι συναίσθημα και έψιθύρισε μυστηριωδώς* 
^' — Με είχε ποτίσει φίλτρον. . . τον πατέρα 
μου αυτή τον έφόνευσε . . . τόν έφαρμάκευσε. 
Έγνώιριζεν δλας τάς καταχθόνιους τέχνας. 

Προσεΐία έκπληκτος τόν Κ. Κλάασεν. Ά- 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



£2 Σ2ΤΙ ▲ 



37 



Ίρήντησβ ίέ ούτος βίς την σιωπηλήν [ίου ερώ- 
τησιν ^ιά σοβαροτάτου νεύ[Λατος. 

— Μάλιστα, (Λάλιστα ! ύιυέλαβεν. Έκπλήτ- 
τεσθε ! ^Ητο μάγισσα• το άνεκάλυψα ίέ ^υστυ- 
γως πολύ αργά, χαΐ χχνείς ^έν ήθελε να |χ.έ 
«ιστεύση. Οί ανόητοι ενό(Αΐζον εύφυιαν να (χ,ε 
«εριπαίζουν. Ή απιστία άφίνει πολλά χαχ3ο ά- 
τΐ(ΐ.ώρητα και καθιστή ίόσκολον την έκτέλεσιν 
πολλών καλών πράξεων. Κάτι γνωρίζω περί 
τούτου εγώ, ί> Άρης Κλάασεν. 

"Έπειτα εκάθισε πάλιν και εζηκολούθησεν 
τισύχως. 

Έξ (ΐ,ηνας (Αετά τον γά|Λθν.{Λου άπέθανεν δ 
πατήρ (Αου, εν |Αεσφ του ίριρ^υτάτου χεΐ[Λώνος 
του βορρά. "Ήι^ην απαρηγόρητος και έπΙ είκο- 
σιτέσσαρας ώρας εκλείσθην εις το ^ω[Λάτιόν 
ΐΑΟυ, άσιτος, χωρίς νίο ιίώ κανένα. Ότε την 
επαύριον πρωίαν είσηλθον εΙς την αϊθουσαν, ο- 
κου εκείτο άκίνητον και ψυχρόν έπι της νεκρικής 
του κλίνης το πτώρια του άνθρωπου, δ δποΤος 
(^(.^ είχε τόσον αγαπήσει, και ει^ον το πράον, 
•ήσυχον, αύστηρον και Ισχνον πρόσωπον του, 
ο^ύνη φοβερά [λέ κατέλαβε και ^ιερράγην εις 
λυγ(Αθύς και θρήνους. Ή Σωσάνα εΙσήλθε τότε 
«Ις το ίω(Λάτιον και |χ.οΰ είπε ψυχρά* 

— Φέρεσαι ως παράφρων. Ό ^ρό[Λθς έγέ|Λΐ- 
σεν ανθρώπους. Πήγαινε εις άλλο ίω(Λάτιον. 

'^σθάνθην βαθεϊαν άγανάκτησιν. Πολλάκις 
:ή(^η ειχον λάβει άφορ(Λήν νά αμφιβάλλω περί 
της άγαθότητός της, άλλα την στιγμήν ε'κείνην 
εννόησα πόσον άναΐσθητον και μοχθηρον πλά- 
σμα πρέπει νά ητο, άφοΰ ήθελε ν* άπομακρύνγ) 
τον υίον άπο τήν νεκρικήν κλίνην του πατρός* 
της ερριψα εν ά^αίσιον βλέμμα, ωχρίασε καί ά- 
νεχώρησεν. 

Ότβ έμμεινα μόνος, έπλησίασα πάλιν εις τήν 
κοίτην του πατρός μου. Έπόθουν ν^ τον βλέπω 
εκεί κρύον και μόνον. Του ήρεσε τόσον πάντοτε 
η θερμότης και ή συντροφιά, και τόρα εκείτο 
χατάμονος εις το κατάψυχρον ίωμάτιον. Διέτα- 
ξα ν* ανάψουν φωτιάν, έπειτα οέ επήγα και 
παρεκάλεσα μερικούς παλαιούς φίλους του πα- 
τρός μου νά συνέλθουν εΙς το ^ωμάτιον οπού ε- 
κείτο το πτώμα. Μ' έθεώρησαν έκπληκτοι και 
μου το ύπεσχέθησαν. Άλλ* ήλθαν μόλις μετά 
μεσημβρίαν και έμειναν ολίγον μόνον. Ό ιερεύς, 
βστις επεσκέπτετο τον πατέρα μου και μ' έγνώ- 
ριζεν άπο της γεννήσεως μου, μ* έσυρε κατά 
μέρος και με παρεκάλεσε νά τον αφήσω νά φρον- 
τίσ-ιρ αύτος τά τής κηδείας. Αύτος έγνώριζε, 
μοι είπε, τί έπρεπε νά γείνη, και τι ήρμοζεν 
ενφ τουναντίον ως ήθελον εγώ νά διατάξω τά 
πράγματα, θά έπροξένουν θόρυβον, και τούτο 
καθήκον είχον ν' αποφύγω ώς καλώς άνατεθραμ- 
μενος άνθρωπος. Ή μνήμη τών αποθανόντων, 
επρόσθετ:, -:::ττει νά τιμάται ίιά σοβαράς και 



ήσυχου τελετής. Ένέ^ωκα εις τάς παραστά- 
σεις του. 

Μετά τήν ταφήν του πατρός μου άπεσύρθην 
εντελώς άπο τον κόσμον. Αι <τχέσεις μου με 
τήν σύζυγόν μου ειχον καταστή ^ι* έμε πολύ 
δυσάρεστοι. Δεν ήίυνάμην νά τής συγχωρήσω 
τήν οιαγωγήν της πλησίον τής>εκρικής κλίνης 
του πατρός μου, εκείνη ίέ έφαινε γο δτι μ' έφο- 
βεϊτο. Απέφευγε νά μένη μόνη] μαζή μου και 
νά με συναντ<^, μ' έ'βλεπε ^έ μόνον πχ^ουαίο^ 
τών υπηρετών, κατά τά σύντομα γεύματα, ο- 
πού έκαθήμεθα σιωπηλοί και ξένοι δ εις απέ- 
ναντι του άλλου. 

Κατέλαβον πάλιν τήν πάλαιαν μου κατοικίαν 
εις άπόκεντρον μέρος του οϊκου,καΐ ήρχισα ν'άσχο- 
λουμαι εκ νέου εις τήν μετάφρασιν του χειρο- 
γράφου, το δποϊον είχον εντελώς παραμελήσει 
κατά τους πρώτους μήνας του γάμου μου και 
τήν μακράν άσθένειαν του πατρός μου. Πολλά 
του μέρη,τά δποϊα πρότερον μου έφαΐνοντο ακα- 
τανόητα, μου έφάνησαν τότε σαφέστερα. Άνε- 
Ϊνώρισα δτι δ μέγας νους, όστις προ έκατοντά- 
ων ετών είχε ταμιεύσει τήν θείαν του σοφίαν 
έντος του πολυτίμου χειρογράφου, το δποϊον 
κατεϊχον, ίέν ηθέλησε νά συγκοινωνήστρ με κοι- 
νούς θνητούς, αλλά προώριζε τήν βαθεϊαν και 
κρυφίαν εννοιαν τής μυστικής του γλώσσης εις 
συγγενεϊς μόνον διανοίας, αϊτινες καθήκον έχουν 
να τήν μαντεύσωσι και νά τήν συμπληρώσωσι 
πολλάκις. Τόσον ίέ ένεβάθυνα εις τήν ευγενή 
έκείνην μελέτην, ώστε έντος ολίγου έπαυσε νά 
εχη ίι* έμέ οιονδήποτε ενδιαφέρον δ εξω κό- 
σμος. Παρημέλησα ίιά τούτο πολλά, τά δποϊα 
ένασχολούν τους κοινούς ανθρώπους, και δμολο- 
γώ δτι το πολύ, το άμύητον πλήθος ίΐκαιον έ- 
χει νά θεωρ^ παρά^οξον το ήθος και τους τρό- 
πους μου. 

Μίαν ήμέραν, ενφ, ώς συνήθως, κατεγινόμην 
εις το γραφεϊόν μου με τήν άνάγνωσιν του χει- 
ρογράφου, μου άνήγγειλεν δ ύπηρέτης,δ η τρεϊς 
κύριοι μ' έπερίμεναν εις τήν οΐκίαν κ* έπεθύμουν 
νά μου δμιλήσουν αμέσως. Είς εξ αυτών, είπεν 
δ υπηρέτης, ητο δ γέρων Ίατρος τής οικογενείας 
μας. 

Δυσηρεστήθην πολύ δτι έταραττόμην εις τήν 
έργασίαν μου, και ούί' εφρόντισα καν νά τα- 
κτοποιήσω τήνέν^υμασίαν μου, δπως ίεχθώ τήν 
άπροσίόκητον και ίιόλου έπιθυμητήν έπίσκζ- 
ψιν. 01 τρεις κύριοι έπροχώρησαν προς έμέ και 
μ* έχαιρέτισαν ευγενώς. Ό εις εξ αυτών, τον 
ανεγνώρισα, ητο δ περίφημος Ίατρος, τον δποϊον 
είχε συμβουλευθή δ πατήρ μου, πριν άναχωρή- 
σωμεν ^ιά τήν Ίταλίαν, δ άλλος ητο δ οικογε- 
νειακός μας ιατρός, τον τρίτον ίέν τον εγνώρι- 
ζα. Έμεινα ιστάμενος ενώπιον των, δύσπιστος 
και ^ύσθυμος, και ήρώτησα ψυχρώι εΙς τί ώφει- 



ο 



38 



αΞ23χυ^ 



λον την τΐ|Λγ)ν της επισκέψεως των. Εις τούτο 
ίέν απήντησαν τίποτε, άλλ' ήρχισαν να (χου 
αποτείνουν διαφόρους εντελώς περιττάς^'ε ρωτή- 
σεις Ήγανάκτησα ίιά την άδικαιολόγητον ε- 
κείνην άνά(Αΐξ(ν των εΙς τον Ι^ιωτιχόν (Λου βίον 
και έ^ήλωσα τούτο αρκετά σαφώς ίιά τών α- 
παντήσεων μιου. Άλλ* ή ά^ιακρισία τών τριών 
ανθρώπων ητο, φαίνεται, εκ προθέσεως, ^ιότι 
αδιαφορούντες εντελώς προς την άγανάκτησίν 
μου, έζηκολούθησαν να με ανακρίνουν, ^' να μου 
άντιλεγωσι, και να με ερεθίζωσι τοιουτοτρό- 
πως, ώστε ήναγκάσθην τέλος να τους ειπώ, δτι 
τους παρεκάλουν να έζελθωσι ττΊς οικίας μου, 
και δτι αν ίέν το επραττον αμέσως, θα μετεχει- 
ριζόμην την βίαν, ίιά να καταστήσω σεβαστά 
τά δικαιώματα μου ως οικοίεσποτου, τά δποια 
τόσον παραδόξως παρεγνώριζον. Τότε εγειναν 
ευθύς ευγενείς και περιποιητικοί, και άνεχώρη- 
σαν παρακαλουντες με νά ησυχάσω, καΐ λέ- 
γοντες δτι ητο απλώς κακή συνεννόησις, και 
^έν ειχον 4ιόλου την πρόθεσιν νά με προσβά- 
λωσιν. "Οτε ήνοιξαν την θύραν ν'άναχωρήσωσιν 
εΐία δπισθέν των ισταμένην την Σωσάνην. Είχε 
κατασκοπεύσει νά μάθγ) τι συνέβαινε μεταξύ 
εμού και τών ανθρώπων εκείνων. 

Τα αμέσως επόμενα συμβάντα έσβέσθησαν 
κάπως άπο την μνήμην μου. 'Τποθέτω, δτι δ 
θάνατος του πατρός μου, αι κοπιαστικαι με• 
λέται ε'ις τάς δποίας είχον έπιίοθή, αί όίυνη- 
ραί μου σχέσεις με την σύζυγόν μου — ίιότι 
έμάντευον ήίη έκτοτε δτι είχε φονεύσει τον 
πατέρα μου, — δλα αυτά εκλόνισαν τά νεύρα 
μου και μου επροζένησαν ]| βαρεΐαν άσθένειαν, 
πιθανώς έγκεφαλικον πυρετόν. Άμυίρώς μόνον 
ενθυμούμαι, δτι μίαν ήμέραν περιήλθα εΙς πολύ 
βιαίαν φιλονεικίαν με την γυναικά μου, δτι 
ώρμησεν αύτη εζω του δωματίου φωνάζουσα 
βοήθειαν, και δτι εύρέθην αίφνης αμυνόμενος 
εναντίον ίύο ξένων, ^ωμαλέων άντρων, οι δποιοι 
έφάνησαν εμπρός μου, ως νά είχον φυτρώσει άπο 
δ είαφος, και μετά μικράν αλλά λυσσώδη 
πάλην με έδεσαν και με έρριψαν λιπόθυμον εις 
την κλίνην μου. Έπειτα ενθυμούμαι μακράν και 
ίυσάρεστον πορείαν έντδς κλειστής αμάξης, 
ύπό την συνοίείαν τών ίύο εκείνων ξένων άν- 
τρων, και την £φιξίν μου τέλος εις ήσυχον και 
πρόσχαρον μέρος, δπου με ύπείέχθη γέρων τις 
με μορφήν εύπροσήγορον, και ίράξας την χεί- 
ρα μου, μου είπε: — αΤόρα ησυχάσατε, φίλτατέ 
μου Κύριε Κλάασεν. Έ^ώ κανείς πλέον ίεν θά 
σδίς πειράζη ούτε θά σας ένοχλήσγ).» Με ώίή- 
γησε ίέ μετά τούτο εις ενα κομψον^και καθα- 
ρόν οΙκίσκον, με άπλα και εύμορφα έπιπλα, δ 
δποΐος εκείτο εν τφ μέσφ, μεγάλου κήπου και 
είχεν εμπρός του ώραιότατον ανθώνα, βθά κα- 
τοικήσετε είώ μόνος σας, με τον ύπηρέτην σας, 



είπεν ελπίζω νά μη στερηθήτε τίποτε και να 
μη λάβετε άφορμήν παραπόνου εναντίον ού^ε- 
νός. Μετά μίαν ώραν θά έλθω νά σοίς συνοδεύσω 
εις την τρώπεζαν, ^ιότι έίώ': κατοικούν και 
πολλοί £λλοι κύριοι και κυρίαι, και μας φαίνε- 
ται καλλίτερον και εύαρεστότερον'νά τρώγωμεν 
δλοι την αυτήν ώραν και εις την «ύτήν τρά- 
πεζαν. ίο 

Ό Κλάασεν έσίγησεν έπι μικρόν, και έτριψε 
τον πώγωνά του^ εν προίήλφ άμηχανί^. Είτα 
ήτένισεν έπ* έμε ίειλώς, ως παιίίον θέλον μεν 
νοι δμολογήσγ) ίιαπραχθεν σφάλμα,άλλά και νά 
άσφαλισθη συγχρόνως εκ τών προτέρων περί της 
συγγνώμης. Τέλος ήρώτησε ταπεινή τη φωνή• 

— Με πιστεύετε, ίέν είνε αλήθεια ; 

— Σας πιστεύω εις δλα, Κύριε Κλάασεν, 
απήντησα θετικώτατα. 

— Σας ευχαριστώ πολύ, αξιότιμε μου Κύ- 
ριε, είπε προίήλως ήσυχάσας. Πολύ σας ευχα- 
ριστώ ! 

Και έξηκολούθησε πάλιν, μετά τίνος εν άρχτί 
αβεβαιότητος* 

«Αί ούτιίαναι ^αίιουργίαι της γυναικός μου 
εΙχον κατορθώσει νά με κλείσωσιν έντδς φρενο- 
κομείου. Δεν έντρέπομαι νά σας το ειπώ. Ή 
γνώμη μου, την δποίαν στηρίζω εις ένίελεχή 
μελέτην τών βιογραφιών επισήμων άνίρών και 
εΙς άκάματον παρατήρησιν . τών «^δμοίων μου, 
εινε δτι πάς τις — εννοήσατε με — ποίς τις ίύ- 
ναται νοι κηρυχθτ, ώριμος ίιά το φρενοκομεϊον, 
άρκεΐ νά εχη μοχθηρόν τίνα και ισχυρον έχθρόν, 
δστις να άσχοληθγ) αποκλειστικώς νά φωτίσγ) 
μέν κα: καταίείξη δ,τι παράίοξον και ασύνηθες 
έχει ή [ύπαρξις του καταίιωκομένου, νά σκο- 
τισιρ ίέ και απόκρυψη το σύνηθες και τακτι- 
κον τών Ιίεών του, τού χαρακτήρός του, της 
ζωής του, καΙνά παραστήση τοιουτοτρόπως ύπο 
το ψευίές αύτο και ίυσμενές φώς τον ασθενή — 
ίιότι τέλος πάντων δλοι;εχομεν εν μέρος τού 
πνεύματος μας μη εντελώς υγιές. Έγώ ίέν 
ήμην βεβαίως εντελώς άπηλλαγμένος^παραίό- 
ξων — και σεις θά.εχετε τά ΐίικά σας — *ίχον 
περί πολλών πραγμάτων ιίέας ίιαφόρους τών 
άλλων, πρωτοτύπους ούτως ειπείν, — δπως σεις, 
δπως έκαστος άνθρωπος, δ δποϊος ίέν εινε κοι- 
νός άνθρωπος της ίωίεκάίος* αλλά σάς'δρκί- 
ζομαι εις δ,τι εχω ιερόν, δτι έγώ, κατά τάς 
συνήθεις εννοίας, είχα πλήρες και καθαρδν το 
λογικόν μου. Νομίζω ίέ δτι ή καλλίτερα άπό- 
ίειξις τού ισχυρισμού μου είνε ή ίιαγωγή μου 
έντδς τού καταλύματος, δπου με μετέφεραν. 

Ένόησα ευθύς καθαρά, δτι πάσα άντίστα- 
σις κατά τού άίίκου περιορισμού μου θά έχει- 
ροτέρευε μόνον την θέσιν μου* ή καρίΐα μου 
εβραζεν έίίψων εκίΐκησιν. άλλ' έκρυπτα δ,τι 
γ)σθανόμην. Ένα μόνον σκοπδν-47^βίί<*»^γ* νά 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^:ιΟΟ^ΐ6 



£2 ΣΤΙΛ. 



»9 



7(1σω τον ίιευθυντην του κατ«ιτη[Αατος, δτι 
τανίν λογικός χα ι άβλαβης άνθρωπος. Ώ[ϋ.ίλουν 
ριαζγ) του συχνάκις, και ^ιά [Λαχρών. Δέν εν- 
τρεχο(&«ι να 6[λθλογησω, δτι ύπβκρινό(Λην• άλλ* 
ΙχρειτΕ νά το χά(Αω, ^ια να άποχτη<τω την έλευ- 
θερίαν (Αου, την δποίαν [χ,ου είχε στερήσει η χα- 
χεντρέχεια. Έλεγον εις αυτόν, βτι εννοώ κάλ- 
λιστα, 'ΐτόσον βαθέως συνετάραζαν το ηθός (&ου 
τα ιςρόσφατα λυπηρά συ(ΐβάντα, χαι πόσον 
το 'πνευιχά (χ.ου έχει άνάγχην Ιδιαιτέρας χαι 
προσεχτικής θεραπείας* τον εβεβαΐουν ^έ, οτι 
ηθβλον ύποταχθή εντελώς εις τάς παραγγελίας 
του, δτι ηθελεν αναγνωρίσει την κατάστασίν 
μου ώς ^εκτικην θεραπείας, και δτι, φυσικφ τφ 
λόγω, η θερριοτέρα |Λθυ επιθυμία ητο νά ανα- 
κτήσω την ελευθερία ν μου. 

Ό διευθυντής ηρχισε βαθμηίον νά μου εχη 
μεγάλην έμπιστοσύνην. "Ελεγεν δτι είμαι δ 
πλέον εΰάγωγος ασθενής του καταστήματος 
χαι ^έν άμφέβαλλεν δτι μετά τινας μήνας ήθελε 
με απολαύσει εντελώς θεραπευμένον. 

"Ήμην πολύ περίεργος νά μάθω, πώς είχε κα- 
τορθώσει η σύζυγόο μου νά λάβγϊ την ά<ϊειαν 
να με κλε1σ•{ΐ έντος φρενοκομείου. Έγν6)ριζον 
κάλλιστα, οτι αν ήρώτων άπ' ευθείας περί του 
πράγματος, ουίεμίαν πιθανώς ηθελον λάβει 
άπάντησιν, και άπέφυγον επομένως νά ερωτήσω 
τον ίιευθυντήν. Δύναμαι δμως νά εϊπω, χωρίς 
νά καυχηθώ, δτι ημην εν γένει πολύ εξυπνότε- 
ρος του Ιατρού, δ δποϊος μ' έθεράπευε,και ητο 
πολύ διακεκριμένος εις το είίός του. Τοιουτο- 
τρόπως ^ε κατώρθωσα νά μάθω παρ* αύτου δ, τι 
έπεθύμουν, άποτεΐνων εις αυτόν με μεγάλην 
Ξχιμονην και κατά μακρά διαλείμματα ά^ια- 
οόρους χατ' έπιφάνειαν ερωτήσεις• 

Οί τρεις άνθρωποι, οι δποϊοι μ' ειχον έπι- 
σχεφβη εις την κατοικίαν μου, ήσαν Ιατροί, και 
•ϊύο εξ αυτών ειδικοί ψυχίατροι. Ειχον προ- 
σκληθη παρά τ9ίς συζύγου μου εις συμβούλιον, 
χαι τόσον ειχον επηρεασθη παρ' αυτής, ώστε 
ίχαρβκτήρισαν ώς σύμπτωμα παραφροσύνης την 
ιγανάκτησιν, την δποίαν ησθάνθην εναντίον της 
βιαίας εισόδου των εΙς τον οικόν μου. Ή σύζυ- 
γος μου είχε με ^ιαβολικήν τέχνην συνάζει και 
ετοιμάσει πάν δ, τι ήίύνατο νά με παραστήση 
ε:ς τους ιατρούς ώς παράφρονα. Διηγήθη δτι 
ή παραφροσύνη είνε κληρονομική εΙς την οίκο- 
γένειάν μας, δτι ή μήτηρ μου απέθανε ν άπό 
ψνχιχήν άσθένειαν, δτι δτε ήμην εις το Πανε- 
πιστήμιον επασχον παρασθησίας και* ειχον γίνε: 
Οΰμα γνωστού άγύρτου, δστις έξεμεταλλεύθη την 
παι^ικην και σχεοον άκαταλόγιστον εύπιστίαν 
μου, ^ιά νά μου πωλήση ε'ις μεγάλην τιμήν 
χειρόγραφον γραφέν παρ' αύτου του ι^Ιου* δτι 
το χειρόγραφον αύτο ού^εμίαν απολύτως είχβν 
άξίαν, περιείχε 5έ μόνον ^ιεστραμμένας και 



ακατανόητους φράσεις και μερικας συνταγάς 
της νηπιώίους χημείας, άντιγραφείσας άπο κα- 
νέν βιβλίον του μεσαιώνος. "Οτι ή αδιάκοπος 
ένασχόλησις εΙς τό χειρόγραφον αύτο άπε^εί- 
κνυεν δτι έκτοτε ήίη ητο ή ίιάνοιά μου σαλευ- 
μένη. Ότι δ αποθανών πατήρ μου το είχεν εν- 
νοήσει και προσεπάθησε νά με θεραπεύσγ), άναγ- 
κάσας με νά ταζει^εύσω,νά αφήσω τάς μελετάς 
μου και νά ίιασκε^άζω. Ότι ή θεραπεία αύτη 
έπέτυχεν εις την αρχήν θαυμάσια, και ένόμι- 
σαν δλοι δτι ειχον ιατρευθή, άλλ' δτι ευθύς μετά 
τον γάμον μου άνεφάνησαν νέα συμπτώματα 
της ασθενείας μου, δτι μετά τον θάνατον του 
πατρός μου έφερόμην ώς παράφρων και ^ιά τών 
πλέον παρα^όζων απαιτήσεων μου προς διαφό- 
ρους έντιμους κατοίκους της πόλεως παρεϊχον 
τήν σαφή άπό^ειζιν, δτι το κληρονομικον νό- 
σημα της οικογενείας μου είχε καταλάβει και 
έμέ. "Οτι ή σύζυγος μου είχεν επί τινα καιρόν 
υποφέρει ταΰτα πάντα καρτερικώς, θέλουσα ν' 
άποφύγγϊ τό σκάνίαλον, και πολλά επεχείρησε 
προς θεραπείαν μου, άλλ' δτι καθ* ήμέραν έγι- 
νόμην χειρότερος και επικινδυνότερος, και κα- 
τήντησε τέλος να με φοβήται• ίιά τοΰτο ίέ 
και ήναγκάσθη προς προσωπιχήν της άσφά- 
λειαν νά έπικαλεσθη Ίατρικήν βοήθειαν. 

Εις συμπλήρωμα ίέ εμαθον προσέτι, δτι ή 
άθλια ίιεχειρίζετο τήν περιουσίαν μου και εζη 
είς τήν πρωτεύουσαν. Ό Ιατρός έπρόσθεσε, — 
^ια νά μου προξενήσγ) χαράν, υποθέτω — δτι ή 
σύζυγος μου θά ήρχετο νά μ' έπισκεφθ^, άμα 
ήθελε τό επιτρέψει ή ψυχική μου κατάστασις. 

Όλα αυτά τά ήκουσα ήσύχως και τά ένε- 
χάραζα βαθέως εις τήν μνήμην μου. Έγνώριζα 
κάλλιστα, δτι ή κακή αυτή γυνή ένα και μό- 
νον σκοπόν είχεν επιδιώξει, νά λάβττ) κατοχήν 
της περιουσίας μου, και ίέν εβλεπον τήν ώραν 
νά της τήν αφαιρέσω πάλιν και νά τήν τιμω- 
ρήσω τοιουτοτρόπως. 

Πολύς, πολύς καιρός παρήλθε, αλλά ίέν έ- 
χασα τήν ύπομονήν μου. 'Εντός του καταστή- 
ματος είχον κάμει πολλάς καλάς γνωριμίας. Μ^ 
μετεχειρίζοντο δλοι φιλικώτατα, είχον καλήν 
περιποίησιν, και πληρεστάτην ήσυχίαν. Έσκε- 
πτόμην, δτι ήμην ακόμη νέος, δτι ή έκίίκησίς 
μου είχε καιρόν νά περιμέντ), δτι ίέν έπρεπε νά 
δεικνύω άνυπομονησίαν, καΐ πρό πάντων έπρεπε 
νά προσπαθώ νά ^[ατηρήσω τήν άγαθήν ύπό- 
ληψιν του διευθυντού. 

Αίφνης μίαν ήμέραν μου άνεκοίνωσεν δ ια- 
τρός, δτι έπέτρεψεν εις τήν γυναικά μου νά μ' 
έπισκεφθ^. *Άμα ήκουσα τήν εϊίησιν αυτήν, 
ήρχισα νά τρέμω φοβερά, αλλά συνήλθον αμέ- 
σως, και είπον ήσύχως, δτι θα εχαιρον πολύ νά 
έναγκαλισθώ πάλιν τήν άγαπητήν μου Σωσά- 
ναν. Μετ' ολίγον εισήλθε και αύτή^^Ις τό 5ω- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



40 



£3 Σ1Τ !▲ 



ριάτιον, συνοί£υο|λ£νη ύπο του ^ιβυθυντου. Μό• 
λις την εϊία, κ* 6νό|Λΐσα δτι |λ* επνιγβν δ θυ[ΛΟς. 
Ή Ι^έα του χακοΰ το 6ποΐον €ΐχε ιτράζΕί χαΐ 
της άχ«τονο|Λάστου ίλ6•ινότητος, «Ις τιί)ν δ- 
ποίαν [&€ βΐχε βυθίσει, (λ' εφερ&ν εχτός εκυτου. 
βία (Αειίί«(ΐα εις τα χείλη της, (χειίία(Αα 
ίιαβολιχου θριά[/.βου, δτι είχε τέλος χατορθώσει 
έχεινο, το δποϊον επείίωχεν η ψευίης της χ«ρ- 
ίΐα, δτ• (ΛοΙ είωκε την χεϊρά της. Δεν ήίυνή- 
θην να υποφέρω περισσότερον την θέαν της. 
Έπήίησα άγρίως χατ' αύτης, την ήρπασα ^^^ο 
τον λαΐ[χ.όν, και θα την επνιγον βεβαίως, αν δ 
υπηρέτης (ίου, δστις είραριεν εΙς την πρώτην 
χραυγην του Ιατρού, 5έν την άπέσπα άπο τίας 
χείρας (Λου και ίέν με συνεχράτει. Την άπεκό- 
αισαν η(Αΐθανη έκτος του δωματίου. Ησύχασα 
οέ πάλιν ευθύς, Αρια έπαυσα να βλέπω την βίε- 
λυράν έκείνην [λορφην. 

Το έπεισόίιον αύτο είχε λυπηροτάτας ίι' 
έ(λε συνεπείας. Έγνώριζα κάλλιστα τι έπραξα. 
Ηθέλησα να εκδικηθώ το έλεεινον πλάσμα, το 
δποϊον εϊχβ δηλητηριάσει δλην μου την ζωην. 
Ή πράξίς μου αύτη ούίέν είχε το παράλογον 
η παράφρον. Ένόησα δμως δτι δ διευθυντής 
ήθελε συνδέσει το πράγμα προς το μοχθηρώς 
παραμορφωθέν παρελθόν μου χαι ήθελε με θεω- 
ρήσει ως εντελώς τρελλόν, ως μανιακόν. Έγνώ- 
ριζα ίέ δτι έπρεπε να παραιτήσω πλέον την 
ελπίδα της προσεχούς ανακτήσεως της ελευθε- 
ρίας μου, και αθυμία μεγάλη κατέλαβε την 
ψυχήν μου. 

Ό διευθυντής με μετεχειρίσθη πολλάς έβί ο- 
μάδας με μεγάλην ίυσπιστίαν. Άφου δμως τον 
παρεκάλεσα να συγχώρηση την στιγμιαίαν έ- 
κείνην παραφοράν μου, και προσεπάθησα κατό- 
πιν πάση δυνάμει να ανακτήσω την εύμένειάν 
του ίιά προσηνείας, ήπιότητος και ησυχίας, 
έπανήλθον τέλος πάντων αϊ παλαιαι εύάρεστοι 
σχέσεις, αΐτινες ύφίσταντο μεταξύ μας προ της 
επισκέψεως της συζύγου μου. 

Ό καιρός παρήρχετο μονότονος και ταχύς. 
Έσυνείθισα την ζωήν την δποίαν εζων και 
δταν μάλιστα έσυλλογιζόμην, δτι έκτος της 
φυλακής μου ητο ίυνατον να συναντήσω την 
γυναικά μου καΐ δτι θα μου ητο άίύνατον να 
κρατήσω εμπρός της την άγανάκτησίν μου, 
ελεγον κατ* εμαυτόν δτι ίέν ήίυνάμην να ευρω 
άλλου την περιποίησιν, την δποίαν είχον εις 
την ήρεμον καΐ εύχάριστον εκείνην οΐκίαν, δπου 
μου έφέροντο δλοι τόσον φιλικώς και με τόσην 
αγαθότητα. 

Μήνες, ετη παρήλθον. ΑΙ μεγάλαι έορται 
ηλθον, έπέρασαν, και έπανήλθον πάλιν : Το 
Πάσχα, ή Πεντηκοστή, τα Χριστούγεννα, το 
νέον έτος. Και εγώ έμενα εΙς την αυτήν θέσιν,δ 



αύτος πάντοτε. Ό καιρός είχε παύσει να εχη 
άξίαν 4^Γ έμέ. 

Μίαν ήμέραν μου επεσεν εις χείρας ενφύλλον 
εφημερίδος. Οι οφθαλμοί μου απήντησαν ευθύς 
την ήμερομηνίαν, τυπωμένην με μεγάλα, πα- 
χέα γράμμ,ατα, και ανέγνωσα : 13 Όκτω- 
βρίου, 1847. Κρύος ί^ρώς με περιέχυσεν. Εί/ον 
γεννηθή την 13 ΌκτωβρΙου 1812• ήμην επο- 
μένως τριάκοντα πέντε ετών. Ό πατήρ μου 
ειχεν αποθάνει δτε ήμην εικοσιοκτώ ετών, κ* 
ευθύς μετ' ολίγον είχον στερηθή την έλευθερίαν 
μου. 'Από έπτλ ήίη ετών ήμην φυλακισμένος ! 
Ύπήγα εις τό ίωμάτιόν μου, έκάθισα εις μίαν 
σκοτεινήν γωνίαν, έστρεψα την κεφαλήν μου 
προς τόν τοίχον και έκλαυσα πικρά. Επτά 
δλόκληρα, ωραία ετη μου μου είχον κλέψει ! 
Και ή κλέπτρια, ή γυνή ή δποία έφερε τό 
ονομά μου, εζη ελευθέρα και ίιεσκέ^αζε, κ* 
εσπατάλα τό χρήμα τό δποϊον μου είχε ν αφαι- 
ρέσει, και του δποίου τίμημα ύπήρξεν ή ζωή 
του πατρός μου και δλη μου ή επίγειος ευτυ- 
χία ! Απερίγραπτος όίύνη εγέμισε την ψυχήν 
μου, και έβ^ομά^ας δλας ήμην εις άπόγνωσιν. 
Άλλα κατ* ολίγον μετεβλήθη δ οξύ; πόνος 
εις βαρυθυμίαν, και επι τέλους εύρον την ειρή- 
νην και την άνάπαυσιν τι λέγω ; εύρον κάτι 
περισσότερον : εύρον την έλπίία και την εύ- 
τυχίαν. 

Είχον, ώς σας είπον ήίη, μ,ελετήσει ετη 
πολλά και με πολλούς κόπους τό χειρόγραφον 
τό δποϊον μου είχε πωλήσει δ Σό^εν, και εΙς 
την μοναξίαν μου άνεπόλουν διαρκώς δ,τι ειχον 
αναγνώσει. Μελάνη και κονδύλια ήσαν εις την 
^ιάθεσίν μου, ήρχισα ^έ να καταγράφω δσας 
των συνταγών και παραγγελιών είχε διατηρή- 
σει ή μνήμη μου. Με τόν καιρόν έσαφηνίσθησαν 
δλα εντός της κεφαλής μου, ένθυμήθην 5ε πά- 
λιν πασαν λέξιν των διατριβών, περί τών δ- 
ποίων τόσον είχον σκεφθή πρό χρόνων. Εντός 
ολίγων ημερών ήμην εις κατάστασιν να γράψω 
ακριβώς τάς συνταγές προς παρασκευήν του 
ζωτικού φαρμάκου. Ένω 5έ εγραφον, άπεκαλύ- 
φθησαν εΙς τό πνεύμα μου δλα οσα εως τότε 
μου είχον φανή εκ του βιβλίου εκείνου αΐνιγ- 
ματώ^η. 

Γνωρίζετε βεβαίως, δτι τό πολύ πλήθος τών 
αμύητων φρονεϊ τα πλέον ανόητα πράγματα 
περί της συνθέσεως και χρήσεως του ποτού, τό 
δποϊον 5ί5ει άθανασίαν εις τόν ανθρωπον. Δεν 
εχω τόρα σκοπόν να τάς αναιρέσω. Μόνον ση- 
μεϊά τίνα ουσιώδη θα σας εξηγήσω, 5ιότι 
τούτο είνε άναγκαϊον προς κατανόησιν της ιστο- 
ρίας μου. 

Δύο πράγματα εινε απαραίτητα, 5ιά να 5υ- 
νηθγ) κάνεις να μεταχειρισθεί τό ζωτικόν φ05ίρ- 
μακον επωφελώς και άτιμωρητεΙ. ϋρώτο^^, ννώ- 



£2 22 ΤΙ^ 



41 



σις των ττοιχίλων και σπανίων, αναγκαίων ίε 
«Ις ιταρασκβυην του πολυτί(Αθυ ποτού, φυτών 
%αΙ ρ.£τάλλων, άτινα πρέπει να συναχθώσι 
χαι συν^υασθώσιν ύπό ώρισ[Λένας και ^υσχερε- 
στάτας συνθήκας. Δεύτερον ίέ, απόλυτος ύπο- 
ταγτό, ί^Ι (χακράν σειράν ετών, εΙς αύστηροτά- 
ττπν βιωτικ-;ον ίίαιταν. 

Το (Λυστικον της παρασκευής του φαρριάκου 
το είχον τέλος ανακαλύψει* γ)σθανό[ΐ.ην ^έ και 
ττιν ^ύνα[λΐν να υποστώ πάσαν στέρησιν, να 
περιφρονήσω ποίσαν πρόληψιν και να επιτελέσω 
παν το άπαιτού|Λενον, δπως καταστήσω άποτε- 
λεσμιατικην την ενεργέ ιαν του φαρι;.άκου. Απε- 
φάσισα να ωφεληθώ άπο την εν τω θεραπευτή- 
ρια ^ια(/.ονην [ΐ.ου, ^ια να αποκτήσω την άθα- 
νασίαν. ΤΙ |ΐ* ψελε ίι' επτά η καΐ ίέκα και 
είκοσι ελεεινά ετη, τα δποία [Λου είχε κλέψει 
μία αθλία γυνή, δτε έςετεΐνετο ενώπιον (Αου 
χιλιετής, άρ,έτρητος ΰπαρξις ! 

Ό διευθυντής του καταστή(χατος (λ' έ'^ωκε 
προθυ|ΐως την £^ειαν ν' ασχοληθώ εις χηαικάς 
εργασίας και πειρά(Λατα. Το εθεώρησεν ως ά- 
θώαν ίιασκέίασιν, ην ^έν ή^ύνατο νά μ.ου 
άρνηθη, άφου και εν τη φυλακή (χου αύτη ίιέ- 
Οετον σχετικώς (χεγάλα χρηριατικά ριέσα. Επέ- 
μεινε μόνον να με βοηθη κατά τά πειράματα 
μου παρασκευαστής τις, τον δποϊον αύτος ήθε- 
λε διορίσει. "Ιίρυσα λοιπόν εν μικρόν χημικον 
έργαστήριον εις το δποϊον είργαζόμην ένίελε- 
χώς άπο πρωίας μέχρις εσπέρας. Συνάμα ίέ 
ήρχισα νά τακτοποιώ την ^ίαιτάν μου κατά 
τάς παραγγελίας του πχλαιοϋ χειρογράφου, 
τοΰδποΐου δλην τήν σημασίαν μόλις τόρα είχον 
κατορθώσει νά εννοήσω. 

Το πνεύμα ήρχισε νά εύρυνεται δλονέν. Καθ' 
εκάστην ίέ νύκτα εβλεπον εΙς τ* ονειρόν μου τον 
μέγαν σοφόν, δστις με είχε το πρώτον εισαγά- 
γει εις τά μυστήρια της μαγείας και μου απε- 
κάλυπτε τώρα νέους θησαυρούς τών θείων του 
γνώσεων, τους δποίους ούίε'ς θνητός βίχεν ετι 
εξιχνιάσει. αΜ' ένεπιστεύθης,» έλεγε* «λαμπράν 
Οά λάβης άμοιβήν.» Ύπήρζεν οΰτω . . . Διότι 
εντός τών πρώτων εζ μηνών εύρον δ, τι οι πα- 
λαιότατοι τών παλαιών άμυίρώς μόλις είχον 
υποθέσει, άλλ' ούίεις προ εμού θνητός βίχ^ν ανα- 
κάλυψη• το μυστήριο ν, οχι μόνον ν* άπομακρύνη 
τις τον θάνατον κατά βούλησιν, αλλά τήν 
πολύ βαθυτέραν, ώραιοτέρχν και εύγενεστέραν 
τέχνην, νά φέρη τις τήν ζωήν προς τά οπίσω. . . 
χαίνά γίνεται βαθμηίον νεώτερος.]» 

Ό Άρης Κλάασεν έπρόφερεν ενθουσιώδης 
τας τελευταίας λέξεις, και οι οφθαλμοί του έσπιν- 
θηροβόλουν. 

— "Ω, το πολύτιμον εύρημα Ι Μου ε^ωκεν 
έλπΙοΛ 3ίαί εύτυχίαν. Τώρα ήίυνάμην πλέον 
;ά υποφέρω αγογγύστως τήν έλεεινότητα της 



αιχμαλωσίας μου* εγνώριζα δτι θά ήίυνάμην 
ν' αφαιρέσω άπο τήν ζωήν μου δλα τά πένθι- 
μα της μοναξιάς μου ετη. Ή μεγάλη και α- 
νέκφραστος μακαριότης, ήτις έπλήρου τήν καρ- 
ίίαν μου, έξείηλώθη εις δλον μου το ήθος. "ίί- 
γεινα 6 προσηνέστατος και φιλοφρονέστατος 
τών ανθρώπων, εγεινα, ημπορώ νά ειπώ, εις 
τήν αληθή σημασίαν της λέξεως αξιαγάπητος 
άνθρωπος. Όλοι δσοι με περιεστοίχιζον, δ διευ- 
θυντής, 6 υπηρέτης μου, οι ασθενείς, και πολ- 
λοί μάλιστα μεταξύ αυτών κακότροποι άνθρω- 
ποι, δλοι μου ήσαν συμπαθείς και εύπροσήγοροι. 
Κ* έπέρασαν πάλιν τοιουτοτρόπως πολλά, 
πολλά και μακρά ετη. Ό γέρων διευθυντής α- 
πέθανε και τον έθάψαμεν. ^Ηλθε νέος εις τήν 
θέσιν του, δ δποϊος μου είειξεν έντος ολίγου τήν 
αυτήν εύμένειαν ώς δ προκάτοχος του. Μίαν ή- 
μέραν, τον χειμώνα του 1857, μου άνήγγειλδ 
τον θάνατον τής συζύγου μου. *Ήκουσα τήν εϊ- 
ίϊησιν με πλήρη άπάθειαν, και είπον μόνον αΌ 
θεός νά τήν έλεήση.» Τώρα δμως, δτε δ κακός 
μου δαίμων είχεν εκλείψει άπο τον επάνω κό- 
σμον, έ^ίψων έλευθερίαν. 

Έζήτησα νά Ιίώ τον ίιευθυντήν, και ώμίλη- 
σα μαζή του ίι3ι μακρών. Είχα ^έ επιμελώς 
προετοιμασθή* ήξευρα δτι έπρεπε νά ύποκριθώ, 
δτι εγώ, δ τόσον υπέροχος κατέι τήν σοφίαν δ- 
λων τών άλλων ανθρώπων, έπρεπε νά φανώ 
τουναντίον δτι ^εν γνωρίζω τίποτε, δτι θεωρώ 
τον εαυτόν μου πτωχοντφ πνεύματι και βλάκα• 
το έκαμα* ήτο ^ί και τοΰτο ^ι* έμέ νέα άπό- 
ίειξις τής υπεροχής ρ,ου. 

— Κύριε διευθυντά, είπον, με γνωρίζετε προ 
τόσου χρόνου. Είμαι κακός, είμαι επικίνδυνος 
άνθρωπος ; Είνε δυνατόν νά ζήση κάνεις ζωήν 
πλέον ήσυχον, πλέον αβλαβή παρ' έκείνην τήν 
οποίαν βλέπετε, δτι ζώ έίώ ; — Ήξεύρω δτι 
προ πολλών, πολλών ετών, ύπο τήν έπί^ρασιν 
μεγάλων πόνων καΐ βίαιου θυμού, έπραξα πρά- 
ξεις, αί δποϊαι προς το συμφέρον τής κοινωνίας 
και έμου του ΐίίου κατέστησαν αναγκαίαν τήν 
έ(ίώ μεταφοράν μου. Άλλ' έκτοτε παρήλθον δε- 
καοκτώ δλα ετη ! Δεκαοκτώ ! Τόρα είμαι τεσ- 
σαράκοντα πέντε ετών. Το ώραιότερον μέρος τής 
ζωής μου έπέρασα. Άς απολαύσω τουλάχιστον 
το ολίγον ύπόλοιπον, το δποϊον μου μένει. Μή 
με καταδικάσατε εις ισόβιον φυλακήν. Δεν έκα- 
μα τίποτε άξιον τόσον σκληράς τιμωρίας. Το 
μόνον δν, εΙς το δποϊον θά έγινόμην ίσως έπικίν- 
'ϊυνος, ή σύζυγος μου, απέθανε. Κάνεις ίέν υ- 
πάρχει σήμερον εις δλον τον κόσμον, δστις νίι 
μου έμπνέγ) άλλα αισθήματα, ή αισθήματα εύ- 
μενεΐας. Δόσατέ μου τήν έλευθερίαν μου, ώστε 
νά δυνηθώ κ' εγώ το κατ* έμέ νά κάμω καλόν 
είςτήν ζωήν μου. Είμαι εύπορος άνθρωπος. Σεϊς 
ε'χετε πτωχούς εις το κατάιτημά^^ας. Σας ύ- 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



42 



£2 22ΤΖ^ 



πόσχο(Ααι πλουσιωτάτην την συνίρο(χήν (Λου 
ύπερ αυτών, θέλω η αγαθοεργίκ (χου νά ώφ£- 
λησΥϊ προ πάντων τους παλαιούς δ(χοιοπαθ£ΐς 
(Λου. Άλλα καταστήσατε (χου ίυνατον νά άγα- 
θοεργήσω και εΙς (χεγαλείτερον κύκλον. Μία 
λέξις σας άρκεϊ νά [Αου άπο^ώσγ) την έλευθερίαν 
(χ.ου. Εϊπετέ την αυτήν τήν λέξιν ! Φανήτε έ- 
λεή(Λων... δίκαιος. Πιστοποιήσατε δτι εθερα- 
πεύθην, η, αν ίεν επιτρεπη τούτο ή συνείίησίς 
σας, δηλώσατε τουλάχιστον δτι εί(χαι αβλαβής, 
ακίνδυνος. Και είρ.αι, κύριε διευθυντά... το γνω- 
ρίζετε. Ελεήσατε ίυστυχή άνθρωπον, δστις ε- 
πένθησεν εν άθλιότητι τα ωραιότερα της ζωής 
του ετη, δστις ουδέποτε ηθέλησε το κακόν, 
ού^έ είναι κακός. 

Οι ό(ρθαλ[ΛθΙ (χου ήσαν γε(Αάτοι δάκρυα, και 
^ διευθυντής ήτο βαθύτατα συγκεκινηριένος. 

— θά κά[Λω ί ια σ&ς δ, τι ^ύνα(Ααι, είπε. 

Μετά τινας ήριέρας [χ* επεσκέφθησαν ^ύο ζέ-^ 
νοι άνθρωποι. Έγνώρισα ευθύς δτι ήσαν ιατροί, 
και έλαβα τά μέτρα [χου. Με ή:ώτησαν περί 
πολλών πραγ|χάτων, περί τών σπουδών και α- 
σχολιών [χου.Τού; έ'ό^ωκα ίε εύγενεστάτην εις δλα 
άπάντησιν. Ό εις έζ αυτών ηθέλησε νά (χ* έρε- 
ΘΙση, ως δ συνάίελφός του εκείνος προ είκοσι 
ετών, αλλ* εγώ ένόησα τον σκοπόν του και 
ίέν έπεσα εις τήν παγίδα. αΉ[χπορεΐ νά πλα- 
νώ[χαι, απήντησα εις τάς χλευαστικάς του 
παρατηρήσεις περί τών εργασιών (χου• άλλ* ή 
πλάνη (χου ^έν βλάπτει κανένα και |χέ κάρ,νει 
ευτυχή 10. 

Μετ' ολίγον άνεχώρησαν πάλιν οέ ίύο κύρι- 
οι, και οκτώ ή(χέρας βρα^ύτερον ήλθεν δ διευ- 
θυντής [χέ πρόσωπον άστράπτον άπο τήν χαράν 
και (χ' ε^ωκε τήν άίειαν δτι ή(χην ελεύθερος. 

— Σας συγχαίρω, ' φίλτατε Κύριε ;Κλάασεν9 
ειπεν ελπίζω ίέ και- ευχο|χαι είλικρινώς νά 
χαρήτε τήν ζωή ν σας*, πολλά ετη άκόριη. θά 
ύποβληθήτε εις (χερικά (χέτρα, τά δποΐα δ|χως 
σέν θά σας ήνε ίιόλου οχληρά, και σας συ|χ- 
βουλεύω νά (χή φέρετε άντίστασιν. Καλόν θεω- 
ρείται νά (χείνΥ) διαρκώς εις τήν ύπηρεσίαν σας 
ί) Φράντς, δστις προ τοσούτων χρόνων σας ύττη- 
ρετεϊ καί, αν ίέν πλανώιχαι, σας ευχαρίστησε 
πάντοτε. Πρέπει ίέ προσέτι να σδς παρακαλέσω 
νά ε(χπιστευθήτε τήν ^ιαχείρισιν της περιουσίας 
σας, ήτις ηύζησε σπου^αίως κατά ί τά τελευ- 
ταία ετη, εις άνθρώπους-έ(χπείρους, ικανούς καΐ 
τΐ(χίους. Σεις έγείνατε εντελώς ξένος τών χρη- 
ματιστικών, και αν ήθέλατε νά φροντίσετε |χό- 
νος περιττής διαχειρίσεως τών κεφαλαίων σας, 
θά ύπεβάλλεσθε ί εις απείρους ενοχλήσεις και 
στενοχώριας. Οί κύριοι, οί.δποΤοΓθά σας απαλ- 
λάξουν αύτοΰ του κόπου, θά σας παρέχουν τόσα 
χρήματα, δσα λογικώς δύνασθε νά δαπανή- 
σετε. Δεχθήτέ το, ίιότι και τούτο εκρίθη κα- 



λόν ως δρος της απελευθερώσεως σας. Άν λά- 
βετε ανάγκην συμβουλής, άποταθήτε εις έμέ 
έμπιστευτικώς. Έκερ^ήσατε τήν ύπόληψίν μου, 
και θά μείνω πάντοτε πιστός φίλος σας. 

Συνήνεσα εις δλα προθύμως, ένηγκαλίσθημεν, 
και τήν επαύριον, εν μέσφ τών ευλογιών τών 
Ιατρών, τών ασθενών και τών φυλάκων, εγκα- 
τέλειψα το κατάστημα, δπου είχα ζήσει δεκαε- 
πτά δλα ετη.» 



("Επίται το τέλος.) 



■ Ι Ο Ι€* 



Η ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 

Συνέχεια* ?2β προηγούμ£νον φυλλον. 

Δ'. 

ΟΡΟΙ παραδοχής τον ΕΛΛΗΝΟΝ ΤΠΟ ΤΗΣ 
ΓΕΝΟΤΗΝΣΙΑΚΗΣ ΔΪ1Μ0ΚΡΑΤΙΑΣ. 

Ευθύς άμα έφθασαν οί Έλληνες ούτοι εΙς 
Γένουαν, ή γενουηνσιακή Κυβέρνησις τοις παρε- 
χώρησεν οικήματα ϊνα, επί τίνα χρόνον, ίια- 
μείνωσιν εκεί. Και πράγματι ^ιήλθο ν δλον τον 
χειμώνα εν Γενοϋτ^• Καθ* δλον ίέ το διάστημα 
τούτο εσχον καιρόν ϊνα ρυθμίσωσι τάς περί 
του αποικισμού υποθέσεις των μετά της γενου- 
ηνσιακής Δημοκρατίας. "Ολαι ^έ αϊ συμφωνίαι 
τής άποικίσεως ταύτης περιλαμβάνονται εις το 
άκόλουθον εγγραφον, το δποϊον έγένετο εν Γε- 
νούν) και υπεγράφη ύφ* εκατέρων τών συμβαλ- 
λομένων μερών. 

Το εγγραφον τοΰτο έίημοσιεύθη ήίη ύπο 
του Λιμπεράνη καΐ του Καμβιάγη. Έν ίέ τοις 
άρχείοις της έν Αιακκίφ οικογενείας τών Στε- 
φανοπούλων Κομνηνών ευρίσκεται ετι και σή- 
μερον το εγγραφον τοΰτο ύπο τον ιίτλον : (ίΟο- 
ρία άβΙΙβ ΟφριίοΙαζιοηβ. » Ή αντιγραφή αυτή 
είναι ετίΐκεκυρωμένη ύπο του Κυβερνήτου τής 
Βαστίας, ύπο χρονολογίκν 26 Ιανουαρίου 1784. 

Συμφωνητ(ΐιι6ν Ιγγραφ6ν μ$τ«ιξ{> γ^νουηνβ(α1ι9^ς 
▲ημοιιιρατ&ας «αΙ άηο(«ων 'Ελλήνιαν. 

1. Ή γενουηνσιακή Δημοκρατία άπαιτεϊ 
ίνα ή έν Κορσικτ) εγκατασταθεί σα ελληνική 
αποικία, ^ιά παν δ,τι αφορά τήν θρησκείαν, 
ύποταχθ^ εις τον ΙΙοντίφηκα τής Ρώμης, ε'κτε- 
λουσα τάς ιεροτελεστίας της ελληνιστί, καθ* 
δν τρόπον έν Ρώμη, έν τφ βασιλίφ τής Νεαπό- 
λεως και έν Σικελί(2( ε'κτελοΰνται. 

2. Άπαιτεϊ Ινα, μετά τον θάνατον του 
μετά τών Ελλήνων έλθόντος Επισκόπου και 
μετά τον θάνατον τών συν αύ;^ καλογήρων 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



£ 22 χ Ι Α 



43 



χκΐ άρέων, οι νέοι ίβρεΐς χειροτονώνται και ^ιο- 
ρίζωνται ύπο της Άγιας "Είρας,η ύπο των επι- 



Γ30«ων αΰττις. 



3. Άπαιτεϊ ίνα, ^ιο6 παν δ,τι άφορςέ τους 
άρςύς χανόνας, ύποτάσσωνται βις τον Λατίνο ν 
ΈΐΕί<τχοΐΓθν της επαρχίας εΙς την δποίαν υπά- 
γονται. 

4. Οί Έλληνες, (Λετά την άφιξίν των βίς 
ηαθ(ΐ.ίαν, όφείλουσι να κτίσο^σιν, Ι^ίαις ^απά- 
ναις, Έχχλησίας και οικίας ίιά την χρήσΐν των, 
και νά ηναι ύποτβταγμένοι εΙς τον Διοικητην, 
τον δ-ποϊον ήθελε τοΙς πέ(Λψει, κατά καιρούς, η 
γαληνότατη Δημοκρατία. 

5. Έν πάση ί* ανάγκη της Δη|ΐοκρατίας 
όφ£ίλουσι νά ηναι ετοΐ(Αθΐ νά την ύπηρετήσω- 
<πν, ως κάλοι ύπηί^οοι, κατά τε γην και κατά 
θάλασσαν. 

6. Ή Δη[λοκρατία απαιτεί ΐνα οί Έλληνες 
δρκισθώσι πίστιν και ύπακοην εις τους νό[λους 
της, και πληρόνωσιν ακριβώς τους υπάρχοντας 
η χαι ύπάρζοντας φόρους. 

7. Ή Δημιοκρατία παραχωρεί εις τους προρ- 
ρηθεντας Έλληνας και εΙς τους ίιαίόχους των 
τρία χ^ωρία, κατ* εκλογην, την Παοαίαν, την 
Ρεβίίαν και την ΣαλονΙαν, |Λέ την συ(ΛφωνΙαν 
όριως ινα τά ριερί^ια των γαιών, τα δποΐα ηθε- 
λον ίοθτί εΙς εκαστον τούτων, ίια|Λθΐρασθώσι 
μεταζυ των τέκνων των η τών κληρονόμων των, 
άνευ διακρίσεως του φύλου, εις ίσα μέργ). Έν 
περιπτώσει ίε καθ* ην οικογένεια τις ηθελεν 
εκλείψει, η Δημοκρατία γίνεται κληρονόμος της 
περιουσίας αύτης. 

8. Ό "Αρχων της Γενούης υποχρεούται νά 
προμηθεύσχ) το ύλικόν ίιλ την οικο^όμησιν τών 
έκκλγισιών και τών οικιών, ώς και τον ^ιά τον 
σπόρον σίτον κλπ., άπαιτών, εν τούτοις, την 
πληρωμην αυτών μετά πάσης ακριβείας, εντός 
εξ ετών. 

9. Επιτρέπεται έκάστω νά εχη κλιβάνου^ 
και υδρόμυλους, η ανεμόμυλους. 

10. Ωσαύτως η αποικία αυτή δύναται κατά 
βούλησιν να θρέψτ^ παντός είίους ζώα, μικρά 
και μεγάλα. 

11. Παρέχεται έκάστφ το δικαίωμα να «χη 
κατ* οίκον παντός εΐίους όπλα* με την έπιφύ- 
λαξιν θμως ΐνα, έν καιρφ απαγορεύσεως οπλών, 
έκαστος ει^οποι^ περί τούτων τφ κατά καιρούς 
Διοικητή. 

12. Επιτρέπεται το έμπόριον παντός εΐ^ους 
εμπορευμάτων οιά μέσου της άποτίσεως τών 
οφειλομένων τ^ ΔημοκρατΙ(;: δικαιωμάτων. 

13. Δύνανται οί Έλληνες ούτοι με την ση- 
μαίαν της Δημοκρατίας νά έκστρατεύσωσι κατά 
τών Τούρκων, με την ύποχρέωσιν δμως του νά 
έξοφλώσι τά προξενικά δικαιώματα και πάν 
δ,τι ?> νόμος απαιτεί έν τοιαύττρ περιπτώσει. 



14. Ή δημοκρατία υποχρεούται νά μετα- 
φέρτ, την άποικίαν ταύτην εις Κορσικην δωρεάν, 
εξαιρέσει τών χιλίων ρβζζθ, τάς δποίας έπληρω- 
σεν η^η ίιά το ταξείίιον τούτο, και τών δποίων 
απαιτεί την πληρωμην. 

*Εγετ8το ετ Γετουτ^ τ^ 18 Ίανοναρίου 1676. 

Το εγγραφον τοΰτο είναι ίκανώς εύεξη";τ)τον, 
^10 και ίέν έχει ανάγκην πολλών σχολίων. 

Τοί τρία πρώτα άρθρα άποβλέπουσιν άποκλει• 
στικώς την θρησκείαν. Ή Δυτική Εκκλησία 
άπο πολλού τΐίη καταγίνεται δπως ύπαγάγγ) 
ύπο το σκήπτρόν της σύμπασαν την ορθό^οξον 
Έκκλησίαν. Είναι λοιπόν έπόρβνον δτι, δσάκις 
παρουσιάζεται κατάλληλος έπΙ τούτφ ευκαιρία, 
ίέν την άφίνει νά παρέλθΊ(ΐ. Όλόκληρος Ελλη- 
νική Όρθόίοξος αποικία, άπροσ^οκήτως, επεσεν 
εις τά ίίκτυά της... Το ζήτημα ητο απλούν: 
Σας δεχόμεθα εις το είαφός μας, άλλ' οφείλετε 
ν' αλλάξετε θρησκείαν. '*Αν θέλετε, έχει καλώς* 
ειδεμή, επιστρέψατε έκεϊσε, δπόθεν έρχεσθε... 
Ή επιστροφή ητο αδύνατος. Δεν έμενε λοιπόν 
άλλη δίος τοις δρθο^όξοις τούτοις Έλλησιν, 
εΙμή ή της άρνησιθρησκεΐας. 

Περί του τρόπου της παραβιάσεις ταύτης δ 
Λιμπεράνης ρ,άς ίιέσωσε τάς ακολούθους πλη- 
ροφορίας* Ζ»α (ΐηαΐ οοΒα δβη οοτηρνββα άά* Οα^ 
ρί, /^ οαρίοηβ οΗβ ρβΓ8ηαάβ88βτο ΡιιΗί Η αΙΙνί 
Οτβοί αά ηηί/ϋπηανβί αί εβηΙίτηβηΗ ΟαίίοΙίοί, 
β ρτίτηα ά% ρατίίνβ ρβτ Ια Οονείοα Ιηί,ία Ια Οο- 
Ιοηνα (βοβ αΙ)]ν,να άβΙΙο βοίβτηα αναπΗ αΐ Ξβηα- 
ίο. (ΐ8ίοτία άβΙΙα Οοτείοα κτλ. Τομ. Β'. σελ. 
575.) Ό παπα-Νικόλαος περί της άρνησιθρη• 
σκείας ταύτης ούίαμού ούίένα ποιείται λόγον... 
Ό ταλαίπωρος ιερεύς αίσχύνεται νά δμολογήση 
δτι ίιά της βίας τον έκαμαν Καττόλικον Λατϊ- 
νον. Αναμφιβόλως ί' έξηκολούθει νά ίΐατελτ) 
έν τ^ πίστει τών πατέρων του, ώς τούτο εικά- 
ζεται και «κ της εΐίήσεως, τήν δποίαν ίιέσω- 
σεν ήμϊν δ ΙιΛ νϋΐθ ΗβαΓηοίβ, περί του δτι ή 
Αυλή της Ρώμης ^μετά τίνα καιρόν ύποπτεύου- 
σα τήν προς έαυτήν πίστιν και άφοσίωσιν τών 
θυμάτων της τούτων, τοις επεμψεν ενα Φραγ- 
κόπαπαν Κέρβερον, δ δποϊος νά έπιβλέπη τά 
διαβήματα των. (Άνωνυμ. Ίστ. ττ^ς Κορσ. σελ. 
293.) . 

Έν τφ ΒίόΜφ τών ΒαΛΤίσμέκων του 
Δημαρχείου τών Καρυών, μεταξύ τών πολλών 
Ελλήνων ιερέων της Παομίας, απαντάται ίιά 
πρώτην φοράν κατά το έτος 1729 και τις ιε- 
ρεύς, Ιταλιστι καταγραφών τάς ύπναύτου τε- 
λουμένας ίεροπραξίας και υπογράφων : ^. ^08θρ 
ΜαΓία ΟίΰδΙίηίαηί Οαροΐ&ηοδ. Εικάζω)^ ίέ δτι 
ούτος είναι δ περί ου δ λόγος Καπελάνος, α- 
ποσταλείς εις Παομίαν Ϊνα έπιβλέττη τά διαβή- 
ματα τών έκει Ελλήνων ιερέων. Επίσης ίέ καΐ 
δ Παπα-Νικόλαος έν τω χβιρογροςφφ του κά|- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν1:ιΟΟ^ΐ€ 



44 



ίΣΤΖ ▲ 



|χ.ν<ι λογον π&ρ( τίνος ^ΕχΛαμΛροτάζου χαΐ 
Αί^ίσιμωτάνον Παζηρ 'Ιουσηηακοϋ^ του δ- 
ποίου την οΐ)θίαν ίν Παο[ΐ.(^ «χον προσβάλει 
οί επαναστάται Κορσικανοί το 1729. 

Το ?^έ[Λπτον £ρθρον (χας πληροφορεί δτι οί 
Έλληνες ούτοι ώρειλον νά ύπηρ&τήσωσι στρα- 
τιωτικώς την γενουηνσιακην Δη(Λ0)ΐρ«τί«ν εν 
καιρώ ανάγκης. Έζ χλλου ^έ βλέπθ{Λεν θτι, 
^ιά Γου Σικάτου τρίτου άρθρου, οί Έλληνες 
ούτοι ηούναντο ύπο γενουηνσιακην ση(Ααίαν νά 
εκστρατεύσωσι κατά των Τούρκων. Τοί υπέρ 
της Δη(χοκρατίχς καθήκοντα των τά εκφράζει 
το τρε^Απτον άρθρον. "Αρα το ίέκατον τρίτον 
άρθρον άφορα: αποκλειστικώς αυτούς τους Έλ- 
ληνας. 

Εντεύθεν εξάγεται καθαρώς δτι οί Έλλη- 
νες οΰτοι ηλπιζον ποτέ νά έπανέλθωσιν εις τάς 
αρχαίας εστίας των. 'Ήλπιζον ν* άποκτήσωσι 
ποτέ θαλασσίαν ^ύναρ,ιν κα\ νά έκστρατεύσωσι 
κατά της Τουρκίας, έπ' έλπί^ι ν* άνακτήσωνται 
το πάτριον είαφος. Και ϊσως θά βπεχείρουν 
τοιαύτην τινά εκστρατείαν, και θά έπετύγχανον 
του σκοπού των, εάν η Κορσικανική έπανά- 
στασις ^έν ίιετάρασσε την ησυχίαν των 
καΐ, κατά συνέπειαν, ίέν ερ,αταίονε τά σχέ- 
δια των. 

Έκ του τετάρτου και του ενδεκάτου άρθρου 
πληροφορού(Αεθα οτιέν Παοριίο: ώφειλε νά ύπάρ- 
χτ, εις Διοικητής ρ,ή Έλλην, του δποίου καθή- 
κον ήτο νά ίιευθύνγ) και νά ίικάζη τάς δια- 
φόρους υποθέσεις των κατοίκων 'τοΰ χωρίου τού- 
του. Ό ίιοικητής ούτος έκαλεϊτο ά^ιαφόρως 
ΙταλιστΙ ΌΪΓβηοΓβ ή Κβ^^βαΙβ (τίαδάίοβηΐβ και 
ίέν είχε το δικαίωμα ν3ο ίιοικήση την Παο- 
[λίαν περισσότερον των ίύο ετών. Τον άπο του 
1676 'μ-ίχοι του 1729 κατάλογον τών διοικη- 
τών της ΓΙαθ[Αΐας ίηίΑοσιεύοαεν ιις το τέλος του 
έπθ[Λένου άρθρου. 

Ή Δη[ΐ.οκρατΙα της Γενούης άνεγνώρισεν 
επίσης ί ιά προνομιούχων εγγράφων τους τίτλους 
και τά ίικαιώ(ΐατα τών αρχηγών της ελληνι- 
κής ταύτης αποικίας, οϊτινες εχαιρον (χεγάλην 
έπιρροήν έπι του ελληνικού πληθυσριου. Οί άρ- 
χηγοι ούτοι, προς ίιάκρισιν εκ τών άλλων Ελ- 
λήνων, ίφερον διακριτικά τίνα ση(Λεϊα έπι του 
σώρ(.ατος και έλά(Λβανον έκ (χέρους του κλήρου 
ιδιαιτέρας τΐ|Λάς έν ττ) Εκκλησία. Τελευταίος 
ίέ προνομιούχος αρχηγός της ελληνικής ταύτης 
αποικίας είναι δ Καπετάν Γεώργιος Στεφανό- 
πουλος, περί του δποίου πολλάκις γίνεται λόγος 
έν τ^ πραγματείί^ ταύτη. Τοιαύτα ίέ προνο- 
μιούχα ε^γγραφα κατέχει πάμπολλα ή έν 
ΑΙακκίφ οικογένεια των Στεφανοπούλων Κο- 
μνηνών. 

Οίΐτω, μ«τά το τέλος τών ^ιαφόοων υπο- 



θέσεων των, κατέλιπον την Γένουαν οι άποικοι 
•ύτοι Έλληνες και έφθασαν εις Παομίχν της 
Κορσικής ττί ϋ Μαρτίου του 1676. 

("Επβται συνέχβια) 

Ν. Β. Φαρδ υς 



Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΑΑΡΒΙΝ 

«ατ' οΤκιον 

[Συνέχεια χαΐ τίλος* Χ^η, ιτροηγούμκνον ρύλλον]. 

Ό Αάρδίτ ως οΙχογΒΠίάρχης. 

Ό βίος του Δάρβιν ίιήρχετο έκ τών προτέ- 
ρων κεκανονισμένος. 

Ό Δάρβιν ήγάπα θερμώς τά τέκνα του χαι 
άντηγαπάτο δμοίως ύπ' αυτών. Μετά τον θάνα- 
τον τής μικρας "Άννης, του δεκαετούς θυγα- 
τρίου του, ι^ού τί έγραφε. 

«Αί κινήσεις της ήσαν ζωηραι και πλήρεις 
χάριτος. Ότε περιεπάτει μετ' έμοΰ εΙς το βαηά- 
-'^&ΙΙί, αν καΐ έβά^ιζον ταχέως, έπροχώρει ττη- 
^ώσα, το ίέ άγαπητόν της πρόσωπον έφώτιζε 
γλυκύτατον μειδίαμα. Μετεχβιρίζετο συχνάχις 
ύπερβολικάς εκφράσεις, δτε ^ε την είρωνευόμην 
παρφ^ών τους λόγους της, έκίνει την κεφαλήν 
και άνεφώνει* 
α — *Ω, πατέρα, ^έν είνε κάλο αύτο που κάνετεΙ 

α'Δπωλέσαμεν την χαράν της εστίας ημών 
και την παρηγορίαν του γήρατος μας. Δένήγνόβι 
πόσον περιπαθώς την ήγαπώμεν και τώρα είθε 
νά γνωρίζ•ΐ() πώς άγαπώμεν εισέτι την χαριτω- 
μένη ν της μορφήν!» 

^Ητο εξαίρετος πατήρ, φιλοστοργότατος και 
επιεικέστατος. «Δεν πιστεύω, λέγει 6 υιός του 
Φραγκίσκος Δάρβιν, ν* απηύθυνε ποτέ οργίλην 
λέξιν εΙς κανέν έκ τών τέκνων του* τουλάχιστον 
δτε συνέβαινε τούτο, δ τρόπος ίι' ού έζήτει 
συγγνώμην ήτο συγκινητικός. Εις τών υιών του 
ίιηγεϊται δτι ποτέ εις ζήτημα τι απασχολούν 
ζωηρώς την κοινήν γνώμην έν ΆγγλΙ^ έζήνεγκε 
παρατήρησιν μη συμφωνούσαν προς την γνώμην 
του πατρός του. Ό Δάρβιν όργισθεις έπέπληξεν 
αυτόν σφο^ρώς. 

αΤήν πρωίαν τής επαύριον, περί την έβίόμην 
ωραν, λέγει δ υιός του, ηλθεν εΙς το ίωμάτιόν 
μου, έκάθησεν εΙς την κλίνη ν μου και μοι ειπεν 
δτι ιίέν ήίϊυνήθη νά κοιμηθνί συλλογιζόμενος δτι 
έδειξε τόσην όργήν κατ' έμου, άνεχώρησε ίέ άφ' 
ού μοι είπε λόγους μεστούς φιλοστοργίας.» 

Και τά τέκνα του ίέ έζετίμων αύτον ύπο πά- 
σαν εποψιν, και ως συμπαίκτορα ετι, μία ίέ 
τών θυγατέρων του ίιηγεΤται τά επόμενα* «Ώς 
παράδειγμα τών σχέσεων μας και ως άπόίειζιν 
τής σημασίας ην άπε^ί^ομεν^εΙ^ αύτον Λ>ς σύν- 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



]Β22Τυ^ 



45 



τροφον των ιυαιγνιΑίων |ΐ.«ς θ& εϊπω δτι εις των 
•-ίων του, τιτραετης την ηλικίαν,άττεπειράθη νά 
^ιαφθ^ίρη «ύτόν ^ιό ^ώ^εχα πεντάλεπτων, δ- 
:;ώς ελθτρ χαΐ παίξγ) (ΛαζΙ (Λ«ς την ωραν της 
εργασίας του. Πάντες έγνωρίζθ[ΐ.εν πόσον ίερά 
ητο έχείντ) •η ώρα, αλλά μ.δς έφαίνετο άίύνατον 
τάλιν ν* άντιστη εΙς ^ώ^εχα ηΒΥτάρΒ(:\ι> 

Τα παιδία είσέβαλλον συχνάχις εΙς το σπου- 
^χσττιριόν του όπως ζητησωσι σπάγον, ψαλλί- 
ίιον, |ΐ.αχα(ριον, σφυρίον δτε ίέ τούτο επανε- 
λα|ΐβάν»το πολλάχις, τοις έλεγε |Λετ' εγχαρτερη- 
9€(ιΚ' €Δ€ν νομίζετε δτι είριπορεΐτε νά [λην ζα- 
ναίλθτατε;» Ουίέποτε ίέ λέζις άνυπο(Λθνησίας 
η όργτίς έξήρχετο του στό(Λατός του. 'Ητο πάν- 
τοτε αγαθός χαΐ πρ^ος, ^ειχνύων συ[Λπάθειαν 
προς τάς ασχολίας τών τεχνών του, είτε παι- 
γνίδια ήσαν αύται εΐτε εργασία. 

Κς τους προσχιχληριένους υπ* αυτού εφέρετο 
λίαν <ύγ•νως, χαθιστών θελχτιχωτάτην την εν 
Δάουν ίιαριονην αυτών ού^ε σχιάν αλαζονείας 
ε^είχνυε* τουναντίον ρ^άλιστα εφαΐνετο θεωρών 
εαυτόν δλως άσηριαντον ενώπιον του (Αεθ' ου συν- 
ίιελεγετο. 

Έν ταϊς συναναστροφαΐς δ Δάρβιν ητο ευθύ- 
{ί.ος• τπγά^α ν* αστειεύεται, νά πειράζη ενίοτε, 
έςετί^ια ίβ λίαν το τυνευρια τών άλλων χαι την 
ευτραιτελίαν. Ό Δάρβιν ευρισχε χαιρόνν' άσχολη- 
τζι χαΐ περί τών υποθέσεων του χωρίου του• (α6- 
τείχβ διαφόρων φιλανθρωπιχών σω[Λατ£ίων, προ- 
Ού{ΐως πάντοτε ε'ισφέρων. 

ΖΖΙδο είργάζδζο ό /ίάρδιτ. 

Ό Δάρβιν ίέν συνήθιζε ριηίε στιγριήν νά ία- 
χαν^ ίπΐ [/.αταΐω. Την άξίαν του χρόνου ερ,αθεν 
επι του «Μπήΐ'γχλ» ένθα ή εργασία χατ* άνάγχην 
ίγίνετο ίν σπουίτί. Ήτο άοέξιος, εθαύριαζε ίέ 
πολύ τους δεξιούς άνατόριους. Ήγάπα τάς άπλας 
Ι&εθό^ους χαι τά άπλα όργανα. Έπενόει παντοίας 
συσχευάς, χατασχευάζων χονίροει^η προσχείιά- 
^^ΧΛ ^ιά του ξυλουργού η του χλειθροποιού 
τού χωρίου. Ή άνατο(χ.ική του τράπεζα ητο 
χονδρά σανίς, τά ί' εργαλεία του στοιχειώδη. 
Βργάζετο συντόνως, έξαχριβών την γενοριένην 
εργασίαν, ώστε νά [Αη εχγϊ άνάγχην νλ την έπα- 
^αλάβιρ. Έσημείου εχαστον πείραρ.α, οιονδή- 
ποτε χαΐ αν ητο το άποτέλεσ|Λα αυτού. Έπε- 
χείρ£ΐ ενίοτε χαΐ τά παραίοξότατα τών πειρα- 
Ι&άτων φρονών δτι χαι εζ αυτών ή^ΰνατο νά 
προέλθη τι. Έίείχνυε ί * έπιαονήν άχατάβλητον, 
ζληθές πεΐσρια. Ευθύς ως Ιοεα πειράριατός τίνος 
χαρουσιάζετο εΙς το πνεύριά του, έπρεπε νά το 
εχτελέσγ) αντί πάσης θυσίας. Μετά την ύπερβο- 
λιχήν συγγραφιχήν εργασίαν τά πειρά(λατα άνε- 
χούφιζον το πνεΰριά του. 

Τά βιβλία εθεώρει ώς άπλα όργανα εργασίας. 
Ή προς αυτά αγάπη τών φιλοβίβλων τω ητο 



πάντη άγνωστος. Έτεριάχιζε τά ογχώίη συγ- 
γρά|Χ(ΐ.ατα δπως Λαταστήση αυτά εύχείριστα. 
Έζέσχιζεν εχ τών ίιαφόρων φυλλαδίων δ,'^ι ίέν 
ένίιεφερεν αύτώ. Έφ' δσον άφιχνούντο τά βι- 
βλία εριελετα η ίιήρχετο αύτλ χατά την πι- 
θανήν αυτών άξίαν, τηρών ση[Λειώσεις η περι- 
λήψεις προς Ι^ίαν αυτού χρήσιν αί ίέ σηριειώ- 
σεις εχεϊναι χαΐ τά τεύχη ε'ταξιθετούτο εντός 
θηχών ύπό (διαφόρους τίτλους. Ή πλήρης κατα- 
τετ(Λη(Αενων τό(;.ων βιβλιοθήκη του ητο παράδο- 
ξος την δψιν. 

Ό τρόπος τού γράφειν αυτού ητο απλούς• 
συνεβουλεύετο κατ* αρχάς τάς σχετικάς προς 
τό θέ(λα του ση(/.ειώσεις, και έχάρασσε σχε- 
^ίασ(/.ά τι εΙς τό όπίσθιον (λέρος τών τυπο- 
γραφικών διορθώσεων η τών παλαιών χειρογρά- 
φων του. Είτα αντέγραφε τό γραφέν, ίιά τού 
^ι^ασκάλου τού Δάουν, δστις ητο δ ειδικός 
άντιγραφεύς τού Δάρβιν. Τό άντίγραφον εκείνο 
επε[Λπεν εις τό τυπογραφεϊον, αφ* ου τό έπε- 
θεώρει. 

Ό Δάρβιν έγραφε (χ.ετά δυσχέρειας, ενίοτε 
σκοτεινώς καΐ ασαφώς. Πολλάκις έσταριάτα 
έν τζ) (λέσω φράσεως, έξ ης ίεν ήσύνατο ν* άπαλ- 
λαχθτί και έλεγε προς εαυτόν «Τώρα, τι θέ- 
λεις νά ειπγ)ζ ;» και έξέφερεν ύψηλοφώνως την 
άπάντησιν. Τό φιλολογικόν ριέρος της εργασίας 
του ητο τό δυσχερέστερο ν και άνιαρώτατον εΙς 
αυτόν. «Μοι φαίνεται δτι τό πνεύ(/.ά (Αου εινε 
θύ(Λα κακής τίνος τύχης, ήτις (λέ αναγκάζει 
νά ^ιατυπώ ελλιπώς ή ά^εξίως τάς Ι^έας (ΛΟυ. 
Κατ* αρχάς συνείθιζον νά ίιανοώριαι πολύ πριν 
γράψω φράσιν τίνα. Άπό τίνων ετών παρετή- 
ρησα δτι έκέρ^ιζα καιρόν χαράσσων έν βίο: σε- 
λίδας δλοκλήρους, συντέρ-νων κατά τό ή(/.ισυ 
τάς λέξεις και ^ιορθών είτα αύτάς έν άνέσει. 
Αί τοιαύται έν σπουίτ) κεχαραγριέναι φράσεις 
είνε πολλάκις καλλίτεραι εκείνων, ας θα εγρα- 
φον [Λετά σχέψιν.^ 

ΕΙχονογραφήριατά τίνα, άτινα έ^η[χοσιεύθη- 
σαν έν τοις έ'ργοις του ήσαν ώς έπι τό πλείστον 
έργα τών τέκνων του, Υΐσθάνετο σε προς αυτά 
ά|χετρον θαυ(Λασ(ΛΟν, Κατά τά τελευταία της 
ζωής του ετη ίέν αντέγραφε πλέον άλλ' ύπη- 
γόρευε• έ'φθανε ίέ ρ(•έχρις εξαντλήσεως τών ίυνά- 
(χ,εών του• χατέπαυεν αίφνης την ύπαγόρευσιν 
λέγων «Δεν είριπορώ πλέον φθάνει.]) 

Τά έργα τών άλλων έκρινε λίαν εύριενώς και 
αν ετι, ώς συχνάκις συνέβαινε, ίέν είχον ριεγά- 
λην άξίαν. Ή μ,ετριοφροσύνη του ητο πασίγνω- 
στος. Ό Δάρβιν ^εν ητο έκ τών πειναλέων εκεί- 
νων της ίόξης, οϊτινες αγωνίζονται ν' άποκτή- 
σωσιν αυτήν ίιά παντός (χέσου. Έπεθύριει ν' ά- 
φήσγ) έργον σταθερόν και βιώσιριον, ειχβ ^έ 

?υσικήν φιλοίοξίαν και υγιές πνεύ{χ.α, άλλ' ού- 
έν πλέον. αΕίρ(.αι βέβαιος, είπε, δτι ουδέποτε 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



4« 



82:χχ^ 



τον Λάονν. οντ^/τνζχχ. ίτι Φ&τέ. ακτζ ^^-Ρί^^έχ- 
5&ν, ζαν τ.•# έγέν€Τ9 ^-»,τττ:«ΐί «ι^ί -»» ^^λ:5€- 
ρόγτ«^ τις ζ«τίτΐ|-Γ^ς, ό Λχ^^ύ »*τέοΊΐ £Ϊς 

γ« 7(χ1ιχ>τ.α£ΐ*0Υ «*^χΙ^ζ^ζ, ζζΐ ^έγ γΚϊιχ«Ε 
νά ζοΐ(ΐ.τ.4τ» χ^« α^ί χίΕζζη^τ^ έξτγτ.^ιιτ (χμι 
^βζιος, χΐ^φ£χιυγ(( ^ Β•^ι Ί>έζ ίτϊ ζιι -^ρί- 
ρατ» τίγχ χ«^ου«ι«7^. γιγατιός τι ζ^β:ις^ν τζς 
χροβφιλΕΦτέΜς 4&^ιζς τ:;υ, 4ζ £«ί:^ι^^ τό 
γεγονός, οχ»ς το ίτ.'χοΛίΐιβτ^, Χ5« ζχτχζλι^. > 
Το ίτίρον (χείΦ^ιον 3Μΐ9^•(Γχι ύχο τοϋ 
Ροριζίτ,νϊς, ΙγοςτΜν^ιΙλΛον Αγχκ η τ ά ν {ΐχΟττά^ 
του. Ό Λχρ&ν ζζΐ ο Ρςαζιττκς "χο'» ^^τι^ιχλ*• 
χθτ, ττ,ν νυχτχ, χχτχ ττ,ν ρϋαι^ν ίέ τ^ΰ λόγου ο 
Δζροιν είχεν εϊχτρ εν χζΐό^^ δτι το ώ^χώτχ- 
τον θέχ|Αχ οχεο είίεν ιίς ττην ^«τ,ν του τ.το το- 
χίον τι των Κορ^ιλλΐ€:«»ν. Άχελ^ν χχτιχλίτη 
εν φ ^ 'Ρθ(χζΙηνις κχρ€α«ιν€ν εν τψ βντευχττ.ρί^ 
συνίιαλεγό{&ινος ^τζ τίνος τύν υιών τοΰ Λζρ« 
βιν αλλ' αίφνης χε^ι τϋ'» ρ.1«ν («τά το ιαβονύ- 
Χ'^ιον ηνοίχθη η %ρ« XXI εν€γ«νΐσθτΐ| λ Λά^οιν. 
Άνηγερθτ, {ΐόνον χχΐ (χόνον ο:?^ ελΟάν ιίχρ 
δτι η (ΐνη(Αη του τον ηχάτη«* δτχ Ι^ρεχε νζ 
εϊχιρ χε^^ι δρους τίνος ττ,ς Βρζσιλίζς χζι ού]^ι 
των Κορίιλλιέρων ιχεβ' δ άι«σύρθν:* ώς λέγει 
και & 'Ρθ|Ααίηνις το εχεισοίιον τοΰτο είν« λίζν 
χαραχττ.ριστιχόν, ριζρτυρουν την {ΐεγίοτην ζχςΐ- 
βιιαν του (ΐεγάλου φυσιο^ίοου. 

*0 ^άρβιγ Μρίγ^τ ίανχ6ν* 

Ί^ου ^έ πώς εκριν&ν εαυτόν 6 Δάρβιν* 

<κΣτερου(χαι (χεγάλτ.ς άγχινοίας. Ειααι (ΐέ• 
τριος κριτικός. Ευθύς δ|Αα άναγνώοω εφηζ&ι- 
ρ(^α τινά η βιβλίο ν αΙσθάνο(Ααι 9εβαΦ(ΑΟν εις 
τα γραφό(Αενα• βραίύτερον ίί, |χετά χαρχτετχ- 
ριενην σκέψιν, παρατηρώ τα άοθενιΊ αύτοΰ (ΐέρη. 
Ή ίύνα(Λΐς ίι* ης δ άνθρωπος ίύναται να πα- 
ρακολούθηση (Λακραν και άφγ)ρη(ΐ.ενην συνέχειαν 
Ι^εών είνε παρ* έριοί λίαν περιωρισίλένη- οΰίεν 
5έ άξιον λόγου θα κατώρθουν εϊτε εν τοις [ΐ-αθη- 
(χατικοΐς είτε εν τη (Μεταφυσική. 

Ή |Λνηρί.τϊ (λου εινε ευρεία, άλλ* δριιχλώ^ης* 
αρκείται ^έ γνωστοποιούσα μοι αορίστως δτι 
άνεγνων η παρετηρτ,σα τι άντίΟετον η εύνοϊκον 
προς το έζαγό(χενον συ(Λπερασ(Αα. Μετά στιγριάς 
τινας ένθυ(xοϋ[^ιαι που πρέπει να ερευνήσω προς 

^ρίβωσιν. Τόσον (Λειονεκτεϊ κατά τούτο η 



χντ.αη ι^ου, »«τε ουδέποτε η^υνηθην ν' άνα- 
^Ύτ/ζβΛ χέρχν ολίγων ηριερών άπλην τίνα η(λε- 
^•ι&ηγίχν η «οιητιχόν στίχον. 

€ Πολλοί των χρινάντων ριε άπεφηναντο πε:ι 
ε<&οΰ ιΕενε χχλός παρατηρητής, άλλα στερεί- 
τβκ ζχθ* ολοκληρίαν της ουνάμεως του συλλο- 
γικού.» Δεν νοριίζω δτι τούτο εινε ακριβές* 
ϊιοτι το χέρι ΓίΥίαωζ ζώτ Μων συγγρα{Λ(ΐά 
!ΐ.ου ζχ* άρχης |&εχρι τέλους εινε ριακρός συλλο- 
γτφαός, δντις ζατώρθωσε νά πείση πλείστους 
νοηαονεντζτους ανθρώπους* ουδείς &ε θά η^υ- 
νχτο νχ γράνη αυτό αν έστερεΐτο ^υνάριεως 
τινός συλλογισ^ιοΰ. 

Έχ•» τό'την ευρεσιν, ευθυφροσύνην, και κρί- 
σιν &5ον ριίτριος τις δικηγόρος η ιατρός, άλλ* 
Ζγχ χερ&σσοτέρζν. Άφ* έτερου φρονώ δτι είμαι 
υχέρτ^ρος των συνήθων ανθρώπων ε'ις το παρα- 
τηρεΐν τχ χράγ^ιχτα, ατινα ευχερώς διαφεύ- 
γουμε τ^ν χροσοχην, και εις το παρατηρειν ταϋ- 
τχ ριετ* έχΐ|&«λείας. Τό σχου^αιότατον πάντων 
ετν€ δτι & χρός τάς φυσικάς έπιστηριας έρως 
(ίου υχτρςι φλογερός και ^ιάπυρος. 

€Το Ιρωτχ τοϋτον ενεθάρρυνε τα {ΐέγιστα ή 
φιλο^οςίχ ην (ίχον δπως έκτιριώριαι υπό των 
συναδέλφων ριου φυσιοδιφών. 'Βκ παιδικής |χου 
ηλικίας ζωηράν εχιθυμίχν ήσθανό(Αην νά εξη- 
γώ XXV δ,τι είχον παρατήρηση, και ν' ανάγω 
χάντβ τχ γεγονότα εις γενικούς τινας νό(ΐους, 

Αϊ έξεις ριου ιίσι (ΐεθο^ικαί, τοΰθ' δπερ ητο 
άνχγκαιον χρός ίιεύθυνσιν της εργασίας μου. 
Τέλος είχον χολύν καιρόν προς έργασίαν, μη 
ευρεθείς ηναγκασμίνος νά κερδίζω τον άρτον 
μου. Ει καΐ η ασθένεια εξεμηίένισε πολλά ετη 
του βίου μου, με προύφύλαξε τών διασκεδάσεων 
ζχι της σπατάλης του χρόνου.» 

Έφ' δσον τχ ετη χρούχώρουν αϊ οικογένεια- 
, XXI μέριμνχι ηυξανον. Εις τίνα φίλον του άνα- 
] γέλλοντα αύτ^ την γέννησιν του ίεκάτου τέ- 
κνου του άχηντησε συγχαίρων άμα αύτφ και 
συλλυπούμενος, προσλέγων δτι αν συμβη και 
εις αυτόν τούτο, *ίνε χεριττόν να τφστείλη συγ- 
χαρητήρια, άρκούντων μόνων τών συλλυπητη- 
ρίων. Επιλέγει ίέ δτι έπειίη έκαστος υιός απαι- 
τεί χόχονίιά νά άνατραφη,δσον τρεις θυγατέρες, 
η οΙκογένειά του περιλαμβάνει ίεκαεπτά τέκνα : 
πέντε υιούς καί ίύο θυγατέρας. Ή άγωγη των 
πρώτων άπησχόλει αυτόν πολύ• έκρινε ίέ την 
κλασικην άγωγην άνίκανον νά θωρακΙση τόν 
νέον ίιά τόν αγώνα του βίου και ελλιπή ύπό 
την εποψιν της αναπτύξεως του πνεύματος. 

θρι^σχ^νηχαι ϋίαι του ^άρ6ίτ 

Οί πλείστοι τών δμιλούντων περί Δάρβιν χω- 
ρίς ν' άναγνώσωσι τα συγγράμματα του — εινε 
ίε πολυάριθμοι ούτοι, — θεωρούσιν αυτόν ώς 
«άθεον» φρονοΰντα δτι 6 άνθρωπος κατάγεται εκ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



£2Σ1ΧΙ.^^ 



47 



ΐηθτιχου.)!) Άλλ' δ Δάρβιν ίέν ητο άθεος* τούτο 
άπο^ειχνυετκι άρκ^ήλως εκ της αυτοβιογραφίας 
καΐ των επιστολών του. 

Κατά την παιίικήν και νεανικην του ηλι- 
χίαν, χατά την έποχην του πλου, δ Δάρβιν 
έπίστευεν είλικρινώς , παρα^εχό[Λενος πάντα 
τά Χέγ[ΐατα της εκκλησίας της Αγγλίας, τό- 
σον μάλιστα ώστε έξήγειρε την ιλαρότητα των 
συ^Απλωτήρων του, οϊτινες εν τούτοις ίεν ήσαν 
άθρησκοι. 'Απο του 1836 ρ-έχρι του 1839, (χετά 
βαθεΐας σκέψεις [Λετέβαλεν δ Δάρβιν τάς ι^έας 
αύτοϋ. 'Δπο χριστιανού εγένετο θεϊστής* γισθά- 
νετο την ανάγκην 5η(Λΐουργου, βλέπων το 
ίη{ΐ.ιούργη[ΐ.α, την ανάγκην νο(Λθθέτου βλε- 
ΐϊων τους πλήρεις (Αεγαλείου νό|χους ους έζηρεύ- 
να χαΐ ηρ|χηνευε, παρείέχετο 5έ ^δτι οί νό(Λ0ΐ 
εζαχολουθουσι την πορείαν των άνευ [Μεσολα- 
βήσεως του άρχη6εν θέντος αυτούς. 

«Δεν ^ύνα[χ.αι να πεισθώ λέγει που,^ δτι 6 
αγαθός και παντοίύνα(Λος θεός έ5η(Χΐούργησε 
τους Ιχνεύ[λονας (παράσιτα^ζώυφια τρεφό(Λ6να 
εχ των καριπών ας θανα τουσι) εκ προθέσεως, 
ί-κΐ τφ ώρισ^λένφ σκοπφ να ζώσιν εν τψ σώ[/.ατι 
των καριπών, ούτε τους ποντικούς δπως ^ιασκε- 
^άζωσι (/,ετ αυτών αί γαλαϊ.» Άλλαχοΰ ίέ* 
«Ό κεραυνός φονεύει άνθρωπόν τίνα καλόν η 
χαχον, ένεκα της λίαν περίπλοκου επενέργειας 
των φυσικών νό(Λων.)) Ό Δάρβιν λοιπόν έπί- 
στευεν δτι οί νό(Λ0ΐ οί^^ί ιεποντεςΤ το σύμπαν, 
ους έ^η[χιούργησεν δ θεός ίεν ίύνανται να (/.ετα- 
βληθώσι. αΈν τούτοις, λέγει, ουδέποτε ύπηρξα 
άθεος. Ούίέποτε ηρνηθην την ΰπαρζιν του θεού. 
Εις Όλλανίόν τίνα έγραφε* «Το (ΛεγαλεΙτερον 
έπιχείρη[λα περί της υπάρξεως θεού [λοι φαίνεται 
δτι είνε η ά^υνα(Λΐα εις ην εύρισκό|/,εθα να νοή- 
σωρ(.εν θτι το (λέγα και εχπληκτικον τούτο σύ(Α- 
παν [λετά τών επ' αύτοΰ δντων είνε προϊόν τύ- 
χης.» Έν άλλη ί* επιστολή έγραφε• «Νθ(λΐζω 
δτι η θεωρία της εξελίξεως είνε καθ' δλοκλη- 
δίαν άσυ(λβίβαστος προς την εΙς θεον πίστιν 
άλλα πρέπει να λάβωμεν ύπ* δψιν δτι δ δρισ(;.6ς 
της εννοίας θεός ποικίλλει κατά τά πρόσωπα.)) 
Και εξ άλλων ετι χωρίων της αυτοβιογραφίας 
χαι τών επιστολών του Δάρβιν καταφαίνεται δτι 
ητο θειστης και ουχί άθεος. 

Ό Δάρβιν απέθανε ττί 19 Απριλίου 1882, 
εχ νοσήματος της καρδίας. Τους τελευταίους 
της ασθενείας του μήνας παρεπονεϊτο δτι είχε 
(ΐεγάλην άίυναμίαν και ζάλην. Εί^εν έρχόμενον 
τον θάνατον άλλα ίέν τον έφοβήθη, και έξε- 
ικνευσεν ένμέσφ τών οικείων του. Τη προτάσει 
μελών τίνων του κοινοβουλίου ένεταφιάσθη εις 
το Ουετσμίνστερ. *Αναπαύεται ούχι μακράν του 
Νεύτωνος, δικαίως ίέ ήξιώθησαν βασιλικής τα- 
φής οι βασιλείς ούτοι της διανοίας. 

Κ. 



ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

Ή ευτυχία είνε λευκή η ροίαλη' ούίείς ποτέ 
οιενοηθη νά την χρωματίσγ) άλλως. 

Ό άνθρωπος είνε οίος δ έρως αύτου 

Ή αγέρωχος γυνή η απαξιούσα νά ζήτηση 
στήριγμα παρά τφ άνίρι άπόλλυσι το κατ' 
εξοχήν θέλγητρον του φύλου αυτής. 

Άνάμνησις είνε η σκιά της ευτυχίας. 

Είνε είίος άγνωμοσύνης το ν* άγαπάταί τις 
τίΧί νά μη είνε ευτυχής. 

Έν ταϊς σχέσεσι ταϊς μάλλον οικείαις, ταϊς 
φιλικωτάταις, η κολακεία και δ έπαινος είνε 
τόσον απαραίτητοι δσον το ελαιον δπερ κα- 
θιστή ευχερή και άθόρυβον την στροφήν του 
τροχού. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Ή βασίλισσα Βικτωρι'α, ήτις τάς χειμερινάς δία- 
τριδάς αυτής ποιείται εις τήν έν Βάλμοραλ της Σκω- 
τίας πεφημισμένην Ιπαυλιν, ίμ,Λ^ε^ί εσχάτως οτι 
νεανίς τις τών περιοίκων δίετέλει έν απελπισία 
διότι τήν έγκατέλειπεν δ μνηστήρ της, προτιμήσας 
αλλην εχουσαν προίκα 200 λιρών στερλινών. Ή 
άνασσα ειδοποίησε τήν νεάν'δα οτι Οά έλάμβοινεν 
Γσην προΤκα παρ' αύτ^ίς, αμα ως εύρισκε νέον μνη- 
στγ[ρα. Μαθών τοΰτο ο πρώτος μνηστήρ Ισπευσεν 
αμέσως νά συνδιαλλαγή. Άλλ' ή βασίλισσα ττίς 
Αγγλίας άνήγγειλεν εις τους γονείς ττίς ^όρης, δτι 
τήν υποσχεθεΤσαν προΤκα θα δώστ) έάν ή νεανις 
ευρτ) μνηστγ5ρα, δυνάμενον νά τηρήση τον δοθέντα 
δρκον. 

Περιεργοτάτην διαθήκην έγκατέλιχεν δ αποθανών 
εσχάτως έν Βάθ "Αγγλος αντισυνταγματάρχης Ναοΐι. 
Κληροδοτεί δι* αύτνίς έτήσιον εισόδημα 10 λιρών 
στερλινών εις τδ κωδωνοστάσιον του πρεσβυτερίου 
τοΟ Βάθ, έπι τ(|^ δρφ οτι δ κωδωνοκρούστης θέλει 
κρούει πενθίμως τους κώδωνας άπδ τί|ς 8ης πρωϊ- 
νγίς μέχρι ττίς ογδόης έσπεριντίς ^Ρ<^<^ '^Ψ έπέτειον 
του γάμου του, τουναντίον δέ χαρμοσύνως κατά τάς 
αύτάς ώρας τ9|ς επετείου του θανάτου του « ημέρας 
καθ* ήν — λέγει ή διαθήκη — άπηλλάγην αφόρητου 
οίκογενειακτίς τυραννίας και βίου αθλίου». 

Λίαν χρησίμο>ς έφηρμόσθη εσχάτως το τηλέφωνον 
έν τοΤς άγγλικοΤς νοσοκομείοις' οί χυρέσσοντες και 
οΐ ύπδ κολλητικών νοσημάτων προσβαλλόμενοι δεν 
είξεύρουν πώς νά έκδηλώσωσι τήν εύαρέσκειάν των. 
Το τηλέφωνον τοποθετείται παρά τήν κλίνην του 
ασθενούς, δστις ευκόλως δυνάμενος οίΐτ^ς νά ομιλη 



44 



Ι23ΤΙ ▲ 



|χν£( λόγον περί τίνος ^ ΕχΛαμηροτάζου καΐ 
Αΐόεσψωτάϋου Πατήρ Ίουσηπανοΰ^ του δ- 
ποίου την οΐκίαν εν Παθ[ΐ.Ι^ ^^Χ®^ προσβάλει 
οί επαναστάται Κορσικανοί το 1729. 

Το πε[Απτον άρθρον [χας τνληροφορεΐ $τι οι 
Έλληνες ούτοι ώφειλον να ύπηρετη^τωσι στρα- 
τιωτικώς την γενουηνσιακην Δηριοκρατίαν εν 
χαιρφ ανάγκης. Ές άλλου ίέ βλέπο}Λεν δτι, 
ίιά του δεκάτου τρίτου άρθρου, οί Έλληνες 
ούτοι ηίύναντο ύπο γενουηνσιακην ση[;.αίαν να 
εκστρατεύσωσι κατά των Τούρκων. Τοι υπέρ 
της Δη|/.οκρατίχς καθή*/.οντά το)ν τα εκφράζει 
το πέ^Λπτον άρθρον. *Άρα το ίέκατον τρίτον 
άρθρον άφορα αποκλειστικώς αυτούς τους Έλ- 
ληνας. 

Εντεύθεν εξάγεται καθαρώς δτι οί Έλλη- 
νες ούτοι ηλπιζον ποτέ να έπανέλθωσιν εις τάς 
αρχαίας εστίας των. "Ηλπιζον ν* άποκτήσωσι 
ποτέ θαλασσίαν ^υνα[Λΐν και να εκστρατεύσωσι 
κατά της Τουρκίας, έπ' ελπίίι ν' άνακτήσωνται 
το πάτριο ν είαφος. Και ίσως θα επεχείρουν 
τοιαύτην τινά έκστρατείαν, και θά έπετύγχανον 
του σκοπού των, εάν η Κορσικανικη έπανά- 
στασις 5έν ίιετάρασσε την ησυχίαν των 
καΐ, κατά συνέπειαν, 5έν έ(Λαταίονε τά σχέ- 
δια των. 

Έυ. τού τετάρτου και τού ενίεκάτου άρθρου 
πληροφορού(Αεθα δτι εν Παο[Λία ώφειλε νά ύπάρ- 
χτ, εις Διοικητής (/.ή Έλλην, τού οποίου καθη- 
κον ητο νά ίιευθύνγι και νά ίικάζη τάς δια- 
φόρους υποθέσεις των κατοίκων'τού χωρίου τού- 
του. Ό διοικητής ούτος έκαλεϊτο άοιαφόρως 
ιταλιστι ΌΙγθΙΙογθ η Ηβ^^βαΙο βτίαδάίοβιϋβ και 
ίέν είχε το ^ικαίω;λα ν3ί ίιοικήση την Παο- 
(λίαν περισσότερον των ίύο ετών. Τον άπο του 
1676 [Αεχρι τού 1729 κατάλογον τών διοικη- 
τών της ΓΙαο[ΐίας ίηαοσιεύοαεν εις το τέλος τού 
έπο[Λένου άρθρου. 

Ή Δη(ΛοκρατΙα ττΊς Γενούης άνεγνώρισεν 
επίσης ί ιά προνο[Λΐούχων εγγράφων τους τίτλους 
και τά ίικαιώριατα τών αρχηγών της ελληνι- 
κής ταύτης αποικίας, οϊτινες εχαιρον (/.εγάλην 
επιρροήν επι τού ελληνικού πληθυσ|/.ού. Οί αρ- 
χηγοί ούτοι, προς ίιάκρισιν εκ τών άλλων Ελ- 
λήνων, ίφερον διακριτικά τίνα ση|λεϊα επι τού 
σώ(Λατος και ελά[Λβανον εκ (χέρους τού κλήρου 
ιδιαιτέρας τψας εν ττ) Εκκλησία. Τελευταίος 
ίέ προνθ(χιούχος αρχηγός τής ελληνικής ταύτης 
αποικίας είναι δ Καπετάν Γεώργιος Στεφανό- 
πουλος, περί τού δποίου πολλάκις γίνεται λόγος 
εν ττί πραγ{Αατεί(^ ταύτη. Τοιαύτα ίέ προνο- 
(Λΐούχα ε'γγραφα κατέχει πάαπολλα ή εν 
Λ'ιακκίω οικογένεια τών Στεφανοπούλων Κο- 
[Ανηνών. 

Ούτω, (/.«τά το τέλος τών ίιαφόρων υπο- 



θέσεων των, κατελιπον την Γένουαν οΐ άποικοι 
•ύτοι Έλληνες και εγ^Λσοί^ εις Παο[χΙχν της 
Κορσικής τη 14 Μαρτίου τού 1676. 

(Έπβταί συνέχεια) 

Ν. Β. Φαρδυε 



Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΑΑΡΒΙΝ 

«ατ* οίκον 

[Συνέχβια χα\ τέλος* ΪΒι προηγούμβνον φύλλον]. 

Ό Αάρβιγ ώς οΙχογΒΠΐάρχης. 

Ό βίος τού Δάρβιν ίιηρχετο εκ τών προτέ- 
ρων κεκανονισ|λένος. 

Ό Δάρβιν ηγάπα θερι^ώς τά τέκνα του και 
άντηγαπάτο δ(χ.οίως υπ* αυτών. Μετά τον θάνα- 
τον της (λίκράς *Άννης, τού δεκαετούς θυγα- 
τρίου του, Ι^ου τι έγραφε. 

α Αϊ κινήσεις της ήσαν ζωηραι και πλήρεις 
χάριτος. Ότε περιεπάτει (Αετ' ε(Αθύ εις το 8αηά- 
-ΛΥαΙΙι, αν και έβάίιζον ταχέως, έπροχώρει πη- 
^ώσα, το ίέ άγαπητόν της πρόσωπον έφώτιζε 
γλυκύτατον (χ.ειίία(Αα. Μετεχειρίζετο συχνάκις 
ύπερβολικάς εκφράσεις, δτε ίε την ειρωνευό|/.ην 
παρφ^ών τους λόγους της, εκίνει την κεφαλήν 
και άνεφώνεΐ' 
α — *Ω, πάτερα, ίέν εινε κάλο αύτο πού κάν(τε! 

αΆπωλέσα|/.εν την χαράν της εστίας ηριών 
και την παρηγορίαν τού γήρατος |Λας. Δενήγνόβι 
πόσον περιπαθώς την ήγαπώ(Λεν και τώρα εϊθε 
νά γνωρίζτρ πώς άγαπώ(Λεν εισέτι την χαριτω- 
[λένην της |/.ορφήν!» 

Ήτο εξαίρετος πατήρ, φιλοστοργότατος και 
επιεικέστατος, α Δεν πιστεύω, λέγει & υιός του 
Φραγκίσκος Δάρβιν, ν' απηύθυνε ποτέ οργίλην 
λέξιν εΙς κανέν εκ τών τέκνων του• τουλάχιστον 
δτε συνέβαινε τούτο, δ τρόπος ίι* ού έζήτβι 
συγγνώ(Λην ητο συγκινητικός. ΕΙς τών υιών του 
ίιηγειται δτι ποτέ εΙς ζήτη(Αά τι απασχολούν 
ζωηρώς την κοινήν γνώ|Αην εν *Αγγλί(>ε εξήνεγκε 
παρατήρησιν [χή συ[;ιφωνούσαν προς την γνώ[ΐην 
τού πατρός του. Ό Δάρβιν όργισθεις έπέπληξεν 
αύτον σφο^ρώς. 

αΤήν πρωίαν της επαύριον, περί την έβ^ό{χην 
άραν, λέγει δ υιός του, ηλθεν εις το ^ω(Αάτιόν 
(λου, έκάθησεν εις την κλίνην [χου και (αοι ειπεν 
δτι ίϊεν ήίυνήθη νά κοΐ|Αηθ^ συλλογιζό[ΐενος δτι 
ε^ειζε τόσην όργήν κατ' έ(λθύ, άνεχώρησε ίέ άφ' 
ού |Λ0ΐ είπε λόγους [χεστούς φιλοστοργίας. ι> 

Και τά τέκνα του ίέ έζετΙ[λων αύτον ύπο πα- 
σαν εποψιν, και ώς συ[Απα1κτορα ετι, (Αία ίέ 
τών θυγατέρων του ίιηγεΤται τά έπό|Αενα' «Ός 
παρά^ειγι^α τών σχέσεων |χας και ώς άπό^ειζιν 
τίς ση[χασίας ην άπείίίθ|ΐ.εν^ς αύτον^ώς σύν- 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν:ιΟΟ^ΐ€ 



£!23ΤΙ^ 



45 



τροφον των παιγνιδιών μιας Θ36 ιΧ%ω δτι εις των 
υιών του, τετραετής ττιν ηλιχίαν,άπεπειράθη να 
ίιαφθείρη αυτόν ίιά ίώ^εκα πεντάλεπτων, δ- 
πώς ελθτρ και παίζη (Λαζί (χας την ώραν της 
εργασίας του. Πάντες έγνωρίζοριεν πόσον ιερά 
ητο €χε1νη *η Δρα, άλλα |χοΙς έφαΐνετο αδύνατον 
πάλιν ν* άντιστγ) εις ^ώ^εκα Λ8Υνάρβς\ι> 

Τα παιδία εισέβαλλον συχ^νάκις εις το σπου- 
ίαστηριόν του δπως ζητήσωσι σπάγον, ψαλλί- 
ίιον, |τα}^α(ριον, σφυρίον δτε ίέ τοί3το έπανε- 
λα{ΐβάν$το πολλάκις, τοΙς έλεγε (χετ' εγκαρτερή- 
σίως' «Δεν νο[λίζετε δτι εΐ(χπορειτε να (χην ξα- 
ναέλθτϊτε;» Ούίέποτε ίε λεξις άνυπο(χονησίας 
ί οργτίζ εζηρχ^το του στόριατός του. Ήτο πάν- 
τοτε αγαθός και πρ^ος, δεικνύων συ(/.πάθειαν 
χρος τάς ασχολίας των τέκνων του, είτε παι- 
γνίδια ήσαν αύται εϊτε εργασία. 

Ε?.ς τους προσκ8κλη[Αένους ύπ' αύτου έφέρετο 
λίαν «ύγενώς, καθιστών θελκτικωτάτην την εν 
Δάουν ^ια|λονην αυτών ού^έ σκιάν αλαζονείας 
έ^εικνυε- τουναντίον [ΐάλιστα έφαίνετο θεωρών 
εαυτόν δλως άση[/»αντον ενώπιον του |Αεθ' ου συν- 
ίιελίγετο. 

Έν ταϊς συναναστροφαΤς δ Δάρβιν ητο ευθύ- 
(χος• -ηγάπα ν' αστειεύεται, νά πειράζγ^ ενίοτε, 
ες£τί|χα ίέ λίαν το πνεΰ(ΐ.α τών £λλων και την 
ευτραπελίαν. Ό Δάρβιν εύρισκε καιρόν ν* άσχολη- 
τζι χΛΐ περί τών υποθέσεων του χωρίου του- [χε- 
τεΐχβ διαφόρων φιλανθρωπικών σωριατείων, προ- 
θΰ|ΐως πάντοτε εισφέρων. 

Πώς βίργάζδζο ό δάρβιν» 

Ό Δάρβιν ίέν συνήθιζε (/.ηίε στιγριην νά 5α- 
χζνα επι [ΐαταΐω. Την άξίαν του χρόνου 6(χαθεν 
επί τοϋαΜπή'ιγκλϊενθα η εργασία κατ* ανάγκην 
ίγίνετο ίν σπουίτι. Ήτο άοέζιος, έθαύ(λαζε ίέ 
πολύ τους ίεζιους άνατό(χους. Ήγάπα τάς άπλας 
αεθό^ους και τα άπλα όργανα. Έπενόει παντοίας 
συσχευάς, κατασκευάζων χον^ροει^η προσχε^ιά- 
9{^ιατα ίιά του ξυλουργού η του κλειθροποιου 
τοϋ χωρίου. Ή άνατο(ΐ.ικη του τράπεζα ητο 
/ονίρά σανίς, τά ί' εργαλεία του στοιχειώδη. 
ΕΙργάζετο συντόνως, έξακριβών την γενο(Αένην 
έργασίαν, ώστε νά ριη εχη ανάγκην νά την έπα- 
νζλάβτ). Έση|λείου εκαστον πείραρια, οιονδή- 
ποτε χαΐ αν ητο το άποτέλεσ|/,α αύτου. Έπε- 
χείρει ενίοτε χαι τά παρα^οζότατα τών πειρα- 
γμάτων φρονών δτι καΐ έζ αυτών ή^ύνατο νά 
προέλθιρ τι. Έίείκνυεί* έπιαονήν άκατάβλητον, 
αληθές πεΤσρια. Ευθύς ως ιαέα πειρά(Λατός τίνος 
παρουσιάζετο εις το πνευριά του, έπρεπε νά το 
εκτέλεση άντΙ πάσης θυσίας. Μετά την ύπερβο- 
λικην συγγραφικήν έργασίαν τά πειράριατα άνε- 
κούφιζον το πνεΰριά του. 

Τά βιβλία έθεώρει ώς άπλα όργανα εργασίας. 
•Η προς αυτά αγάπη τών φιλοβίβλων τω ητο 



πάντη άγνωστος. Έτερ,άχιζε τά ογκώίη συγ- 
γρά(Λ(χατα δπως καταστήστ) αυτά εύχείριστα. 
Έζεσχιζεν εκ τών διαφόρων φυλλαδίων δ,-^ι 5έν 
ένίιέφερεν αύτφ. Έφ* δσον άφικνουντο τά βι- 
βλία έ[Λελέτα η ίιήρχετο αυτά κατά την πι- 
θανήν αυτών άξίαν, τηρών ση[Λειώσεις η περι- 
λήψεις προς Ι^ίαν αύτου χρησιν αί ίε σηριειώ- 
σεις έκεΐναι και τά τεύχη έταξιθετουτο εντός 
θηκών υπό διαφόρους τίτλους. Ή πλήρης κατα- 
τετ(χη[Λένων τό(;.ων βιβλιοθήκη του ητο παράδο- 
ξος την δψιν. 

Ό τρόπος του γράφειν αύτου ητο άπλους• 
συνεβουλεύετο κατ* αρχάς τάς σχετικάς προς 
τό θέ(/.α του ση(Αειώσεις, και έχάρασσε σχε- 
ίίασ[Λά τι εΙς τό όπίσθιον (/.έρος τών τυπο- 
γραφικών διορθώσεων η τών παλαιών χειρογρά- 
φων του. Είτα αντέγραφε τό γραφέν, ίιά του 
ίι^ασκάλου του Δάουν, δστις ητο δ ειδικός 
άντιγραφευς του Δάρβιν. Τό άντίγραφον εκείνο 
επε(Λπεν εις τό τυπογραφεϊον, άφ' ου τό έτϊ έ- 
θεώρει. 

Ό Δάρβιν έγραφε (Λετά ίυσχερείας, ενίοτε 
σκοτεινώς και ασαφώς. Πολλάκις έστα(Λάτα 
έν τφ (λέσφ φράσεως, εξ ης 5εν ήίύνατο ν* άπαλ- 
λαχθτ) και έλεγε προς εαυτόν «Τώρα, τι θέ- 
λεις νά ειπης ;» και έξέφερεν ύψηλοφώνως την 
άπάντησιν. Τό φιλολογικόν ριέρος της εργασίας 
του ητο τό ίυσχερέστερον και άνιαρώτατον εις 
αυτόν. αΜοι φαίνεται δτι τό πνευ[χά (Λου εινε 
θυ(Αα κακής τίνος τύχης, ήτις (λέ αναγκάζει 
νά ίιατυπώ ελλιπώς ή ά^εξίως τάς Ιίέας [ίου. 
Κατ* αρχάς συνείθιζον νά ^ιανοώριαι πολύ πριν 
γράψω φράσιν τίνα. Άπό τίνων ετών παρετή- 
ρησα δτι έκέρ^ιζα καιρόν χαράσσων έν βί^ σε- 
λίίας δλοκλήρους, συντέ[Ανων κατά τό ή(Λΐσυ 
τάς λέξεις και ίιορθών είτα αύτάς έν άνέσει. 
Αί τοιαΰται έν σπουίη κεχαραγριέναι φράσεις 
εινε πολλάκις καλλίτεραι εκείνων, ας θά εγρα- 
φον [Λετά σκέψιν.]) 

Εικονογραφήριατά τίνα, άτινα έ^ηριοσιεύθη- 
σαν έν τοις εργοις του ήσαν ώς έπι τό πλείστον 
έργα τών τέκνων του, ησθάνετο ίέ προς αυτά 
άριετρον θαυ(λασ(ΐ,όν. Κατά τά τελευταία της 
ζωής του ετη ίέν αντέγραφε πλέον άλλ' ύπη- 
γόρευε• έ'φθανε 5έ μέχρις εξαντλήσεως τών ίυνά- 
(Αεών του• κατέπαυεν αίφνης την ύπαγόρευσιν 
λέγων* <κΔέν είριπορώ πλέον φθάνει. ι> 

Τά έργα τών άλλων έκρινε λίαν εύ{χενώς και 
αν ετι, ώς συχνάκις συνέβαινε, 5έν είχον ριεγά- 
λην άξίαν. Ή (μετριοφροσύνη του ητο πασίγνω- 
στος. Ό Δάρβιν ίεν ητο εκ τών πειναλέων εκεί- 
νων της ίόξης, οϊτινες αγωνίζονται ν' άποκτή- 
σωσιν αυτήν ίιά παντός [λέσου. 'Επεθύριει ν' ά- 
φήστι έργον σταθερόν και βιώσΐ|λον, είχε ίέ 

?υσικήν φιλο^οξίαν και υγιές πνευ(Αα, άλλ* ού- 
έν πλέον. «Εΐ(Ααι βέβαιος, είπε, δτι ουδέποτε 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



46 



£22ΤΖ^ 



κατά κβραίκν άπ$(λακρύνθην της δίου (Αου θ- 
«ιτως αποκτήσω φγ)ρ.Ύ)ν.]!> 

Ή^έπιστη[χονικη έντΐ(χότης του Δάρβιν είνε 
γνωστή, είνε ίε άζία νά κατασταθτι παροψιώίτος. 

Δύο (ΐικρά γεγονότα, άσή[λαντα καθ* έαυτά 
κατα^εικνύουσι την ύπερβολικήν αύτοΰ άγάπην 
προς την άκοίβειαν. Ό Βρόίι Ίνέζ, δ έφηριέριος 
του Δάουν, οιηγεϊται δτι ποτέ, (/,ετά συνείρία- 
σιν, καθ' ην εγένετο συζήτησις περί των συ(;,φε- 
ρόντων της κοινότητος, δ Δάρβιν (χετεβη εις 
έπίσκεψιν αύτοΰ την νύκτα. α^Ήρχετο νά (αοι 
εϊπ•/) δτι (Λολονότι δσα είπε κατά την συζήτησιν 
ησκν κόσριια, έσκεφθη δτι ήίυνά(χην νά εξαγά- 
γω πεπλανηαένον συ(Απέρχσ(Λα, και ίεν ηθέλησε 
νά κοιριηθγ) πριν (αοι παράσ}^^ εξήγησιν εψχι 
βέβαιος, προσεπιλέγει δ Βρόίι Ίνέζ δτι αν ή(χέ- 
ραν τινά παρουσιασθη γεγονός τι αναιρούν τάς 
προσφιλεστέρας θεωρίας του, θά έσηριείου το 
γεγονός, δπως το ί ηιχοσιεύσχ), πριν κατακλιθ^. » 

Το ίτερον έπεισό^ιον αναφέρεται υπό του 
Ρθ{ΑαΙηνις, ένος των [ΑοΙλλον αγαπητών ριαθητών 
του. Ό Δάρβιν και δ Ρο(ΛαΙηνις είχον συνίιαλε- 
χθτ) την νύκτα, κατά την ρύρ,ην ^ε του λόγου δ 
Δάρβιν είχεν ειπη εν παρό^φ δτι το ώραιότα- 
τον θέα[Αα δπερ είίεν εις την ζωήν του ητο το- 
πίον τι των Κορ^ιλλιερων. Άπελθών κατεκλίθη 
εν φ δ 'Ρθ(Λαιηνις παρέ[λεινεν εν τφ έντευκτηρίφ 
συν^ιαλεγόριενος [Λετά τίνος των υιών του Δάρ- 
βιν αλλ* αίφνης περί την {χίαν (χετά το (χεσονύ- 
κ'^ιον ήνοίχθη ή θύρα και ενεφανίσθη δ Δάρβιν. 
Άνηγέρθη [λόνον και [χόνον δπως έλθών είπτρ 
δτι ή [ΐ.νή(Αη του τον ήπάτησε* δτι έπρεπε νά 
εϊπη περί ορούς τίνος της ΒρασιλΙας και ούχι 
τών Κορ^ιλλιέρων [χεθ' δ απεσύρθη* ώς λέγει 
και δ 'Ροριαίηνις το έπεισόίιον τοΰτο είνε λίαν 
χαρακτηριστικόν, ριαρτυροΰν την (χεγίστην άκρί- 
βειαν του (χεγάλου φυσιο^ίφου. 

*0 ^άρβι,γ κρίτωτ εαυτόν. 

'ΐίού ίε πώς εκρινεν εαυτόν δ Δάρβιν 
αΣτερού[Λαι [χεγάλης άγχινοίας. Είμαι (λέ- 
τριος κριτικός. Ευθύς άρια αναγνώσω έφη[Αε- 
ρί^α τινά η βιβλίο ν αίσθάνοριαι σεβασ[ΛΟν εις 
τά γραφό[λενα' βρα^ύτερον ^ε, ριετά παρατετα- 
(λίνην σκέψιν, παρατηρώ τά ασθενή αύτοΰ (λέρη. 
Ή ίύναριις ίι* ης δ άνθρωπος ίύναται νά πα- 
ρακολούθηση ριακράν και άφγ)ρη|Λενην συνέχειαν 
ι^εών είνε παρ* έ[Λ0ΐ λίαν περιωρισαένη* ού^έν 
ίε άζιον λόγου θά κατώρθουν εϊτε εν τοις |χαθη- 
ριατικοις είτε εν τη |λεταφυσικη. 

Ή (Λνήριη (λου είνε ευρεία, άλλ' δριιχλώίης• 
αρκείται ^ε γνωστοποιοΰσά [χοι αορίστως δτι 
άνεγνων η παρετήρησα τι άντίθετον η εύνοϊκον 
προς το εζαγόμενον συριπέρασρια. Μετά στιγ(χάς 
τινας ένθυ(λ.οΰριαι που πρέπει νά ερευνήσω προς 
έζακρίβωσι^ν Τόσον [ΐ,ειονεκτεϊ κατά τοΰτο ή 



ρι.νή(Αη [λου, ώστε ούίέποτε ήίυνήθην ν* άνα- 
[χνησθώ πέραν ολίγων ημερών άπλην τίνα ήρ,ε- 
ρομηνίαν η ποιητικόν στίχον. 

<κ Πολλοί τών κρινάντων με άπεφήναντο περί 
έμοΰ «Εϊνε κάλος παρατηοητής, αλλά στερεί- 
ται καθ* δλοκληρίαν της ουνάμεως του συλλο- 
γισμοΰ.» Δεν νομίζω δτι τοΰτο εΙνε ακριβές• 
ίιότι το περί ΓίνέσΒως χών βΐόώγ σύγγραμμα 
μου απ* άρχης μέχρι τέλους είνε μάκρος συλλο- 
γισμός, δστις κατώρθωσε νά πείση πλείστους 
νοημονεστάτους ανθρώπους* ούοεις ίε θά ή^ύ- 
νατο νά γράψη αύτο αν έστερεϊτο δυνάμεως 
τίνος συλλογισμοΰ. 

Έχω τόσην ευρεσιν, εύθυφροσύνην, και κρί- 
σιν δσον μέτριος τις ίικηγόρος η Ιατρός, άλλ* 
οχι περισσοτέραν. Άφ' ετέρου φρονώ δτι είμαι 
υπέρτερος τών συνήθων ανθρώπων εΙς το παρα- 
τηρεϊν τά πράγματα, άτινα ευχερώς ^ιαφεύ- 
γουσι την προσοχήν, και εΙς το παρατηρεΐν ταΰ- 
τα μετ' επιμελείας. Το σπουίαιότατον πάντων 
είνε δτι δ προς τάς φυσικας έπιστήμας Ιρως 
μου ύπήρζε φλογερός και ^ιάπυρος• 

αΤο έρωτα τοΰτον ενεθάρρυνε τά μέγιστα ή 
φιλοδοξία ην είχον δπως έκτιμώμαι ύπο τών 
συναδέλφων μου φυσιοδιφών. Έκ παιδικής μου 
ηλικίας ζωηράν έπιθυμίαν ήσθανόμην νά εξη- 
γώ παν δ,τι είχον παρατήρηση, και ν' ανάγω 
πάντα τά γεγονότα εις γενικούς τινας νόμους, 

Αί έξεις μου είσΐ μεθοίικαΐ, τοΰθ' δπερ ητο 
άναγκαΐον προς ίιεύθυνσιν της εργασίας μου. 
Τέλος είχον πολύν καιρόν προς έργασίαν, μη 
ευρεθείς ήναγκασμένος νά κερδίζω τον άρτον 
μου. Ει και -ή ασθένεια έξεμηίένισε πολλά ετη 
του βίου μου, με προύφύλαξε τών διασκεδάσεων 
και τί ς σπατάλης τοΰ χρόνου.» 

Έφ' δσον τά ετη προύχώρουν αί οικογενεια- 
κά! μέριμναι ηύξανον. Εις τίνα φίλον του άνα- 
γέλλοντα αύτφ την γέννησιν τοΰ ίεκάτου τέ- 
κνου του απήντησε συγχαίρων άμα αύτφ και 
συλλυπούμενος, προσλέγων δτι αν συμβη και 
ειςαύτον τοΰτο, είνε περιττον νίι τφ στείλη συγ- 
χαρητήρια, άρκούντων μόνων τών συλλυπητη- 
ρίων. Επιλέγει ίέ βτιίπειίή έκαστος υίος απαι- 
τεί κόπονίιά νά άνατραφη,δσον τρεις θυγατέρες, 
ή οικογένεια του περιλαμβάνει δεκαεπτά τέκνα : 
πέντε υιούς και ίύο θυγατέρας. Ή αγωγή τών 
πρώτων άπησχόλει αύτον πολύ* έκρινε ίέ την 
κλασικήν άγωγήν άνίκανον νά θωράκιση τον 
νέον ίιά τον αγώνα τοΰ βίου και ελλιπή ύπο 
την εποψιν της αναπτύξεως τοΰ πνεύματος. 

θρησχ€Όηχα\ Ιάέαι νου ^άρδ^^ 

Οι πλείστοι τών δμιλούντων περί Δάρβιν χω- 
ρίς ν* άναγνώσωσι τά συγγράμματα του — βίνε 
ίέ πολυάριθμοι ούτοι, — θεωροΰσιν αύτον ώς 
«άθεον» φρονοΰντα δτι δ άνθρωπος κατάγεται εκ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



£2Σ1ΧΙ.^^ 



47 



πιΟήχου.ιΐ) Άλλ' 6 Δάρβιν ίέν ητο άθεος* τοΰτο 
αποδεικνύεται άριο ηλως εκ της αυτοβιογραφίας 
χαΐ των επιστολών του. 

Κατά την παιίικην και νεανικήν του ήλι- 
χίαν, κατά την έποχην του πλου, 6 Δάρβιν 
έπίστευεν είλικρινώς , παραίεχό[Λενος πάντα 
τα ίόγρ,ατα της εκκλησίας της Αγγλίας, τό- 
σον [ΐάλιστα ώστε έξηγειρε την ιλαρότητα των 
συρ,πλωτήρων του, οϊτινες εν τούτοις ίέν ήσαν 
άθρησκοι. Άπο του 1836 ρ.έ)^ρι του 1839, (χετά 
^θείας σκέψεις (ΐετέβαλεν 6 Δάρβιν τάς Ιίεας 
αύτοϋ. Άπο χριστιανού εγένετο θεΐ'στης* ν)σθά- 
νετο την ανάγκην ίη(Λΐουργοΰ, βλέπων το 
ίη(Αΐούργη[Λα, την ανάγκην νο(Λθθέτου βλέ- 
πων τους πληρ^κς (Αεγαλείου νό|χους ους έζηρεύ- 
νβε και ηρ(χ.ηνευε, παρείέχετο 5έ ..δτι οί νό(Λ0ΐ 
εζαχολουθουσι την πορείαν των άνευ [/.εσολα- 
βησεως του άρχή&ιν θέντος αυτούς. 

«Δεν ^ύνα[χ.αι να πεισθώ λέγει που, ' οτι 6 
άγαθος και παντοίύναρ-ος θεός έ3η(Λΐούργησε 
'δ'ούς Ιχνεύ[λονας (παράσιτα}ζώυφια τρεφό[Λ6να 
έχ των κα[Λπών ας θανατουσι) εκ προθέσεως, 
επι τφ ώρισ|Λένφ σκοπφ νά ζώσιν εν τφ σώ|Αατι 
των χα|χπών, ούτε τους ποντικούς όπως ^ιασκε- 
ίάζωσι (/,ετ αυτών αϊ γαλαϊ.» Άλλαχοϋ ίέ* 
«Ό κεραυνός φονεύει άνθρωπόν τίνα καλόν η 
χαχόν, ένεκα της λίαν περίπλοκου επενέργειας 
των φυσικών νό[Λων.)) Ό Δάρβιν λοιπόν έπί- 
στκυεν δτι οί νό(χοι οί^ίιέποντες^τό σύμπαν, 
ους έ^ηριιούργησεν δ θεός ίέν ίύνανται νά (/.ετα- 
βληθώσι. αΈν τούτοις, λέγει, ουδέποτε υπήρξα 
άθ«ος. Ούίέποτε ηρνήθην την ΰπαρζιν του θεού. 
Εις Όλλανίόν τίνα έγραφε• «Τό (Λεγαλείτερον 
έπιχείρη[Λα περί της υπάρξεως θεού (χοι φαίνεται 
δτι είνε ή άίυνα(Λΐα εις ην εύρισκό(Λεθα νά νοη- 
σωμ,εν δτι τό (χέγα και εκπληκτικόν τούτο σύ[χ- 
παν [χετά τών επ* αύτοΰ όντων εινε προϊόν τύ- 
χης.» Έν άλλη ^* επιστολή Ιγραφε* <τΝθ|Λίζω 
δτι η θεωρία της εξελίξεως εινε καθ* ολοκλη- 
ρίαν άσυριβίβαστος προς την εις θεόν πίστιν 
αλλά πρέπει νά λάβωμεν ύπ* δψιν δτι δ δρισρ-ός 
της εννοίας θεός ποικίλλει κατά τά πρόσωπα.» 
Και εξ άλλων ετι χωρίων της αυτοβιογραφίας 
χαι τών επιστολών του Δάρβιν καταφαίνεται δτι 
ητο θεϊστης και ούχι άθεος. 

Ό Δάρβιν απέθανε ττί 19 Απριλίου 1882, 
έχ νοσή(Αατος της καρδίας. Τους τελευταίους 
της ασθενείας του (/,ηνας παρεπονεϊτο δτι είχε 
{λεγάλην άίυνα(Λίαν και ζάλην. Ει^εν ερχόρ,ενον 
τον θάνατον άλλα ίεν τόν ε'φοβηθη, και έξέ- 
πνευσεν ένρ,έσφ τών οικείων του. Ύυϊ προτάσει 
(ΐ,ελών τίνων του κοινοβουλίου ενεταφιάσθη εις 
τό Ούετσ(Λίνστερ. Αναπαύεται ούχι [χακράν του 
Νεύτωνος, δικαίως ίέ ηξιώθησαν βασιλικής τα- 
φής οί βασιλείς ούτοι τής διανοίας. 

Κ. 



ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

Ή ευτυχία είνε λευκή ή ροίαλη" ουδείς ποτέ 
ίιενοήθη νά την χρω(ΛατΙσγ) άλλως. 

Ό άνθρο)πος είνε οίος δ έρως αύτου 

Ή αγέρωχος γυνή ή απαξιούσα νά ζητήσχι 
στήριγ(Αα παρά τφ άνίρι άπόλλυσι τό κατ' 
εξοχήν θέλγητρον του φύλου αυτής. 

Άνά(Ανησις εινε η σκιλ τής ευτυχίας. 

Είνε είίος άγνω|χοσύνης τό ν* άγαπ&ταί τις 
τιαι νά |Αη εινε ευτυχής. 

Έν ταϊς σχέσεσ; ταϊς (λάλλον οίκείαις, ταις 
φιλικωτάταις, ή κολακεία και δ έπαινος είνε 
τόσον απαραίτητοι δσον τό ελαιον δπερ κα- 
θιστ(^ βύχερή και άθόρυβον την στροφήν του 
τροχού. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Ή βασίλισσα Βικτωρία, ήτις τάς χειμερινάς δια- 
τριβάς αύτίΐς χοιεΓται εις την έν βάλμ,οραλ ττ5ς Σκω- 
τίας πεφημισμενην επαυλιν, εμαθεν εσχάτως οτι 
νεανίς τις τών περιοίκων διετέλει έν απελπισία 
διότι την έγκατέλειπεν ο μνηστήρ της, προτιμήσας 
αλλην έχουσα ν προΤκα 200 λιρών στερλινών. Ή 
άνασσα ειδοποίησε την νεανίδα δτι θα έλάμδανεν 
?σην προΤκα παρ' αύττίς, άμα ως εύρισκε νέον μνη- 
στνίρα. Μαθών τούτο ό πρώτος μνηστήρ Ισπευσεν 
αμέσως νά συνδιαλλαγή. Άλλ' ή βασίλισσα τνίς 
Αγγλίας άνήγγειλεν εις τους γονεϊς τή'ς κόρης, δτι 
την ύποσχεθεΤσαν προΤκα θα δώστ) έάν ή νεανις 
ευρη μνηστγ5ρα, δυνάμενον νά τηρήση τον δοθέντα 
δρκον. 

Περιεργοτάτην διαθήκην έγκβτέλιπεν ό αποθανών 
εσχάτως έν Βάθ "Αγγλος αντισυνταγματάρχης Ν&οΙι. 
Κληροδοτεί δι* αύτγ5ς έτήσιον εισόδημα 10 λιρών 
στερλινών είς το κωδωνοστάσιον του πρεσδυτερίου 
του Βάθ, έπι τή^ δρφ δτι ο κωδωνοκρουστης θέλει 
κρούει πενθίμως τους κώδωνας άπο τγ5ς 8ης πρωϊ- 
^^ζ 1*^ΧΡ' '^^<5 ογδόης εσπερινής ώρας την έπέτειον 
του γάμου του, τουναντίον δε χαρμοσύνως κατά τάς 
αύτάς ώρας τ9|ς επετείου του θανάτου του « ημέρας 
καθ' ην — λέγει ή διαθήκη — άπηλλάγην αφόρητου 
οίκογενειακίίς τυραννίας και βίου αθλίου». 

Λίαν χρησίμως έφηρμόσθη εσχάτως το τηλέφωνον 
έν τοϊς άγγλικοΤς νοσοκομβίοις' οΙ πυρέσσοντες καΐ 
οΐ ύπ^ κολλητικών νοσημάτων προσβαλλόμενοι δεν 
είξεύρουν πώς νά έκδηλώσωσι την εύαρέσκειάν των. 
Τ^ τηλέφωνον τοποθετείται παρά την κλίνην του 
ασθενούς, δστις ευκόλως δυνάμενος ουι^ς νά όμιλη 



48 



£!23ΤΙ^ 



χαΐ νά άχούη, σ'^νομιλ6Τ μετά των φίλων του, και 
άχ,ροαται των υπ* αυτών άναγινωσχομενων αύτω εφη- 
μερίων, χωρίς νά παρίσταται ανάγκη νά ερχωνται 
ούτοι εις άμεσον μετ* αύτοΰ χ,οινωνίαν. Το τηλέφω- 
νον νυν πρόκειται νά λάδτ) έτέραν έφαρμογήν, εξόχως 
πραχτικήν, εν Λονδίνω. Πρόκειται νά συνδεθώσι τη- 
λεφωνικώς μεταξύ αλλήλων τά διάφορα νυκτερινά 
άσυλα, εις α προσφεύγουσι ζητουντες στέγην οΐ ανέ- 
στιοι πένητες, ώστε, έν ή περιπτώσει άσυλόν τι έχει 
κλίνας περισσάς, έτερον δε δεν Ιχει, ώς πολλάκις 
συμβαίνει, νά είδοποιήται τούτο και άποστέλλη τους 
εις αύτο προσερχόμενους έκει δπου υπάρχει διαθέ- 
σιμος χώρος. 

Την 10 του προσεχούς Μαρτίου ό πρίγκηψ και 
ή πριγκήπισσα τγ|ς Ουαλίας Οέλουσιν εορτάσει την 
είκοσιπενταετηρίδα τών γάμων των. Έπι τούτω το 
δημοτικό ν συμβούλιο ν του Λονδίνου απεφάσισε νά 
προσφέρη εις το έπισημον ζεύγος άργυροΰν πρότυπον 
έν μικρογραφία του αυτοκρατορικού Ινστιτούτου, του 
ανεγειρομένου εις μνήμην τοί3 ίωβιλαίου ττίς Άνάσ- 
σης. Προς κατασκευήν του δώρου έψήφισε το συμ- 
βούλιον 525 λίρας στερλίνας ήτοι 7,125 (^ρί-^ζκΐΛ, 



Γαλλική τις έφημερίς διηγεΤται το έξης νόστιμον 
άνέκδοτον, ώς συμ.6άν εσχάτως παρά το Μιλάνον. 

Δύο τών πλανοδίων εκείνων θηριοτρόφων, τών 
περιαγόντων ανά τάς πόλεις προς έπίδειξιν έξημε- 
ρωμένας άρκτους, έζήτησαν μετά του ζώου των φι- 
λοξενίαν έν τη οικία χωρικού τίνος τών περιχώρων. 
01 χωρικοί, μη γνωρίζοντες ποί3 νά τοποθετήσωσι 
την άρκτον, ένέκλεισαν αυτήν έκει δπου έφυλάσσετο 
δ χοίρος τί|ς οικίας, τούτον δ* έτοποθέτησαν εις άλλο 
μέρος. ^ ^ 

Κατ' έκείνην ακριβώς τήν νύκτα δύο ζωοκλόποι 
ειχον αποφασίσει νά μεταβώσιν εις τήν οίκίαν και 
κλέψωσι τον χοΤρον, και μίαν ώραν μετά το μεσονύ- 
κτιο ν άπήλθον πράγματι δπως είσδύσωσιν εις το χοι- 
ροφυλακεΤον. Ό εις εμεινεν έξωθεν αύτοΰ φρουρών, 
και δ έτερος είσήλθεν εντός* έκτείνων δε τήν χέΐρα 
και ψαύων το ζώον, Ιλεγε προς τον σύντροφόν του* 

— Τί μαλλιαρό που είνε τδγουροίίνιΐ 

Άλλ* ένψ ήτοιμάζετο νά πρόσδεση πέριξ του 
τραχήλου του ώς χοίρου έχ λαμβανομένου σχοινίον, 
αίφνης ή άρκτος έξαγριοΰται και διά τής κ6φαλτ)ς 
πλήττει αύτδν κατά τον στόμαχον ισχυρώς. 

Πας τις δύναται νά φαντασΟη τον φόβον του κλέ- 
πτου, δστις άπελΟων νά κλέψη τον άκίνδυνον χοΤρον, 
εύρίσκετο αΓφνης ύπο τους οξεΤς όνυχας αγρίας άρ- 
κτου. Ένόμιζεν δτι είχε νά κάμη με τον διάβολον, 
τοιαύτας δέ γοεράς κραυγάς Ιρρηξεν, ώστε δ μεν 
σύντροφος του έτράπη εις φυγήν, αύτδς δέ συνελή- 
φθη ύπδ τών άφυπνισθέντων οικοδεσποτών. 

Ουδέν κατανυκτικώτερον τής αγάπης, ην έκδηλοΓ 
το γερμανικδν ΙΟνος προς τον νοσουντα αύτοκρατορι- 
κδν πρίγκηπα. Έπι τη ευκαιρία τών εορτών τών 
Χριστουγέννων έπέμφθησαν πλην άλλων δώρων εις 
το έν Βερολίνφ μεγαρόν του και εις τάς έν Πότσδαμ 
και Βέρνστορφ επαύλεις του εκ πάσης εσχατιάς τής 
Γερμανίας τόσαι ίνδικαι όρνιθες και χήνες και νήσ- 



σαι και περιστεραί, ώστε πασαι αι αύλαι ύπερεπλη- 
ρώθησαν και οι ΰπηρέται ήρνοΰντο πλέον νά παρα- 
λαμβάνωσι τους ύπο τών ταχυδρομικών υπαλλήλων 
άπαύστως κομιζομένους κλωβούς. Έν Σάν-Ρέμφ 
αφίχθησαν ήδη ή ήγγέλθησαν αναρίθμητα δέματα 
πλήρη άλάντων, πλακουντίων, γλυκυσμάτων κτλ. 
Τά δύο υπερμεγέθη δένδρα τών Χριστουγέννων, άτι- 
να έπέμφθησαν εις τον τρί-^ζΥ-ηπα ώς άνάμνησις τ91ς 
πατρίδος, κατέσχον οΐ ιταλοί τελωνοφύλακες εις τά 
σύνορα, ένεκεν τής έν Γερμανία φυλλοξήρας. Ές 
άλλου, έπ' ευκαιρία τής πρώτης του έτους, οι κάτοι- 
κοι του Βερολίνου έσκέφθησαν νά άποστείλωσιν εις 
τον πρίγκηπα δώρον πρωτό τύπον, συνιστάμενον εις 
καλλιτεχνικώτατον λεύκωμα κολοσσιαίων διαστά- 
σεων, ου τήν πρώτην σελίδα κατέχει προσφώνημα, 
γραφέν ύπδ λογίου διακεκριμένου και μετά μεγίστης 
φιλοκαλίας κεχαραγμένον, τάς λοιπάς δέ αΐ ύπο- 
γραφαι τών κατοίκων. Προς συγκέντρωσιν τών υπο- 
γραφών ιδιαίτεροι κατάλογοι ήνεωχθησαν έν πάσαις 
ταΤς συνοικίαις του Βερολίνου. 

Άφ' ής ιδρύθη έν Νβ^νροΓΐ τής Βορείου Αμερι- 
κής ναρκοπηγεΤον, άπεπειράθησαν νά φωτίσωσι τά 
βάθη τής θαλάσσης δι* ηλεκτρικού φωτός. Τοιαύτα 
δέ φώτα κατεδυθίσθησαν τελευταϊον εις βάθος 20 
ποδών και έφώ'^ιζον τον τυυθμένα εις Ικτασιν 150 
ποδών, ούτως ώστε ήσαν ορατά και τά ελάχιστα αν- 
τικείμενα. Ή δύναμις τών φώτων τούτων ή λυχνιών 
είνε 100 κηρίων. Τοιαύτα δέ ηλεκτρικά φώτα θά 
φέρωσιν δλα τά ναρκοβόλα πλοΤα τών Ηνωμένων 
Πολιτειών. 

Παρά τοΤς "Αγγλοις γενικώς, άλλ* έν Σκωτία 

ιδίως, ή Κυριακή θεωρείται ώς ιερά και απαραβίαστος. 

Σχετικώς προς τούτο φέρονται δύο νόστιμα ανέκδοτα* 

Ιερεύς τής ελευθέρας Σκωτικής εκκλησίας συ- 
νήντησέ ποτέ ένορίτην τινά. 

— Χαίρω πολύ διότι σέ συνήντησα, λέγει δ ιε- 
ρεύς, διότι εχω προ καιρού νά σου ειπώ κάτι. *Έμα- 
θα, δεν είμαι βέβαιος δμως, δτι περιπατείς ενίοτε 
κατά τήν άγίαν ήμέραν του Σαββάτου. 

— Το δμολογώ, παππά μου, άλλα το Εύαγγέ- 
λιον δεν λέγει δτι δ Χρίστος έπεριπάτησε τήν ήμέ- 
ραν του Σαββάτου έντδς άγρου σίτου ; 

— Δεν λέγω το εναντίον, άπαντα δ εξαίρετος 
λειτουργός του Υψίστου, αμήχανων πως, άλλα, 
προστίθηιιν αμέσως άνακτών δλην του τήν ψυχραι- 
μίαν, έπίτρεψέ μου νά σου εΓπω δτι αν δ Χρίστος 
έπεριπάτησε τήν ήμέραν τοί3 Σαββάτου, αύτο μόνον 
δύναμαι νά εΓπω, δεν τον θαυμάζω διά τοΰτο πολύ 1 

Άλλοτε πάλιν "Αγγλος καλλιτέχνης, περιο- 
δεύων τήν 'Αγγλίαν, Ιστη καθ' δδόν, Κυριακήν τίνα, 
ίνα θαυμάση τά ερείπια παλαιού πύργου. 

— Πώς ονομάζεται δ πύργος αυτός ; ήρώτησε 
διερχόμενον χωρικό ν. 

— Δέν δμιλουν σήμερα γΐά τέτοια πράγματα, 
άπήντησεν δ Σκώτος και άντιπαρήλθεν. 

— Πιστεύεις συ δτι είνε κακδν νά καθήσουν δε- 
κατρείς *ςτδ τραπέζι ; 

— *Όταν έχουν μαγειρέψη μόνον γχά δώδεκα . . . 



Έν Αθήναις ίχ τοϋ τυπογραφείου τών καταστημάτων ΑΝΕΧΤΉ ΚΔΝΧΤΑΝΤΙΝΙΑΟΥ. 1888— 12θΟ^Τ^ 



^Αριθ. 650 — Λεπτά είκοσι πέντε. 



ΒΧΟΣΪ ΙΓ'. 





ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ 



Τόμιος ΚΕ'. 



Χ«ν*ίβμ4| Ιίησί. : Έν «Ελλάί. ν^ 1ϊ, Ιν τϊ| 4λλ.*α«1| ν^ 20. - Α! σ«ν*ρομ«\ β^βντα. ^^ ΊανΟυαρίου 1888 
Α«& 1 *1•ινου«^• 1««9τ. {τους «αΧ «Τν«ι Ιτήνικι. — Γ^βφκΤον Διίνβ. *0^( 2τα^ίου 82• * 



Η ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 



Συνβχβια* ^δβ προηγούμενον φύλλον. 

Ε' 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΠΟΙΚΙΑΣ 
ΕΝ ΠΑΟΜΙΑι ΤΗΣ ΚΟΡΣΙΚΗΣ. 

Φθάσαντες *1ς Παοριίαν οι Έλληνες ούτοι 
χΜτφκησαν εν σκηναΤς καί άρ.έσως ηρχισαν να 
κτίζουν οικίας και να καλλιεργούν την γην. Δια 
οοκΐ{&7)ν ίέ έσπειραν και (Λερικίς γεννήρ,ατα, τψ 
αΰτφ ετ«ι, τα 6ποϊα ε<^ωκαν καλούς καρπούς. 
Εντός ίε πέντε η εξ ετών δλοι έκτισαν τας 
οΙκιας των. *Ήρχισαν ίέ να κτίζουν φράκτα, 
να φυτεύουν ά(Λπέλους και να καλλιεργούν κη- 
?:ους. Έκτισαν ίέ και εκκλησίας, ώς έπι το 
πλείστον, επι παλαιών θε[;ιελίων. Κα Ι την [λέν 
Μητρόπολιν ώνό[ΐασαν Κοί(Λησιν της Θεοτόκου, 
τάς οέ αλλάς "Αγιον 'Ιωάννην Βαπτιστην, "Α- 
γιον ΉλΙαν, "Αγιον Νικόλαον, "Αγιον Άθανά- 
σιον, "Αγιον Γεώργιον, "Αγιον Δη[χήτριον. Έκ 
περισσού ί* έκτισαν (λίαν Καπελλαν ίιά τον 
Πρίγκιπα, και το Μοναστήριον του επισκόπου 
Παρθενίου Καλκανίη, του δποΐου η Εκκλησία 
ητο βίς (χνη(Αην της Γεννήσεως της Θεοτόκου. 
Το (Λοναστηριον ίέ τούτο έκτίσθη επΙ τών θε[Αε- 
λίων αρχαίας τίνος Εκκλησίας του Άγιου 
Μαρτίνου. 

Τον κατάλογον τών ανωτέρω Εκκλησιών αν- 
τέγραψα έκ του χειρογράφου του παπδ-Νικο- 
λίου, δ δποιος, ώς ιερεύς, παρέχει η|/.ϊν δλα τα 
πιστά. "Αλλως ίέ δ άριθ(ΛΟς αυτών θα [ΐοι ητο 
λίαν ά|ΑφΙβολος, ίιότι {ΐ.έ τοσούτο πλήθος Εκ- 
κλησιών αναγκάζεται να υπόθεση τις ίτι το (χε- 
γαλείτερον ριέρος τών αποίκων τούτων ήσαν 
κληρικοί. Άλλ* έν τούτοις και έξ άλλων εισέτι 
τεκ(λ.ηρΙων πέπεισριαι θτι την άποικίαν ταύτην 
ηκολούθησαν πάριπολλοι κληρικοί. Περί ^ε 
του μοναστηρίου του Παρθενίου Καλκανίη, λέ• 
γεται θτι βρα^ύτερον,πιθανώς ριετά τον θάνατον 
αύτου, (Λετετράπη εις Εύεργετικην Τράπεζαν 
(Μοηΐ-άβ-ρίβΐβ)• Πλην δριως, περί της τελευταίας 

ΤΟΜ0£ κε'— ι888. 



ταύτης ειοήσεως ού^α[Λου απήντησα γραπτάς 
πληροφορίας. — Ωσαύτως ίεν εννοώ καλώς ί ιά 
ποιον Πρίγκιπα έκτίσθη η ΚαηίΛΛα άίί ζότ 
ΠρΙγχυια. 

Ούτω ί* εγκατασταθέντες έξηκολούθησαν έπΙ 
τίνα ?τη είρηνικώς και ησύχως ν& εργάζωνται 
ούτως, ώστε ου ρ,όνον τα προς την γενουηνσια- 
κήν Δη(Αθκρατίαν χρέη των να πληρώσωσι και 
να προσπορίζωνται άνέτως τα προς το ζ^ν α- 
ναγκαία, άλλα και οΙκονο[Λίας τινάς να φυλάτ- 
τωσιν. 

Ό Λΐ|Λπεράνης, δστις έπεσκέφθη τον Παο(Αίαν 
το 1713, έθαύ(Λασε την φιλεργίαν, την προκο- 
πην και την άγχίνοιαν τών Ελλήνων. Εκφρά- 
ζει ίϊέ τάς εντυπώσεις και τα αΙσθή(Αατά του 
του ταύτα ε ν τφ Β' Τό(χ. σελ. 579 της ιστο- 
ρίας του. Λέγεται ίέ δτι οί "Ελληνες ούτοι έλ- 
θόντες εις Κορσικήν, έγένοντο πολλών καλών 
πρόξενοι εις την χώραν ταύτην, ήτις κατά την 
έποχήν έκεΐνην ίιετέλει έν παχυλή άγνοίί|ε ώς 
προς πολλά πράγ(χ.ατα του οικιακού και του 
αγροτικού βίου. Ούτω ίέ είσήγαγον (χεγάλας 
(χεταρρυθ(χίσεις έν τφ τρόπφ τού οργόνειν την 
γην, τού θερίζειν τοος ^η|λητριακούς καρπούς 
καΐ (Λάλιστα έν τ§ καλλιεργήσει τών καρποφό- 
ρων ^ένό^ρων και ι^ίως της άριπέλου. Ωσαύτως 
^έ λέγεται δτι αι Κορσικανί^ες ε|λαθον παρά 
τών Ελληνίδων πώς να υφαίνουν πολλλ εϊίη 
ύφασριάτων, αγνώστων [λέχρι τότε έν Κορσικν), 
πώς να ^ιατηρώσι καλώς και χρησΐ|/.οποιώσι το 
χοιρινόν κρέας χχΐ άλλα τρόφί|λα. Επίσης ^έ 
και ή άνακάλυψις τού ύπο το ονθ|λα Μοηβββ άβ 
ΟθΓ8β γνο^στοΰ έν ττί θεραπευτική άνθελ|Λΐνθικού 
φαρριάκου άποίΐ^εται τοις Έλλησι τούτοις. 
(Βλέπε Νοηυβαν, ΙΗοΙίοηηαντβ άβ Μέά^οϊηβ βί 
άβ ΟΜνίΐνρΐβ ρταϋςίΐβΒ, άίπ^β ρλγ Ιθ Βγ ^Λ^^οαά 
Ρλγϊβ 1865. Ταπί II. ρ»^. 554.) Το φάρ(λακον 
τούτο οί (χέν "Ελληνες το όνοριάζουν Λίμίθό^ 
χορτο^ οί ίέ Κορσικανοί βτύα πιατίηα. 

Έν τούτοις οί γείτονες των Κορσικανοί, και 
Ι^ίως οί κάτοικοι τού Βίκω^ ουδόλως ήσαν εύ- 
χαριστηριενοι άπο την παρουσίαν τών Ελλήνων. 
Ευθύς έξ αρχής τους ύπέλαδον ώς κατακτητάς 
τών γαιών των και ώς τοιούτους πάντοτε τους 
ύπέβλεπον και τους κατε^ίωκον. 'Ήίη ίέ προ 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



50 



£:Σ:τυ^ 



της Κορσιχανιχης έπαναστάσκως, τρις άπεπει- 
ράθησαν νά έττιτεθώσι κατ* αυτών, άλλα χαΐ 
κατά τάς τρεις ταύτας φοράς άνεχώρησαν ά- 
πρακτοι. 

Με τους λοιπούς ^έ Κορσικανούς Ύΐίη ολίγον 
κατ' ολίγον ηρχισαν νά συσχετιζωνται και νά 
συριφιλιόνωνται ούτως, ώστε και συντέκνους νά 
κά[χωσιν έζ αυτών. Κατά ^ε την [λαρτυρίαν του 
παπλ-Νικολάου, οί Κορσικανοί ηθέλησαν και 
ίια συνοικεσίων νά ενωθώσι (λέ τους Έλληνας, 
«άλλα ο ι "Ελληνες ίέν τους καταδέχτηκαν νά 
ενώσουν το αιρ,ά τους (Λε αυτούς. » 

Τοιουτοτρόπως έζησαν οί Έλληνες εν Παο- 
[ϋίοΐ, (ΐ-έχρι του 1729, τουτέστι (^έχρι της ενάρ- 
ξεως της [χεγάλης Κορσικαν.κης επαναστάσεως. 
Διετέλεσαν ίέ .αέχρι της εποχής ταύτης Διοι- 
κηταΐ, η, καθώς λέγει δ παπά -Νικόλαος, 
ΝτιρΒτόροί Γενουήνσιοι η Κορσικανοί εν Παο- 
(ΐία οί ακόλουθοι : 

1. Καπετάν Ισίδωρος Μπιάνχος [ΙδίάοΓβ Βίαηοΐιί] 
απ ο τήν Κόγγα 

2. Κολονέλος Μπούτης [Οοΐοηβΐ ΒαΙϋ] 

3. Φαμπρίτσιος Ιουστινιανός ΤΡ&1)ΐΊ0β 6ΐα8ΐίηί&ηί] 

4. Νικολός Κεντηρίωνας. [Νίοοίββ ΟβηΙυΐΊοηβ] 

5. Κόσμος Ιουστινιανός. [Οόιηβ βίυδϋηίαηί] 

6. Μπβνέδβττος Ανδρέας [ΒβηοΙΙ ΑηάΓβα] 

7. Ιωάννης Τωμάζος Παχιανός[^β&η-Τ110Iη&8Ρ&^1ι^&η^] 

8. ΒαρθολομαΓος Ντε Φραγχη.[ΒαΓΐ1ΐ6ΐ6ΐηγ οΐβ ΚΓ&ηοΙιί] 

9. Όττάβιος Τζουβο [ΟοΙ»νβ Οίονο] 

10. Όρότσιος Ιουστινιανός. [Ηογ&06 βίαβίίηί&ηί] 

4 1 . Παύλος Βαπτίστας Φιέσχο; [Ραυί-Β&ρϋβΐβ Κίββοΐιί] 

12. Φελίχις Ίμπεριάλες [Ρβΐίχ ΙηαρβΓί&ίθ] 

13. Ιωσήφ Κεντηρίωνας [Ιοββρίι ββηίαηοηβ] 

14. Φίλιππος Σπινιόλας. [Ρΐιίΐίρρβ δρίηοΐα] 

15. Ιερώνυμος ΠαρτονοπαΓος. [ϊέΓΛιηβ ΡίΐΓίοηορΐο] 

16. Ιωάννης Βερνάρδος Σένιας. [^β&η-Ββ^ηαΓ€ί $6£:ηί] 

17. Κόσμος Κλαβαρινος [βόιηβ 6ΐιί&ν&ΐΊηί] 

18. Ιωσήφ Κιντγ,ρίωνας [^086ρ1ι ΟβηΙαηοηβ] 

19. Δομίνικος 'Ρενας. [Ποηαίηίςυβ ΑΓβηα] 

20. 'Ιωαννέτης Μπογιά νος [βίαηηβΐίηο Βοζζίβηο] 

21. Ιωάννης Βαπτίστας Κλαβαρινός. [^ Β.ΟΙιί&ναηηί] 

22. Γεώργιος Δόριας [ΟβοτζβΒ Βοΐ'ία] 

23. Φραντσέσχος Μαρίας Μπογιάνος. [Ρ. Μ. Βοζζί&ηο] 

24. Ιερώνυμος ΠαρτονοπαΓος. [ΙέΓόιηβ Ρ&Γίβηορίο] 

25. Ιωάννης Νιχολος Σπερόνες. [1. Ν. δρβΓοηβ] 

26. Ιωσήφ Κεντηρίωνας. [3θ86ρ1ι ΟβηΙαΗοηβ] 

27. Ιερώνυμος Ντέ Φράγκη. ρέΓΛιηβ άβ ΡΓΑοοΙιί] 

28. Ιάκωβος Κεντηρίωνας . [Ι&οςυββ Οβηΐυηοηβ] 

Τον κατάλογον τούτον αντίγραψα εκ του 
χειρογράφου του τταπά- Νικολάου. Έκαστος 
ίέ των ανωτέρω Διοικγ^τών ^ιωκησε την Παο- 
μίαν επι ίύο ετη. 

ς' 

01 ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΛΜΒΑΝΟΥΝ ΤΑ ΟΠΛΑ .ΕΝΑΝΤΙΟΝ 
ΤΟΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ ΚΟΡΣΙΚΑΝΩΝ. 

Κατά τους χρόνους τούτους συνέβη η αεγά- 
λη Κορσικανικη επανάστασις ίι' αΐτίαν τοιαύ- 
την. Οί εισπράκτορες των φόρων εφάνησαν 



σκληροί κατά τίνων πτωχών τοΰτο ίί και μό- 
νον ηρκεσεν δπως δλη η ν^ίσος τεθτί επι πο^ός 
κατά του Γενουηνσιακού ^εσποτισριοΰ. Προφα- 
νώς ^ε η αΙτία ύπαρξε (Λίκρά και ή συνέπεια 
[Λεγάλη. "Άρα ίέν ητο αυτή η κυρίως αΙτία 
της γενικ^ίς εξεγέρσεως τών Κοοσικανων. Το 
βέβαιον εινε δτι οι Κορσικανοί έςήτουν την ά- 
νεζαρτησίαν των. 

Το συνθηρια ττΊς επαναστάσεως, κατά τον 
παπά-Νικέλαον, ε^όθη από τους κατοίκους 
του Ρουστίνου, οίτινες, λαβόντες τά βπλα τών 
εισπρακτόρων τών φόρων, τους έξε^ίωξαν. Περί 
τούτους ίέ συνήχθησαν και οί κάτοικοι πολ- 
λών άλλων χωρίων, οιτινες απεφάσισαν νά υ- 
πάγουν νά πατήσουν διάφορα Διοικητήρια, εν 
οίς έφυλάττοντο δπλα, και ούτω νά έζοπλισθώ- 
σιν. Ούτω ί' ήρπασαν τά δπλα εκ τών διοικη- 
τηρίων τηςΚόρτης, της Άλερίας,του Ρολιάνου 
και του Βίκω, και παρευθύς ώρι^ησαν και κατά 
της ΒαστΙας, άλλα ίεν η^υνηθησαν νά εισπη- 
^ησουν εν τφ φρουρίφ. 

Κατά το παρά^ειγ(Αα τούτων οί κάτοικοι 
του Νιόλου ε^ραριον κατά του Διοικητηρίου 
της Παθ(Αίας ΐνα λάβωσι τά εκεί φυλαττό(ΐ.ενα 
δπλα τών Ελλήνων, τά δποϊα ηίη & Διοικη- 
τής των τοις ένεπιστεύθη ίιά την φύλαξιν του 
χωρίου των. "Ήλθον οί Νιολίταΐ" επετέθησαν 
κατά του Διοικητηρίου* πλην δ|Λως ού^εν κα- 
τώρθωσαν, ^ιότι ηναγκάσθησαν νά υποχωρή- 
σουν προ τών ενόπλων Ελλήνων. 

Όλίγον ίέ τι μετά ταΰτα, δτε ^ιωρίσθη προ- 
σωρινή τών επαναστατών Κορσικανών Κυβέρ- 
νησις, οί κάτοικοι του Βίκω έθεώρησαν κατάλ- 
ληλον τον καιρόν νά έπιπέσουν κατά τών ^ηθεν 
εχθρών των Ελλήνων, νά τους εξοντώσουν και 
νά ^ιαρπάσουν τάς περιουσίας των. Την πρώτην 
λοιπόν Αυγούστου του 1730 επετέθησαν κατ* 
αυτών άλλα, |χετά π«ισ(Αατώ^η ριάχην, ηναγ- 
κάσθησαν νά επιστρέψουν «Ις το χωρίον των 
άπρακτοι. 

Άλλ* η ηττά των αυτή, άντι νά τους τα- 
πείνωση και τους καθησύχαση, ετι περισσότε- 
ρον τους έξηγρίωσε* ίιο και την 15 του αύτου 
[χηνός ριετά περισσοτέρας ^υνά^^εως έφθασαν καΐ 
πάλιν προ της Παθ|χίας. Την φοράν ίε ταύτην 
το [Αεγαλείτερον (Λέρος του εχθρού συνίκειτο 
ούχι άπο κατοίκους του Βίκω, άλλ* άπο άλ- 
λους Κορσικανούς. Μετά πολύωρον δ(Αως (χάχην 
και ούτοι ηναγκάσθησαν ν' άπέλθωσιν άπρακτοι. 

Μετά τίνα χρόνον η Δη|ΐ.οκρατΙα της Γε- 
νούης εστειλεν εις Κάλβι της Κορσικής τον 
Ίερώνυριον Βενερόζον, άν^ρα γνωστόν εν Κορ- 
σική έπι άγαθότητι, έπιφορτισριενον νά κατά- 
πραυνη την έπανάστασιν ^ιά παραχωρήσεων 
και άλλων συριβιβαστικών ριέσων. Ούτος, |ΐέ. 
νων εν Κάλβι, ηλάττωσε ση|λαντικώς τους φό. 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



£2 22X1 Α. 



51 



ρους και προσ^κάλει τους αρχηγούς των έτταρ- 
χιών ίνα πληροφορηθώ περί των παραπόνων 
των. Ότε ίέ ηρώτησε και τους Έλληνας αν 
ίίχον κάνέν παράπονον να τω εκφράσουν, εκεί- 
νοι τφ είπον δτι οι κάτοικοι του Βίκω τους 
εκαυσαν τους ριύλους των. Τότε ** δ άπεσταλ- 
(Αενος ούτος ύπεχρεωσε τους κατοίκους του βίκω 
να άνοιχο^θ[Λησουν τους αυλούς των Ελλήνων. 
Μβτ* ολίγας ομ,ως ήριέρας οι κάτοικοι του 
Βίκω, άντι ν' άνοικο^οριησουν τους (χύλους των 
"Ελλήνων, ητοΐ|ΐάζοντο και πάλιν ίνα έπιπέσω- 
«ι κατ* αυτών. Την βϊ^ησιν ταύτην ά(Λέσως οί 
Έλληνες μετείωκαν εΙς τον εν Κάλβι Βενερό- 
ζον καΐ εΙς τον εν ΑΙακκίω Κά(Λΐλλον Δόριαν. 
Ευθύς ίε [ΐετά ταΰτα δ υίος του Βενερόζου, 
όνόΐλατι Ιάκωβος, |Λέ άπόσπασ(Λα στρατιωτικών 
είρ«{Αεν εΙς βοήθειαν των Ελλήνων. Ωσαύτως ί ε 
ίια τον αύτον σκοπον 6 Κάμιλλος Δόριας,ύπο τον 
άξιωριατικόν Καπετάν Κιεζϊνον, επ6(Λψεν εκατόν 
πεντήκοντα στρατιώτας .... Την φοράν ταύτην 
οί Κορσικανοί υπέστησαν μεγάλας ζημίας, άλλ' 
6κ (Μρους τών Γενουηνσίων στρατιωτών μόνον, 
ίιότι οί "Ελληνες μέχρι τούίε ίέν είχον την 
ά^ειαν να φονεύσουν ατιμωρητί. 



(Έχβταί συνβχ(ΐα) 



Ν. Β. Φαρδύς: 



■--«^ί-ί:ίδ^^ΑίΓ5;ϊΧ β->— 



ΓΓΡΕΒΛΛΘΕΙΣΑ ΥΠΑΡΞΙ2 

[*Εϊχ του Γςρμανιχφΰ του Καάοΐρΐι £.ίη<]αυ] 



[ΣννέχΜα χαΐ τέλος* Ι^ προηγούμβνον φύλλον]. 

— Κύριε Κλάασεν, είπον είνε πολύ αργά. 
Ή ιστορία σας μ* ενδιαφέρει αληθώς υπερβο- 
λικά. Άλλ' εχω νά επιχειρήσω αυριον μακράν 
δ^οιπορίαν,και ήθελα νοι σας παρακαλέσω να μου 
^ώσητ« την £^ειαν νά αποσυρθώ. Έρχομαι ενίοτε 
εις την πόλιν αυτήν, άπαξ τουλάχιστον του 
έτους, θα λάβω την εύχαρίστησιν, την προσεχή 
φοράν, νά σας επισκεφθώ, και νά σάς παρακα- 
λέσω νά μου συμπληρώσητε την ίιήγησίν σας. 

Και βγερθεις ήτοιμαζόμην ν' αποχαιρετίσω. 
Έίίστασα βμως, συναντήσας το λυπηρό ν και 
συγκινητικον βλέμμα, δπερ ήτένιζεν έπ' έμέ δ 
Κ. Κλάασεν, βλέμμα παι^ίου στερουμένου αί- 
φνης μεγάλην προσ^οκωμένην χαράν. 

— »θά μ' αφήσετε ; ηρώτησε ταπεινή τγ^ 
φωντ). 

— Εινε αργά, απήντησα. 

— Αλήθεια, βίνε αργά ! έπανέλαβεν αφηρη- 
μένος. Είτα έστέναζε βαθέως και προσέθηκε : 
Δεν υποθέτω νά σοίς έν^ιαφέρν) ή ιστορία μου. 
Ό,τι λέγω φαίνεται άπίθανον. Μ* άκροάζεσθε 



και σεϊς ίσως δπως άλλοι προ υμών ίέν με πι- 
στεύετε . . . 

— Βεβαιωθήτε, κύριε Κλάασεν, ύπέλαβον 
οιακόπτων αυτόν, δτι ούί* έπι στιγμήν <ϊιστάζω 
περί της ειλικρινείας σας. 

Προσέκλινε περίλυπος και απήντησε: 

— 'ϋ^ού ή ίιεύθυνσίς μου. Κατοικώ εΙς την 
^ζοχή^) εν τέταρτον της ώρας μακράν απ* είώ. 
Οί άμαζηλάται γνωρίζουν τον ^ρόμον, και κάθε 
παιίι ημπορεί νά σάς ίείζγ) την "ΕχαυΜν της 
Νίότηνος. θά χαρώ πολύ νά σάς ίεχθώ εις τον 
οικόν μου. '^Αν δμως δ καιρός σας 5έν σάς έπι- 
τρέπτρ νά μ* έπισκεφθήτε, τηλεγραφήσατέ μου 
ούο λέξεις κ* ε'ρχομ' έίώ και σάς βλέπω. Κοιμώ- 
μαι ε^ώ τόσον συχνά δσον και εΙς την οΐκίαν 
μου σχείόν. Εις την επαυλίν μου είνε μεγάλη 
μοναξιά, ενώ ε<ϊώ εχω την τύχην νά κάμνω 
πότε και πότε καμμίαν γνωριμίαν. Προ ετών 
δμως ίέν απήντησα τόσον άξιαγάπητον συν- 
τροφιάν, ώς την Ιίικήν σας* και μου είνε πραγ- 
ματική λύπη να την στερηθώ πάλιν τόσον γρή- 
γορα. Άλλα ίεν π^ίπΐί νά ημαι αδιάκριτος* 
οέν θέλω νά σάς κρατήσω. Άναβλβπώμεθα λοι- 
πόν. Δεν εινε αλήθεια ; άναβλεπώμεθα. 

Και μου έτεινε την χείρα* αλλά τόσον οίυ- 
νηράν έγκαρτέρησιν ενείχε της φωνής του δ 
τόνος και το ήθος της μορφής του, ώστε ίέν 
ήσθάνθην την γενναιότητα νά έμμείνο) εις την 
πρώτην μου άπόφασιν. <τ Ημπορώ νά κοιμηθώ 
αυριον έντος της αμάξης, ίιενοήθην ας του χα- 
ρίσω του ταλαίπωρου και το ύπόλοιπον της νυ- 
κτός μου.]> 

— Κύριε Κλάασεν, ύπέλαβον μεγαλοφώνως, 
είνε πολύ κολακευτικών ίι' εμέ δτι ή συντροφιά 
μου σάς είνε ευχάριστος. Δεν ^ύναμαι νά σάς 
εκφράσω άλλως την εύγνωμοσύνην μου, εΙμή 
παρακαλών σας νά μου επιτρέψετε νά μείνω 
ακόμη όλίγην ωραν μαζή σας. θέλετε ; 

Οί οφθαλμοί του ήστραψαν εκ χαράς. 

— "Αν θέλω ; άνέκραξε. Και τί άλλο θέλω, 
αξιότιμε φίλε μου ; Μη με θεωρήσετε ώς φλύα- 
ρο ν, δστις τον πρώτον άνθρωπο ν τον δποϊον 
άπαντ^ κάμνει θΰμα της φλυαρίας του. *Όχι Ι 
"Ο,τι μ' ελκύει προς σάς και σάς καθιστά ^ι' 
έμέ τόσον πολύτιμον άκροατήν, είνε ή εμπιστο- 
σύνη την δποίαν εϊχετε τήν καλοσύνην νά μου 
δείξετε. Δεν είνε ίυνατον νά φαντασθήτε πόσον 
εύχάριστον είνε αυτό ^ι' ανθρωπον μεμονωμένον, 
ενώπιον του δποίου, καθ' δλον τόν μακρόν και 
πολυτάραχον βίον του, πολλοί άνθρωποι πα- 
ρήλθον, των δποίων δμως οί πλείστοι τόν μετε- 
χειρίσθησαν με ίυσπιστίαν, άλλοι με χλεύην 
και έμπαιγμόν, και ολίγοι μόνον, πολύ ολίγοι, 
με αληθή έκτίμησιν τών προτερημάτων του. 
Σάς παρακαλώ νά μου δώσετε τήν ^ιεύθυνσίν 
σας ακριβώς, θ' ακούσετε αργότερα περί εμού. 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



52 



ε:χιτι^ 



Ή(ΐ.7;ορώ Ισως νλ σας φανώ ποτ€ χρησ(|χος. 
Τψ είωκα το έπισκε?:τήριόν (ΑΟυ, επΙ του 
δποΐου £ση|λ«ιουτο η ^ιεύθυνσίς [/.ου. Έχεΐνος ^ε, 
στερεώσχς (λονην ^ιόπτραν εΙς τον όφθαλ[;.όν του, 
χαΐ λαβών ούτω παρά^οζον ήθος χο[λψευτου 
(Α* δλον αυτού το γήρας, ανεγνω (χεγαλοφώνως 
την ^(βύθυνσιν, ΐνα διορθώσω ε /^εχόριενον λά- 
θος, και έφύλαξεν &ρ.εσως το επισκεπτηριον 
εντός κο[χψοτάτου χαρτοφυλακίου. Έπειτα |χοι 
προσέφερε νέον σιγάρον, ;/.έ παρεκάλεσε ^ιλ φι- 
λικού νεύμ,ατος να καταλάβω την ττροτεραν ριου 
θέσιν, εκάθισε και αύτος άπέναντΙ ριου, κ* εξη- 
κολούθησε την ίιήγησίν του. 

«Μετέβην, συνοίευό(/.ενος ύπο του πιστού ύπη- 
ρετου |χου, εΙς την πατρίδα [Λου, καΐ εκατοΐκησα 
την οικίαν δπου είχον αποθάνει δ πατήρ {Αου 
και η μήτηρ (Αου, δπου κ' εγώ ειχον γεννηθη. 
^Ητο προ δεκαεπτά ετών ακατοίκητος• αλλ* η 
ασθενούσα σύζυγος (Αου, ήτις είχε (Αεγάλην των 
κοσ|Αΐκών πραγ^λάτων ε(;.πειρίαν,ειχεν ε(Απιστευθη 
την ο'ικίαν εΙς την φροντίία και επιστασίαν ίύο 
ηλικιω[Λενων συζύγων, οίτινες ήσαν εις την ύπη- 
ρεσίαν [ίας καθ* δν χρένον εζων άκ6[Αη οι γο- 
νείς [Αου. Μολονότι ίε τα έπιπλα είχον αρκετά 
βλαφθη, εύρον δ(Αως αρκετά ίω|Αάτια καλώς ^ια- 
τηρη|Αένα, και κατώρθωσα τ^ βοηθε((χ τού επι- 
τηδείου ύπηρέτου (Αου νά εύτρεπίσω άνετον 
δπωσούν κατοικίαν. Έπχνεύρον και το χειρό- 
γραφόν μου, το άγαπητόν (Αου χειρόγραφον ! 
Δεν είχε. (Αεν ίυστυχώς προφυλαχθη τόσον 
επΐ(Αελώς, δσον δτε έπι αιώνας δλους το ειχον 
φυλάξει οι απόγονοι τού συγγραφέως* ίιότι 
και το χαρτίον είχε κιτρινίσει άκόριη περισσό- 
τερον, και η ρ,ελάνη ειχεν ωχριάσει, και σκώ- 
ληκες ειχον καταφάγΐι και βλάψει τά φύλλα• 
αλλά ίι* ε(Αέ, βστις το εγνώριζον ακριβώς και 
λ8πτθ(Αερώς,ητο πάντοτε εύανάγνωστον και άνε- 
κτίρ,ητον. 

Πρώτη [Αου φροντις ύπηρζε νά παραβάλω τάς 
κυριωτάτας τών διατριβών και συνταγών (Αε 
τά χειρόγραφα, τά δποϊα ειχον γράψει εκ (Ανη- 
[Αης εντός της φυλακής [Αου. Παραδόξως ίεν έ- 
συ(Αφώνουν εντελώς ριέ το πρωτότυπον ως εγώ 
ύπεθετον. Άλλα τούτο ίεν [Αε ανησύχησε ίιό- 
λου. "Ο,τι ειχον γράψει εγώ ητο τρόπον τινά 
ύπαγόρευσις τού συγγραφέως τού χειρογράφου 
και είχε την αύτην αύθεντίαν, την 6ποίαν είχε 
και το πρωτότυπον ητο οΰτως ειπείν σχόλιον, 
συ(Απληρω|Αά του. Κατεσκεύασα εν χη|Αεΐον, πολύ 
πληρέστερον εκείνου το δποιον είχα πρότερον 
και ηρχισα ά[Αεσως την κατασκευήν τού φαρ- 
[Αάκου της νεότητος, το δποϊον είχα ανακαλύψει. 
Έζων ηίη προ τεσσαράκοντα πέντε ετών. Και 
^εν τ,σθανό|Αην [Αεν άκό[Αη διόλου τάς ασθενείας 
τού γήρατος, άλλα παρ«τήρουν δτι και το σώ- 
[Αα [Αου και ή διάνοια [ΑΟυ ειχον χάσει την ελα- 



στικότητα και την άνθηρότητα της νεότητος, 
και ήθελα ν' αρχίσω το ταχύτερον την άνανέω- 
σίν [Αου. Μετά έζά|Αηνον έργασίαν κατώρθωσα 
νά παρασκευάσω το άνεκτΙ[Αητον ποτόν.9 

Έ^φ έστάθη και [Αε παρετήρησεν ύπόπτως• 
Δεν έκινήθην. 

— «Ευχαρίστως θά σας εχάριζον άπο το 
ποτόν |Αθυ, είπεν ήσύχως* άλλα ίέν θά σας έ- 
χρησί[Αευε' [/.όνον έ[Αέ ούναται νά ώφελήση. Διά 
νά ένεργήσν) το φάρ[Αακον άποτελεσ(Αατιχώς, 
άπαραίτητον είνε, πλην τών άλλων, νά άνακα- 
λυφθτ) και νά παρασκευασθτ) υπ' αυτού εκείνου 
δστις θά τθ(Αεταχειρισθ7).Άν το πραγ[Αα ίέν είχεν 
ούτως, 8λος 6 κόσ[Αθς θά ηξευρεν δ,τι γνωρίζω 
εγώ... ίιότι εγώ ίέν εί(Ααι εγωιστής. Δυστυ- 
χώς ίιά την ταλαίπωρον πάσχουσα ν ανθρωπό- 
τητα, (ΑΟνος εγώ ίύνα[Ααι νά ωφεληθώ άπο την 
άνακάλυψίν [Αου. 

— Εννοώ, είπον. 

Προσέκλινεν ευμενώς και έζηκολούθησεν: 

— Δεν απέκρυψα την ένασχόλησίν μου, ίιότι 
ή μυστικότης ίέν ητο αναγκαία. Ή οΙκογένειά 
μου ητο πολύ γνωστή εις την πόλιν Κ. Εύρον 
ί' έκει και μερικούς παλαιούς συγγενείς, και έ- 
σχηματίσθη τοιουτοτρόπως περί έμέ κύκλος 
καλών φίλων. Διηγήθην ίέ εις αυτούς προθύμως 
δ,τι και σεις μέχρι τούίε ήκούσατε. Έβλεπον 
δτι κάνεις ίέν μ' επίστευε, άλλα τούτο ολίγον 
μ* έλύπει. Ήρκει προς επιτυχίαν μου, δτι θετι- 
κώς εγνώριζον εγώ, ποία ύπήρχεν εντός μου έκ- 
τακτος σοφία. 

Τήν 13 Όκτωβρίου, αφού έώρτασα την τεσ- 
σαρακοστήν εκτην γενέθλιόν μου, ήρχισα τήν 
ίίαιτάν μου. Παρετήρησα ίέ μετ* εύχαριστή- 
σεως δτι καθ' έκάστην έγινόμην κατά μίαν ή- 
μεραν νεώτερος. Και τήν 13 Όκτωβρίου τού 
επομένου έτους ήίυνήθην, προς άπερίγραπτον 
χαράν μου, νά εορτάσω τήν τεσσαρακοστήν πέμ- 
πτην γενέθλιόν μου. 

Τοιουτοτρόπως καθ' έκαστον έτος εσβυνα ενα 
χρόνον άπο τήν ζωήν μου. Νέα νεότης, νέα 
ίύναμις εισήρχοντο καθ* έκάστην εις τήν υπαρ- 
ξίν μου και μέ έπλήρουν άγαλλιάσεως, τήν δ- 
ποίαν ούίεις θνητός ίύναται νά φαντασθτ;. 

Τον χειμώνα τού 1861 έγνώρισα εΙς τήν 
πατρικήν μου πόλιν μίαν νέαν κόρην ίεκαπεντε 
ετών. ^Ητο το χαριέστατον πλάσμα, τό δποϊον 
ημπορεί κάνεις νά φαντασθ^* ανθηρά, εύθυμος, 
ζωηρά, ωραιότατη, και τόσον έξυπνος, ώστε 
πολλοί τήν έθεώρουν ώς αύθάίη. Ήτο κόρη 
ενός τών συμμαθητών μου, και έπεσκεπτόμην 
συχνά τον οίκον τών γονέων της . Μέχρι προ 
μικρού είχε ζήσει πλησίον γραίας άτέκνου θείας 
της, ή δποία τήν ειχεν υιοθετήσει* άλλα μετά 
τόν θάνατον της συγγενούς αύτης, ήτις της 
είχεν αφήσει μικράν τίνα περιουσίαν, έπέστρε- 



ΟΪ9ϊΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



£2 23X1^ 



53 



ψεν εις την πατρικήν της οΐχίαν. Ήτο η άγα- 
τηττ) μου, και ώφ(λού[^!.ην άπό πασαν πβρίστα- 
σιν ίια νά της προξενήσω χ«ράν. Έδλεπον ίέ 
(λε (Αεγάλην (χου εύχαρίστησιν,δτι (Αου το άντα- 
πέ^ι^ε ^ιά παιδικής εύγνω(Λοσύνης και άφο- 
9ΐώ<τεως. 

Μίαν η|Αεραν, ένφ εκαθηριην πλησίον της εις 
την πατρικην της οικία ν, (ΑΟυ είπε ν έξαφνα; 

— Άλι&θεια, κύριε Κλάασεν, οτι ηύρατε 
το [Αεσον νά γίνεται κανείς πάλιν νέος, καΐ δτι 
χκταγίνεσθε τορα νά γείνετε και σεις νέος; 

— Έλενη Ι άνεκραξε [χετά ρ.0[Αφης η ρ.ή- 
τηρ της. 

— Άφή<ϊατε το κορίτσι ν3^ 6|χιλησγ), ειπον 
εγώ, και στραφείς προς την κόρην, απήντησα 
ιΐς την έρώτησίν της: 

— Μάλιστα, το εχω αύτδ [λέσον άλλα ίιατί 
[1* €*ρωτάτε ; 

Έ(ΐ.ει^(ασε πονηρώς καΐ (Λου άπηντησεν : 

— *Δφ' δτου εΐ|Λ' είφ, εσκέφθην πολύ περί 
του [Αελ7.οντός ρ.ου. Μίαν η[χέραν Θ3ι νυ[ΐ.φευθώ 
χ* εγώ. Άλλ* άπο τους νέους τους δποίους βλε- 
ττω, ίεν (α' αρέσει κάνεις τόσον δσον σεις. Πόσον 
ετών ειαθε, κύριε Κλάασεν ; 

— Έγεννηθην, απήντησα, προ τεσσαράκοντα 
εννέα ετών, και εΐ(Ααι τόρα τεσσαράκοντα ίύο 
ετών. 

— Λαριπρά ! εξηκολούθησε. Γενητε λοιπόν 
επτά ετη άκό[Λη νεώτερος* θά είσθε τότε τριά- 
κοντα τυεντε και εγώ είκοσιίύο ετών, και τότε 
Ι^έ νυ[ΐφεύεσθε. 

. — Έλενη ! Έλενη ! έφώναξε και πάλιν η 
[ΐήτηρ της. 

Άλλ* εγώ ήγερθην και ειπον εντόνως : 

— Παρακαλώ, παρακαλώ πολύ, αγαπητή 
|ΐου φίλη, ν* αφήσετε την κόρην σας νά δμιλή- 
ση, έστω και αν οι λόγοι της ίεν συ|Λφωνοΰν (χε 
τάς ιίέας και τάς έπιθυ(λίας σας. 

Ή κυρία εστενοχωρήθη και άπηντησεν: 

— Ή Ελένη εινε ανόητη. 

'Εγώ έστράφην τότε προς την νέαν, και την 
ήρώτησα αν ώριίλει σπου^αίως. 

'Εκύτταξε [λει^ιώσα και κάπως ίειλά την 
[ίητέρχ της, και |Λθυ άπηντησεν οικείως: 

— Όταν γενητε τριάκοντα πέντε ετών, κύ- 
ριε Κλάασεν, κ'έγώ εικοσι^ύο, τότε νυριφευό(Λεθα 
χωρίς £λλο. 

Έίραξα τότε την χεϊρά της και ειπον επι- 
σήριως* 

— Σας θεωρώ λοιπόν ως μνηστήν |ΐ.ου. 
Έπειτα επλησίασα εΙς τήν^ {ΐητερα, και 

ε πρόσθεσα* .. ι ^ 

— Με την συναΐνεσίν σας, σεβαστή (χου φίλη- 
Εκείνη ίεν απήντησε τίποτε, άλλα και ίέν 

απέκρουσε την πρότασίν ριου. Είπε (λόνον [Λίτά 
(λίκρόν : 



— Επτά ετη είνε (χακρά προθεσ^Λία• αργότερα 
πάλιν 6[;ιιλου[Λεν. 

Την επαύριον |χου ειπεν ή Ελένη• 
— Χθες ή (Λα|λά (λ' έ[Λάλωσε. Δεν ταιριάζει, 
(χοΰ είπε, εις ριεγάλο κορίτσι νά δ(Λΐλ7) δπως 
σας ώ[Λίλησα. *Δς άφήσω(Λεν έπι του παρόντος 
το πράγ(Λ«. Άλλίι ή συ(ΑφωνΙα μ,κς συ(χφωνία, 
κύριε Κλάασεν. 

Τέσσαρα έτη παρηλθον, και ή Έλενη ώρί- 
[ΐκσεν υπό τά δ(Λ(Αατά (Λου εΙς περικαλλή νεάνι^α. 
^Ητο δεκαεννέα ετών. Άλλ' από τίνος χρόνου 
είχε γίνει εκτάκτως σιωπηλή και επιφυλακτική. 
Είχε [Λεν πάντοτε φιλικόν και εύ|λενές ^ι' ε'[Λέ 
[Λει^ία|χα, δσάκις [ΐ.' έβλεπεν, άλλ' απέφευγε 
νά ρ,ένη ριόνη (χαζή (λου, και ίέν εϊχο|/.εν πλέον 
τίκ,ς οικείας έκείνας συνο|ΑΐλΙας', αί δποΐαι ήσαν 
άλλοτε τόσον συχνά Ι. 

τι είχε συ(Αβή ; Έτυράννουν την κεφαλήν μου 
νά το εΰρω, και ήμην ίυστυχέστατος, δτε μίαν 
ήμέραν δ πατήρ της Ελένης μου ανήγγειλε 
ίι* ολίγων ξηρών και ψυχρών λέξεων, ώς αν 
ήτο το πράγμα εντελώς άίιάφορον ίι' εμέ, δτι 
ή κόρη του ήρραβωνίσθη και μετ' ολίγους μήνας, 
την προσεχή άνοιξιν, νυμφεύεται. 

Απέμεινα βωβός, κατάπληκτος, . . άλλα ήσυ- 
χος* ούτε λέξις, ούτε νεύμα μου εξεδήλωσε τον 
πόνον μου . Ύπήγα εΙς την οΐκίαν μου, κ' εκρύ- 
βην εις το ^ωμάτιόν μου, και έκλαυσα. Ή 
ελεεινή μου ζωή παρήλθε ν δλόκληρος ενώπιον 
της σκοτισθείσης ψυχής μου, δ θάνατος τών γο- 
νέων μου, τών μόνων όντων, τά δποϊα με ειχον 
αγαπήσει• δ βραχύς και ατυχής μου γάμος• ή 
μακρά μου φυλάκισις. Έσκεφθην, αν ήτο του 
κόπου άξιον νά γείνω πάλιν νέος, αφού ή ζωή 
μου αυτή έμαρτύρει πόσον ολίγην χαράν περιέ- 
χει ή νεότης του άνθρωπου. Έφθασα σχείον 
εις τήν άπελπισίαν. Δεν ήτο άρα προτιμότερον 
ν* αποθάνω, ή νά παρατείνω τήν ζωήν, ή 
δποία ού^εμίαν μου ύπέσχετο εύχαρίστησιν ; 
Ευτυχώς έπεσε το βλέμμα μου εις το χειρόγρα- 
φον, το δποϊον εκείτο έπΙ της τραπέζης μου. 
Πόσον εύγλώττως μ* έφάνη δτι έλαμψαν εις τά 
ομματά μου τά παλαιά και ωχρά του γράμ- 
ματα ! Ή θεία σοφία, τήν δποίαν με είχον ίι- 
^άξει, έχυσε πάλιν εις τήν καρίίαν μου τήν 
είρήνην έκείνην και τήν γαλήνην, τήν δποίαν 
μόνον οι αθάνατοι άπολαμβάνουσι. ΤΙ έσήμαινε 
στιγμιαία οίύνη ίι' δν, το δποίον είχε τήν 
(^ύναμιν νά προστάζη τον χρόνον νά σταματήση 
ή καΐ νά οπισθοίρομήσγι ; Έμειίΐασα ίιά τήν 
άίυναμίαν, ήτις με είχε καταλάβει,• καίτοι 
Ισχυρότερον,ίυνατώτερον, σοφώτερον παρά ποτέ. 

Άλλ' ή γενέθλιος μου πόλις απώλεσε πάν 
θέλγητρον ίι'έμέ. Δεν ώργίσθην κατίι της Ελέ- 
νης* ήτο άναξία της οργής μου. Άλλίί ίεν 

ήθελον πλέον νά τήν συναντήσω. 5Ρρΐιςχ^Λ||ίΛ 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν:ϊΟΟ νΐε 



54 



£3Ζ1ΤΙ^ 



ρας, άφ' δτου {αοΙ άνηγγίλθησαν οι αρραβώνες 
της, «γκατίλβιψα ίιά παντός την Κ. 

Ό Κ.Κλάα«ν εσταμάτησβν επΙ (ΐικρόν, ώσεί 
θέλων να συναγάγτρ τάς ΐίέας του. Ότε ίε πχ- 
ρετήρησεν δτι εθιώρουν το ώρολόγιον (χέ κεκ- 
[χηκότας όφθαλ[Λθύς, είττε* 

— Λάβετε άκό[ΐη ολίγα λεπτά ύπομιονήν. 
Ή ιστορία |χου έτελείωσε. 

Είτα ί' έξηκολούθτ,σεν δ(Αΐλών ταχέως, οιο- 
νεί φοβού(χενος α-έ άποκά{Αη η προσοχή (ίου προ 
του τέλους της ίιηγήσεώς του• 

— Δύο ετη τόρα ζω εντελώς άσχετος πλη- 
σίον της Β. Ήίυνήθην να εξακολουθήσω ήσύ- 
χως τάς [χελέτας (χου, και να κά[Αω νέας, λα[Α- 
πράς ανακαλύψεις. "Ελαβον επθ[/.ενως άπόφασιν, 
ή 6ποία έχει ίι' ψέ ύψίστην σηριασίαν. Κατώρ- 
θωσα το ποτον το δποϊον παρασκευάζω να το 
συ[Απυκνώσω <ις τοιούτον βαθ(;.όν, ώστε νά εΐ- 
κοσαπλασιάσω την ίΟναμίν του. Δεν το (χετε- 
χειρίσθην άκόριη ύπο την νεαν του {/.ορφήν, ίιότι 
προς επιτυχή χρήσιν πρέπει νά περΐ[Αείνω (αερι- 
κούς ευνοϊκούς άστερισ(χούς. Άλλα το έρχόριε- 
νον έτος θοι πιω άβλαβώς το ίυνατον ποτόν, 
το δποϊον θα έφόνευεν οιονδήποτε άλλον, θα 
το κά[χω, ίιότι... σκοπός ΐλου είνε . . . 

Ήγερθη, εκυψε προς ε|λέ και είπε, βραδέως 
ψιθυρίζων, αλλά τονίζων έκάστην λέζιν : 

— Σκοπός [χου εινε να όπισθο^ρο[λήσω την 
ζωήν (ίου, δσον το ίυνατον ταχύτερα, (Αίχρι της 
γεννήσεως |ΐου. 

Μ' έθεώρησεν επι μακρόν, και έζηκολούθησε 
περίλυπος, ταπεινή ττ) φωνγϊ : 

— Εννόησα κάλλιστα, δτι ή ση(Αερινή |Αθυ 
υπαρζις θα ε^(Λ.βνβν δπως ίήποτε ελεεινή. Τα 
φρικτά [χου παθήριατα, αί λυπηραί|Λου αναμνή- 
σεις, τίς δποίας αδύνατον είνε νά ίιώζω από 
την ψυχήν μ.ου, θα μού έφαρμάκευον π&σαν χα- 
ράν, ένόσφ θά εφερον το φορτίον του παλαιού 
άνθρο>που. Ένόσψ ζώ την σημερινήν [χου ζωήν, 
ίέν ίύναμαι νά εξαλείψω δτι έπι δεκαεπτά δλα 
ετη (χέ άφήκαν νά τήκω(χαι εντός είρκτής, δτι 
[χε ήπάτησαν και κακο[χετεχειρίσθησαν ως ου- 
δέποτε άνθρωπον. "Ολα αύτα πρέπει νά άφαι- 
ρεθώσι, νάέκλείψωσιν από την ζωήν (χου,ίιά νά 
δυνηθώ νά ζήσω πάλιν ήσυχος κα; ευτυχής. Διά 
τούτο. . .» 

Και άναλαβών πάλιν το έπίσημον εκείνο 
ήθος, ίι* ου (χοι άνεκοίνωσε προ (χικροΰ δτι 
έσκόπει νά όπισθοίρο|χήση την ζωήν του (χέχρι 
τϋς γεννήσεως του, προσέθηκε* 

— Διά τούτο θέλω νά επανέλθω εις την κοι- 
τίία, και ως νεογέννητος ή (χάλλον ειπείν ως 
αναγεννηθείς ν' αρχίσω νέαν ζωήν. 

Ώρθώθη ίε ταύτα λέγων και (χέ προσειίβν 
ανήσυχος. 

— Πιστεύετε, δτι θά επιτύχω ; ήρώτησεν. 



"Η θά [χ' εμπαίζετε και σεις δπως άλλοι, εις τού; 
δποίους ένεπιστεύθην, δπως εΙς σας ; 

— "Οχι,κύριεΚλάασεν,άπήντησα.Βεβαιωθήτε, 
δτι ίέν σ&ς εμπαίζω, ούτε θά σας εμπαίζω ποτέ. 
Εύχομαι ίέ τούναντ(ον να επιτύχωσι τά πολύ 
περίεργα πειράματα σας. 

Τόσον τόν συνεκίνησαν οι λόγοι ούτοι, ους 
επρόφερον ήσύχως και σοβαρώς εν είλικρινει συμ- 
παθείς, ώστε οί οφθαλμοί του έπληρώθησαν 
δακρύων. 

— Δεν θά λησμονήσω ποτέ, δτι ίεν μού έ- 
ίείζατε άμφιβολίαν,ειπε.Μού ίίίετε νέον θάρρος. 
Είμαι φίλος σας ίΓ δλην σας την ζωήν. Μη με 
λησμονήσετε. Έγώ θά σας εχω πάντοτε εις τόν 
νουν μου. 

Ήγέρθην και έγώ και έτεινα προς αυτόν την 
χεϊρα, προς άποχαιρετισμόν.'Έίραξεν αυτήν ίιά 
των ίύο του χειρών, την εσφιγξεν εγκαρδίως και 
είπε• 

— 'Λναβλεπώμεθα, αγαπητέ μου, αξιότιμε 
φίλε. Ευχαριστώ ίιά την πίστιν σας. Εύχομαι 
νά δυνηθώ νά σας αποδείξω και πάλιν πόσον 
ευγνωμονώ ίιά την αγαθότητα σας. Ελπίζω νά 
τό κατορθώσω. Μη λησμονήσετε την ίιεύθυνσίν 
μου-'Αρής Κλάασεν,Έπαυλις Νεότητος,πλησίον 
της β. — Άναβλεπώμεθα. 



Ε' 



Διαρκούντος τού επομένου έτους ελαβον δια- 
φόρους μακράς καί πως συγκεχυμένας έπιστολάς 
τού φίλου μου. Είχον κερίήσει, φαίνεται, την 
καρίίαν του ίιά της προσοχής μεθ* ης είχον ά- 
κροασθή αυτόν, ίιότι επανειλημμένως με έβε- 
βχίου περί τής φιλίας και ευγνωμοσύνης του, 
και με παρεκάλει, ίι' εκάστου γράμματος του, 
νά μη λείψω νά τόν επισκεφθώ έπι μικρόν, αν τυ- 
χόν μ' εφερεν & ίρόμος μου προς τό Β. Μόλις 
τό έπόμενον έτος περί τά Χριστούγεννα κατώρ- 
θωσα να έκπληρο)σω την έπιθυμίαν του. 

Εύρον δτι δ Κ. Κλάασεν είχε μεγάλως γη- 
ράσει κατά τους 14 μήνας, καθ' ους ίίν τόν εί- 
χον ιίεϊ. Έπειίή ίε μοι η το γνωστή ή εποχή 
της γεννήσεως του, ευκόλως ύπελόγισα, δτι μό- 
λις ητο έξήκοντα ετών. Και δμως έφαίνετο όγ- 
ίοηκοντούτης* κάτισχνος, ασθενής, αδύνατος. 
Έπροξένει ίε ή θέα του λυπηράν αλλά και κω- 
μικήν συγχρόνως έντύπωσιν, ίιότι ή ενδυμασία 
του και δλον αυτού τό έζωτβρικόν άπετέλει 
χονίροειίή καί άπότομον αντίθεσιν προς τό έ• 
τοιμόρροπον σώμα του. "^Ητο ένίείυμβνος ως 
νεαρός μαθητής, αδύνατον ίε νά φαντασθη τις 
οίκτρότερόν τι και γελοιότερον τών λιπόσαρκων 
κνημών του, καλυπτομένων ύπο ποικιλόχρωμων 
κνημίίων, ύπό κοντάς, μέχρι γόνατος, άναξυρί- 
ίας. Ευρύ κατάλευκον περιτραχήλιον, καλύπτος 
τό περιλαίμιον κοντού κολοβίοιτΊ&αΛ^Μ4Τΐίρ5<«3ΐτον 
ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ Ι 



^ίϊ'ΟΤόί^^ίΓ^ 



£2ΣΤ Ι ▲ 



55 



χρω|Α«τι<ιτόν λαΐ[Λ0^έτην, ^«^£{Λένον ώς 6 των 
ναυτών, άπεχάλυπτΕ τον Ισχνόν χαΐ πληργ) τβ-* 
νόντων τράχηλόν του, τράχηλον [Λα^η|χένης ά- 
λεχτορί^ος, χαΐ χατε^βίκνυεν ετι άπαισιώτερον 
το χίτρινον χαι ^ιχνόν «υτοΰ πρόσωπον. 

Με προσηγόρευσεν εν ριεγαλοφώνφ παι^ι^η 
«γαλλιά«ει, χαι προσεπάθησε νά σκιρτηση περί 
ερ, άλλα προσέχοψε βαρύς χαι θα κατεπιπτε 
χα|&χί, αν ^εν άντελα|ΐ.βάνετο αύτοΰ δ παριστά- 
Ι&ενος πάντοτε υπηρέτης. Είτα (αε ώ^ήγησεν εΙς 
το ^^ι&άτιόν του, δπερ ητο πλήρες παιγνίων, 
δποΐα α9(Αενΐζουσι τα ^εχαετη παιδία, κατόπιν 
εις το χηριικόν του εργαστηριον, δπου απήντησα 
ώχρόν τίνα χαι σιωπηλόν νέον, δν (ίου παρου- 
σίασεν ώς βοηθόν του, χαι τέλος εις το σπουία- 
βτηριόν του, βπως Ιίώ το πολύτΐ|χον χειρόγρα- 
φον, εΙς δ ώφειλεν δλην του την σοφίαν. Το έ- 
θώπευσεν ηπΐως ίιά ττίς χειοός, ώς αν ητο ζών 
τι, χαΐ (Αοι ε^ειζε ^ιά του σαχτύλου περίο^όν 
τίνα, ση(/ιειω(Αένην έπι της πρώτης ευθύς σελί^ος: 
Ε$1 μΙ δορίιοηιιη, βίηβ ςιιο, ςιιίουπκιυβ ορβΓ&ΙυΓ, 
β8( βίοοΐ δ&£^ϋ(&Γίιΐ8, ςιιί δίηβ ο1ιογ(1& 8&^ί(1&1. Το 
χ^ειρόγραφον έφαινετο γηραιον και σεβάσριιον• 
χαι αν ί' ετι έλησ(χόνουν δτι δ Κ. Κλάασεν προ 
πολλών ηίη ετών το (χετεχειρίζετο, ώφειλον 
πάντοτε ν3ι 6ρ.ολογήσωδτι& κατασκευάσαςαΰτό 
ητο βεβαίως έ(ΐ.πειρότατος τΐ^ς νοθείας αρχαίων 
^χειρογράφων. 

'Οτ' εχαθήσα|Αεν εις την τράπεζαν. δ υπηρέ- 
της είεσε περί τον τράχηλον του Κ. Κλάασεν 
ρ,έγα χειρόρι^κτρον άναγκαιότατον £λλως, ίιότι 
αί τρέμουσαι χ^ιρβς "του γέροντος ά^εζιώτατα 
χατώρθουν νά φέρωσιν εις το στό(Αα τα οψα, και 
το λευχον οθόνιον ταχύτατα χατεκηλι^ώθη. 
Κς τοΰτο ίέ (/.ετά πολλής του εύχαριστη^εως 
(44 χατίστησε προσεκτικόν δ Κ. Κλάασεν. 

Διαρχουντος του γεύ(Αατος (λοι ίιηγηθη, δτι 
άπο τριών ηίη (Αηνών έλά(Αβανε το ποτόν του 
συ(ΐ.πεπυχνω[Αένον εις Ισχυρότατον έχχύλισ(λα 
χαι δτι, ώς κ' εγώ βεβαίως θα παρετηρησα, έ- 
πετυχεν ηίη ίιά της (Αεθόίου αύτης τά θαυ- 
ριασιώτατα άποτελέσ(Αατα. 

— Δεν θα το πιστεύσετε, είπεν άλλα σας 
βεβαιώ δτι κατώρθωσα τους τελευταίους τρεις 
(ΐήνας να γείνω κατά είκοσιπέντε σχείον ετη 
νεώτερος. Τά παλαιά ριου γενέθλιοι τόσον τα« 
χέως επέρχονται τόρα, το εν |Α*τα το άλλο, ώστε 
ζπέχα(ΐα πλέον νο& τά εορτάζω. Χθες εγεινα εν- 
ίεχα ετών. Μη ριε συγχαίρετε, φίλε (Αου, ίιότι 
|ΐετ* ολίγας η(Αέρας θά είχατε πάλιν νά ριέ συγ- 
χαρητε ίιά το ίέχατον έτος (χου. "Εν (/.όνον ή- 
θελα πολύ να σας παρακαλέσω. Μου κά(χνετε 
την χάριν νά ίεχθητε την πρόσκλησίν (Λου εις 
τά τελευταία η [χαλλον εΙπεΤν τά πρώτα γενέ- 
θλια (Αου ; Ή ζωη (χου τόρα θά εχτρ την έξης 
πόρε (αν. Έντδς σχετικώς ολιγίστου χρόνου θά 
γείνω ένος ριόνον έτους. Κατά το τελευταϊον αυ- 



τό, το πρώτον ίηλαίή, έτος της ζωής (Αου θοί έ- 
χω φυσικφ τφ λόγψ δλας τας ιίιότητας ένος 
(Λίκρου παιίίου,ίέν θά δ[Λΐλώ, ίεν θά περιπατώ, 
ίέν θά εννοώ. Έλαβον άπο τοΰίε τά (χέτρα 
(Αου, ώστε νά (Αου ίοθγί τότε το ποτον τόσον 
συ[/.πεπυκνω[Αένον, ώστε το άναίσθητον αύτο 
έτος νά περάση εις ολίγας στιγ(Αάς. Κατά την 
βραχεΐαν αύτην άλλα σπουίαιοτάτην ίιά τον 
φιλόσοφον περίοίον, πολύ έπεθύ(Αουν νά γνωρίζω 
δτι θά είσθε πλησίον (χου, ώστε κατόπιν (χετά 
την άναγέννησίν (Αου — ίιότι καθ* ην στιγ(Αην 
θά έζαφανισθ-^ η τελευταία [χου ζωη, αρχίζω 
ευθύς την νέαν — ν' ακούσω άπο το στό(Αα 
σας κατά τίνα τρόπον ενήργησε το φάρρια- 
κον ενώ έκοιριάτο το πνεΰ(χά (χου. Την πληρο- 
φορίαν αυτήν ίέν θ* αργήσω νά σας την ζη- 
τήσω, ίιότι έφρόντισα περί δλων, ούί* έλησ[ΑΟ- 
νησα, δτι ώς νεογέννητον παιίίον θά ή(Αην ανί- 
κανος νά εννοήσω δ,τι σας ζητώ, αν ε[Αενα ώς 
δλα τά βρέφη. Άλλ* δ εύρων το (Αυστικον της 
εντός ολίγου χρόνου ανανεώσεως ίέν ητο ίύσκο- 
λον νά [Αάθη την τέχνην του νά γηράσκη γρή- 
γορα. Την ε(Ααθον λοιπόν και αυτήν πολύ ευκό- 
λως, και έντος του εργαστηρίου (Αου ευρίσκονται 
ίιάφορα φιαλίδια, [χέ ακριβείς έπιγραφάς, πε- 
ριέχοντα δλα τά φάρρ,ακα, τά δποΤα πρέπει νά 
(χοΰ ίοθούν (Χ6τά την άναγέννησίν (χου, κατά 
τήνπερίοίον της νηπιότητός (χου. Διά νά εξα- 
σφαλίσω ίέ αύστηράν ύπακοήν εις έκτέλεσιν 
τών ίιαταγών (χου, συνέταξα πράξιν συ(χβο- 
λαιογραφικην, τήν δποίαν έγνωστοποίησα και 
εις τον ύπηρέτην καΐ εις τον βοηθόν (ΧΟυ, καΐ 
ίιά της δποίας εξασφαλίζω εις τον καθένα των 
ίέκα χιλιάίας τάλληρα, πληρωτέα τήν ήιχέραν 
καθ' ην θά εορτάσω το ίέκατον δγίοον της α- 
ναγεννήσεως [χου έτος. Ό Βράουν και δ βοηθός 
(χου εινε άνθρωποι, οί δποιοι αγαπούν τά χρή- 
(χατα, και ίέκα χιλιάίες τάλληρα ίι* αυτούς 
εινε (χέγα πράγ(χα• είααι ίέ τοιουτοτρόπως βέ- 
βαιος, δτι θά εκτελέσουν ακριβώς τούς δρισ[χούς 
(χου. Άλλα παρ* αυτών ίέν 5ύνα(χαι νά περι- 
(χένω τίποτε περισσότερον. Οί άνθρωποι ίέν έχουν 
τήν άπαιτου[χένην [χόρφωσιν και κρίσιν, ίιά νά 
παρατηρήσουν τήν έπικεΐ(χένην ριετάβασιν άπο 
τήν πάλαιαν εις τήν νέαν [χου ζωήν και νά [χού 
εκθέσουν εν καιρφ τά πράγ(χατα έπιστη(χονικώς 
και άξιοπίστως. Προς τούτο εξέλεξα σοΐς. Διό- 
τι, άφου (ίεν θά στερηθώ (χίαν στιγ(χήν τήν 
άτο(χικότητά (χ,ου, έχει (χεγίστην ίι* έ[χέ ση[χα• 
σίαν νά |χάθω κατόπιν εκ τών λόγων σας και 
νά δυνηθώ νά έκτΐ(χήσω πώς ειχον το σώ(χα και 
το πνεύ(χά (χου κατά τήν (χετάβασιν αυτήν, 
τήν (χοναίικήν εις τήν ίστορίαν, άπο ιχιάς εΙς 
άλλη ν γηίνην ζωήν. Κατά τούς ύπολογισ[χούς, 
τούς δποίους εκα[χα και ίξήλεγξα (χετά πολλής 
έπΐ[χελείας, ίύνα(χαι νά ισχυρισθώ (χετ^άπολύτου 



56 



£2 23X1^ 



βεβαιότητος, δτι εζ {Ληνας άχριβώς (χετά το 
τερ{Λα της πβολαι21ς ριου ζωής θά εορτάσω την 
^«χάτην ογίόην εττέτειον των γενεθλίων ρ,ου. 
*Α'κΌ της στιγμής αυτής παραιτώ το ποτον 
του γήρατος, ^ιά να ζν^σω επί τίνα ετη τον 
κοινον άνθρώπινον βίον* άλλα την η|ΐ,έραν εχεί- 
νην επεθύςλουν να σας ι^ώ, ^ιά να ακούσω τάς 
εντυπώσεις σας περί τής (λυστηριώ^ου; χαι πε- 
ριεργοτάτης φάσεως του βίου |Λθυ. Άζιότΐ(χε, 
αγαπητέ (Λου, (Αονε φίλε, τον δποϊον εχω άκό(ΐ.η 
εις τον κόσμιον, (χου ύπόσχεσθβ να ίράμετε προς 
ε(Αε, δταν σας (χηνύσω οτι πρόκειται να περάνω 
την πάλαιαν |ΐ.ου ζωην ; 

Μ' εθεώρει ίχετευων. Ήτοΐ(ΐ.αζόρ.ην ^έ νλ 
ειπώ καΐ, χωρίς να θεωρ/}σω εν^θ(Αύχως σπου* 
ίαιαν την ύπόσχεσίν |ΐου• αλλ* ί>*Αρής Κλάασεν 
ητο, ως και (/.όνος εκαυχ&το, Ιζυπνος άν- 
θρωπος^ γνωρίζων τον τρόπον να επιτυγχάνη 
πολλάς των επιθυ|Λΐών του, και ήκιστα εύαπά- 
τητος. 

— "'Αν θέλετε, ίξηκολούθησε, να [χου ύπο- 
σχ^θήτε δ,τι θερ(Λώς σας παρακαλώ, πρέπει να 
[Αού ζώσετε τον λόγον τής τΐ|ΐ.ής σας, δτι θα 
εκτελέσετε την ύπόσχεσίν σας πιστώς. Μόνον 
ύπο τον δρον τούτον ^ύνα(λαι να η(Ααι ήσυχος, 
απέναντι του έπικειριένου [χεγάλου γεγονότος. 

Το πράγι^α ηρχισε να |ΐ,ου γίνιται κάπως 
σπου^αΐον. 

— Είχα πολλάς ασχολίας, απήντησα• κα- 
τφκουν πολύ (ΐακράν του Β., και έίίσταζον νά 
^ώσω τόσον έπίση^χον ύπόσχεσίν. 

Ό Κλάασεν ^ιέγνω ά(Αέσως τΐ συνέβαινεν εν- 
τός [Αου. 

— Αγαπητέ (ίου φίλε, είπε, και ή φωνή του 
ειχέ τι το άπεριγράπτως συγκινητικόν, και ή 
γηραιά ελεεινή του μορφή εξέφραζεν άπεγνω- 
σμένην άμηχανίαν. Μη μου άρνηθήτε την πα- 
ράκλησίν μου. "Αν έγνωρίζατε τί υποφέρω την 
στιγμήν αυτήν, τί ύποφίρω προ μηνών ! "Ω ίέν 
είνε ευκολον νά άνακόψη τις την φυσικήν πο- 
ρείαν τής ζωής, νά την στενοχωρήσΐ(ϊ, νά την 
άναγκάση νοι τραπ^ προς τά οπίσω. Ή φύσις 
ολόκληρος, πδΐν δ,τι άνθρώπινον εντός μου, έπα- 
νίσταται κατ'αύτής τής ανήκουστου βίας και αν- 
τιμάχεται μετά φοβέρας ίυνάμεως. Τρώγονται, 
καΐουν τά εντόσθια μου, ή καρδία μου, ί εγκέ- 
φαλος μου, ως αν είχα εντός μου το πυρ τής 
κολάσεως. Δεν λέγεται το τί υποφέρω. Και δμως, 
βλέπετε, ίέν παραπονούμαι, μειοιώ μάλιστα. 
Διότι ήζεύρω ίιατι πάσχω,ήζεύρω δτι ί ιά των 
πόνων τους 6ποίους υποφέρω εξαγοράζω νέαν, 
ώραίαν, ίλυπον ζωήν. Μη μου πικράνετε πε- 
ρισσότερον τάς τελευταίας στιγμάς τής παλαιάς 
μου ύπάρζιως. Δύνασθε κατ' αύτ&ς νά μου 
παράσχετε ούράνιον γαλήνην, αν μου ύποσχε- 
θήτε την έκπλήρωσιν τής παρακλήσεώς μου. 



Κάμετε το, ω ! κάμετε το, και θά σας το αντα- 
ποδώσω, η μάλλον, κάμετε το χωρίς ελπίδα α- 
μοιβής και θά εινε καλή, ελεήμων πρ&ζις ! 

Άίύνατον μου ητο ν' άντιστώ εις τοιαύτην 
ίκεσίαν. 

— Σας ίίίω τον λόγον μου, κύριε Κλάασεν, 
εΐπον επισήμως, δτι άμα με καλέσατε θά σπεύσω 
προς υμάς. 

'Έ^ραζε τότε την χ^ιρά μου και ειπεν απλώς* 

— Δεν ήπατήθην περί υμών. Είσθε φίλος 
μου. Σας ευχαριστώ. 

Πριν ή καταλίπω την επαυλιν, έσυρα κατχ 
μέρος τον γηραιόν ύπηρέτην : 

— Ό αύθέντης σου ^έν μου φαίνεται καλά, 
είπον. Μου ώμίλησε πεοι ένος ίυνατοϋ ποτοΰ, 
το δποιον ετοιμάζει δ ιαιος και πίνει. Μήπως 
δ ίυστυχης έίηλητηριάσθη ; 

Ό υπηρέτης έσεισε την κεφαλήν και άπήν- 
τησεν ήρεμα : 

— Όχι, ίεν έίηλητηριάσθη, αλλά τελειώ- 
νει γρήγορα. Το ποτόν, το δποιον βράζει εΙς το 
έργαστήριόν του, είνε άβλαβες. Ό κύριος τον 
δποιον εΐίατ* έκεϊ προ ολίγου είνε παλύ καλός 
φαρμακοποιός και ^ί^ει εις τον Κ. Κλάασεν, 
άντι ταίν φοβερών δηλητηρίων, τά δποϊα νο- 
μίζει αυτός ^τι βράζει και πίνει, αβλαβείς ου- 
σίας και Ιλαιον, με τά δποΐα αναμιγνύει μάλι- 
στα και πραϋντικάς σταγόνας, κατά παραγ- 
γελίαν του Ιατρού. Άλλ* αϊ ίυνάμεις του κα- 
τηναλώθησαν πλέον δλαι. Ό πτωχός του εγ- 
κέφκλος,δστις ίέν ησύχασε πρό τριάκοντα ετών, 
άπέθανεν επι τέλους άτ^ό την εργασίαν. Δεν 
πιστεύω νά ζήση περισσότερον τών ^ύο έβ^ομά- 
ίων. Τόν λυπούμαι πολύ. Είμαι πρό τεσσαρ ά- 
κοντα περίπου ετών νοσοκόμος, και ύττηρ^τώ 
τόν κύριον Κλάασεν πρό είκοσι ετών. Εί^α πολ- 
λούς παράφρονας, τους πλέον επικίνδυνους χαι 
τους πλέον αβλαβείς. Άλλ' έζ δλων τών άρ- 
ρωστων, τους δποίους εγνώρισα και έπεριποιή- 
θην, κάνεις ίέν είχε την αγαθότητα του κυ- 
ρίου Κλάασεν. *Αφότου μου τόν ένεπιστεύθησαν, 
τόσα ετη τόρα, μόνον μίαν φοράν τόν ιΐίχ εζα- 
γριωμένον* και θά το είχα μάλιστα λησμονή- 
σει, αν ίεν μου το ενθύμιζεν δ Ι^ιος, ίιότι έχει 
μνήμην ώς ολίγοι άνθρωποι εις την ηλικία ν του. 
Δι' ολίγας ^έ μικράς υπηρεσίας, τάς δποΐας του 
προσέφερα κατά την μακράν μας συμβίωσιν, |/.ού 
(ύγνωμονεΐ ακόμη σήμερον ώς νά ητο χθες. Δεν 
θ' αποκτήσω πλέον ποτέ τόσον καλόν κύριον 
ώς αυτόν, και λυπούμαι εκ βάθους ψυχής δτι 
θά τόν χάσω Ι 

"Ισως ητο πραγματικώς συγκεκινημένος δ 
Βράουν* άλλα τό άπολιθωμένον του πρόσωπον 
ού^έν εμαρτύρει. Συνειθίσας καθ* δλην του την 
ζωήν νά θεωρ^ άπαθώς την παραφροσύνην καΐ 
την αθλιότητα, είχεν ϊσως αποβάλει την ίύ- 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



ΟθΟ§ΐ€ 



^4 



£:χιτι ▲ 



57 



ναρν νά «κφράζτ] £ια της (Λορφης του δ,τι 
τισΟάνετο. 

Τάς πρώτας Υ)[λέρας του (ληνός Ιανουαρίου, 
^ύο περίπου έβ^ορι.ά^ας μετά την παρά τφ Κ. 
Κλάασεν έπίσχεψίν (χου, ελαβον, [χόλις έπιστρέ- 
ψας εΙς της συνήθους ^ια^λονης (λου τον τόπον, 
τηλεγράφη{Λα εκ Β., φέρον ύπογραφην Φράντς 
Βράουν, υπηρέτης του κ. Άρη Κλάασεν, και 
ΐΓβριεχον τά έζης: 

«Ό Κύριος Κλάασεν σλς ζητεί. *Δν θέλετε 
νά τον ιίήτε ζώντα, παρακαλώ νά σπεύσετε.» 

Ένθυ(Ληθεις την επΙση(Λον ύπόσχεσιν, τΐν ειχον 
^ώσει εις τον ασθενή, άνεχώρησα άρ.έσως την 
αύτην έσπέραν εΙς β. κ' έφθασα έκεϊ την επο(/.έ- 
νην η[χέραν, προ (Αεση[ΐ.βρίας. 

Ό Βράουν εΙς δν είχον τηλεγραφήσει, (ΐέ 
ύπείέχθη εΙς τον σταθ(χόν. Ή πρώτη (χου ίέ 
προς αύτον ερώτησις ητο, αν δ κύριος του εζη 
άκό(ΐ.η. 

— Ζτ) άκόρι»η, μοί άπηντησεν δ Βράουν, άλλ' 
χ(λφιβάλλω πολύ αν θά περάσγ) το βρά^υ. 

— Πώς είνε ; 

— Οι πόνοι ώλιγόστευσαν άπο χθες. Εινε 
ησυχώτερος κ* έχει δλας του τάς αισθήσεις. Τάς 
τιλευταίας ώρας πολλάκις σας έζητησε. "Ω, τί 
καλά Ικάρ,ετε και ήλθατε. 

"Οτε είσϋλθον εΙς το ^ω[χάτιον του ασθενούς, 
δπου τ,σαν κλειστά τά παραπετάσ(χατα, έπε- 
κράτβι ίέ ηρε(ΛΟν τι σκιόφως, ειίον τον Κ. Κλά- 
ασεν, αγνώριστο ν εκ της Ισχνότητος, κεί(χενον 
ίπι της κλίνης. Ή κεφαλή του ίεν ητο (χεγα- 
λειτίροε τ^ίς κεφαλής παι^Ιου, αι ^έ λεπτα(, 
άναΐ(Αθΐκαιλιπόσαρκοιχεΐρέςτουώ[ΐοίαζοντάς χεί- 
ρας παλαι&ς και ζηρας (Λου[Αίας. Ήνοιζε τους 
ίχ της [ΐικρότητος του προσώπου ύπερ|ΐ.εγέθεις 
φαινομένους όφθαλ[Λθύς του, και (Αεγάλη εξ 
χυτών ηστραψε χαρά οτε [λέ άνεγνώρισεν. "Ηρ- 
χισεν ά(Α<σως δμιλών περί του παλαιού εκείνου 
παράφρονος θέ(χατος, δπερ τόσον καλώς η^η 
έγνώριζον, ητο ί' αληθώς άπαίσιον ν* άκούτρ τις 
τον έπιθάνατον εκείνον λαλούντα διαρκώς και 
άριεταείΓτώτως περί της γεννήσεως του. Έλεγε 
^έ πράγι^ατα, ^ιά τά δποια θά έ[Λει^(ων βε- 
βαίως, αν 6 θάνατος ίέν ειχεν η^η τυπώσει 
την άπαραγνώριστον και φοβερώς ιεράν του σφρα* 
γϊία έπι της οικτράς (χορφης, ην εβλεπον προ 

6|1θύ. 

— Εΐ(ΐ.αι παι^ι άίύνατον, και [χόλις ηρ!.πο- 
ρώ νά ψελλίζω, είπε ^ιά λεπτής κ' £σβεσ[Αένης 
φωνής. 

Ήτο ίέ τόσφ άίύνατος,ώστε [Αολις ίιά πολ- 
λού κόπου κατώρθου νά προφέρΐ() έκάστην λεζιν. 
Έκ ίιβίλεΐ|Χ[χάτων έγκατελειπον αύτον και αί 
τελευταΤαί του &υνά(λεις. Τότε ίέ κατέκειτο 
κλειστούς έχων τους οφθαλ|Αθύς, ήχτορώς ίέ και 
επιπόνως άναπνεων. Έκάστην αυτού άναπνοην 



ι 



ύπελά(ΐ.βανον την τελευταίαν, και πολλάκις 
άπετεινα εναγώνιον β*ρωτη(Αατικόν βλερ.(χα προς 
τον ύπηρετην, δστις ϊστατο ακίνητος πλησίον 
(Λου και παρετήρει τον θνησκοντα. 

Αίφνης συνεστάλη ό^υνηρώς ή [χορφη του α- 
σθενούς. Έστέναξε (χεγαλοφώνως, και έφερε την 
χεϊρά του προς το στήθος. 

— Πού υποφέρετε; ήρώτησα, έλπίζων δτι η- 
ίυνά(Λην νά τον πραυνω κατά τι. 

Άλλ' δ εγκέφαλος του ψεινε (/.έχρι της τε- 
λευταίας στιγ(ΐ.ής λογικός εν τ^ χρόνιος: του 
παραφροσύνη. 

— Εινε αί πρώται ώι^ΐνες της αναγεννή- 
σεως, έψιθύρισεν έπιπόνως. 

Έπειτα βαθμηδόν ησύχασε πάλιν, και η 
έκφρασις της οδύνης έζέλιπεν έκ τού προσώ- 
που του. Άνοίξας ίέ τους βαθεϊς και (χεγάλους 
του όφθαλ[Λθύς [/.' έθε&)ρησε προσηνώς. 

— Έπερασαν, είπε σιγά. 

Κ' ψεινεν έπι [χακρόν ήσυχος, γαληνιαίως 
[Λει^ιών. 

Μετά ταύτα ηκουσα άκατανόητόν τίνα ψι- 
θυρισ|ΛΟν, (χεταβληθέντα βαθ(Ληίον εις είρ[Λθν 
λέζεων ασυνάρτητων (Αολις άκουο(/.ένων : 

— Νύξ . . . βαθεΤα νύξ . • . λήθη . • . 
Κ' επήλθε πάλιν παύσις (χακρά 1 

Αίφνης ηνοιξε ίιά (Αΐδς τους κεκ(Ληκότας 
οφθαλρ,ούς, και είπε ίι' έντονου φωνής : 

— Και άπο την νύκτα. • . άπο την ληθην. . . 
έζυπνώ εις νέαν ζωήν. ^α1)βηιβ Όβο Ιυχ αρρα- 

Γβ1)ίΙ. 

Μοι έφάνη τότε, δτι αδρανής τις χειρ ήπλω- 
σεν αίφνης έπι τής νεκρου(λένης εκείνης μορφής 
λεπτόν τίνα και ύγρον δμίχλης πέπλον, ύφ' δν 
ίιεφάνησαν άπαλώτεροι οι τραχείς και γωνιώ- 
δεις αυτής χαρακτήρες. Οι οφθαλμοί άπέβαλον 
την λάμψιν των, έσβέσθησαν, και τά βλέφαρα 
κατέπεσαν βραίεως άτονα. Το ασθενές και ά- 
θλιον εκείνο σώμα έπάλαισεν ετι δλόκληρον 
ώραν προς τον θάνατον. Έβλεπον, γισθανόμην 
πώς ένίκα ούτος, βραίύς, ασφαλής, άνελεήμων. 
Αί χείρες έψυχράνθησαν, η αναπνοή κατέστη 
βραχυτέρα, ταπεινότερα. Συνεστέλλοντό που 
καΐ που οι οφθαλμοί, το στόμα . . . Άλλα και 
οί σπασμοί ούτοι έγίνοντο σπανιώτεροι καΐ α- 
σθενέστεροι, άνέμενον ί' εναγωνίως την έπανά- 
ληψίν των. 'Αλλά τά ίιαλείμματα άπέβαινον 
βαθμηίον μακρότερα, μακρότερα . • . Αίφνης 
ώρθώθην περίτρομος. Μοι έφάνη ως αν είχον 
άποκοιμηθή, και μ' έξύπνησί τις άγροίκως. Ό 
'Αρής Κλάασεν ητο νεκρός. 



Ή σελήνη είνε σύμβολον τού έρωτος, έν 
διαρκεί αυξομειώσει διατελούσα και μη άνα- 
πέμπουσα ποτέ σταθεράν αϊγλην^->, γ 



58 



βζιτχ. 



ΠΡΟΙΚΟΖΥΜΦΠΝΟΝ ΝΑΞΙΑΚΟΝ 
ΤΟΥ 1533 



Τό χατωτέρω ^η|Αοσΐ€υό[Αενον προιχοσύριφω- 
νον ιύρίσχιται ίν τφ άρχιΐφ της Εθνολογικής 
χαΐ Ιστορικής Έτ«ιρ1ας της Ελλάδος, φέρον ίν 
τφ χαταλόγφ του αρχιίου χαι εν τφ φκχέλφ, 
ίν φ είνβ χατατεταγιχένον, τον άοιθ[ΛΟν 2512, 
άνήχβι ^ί €ΐς τά ίγγραφα των νοταρίων της 
νήσου Νάζου, άτινα άπίχτησι προ τίνος χρόνου 
ή Εταιρία και χατίταζεν εις τό άρ^^εΐον αυτής 
υπό τό ονο|Αα Ναζιαχόν άρχεΐον. Είνι ^έ χαι τό 
άρχαι^τερον πάντων των του αρχείου τούτου χαι 
τό πρώτον εν τφ χαταλόγφ αύτου. 

Τό έγγραφο ν διατηρείται χαλώς, έχει (χόνον 
όπάς τινας σριιχράς σχηρ.ατισθε(σας εχ των πτυ- 
χών της ^ιπλώσεως και τής πολυχρονίου τρι- 
βής. Έν αύτφ αϊ λέξεις εινε £τονοι, χαΐ χατά 
σειρο^ν γεγρα[Α|Αεναι ως επροφέροντο* 6 γραφευς 
αύτου ^ε φαίνεται δτι ού^ε|Αΐαν είχε γνώσιν ορ- 
θογραφίας, χιφαλαίων γραμ.{ΐ.άτων χαι ^ιαχω- 
ρισριοΰ τών λέξεων άπ' αλλήλων. Ση[ΐ.ειωτεον 
^ε δτι εΙς τά νοταριαχά ταύτα έγγραφα του 
Ναξιαχου αρχείου Ιχνη ορθογραφίας χαι ευανά- 
γνωστου γραφής αναφαίνονται (χόνον εΙς τά συρι- 
έόλαια τά γεγρα|Α[Αένα ρτά τό έτος 1654, 
κεφαλαίων ίέ γρα[χ.|Λάτων χρήσις ριετά τό έτος 
1658. 

ΕΙς τό ^η[Αοσιευό[ΐ.ενον προιχοσύ[Λφωνον ^ιετη- 
ρήσαμεν πιστώς την γλώσσαν, καΐ τόν τύπβν, 
£χωρίσα(/.εν ^ε μόνον τάς λέξεις ορθώς γράψαν- 
τες αύτάς ίιά τό εύληπτον. Ίίου ί* έν πάρα- 
ίείγ|χατι ή τάξις του κεΐ(ΐ.ενου. Άντιγράφο(/.εν 
τάς 5 πρώτας γρα(/.[Αάς του εγγράφου: 

ις^ωξα χού α μι 15 33 απριλιου — 26 και 
ις στοποθεσιον του κινι^αρου και ις τωνικο του 
κιργεοργιμανι ε^εκη καταπαρισιας ενεπροστε 
εμού τουυπογραφοτος καί τωκατογεγραμενο 
μαρτιρο ιλθασιν ιςσε σιβασι και λοω ις σιφο- 
νια ι^ιο μέριζες οκιργεοργος μανις καιαποτο 
αλο μ•ρος ι κέρα πα^ιά τουποτε μακαριτιπά 
ιώ σπανού•... 

Όρθογεγραμμένον ίέ τό προικοσύμφωνον και 
^ιηρημένον εΙς παραγράφους έχει ως εξής 

«Εις ίόξαν Χρίστου αμήν. 1533, Απριλίου 
26 και εις τοποθέσιον Κυνηι^άρου ^) και εις τόν 
οίκον ^) του Κυρ Γεώργη Μανή, έ^εκεΐ κατά 
παρρησίας ένέμπροσθε έμου του υπογράφοντος 
και τών κάτω γεγραμμένω 3) μαρτυρώ, ήλθα- 
σιν ει'ςε σύβασιν και λόγο εΙς συφωνία ή ^ύο μερί- 
δες, Κύρ Γιώργης Μανής και άπό τό άλλο μέ- 
ρος ή κερά Παπα^ι& του μακαρίτου Παπ& Ιω- 
άννου Σπανού. 

Έσωτας *) και νά έχη δ Γεώργης Μανής 
ονόματι ΕΙρήνην και ή κερά Παπασι^Ι ονόματι 



Γεώργιον ζητεί δ αυτός Γεώργης την αύτην 
Ε1ρή%ην ^ιά γυναίκα του νόμιμο και εύλογητι- 
κή, ως δρίζει ή αγία τού θεού και αποστολική 
εκκλησία, ούτε δυναστικά οδτε πρόφασις, άλλα 
μετά βουλής καΐ αγάπης και ^ιακρίτου γνώμης.^λ 
•Αρχή. β) Τάζει δ Γεώργιος Μανής και ή 
συμβία του ή Μαργαρίτα τής θυγατέρας τως 
Ειρήνης την ευκή τού Χριστού καΐ της Θεοτό- 
κου και τή έ^ική τως '^) και εις όνομα και χά- 
ρι πουρκός ^) πρώτον μεν την κατοικία βπου 
καθούμεσθα άπό τήν σήμερο έ^ική της. Άκόμι 
τό άπένλι εις Φραγκούλους ^) νά περνοδιαβαίνω 
ή Ειρήνη* ένα άκόμι τό άπένλι εις τό Ακρωτήρι 
εις τς' Άρνάρους νά τό 'χωμ§ πάτοντες μαζί, 
ακόμη τά χωράφια εις τού Φιλιέρη τής ^ύο 
πάρτες *^) νά τής έχομε μαζί πάτοντες. **) Τό 
χωράφι εις τή Λίμνη, ά 'ξεπερ^εύσγ), νά τρων) ^^) 
αυτός (δ πατήρ) ώς τή ζωή του και άποθανόν- 
τας του έ^ικό της. Τά χωράφια εΙς τά Καμίνια, 
νά τά 'χωμε μαζί πάτοντες. Τής Μουσταφά- 
^αινας άπένλια και χωράφια νά τά χωμε μαζί 
πάτοντες έβγάνοντας τή συκιά, *^) νά τά τρώω 
'πι ζωή μου και άπεθανόντας μου νά νε 'ςτη 
μέση. Τό τζικούρι δπό 'χω με τόν Αντώνη τού 
Άουστή έ^ικόν της άπό τή σήμερο. Τό χωράφι 
στην Πέρα Λαγκαδιά νά τβ χωμε μαζί πάτον- 
τες. Τό χωράφι εις τόν "Αλωνα τή πάρτη 
μου νά τή εχωμε μαζυ πάτοντες. Ακόμη τήν 
κοπριά νά τήν εχωμε μαζύ πάτοντες, και τό 
βάρος της **) νά τό ^Ινωμε μαζί. Κρεββατο- 
στρώσι ένα, πόνλιες, ^') μαντήλια δ,τι βρεθούσι 
ε^ικά της, χαρανί *^) ενα, και χαράτσι ώς 10, 
νά μή πληρώντ) άλλη κρατιών ^ιά τά πράμ- 
ματαδπού τσήε^ωκα.^'^)Ταύτα και τήν ευκή μας. 

Αρχή και τού άνίρός. Δί^ει ή κερά Παπα- 
διά τού παιδιού της τού Γεώργη τήν ευκή τού 
θεού και τής Παναγίας και τήν έ^ική της, 
και εις όνομα χάρι πουρκός πρώτο με τά σπίτια 
τά 'πάνω τά ούο έ^ικά του άπό τή σήμερο* 
τό άπένλι εΙς τό Γεροντάμπελο νά τό τρώτ) ή 
μάνα του τό μισό ώς τή ζωή της και άποθα- 
νόντας της έίικό του.Τό άπένλι τής Ψαθακίνας 
άπό τή σήμερο έ^ικό του, ακόμη τήν κοπριά 
τού Μαγκλαβέρα άπό τή σήμερο έ^ικό του, 
μόνου άπό τής αχλάδες και άπό τό νάρι (; ) . . . 
νά τρώω τά μισά ώς τή ζωή μου και άποθα- 
νόντας μου έ^ικά του. Ακόμη τής κρεββατίνες 
νά τής εχωμε μαζύ πάτοντες. Τό άπένλι τό 
κάτω εις τής Σινιφώνες και αυτό άπό τή σή- 
μερο, τό άπένλι εις τόν Αιμνιώνα, τή πάρτη 
μου νά τά 'χωμε μαζύ πάτοντες. Τό χωράφι 
'ς τού Φιλιέρη και αυτό έ^ικό του. ΕΙς τής Ούρ- 
νες τή πάρτη μου νά τά 'χωμε μαζύ πάντοντες. 
Ακόμη τήν Ποταμί^α νά τρώω τήν έμισή ώς 
τή ζωή μου και άποθανόντάς μου έ^ική του. 
Τά χωράφια εις τό Πήγανο νά τά 'χωμε (Ααζύ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



£3 22Χυ^ 



59 



^τάτοντβς τά χωράφια »1ς του . . . λου τη πάρτη 
[Λου νά την εχω(Α€ [Λαζυ πάτοντις. Τά χωρά- 
φιχ ας τά Κ€ρα|Α(ά, ο,τι |Λάς ιυρίσχεται |ΐ.ουλχι 
Λκι άγορίς άπο εχο(Λ& άπο τον Γβώργιον Μιχά- 
λη Τ([ΐ.€νέ, ως και άπο το γίρο Νικολάκη και 
άπο τον . . . . τά μισά της Παπαδιάς και τά 
αισά νά τά εχο(ΐ.ι πάτοντες |Λαζύ. Τά χωράφια 
εις τον Άγριληο την πάρτι (χου νά τά χω(ΐ.ε (χαζύ 
πάτοντες. Άκόριι ο,τι (χέλισσες έχομε νά 'νε εις 
τη ι»Λ9Ύΐ ριας και άπεθανοντας μου νά παίρνη 
αύτος ^ύο μερδικά. *Αργυρομάχαιρα ζευγάρι 
ενα, δ,τι κουτάλια νά εχωμε τά έμισά ε^ικά 
του. Το μητάτο *^) εις το "Αγιο Πνεύμα, το 
περ^ιγάρι ( ; ) ιίικόν του. Πιθάρια μετρώ 30, 
βού^ια και χαράτζι ως 10, και τά 'ξωχάρατζα 
των πραμμάτων του . Ταΰτα και την εύκη μου. 
*Σολο το ανω γεγραμμένο εμεΐνασικουτίτοι ^®)καΙ 
άνεπαμένοι. Όρίζου και άλληλογία 'ς το μέ- 
<Γ0 των ως χιλιάίες 3• δ άλληλογησας *^) νά ζη- 
μιόνεται. Παρακάλεσαν και παρακαλετούς ^^) 
μάρτυρας. Σταμάτης Γιεμέλαρης μάρτυρας πα- 
ρακαλετός. 

Καλογηρος Άνώπουλος μάρτυρας παρακαλε- 
τός. 'Ρωμανος της Ελένης μάρτυρας παρακα- 
λετός. Παπά Σπανός έγραψα υπό παρακαλίας 
των 9ΰο μερίζω. **) 

Άναγκαϊον εκρίναμεν προς εντελή κατανόη- 
σιν του ανωτέρω εγγράφου νά ^ιασαφήσωμεν την 
εννοιαν τινών λεζεων και φράσεων αύτου. 

*) Κυνήδαρος, χωρίον του δήμου Τραγαίας τής 
Νάξου. Έκ του εγγράφου τούτου εξάγεται οτι το χω- 
ρίον τούτο ητο έκτισμένον προ 355 έτδν. Ό γρα- 
?είς του προικοσυμφώνου τ<^ ονομάζει τοποΟεσίαν, 
ίλλ' οπωσδήποτε Οά ύπήρχεν έκεΤ τφ 1 533 συνοιχι- 
βμΐς διαρκής οπο>ς μνημονευηται εν συμβολαίω. 

*) Ή λέξις οίκος φαίνεται οτι ήτο έν χρήσει 
μόνον έν άρχη των συμβολαίων και έν τη φράσει 
Μθ!κος του θεου'» διότι παραχατιών δ '^ρΛψζυς του 
προικοσυμφώνου σημειοΤ πανταχοδ «σπίτια.» 

3) Ή φράσις «έδεκει κατά παρρησίας . . . συφωνία» 
ανήκ£ΐ εις τάς νοταριακας ή συμβολαιογραφικας, ως 
(^ έλέγομεν σήμερον. Είνε δε φαίνεται παρεφΟαρ- 
μένη εκ παλαιοτέρας βυζαντινής, ως μαρτυρεί Ό 
άγνωστος έν τη κοινή παρακείμενος «Ιγεγραμμένω,» 
όστις Γσως παρέμεινεν έν τη γλώσση και έκ τοδ Ευαγ- 
γελίου, έν ω πλειστάκις ευρίσκεται. Ό τόπος το5 
«ακτου νυμφαγωγίας» έπι Βυζαντινών, δν ο ΣάΟας 
μετ* άλλων α κ τ ω ν δημοσιεύει έν τέλει τοΟ 6ου τό- 
μου τ9)ς Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης,δέν έχει ουδεμία ν 
ομοιότητα προς την του ανωτέρω προικοσυμ- 
φώνου, μεταγενεστέρου πολύ βεβαίως εκείνου. Περίερ- 
γος εινε ή Ικφρασις «εις συβασιν και λόγου συμ- 
φωπτίαν» άντι εις γάμου συμφωνίαν. 

*) "Εσωτας άντι έστοντας. 

*) Ή παράγραφος αυτή άποτελεΤ ωσαύτως τύπον 
νοταριακον, ως εξάγεται και έκ τών μεταγενεστέρων 
προικοσυμφώνων του Ναξιακου Άρχείου.Πρεσβεύομεν 



δε οτι ελήφθη έκτων τύπων τών φραγκικών και ένετι - 
κών προιχοσυμφώ'/ων,ενθα άπαντα έπι παραδείγματος ή^ 
φράσις «ββουηάαιη 8&0Γθ8&η1&β Ηοιη&η&β βοείβείαβ 
6ί οΑποηαιη ίηΒϋΙοΙα άαχίΐ Ιβ^ίΙίιηο ιηΑίπιηοηίο ίιι 
οχοΓβηι χτλ.» και άλλαι παρόμοιαι. Την έπίδρασιν 
τών ενετικών τύπων τών διαθηκών έπι τών ελληνι- 
κών, και κυρίως ώς προς τον διορισμδν εκτελεστών 
παρετήρησε και Ό περί τοιαύτας έρευνας ασχολούμε- 
νος δικηγόρος Αντώνιος Μομφεράτος. (Ακρόπολις 
Φεβρ. 1887). Το ανωτέρω λατινικδν κείμενον πα- 
ρελάβομεν έκ του γαμικου συμβολαίου μεταξύ Φερ- 
νάνδου έκ Μαγιόρκας και Ισαβέλλας τής Αχαίας, 
συναφθέντος τφ 1313 ( Ηαοΐιοη, ΝουνβΠββ ιβοΗοΓ- 
οΐιβδ ΙιίδΙοΓΪςαβδ άβ \β. ρπηοίραυίβ ίραηςαΐβο άβ Μο- 
Γέβ. Τόμ. Β'. «λ. 390.) 

β) Εις τά μεταγενέστερα προικοσύμφωνα σημειοΰ- 
τ::ι «Αρχή τής γυναικός.» "Ισως ενταύθα και παρε- 
λείφθη έκ παραδρομής. 

7) Ή Ικφρασις αυτή έπι προικοσυμφώνου, ότι ώς 
πρώτιστον προικφον δώρον άπονέμουσιν οι γονεΤς 
τήν εύχήν των, έχει τι όλως έλληνικόν, είνε Ικφρα- 
σις ευγενής τής οικογενειακής φιλοφροσύνης και τών 
ελληνικών ηθών. 

*) Έν ονόματι και χάριν προικός. 

^) Τά ονόματα Φραγκούλης,Άκρωτήρι,Άρνάρους, 
Φιλιέρη, καθώς και άλλα έν τφ προικοσυμφώνφ εμ- 
φαίνουσι τοποθεσίας έν Νάξφ. 

*^) Τής λέξεως πάρτη έκ τής ιταλικής ρβΓίβ και 
τών ελληνικών μερδικό, μερίδιον, γίνεται χρήσις 
άδιαφόρως. 

**) Τάς λέξεις αμπέλι και πάντοτε Ό γρα- 
φεύς του προικοσυμφώνου γράφει ά π έ ν λ ι και π ά- 
τ ο ντε ς. 

**) Νά καρπώται Ό πατήρ. 

^) Πλην τής συκής. 

*) "Ετι και νυν έν Νάξφ, ένθα ή κηπουρική είνε 
ανεπτυγμένη, και ένθα γίνεται χρήσις λιπασμάτων 
εις τους αγρούς, ή κόπρος τών αγρών αναγράφεται 
έν τοΤς διαφόροις συμβολαίοις. 

**) Προσόψια, κοινώς μπόλιες, 

*β) Λέβης, κακάβι.^ 
) Ή λέξις χαράτσι έν συμβολαίφ του 1533 
μαρτυρεί ότι ή Νάξος, καίτοι μη υποκείμενη τότε 
ε'ις τήν δεσποτείαν τών Όθωμανών, εϊχεν ύποβληθη 
εις τήν φορολογίαν αυτών, τών δεσποτών αυτής Ενε- 
τών μη δυναμένων ν' άντιστώσιν εις τήν όρμήν τοϊί 
Σολιμάνου τοΟ Μεγαλοπρεπους,και οτι οι Κυκλαδικοί 
κατά τήν περίοδον ταύτην κατέβαλλον διπλούς φό- 
ρους εΓς τε τους Ενετούς και τους Τούρκους. Πιθα- 
νόν δε ή φράσις του προικοσυμφώνου «χαράτσι ώς 10, 
νά μή πληρώνη άλλη κρατιών [αλικρατιΌν, έν τφ 
πρωτοτύπφ] νά σημαίνη δτι άνετίθετο εις τήν νύμφην 
ή πληρωμή φόρου κεφαλικού εις τους Τούρκους, χα- 
ρατσίου, άλλ* οχι και άλλαι πληρωμαι ή φιλοδω- 
ρήματα, γρατσιόνες, ([ΐΉζίοηββ, είς τήν έπιτόπιον 
διοίκησιν, ήτις ητο ή ενετική. 

**) Μ η τ α τ ο έν Νάξφ λέγονται αγροτικοί οικί- 
σκοι, ένθα φυλάττοοσι- τά ζφα, Έν Έλληνομνήμονι 
σελ. 480, σημειοΙΙται το έξής' «Μιτατον' είίρηται δε 
δρθότερον μητατον και μετατον= ιηβΙ&Ιοιη, ή υπο- 
χρέωσις το3 παρέχειν κατάλυμα είς έπ* άλλον τόπον 
μεταβαίνοντας '^Ρ«τιώτ«ς.«^.^.^.^^^ ^γΟοΟξΙ^ 



60 



ίζιτυ^ 



*^) Κ ο ν τ έ τ ο [ άντΙ χοντέντοι, οοηίβηΐί, = ευ- 
χαριστημένοι. Τοιαΰται λέξεις είλημμέναι έ% των 
ένετιχών συμβολαίων άχαντώσι πολλαι εν τοΤς με- 
τεγενεστε'ροις συμδολαίοις. Επειδή δε πολλών ή έν- 
νοια δεν >ητο ζωντανή εις τήν γλώσσαν τών Ναξίων 
χροσετίΟετο χαι ή ομώνυμος έλληνιχή, ως έπιχύρω- 
σις ως «κοντέτοι χαι έναπαυμένοι.»Είς άλλα συμβό- 
λαια άπαντώσιν αϊ φράσεις «λ(μπερο (ΗΙ)βΓθ) τμ\ 
ελεύθερο», « νουλάδα (ηυΐΐα) ( ν 6 ά λ ι δ α (ίη- 
νβΐίίΐα) και αχερα (άχυρα)» Ή αρχόντισσα δεΤνα Κυ- 
ρία χαι μαδάμα». Μονομερώς δε άπαντώσιν οΐ οροί 
μπλιγάτζιο (ο1}1ί|;&ϋο), π ο σ σ έ σ ο (ρο88β88θ) 
χα ο υ τ ζ ι ο (οαυίίο) ά λ π ί τ ρ ο ι (8Γΐ)ίΙπ), π ρε - 
τενσιόνες (ρΓβηΙβηΙίοηβ), π λ η γ ά δ ο (οΗί^&ίο), 
χομούναστράτ α(οοιηιηυηΛ 8ΐΓ&1α),ντ ο ν α τζ ι δ ν 
((1οη&ζίοηβ),τά χωράφια χονφΐνάρουν (οοίΓηβΓβ), 
μόδουςχαιχοντεζιόνε (ηοοάί β οοηίβζίοηβ), 
πρ ε τεστ ο (ρΓβΙββΙο), χουντουδέρνια (οοηία- 
ΒβΓηίαιη). Ή έννοια τοίΐ τελευταίου τούτου 8ρου 
μετετράπη εν Νάξω' διότι εν τη νήσφ χουν- 
τουδερνάρης λέγεται δ καλλιεργητής ξένων αγρών 
ως προς τον ίδιοκτήτην,χαι ούτος ως προς τον χαλ- 
λιεργητήν. (*Όρα περί τής λέξεως δρΟάς παρατηρή- 
σεις εν «ΝεοελληνιχοΤς Άναλέχτοις» Πκρνασου 
τόμ.Β'. φυλ. Α'. χαι Β'. σελ. 72 ύπο Μ. Κ. Κρί- 
σπη). 

^) Ό μεταμεληΟεις να ζημιώται. Τα μεταγε- 
νέστερα προικοσύμφωνα έχουν έτερον τύπον ποινικής 
ρήτρας. Οΰτω έπι παραδείγματος το προικοσύμφωνον 
υπ* αριθμόν 2796 του Αρχείου του Ιτουςΐ687 φέρει 
τον εξής δμοιον και εν άλλοις. «Εις δλον το ανω 
γεγραμμένον έμειναν ή μερίδες άναπαμμέναις στερεδ- 
νοντες το παρΌν εις π έ ν α και κ ο ν τ ά ν α τής ά- 
φεντείας ρεάλια 50 δ άλληλογήσας να τα ζημιώνε- 
ται. Ό ορός πένα και κοντάνα είνε ενετικός 
(ρβηα 6 οοηάαηηα) = έπι ποινή και καταδίκη. 

**) Ή φράσις ή νοταριακή, ή άπαντώσα εις δλα 
σχεδόν τα συμβόλαια τής Νάξου έπι τών μαρτί^ρω^ 
δε ης καλούνται «παρακαλετοί» ως «ενώπιον τών 
αξιόπιστων και παρακαλετών μαρτύρων», προήλΟεν 
εκ τών φραγκικών και ενετικών συμβολαίων. Ού- 
τως εν τω ανωτέρω μνημονευΟέντι γαμικώ συμβο- 
λαίφ του Φερνάνδου και Ισαβέλλας άναγινώσκομεν 
περίπου τήν αυτήν Ικφρασιν. «Νοβ ΤθΓηβ11ιΐ8...ίυάβχ... 
Ρ6ηηα8...Γ6^ίυ8 ριι1>1ίοα8 β]υ$(ΐ6ΐη οίνίΐϋΐί» ηοΐ&ΐ'ίυβ 
βΐ 1θ8ΐ68 8α1)8€ΓίρΙϊ αά Ηοο 8ρ6οία1ίΐ6ΐ* νοο&ϋ οΐ ΓΟ- 
ζΛί'ι ρΓβ$βη(ί 8θΐίρ1ο ρυϋΐϊοο, ηοίοπι ίβοίπιαδ βΐ (68- 
ΐΗΐηυι•...)) "Ο έστι «ΉμεΤς Τορνέλλος... δικαστής..• 
και Φέρμος... βασιλικός δημόσιος νοτάριος τής αυ- 
τής πολιτείας και οι υπογεγραμμένοι μάρτυρες, προς 
τοΠτο ειδικώς κληΟέντες και άξιωθέντες εις το παρδν 
δημόσιον Ιγγραφον, άναγράφομεν και μαρτυροΟμεν.» 
Το συμβδλαιον τούτο του Φερνάνδου και Ισαβέλλας 
έγράφη εν Μεσσήνη τής Σικελίας τω 1313 ώς ανω- 
τέρω έμνημονεύσαμεν. Περίεργον δε εϊνε δτι δ τύπος 
ούτος είχε γίνει δεκτός και ύπδ τών τήν Σικελίαν 
οίκησάντων Ελλήνων αποίκων επί τών βυζαντινών 
χρόνων. Ούτω εν προικοσυμφώνφ του Ιτους 1273, 
δπερ έδημοσίευσεν δ Σ. Ζαμπέλιος (Ίταλοελληνιχά, 
ήτοι κρητική πραγματεία περί τών εν τοΤς άρχείοις 
τής Νεαπόλεως ελληνικών περγαμηνών, σελ. 132) 
άναγινώσκομεν τήν εξής νοταριακήν φράσιν κατά λέ- 



ξιν δμοιάζουσαν τη άνωτέρφ παρατεθείση λατινική. 
«Ήμεϊς Βονσιγνόρος Λουχήσσης, χριτής πόλεως 
Τηγίου και Νικόλαος του θεοπρέπου, χούβλικος 
νοτάριος τής α^τής, και μάρτυρες οΐ υπογεγραμμένοι 
εις τούτο κεκλημένοι και αξιωμένοι δμολογουμεν 
διά του παρόντος εγγράφου και μαρτυρουμεν δτι 
κλπ.... 

**) Ύπδ παρακαλίας, δήλα δή παρακληΟείς. Οίίτω 
και εν τφ λατινικώ γαμιχχ]^ συμβολαίφ περατουται 
το Ιγγραφον αΡβηιιυδ άβ ΙιΑΓάβα, Γβ|;ίυ8 ραίιΐίοαβ 
Μβδβ&ηβ ηοΙαΓίαβ, Γο^^αΙαβ, ρΓβάίοΙα 80Γϊρδί...» 



Α. Μηλιαρακης. 



«♦•Ο^ 



ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙ2Ι2 
ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ 



Ή Άστρονο|ΐικη Εταιρία τής Γαλλίας •ίχε 
προχηρύζβι ^ιιθνες ^ιαγώνισ|ΐ.α περί εξευρέσεως 
τών (χάλκττα &πλών χαΐ ευχερών ριέσων, ^ι* ων 
θά ητο ίυνατον να επέλθη ρΐ6τβιρρύΟ(Λΐσίς τις 
βελτιουσα το νυν εν Ισχύϊ η(ΐε ρολόγια ν, τόσφ ά- 
νώ(Λαλον χαι άταχτον εν πολλοίς. Πεντήκοντα 
χειρόγραφα απεστάλησαν έχ διαφόρων χωρών, 
τούτων ^* εξ εβραβεύθησαν ίιά (χεταλλίων ε- 
σχάτως άπονε[χηθέντων ύπδ τής εταιρίας. 

Ή μεταρρύθριισις, ην προτείνει δ πρώτος τών 
βραβευθέντων, είνε τά (χάλιστα απλή, και ίύνα- 
ται να εφαρ[χοσθ7) κατά τήν κρίσιν τής Άστρο- 
νο|ΐ.ικής Εταιρίας. 

Κυριωτάτη άνω[χαλ1χ του ηριερολογίου εινε 
δτι τΐί, ετη ίεν δαοιάζουσι προς άλληλα κατά 
τήν τάξιν τών ήρ,ερών, τούτο ίέ ίιότι εκαστον 
έτος έχει ούχΙ ακριβώς πεντήκοντα ίύο εβίθ(ΐ.ά- 
^ας, άλλα και (χίαν ήμεραν έπι πλέον. Διά του 
τρόπου τούτου, ένφ ή πρώτη Ιανουαρίου του 
ενός έτους συμπίτττει ή(ΐ.έρα Κυριαχτί, του προ- 
σεχούς έτους συμπίπτει ήμέρο}: Δευτέρα χτλ. 
"Αν λοιπόν ητο ίυνατον να κατορθωθ^ εΙς το 
εξής, δπως εκάστη ή|ΐ.ερο|ΐηνΙα άποίΐΑηται 
σταθερώς εις τήν αυτήν ή|ΐ.έραν πάντοτε,ή βελ- 
τίωσις του ισχύοντος ήμιερολογίου εινε προφανής. 
Έκ πείρας έκαστος γνωρίζει πόσον ώς εκ τής 
(/.εταθέσεως τών ή(ΐ.ερών νυν είνε ίύσκολον νά 
ένθυμήται γεγονός συ(λβάν κατά τήν ή(ΐ.έραν 
του έτους ή εορτήν δνό(Αατος ή έπέτειον γεννή- 
σεως. Όταν β(ΐ.ως ώρισ|ΐένη ή(ΐ.έρα τής έβοο[ΐ.ά- 
ίος συνίέηται μετά τής ή(χερο[ΑηνΙας,ή άνά(ΐ.νη- 
σις εσται ευχερεστέρα. 

Άλλα τι νά κά[Λω[Λεν λοιπόν τήν πλεονά- 
ζουσαν ήμέραν του έτους, ήτις φέρει τάς ανω- 
μαλίας αύτάς ; Νά τήν (Ληίεν1σω(ΐ.εν, λένει δ 
βραβευθείς εν τφ ίιαγωνΙσ[Λατι. Άλλα (χησενί- 
ζεται (χία δλόκληρος ημέρα ; Πράγματι δχι, 
άλλα κατά τύπους βεβαίως επιτυγχάνεται τούτο 



^^ 



£2 Ζ3ΤΖ ^^ 



61 



${ί του τρόπου του απλούστατου, 6ν δ (χεταρ- 
8υθ|Αΐ9της προτκίνβΐ: 

Ό Ιανουάριος νά άρχίζη την ίευτίραν 71(Λ6- 
ραντοΰ έτους, ήτις θα «ίνε χρώτη Ιανουαρίου^ 
ΐΐ^£(λέχρι τουίε λεγθ[ΐ.ένΎ) πρώτη 7ΐ(ΐ.ερα του έτους 
νχ (χη (λετρηται ώς ανήκουσα εΙς την σειράν 
των άλλων η|ΐερών, ού^ε [ΐ,έρος [Ληνός άποτε- 
λοΰσα,αλλά να εΐνε [/.ονα^ικη και ανεξάρτητος 
ηα<ρα, Έορτη ζοϋ Ιζους η δπως ίηποτε 
χλλως λεγο|χενη. "Άλλως ίε η η|ΐ.έρα αυτή και 
νυν «αρ' άπασι τοις λαοις εινε εορτής και 
ζργίας η|ΐ.ερα και ουδόλως βλάπτονται τα 
9υ[λ^έροντα, αί κοινωνικαι συναλλαγαΐ και 
τχ τοιαύτα εκ της [Αεταρρυθ(λ1σιως• 

*Αλλά προς έπιτελεσιν της καθ'δλα άφορ,οιώ- 
οιως των ίτών ανάγκη να προσέλθη αρωγός 
& Πάπας, κατά τον |ΐ.εταρρυθ(ΐ.ιστήν, κανονίζων 
(^άπαξ και σταθερώς την ηριεραν του Πάσχα 
χαι τάς συναφείς κινητάς έορτάς, ώστε συν αύ- 
τχϊς να κανονισθώσιν αναλλοίωτοι αί των σχο- 
Λΐίων ^ιακοπαΐ κλπ. 

*Αφ* έτερου ^ε εΰκταΐον όπως ο! 'Ρώσοι και 
οι Έλληνες, οι άκολουθουντες το Ιουλιανόν η|Λε- 
ρολόγιον, ΰπερπη^ησωσι τάς ^ώίεκα ημέρας, 
«ίτινες χωρίζουσιν αυτούς άπο των λοιπών 
Ευρωπαίων. 

Τοιαύτη η προτεινο|Αένη (ΐ.εταρρύθ|Λΐσις, ά- 
κλη κχΐ ίυνατη γενέσθαι. "Αλλάς ίέ ας πιθα- 
νόν νά εύρίσκωσι πολλοί ευλόγως επωφελείς, 
τ.τοι το νά [ΐη άρχίζγ) το έτος εν [/.έσφ του χει- 
αώνος, εν τόσω άκαταλληλφ έποχτι, άλλα 
χατα το εαρ η το φθινόπωρον, 6 (Λεταρρυθ(ΐ.ιστης 
ο*ν τολ(ΐ^ νά προτείνγ), φρονών δτι η τοιαύτη 
«19'^ιίία (Λετάθεσις της του έτους άρχης πλεΐ- 
ονχ χακά η άγαθοο θέλει έπενέγκη. 

Έπι τ^ εύκαιρί^ της προσεχούς παγ- 
«σ|ΐΙου εκθέσεως τών Παρισίων κατά το 1889 
χροτεΐνει εν τέλει δ βραβευθείς νά συγκληθτ) 
ωιχίτερον συνέ^ριον , όπως συσκεφθη περί 
•^ς απλούστατης ταύτης χρονολογικής ριεταρ- 
Ρ'%1σεως, ήτις νά τεθτί εις ένέργειαν άπο της 
^Ρχή; του προσεχούς αιώνος. 

Π * * 



ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ 



*Βλ<χτριχή ήλίοισις. — Ή εν Κρεζ£ ήλεχτριχή 
Χϊμινρς. —β Φώς εντάσεως 400,000 χηρίων. — Άπο- 
ΊΕλέσματα Ισχυρας ακτινοβολίας επΙ του δέρματος χαΐ 
τών οφθαλμών. — 'Ε!γχαύματα άνευ θερμότητος. — 
Απαλεπισις του άρματος. — Ήλεχτριχή όφθαλμία. 

Ουίεις βεβαίως & |ΐ.η άκουσας περί ηλιάσεως. 
Εινε νόσηρ,α εξ ου αδύνατον νά πάΟτρ τις κατά 
"^ν παρουσαν ώραν του έτους. Δεν πρόκειται 
θ|ΐως νυν περί της εκ του ηλίου,τοΰ φωτοπαρόχου 



άστρου της ή{Λέρας, ηλιάσεως, άλλα περί της 
εκ του ηλεκτρικού ηλίου προερχο(Αένης, ήτις 
προσβάλλει αδιακρίτως, χειριώνός τε και θέ- 

Έν τινι τών τελευταίων συνεδριάσεων της 
εν Παρισίοις εταιρίας της χειρουργίχς έγένετο 
πολύς περί του άντικεΐ(χένου τούτου λόγος. Ό 
πρώτος Ιατρός τών έν Κρεζώ εργοστασίων, θς- 
τις ετυχεν. επανειλημμένως τ9)ς ευκαιρίας νά 
(χελετήση έγγύθεν τά άποτελέσ(Λατα της ηλε- 
κτρικής ήλιάσεως, υπέβαλε λεπτοριερη περί 
του θέ[Λατος εκθεσιν. Τι ίέ εινε ή ηλεκτρική 
ήλίασις; Ός γνωστόν έν τ9) βιορ,ηχανία γίνε- 
ται νυν χρήσις του ήλεκτρισ|ΐου, ώς εστίας 
θερ{χότητος, προς καριίνευσιν [λεταλλευ|ΐ.άτων 
και τήξιν (Αετάλλων. Τπο την έπί^ρασιν της 
ηλεκτρικής εστίας τά (/.έταλλα τήκονται οιονεί 
αύτο[χ.άτως' δ χάλυψ αυτές αναλύει ώς βού- 
τυρον έν ολίγαις στιγ(ΐ.αϊς. Έν Κρεζώ , δπου 
ποίσαι οι πρόθ(ίοι της βιθ[Αηχανίας έφαρριό- 
ζονται ταχέως και ^ραστηρίως και δπόθεν και ή 
Αγγλία αυτή πρθ(/.ηθεύεται χάλυβα άριστον, 
υπάρχει τοιαύτη ηλεκτρική κάριινος, προς πα- 
ρασκευήν του χάλυβος. Ή εστία, ή έπι του (χε- 
τάλλου έπενεγγουσα, εινε εκτάκτου λαριπρότη- 
τος• ή φωτοβόλος αυτής εντασις αναλογεί 
προς ^εκακιςχιλίας λυχνίας Καρσέλ, τουτέστιν 
προς ύπερεκατοντακισχίλια κηρία. 

Το θέα(χ.α εινε εξοχον, άλλ' δ θέλων νά από- 
λαυση αύτου τΐ|ΐ.ωρειται σκληρώς.*Άτο(χα ίστά- 
(Αενα εις άπόστασιν ^έκα (/.έτρων άπο της εστίας, 
^έν αισθάνονται ού^ερ.ίαν θερ(ΐ.ότητα και δ(χως 
[Αετά [Αίκρόν ύπόκ€ΐνται εις πόνους οδυνηρούς. 
αΠερίεργον, ελεγέτις τών παρεστώτων. Δεν ζε- 
σταίνοριαι διόλου και 0(ΐ.ως αισθάνο(ΐ.αι κάποιον 
καύσΐ[Αον, δ[χοιονριέ εκείνο της ήλιάσεως δπου 
είχα πάθει το καλοκαίρι.!» ΚαΙ & λέγων ταύτα 
φρονί[Λως ποιών άπε|Αακρύνθη, άλλ' είχεν ήίη 
πάθει ^ευτέραν ήλίασιν, έν πλήρει νυκτί. 

Και τοι ή ηλεκτρική έστΙα διακόπτεται, 
έν τούτοις, σχεδόν πάντοτε, οι παριστάμενοι 
γ,Λτί τάς ^οχιμάς αισθάνονται εγκαύματα κατά 
το μάλλον και ήττον οδυνηρά εις τον λαιμόν, 
το πρόσωπον και το μέτωπον συνάμα το ^έρμα 
λαμβάνει χροιάν έρυθρόχαλκον. Καίτοι ^έ οί 
παριστάμενοι φέρουσιν διόπτρας μαύρας, δμοίας 
προς ΐγ,άΊΧ^ τάς δποίας μεταχειριζόμεθα ^ιά 
τήν εξέτασιν του ήλιου, ή Ισχυρά εντασις του 
φωτός έπι^ρ^ έπι του αμφιβληστροειδούς χιτώ- 
νος αυτών ούτως, ώστε επί τινα λεπτά ή δρασίς 
των πάσχει παντελή ί ιάλειψιν,έπι μίαν ί' άλλην 
ωραν είτα βλέπουσι πάντα τά αντικείμενα υπό 
βαθύν κρόκου χρωματισμόν. Αί μεμβράναι του 
οφθαλμού ερεθίζονται, δ ερεθισμός ^'ούτος διαρ- 
κεί επι τεσσαράκοντα οκτώ ώρας τουλάχιστον, 
συνεπαγόμενος τήν όίυνηράν αϊσθησιν της πα- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



62 



£2 Σ2Τ Ι Λ. 



ρει^βολης ζένου σώ(χ«τος υπό τά βλέφαρα• Έπα- 
)ςολουθούσιν ωσαύτως δακρύρροια υπερβολική 
επι είκοσι τεσσάρας ώρας διαρκούσα, κεφαλαλ- 
γία, αϋπνία, ίσως και πυρετός. Τέλος τάς έπο- 
|χένας η(ΐ.έρας δλόκληρος η επι^ερ[Λΐς του προ- 
σώπου απολεπίζεται. Οι Ι^όντες το πρόσωπον 
των άναβαινόντων εις τας "Άλπεις κατερχθ[/.έ- 
νων των πανύψηλων παγώνων δύνανται να λά- 
βωσιν Ι^έαν της (ΑορφτΊς των παθόντων ηλεκ- 
τρικην ηλίασιν. Το ^έρ[χα άποφλοιουται κατά 
τε(χάχια |ΐ.εγάλα και το πρόσωπον λα[ΐ.βάνει 
}^ρώ[λα άνερ.ώνης. 

Έν ττ) συνηθει ηλιάσει αισθάνεται τις α- 
φόρητον θερ(ΐ.ότητα• εν ττ) ηλεκτριχν) ούίέν 
τοιούτον εις άπόστασιν 5 μέτρων από της εστίας 
[ΑΟλις ύψουται έπαισθητώς το θερ(ΛΟ[Αετρον• πάσα 
η θερ(λότης εινε συγκεντρω(Λένη και οι παριστά- 
[Αενοι παθαίνουσιν και έζ αποστάσεως 12 [^ί.έ- 
τρων. "Άρα το φως εινε το παράγον πάντα τά 
[Λνηριονευθέντα άποτελέσριατα και τό φαινό(ΐιενον 
είναι αρκούντως περίεργον και ενδιαφέρον. 

Δεν εινε, άλλως, η πρώτη φορά καθ* ην πα- 
ρατηρουντΑι τοιαύτα γεγονότα• περιπτώσεις πα- 
θήσεως της δράσεως Ιόίως αναφέρονται πολλαί. 
Ή «ηλεκτρική όφθαλ|Λΐα» δτέ (χέν εινε ελαφρά δτέ 
^έ βαρύτερα. Ενίοτε, άρχο[χένη ^ια φοβερών αυτό 
τούτο συ|ΐ.πτω(/.άτων, θεραπεύεται εις ^ιά- 
στηρια τεσσαράκοντα οκτώ ωρών άλλοτε πα- 
ρουσιάζεται υπό |Αορφην ηπιωτέραν, άλλ' έχει 
καταστρεπτικώτερα τά άποτελέσ^λατα. 'Οπως 
ίηποτε αποδεικνύεται δτι τό ηλεκτριχόν φως, 
έν (/εγάλχ) έντάσει, βλάπτει πολλάκις καιρίως 
και άνεπανορθώτως την δρασιν,θσοι ^'εινε ηναγ- 
κασ|ΐ.ένοι νά ώσιν έκτεθεΐ(λένοι εις την έπηρειαν 
αύτου, φέρουσιν ερυθράς η κιτρίνας διόπτρας 
χάριν των όφθαλ(λών, χάριν ίέ του ίέρ(Αατος 
καλύπτουσι τό πρόσωπον. Κ. 

— ^10 1. 



ο ΣΥΖΥΓΟΣ ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΠΝ 

Γερμανκικί) ιιαρ19οσ»ς• 

Οι επισκεπτόρ.ενοι τιί)ν πόλιν Έρφούρτην εν 
θυριγγία καΐ περιερχό(ΐ.ενοι τά £ζια θέας, ^έν 
^έν θά παραλείψωσι και τόν ναόν της Παναγίας. 
Έχει εντός αύτοΰ (&ετά πολλού διαφόρου θά φι- 
ρωσι τό βλέ|Α|Λα επΙ ανάγλυφου τινός εντετειχι- 
σ|ΐ.ένου, |ΐ.ισαιωνικης εποχής καΐ βάναυσου τ£- 
χνης,παριστώντος ίππότην υψηλόσω(ΐ.ον κεχλΐ(Αέ- 
νον (ΐεταξύ ^ύο γυναικών. 

Ό νεωκόρος τότε έπι τν) ερωτήσει του περιη« 
γητου η και αυτόκλητος σπεύδει νά ειπτρ δτι δ 
ιππότης ούτος εινε δ Μ^ι,ιη^ του Γκλάϊχεν και νά 
άφηγηθν) ^ιά |ΐ.υριοστην φοράν την παρά^οζον !- 
στορίαν, ην εικονίζει τό άνάγλυφον. 



Ό κό(/.ης Γκλάϊχεν χ,χτχ τάς σταυροφορίας 
7ϊχ(χαλωτίσθη έν Ίερουσαληρι και άπηχθη παρά 
τφ Σουλτάνφ,δστις άνέθηκεναύτω την καλλιερ- 
γίαν του κηιτου. Ή κόρη του Σουλτάνου είίε καΐ 
ήγάπησε τόν ξανθόν ίππότην. Εις τοσούτον (ϊ' 
έζίκετο δ έρως αυτής, ώστε έπρότεινε νά έζεύρη 
τρόπον δπως φύγωσι (χ,ετ' αύτου, νά γίνη ί' είτα 
χριστιανή και σύζυγος του. Άλλ' δ κό|Αης είχε ν 
ηίη καταλίπτ) προσφιλή σύζυγον εν θυριγγί^. 
Άφ' ετέρου δ[Αως πάλιν τά ^εινά της δουλείας 
ήσαν αφόρητα, η άνάκτησις της έλευθεοΐας γλυ- 
κύτατη. — Ό Γερ(χ.ανος έπι τέλους ένέΰωκιν εις 
τής Σαρακηνής κόρης τάς προτάσεις. Έ^ρα- 
πέτευσαν δριου και άφίκοντο εις 'Ρώ(χην. 

Ό Κό[Αης Γκλάϊχεν έσπευσε ν* άναγγείλη εΙς 
τόν Πάπαν τά γενό[Αενα. Ή προς την κόρην 
δοθείσα ύπόσχεσις ίέν η'το ιερά ; Ή εχχ\Ύ\ϋΐΛ 
ηάύνατο ν* απώθηση έκείνην, ήτις ίιά του γοή- 
τρου τής αγάπης ηρχετο προς την αληθή πίστιν 
και έζήτει έν ριι4: ή{ΐιέρ« τό βάπτισμα και τόν 
γά|Λον ; 

Ό άγιος πατήρ (&ετά μικράν σκέψιν εύρε ^ιέ- 
ξοΑον. Έπέτρεψεν εΙς τόν κόμητα νά νυμφευθτί 
έκ νέου ^Ιχως νά ^ιαλύσγ) τόν πρώτον αυτού 
γάμον και νά εχιρ εΙς τό έζής ^ύο νομίμους 
γυναίκας. Ό γάμος λοιπόν έτελέσθη και δ ιπ- 
πότης μετά τής νεοφωτίστου δευτέρας συζύγου 
έπανήλθεν εΙς θυριγγίαν. 

Άλλ' εμενεν ετι τό ί υσχερέστατον : πώς ή Γερ- 
μανις σύζυγος, ή έπι τόσον χρόνον έν ίακρυοις 
και προσευχαις άναμένουσα τόν αν^ρα, θά έίέ- 
χετο να μερισθτ) αυτόν μετ' άλλης ; Εις την 
Σαρακηνήν, ε'ιθισμένην εν τγ) πολυγαμίο6, τούτο 
έφαίνετο άπλούστατον, άλλ' εις αυτήν την πι- 
στήν χριστιανήν, την περιπαθή ΤευτονΙ^α, την 
χ.όιΐΎ^^αοί'* του Γκλάϊχεν ; 

Ό κόμης καταλιπών έν ττ) δίφ την σύνο- 
λον του άφίκετο πρώτος αυτός εις τόν πύργον 
του Ι^λάιχεν και έρρίφθη ε'ις τάς &'γχί\Λς τής 
προσφιλούς συζύγου. Μετά τάς πρώτας διαχύ- 
σεις τής χ«ρ«ς άφηγήθη αύτν) τάς περιπέτειας, 
την αίχμαλωσίαν, τόν τρόπον καθ' δν ήλευθε- 
ρώθη υπό τής κόρης του Σουλτάνου. Προσέθη- 
κε ίέ δτι έγένετο αΰτη χριστιανή και σύζυγος 
του τγ έπινεύσεε του Πάττπα. 

Ή κόμησσα, αφού ήκουσε πάντα ταύτα μετά 
δακρύων, ^ιεκήρυξεν δτι εκείνη ε'ις ην ώφειλε 
την έπάνοίον του συζύγου, «ίχ«ν έπ' αυτού δι- 
καιώματα ίσα προς τά ιίικά της. "Έσπευσεν 
ε'ις προϋπάντησιν αυτής και αι ίύο γυναίκες έρ- 
ρίφθησαν μετ' ασπασμών εΙς τάς άγκάλας αλ- 
λήλων. Έκ τούτου ί' ώνομάσθη έκτοτε δ τόπος 
έν φ συνηντήθησαν ΚξΗ^ας της Χαράς, 

"Έζησαν και οί τρεις έπι μακρόν ευτυχείς 
έν τν) παραίόζφ ταύτη συμβιώσει, ανιυ τής 
ελαχίστης διενέξεως ή εριίος η αντιζηλίας. 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



£:22χυ^ 



63 



Και |χέχρι του παριλθόντος ί' αΙώνος επι^βΐ- 
χνυον ίτι εν Έρ<ιούρττρ εις τους περιηγητάς την 
ίύρυτάτην χλίνην, εν ή ^ κό|ΐ.Υ|ς του Γκλάϊχεν 
χατεχλίνετο |Λεταξύ των ίυο αύτοΰ γυναιχών, 
ως είχονίζεται εν τφ άναγλύφφ. 



ΤΟ ΕΡΗΜΟΝΗΣΟ 

ΈχβΤ στο έρημόνησο 
ΐΕου στέχουνβ χο<ρτά γχρεμνά, 
χαΐ στη ψιλή χορφούλβ του 
μχλέχει το νέφος που περνά, 
τα ορνηα τι γυρίζουνε 
σαν να πανηγυρίζουνε; 

Προχθές χαίχι γλήγορο 
εδιάβαινε χαμαρωτό, 
τ' αγέρι μόλις άχνιζε, 
το χύμα ήτονε στρωτό. 
Σε δελφινιών πηδήματα 
άφροβολουν τα χύματα. 

Είχε χαραβοχύρη του 

νέο με άφοβη χαρδίά, 
είχε χαι για ναυτόπουλα 
δλο άμουσταχα παιδιά. 
—Φύσα μαϊστραλάχι μου 
να πάμε στο σπιτάχι μου. 

Σιγά σιγά βπρόδαλε 
ίνα νεφάχι σχοτεινό, 
χαί σαν ίράχ^χι χρέμονταν 
μέσ' το γαλάζιο ουρανό. 
Γλυχά ό ναύτης σφύριζε 
χαι πίσω του δεν γύριζε. 

Μά έξαφνα έβρόντησε, 
ξεσπάει αγέρας χαί βροχή, 
χαι άγρια ή θάλασσα 
άφροβολα χαι άντηχεΤ. 
Βάσταξε, χαϊχάχι μου, 
να φθάσω στο νησάχι μου. 

01 ναύταις δεν έπρόφθασαν 
νά^ συμμαζέψουν τα πανιά, 
χαι οΐ γιαλοί έγέμισαν 
άπο σανίδες χαι χορμιά. 
Τά ορνηα τριγυρίζουνε 
γιατί πανηγυρίζουνε. 

Η μάνα μαυροφόρεσε 
του χαπετάνιου ή γλυχειά, 
μ αγάπη άλλη ίχαμε 
του ναύτ' ή άγαπητιχιά. 
Για νύφη ^ήν στολίζουνε, 
τά δρνηα τον ξεσχίζουνε. 

ΑρΐΧΤΟΜβΝΗ£ ΠρΟΒΕΑΒΓΙΟ£. 



αληθείς ΟΡΙΣΜΟΙ 



Ανακωχή. — Προθεσμία ττρος εξευρεσιν καλ- 
λίτερου δπλου, χαλλιτέρου χανονίου, όβίίος . . . 
πειστιχωτερας. 

Αριστούργημα. — Τεκνον, μη βαπτιζόμενον 
ποτέ προ του θανάτου του πατρός αύτου. 

ΒογτγροΝ. — Ουσία, παρασκευαζόμενη ενίοτε 
και εκ γάλακτος. 

Επιδοκιμάζω τίνα. — Σκέπτομαι ως αυτός... 
δταν σκέπτεται ώς εγώ. 

Ευτυχία. — Ό άνθρωπος ούίεποτε ε'ίνε εΰ- 
'^^Χ'ής... Ένθυμεϊται δτι ηύτύχησεν και προσ- 
ίοκ(^ να εύτυχήση εκ νέου. Ίίού τί είνε ή ευ- 
τυχία. 

Μακαρίτης. — "Άγγελος, ά^άμας, φοίνιξ . . . 
άλλ* ύπο τον δρον δτι ίέν θα άναγεννηθ^ εκ 
'ϊ^ς τέφρας του. 

ΣγΝΕίΔΗΣίΕ. — Κλεπτοφάναρον, δπερ άνάπτει 
"Ο (χόνωσις την νύκτα. 

Χίμαιρα. — 'Ο,τι γενναϊον, δίκαιον, λογικό ν. 



ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

Έσο ίοΰλος της εργασίας, ίιά να |λη είσαι 
ίουλος των ανθρώπων. 

Και «ύτο του καθήκοντος το στά^ιον πα- 
ρουσιάζει απόψεις άνισότητος. Δια τους μεν 
είνε τρυφερόν, φωτεινόν, φαιίρόν, ευχαρι,^ι' άλ- 
λους ίέ ά(ΐ.φΐβολον , άγριον, άχάριστον, σκυ- 
θρωπόν• 

Έκαστος εξ ηριών αποφέρει εκ της κοινω- 
νίας παντοίας προσβολάς, ας εξ αποφάσεως 
λησ|χονεϊ. Μίαν (ΐ,όνην ύβριν ουδείς συγχωρεί 
εΙς την κοινωνίαν : Το να ριή λαριβάνεται υπ* 

όψιν παρ* αυτής. 

Αι έορταΐ του έρωτος &|ΐοιάζουσι προς τάς 
εορτάς των αιθουσών. Πρέπει να άπερχώ^^εθα 
πριν σβεσθώσι τά κηρία. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 



Έπι ττ) προσέχει ειχοσιπενταετηρίδι τών γάμων 
τοΟ πρίγχηχος τ^ς Ουαλίας, το ονομαστών Ιοο- 
<ΐαβγ ϋΐιιΐ) τοϊ5 Λονδίνου απεφάσισε να προσφέρη 
αύτφ χιβώτιον παιγνίων, μοναδιχον είς το εΤδός του. 
Οί πεσσοί του δ ο μ ι νο θα ώσιν έχ χρυσού σφυρή- 
λατου χαί άδαμαντοχόλλητοΐ' τά παιγνιόχαρτα I- 
σονται μετάξιν^, θα ζωγραφηθώσι δέ ύπ^ τών δνο- 



ΟΪ9ϊΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



84 



Β23ΤΖ ^^ 



μαστοτέρων "Αγγλων χαλλιτεχνων' οΐ πεσσοί 
ζατρικιου ίσονται έχ χρυσού χαΐ αργύρου. 



του 



Ποία εΤνε ή ταπεινότερα θερμοκρασία, ή εν τφ 
πλανήτη ημών σημειωθείσα μέχρί τοΰδε υπο του 
θερμομέτρου ; Εις εχαστον των πόλων τψ^ς γί!ς 
υπάρχει, ως γνωστόν, ζώνη, εν ή το ψύχος φθάνει 
εις άνήχουστον δριμύτητα. Ή ρωσσιχή χυβέρνησις 
ί'δρυσε προ πολλοί; μετεωρολογιχον σταθμον ένΒερχο- 
γιάνσχα,προς άνατολάςτήςΛένας,τουτέστιν άχριβώςέν- 
τοςτίίς χατεψυγμένηςταύτης ζώνης.Ό επιτετραμμένος 
την διεύθυνσιν του σταθμού δεν είνε βεβαίως άξιος 
φθόνου. Τον Δεχέμβριον του 1871, εν Βαρχογιάνσχα, 
έσημειώθη θερμοχρασία 65 βαθμών υπο το μηδενι- 
χόν ! Τφ 1883 ή εξ οινοπνεύματος στήλη του 
θερμομέτρου χατήλθεν εις τους 68 βαθμούς, άπαξ 
δε μέχρι τών 72. Έν τοις πόλοις άρα δύναται το 
θερμόμετρον χατά τινας χειμώνας να χατέρχεται 
μέχρις 70 βαθμών υπο το μηδενιχόν. Παγώνει 
τις χαί μόνον αναλογιζόμενος τούτο ! 



Έχ μελέτης δημοσιευθείσης έν είδιχώ ήλεχτρι- 
χώ περιοδιχφ τ-ής Νέας 'Τδρχης προχύπτει δτι τής 
λέξεως μιχρόφωνον έγένετο το πρώτον χρήσις 
τω 1827, άποδοθείσης εις μηχάνημα τι έφευρεθέν 
χατά την έποχήν εχείνην, σχοποΰν δε να χαθιστα 
άχουστούς χαι τους ασθενέστατους τών ήχων. Ή 
χρί)σις τής λέξεως τηλέφωνον χρονολο- 
γείται μόλις άπο του 1845. Έπεχλήθη δε δι' 
αύτίίς όργανον, έπινοηθέν υπο του λοχαγού Τζών 
Τάυλορ, δι' ου ήδύναντο να μεταδιδασθώσι, έν ώρα 
ομίχλης, συνθήματα. Τω 1845 ή λέξις άπεδόθη εις 
την υπο του δαάΓβ έπινοηθεΤσαν μουσιχήν γλώσσαν. 
Αι χατά την τελευταίαν δεχαετίαν γενόμεναι άνα- 
χαλύψεις μετέβαλον ουσιωδώς χαί χαθώρισαν την 
σημασίαν τών δύο τούτων λέξεων, δι' ων δηλουνται 
τά τηλόθεν μεταβιβάζοντα την φωνή ν όργανα. 



Ό «Χρόνος» Ιχει ίδιον χυτήριον στοιχείων, ίδιον 
χαρτοποιεΤον, έργοστάσιον προς χατασχευήν μηχα- 
νών χτλ. 



Έν Λονδίνφ ύπάρχουσι 50 θέατρα, 30 αίθουσα 
συναυλιών χαι 425 ώδιχά χαφφενεΓα. Αι έπιχειρή- 
^ Ιτείς" αύται άπορροφώσιν έν ολφ νεφάλαιον 100 έ- 
χατομμυρίων.Μή υπολογιζόμενων τών έχ τών θεάτρων 
τροφοδοτούμενων βιομηχανιών, 150,000 ανθρώπων 
συντηρούνται άμέσ^ εξ αυτών. Εις τά έν Λονδίνφ 
θεάματα παρίστανται χαθ* έσπέραν 500,000 θεατών. 
Έν ταΤς έπαρχίαις τής Αγγλίας ύπάρχουσι 200 
θέατρα, 160 αιθουσαι συναυλιών χαι 1000 φδιχά 
χαφενεΤα, άπασχολουντα έν ολφ χεφάλαια 4 50, 
έχατομ. φρ. χαι συντηρουντα 350,000 ανθρώπων .Ό 
αριθμός τών θεατών ανέρχεται χαθ' ίσΊ:έρν>ί εις 
1,250,000 



Ό διάδοχος τής Γερμανίας Ιχει 74 μεγαλόσταυ- 
ρους. Ό πρωτότοχος υιΌς αύτοΰ 36, Ό δε δευτερότο- 
χος 27. Ό Βίσμαρχ 49, ών 19 άδαμαντοχολλήτους' 
Ό Μόλτχε 44, Ό υίος του Βίσμαρχ Έρβέρτος, υπουρ- 
γός τών έξωτεριχών, 26. Τέλος Ό αυλάρχης του αύ- 
τοχράτορος έχει 47 παράσημα. 



01 πλείονες γάμοι ένΠρωσσία τελούνται χατά Νο- 
έμβριον' δεύτερος έρχεται Ό Όχτώβριος χαι τρίτος ο 
Μάιος, τελευταίος δε ό Αύγουστος. Κατά την στατι- 
στιχήν του 1886, 157 θεϊοι ένυμφεύθησαν τάς ανεψιάς 
των, 26 δε ανεψιοί τάς σεδχστάς θείας των! 



Το ταχύ δρομεϊον του Λονδίνου διένειμε 15έχατομ- 
μύρια γραμμάτων και εντύπων τήν παραμονήν τών 
Χριστουγέννων. Προς βοήθειαν τής ούτως έχτάχτ<ι>ς 
έπιβαρυνθείσης υπηρεσίας προσελήφθησαν 3χιλ.6οη0οί 
χαι έμισθώθησαν άμαξαι προς μεταφοράν άπο των 
σιδηροδρομικών σταθμών δια 800 δρόμους. 



Τήν Ιην Ιανουαρίου ο «Χρόνος,» το παγχόσμιον 
χαι πανίσχυρον του Λονδίνου φύλλον, έώρτασε τήν 
εκατονταετηρίδα τής συστάσ8<ι>ς αύτοΰ. Γνωστή εΙνε 
ή ύλιχή εύημιερία του «Χρόνου «,χαυχηθέντος δλλοτε 
οτι Ιχει προϋπολογισμον ίσον προς τον προϋπολογι- 
σμον ένος μεγάλου δουκάτου τής Γερμανίας. Έπι 
τη έκατονταετηρίδι αύτοΰ προέβαλεν άλλην καύχη- 
σιν σημαντιχωτέραν, οτι απέκτησε το δικαίωμα νά 
όμιλγ) έν ονόματι ττ)ς Αγγλίας. Άπο τοΰ 1788 δ 
«Χρόνος» ήλλαξε πέντε διευθυντάς. Ό σήμερον 
διευθύνων το φύλλον το3 "Αστεος εινε ό Γεώργιος 
Βυοίιΐβ. Ό διευθυντής δεν γράφει. Επιθεωρεί τήν 
ΰλην και παρέχει τά θέματα είς τους συνεργάτας 
τής εφημερίδος. Το δνομα τών συντακτών τοΰ «Χρό- 
νου» ουδέποτε αναφαίνεται είς τάς στήλας του και 
μόνον άφοΰ άποθάνη τις τών συνεργατών το δημόσιον 
μανθάνει εκ τής νεκρολογίας του, οτι συνειργάζετο 
και ούτος έν τφ «Χρόνφ». θαυμασία αύτο τοΰτο 
εινε ή όργάνωσις τί!ς καινοθηρίας• Είκοσι 'ζέσσαρες 
ρεπόρτερ στενογράφοι τηροΰσι τά πρακτικά 
τής βουλής, άτινα δημοσιεύονται κατ* έκτασιν. 



Μεταξύ τών χορευτριών τοΰ έν Βιέννη Μελοδρά- 
ματος υπάρχει και μία κωφάλαλος. Επειδή δεν α- 
κούει τήν μουσικήν ή 'Αδέλα Λίχτενφελς (ούτως ο- 
νομάζεται ή μικρας ηλικίας καλλιτέχνις) ρυθμίζει 
τά βήματα της, παρατηρούσα προσεκτικώς τάς συν- 
τρόφους της. Ή ορχηστρις εινε πολύ εύμορφος, δια- 
κρίνεται δε διά τήν ίδιάζουσαν αυτής χάριν. Και δεν 
υπάρχει αμφιβολία οτι θά διαπρέψη εις τ^ στάδιον 
δπερ έξέλεξεν. 



Συζήτησις περί καλλωπισμών. 

— Έμενα μου αρέσει το πράσινον. 

— Έμενα το γαλάζιο. 

— Έμενα το μαΰρο. Μοΰ εμπνέει πάντοτε εύα- 
ρέστους ιδέας. 

— Πώς ; 

— Μάλιστα, μοΰ φαίνεται δτι είμαι χήρα. 



'Βν '^θήναις ίχ του τυπογραφείου τών καταστημάτων ΑΝΕΧΤΗ ΚΟΝΧΤΑΝΤΙΝΙΑΟΥ. 1888^1222 



'Αριθ. 651 — Λεπτά είκοσι «εντε. 



!Χ0 33 ΙΓ'. 





ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ 



Τ«ι&ο« ΚΕ^ 






ΠΑΥΛΟΣ ΛΑΜΠΡΟΣ 



Το ά•ι?όγ6υ|ΐ.α της 12ης Όχτωβρίου 1887 
Εχηοεύετο ίν Αθήναις δ την προτιραίαν ένηλι- 
χί^ έζήχοντα οχτώ ετών αποθανών ^'.ακεχρΐ(/.ε- 
νος νο|Λΐσ[ΐατολόγος ΪΙαΰλος Λά|χπρος, γεννηθείς 
(ΐβν εν Καλλαρύταις της Ηπείρου, ανατρα- 
φείς ^2 χαΐ βιώσας εν Κερχύρο||: |ΐ.έν το πρώ- 
τον, έπειτα ίε έπΙ τριάκοντα περίπου ετη εν 
* Αθήναις. 

Ό Παύλος Λάρ.προς, δστις έτΙ(ΐ.ησε τον έπι- 
στη(Α.ονικον κλάίον, εΙς δν ειχεν αφιέρωση τον 
βίον και περί ου δικαίως ελέχθη δτι εις την 
πρώτην θα ετάσσετο τάξιν (χεταζύ των πεπολι- 
τισριένων^έθνών ή Ελλάς, αν πάντες οι Έλλη- 
νες επιστή[Λονες είργάζοντο έκαστος εν τγ \^ίο(, 
έπιστή(Ατρ ριεθ' δσου ζήλου καΓ'ριεθ' δσης επι- 
τυχίας και αύτος εν τ^ νο(ΐ.ισ[λατολογΙ(:{:, προή- 
)[θη σχείον εκ του μηίενός, αυτοδίδακτος γε- 
ιό|Αενος και σχείον ειπείν αύτοπλαστος, 6 ίε 
βίος αυτού και δλος ριεν ριάλιστα ^έ δ έπιστη- 
(Αονικός, πρόκειται παράίειγρια λααπρον περί 
του τΐ ίύναται νά κατορθώσγ) νους αεζιός βοη- 
βού(λενος ύπο ισχυράς και ακατάβλητου βου- 
λήσεως. ΚαΙ οι (Λεν εύτυχήσαντες εκ του πλη- 
σίον νλ γνωρίσωσι τον άνίρα θα ίιατηρήσωσιν 
άνεξάλειπτον εν τη {Ανήριη την εικόνα του, θα 
ένθυ(ΐ.ωνται αδιαλείπτως την ώραίαν πρεσβυτι- 
χήν του κεφαλήν, τον ήχηρον και γλυκύν του 
γέλωτα, το 6[Αΐλητικόν αυτού και εύπροσήγορον, 
έν φ ^ιεφαΐνετο ώς εν κατόπτρφ ή άγαθότης 
της καρδίας του και ή ίιαφλέγουσα την ψυχήν 
αυτού φιλοπατρία, θα ένθυ|Αώνται έπΙ (χακρον 
τον άγαθον γέροντα εν τ^ σπου^αστηρίφ του 
«εριεστοιχισριένον ύπο παντοίων βιβλίων και πε- 
ριβεβλη(Αενον ύπο του καπνού, έν άνέ^ι^εν Α- 
νευ διακοπής το άσβεστόν του τσίμχούχίοτ, η 
ίν τφ γραφείφ του περιοδικού του φιλοξενούντος 
'^α^ς γρα|Α|Αάς ταύτας, άς άφιεροι & γράφων εΙς 
την ρή(ΐ.ην του, ένθα τακτικώτατα περί την 
έσπέραν έσυνήθιζε να κάθηται συναθροίζων εΙς 
χύχλον περί ίαυτον τους εκάστοτε εκεϊ συνερχο- 
|ί.ένους και άπο του ανεξάντλητου τα|Λείου τίίς 
τε πολυριαθείας και της εκ του παρελθόντος 

^ τοΜοζ ιι'^ι88(. 



βιωτικής πείρας του να ^ιηγηται προς αυτούς 
πολλ3( και ίιίακτικώτατα περί παντός ζητή- 
(λατος εΙς τα πάτρια άναφιρο[λΐνου . . . Και δ 
άκούων αύτον και γινώσκων τα κατά τον βίον 
του, δσα ίηλαίή δ άνήρ ειχεν ένεργήστρ και 
ύπερ της εθνικής της Επτανήσου αποκαταστά- 
σεως καΐ υπέρ της ^ουλευούσης ετι πατρί<^ος 
και υπέρ της αναπτύξεως και προαγωγής της 
αρτισύστατου ή(ΐ.ών κοινωνίας, ^έν ή^ύνατο και 
άκων νοο (ΐ.ή άπο^ώση εΙς αυτόν εκείνα τλ ^ύο 
επίθετα, τα δποΐα παρά τφ Πλουτάρχφ απογί- 
νονται εις τον έπιφανέστατον της 'Ρώ|ΐ.ης ρή- 
τορα. Τω δντι, δ Παύλος Λά(ΐ.προς ητο ^όγ^ίκ 
ά^4/) χαΐ ^Μχαζρις . . . 

Και δσα (χέν αναφέρονται εις τον καθ* δλου 
βίον του ικανώς ελέχθησαν και άνεπτύχθησαν 
ύπ' εκείνων, οίτινες άνέλαβον να έπαινέσωσι τον 
[ΐ,εταστάντα κατά την ή(ΐ.έραν της κηδείας 
και εν τη εκκλησία;: και παρά τον νεοσκαφή 
τάφον, δστις ε|Αελλε νά ίεχθη το θνητόν του 
σκήνω[λα. Ήριεις σή(ΐερον έπι τον έπιστη|Λονικόν 
του [Α,άλιστα βίον ήθελήσαριεν έπι [ΐ,ικρόν νά 
έλκύσωριεν την προσοχήν των αναγνωστών του 
περιοδικού τούτου, νομίζοντες του λόγου άξιον 
νά άναπαραστήσω[ΐεν κατά το ενόν την εικόνα 
έπιστή[Λθνος ούχΙ εκ τών τυχόντων. «Αποθνή- 
σκω κατά πάντα ευχαριστη(ΐ.έν&ς, έλεγε προς 
Ύ^\>>&ς ολίγον πρό του θανάτου του χρόνον, αλλ* 
δ,τι (ΐ,άλιστα (χέ καθιστή αληθώς εύ^αίι^ονα εί- 
ναι δτι εχω την πεποίθησιν δτι τό δνο(ΐ.ά (ίου 
θά ζήση έπι ένα τουλάχιστον αιώνα συν^ε^ειχέ- 
νον |ΐ.έ την έπιστή(ΐην, ήν τόσον ήγάπησα και 
εΙς ην αφιέρωσα ριέν τάς ^ιανοητικάς {λου ^υ- 
νάριεις, οφείλω ^έ τάς καλλίστας του βίου [χου 
τέρψεις. 2> ΚαΙ^^έν ειχεν ίίικον ούτω νο(ΐ.Ιζων 
περί εαυτού δ Παύλος Λά(ΐ.προς. Του "Έλληνος 
έπιστήριονος τά έργα καΐ αί εν πλείστοις τ^'ίς 
εσπερίας Ευρώπης άξιολόγοις περιο^ικοΐς συγ- 
γρά(ΐ.(Αασιν έγκατεσπαρριέναι ^ιατριβαι δεόντως 
εξετΐ(ΐ.ήθησαν και έκτΐ[Αώνται ύπό τών ^υναιι,ένων 
νά κρίνωσιν εν τοις τοιούτοις, οί ^έ έπιφανέ-* 
στατοι τών νο(&ισ(χατολόγων και \8ίο^ καΐ ^η- 
|ΛοσΙ(|ΐ ουκ ολίγους ού^έ σ(ΐ.ικρούς έπε^αψίλευσαν 
τους επαίνους εις τόν εξόχως έκπροσωπήσαντα 
την Έλλάία κατά τόν κλάίον τούτον τού επι- 
στητού^ ειδικά ίέ σωριατεΐα αξιόλογα και έπι• 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ νΛθ0^ΐ€ 



ι 



66 



£2 Ζ3ΤΖΛ. 



στη|ΐ.ονιχά ίίρύ|ΐ.ατα χατίταζαν αύτον εν τοις 
εταίρο ις των. 

Έ^ημοσΙευσεν & Λάριπρος εν 1^(οις (χάλιστα 
φυλλα^ίοις τάς έξης πραγριατιίας : 

Περί εζ χρυσών νο[Αΐσ(ΐιάτων των Φιλίππων 
((Αετά γαλλικής (μεταφράσεως, εν Κέρκυρα 1855), 
*Ανέχ^οτα νο(ΐ.(σ[χατα των ριεγάλων ριαγίστρων 
του τάγματος του Άγ. *Ιωάννου των 'Ιεροσο- 
λύριων εν "Ρό^φ (την δποίαν πραγι^ατείαν εν 
τγ) Παν^ώρ^ το πρώτον ^ηριοσιευθεισαν ριετε- 
φρασεν ιταλιστι χαι έζε^ωχεν δ 6. Κηηζ εν 
ΒενετΙ^ τφ 1865, ταύτης ίε εξεδόθη χαι πα- 
ράρτηρια αυτόθι τφ 1866), Περί ^ύο ανεκδό- 
των νο(Αΐσριάτων χοπεντων υπό των χο(&ητων 
τών Σαλώνων,ητις συνεζε^όθη [Αε το χρονιχόν του 
Γαλαζει^Ιου του Κ. Σάθα χαι (Ιταλιχην ριετά- 
φρασιν του αυτού, εν *Αθηναις 1886), Άνεχ^ο- 
τον νό(&ισ(&α Σαρουχχάν ε|Αΐρου τή^ ΊωνΙας χο- 
πίν εν Έφίσφ 1299-1346 (Έν'Αθήναις 1870), 
Νθ(Α(σ(ΐ.ατα της νήσου *Α(Αθργου χαι τών τριών 
αύτης πόλεων Αιγιάλης, Μίνωας χαι Άρχισ(- 
νης (Άθηνησι 1870), Άνέχ^οτα νοριΙσ(λατα 
χοπεντα εν Πέραν ύπό της αυτόθι άποιχίας 
τών Γενουηνσίων (Έν Αθήναις 1872), ϋηθάίΛβ 
Μύηζθη υηά Β1θϋ)υ1ΐ6η άβΓ Οββροΐβη γοη Έρίπιβ• 
("ν^Γίβη, 1873), Άνέχίοτα νο|Αίσ(χατα του Με- 
σαιωνιχού βασιλείου τ9|ς Κύπρου (ριετά γαλλι- 
χης μεταφράσεως, εν Αθήναις 1876), Άνεχ- 
^οτα νομίσματα χοπέντα εν Γλαρέντζφ χατά 
μίμησιν τών ένετιχών ύπο Τοβερτου του εζ Άν- 
σηγαυών, ηγεμόνος της Πελοποννι^σου 1346- 
1364 (Έν Αθήναις 1876), Μοηη&ί68 ίηβάίΐββ 
ά' Αηΐίοοίΐθ β( άθ ΤήροΗ (I^β Μ&ηβ 187 6), Μοη• 
η&ίβδ ίη6άίΐ;68 άββ ^Γ&ηάβ Μ&ίΐΓββ άβ Γ Οτάτβ άβ 
8&ίηΐ- Ιθ&η άθ Ιβηιβαίθΐη (Ρ&Γΐβ 187 7)» Μοηη&ίβδ 
ίηβάίΐββ άθβΐϋο (Ρ&Γΐβ 1877),Μοη&ίβ8 ίηέάίΐββ άβ 
ΡίβΓΓβ-Η&γιηοηά Ζ&008(& (Αΐΐιέηββ 1877), Ά- 
νέχ^οτα νομίσματα χαι μολυβ^όβουλλα τών 
χατά τους μέσους αΙώνας Δυναστών της Ελλά- 
δος (Έν *Αθηναις 1880), Νομίσματα χαι με- 
τάλλια της Επτανήσου Πολιτείας χαι της 
προσωρινής τών Ιονίων Νήσων παρά τών "Αγ- 
γλων χατοχης (Άθήνησι 1884), Νομίσματα 
τών αδελφών ΜαρτΙνου χαι Βενε^ίχτου Β' Ζα- 
χαριών Δυναστών της Χίου (Έν Αθήναις 1884), 
Μεσαιωνιχλ νομίσματα τών δυναστών της 
Χίου (Έν Αθήναις 1886). 

Έχ του μαχρου τούτου χαταλόγου, όστις 
αποτελεί λαμπρόν χαι άζιόζηλον του Παύλου 
Λάμπρου μνημόσυνον, γίνεται φανερόν δτι περί 
την μεσαιωνιχήν ημών ιστορία ν εστράφη μάλι- 
στα ή έπιστημονιχή αύτου ενέργεια, «Ις ί• την 
ίιαλεύχανσιν της Σκοτεινότατης ταύτης περιό- 
δου του έθνιχου ημών βίου συνετέλεσαν ούχ 
ολίγον αϊ περί την μεσαιωνιχήν νομισματολο• 
για ν μελέται αύτου χαι σπουίαί, ώς δμολογεί 



χαι δ έλλόγιμος χαι γνωστός μεσαιωνο^ίφης χ. 
Ί. *Ρωμανός, γυμνασιάρχης Κερχύρας, έν τη 
εις τον Λάμπρον αφιερώσει του χαλλίστου αύ- 
του βιβλίου, του Γρατιανού Ζώρζη, ούτινος ή 
εχ^οσις οφείλεται χαι αύτη εΙς τον προς την 
πάτριον ίστορίαν ζήλον του Παύλου Λάμπρου. 
Πάσας ^έ τάς μεσαιωνιχάς σειρλς τών νομισμά- 
των της Ανατολής ^ιεφώτισεν δ ημέτερος νομι- 
σματολόγος ούτως, ώστε δ πολύς έν τη μεσαιω- 
νιχγ) νομισματολογί(|ρ βο1ιιιιη1)θΓο;θΓ έχ^ί^ων το 
Σύνταγμα αύτου τών νομισμάτων της Λατινι- 
χής Ανατολής χαι μνημονεύων έν τφ προλόγφ 
πάντας έχείνους, $σοι προελεΐαναν ιΐς αυτόν την 
δίόν προς άπαρτισμον του μεγάλου του έργου, 
λέγει τά έζής : αΜετά τους ^ηθεντας ίιία<χχά- 
λους της νομισματολογίας αδύνατον είναι να 
μη ^ώσω Ι^ιαΙτερον τόπον εις ίνα έργάτην τής 
επιστήμης, εΙς δν πάσαν οφείλω εύγνωμοσύνην. 
Ό Παύλος Λάμπρος είργάσθη τόσον απο ετών 
Ινα εύρύνη την χώραν τών γνώσεων μας περί 
τών μεσαιωνιχών νομισμάτων τών ύπο τών 
Λατίνων χοπεντων έν τη Ανατολή, τόσα σχο- 
τεινοι γεγονότα ^ιεφώτισεν, ώστε είναι σχείον 
έπιτετραμμένον εΙς έμέ να δμολογήσω οτι αδύ- 
νατος θα ητο ή συντέλεσις του £ργου μου αν 
ίέν προηγεϊτο*έμού δ τολμηρός έχεϊνος σχαιτα- 
νεύς.2) "Ετερος ^έ μεγαλώνυμος νομισματολό- 
γος δ ΙιΟη^ρέήθΓ χρίνων έν ετει 1859 έν τη 
Ηθναβ Νιιιχιί8ΐχι&ϋςιιβ την περί τών άνεχίότων 
νομισμάτων τών μεγάλων μαγίστρων της 'Ρόί ου 
πραγματείαν του Λάμπρου, περατώνει την χρί- 
σιν του ίιά τον έξης λόγων : α "Άλλως ίέ πώς 
να μη έχφράση τις συμπαθέστατον ενδιαφέρον 
άναγινώσχων χαλόν έργον γραφεν χαι δημοσιευ- 
θέν έν Αθήναις ύπο λογίου άνήχοντος εις το γεν- 
ναϊον έχεΐνο χριστιανιχον έθνος, προς δ τόσοι δε- 
σμοί μας συν^έουσι ; πώς νά μη δμολογήση 
τις μετά χαράς δτι οί Έλληνες, αφ* ου έν παντι 
υπήρξαν οίλλοτε οί ^ι^άσχαλοι ημών, επαξίως 
τώρα διαγωνίζονται προς ημάς ; ]> 

Π&σαι ^έ αί εις τίι νομίσματα τών μέσων αιώ- 
νων άναφερόμεναι μονογραφίαι του Λάμπρου ί- 
σχον άφορμήν χαΐ άφετηρίαν την μεγάλην αυ- 
τού συλλογην τών ύπο τών Φράγχων χαι τών 
Λατίνων έν τη "Ανατολή χαι ταις Ελληνιχαϊς 
χώραις χοπεντων νομισμάτων χατά τους μέσους 
αιώνας, ήτις τέλειον ούσα χαι μονα^ιχον εΙς το 
ει^ός της παρασχεύασμα θλ είναι τφ οντι λυ- 
πηρότατον αν περιέλθη εΙς ξένας χιΐρας. Διότι 
πάσαν ^υνατήν προσπάθειαν χαι πάντα μόχθον 
έπΙ μαχρά ετη χαταβαλών δ ημέτερος νομισμα- 
τολόγος, χατώρθωσε νά συλλέξη χαΐ νά συναγάγη 
1461 νομίσματα άπο τών χρόνων τήςΦραγχοχρα• 
τίας μέχρι τών πρώτων ετών τής έν Έπτα^ί4σ<^ | 

'Αγγλιχής χατοχής,χρυσά, αργυρά, έχ χράμίκτος ! 

χαιχαλχά,τής'Αντιοχείας,τής'Είέσσης,τήςνΓρι- 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^ΙεΙ 



ίΖ2χυ^ 



67 



;ρ6λ€ως,τϊίςΊβρουσαλη(χ,τηςΠτολβ[λ«(ίος,τηςΔα- 
ρίττης, ττίς Σι^όνος, της Κύπρου, της Αχαίας, 
της Καρυταίνης,τοΰ Δα(ΐ.αλα, των Αθηνών, των 
Πατρών, της ΉπβΙρου, των Σαλώνων, της Ευ- 
βοίας, της Νάξου, τ^ίς Τήνου, τ9)ς 'Ρόίου, της 
Χίου, της Μυτιλήνης, της Έφεσου, τής^θεοίο- 
βίας, τ7)ς Κρήτης καΐ των £λλων Βενετικών 
χτήσβων, ήτοι Πελοποννήσου, Δαλ(/.ατ1ας .χ.αι 
Αλβανίας, Κερκύρας, Κεφαλληνίας και Ζακύν- 
θου, ετΓίε της 'Επτανήσου Πολιτείας,τής Ζα- 
κύνθου €«1 ττίς πρώτης Αγγλικής κατοχής 
(1813) και της Επτανήσου ύπο τους "Αγ- 
γλους. Όλόχληρον το κατά τους (χεσους αιώνας 
κν μέρει ίέ χαι τους νεωτ{ρους χρόνους [χακρόν 
|ΐαρτυρολ6γιον του ημετέρου έθνους ύπο τους 
νολυωνύμους άπο Δυσμών ^υνάστας περιλαμβά- 
νεται εν ττ) πολυτίμφ ταύτη συλλογτ,, εις πολ- 
λά ίε νομίσματα της συλλογής ταύτης αναφέ- 
ρονται, καθώς εΙπομ«ν ανωτέρω, αί^κυριώταται 
των μονογραφιών του Παύλου Λάμπρου. 

Άλλα και αί &λλαι, αι λαμπρότεραι περίο- 
δοι τής πάτριου ιστορίας είλκυσαν επίσης του 
'Ελληνος νομισματολόγου την προσοχήν, και εν 
τκυταις 9ε 9εν εμεινεν άκαρπος ή επιστημονι- 
χη αύτοΰ {νίργεια. Πρώτος αύτος λ. χ. έζήγησε 
τα επι τών μικρών κερματίων γράμματα ύπο- 
«τηρίξας βτι σημαΐνου^ι την τιμήν του νομι- 
βμ«τος,';^ώς ΤΡΙ (ημιοβόλιον) , ΤΕΤΑΡ (τημό- 
ριον) , ή ίί γνώμη αΰτη εγεινε παρ* άπασι τοις 
νθ|ΐισματολόγοις άσπαστή και είναι τώρα ή καθ' 
όλου κρατούσα. 

*Ανήρ λοιπόν τοσαύτην Ιχων άγάπην προς 
'Γκς Ιστορίας τών πατέρων φυσικόν είναι οτι οχι 
(λόνον 9ια του μοναδικού του ζήλου προς τά νο- 
(*(9|ΐ«τικά σπου^άσματα, άτινα ήσαν το κύριον 
«υτοϋ μέλημα, άλλα και άλλως έμελλε να ά- 
ΐϊοίιιχνΰη την άγάπην του ταύτην. Και τφ δντι 
« »άσα οπουδήποτε τής Ελληνικής γης και 
'ν οιουδήποτε δημοσιευομένη μονογραφία περί 
"^ίς Ελληνικής ίστορίας'εϊτε τής καθολικής είτε 
*«'ι ριβρικωτέρας ή τής Ελληνικής γεωγραφίας 
κιχ&ν εκ προτέρων τον ώρισμένον αυτής τόπον 
*^ '^ βιβλιοθήκη του Λάμπρου. αΚαι ή έλαχί- 
^'^Ά μ•ονογραφία, έλεγε, ίσον και αν θεωρήται 
ταπεινή βά εχη τι ίιίακτικον να παράσχιρ εις 
τον ίστοριογράφον, είναι λοιπόν ανάγκη επιμε- 
λώς χ«ι εύλαέώς να περισυλλέγωνται τά φυλ- 
λάοια ταΰτα καΐ να φυλάσσωνται, ίιότι πολλά- 
*Κ γίνονται εν βραχυτάτφ χρένφ λίαν σπάνια 
*«ι ίυσεύρετα.3>Σχείονίέ μεθ'ύπερηφανεΐαςέκαυ- 
χ«το δτι έχει εν τη βιβλιοθήκτρ του το Αεϊνα ή 
ϊίϊνα φυλλάίιον, δσάκις περί αυτών ήρωτατο, ε- 
]^ίτα ίε κινών τ-ί^ν πολιάν του κεφαλήν προ- 
δίδετε μειδιών καΐ μετά τίνος πικρίας : α Ποιος 
«λλος έχει την Ίίικήν μου την μανίαν νά συλ- 
^*γτ5 δλα αυτά τά κειμήλια! θα ήσαν χαμένα 



τά περισσότερα άν ίεν εύρίσκοντο καί τίνες 
τρελλοι νά τά μαζεύουν ! » 

Όχι μόνον ίε ίστορικάς μονογραφίας, άλ- 
λα καί πάν δ,τι ήίύνατο νά εχτ) τινά σημα- 
σίαν ίιά την ιστορίαν τής Ελλάδος συνέλεγεν 
6 Λάμπρος, έγγραφα παλαιά, βιβλία σπάνια, 
πολιτικά φυλλάδια, εφημερίδας, προκηρύξεις, 
βίους άγίων,έζ ων μάλιστα κατήρτισε συλλογήν 
ίκανώς πλουσίαν καιάλλα πλείστα. Εκείθεν ίέ δρ- 
μηθεις έ^ημοσίευσεν εν τ^ΧρυσαΛΛίόι το πρώτον 
μέρος τής άξιολογωτάτης αύτου πραγματείας 
περί τής τυπογραφίας παρά τοις Έλλησιν, ήτις 
πραγματεία συστυχώς εμεινεν ατελής. Είχε 
κατά νουν— -και εις τοΰτο πολλάκις προέτρεπε 
τον άείμνηστον άνίρα και 6 γράφων τάς γραμ- 
μάς ταύτας — νά έκ^ώση πάλιν την πραγμα- 
τείαν του δλόκληρον εν ιΑίφ τεύχει συμπλη- 
ρώνων αυτήν καΐ πολλά προσθέτων και εν τφ 
ήίη έκ^ε^ομένω μέρει, μετά και πανομοιότυπων, 
άλλ' 6 θάνατος ταχύς έπελθών ίεν άφήκεν 
αύτον νά πρόσθεση και τούτο το δώρημα εΙς 
τών συμπολιτών αυτού την φιλομάθειαν. Κατά 
^έ την νεαράν του ήλικίαν και περί άλλο σπου- 
^αιότατον του εθνικού βίου μόριον ούκ ολί- 
γον ήσχολήθη, την ίημοτικήν ποίησιν, εμπνευ- 
σθείς και αυτός ύπο τής ^ημώ^ους Μούσης, ως 
^εικνύουσι και άλλα αυτού ποιήματα, μάλιστα 
Αε το πάγγνωστον εκείνο, δπερ ύπο πολλών θεω- 
ρείται ώς ίημοτικον αδέσποτο ν, το «Μάνα 
σου λέγω Αέν *μπορώ τους Τούρκους νά δου- 
λεύω. ]> 

Ή περί τυπογραφίας πραγματεία ίέν είναι 
ίυστυχώς ή μόνη, ης ένεκα του θανάτου του 
Λάμπρου έστερήθησαν οί φιλομαθείς. Ό Παύ- 
λος Λάμπρος από χρόνου πολλού συνέλεγε με- 
ταξύ άλλων σημειώσεις χαι εικόν^< ς ϋνα έκΑώσ')() 
τους βίους τών ζωγράφων και τορευτών τών 
Καλαρρυτών, οΖτινες ώς ιερόν πυρ Αιετήρησαν 
κατά παρά^οσιν από τών Βυζαντινών χρόνων 
την τέχνην και μάλιστα την τορευτικήν και 
ών έργα εξαίσια κατά τε το σχέίιον και την 
έκτέλεσιν ύπάρχουσιν εις πολλάς μονάς τής τε 
ελευθέρας και τής δούλης Ελλάδος. Πολλάς μά- 
λιστα λεπτομερείας έγίνωσκεν & Λάμπρος περί 
του Διαμαντή Μπάφα, ου λαμπρόν τεχνικόν έρ- 
γον είναι ή επι τής λάρνακος του *Αγίου Διονυ- 
σίου εν Ζαχ ύνθφ επι πλακός αργυράς εν άναγλύφφ 
παράστασις τής κηδείας του 'ΑγΙου Διονυσίου 
και ή επίσης εν άναγλύφφ παράστασις τών θαυ- 
μάτων του αυτού 'Αγίου περί την εικόνα αυτού 
την επι του καταπετάσματος του ναού. Τούτων 
ίέ τών έργων του Μπάφα τών εν Ζακύνθφ σκο- 
πόν είχεν δ Παύλος Λάμπρος έκίίίων την βιο- 
γραφίαν του τεχνίτου νά δημοσίευση και σχε- 
ίιογράφημα, ώς έργον γνήσιας ελληνικής τέ- 
χνης, εφ' ήν ουδόλως εϊχεν ί'πιΑράσγμ_ή 'Ϊ^ιλλι- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



68 



33Σ2Τυ^ 



χγ), ^ιότι και 6 τβχνίτης ούτος τί,οΛ £λλοι ίχ, 
των συ|χπολιτών του ούίέποτί είχον έζ&λθιΐ) εκ 
της πατρίίος των καΐ |ΐ.βταβ^ βίς την άλλο^α- 
πήν, αλλ* •ν Καλλαρρύταις ειχον εκ|Αάθ-)() την 
κατά παρά^οσιν εκεί σωζθ(ΐ.ενην πάλαιαν τέ- 
χνην. Και τούτο λοιπόν το έργον, το περί των 
τεχνιτών, ^έν επρόφθασε δυστυχώς να εκ^ώση 
& Λά(/.προς, 4) ^ε εκ τούτου προερχθ(Αένη ζη(/.ια 
είναι πράγρ^ατι (χεγάλη καΐ σχεδόν ανεπανόρ- 
θωτος εθνική ζη^'-ίΛ. Διότι πολύ ^ύσκολον είναι 
εις το έξης να εύρεθτϊ άνηρ συγκεντρώνων εν 
έαυτφ τάς περί του πράγ|Λατος ποικίλας γνώ- 
σεις του Λά[Απρου, ϊνα προβ^ εις την εκ^οσιν 
ίργου 6|ΛθΙου προς εκείνο, δπερ σκοπον είχεν ε- 
κείνος νλ έκ^ώση. 

Ή σκιαγραφία αυτή ανδρός τόσον πολυτί(ΐ.ου, 
8σον ατελής και βραχεία καΐ αν είναι, θα συν- 
τ•λεστ(), ελπίζθ|Αΐν, εις. το να καταστησγι γνω- 
στόν το ονοριά του και πέρα .του κύκλου των 
άντρων, οίτινες είτε ένεκα των ειδικών |Αελετών 
των, εϊτε εκ τυ•](^ΛίΛς προσωπικής σχέσεως, εγΐ- 
νωσκον καλώς τα κατά τον ^ιακεκριριένον νο- 
|ΐ.ισρ.ατολόγον, ου πρό τίνων (χηνών έστερηθη η 
ουκ ολίγον λειψανί ρούσα ελληνική έπιστη|Λη. 
Ακριβώς ^ε (/.άλιστα ένεκα της λειψανδρίας 
ταύτης ένο[χισαρίεν δτι έπεβάλλετο εΙς ηι^ας το 
καθι^κον να [χη άφήσω{λεν να παρέλθη έστω καΐ 
προ τών 6|Χ(Λάτων τών (χη ειδικώς περί την νο- 
[λΐσ(λατολογιαν άσχολου|Λενων απαρατήρητος 
άνηρ πολλαχώς λόγου άξιος και νά συντελέσω- 
(Αεν το καθ* ή[Λας ϊνα η μγήμη του λογίου και 
φίλοπάτρι^ος ανδρός (χη (/.είνη £νευ ίγχωμίωτ. 



Σ. Κ. Σ. 



■ ι ο-ι< 



το ΒΟΤΑΝΙ 
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 



Α'. 

* Αθίγγανο». 



Έπανηρχό(χην την έσπέραν εκείνην του Αυ- 
γούστου εξ ευτυχούς θήρας. Κάτω παρά την ά- 
κτήν,|ΐ.έσφ τών θερισ(λένων άγρών,^ύο (Αε(λθνω(&ε- 
ναι οίγριαι δπιοι έξέτεινον τους ακανθώδεις αυ- 
τών κλώνας προς τον γαλανόν αέρα. Ακριβώς 
περί τά ^έν^ρα ταύτα ητο πρότερον έσπαρ[χένον 
^όβι, ήτοι έρυθρόκοκκον γέννηρ,α ίι' ου τρέφουσι 
τους βόας κατά τά χειμερινά ψύχη. Το ^όβι •ί- 
νε προσφιλής τών τρυγόνων τροφή• ήρχοντο λοι- 
πόν εκεί τά άβρόσαρκα πτηνά καθ* 6(ΐ.ά^ας α- 
ναζητούντα τους κόκκους ίσοι ειχον σκορπισθή 
κατά γης, ^α|ΐφΐζοντα στάχυν τινά δστις είχε 
διαφύγει τό κυρτον της θεριστρίας ίρέπανον. 



Κατά τό σύνηθες ίε α! τρυγόνες, έρχόριεναι [Μα- 
κρόθεν άπό του δάσους, έστάθριευον πρώτον επΙ 
τών προεχόντων κλάδων της ετέρας τών άπίων, 
και εξ άπόπτου τάς (λίκράς κεφάλας κινουσαι 
επεσκόπουν ανήσυχοι τόν τόπον τής βοσκείς. 

Ή θέσις αΰτη ητο καταλληλότατη προς 
θήρα ν εξ ενέδρας. Έκ τών νέων χωρικών τις 
ίδρυσε ριεταξύ τών ^ύο άπίων κρύπτην εν σχή- 
ματι κυψέλης ^ιά ριεγάλων κλάδων πεπλεγι^έ- 
νων, ους άπό του δάσους έκόρ.ισεν. Έν αύτγ) 
κεκρυρΐ|ΐ.ίνος πρό της δείλης ειχον φονεύση τρία 
ζεύγη. 

Έρριψα τά καθημαγριενα πτηνά έν τω ^ι- 
κτυωτφ σάκκφ (Αου καιέτράπην την προς τό 
χωρίον. Άλλ' !να αποφύγω τόν κονιορτόν ίεν 
έβά^ισα την κοινήν ΐίόν άπό της παραλίας 
προς τά[Αεσόγεια• προύτίριησα ταύτης την εύ- 
ρείαν κοίτην του ποταρ^ου, ξηροον έν δρο^ θέρους 
κατά τάς έκβολάς, λιθόστρωτον Αε και εσκια- 
σ(ΐ.ένην ύπό ίιπλου στοίχου πλατάνων, καθ' δ- 
λα παρεριφερή προς λεωφόρο ν (&εγαλοπόλεως. 

Άλλ* 6 ποταμός Αεν φέρεται ευθύς ώς Αιώ- 
ρυξ προς την θάλασσαν έκ της ξηρ&ς. Άπό τών 
βουνών νωχελώς κατερχόμενος κυλίεται μύριους 
ποιών ελιγμούς ένθεν και ένθεν ανά την κοιλάδα, 
ίιστάζων, αποφεύγω ν νά φθάση εις τόν εύρύν 
πόντον, Ινθα ανωφελή θά έκχύσγ) τ4 θολά νερά 
του έπι τά αλμυρά και άφροστεφή κύματα. 

Έβάίιζον έπι μίαν ώραν καΐ δμως ήμην ετι 
μακράν του χωρίου — Αιά της συνήθους &Αοΰ θά 
ειχον φθάση πρό πολλού. 'Αλλ' ή παράτασις 
της δίοιπορίας Αέν με Αυσηρέστει , ούί* έτά- 
χυνον τό βήμα δπως συντάμω αύτή^. 

Κατά την ώραν καθ* ήν ή πρώτη σκιά του 
λυκόφωτος άπλουται έπΙ την κεκμηκυΐαν φύσιν, 
κατά την ώραν, καθ' ήν δ ψίθυρος τών έριζόν- 
των στρουθών σβέννυται ε ν τφ πυκνφ φυλλώ- 
ματι τών ΑένΑρων, κατά την ώραν καθ' ήν τά 
ταπεινά Ια άποπνέουσι μελιτώ^ές τι άρωμα και 
παρ* αυτά δ γρύλλος μεθυόμενος «ρχίζει τό 
μονότονον αύλημα — κατά την ώραν ταύτην 
και ή ψυχή του άνθρωπου δστις πλανάται μό- 
νος εν τγ) άναπεπταμένη πλάσει, και ή ψυχή 
του άνθρωπου καταλαμβάνεται ύπό παραδόξου 
τινός συναισθήματος. Και είνε τούτο έλπις άμα 
και άνάμνησις, ευτυχίας ίίψα και χαράς άπιού- 
σης πόθος, εφεσις προς μεταρσίωσιν και τάσις 
προς ύποταγήν* συναίσθημα πολυσύνθετον, άνώ- 
νυμον, μυστηριώδες, ώς ή ώρα αυτή ή πρό του 
σκότους και μετά τό φώς, ώς τά γρώματα ε- 
κείνα, άτινα παράγουσι κατά την ούσιν μιγνύ- 
μεναι αί άκτϊνες και αι σκιαι, τά χρώματα — 
δπου ^έν έχουν δνομα και έχουν περίσσα κάλλη, 
κατά τόν ποιητήν. 

'Αλλά τό συναίσθημα τοΰτο τό ήρεμον, δπερ 
άπό της ψυχής μετε^ί^ετο καΐ ήπλουτο ώς γλυ- 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



£δ23Χυ^ 



69 



χύτατος κά{χ«τος άνά τά (χίλη (χου, ύπεχώρη- 
σβν αίφνης τυρό έτερου 8λως αντιθέτου χαι άχχ- 
ρι«(ου, της εχπλήζεως. 

Κκτά τίνα άπίτο|χον της κοίτης έλιγ(Αθν το 
^Λμ,Λ του ΐΓθτα|Λθυ ίν ημεραις κοοταιγί^ων είχε 
λ&ταφάγγ) τά χωριάτα, η ίέ όχθη κατεσπαραγ- 
{ΐ.<γη ούτω, κοιλωθεΐσα, εκολπούτο ώς άβαθες 
σιτήλαιον. 

Αχτίνες ερυθρωποΰ φωτός έκπε|ΐ.πό[Αεναι εκεί- 
θεν εθά(ΐ.€ωσαν τά βλ£[Χ(ΐ.ατά μου. 

Ανέκοψα το βη|ΐ.α και έκρύβην όπισθεν κορ- 
|Αθΰ πλατάνου δπως κατοι^τεύσω. Υπέθεσα δτι 
•κ»ί8%ς εκ του χωρίου εϊχον κλέψη κώνους αρα- 
βοσίτου, ους λαθραίως ετρωγον εκεί όπτούς. 
Και δίχον αυστηρώς απαγόρευση τούτο, καθ* 
δσον εν τη ξηρά ταύτη του έ'τους ώρί^: η ελα- 
χίστη πυρά ά^εξίως άναπτθ|χένη ηίύνατο νά 
{Αβτα^ώση το πυρ εις τάς πεύκας του δάσους. 

*Αλλ* ευθύς επείσθην δτι ούίέ παιίες ήσαν οι 
παρά την πυράν οΰίέ χωρικοί. Ό κανονικός ή- 
χος σφύρας εζήγει τό πραγ[ΐ.α : ήσαν αθίγγα- 
νοι, χαΐ ήσαν ίύο' άνηρ και γυνή. 

Δεν πάρετε ινο ν έπι πλέον την κατασκόπησιν 
χαΐ προύχώρησα προς την πυράν. Ό άνηρ κε- 
χυφώς έσφυρηλάτε,ι ^ιάπυρον Τ|Λη[χα σιδήρου, 
δπβρ είακνον αι (ΐ.αυραι σιαγόνες του σφιγκτη- 
ρος. Ή γυνή κατά γης καθη[/.ένη άνεκίνει ^υθ- 
αιχώς τους βραχίονας, πιέζουσα εναλλάξ τους 
)ύο άεροπληθεΐς ασκούς ^ι' ών έζωπυρουντο οί 
ξυλάνθρακες. 

Της γυναικός ταύτης τήν (Λορφήν ίέν ήίυ- 
νά{^ιην νοι διακρίνω* ^ίχβν έστρα[Λ|λένα τά νώτα 
και ίί σκιά της άπετυπουτο (ΐ,ακροτάτη έπι τών 
λευκών χαλίκων του ποτα|ΐ.ου. Πέριξ αυτής ή- 
σαν συσσωρευριένα φύρίην {/.ίγίην σκεύη και 
^άκη δυσδιάκριτα εν τφ σκιόφωτι και ίέρ(ΐ.ατα 
χα ι σί^ηρα και κόσκινα και [/.έγα τύμπανον. 

Είς δνος ^είε[λένος ούχι ριακράν ί^άσαχ άνευ 
όρίξεως θύσσανον αραβοσίτου και οί σπινθηρίζον- 
τες Ανθρακες ^αψιλές έπέχεον φως έπι τους 
τεφρούς (/.υκτήρας καΐ τους ερυθρούς όφθαλ[Α.ούς 
του κτήνους. 

— Ώρα καλή ! έφώνησα* εδέησε ^έ νά επα- 
ναλάβω τον χαιρετισ(Α.όν ϊν* άνεγείρη τήν κεφα- 
λήν 6 Αθίγγανος. 

— Καλησπέρα, αφεντικό ! άπεκρίνατο και 
εξηκολούθησε τό έργον. 

Ή γυνή ούί* έστρεψε προς με τό βλέ(Λ|Λα, 
ού^έ τον χαιρετισμόν άπέ^ωκεν άνεκίνει πάν- 
τοτε ^υθμικώς τάς χειροκς και προσέβλεπε τήν 
πυράν. 

είς άνθραξ ώλίσθησε και ώθησεν αυτόν ^ιά 
του πο^ός δν έξέτεινε γυμνόν. 

Περιειργαζόμην νυν εκ του πλαγίου τήν γυ- 
ναίκα ταύτην. Ήτο προφανώς νέα, άλλα τήν 
-ηλιχίαν αύτης ίεν ήίύνατό τις να δρίση. Έρ- 



ρακωμένον μαντίλιον έκάλυπτε τήν κεφαλήν 
αυτής, άλλα της κόμης κροσσοί έξεχύνοντο έν- 
θεν και ένθεν προς τόν αυχένα και τους κροτάφους 
και έσκίαζον τήν μορφήν. Ή του προσώπου κα- 
τατομή ίιεγράφετο καθαρά και έντονος* ή ^ις ευ- 
θεία και προέχουσα, του στόματος ή σχισμή μι- 
κρά και λοξή προς τήν σιαγόνα, τό κάτω χεί- 
λος ελαφρώς κρεμάμενον. Ή χροιά του προσώ- 
που φύσει μελάγχρους, καθίστατο εκ της αν- 
ταύγειας τών ανθράκων μοίλλον βαθύχρους και 
άπέστιλβεν ώς ορειχάλκινη προτομή. Ή χόγχη 
του οφθαλμού έφαίνετο ώςόπή μελανή, σκιαζο- 
μένη υπό τών προσπιπτουσών τριχών της κεφα- 
λής και τών μακρών βλεφαρίδων. '^Ητο περιβε- 
βλημένη ένΑύματα, ών ήίυνάτουν νά μαντεύσω 
τήν άρχικήν κατάστασιν, τό άρχικόν χρώμα και 
σχήμα. Φαίνεται δτι άπετελούντο εκ τεμαχίων 
και λειψάνων πολλών παλαιών ενδυμάτων δμου 
συνΓρραμμενων άτέχνως και χον^ροει^ώς. Διά 
τούτων ήτο έμπεπλαστρωμένος του σώματος δ 
κορμός• έξήρχοντο ίέ ίιά τών σχισμών οί βρα- 
χίονες γυμνοί άχρ*ς αγκώνων και προέβαλλον 
ύπό τά διάτρητα κράσπεδα οί πό^ες ελεύθεροι 
πάσης υποδήσεως. 

Ό Αθίγγανος ήτο πως εύπρεπέστερον της γυ- 
ναικός έν^ε^υμένος. Χιτών δστις έφαίνετο δερμά- 
τινος εκ του ^ύπου κατήρχετο μέχρι τώνγονάτων 
ανοικτός κατά τον τράχηλον και μέχρι τών στέρ- 
νων κατέλειπεν εις θέαν τό στήθος λάσιον, παμ- 
μέλαν. Τήν όσφύν έζώννυε λωρίον ποίιας βρα- 
χυτάτης έκ τραχέος ί έρματος. Δί κνήμαι ήσαν 
γυμναί, στιβαραί, αίΐΛατόχροοι, ώς κορμός πεύ- 
κης• οι πό^ες ύποίεοεμένοι Αιά τριχωτής ίο- 
ράς ξανθού μόσχου, Τήν κεφαλήν του Αθιγγά- 
νου έκάλυπτε φέσιον μελάγχρουν, ψωριών, στιλ- 
πνόν έκ του λίπους. 

Άφήκε τέλος τήν σφύραν και ύψωσε προς με 
τήν κεφαλήν. 

— Αφεντικό, νά με συμπαθάς* κατά πώς 
λέει κ' ή παροιμία' τό σίδερο θέλει βάρεμα δσο 
εινε πυρωμένο Ι . . . 

Και είπε ταύτα Αιά της συνήθους λιπαράς 
και συρτής προφοράς τών Αθίγγανων προσπα- 
θών νά καταστήση εύπροσήγορον τήν μορφήν, 
τήν ζωώ^η έκείνην μορφήν, τήν πλήρη τριχών, 
ήτις ώμοίαζεν δλη προς μεγάλην ψήκτραν ή προς 
σώμα άκανθοχοίρου. Και Αιέστελλε μειδιών τά 
χείλη, και έπε^είκνυε τους κίτρινους όζοντας 
και εκάμμυε τόν άριστερόν όφθαλμόν, μικρόν, 
στρογγύλον, προέχοντα ώς λεπτοκάρυον — δ 
δεξιός οφθαλμός ήτο κεκολλημένος, κλειστός, 
τυφλός ... 

Δεν ειΑόν ποτε μορφήν φρικω^εστέραν εκείνης, 
συνενουσαν εν ταύτφ τήν κτηνω^ίαν και τήν κα- 
κΐαν. Έστράφην Ιν' απέλθω, άίυνατών νά πα- 
ρατείνω έπι πλέον τήν Αιαμονήν μου πλησίον 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



70 



ΟΞΣ&ΧΧ^ 



του άλητβυ αύτου, ου η ^υτταρότης ενίπνιβν ά- 
η^Ιαν χαΐ η Φυσιογνω[Λ.(α άποστροφήν. Προ- 
σετίθβτο ίί ούίεν ήττον άποκρουστιχη χαι ή 
οσ|χη καΐ «η λαύρα της άνβρακιάς. 

τι (Χ* έκράτησεν ; 

Έν βλέ|Χ|χα της Άθιγγανίίος. 

Τπο των προς ψε λόγων του συντρόφου της 
άποσπασθιϊσα τέλος της ό^ηνεχοΰς προσηλώσεως 
ανήγειρε βραδέως, νωχελώς τι)|ν κεφαλήν και 
έστρεψε προ; την (Λορφήν (χου τα θ|Λ|χατα. Έν 
εκ::ληκτικγ), εν δλως άπροσίοκητφ αντιθέσει 
προς την μελάγχρουν (Αορφην και την μαύρην 
κό{Λην τα θ(Χ(ΐ.ατα εκείνα ήσαν γαλανά. 

Ή ^υπαρία, ήτις εζετείνετο άπο κεφαλής 
(χέχρι ποίων, κατέλειπε μόνους τους οφθαλμούς 
ασπίλους, αγνούς, και το βλέμμα ερρεεν άπ' αυ- 
τών ίιαυγές ως ΐ3ίωρ άπο πηγής κρυσταλλώ- 
οους. *Ακριβώς ί' η άντίθεσις των λαμπρών ε- 
κείνων φωστήρων προς την δλην αθλιότητα της 
ρακενίύτου κόρης εκίνβι εις θαυμασμον τον 
θεατην. 

Έςεπληττόμην ε'πι τ^ θεφ των σαπφειρίνων 
εκείνων κόσμων της μορφής,δσον αν εβλεπον σαπ- 
φειρίνους κόσμους περί τά ίάκτυλα,άτινχ επίε- 
ζον τους ασκούς. 

Παιγνιώδης πολυτέλεια της φύσεως, ίιενοή- 
θην, άσκοπος μεγαλοίωρία του κάλλους. Οί 
οφθαλμοί αύτοΙ ηίύναντο να λαμπρύνωσι την 
μορφην άβρ&ς ηγεμονικός, ηίύναντο νά κατα- 
στήσωσιν ευτυχή πολυτάλαντον οικοίέσποιναν. 
Εις την άστεγον και ^ακένίυτον ταύτην ήσαν 
δλως άχρηστα, περιττά, επιβλαβή Ισως τά με- 
γάλα εκείνα, τά υγρά και περιπαθή όμματα, 
άτινα με προσέβλεπον κατά πρόσωπον. 

— Κορίτσι σου εινε ; ηρώτησα τον Άθίγ- 
γανον. 

— Κορίτσι μου, αφεντικό. Πεθαν' η μάνα 
της, Ι^λ^/κ ίυο αδέρφια της, μ' απόμεινε μο- 
νάχα η Ζεμφύρα νά βοηβτί 'ς τη ίουλειά. 

— Κ' έχεις 'μέραις 'ς το χωριό ; 

— Άπ* τά προψές. 

— Κι* άπο που ήρθατε ; 

— Πέρα άπ' το Προμύρι — ημαστεν κΓ άλλη 
βολά ερχόμενοι 'στο Γριπονησι έίώ και ίαο 
χρόνους. 

— Και θά μείνετε πολύ ; 

— Όσο που τράβα η ίουλειά* βά πάρουμε 
άράία τά χωριά δσο που βαστάει το χινόπωρο. 

— Καλαις ίουληαις το λοιπόν και καλη- 
νύκτα. 

— Καλή σου νύχτα, αφεντικό ! . . . 

Ή Ζεμφύρα ίφωνος προσέβλεπε πάλιν την 
σπινβηρίζουσαν πυράν. 

Ένφ άπεμακρυνόμην επισπεύδων το βήμα, 
ίιότι ητο ίί^η νύζ, έφώτιζον την δίόν μου αι 
τρομώίεις άναλαμπαι της άνθρακι31ς και ηκουον 



ετι έπι μακρόν διάστημα τον μονότονον ηχον 
της σφύρας του Αθιγγάνου. 



Β' 



Ιϋ>ξ έν τφ χίΛ^ίψ. 



Έν φ επλυνον ίιά θερμού ύδατος τάς ^υπα- 
ράς κάννας του δπλου μου,4 Γιαννιός Καρανίκος 
σταυροποίητι καθήμενος έπι του κατωφλίου τής 
θύρας έμάίει έπι κοσκινού τάς τρυγόνας. 

Ό Γιαννιός ητο αύτος 6 νέος χωρικός,δ ίίρύ- 
σας μεταξύ των άγριων άπίων την ένείρευτικην 
κρύπτην. ^Ητο εικοσιτριετής, μόλις προ μικρού 
απολυθείς τών τάξεων του στρατού• μελαγχρινός, 
συμπαθέστατος την μορφην και ^ωμαλέος το 
σώμα. 

Φύσει άγχίνους, είχε ν ετι μάλλον οξύνη το 
πνεύμα αύτου έν τ^ ίιετεϊ στρατιωτιχγ) ζωη. 

Εις άνάμνησιν της έν τφ 7φ πεζικφ τάγματι 
υπηρεσίας έτήρει έτι το πηλίκιον αυτού άνευ 
εθνοσήμου και τον χιτώνα, ου τά έπώμια εφε- 
ρον προσερραμμένον έρυθρόν τον αριθμόν 7. Βρα- 
χύνας την τεφράν σκελεαν, δπως οί άνδρες τών 
μεταβατικών αποσπασμάτων, μέχρι γόνατος,πε- 
ριέβαλλε τάς κνήμας ίιά τών χωρικών περικνη- 
μίδων τών απαραιτήτων έν τη άγροτικτι ζωτί. 
ΚαΙ αύτην ίέ την χλαΐναν μετεποίησεν εις σταυ- 
ρωτόν έρυθρόστηθον μανίύαν, παρεμφερή προς 
τον άρχα'ικώτερον ττονΑαμαν^ κατά τον συρμόν 
τόν κομψευόμενων ορεινών της Ακαρνανίας, με- 
ταποιούντων ούτω τάς στρατιωτικάς χλαίνας, 
ών γίνονται κύριοι ίι' οιουδήποτε νομίμου η ά- 
νομου μέσου. Ή χλαίνα ούτω τροποποιούμενη 
καθίσταται αληθώς χαριέστατον ένδυμα* ώς ί' 
εινε στενή περί την όσφύν και έκχέεται ούχι 
πολύ μακρά, άλλα πολύπτυχος, αρμόζεται ά- 
ριστα ώς επικάλυμμα της φουστανέλλας. 

Ό Γιαννιός τά μεν άλλα στρατιωτικά ενδύ- 
ματα έφορε ι συνήθως έν ύλοτομίςε η θήρς|:, ίιότι 
ήσαν τετριμμένα, μόνον ίε τόν μαν^ύαν ώς εορ- 
τάσιμον ένδυμα έφύλαττε ^ιά τάς πανηγύρεις 
η τάς εΙς την πρωτεύουσαν του ^ήμου μεταβά- 
σεις. Ούτω την έσπέραν έκείνην (^ πρώην στρα- 
τιώτης έξετέλει την ταπεινήν μαγειρικήν έργα- 
σίαν έν έπισήμφ στολή, καθ* δσον άρτι είχε ε- 
πανέλθη εκ Ξηροχωρίου. Άλλ* ή έπιμεμελη- 
μενη περιβολή αύτου είχε και άλλον λόγον: 6 
νέος χωρικός, μόλις έκ του στρατού απολυθείς, 
ητο άρτι μεμνηστευμενος μετά τίνος κόρης μα- 
κρυνοΰ χωρίου. 

Και είχε λοιπόν, ώς μέλλων γαμβρός, νεωστι 
έξυρισμένον τόν πώγωνα, λελουσμένην τήν μορ- 
φην και τόν μύστακα άρειμανίως άνεστραμμένον 
και κεκολλημένον ^ιά σύκου ξηρού. Και έφόρει 
έκτος τού μανίύου κυανούν βελού^ινον σκούφον 
και υπέρ τόν μαν^ύαν έζωσμένον καινουργες σε- 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



& 23 τ ζ ▲ 



71 



λάχιον, εξ ου ιτροέβαλλον άργυραΐ λαβαΐ |χ«- 
χ«κρών χαΐ πιστολιών. 

Μόλις ηρξά(ΐ.ην άφηγού(ΐ.§νος την (Αετά των 
*Αθιγγάνων άιτροσ^όκητον συνάντησιν, δ Γιαν- 
νιός μ,ι ίιέχοψε ποιήσας χ1νη|ΐ.ά τι δυσαρέσκειας 
χαι άκοστροφτίς. 

— Ή (Ααγαρισ|Αενη γενιά ! είπε. 

— Τους γνωρίζεις το λοιπόν ; 

— *Ά(χ ποιος ίεν τους γνωρίζει ; Ματάηταν 
ιρχομ.ένοι ε^φ χαι ^υο χρόνους. Ό £ντρας ειν' 
ένας χοντοζαρω|ΐ.ενος, χαχο(ΐ.ούτσουνος, (λαλλια- 
ρός σαν άρχουίι, |ΐ.αύρος σλν τον όζαποίώ χαι 
στραβός άπ' το ίεζΐ ριάτι. 

— Ναι, ναί ! αυτός είνε. 

— Οι χωριανοί τον έχουν βαφτΙση Γυφτοχά- 
βουροε χαι $έν αχούει £λλο όνομα περί ίαΰτο. 

Όμολογουίλίνως το προσωνύριιον ητο τόσφ 
παρά^οζον άρια χαι προσφυές ώστε έχάγχασα * 

— Ναί, ριίι η χόρη του ή Ζε(Αφύρα . . . 

— Έι^αθες χαι τόνοριά της, άφεντιχό ; ίιε- 
χοψεν ερωτησας ^ια παραδόξου τόνου φωνής δ 
χωριχός. 

— Γιατί όχι ; ριόνον για τα (/.άτια της άξΐ- 
ζιε τον χόπο. ΤΙ (λάτια, τΐ ζαφείρια ! . . . 

— 'Εμένα θα τό 'πνίς αυτό ; είπε ζωηρώς* 
προσεθηχε 9* ηρεριώτερον : Σ' όλα τα χωριά 
γύρω ήταν ζαχουστα ε^ώ χαι ίυό χρόνια τα 
αάτια της Διαβολόσπιθας. 

— τι Διαβολόσπιθα ; 

— Τό χορίτσι του Γυφτοχάβουρα. Δεν την 
ζέρουν (λέ τάληθινό της όνθ(ΐ.α* όλοι Διαβολό- 
σπιθα τη λένε. 

— Και ^εν ίχει χάψη χανέν' από σ&ς τους 
λεβεντη^ες του χωρίου η Διαβολόσπιθα αύτη 
ριε τα φωτερά ριάτια της ; 

Άλλ' εχεΐνος έφάνη δυσαρεστηθείς, έγγιχθεις 
εχ των απλών αυτών λόγων. Με προσεβλεψε 
^ειλώς (Αετά τίνος δυσπιστίας : 

— *Α<ρεντιχό^ σου '(Αθλόησε χανένας τίποτες; 
Ι^πΑς χαΐ σου 'ριίλησε τό χορίτσι του Γύφτου ;.. 

— Μα 'σάν τΐ να μου /(Αολογησουν ; ίεν 
καταλαβαίνω. Και αληθώς ^εν ενόουν τί εση- 
(ΐαινον του Γιαννιού αι ερωτήσεις. 

— Μα τό λοιπόν τί με παλεύεις έτσι χαι με 
γέρνεις γύρα σάν η άλπου την χλώσσα με 
τα πΤΐιά ; 

Άλλα τη αύτη στιγμή προσηλθον τρεις χω- 
ρίχοί IX τών πρεσβυτέρων : ό Μπάρμπα Στα- 
μάτης, & Γαβριηλογιώργης, & Γέρω Κουβλης. 

Ή συνομιλία ίιεχόπη* δ Γιαννιός ήγερθη όπως 
άφηση έλευθέραν την ίιάβασιν, έχ σεβασμού ^έ 
προς τους γέροντας δ νέος χωριχός έζηλθεν όπως 
εν ύπαίθρφ αποπεράτωση την έργασίαν. 

Ή-μετά τών πολιών αγροτών συν^ιάλεζις ε- 
στράφη τό πρώτον εις τό περί της έπιχειμένης 
συγχομι^τ^ς τού αραβοσίτου ζήτημα. Οί γεωρ- 



γοί ίεν ήσαν ηύχαριστημένοι* προεβλεπον ίτι 
χαι ολίγον χαι χαχης ποιότητος θα εινε τό 
γέννημα . 

— Δεν μας φθάνει ή χάμπια, χουμπάρε 
Σταμάτη, έλεγε μεμψιμοίρως χινών την άσχε• 
πη λευχότριχα χεφαλήν δ γέρω Κουβλης, έπε- 
σαν τόρα χ' ή χουρούναις να μ&ς ^ημάζουνε. 
*Ήμτανε σήμερις ϊσα πάνου χατά την Μ«γάτλη 
Λάχχα χαι τί να Ι^ώ ; σύννεφο είχαν πλαχώ- 
σει τού Σαϊτάνη τά πετούμενα μέσ' *ς τού συμ- 
πΙ θέρου τού Στάθη τό χαλαμπόχι. 

— Γιατί Ρέντης χυνηγατε ; Είπα πώς όποιος 
μού φέρνη πέντε χεφάλια άπό χουρούναις να τού 
^Ινω ^έχα ^ιζιαις μπαρουτόσχαγα. Και προχθές 
έστειλα τον άγροφύλαχα απάνω μόνον χαι μό- 
νον για να της τουφεχίση να της σχιάζη. — 
Μπάρμα Σταμάτη, θλ σού ^ώσω τόρα ένα χρασί 
να γλυχάνη ή φωνή σου χαι να χράζης *ς τό 
χωριό πάλι γιά της χουρούναις. 

Περατώσας τέλος τό μετά την θήραν τόσον 
άνιαρόν έργον τού χαθαρισμού τού όπλου, έζΐ^λ- 
θον μετά τών τριών αγροτών, αφού έζεπλή- 
ρωσα την προς τον χήρυχα Μπάρμπα Σταμά- 
την ίοθεϊσαν ύπόσχεσιν. 

Τό χωρίον ητο χατάφωτον έχ τών άνημμένων 
χλιβάνων υπέρ τάς χθαμαλάς στέγας τών ά- 
γροτιχών οιχίσχων ήωρούντο νέφη χαπνού θο- 
λούντα τους αστέρας. 

Έχάστη χωριχή έχει Ι^ιον χλίβανον, δν αύ- 
τη ϊίρυσε παρά την θύραν τού οϊχου εν ύπαί- 
θρφ, χυψέλης έχοντα σχήμα χαι άσβεστόχριστον. 
Καθ* εσπέραν ο εναλλάξ έχ ίύο, τριών χωρι- 
χών^ ή μία άνάπτει τον χλίβανον, εις δν φέρουσι 
χαι αϊ γειτόνισσαι η αί συγγενείς τους ϊρτους, 
ως έπι τό πολύ άζύμους χατά τό θέρος. 

Άσχολούμεναι χαθ' όλην την ήμέραν εΙς τον 
θερισμόν χαι εις τά αλώνια αί ταλαίπωροι α- 
γροτικές, προχείρως παρασχευάζουσι χαθ* εσπέ- 
ραν την ζύμην εν τη μονοζύλφ ύπ' αυτήν την 
λάμψιν ην άνα^ί^ουσι τά εν τφ χλιβάνφ τρυ- 
ζοβολούντα φρύγανα. Και συναθροίζονται ούτω 
περί τους χλιβάνους Ομιλοι τών γυναιχών, αΐτι- 
νες ζυμώνουσι, τών άντρων, οίτινες περιφέρονται 
άνυπομονούντες, τών παιδιών άτινα χλαυθμη- 
ρίζουσι χαι χυλίονται παίζοντα χατά γης. Και 
ποτέ αφορμής τίνος ^ι^ομένης προς ζωηράν συ- 
νομιλίαν ή προς εναρζιν Ιριδος, προσέρχονται 
χαι οΐ έν τοις οίχοις ^αθύμως άπομένοντες, αί 

Ϊυναϊχες με την ήλαχάτην υπό μάλης, οί άν- 
ρες με τό σιγάρον εις τό στόμα. 
Τοιαύτη τις αιτία προσείλχυσε τους χωρι- 
χούς χαθ* ην δραν χατηρχόμην έχ τού πύργου 
μετά τών τριών γερόντων περί τον φωτοβο- 
λούντα χλίβανον της χυράς Κρουστάλλως πλή- 
θος έφαίνετο συνωθούμενον χαΐ ήχούετο ή όζεϊα 
αυτής φωνή^ ββρεις χαι αναθέματα έχτοζεύουσα. 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



72 



Εχζιτυ^ 



Καθ' δσον ίπλησιάζοριεν αί λεξιις ηκούοντο 

— Στρίγγλα, φι^οί«γχω|χίνη, βρω(χ.οκ«τσι- 
βίλα, χ«ρ«(ΐ.οφαγοΰ, (Λαγαρισμένη. Άρη, (χπας 
χαΐ θάρριψες πώς θα πάρω το ψω(Λ( απ* των 
παιδιών (λου το στόρια να σ* το ^ώσω ; Κάλλια 
'ς τη σκρόφα ριου πάρ& 'ς εσένα χαι 'ς το σα- 
κάτη το σκυλοπατέρα σου. 

Ιϋΐ^Ένόησα άριέσως δτι περί των ^ύο Αθίγγα- 
νων επρόκ•ιτο, άλλα τίνος ένεκεν ή όργη της 
εύλάλου χωρικής ; Απλούστατη : 

— Ή Διαβολόσπιθα ήρθε, 'σάν πάντα, να 
ζητιανέψω κανένα κο(λ|Αάτι ζερόψω[/.ο κ' η κυρά 
Κρουστάλλω την έστειλε 'ς τανάθερια• και σάν 
ίέν άκουσε η κατσιβέλα με τον πρώτον λόγο, 
μόνο καρτέραγε άκόμα,αναψαν της κυράς Κρου- 
στάλλως τα αΐματα και σήκωσε ένα ίαυλι και 
τη βάρεσε. 

Ούτω περίπου μοί άφηγήθη το πράγμα ελ- 
Οουσα εις προΟπάντησιν χωρική παι^έσκη. 

Πάντες άπέίιίον δίκαιον εΙς την άγρότιία 
και εν χορφ ΰβριζον και ελοιίώρουν την Ά- 
βιγγανίία. 

— Αύτ^ σάν ξέρει μάγια, ας φτιάση με τά 
μάγια ψωμί το λοιπόν. 

— Νά π^ε νά φάη πίσσα καΐ κατράμι άπ' 
την κόλασι, νά περι^ρομιάση. 

Ή ταλαίπωρος έπαΐτις υπό το βάρος τών 
λόγων, οϊτινες άπηυθύνοντο προς αύτην, άλγουσα 
ετι εκ του κτυπήματος της βάναυσου χωρικτ^ς, 
λιμώττουσα ίσως, είχε φύγη πέραν εις την 
σκιάν και έκρυπτε την κεφαλήν έπΙ κορμού ^έν- 
ίρου. *Αλλά ίύο παιδία ενθαρρυνθέντα εκ της 
σκληρότητος τών μεγάλων ηθέλησαν νά ίιώ- 
ξωσιν αύτην και εκείθεν ^ιά λίθων. 

Ή θηριώδης αυτή απανθρωπιά με παρώργι- 
σεν*έρράπισα τον έτερον τών ανηλίκων κακούργων 
και ηπείλησα τον σύντροφόν του, προς μεγίστην 
εκπληζιν τών χωρικών, οίτινες ύπέθετον δτι ευ- 
χαρίστως μάλιστα θά μετεΐχον του τερπνού 
θεάματος. Και ένφ σιγώντες με κρυπτοητένιζον 
πάντες, είπον προς τον Μπάρμπα Σταμάτην 
ίιά φωνής τρεμούσης έζ οργίίς : 

— Νά φωνάζης πώς δποιον Ίίώ άπό *^ω 
κ* εμπρός νά σηκώσχ) χέρι, ξύλο η λιθάρι και 
νά χτυπηση τό κορίτσι του γύφτου η νά κάθε- 
ται καΐ νά κάνη χάζι τά παιδιά του νά τό πε- 
τροβολούν, θλ του παίρνω ενα κοιλό καλαμπόκι 
"ς τάλώνια. 

Και στρέψας τά νώτα προς την εκπεπληγ- 
μένην δμι&γυριν άνηλθον εΙς τον πύργον. Εύρον 
τον Γιαννιον καθημενον επι της κλίμακος άπαθη 
προ τών συμβάντων : 

«— Γιαννιέ, ελα 'πάνω. πάρ* ίνα ψωμί και 
^ός το 'ς τό κορίτσι του Γύφτου* ^εν 'μπορώ 



νά 'νοιώθω πώς εινε άνθρωπος που πεθαίνει άπό 
πείνα 'ς τό χωριό. 

Ό χωρικός με προσέβλεψεν έκπεπληγμένος. 

— Έγώ, αφεντικό ; εγώ νά της τό ^ώσω;... 
έψέλλισε. 

— Γιατί οχι εσύ ; 

— Μά μη μου λες πράμμα που ίέν γίνεται... 

— "Έλα πάρ' το και ίός το αλλουνού νά της 
τό ^ώση. 

Ό Γιαννιός έξετέλεσε ίιστάζων την έντολήν 
μου. 

Άπό οε του χωρίου ηκούετο νυν η φωνή του 
κηρυκος. 

— Ακούστε, χωριανοί Ι . . . 

ΚαΙ άνήγγειλεν αύτολεξεί ως είχον είπη τάς 
ούο προκηρύξεις• περί αμοιβής τών κορωνοκτό- 
νων, περί ποινής τών κατά της 'Αθιγγανίίος 
βιαιοπραγιών. 

Παρεσκεύαζον μόνος τό εξ φών και γάλα- 
κτος λιτόν ίεϊπνόν μου,ό'τε ή θύρα ηνεώχθη και 
είσηλθεν δ Γιαννιός φέρων τίς τρυγόνας άπε- 
πτιλωμενας. 'Απέθηκεν αύτάς επι του ανοικτού 
παραθύρου και ε'λθών εστη πρό της έστρωμέ- 
νης τραπέζης• 

— Νά σου 'πώ, αφεντικό, ίκανες 'ςέ κανέ- 
ναν άλλον κουβέντα γιά τους γύφτους πάντά- 
μωσες κάτου 'ς τό ποτάμι ; 

— "Οχι• μά γιατί ρωτάς ; ίεν σε καταλα- 
βαίνω τί έχεις νά κάντρς μ' αυτούς... 

Ό χωρικός έφάνη έν^οιάζων, συνέπτυξε τάς 
δφρΰς και τά χείλη ίιεστάλησαν ύπό μειδιά- 
ματος ενέχοντος πικρίαν. 

— Άφησ' έμενα, αφεντικό, είπε βρα^ίως καΐ 
άναμασσών τους λόγους. Ξέρεις τΐ λέν δλοι γιά 
του λόγου σου κάτου 'ς τό χωριό' ή Διαβολό- 
σπιθα έκανε μάγια τάφεντικου. 

Γ. 

Α( άϋοκαλύφεις•— Τ6 ϋοιμνιοοτίσκον 
τοΟ Καρανίκον. 

"Αν χωρικός παρέμεινεν άγρυπνων εν τοις 
άλωνίβις η μετά τόν πρώτον ύπνον έξτ^λθε του 
οίκου, μετά πολλί^ς εκπλήξεως βεβαίως θά πα- 
ρετηρησεν εν τφ σκότει υπερκείμενα τά ίύο 
φωτισμένα μικρά παράθυρα του πύργου. 

ΚαΙ αληθώς ητο πρωτοφανές τούτο • ποτέ 
ίεν κατεκλινόμην βρα^ύτερον της δεκάτης 
ώρας, καθότι ίμην επι ποίος άπό βαθέος όρθρου. 
Τί λοιπόν μ' έκράτει την νύκτα έκείνην άγρυ- 
πνον και πέραν του μεσονυκτίου ; τί μ' έκαμνε 
νά διατρέχω άπό του ενός εΙς τό άλλο άκρον 
τόν μακρόν πρόίομον του πύργου, ίιά βημάτων 
&τέ μεν έσπευσμένων,δτέ ίέ διακεκομμένων και 
βραχέων, ως άνθρωπος παρακολουθών τών ι- 
σεών του τόν άνώμαλον ίρόμον ; 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



£ 23ΤΙ ^^ 



73 



ΚαΙ τΐ £λλο η αί άποχαλύψ«ις του Γιαννιού; 
όστις προ ρίίχροΰ (ΐόλις έΐχβ χατίλθη την χλΐ- 
(ΐαχα του πύργου. 

Άπό των ^ιαχεχο[Λ(Αένων χαι ανήσυχων λό- 
γων του, χαθ' ην ώραν άφηγού(Λην αύτψ τά 
χατά την συνάντησιν των Αθίγγανων, άπο της 
«αρα^όζου αρνήσεως, οτε εΐπον αύτφ να ^ώση 
ίρτον εις την επαιτούσαν χόρην, άπο του τρό- 
που ετι χαθ* δν προσηλθεν ίνα [/.οι άναγγείλη 
την χοινην γνώ[Λην του χωρίου περί της ίια- 
γβ»γης (λου, ύπεχφεύγων τ ας ερωτήσεις (λου, ει- 
χαζον ίτι ί εν ητο ζένος δ χωριχός ούτος προς 
τ>ιν γαλανόφθαλ|Λθν χαΐ (Αελαγχρινην άθιγγα- 
νί^α. 

Ή περιεργία (/.ου εξήφθη τόσον, ώστε ήθέλη- 
σοι ά^ιαχρίτως να εισδύσω εις το ύποτιθε(ΐ.ενον 
|χ.υστιχόν. *Αλλά προς τοΰτο έπρεπε ν 6 χωρι- 
χος ν' άνοίζτ} το στό(/.α. Αι έπΙ|Λονοι ερωτήσεις 
αου ήσαν ανωφελείς χαι ίεν θα έπετύγχανον 
του σχοπου, άνευ της συν^ρο[/.ής του ίραστι- 
χωτάτου μοσχάτου οίνου του . Ξηροχωρίου . 
Μετά το τρίτον ποτήριον ή γλώσσα του Γιαν- 
νιού έλύθη. Έζήτησε πρώτον νά υποσχεθώ από- 
λυτον εχεμυθίαν εφ* δσον τά πράγματα ήσαν 
ετι περιπεπλεγμένα, προσεβλεψε περί αυτόν μετά 
δυσπιστίας τάς χλειστάς θύρας χαΐ ήρξατο είτα 
αφηγούμενος. 

Και η άπροσ^όχητος έχείνη άφήγησις, ην 
χαθίστων ζωηροτέραν ή γραφιχωτάτη γλώσσα 
του άγρότου χαι οί συναφείς μορφασμοί χαι αί 
χειρονομίαι, εζετύλιζε προ των τεθαμβωμενων 
ομμάτων μου σχηνάς του βίου του άγρου χαι 
του δάσους, της γεωργιχής χαι της ποιμενιχής 
ίι&ίτ'ης,αΐτινες μοι εφερον ούχι απαζ το μειδί- 
αμα εΙς τά χείλη, το ^άχρυ εΙς τους οφθαλμούς. 
Αδύνατον ν* αναγράψω την εχ του στόμα- 
τος του άγρότου άφήγησιν. θά ητο ασαφής, 
άνεπαρχής,χαθό προϋποθέτουσα άχροατήν γνώ- 
στην των τόπων τών προσώπων χαι τών χαθό- 
λου άγροτιχών ηθών. "Αλλως ή άφήγησις του 
Γιαννιού ητο ατελής τών συμβάντων έξιστόρη- 
σις, συνεπληρώθη ^' εύθυς τάς επομενας ημέ- 
ρας υπό της φοράς τών πραγμάτων. 

Άνάγχη λοιπόν ν* αναπαραστήσω εγώ το 
χατά ^ύναμιν τάς σχην3ις ταύτας, συμπληρών 
τά εν τ^ άφηγήσει του άγρότου χενά ίι* απα- 
ραιτήτων περιγραφών χαι άλλων άναγχαίων 
οιασαφήσεων έζ Ι^ίας μελέτης χαι έρεύνης εΐ- 
λημμένων, νά προβώ ^έ χαΐ πέρα της άφηγή- 
σεως ταύτης, δπως θέσω, έχ της πραγματιχό- 
τητος ίανειζόμενος,τό μοιραΐον τέλος του άγρο- 
τιχου τούτου δράματος . • . • 

[Έ««ται συν4χβια] 

Γβοργιοζ Δροζινης 



^ 1 Ο Ί ' 



Η ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 



Συνίχβια* Γδβ προηγούμενον ^λλον. 

Ζ' 

ΝΕΟΙ ΑΓΩΝΕΣ 

Αί μεταξύ Ελλήνων χαι τών γειτόνων των 
Κορσιχανών ^ιαμάχαι αύται έγένοντο γνοσ'Ται 
άνά πάσαν την Κορσιχήν, ώς έχ του τελευ- 
ταίου γεγονότος. Έγνώσθη ^* επίσης ή σημαν- 
τιχότης τών Ελλήνων χαι ή τούτων ωφέλεια 
προς το μέρος μετά του 6ποίου θά προσεχολ- 
λώντο. Οί αρχηγοί λοιπόν της Κορσιχανιχής 
επαναστάσεως έθεώρησαν ώς μέγα συμφέρον 
των νά τους αποσπάσουν από τους ΓενουηνσΙους 
και νά τους προσλάβουν εΙς τό μέρος των. 
Πλην δμως οί "Ελληνες υπήρξαν πάντοτε χυ- 
βερνητιχοΐ. Έφ' $σον ή Κορσιχή ^ιετέλει ύπό 
τους Γενουηνσίους, ήσαν άφωσιωμένοι προς αυ- 
τούς* δταν ί* ή νήσος αυτή περιήλθεν εις την 
εξουσίαν τών Γάλλων, οί Έλληνες επίσης ήσαν 
έχ του μέρους τών Γάλλων. 

Μόνον ί* οί σημερινοί Έλληνες τών Κα- 
ρυών, προς μεγάλην βλάβην των, ^εν είναι Κυ- 
βερνητικοί. Είναι Βοναπαρτιχοί, ώς χαι οί έτΐΐ - 
λοιποί τών Κορσικανών. ΚαΙ δμως, ώς πληρο- 
φορούμαι, περισσότερα επραξεν υπέρ αυτών ή 
σημερινή Δημοκρατία παροι δλοι οί Βοναπάρ- 
ται ^μου. Βεβαίως οί σημερινοί Έλληνες έξέ- 
κλιναν της δίου, την δποίαν τοις ίιεχάραξαν 
οί πατέρες των, δπως επίσης ήρχισαν νά έκκλί- 
νουν και τών ιερών αισθημάτων τών αγνών ε- 
κείνων τέκνων της Μάνης. *Ήίη τούτο εινχι εν 
τών σημείων του άρχίσαντος εκφυλισμού των. 
Προφανώς οί πατέρες των υπήρξαν φρονιμώτε- 
ροι τούτων. 

"Έπεμψαν ίε οί αρχτογοι της Κορσικανικής 
επαναστάσεως έπιστολήν εΙς τους "Ελληνας, 
^ιά της δποίας τους προσεκάλουν νά υποτα- 
χθούν εΙς αυτούς. Την μετάφρασιν της επιστο- 
λής ταύτης μεταφέρω ενταύθα εκ του χειρο- 
γράφου του παπδ-Νικολάου, εχουσαν ώς έξης : 

« ΉμεΤς Ντον Λουίγγης Κιαφφέρης χαι Ντον 
Ανδρέας Κιαχάλδης Γχενεραλέοι τοΟ νησ(ου τ^ίς 
Κδρσιγας προς τους Κάπους χαι Επιτρόπους του 
γένους τών Γραικών, όπου κατοικούν εις την Παδ- 
μια, σας προστάΓομε μέ δλην την δύναμιν τγ}ς εξου- 
σίας μας, καθώς λάβετε το παρόν μας, νά μην γέ- 
ντ} άλλέως, μόνον νά εύχαριστηθήτε νά βάλετε 
μετάνοιαν και !νά' γίνετε το ένα μετ' έμας, διότι και 
εσεΤς Κόρσοι ειστεν και είναι πρέπον νά στέκεστε 
και έσεΤς εις 'όλα έκεΤνα, όπο3 όρίζομε και προστά- 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



74 



Β23ΤΖ ^^ 



ζομε δια συμφέρον τής πατρίδος μας. Είδβ χαΐ έσεΤς 
βουλη6γ]τε να χάμετε άλλέως, είναι χρέος μας να 
χάμωμε να γνωρίστε την οργήν χαι 6υμ6ν μας. θέ- 
λομε σας δώσει τ6σον πόλεμον χαί να χαλάσωμε 
απ^ θεμελίου την χώραν σας, οχοΰ να μη φαίνεται 
ποτές σημάδι άπ' αυτήν, θέλετε ετι ευχαριστηθώ] να 
δώσετε ειχοσι άσπρα χάθε σπίτι τών αρχόντων οπού 
προς έσας πεύγομε, τα οποΤα μας χρειάζονται δια 
τους στρατιώτας οπού ίχομε εις ταις πόρταις μας 
δια φύλαξίν μας. Άχόμη σας προστάζομε να δώσε- 
τε έχατον ντουφέχια χαι να ηναι διαλεχτά, με μπα- 
ροϋτι χαι βόλια, διότι έχομε μεγάλην χρείαν. Και 
σας επιτιμούμε να μην συνομιλατε μ^ τους Γενοβέ- 
ζους, μόνον να διώξετε τον χριτήν σας χαι στέχατε 
έτοιμοι να μας σημειόνετε χάθε πράγμα οπού θέλετε 
μάθει δια έμας, διότι είστεν χοντά εις την θάλασσαν 
χαι βλέπετε τα ξύλα οποί) περνοδιαβαίνουν. Τέλος 
δε πάντων, όρίζομε να χάμετε έ'ναν χολονέλον, τον 
πλέον άξιον, χαι τους άλλους όφφιχιάλους χατά την 
ποσότητα, χαθώς ώρίσαμε χαι έγινε χαι εις τα άλλα 
χωρία τοϋ νησίου. Κυβερναστε χαλά, χαι οί μιχροι 
ας υποτάζωνται εΙς τους μεγάλους. Στέχατε έτοιμοι 
να δράμετε πάραυτα, αν σας προσχαλέσωμε εις βοή- 
θειαν. Του δε λοιπού υγιαίνετε.» 

Την επιστολή ν ταύτην εφερον εις τους "Ελ- 
ληνας άζιω[Λ«τιχο( τίνες της Κορσικανιχης ε- 
παναστάσεως, οΐΐτινες με παντοίας υποσχέσεις 
προσεπάθουν να τους χαταπείσουν. Έν τούτοις, 
οί Έλληνες έμειναν λχαμπτοι. 

Ευθύς ίε μετά την άναχώρησιν των άζιω(ΐ.α- 
τιχών τούτων, οί "Ελληνες έπεμψαν ανθρώπους 
εΙς ΒαστΙαν Ινα εχθεσωσι χαταλεπτώς τα χα- 
θέχαστα εΙς τους αντιπροσώπους της γενουην- 
σιαχης Κυβερνήσεως• Διοικητής μεν της ΒαστΙας, 
κατά την εποχην έχε&νην, ητο 6 Ιωάννης Φραγ- 
κίσκος Γρουπάλος, γενικός ί* αρχιστράτηγος δ 
Κάμιλλος Δόριας. 

Άμεσως ^' δ Δόριας εγραψεν εΙς τον ^ιοικη- 
την του ΔΙακκΙου νά έτοιμάστ) εκεί οικίας, εν 
ταΐς δποίαις νά κατοικήσουν τία ελληνικά γυ- 
ναικόπαιδα, και νά πέμφη πλοΐα εις τον λιμένα 
της Παομίας, τά ίποΪΛ νά παραλάβουν εκεί- 
θεν τά γυναικόπαιδα ταΰτα.Ή εντολή ί' αυτή 
εξετελεσθη ευθύς, ώστε, εντός *ήμερών τινων,δλα 
τά ελληνικά γυναικόπαιδα μετά των κυριωτέ- 
ρων οικιακών κειμηλίων μετηνέχθησανεΙςΑ'ιάκ- 
κιον. "Έμειναν ^' έν Παομί^ οί εκλεκτότεροι 
των Ελλήνων, ενενήκοντα τον αριθμόν, επι- 
φορτισμένοι νά φυλάξουν την χώραν και τά ε- 
σπαρμένα χωράφια. 

Ή εΐ^ησις αυχη εφθασεν ε'ις τά ώτα των ε- 
παναστατών, οϊτινες ώρκίσθησαν έζόντωσιν της 
ελληνικής ταύτης γενεάς. Διέταξαν ^έ ΐνα 
στρατιωτικά! δυνάμεις φθάσωσι πανταχόθεν. 
Ήμερα της επιθέσεως ώρίσθη ή 24 Απριλίου 
του 1731. Γενικός ί* αρχιστράτηγος τ9ίς εκ- 
στρατείας ταύτης ώρίσθη δ Φραγκίσκος Μπα- 
τϊνος από την Έβιζαν. 



Οι έν Παο|χΙ^ ενενήκοντα "Ελληνες, (ΐα- 
θόντες ταϋτα εκριναν,καλόν νά υπάγουν εις τον 
πύργον της Μίνιας καΐ εκεί ν* άνα|χένουν τον 
έχθρόν. Είναι ίί ή Μίνια τώργος Γενουηνσια- 
κός, κτισμένος έπι γλώσσης γης, βαθέως έξε- 
χούσης εΙς την θάλασσαν και προς ^υσμλς των 
Καρυών κεΐ|χένης, μι&ς ^έ περίπου ώρας άπό της 
Παομίας άπεχούσης. Πράγματι ίέ, μετενεγκόν- 
τες εκεί 2λα τά ζώά των, ώχύρωσαν προχείρως 
μεν, άλλ' ασφαλώς, τον πύργον τούτον, και εκεί 
έγκλεισθέντες άνίμενον ήσύχως τον έχθρόν. Με- 
τέβησαν ί' εκεϊ ^^^ ^ΑγΙατ χάί Μ^γάΛην ΤρΙ" 
τητ% ΒΚ ^α^^ άίχατρίΐς τοϋ ^ΑχριΜον /«I7^3^, 
^ί(ι^α^ου, 

Ή τελευταία αυτή φράσις είναι του παπά- 
Νικολάου. Εικάζω ί* έκ ταύτης δτι οί Έλλη- 
νες ούτοι, μέχρι τ9)ς εποχής εκείνης, ίσως ^ε και 
βρα^ύτερον άκόριη, ^ιετήρουν το παλαιόν ημε- 
ρολόγιον, βπερ και (Αέχρι σήμερον εξακολουθεί 
νά υφίσταται έν Έλλάίι και έν 'Ρωσσίςρ. Την 
σήμερον εχουσι το νέον, ήτοι το Γρηγοριανόν. 

Μόλις οί Έλληνες ούτοι παρεσκευάσθησαν 
ε'ις τον πύργον της Μίνιας και δ εχθρός παρου- 
σιάσθη προ της Παομίας. 'ΟλΙγον ίε έλειψε 
νάσυλληφθώσι τέσσαρες Έλληνες έντω χωρίφ, 
οΐτινες ε|χεναν εκεί ^ι' ιδιαιτέρας εργασίας. Οί 
Κορσικανοί φθάσαντες έν ΠαομΙ^, αφού ^ιήρπα- 
σαν τάς οικίας, την επαύριον πρωί ε^ραμον κα- 
τά των εις Μίνιαν καταφυγόντων Ελλήνων. 
*Ησαν ί* έν δλφ περί τ3ις πέντε χιλιάδας πλή- 
θος λαού ενόπλου και μή. Μετά ^έ τάς συνήθεις 
πρεσβείας, οΐ Κορσικανοί ηρχισαν νά πυροβο- 
λώσι τους "Ελληνας. Οί Έλληνες ημύνοντο 
καρτερώς, η ^έ (^ιάχη διήρκεσε πεισματώδης 
μέχρι βαθεΐας νυκτός. 

Την επαύριον, ήμέραν της Άγιας και Μεγά- 
λης Πέμπτης, η μάχη έπανελήφβη (ΐετά περισ- 
σοτέρας λύσσης. Έν τούτοις οί "Ελληνες η<ϊαν 
σχεδόν απρόσβλητοι. Πανταχόθεν ιίχον ώς προ- 
πύργιο ν την θάλασσαν έκ οέ του |χέρους της 
στερεάς, ^έν τοις έμενε νά υπερασπίσουν, εΙμη 
τον στενόν λαιμόν της γης, δστις ένόνει τον 
πύργον της ΜΙνιας με την ξηράν. Κρυ(ΐμένοι 
^' όπισθεν χ'αρακω(ΐ.άτων έφόνευον, χωρίς νά εκ- 
τίθενται εις κίνίυνον. Ή απώλεια των έχθρων 
υπήρξε σημαντική, οΐτινες τά μέν πτώματα ερ- 
ριπτον εΙς την θάλασσαν, τους ίε πληγωμένους 
μετέφ^ρον είς διάφορα χωρία. Τούτο ^ε παρε- 
τηρήθη άπό τεσσάρας "Ελληνας, οϊτινες άνε- 
χώρησαν έξ ΑΙακκίου Ινα ελθωσιν εΙς βοήθειαν 
των έν Μ1νΐ(|ρ αδελφών των καΐ οΐτινες, ριή δυ- 
νάμενοι ν3ι πλησιάσουν, ώς έκ του πλήθους του 
έχθρου, εγίνοντο θεαται της μάχης επΙ τρεις η- 
ριέρας, κρυριριένοι έπΙ τίνος ύψηλου βράχου. 

Οί έν ΔιακκΙφ, μαθόντες τά συμβαίνοντα, 
εκλαιον και ώίύροντο «!πι ττ) άναποφεύκτφ ά- 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



£23Τυ^ 



75 



χ»λ«{^ των έν«νή>&οντα τούτων συγγινών των. 
Μόνον ^ιά θαλάσσης η^ύναντο νά τουςβοηθησουν, 
άλλ' 4) θάλασσα, χατλ τάς η[Λίρ«ς έχ«1ν«ς^ ητο 
ίζηγρΜ»(&βνΎ) IX τι^ς χαχοχαιρίας.ΠρΙν η άρχίση 
ίίτΐ •η Κ'^Χ'^Ιι ^ύο "Ελληνβς, δ Μιχαήλ Γουνι- 
λάχτις, άντ)ρ άχριαίας ηλιχίας χαΐ 6 θωριάς 
Γιουζιχάχης, παι^Ιον ίιχατεσσάρων έτων, ύ- 
τηγαν βίς την Παομίαν ^ιά νά «υρωσι τους 
ΕΧΐΐ συγγιν€ΐς των. Συλληφθέντες δ(Αως ύπό 
των Κορσιχανων, εχρατηθησαν ώς αίχριάλωτοι. 

Ταΐς ηρίέραις ταύταις βΐχβ φθάσιι &χ Γενούης 
δ Κόντες ΓεντΙλες ριέ 7ίολε(ΐ.ικον πλοϊον εις 
Κάλβε. Ό Διοικητής ίέ του ΑΙαχχΙου (Αετά 
των 'Ελληνων ηθέλησαν νά τφ αναγγείλουν 
τον χΐν^υνον των εν ΜΙνι^ Ελλήνων. Όχτώ 
Γενουήνσιοι ρτά ίύο Ελλήνων άνέλαβον το εις 
Κάλβ( επιχίν^υνον τούτο ταζεΐ^ιον ίιά τίνος 
πλοιο^ρίου. "Οτε ^έ το πλοιάριον τούτο εφθασεν 
απέναντι της ΜΙνιας, ηθέλησε νά 'τνλησιάση έχει 
άλλα. ^εν ήίυνήθη. Με ^ύο ^ε πυροβολισριους 
αόνον ανήγγειλε την εχείθεν ίιάβασίν του χαι 
άτηίλθεν εΙς Κάλβι. 

Καθ'6λην την ήριεραν ττ^ς Μεγάλης Περίπτης 
χαι της Μεγάλης Παρασκευής οί "Ελληνες της 
Μ(ν:θΕς εξηχολούθησαν ν* άποχρούωσιν επιτυχώς 
χαΐ γενναίως τάς έπανειλη[ΐ.(ΐ.ένας επιθέσεις του 
εχθρού. Έφόνευσαν πολλούς Κορσικανούς* έζ 
αύτέ&ν ί' ούίε εις επληγώθη. Ή (^άχη και πά- 
λιν διήρκεσε ριέχρι βαθεΐας νυκτός. 

Την επαύριον, ή|χέραν του Μεγάλου Σαββά- 
του, οί Κορσικανοί απεφάσισαν νά κά(Αθυν γενι- 
χήν χαι άπελπιστιχήν εφόσον ούτως, ώστε, η 
^ά χαθούν ίλοι, η νά σώσουν την τιριήν και ύ- 
χόληψίν των. Ή δυσαναλογία των ^ύο στρατο- 
πέδων ητο εκπληκτική : Πέντε χιλιάδες οπλο- 
φόρων και ροπαλοφόρων εναντίον ένενήκοντα 
Ι&όνον πολε|Λΐστών. Ήτο ίε εντροπή και άτι- 
Ι&ία το τοσούτον πλήθος των υπερήφανων Κορσι- 
κανών νά οπισθοχώρηση ενώπιον των ολίγων 
τούτων Ελλήνων. 

Απεφασίσθη λοιπόν την νύκτα έκείνην τεσ- 
σαράχοντα Κορσικανοί νά υπάγουν νά καταλά- 
βουν την πηγήν του υίατος, εξ ης ύ^ρεύοντο 
οί Έλληνες, και άλλοι τινές νά κατορθώσουν 
νά καταλάβουν τά πλάγια των Ελλήνων. Τά 
πάντα εγένοντο εν τάξει. Ότε ^ε, προς τά έξη- 
|αρώ|ΐατα, οί Κορσικανοί ήνοιξαν το πυρ, οί 
"Ελληνες προς στιγι^ήν εθορυβήθησαν. 'Δλλά 
πριν η άπελπισθώσιν έ^οκί|χασαν ν'άποκρούσουν 
φρονίριως χαι τον εσχατον τούτον κίν^υνον. 
Περί τούς δεκαπέντε εοραμον κατά των κατα- 
λαβόντων την πηγην τού ύδατος, και 4λλοι 
τόσοι κατά των καταλαβόντων τά πλάγια- οί 
ίε επίλοιποι εφύλαττβν τά προχώματα.Οί τριά- 
κοντα ούτοι, πλησιάσαντες εκ τού σύνεγγυς τον 
εχθρόν, είέησε πλέον νο& ελθωσιν εΙς χείρας |χετ' 



αυτού. Έπάλαιον, έγρονθοκοπούντο, έίάκνο'^ο. 
Ή ρ^άχη αυτή, εκ («'άχης δπλοφόρων πολερίΐ- 

στών, κατήντησεν έπΙ τέλους (^άχη κυνών 

Κατώρθωσαν ^* έπι τέλους οί 'Ελληνες νά ^ί-* 
ψωσι τούς εχθρούς των εις την θάλασσαν. Ή 
απελπισία πολλάκις προσθέτει άν^ρείαν: Όταν 
οί τριάκοντα ούτοι ήνώθησαν και πάλιν σώοι 
και αβλαβείς (Αετά τών επίλοιπων Ελλήνων, 
τότε δλοι 6|Αθύ ελαβον έπιθετικήν θέσιν κατά 
τών Κορσικανών. Εξελθόντες ^έ τών χαρακω- 
(Λάτων, έπέπεσον λυσσαλέοι κατά τών εχθρών, 
οϊτινες ήίη άπηυ^η[Αένοι, έτράπησαν εις φυ- 
γήν .... Το (Λετά ταύτα ύπηρξε κυνήγιον: Οί 
Κορσικανοί εφευγον και οί Έλληνες έπυροβό- 
λουν. Την στιγ|Λήν ίε ταύτην οί Κορσικανοί, 
εκ της ριεγάλης οργής των, έφόνευσαν άνάν^ρως 
τούς ^ύο αίχριαλώτους Έλληνας. 

Οί Έλληνες, έκ^ιώξαντες τούς εχθρούς των 
|χέχρις αποστάσεως περίπου τεσσάρων ριιλίων, 
κατόπιν επέστρεψαν εις τον πύργον των. αΟί ίέ 
ιερείς, κατά την ρι.αρτυρίαν τού παπά-Νικο• 
λάου, έβαλαν και έσύναξαν δλα τά σώ(χατα, 
δπού ηύραν έκεΐθι κοντά καΐ, ψάλλοντας των 
την Νεκρώσΐ|Χον ΆκολουθΙαν, κοινώς ενταφία- 
σαν αυτά εις τον ι^ιον τόπον .... και το πρωί 
έσηκώθησαν οί ίερεις και έψαλαν την Άναστά- 
σΐ(ΐον Άκολουθίαν. ]> 

Έκ τούτων εικάζω ότι εν τφ πύργφ της ΜΙ- 
νιας,(Αεταξύ τών ένενήκοντα,συγκατηριθριούντο 
και τίνες κληρικοί. Παρά^ειγρια δλως έλληνι- 
κόν. Τοιούτοι ήσαν οί Έλληνες κληρικοί και εν 
καιρφ της Ελληνικής επαναστάσεως τού 1821* 
έντος αέν τής Εκκλησίας ήσαν ιερείς, ύ|Λνούν- 
τες και εύλογούντες τον θεόν, έκτος όμως 
τής Εκκλησίας ήσαν Έλληνες• επαξίως και 
έντί[Λως κρατούντες το δπλον, έπολέ[ΐ.ουν γεν- 
ναίως τον εχθρόν τής θρησκείας των. 

Η' 

ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΝ ΕΝΕΝΗΚΟΝΤΑ ΕΛΛΗΝΟΝ 
ΕΙΣ ΑΙΛΚΚΙΟΝ. 

Οί Έλληνες ούτοι, ευθύς άρια προς στιγ(ΐ.ήν 
απηλλάγησαν τού εχθρού των , εσκέφθησαν 
πλέον νά εισέλθωσιν εΙς Α'ιάκκιον. "Έπρεπε ^έ 
ταχέως νά πράξωσι τούτο, ίιότι και τά τρόφι- 
αά των ήρχισαν ή^η νά έκλίπωσιν, άλλα και 
οιότι έφοβούντο νέαν έπίθεσιν. Το εύκολώτερον 
και άσφαλέστερον ητο νά είσέλθωσι ^ιά θαλάσ- 
σης, αλλά πλοία ^έν ειχον. Και όριως τό ^ιά 
ξηράς ταξεί^ιον, ^ιά ριέσου χώρας ούτως ίχθρι- 
κώς ^ιακεΐ[Λένης, ητο λίαν έπικίν^υνον. 'Αλλά 
και τό νά (λεΐνουν εν Μίνΐ(|: έπι πολλάς ήριέρας 
ητο επίσης έπικίν^υνον. Έκ τών ^ύο λοιπόν 
τούτων κακών ώς [χή χείρον έθεώρησαν τό νά 
υπάγουν ^ιά ξηράς εις Α'ιάκκιον. Άφήσαντες 



ΟΪ9ΪΪΪΖΘ0Ι όγ 



Οοο^Ιε 



76 



Έ2 23ΤΧΑ. 



^6 είχοσιν εζ αυτών ^ιά φύλαζιν Λς τον πύργον 
της Μ(νιας, οί επίλοιποι, λαβόντες τα δπλα 
των, «χίνησαν, ^ιά (λίνου των αγρών, ^ιά το 
Αιάχχιον. Έν τούτοις χαθ' δ^όν ίβν απήντη- 
σαν ού^£[λ(αν άντίστασιν. 

Έν ΑΙαχχΙφ, σχεδόν δλη η πόλις ητο συγχε- 
χινη|χενη ό\ά την α^ιχον επίθεσιν τών Κορσικα- 
νών χατά τών Ελλήνων της Μίνιας. "Ολοι ηυ- 
χοντο υπέρ τών Ελλήνων, χαΐ οΰ^εις ήλπιζε 
περί της σωτηρίας αυτών. *Ήίη ^έ τα εν Δι- 
αχχίφ γυναιχόπαιία τών Ελλήνων ήρχισαν να 
πενθηφορώσιν. θλΐψις, στενοχωρΙα χαΐ απελπι- 
σία ! Τοιαύτη ητο ή ψυχιχή ί ιάβεσις τών προσ- 
φύγων τούτων, δπότε, απροσίοχήτως, προ τών 
πυλών του ΑΙαχχΙου εφάνησαν οι εχ Μίνιας έρ- 
χό(ΐ.ενοι "Ελληνες ... Το αίσθη(Αα της χαρδς 
των είναι άνεχίιήγητον, χαθόσον (λάλιστα χαι 
αί άρχαι του ΑιαχχΙου τους ύπε^εχθησαν |χετά 
(λεγάλων στρατιωτιχών τΐ|χών. 

Την περιγραφήν του επιχινίύνου τούτου τα- 
ζει^ίου μεταφέρω ενταύθα, χάριν περιεργεΙας, 
εχ του χειρογράφου του παπα-Νιχολάου, του 
δποίου [λόνον την όρθογραφίαν ^ιορθδνω. Ή σύν- 
ταζις ^έ χαι το λεχτιχον αφέθησαν ώς Ιχουσιν 
εν τφ χειρογράφφ. Λέγει ίέ• 

α Και ωσάν έταίριασαν τλ πάντα, έσηχώθη- 
σαν χαι ε|Λίσευσαν ίιο^ το Άγιάτζο. Και τΙς 
ν3& ^ιηγηθ^ το φευγιον δπου εχα[Λναν οί Κόρσοι 
τών χωριών δντες τους ει^αν χαι επερνοΰσαν 
(λέσα ταις χώραις των τουφεχίζοντας χα: φω- 
νάζοντες [λε (ΐεγάλην χαράν «Να ζήση 6 πολυ- 
χρονε(Αένος (χας πρίγχηπες !)!> Και να περάσουν 
άφόβως σαράντα [χίλια ( "Ολοι £φιναν ταις χώ- 
ραις των χαι έπιαναν τους λόγγους, φοβού(Αενοι 
|χήν τους χουρσεύσουν. Άλλα αύτοι ίέν έγύ- 
ρευγάν τιναν,(χόνον έπέρνουν τον ί ρόαον τους χαί, 
έπ' αληθείας, αν είχαν θέλει, ήριπόρουν νάν τους 
γδύσουν χαι νάν τους αφανίσουν δλους εχεΐθι δπου 
έπέρνουν. Και το πλέον δπου έθαύριασαν δλοι, 
χαι (ΐάλιστα οί της Γαληνότατης Πολιτείας, 
ητον αυτό το πέρασ(Αα δπου έχαιραν (λέ τόσην 
χουτουρίαν, σαράντα (λίλια δλό[λεσα ταις χώ- 
ραις τών εχθρών, χαι νά (λήν φοβηθούν ποσώς 
ίιά τον θάνατον τους. *Α(Λή οί Κόρσοι τους η- 
τον ριεγάλο θέλη(ΐ.α νά (ΐ,ήν τους γυρεύγουν, χαι 
έφευγαν δλοι από ταις χώραις, οί άνδρες χαι ή 
γυν^ΐχες, δσοι ή(χπόρουν, οί ίε ανήμποροι α- 
γνάντευαν από τά παραθύρια χαι πόρταις των 
χαι εχραζαν δυνατά : 

— <κΝά ζουν οί "Ρωμαίοι οί ανδρειωμένοι 
δπου ά^ίχως έγύρευσαν νά τους φονεύσουν, αλλά 
δ θεός τους εβοήθησεν.» 

Και οί "Ρωμαίοι γελώντας τους άποχρίνοντα: 
— α*Α1 αναθεματισμένη φυλή χαι διεστραμ- 
μένη, ωσάν ^εν έ^υνάθητε νά μ&ς 'ζολοθρεύσετε, 
τώρα δπου έζήσαμε, μας εύχεστε. *Αλλά άχαρ- 



τερεΐτέ μας γλήγορα νά έρθουμε έξωθεν νά σας 
χαύσωμε χαι νά σας άφανίσωμε 1 3) 

α Και τόσος φόβος τους εμεινεν δπου, δπότες 
ένας ήθελε νά βλασφημήση τον άλλον, £λλην 
βλασφημίαν ^έν του ε^ι^εν, μόνον του Ι^εγεν* 
Ό θβόζ ^ά σ> ρίζι^ V τά χέρια χ&τ Γραιχώκ 
χαΐ άίχαιοσύτηκ ! χαΐ αυτό πράθει μέχρι την 
σήμερον. Όμως, ωσάν έσίμωσαν εΙς τό Άγιάτζο, 
^έν έλειψαν άνθρωποι νά πασι τά μαντάτα πώς 
έσωσαν οί 'Ρωμαΐοι δπου τους χρατουσαν δλο 
^ιά χαϋμένους. Και τί νά εΙπώ ^ιά την χο^ράν 
δπου εχαμε δλο τό χάστρο, ωσάν δχουσαν τους 
"Ρωμαίους δπου έπρόβαλαν χρούοντας ντουφε- 
χιαις £μετραις ^ιά χαράν της νίχης χαι χαιρέ- 
τισιν τουχάστρου; Όλοι εβγήχαν, £ν^ρες τεχαί 
γυναιχες, χαι τους προϋπάντησαν με άπειρον 
χαράν χαι άγαλλίασιν, τό ^ε χάστρον έχαίετον 
δλον χαι εσείετον από ταις λουμπάρ^αις δπου 
ερριχτεν ^ιά τιμή τών ΤωμαΙων χαι σύγχυσιν 
τών εχθρών. Και φθάσαντες δλοι με ύγείαν ε'ις 
τό Άγιάτζο, έλαβαν άνάπαυσιν ^ιά μεριχαις ή- 
μέραις.]) 

Την επαύριον ^' εφθασεν εΙς Μίνιαν χαι δ 
Κόντε ΓεντΙλες με τό ι^ολεμιχόν πλοιον, δ ό- 
ποιος, παραλαβών τους έπιλοίπους τών Ελλή- 
νων με τά πράγματα των χαι με τους επτά 
αιχμαλώτους των, τους εφερεν εις ΑΙάχχιον. 
Ούτω ίέ, περί τά τέλη του μηνός Απριλίου 
του 1731, δλοι οί "Ελληνες ευρέθησαν, συν γυ- 
ναιζι χαι τέχνοις, έν Αιαχχίφ. 

Έχ τών ληξιαρχιχών βιβλίων του Δημαρ- 
χείου τών Καρυών εχω τάς έζής πληροφορίας* 
Τφ 1731, ενεγράφησαν έν τφ ΒιίΜω τώτ 
άηΒθαμίνων εν^εχα μόνον θάνατοι, μη^εμίαν 
σχέσιν έχοντες με τόν πόλεμον. Ό αριθμός ού- 
τος τών θανάτων, σχετιχώς, είναι μιχρότερος 
£λλων ετών. Ό πρώτος ^' ενταφιασμός έν Αί- 
αχχίφ, χατά τό ι^ιον ΒιβΛίοτ τών άηεθαμέ' 
νωτ^ σελ. 29, είναι δ έζής* «Χίλιους επταχο- 
σιους τρηανταενας μαϊου χοση ενεα επερασε εις 
την αλη ζοει θεο^ορα γηνεχα του παναγηοτη 
μαβρο^αχει ^ιναμομαινη μαι τα αγηα μηστη- 
ρηα χαι την αλη ειμαιρα εθαπτη εις την ενο- 
ρηαν του τόμου ταγηατζου απο εμαινα|τον 
παπαγηανη στεφανοπολο.]> Ό παπά-Γιάννης 
ούτος γράφει χωρίς τόνους χαι πνεύματα, αλλά 
χαι λίαν άνορθογράφως. 'Τπήρξα οπαδός του, 
χωρίς νά τό ειξεύρω ^). — Τφ |-1731 ούίείς 



(1). Σ, τ, ^Εστίας. 'Ος γνωστόν δ χ• Φοφδυς βίνβ οπα- 
δός συστήματος νέου έν τξ γραφ^, τουτέστι του άτονου χ«» 
άπνευματίστου τών λέξβων. Κατ* άπα(τησιν της Δΐίυβύ^^ 
σεως της λ •Έστ(«ς», δ χ. Φαρδύς άπβδέχΟη Γνα 6 τρδ«ς 
ούτος της γραφής μη έφαρμοσθ^ έν τ^ δημοσιβύσ»! της «•• 
ρούσης πραγματβίας του, ητκς ούτω δημοσιβύβται μ«τα ν^' 
νων χα\ πνευμάτων, χατά τδ χο(ν»ς παραδνδβγμένον σηΐ^' 
ρον σύστημα. 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



£3 23Τυΐι. 



77 



γά[ΐος χατ*γράφη εν τφ ΒιίΜω των ύτνατ^ 

|*Βιιβτα( «υνέχβια) 

Ν. Β. Φαρδύς 



Η ΕΛΛΑΣ 

ΕΝ ΤΗι ΠΑΓΚΟΣΜΙΠι ΕΚΘΕΣΕΙ 

ΤΟΥ 1878 

Σπου^αΙως ηρξατο κατ'οεύτάς άναχινού|Χ& νον το 
ζητγ,(ΐ,α τηςΌλυμ,πιακης εκθέσεως. Ή κυβέρνησις 
αζιεπαΐνως (Αερΐ[ΛνΑσα εννοεί νά ιραράσχγ) ά(Αέ- 
ρίΦτον την τε ύλικΫιν χαΐ ήθικην αύτης ύΐ50- 
ίτηριξιν υπέρ επιτυχίας του εθνικού έργου, το- 
σούτον (λάλλον καθ* ίσον ολίγους (χηνας |χετά 
τίΐν εν Αθήναις τελεσθησο{ΐ.ένην εκθεσιν θέλει 
ανοίξει τάς ιτύλας αύτης η (;.εγάλη'παγκόσ(Λΐος 
των Παρισίων, εκ της επιτυχίας ^ε της ενταύθα 
οικογενειακής οίίτως εΙπεΤν έκθεσεως'*, έζήρτηται 
χατΐ (&έγα [Αέρος και η ευπρόσωπος εν Παρισίοις 
παράστασις της Έλλάίος. Έπι τ^ εύκαιρίΰ^: 
τχύτη ίεν κρίνοριεν ίσκοπον νά παράσχω|Αεν 
τοις άναγνώσταις της ^Εστίας άπάνθισ[Αα των 
««ρΐ Ελλάδος κρίσεων της ίιεθνους] επιτροπής 
χβτά την τελευταίαν των Παρισίων εκθεσιν. 
Αι χρίσεις αύται συνετάχθησαν και^συνε(Αίχθη- 
««V (ΐ,•τά τών περί των λοιπών κρατών κρίσεων 
IV όγκω^εστάτφ συγγρά|Λ(λατιέκ200καιέπέκεινα 
τό|ίων. Έπει^η λοιπόν ή άπόκτησις τοιούτου 
«ηγρά|ΐ(ΐατος εινε βεβαίως ίυςχερής, ριεγά- 
λωςφ' άφ' έτερου ενδιαφέρει πάντας νά γινώ- 
«ωσιν δποίαν η Ελλάς παρέσχεν εαυτής εΐ- 
χον« κατά τον ίιεθνή [εκείνον συναγωνισ(ΛΟν, 
νομίζομεν ίτι χρησΐ|λωτάτην έργασίαν επιχει- 
ροΰ|ΐεν ^ιά τής προκειριένης δημοσιεύσεως. 

^ί|μη^ρ^<ι»οι χαρποί/Ά Ελλάς κατέχει εκτα- 
Λν 50, 211 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Σύγ- 
χειται εκ τής Στερεδς και τής Πελοποννήσου 
η του Μωρέως, προς ^έ των νήσων του Αιγαίου 
χαι του Ιονίου αρχιπελάγους. Το έδαφος αυτής 
ιίνε λίαν άνώμαλον* πολυάριθ|χα|δρη5 έξέχουσιν, 
ιφ' ών*πλεΐσται ακαλλιέργητοι γαΐαι^ύπάρχου- 
«IV. Αι πεΐιά^ες εινε (ΐικραί, άλλ' αι κοιλάδες 
λίαν γόνιμοι. 

Ή Πελοπόννησος εινε λίαν εκτεταμένη, 
έχουσα πε^ιά^ας ποταμοχώστους και πάρα- 
γ«γικάς.ξ•;;3 

Το κλίμα τής Έλλάίος εινε λίαν γλυκύ και 
ώραΐον. Ό άήρ είναι καθαρός, καΐ^άείποτε ύπο 
τών' άνεμων τής [θαλάσσης] ^ροσιζόμενος. Ή 
[λέση αύτου θερμοκρασία εινε 18^,2. Δυστυχώς 
ολίγη πίπτει βροχή. Ή £νοιζις εινε λίαν πρώϊ- 
{ΐος αρχομένη άπο του Ιανουαρίου ίιά τής άν- 



θήσεως τής άμυγ^αλέας. Το θέρος εινε λίαν θερ• 
μον καΐ ζηρόν. 'Ομίχλη και χιόνες εινε σπανιώ- 
τατα. Κατά πολλά ή βλάστησις εινε ασιατική 
εντελώς. 

Αί βροχαι εινε συχναι κατά τους μήνας 
Νοέμβριον, σπάνίαι κατά τον Άπρίλιον,Ίούλιον 
και Αΰγουστον,έλλείπουσι ί* δλως κατά τον Σε- 
πτέμβριο ν. 

Αί καλλιεργημέναι γαϊαι εινε 1,240,000 
μυριομέτρων (ίβοΐαΓβδ). Προ^εκ« πέντε ετών αί 
γαϊαι αύται ηύξησαν κατά 50^/^ ένεκα άρο- 
τριάσεων αγρών χέρσων εν ταΐς έπαρχίαις "^ Αρ- 
γούς, Κορίνθου και Θηβών. 

Αι γαϊαι αί ^ιά την καλλιέργειαν δημητρια- 
κών προωρισμέναι εινε 358.380 μυριομέτρων 
^ιαιρούμεναι ως έζής* 

Έχι,φάτ6ία Παραγωγΐ^ 

μνριόμετρα έχατόΜζρα 

σϊτος 160,148 1,540,300 

βρύζα 846 6,650 

κριθή 67,911 589,650 

σμιγάίι 57,750 502,000 

βρώμι 4,078 48,290 

αραβόσιτος 61,816 982,290 

κέγχρος 5,831 46,320 

Ή κριθί) χρησιμεύει προς τροφήν τών Ιππων, 
ήμιόνων, καί προς κατασκευήν άρτου• σμ^γάΛι 
ίέ εινε μϊγμα σίτου και κριθής. 

Τά ίιάφορα ταύτα προϊόντα ίέν έξαρκουσι 
προς την τοπικήν κατανάλωσιν. Κατ* έτος είσά- 
γουσιν εις το κράτος άλευρα ή σϊτον εξ Άμε- 
ρικής,Τουρκίας και Ρωσσίας.ΉΈλλάς δμως εξά- 
γει και αυτή οΐλευρα εις Τουρκίαν. Κατέχει ίέ 
εν 18 κέντροις 44 άλευρομύλους ^ι' άτμου, 
εκτός 300 υδρόμυλων και 900 ανεμόμυλων, 
οΐτινες εινε ^ιεσκορπισμένοι καθ* δλον το κράτος. 
Οι εισαχθέντες σϊτοι άπο τοΰ1872μέχρι του 1875 
άνήλθον εΙς 730,391 {ως 935,048 ^ιακοσιό- 
λίτρα. Ή εξαγωγή κατά το αύτο χρονικον ίιά- 
στημά ην ελαχίστης σπουΑκιότητος. Έκτος 
του σίτου εισάγεται εις την Έλλάία αραβόσιτος 
καΐ κριθή. Ούτως ή εισαγωγή του αραβοσίτου 
κατά την αυτήν ως άνω περίο^ον ην 59,647 
εως 105,853 ίιακοσιόλιτρα. Ή εισαγωγή 
κριθής ην πολύ έλάσσων. 

Αι παραγωγικώταται γαϊαι ανήκουσιν εις 
τάς περιφερείας "Αργούς, Κορίνθου, Θηβών και 
Λεβα^είας. 

Αί νήσοι γενικώς εινε εδάφους ανωμάλου, 
οντος τούτου σχιστώίους ή γρανιτώ^ους. Το 
τιτανώ^ες έδαφος εινε λίαν περιωρισμένον. 

Ή νήσος Κέρκυρα παράγει σϊτον, άραβόσιτον, 
γεώμηλα, καπνόν, οινον κλπ. Το Ιίαφος αυτής 
εινε λίαν γόνιμον, άλλ' ολίγον καλλιεργημένον. 

Ή νήσος Κεφαλληνία εινε ωσαύτως γόνιμος. 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν:^οο^ι^ 



/ 



78 



Ε23Τυ^ 



Ή Ελλάς (ζέθηχβν «ν ττ) Παγχοσρ,Ιφ Έχθέ- 

9βι άραβ09ΐτον, σΐτον %«1 χριθην έξ 60 αΰτης 
^η(Λων. Αι συλλογαΐ αύτοα <ιν& λ(αν εν^ιαφέ- 
ρουσαι. Οι (ΐ&λλον βαρβΐς σίτοι «ζύγιζον 82 
ίως 84 ]^ιλιόγρα(Αμα το Ιχατόλιτρον προήρχον- 
το ί* εκ ΧαλχΙ^ο;, Ναυπλίου, Κυθήρων, Αυλί- 
δος. Ίίΐα οι σίτοι των ^ύω τελευταίων τού- 
των (Λερών άνα(ΐιρ.νησχουσι την γεωργιχην έχει- 
νην ευοαΐ(ΐ.ον{αν,ήτις ηνάγχαζε τον ΉσΙο^ον να 
ύανηση τον άγροτιχόν ρίον. Ό σχληρος σίτος 
του Βώλου εινε έπΐ(Αΐαχης, χρώ(Αατος λεμο- 
νωτου. 

"ΕΛοΛΟΥ. Ή Έλλλς εσχε 27 έχθετας ελαίου 
οίχιαχου, οΐτινες παρουσίασαν διάφορα εΐ^η 
της βιθ(&ηχανίας των, ποιότητος λίαν μετρίας. 
ΕΙς (Λονος εχθετης, δ χ. Σπ. Μαχε^ών (εχ Κερ- 
χύρας) έξέπληζεν ηριας ^ιά της έζαιρέτου ποι- 
ότητος του ελαίου του, διαύγειας άζιοση(Αειώ- 
του, χαΐ γεΰσεως εξαίρετου. Διό χαι άπενε|Αήθη 
εις τον έχθετην βραβεΐον χρυσουν. 

Ή ελαιοπαραγωγή εν Έλλάίι είνε λίαν 
σημαντιχη* υπολογίζεται ε'ις 20 εχατθ(&μύρια 
όχάίας, χαι αποτελεί εν των σπουδαιότατων 
άντιχειμένων της εξαγωγής. Ή χατά το 1875 
εξαχθεισα ποσ6τηςην 14εχατθ(Λ.χιλιογράρι.μων, 
άξίαςπερίπου ΙβεχατομμυρΙων φράγχων.Αί χύρι- 
αι χώραι εξαγωγής έλληνιχών ελαίων εινε η Αυ- 
στρία, Ρωσσία, Αγγλία, Γαλλία, Τουρχία χαι 
Τουμουνία. Ή ελαία εινε ιθαγενής εν Ελλάδι, 
χαι καλλιεργείται επΙ επιφανείας 167,900 μυ- 
ριομ^τρων, περιεχόντων περίπου 11,587,821 
ελαιόδεντρα. Παρά τάς εις την παραγωγην του 
ελαίου εισαχθείσας βελτιώσεις, η βιομηχανία 
αυτή είνε λίαν άτελης, ^ιό χαΐ εινε λυπηρόν 
να βλεπη τις ούτως άμελουμενην παραγωγην 
τοσούτον πλουσίαν, εν χώρ^ ήτις έχει ανάγ- 
κην νά χρησιαοποιηση δλας αύτης τις φυσιχάς 
ΐίηγάς, Ινα οιαθρέψιο και αύξήσιτ) το τ9ίς έξα- 

ίωγης εμπόριον, και νά άνιισταθμίσγ) 6σον το 
υνατον την εισβγωγην. *Ας άναπτύξτρ λοιπόν 
η Ελλάς δλην αίτης την ενεργητικότητα καΐ 
εΰφυιαν, Δστε νά τελειοποιήσγ) το προϊόν, όπερ 
μόνον δύναται νά τ^ προμηθεύσγ) εισόδημα 
σπουίαιότατον ί ι* εργασίας ολιγοίαπανω - 
τάτης. 

Ή ανεπάρκεια των πιεστηρίων και η όλίγη 
μεριμνα,ην ^ί^ουσινείς τάς ελαίας μετά την συλ- 
λογην, εΙνε η κυρία αΙτία τ^ς ευτελούς ποιότη- 
τος του ελαίου. *Η άκη^ία αυτή εινε τοσούτον 
μλλλον αξία ψόγου, όσον οί παραγωγεΐς γινώ- 
σκουσι γενικώς νά κατασκευάζωσιν . £ριστον ε- 
λαιον ^ιά την Ιίίαν αυτών χρήσιν* δθεν εινε α- 
δικαιολόγητοι όμελοΰντες ου μόνον το εαυτών 
συμφέρον, άλλα και το τ^ς πατρίδος αυτών. 

Συμπιραίνομεν ^' βτι εάν η βιομηχανία του 
ελαίου ην μάλλον επιμεμεληρενη,τλ ελληνικά 



έλαια η^ύναντο νά ^ιαγωνισθώσιν εινιτν^ώς 
προς τά άριστα οίας^'ήποτε χώρας. Προς ΐνέ- 
σχυσιν λοιπόν παρεσχεν ή επιτροπή, έκτος του 
προρρηθέντος βραβείου,και εν βραβεΐον χ^αλχουν, 
ετι ίε και 4 έντίμους μνείας. 

Βούτυροκ — ζνρόζ, Τά εκτεθέντα εΧλγινικά 
δείγματα απέδειξαν ^ιά της ατελούς αυτών 
κατασκευ91ς, δτι δ τόπος έχει πολύ είσίτι νά 
εργασθη μέχρις ου παράγωγη άνθρώπινον βού- 
τυρον και τυρόν. 

Ή γεωργία, ήτις ^έν σύγκειται παρά £χ (πι- 
κρών ιδιοκτησιών, αΐτινες εν τούτοις κέκτν}νται 
πάσαι πρόβατα, αίγας και αγελάδας, ώφειλε 
ν' άσχοληθη σπουίαίως εις την άνάπτυζιν των 
εκ του γάλακτος προϊόντων • είνε το κάλλιστον 
καθημερινον εσο^ον, βπερ εις γεωργός δύναται 
νά πορίζηται εκ τών ζώων του. 



[Έπβτακ συνέχ•κα]. 



Ημάς Λιαεοπουα.ο£. 



ΚΡΙ2ΕΙ2 ΝΕΚΡΟΥ 



ΕΙς πάντας εινε γνωστή [η άίελφικη φιλία, 
ίι'ης δ ίιάσημος Ρώσσος συγγραφεύς Τουργένιεφ 
ζών ητο συνδεδεμένος προς τους επιφανέστερους 
τών συγχρόνων^Γάλλων λογίων, τον Ουγκώ, τον 
Φλωμπερ,τον Ζολά,τούς Γκογκούρ,τον Δω^έ,κτλ. 
Εκείνο 6μως δπερ ουδείς έγνώριζε εινε τι «φρονεί 
πραγματικώς δ Τουργένιεφ περί αυτών, οίτινες 
πάντες έγραψαν τρυφερωτάτας και ενθουσιώδεις 
σελίδας περί του Τουργενιεφ.ΒιβλΙον τι του Ρώσ- 
σου μυθιστοριογράφου και ανταποκριτού τ^ς 
εφημερίδος «Νόβογιε Βρέμια]» (Νέος Χρόνος) εν 
Παρισίοις Παυλόβσκη, εσχάτως έκίοθεν, περιέ- 
χει περί τούτου αποκαλύψεις, αϊτινες ζωηροτά- 
την ένεποίησαν έντύπωσιν εΙς τον εν Γαλλίίκ 
φιλολογικον κόσμον. Το βιβλίον περιλαμβάνει 
πληθύν κρίσεων περιέργων, ανεκδότων, επιστο- 
λών και αποσπασμάτων, άτινα εγένοντο αφορ- 
μή αληθούς φιλολογικού σκανδάλου. 

"Έν τινι τών περιεργοτέρων του βιβλίου 
κεφαλαίων , αναφέρει δ Παυλόβσκης τάς 
περί του Ουγκώ κρίσεις του Τουργένιεφ. «Τα 
μυθιστορήματα του Ουγκώ•, ελεγεν δ Τουργέ- 
νιεφ, «είνε άπ' άρχης μέχρι τέλους ψευίη. Ότε 
ημην πολύ νέος, αϊ αΤελευταϊαι ημέραι ένος 
καταίίκου» μι κατέθελξαν άλλ' δτ«ν άνέγνω- 
σα εκ νέου το βιβλίον βραίύτερον, εύρον αύτο 
άποτρόπαιον. Ό ηρως αυτού ίεν εινε πρόσω- 
πον, λαλούν την γλώσσάν του• νομίζει κάνεις 
8τι παρευρίσκεται εΙς την παράστασιν άθλίορ 
μελοδράματος ... Ό Βίκτωρ Ουγκώ είνε δ 
μεγαλείτερος λυρικός ποιητής τού αιώνος. Άλλ 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



Ι 



Χ3 22Τυ^ 



79 



ί«; (&υΟιβτοριογράφος £ΐν€ κατώτερος πάσης 
ιρίαιως». 

Ό Τουργίνιβφ, δστις ^ιετίλει εΙς άτοριικην 
ίχέσιν {Μτά του Βίχτωρος Ουγκώ, ίιηγβϊται 
!»ρί «ντου χαι το ίζης φχι^ρότατον άνεκαοτον, 
:«ιρ <|Α(ι>ς ^εν φαίνεται άχριβες : αΕινε Ανθρω- 
::ςς, ^κάσχων εχ (ΐ.εγαλθ|χαν(ας. Τόσον στενοκέ- 
φαλος χαι ά|ΐαθγ}ς είνε, ώστε ^υσχόλως παρα- 
ίίχίτκΐ τινα εφά[Λΐλλον προς αυτόν. Δεν γνω- 
ρίζ<: ^ΰ^ε|^ι(ο^ν ζενην γλώσσαν χαΐ ουδέποτε ά- 
ήγν«ι ζϊνον τινά ποιητην.Κ£ποτε συνω(ΐ.ιλου(ΐ.εν 
ηρι τ^ς γερ[ΐ.ανιχης ποιησεως. Ό ΒΙχτωρ Ούγ- 
χω, βστις ίέν ήθελε να γίνεται λόγος ενώπιον 
του περί τοιούτου θεριατος, άνεχραζεν : <τ Το 
ώραιότερον έργον του Γχαΐτε εινε δ «Βαλλεν- 
στάΐν». — «Με συγχωρείτε, ^ι^άσχαλε, ειπον, 6 
€Βαλλενστίίν9 ίίν είνε του Γχαΐτε, άλλα του 
Σιλλερ». — «Το Ιίιον (ίου χάμνει. Δεν άνέγνω- 
η ούτε τον Ινα ούτε τον £λλον, άλλα τους 
ριιρίζω χαλλίτερον χαι άπό εχείνους, οι δποΐοι 
τους εΐζεύρουν εχ στήθους Ι 2>. 

Όσον ολίγον έξετίρια δ Τουργένιεφ τον Βί- 
ιτωρβς Ουγχώ χαΐ ώς (λυθιστοριογράφον χαι ώς 
ίνβρωπον,τοσουτον έζεθείχζε την Γεωργιαν Σάνί 
XXI τον Φλωριπερ. Ό τελευταίος Ι^Ιως ητο το 
Ιίανιχόν του. Έθεώρει αυτόν ώς ενα των |Αεγα- 
λιιτερων συγγραφέων του χόσ(Αου. 

Προς τον Ζολά δ Τουργένιεφ χαρίζεται άρ- 
χούντως, αλλά ά|ΛεΙλιχτος εινε προς τον Γογ- 
χοΰρ. «Ό συγγραφεύς» άνέχραξε ποτε δ(Αΐλών 
ϊ:»ρι Γογχούρ,α^εν εννοεί διόλου περί τίνος γρά- 
γιι. είνε ψευδής χαι ίζεζητη|Αενος από των πρώ- 
^ιιν σελίοων.ΐ) Περί ενός των |ΐυθιστορη[ΐ.άτων 
^ Γογχούρ, τ9^ς Ρ&υβϋη, λαλών δ Τουργένιεφ, 
β^γεν «Ό Γογχούρ ηθέλησε να περιγράψη τάς 
χ^ας στιγι^άς του βίου (χεγάλης χαλλιτέχνι- 
}«ς, ώς της Ραχήλ, της Βιαρ^ώ, ττίς Σάρας 
Βιριάρ, χαι τά μετά την πρώτην επιτυχ:αν αΐ- 
ίΛίμιτα. Τραγέλαφος ακατάληπτος. Ι.• *Α- 
νίννωσα το {ΐ.υθιστόρη[ΐ.α μετά της κυρίας Βιαρ- 
ϊδ, ήτις τό ηννόησεν. ΊσχυρΙζετο ^έ δτι άπ' 
«ρχης μίχρι τέλους πάν ί,τι δ συγγραφεύς Ιγρα- 
Ιίυ ητο ψευδές. Δεν αισθάνεται ταύτα η μεγάλη 
^λλιτεχνις χαι εζ βσων αισθάνεται ού^εν γνω- 
ρίζει δ Γογχούρ.}» 

Οϋτε δ Βαλζάχ αυτός ^έν ευρίσκει χάριν πα- 
?λ τφ Τουργένιεφ. «Ό Βαλζάκ, λέγει, εινε ε- 
ίνσνράφίύ^ ίίν εινε καλλιτέχνης,» Έν τφ νέφ 
λογογ($^ ίΐ|> Οαγ άθ Μ&υραββ&ηΙ ανευρίσκει τά- 
λβιντον ^^οσερόν, διαυγές, ύγιες. «Τουλάχιστον 
χυτός ^ίν βλέπει μαύρην την ζωι^ν. Αί θεωρίαι 
του άκριβ&ς εινε αντίθετοι προς τάς των οπαδών 
της φυσιολογιχίΐς σχολής.» 

Άλλα σκληρότατος ιίίφ ίείκνυται προς τόν 
Άλφόνσον Δω^ί δ Τουργένιεφ, καίτοι ^ι' Ιδιαι- 
τέρας φιλίας συνε^έετο μετ' αΰτου. Ό «Δω^έ, 



άναχράζει, « δποΐα μη^αμινότης ! Δεν χά- 
μνει άλλο παρά νά μιμηται τόν Δίχενς. 
Και τί άνθρωπος ! . . Όποιος χαραχτηρ ! Έπι- 
τη^ειότατος και πρακτικώτατος μεσημβρινός, 
ψευίενάρετος δστις γνωρίζει πολύ καλά τό συμ- 
φέρον του. Οι φίλοι του χατακρίνουσι τά έργα 
του και μου τόν εστόλισαν οχι και καλ- 
λίτερα » . ΕΙς ταύτα άπηντησεν δ Δω^έ 
μετά πικρίας* «;Τΐνας φίλους μου εννοεί δ 
Τουργένιεφ και πώς ήσαν φίλοι μου, άφ* ου με 
έγνώριζον τόσον καλά ; Αυτόν τον αγαθόν Σλά- 
βον ποιος τόν έζηνάγκαζεν εις τούς προς εμέ φι- 
λικούς μορφασμούς του ; Τόν βλέπω εις την 
τράπεζάν μου προσηνή , τρυφερόν, νά φιλ^ 
τά τέκνα μου ! "'Βχω εγκαρσίους, θελκτικάς έ- 
πιστολάς του. Και υπό τό μειδίαμα τούτο τ^ς 
άγαθότητος Ιίου τί έκρύπτετο ! . . . θεέ μου ! 
πόσον παράδοξος εινε δ βίος και πόσον ωραία 
ιίνε η ωραία αύτη λέζις της ελληνικής 
γλώσσης• ΕΙΡΩΝΕΙΑ ; » 

Κ. 

καρφίς ααιμοδετου ψαααουςα 



Ευφυής Παρισινός τεχνουργός χατεσκεύασε 
περιεργότατον κότμημα, καρφίδα λαιμο^έτου, 
παριστώσαν κεφαλήν πτηνού. Παρακαλείτε τινά 
νά παρατήρηση την καρφίδα του λαιμο^έ- 
του σας, αμέσως ίέ τό πτηνόν ανοίγει τό ράμ- 
φος και άρχεται έκφραστικωτάτου κελα^ημα- 
τος. Ή καρφίς του λαιμο^έτου σας ψάλλει, 
προς μεγίστην εκπληξιν τών παρεστώτων. Ή 
καρφίς εινε έμπεπηγμένη εΙς καθειμένον λαιμο- 
δέτην εις τό κάτω αύτου μέρος, δπερ αποτελεί- 
ται εκ μικρού σωληνος εφαρμόζεται έτερος σωλην 
εκ καουτσού, άποκρυπτόμενος υπό τόν ύπεν^ύ- 
την. Ό σωλην ούτος έχει μήκος 60 ύφεκατομέ- 
τρων, απολήγει ί* εις ελαστική ν σφαϊραν, ην 
θέτομεν εις τ^ θυλάκιόν μας. Ό μηχανισμός 
τ9)ς καρφίδος εινε τοιούτος, ώστε δταν πιέζγ) 
τις την σφαϊραν καί δ άήρ ίιά 'ίού σωληνος α- 
νέρχεται προς αυτήν, παράγεται ήχος, παρεμ- 
φερής προς τόν του κελα^ήματος πτηνού. Ή 
ψάλλουσα καρφίς ενεργεί απλούστατα ^ιά της 
πιέσεως της χειρός, στοιχίζει ίέ 20 φράγκα μόνον. 
Όταν θέλτρ τις νά μεταχειρισθη αύτην ώς 
απλούν κόσμημα, αφαιρεί τόν έλαστικόν σωλή- 
να. *Αρκεΐ ^έ νά έφαρμόση αυτόν εκ νέου. Ινα 
άπο^ώση «Ί^ '^^ν καρφίδα την περίεργον αύτης 
ιδιότητα. Συνκστώμεν τό πρΜτότυπον κόσμημα 
εις τούς ημετέρους κομψευτάς. 



Ή ζηλοτυπία εινε αμφιβολία και η αμφιβο- 
λία είνε της αληθούς αγάπης θάνατος. 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



80 



ΒΒτίΜ, 




ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

Ή άβιβαιότης τϋς ευτυχίας βίν• σκληρότερα 
η της δυστυχίας η β•βαι6της. 

Κθ(|Ααται £ν£υ ονείρων [χόνος δ ζών Ανευ ελ- 
πίδων. 

*Άν τοι όνειρα η|Αών πάντα ίπραγρ,ατοΰντο, 
ευθύς θα έπαύθ(&εν όνειρευό[Λενοι. 

Το χάλλος ώς δ ά^ά|Λας άχτινοβολεΐ ινλειό- 
τερον δταν περιβάλληται ύπο χρυσού. 



Μόνος δ έχων χαρ^Ιαν ενθυ|χειται- 
^α είνε επιλησ(Αον. 



-το πνβυ- 



Πολλάχις ^ύο 
{χίαν χαράν. 



λύπαι ένού(/.εναι άποτελοΰσι 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 



"Αγγλος έχατομμυριουχος, δ χ. Φαίυ, χατοιχων 
ίν Γοοαναξοϋάτω του Μεξιχου, ήρξατο νής οίχοδο- 
μής μεγαλοπρεπούς εναερίου άναχτόρου, βπερ θέλει 
ίχει ϋψος έχατδν μέτρων χαιθά περιστοιχίζεται ύπδ 
χήπων απέραντων, άναμιμνησχόντων τους περίφημους 
«χρεμαστούς χήπους» τ^ς Βαβυλώνος, εις ους ή 
άνάβασις θα γίνεται δια γιγαντιαίου άνελχυστγίρος. 
Τδ έναέριον άνάχτορον, όπερ θα ονομασθη «Άνά- 
χτορον τίΐς Σεμιράμιδος», θα διατελη εις τηλεφω- 
νιχήν συ^ριοινωνίαν προς την πδλιν, το ύδωρ δε θα 
διοχετεύεται εν αύτφ έχ πηγής, ήν ήγέρασεν δ χ. 
Φαίυ. Το περιεργότερον εΙνε δτι το άνάχτορον τοΰτο, 
δπερ θα ύποδαστάσωσι γιγαντιαΤαι σιδηραϊ σττίλαι, 
θα χατασχευασθη χαθ' δλοχληρίαν έχ . ... ναστο- 
χάρτου Ι 

Τδ εν Παρισίοις ιστοριχδν μουσεΤον νής πέλεως 
απέχτησεν εσχάτως περίεργον άντιχείμενον: βόστρυ- 
χο** έχ τριχών τίΐς χεφαλΐ]ς του Ροβεσπιέρρου, έγχε- 
χλεισμένον έντδς μεταλλίου, έφ' ου δ μαρτυριχδς 
στέφανος περιβάλλει τον θυρεδν τΐ|ς Ίσότητος, φέ- 
ροντα έγχεχαραγμένην την ήμερομηνίαν τ^ίς δολοφο- 
νίας του φοβερού δημεγέρτου.Τδ περίεργον τούτο λεί- 
φανον άνφιεν εΙς την άδελφήν του Τοβεσπιέρρου ής 
άποθανούσης περιήλθεν'διαδοχιχώς εΙς άλλους.Οινΰν 
δε χάτοχοι αύτοΰ τδ έδώρησαν ε!ς τδ ιστοριχδν μου- 
σεΤον τί|ς πόλεως τών Παρισίων. 

Έάν ήδυνάμεθα να πιστεύσωμεν άμβριχανιχήν 
τίνα έφημερίδα,έν Βουχουρεστίφ αί έπισχέψεις τ7]ς πρώ- 
της του ίτους γίνονται χατά τρόπον δλως πρωτότυ- 
«ον. "Εν τινι μεγάλη πλατεία, ήτις χαλέΤται Αγορά 
τώνΈπισχίπτηρίων, συναθροίζονται Λ δπηρέται δλο- 
χλήρου τί[ς πέλεως, φέροντες χάνιστρα πλήρη έπι- 
σχεπτηρίων. *Έχαστος υπηρέτης έχφωνεΤ τδ δνομα 
τών χυρίων του διαδοχιχώς,πάντες δ* οι άλλοι ύπη- 
ρέται τών προσώπων τών εύρισχομένων εις σχέσιν 
μετ αυτών προσέρχονται χαι έπιδίδουσι τά έπισχε- 
::τήρ!ά των,τοποθετούμιενα εν ιδιαιτέρφ διαμερίσματι 



ϋ'ν Α•ην«κ εχ τ•υ τυΐΜγραφιΙου των χαταστηματων ανιζΤΗ ΚΔΝΖΤΑΝΤΙΝΙΑΟΥ. 1881 — 1223 



του χανίστρου' «Ούτως ή ανταλλαγή τών έπισχε- | 
πτηρίων», επιλέγει ή άμεριχανιχή έφημ6ρις,«γίνετ« 
άχέπ<ι)ς χαί ευχαρίστως δια πάντας. Άβρδτης χαί 
άνεσις Ιχανοποιουνται άμφδτεραι.» Είνε τ^ δντι πε- 
ρίεργον πώς γράφεται ή ιστορία εν Άμεριχη ! 

Μη άρχούμενοι εις τά έφευρεθέντα μέχρι τούδε 
^αντοΤα βΓδη ποδηλάτων, οι έρασται τής ποδηλασίας 
επενόησαν τδίστιοφδρον ποδήλατο ν. "Αγ- 
γλος τις μετά τγ|ς συζύγου του άναχωρήσαντες 
την πρωίαν έχ νής γαλλιχτίς πόλεως ΗοηίϊβυΓ επί 
οχήματος τοιούτου άφίχοντο την εσΊζέροη εις Ρουάν, 
διαδραμέντες 72 χιλιόμετρα. *Άμα ώς έπι λεω- 
φόρου τινός δ άνεμος ήτο εύνοϊχός, οι έπιδάται του 
ποδηλάτου άνεστήλουν μιχρδν ίστδν έχ ξύλου βαμ- 
6οΰ, άνεπετάννυον τδ ίστίον χαι τδ ποδήλατον έτβ- 
ξείδευε . . . πλησίστιον. ΚαΙ είς αύτάς τάς ανωφέ- 
ρειας ή χίνησις τών χινητηρίων ποδείων άντιχαθί- 
στατο ύπδ του Ιστίου .Έάν δ άνεμος ίπνεεν ενάντιος, 
Ιστδς χαι Ιστίον άνηρτώντο χατά μί|χος του ποδηλά- 
του χαι τδ ποδήλατον έχινεΤτο δώ τοΟ συνήθους τρόπου. 

"Ολως ειδιχώς θέλει συμμετάσχει ή χδλις τών 
Παρισίων τίίς παγχοσμίου έχθέσεως του 1889. Το 
Δημοτιχδν Συμβούλιο ν έψήφισε πίστωσιν 700,000 
φράγχων πρδς άνέγερσιν δύο μεγαλοπρεπών περι- 
πτέρων, εν οίς δ Δείμος θά έχθέση τάς συλλογάς. 
Μεταξύ τών έχτεθησομένων άντιχειμένων συγχατοκ- 
λέγονται τάεχτυπα υποδείγματα τί}ς Σορβόννης χαί 
ττ5ς ίατριχ^Ις Σχολής. Τέσσαρα μεγάλα σχεδιογρα- 
φήματα παριστώσι εν γενιχαΤς γραμμαΤς τους ίΐβ- 
ρισίους χατά τδ 1789 χαί 1889. Δέχα ωραιότατα: 
χαι άχριβέσταται ύδατογραφίαι παριστώσι την γειτ- 
νιάζουσαν πρδς τά όχυρώματα ζώνην νί^ς πόλεω:, 
ήτις διατελεί εν πλήρει μεταμορφώσει. Ή ΰτηρεσία 
τής υγιεινής τής πόλεως θά έχθέση εν τί)^ χήπφ, 
τώ περιβάλλοντι τά περίπτερα τοϋ Δήμου, δύο υπο- 
δείγματα οιχιών, τής μεν χατεσχευασμένης ύφ* δλους 
τους δρους τής υγιεινής, τής δ* ετέρας ουχί. Φωτο- 
γραφίαι, σχεδιογραφήματα, σχέδια θά έξειχονίζωτι 
τάς προόδους τάς έπιτελεσθείσας χατά την τελε»- 
ταίαν δεχαετίαν εν τοΤς διαφόροις τής πρωτευούσης 
ύπηρεσίαις. 

Έν Έδιμβούργφ θά άνεγερθη προσεχώς τδ ί'- 
ποδρόμιον, δπερ χατεστράφη εσχάτως έχ πυρχαΥ^• 
Τδ νέον Ίπποδρόμιον ου ή δαπάνη δεν θά ύπερβη τα; 
125,000 φράγχων, μολονότι θά περιλαμβάνη τρι- 
σχιλίους θεατάς, θά άνοιχοδομηθη άποχλειστιχως δ'• 
υλών άφλέχτων'αύτά τά εδώλια τών θεατών θά ί^- 
χρισθώσι δι' ύλης, μη ύποχειμένης ^ί^άνάφλεξι^ 
Θεωρεία δεν θά Ιχη τδ ίπποδρόμιοί, ος1^|?ϋ^ ^' 
-αύτοΟ θά- ίχν^ 'άμφ£θέα7ρ(ν.ήν 119ΕΥβ9ΚεΟ^^ 

Ό Άγαθόπουλος εινε μεμνηστευμένο(^ Ι^^'^* *®' 
λυφέρνου νεανίδος, άλλα φοβείται τδν γόί^χον. 

— Κουτέ, τφ λέγει δ πατήρ του, {^^ως χβί ^Τ** 
δεν ύπανδρεύθην. 7 

— Ναί, άπαντ^Ι δ Άγαθόπουλος, Γάλλά συ ί^Γ 
ρες την μητέρα, ενώ εγώ πρόχειται νά ^υμψεΜ μ» 
μίαν άγνωστον ! ^-^ γ 

Β Ι ρ Ι ί ϊ ζΘΟΐ3νν_ΐΟΟ^ί^ ' 



χ 



Αριθ. 652 — ΛβτΓτά είκοσι πέντε. 



βχος: ιγ•'. 





ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΤΡΙΑΚΗΝ 



Τ6:<.ο^ ΚΕ^. 



4«& 1 *1«νον•ιρ• Ι»Α«τ. «τους ««Ι ιΤνκι Ιτή«ι«ι• — ΓρκφιΤον ΑιΐυΙ. *θΙ&ς 2τ«^ιου 82» 



7 Φεβρουαρίου 1888 



ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΑΡΠΑΓΗ 
ΓΥΝΑΙΚΠΝ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΕΛΛΗ ΣΙ 



Συμπαθητιχώτατοι (Μταζυ των &ρ.ηριχών 
Υΐρώων βίναι &(Αθλογου[Λένως δ Έκτωρ και δ 
Ό^υσσεύς ενεχα της προς τάς συζύγους των ά- 
γά•ΛΥ)ς. Ή Έκτορος και *Ανίρο(χ.άχ7ΐς 6(χ.ιλΙ«, 
ι;αριστα|Αενης καΐ της τόνπαι<^α αυτών φερού- 
9Ί\ς τροφού, είναι εκ των ωραιότατων ούχι ερω- 
τικών — το ονορία εν τη περιστάσει ταύτη είναι 
βχ^ιίον βεβηλον — άλλ' οικογενειακών σκηνών, 
αΐτινες εγράφησαν ποτέ ύπο χβιρος ποιητοΰ. Κα- 
τώτερον αύτης ^έν είναι το (ΐ.υθιστόρη(ΐα του Ό- 
^υσσέως και της Πηνελόπης (χητε κατά την 
σύλληψιν [Λητε — εν τοις πλεΐστοις τουλάχιστον 
— κατά την έκτέλεσιν. Ή αγάπη του Ό<ϊυσ- 
σίως προς την πατρίία και την γυναικά του 
είναι τοσαύτη, ώστε ύπερνικ^ δχι μιόνον την ίυ- 
β|λέν<ιαν του (χεγάλου Ποσειδώνος, άλλα και 
τον έρωτα ίύο πολυριηχάνων καΐ πολυθελγητρων 
θεαινών. Άφ* ίτέρου η Πηνελόπη, η ασθενής 
γυνή, ^εν άπαυ^α άνα[Λένουσα έπΙ είκοσι [χακρά 
ετη τον απόντα σύζυγον, η παθητική αύτης 
άντίστασις ίέν καταβάλλεται ριη^' δτε έκατον- 
τάς ίλη (Μνηστήρων νεαρών και πλουσίων εγ- 
καθίσταται εν τη οΙκΙί>: του Όίυσσεως απει- 
λούσα δτι ίεν θά εξελθη αύτης πρΙν ή Πηνε- 
λόπττ) εκλεξη &νίρα. 

Το σέβας δ|Λωςι 8περ η Ό[Ληρική κοινωνία 
ταΐς γυναιζίν άπένε[χ.εν, εκπροσωπεί προ πάντων 
η Άρη^, ή σύζυγος του Αλκινόου, βασιλέως 
των Φαιάκων. Ή θυγάτηρ αύτης ΝαυσικοΙ 
«υριβουλεύει τον Ό^υσσεα, 8ταν φθάση εις τον 
οίκον του πατρός της και εισέλθη εις την αΐθου- 
σαν, να ίκετεύση πρώτον την Άρη την, ούχΙ τον 
Άλχίνοον, δπως τύχη του σκοπού του. Το αύτο 
ίπαναλα[ΐ.βάνει κατόπιν και η Άθηνα υπό την 
|ΐορφην κόρης θνητής προσθέτουσα βτι τΐ|χάται 
η 'Δρητη είλικρινώς ούχι (Αονον ύπο τών υιών 
της και του ανδρός άλλ* ύπο παντός του λάου, 
χαι ΟΤΙ αύτη διαλύει πολλάκις τας φιλονεικίας 
τών άντρων. Έάν κερ^ησης, λέγει η θεά, την 
ευνοιαν εκείνης, υπάρχει έλπις να φθάσης εις 

ΤΟΜΟΣ ιβ'— ι888. 



την πατρίδα σου καΐ νά ϊ^ης τους φίλους σου. 
Και δ Όίυσσεύς ακολουθών τάς συρ,βουλάς ταύ- 
τας επιτυγχάνει δ,τι έπεθύ[χει, καΐ |χείζονα (ΐά- 
λιστα τών ελπίδων του. 

Και δ(χως αί γυναίκες αύται, α! τοσαύτην ά- 
γάπην και τοιούτον σέβας νά έ(Απνεύσωσιν ίκα- 
ναι, ήσαν άγορασταΐ. Έν τοις Ό|Αηρικοϊς ποιή- 
(Αασι το συνηθεστατον [ΐ,εσον ^Γ ου δύναται δ 
άνήρ ν' απόκτηση γυναίκα είναι τά κτήνη, και 
αί παρθένοι όνθ(/.άζονται άΛφΒσίβοιαι ώς αύζά- 
νουσαι τάς άγέλας τών γονέων των. Ό "Εκτωρ 
έπλήρωσε πολλά εις τόν γέροντα ΉετΙωνα ^ιά 
ν' άγοράση την Άνίρο|Αάχην, εάν ίέ ^έν ητο 
δ ιοιος υιός βασιλέως ισχυρού και πλουσίου, η 
Άνίρομάχη θά ένυ|χφ8ύετο ίσως παχύν τινα 
κτη(Αατίαν η γεωργόν ίυνά(χενον νά προσφέρη 
εΙς τόν πατέρα της πλείονας βούς και πλείονα 
πρόβατα. Εννοείται δτι δσον ωραιότερα ητο η 
προς γά(Αον κόρη, τόσον περισσότεροι και οι ρ^νη- 
στηρες καΐ τόσον (λεγαλειτέρα και η τΐ(χή, ήτις 
ίι' αυτήν προσεφέρετο. Ό Νηλεύς δ πατήρ του 
Νέστορος, είχε κόρην ώραιοτάτην, την Πηρώ, 
ην πολλοί εζήτουν εις γά(Αθν, ούτος ^έ ύπέσχετο 
νά τήν ^ώση εις εκείνον, δστις ήθελε τφ φέρει 
τάς άγέλας του Φυλάκου, βασιλέως τινός της 
Θεσσαλίας. Το έργον τούτο άναλα|Λβάνει νά κα- 
τορθώση δ Μελά|Απους, τψ δντι ίέ τό κατορ- 
θώνει ^ιά της (/.αντικης σοφίας του. Ούτω 
και εις πάσας τάς λοιπάς εν τοις επεσι ρ.νη(ΐ.ο- 
νευθ|χένας περιπτώσεις δ πατήρ της κόρης πω- 
λεί αυτήν τοις ρ.ετρητοϊς η άντι έργου τινός 
φέροντος κέρδος αύτφ. Ό Όθρυονεύς π. χ. έζή- 
τει τήν θυγατέρα του Πριά|χου Κασσάνίραν εις 
γά[Αθν, ύπέσχετο ί* άντ' αύτου νά έκβάλη της 
Τροίας τους Έλληνας, άλλα πριν εκτέλεση τήν 
ύπόσχεσίν του εφονεύθη ύπό του *Ι^θ[Λενέως. 

Ή κόρη έν τούτοις ούίέποτε ήρωτάτο περί 
της κλίσεως της. "^Ωφειλε νά ίεχθη ώς &ν^ρα 
εκείνον, δστις ήθελε προσφέρει τφ πατρί της μεί- 
ζονα ^ι* αύτην τΐ(Λην. Μετεβιβάζετο απλώς ώς 
κτη(χα οιονδήποτε από της κυριότητος του πα- 
τρός εις την του ανδρός, βστις πάλιν ώς κτη[Αα 
ή^ύνατο, εάν ήθελε, νά τήν πώληση η ίωρήση 
εις άλλον. Περί του ίευτέρου ^ίν ύπάρχουσι 
|ΐεν πολλαι (χαρτυρίαι, [χία δ[ΐ.ως είναι σαφέστα- 
τη* δ ολίγον ανωτέρω μνη|ΐ.ονευθεις ^ελά(ΐ,που£ΐ 



82 



£2Ζ3Τυ^ 



ως κερίηίτας ίι« της *τοφΙας του την ώραίαν 
Πηρώ είώρησεν αύτην εις τον ά5ελφόν του 
Βίαντα, αύτος ί' ένυμιφεύθη άλλην. Και η πο- 
λύτψος αυτή του Ό[Λ7ϊρου (χυθικη ίιήγησις 
πιστοΰται, δσον άφορήέ την ίωρεάν της γυναι- 
κός, εκ ςτεριεργου τίνος γεγονότος συ(Λβάντος ττερι 
τα τέλη του έκτου αιώνος εν Σπάρτη, οπβρ δΉ- 
ρόίοτος ώς ιστορικόν παραίίίει η(Αΐν. Αρίστων 
δ βασιλεύς της Σπάρτης ηράτο της γυναικός 
του φίλου του *Αγήτου, δπως ί' απόκτηση αυ- 
τήν (Ληχανάται το έξης* Συριφωνεϊ (χετά του 
φίλου του να ^ώση εΙς αύτον εν εκ των πραγ- 
ριάτων η κτη(χάτων του, το οποίον εκείνος η- 
θελεν εκλέξει, ν' άφήση ίέ και δ 'Άγητος αυ- 
τόν έπειτα να έκλέζη εν των κτημάτων εκείνου. 
Ό "Άγητος (Ληίέν ύποπτευό[Αενος ίέχεται την 
συ(χφωνΙαν και εκλέγει εν εκ των πραγ(Λάτων 
του Άρίστωνος, ούτος (ίέ, δταν ηλθεν ή σειρά 
του, ζητεϊ την γυναίκα του φίλου του. Ό "Α- 
γητος ίια[/.αρτύρεται κατά της έπιβουλης,έπειίη 
δ[λως η συριφωνία είχε γίνει (χεθ' δρκου, αναγ- 
κάζεται να ένίώσγ) και παραχωρεί την γυναι- 
κά του εις τον *Αρίστωνα. Το άνέκίοτον τοΰτο 
ηκουσεν 6 Ηρόδοτος, ώς φ3^ινετάι, εν αύτη τη 
Σπάρτη, ίέν υπάρχει ίέ λόγος ν' ά|Αφιβάλλη 
τις περί της αληθείας αύτου, άλλα και αν ύπο- 
τεθη, δτι εινε (χόνον άνέκίοτον και ούίέν πλέον, 
δτι δρ.ως οι Σπαρτιάταιτο ίιηγουντο ώς αλη- 
θές, αποδεικνύει δτι ίέν το έθεώρουν και άπίθα- 
νον. *Αλλ' εν Σπάρτη εις χρόνους ιστορικούς εί- 
χον ^ιασωθη εθΐ|Λα παλαιότατα, πολλάκις αρ- 
χαιότερα κατά πολύ και αύτης της δ(χηρικης 
εποχής. "Αλλοίς τε είναι πρό^ηλον, δτι εθΐ(Λα 
τοιαύτα, ώς ή (Αεταβίβασις γυναικός ένεκα 
στοιχηριατος, τεθέντος ίσως εν στιγμ,η μ,έθης έ- 
λαφράς, ^έν γεννώνται εν έποχαϊς άκρ,άζοντος 
πολιτισ[ΐ.ού, άλλ' είναι λείψανα θεσ(λών άνερχο- 
(λένων εις χρόνους ημιβαρβάρου καταστάσεως, 
θα φανη λοιπόν ίσως παράίοζον, πώς ύπο 
τοιούτους εξευτελιστικούς ίιά την γυναίκα κοι- 
νωνικούς δρους ηίύνατο νά βλάστηση και ν* ά- 
ναπτυχθη η τρυφερά της Πηνελόπης και της 
*Αν^ρθ[Λάχης αγάπη η το σεβάσ(Λΐον ριεγαλεϊον 
της Άρήτης και προ πάντων πώς οι άνδρες ήού- 
ναντο νά αισθάνωνται ακριβώς ειπείν σέβας 5ιά 
γυναίκας, αϊτινες κατ* ούσίαν ^έν ίιεφερον των 
άλλων κτηρ,άτων του οϊκου των. Και ρ.η νο|Αί- 
ση τις δτι τα τρία παραίείγ(χατα,ά άνεφέρο[Λεν, 
άποτελούσιν έξαίρεσιν, δτι 5έ τών £λλων γυναι- 
κών η θέσις ούίεν είχε το ποιητικον και ζηλω- 
τόν. Ό Άχιλλεύς, δ άγαρ,ος, δ παράφορος (χέ- 
χρις άγριότητος, λέγει παρ* Όμηρφ γενικώς, 
δτι πάς άγαθος και φρόνΐ|Λος άνηρ άγαπό: την 
γυναικά του και πονεϊ αύτην. 

Ή άντίφασις αΰτη (/.εταξύ τών έπισή|Αων 
θεσ(Αών και της πραγ(ΐ.ατικης θέσεως της γυ- 



ναικός εν τη κοι.νωνία εξηγείται εκ τούτου, δτι 
η δ[ΐηρικη έποχη αποτελεί το τέλος (χακρας 
περιόδου της ιστορίας τών Ελλήνων, τ τις προϊ- 
στορικής ίηλαίή περιόδου, ης ϊίια εινχι καΐ τά 
(Λνη[ΐ.ον8υθέντα εθιρια. Ή δ(Αηρικη κοινωνία φέ- 
ρει άκό(χ.η εν πολλοίς τον τύπον χρόνων βαρβά- 
ρο)ν, χωρίς αύτη νά ηναι βάρβαρος, φορεί τρό- 
πον τινά φόρε[λα αεσαιωνικόν, εν 6> νεωτερίζει 
κατά τον βίον και τα αΙσθή(Λατα. Και τούτο 
επέρχεται πανταχού, δπου η άνάπτυζις του 
λαού προβαίνει φυσικώς και ελευθέρως. Οί Οεσ^χοΙ 
ακολουθούν και γενικεύουν τάς ιίέας, ^έν προη- 
γούνται αυτών, το περιέχον μεταβάλλεται κατά 
το περιεχό(χ.ενον. Αι 1<^έαι δμ(.ως,.έξών έγεννήΟη 
δ θεσ(/.ος της άγορδίς τών γυναικών, ^έν ήσαν 
πλέον ΐίέαι της δ(/.ηρικης εποχής, και τούτο 
απεδείχθη ούχΙ πολύ βραίύτερον, δτε επεκρά- 
τησεν ή συνήθεια δ πατήρ της κόρης νά προικί- 
ζη αυτήν, ούχι νά την πωλη. *Αλλά και εν 
αύτοις τοις δμηρικοϊς ποιήρ,ασιν ευρίσκονται εν- 
δείξεις πολλαι της προόίου ταύτης. Ό Άγα- 
(;.έ(;-νων προσφέρων τω Άχιλλεϊ [Αίαν τών θυγα- 
τέρων του εΙς γάριον υπόσχεται νά την προίκιση 
(χ,έ επτά πόλεις, προσθέτει ίέ και το λίαν ση- 
(Ααντικόν,δτι θά ίωση εις αυτήν δσα ουδείς ποτέ 
είωκεν εις τήν κόρην του* τούτο δεικνύει, δτι 
και άλλοι συνείθιζον νά ίίίωσι προίκα, αν και 
συχνότερον συνέβαινε νά λαμιβάνωσιν αύτοι οώ- 
ρα παρά τών γαμβρών. Ανωτέρω εϊπο(^^εν, δτι 
προκειμένου περί γάμου ή θέλησις της κόρης οέν 
ήρωτδίτο. Τούτο είναι αληθές, οί γονείς δμω; 
έφρόντιζον βεβαίως νά ευρωσι γαμβρον κατάλ- 
ληλον και άξιον της κόρης των, ίιά τούτο δ 
Άχιλλεύς απορρίπτων τήν πρότασιν του Αγα- 
μέμνονος λέγει ειρωνικώς δτι δ Αγαμέμνων ίύ- 
ναται νά βύρη Ισχυρότερον βασιλέα, εις δν νά 
ίωση τήν θυγατέρα του. Και οί μνηστήρες της 
Πηνελόπης πολλάκις προτρέπουσιν αυτήν νά 
έκλέξη επΙ τέλους ε να, δστις ήθελε ίώσει τά 
πλείστα (προς άγοράν της) και δστις, προσθέ- 
τουσιν, ήθελε τη φανη δ άριστος. Έν γένει 
είναι άναμφίβολον, δτι και τότε συνέβαινεν δ, τι 
και νύν. Σήμερον συχνά οί γονείς υποβάλλον- 
ται εις όίυνηράς αφαιμάξεις, δπως ίώσωσιν 
εις τήν κόρην των γαμβρον ί ιακεκριμένην κατέ- 
χοντα εν τη κοινωνί(|ε θέσιν τότε επίσης συχνά 
οί γονείς θά έπροτίμων χάριν της κόρης των 
μικρότερα ν τιμήν παρά γαμβρού αγαθού και 
γενναίου άντι μείζονος προσφερορ*ένης τυχόν παρ 
άνίρος κατωτέρου ή γέροντος. 

Και δσα ίέ ανωτέρω έξεθέσαμεν περί της ίί- 
κην κτημάτων μεταβιβάσεως τών γυναικών 
άπο χειρός εις χεϊρα, άίύνατον φαίνεται να 
ηναι απολύτως αληθή. Δεν εχομεν μεν ^ητας 
μαρτυρίας περί περιορισμών του δικαιώματος 
της ίωρεάς ή πωλήσεως, άλλα καΐ άνευ μ«Ρ" 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



ΒΧίττΜ. 



83 



τυριών ^υνά(Α«θα ά^ιστάχτως νά παρα^εχθώ- 
(ΐι«ν, $τι βΐ; ού^ένα ίπετρίπβτο χατά βούλησιν 
νώ ^ιαθίση την γυναικά του. Ββοαίως οί ανα- 
ζτις, οί άριστεϊς χαΐ οί «λλοι εύποροι άστοΙ, οΖ- 
τινες εζέ^ιίον εΙς ώρισ|ΧΕνον πρόσωπον τας θυ- 
γατέρας των ώς νθ(χΙ[Αους γυναίκας, ουοέποτε 
6ά ηνείχοντο νά ΐ^ωσιν αύτας πωλου[Αένας ίΐ- 
χην κτηνών, ίσως ένεκα ιδιοτροπίας τίνος του 
ανδρός των, εΙς χειρώνακτας η άλλους της ε- 
σχάτης κοινωνικής τάξεως ανθρώπους. Ότι ε- 
γίνετο ενίοτε (Λεταβίβασις, τοΰτό ρ.οι φαίνεται 
ζνα|Αφισβητητον, άλλα πλην του δτι τά ηθη 
βά κατε^ίκαζον τάς πράξεις ταύτας, πάντοτε 
βεβαίως θ* άνεγνωρίζετο εις την γυναίκα το ίι- 
χαίωμα, δσάκις η ρ.εταβίβασις εγίνετο £νευ 
της συγκαταθέσεώς της, νά επιστρέφε εις ταν 
οιχον του πατρός της. θά ητο ^ε λίαν ενδιαφέ- 
ρον νά γινώσκω(Αεν, εάν εν τοιαύτη περιπτώσει 
έ^ικαιοϋτο δ άνηρ ν' άπαιτησγ) την επιστροφην 
της τΐ{χης, ην ένεκα της γυναικός είχε πληρώ• 
σει εις τον πάτερα αύτης* δυστυχώς δ(Λως εν 
τοΙς ποιη|ΐασι του Όρι.ηρου ού^ερΕ.ία περί τού-* 
των καταφατική η άποφατικη ενίειξις ευρί- 
σκεται- αναφέρεται ριόνον δτι 6 Ήφαιστος συλ- 
λαβών τον *Άρην εν ερωτική δαιλίο»: ρ,ετά 
Γίς συζύγου του Αφροδίτης και ίεσ[ΐ.εύσας αυ- 
τούς ίι' αοράτων ^εσρΕ.ών ηρνειτο νά τους λύστ), 
πριν επιστρεψη αύτφ δ Ζευς πάντα δσα ώς πεν- 
θιρος είχε λάβει παρ* αυτού. Άλλ' ενταύθα πρό- 
κειται περί σφάλ(Λατος σπουδαίου της γυναικός, 
ιιναι ίέ λίαν πιθανόν δτι και παρά τοις θνη- 
τοις εν δρ.οίαις περιπτώσεσιν επηρχετο ίιάλυσις 
του γάριου έπιστρεφο[ΐένων εις τον άν^ρα δσα 
ίΐ/ί πληρώσει προς άγοράν της γυναικός. 

Ύπο την εποψιν τ^ις τηρήσεως των συζυγι- 
κών καθηκόντων εν γένει δ άνήράπήλαυε ριεγά- 
λην έλευθερίαν, εν φ παρά της γυναικός άπη- 
τεϊτο (ΑεγΙστη άγνότης. Έπετρέπετο ύπο των 
ηθών εΙς τους δναρας νά τρέφωσι παλλακίδας 
οχι αόνον εν καιρφ πολέ(ΐ.ου, άλλ' εν αύτφ τφ 
οίκφ των, τα τέκνα δριως τούτων εθεωρούντο 
νόθα. Ή εκ παλλακί^ος τεκνοποίησις ένεκρί- 
νετο πολλάκις και ύπ' αύτης της νο(Λί[Λου γυ- 
ναικός, εάν αυτή ητο στείρα* ^ιότι παρά τοις 
όρχ^αίοις ή άτταιίΐα εθεωρείτο ώς το [λέγιστον 
των ίυστυχηριάτων. Έν φ δμιως τά ηθη ίέν 
κατείΐκαζον τάς μετά παλλακίδων σχέσεις, 
πολλοί των ανδρών εκουσίως άπέφευγον αύτάς, 
όπως μη ^υσαρεστήσωσι τάς νομίμους γυναικάς 
Των• Ούτω δ Λαέρτης ειχεν αγοράσει ώς ίού- 
λην την Βύρύκλειαν άντι είκοσι βοών, £ν καΐ 
ητο ^ί νέα και ώραΐα, δμως, βέβαιοι δ ποιη- 
τής, ούίέποτε την ήγγισεν σεβόμενος την γυ- 
ναικά του. 

Τοιαύτα δείγματα εγκρατείας τεκμηριούσι 
δποΐα οίκειότης και αμοιβαίος σεβασμός, δποία 



αρμονία ύπηρχεν έν ταϊς σχέσεσι τών ίύο συ- 
ζύγων ^ητώς ί' ανακηρύσσεται ύπό τού Όίυσ- 
σέως ή μεταξύ ανδρός καΐ γυναικός αρμονία 
ώς το κάλλιστον και πολυτιμότατον τών θεών 
ίώρον. Ή κοινωνία, έν τ) το αξίωμα τούτο ίιε- 
τυπώθη, ητο πάντως δλως <ίιάφορος της το εθι- 
μον της αγοράς τών γυναικών καθιερωσάσης. 

Και τφ οντι το έ'θιμον τούτο πρέπει νά είναι 
σύγχρονον η κάλλιον ειπείν αποτέλεσμα άμεσον 
της συμπήξεωςτώντέως διεσπαρμένων καιχωριστά 
άπ' αλλήλων βιουσών φυλών εις έθνη και κράτη. 
Εις τάς πρωτογενείς κοινωνίας, ών έκαστη απο- 
τελείται ύπο φυλής μάλλον η ήττον μικράς, οί 
γάμοι γίνονται ίι* αρπαγής τών γυναικών, προ 
πάντων δπου τύχη ενωρίς ν' άναπτυχθ^ απο- 
στροφή κατά γάμων μεταξύ στενών συγγενών 
τότε, έπειίή τά μέλη της φυλής συγγενευουσιν 
ή υποτίθεται δτι συγγενεύουσι μεταξύ των, εξ 
ανάγκης οί άνίρες τρέπονται προς τάς γυναίκας 
£λλων φυλών και άρπάζουσιν αύτάς. Αϊ έριδες 
και οί πόλεμοι ένεκα τούτου είναι αιώνιοι, άλλα 
τούτο ούίένα πτοεϊ, ίιότι είναι ακριβώς ή ε- 
ποχή τού πολέμου πάντων κατά πάντων. Άμα 
τεθώσιν δμως αί πρώται βάσεις πολιτειακού 
βίου μεταξύ πλειόνων φυλών είτε ύπό δμοσπον- 
^ιακήν μορφήν είτε ύπό το κράτος ενός αρχηγού 
ισχυρού και κηρυχθ^ εΙρήνη ίιαρκής μεταξύ 
τών μελών τού νέου συστήματος, ή αρπαγή πε- 
ριορίζεται, αν μη έξαλειφθγ) βλως* δ άρπαξ 
υποβάλλεται εις ικανοποίησιν τών συγγενών της 
άρπαγείσης και καταδιώκεται ύπ* αυτών, ώστε 
αναγκάζεται νά συμβιβασθη ίιά χρημάτων, (^η- 
λαίή ίιά κτηνών. Ό συμβιβασμός ίγει αμέσως 
εΙς τόν θεσμόν της αγοράς. Έάν έξακολουθώσι 
και μετά ταύτα αί άρπαγα Ι, κατά τό πλείστον 
βεβαίως βλάπτονται φυλαΐ ξέναι, μη άνήκου- 
σαι εΙς δ και οί άρπαγες κράτος. 

Πόσον παλαιά είναι λοιπόν ή αρχή τού 
εθίμου της άγορας τών γυναικών ; ή πόσον 
παλαιά είναι ή ί^ρυσις αληθών κρατών έν 
Ελλάδι ; Εις την έρώτησιν ταύτην ούίείς,ύπο- 
θέτω, ιστορικός έχει τό θάρρος ν* άπαντήστρ ώρι- 
σμένως' αί βάσεις εΤχον τεθή ϊσως ίύο χιλιάίας 
ετών πρό Χριστού, ϊσως και πρότερον. Βέβαιον 
φαίνεται, δτι κατά τόν ίέκατον και πέμπτον 
πρό Χριστού αιώνα ύπήρχον ήίη έν Έλλάίι 
βασίλεια αρκούντως ώργανωμένα και αρκούντως 
Ισχυρά• ώστε ή αγορά τών γυναικών συνειθίζετο 
παρά τοις "Ελλησιν ϊσως ίέκα αΙώνας ήίη πρό 
τού Όμηρου, και ίέν είχομεν αίικον ειπόντες 
ανωτέρω, δτι ή εποχή αυτού είναι τό τέλος 
μακροχρονίου ίστορικής άνελίξεως, κατά τήν 
^ιάρκειαν τής όποιας οί μεν τύποι τού βίου 
έμειναν έν πολλοίς αναλλοίωτοι, αί Ι^έαι δμως 
βαθμιαίως άνεπτύσσοντο και έξηυγενίζοντο. 

Ή από της αρπαγής εΙς τήν αγορών μετά- 



84 



£Ι21ΤΧ^ 



βασις άποτιλει βηρια προόδου ανυπολογίστου. 
Τούτο ^ίν φαίνεται έχ πρώτης όψεως, ίσως [χά- 
λιστα πολλοί ^ωι^αντιχί^ς διαθέσεως άνθρωποι 
θεωρήσωσι Τ7)ν μ,εν άρπαγην ίπποτιχην, την 
ί' άγοράν ταπεινωτιχην χ,χϊ πεζή ν, δπως τφ- 
όντι είναι. Άλλα πρώτον ανάγκη ν' άνα|Ανη- 
σθώ(Αιεν $τι οι τότε άρπαγες ποίν άλλο ήσαν η 
ιππόται. Δεν άνεγίνωσχον [λυθιστορη[λατα η ε- 
ρωτικά ποιη(χατα ούί' είχον ακούσει τι εν γί- 
νει τερι τοιούτων πραγμάτων ή φαντασία των 
πιθανώς ίεν είχε πλάσει άκό(Λη τον Έρωτα, το 
ώραΤον (λειράκιον, το γλυκύ, το έχον χρυσας 
πτέρυγας και άλλοτε ίπτά|χενον προς τον ού- 
ρανον, δπως άναφλέζγ) τάς καρδίας των θεών, 
άλλοτε κατιρχό|Λενον εις την γη ν (Αεταξύ των 
θνητών, δπως παράσχη και αύτοϊς (ΐόριον της 
υψίστης εύίαΐ(ΐονΙας. Έάν οι πανάρχαιοι "Ελ- 
ληνες ελάτρευον τον Έρωτα, άριφιβάλλω πολύ 
αν εφαντάζοντο αύτον κατεχό[Λενον ύπο αίσθη- 
[λάτων ευγενέστερων των δρρ.ών, ύφ* ών κατα- 
λα(ΐ.βάνεται δ τράγος, δταν το εαρ σκιρτά [Λε- 
ταζύ των αιγών. Κατά τον θεόν ^έ ήσαν και οι 
άνθρωποι. Και αυτών αϊ &ρ[χ.αί ^έν ήσαν λίαν 
ευγενείς, ήσαν, αν θελητε, κτηνώίεις, τών ίέ γυ- 
ναικών η θέσις κατά την εποχην έκείνην ίέν 
ητο βεβαίως πολύ ευχάριστος. Φαντασθητε κό- 
ρην νεαν άρπαγεισαν και άπαχθεΐσαν εις χωρίον 
(χακρυνον (Αεταζύ ζένων,ύφιστα[Αένηντού άνίρος 
τάς ποικίλας ιδιοτροπίας — ίιότι πάντες οι βάρ- 
βαροι και η|χιάγριοι λαοί είναι Ιδιότροποι ώς τά 
παιδία — (χη προστατευθ|Αενην (χητε ύπο νόριου 
τίνος, |χήτε ύπο συγγενών η φίλων φαντασθητε 
2τι αύτη έζετέλει τά βαρύτατα τών οικιακών 
η γεωργικών έργων— ίιότι και τούτο είναι ϊίιον 
τών η(χιαγρίων λαών, οι ισχυροί νά έπιβάλ- 
λωσιν εις τους αδυνάτους τά βαρέα η οχληρά 
έργα, ^ηλα^η οι άνδρες εΙς τάς γυναίκας, εν φ 
αύτοΙ κύριον έργον εχουσι τον πόλε(χον και το 
κυνήγιον, — σκεφθητε προς τούτοις, δτι εν τέλει 
και αυτής της γυναικός η ζωη εκείτο εις τάς 
χείρας του ανδρός, ^ιότι ητο κτήρια αύτου α- 
πόλυτον, και θά εννοήσητε δπόσον έβελτιώθη 
η θέσις αυτής αφότου επεκράτησε ν* άγοράζη- 
ται. Ή γυνή άπο τουίε ίεν ητο πλέον ξένη 
αίχριάλωτος, αλλ* εντόπια ^υνα[χένη ε'ν πάση 
ανάγκη νά καταφυγή εΙς τους συγγενείς της, οϊ- 
τινες δσον βάρβαροι και αν ύποτεθώσι, ^έν είναι 
ίυνατον νά ήσαν εντελώς έστερη(Λένοι στοργής. 
Ό άνηρ γινώσκων δτι ύπήρχον οι (χέλλοντες νοι 
προστατεύσωσι την γυναικά του, εάν πολύ 
χακώς την (χετεχειρίζετο, γινώσκων προ πάντων 
δτι Θ3ι τον έγκαταλείψτ) και θ' άπολεση ούτω 
την τΐ(χην, ην ί ι' αύτην έπλήρωσεν, ηναγκάζετο 
νά φέρηται προς αύτην (χετριώτερον καΐ ή|χερώ- 
τερον βαθ|χη^ον η ανάγκη έγένετο συνήθεια και 
ουτω ανεπτύχθησαν α! ευγενείς έκεϊναι (χεταξύ 



συζύγων σχέσεις, ας παρ* Ό[χήρφ θαυ(ΐάζθ[χεν. 
Άλλ' δπως φθάσωσιν έπι τής φωτεινής κορυφής 
εφ* ης έπι θρόνων κάθηνται ή Άρήτη, η Πηνε- 
λόπη και ή Άν<ϊρο[χάχη άγαπώ(χεναι καΐ σε- 
βό(χεναι ύπο συζύγων και υιών και λαών, αϊ γυ- 
ναίκες πολλάς διέτρεξαν ερήρ,ους, πολλάς υπέ- 
στησαν κακουχίας, πολλούς κινδύνους άντΐ(χε- 
τώπισαν και πολλαι έπεσαν θύ(χατα εν τούτω 
τφ περί άγθρωηΐγίΐ^ ύπάρζεως άγων. Έάν τά ο- 
στά τών χίλια ή χίλια διακόσια π. Χ. ετη 
άποθανουσών γυναικών ών τους τάφους άνα- 
σκάπτο(χεν, ήίύναντο νά &(χιλώσι, πόσας θλι- 
βεράς ιστορίας, πόσα σπαραξικάρδια ^ρά{χατα 
θά (χάς ίιηγοΰντο. 

Δύτη ή τόσον ύ(χνουρ.ένη ύπο(χονή τών γυναι- 
κών είναι κατά το πλείστον άποτέλεσ|χ« τής 
υποδεεστέρας θέσεως αυτής απέναντι του άν(^ρός. 
Ό αδύνατος κατά του ίυνατού [χόνον δπλον έ- 
χει την ύπθ(χονήν. 

Περί τών λεπτο|χερε(ών του νέου θεσ|χού και 
περί τών τροποποιήσεων, ας αναμφιβόλως σύν 
τη πολιτική και ήθικη αναπτύξει του λαοΰ υ- 
πέστη, ούίέν γινώσκθ(χεν εν άρχη βεβαίως 
ούίέν άλλο ητο ή αγοροπωλησία απλή, δπως πά- 
σα άλλη κατά την έποχήν ταύτην, ήτοι άν£υ 
πολλών τύπων και δρων. Συν τφ χρόνφ δ[Αως 
ανάγκη έγένετο νά δρισθώσι πολλά πράγ{χατα 
ακριβέστερο ν, προ πάντων νά προβλεφθώσιν 
αί διάφοροι περιπτώσεις διαλύσεως του γά|χου, 
ν* άναλυθώσιν αύται και νά δρισθη εΙς τίνα εν 
εκάστη περιπτώσει θά περιήρχετο το τί(λη|χα, 
ίηλ. πότε δ άνηρ έ^ικαιούτο νά το απαίτη- 
ση παρά του πενθερου του και πότε οχι• προς 
τούτοις τις ^ιαλυθ[χένου του γά[χου θά ερίδνε 
κύριος τών παίδων. Περί πάντων τούτων, ώς 
εϊπομεν, ούίέν γινώσκορ.εν. Επίσης δυστυχώς 
(χεγάλη, ή (χάλλον απόλυτος είναι ή άγνοια 
ή(χών περί τών τΐ(χών, αϊτινες έπληρόνοντο ίιά 
(χίαν γυναίκα. Και τά 6[χηρικά ποιήματα 
ίέν δμιλουσι περί τούτου, ή εάν λέγωσί τι εν 
παρόσφ, τούτο είναι τόσον αόριστον, ώστε άίύ- 
νατον νά χρησιμεύση εις ασφαλή συμπεράσματα. 
Διά τούτο κρίνω καλόν νά παραθέσω τιμάς τι- 
νας συνειθιζομένας παρ' άλλοις άρχαιοτέροις 
ή τοις σήμερον λαοΐς, ων ή κοιν6)ν(κή κατά- 
στασις παρουσιάζει δμοιότητα προς την τών 
προ του Όμηρου Ελλήνων, ώστε τά εκ τούτων 
παραδείγματα ίύνανται δπωςουν νά ίιαφοϊτί- 
σωσινήμάς και περί τών παρ' έκεΐνοιςέθιζομένων. 
Τά παραδείγματα θά ληφθώσιν εκ διαφόρων 
λαών ασχέτως προς την καταγωγήν και την 
εν τη ίστορίγ θέσιν των ίιότι το εθιμον τής 
άγορδίς τών γυναικών, ίύναταΐ τις άίιστάχτως 
νά εϊπη, είναι παγκόσμιον και απαντάται τό- 
σον συχνά εν Ευρώπη, δσον και εν Άσί^, β^' 
Άφρικη και Αμερική. Είναι^αΙνεταε^μΙ« '^^^ν 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν:ιΟΟ^ΐ€ 



£2 22ΤΙ. 



85 



χυριων βαΟρκ-ί^ων του πολιτισ(χοϋ, ας έκαστος 
Α«δς χναγκαίως πρέπει ν' άνέλθη, δπως άναρ- 
:ιχηβ^ βίτα «Ις ύψιΐ)λοτέρας. 

Παρά τινί λαφ του Ιρανικού οροπεδίου η τΐ(Λη 
ϋΐχ; παρθένου ανέρχεται εις 18 [λέχρις 144 
(Ττοι 8 ί-πΐ 18) άγελάίων ίια τας χήρας 
«ληρώνονσι ρ,όνον το η(χισυ της τΐ(χ.ής ταύτης. 
Ά'λλαχου ττης Ασίας δρ.ως πληρώνουσι ί ιά (λέν 
το χοράσκον συνήθως πέντε κα|χήλους, εν φ 
ίιί |ΐ1αν νέαν χηραν πολλάκις πεντήκοντα κα- 
ρπούς ριέχρις εκατόν. Παρά τινι των ή[Λΐαγρίων 
της ΡωσσΙας λαών δ πενθερος ίίίει την κόρην 
του εις τον γα(ΐ.βρον άντι ίέκα (^έχρι πεντή- 
κοντα ^ουβλίων παρ' αλλφ ί' επίσης εν Ρωσ- 
οία κατοιχουντι τα (λεν Ισχνά κοράσια τΐ[Λών- 
ται άντΙ πέντε |ΑΟνον ^ουβλίων, εν φ τα πα- 

ίΐΛ πολλάκις άντι 25 ^ουβλίων — ένεκα του 
ρ'.ΐίίος ψύχους ώς φαίνεται. Παρά τοις *Άραψι 
του Σινά αγοράζονται αϊ νύ(Λφαι συνήθως άντΙ 
5 αέχρι 10 ταλλήρων, ε'νίοτε δ(/.ως ανέρχεται 
τ, τΐ[1η ρ^έχρι 30 ταλλήρων αϊ χήρχι στοι- 
χίζουσι {χόνον το ή|/.ισυ η και το τρίτον της 
τΐ|ΐ.ης ταύτης. Παρ' άλλοις *Άραψι επικρατεί το 
εθο; δ γαρ.βρος να ίίίη εις τον πενθερόν του 
άντι της νυρ,φης ίώρον συγκείρ,ενον έζ ένδς τά- 
:π)τος καΐ τίνων [λίκρών κοσ(Λη[Λάτων, (λεταζύ 
των δποίων καταλέγεται και αργυρούς δακτύ- 
λιος, δν φοροΰσι κρε[Λά(;.ενον άπο της ^ινός. 
Παρά τοις Λάπωσιν δ υποψήφιος γαρι-βρος εί- 
ναι ύποχρ£ω[χένος νά έπισκέπτηται επί ετη 
ολόχληρα τον (χέλλοντα πενθερόν του και νά 
^ίρτ, αύτω πάντοτε οΙνόπνβυ[^-α και καπνόν, (χέ- 
χ:ις ου λάβτ) την συναίνεσίν του. •Ο(Λ0ΐα εθΐ(ΐ.α 
«ιχρατουσι παρά πολλοίς άλλοις λαοΐς. Παρά 
τοΓς πλείστοις ί* αυτών δ γά(Λος διαλύεται και 
^ ττληρωθεΐσα τψή επιστρέφεται εις τον γα[χ- 
6?όν, εάν 7) νύμφη ίέν είναι παρθένος. Ενίοτε 
ώ; φαίνετοίΐ εξ ένος τούλάχισ'ίον τών παρατε- 
ίίντων παράγε ιγρ.άτων, αί χηραι προτιμώνται 
τών παρθένων, άλλοτε ίέ — καΐ τούτο είναι 
•^0 περιεργότατον — προτιμώνται εκ τών κο- 
ρών οσαι προ του γάμου των ήίη έγένοντο μη- 
"^«ρες. Περί τών Ελλήνων άγνοοϋμεν εάν είι- 
οον σημασίαν τινά εΙς τάς οιαφοράς ταύτας, 
«πίβανον δμως ίίν είναι το πράγμα. 

Αί τιμαι θα φανώσιν ίσως πολλάκις γε" 
λοΤαι, είναι δμως πάντοτε ανάλογοι της οίκο- 
νομ,ικής καταστάσεως εκάστου λαοΰ. Παρά 
τοις "Ελλησιν τόπον νομίσματος έπεϊχον συν- 
'ΐίως οι βόίς και τα πρόβατα- θέσατε λοιπόν 
^*ί^«, είκοσι η πλείονας βους άντι μιας κόρης 
βλευδίρας η άνάλογον αριθμόν προβάτ(ι)ν και 
υποθέτω ίέν θά σφάλητε πολύ. Έν τη Ό^υσ- 
'βια λέγεται, ώς άνεφέρομεν ήίη, δτι δ Λαέρ- 
'^^ζ ηγόρασε μίαν ίούλην νέαν και ώραίαν άντι 
Λχοσι βοών-τών ελευθέρων ή τιμή θά ητο τότε 



αναμφιβόλως πολύ μεγαλειτέρα. ΕΙς άρχαιο- 
τέρας δμως έποχάς αί τιμαι ήσαν φυσικώς μι- 
κρότβραι. Όπωσ^ήποτε δ άνήρ ήναγχάζετο 
πολλάκις η νά ^ώση άπασαν την περιουσίαν το υ, 
δπως άγοράση την γυναίκα, καΐ καταστραφώ 
οΙκονομικώς, η νά μείνΐ() άγαμος. 

[Έπβτακ συνέχκια]. 

Χ. Τεουνταχ 



ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ 
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 



(Σννέχβια* Τ^• προηγούμβνον φύλλον) 

Άνατρέζωμεν τρία Ιτη προς τα οπίσω. 

Ήτο βροχερά νύξ του ΌκτωβρΙου. Ό Γιαν- 
νιός εικοσαετής τότε και νεώτατος τών αδελφών 
έφύλαττε το ποίμνιον του πατρός. Περί την 
^είλην ή μήτηρ εκόμισεν έντος τράστου νωπον 
έζ αραβοσίτου άρτον και πρασίνας έλαίας. Νυν 
ί* ένφ ή φθινοπωρινή βροχή άψοφητί λούει την 
σκοτεινήν φύσιν, δ νεαρός ποιμήν υπό φρύγανο• 
πλεκτον καλύβην εν τφ ποιμνιοστασίφ κεκλι- 
μένος έπι της κάπας του, κόπτει ^ιά μαχαιρι- 
δίου φύλλα καπνού, ύπό τό γλίσχρον φώς καιο• 
μένων κώνων πεύκης. Παρά τους ποίας αύτοΰ 
^έγχει έζηπλωμένος δ μαύρος ποιμενικός κύων 
Αχμέτ, εγγύς ί' έπι άγκαλίίος φρύγανων κ«- 
τάκειται τό μακρόν άλβανικόν δπλον του ποι• 
μένος. 

Προ της ανοικτής θύρας της καλύβης τά 
αιγοπρόβατα, κεκλεισμένα εντφ περιφράκτφ χώ- 
ρφ, ζητοΰσιν άσυλον ύπό ταπεινήν φρυγανοσκεπη 
σκιάδα και συνθλίβονται καΐ βελάζουσι βρεχό- 
μενα. 

Τό ποιμνιοστάσιον του γέροντος Καρανίκου 
εκείτο ούχι μακράν ττ5ς άκτης προς τάς κλιτύας 
τών βουνών, εΙς θέσιν δπου κολπίσκον τινά έ« 
σχημάτιζεν ή κοιλάς εισχωρούσα δμαλή μεταξύ 
ίύο γηλόφων. Τό μέρος ητο ύπήνεμον, 'κ,χχοιΧ• 
ληλότατον προς ίιαχείμασιν ποιμνίου, περιζή- 
τητον χαμαά^ύ' 

Ό Γιαννιός συνέθλιβεν ήίη εντός σιγαροχάρ- 
του τόν καπνόν, ίτε δ ήσύχως καθεύίων Αχ- 
μέτ ήνωρθώθη αίφνης γογγύζων και ώρμησ^ν 
εξω ύλακτών. Ό χωρικός καταλιπών τό σιγά- 
ρον ήρπασε τό βπλον, ανήγειρε τήν σφύραν και 
έρπων ώλίσθησε προς τήν θύραν.' Ήγνόει ετι τήν 
αιτίαν τών ύλακών του κυνός'ίέν ητο άίύνατος 
ή επιδρομή ζωοκλεπτών και δ φρόνιμος νεανίας 
ίέν ηθέλησε νά προβάλτρ ορθόν τό σώμα του 
και φωτιζόμενον ύπό της πυράς. 

Άλλ' αί κραυγαι ας ήκουσεν έξωθεν ερχομέ* 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



86 



ε 23Τϋ^ 



νας καΐ {ΐ.£(χιγ[Λ£νας ριετίί των ύλα>οών καθησύ- 
χασαν αυτόν. 

— Χριστιανοί, χριστιανοί, κράζ' τι το σκυλί 
θα (/.δΙς ξεσχίσγϊ. .. 

Και ίπλατάγουν λίθοι επι της ύγρας γης, ^ι- 
πτ6[λενοι βεβαίως προς άττοκρουσιν του φοβερού 
[χολοσσου. 

Ό ποΐ[Αην εσύριξε και δ ευπειθης φύλαξ καί- 
ττερ γογγύζων έσπευσε να δπισθοχωρήστ(ΐ. 

— Τί ιίστι και τΐ θέλετε [χισ' *ς τη (χαύρη 
νύχτα ; ηρώτησεν δ Γιοίννιος βαίνων (ΧΕτά τίνος 
περισκέψεως προς τον φράκτην. 

Οί εν τφ σκέτει εζησκη(Λενοι οφθαλ(χοί του 
ίιέκρινον ^ύο σκιάς ούχι [χακράν ύπο τάς πεύκας. 

— "Ότι ηρθα[χε (χέ βάρκα άπο πέρα• ξένοι 
η|χαστε, τον τόπο ίέν τον ξέρου(χε. Ει^α[Χ£ φως 
κ' ηρθα|χε *ςτ3ί τυφλά κατά '^ώ νά *παγγιάσου[Χ6 
ώς να φέξχι. 

Ό λαλών ούτω ητο ανηρ, ίϊχε ίέ τι το ζε- 
νΐζον η προφορά αύτου• ούίεις άλλος ητο η 6 
γνωστός ηίη η(χϊν Γυφτοκάβουρας. Ό χωρικός 
έννόησεν ευθύς δτι οί νιήλυίες ήσαν πλανήτες 
^Αθίγγανοι φυγόντες η ίιωχθέντες εκ Θεσσαλίας. 
Τόση ί* υπάρχει παρά τοις άγρόταις άποστρο* 
φη προς τίι ανέστια ταύτα δντα, ώστε δ*Ελλην 
ποιριην δ έπι φιλοξενία 5ιακρινό(/.ενος ού^' εκά- 
λεσε τους φυγάίας παρά την πυράν αύτου, άλλ' 
έστρεψε τά νώτα περιφρονητικώς και οργίλως. 

Ή φωνή του Αθιγγάνου έπανέλαβεν ικε- 
τευτική* 

— Ό Θεός νά σε πολυχρονάη και ^ιπλο νά 
κάνγ) το κοπάίι σου. Το κορίτσι |χου ειν' άνη^χ- 
πορο άπ* το *γιαλο, βρ8(Χ|χενο ώς τά κόκκαλα* 
^ός (χου ^υο κούνους και ^υο ζερόκλα^α νά κά- 
νω φωτιά κάτω από 'να ί έντρο. . . 

Ό χωρικός εστη ίιστάζων έπι στιγ(χην και 
ξύων τόν αυχένα• 

— Φέρ' το κορίτσι έίώ *ς τη φωτιά. 

Ό Αθίγγανος ίέν άνέ(χενε ίευτέραν πρόσ- 
κλησιν. Σύρων την κόρην από της χβιρός επλη- 
σίασεν εις την θύραν του φράκτου, αφ* ης δ 
Γιαννιός άπέσπα τους έντεθ*ΐ(χένους κλάδους. 

— Ώρα καλή, παλληκάρι, από τόν θεό 
νά τωΰρι^ς τό καλό που (Χ&ς κάνεις, ειπεν δ 
[χονόφθαλ|χος. 

Ό ποΐ|χήν απέπεμψε ί ιά λακτίσ(χατος τόν κύνα, 
δστις παρεσκευάζετο είςνέαν κατά τώνέπισκβπτών 
έπίθεσιν και ερριψεν άγκαλί^α φρύγανων εις 
την πυράν, ήτις άνέ^ωκεν ευθύς ζωηράν λάιχψιν. 
Ό Γυφτοκάβουρας άπέθηκε την πάσχουσαν 
νεάνιία παρά την πυράν. Ή ταλαίπωρος ητο 
αληθώς διάβροχος, τά κατερρακω|χένα έν^ύ(χατα 
προσεκολλώντο υγρά έπι τών (χελών, κατά τους 
ώ(;.ους (ίέ και τους βραχίονας ίιεφαίνοντο γυ- 
[χναΊ αί σάρκες. Είχε τους όφθαλ|χούς βεβαρη- 
(χένους, κλειστούς, και αδυνατούσα νά κρατήσ')[) 



όρθήν την κεφαλήν έκλινε ν αυτήν κατά [χικρόν 
έπι ογκώδους λίθου ώς έπι προσκεφαλαΐου. 

Ό ποιρ,ήν τέλος ήναψε τό σιγάρον κατακλι- 
θεις έν τ^ προτέρου θέσει και ερριπτε βλέ(Χ[χατχ 
ούχι άιχιγτί οίκτου προς τήν ^ύστηνον νέαν, ης 4ϊ 
δψις είχε καταστη πρασινωπή εκ της ωχρότητας 
και ούσ[χορφος εκ τών [χορφασρ,ών του άλγους. 
Ό ^έ Αθίγγανος άφαιρέσας τό από του ώ- 
(χου άνηρτη[χένον τράστον έκαθέσθη παρά τζ> 
χωρικφ και έξήγαγεν εκείθεν ίρτον, τυρόν, Ι- 
χθύς παστούς και τσίτσαν βύ(χεγέθη πλήρη οίνου, 
έκάλεσε ίέ και αυτόν νά συ|Χ(χετάσχτ, του ίεί- 
πνου. Ό Γιαννιός ήθέλησεν έν άρχτ) ν* άποποιη- 
θτ)• ίιενοήθη• 

— Νοί φάω άπ* τά χέρια ενός άβάφτιστου, 
ενός |χαγαρισμ.ένου γύφτου. 

Άλλ* ή όσ(χή τών ιχθύων ητο τόσον ορεκτι- 
κή, δ ήχος του έν ττ) τσίχσα άνακινου(χένου 
θεσσαλικού οίνου τόσφ γλυκύς. Ό βοσκός ^έν 
άντέσχεν *ις τόν πειρασ(χόν. 

— Τό κρασί, τά ψάρια ίέν τ£κα[χεν δ Γύ- 
φτος, κι' αν τά φέρνη αυτός, άίιάφορο, βίνε του 
θεού στάλσΐ|χο. 

Και σταυροκοπηθείς, Ινα έξαγνίση τήν πρΛ- 
ξιν, συνε(χερίσθη του άθιγγανικου δείπνου. 

Ή κόρτα έκοΐ{χαΙτο ρέγχουσα παρά τήν πυράν. 

Κατά τήν <^ιάρκειαν του δείπνου, δ (χονόφβαλ- 
[χος βραδέως |χασσών σ ιλ τών νωβών αύτου σια- 
γόνων άφηγεϊτο προς τόν συν5αιτυ(χόνα τλς έν 
θεσσαλίο}: περιπετείας αύτου και τόν λόγον της 
φυγής. 

Είχε κατασκευάση σιδηράς κιγκλίίας κατ^ 
παραγγελίαν όθω(χανού τίνος προΰχοντος οίκο- 
ίθ[χουντος οικον. Ό αγαθός λατρις του Προφή- 
του άφοΰ παρέλαβε και εχρησΐ(χοποίησβ ταύτας 
ήρνεϊτο νά πλήρωση τό άντίτΐ|χον. Ό Αθίγγα- 
νος ένεκάλεσβν αυτόν εις τόν Κα^ήν. Απώλεσε 
ίε φυσικώ τφ >όγφ τήν ^Ικην και κατείικάσθη 
νά πλήρωση ^ά δικαστικά εζο^α. Και επειδή 
έθρήνει και παρεπονεϊτο έπι τη άίικί:}:, δ |χέν 
δνος αύτου και τά εργαλεία κατεσχέθησαν α- 
πέναντι τών όφειλθ|χένων έζό^ων, αυτός ί' εζε- 
^ιώχθη κακός κακώς ύπό τών ζαπτιέ^ων ώς 
ταραξίας και αλήτης. Νυν άπθ[χείνας &νευ ερ- 
γαλείων και Ανευ πόρων ζωής, έσκόπει £[χα τη 
αύγη νά (χεταβη εις τό χωρίον Βασιλικόν, θπου 
ην εγκ«τεστη|χένος παλαιός τις σύντροφος έν τη 
τέχνη, ίνα ζητήση τήν άρωγήν αύτου. 

Μετ' ου πολύ και δ Αθίγγανος άπ|κοΐ(χήθη 
συσπειρωθείς εντός τών υγρών ^ακών του. Άλλ* 
δ ποΐ(χήν πάντοτε ίυσπιστών προς τήν ένι χα- 
κουργία ίιάση(χον φυλήν τών ΆθιγγάνωνΙ άφοΰ 
έζωογόνησε ίιά νέων κλάδων πεύκης τήν *υράν, 
ήναψε και ίεύτερον σιγάρον (χε τήν πρόθεσιν ν' ά- 
γρυπνήση. Άλλ' δ κάματος της ήμέρκς και δ 
θεσσαλικός οίνος κατέβαλον αυτόν. , , 



\ 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



£:2ΤΙ ^^ 



87 



Άφυττνκτθείς εν προίηλω ταραχή, περιεστρεφε 
το ^ίλίαρ,α τριβών τους 6φ0αλ[;.ούς και εΐίε τον 
[Λ^νόφθαλαον καθ7ΐ(^Ε.ενον πλησίον της κόρης του 
ίζ' τρίβοντα ίια των δακτύλων το (Αετωπον και 
τί-; χροτάφους αύτης. Ή πυρά έζέπνιε έπι της 
Τί^ρας αύτης• άπο της θύρας εχύνετο το θολον 
^ίγ^'ος νβφελώίους ηους• το ποίμ,νιον εξω έθορύ- 
βιι. Ό ιυοψην έβηξε και δ Αθίγγανος εστράφη 
-:3ς αύτον, ίνφ η κόρη ηνοιγε τέλος τα βλέ- 

— Καλή '(/.έρα ; 

— Καλή σου *(Λέρα' τι πολ6(Λ(^ς αυτού ; για- 
τροσοφ«ύεις το κορίτσι ; 

— Μι* αλοιφή να πάργϊ ^ύνα|/.ι για το ορό- 
αο. Έφεξε και θα ξεκινδίΐΛε. 

Ή άλιοιφή αΐ3τη ήτο αληθώς ^ραστικωτάτη. 
Ή κόργι ετάνυσε τα (/.έλη, άνηγέρθη άνευ κό- 
^,ν^ και α{ τελευταιαι της πυράς άναλα[Απαι 
Είώτισαν την άναζωογονηθεΐσαν δψιν και κα- 
τωπτρίσθησαν έντος των [ΐεγάλων 6φθαλ[Αών 



ζΰττ.ς. 



Ό Γιαννιός εζεπλάγη έπι τγ) [Λετα|Αθρφώσει 
τχύτγι, •ην εν τγ) άπλότητι αύτου άπέίωκεν εις 
ααγείας του αθιγγάνου. 

Οί ξενιζό[Αενοι άνεχώρησαν άκολουθήσαν- 
τβς την ύπο του χωρικού ύποίειχθεϊσαν ίιά του 
δάσους άτραπόν. Ό (ΐονόφθαλ(/.ος και πάλιν ά- 
ζε-/αιρέτισεν ευχάριστων και εύχό(Λενος• ή κόρη 
ίέν είπε λέζιν. 

— Κάπου θα (/.ατασ|Λίξου[;.ε [Αε το καλό. 

— Μόνον τα βουνά ίεν σμ,ίγουνε, άπεκρίνατο 
ο νιανίας. 

Λεν έβρεχε ττλέον. Τα πρόβατα εξελθόντα 
τοΰ ^ράκτου προσίκυπτον λείχοντα τήν ύγράν 
ίτόαν, αί αίγες όρθού(χεναι έτίνασσον τους οια- 
βρόχους θά|Ανους. 

Ό ποιρ.ήν καταλιπών το ποίρινιον ελεύθερον 
ί'.ς βοσκήν έπανήρχετο εις τήν καλύβην αύτοΰ 
αναζητών τον λησρ.ονηθέντα καπνόν. 

*χ\λλά [Λολις έκλινε τήν κεφαλήν, ινα είσέλθτ) 
ί:ά της ταπεινής θύρας, ώπισθοχώρησεν εντρο- 
(Αος• αί κόραι των οφθαλ[Αών αύτου ίιεστάλη- 
σαν, αί τρίχες της κεφαλής ώρθώθησαν. Το 
?λ£|Λ{Λα προσήλου απλανές επί πράγι^ατος τι- 
νο; σαλευθ(Αενου, κυλιθ[χένου εν ττ) καλύβη. Και 
τί ήτο τούτο; Ούίέν άλλο ή σακκίον ίείε(Αένον, 
όπερ ενεθυ(χεϊτο δτι είχεν \ογ παρά το πλευρον 
της Άθιγγανίίος. Εκείνη λοιπόν το είχε λη- 
σϋΐονήστρ φεύγουσα. Και το σακκίον αύτο το ρυ- 
χαρον, τ4 καννάβινον,είχε λάβη ζωήν και'έπερι- 
"άτει. . • 

"Ω της φοβέρας ρ-αγείας ! 

Ό κύων ήττον ίεισιίαί[Λων του κυρίου του 
ώρ|ΐ.ησεν ύλακτών και ήρπασεν διάτων όίόντων 
το πανίον. Άλλ' ευθύς άπέρριψεν αίτο και έ- 
τ^,άπη εις φυγήν ούρλίζων, (Αίκρου ίεΐν άνατρέ- 



ψας τον ποΐ(χενα,δστις παρηκολούθει (χετ* αυξού- 
σης φρίκης τα συριβαίνοντα. 

Άπο το σακκίον, δπερ είχον σχίση οί όίόντες 
του υ-ολοσσου, προέβαλεν εύ(Λήκης πολύστικτος 
όφις, και [Λετ' αύτον δεύτερος [πικρότερος, και 
τρίτος και ίύο τελευταίοι. 

Ό Γιαννιός συνελθών εκ του τρό[Λου και πει- 
σθείς δτι ούχι ύπερφυσικόν τι δν, αλλ* εΐοεχθη 
ερπετά ήσαν προ αύτου, έσυρε το γιαταγάνιον 
άπο της ζώνης και (Λετά θαυ|Ααστής ευστροφίας 
έπιπεσών κατεκερ(Αάτισε σπαθίζων τούςτεσσαρας 
δφεις. Μόνον εις εκ τών [Λίκροτάτων οιέφυγε 
κρύβεις ύπο τα φρύγανα. 

Ό ποψήν άνεθε[Λάτιζε νυν τήν ώραν, καθ* 
'ήν εφιλοξένησβ τους πλάνητας εν ττ) καλύβη. 

Ποιος ξέρει εάν ^εν φέρει κακό το ποίαρικό 
τους *ς τή στάνη !.• Τήν κόλασι έμπασα είφ 
χωρίς νά θέλω !.. 

Και φοβού(ϋ.ενος τήν οργήν του πατρός επι 
ττ) ελαφρότητι ταύτη, απεφάσισε ν* απόκρυψη 
πάν το άφορων εις τήν φιλοξενίαν τών'Αθιγγά- 
νων, νά καπνίση ίέ ίιά λιβάνου τον τόπον και 
νά ^άνη ίι* άγιάσ|χατος, δπως άποκαθάρη άπο 
πάσης διαβολικής επιδράσεως. 



Δ' 



ΒΑβκανοι όφΟαλμοέ. 

Μήνες παρήλθον έκτοτε και δ ποιρ-ήν αν ίεν 
είχεν εντελώς λησ(/.ονήση, άλλα σπανίως άνε- 
κάλει εις τήν (/.νήμ,ην τα κατα τήν φιλοξενίαν 
τών Αθίγγανων . 

Ειχεν ήίη λήξη δ χεψών (;.ί τάς βροχερές 
και χιονώ^εις ή(ΐερας, \ά τάς ατελεύτητους νύ- 
κτας. Οι άγροι έχλόαζον, τα ίένίρα ηνθουν, 
τα πτηνά ύπο του Φοίβου θαλπό(χενα εριελπον 
χαιρετισ(χούς προς το εαρ. Τά ίαση έσκιο^^ντο, 
τών ρυακιών τά υίατα στειρεύοντα βαθ(χηίον 
έκελάρυζον άκαταλήπτως επι τών χαλίκων. 

Άρρητος τις χαρά, άγνεία, νεότης ήπλουν- 
το έπι τήν άγήρω φύσιν. Μετά τήν χειριερινήν 
ίοκΐ(χασίαν εξήρχετο ίιά μυριοστήν φοράν αλώ- 
βητος, άσπιλος, δπως τήν πρώτην ή[Λέραν της 
ίη[Αΐουργίας, άνελά[;,βανε τήν θείαν παρθενίαν, 
ως ή "Ηρα άπο της πηγής της Κανάθου.. . 

Ό Γιαννιός 5έν ίιήρχετο νυν τάς ή(Λέρας |χε- 
(χ.ονω[ΐένος ριακράν του χωρίου, τάς νύκτας κε- 
κλεισ(χένος εν τω ποΐ[Λνιοστασίω. Όοήγει το 
ποί|Λνιον του πατρός άνΐ τά ίαση και εγγύς 
τών καλλιεργηρι.ένο>ν αγρών, έστάθμιευε τήν μ.ε- 
σημβρίαν νπο τάς πλατάνους παρά το ^έον υ- 
ίωρ, και συχνά έπεσκέπτετο τον πατρικον οίκον 
ή έτερπε ίιά της φλογέρας τάς χωρικάς, αϊτινες 
ήοχοντο να πλύνωσιν εις τον ποταριόν. 

Ό νεαρός ποι^χήν είχε χρυπτόν τίνα πόνον, 
και τον πόνον αύτον έξείήλου διά τω;/ περιπα- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



88 



3Ε:23ΤΧ^ 



θών Υίχων του αΰλου. Μετ3& τεσσάρας (Αηνας 
ώφειλ& να καταλίπτι τους προσφιλείς αυτούς 
τόπους. Μετά τεσσάρας (χηνας ώφειλε να χωρι- 
σθτΐ άπο των γονέων, άπο του πιστού Άχμετ, 
απο του ποψνίου ού τάς αίγας καΐ τα πρόβατα 
έγνώριζεν εκαστον εκ της (/.ορφης, εκ της φωνής. 
Και θα άντηλλασσβ την ελ•υθίρα.ν αύτην ζωην 
των ίασών προς τον ύπόίουλον βίον του στρα- 
τώνος. Ό Γιαννιός Καρανικος είχε κληρωθτ) 
στρατεύσΐ[/.ος. 

'Ήτο παραμονή του ΆγΙου Γεωργίου, την 
ί* επιοΰσαν πανήγυριν (ΐεγάλην έτέλει το γει- 
τονικον χωρίον /Αγριοβοτάνι επι τ^ έορττ) του 
χωρικού ναΐσκου. Ή οΙκογένεια ΚαρανΙκου &ίχεν 
εκεϊ συγγενείς άποκατεστηριένους και η (χητηρ 
του Γιαννιού, η ευσαρκος λύρα Βάσσω, ειπεν αφ* 
εσπέρας προς τον σύζυγον : 

— Ταχινο θα πάω 'γώ με τα πράμματα 
ν* άρθη κι* & Γιαννιός 'ς τη θεια του. 

— Καλά το στοχάσθηκες, γυναίκα, σαν 
σικλετισμένο εινε το παι^Ι, ναρθη |χιί6 ψύχα νά 
ζεσκάσγ) *ς το πανηγύρι. 

Ό Γιαννιός έλούσθη, ενείύθη τα εορτάσιμα 
ενδύματα και ηκολούθησεν εις την πανήγυριν 
τον πατέρα και τον πρεσβύτερον ά^ελφόν Φω- 
κίωνα. 

Το όνομα του τιμιωτάτου των Αθηναίων είχε 
ίώσγ) εΙς τον υίον του ΚαρανΙκου δ άνάίοχος 
αυτού ίημο^ιίάσκαλος εν Ξηροχωρίφ. Φωκίων 
ί' ητο δ ίευτερότοκος• δ πρωτότοκος έκαλείτο 
ΛουκόΙς και ητο νενυμφευμένος και ^σώγαμχρος 
παρά τω πενθερω αυτού εν τω χωρίφ Βυστρί- 
τζα. Ό Καρανίκος είχε και μοναχοκόρην πρε- 
σβυτέραν τβύ Γιαννιού και αποκατεστημένην 
κάλλιστα εν τφ χωρίφ Κρυνερίτη. 

Σημειωτέον δτι ο! χωρικοί σπανίως νυμφεύ- 
ονται εν τφ γενεθλίω αυτών τόπω, τούτο ^ε 
ίιότι πάντες σχείον οι κάτοικοι ένδς χωρίου είνε 
συνδεδεμένοι σιά δεσμών συγγενικών, οίτινες 
και αν μέχρι συ^ΛΕθεριάς παραλυθώσι, πάλιν 
εινε κώλυμα γάμου παρά τοις άγρόταις. 

Ό λευκογένειος ΚαρανΙκος ίππευσε* την εγ- 
κυμονούσαν λευκην φορβά^α, ην θωπευτικώς ε- 
κάλει Νύφη και οι (^ύο υίοι είποντο πεζοί. 

Το Άγριοβοτάνι άπειχε μίαν ώραν το πολύ, 
ί) ^έ δ^ός ην δμαλη ^ιά των καλλιεργημένων 
αγρών μεταξύ τού ποταμού Βρύσα και της κλι- 
τύος των ^ασω^ών βουνών ίιήκουσα. Συνήν- 
τησαν και άλλους χωρικούς εΙς την πανήγυριν 
πορευομένους εκ γειτονικών χωρίων. Άφικέμενοι 
ίε ί ιηυθύνθησαν πάντες εν δμίλφ προς τον ναί- 
σκον κείμενον ύπό συστάδα μεγίστων πτελεών 
και παρέμειναν ύπό την σκιάν άκροώμενοι της 
θείας λειτουργίας. Έκεϊ συνήντησαν την θείαν 
Παρασκευήν, ήτις μετ' ανυπόκριτου χο^ράς ύπε- 
ίέξατο αυτούς και ώίήγησεν εΙς τον ηύτρεπι- 



σμένον οίκον. Και ηλθον και άλλοι κοεκ Υ)ρχισαν 
τά κεράσματα της ^ακής ίιά τού εκ κασσιτέ- 
ρου παγουρίου, και κατηναλώθηοαν αί θ§ρμαι 
τηγανϊται της θείας Παρασκευής. Και έπειτα 
επίσκεψις εΙς τον κουμπάρον έ^ώ, χαιρ&τισμός 
εις τον συμπέθερον έκει και χειραψίαι χαι φι- 
λήματα και 6λα αύτα αρδευόμενα ^ι« ^αψι- 
λούς ^ακής ή τσιπουρίτου. 

"Ομιλοι αθροίζονται παρά τάς θύρας των 
οίκων καΐ συζητήσεις άρχονται περί των γεννη- 
μάτων, εστίν ίτε και περί τών πολιτικών της 
επαρχίας. 

Έν τφ μεταζύ αί γυναίκες παρασχβυάζουσι 
τά έίέσματα έντος λεβήτων και χυτρών ευμε- 
γεθών, και αί χαμηΛοβΑεΛουσαί και σιγαλό- 
Λδρπάτηζοί κόραι παρέρχονται α1^ημόνο>ς προ 
τών ανδρών έκτελούσαι τών γονέων τά θελή- 
ματα, και τρίζουσι τανυόμενα ύπο τών κνημών 
τά περικίντητα υποκάμισα και κω^ωνίζουσιν 
οι άργυροι κόσμοι τού μετώπου καΐ τού τρα- 
χήλου. 

Ό σύζυγος της θείας Παρασκευής, εκ τών 
εγκρίτων οικοκυραίων, έφιλοζένει ^εκά^α χωρι- 
κών, σύν αύτοις ^έ καί τίνα εμπορον εκ Ξηρο- 
χωρίου έλθόντα χάριν ψηφοθηρίας, καθότι έμελ- 
λε νά έκτεθη ώς δήμαρχος κατά τάς έπικειμένας 
^ημοτικάς έκλογάς. 

Ένφ λοιπόν οι συνίαιτυμόνες ελειχον τά 
οστά σεβάσμιας αίγός, ην ή χάρις τού Άγιου 
Γεωργίου •ίχ*ν απαλλάξ-^ άπο τών ταλαιπω- 
ριών της γεροντικής ηλικίας, δ μνηστήρ τη; 
δημαρχίας έκήρυττε τον λόγον της ίτιμοτικής 
άναμορφώσεως. Και τι ^εν θά εκαμνεν αν οι 
έντιμοι συμπολΐται έτίμων αυτόν ίιά της ψή- 
φου των; Ή γη τού Ξηροχωρίου, ήτις αδικεί- 
ται τόσον ύπο τού ονόματος, δπερ άτόπως ελα- 
βεν άπο τού διαβρέχοντος αυτήν ποταμού Ξη- 
ριδ, ή γη τού Ξηροχωρίου θά καθίστατο επί- 
γειος παράδεισος. Ό υποψήφιος έβεβαΐου τους 
χωρικούς δτι δχι μόνον δίοΐ αμαξιτοί θά άνοι- 
χθώσι ίιά τών βουνών και τών φαράγγων, οχι 
μόνον σχολεία τέλεια θά ίίρυθώσιν εν έκάστφ 
χωρίφ, δχι μόνον μηχαναι θεριστικαι τού ίήμου 
θά έκτελώσιν άκόπως και δωρεάν τον θερισμον, 
άλλ' δτι αύτος δ βασιλεύς ίι' Ιδιαιτέρας επι- 
στολής είχε ίηλώσγ) προς τον εντιμον ύπήκοον 
αυτού, δτι θά ήρχετο νά κτίστρ άνάκτορον εν 
Ξηροχωρίω έπι της δημαρχίας του. 

Και οί χωρικοί ήτένιζον αύτον ίήθεν θαυμά- 
ζοντες και άνεφώνουν: 

— •Έτσι ε!* 

— Μωρέ *μίλα καλά, κύρ Παντελάκη! 
Και λάθρα ώθουντο ίιά τού άγκώνος και 

έμει^ίων ύπο τον μύστακα. 

Όταν ί* δ μικρόσωμος οικοδεσπότης, εύθυ- 
μος καΐ πονηρός γέρων, προεπιεν εις ύγείαν 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



£3Ζ:ΤΙ Λ. 



89 



του χύρ όη^ρχου^ η 6ύθυ[Αία εκορυφώθτ) καΐ & 
χύρ Παντελάχης ηύχαρίστησ• ίι' αξιοπρεπούς 
λογυσρίου τους ίγ)(ΑΟτας. 

Άλλ* εξω εν ττ) 7:λατεΙ(>ί του χο>ρίου ηχησεν 
όζύαυλος και είούπησε το τύριπανον οι χωρι- 
χοΐ άφιίχαν τον κυρ Παντελάχην ριόνον δ[χ.ς- 
λουντα κατ' ΐίίαν |ΐετά του οίχοίετπότου χαΐ 
έσπευσαν εις τον χορόν. 

Ό Γιαννιός προηγείτο. Ήτο ελαφρός, και ε- 
9η(ΐ.ΐζετο ώς χορευτής* εσπευίε λοιπόν να λάβτ) 
(Αέρος εις την άλυσιν του συρτού. Άλλ* δποΐα. 
ύπηρξεν υϊ εκπληξίς του, δτε πλησιάσας προς 
τον αυλητήν, τον χαραμονζάρην^οτζως χαλοΰσιν 
αύτον οί χωρικοί, ανεγνώρισε τον Γυφτοκάβου- 
ραν. 

Ό "Αθίγγανος ητο εύπρεπώς ενίε^υι^ένος, έ- 
^όρει χοινην χωρικην ένίυ(χ.ασ1αν, ναΙ (λέν πά- 
λαιαν και ούχι ά(ΐέ(ΐπτου καθαριότ^ιτος, άλλ' 
Ιπωσσιόχοτε πολύ ύπερτέραν της ^ακώίους πε- 
ριβολής, :ην έφερε την νύκτα έκεΐνην του Όκτω- 
βρΊου. Κοει αύτος ανεγνώρισε τον φιλόζενον 
ποψενα και έχαιρέτισε κα(χ(χ.ύσας τον [χόνον ό- 
φθαλμον και ταπεινώσας τον όζύαυλον. 

Ό νέος χωρικές ίυσηρεστήθη επί ττ) νέ(^ 
συναντησβι. Όχι ριόνον εφοβήθη |ΐ.η & (λονόφθαλ- 
(Λος κάρι-τ^ λόγον περί της εν τψ ποψνιοστασίφ 
^(λοζενίας, άλλα και ερρίγησε πάλιν επι τη 
άνα(Λνησ&ι του κινου(ΐ.ένου σακκίου και των πέντε 
οφεων, ους είχεν ακουσίως φιλοζενήση κατά την 
νύκτα εκείνην. "Ηρξατο του χοροΰ (χετ' άθυ[Λίας, 
Ι^όλις εκίνει 4νευ ^υθ(χου, άνευ χάριτος, τους πό- 
οας. Άλλα κατά (Λίκρόν η δρεξις αυτού έξή- 
^ίη καΐ όταν πολλοί ηρχισαν νά κράζωσιν 

— Ό Γιαννιός νά σύργ) τον χορό, 6 Γιαννιός 
νά πάν) "(χπροστά ! ή φιλοτι^Αΐα του νεανίου 
ίςήφθη. "^Ησαν τόσαι λιγεραι αϊτινες θά τον 
ι6χύ|ΐ.αζον έκεϊ, τόσοι λεβέντηίες,ο'ίτινες θά τον 
ίφθόνουν. 

Ποτέ ίέν εχόρευσε [χετά τόσης τέχνης ! Κρα- 
τού|Αενος ίιά της άνυψω^^ένης αριστεράς χειρός 
«πο το {χανούλιον του παραστάτου έστρέφετο 
ώς άτρακτος επι του ίεξιου ποίος, έταπεινούτο 
'^ρος την γην και άνετινάσσετο επάνω, ετυπτε 
'ίο χώ|ΐ.α ίιά της παλά[λης και έκροτάλει τους 
ίακτύλους εΙς τον αέρα. Και δ |/.ονόφθαλ(χος 
«υλητης εκ του σύνεγγυς προπορευό[Λενος και 
ί^ινών άνω και κάτω του αυλού τό στό{Λΐον κατά 
τον ^υβμον ηρπαζε τά προς τιμήν του ίεξιού 
χορευτού ^ιπτάμενα φιλοίωρήί^-ατα. 

Έν τ^ (χέθτρ τού χορού δ νέος χωρικός ίβλε- 
*« τά πάντα συγκεχυριένα και στροβιλίζοντα 
χερΙ αυτόν. Άλλ' επι (χίαν στιγ[ΐ.ήν ακίνητων 
όπως άναλάβη ίύνα[Λΐν προς τεχνικωτάτην τινά 
στροφην συνήντησε προσηλω[ΐ.ένους έπ* αυτού 
ίύο λάριποντας όφθαλ{Αθύς έν τψ δ[ΐ.(λ({> των 
βιατων. .. 'Ι^σθάνθη τι επΙ της κεφαλής ώς 



κτύπη(χα κόπανου καΐ έπεσε κατά γης παρασύ- 
ρας και τον παρ' χυτφ χορεύοντα. 

Ευθύς συνηλθεν εκ της ζάλης, άλλα βάρος 
άκατάληπτον έπίεζε τους ώιχους αυτού και ε- 
τρε[Αθν τά γόνατα του. Καττισχυριένος άπηλθε 
τού χορού και έκλείσθη έν τω οϊκφ της θείας 
Παρασκευής. Την ί' έσπέραν, άρια έπανελθών εΙς 
τον πορτρικον οίκον, κατελήφθη ύπο ρίγους και 
πυρετού. Και ή (χήτηρ (χή ίυναρ.ένη άλλως νά 
έξηγήσγ) την άναίτιον πτώσιν και την αίφνι- 
ίίαν άσθένειαν τού υιού άπέίιίε τά πάντα εις 
βασκανίαν. 

— Μού το ^ίσαχΊΚΊ το παιίι απάνω *ς το 
χορό του, έλεγε και έποίει παντοίους έζορκισ(Λθύς, 
καπνίζουσα αύτον ίιά ζαχάρεως και ριοσχοκα- 
ρύων, ψελλίζουσα ριυστηριώίεις και ακατάλη- 
πτους φράσεις. 

Ό ταλαίπωρος ποΐ(χήν άκούων της (Λητρος 
τους λόγους έν τη ζάλη τού πυρετού και άνα- 
πολών τους ίύο εκείνους όφθαλ[Λθύς, ους συνήν- 
τησε ίιά τού βλέ|Λ(Αατος έφ* εαυτού προσηλω- 
ριένους, (Λίαν στιγ(ΐ.ήν πριν η λιπόψυχος κατα- 
πέση, ίέν άριφέβαλλεν δτι ητο βασκανίας θύρια. 
Και ησθάνετο άκό(λη τά βλέ(Χ[/.ατα εκείνα επί- 
μονα, άπλανη, κατατρυπώντα τά οστδΐ, κατα- 
τρώγοντα τας σάρκας του. , . 

Και έν τη παρακρούσει ταύτη των φρενών 
Ι^έα τις αίφνης φωτεινή ίιήλθε το έσκοτισμένον 
λογικόν του. Απέρριψε το βαρύ κάλυμμα και 
άνετινάχθη έντρομος. 

01 μεγάλοι εκείνοι οφθαλμοί ! . . Τά λαμπρά 
εκείνα βλέμματα ! , • 

— Ή Τσιγγάνα Ι έγρύλλισε τρίζων τους ό- 
ίόντας και καταπεσών βαρύς έκάλυψε ίιά τίς 
τσέργας την κεφαλήν. 

Οί άλλοι έν τφ οϊκφ ένόμιζον δτι παρελάλει. 



Ε' 



*Η άγορ& τ9^ς Κυρια«9|ς 

Ή ασθένεια τού Γιαννιού, είτε έκ βασκανίας 
προήρχετο είτε έξ άλλης τίνος αφορμής, ίέν 
παρετάθη επι πολύ. Μετά ίύο ημέρας δ νεαρός 
ποιμήν ώδήγει πάλιν το ποίμνιον τού πατρός. 
Άλλ' ή έκ τού συμβάντος τούτου έντύπωσις ού 
μόνον 5έν έζηλείφετο άπο της μνήμης αυτού 
ίιά τού χρόνου, αλλά και ένείυναμούτο. 

Πολλάκις κατά τάς ευώδεις τού έαρος νύ- 
κτας, ενώ ήγρύπνει ύπο τους μαρμαίροντας α- 
στέρας και αλλοφρόνων προσητένιζε σκιερόν τίνα 
βάμνον,ένόμιζεν δτι ί ιεστέλλοντο αίφνης άψοφητι 
οί κλώνες αυτού καΐ ίύο οφθαλμοί, των ουρανίων 
φωστήρων λαμπρότεροι, προσήλουν έπ' αυτού βά- 
σκανον βλέμμα. Και δ ποιμήν έρρίγει και εκλειε 
τά βλέφαρα, άλλ'οί οφθαλμοί ελαμπον, ελαμπον 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



90 



ΒΣ27 Ι Λ. 



πάντοτε απειλητικοί ά(Λα και εύ|Λενεϊς, άπω- 
θουντες και ελκοντες. 

Και ποτέ εν ττ) [χαγικτι της (Αεση[λβρί7.ς ώρα 
κλίνων προς κρυστάλλωνες υίωρ δττως νίψη 
την (χορφήν, κατωπτρίσατο εν τφ νά(χατι εκείνφ, 
δπερ ε'χρύσουν του ηλίου αί ακτίνες, τά άσβεστα, 
τα γοητεύοντα δ(χ.(ΐ.ατα της Άθιγγανίίος. Και 
άπέστριψε την κεφαλήν και έκάλυψε ίιά των 
χειρών την(Λθρφην δπως αποφύγγ) τηνγοητείαν. 

Έν τγ) ερημΙα τά αΙσΟη(Λατα άπαζ ριζού- 
(Λενα αύξάνουσι και (Λεγεθύνονται ώς τά [/.ε(χο- 
νω^λένα ίένίρα του βουνού. Το αϊσθη[/.α δπερ ηρ- 
ξατο άπλοΰν τάς ^Ιζας αύτοΰ εν ττ) καρίία 
του χωρικού ητο παράιϊοζον δπως δ σπόρος εξ 
ου έγεννηθη. '^Ητο αϊσθη[Λα ίιφυές, αποστρο- 
φής α[λα και επιθυμίας, και άνέ^ιοίεν ώς καρπόν 
την άπόφασιν: να έπανίιϊη την Ζε|Λφύραν. 

Δια ποίας σειρδίς συλλογισ(χών ηγετο προς 
την άπόφασιν ταύτην δ νεανίας ; 

Διά σειράς φυσικωτάτης : 

Τι τον έτυράννει ; τι τον έβασάνιζε ; Το ά- 
γνωστον. Έπρεπ* λοιπόν νά ερευνηση το άγνω- 
στον τούτο, νά πεισβτ) αν αληθώς είνε δποϊον 
το εφαντάζετο η (χη εκ της αποστάσεως πα- 
ρουσιάζετο ύπο τοιαύτην τερατώδη [ΛΟρφην. 

Ούτω τά παιδία έν τφ σκιόφωτι του κοιτώ- 
νος πτοούμενα ύπο πελώριας σκιάς έπι του τοί- 
χου έζωγραφη[ΐ.ένης, άφ' ένος [χεν πτησσουσιν 
ύπο το κάλυ(Αρί.α της κλίνης, άλλ* άφ' ετέρου 
ωθούνται ύπο άκατα[Λαχήτου περιεργίας νά προ- 
βάλωσι την κεφαλήν, δπως πεισθωσι τέλος αν ή 
σκιά εκείνη είνε (Λαύρός τις γίγας η της (χητρος 
ή άνηρτη[Λένη έσθής. Πόσον ^^ 1)(Λθΐάζουσι προς 
παιδία οι έλληνες άγρόται, προκεΐ[χένου περί 
προλήψεων και ίεισιίαΐ(Αονιών, είνε γνωστόν τοις 
πάσιν. 

Έκολακεύετο 5έ η φιλοτιμία του χωρικού 
πιστεύοντος δτι άζίως και άνίρικώς επραττεν 
ούτω, προβαίνων μετά θάρρους προς τον έχθρον 
άντι νά στρέψη ίειλώς τά νώτα. 

— Γιά μιά παλιοκατσιβέλα εκεί, αιά κούρε- 
λοατσιγγάνα θά βάνω έννοια *ς το νου μου ; 
Κάνει μάγια ; Και το λοιπόν γιατί ίέν μα- 
γεύει και τά κουρελόπανά της νά τά ζεκαινουρ- 
γώσγ) ; Μονάχα 'ςέ μένα βάλθηκε νά κάνη μά- 
για, γιατί ίέν κάνει τάχα κι* άλλωνών ; Πώς 
μ' ετήραξε την ώρα πουσερνα το χορό ; "Ολοι 
μ' ετήραγαν. ,• Και νά ητον πάλι βάσκαμμα 
η ζαλάία άπ* τά κρασιά και τά ^ακιά ; 

Ό Γιαννιός ίιενοειτο δλα ταΰτα δπως επίρ- 
ρωση εαυτόν εΙς έκτέλεσιν της αποφάσεως. Άλ- 
λα και πάλιν έίίσταζεν, έίειλία δ'ίεισιίαίμων 
αγρότης. Έως ού ή Τύχη, ή τυφλή δδηγος δ- 
λων ημών των μη τυφλών, ετεινεν άρωγον ^εϊ- 
ρα και προς τον ένίοιάζοντα νεανίαν. 

["Επεται σννέχεια] 

ΓεΟΡΓΙΟΣ ΔρΟ£ΙΝΗ£ 



Η ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 



Συνέχεια* Τδβ προηγούμενον φύλλον. 
θ' 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΛΙΛΚΚΙΟι ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗ 
ΝΙΚΗΣ ΤλΓΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΛΣ. 

Διοικητής Αιακκίου, κατά την έποχην ταύ- 
την, ητο δ Σαλβατώρ Σχουαοκιαφίκος, δ δποϊος 
λίαν ευμενώς και εύπροσηγόρως ύπείέχθη τους 
έζ-ει ητρόσφυγας "Ελληνας. Ό άρχων ούτος, ττ) 
ίιαταγ^ της Κυβερνήσεως του, έπρότεινεν εις 
τους Έλληνας, εάν ηΟελον, ν' άσπασΟώσι την 
στρατιωτικην τεχνην. Άλλ' οι "Ελληνες άπήν*• 
τησαν δτι επροτίμων να καλλιεργούν την γην 
ίιά νά προμηθεύουν ταϊς οικογενείαις των τά 
προς το ζτ^ν αναγκαία• καί, κατά συνέπειαν, 
δτι έπεθύμοΐιν νά επιστρέψουν εΙς ΠαομΙαν. Ό 
άρχων ούτος, δταν ηκουσε την άπόφασιν των 
ταύτην, τοις είπεν δτι ή επάνοίος εις ΙΙαομίαν, 
εν τφ μέσφ του επαναστατικού εκείνου ανα- 
βρασμού, ητο πράγμα ίύσκολον και άίύνατον 
δτι είχε ^ιαταγήν άπο την Κυβέρνησίν του νά 
τους καταγράψγι στρατιώτας προς φύλαζιν της 
πόλεως του Αιακκίου- και δτι, δσον άφορ^ τάς 
έν ΐίχοαίο^. ζημίας των και την συντήρησιν τών 
οικογενειών των, η γενουηνσιακη ΚυβΙρνησις 
άνείέχετο την άποζημίωσιν ταύτην καΐ τας 
ίαπάνας προς συντήρησιν τών οικογενειών των. 
Οι Έλληνες 5έ, μη δυνάμενοι νά πράξωσιν άλ- 
λως, ήσπάσθησαν τον στρατιωτικον βίον, ώς 
χωροφύλακες της πόλεως του Αιακκίου. 

Ευθύς λοιπόν δ Διοικητής του Αιακκίου ίιώ- 
ρισεν εκ τών Ελλήνων τούτων, κατά τον παπά- 
Νικόλαον, έχατογζ άρχους^ τενένζηδες^ φ^Ιαμ" 
Λουρεους, σαργ^^τε^ και καηουραΑέονζ^ και 
τοις προσ^ιώρισε τον έπι τούτω μισθόν των. 
Ωσαύτως ^έ ίι* εκαστον άτομον τών ελληνικών 
γυναικόπαιδων (γέροντας, γυναίκας και παιίία) 
ώρίσθησαν ίύο άσπρα καθ' έκάστην. 

Έν τοις ληξιαρχικοΐς βιβλίοις του Δημαρ- 
χείου τών Καρυών, κατά την έποχην ταύτην, 
απαντώνται οι έζής τίτλοι : άτγιθΌτάγζ$<:, 
κάπος^ χαΛβτάκος, κομισάριος^ κοΛοτε^ος^ Γί- 
νέντες^ σαργέγτες^ μαγγι,όρες κλπ. Πολλά οέ 
εγγρχφα και κατάστιχα, σωζόμενα έν τοις άρ- 
χείο'.ς της έν ΑιακκΙω οικογενείας τών Στεφα- 
νοπούλων Κορ-νηνών, άναφέρουσι και μαρτυρου- 
σι πολλά πράγματα άφορώντα την νέαν ταύτην 
ζωήν της έν Κορσικτ, ελληνικής αποικίας. *Ω- 
σκύτως ί' δ 1.& Υϋΐο ΗβαΓαοίβ έν τγ) άνωνύμω 
ιστορία του, σελ. 285, λέγει δτι έσχηματίσθη- 
σαν τρία έλληνικχ τάγματα ύ^ε^ τους άρχ'^)" 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν:ιΟΟ^ΐ€ 



£3 23Τυ^ 



91 



γούς Μιχάλην, Ίωάννην καΐ θίοίωρϊκον. Ό 
ι^ιος συγγραφβύς ^(^ει έκτινείς πληροφορίας χαΐ 
71(1 της ^ληρω|ΐης των αρχηγών και των στρα- 
τιωτώνΈλληνων. Κατά τον Ιίιον συγγραφέα, εν 
τίί χατα(Α£τρή<ϊ«ι της 13 Απριλίου 1740, οί 
ίν ΑΙαχχΙφΈλληνις ευρέθησαν 812 ψυχαΐ, (Λε- 
ταζύ των 6πο(ων 200 ΐν^ρες, ίχανοι να φερωσιν 
ίιτλα. Κατά ίέ τον συγγραφέα της ΌββΟΓΪρΙίοη 
άβ 1& ΟοΓΒθ χτλ. «ή Δη(ΑοκρατΙα της Γενούης 
ι;αρέλαβ&ν εχ των 'Ελληνων τούτων ως στρατιώ- 
τας τ4τραχοσίους £ν^ρας.}) 

Ούτω ίε ο! Έλληνες, γενό(ΐ.ενοι χωροφύλακες 
του ΑΊαχχΙου, ήσαν ηναγκασ(Αένοι, σχείον καθ* 
εκάστην,νά κά|ΐνωσιν εκ^ρο[Λάς βπως έκίιώκωσι 
τους έπαναστάτας Κορσικανούς, οίτινες συχνά- 
κις επετίθεντο κατά της πόλεως του ΑΙακκίου 
χαΐ έλυ(Ααίνοντο τα κτη[λατα των κατοίκων 
βυτης. Τοιαύτας έκ5ρο(χ.άς εκα[Αθν πολλάς• πλην 
{[ίως έχ τούτων |ΑΟνον τάς ακολούθους η^υνηθην 
νά συλλέξω, τάς δποίαςέν παρα^είγριατι |χε- 
ταφέρω ενταύθα. 

Ευθύς μετά την άφιζιν των Ελλήνων εΙς ΑΙάκ- 
κιον, οί ίπαναστάται έφθασαν εν [χεγάλη ^υνά- 
[ΐει μέχρι των πυλών του ΑΙακκίου, επί τφ σκο- 
πφ νά πολιορκήσουν και νά κυριεύσουν την πέ- 
λιν, ουτίος, ώστε ούίείς των πολιτών έτόλ[Αα 
νά έζέλθ-ρ της πόλεως. Δια τον αύτον λόγον και 
δλοι οί |/.ύλοι ήσαν κλειστοί, ώστε ουδείς ή^ύ- 
νατο ν* άλεση. Έν τούτοις, τρεις των χωροφυ- 
λάκων Ελλήνων ύπήγαν ν* αλέσουν καρπούς εΙς 
τους παρά το Αιάκκιον (λύλους. Χάριν ταχύτη- 
τος δμως οί τρεις ούτοι ύπηγαν εις τρεις ^ια- 
90ρους ριύλους. Λχισται ί' εκ τών Κορσικανών 
Ε^ναστατών είσελθόντις κρυφίως εΙς ένα τών 
ρλων τούτων, ήρπασαν το πυροβόλον του Έλ- 
ληνος, Έν τούτοις δ Έλλην, πηίήσας εκ του 
χαραθύρου του (λύλου, ε*^ρα(ΐ.εν εις τον άλλον 
ρλον, οπού έλαβε το πυροβόλον του συντρό- 
φου του χαΐ ούτως αντεπεξήλθε κατά τών λη- 
στών. Έν τη συριπλοκη ταύτη, δ [ΐέν "Ελλην 
ίπληγώβη εΙς τον ποία. Ένα δ(χως τών λη- 
στών, εις άντα[Λθΐβήν, ερριψε νεκρον κατά γης, 
του δποίου έλαβε το πυροβόλον. ΌλΙγον ίί 
Ι^ιιτά ταύτα ή είίησις αυτή έφθασε ν εις ΑΙάκ- 
*ίον, δπόθεν φθάσαντες δλοΓ οί Έλληνες έν σώ- 
(Λ«τι, κατείίωξαν τους ληστάς. Οί Έλληνες, 
επιστρέφοντες εις ΑΙάκκιον, εφερον (χεθ* εαυτών 
ώς λάφυρα περί τάς ίύο χιλιάίας χοίρων και ε- 
κατόν άγελάσας και βους. Αυτη είνε ή πρώτη 
έ)ςθρο|ΐή τών Ελλήνων κατοι τών επαναστατών 
Κορσικανών, ή δποία έγένετο άφορ(ΐή δπως οί 
Έλληνες ούτοι καταστώσι (Λίσητοι καΐ παρά 
'^οΐς Κορσικανοΐς τών (Αερών εκείνων. 

Ήθη άπο της άφίζεως τών Ελλήνων τούτων 
'ν Κορσική έλληνικαί τίνες οίκογένειαι, προς 
ανιύρεσιν καλλιτέρας τύχης, καταλιπουσαι την 



Παο|Αΐαν, (Μετέβησαν εΙς τά πέριξ του ΑΙακ- 
κίου, οπού έκαλλιέργουν ίιαφόρους γαίας και 
ριετήρχοντο ίιάφορα έπαγγέλ(Λατα. 

Λέγεται ίε δτι ή οικογένεια του (/.εγάλου 
Ναπολέοντος Βοναπάρτου κατήγετο εκ τών 
ελληνικών τούτων οικογενειών, η [χαλλον εξ 
ελληνικών οικογενειών της αποικίας ταύτης 
ίιασπαρεισών έν τη Κάτφ Ίταλί:}:. Τινές ίέ 
τών ίστοριογράφων ^ιάλιστα και ίι' ίκανώς πει- 
στικών έπιχειρημ-άτων υπεστήριζαν την γνώ(χ.ην 
ταύτην. Οΰτω ίέ ή οικογένεια ΒοηαρατΙβ^ κατ' 
αυτούς, ίέν είναι άλλο ειμή ή οΙκογένεια Κα- 
Λομίρης^ η (ΛοΙλλον Κακομοίρης, έξιταλισθεϊσα 
καθ' δν τρόπον οί Γιατρίάκοί έξιταλίσθησαν 
και έγιναν Μβά%0ΐ8. 

Όταν οί Κορσικανοί ήρχισαν νά καταπιώ- 
κωνται ύπο τών εν ΑιακκΙφ Ελλήνων, τότε η- 
θέλησαν νά έκίικηθώσι κατά τών Ελληνικών 
τούτων οικογενειών. Μι^ ίέ τών ή[ΐερών έπετέ- 
θησαν κατ' αυτών και κατώρθωσαν νά φονεύ- 
σωσι (λίαν νεάνιία. "Οταν ί* δ πατήρ αυτής 
εφθασεν εις Αιάκκιον και ανήγγειλε τά γενό- 
μενα, τότε οί έκεϊ Έλληνες εξελθόντες, κατε- 
ίίωξαν αυτούς, παρά τών δποΐων έλαφυραγώ- 
γησαν ^ύο ποίμνια εριφίων. 

Μίαν τών ημερών έφθασαν και πάλιν οί έ- 
παναστάται προ του ΑΙακκίου, καίοντες και 
καταστρέφοντες τους αγρούς και τάς αμ- 
πέλους τών πολιτών. Όταν ^έ οί Έλληνες 
έξήλθον και πάλιν κατ' αυτών, οί Κορσικανοί, 
έπι τη παρουσίί^ε των ήρχισαν νά τους υβρί- 
ζουν τοιουτοτρόπως: «"Α! Τουρκομανιώτοι,χωρΙς 
πίστι, και πότες νά σας ξεκληρώσωμε! Στέκω- 
με ίυνατά, άίελφοί, δτι έρχονται θυμωμένοι οί 
Τουρκομερίταις με ταις πλατέαις βράκαις και 
τους κόκκινους στήθους. Φωτιά, Φωτιά ! κατά 
τους απίστους και μην φοβάστε Ι » 

Ή φράσις αυτη είναι του παπά-Νικολάου. 
Έκ της φράσεως ίέ ταύτης μανθάνομεν δτι οί 
Έλληνες της Κορσικής, μέχρι της εποχής ε- 
κείνης, έξηκολούθουν νά φέρωσι την έθνικήν των 
έν^υμασίαν, και δτι οί Κορσικανοί τους συνέ- 
χεον, ώς προς την θρησκείαν, με τους Τούρκους. 

Έν τούτοις οί Έλληνες ήρχισαν νά τους 
κτυπούν ώστε, μετάπολύωρον μάχην τούς έοί- 
ωξαν, φονεύσαντες ίέκα οκτώ και πληγώσαντες 
πολλούς εξ αυτών. 

"Αλλην φοράν δ Διοικητής του ΑΙακκίου ά- 
νέθηκεν εΙς τούς "Ελληνας τήν έπικίνίυνον έκ- 
στρατείαν, νά υπάγουν νά ελευθερώσουν τούς έν 
τφ φρουρίφ της Κόρτης ύπο τών επαναστατών 
περικυκλωθέντας Γενουηνσίους στρατιώτας. Ό 
αρχηγός τών Ελλήνων εξήγησε λεπτομερώς 
τοις στρατιώταις τον κίνίυνον, και έκάλεσε 
τούς οικειοθελώς βουλομένους νά λάβωσι μέρος 
εις τήν έκστρατείαν ταύτην. 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



η 



ΈΙΤΪΤΧΛ. 



Την ηρ^βρ^ν ίε της αναχωρήσεως συνηχθη- 
σαν δλοι οί στρατιώται ίν ττ) Έλληνικτ) Εκ- 
κλησία Ινα [ΧΕταλάβωσι των Άγιων Μυστη- 
ρίων. Έν τφ (χίσ(ι) της Εκκλησίας ητο εστη- 
(χένον νεκρικόν κουβούκλιον .... Μετά την θείαν 
λειτουργίαν, οί στρατιώται παρετάχθησαν έν 
στρατιωτικτ) παρατάξει ττρό του νεκρικού τού- 
του φέρετρου, ο! ^ε ιερείς έψαλαν την νεκρώσι- 
(Αον άκολουθίαν. Μετά το τέλος της Ακολου- 
θίας, οί στρατιώται ήοπάσθησαν τους συγ- 
γενείς και φίλους των τον τελευταϊον άσπα- 
σ(ΑΟν, (λετέλαβον τών ΆγΙων Μυστηρίων και 
άνεχώρησαν . . . . Το αποτέλεσμα ύπηρζε νίκη• 
αλλά νίκη ^ι' αΖ[λατος κερ^ηθεΐσα. 

Ότε & Παόλι διηύθυνε την Κορσικανικην ε- 
πανάστασιν, αρχηγός τών Ελλήνων ητο δ Κα- 
πετάν Γεώργιος Στεφανόπουλος, απόγονος του 
Γεωργίου Στεφανοπούλου Κθ(χνηνου, αρχηγού 
της ελληνικής ταύτης αποικίας κατά την άνα- 
χώρησιν έζ Οίτυλου. Εις τούτον ίε τον Καπε- 
τάν Γεώργιον ητο άνατεθειμ,ένη η φύλαξις του 
φρουρίου του ΑΙακκίου. Ό Πάολι, (χετ* έπανει- 
λη|Α(λένας ματαίας απόπειρας δπως καταλάβη 
το φρούριο ν τούτο, έσκέφθη {να ^ιά χρημάτων 
οιαφθείργ) τον αρχηγον αύτοΰ και καταστη κύ- 
ριος του φρουρίου και της πόλεως. Έπι τούτφ 
λοιπόν τφ επεμψεν έπιστολήν, ίι4 ττίς δποίας 
του έζητει συνέτευζιν εν ώρισμένφ τινί τόπφ. 
Ό Καπετάν Γεώργιος, παραλαβών τινας τών 
Ελλήνων, έπορεύβη εις τον υποδειχθέντα τόπον, 
ίπου οι έπαναστάται μετά μεγάλης τιμής και 
ύπολήψεως τον ύπείέχθησαν. Ό μεταξύ Πάολι 
καΐ Καπετάν Γεωργίου διάλογος ύπηρζεν δ έξης• 

— Σοι προσφέρω, Καπετάνε μου, τάς ανω- 
τέρας τών στρατιωτικών και πολιτικών τιμών, 
λίπεν δ Πάολι, εάν μοι παραίώσγις το φρούριον 
το δποϊον φυλάττεις. 

— Ώρκίσθην τιμιότητα εΙς τους ανωτέρους 
μου, άπήντησεν δ Καπετάν Γεώργιος, και ίέν 
έπιθυμΑ νά καταπατήσω τους βρκους μου. 

Μετά ματαίαν ενστασιν ολίγων λεπτών, θέ- 
των δ Πάολι την ^εξιάν του έπι του ώμου του 
Καπετάν Γεωργίου, τφ προσέθηκεν: 

— Έάν είχα στρατιώτας και αξιωματικούς 
ως ύμας τους Έλληνας, δ εχθρός ^έν θά εμενεν 
έπι τ^Ίς νήσου μου ούτε είκοσιτέσσαρας Δρας. 

Μετά τον βραχύν τούτον ίιάλογον δ Πάολι 
^ιέταξεν φρουράν επαναστατών νά δοηγήσι^, 
τους "Ελληνας μέχρι τών πυλών της πόλεως 
του ΑΙακκίου. Ευθύς ίέ μετά ταύτα ηρχισαν 
και πάλιν αϊ έχθροπραξίαι. 

Την άκρίβειαν τών ανωτέρω έκί ρομών ^ένειμαι 
εις κατάστασιν νά επιβεβαιώσω* τοΰθ' όπερ ^ε 
μετά πεποιθήσεως ^ύναμαι νά εΐπω είναι δτι οί 
Έλληνες ούτοι υπηρέτησαν στρατιωτικώς τους 
Γβνουηνσίους χαΐ κατόπιν τους Γάλλους, και δτι 



πολλάκις ίιεκρίθησαν έπ' άν^ρία και θάρριι, ^ιό 
και εχαιρον έξαιρετικήν ύπόληψιν παρά τοις άνω- 
τέροις αυτών. (Παραβλ. Οβδοηρϋοη άβ 1& ΟοτΒβ 
κτλ. σελ. 76. 126. 131. 153. 156.) Ιδιαιτέ- 
ρως ^' αξία παρατηρήσεως είναι ή έντος τριά- 
κοντα τριών ετών σχείον κατά το ήμισυ έλάττω- 
σις τών Ελλήνων τούτων. Έν μεν ττι καταμε- 
τρήσει του 1740, ως ή^η ανωτέρω ^ιελάβομεν, 
οί έν ΛΙχκκίφ Έλληνες ευρέθησαν 812 ψυχαι 
έν δλω. Τουναντίον ί' εν ττί καταμετρήσβι του 
1773 οί Έλληνες ούτοι ίεν ήσαν »1μη 428 
ψυχαΐ μόνον. Ή σύνοψις ίέ της τελευταίας ταύ- 
της καταγραφής, κατά τον κατάλογον τον έν 
τη ύπ* αριθ. Ο. 77 χαρτοίέσμγι εύρισχόμβνον 
έν τοις άρχείοις του Νομαρχείου του ΑΙαχκίου, 
έχει ως έξης : 

αΡΓθΐηίβΓ ]ιιί11θΙ 17 73. ΟθηοιηΙ)ΓβχηθηΙ άβ 1& 
οοΐοηίβ ^Γβοςηβ βχίβίαηΐβ έ Α]2ΐοοίο.}^ 



34 οίκογ. 


ίζ 1 


άτθ[ΐ.. 


συγχίΐ(χ.= 34 


Ψ'^χ 


37 » 


> 2 




9 


= 74 




36 » 


» 3 




Λ 


= 108 




21 » 


» 4 




ν 


= 84 




13 » 


» 5 




» 


= 65 




5 » 


» β 




]» 


=» 30 




1 ]> 


» 7 


» 


•» 


= 7 




1 > 


ν 8 


» 


» 


= 8 




2 » 


> 9 


9 


» 


=: 18 





150 



428 ψυχαΐ. 



Ό πληθυσμός οέ της ελληνικής ταύτης α- 
ποικίας ήλαττώθη τόσον μεγάλως ίιά τους έξης 
πιθανωτάτους λόγους• α' ) ίιότι πολλαΐ οίκο- 
γένειαι, μη ^υνάμεναι νά ύποφέρωσι τάς εκ του 
πολέμου ταλαιπωρίας, μετηνάστευσαν εις την 
νήσον Σαρ^όνα και εΙς την Κάτω ΊταλΙαν και 
έμειναν έκεϊ ίιά παντός, τών δποίων τα ίχνη 
έάν τις ζητήση, βεβαίως θα ευρη ακόμη και 
σήμερον β')ίιότι πιθανώς τινές τών Ελλήνων 
τούτων νά άνεχώρησαν με τον Ίσπανικόν στό- 
λον, και γ') ίιότι βεβαίως ουκ ολίγοι εξ αυτών 
θά έφονεύθησαν ήίη κατά τάς διαφόρους έκ- 
^ρομάς, τάς δποΐας εκαμνον εναντίον τών επα- 
ναστατών Κορσικανών. "Οπωσδήποτε ίέ εξ 
δλων τούτων εικάζω οτι ή ιστορία τών ταλαί- 
πωρων Ελλήνων, έν ταϊς λεπτομερείαις αυτής, 
βεβαίως θά ηναι πραγματική Όίύσσεια. Διά 
τούτο ίέ και δ Βοβι^βΙΙ έκάλεσεν αυτού; ΙπδΙββ 
ΓβΙίςαίβΒ Ο&η&υπι. 

Ότε ή Κορσική περιήλθεν οριστικώς εις την 
γαλλικήν έξουσίαν και ή ειρήνη άποκατέστη, 
τότε και οί Έλληνες ηρχισαν νά σκέπτωνταη 
περί της αποκαταστάσεως των. Ή εις Παομίαν 
επιστροφή ητο άίύνατος, ίιότι οί έπαναστά- 
ται Κορσικανοί εκαυσαν τάς οικίας των, έσφι- 
τερίσθησαν τά κτήματα των και κατερήμω- 
σαν έκ θεμελίων το χωρίον των. Έν τφ μεταξύ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



£:23ΤΙ^ 



93 



^£ τούτ€!> η ίσπανιχη χυβίρνησις έπρότεινεν 
ιΐς τον χαπιτάν Γιώργιον και ίι' αύτου εις 
δλους τους Έλληνας, εάν ηθελον, να (ΐ,εταβώσι 
χχ5 εγχατασταΟώσιν εν Ίσπανίο^: , δπου τοις 
ΤΓζρεχώρει γαίας προς καλλιέργησιν. Πλην δ- 
Ι^ως οι οροί ^έν η<;αν σύμφοροι τφ έλληνικφ 
ι:ληθυσ(λφ, ί:' δ και η πρότασις αυτή άπερρί- 
^ κατά πρώτον ύπο του αρχηγού Καπετάν 
Γεωργίου. Πολλά έγγραφα, σφζό(ΐ.ενα εν τοις 
ζρχείοις της εν ΔΙακκίφ οικογενείας των Στε- 
φανοπούλων Κορινηνών, πραγριατεύονται τά 
καθέκαστα της ύποθεσιως ταύτης. 
('Ειηται «ννέχεια) 

Ν. Β. Φαρδύς 



Η ΕΛΛΑΣ 

ΕΝ ΤΗι ΠΑΓΚΟΣΜΙΠι ΕΚΘΕΣΕΙ 

ΤΟΥ 1878 

Οίνοι κλπ. Ή Έλλλς εξέθηκεν οίνους, οΐ- 
νοπνευρ^τώ^η ποτά και ζύθους. Ή ίιά τάς 
ά|&πελους αφιερωμένη Ικτασις της επιφανείας 
αύτης «ίνε περίπου 124,000 μυριοριέτρων, πα- 
ραγόντων 36 ^) περίπου έκατο|Λ(Λύρια χιλιόγραμ- 
μα σταφίδων και 205 εκατομ.χιλιόγραμμα στα- 
φυλών. 

Εξαιρέσει δειγμάτων τινών οίνου ρητινίτου, 
ήτοι οίνου έχοντος οξειαν γευσιν ρητίνης, εις 
δν άπο^Ι^ουσιν Ι^ιάζουσαν ύγιεινην επιρροην, η 
Ελλάς παρουσίασεν οίνους αξιόλογους. Άνα- 
φερομεν δτι το πρώτον χρυσοΰν βραβεΐον άπενε- 
(ΐήθη άνευ αντιρρήσεως εις τι έργοστάσιον οί- 
νον Κορινθιακών σταφυλών ^ιά τους λαμπρούς 
αύτοΰ οίνους επιδορπίου. Ή είρα του εργοστα- 
σίου τούτου εινε εν Πάτραις. 

Το έτερον βραβεϊον απενεμήθη εΙς Άθηναϊ- 
χον οικον. Ωσαύτως συλλογή οίνων της Μήλου 
έχρίΟη άξια βραβείου αργυρού. "Ομοιον βραβείον 
άπενεμ'ηθη εΙς εκθέτην τινά εκ Κεφαλληνίας ί ιά 
τον έρυθρον αύτου οινον. Όκτώ ίτεροι έκθέται 
εχ Πατρών, θήρας, Κερκύρας, Κεφαλληνίας, 
Ίστιέας, ήμείφθησαν ίιά πέντε βραβείων χαλ- 
χών και τριών εντίμων μνειών. 

Ή Ελλάς εξάγει τους οίνους της εις Κων- 
βταντινούπολιν, 'Αγγλίαν, Γερμανίαν, Όλλαν- 
Αίαν και Βέλγιον. Έν θήρ^ υπάρχει συνήθεια 
^ά έκθέτωσι τάς σταφυλάς εΙς τον ήλιον ϊνα 
«αραγάγωσιν οινον γλυκύτερον, πνευματωίέ- 
οτερον και περιέχοντα πλείονας χυλώίεις ού- 
^ί«ς. Εινε το κύριον μέσον της παρασκευής τών 
ζακχαρω^ών οίνων της νήσου• 

Δύο έκθέται οινοπνευμάτων ετυχον δ μεν 
βραβείου χαλκού, 6 ^έ εντίμου μνείας. 

Ι) Ή ινληρο^ορ'.α προφανώς εσφαλμένη, άφου ή νυν πα- 
ραγόμενη νταφίς ύηολογίζκται περίπου εις 350 έχατομ. λ(• 
^9^ί η 150 έχατομ. χιλιόγραμμα. 



Δεν εινε ανάγκη νά είπωμεν δτι ή Ελλάς εξά- 
γει μεγάλας ποσότητας σταφίδων εΙς 'Αγγλίαν 
και Γαλλίαν, ίνθα το προϊόν τούτο καθίσταται 
ή βάσις νέας βιομηχανίας δλονεν αναπτυσσό- 
μενης έπι βλάβτι της παραγωγής τών φυσικών 
οίνων. 

Βά/ίδαζ, Ώς ε ν πολλά ις άλλαις χώραις ή 
καλλιέργεια του βάμβακος ελαβέ τίνα σπου- 
δαιότητα κατά την ίιάρκειαν του *Αμερικανι- 
κοΰ πολέμου, ίέν έμετριάσθη ^έ πολύ έκτοτε, 
καθόσον ή λήξις του πολέμου συνέπεσε μετά 
της ίί ρύσεως κλωστηρίων εν ττ) χώρ^. Έπι του 
παρόντος ή καλλιέργεια του βάμβακος κατα- 
λαμβάνει 1 0,000 εως 11,000 μυριομέτρων, ή 
^' ενιαυσία παραγωγή είν( περίπου 7 εκατομμύ- 
ρια χιλιόγραμμων. Ή ποσότης δμως αΰτη ίέν 
άρκεΐ ν* άνταποκριθτ) εις τοις άνάγκας της βιο- 
μηχανίας, καθόσον ή εισαγωγή υπερβαίνει τήν 
έξαγωγήν κατά 80,000 χιλιόγραμμα περίπου. 

"Εριογ. Ό αριθμός τών εν Έλλάίι προβάτων 
εινε υπερβολικός έν συγκρίσει προς τον αριθμόν 
του πληθυσμού και τήν εκτασιν της χώρας* 
ύπάρχουσι έπέκεινα του 45 προβάτων κατά 
τετραγωνικον χιλιόμετρον, ύπολογίζουσι ίέ πε- 
ρίπου 150 πρόβατα ανά 100 κατοίκους. Ώς έν 
Ίταλία,τά ποίμνια εινε έν γένει ανεξάρτητα πά- 
σης γεωργικής εκμεταλλεύσεως, άνήκουσιν εΙς ποι- 
μένας ενδιαφερομένους διά το προϊόν των, οϊτι- 
νες τά δίηγουσιν άπο βοσκής εις βοσκήν. Διέρ- 
χονται το θέρος έπι τών ορέων, και καταβαί- 
νουσι τον νοέμβριον, Ινα άναβώσιν εκ νέου τον 
άπρίλιον. 

Ή του ερίου παραγωγή εινε κατά μέσον 
δρον εν χιλι6γραμμον κατά κεφαλήν. Εινε εριον 
αρκούντως τραχύ, συνήθως μέλαν, και μεμιγ- 
μένον με τρίχας σκληράς και χνοΰν. Ή εξαγωγή 
εινε μι>^ρά, φθάσασα κατά το 1875 εις 338, 
000 χιλιόγραμμα ή το δέκατον περίπου της 
5λης παραγωγής. 

Μίζαξα. Η Ελλάς, ή άλλοτε τοσούτον έπι- 
δίδουσα εις τήν καλλιέργειαν τών μεταξοσκω- 
λήκων, ώστε 6 Μωρέας νά όφείλη, λέγουσι, το 
όνομα αύτου εΙς τάς φυτείας τών μωρεών ύφ* 
ών έκαλύπτετο, ίέν παράγει σήμερον ή ποσό- 
τητας λίαν περιωρισμένας βομβύκων ( κουκκου- 
λίων). Ή εξαγωγή, άλλοτε σημαντική, δεν 
εινε σήμερον ή χιλιάδες τίνες χιλιόγραμμων. 
Εστάλησαν μολαταύτα εΙς τήν Έκθεσιν καλά 
τινα δείγματα βομβύκων λευκών και κίτρινων 
συνοδευόμενα υπό μετάξης ακατέργαστου πολύ 
καλής ποιότητος. 

Ή βιομηχανία της μετάξης ήρξατο εν Ελ- 
λάδι κατά τον ΙΟον ή Ιΐον αιώνα, άνεπτύχθη 
δε ταχέως, ώστε μετ' ολίγον οι Έλληνες εργά- 
ται ήσαν περίφημοι ώς κλώσται, συστροφεις και 
υφαντά ι μετάξης, βαφείς και κεντγ^^αί. Τπψ- 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^[€ 



94 



τχ. 



χον τότβ [Λεγάλα εργοστάσια εν *Αθήναις καΐ 
θήβκις- ίκ των ^ύω μάλιστα τούτων πόλεων δ 
ΚοββΓ άο θίοίΐθ έλαβε τους (ΐ,άλλον εΐίή(Λθνας 
περί την εξεργασίαν της (χετάξης και μετέφερεν 
αυτούς εις Παλέρμον, ί^ρύσας οΰτω^ι' αυτών 
τα πρώτα εν ΊταλΙί^: εργοστάσια μετάξης. 

Σήμερον ή βιομηχανία αυτή εινε λίαν μι- 
κροσκοπική εν Έλλάίι. Ή επιδημία τήν έζη- 
σθένησεν ύπερβαλλόντως, δ ίέ πληθυσμός ήμέ- 
λησεν, δτε ύπήρχεν ίΐσέτι καιρός προς άποτρο- 
πήν του κάκου. 

Δώδεκα μόνον κλώσται άντεπροσώπευσαν 
τήν Ελλάδα εν τη Εκθέσει, 

Ός προς ίέ το ακριβές ποσόν της παραγό- 
μενης εν τφ Κράτει μετάζης εινε ^ύσκολον ν* 
άποφανθτ) τις θετικώς. Ό 'Τπουργος των Εσω- 
τερικών κατά το 1852 ίιεταζε τήν σύνταξιν 
στατιστικής περί της παραγόμενης μετάξης• 
ευρέθη ίέ δτι αυτή ην 87,500 χιλιόγραμμα 
μετάζης ακατέργαστου. Έν τούτοις εκ πληρο- 
φοριών ιδιωτικών, άλλλ δυναμένων να άποτε- 
λέσωσιν αυθεντικότητα, συνάγεται δτι περί τήν 
έποχήν εκεΐνην παρήγετο μεταξά 155,000 χι- 
λιόγραμμων, ήτοΐ' 

55,000 χιλιόγρ. εκ Μιστρά και περιχώρων 
30,000 }) εκ Καλαμών 3> 

30,000 » έκ των λοιπών μερών Ελλάδος 

25,000 » εκ του Αιγαίου π»λάγους 

15,000 » έξαχθεϊσα του Κράτους. 

Δια ίέ το έτος 1854 κατά τήν στατιστικήν 
του ΤπουργεΙου τών Εσωτερικών ή παραχθεϊσα 
μέταζα ην 971,000 λιτρών *) ή *έ αναλογία 
τών διαφόρων μερών παράγωγης ειχεν ώς έξης : 

Λακωνία 268,000 λίτρας 

Κυκλάίες 240,000 χ> 

Μεσσηνία 140,000 ι> 

Αρκαδία 95,000 » 

Εύβοια 75,000 ι> 

Αχαία— Ήλις . . . 70,000 » 

κλπ. κλπ. 

Κατά ίε το έτος 1857 ύπελογίζετο ή της 
μετάζης παραγωγή εις 1,270,000 χιλιόγραμ- 
μα βομβύκων, ών 883,000 χιλιόγραμμα έζειρ- 
γάζοντο εντψτόπω, 387,000 ίέ χιλιόγρ. έξή- 
γοντο εις το έξωτερικόν. 

Κατά τά ίτη 1862 ίως 1865 ή ασθένεια 
επήνεγκε τάς μεγίστας καταστροφάς. Μετά το 
1866 ή παραγωγή ήρζατο άνορθουμένη. Άλλ' 
άπο του 1874 έπηκολούθησε νεα ελάττωσις, 
ώστε ή κατά το 1882 παραγωγή ίεν υπερέβη 



τάς 301,000 χιλιόγραμμα. Ί^ού ίί και δ σχε- 
τικός της παράγωγης πίναξ : 

χίΜ6γρ. 

1873 έως 1875 (μέσος δρος κατ' ίτος) 448.000 
1876 » 1878 » » » 420,000 
1879 » 1881 ]> 9 » 310,000 
1882 300,000 

Οι αρχαίοι βδμβυκες ελληνικής καταγωγής, 
συνήθως κίτρινοι, έζετιμώντο μεγάλως. ^Ησαν 
γνωστά ^ώ^εκα εΐ^η αυτών, εκ τίνων σε, ώς 
λ. χ. τών της Λακωνίας καΐ Μεσσηνίας, εξή- 
γετο μεταξά αρίστη. Μετά τήν έπι^ημίαν, ού- 
^έν σχεδόν άπέμεινεν έκ της παλαιάς ευτυχίας, 
ή ί' Ελληνική βομβυκοτροφία μεγάλως περιω- 
ρίσθη. Σήμερον δύναται τις νλ ^ιακρ1νΐ() τέσ- 
σαρα εΐ^η σπόρων, ήτοι 

καταγωγής γαλλικές με βόμβυκας κιτρΙνους, 
» Ιαπωνικής » » πράσινους, 

]> 9 » ]) λευκούς, 

τέλος ί' έτερον είίος με βόμβυκας κιτρΙνους, 
δπερ προήλθεν έκ μίγματος βομβύκων 1απωνι« 
κής καταγωγής προς ίτέρους ιθαγενείς. 

Κλωστήρια κατά το 1853 ύπΐρχον 7, ών 
4 εν ενεργείς, 3 ίέ άργουντα. 

Κατά το 1877 ύπηρχον 12 κλωστήρια ε ν 
ένεργεΙ(|ρ, άπασχολουντα 930 εργάτας, ίξ ών 
870 γυναίκες. 

Έν τέλει παραθέτομεν πίνακα της εξαγωγής 

τής μετάξης κατά τά τελευταία ετη, 

β<ίμ6, Μ/τα(α 

1863—1865 (μέ^ς 8ρος χατ' Ιτβς) χλγρ. 46,146.. 3,3ί8 
1866—1868 • • 103,830•. 9,067 

1869-1871 . . 26,752.. 13.837 

1872—1874 • ■ 19,735.. 48,895 

1875—1877 • • 7.598. .12,410 

1881—1882 . » 24.115.. 9,752 

ΈλλεΙπουσι πληροφορίαι ίιά τά ετη 1 878, 
1879 καΐ 1880. 



(Έκ«τα( συνέχ«(«) 



ΗλΙΑΕ ΛΐλΚΟΠΟΥΑ.θε. 

ι • ι» 



/) Το βάρος μιας Λίτρας βομβνχωτ €ίΥ€ ^δΟ ?ως 
270 γραμμάρια• 



Η ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΣ 
ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ 

Έν Σίίνεϋ της Αυστραλίας εωρτάσθη την 
14/26 Ιανουαρίου η ίκατοστη επέτειος της 
ημέρας, καθ* ^^ν δ πλοίαρχος Φίλιππς, πρώτος 
ίιοικητης της αποικίας, έλαβε κατοχην τίς 
Αυστραλίας έν ονόματι του κυριάρχου αύτου 
Γεωργίου του Γ', βασιλέως της Αγγλίας. 

Προς έπισημότερον πανηγυρισμον της επι- 

σ^ιμου ταύτης επετείου ^ιωργανώθη και οιεθνης 

βιομηχανική και επιστημονική εκθεσις εν Μελ- 

βούρνιρ. Ή Νότιος Νεα ΟύαλΙο^ης πρωτεύουσα 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν300^ΐ€ 



ε> Ζ1ΧΙ ^ί. 



95 



είνε ί| Σίονεϋ, ίπ«θύ(Α€ΐ νά συνίέση την ίκατον- 
τκετηρίοα «ύτης προς έπίσηριον επισττ,αονικον 
γιγονος, εκπ£(Α:Γθυσ« εξερευνητικην άποστολην 
ίΐς τον νότιον πόλον. Άλλ' τι αγγλική κυβέρ- 
νησις, παρά την γνώμην της Βασιλικής και 
της Γεωγραφικής Εταιρίας του Λονδίνου, ίέν 
ίυνήνεσε να ριετάσχη της αποστολής κατά 125, 
000 φράγκων, ως άπήτει η αποικία παρά της 
(ΐητροπόλεως. Ή βϊίησις «υτη έτηλεγραφήθη 
ίΐς Σί^νεϋ την π«ρα(/.ονήν της ένάρζιως των 
ίορτών. 

Τβ νεαρον κράτος των Άντιπόίων άπό τίνων 
ετών προώ^ευσε καταπληκτικώς. Έν ετει 1851 
οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της Αυστραλίας ανήρ- 
χοντο {Αολις εΙς 300,000, σή[Αερον 5' άνέρχον- 
τβι εις 3,000,000. Εις ^ιάστηαα βραχύτερον 
του τεσσαρακονταετούς δ πληΟυσ(χος είε/,απλα- 
σιάσθη. Κατά την έποχην εκείνην ή Μελβούρνη, 
ήτις σήρ,ερον άριθριεϊ πληθυσ{Λον 300,000 κα- 
τοίκων, κατωκεϊτο ριόλις ύπο έξακισχιλίων ψυ- 
χών, ή Νέα Ζηλαν(ϊία δε, ήτις άριθ(Λεΐ σή(Λερον 
500,000 κατοίκους, εύρίσκετο εις χείρας των 
Μαορή. 

Κατά το 1887 ή Αυστραλία και ή Νέα Ζη- 
λανοία απέστειλαν εις την Άγγλίαν το κρέας 
844,000 προβάτων ίιατηρη[Λένον δι' άποψυ- 
ζίως. *Από της άνακαλυψεως των χρυσωρυχείων, 
αϊ έν Αύστραλί^}: άποικίαι απέστειλαν εις την 
'Δγγλίαν 2,500,000 χιλιόγρα(Λ(Λα χρυσού, έχον- 
τα άξίαν 317 έκατορ.(Λυρίων λιρών στερλινών, 
ήτοι 7 χιλιεκατοριμυρίων και 825 έκατο(Αρί.υ- 
ρίων φράγκων. Μίνον κατά το 1886, αί αύστρα- 
λιακαι άποικίαι παρήγαγον 200 κ. χιλιόγρα(Χ(ΐ.α 
χρυσού, άξιας 400,000,000 φράγκων. Οι προϋ- 
«ολογισ{/.οΙ των εν ΑυστραλΙ^ αποικιών ανέρχον- 
ται εν συνόλω εΙς το ποσόν τών 500,000,000 
φράγκων. 



ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ 



ουντων ύπο τους 



Έπαγοίρό[Αει το πλήθος έν Βιέννη. 

Μεταξύ τών τόσων παγοίροριούντων 
ήχους της μεθυστικής του Στράους (Λουσικής την 
γενικήν προσοχήν εϊλκυε κύριος τις ευγενής την 
ρρφήν, ύπερήφανον έχων παράστημα και θαυ- 
Κ-αβίους ίιαγράφων ελιγμούς έπι του ολισθηρού 
^άγου. Έφερεν ούτος λαμπράν στολήν στρατη- 
γού άλλοίαποΰ, πρωτοφανή εν Βιέννγ). "^Ητο κό- 
^ρς πολύς έκει και εκ της υψηλής κοινωνίας, 
κλλ' ούίεις ένΟυμεϊτο ποτέ δμοίαν στολήν. Ή 
πιριέργιια έκορυφώΟη παρά ταϊς κυρίαις ΐίίως : 
Τίς είνε δ στρατηγός ούτος και εΙς τίνα έθνικό- 
'^^ίΤα άνήκεν; 

^ Έν τέλει ζωηρός τις νέος προσφέρεται νά λύστ^ 
^ί)ν άπορίαν . 



— Έγώ θά μάθω, λέγει, και ίι* ελιγμών έν- 
τέχν6)ν καταφθάνει τον στρατηγόν. ΏΟεϊ αύτον 
εκ τύχης ίήθεν και άίεξιότητος και τον ρίπτει 
κάτω. Άλλ* ευθύς σπεύίει και βοηθεΤ αυτόν, ίνα 
έγερθτ) και μυρίας ζητεϊ ταπεινάς συγγνώμας, 
ένφ συγχρόνως συνιστφ κατά το γερμανικον ε- 
θος εαυτόν προς τον στρατηγόν: 

— Το δνομά μου είνε φόν Ρ . . . 

— Το ιίικόν μου όνομα είνε Κρόμπεργ, ά- 
παντα δ στρατηγός με γνησίαν γερμανικήν προ- 
φοράν. 

Ό νέος αναμένει μετ' αγωνίας τους τίτλους 
του ένοοζοτάτου. 

— Είμαι,έξακολουθεϊ 6 στρατηγός, είμαι εν- 
οικιαστής ενδυμάτων ίιά την άπόκρεων. Κά- 
μνω προ πάντων φανταστικάς στολάς στρατιω- 
τικάς. Βλέπετε αυτήν που φορώ τί ωραία εινε, 
τι ώραϊα που στρώνει επάνω μου ; Έπίτηίες την 
έφόρεσα ίιά <ϊεϊγμα. Το κατάστημα μου εινε 
εις τήν δίόν Γκράμπεν αριθ. 53. "Αν σας τύχγ) 
ανάγκη, σας παρακαλώ νά με προτιμήσητε και 
σεις και οί φίλοι σας . . . 

Ό νέος μόλις καταστέλλων τον γέλωτα σπεύ- 
δει πάλιν προς τον κύκλοντών γνωρίμων του και 
αναγγέλλει δποιός τις είνε 6 υποτιθέμενος αλλο- 
δαπός στρατηγός. 

Και άποστρέφουσι νυν άπ* αυτού κατγ)σχυμέ- 
νον το βλέμμα αί άβραι τής Εύας κόραι, αιτι- 
νες είχον θαμβωθή άπο τά χρ'^'ΐά κομβία και 
τάς θυσσανωτάς έπωμίίας και είχον αρχίσει νά 
πλάττωσι γλυκύτατα όνειρα περί του . . . ενοι- 
κιαστού τών ένίυμάτων ! ^Ητο τάχα ή μόνη 
φορά, καθ' ην ήπατήθησαν ύπο τής εξωτερικής 
περιβολής και τής ψευίούς λάμψεως; 



ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ 



Α'. 



Παιδάκι μ,ου, τ^ν πόνο σου χαΐ που να τόνε ^ήξω; 
Νά τόνε ρήξω 'ς •?ά βουνά, τον παίρνουν τά κλαράκια, 
Νά τόνε ρήξω 'ς τά χλαργ^ά, τον παίρνουν τά πουλάκια, 
Νά τόνε ^ήξω 'ς το γιαλό, τον παίρνουν τά ψαράκια, 
Νά τόνε ^ήςω δίστρατα, τον πιρ'νου'^ οι διαβάταις• 
Νά τόνε ρήξω 'ς τήν καρδιά, όπώχω χΓ άλλους πόνους, 
Νά χάΟωμαι νά (χ.έ πονίΐ, νά γέρνω νά μβ σφάζγι, 
Να πέφτω *ς το προσκέφαλο ΰπνο νά μή χορταίνω Ι . . . 

β'. 

"Ολον τον κόσμο γύρισα, τη γη τήν ξακουσμένη. 
Είδα μανούλα ις 'ςστον χρεμνό, τής άδερφαις 'ς το βράχο^ 
ΓυναΓκες τών χαλών ανδρών 'ς άκρη άπ' το ποτάμι. 
Καί πάλι ματαγύρισα 'ς τη γη τήν ξακουσμένη: 
Είδα μανούλαις 'ς το γορΌ, τής άδερφαις 'ς το γάμο, 
Γυναίκες τών χαλών ανδρών 'ς ταμμορφα πανηγύρια. 

Ματάκια 'που δεν βλέπονται γλήγορ' αλτισμον^ώνται. τ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ' ?ι^ 



96 



ΈΙΖΙΤΙ^ 



ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 

Πάσα αγάπη, και αύτη ή αητρικτ;, εχιι τάς 
αγωνίας χαΐ τάς πικρίας της. Ό θβος ε\α[ΐ.ε 
μίαν λύπην ίι' έχάστην χαράν. Έκ των θυ- 
ρών του παραδείσου μΙα ανοίγεται προς την 
κόλασιν. 

Ό (ΐη αγαπών πολύ ίέν άγαπα αρκούντως. 

Ή γυνή συγχωρεί μόνον δταν πταΐγ). 

Οί δρκοι εν τφ ερωτι εινε πολυτέλεια του 
ψεύδους. 

Ώς οί ποταμοί, οϊτινες ίεν δύνανται νά όπι- 
σθοχωρήσωσι, ή ανθρωπινή συνείίησις ίεν δύ- 
ναται ν' άνακτήστ) την πίστιν ην άπ«ξ 
άπώλεσεν. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 



Ή περί την άπονομήν των παρασήμων κατάχρη- 
σις έγέννησεν έπ' εσχάτων φυσικήν τίνα άντίδρασιν. 
Συγγροίφεύς τις άπεπεφάθη χάριν άστεϊσμου νά έξα- 
κριδώση τ(ς ο τα πλείστα φέρων 7:Λρίστ^]ΧΛ εν Εύ- 
ρώπγι,άπέληςε ίέ μετ'εύσυνει'δητον ^ρε\^ΊΛ'^ εις το συμ- 
πέρασμα δτι πλην των μοναρχών και πριγκήπων, 
ών έκαστος φέρει, κατά μέσον δρον, περί τους 50 
μεγαλόσταυρους, δ ευτυχής ούτος θνητός εινε δ κό- 
μης Άνϊράσσης, ή σταθμάρχης κώμης τινδς εν 
Αυστρία φημιζομένης ϊιά τα ιαματικά της ΰδατα- 
Ό σταίδμάρχης ούτος λαμβάνει, κατά μέσον δρον, 
τρία παράσημα κατ* έτος παρά των φοιτώντων 
εις τάς θέρμας υψηλών προσώπων. Προ τίνων 
ετών ύπίίρχεν εν Εύρωπαϊκγ) πρωτευούση πρέσβυς 
εξοφλών τους λογαριασμούς του διά παρασήμων και 
χειροτονήσας άλληλοδιαδόχως ιππδτας τον ράπτην 
του και τον υποδηματοποιόν του και τον κρ@οπώλην 
του. Ό Γορτσακώφ είχεν εν όλον κιβώτιο ν πλ^ίρες 
σταυρών και αστέρων, έλεγε δε γελών «δλους δμου 
6ά τους φορέσω άπαξ μόνον, κατά τήν κηδείανμου.» 
Υποτίθεται δτι τδ στί;θος τοί3 Βίσμαρκ θά έπρεπε 
νά Ιχη πλάτος τριάκοντα ποδών, ίνα χωρη δλα τά 
άπονεμηθέντα τφ άρχικαγκελαρίφ παράσημα. *Αλλά 
και το βάρος θά ητο άφόρητον, διότι οί χρυσοΤ μεγα- 
λόσταυροι ζυγίζουσι περί τδ ήμισυ χιλιόγραμμον. Έν 
Εύρώπτρ ύπάρχουσι σήμερον περί τά 250 ιπποτικά 
τάγματα, - ών τά πλείστα Ιχουσι τρεϊς ή πέντε τά- 
ξεις. Ευκόλως δύναται τις λοιπόν νά φαντασθη τήν 
άμέτρητον πληθύν τών ιπποτών. 



Ή ετησία παραγωγή του γάλακτος έν Ελβετία 
ανέρχεται εις 16,500,000 εκατόλιτρα και αντιπρο- 
σωπεύει άξίαν 182,500,000 φράγκων. Τδ γάλα 
τούτο άμέλγεται εξ 662,333 αγελάδων και 277, 



277 αιγών. ΈπΙ τής δλης πα(>αγωγτ|ς 39,6 έπίτοίς 
100 χρησιμεύει εις τήν τυροκομίαν και εις τήν κα- 
τασκευήν συμπεπυκνωμένου γάλακτος, 42, 6 χρησι- 
μεύει εις άμεσον διατροφήν τών ανθρώπων, 17, 9 δε 
εις τήν πάχυνσιν τών μικρών κτηνών. Έν Ελβετία 
ύπάρχουσιν έν δλφ 5,500 τυροποιεΤα. Τδ μεγαλείτε- 
ρον ποσδν γάλακτος παράγει τδ καντόνιον τϊίς Βέρνης. 

Έν 'Ρωσσία, ώς και άλλοτε άναγγείλαμεν, έγέ- 
νοντο διάφορα πειράματα προς χρησιμοποίησιν τών 
ορυκτών ελαίων προς θέρμανσιν τών λεβήτων τών 
ατμομηχανών τών σιδηροδρόμων καιτών ατμόπλοιων. 
'Όμοια πειράματα έγένοντο και έν 'Δμερικη. Πρώ- 
τον δε έν Βοστώνη και τά αποτελέσματα ύπγ|ρ- 
ξαν ευχάριστα. Δοκιμαι έγένοντο και έν Πενσυλ- 
βανία, φαίνεται δε δτι τδ πετρέλαιον, εΓτε έν τη φυ- 
σική αυτού καταστάσει εΓτε καθαρισμένον, δύναται νά 
χρησιμοποιηθώ) έν τη μεταγωγική βιομηχανία επωφε- 
λώς ούχι μόνον ύπδ τήν εποΦιν τίίς οικονομίας άλλα 
και τών άλλων πλεονεκτημάτων. 

Ή «Ηλεκτρική Έπιθεώρησις» τής Νέας Υόρ- 
κης άγγέλλει δτι ^Αμερικάνοι κεφαλαιούχοι απεφά- 
σισαν νά είσαγάγωσι τδ τηλέφωνον και εις τήν Κι- 
νάν, άλλ'ή έφημερις αδτη κρίνει τήν άπόπειραν πα- 
ρακεκινδυνευμένην, διότι ή σινική γλώσσα ίχει έν τη 
προφορά λεπτότητας τινας αιτινες μεταβάλλουσι τήν 
σημασίαν τών λέξεων καθ' ολοκληρίαν και αί δποΓαι 
μόνον διά του στόματος εινε δυνατόν νά άποδοθώ- 
σιν. Επομένως έν τη τηλεφωνική συνομιλία αΐ λέ- 
ξεις θά μεταδίδωνται παραμορφωμέναι και βεβαίως 
πολλάκις κωμικώταται παρεννοήσεις θά συμβάίνωσιν. 

Τδ κολοσσιαΤον άτμόπλοιον Μέγας Άνατο- 
λ ι κ δ ς (τδ γνωστότερον ύπδ τδ δνομα Λεβιάθαν), 
δπερ κατεσκευάσθη πρδς κατάδυσιν του πρώτου υπε- 
ρατλαντικού καλφδίου, μετά πολλάς περιπέτειας έ- 
πωλήθη εσχάτως εις ευτελεστά-ςην Τιμήν εΓς τίνα 
μεταλλουργικήν έταιρίαν, ήτις έσκόπει νά διαλύστ) 
αύτδ, Γνα μεταχειρισθη τά έκ μετάλλου μέρη αύτοΟ 
ώς παλαιδν σίδηρον. Ό περίφημος Βίρ^ίζυ^ μαθών 
τούτο έτηλεγράφησε πρδς τους ίδιοκτήτας, προσφε- 
ρόμενος νά άγοράση τδ πλοϊον. Προτίθεται νά οργά- 
νωση έπ* αύτουκινητήν ίκθεσιν περιέργων αντικειμέ- 
νων και νά περιπλευση δλον τον κόσμον. 

Ό εσχάτως αποθανών γάλλος λογογράφος Αύ- 
γουστος Μακέ, δ συνεργάτης του Δουμα, δτε Ιδιδε 
τάς διδακτορικάς αυτού εξετάσεις προύξένησε σκάν- 
δαλον ού ακόμη τηρείται ή άνάμνησις. 

Ό Κουζέν ήρώτησεν αύτδν τί έφρόνει περί φιλο- 
σοφικής τίνος θεωρίας. 

— Συνάδει πληρέστατα πρδς τδ σύστημα μου, 
άπήντησεν ά Μακέ. 

— "Ά! Έχετε .σύστημα ; άνεφώνησεν είρωνικώς 
δ καθηγητής τής φιλοσοφίας. Είς τήν ήλικίαν σας . . . 
ίδικόν σας σύστημα... 

— Διατί νά μή Ιχω και έγώ έν, άφο3 σεις Ιχβτε 
τόσον πολλά, άπήντησεν είρωνικώς δ μέλλων συ- 
νεργάτης του Δουμα. 

Οί θόλοι τής γηραιάς Σορβόννης μικρού δεΤν και 
κατέρρεον τήν ήμέραν έκείνην 1 



Έν Αθήναις €χ του τυτκογραφείου τών καταντημάτων ανκχτη ΚΔΝΧΤΑΝΤΙΝΙΑΟΥ. 1888 



Αριθ. 655 — Λεπτά είχοσι ιτέντε. 



Ε χ ο 23 ΙΓ••. 





ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΓΡΙΑΚΗΝ 



Τόμος ΕΒ'. 






ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΑΡΠΑΓΗ 
ΓΥΝΑΙΚΠΝ ΠΑΡΑ ΤΟΙΣ ΕΛΛΗΣΙ 



[ Συνίχχα* Γδι προηγούμενον φΰλλον•] 

Προς θεραπιίαν της κοινωνικής ταύτης ανάγ- 
κης χατίφβυγον «ις τους έράκους' οι φίλοι ^η- 
λχοη του άν^ρος ^ι* εράνου (Τυνελεγον [χ.έρος η 
τόιρλειστον της αναγκαίας ττρος άγοράν της γυ- 
>(αικός τΐ(Λης και καθιστών ούτω τον γά(Λον δυ- 
νατόν άνευ μεγάλης ζη(Λίας του γα(Λβροϋ. Ύ- 
^ιχρεοΰτο ίμως και ούτος να συνίρά(χη τους 
φίλους του, θταν και αύτοι θοο ηθελον να νυρ.- 
«^υθώσι. Δυστυχώς καΐ περί του εράνου ^έν ε- 
χο(Αενλε7:τθ(χερεϊς αρχαίας (ΛαρτυρΙας,το πράγ(ΐ.α 
0|ΐ.ως ρ[.οι φαίν»<αι άνεπί^εκτον ά|/.φι6ολίας. Έν 
τφ αύθω του Περσέως λέγεται, δτι δ Πολυίε- 
χτης, βασιλεύς της Σερίφου, θελων ν' άπολέση 
«ΰτον προσεκάλεσεν δλους τους φίλους του, (χε- 
τκξύ των δποίων ητο και δ Περσεύς, και ειπεν 
«υτοϊς δτι σκοπον είχε να (λεταβγ) εις Πϊσαν 
τής Ήλι^ος ηπως ζητήσττ) εις γά(χον την θυγα- 
τέρα του Οινόμαου Ίππο^άμειαν, Παρεκάλεσε 
λοιιςον τους φίλους του να τον συν^ράμωσιν εΙς 
το επιχείρημα. Ό γενναίος Περσεύς άπηντησεν 
ο•ι και της Γοργόνος την κεφαλήν αν ζητηστρ 
^ί τφ την φέρη. Τότε 6 Πολυίέκτης παρά μεν 
των άλλων φίλων εζητησεν ίππους, τον Περσία 
Ομως ίιεταζε να ύπάγη κατά την ύπόσχεσίν 
του να φίρη την κεφαλήν της Γοργόνος. Ό Πο- 
λο^εκτης ητο αληθώς βασιλεύς της Σερίφου 
ρνον, δπωσ^ήποτε δμως ελέγετο βασιλεύς* 
«λλά καΐ αυτός, κατά εθιμον γενικόν,φαΐνεται, 
εν εοιστασε να ζήτηση την συνόρομην των 
φίλων του. 

Έν Κρήτη ίί (*βχρ' '^^^ ιστορικών χρόνων 
ενώζετο εθιμον μιμούμενον μετά μεγάλης ακρι- 
βείας τά έν τοις γάμοις τελούμενα, άναφέρε- 
"^«ι ίε κατ' αύτο πάλιν δ έρανος. 

Τομεγιστον δμως κατ'έμέ τεκμήριοντουίτι οι 
?Ιλοι ίι* εράνου συνέβαλλον εις την άγοράν της 
^(^φης είναι δτι το εθιμον τούτο σώζεται και 
'^Ι^ερον άκ6μη ενιαχοΰ τής Έλλάίος• γνωστόν 
'είτι τοιαύτα έθιμα είναι πολλάκις μακροβιώτερα 

τοιιοε κκ'— 1888 



και επικρατειών και θρησκειών και αυτής της 
γλώσσης. Έτυχε νά βεβαιωθώ επί τόπου, δτι 
έν Άργολίίι,τούλώχιστον εν τισι χωρίοις αυτής, 
οι συγγενείς και φίλοι του γαμβρού ου μόνον 
συνεισφέρουσιν άρτον, οινον, ζύλα και &λλα 
χρειώδη εΙς τον γάμο ν, δπως και άλλαχου συ- 
νειθίζεται, άλλλ το εσπέρας τής Κυριακής κατά 
το τέλος του δείπνου χάμγουσίΥ και «ουπα^πε- 
ριφέρουσι ίηλαίή ίίσκον και έκαστος ρίπτει εις 
αύτον ίραχμάς τινας. Έν εύπόροις χο)ρίοις και 
δσάκις τύχη το έτος νά είναι ευτυχές δχι μόνον 
συλλέγονται ούτω τά εζοία του γάμου, άλλα 
και περίσσευμα μένει. Έκ τούτου προέρχεται, 
δτι εις τους γάμους προσκαλούνται δσον το δυ- 
νατόν πλείστοι και εύποροι, μεταβαίνουσι ί' εις 
αυτούς οίεγγαμοι εάν είναι ύποχρεο)μένοι,ίηλαίή 
εάν δ γαμβρός ή δ πατήρ αυτού τους είχε συν- 
δράμει, ώς λέγουσί, κατά τους ΐίικούς των γά- 
μους, οι ο' άγαμοι οιά ν* άπολάβωσι την συν- 
ίρομήν των έν καιρώ εύθέτφ. Πολλάκις ί' ή- 
κουσα χωρικούς αρνούμενους νά μετάσχωσι γά- 
μου έπΙ τφ λόγφ ή δτι ίέν είχον τέκνα αρσενικά 
ή δτι τλ παιδία των ήσαν τόσον μικρά, ώστε 
θά έβράίυνε πολύ δ χρόνος τής άνταποοόσεως. 
Και τά έν ταϊς πόλεσι ίέ έθιζόμενα 5ώρα εΙς 
τους νεόνυμφους βεβαίως τήν αυτήν αρχήν ε"- 
χουσιν είναι έρανος ούχι δμως πλέον δπως πλη- 
ρωθη δ πατήρ τής νύμφης, άλλα χάριν αυτών 
τών συζύγων. Ή αλλαγή τής διευθύνσεως τών 
^ώρων έγίνετο δτε επεκράτησε το εθιμον, οι γο- 
νείς δχι μόνον νά μή λαμβάνωσί τι ένεκα τής 
θυγατρός των, άλλα και νά προικίζωσιν αυτήν. 
Διά τής αγοράς ή γυνή μετέβαινεν άπο τής 
κυριότητος του πατρός εις τήν του άνίρός. Ύπό 
τινχ εποψιν και υπό τινας περιορισμούς περί ών 
ώμιλήσαμεν ήίη έγίνετο κτήμα αυτού και ού- 
ίεις άλλος ειχεν έπ* αυτής δικαίωμα τι* ίιά 
τούτο πάσα προσβολή κατά τής συζυγικής τι- 
μής εθεωρείτο ώς αδίκημα και έτιμωρεΐτο, ώς 
πάν κατά τήν έποχήν ταύτην αδίκημα, ύπβρβο- 
λικώς, εΐ ίυνατόν,ίιά τού θανάτου του ά^ική- 
σαντος• τα ήθη ήσαν άγρια, ή χειρο^ικία ί' ήκ- 
μαζεν και ^ιά τούτο αί ποιναί σπανίως ήσαν 
ανάλογοι τών εγκλημάτων. Σήμερον ακόμη 
παρ* ήμΐν οί άνθρωποι φονεύονται καθ* έκάστην 
ένεκα προβάτου ή και ένεκα όρνιθος. >^ο αυτό τ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^Ι€ 



98 



£:ζ37X^ι^ 



συνέβαινε χαΐ τότε* 6 συνίνοχος γυναικός εγγά- 
μου εφονεύετο ύινό του προσβληθέντος, εάν ού- 
τος ητο Ισχυρότερος, άλλα τούτο ^έν αποδεικνύει 
δτι η συζυγιχη τΐ(ΑΥ) εθεωρείτο ως τι έζοχως 
ιερόν. Επίσης ιερά ητο χαι ή άγελάς, ήτις οια 
του γάλακτος της έτρεφε τον τότε "Ελληνα, 

Τούτο καταφαίνεται και έζ άλλων πολ- 
λών, άλλλ και εκ της ιστορίας της Ελένης. 01 
"Ελληνες στρατεύουσι κατά της Τροίας, φθά- 
νοντες ^' έκει άποστέλλουσι πρώτον πρέσβεις 
προς τους Τρώας, δπως άπαιτι^σωσι την Έλέ- 
νην και δ,τι £λλο [Αετ' αύτης είχε κλέψει 6 
Πάρις εκ της οικίας του Μενελάου, προς ^έ και 
επιεική τίνα άποζη[λίωσιν. Περί της προσβλη- 
θείσης συζυγικής τιμ,ης ούία(ΐοΰ γίνεται λόγος, 
πολύς £(ΐ.ως περί του τρόπου της αρπάγης, περί 
του δτι ίηλαίή ό Πάρις φιλοξενηθείς εν Σπάρ- 
χχ^ ύπο του Μενελάου εις ά|Λ0ΐβην της φιλοξε- 
νίας του έκλεψε την γυναίκα (Λετά πολλών πο- 
λυτίμων αντικειμένων* ίιά τούτο συχνότατα 
γίνεται έπίκλησις προς τον Δία τον Ξένιον, τον 
φύλακα τών νόμων της φιλοξενίας, δπως τιμώ- 
ρήση τον κακουργήσαντα. Ή Έλενη εν τούτοις 
κρίνεται λίαν έπιεικώς,^ιότι αύτη ού^ένα τοι- 
ούτον νόμον κατεπάτησε. ΚαΙ εν τοις Ιμηρι- 
κοις ποιήμασι ίέν αναφέρεται που, δτι 6 Μενέ- 
λαος έτιμώρησεν η έσχόπει νά τιμωρήση την 
άπιστον σύζυγόν του. Όλίγον βρααύτερον δμως 
οι ποιηται συντ,σθάνθησαν, δτι δ Μενέλαο; 
οΰτω φερόμενος ε^είκνυεν αισθήματα υπέρ το 
ίέον χριστιανικά. Έπλασαν λοιτνον τον μύθον, 
δτι άλισκομένης της Τροίας ή Ελένη φοβούμενη 
την οργήν του συζύγου, δν είχε προδώσει, κατέ- 
φυγεν ίκέτις εΙς τίνα βωμόν. Ό Μενέλαος 
ευρίσκει αυτήν και ξιφούλκησα; δρ|ΐ4^ θαρρα- 
λέως δπως τήν φονεύση, αλλά κατά την κρί- 
σιμον ταύτην στιγμήν ή πόρπη του χιτώνος 
της Ελένης — συνεργούσης της Άφροίΐτης — 
αποσπάται, 6 χιτών ολισθαίνει προς τά κάτω 
και το στήθος της ωραιότατης τών γυναικών 
εκτίθεται δλόγυμνον προ τών οφθαλμών τού ά- 
τυχους συζύγου, δστις θαμβωθεις άφίνει το ξί- 
φος νά έκπέσγ) της χειρός. Αιώνας τινάς μετά 
ταύτα το στήθος άλλης ωραίας γυναικός γυ- 
μνωθένπρό τού δικαστηρίου έμάγευσε τους σο- 
βαρούς ^ικαστάς και Ιλαβεν άφεσιν τών πολλών 
και μεγάλων του αμαρτιών. Πώς ν' άντισταθτί 
δ Μενέλαος ; Ό ποιητής δμως, δστις τοιουτο- 
τρόπως προσεπάθησε νά τον δικαιολόγηση, ίέν 
εύρε πολλούς οπαδούς. Οι *ΔθηναΤοι τού πέμ- 
πτου αιώνος, οϊτινες ειχον δλως ίιαφόρους Ιίέας 
περί τών λεπτών τούτων ζητημάτων, ευρισκον 
τονΜενέλαον λίαν ύπόίουλον ττ) Έλέντ). Ό 
Αισχύλος τον επικρίνει αυστηρότατα, ως πα- 
τήρ υίον κ&πως ελαφρόν, δ ί' Εύριπίίης προς- 
παθεϊ δσον ίύναται να τον καταστήση απλού- 



στατα γελοΐον. ΚαΙ δμως ^έν πταίει 6 άτυχης 
Μενέλαος, μάλλον αυτού πταίει ή εποχή του. 
Έν ττ) θέσει του 6 Αίας και δ Διομήδης, αυτός 
ακόμη δ Άχιλλεύς ίέν θά έφέροντο ίσως άλ- 
λέως. Έν γένει δ "Ομηρος ίέν κατατάσσει μεν 
τον Μενέλαον μεταξύ τών πρώτων ηρώων, τον 
παριστ^ δμως γενναΐον και προ πάντων Μα^ 
ψιΛόζιμον^ έν ω οι Αττικοί ακριβώς τούτο 
αρνούνται. Και ή(Αεις σήμερον κατά τάς Ιίέας 
μας συμμεριζόμεθα μάλλον τήν γνώρίην τών 
Αττικών ή τήν τού Όμηρου. 

Έκ ταύτης της δλως υλικής αντιλήψεως τού 
ζητήματος εξηγούνται πολλά, τά δποΐα άλλως 
μένουσιν ακατάληπτα. Οΰτω π. χ. το δτι άμα 
ως ή πολιτεία θέλουσα νά περιορίσγ) τήν αύτο- 
ίικίαν άνέλαβεν αυτή νά κανονίση τάς ποινάς 
αναλόγως τών εγκλημάτων, ή προσβολή της 
συζυγικής τιμής, ως πάσα άλλη βλάβη ιδιο- 
κτησίας, έθεωρήθη ικανοποιούμενη ίιλ χρηρ^οι- 
τικής αποζημιώσεως, ην έλάμβανεν δ προσ- 
βληθείς. Παρ' Όμήρφ ευρίσκεται και τεχνικός 
δρος της αποζημιώσεως ταύτης, μοιχάγρια. 
Ό σύζυγος έλάμβανεν αυτήν παρά τού έραστοΰ 
της γυναικός του, ήίύνατο ί' αναμφιβόλως, ως 
είπομεν ήίη ανωτέρω, και ν* άποπέμψτρ αυτήν, 
επιστρεφόμενης αύτφ της τιμής, ην είχε πλη- 
ρώσει προς άγοράν της. Ή ίκανοποίησις ητο 
τότε τελεία. 

Ή κατάστασις αυτή ^ιήρκεσεν έπΙ πολύ. 
Ακόμη κατά τήν άκμήν τού πολιτισμού έν 
Έλλάίι, έν αύταϊς ταϊς Αθήναις εθεωρείτο ίυ- 
νχτόν νά ίκανοποιήται δ προσβληθείς σύζυγος 
ίιά τίνος χρηματικού ποσού, αν και πολλοί 
συλλαμβάνοντες τον έραστήν επ* αύτοφώρφ εφό- 
νευον αυτόν, καθ' δ έκ τού νόμου ειχον ίικαί- 
ω[χα. Και δμως δ Σόλων εν τοις νόμοις του 
ειχεν ήίη εξάρει τήν ηθιχίιγ βλάβην τήν προς- 
γινομένην τφ συζύγφ, ίιότι ένφ έπέτρ^ψεν εις 
αυτόν νά φονεύν; τον έπ* αύτοφώρφ συλλαμβα- 
νό(Αενον έραστήν, δ αυτός, καθά λέγει δ Πλού- 
ταρχος «έταξε ζημίαν εκατόν ίραχμάς μόνον, 
εάν άρπάσγ) τις έλευθέραν γυναίκα καΐ βιάστ.- 
ται.χ) Τούτο ευρίσκει δ Χαιρωνεύς βιογράφος α- 
λογον, κατά ίε τάς σημερινάς ιίέας πρέπει νά 
κριθτ, άλογώτατον. ΌφεΙλομεν δμως νά δ(ΐ.ολο- 
γήσωμεν, δτι έν τφ νόμψ τούτφ τού Σόλωνος 
έκ^ηλούται σαφέστατα ή μεγίστη διαφορά ττ.ς 
εποχής τού νομοθέτου από πασών τών αρχαιο- 
τέρων. Άπό τών προϊστορικών χρόνων μέχρι τών 
του Σόλωνος δ αληθής πολιτισμός δ εις ήθικω- 
τέραν άντίληψιν τών τού βίου συνιστάμενος, 
είχε κάμει μεγάλας προόίους• δ νομοθέτης τών 
Αθηνών ίεν έθεο)ρει πλέον τήν γυναίκα απλούν 
κτήμα τού άνίρός, ου πάσα βλάβη, οίαςίότοτε 
φύσεως καΐ αν ήναι, δύναται νά θεραπευθ^ ίιά 
χρημάτων. Έν άλλη περιτε^σει δ Πλούταρ- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



£: 23X1 ^ι^ 



99 



/ος λέγει, οτι ο Σόλων αούκ ββούλβτο (Λίσθο- 
^όρον ούί' ώνιον ιΐναι τον γάμιον, άλλ* έπΙ τβ- 
χνώσιι χ«1 Χ^Ρ^'^^ ^^^^ φιλότητι γίνβσθαι τον 
ανδρός και γυνχιχος συνοικισμόν.τοΤοΰτο κατα- 
φχινβται εζχιρίτως εν τφ ανωτέρω ν6(;.φ. Ή 
χάρις 2(χως και η αγάπη των συζύγων καταστρέφε- 
ται, δταν ή γυνή εκουσίως παραβαΐντρ τα καθγ)- 
χοντά τιος• ίι3ι τοΰτο κατά τον Σόλωνα πρέπει 
νά φονεύηται δ συνένοχος της γυναικός ως φθεΐ- 
ρων αύτην την ψυχην. "Οταν δ(χ.ως η παράβα- 
σις γίνεται παρά την θέλησίν της, ενό[Αΐσεν & 
νοριοθίτης δτι άρκεϊ ποινή τις• ^ιότι εν τ9) 
πιριπτώσβι ταύτγ^ η ψ^χη (λένει άγνη. Ό έπι 
τεκνώσει καΐ χίρΐ'^ι >^^ι φιλότητι άν^ρος και 
γυναικός συνοικισ|λός ύπηρχεν η^η, ώς απεδεί- 
χθη ανωτέρω, και έπι Ό(χ.ήρου, ύπηρχεν δ(;.ως 
ούτως ειπείν άνυνει^ήτως και εναντίον των 
ισχυόντων θεσ[Λών. Ό Σόλων έπισή(Αως άνε- 
γνώρισεν αύτον και τον εθηκεν ώς τον άληβη 
οκοπον του γάμου. Ή αΙσθη(Λαΐικη δ(Λως αυτή 
^ιάκρισις του Σόλωνος ίέν ητο καταληπτή 
πανταχού της Έλλάίος. Άκό(Λη ενα αιώνα 
χαι πλέον (ΐ.ετ* αύτον εν Γόρτυνι της Κρήτης δ 
εραστής και δ £ρπαζ έτΐ|λωρουντο αμφότεροι 
έζ ίσου ^ιά προστίμου διακοσίων δραχμών, δ 
Εραστής μάλιστα ενίοτε και μόνον ίι' εκατόν 
δραχμών* μόνον ί* εάν ίεν ήίύνατο νά πλη- 
ρωσγ) το πρόστιμον εντβς πέντε ημερών, έπετρέ- 
πιτο εις τον £ν^ρα νά τον ωονεύσ^. Ενταύθα 
εχομεν ακόμη τάς αρχαίας Ιοέας• κατά την έ- 
ποχήν ^ηλα^η του Περικλέους εν Κρήτγι δ 
προσβληθείς σύζυγος έθεώρει εαυτόν επαρκώς 
«ποζημιούμενον ίι' εκατόν η το πολύ ίιακο- 
«ίων δραχμών. 

Προ του γάμου η κόρη εύρίσκετο φυσικώς εις 
την κυριότητα του πατρός, η τούτου αποθα- 
νόντος εις την του άίελφου* ή χήρα μήτηρ 
ίπίσης εις την του ενήλικος υΐοΰ* πάσα ί' εκνο- 
|Αος μετ* αυτών δμιλία ξένου εθεωρείτο ώς βλά- 
βη τϋς ιδιοκτησίας του κυρίου αυτών περί συ- 
ζυγικής τιμής ίέν πρόκειται ενταύθα μηίε 
περί της οικογενειακής* ίιότι και τούτο το αί- 
σθημα ίίν είναι πολύ άρχαϊον, άνεπτύχθη ίέ 
βραίύτερον καΐ έζ αρχών δλως υλικών. Ό πα- 
τήρ ίηλαίή η δ άίελφος επηγρύτρνουν έπι τών 
τ^ί κυριότητί των υποκειμένων γυναικών αύ- 
«τηρότερον ίσως και αύτου του συζύγου, ίιότι 
έγίνωσκον δτι θά έπώλουν την θυγατέρα η ά- 
ίελφήν των εύθηνότερον, εάν άπε^εικνύετο μη 
ούσα αγνή. Διά τούτο έν τοις άρχαιοτέροις 
νόμοις ουδεμία ^ιάκρισις γίνεται μεταξύ φθο- 
ρέως παρθένου ή γυναικός εγγάμου, επίσης ού- 
^ιμία ^ιάκρισις μεταζύ συζύγου, αδελφού η 
υΐοϋ ενήλικος* πάντες ούτοι εχουσι δικαίωμα 
έχ^ικήσεως η αποζημιώσεως. Εννοείται ^έ δτι 
χαι αϊ θυγατέρες η άίελφαι ώς κτήματα του 



κυρίου των ^έν ή^ύναντο να ^ιαθέσωσιν έαυτάς 
κατά βούλησιν δ πατήρ η δ άίελφος είχον 
δικαίωμα ούχι μόνον νά έκ^ώσωσιν αύτάς εις 
νόμιμον γάμον άντι χρημάτων, ώς εϊίομεν 
ανωτέρω, άλλα και νά τάς ηωΛχ^σωοι,ν ώς άού- 
Λας εις δν τίνα ήθελον. Έν Αθήναις πρώτος 
δ Σόλων κατήργησε το δικαίωμα τούτο, αλλά 
και αύτος έξήρεσε την περίπτωσιν, καθ* ην ή 
θυγάτηρ ή ή άίελφή ήθελον άποίειχθή μη 
ίιαφυλάζασαι την αγνότητα. 

*Άλλη άπόίειξις τής θέσεως ταύτης τών 
γυναικών ευρίσκεται έν τω περί τών έπικλήρων 
παρθένων θεσμφ, δστις ην γενικός καθ' άπασαν 
την Έλλάία. ΈπΙκληροι έκαλούντο αι κόραι, 
ων δ πατήρ είχεν αποθάνει χωρίς ν* άφήση τέ- 
κνα αίρρενα. Τότε ή περιουσία φυσικώς περιήρ- 
χετο εις αύτάς, κυρίως δμως αύται συνβχωνεύ- 
οντο μετά τής περιουσίας. Διότι ή έπίκληρος 
μετεβιβάζετο μετά τής £λλης κληρονομιάς εις 
τήν κυριότητα του πλησιέστερου συγγενούς, του 
εκ πατρός θείου π. χ. ή του έζαίέλφου της, 
δστις ώφειλε νά τήν νυμφευθη, Έάν ούτος ίι* 
οίονίήποτε λόγον ήρνεϊτο νά πράξη τούτο, έ- 
πρεπε νά παραιτηθ^ τής κληρονομιάς πάρα*• 
χωρών τά δικαιώματα του εις τον μεθ' εαυτόν 
πλησιέστερον συγγενή. Οι νόμοι τής έν Κρήττρ 
Γόρτυνος είναι εν τισιν οχληρότεροΐ' ίιότι έκεϊ 
δσάκις δ έχων δικαίωμα νά νυμφευθ^ τήν έπί- 
κληρον συγγενής ητο άνήλιζ, ώφειλεν αυτή νλ 
τον περιμένΥ) και νά ^ιανέμηται μετ' αυτού έζ 
ϊσου τά εσο^α τής περιουσίας της. Έάν ούτος 
βραίύτερον ένήλιξ γενόμενος ήρνεϊτο νά τήν 
νυμφευθτ,, μετεβιβάζετο το ίικαίωμά του εις 
άλλον συγγενή, και μόνον έάν ίέν ύπήρχεν 
άλλος συγγενής, έπετρέπετο εΙς αυτήν νά έκλέ- 
ξη άνίρα κατά τήν άρέσκειάν της, πάντως 
δμως έπρεπε νά ήναι έκ τής φυλής του πα- 
τρός της. 

Είναι φανερον πόσον δ νόμος ούτος ητο σκλη- 
ρός. Ή δυστυχής έπίκληρος ητο πολλάκις ή- 
ναγκασμένη νά ίεχθ^ ώς άνίρα έσχατόγηρόν 
τίνα θεΐόν της, δστις, αν ελειπεν ή περιουσία, 
παν οίλλο θά έσκέπτετο ή νά νυμφευθτ). Ό νό- 
μος μάλιστα προέτρεπεν εις σύναψιν τοιούτων 
ανάρμοστων γάμων, ίιότι επέτρεπεν είςτόν εγ- 
γαμον συγγενή νά ίιαλύση τον πρώτον γάμον 
του δπως νυμφευθγ) τήν έπίκληρον. Τών παρα- 
λόγων τούτων δικαιωμάτων το πολλάκις άπάν- 
Ορωπον ηθέλησε νά κολάσγ) ο Σόλων ^ιλ νόμου, 
δστις βραίύτερον έφαΐνετο άτοπος και γελοίος, 
δπως καΐ ητο πράγματι* ίιότι είιίε ττ) έπικλή- 
ρφ εις τινας περιπτώσεις τοιαύτην έλευθερίαν, 
ώστε δ γέρων σύζυγος της ήναγκάζετο ή νά τήν 
κράτηση μετ* αισχύνης ή νά οιαλύση τον γά- 
μον. Όλιγώτερον £(^ικος ίέν ητο δ τής Γόρτυ- 
νος νόμος. Έάν ή έπίκληρος κατά τον θάνατον 



0Ϊ9Ϊΐϊζθ€ΐ όγ 



Οοο^Ιε 



ιοο 



£2 2 7X^4. 



του πατρός «χβν τ,ίη ηλιχίαν γά|Αθυ, 6 (Λελλων 
σύζυγος της όμως, 6 βζά^^λφές της %. χ. μόλις 
ητο ^£χ« ετών, ώφειλε αυτή να τον περιμενγ) 
ίλλα τόσα* ώστε δταν αύτος ίγίνετο ενη- 
λιξ, αυτή θά ητο τριακοντοΰτις* χατά τα ίέκα 
^ε ταυτχ ετη έπρεπε να ^ιανέμηται ρ.ετ' αυτού 
την περιουσίαν της. Μετά ταύτα εάν αύτος εί- 
χεν άχόμη ορεξιν νά τν;ν νυμφευθγ)» το ζήτημα 
έτελείωνε μεν κακά και ψυχρά, δπωσίηποτε ό- 
μως έτελείωνεν. *Αλλ* αν εκείνος άπεποιεΐτο,με- 
τεβιβάζετο το δικαίωμα του ιΐς άλλον, η ίε 
κόρη εζηρτδίτο άπο της θελήσεως αυτού δπως 
άπο της τού πρώτου. Έάν και ούτος ήρνεϊτο, 
ηρχετο η σειρά τρίτου και ούτω καθεζης. Έν 
τούτω τφ μεταξύ δμως ή ηλικία της κόρης πα- 
ρήρχετο, εάν ίέ ^εν ητο ώραΐα και εάν η περιου- 
σία της ητο μΐ)&ρά, θά ύφίστατο τον εσχατον 
εξευτελισμόν ίιότι 6 νόμος ωριζεν, δτι έάν ίέν 
ύπάρχωσι συγγενείς της έπικλήρου η έάν οι υ- 
πάρχοντες άρνώνται νά την νυμφευθώσι και 
έάν έκ των της αύτης φυλής άντρων ού^εΙς επί- 
σης στίργη νά την νυμφευθ^, τότε νά χηρνχ^η 
τουχο όημοσίξΐ^,&τι ίηλαίή ούίείς έκ των συγ- 
γενών τη φυλετών στέργει νά την νυμφευθ^, και 
έπειτα είναι ελευθέρα ή κόρη νά ευργ), αν ήμ- 
πορ•^, άνίρα έξ άλλης φυλής. Πόσαι φιλότιμοι 
κόραι θά προετίμων μάλλον νά μείνωσιν άγα- 
μοι ^ιά παντός τού βίου των ή νά έκτεθώσιν 
ούτω και έζευτελισθώσι ^ημοσί({:! Άλλα και 
άγαμοι νά μείνωσιν ^έν έπετρέπετο. 

Ό περί έπικλήρων θεσμός είναι πανάρχαιος 
ίιότι άπαντή: και παρ* άλλοις λαοϊς της Ινίο- 
γερμανικής φυλής, ίιετηρήθη ί' έν Έλλάίι 
καθ* άπασαν την αρχαιότητα ένεκα διαφόρων 
λόγων. Πρώτον οι συγγενείς είχον κεκτημένα 
δικαιώματα, τά δποΤα ίέν εστεργον βεβαίως ν* 
άπολίσωσιν. Έπειτα — και τούτο ητο δ αρχι- 
κός σκοπός τού θεσμού — ίιά τών τέκνων τών 
έπικλήρων επρόκειτο νά συνεχισθ^ το γένος τού 
άνευ άρρενος γόνου αποθανόντος ανδρός. Προς 
τούτο δμως έπρεπε τά τέκνα ΧΛυτκ νά ηνε δ- 
σον τό δυνατόν πλησιέστεροι συγγενείς τού πάπ- 
που των, ίηλαίή τέκνα τής θυγατρός αυτού και 
τού άίελφού του ή τού ανεψιού του. Άπόίει- 
ζις τού δτι ούτω άντελαμβάνοντο τ4 πράγμα 
είναι δτι δ υιός τής έπικλήρου άμα ένήλιζ γε- 
νόμενος ελάμβανε την περιουσίαν τής μητρός 
του και ίιεχειρίζετο αυτήν, καΐ έάν ακόμη δ 
πατήρ του Ιζη* ίιότι εθεωρείτο προ παντός υιός 
τού πάππου του, ου τό γένος ίι* αυτού άνεβλά- 
στανεν. Παρά τοις Έλλησιν, ώς είπομεν και α- 
νωτέρω, μέγιστον ίυστύχημα εθεωρείτο ή απαί- 
σια* δταν εσβυνε μΐ* οικογένεια, δχι ρ-όνον τό 
όνομα αυτής περιέπιπτεν εΙς λήθην, άλλα και 
τών θεών αϊ τιμαι και αί πρόσοδοι φυσικώς ή- 
λαττούντο. Έκ τούτου έγεννήθη και δ θεσμός 



ούτος, ένεκα τούτου ^έ και αι υίοθεσίαι ήσαν 
τότε συχνότεραι. Πάντες δμως οι λόγοι ούτοι 
ίέν έζηγούσι την προς τάς θυγατέρας άστοργίαν 
αύτη εξηγείται μόνον έκ τούτου, δτι καθ* ην 
έποχήν άνεπτύχθη τό εβιμον, δπερ ρ,ετά ταύτα 
εγεινε νόμος, αί γυναίκες εθεωρούντο άποτιλούσαι 
μέρος τής περιουσίας και έκληρο^οτούντο μετ* 
αυτής. Έάν δ νόμος ετίθετο έν άλλη έποχν), 
θά ητο βεβαίως όλιγώτερον σκ>ηρός.' Ελτ^σμο- 
νήσαμεν ν* άναφέρωμεν ανωτέρω, δτι δ νόμος 
τής Γόρτυνος, δστις έγράφη περί τά μέσα τού 
πέμπτου πρό Χρ. αιώνος, έπέ'^-ρεψεν εΙς την έπί- 
κληρον νά έζαγοράζη την έλευθερίαν της έγκα- 
ταλείπουσα εΙς τους συγγενείς τους πατρός της 
τό ήμισυ τής περιουσίας* ίιά τούτου έβελτιώθη 
δπωσούν ή θέσις της. 

(Έικιται τ^ τέλος) 

Χ. ΤεοΥΝΤΑΚ 



ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ 
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 



(Συνέχεια* Γδ( ινροηγούμβνον φύλλον). 

*Εν πάσαις ταις έπαρχιακαΐς πόλεσι τής Ελ- 
λάδος, ταΐς πρωτευούσαις αγροτικών ^ήμων, 
κατά Κυριακήν ή άλλην τινά τής έβ^ομά^ος 
ήμέραν, γίνεται αγορά, παζάρι ώς λέγουσι κοι- 
νώς. Εινε ίέ τούτο ούίέν άλλο ή συναλλαγή 
μεταξύ τών κατοίκων τής πόλεως και τών έκ 
τών εξω χωρίων κατερχομένων αγροτών. *Εν τ9ί 
πόλειέχουσιν ανάγκην προϊόντων παραγομένων έν 
τοις άγροίς, οι άγρόται εχουσιν ανάγκην αν- 
τικειμένων κατασκευαζόμενων έν τ^ πόλιι ή εΐ- 
σαγομένων άλλοθεν. 

Ό χωρικός φέρει προς πώλησιν ξύλα, ίαίίον, 
βούτυρον, τυρόν, όρνιθας, ζψα, γεννήματα και 
αγοράζει δρυζαν, άλας, εργαλεία, σκεύη, υφά- 
σματα, κοσμήματα και δπλα. Καθ* δσον ο* 
ή συγκομιδή τών δημητριακών καρπών εινε 
πλούσια, καθ* δσον ή τών ποιμνίων ύγεΙα κα- 
λή, κατά τοσούτον και ή αγορά καθίσταται 
ζωηρότερα και τών έμπορων τής πόλεως μείζονα 
τά κέρ^η. 

Κύρια εισοδήματα τών χωρικών εινε τό πε- 
ρισσεύον γέννημα,δπερ θά πωλήσωσι,και έκ τού 
ποιμνίου τό μαλλίον,τό βούτυρον,δ τυρός και τά 
νεογέννητα ερίφια καΐ άρνία. Αί άγροτικαί ο*ι- 
κογένειαι προς ^ιατροφήν άποθηκεύουσιν εις τάς 
κουβέλας άραβόσιτον Ι^ίως, ^ι* ού ζυμούται ή 
μτΐομηόχα^ δ θρεπτικός ξανθός άρτος. Ό σίτος 
άπας εκποιείται, έκτος όλιγίστου ποσού• δ έζ 
αυτού άρτος θεωρείται πολυτέλεια άσκοπος, χ«ι 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



£2 22X1^ 



101 



^ίν έχει τάς θερ(χ«ντιχάς και θρεπτικά; Ιίιό- 
ττ^τας της μΛο/ίπότας^ κατά την γνώ|χην των 
αγροτών. 

Ούτως οίχογένεια χωρική εκ πέντε ίζ (Αελών 
έχει ανάγκην, 8πως έζασφαλίστρ την «τησίαν 
τροφην, £'β^θ|χηκοντα τουλάχιστον κοίλων αρα- 
βοσίτου. ΚαΙ αν εκ των Ιίίων αγρών ίέν συγκο- 
(ΐΐστ) το ποσόν τούτο, δπως ίηποτε οφείλει νά 
το προμηθευθώ ίι* άγορας η ^Γ ανταλλαγής• 
ήτοι επι τη συμφωνί^ δτι κατά την προσεχή 
συγκοριιίην θέλει άποίώση προς τον ε(Λπορον η 
κτηματίαν, δστις έ^άνεισε τον άραβόσιτον, ι- 
σάριθμα κοιλά σίτου. Όμοιάζει δ τρόπος ούτος 
του δανείου ολίγον προς τοκογλυφίαν, αλλά κα- 
θιερώθη ίιά του εθίμου και ίέν φαίνεται α- 
σύμφορος τοις άγρόταις. Έν τγ) έβίομα^ιαίοϊ: α- 
γορά λοιπον,εκτος των £λλων εμπορικών πρά- 
ξεων, γίνονται συνήθως και τοιαυται συναλλαγαι 
μ.εταξύ τών χωρικών καΐ εξ επαγγέλματος σι- 
τεμπόρων και τοκογλύφων τών πόλεων. 

Τοιαύτη τις αΙτία έφερε και τον Γιαννιον 
ΚαρανΤκον την πρώτην Κυριακην του Μαίου εΙς 
Ξηροχώριον. Ό αραβόσιτος της οικογενείας εί- 
χε τελείωση και ητο ανάγκη νά προμηθευθώσι 
πέντ* εξ κοιλά,δπως έπαρκέσωσι μέχρι της συγ- 
κομιδής της κριθής και του σίτου. Ό Γιαννιός 
εστελλετο ύπο του πατρός ϊνα λάβη ίάνειον το 
ποσόν τούτο παρά του κύρ Παντελάκη, του γνω- 
στού μνηστηρος της δημαρχίας. 

Ή εγκυμονούσα φορβάς ίεν ηίύνατο νά κομίση 
εκ τρίωρου αποστάσεως τόσον φορτίον. Έίέησε 
λοιπόν νά ^ανεισθώσι και τον ονον του Μπάρμπα 
Σταμάτη. Και ίνα μη κατέλθωσιν εΙς Ξηροχώ- 
ριον τά ζώα κενά, ούίενος άλλου υπάρχοντος 
προϊόντος κατά τον Μάϊον,έφόρτωσαν καυσόξυλα 
εκ τοϋ δάσους. 

Ό νέος χωρικός έν έορτασίμφ περιβολή ώίή- 
γει τά ζώα πεζός, όρθρου βαθέος άναχωρη<7ας έκ 
του χωρίου* έφερε ίέ καΐ το μακρόν άλβανικόν 
οπλον έπ* ώμου ϊνα έπισκευάση έν Ξηροχω:ίφ 
τά βεβλαμμένα πυρέκβολ^. 

Έπώλησεν έκεϊ ταχέως καΐ εΙς καλην τιμήν 
— ογίοήκοντα λεπτά — τά καυσόξυλα και ^έσας 
τά ζώα εις την αύλην του κύρ Παντελάκη έξ- 
ηλθεν εις την άγοράν. 

Τά εμπορικά καταστήματα ήσαν ανοιχτά, 
ειχον ί' έγκαθι^ρυθη και τίνες υπαίθριοι μετα- 
πράται, πωληται υφασμάτων Ι^ία. Και έκυμά- 
τιζον εις τον αέρα ανηρτημένα τά κίτρινα και ε- 
ρυθρά μαντίλια και τά πολύχρωμα βαμβακερά 
π«νία, προκαλούντα τά λαίμαργα βλέμματα 
τών κομψευόμενων χωρικών, αίτινες εβλεπον έκεΤ 
ύλικόν άφθονον ^ιά ποδιάς και σκουφομάντιλα- 
ειχον α κατέλθη την κυριακην έκείνην και χω- 
ρικοί και χωρικαι πολλαί. 

Δια τάς νεένι^ας τών χωρικών η υπέρτατη ' 



τέρψις εινε η εις τό χαζάρι μετάβασις. Είνε τό 
μόνον μέρος, εν φ έπΙ προφάσει αγοράς υποδη- 
μάτων η χρωματιστών μαλλιών, ίύνανται νά 
έπιοείξωσι τό λυγηρόν αυτών παράστημα, ίξω 
τών στενών δρίων του χωρίου των. Καθότι αι 
κοραι εις τάς πανηγύρεις τών γειτονικών χωρίων, 
δπου συναθροίζονται έκ τών πέριξ οι άνίρες και 
αί έγγαμοι γυναίκες, ίέν μεταβαΐνουσι κατ* 
ούίένα λόγον. Έπειτα πάσα πόλις η κωμόπο- 
λις θεωρείται κέντρον άνεπτυγμένον και ίιά της 
μεταβάσεως και της ε ν αύττ) έπΙ τινας ώρας 
ίιαμονης λαμβάνει τις οιονεί τό βάπτισμα του 
πολιτισμού. Έναβρύνονται λοιπόν αί νεαραι χω- 
ρικαι επι ττϊ εις Ξηροχώριον μεταβάσει και επι 
πολλάς ημέρας κατόπιν αφηγούνται εις τάς α- 
μαθείς δμιλήκους τά θαυμάσια, άτινα ειίον 



εκεί. 



Έν ττ) πλατείοίε τό πλήθος συνωστίζετο και 
συνεμίγνυντο αί γραφικώταται στολαι τών α- 
γροτών μετά τών σοβαρών ενδυμάτων τώΐτχκ- 
τοίκων της πόλεως,και παρενετίθεντο υψηλοί τί- 
νες ψωριώντες πϊλοι μεταξύ τών ερυθρών φε- 
σιών και τών χιονολεύκων μαντίλιων. Και η- 
κούοντο έκεϊ προσφωνήσεις και χαιρετισμοί και 
κραυγαι τών πολιτών συνιστώντων τό εμπόρευ- 
μα και συζητήσεις περί της τιμής και ήχοι 
χαλκονομισμάτων μετρουμένων έν τη παλάμη 
και βελασμοι δέσμιων προβάτων και γόοι ορνί- 
θων ανηρτημένων άπό τών ποίων. 

Έκεϊ ητο τό κυρίως παζάρι τών χωρικών 
πωλούντων τά προϊόντα αυτών, τών πλανοδίων 
μικρεμπόρων, προσπαθούντων νά σαγηνεύσωσι 
τά αγροτικά βαλάντια. 

— Χτένια, τσατσάραις, καθρεφτάκια, ξουρά- 
φια, βελόνια, σουγιάδες 1 έκραζε κυφός νησιώ- 
της περιάγων τό άπό τού τραχήλου αυτού εκ- 
κρεμές έμπορικόν κατάστημα. 

— Δαχτυλίδια, καρφίτσαις, θηλυκωτάρια, 
γυαλιστάραις ! έγρύλλιζε σπανός εβραίος προ- 
τείνων μεγάλην ύελοσκεπη θήκην. 

Ό Γιαννιός ίέν είχε σκοπόν ούτε ν* άγοράση, 
ούτε νά πώληση τι. Τά όγίοήκοντα λεπτά, ά- 
τινα εισέπραξεν έκ της πωλήσεως τών καυσό- 
ξυλων, έπήρκεσαν εΙς κέρασμα τι έν τφ καπη- 
λείφ, εις προμήθειαν προσφαγίου τινός κατά 
την μεσημβρίαν — αρτον είχε φέρει μεθ' εαυτού 
έκ τού οίκου έν τφ άπό τού ώμου άνηρτημένφ 
τράστφ. Δι9)λθε ίιά τών κρεοπωλείων, έν οίς αί 
μυϊαι έβόμβουν περί τά ανηρτημένα κρέατα και 
οι κύνες ελειχον τά σταλάζοντα αίματα. *Ανέ- 
πνευσε μετ* ορέξεως την ταγγήν όσμήν τών 
επι φορητών πυραύνων τηγανιζομενων έν ύπαί- 
θρφ Ιχθύων . Και ίιηυθύνθη εις τό παρά τό 
μέγα ίημοτικόν φρέαρ καπηλεϊον, δπερ έτιτλο- 
φορεϊτο πομπωίώς' Καφενίον ότροη- 
κός πόλεμος. Γ^ ΓΛΓΛπλο 



102 



£2 ζ:τζ^ 



Ότο χαμιηλον οϊκη(ΐ.«, σνείον ύπόγίΐον. 
Έπι της προσόψεως και ύπερ την τβπεινην (ΛΟ- 
νόφυλλον θύραν ητο άν«γεγρα|Α|Λ6νη ίπΐ ^οίο- 
χρόου τοίχου ίιά κυανών κακοσχηρι.ων γραριριά- 
των η επιγραφή, ίεξι^ ίέ και αριστερά της 
θύρας, εΙς τίι μιεταξύ των παραστατών ταύτης 
και των παραθύρων ^ιασ7η[Λατα, ζ'ογραφίαι εκ- 
φραστικώταται ηρ|Αηνευον την επιγραφην,παρι- 
στωσαι στυγνλς (χορφοίς ανδρείκελων [Λάχο(ΐ.Ε- 
νων ^ιά πυροβόλων δπλων 1 . • • 

Δια της θύρας και των ανοικτών παραθύρων 

έφαΐνοντο οι εσωτερικοί τοίχοι ττί^ε κακεΤσε 

^ι' έζωγραφημένων χαρτΙων πεποικιλ(Αενοι, εν 

ίέ τψ κέντρψ εις το βάθος υπέρ το κυλικεϊον 

ώρθοΰτο λεπρά προτο(χη του βασιλέως *Όθωνος. 

Αι εντός του καπηλειού προς το βάθος τρεις 

τράπεζαι ήσαν κατειλη^χμεναι ύπό χωρικών 

χαρτοπαικτούντων, οίτινες ύβρίζοντο καΐ εγρον- 

θοκόπουν τάς σανίδας εν μέσω νεφών καπνού. 

Τ'^': οίλλας τράπεζας είχον στήστρ εξω ύπο την 

> ^ύο συκα[/.ινεών και (/.ικρας καναβίννης 

ίος, ύπερ την δποίαν έσαλεύοντο τα άχροα 

υπόλοιπα έλληνικΐ^ς σηριαίας. Και αϊ υπαίθριοι 

)άπεζαι ήσαν κατειληρΐ(Αεναι ύπό πολιτών και 

. ^ροτών, οϊτινες εφλυάρουν, επινον, εκάπνιζον 

και ερρόφων ναργιλέν. 

ΣυγχωρικοΙ τίνες έκάλεσαν τον Γχαννιον ϊνα 
τον κεράσωσιν. Έσυρεν ούτος ζύλινον σκα[Λν(ον, 
παρήγγειλεν ενα καφέν βαρύν γλυκον εις τον 
άνυπό^ητον παι^α του καπηλου και εκάθισε 
παρά τον φιλικόν ίριιλον. 

ς' 

*Η χϋρόμαντις 

Μετ' ολίγον εφάνησαν έρχό(λενοι προς το κα- 
φενεΐον τρεις προσωπικότητες του τόπου* 6 κύ- 
ριος έπαρχος, δ κύριος τα[Αΐας και δ κύριος άν- 
θυπο|/.οίραρχος. 

Και δ |λέν έπαρχος έφόρει ψιάθινον πΐλον 
καστοζνόχρουν και έπενίύτην τεφροποΐκιλτον 
και λευκόν λαΐ[Α0^έτην μετ* ορθών περιλαιμίων 
και πλατυτάτην ρεβινθόχρουν περισκελί^α, δ 
ίέ ταμίας καστόρινον τεφρον πϊλον και λινά 
νεανικά πως ενδύματα. Ήσαν αμφότεροι μέ- 
σης ηλικίας* δ ταμίας υψηλός και εύτραφης,δ 
έπαρχος μικρός και ισχνός.Ό ταμίας είχε τον πώ- 
γωνα έζυρισμένον και μόνος δ μύσταζ μέλας, 
παχύς, λείος έκάλυπτε τα χείλη και μέρος της 
σιαγόνος ένθεν και βνθεν προσκλίνων. Οι όρθαλ- 
μοι αύτου ήσαν μεγάλοι πλήρης σοβαρΛς τίνος 
άγαθότητος και αι όφρυς τοξοει^ώς συνηνουντο 
ύπερ την ^ινα. Ό έπαρχος έκάλυπτε τους παρα- 
βλώπας οφθαλμούς ^ιά πρασίνων ύέλων και σιε- 
τήρει πώγωνα βαθέως ψαλι^ισμένον, εν φ έπλεό- 
ναζε το άλας η το πέπερι. Εθεωρείτο μικρός 



ραίιοΰργος και κουτοπόνηρος, ενψ δ ταμίας έ- 
χαιρε φήμην αυστηρού εν τφ καθήκοντι και 
εν γένει εντίμου καΐ άγαθοΰ άνθρωπου. 

Μεταζυ τών ίύο τούτων υπαλλήλων έβά&ι• 
ζεν ώς δρνις Ινίική προβάλλων εύρειαν γαστέρα 
δ άνθυπομοΐραρχος. Ή στολή α,ύτοΰ ην ανοι- 
κτή από του λαιμού μέχρι της οσφύος και έ- 
φαίνετο άκόσμως τό στέρνον του υποκαμίσου 
καΐ τα κομβία του ύπενίύτου. Ή λευκή περι- 
σκελις είχεν ολίσθηση κάτω της ζώνης και ά• 
πέληγε πλατεία έπΙ τών χονδρών υποδημάτων 
και τών πτερνιστήρων. Τό ζϊφος, επι τών ά- 
σπρορρούχων έζωσμένον, έσύρετο κατά γης. Τό 
πηλίκιον έστερεουτο ίιά του ύπογναθίου επι 
τήν κορυφήν της κεκαρμένης σφαιροει^οΰς κεφα- 
λής* ή ^εζιά χειρ έκράτει μέλαν βούνευρον. Ό- 
φθαλμοι ^υσαναλόγως μικροί κίτρινοι , £νευ 
βλεφαρίίϊων, ώς οι του χοίρου, μύσταξ πυρρός εκ 
του οίνου υπερηφάνως ήνωρθωμένος, ^ις σιμή, 
παρειαι πλα^αραί, μέτωπον έρρυτι^ωμένον,όφρυ; 
άραιαι συνεπλήρουν τό άχαρι έξωτερικόν του 
αξιωματικού τής χωροφυλακής. Ουδόλως ήγα- 
πδίτο εν τω τόπφ* έλέγετο βίαιος, σκληρός, ά- 
δικος, πολλών ί' εντίμων πολιτών αί ^άχεις 
ειχον ^οκιμάση £νευ αιτίας τό βαρύ βούνιυρον 
αύτοΰ, άλλα ίιετηρεϊτο μεθ' δλα ταύτα εν ττ) 
στρατιωτική ίιοικήσει τής φιλησυχωτάτης τών 
ελληνικών επαρχιών, χάρις εις τήν προστασίαν 
του ύινοι^ργικου βουλευτού, όφείλοντος τήν έπι- 
τυχίαν αύιον εΙς πιέσεις καΐ καλπονο Γεύσεις, ών 
πρωτουργός ύπήρζεν αυτός δ τής '^&ξεως και 
του νόμου φρουρός. 

Έπι τη προσελεύσει τών άρχων του τόπου 
ο! μεν ιστάμενοι παριμέρισαν, οί ^ε καθήμενοι 
ήγέρθησαν και ε' χαιρέτισαν και & υπηρετών 
παις έσπευσε νά καθαρίση ίιά τής ποδιάς τήν 
τράπεζαν, ήν κατέλιπον έλευθέραν εκ σιβασμοΰ 
οί καθήμενοι χωρικοί. 

— Τρεις καφέδες βαρείς* ^υό γλυκείς, ένας 
μέτριος, και ενα ναργιλε γιαβάσικον, ειπεν δ 
ταμίας συμβουλευθείς και τους συντρόφους τοι. 
Άπό τής θέσεως εν ή έκάθηντο εφαίνοντο οί έ' 
τη πλατεί({: περιφερόμενοι, ^ιέβχινον ^έ πρό αύ• 
τών οί μεταβαίνοντες έκείσε και ίέν ήσαν σπά- 
νιαι μεταζύ τών διαβατών αί νέαι χωρικχ. 

Ό κύριος άνθυπομοΐραρχος, δστις έτρεμε σταο- 
γήν αληθούς ίππότου προς τό ώραίον φύλίν, 
κατεμέτρει ^ιά θρασυτάτου βλέμματος τάς εύ- 
μελείς άγρότιίας και άνεκοίνου εκάστοτε προς 
τόν παρακαθήμενον ίπαρχον χαμηλή τη φωνή 
τάς κρίσεις αύτου. Και δ έπαρχος ε^οκνε τον 
μύστακα και έστρεφε τήν ίιοπτροφόΰ/ν ^ίνα ίε- 
ξιά καΐ αριστερά, ώσει όρεκτικόν^,^^σφραίνετο. 

Δις ^( ή τρις έπι τη &«^σει εύσταλούς 
χωρικής εκ του έπι καλλο^ ονομαστού χωρίου 
Γαλιτσάίων, δ αξιωματικό; εξήγγειλε μγ^αλο- 



:ΒΒτυ^ 



103 



^ώνως άχόσ(Αθυς βκφράσβις, ας επικρότησαν ^ι' 
ηχηρών χαγχασριών οι παριστάμενοι άγρόται. 

Ό ταμίας άνεγίνωσχεν εφημερίδα άθηναϊκήν 
χαΐ έρρέφα τον ναργιλέν του. Κατά το φαινό- 
ρνον ουδόλως προσεϊχεν εΙς τους λόγους του άν- 
Ουπομοιράρχου, αλλ* εμόρφαζε συνεχώς μετά 
?ρροφανους δυσαρέσκειας. 

— Του διαβόλου την κατσιβέλλα, είπεν δ 
άνθυπομοίραρχος κλΙνων ίεξιή: και αριστερά την 
χεφαλην, Ινα οιακρίνη πέραν μεταξύ του πλή- 
θους, πάλι μου. κουβαλήθηκε σήμερα με τα κο- 
σκινά τγ)ς. 

— Μηι^ως εινε μια μόνον Ι εγώ βλέπω κά- 
θε κυρίΛχη πέντ* εξη που φέρνουν γύραις, ύπέ- 
λκβ<ν δ έπαρχος. 

— Μα μια εινε που αξίζει- ή άλλαις βλαις 
εινε κουρούναις Σουχει κάτι μάτια που τρυπούν 
την πέτρα. Πρώτη Τσιγγάνα που εχω Ιί^ Υ*" 
λανομμάτα.. . 

Ό Γιαννιός, δστις ^έν έκάθητο μακράν, άνε- 
σκίρτησ<ν επι τοις λόγοις του στρατιωτικού. 

— Μελαγχρινη και γαλανομμάτα,'σάν ίιά- 
βολος θί νάνε ! έφώνησεν & έπαρχος. 

— Τώρα βλέπεις τί εινε. Γιάννη, κράξε μου 
ενα χωροφύλακα Ι 

Ό παις έξετέλεσε την παραγγελίαν 6 χωρο- 
φύλαξ ινροσηλθε και έ'στη ε'ις προσοχην. 

— Χαλμουκο, σύρε, φέρε μου τη Τσιγγάνα με 
τα κόσχινα που εΙνε έκεϊ κοντά *ς το πηγάοι. 

— Ή ΔιαβολόσπιΟα, η τσοΰπα του Γυφτο- 
κάβουρα ! εΐπέ τις των χωρικών άναγνωρίσας 
την Άθιγγανίία ήτις ηρχετο ίιστάζουσα, πεφο- 
βισμέν-η επι τη προσκληθεί του άνθυπομοιράρ- 
χου. Ή καρδία του Γιαννιού επαλλεν ώς ή του 
λαγωου, κρύος ί^ρώς περιέρρεε την ^άχιν του. 
Τρία βήματα μακράν αύτου Υστατο εκείνη, ήτις 
ίλησμόνησε τους δφεις εν τγ καλύβη, εκείνη ή- 
τις τον έβάσχανεν εν ττ) πανηγύρει. 

Ήτο πολύ κοσμιώτερον έν^ε^υμένη νυν η 
κατά την πρώτην νύκτα. *Εφόρει έσθήτα εκ πα- 
νιού πρασινοστίκτου καΐ άμπεχώνιον κεραμό- 
χρουν κακώς ήρμοσμένα επι του «ύθέος σώμα- 
τος αύτης, προδήλως ξένα. Και πράγματι είχε 
λάβγί ταύτα παρά τίνος ύπηρετρΙας εν Ξηρο- 
χωρίφ επ* ανταλλαγή τριών κοσκΙνων, ουτω 
τριριμένα και παλαιά. Την μαύρην κόμην 
είχε ^ε^<μένην ^ιά καινουργούς κίτρινου μαν- 
τιλίου, περί τους βραχίονας έφερε ψέλλια εκ 
ΤΓΟλυχρώμων χανίρών έβά^ιζεν άνυπόίητος. 

—"Ελα <ίά, μωρή Τσιγγάνα, και ίέν θά σε 
κρεμάσωμε ! είπεν 6 άνθυπομοίραρχος μειλι- 
χίως, βπως ενθαρρύνττ) την κόρην. Μετά μικρόν 
ίί προσέθηκε μειδιών 

— Κάτι πολύ συμμαζωμένη μου είσαι ; μην 
έχεις κάνη τίποτε βρωμο^ουλιαΐς, τίποτε μα- 



ι 



ικά ξελογιάσματα ; . . Μη χώρισες κανένα ν- 

ρό^υνο με της ^ιαβολιαίς σου; 
Ή Άθιγγανίς έχ του τρόπου του αξιωματικού 
άναλαβούσα θάρρος ανήγειρε το βλέμμα κα! 1- 
στρεψεν αύτο πέριξ• είίε τον Γιαννιον και εφάνη 
δτι τον ανεγνώρισε. 

— Δεν ξέρω τίποτε ίιαβολιαίς, κύρ μοίραρχε, 
είπε ί ιά φωνης,ήτις ηχεί παραίόξως πως όξεια, 
ενοχλητική εις τά ώτα, 

— Και τί κάνεις πού γυρίζεις έ^ώ κάθε Κυ- 
ριακή ; ήρώτησεν δ έπαρχος ξύων το γένειον. 

— Κόσκινα πουλώ, αφεντικό. 

— Ξέρεις νά %γς τη μοίρα ; 
Ή ΆθιγγανΙς έ^ίστασεν. 

— Έλα και μη ίειλιάζης* 'πές του κυρίου 
έπαρχου πού σ* έρωτ^ε. 

— Σάν πως ξέρω κάτι νά διαβάσω 'ς το 
χέρι... 

Ό έπαρχος έτεινε ^εκάλεπτον προς την μάν- 
τιία. "Ελαβεν αυτή το χαλκονόμισμα και έ'ρ- 
ριψεν αύτο εν τφ κόλπφ. Άπέθηκε τά κόσκινα 
κατά γης και ηλθεν εγγύτατα του έπάρχου,Ινα 
ε'ρευνήση τάς γραμμάς της παλάμης, ην ήπλω- 
σεν εκείνος άνοικτήν. Ό ταμίας άφήκε την έ- 
φημβρί^α μειδιών, οι παρεστώτες ετεινον πε- 
ριέργως το ους. Ό ^2 έπαρχος, δστις ουδόλως 
έπίστευεν εις τάς μαντείας τών Άθιγγανίίων, 
προσεποιεϊτο ίέ τον ευπιστον, ϊνα εν άνέσει 
περιεργάζηται την προς αύτον κεκλιμένην μορ- 
φην της εύμόρφου χειρομάντι^ος, εψιθύριζε προς 
τον μοίραρχον* 

— τι 'μάτια καΐ τί 'ίόντια! αλήθεια ίβν 
ειία ομορφότερη Τσιγγάνα. 

Και εκείνη ήκουε ταύτα βεβαίως και ^ιέ- 
στελλε μει^ιώσα τά βυσσινόχροα στενά χείλη. 

— Λοιπόν ; ήρώτησεν ανυπόμονων δ άνθυ- 
πομοίραρχος. 

— Καλή και άξια μοίρα, ειπεν αυτή μή 
άποσπώσα το βλέμμα άπό της παλάμης. 

— •Άλλο ; 

— Γλήγορα θά λάβη κάλο μήνυμα. 

— θά πάρη θέσι μεγαλήτερη; 

— "Οχι . . . θά άρραβωνιασθη . . . 

"Ολοι εκάγχασαν 6 έπαρχος ίυσηρεστήθη 
και κατεβίβασε την χείρα. 

— Δεν χρειάζεται πλειά, ειπεν ή Άθιγγα- 
νίς πονηρώς μει^ιώσα, δ,τι ητον νά ιίώ το ειία. 

Και τί ειίες, μωρή ; ήρώτησεν όργίλως 



εκείνος. 



- — Ή νύφη εινε ομμορφη σάν το κρύο νερό 
καΐ ξανθή σάν το καλαμπόκι . 

— Έχει προίκα ; ήρώτησεν 6 ταμίας, δν ε"- 
τερπεν ή αύξουσα οργή του διοικητικού υπαλ- 
λήλου. 

— Κάτι κτηματάκια καΐ *λίγα μετρητά. 

— Και πότε θά γείνουν οί γάμοι ; 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



104 



£2Ζ3Τυΐ^ 



— Δεν θά γβνουν ποτές . 

— Τί λες ; 

— θα χαλάσγ) δ αρραβώνας ! 

Ή όργ-ί) του έπαρχου ίιν ειχεν δρια πλέον 
έ^ΐωζε ίι' ύβρεων την Άθιγγανίία και έστρεψε 
τα πράσινα δίοπτρα κύκλφ μ-ετά νευρικής τα- 
ραχής. Ό άνθυπορ-οΐραρχος έγέλα κρατών την 
τρέ(Λουσαν κοιλίαν του* δ τα(Λίας έλεγε χαι- 
ρέκακων* 

— "Ηθελες τα κ' έπαθες τα . 

Οι χωρικοί έψιβύριζον (χεταξύ των 

— Τί Διαβολόσπιθα ! ονο[ΐ.α και πράρ(.(λα. 
Καλή την έφκιασε του κυρ έπαρχου. 

Μόνος 6 Γιαννιός σιωπηλός και σκεπτικός έ- 
φερε κατ* επανάληψιν εις το στόρια το κυμβίον 
του καφέ λησ[Λθνηθέν έπι της τραπέζης, εφ* ό- 
σον ή ΆθιγγανΙς ητο εκεϊ. 

Ζ' 

Καθ* 6$6ν. 

Δύο ώρας προ τής δύσεως του ήλΙου 6 Γιαν- 
νιός έφόρτωσεν έπι τών ζώων τους τίσσαρας 
σάκκους του αραβοσίτου, επιε το τελευταϊον 
ποτήριον ^ακής,άποχαιρετίζων τον κυρ Παντλ- 
λάκην, δν ηΰχήθη ριέ το καλόν να Ιίτ) και ίή- 
ρ.αρχον, και έλαβε την προς το χωρίον αγουσαν. 

Την ΆθιγγανΙ^α ίέν έπανεΐ^ε μιετά την 
σκηνήν του καφενείου. Περιήλθε την άγοράν, 
τάς δί ους και τάς στενωπούς ετι του Ξηροχωρίου 
συρόμενος ύπό άκατα{χαχήτου έπιθυριίας να 
συνάντηση αυτήν εκ νέου — αλλ* εΙς ριάτην. ΚαΙ 
ϊσως οιά τούτο ή δψις του ητο κατηφής και ή 
βαρυθυ|χ(α του ίίς και τρις εζε<^ηλώθη ίι' ανη- 
λεών ^αβ^ισ^χών έπι τών οπισθίων τών φορτηγών. 

Ή έκ Ξηροχωρίου προς τα περί το Άρτερι.1- 
σιον χωρία δ^ός εινε ευβατος κατά το θέρος, 
αμαξιτός ^ε έκ φύσεως, έφ' όσον διασχίζει τον 
Κάμπον του Ξηροχωρίου, την α|Α(χώ^η κοίτην 
του Ξηροποτάμου και τάς ά^έν^ρους γαίας τής 
Βυστρίτσας. Εκείθεν εκτείνεται ήττον δμαλή, 
άλλα γραφικωτάτη την θεαν μεταζύ ^ασω^ών 
γηλόφων* έρπει ύπό την σκιάν κισσοατεφών 
πευκών, διολισθαίνει προς χλοεράς κοιλά^ας,ά- 
ναρριχάται έπ' αΰχμηράς κλιτύας και ^ιαπερ^ 
^αφνοστόλιστα ^υάκια. Χωρικοί τίνες κατορ- 
θούσι και άπό χωρίων απωτάτων νά δ^ηγήσωσι 
ίιά τής δίου ταύτης έπι αραμηάόωγ^ ήτοι μι- 
κρών άμαζίων ύπό βοών συρομένων, βαρέα ξύλα 
του δάσους. Άλλα τοΰτο εινε και σπάνιον και 
συσχερέστατον. Ού^έν ήττον αποδεικνύει δτι 
έπι του ήμερου εκείνου εδάφους τής περικαλλε• 
στάτης τών Ευβοϊκών επαρχιών ήίύνατο ευχε- 
ρώς να χαραχθτ) δίός άμαζιτός, ένοΰσα τό προς 
βορρ&ν χωρίον μετά τής πρωτευούσης κωμο- 
πόλεως. 

Βεβαίο>ς ί* οί κάτοικοι τών χωρίων τούτων 



έχουσι πλήρες δικαίωμα ν* άπαιτήσωσι τήν μι- 
κράν χάριν παρά τής ελληνικής κυβερνήσεως, 
προς ήν παρέχουσιν 4νευ γογγυσμών, 4νευ κα- 
θυστερήσεων και φόρον αίματος και φόρους άλ- 
λους παντοειδείς. Έχουσι πλήρες τό δικαίωμα 
νά ζητήσωσι τήν μικράν ταύτην χάριν αύτοι 
01 ειρηνικώτατοι τών Ελλήνων, οί διοικούμενοι 
ύπό πεντάδος γηραιών χωροφυλάκων και ήκιστα 
έπασχολουντες την ποινικήν ^ικαιοσύνην. 

Άλλ' ίσως ίσως, ^ιότι ^ιν θορυβούσιν έν πο• 
λιτικαΐς ^ιαμάχαις, ^ιότι ίέν αναγράφονται ε*ν 
τφ τόπφ οί διάσημοι λγ)σταΙ και φονεις, ^ι' 
αυτό τοΰτο μένουσι λησμονημένοι έκεϊ εις τό 
άκρον του ελληνικού βασιλείου, μόνην προστα- 
σία ν εύρίσκοντες έν τ^ φιλοστοργοτάτη φύσει 
του τόπου, μόνην χαρά ν έν ττ) άπαραμίλλφ 
καλλονή αυτής. 

Ή μικρά αύτη χλοερά γωνία, ή φιλαρέσκως 
κατοπτρίζουσα τάς σμαραγ^ίνους οχθας αυτής 
έν τφ σαπφειρίνφ πελάγει,εστω υπόδειγμα άζιον 
μιμήσεως. Οι χρόνοι του νομαδικού καΐ άεργου 
βίου παρήλθον, τό δίκαιον του ισχυρότερου ισο- 
πε^ώθη ύπό του νόμου. Σήμερον δπλα τιμής και 
ασφαλούς νίκης έν τω παγκοσμίφ άγώνι τών 
εθνών εινε ούχι δ παιάν και ή μάχαιρα, άλλ' ή 
σιγή και τό άροτρον. Την ^άφνην τής ίόξης 
δρέπει δ στεφθείς πρώτον ίιά τής έλαίας τής 
εΙρήνης. Μιμηθώμεν τους φιλόπονους άγρότας 
του Άρτεμισίου' σιγήσωμεν και έργασθώμεν. 
Ούχι τεττίγων άλλα μυρμήκων Κείται ή πατρίς 
ημών . . . 

Άλλ* ένψ τοιαύτας μοι παρέχει σκέψεις ή 
άνάμνησις τής όφιοει^οΰς δ^ου,ήν πεζός και έ- 
φιππος τοσάκις ^ιήλθον, δ χωρικός δ^ηγεΐ τά 
φορτηγά έπιταχύνων δσον δύναται ίιά του ^α- 
β^ίου, εστίν δτε ίέ και ^ιά του κόπανου του $- 
πλου, τόν ^ρόμον αυτών, και ίσως ίσως ίέν θά 
ητο δυνατόν νά προφθάσωμεν πλέον αυτόν, αν 
ίέν ήναγκάζετο νά σταθτ) παρά τήν βρύσιν ύπό 
τό έκ πλατάνου μικρόν και μονα^ικόν δλσος 
τής Βυστρίτσας. Ή ήμερα ητο θερμή και τά 
ζώα είχον ^ιψήση έκ του γοργού δρόμου. Έπι 
τ9) προσεγγίσει του Ι3ίατος, ου τήν θεσιν κάλ- 
λιστα έγνώριζον,έλόζευσαν μικρόν τής δίου προς 
αριστερά πλαταγούντα τά πέταλα επι τής βορ- 
βορώδους γής και έβύθισαν μετά ρογχασμου ά- 
πολαύσεως τά ^ύγχη αυτών εις τήν λαξευτήν 
ύίροίόχην. Ό χωρικός ούχι μετά ^υσαρεσκεΐας 
ανέκοψε τό βήμα. Τπό τάς πλατάνους δ αήρ 
ητο υγρός και ίροσερός και αί έπι τών πέριζ 
βάτων άνερριχημέναι λευκανθεΐς άγραμπέλαι έ- 
πλήρουν αυτόν μελιτώ^ους, ήίυπαθεστάτης 
ευωχίας. 

— "Ωρα καλή, Γιαννιέ ! προσεφώνησεν αί- 
φνης φωνή γνωστή άπό τής κρήνης. 

— "Ωρα καλή, Γυφτοκάβουρα, άπεκρίνατο 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



£2Σ2Χ υΐ^ 



105 



& χωριχος ούχι άνβυ ταραχής τίνος, ίιοτι «ίχβν 
ιίτρ και την χόρην παρά τφ πατρί βοηθούσαν 
ιΐς την ΙπΙσαζιν του δνου. 

— Για που (Λδ το κάλο τί πή:ς τά φορτώ- 
|ΐατα; 

— Γιά το σπίτι* λίγο καλαρ^πόκι μσίς έλειψε 
και πηραμ' άπ' το Ξηροχώρι.Και του λόγου σου; 

— Γιά την Τσαπουρνιά. Καρτερά νά σφύζω 
την ΰγλα της γο[Λάρας και τραβάρ.ε άντάρια 
το ^ρό(Λ0' (Χ€ την κουβέντα πάει κανείς *ς την 
Πόλι χωρίς νά το 'ννοιώση. 

Ό ποιμην ίέν ηκουσε ίυσαρέστως την πρότα- 
σιν του {λονοφθάλ(^.ου. Παρείχετο ούτως ή ευ- 
καιρία νά προσεγγίστ) την 'Αθιγγανίία καϊ νά 
γνωρίση αύτην εκ του σύνεγγυς. *Ήίη άπο της 
σκηνής του καφενείου είχεν αναθάρρηση• σχε- 
ίον μίΕτ' αισχύνης άνεκάλει νυν εις την |χνη|χην 
τους φόβους, ους εϊχεν ε(/.πνεύσ-ιο αύτφ ή εύ(/.ορ- 
φος κοσκινόπωλις. Βαδίζων ίεζια του Αθιγγά- 
νου και συνο|χιλών (χετ' αύτου, οΰχι άπαξ προ- 
σεβλεψι την ρ,ορφην αύτης και συνήντησε το 
θλέ|Χ{ΐ,οε* και ίέν εύρεν εν τη γαλανή |Λαρ[Λα- 
ρυγη αύτου ούίε ^ιαβολικόν τι, ούίί βάσκανον. 

— Όσο θυριάμαι κ' ε'κείνη τη νυχτιά ! εκλε- 
γέν δ Αθίγγανος κα(Λ(Αύων κατά το σύνηθες 
τον [Αονον οφθαλ(ΑΟν και ίιά νευριχηςσυσπάσεως 
του στό(ΐατος επιδεικνύων τον ^εζιόν κυνόίοντα. 
*Αν ^1 σ' έστελνε δ θεός, ίεν ζεύρω τί θα γινό- 
[ίασταν- το κορίτσι θέ να ήταν ταζει^ε[Χ[χένο 
'ς τον λλλο κόσρ.0 . • . Ένφ δ πατήρ έπρόφερε 
τους λόγους τούτους, ή κόρη ητένιζε τον νέον 
χωριχον ί ιά βλέμματος ε'κφράζοντος άφατόν τί- 
να εύγνωμοσύνην. Τούτο ετι μάλλον ενεθάρρυνε 
τον Γιαννιόν απηύθυνε προς αύτην πλαγίως 
τον λόγον. 

— Καλά δμως μου 'ξεπλέρωσε τη χάρι η 
κυρά άπο κει ! είπε μειδιών. 

— τι σουκανα ; τίποτε ζημιά ; ηρώτησε 
μετά τίνος ζωηρότητος εκπλαγείσα εκείνη. 

— Μουκαμες ζημιά ; μουκοψες το αίμα με 
το σακκι π* αστόχησες ! . . . 

— 'Σ το καλύβι τάστόχησα το σακκί; έφώ- 
νησε μετ' απελπισίας συμπλέκουσα τάς χείρας. 
Κ* εγώ έλεγα πώς μουπεσε 'ς το ^ρόμο. Το 
λοιπόν ; . , . 

Ό Γιαννιός τότε μετά πλήρους άφελείας ά- 
φηγήθη τον τρόμον του έπΙ τη θέα του κινουμέ- 
νου σακκίου,την εφόσον και την φυγή ν του κυ- 
νος• την άπο του σχισθέντος πανίου εξοίον των 
οφεων. 

Το ίιάφορον των συνοδών αύτου επετείνετο 
^αθμη^όν* ανέκοψαν το βήμα άκροώμενοι και 
άφηκαν εμπρός μόνα τά φορτηγά. 

— Και 'σαν βιίες τά φιίίια ; ήρώτησεν η 
Άθιγγανίς. 

— Σάν ει^α πώς ^έν ητον τελώνια μέσ 'ς το 



σακκι, παρά ^ενίρογαλ^αις και άστρίταις, έ- 
βγανα το γιαταγάνι,χύθηκα απάνω και τά πε- 
λέκησα. Δεν είχα κανένα κοπέλι, προσέθηκε 
καγχάζων, νά σ* τα στείλω νά φκιάσης γιαχνί. 
Ή κόρη έφάνη εύχαριστηθεϊσχ εκ της τολ- 
μηράς πράξεως του νεανίου* άνεμέτρησε ίιά του 
βλέμματος το εύμελές αύτου ανάστημα και 
προέβαλε μει^ιώσα μεταξύ τών λευκών οδόν- 
των την μικράν αύτης γλώσσαν. 

— Τά κακόμοιρα; είπεν είτα σοβαρώς. 

— Μα ίεν μου λες, τί διάβολο τά κουβα- 
λούσες μαζί, σάν προικιά ; Μάγια κάνεις με 
ίαυτα η ^ιαβολιαίς ; 

Ή Άθιγγανις έγέλασεν ήχ'^ορώς'δ πατήρ είχε 
προβη βήματα τίνα δπως ανόρθωση το προς τά 
(ϊεξιά κλίνον φορτίον της δνου και δ χωρικός 
έβάίιζεν ήίη παρά το πλευρον αυτής. 

— Τί με θαρρείς και σύ ; Διαβολόσπιθα δ- 
πως μ' έβαφτίσανε 'πάνω 'ς τά χωριά ; Μακάρι 
νά ήμουνα, προσέθηκε μελαγχολικώς κινούσα 
την κεφαλήν, ίέν θάχα τέτοια κατάντια. Και 
έτυψε ίιά της παλάμης την έσθήτα κατά τον 
μηρόν. 

Αι ι^έαι και τά αΙσθήματα του ποιμένος ά- 
νεστράφησαν <^ιά μιας ως το ίστίον έλικο<^ρο- 
μούσης λέμβου. Οι φαντασιώ^^ιις φόβοι, ή προς 
την ύποτιθεμένην γόησσαν απέχθεια, μετεβάλ- 
λοντο νυν εΙς συμπάθειαν προς την χαρίεσσαν 
αλλά πτωχήν και πλάνητα κόρην. 

— Μά το λοιπόν τί τάθελες τά 'φεί^ια 'ς το 
σακκί ; 

— Ξέρω άπ' τη μάννα μου το 'φΐίόχορτο, 
που τρφς και ^έν σε φαρμακεύει του φει^ιου το 
ίάγκαμα. Δίνω άπ' το χορτάρι *ς τους χωρια- 
νούς και τους γλυτώνω άπ' τά φεί^ια. Γιά 'κεΐ- 
νους που ίέν πιστεύουν εχω τά φείίια μαζί.Τά 
πιάνω 'ς τά χέρια μου, τάφίνω και μου δαγκά- 
νουν τά κρέατα χωρίς κανένα φόβο, γιατί εχω 
φάη πρώτα εγώ το φειίόχορτο. 

Και λέγουσα ταΰτα εχειρονόμει ζωηρώς, ως 
αν αληθώς περιέπλεκε τους οφεις περί τους βρα- 
χίονας αυτής. Ό ίέ χωρικός έρρίγει το άκούσιον 
εκείνο ^ίγημα, δπερ φέρει ε'ις πάντα και μόνη 
ή 'ιίέα τής προς έρπετον επαφής. *Αλλ' ή έξή- 
γησις τής κόρης ητο φυσικωτάτη• πολλάκις 
είχε ν ακούσει περί τής υπάρξεως του φιάοχόρ- 
νου. "Αν ίέ ή Άθιγγανις εγνώριζεν αύτο εκ 
μητρικής ίι^αχής, ίίν έσήμαινε τούτο δτι ητο 
μάγισσα και μύστις τών διαβολικών τεχνών. 

— Δεν έρχεσαι καμμιά 'μέρα ϊσα'πάνω κατά 
τήν Τζαπουρνιά, πριν 'μπήτε 'ς το θέρος ; είπεν 
^ Αθίγγανος, ένφ ανήρχοντο τον προς τον 
"Αγιον Γεο)ργιον άνήφορον. 

— Σάν αδειάζω , , , 

— Νά ιίης πώς το βόλεψα το καλύβι του 
Καράμπελα, προσέθηκε μετά τινοο^^λαρεσκείας 



^^ 



ιοβ 



ΒΖΙΤΧ 



6 Γυφτοκάβουρας. Έχω χαΐ χρασί άγριοβοτα- 
νίτικο π* άναβταΐνβι νιχρό.• . 

— Και πιθαίνει ζωντανό, συνιπληρωσεν & 
χωριχός καγχάζων επΙ τη ιίΐ^ έτοΐ(ΛΟττ,τι. *Ας 
€ΐν« θε νίρθω οχι τόσο για το χρασί, βσο γιλ 
δουλειά, θέλει ^ ΦωχΙονας ενα τσιχουρι 'σάν 
του 'ζαίέλφου (ΐ-ου του Χρήστου* θα το φέρω 
για (χόστρα. 

Μετ' ολίγον συνήντησαν ριεγάλην συνο^Ιαν 
χωρικών εκ Καστριού, Γερακι^οΰ και άλλων χω- 
ρίων και άνε(Α(χθησαν {χετ' αυτών. Μόνον δταν 
ειστίλθον εις τα σύνορα του χωρίου Γουβών 6 
Γιαννιός κατ4 ρ.ικρόν αποχωρισθείς των άλλων 
κατώρθωσε να πλησίαση «κ νέου τήν'Αθιγγανί^α. 

— "Ητανε *ς το πανηγύρι του 'Αγριοβο- 
τανιοΰ ; 

Τον ήτένισεν έκπληκτος εκείνη* 

— Σάν πως ^εν ριε είίες κι' άρωτ^ς ; 

— Πότε ; 

— "Οταν χόρευες κι* δλοι καριαρόναν την 
λεβεντιά σου και τη τέχνη σου . • . Δεν γύρισες 
τα 'μάτια σου καταπάνω [λου; Και , • . 

— ΚαΙ υστέρα σωριάσθηκα κάτου ! "Ας η- 
σαι καλά που με μάτιασες. 

Έγελασεν : 

— Έγώ σε μάτιασα ; Μη^ε σμιχτοφρύία 
είμαι, μηίε τετραίογεννημένη. 



[Έκιται συνέχεια] 



ΓεΟΡΓΙΟΧ ΔρΟ£ΙΝΗ£ 



Η ΕΝ ΚΟΡΖΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 



Συνέχβια* Χΐ% «ροηγούμβνον φύλλον. 

Γ. 

ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΤΩΝ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΚΕΙ ΑΠΟΚΑ- 
ΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΑΗΝΙΚΗΣ ΑΠ0ΙΚ1ΑΣ. 

Ό κόμης Μαρβεύφ (ΙιΟαίβ-ΟΙιαΓίββ- Κβηβ, 
οοιηΐθ άθ ΜΕΓΐ)βαΓ) γεννηθείς εν Κβηηββ της Γαλ- 
λίας τφ 1712 και αποθανών ε*ν Βαστί(9: της 
Κορσκκ9ίς τφ 1786, άνηγορεύθη αρχιστράτηγος 
εν τφ γαλλικφ στρατφ τφ 1762, καΐ ίύο ετη 
μετά ταύτα απεστάλη εις Κορσικην Ινα βοηθη- 
ση τους ΓενουηνσΙους ίπως ^ιατηρησωσι την κυ- 
ριαρχίαν των επΙ τής νήσου ταύτης. Άλλ* οί 
Γενουηνσιοι, άπηυίημένοι άπό τάς άίιακόπους 
επαναστάσεις των Κορσικανών, παρεχο)ρησαν τα 
δικαιώματα των επι τι5ς Κορσικής εις την Γαλ- 
λίαν, απέναντι τεσσαράκοντα εκατομμυρίων 
φράγκων, ίιά συνθήκης εν Κομπιεγνη υπογρα- 
φείσης τη 17 Ιουνίου του 1768. Μετά ίε την 



εντελή κατοχήν της νήσου, δ Μαρβεύφ εμεινεν 
γενικός Διοικητής τϋς Κορσικής μβχρι του θα- 
νάτου του, όπου εχαιρεν επιρροήν και ύπόληψιν 
άντιβασιλεως. Ό οε Λουδοβίκος Ι?', εις άντα- 
μοιβήν των ύπη{:εσιών αύτου, τφ παρεχώρησιν 
έκτεταμενας γαίας επι της δυτικής παραλίας 
τής Κορσικής, μεταξύ Καρυών καΐ ΓαλερΙας, ί- 
^ρύσας ^ιά της παραχωρήσεως ταύτης το μαρ- 
κησατον τών Καρυών, ^ιά διατάγματος ύπο 
χρονολογίαν 17 Ιουνίου 1778. 

Εξελλήνισα την λεξιν ΰανρ^^ καΐ κατά την 
άρχαίαν ορθογραφίαν ΟατρΗ^Ββ^ ^ιά ιής λέξεως 
Καρύαι^ συλλογιζόμενος ως έξης: Ώς γνωστόν, 
το ονομχ Καρύαι και ίημοτικώτερον ΚαρναΙς 
ή ΚαρυΙς ήτοι ΚαργΙζ^ ώς όνομα πόλεων, χω- 
ρίων και τόπων, είναι σύνηθες και παρά τοις 
άρχαίοις Έλλησι καΐ παρ* ήμΐν. Είναι ίί πι- 
θανόν οτι οί πρώτοι ίποικοι "Ελληνες, οι έν 
Παομ!^ εγκατασταθέντες, έν μνήμη έχοντες τάς 
έν Πελοποννήσφ Καρυάς, παρωμοίχσαν και ώ- 
νόμασαν τον προ της Παομίας εύρισκόμενον λό- 
φον ΚαργΙζ και κατά τήν προφοράν των Καρ- 
^^/^, ίιότι το ;• ακόμη και σήμερον το προφέ- 
ρουσιν ώς (προφέρουσι δηλονότι ζ^^ροζ άντΙ γ^- 
ροο, Ζ^άττηζ άντΙ Γιάννης κλπ. Έζήτησα §ις 
αρχαίους συγγραφείς νά Ι^ω αν μετεχειρίσθησαν 
τήν λεξιν βατρ/ιΐεβ^ βπως όνομάσωσι τον τόπον 
τούτον, άλλ* ού<^αμου απήντησα αυτήν. Ό 
Λέανδρος Άλβέρτης, γεωγράφος του αιώνος, τήν 
μεν ΠαομΙαν τήν ονομάζει Ραοοτηια' άλλ& 
περί Καρυών ού^ένα ποιείται λόγον. Τουναντίον 
ίε τον λόφον τών Καρυών μετά της πετρώδους 
χκρας, της έξεχούσης εΙς τήν θάλασσαν, τινές 
τών αρχαίων γεωγράφων όνομάζουσι ΡίΛηία άϊ 
ΡοηΗρΙίοηβ. Ή ονομασία αυτή ίίιετηρήθη 
και μέχρι σήμερον. Ήρώτησα τους κατοίκους 
αν εχουσι καμμίαν περί τούτου ει^ησιν, άλλ' 
ουδείς γινώσκει τι. Έν τοις ληξιαρχικοΐςβιβλίοις 
του Δημαρχείου τών Καρυών άπαντλται ή λέ- 
ξις αυτή γραφομένη ώς έξης: ΚαργΙζα και άλ- 
λοτε Καρχίζα. Έκ πάντων λοιπόν τούτων έ- 
πεται δτι, αν πραγματικώς οί Έλληνες πρώτοι 
ώνόμασαν τόν λόφον τούτον ΟαΓρΜιεβ^ είναι πι- 
θανώτατον να έδωκαν αύτφ τό όνομα Καρυαίς^ 
ώς προείπομεν. Ειρήσθω ^έ και τούτο έν παρό- 
ίφ, δτι οί περί ων δ λόγος Έλληνες ίεν είναι 
οί πρώτοι έν Κορσικτ) εγκατασταθέντες• Εινε 
γνωστόν δτι τό πάλαι αποικία Φωκαέων έγκα- 
τεστάθη έπΙ της νήσου ταύτης, καΐ δτι ή ιίία 
αΰτη νήσος άπό του 569 μέχρι του 754 μ Χ. 
ίιετέλεσεν υπό τήν κυριαρχίαν τών Αυτοκρατό- 
ρων του Βυζαντίου. Δεν είναι λοιπόν ουδόλως 
παρά^οξον τό ν' άφήκαν και οί παλαιοί ούτοι 
Έλληνες ίχνη τινά τής διαβάσεως των έπι της 
Κορσικής. Αυτό ^ε τοΰτο επαναλαμβάνω και 
περί της ετυμολογίας τήςλέξεως/7αο/<^α,περι της 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



£:ζ3χυ^ 



107 



δποίας βλέπε το ΙΔ' £ρθρον της παρούσης πραγ- 
ρ.«τ§ίας. 

Έκ της εχτεταρι&νης αλληλογραφίας της αν- 
ταλλαγείσης ρ.εταζύ Μαρβεύφ χαι Καπιτλν 
ΓιωργΙου, ήτις σφζεται εισέτι εν τοις άρχείοις 
της ίν Αιαχχίφ οικογενείας των Στεφανοπού- 
λων Κορηνών, εξάγεται βτι δ Καπετάν Γεώρ- 
γιος συνεννοήθη (Λε τον Μαρβεύφ χαι ^ι' αύτου 
{« την Γαλλικην Κυβέρνησιν, ήτις τφ παρέσχε 
τά (ΐεσα δπως θέση τάς βάσεις του και νί3ν χω- 
ρίου των Καρυών καΐ4/^εταφερη εκεί την εν Αιακ- 
χίφ καταφυγοΰσαν ελληνικήν άποικίαν. Το 84*^ 
εγγραφον της ύπ' αριθ. Ο. 77 χαρτοίέσ(χης των 
αρχείων του Νθ|Ααρχε(ου του Αιακχίου είναι διά- 
ταγμα του Λουδοβίκου Ιζ', εξ εϊκοσιν £ρθρων 
συγχεΙ(Αενον, ίιά του δποίου διατάσσονται τά 
καθέκαστα της ι<^ ρύσεως του χωρίου των Καρυών 
χαι της εκείθκ αποκαταστάσεως των εν ΑΙαχ- 
χιφ ελληνικών οικογενειών. 

ΕΙς έκάστην ελληνικήν οίκογενειαν εδόθησαν 
γαϊ 41 προς καλλιεργησιν, και ίι'έκάστην τοιαύ- 
την εκτίσθη (λία οικία, ^απάναις της γαλλικής 
Κυβερνήσεως, ήτις ε^απάνησεν επι τούτω 93, 
1 00 φράγκα,κατά τι εγγραφον της εποχής εκεί- 
νης. Δύο μηχανικοί, δ ΚοΠίβΓ και 6 ΡΓέΓβ, επε- 
φορτίσθησαν ίνα ^ιαχαράξωσι το σχείιον του 
]^ωρίου και έπιστατήσωσι την οίκο^όμησιν των 
οικιών, εις ^ε τον Καπετάν Γεώργιον ανετέθη 
Ύί ^ιεύθυνσις της δλης εργασίας. 

Το χωρίον τούτο, ως εκ της θέσεως του, εκτί- 
σθη εν σχήματι αμφιθεάτρου καΐ διγ)ρέθη εις τρία 
μέρη. Ή ίυτική αύτοΰ πλευρά ώνομάσθη Φιου- 
μόρβω καΐ ^ιηρέθη εις τεσσάρας σειράς οίκιών- 
το χέντρον ώνομάσθη Κιτά και ^ιγιρέθη εις τρεϊς 
σειράς* ή οέ ανατολική αύτου πλ«υρά ώνομά- 
σθη Παεσόλω και ^ιηρέθη εΙς ^ύο σειράς οι- 
κιών. *Ολαι αϊ σειραι αύται τών οικιών κείν- 
ται επΙ τής αυτής ευθείας γραμμής, τάς δποΐας 
^ιακόπτουσιν δ^οι καθέτως φερόμεναι έπ' αυτών. 

Έκαστη οΙκία κατείχε γήν εξ τετραγωνικών 
μέτρων και συνέκειτο εξ ενός ισογείου και ενός 
πρώτου πατώματος με ^ύο παράθυρα εις τό έμ- 
πρόσθιον μέρος* έκ περισσού ί' έκέκτητο πέντε 
μέτρα γής, κειμένης μεταξύ του τοίχου τής οι- 
κίας και του τοίχου, δστίς έστήριζετήν δίόν τής 
ανωτέρας σειράς τών οικιών. Την σήμερον, ή γεω- 
μετρική αυτή ακρίβεια, κατά μέγα μέρος, κατε- 
στράφη. 

Μίαν οΐκίαν τής Κιτάς και βρα^ύτερον £λλην 
τοιαύτην του Παεσόλω μετεποίησαν εΙς πρό- 
σκαιρων έκκλησίαν, έπι τφ σκοπφ ΐνα βρα^ύ- 
τερον εν τψ κέντρφ του χωρίου κτίσωσι τοιαύ- 
την πολυτελή μ«τά τίνος βρύσεως, εις την δ- 
ποίαν θά εφέροντο τά ίίίατα τής νυν Μοργάνας 
κα( τίνων ΐλλων πλησιέστερων πηγών. Τά σχέ- 
δια ταΰτα, ως θέλομεν ί^ει, έματαίωσεν ή με- | 



γάλη Γαλλική έπανάστασις. ΈπΙ τίνος ^οκου, 
κειμένης εις τό άνώτερον μέρος τής θύρας του 
κατωγείου τής οικίας τοΐί κ. Φρ. Μάρια "Εξιγ- 
γα, εν τη τρίτη σειρ^ τών οικιών του Φιου- 
μόρβω, υπάρχει κεχαραγμένη ή επιγραφή 
— ΟΙΚΟΣ ΘΕΟΤ — . Πιθανώς λίαν ή ίοκός 
αΰτη ελήφθη εκ τίνος εκκλησίας τής ΠαομΙας, 
ή και έκ τής αρχαίας εκκλησίας τών Καρυών, 
και άφιλοκάλως €*τέθη ε'πΐ τής προμετωπί^ος 
του εν λόγω κατωγείου,οπερ ίεν είνε άλλο παρά 
σταυλος και άχυρων. 

Ό κόμης Μαρφεύβ, ευθύς άμα ελαβεν εις τήν 
κατοχήν του τίις γαίας, περί τών δποίων ανω- 
τέρω ^ιελάβομεν, και Ιίίως άμα αϊ γαΐαί του 
αύται μετετράπησαν εΙς μαρκησάτον, έφρόντισεν 
ϊνα άνεγείρη εν Καρυαις μέγαρον, άντάςιον του 
ονόματος του, τήν έπιστασίαν του δποίου άνέ- 
θηκενείς τόν Καπ*τάν Γεώργιον. Κατά τάς πλη- 
ροφορίας τών αρχείων τής εν ΑΙακκίφ οίκογε- 
νείας τών Στεφανοπούλων Κομνηνών,τό μέγαρον 
τούτο, τό δποϊον εκτίσθη έπι τής ανατολικής 
πλευρ&ς του Ποντιλιόνε, τουτέστιν εις τό άνώ- 
τερον μέρος τής δυτικής πλευράς τών Καρυών, 
ήτο μεγαλοπρεπές. 

Έπι τής αυτής πλευράς του χωρίου, άνατο- 
λικώτερον του μεγάρου του Μαρβεύφ, εκτισεν 
οιχίαν ίΓ εαυτόν και 6 Καπετάν Γεώργιος, ή δ- 
ποία διατηρείται μέχρι σήμερον. 

Σχεδόν από τής ιδρύσεως των α! ΚαρυαΙ ε- 
σχον εν απόσπασμα στρατού, εν εΐ^ει χωροφυ• 
λακής,βπερ κατωκει εντός ιδιαιτέρων οικίσκων. 
Βρα^ύτερον δμως 6 κόμης Μαρβεύφ, έπι τφ σκο- 
πψ Γνα εχη πάντοτε στρατιωτικήν ^ύναμιν, φ- 
κο^όμησεν Ι^^Ιαις ^απάναις εις τήν άκραν του 
Παεσόλω ενα στρατώνα, χωρητιχότητος περί- 
που πεντήκοντα ανθρώπων. Ό στρατών ούτος 
συνέκειτο εξ ενός υπογείου, ενός Ισογείου, ενός 
πρώτου πατώματος με επτά παράθυρα έπι του 
έμπροσθίου μέρους, και ενός υπερώου. 

Συγχρόνως τψ στρατώνι εκτίσθη και ι^ιαίτε- 
ρον κτίριον, δπερ έχρησίμευεν ώς νοσοκομεϊον 
τόσον τοις στρατιώταις δσον τοις λοιποις κα- 
τοίκοις. Τό νοσοκομεϊον τοΰτο κατεϊχεν εκτασιν 
τριών οικιών χαι εκείτο εν τη τετάρτη σειρ^ 
τών οικιών τής συνοικίας του Φιουμόρβω. 

Τοιούτο περίπου ήτο τό χωρίον, τό προορισθέν 
ίιά τήν κατοίκησιν τής έν Α1ακκί({> καταφυ- 
γούσης ελληνικής αποικίας. Έγκατεστάθη ί' ή 
αποικία αύτη έν Καρυαις τφ 1775. 

Ό πρώτος ενταφιασμός έν τψ κοιμητηρίφ τών 
Καρυών είναι δ ακόλουθος, κατά τό ΒιβΛίοτ 
των άΛοθαμίνων^ σελ. 1 52. « Χιλίους επτακό- 
σιους έβ^ομήκοντα πέντε Δεκεμβρίου Δεκάτη 
έκτη έπέρασε εις την ίλλην ζωήν Κυριακή γυ- 
ναίκα του Πιέρου Δρακάκη Δυναμομένη με τά 
άγια Μυστήρια τής Αγίας Εκκλησίας άνευφ 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



108 



Έ3Σ2ΤΧ 



της (Λεταληψεως, και ετάφη εΙς το κοΐ(χητηριον 
της Καρκέζας απο τον παπά 1ω. Κότην. Μάρ- 
τυρες Γιωργής Γαρι^άκης, Πιερος Δαμιηλάκης, 
και Ιω. Ζΐ[ΐ.άκης.ι> 

Άλλ' η (ΛετοΙκησις αυτή έγένετο βαθ{χηίον 
και κατ* ολίγον. Μάλιστα 5έ πολλαι . οικογε- 
νειαι ε[ΐ.ειναν οριστικώς εν ΑΙακκίφ, των δποΐων 
πολλά ίχνη σώζονται και (λέχρι σή(ΐ.ερον. "Αλ- 
λαι ίέ οίκογενειαι (χετέβησαν εις Καρυάς (Λετά 
ίέκα η και περισσότερα ετη. Ός ίέ και εν τοις 
έμπροσθεν ^ιελάβθ(Αεν, ηίη προ της ιδρύσεως 
του χωρίου των Καρυών, πολλαι τών οικογενειών 
τούτων (/.ετηνάστευσαν εις την κάτω ΊταλΙαν 
και μ,άλιστα εις την νησον Σαρ^όνα. 

ΙΑ' 

ΕΠΙΔΡΟΜΑΙ ΚΟΡΣΙΚΑΝΩΝ ΚΑΤλ ΤΟΝ ΕΝ ΚΑ- 

ΡΓΔΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΙΣ 

τον ΜΕΓΑΡΟΥ ΤΟΓ ΜΑΡΒΕΤΦ. 

Αίπαραχωρηθεισαι τοις Καρυάταις γαϊαι συ- 
νώρευον και πάλιν ρ.έ τάς γαίας τών κατοίκων 
του Βίκω, αρχαίων εχθρών τών εν Κορσική 
Ελλήνων. Ή νεα αυτή γειτονία ίύο παλαιών 
εχθρών βεβαίως ολίγον κατ* ολίγον ίιά πολ- 
λάς και διάφορους αιτίας έζύπνησι την [Αεταζύ 
αυτών πάλαιαν εχθραν. Ώς εκ τούτου ^ε οι 
Κορσικανοί ούτοι ύπέβλεπον πάντοτε τάς προό- 
δους τών εν βραχεί χρόνφ ικανώς εΰτυχησάν- 
των Έλληνών, και εζήτουν κατάλληλον εύκαι- 
ρίαν δπως έπιτεθώσι κατ* αυτών. *Εν τοις άρ- 
χείοις του Νοι^αρχείου του Αιακκίου και εν 
τοις άρχείοις της οικογενείας τών εν ΑΙακκίω 
Στεφανοπούλων Κθ|χ.νηνών σφζονται πολλά έγ- 
γραφα, τά δποϊα είναι παράπονα, ύπομνήριατα 
και ίια[Ααρτυρησεις τών κατοίκων του Βίκω, 
του Ρέννω, της "Εβιζας και άλλων πλησιο- 
χώρων χωρίων εναντίον τών παραχο>ρησεων 
τών γαιών,αΐτινες εγένοντο τφ κόμητι Μαρβεύφ 
και τοις εν Καρυαΐς "Ελλησιν. 

Την εύκαιρίαν ταΰτην πληρέστατα παρέ- 
σχε ν αύτοϊς η Γαλλική επανάστασις του 1789 
και μάλιστα η μ.ετά το 1793 πολιτική ακα- 
ταστασία της Γαλλίας. Ούτω ίε τψ 4795 οι 
κάτοικοι του Βίκω και Αλλων πλησιοχώρων 
χωρίων, λαβόντες τά δπλα των, είρα|Λον κατά 
τών Καρυατών Ελλήνων, επι τη προφάσειδτι 
οί τελευταίοι ούτοι κατέσχον αυθαιρέτως τάς 
γαίας των. Φθάσαντες ίε προ του χωρίου των 
τοις Επε[ΐ.ψαν πρεσβείαν, ίιά της δποίας εζή- 
τουν την ύποταγήν των και την κατ* αυτούς 
ίιευθέτησιν τών συνόρων των. Οί Καρυάται, 
άπαντήσαντες εις τους άπεσταλ{ΐ.ενους τούτους 
δτι ειχον Κυβέρνησιν και δτι οί ή^ικημένοι ήίύ- 
ναντο νά ζητήσωσι τά δίκαια των ίι3ι [ΐ,εσου 
τών δικαστηρίων, άπέπερι,ψαν τους πρέσβεις και 



ελαβον ά(Λυντικας θέσεις. •Ακροβολισ(ΛθΙ τίνες 
και άψιρ,αχίαι ελαβον χώραν άνευάποτελέσρια- 
τος τινός. *Εν τούτοις οί Κορσικανοί εξηκο- 
λούθουν νά πολιορκώσι τάς Καρυάς, [^^έχρις ού 
κατώρθωσαν νά είσέλθωσιν εις το χωρίον ^ιά 
της ακολούθου προδοσίας. 

Το (λίγαρον του Μαρβεύφ κατά την έποχήν 
ταύτην ^ιετέλει άκατοίκητον, ή ίέ έπΐ[ΐ.έλεια 
αύτου ητο άνατεθειρ,ένη εις τίνα Κορσικανίία, 
σύζυγον "Ελληνός τίνος. Ή γυνή αυτή, φίλα 
φρονούσα τοις συ[/.πατριώταιςτης, οιτινες έπο- 
λιόρκουν τάς Καρυάς, εγνωστοποίησεν αύτοΐς 
την κατάστασιν ταύτην του ριεγάρου, και ίιηυ- 
κόλυν* την παρά^οσιν αυτού. Οί Κορσικανοί 
^έ, ίιά νυκτός είσπηίήσαντες εν τψ (Λεγάρψ, 
ευθύς έγιναν κύριοι αυτού, δπερ άρ.έσως ρ.ετέ- 
τρεψαν εις ά|ΐ.υντικον φρούριον. "Απαξ εν τω 
ριεγάρφ, εγένοντο κύριοι και του χωρίου. Εν- 
τεύθεν ί' δρι^ήσαντες ήρχισαν νά καίωσι τας 
παρακεψένας οΊκίας. Οί "Ελληνες, ούτω κατα- 
ληφθέντις ύπο του εχθρού, ήναγκάσθησαν νά 
έγκαταλίπωσι καΐ πάλιν τας νέας ταύτας κα- 
τοικίας των, και ίιά τίνων πλοιαρίων, τά δποΐα 
εύρίσκοντο εν τ^ άποβάθρο»: των, νά καταφύ- 
γωσι και πάλιν εις ΑΙάκκιον. Οί Κορσικανοί, 
ευρεθέντες ούτως απόλυτοι κύριοι του χωρίου, 
ήρχισαν νά (χετα^Ι^ωσι το πυρ εΙς ίλας τάς 
οΙκίας. Τριάκοντα και ίύο ο'ικίαι άπετεφρώ- 
θησαν ήίη, δπότε εις τών ιερέων των τοις υπέ- 
βαλε τήν εζής σκέψιν: 

— ^Άθλιοι, τοϊς λέγει, οί Έλληνες έφυγαν 
και σεις εξακολουθείτε νά καίετε τάς οικίας, αϊ 
δποΐαι εΙς το εζής θά ηναι Ί^ικαί σας ; 

Πραγριατικώς ίέ ή συμβουλή αυτή εύρεν 
ήχώ εις τά ώτά των, ούτως ώστε ά(χέσως επαυ- 
σεν ή πυρπόλησις. 

"Ηίη άπο της ιδρύσεως του ρ,εγάρου του 
Μαρβεύφ έκυκλοφόρει φήρ(.η παρά τφ λαφ δτι 
εν αύτώ έκρύπτοντο και οί θησαυροί του βαθύ- 
πλουτου ανδρός. Οί Κορσικανοί, άπαξ κύριοι 
του (χεγάρου τούτου, ίέν ήθελον ν* άφήσωσι 
πλέον επι πολύ χεκρυ(Λ[Λένους εν τη γτί τους 
θησαυρούς τούτους. "Ηρχισαν νά σκάπτωσι τά 
θεριέλια τού μεγάρου και νά κατε^αφίζωσι τους 
τοίχους αύτοΰ. Έσκαπτον και κατείάφιζον, 
αλλά θησαυρούς ^έν ευρισκον. Και εν δσφ ^έν 
άντημείβοντο οί κόποι των, τοσούτον ή προς 
τήν καταστροφήν λύσσα των ηυζανεν. Έπι τέ- 
λους θησαυρούς μεν ίέν εύρον το λαμπρον δμως 
και μεγαλοπρεπές μέγαρον έγένετο σωρός ερει- 
πίων. Τήν σήμερον ίέν φαίνονται ειμή ίχνη 
τινά τών θεμελίων αυτού. 

Τήν αυτήν τύχην ελαβον δ στρατών και 
το νοσοκομειον ύπό τών ι^ίων Κορσικανών και 
κατά τήν ι^ίαν ταύτην έποχήν. 

Ημέρας ίέ τινας μετά ταύτα οί Έλληνες 



£2Σ2Τυ^ 



109 



ίττίστριψαν βίς το χωρίον των, συνωίευιχίνοι ύφ' 
(χανοϋ άριθ(Αου στρατιωτών. Οι Κορσικανοί, 
ίη ττ) παρουσία του στρατού, ετράπησαν ύς 
φυγην. Άλλ' η υπ* αυτών προξενηθιΤσα ζη- 
αία ε|χ.£ΐν€ν έσαεΙ άναποζημίωτος και ανεπα- 
νόρθωτος. 

Της Ισίας περίπου ταύτης εποχής είναι και 
το εζής άνέκίοτον : Κατά τον ΐΑεταζύ Αγγλίας 
χαι Γαλλίας πόλε(Χον, άγγλικον πολερ,ικον 
;;λοϊον εφθασβ προ τών Καρυών. Οί ΚαρυαΙται, 
ίτΐ τγ παρουσί(χ: του θεάρ,ατος τούτου, εξηλ- 
βον άπαντες τών οικιών των και πολλοί εξ αυ- 
τών ηρχισαν να κατερχωνται βις την παραβα- 
λασσίαν. Οι εκ του αγγλικού πλοίου νο(Λίσαν- 
τις, φαίνεται, δτι στρατιωτική επικουρία ηρ- 
χιτο εΙς βοηθειαν τών Γάλλων, ηρχισαν να 
βθ|Αβαρ^ίζωσι το χωρίον τών Καρυών. Έν τού- 
τοις ίεν ηργησαν να βεβάιωθώσι πιρι της αλη- 
θείας, ^ιό και 6 βορι.βαρ^ισ|;.ός ^εν έζηκολού- 
βησεν έπι πολύ. Τοίχοι (χέν τίνες τών οικιών 5ιε- 
τρυπηβησαν ύπο τών εκτοζευθεισών σφαιρών 
άλλ* δπωσ^ηποτε ή ζη(Α{α αυτή ύπηρξεν 
άση(Ααντος. 

Οί Καρυαται, έπανελθόντες εΙς τάς κατα- 
βτραφείσας εστίας των, ηρχισαν ε'κ νέου να ερ- 
γάζωνται εις την άνοικοσό(Λησιν αυτών, να 
καλλιεργώσι τους αγρούς των και ν' απολαύωσι 
σχετικής ειρήνης και ησυχίας. Έν τούτοις, οί 
γείτονες των κάτοικοι του Βωκι εζηκολούθουν 
ι:άντοτε να τους ύποβλέπωσι, ίιο και εζη- 
τουν ε'κ νίου εύκαιρίαν δπως ε'πιτεθώσι κατ* 
αυτών. 

Τοιαύτην εύκαιρίαν επιθέσεως εύρον τφ 1830. 
Το έτος τούτο, ίιά τους αυτούς πάντοτε λό- 
γους, ελαβον τα δπλα και «κίνησαν κατά τών 
γειτόνων των Ελλήνων. Πλην δ[Λως, την φο- 
ράν ταύτην, [Λολις έφθασαν προ του χωρίου τών 
Καρυών, στρατιωτική ^ύνα|Λΐς, φθάσασα έγκαί- 
Ρ<>>ς «ζ ΑιακκΙου, τους ^ιεσκόρπισεν. 

Έκτοτε ίε, ολίγον κατ* ολίγον, πάσα ερις 
κζηλείφθη εκ του μέσου αυτών. Πολλά συνοι- 
κέσια συνηφθησαν (/.εταζύ Ελλήνων και Κορσι- 
κανών. Πολλοί Κορσικανοί έγκατεστάθησαν εν 
Καρυαιςχαι έγένοντογαιοκτη[ΐ.ονες.Σχε^όνδλοι οί 
Έλληνες άφω|Αθΐώθησαν ριε τους Κορσικανούς* 
&|<.ιλουσι την γλώσσάν των κάλλιστα και πα- 
ρβλαβον πολλά τών ηβών και έθί|Λων των. 
Ένεκα ίε πάντων τούτων την σή(χερον τά 
παλαιά ταύτα μιίση και πάθη [λεταξύ Ελλήνων 
^1 Κορσικανών δλοτελώς άπεσβέσθησαν, και 
πάντων τούτων (Αονη η μινήρ,η πλέον σώζεται. 

(Έπεται νννέχεια) 

Ν. Β. Φα?δυς 



ΒΑΙΙΛΙΚΟΝ ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ 



Παρηλθεν δ καλός εκείνος καιρός τών παρα- 
(Λυθίων, καθ* δν τά βασιλόπουλα ένυμφεύοντο 
βοσκοπούλας. Το κάλλος και ή αρετή ίεν άρκου- 
σι σή[/.ερον, δπως ύψώσωσιν εις τοιαύτην πε- 
ριωπήν γυναίκα ρ.ή γεννηθεΤσαν εξ ευγενούς οί- 
κου. Και αν ίέ τις ήγε(χονόπαις παρασυρθ^ ύπο 
ακατάσχετου αίσθήρ,ατος προς τοιαύτην τινά 
πραξιν, δ νό|Λθς κρίνει αύτον άνάξιον τών υψη- 
λών τίτλων ου; φέρει και κηρύττει εκπτωτον 
τών ^ικαιω(Λάτων, άτινα ήίύνατο νά εχγ) έπι 
του βασιλικού θρόνου τών προγόνων. 

Άψηφών πάντα ταύτα 6 πρίγκηψ της Σουη- 
^ίαςΌσκάρ νυ|Αφεύεται προσεχώς την ίεσποινίία 
Μούγκ θυγατέρα Σουηδού συνταγ(Λατάρχου. 

Ή ίεσποινις Μούγκ,πεφημισριένη έπι καλλοντ) 
κόρη, εινε (χία εκ τών κυριών της τιρ,ης της συ- 
ζύγου του ίιαίόχου της Σουηδίας. Ό πατήρ 
αύτής,στρατιωτικος εντιριος και ανδρείος, κατέ- 
λιπεν εις τήν θυγατέρα του ού^έν πλέον ή δ- 
νο(Λα ευγενές και σεβαστόν. Καίπερ έστερη(/.ένη 
περιουσίας, αλλά πολλάκις ύπο πολλών έζητήθη 
εις γά(Λον. Άπήντα αρνητικώς προς πάσαν πρό- 
τασιν και ρ,όνον άπαξ ή καρδία αύτης έκάρι- 
φθη και κατένευσεν. Το συνοικέσιον απεφασίσθη, 
αί σχετικαι παρασκευαΐ έγένοντο, ή ή(Λέρα ώρί- 
σθη. Αίφνης (/.ετενόησεν παρετήρησεν δτι δ 
(λέλλων νυ(Αφίος, νεαρός αξιωρ.ατικός του ιππι- 
κού, 5εν ήτο δλως άφωσιωμένος εΙς αυτήν. 

Κατέλιπε τήν αύλήν περίλυπος και απεχώ- 
ρησε του κόσ[Λου έπι πολλούς (χήνας. *Οτε έ- 
πανήλθεν ήτο επίσης ωραία ως πρότερον, και 
ίσως ίσως το άλγος είχε προσθέσγ) νέον θέλγη- 
τρον εις τήν περικαλλη αύττίς (Αορφήν. Συγχρό- 
νως έπανηλθεν εκ [χακρών περιηγήσεων Όσκάρ 
δ ίευτερότοκος υίος του βασιλέως. Ούτος πρό- 
τερον ήκιστα ένεφανίζετο εν τ^ αυλή, αλλά 
νυν ^ιετριβεν έπι (χακρόν, έσύχναζε ^έ ιοί^ παρά 
ττ, νύ|χφη αυτού. Μετ' ου πολύ έγνώσθη δτι ήτο 
έρωτευ(/.ένος, δτι ήγάπα τόσφ περιπαθώς τήν 
«^εσποινί^α Μούγκ, ώστε ίεν θά έ^ίσταζε και 
νά τήν νυριφευθ^. 

Ή κόρη,γνωρίζουσα τάς συνεπείας της πρά- 
ξεως ταύτης του πρίγκηπος, απέκρουσαν επί τί- 
να χρόνον τήν χβϊρα ην έτεινε προς αυτήν. 
Άλλ* δτε ειίεν δτι ή βασίλισσα (χήτηρ ενέκρινε 
πληρέστατα τήν έκλογήν του υιού 5έν εκρυψεν 
επί πλέον και της ι5ίας καρδίας τά αισθή(χατα.. 
Μόνος δ βασιλεύς άντέστη και ήρνήθη νά ίώστ) 
τήν συγκατάθεσίν του. Έπείσθη τέλος ύπο της 
βασιλίσσης εύγλώττως συνηγορησάσης υπέρ 
του έρωτος τών ίύο νέων και κατένευσεν. Ού- 
τω ί* δ γά(Αθς τελείται (χετ* ου πολύ έν Άγ- 



ΟΪ9ΪΐϊζθθΙ όγ 



Οοο^Ιε 



110 



ΈΪΣΤτΛ. 



γλΙγ δπου (Λβταβχίνιι χάριν της υγείας αύτης 
η βασίλισσα της Σουηδίας. 

Ευθύς (χετά τον γά(χον οι ν(όνυ[Λφοι θα επα- 
νέλθωσιν εις Σουηίίαν. Κατά τον σουηίικον 
νόμον δ πρίγκηψ Όσκάρ θέλει άπολέση τον τί- 
τλον ^ουχός της Γότθας, δν κέκτηται, την επι- 
χορηγησιν αυτού, τα βασίλεια ίώ|ΐ.ατα και 
θέλει φέρει εις το εζης το ονο[ΐ.α «πρίγκηψ Βερ- 
ναίόττος, αξιωματικός του σουηδικού ναυτι- 
κού», θα κατοίκηση ^έ εν τγ νοτίφ Σουη^^ί^χ: 
μακράν τίς Στοκχόλμης και της αΰλης. 

Δεν εινε αληθώς συγκινητική η πράξις αυτή 
του Σουηίοΰ βασιλέπαι^ος, βστις σημειωτέον 
^έν είνε άβρο^ίαιτός τις νεανίσκος των αιθου- 
σών, άλλ* εΙς των τολμηρότατων ναυτικών της 
Σουηδίας; 

Κατατίθησιν δλην αύτου την ^όξαν εις τους 
ποίας ηγαπημένης γυναικός,ανταλλάσσων προς 
την βύτυχίαν,ην ελπίζει να ευργ) παρ* αύτη, δλα 
τα μεγαλεία και τα αγαθά άτινα θνητός ηίύ- 
νατο να έπιθυμηστ). 

Έάν ύπάρχ'ΐρ γυνή εν τφ κόσμφ βεβαία περί 
της αγάπης, ην εμπνέει, αυτή εινε ή δεσποινίς 
Μούγκ. Και ύπερ π&σαν αλλην σύζυγον οφείλει 
ν3ι λατρεύση τον £ν<^ρα αύτης η μέλλουσα 
σύμβιος του Σουηδού βασιλόπαιίος. 

Άλλ' δμως η άνθρωπίνη καρίίχ εινε τόσφ 
μυστηριώδης, η άνθρωπίνη ζωη τόσφ πολύ- 
πλαγκτος ! Τίς δύναται να εϊπη ασφαλώς δτι 
το βασιλικόν τοΰτο εΐίύλλιον θα εχτρ συνέχειαν 
εύτυχί εν τφ μέλλοντι ; Τίς δύναται να εϊπτι 
δτι 6 έπι θυσία τών ματαίων μεγαλείων άπο- 
κτησας την άγάπην ίεν θέλει ευρτ) και ταύτην 
επίσης ματαίαν ; 

Εκείνη ίέ, ης ή αγάπη έκτηθη επΙ τοιαύτη 
ανταλλαγή, εινε αρα ασφαλής δτι δ σύνευνος 
ίέν θέλει ποτέ μεταμεληθη έπι τη πράξει, εινε 
βεβαία δτι ως κατέλιπε το παν ύπο την επί- 
ίρασιν του πάθους, υπό την έπίίρασιν νέου 
τινός βιαίου αισθήματος ίέν θα κατελίμπανε 
και αύτην ταύτην ; 

Ούίεις 6 αρνούμενο; δτι ακριβώς οι δροι ύφ' 
ους τελείται η εξαιρετική αίίτη έίνωσις, ένφ 
φαίνονται άφ' ενός τέσαι εγγυήσεις περί εύ« 
τυχίας, εινε άφ' ετέρου τόσοι λόγοι αμφιβολίας 
και ανησυχίας. * 



ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΣ ΒΥΡΛΝΑ 

ΚΔΝΖΤΑΝΤΙΝΟΥ Ν1Κ0Α0Π0ΥΑ0Τ 



Έν τφ αρχείφ της Ιστορικής και Εθνολογι- 
κές εταιρίας ύπ' αριθμούς 41 και 42 υπάρχου- 
σιν επιστολή γαλλική του Κωνστ. Νικολοπού- 
λου και ποίημα αύτου γαλλιστι συντεταγμένον 
εις μνήμην του Βύρωνος, δπερ έπι τη ευκαι- 



ρία τών τελεσθεισών εορτών έπΙ τη έκατονταε- 
τηρί<^ι του Βύρωνος ^ημοσιεύομεν κατωτέρω. 

Περί του Κωνσταντίνου Νικολοπούλου γεν- 
νηθέντος έν Σμύρνη, εκ γονέων καταγόμενων 
εξ Άν<^ριτσα1νης, και ζησαντος έν Παρισίοις 
ένθα παρέ^ι^ε μαθήματα της Ελληνικής γλώσ- 
σης, ίγραψεν η «Εστία» ικανά έν άριθμφ 142, 
ίνθα και πανομοιότυπον της υπογραφής αύτου. 
Ενταύθα έπαναλαμβάνομεν μόνον δτι μετά 
την άποβίωσίν του έκληρο^ότησε την πλου- 
σίαν βιβλιοθηκην του εΙς τό σχολεϊον Άνίρι- 
τσαίνης. 

Τό ποίημα έχει ως έξης• 

υέυέζιηβ άβ ΜίΒ$οΙηηρΗί ρνί$ 
άη οβτοΐΑβιΙ άβ ίοτά Βι/τοη, 

0\Α ςυθΐ άίνίη ΐΓ&η$ρθΓ(; νίηΐ δ'βιηρ&Γ6Γ άβ ιηοί? 
έΐένβ, 6 Γοί άββ οίβαχ, ιηοη άιηβ ]α3(ΐα' & (οι 
ΙηβρίΓβ 16 ρ&8ΐ6αΓ άβ Ιοη ρβαρίβ &(1ό1θ, 
Αηίιηβ ιη68 αοοβηβ άβ (α νοίχ ίιηιηοΓίβΙΙβ• 

ΕοοαίΘζ, 6 οΙΐΓβΙίβηδ άα Νοηΐ 6(; (Ια ΟουοΙι&ηΙ 

οβ ςυβ άίΐ ΓβΙθΓπβΙ, 1β γβη^βαΓ, 1β ραίββ&ηΐ: 
ΤΓβιηύΙβζ, υβαΓρ&ΙβαΓβ άα Ιγοοθ άβ Βγζ&ηοβ, 
Εζ66ΓαΙ)ΐ68 &83α88ίη8 άβ ρΓβΙαΙβ 8αηδ άβίβηββ, 
Ι^&ο1ιβ8 ρθΓ86οαιβαΓ8 άβδ βηίαηΐδ άβ ιηοα Βίβυ ! 
Οαί, οοηΐΓβ νοαβ, Ι^Γ&α, ά&αδ οβί αα^αβίβ Πβα 
Ιι& ΓοαάΓογ&αΙβ νοίχ άυ βΓβαΙβαΓ βαρΓ^ιηβ 
ΡΓοηοηββ ανβο οοαΓΓουχ οβ ΐβΓή1)1β αη&ΐΐι^ιηθ : 
αβαΓ ΓαίΓΟΟβ Οϋοιη&α ]β ν&ίδ αρρβδ&ηΙΐΓ 
<(Μα Γβάου(&1)1θ πιαία : ]6 νβαχ Γ&ηβ&ηΙίΓ. 
αΒ&αβ γοδ βοιη1)&ΐ8, 6 ΟτΓβΟδ, ο'βδί ιηοη 1)πΐ8 ςαί 

[οοιηωααάβ; 
^^I^*β^ι^8β να τβηαϋΓβ βΐ ρΐαδ 1ί1)Γβ βΐ ρΐαβ ^Γαηάβ, 
αΟβιηοη ρβαρίβ βρΓοανβ νβη^θ&ηΐ Ιοαδ Ιββ&ίΤΓοαίδ 
<{Ββ 1&αηβΓ8 ίιηιιιΟΓίβΙδ ]*βιη1)β11ίΓ&ί νοβ ίΓοηΙβ. 
αΐιβ ο&ΐιηβ 61 1β 1)οηΙιβαΓ δαοβέάβαΐ ααχ ογ&£;68. 
«!>& (τΓέοβ ν& 1)Γί11βΓ 8θα3 απ οίβΐ δ&πδ οα&^ββ. 
αΡοαΓ ιηβήΙβΓ <;οα]οαΓ8 πιει οβίβδίβ ί&νβαΓ 
(κΟΙιβΓΪδββζ 1& νθΓ^α, Ιει ραΐΓΐβ βΐ ΓΙιοηηβαΓ. 
«Μαίδ 81 γοαδ οα1)1ίβζ πια ]α8ΐίοβ &άθΓ&1)1ο 
« ^β δβΓ&ί οοηΐΓθ νοαδ αη ]α£^β ίηβχοΓ&1)1θ. χ) 
^βδ( αΐαβί ςαβ ΡοΓρΙιγΓβ, βη άίνίη ΟΓ&ΙβαΓ 
θοαίβηαίΐ; άα 8θ1ά&1 Γ1ιβΓθϊ(ΐαβ ναΐβατ. 
Πη δρβοΐαοΐβ Ιοαβίι&ηΐ; νίβηΐ βΌβΠτίΓ έ 8& ναο ; 

ιΑρρΓοβΙιβζ, άίΐ-ίΐ, άα οβΓοαβίΙ 

«ΤβηάΓβδ βΐΐβδ άβ Ια ΡαΙπβ 

αΚβρ&ηάβζ βη οβ ίοαΓ άβ άβαίΐ 
αβαΓ 1β οοΓρδ άβ ΒγΓοη, Ιβδ ΩβαΓδ άβ ΙαρΓ&ίήβ; 
<κΝθ ρΙβαΓβζ ρ&8 8α Γ οβί Ιιοαιπιβ ίηιπιΟΓίβΙ 
αΡΓΟδΙβΓηβζ-νοαβ ρΐαΐόΐ ααχ ρίβάβ άα 8&ίαΐ &α(θ1 

αΡήβζ 1β Βίβα άβ ηοδ &Γηΐθβ8 

αΡΗβζ 1β Βίβα άβ ηο8 βοπιϋ&Ιδ 

«Ββ βοηδοΙβΓ γοδ &ηιβ8 αΙ&Γπιββδ 

<Εη Γ&ηίηι&ηΙ Ι'&ΓάβαΓ άβ ηοβ 8θ1ά&ΐ8. 

Νικοίο-ροϋίο ΟΕ Θμυηνβ. 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



είΣτυ^ 



111 



Τό τ* ποίημα και την ίπιστολην προσέφε- 
μ^* άς τό άρχβΐον της Εταιρίας δ ίν Παρισίοις 
χ. Αιμίλιος Λεγράν^. Α. Μ. 



>!•■!' 



ΕΙΣ θαυμαστής 
ΤΟΥ ΓΑΑΔΣΤΠΝΟΣ 

ΕΙς [Αΐχρ3ιν χώμην παρά την αγγλική ν πόλιν 
Αη^ς άπεβίωσεν εσχάτως εΙς των ένθερμοτέρων, 
αν ουχί των επιφανέστερων θαυμαστών του 
Γλά^στωνος, ου δ ύπερ του εν^όζου πολιτικού 
βζυμασμός εζε^ηλώθη κατά τρόπον λίαν περί- 
«ργον. Ό άποθχνών, ληξίαρχος εν ττ) άφανεϊ 
κώριτο εν Υ) έβίου,τάς ώρας της σχολής αύτοΰ ε- 
ίαπάνα εις αίνους ύπερ του θαυμαζομένου παρ* 
αυτού, βστις άπετελει τό διαρκές των συνο» 
[ΐιλιών του θέμα, και εΙς την κατασκευήν μου- 
σικών οργάνων . Τά χειροτεχνικά αύτοΰ προϊ- 
όντα ειχον βραβευθη εν ^ιαφοροις εκθέσεσιν, 
άλλ' δ μετριόφρων και αυτάρκης καλλιτέχνης 
ουίεποτε συγκατετεθη νά πωλησγ) ου^έν εξ 
κυτών. 

Ό αγαθός ληξίαρχος καΐ όργανοποιός μίαν 
[ΐόνην ειχι φιλο^οξίαν,ην εφύλαττε κεκρυμμένην 
ιΐς τό βάθος της καρδίας του από παντός, πλην 
του υίοΰ του, νά κατασκευάση βιολίον ε*κ ξύλου 
«Λοτομηθέντος Ιδιοχείρως υπό του Γλάίστωνος. 
*Λλλά φύσει δειλός και αΐ^ήμων ^έν έτόλμα νά 
^(χρουσιασθ^ ενώπιον αύτου, βπως αυτοπροσώ- 
πως ζητησγ) την χάριν ταύτην. Ό υιός , θε- 
λων νά παράσχη εύάρεστον εκπληξιν εις τόν πά- 
τερα του, άνίλαβε τούτο και άπετάθη ίι' επι- 
στολής προς τόνυίόν του Γλάίστωνος Έρβέρτον. 

Ό φιλελεύθερος οι^ρχηγός έσπευσε προθύμως 
νά εκπλήρωση την αΐτησιν του άγνωστου αύ- 
τοΰ θαυμαστού. Ό υιός τούτου προσεκληθη νά 
|αταβ^ εΙς την εν Χαουάρ^εν επαυλιν του Γλά^- 
στωνος, βπως έκλέξη τό κατάλληλον προς 
χκτασκευην του οργάνου ^εν^ρον, τούτου ^ί 
γενομένου δ ένδοξος υλοτόμος ιδιοχείρως άπε- 
χοψε ^ιά του πελέκεως αυτό. 

Ευνόητος εινε η φαιδρά του γέροντος ληξιάρ- 
χου εκπληξις επι τ^ άπροσίοκητφ εκπληρώσει 
της ζωηρ&ς επιθυμίας του, ήτις ητο τόσον με- 
γαλειτέρα , καθ* όσον δ αποσταλείς αύτφ 
χορμός συκομωρεας επηρκει εις την κατασκευήν 
ούχι ενός, αλλά ^ώ^εκα βιολΙων 

Αμέσως επελήφθη του έργου, ίεν ήίυνήθη 
όμως νά φέρη αυτό εΙς πέρας. ΠρΙν ^υνηθ^ νά 
χρησιμοποιήσγ) δλόκληρον τόν πολύτιμον κορ- 
|^ίόν απέθανε. ΠρΙν ή κλείση δμως τους οφθαλμούς 
παρήγγειλεν εΙς τόν υίόν του νά προσφέρτι εΙς 
τόν Γλά^στωνα τό πρώτον βιολίον, βπερ κατε- 
«χιύασεν εκ του ύλοτομηθέντος παρ* αύτοΰ ίέν- 



ίρου,ώς και τά τεμάχια τοΰ οργάνου δπερ άφή- 
κεν ημιτελές. 

Ή άναφέρουσα τό άνέκίοτον αγγλική εφη- 
μερις επάγεται, εν εϊίει επιλόγου, δτι δ μέγας 
"Αγγλος πολιτευτής εινε εις άκρον φιλόμουσος, 
χειρίζεται ίε ^εξιώς κατά τάς ώρας της σχο- 
λής του τό τόξον του τετραχόρίου. Κ. 



ΕΙΣ ΦΙΛΥΠΝΟΝ 

Γ9 Κα Α, Α. 



01 προγονοί μας Έλληνες *ς τά παλαιά τά χρόνια 
Είχαν θεούς 'ς τον ουρανό, θίους χαΐ είς τη γη, 
Θεούς, που 'νο)ώθαν 'ςάν χαΐ *μΛς το χρύο χαΐ τά χΐόχα, 
Και αγαπούσαν το χρασι χα ι τό χαλο φαγί. 

Τώρα έχεινοι οΐ θεοί χοιμουνται *ς τά βιβλία 
Τ^ν υπνοτ^ν αιώνιο, 'ςέ μνήμα ζηλευτό. 
Μα Ινα ΙΙω ' ξέχασαν άπ' την Μυθολογία, 
Κι* εδώ νά μεΐνη πάντοτε του ήτανε γραφτό. 

Μορφέα τον ώνόμαζαν, τώρα τόν λέμε ύπνο, 
Και φανερά μας έρχεται χαΐ κάποτε χρυφά. 
ΕΤναί πολύ πολύ γλυχος ευθύς μετά το δεΓπνο, 
"Οταν μας 'βρίσχτ) μάλιστα επάνω 'ς τό σο^ά. 

Την «γχαλιά του θέλομεν όλοι, μιχροί μεγάλοι, 
ΚαΙ πλούσιοι, ή χαι πτωχοί, χαθείς τον άγαπςί, 
Κ)' αύτος μόνος ακοίμητος κοντά 'ς το προσκεφάλι 
Χωρίς νά αναπαύεται άνάπαυσι σχοριιφ. 

ΚαΙ άδβλφό τον Ιχαμαν πώς εΤναι του θανάτου, 
Άλλα νχ μη πιστιύετε τΙ λένε οΐ φθονεροί. 
Ό ύπνος, που αμέτρητα χαρίζει τά χαλά του, 
Τον κλέφτη Χάρο αδελφό νά εχη δεν *μπορεΓ. 

"Οταν γυρίζω άϋπνη χαμμιά φορά *ς την κλίνη 
Πόσο μου κακοφαίνεται δεν ειμπορώ νά 'πώ . 
Κ^' απ' την χαρδ^ά μου εβχομαι πάντα πιστός νά μείνη 
Σ' εκείνους που αγάπησε χχ' εκείνους π* αγαπώ . 

*Ευ ΚωνσταττίγονίΤ^Λα, 

Ευα . 



ΠΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΙΜΑΜΕΘΑ 

Φαίνεται 8τι ^έν ηξεύρομεν νά κοιμώριεθα, 
[Αολονότι 6 ύπνος εινε ασχολία και αυτών των 
οκνηρότατων, καταναλίσκουσα τόσον χρόνον της 
ζωής η|ΐ.ών. Δεν ηξεύρομεν λοιπόν νά κοΐ|Αώ[Λε- 
θα, κατά τι να *Άγγλον ιατρό ν, ίηλα^η ίεν 
ηξεύροριεν νά λάβω[ΐ.εν την καταλληλοτάτην 
και άνετωτάτην θεσιν προς υπνον. Κθΐ[ΐ.ώρί.εθα 
έχοντες την κεφαλήν ύψηλότερον η τό λοιπόν 
σώρ.α, ενφ πρέπει νά εχωμεν τους ποίας υψηλά 
και την κεφαλήν χαριηλά ! 

Ό νέος τρόπος του ύπνου εινε ευχερέστατος 
και πάς τις ίυναται κατά ριικρόν^^ συνειθ*- 
0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν:ιΟΟ^ΐ€ 



112 



ΐιϋΣϊχυ^ 



στρ. *ΑρχΙζ€ΐ πρώτον ν' άφαιργι τά προσκεφά- 
λαια από της χεφαλης, βίτα ^ε ριβτατίθησι 
ταύτα εις τους ποίας. 

Ό ούτω χαταχλινό[Λενος αναπνέει χαλλίτε- 
ρον, έχει έλευθερωτεραν την χυχλοφορίαν, ανα- 
παύεται ταχύτερον ριετά κόπωσιν. 

"Οπως ύποστηρίξιρ την [ΐ,εταρρύθριισιν ταΰτην 
δ *Άγγλος Ιατρές φέρει εν τέλει και το έξης άχα- 
ταριάχητον χαι κατ* έςοχην βρετανικό ν έπι- 
χείρηρια : Και τί καλόν είϊε η άνθρωπότης χοι- 
[Λωρ>.ένη {λέ την κεφαλήν υψηλά ! 

Όπως ίήποτε οι ριη άνέτως κοι;/.ώ[ΐ.ενοι νυν 
ίύνανται να ίοκιριάσωσί' η [ΐ.εταρρύθ(Λΐσις του 
^Άγγλου ιατρού ούίένα κίνίυνον παρέχει. 



ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ 



Το αΐσθηρια δπερ δυσχερέστατα φέρει 6 άν- 
θρωπος είνε δ έλεος, καΐ ριάλιστα δταν εινε £- 
ζιος αΰτοΰ. 

Αι γυναίκες εχουσιριίανάσθένειαν: τηνάνίαν, 
και εν φάρ(χακον: την άγάπην. 

Ή άνά(λνησις εινε της καρδίας το λυκόφως. 

Είνε Ι^ιον των έξοχων πνευ(/.άτων να έξακο- 
λουθώσι ίρώντα ίίχως να έπανέρχωνται έπΙ 
το αυτό, και να άνακαινίζωνται. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Κατά παραγγελίαν του υπουργείου των ναυτικών 
τής Γαλλίας, κατεσκβυάσθη ύιώ των ναυπηγείων 
τής Μεσογείου ηλεκτρική λέμβος, έχουσα το σχήμα 
δλκάδος (οΐι&ΐουρβ) τής υπηρεσίας, ής το βάρος τοίί 
λέ6ητος και του ίι' άτμοΰ κινητ^ίρος αντικατεστάθη 
ακριβώς ύπο συστοιχίας συσσωρευτών και κινη- 
τήρας ηλεκτρικού. 01 συσσωρευταί, 132 τον 
αριθμόν, ετέθησαν έντ^ς τριών κιβωτίων. Ή λέμβος 
δοκιμασθεισα εν Χάβρη, Ιπλευσεν έπι εξ μεν ώρας 
μετά ταχύτητος 6 μιλίων, έπι τρεΤς ίέ ώρας μετά 
ταχύτητος μικροτέρας. 

Έν δημοσία διαλέξει, ήν ο σιρ Ώου^ΐαβ Ο&ΙΙοη 
εποιήσατο έν Λονδίνφ , έφείλκυσε την προσο - 
χήν τών ακροατών του έπι τής ομίχλης και του 
καπνού τής πόλεως , αυξανομένων κατ* Ιτος . 
Ή βροχή , ή καταπίπτουσα έντος τοδ Λον - 
δίνου, περιέχει στοιχεία ακάθαρτα δις περισσότερα 
ή ή καταπίπτουσα έν τοΤς προαστείοις. Τά προτεινό- 
μενα μέσα ^ερατείας, ήτοι ή δι* αεροστάτων και 
'/Λρτί'ίω^^ αετών διάχυσις έν τη άτμοσφαίρα ηλεκ- 
τρικών ρευμάτων, εινε και δυσχερή καΐ πολυδάπανα. 
Έν τούτοις ή θεραπιία τής τοιαύτης καταστάσεως 



εΙνε τοσούτφ μάλλον επιθυμητή καθ* όσον ύπελο- 
λογίσθη δτι £νεκεν αυτής οί κάτοικοι ταδ Λονδίνου 
δαπανώσι καθ' έκάστην εις τήν διά φωταερίου κα- 
τανάλ(ι>σιν 192,000 φράγκα, υπέρ το πρέπο . 

*Αληθής σταυροφορία ώργανώθη έν Βιέννη, τη 
πρωτοβουλία του πρώτου άρχιτέκτονος τής πόλεως 
Τρισυ, κατά τών περιστερών, ως μολυνουσών τά δη- 
μόσια μνημεία. Πολυδάπανα μνημεία ού μόνον ταρα- 
μορφουνται, άλλα και καταστρέφονται εκ του παχέος 
στρώματος κόπρου,τοΟ συσσωρευομένου έπι τών αγαλ- 
μάτων ή έπι τών αρχιτεκτονικών έξοχων. Ό αρχι- 
τέκτων προτίθεται νά έφαρμόση κατά τών περιστε- 
ρών περίεργον'μ^σον καταστροφής. Δεν θά δηλητη- 
ριάζη αύτάς, άλλα θά θέση ως δέλεαρ σπόρους έμ- 
βεβαπτισμένους εις οινόπνευμα, τους οποίους τρώγου- 
σαι αϊ περιστεραι θά μεθύσκωνται, και ούτως όταν 
συλλαμβάνωνται, θά είνε δυνατόν νά χρησιμοποιήται 
το κρέας των. Τοιούτο το σχέδιο ν του άρχιτέκτονος, 
άλλ* ήδη τά σκώμματα ήρξαντο βροχηδ^ν πίπτοντα 
έπ' αύτου. 

Κατά τάς επισήμους στατιστικάς , έν Γερμανία 
τανυν ύπάρχουσι 185 , 000 ηλεκτρικά! λυ- 
χνίαι και 4000 ηλεκτρικά! μηχαναί, προς λειτουρ- 
γίαν τών οποίων άπαιτεΓται κινητήριος δύναμις 
30,000 Γππων. "Έν έργοστάσιον έν Βερολίνω κατα- 
σκευάζει δισχιλίας ήλεκτρικάς λυχνίας καθ* έκά- 
στην, οί ίδιοκτήται δ* αύτου προτίθενται νά το αυξή- 
σωσιν ουτο>ς ώστε νά κατάσκευάζη ημερησίως πεν- 
τακισχιλίας. 

Έκαστη ήμερα είνε διδάσκαλος, όστις διδάσκει ο,τι 
ουδεμία άλλιΐ) δύναται νά διδάξη. 

— Έγώ δταν ήμην προ ετών εις την Εύρώπην 
είχα ιδεΤ τους δύο Σιαμαίους αδελφούς, οι όποΤοι έ- 
γεννήθησαν κολλημένοι ό εις με τον άλλον. 

— Μεγάλογ πράγμα 1 Έγώ είδα μίαν φοράν εις 
τήν Εύρώπην δύο εξαδέλφους, οί οποΤοι έγεννήθησαν 
κολλημένοι 1 



Έν τφ διηγήματι ήΣτρεβλωθεΓσα *Τπ»ρ- 
ξ ι ς παρακαλείται 6 αναγνώστης νά διόρθωση ώς έξης 
τά χυριώτλρα τών παρεισφρησάντων τυπογραφικών 
σφαλμάτων : 

Σελ. 10, στήλ. 2, στίχ. 16 

άντΙ άντΐδρασις γράφε επί δ ρ α σ ι ς 
Σελ. 20, στήλ. 2, στίχ. 33 

άντι κ π α ρ χ ή γράφε επιεική 
Σίλ. 23, στήλ. 2, στίχ. 33 

άντΙ Κ * 2 λ ε γ ε ν γράφε Μ * Ι λ ε γ ε ν 
Σελ. 37, στήλ. 1. στίχ. 37 

άντΙ Έ π 6 θ ο υ ν γράφε ' Ε π ό ν ο υ ν 
.Σελ. 42, στήλ. 1, στίχ. 35 

άντι ά δ ε ι α ν γράφε ε Γ δ η σ ι ν 
Σβλ. 52, στήλ. 1, στίχ. 19 

άντΙ ασθενούσα γράφε άποΟανουσα 
Σελ. 63, στήλ. 1, στίχ. ί1 ^ 

άντΙ αύτο μέσον γράφε αύτο τ^ μέσον 
Σελ. 54, στήλ. Ι,στΙχ. 10 

άντΙ μ έ γράφε μή. 



-Ι23^0§ΐ€ 



'Κν Αθήναις ίχ τοΰ τυ«ογραφ(ίου τών χατα«ττ|μ&τ(ον ΑΜΧΤΗ ΚΟΝΖΤ«ΝΤΙΝΐΑΟΤ. 1888 



Αριθ. 654 — Λβιττά είκοσι ιτέντβ. 



ΒΤΟΣ2 ΙΓ'. 




ΕΚΔΙΔΟΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΤΡΙΑΚΗΝ 



»).«« ΚΒ'. 



«.» 1 Ί«ηι»(. Μη. ίι.1.1 <ι«\ •&«■ Μ|«ι•ι. - Τ(Λ^η Λ.ιι.1. •0Λ< 1η|(.ι> ί2. *' «»•θρθ»«ρ»θυ 18811 



Η ΕΝ ΚΟΡΣΙΚΗι 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ 



Συνέχκια' ίδι προηγούμενον φύλλον. 

ΙΒ' 

ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΚΛΡΥΟΝ ΚΑΙ ΚΛΡΤΛΤΟΝ 

Τό χωρίον των Καρυών εύρίσχεται, ακόμη 
χαι σημ&ρον, επι των αυτών θεριιλίων, έφ' ων 
χατό πρώτον ωκο^ομηθη. Τινές μεν τών οίχιών 
ίνωχο^ομ.'ηθιησαν ίπΐ το μεγαλοπρεπέστερον α{ 
περισσότερα! δμως εζ αυτών είναι εκεΐναι αι ΐ- 
ίιαι, αΐτινες ιρρώτην φοράν εκτίσθησαν. Την 
σήμερον έχ περισσού ύπάρχουσιν εν Καρυαΐς μία 
Έχχλησία τών Ελλήνων, κειμένη εις την ίυ- 
τιχην £χραν του χωρίου, και μία άλλη τοιαύ- 
τη τών Λατίνων, κειμένη εις την άνατολικην 
ίχραν αύτου/Εν άστυνομεϊον,εν σχολεΐον άρρέ- 
^ν και έτερον τοιούτο θηλέων, εν ταχυίρομεϊον 
μιτά τηλεγραφβίου, ^ύο βρυσεις, κείμεναι εις την 
βόρειον αχραν του χωρίου, άποτελουσι τό σύνο- 
λον τών χαθι^ρυμάτων τών Καρυών. 

Όλος 6 πληθυσμός τών Καρυών την σήμερον 
ανέρχεται Λς 1001 ψ^χάς• Τούτων ίί μόλις οί 
^|λ(σεις ιιναι Έλληνες, η έζ Ελλήνων καταγό- 
Ι^νοι* οι επίλοιποι ήμίσεις είναι Κορσικανοί. Οι 
Καρυαται εν γένει είναι γεωργοί. Καλλιεργουσι 
οέ τους δημητριακούς καρπούς, την άμπελον, 
ήτις παράγει έζαίρετονοινον,και τα ελαιόδεντρα. 

Τό κλίμα τών Καρυών είναι ύγιεινότατον. Τό 
χωρίον τοΰτο, κείμενον ε'ις τα πλάγια ^ύο λο- 
^ί^κων, πλησίον της θαλάσσης και εν πλήρει 
|λ€σημβρΙ(|Ε, τόν μεν χειμώνα δέχεται βλας τάς 
β^Ί της θαλάσσης άντανακλωμένας ήλιαχάς ά• 
*τϊνας, τό ί« θέρος την ^ροσεράν αυραν της θα- 
λάσσης. Τούτου ί* ένεκεν τό έκατοντάβαθμον 
^«ρμόμιτρον τόν μεν χειμώνα ούίέποτε κατέρχε- 
'^αι κατωτέρω τών 8^, τό ^έ θέρος ού^έποτ» α- 
νέρχεται ανωτέρω τών 30* εν ττ) σκιήε. Έτι ίε 
το έδαφος τών Καρυών είναι κατωφερές καΐ πω• 
ρώσες, ^ιόπερ, εις διάστημα ^ύο τριών ωρών, 
1^•τά ραγ^αίαν βροχήν ίεν μένει ούο ϊχ^ος υ- 
γρασίας ίπ* αύτοΰ. 



Κατά την μαρτυρίαντοΰ Ιατρού κ. Σ. Μετα- 
ξά, τό χωρίον τούτο ίύναται να καταστ^ άζιο- 
λογώτατος σταθμός ασθενών, εις άνάρρωσιν δια- 
τελούντων ως επίσης ίύναται να ηναι σωτή- 
ριον τό κλίμα του χωρίου τούτου εις τάς λε- 
πτοφυεΐς καΐ έζησθενημένας κράσεις, αΐτινες ^έν 
δύνανται να ύποφέρωσι την ψυχρότητα του χει- 
μώνος εν τοις βορείοις κλίμασιν. Έν γένει ^έ τό 
χωρίον τούτο έχει πολλά και καλά φυσικά προ- 
σόντα, τα δποϊα τότε μόνον θά γίνουν γνωστά, 
δταν ή συγκοινωνία καταστ^ εύκολωτέρα, και 
δταν υπάρξουν Ανθρωποι, οΐτινες να θελήσουν νά 
τί εκμεταλλευθούν. *Ήίη ί* άπό πολλού γίνε- 
ται λόγος περί κατασκευής αποβάθρας και λι- 
μένος' άλλα προς τό παρόν ού^έν θετικόν και βέ- 
βαιον φαίνεται. 

Τό εαρ τών Καρυών είναι εξόχως ώραΐον. Έ- 
δαφος υπό πυκνής καΐ ίροσερωτάτης χλόης, α- 
νάμικτου υπό παντοίων ανθέων, κεκαλυμμένον, 
ήλιακαι ακτίνες, ή^έως θερμαίνουσαι και άνα- 
ζωογονούσαι την φύσιν* κελα^ήματα παντοίων 
πτηνών και πληθύος καλλικελά^ων άηίόνων 
φλοίσβος θαλάσσης, βελάσματα άρνίων, ήχοι 
ποιμενικών αυλών .... Αγνοώ αν 6 έπαγγε)ι•« 
λόμενος παράδεισος θά περιέχη τι περισσότερον 
τούτωνί 

Τρεις πηγαι παρέχουσιν υίωρ τοις Καρυά- 
ταις, ή Μοργάνα, ή του Άγιου Ιωάννου κοιΐ 4^ 
του Αγίου Πέτρου. Τούτων ίέ μόνη ή του 
Αγίου Πέτρου παρέχει υίωρ κατάλληλον εΙς 
πόσιν. Τών £λλων πηγών τά υίατα ειναι% πλή- 
ρη διαφόρων αλάτων. 

Οί φίλοι τοΟ κυνηγίου και της αλιείας δύ- 
νανται έν Καρυαΐς νά ίκανοποιήσωσι κάλλιστα 
την ίρεξίν των. Κατά ^έ την σύμφωνο ν μαρτυ- 
ρίαν τών κυνηγών, έν τη ί^οχτ) του κυνηγίου 
αί πέριξ πε^ιά^ες βρίθουσι περδίκων, λαγών, 
όρτυκΙων, περιστερών, τρυγόνων κλπ. Ή ^έ α- 
λιεία, εϊτ* ίι* αγκίστρου, είτε ίιά δικτύων, 
πάντοτε ίκανώς ανταμείβει τους κόπους του α- 
λιεύοντος. 

Τό εΙς Καρυάς ^ρομολόγιον είναι τό άκόλου- 
θον. Συγκοινωνία μεταξύ ΑΙακκίου και Καρυών 
υπάρχει καθ* έκάστην. Περί ενάτη ν πρωίνήν ώ- 
ραν αναχωρεί εξ ΑιαχχΙου ή ταχυ^ροιχική άμα- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



114 



Β2ΙΤΧ ▲ 



ζα, η χ«τ6υθυνθ|Α(νη ιΐς Βίχω, χαΐ φθάνει εις 
Σαγώναν πβρί τρίτην ώραν (λ.(λ. Ενταύθα ίτί- 
ρα £|Ααζα λαι^βανει τον ταξλΐ^ιώτην, τον δ- 
ινοΐον φίρει εις Καρυάς περί πέμπτην Δραν |λ μ. 
Ή εξ ΑΙαχχΙου ρ•έχρι Σαγώνας δίός είναι 
37,636 μέτρων, η ί* εκ Σαγώνας ρ,εχρι Κα- 
ρυών 13,794. Μεταξύ ^έ Σαγώνας χαΐ Κα- 
ρυών, άνά(ΛεΦα του ύπ' αριθ. 38 χαΐ 39 συνό- 
ρου, υπάρχει (χιχρός τις χολπίσχος, τον δποϊον οι 
Κορσικανοί ονομάζουσι 8€αΙο ρτβοο. Λέγεται ί' 
δτι επι τίς παραλίας ταύτης άπεβιβάσθησαν 
οι πρώτοι εν Κορσιχτ) έλθόντες "Ελληνες. 

Ιδιαίτερα ηθη χαΐ εθιμ,α πάρα τοϊς σημερί" 
νοΐς Καρυάταις σχείον ίέν ύπάρχουσιν. Μέχρι 
προ τριάκοντα περίπου ετών, ώς λέγεται, οί 
Έλληνες ούτοι ίιετήρουν εισέτι εθΐ(χά τίνα τών 
προγόνων των. Ουτω ίε, δταν άπέθνησκε τις, 
τον έξήπλωνον κατά γης έπΙ τίνος τάπητος εΙς 
το ισόγβιον της οικίας και ε'κεϊ αί γυναίκες, περί 
τον νεκρον, ολοφυρόρ.εναι τον £[ΐ.οιρολόγουν. 

Το εϋιριον τοΰτο υπάρχει και παρά τοις Κορ- 
σικανοΐς απαράλλακτα, ώς και παρά τοις "Ελ- 
λησι πολλών ριερών της Ανατολής. Ωσαύτως ί ' 
ύπάρχουσι παρά τοις Κορσικανοΐς και αί ερ.ρίΐ- 
σθοι μοιρολογηστριαι. 

Το ίέ εσπέρας του ενταφιασ(Λθΰ, οί συγγενείς 
χαι οι γείτονες τώ/ πενθηφορούντων εφερον οιά- 
φορα έ^εσριατα εις τον τόπον, ένθα ητο εξη- 
πλω;λενος 6 νεκρός, και εκεϊ τρώγοντες πάντες 
6[χού έτέλουν την λεγομιένην Σνγχωριάτ, 

Αί τελεται τών γά(Λων και τών βαπτίσεων ω- 
σαύτως συνω^εύοντο Αλλοτε ύπο διαφόρων έ- 
ΘΙ|Λων [Λετενεχθέντων εκ Πελοποννήσου* άλλ' 
απάντων τούτων άπωλέσθη σχείον και αύτη ή 
(Ανηριη.Ουτω,λόγου χάριν, λέγεται δτι (Λετά την 
τελετην του γαΐΛου.δτανοι νεόνυ(ΐ.φοιέπέστρεφον 
εκ της Εκκλησίας εις την οΐκίαν, τότε άντι νά 
χαθήσωσίν επι καθεκλών 9^ ανακλίντρων, εκά- 
ληντο «πΐ ^ύο σακχίων, άτινα ήσαν πλήρη σί- 
του, οί ^έ συγγενείς και φίλοι αυτών, ερχόριενοι 
λίς χαιρέτησΙν των, εθετον εν 6ποιον^ήποτε 
^ώρον επί της χεφαλι'ίς η επΙ του ώριου της 
νύρ-φης. 

Οί αρχαίοι άποικοιΈλληνες ίώρταζον τάς ρ,ε- 
γάλας έορτάς των λίαν πομπωδώς. Την παρα- 
μονην τών Χριστουγέννων, του Αγίου Βασι- 
λείου και του *Αγίου Λαζάρου, άνδρες και παι- 
ίΐιι περιήρχοντο τάς ο'ικίας, ψάλλοντες τά επι 
τούτω τραγούίια, τών 6ποίων η ανταμοιβή ητο 
εν κερασρ.α, εν λουχάνικον, η μερικά τραγήμα- 
τα. Την ίε ημέραν τών μεγάλων ίορτών ίιωρ- 

Ϊάνιζον προχείρως διαφόρους διασκεδάσεις καΐ 
ημοσίους χορούς. 
Άλλ' Ιίίως μετά μεγάλης πομπής ετελεϊτο 
η εορτή του Πάσχα, της δποίας ϊχνη διεσώθη- 
σαν μίχρι σήμερον. Ττ] Κυριακή, λίαν πρωί. 



μετοι την ίιανομην τών λαμπάδων δ ιερεύς ίιά 
μέσου τεμαχίου χάλυβος, πυρίτου λίθου και υ- 
σκας ηναπτε πυράν, τουτέστι τό Νέοτ φώς^ το 
δποϊον μετέ^ι^ε τοις πιστοϊς ίιά του α^ενη 
ΛάβΒΖΒ φως χτΛ.Τ^. Κατόπιν ίε τούτων έζήρχε- 
το ττίς Εκκλησίας δλος δ λαός μετά του Κλή- 
ρου και εν τ^ αύλ^ της Εκκλησίας άνεγίνωσκεν 
δ λειτουργών ιερεύς το Εύαγγέλιον του Όρθρου 
και έψαλλε, κατά το σύνηθες, το α Χριστός ά- 
γ^στη χτ^.ι>. Μετά ταύτα ίέ δ ιερεύς κρατών 
ανά χβΐροις την σημαίαν τών αποίκων Ελλήνων, 
ηρχετο προ τών θυρών της Εκκλησίας, αίτινις 
ήσαν χλεισταί, και ελεγεν; 

— α *Άρατε πύλας οί άρχοντες υμών, και ί- 
πάρθητε πύλαι αιώνιοι και είσελεύσεται δ Βα- 
σιλεύς της ίόξης 1 » 

ΕΙς ^έ τις, δποιοσίήποτε, κεκρυμμένος όπι- 
σθεν τών θυρών, άπεκρίνετο ώς εξής: 

— α Τις εστίν ούτος δ Βασιλεύς της ίόξης ; » 
Ό ιερεύς Α* εις ταύτα άποκρινόμενος ελεγεν; 

— (ί Κύριος κραταιός και ίυνατοςεν πολέμφ! 
"Άρατε πύλας οί άρχοντες υμών, και επάρθητε 
πύλαι αιώνιοι, και είσελεύσεται δ Βασιλεύς της 
^όξης 1 » 

Ό ί' όπισθεν τών Ουρών κεκρυμμενος ήρώτα 
και πάλιν: 

— € Τίς εστίν ούτος δ Βασιλεύς της ίόξης ; » 
Τότε ί* δ ιερεύς παραβιάζων την θύραν της 

Εκκλησίας χαι εισερχόμενος εΙς αυτήν ίλεγεν : 

— α Κύριος τών Δυνάμεων 1 Αυτός έστιν δ 
Βασιλεύς της ^όζης Ι » 

Μετά ίέ την μικράν ταύτην παράστασιν, ήρ- 
χιζεν ή -Ακολουθία της Αναστάσεως καθώς εί- 
ναι διατεταγμένη εις τά βιβλία της Εκκλη- 
σίας. 

Εις το τέλος ίε της Ακολουθίας δ Ιερεύς λα- 
βών τό Εύαγγέλιον, ϊστατο εν τφ μίσφ της Εκ- 
κλησίας ή εν άλλφ τινι χαταλλήλφ τόπψ. Ερ- 
χόμενοι ^έ κατά σειράν οί χριστιανοί, ήσπά- 
ζοντο τό Εύαγγέλιον χαΐ την ίεξιάν του ιερέως, 
δ ίε ιερεύς ήσπάζετο αυτούς εις τό μέτωπον. 
Ούτω ^ε δ μεν πρώτος,άσπασθεις τό Εύαγγέλιον, 
ϊστατο πλησίον του ίερεως,δ ^ε δεύτερος, ασπα- 
σθείς τό Εύαγγέλιον, περιεπτύσσετο κατόπιν και 
ήσπάζετο τον παρά. τφ ίερεϊ ίστάμενον και ε- 
λάμβανε θεσιν παρ' αύτφ* τοΰτ* αυτό ίποίει και 
δ τρίτος, λαμβάνων θεσιν παρά τω ^ευτερφ χαΐ 
ουτω καθεξής. Ουτω ίε, τήνημέραν έχείνην, ιύ- 
ρίσκετο δλον τό χωρίον παρατεταγμενον εν 
στρατιωτικτ) παρατάξει, ε'χον επΙ κεφαλής τον 
ιερέα του, Οί ασπασμοί ούτοι βεβαίως έγί- 
νοντο ίιά του Χριστός άτέσχη . — *ΑΛηάώς 
άνοστη . Την ήμεραν ίε ταύτην έπρεπε νά λη- 
σμονηθούν τα μεταξύ τών εχθρών μίση. Έτέ- 
ραν σειράν τοιαύτην και ίιά του αύτου τρόπου 
λέγεται δτι άπετελουν χαΐ α! γυναΐχες εκ του 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^ΟΟ^ΐ€ 



£2 23ΤΙ^ 



115 



ιτίρου (ΐιίρους. Το εθιριον τούτο ίτβλητο κατοι 
τον Λ^ίον τρόπον, περί τα (χεσα του ΙΖ ' 
αιώνος, χαι εν Αθήναις. ^) ΕΙρησθω ^* εν πα- 
ρό^ω χαι τούτο, δτι οί πυροβολισ|ΛθΙ του Πά- 
σχα θεωρούνται άχό[/.η χαι σήι^^ερον παρά τοις 
Έλλησι τούτοις ώς πραγ|Αα απαραιτήτως ά- 
ναγχαΐον ίιά τον πανηγυρισ(Λον της ριεγάλης 
ταύτης ίορτης. Τουναντίον ί* η συνήθεια των 
ιιοχχίνων αυγών σχεδόν παντιλώς εζελιπεν. 

Περί της έν^υριασ(ας από πολλού η^η ^έν 
Γχει τις να παρατήρηση τι ι^ιαίτερον παρά 
τοΙς Έλλησι της Κορσιχίίς. Γυναΐχες, άνδρες 
χαι παιδία είναι έν^ε^θ|Λενοι την ση(λερον 
ώς χαι οί λοιποί Κορσικανοί. Φαίνεται δ[χως 
ιπί πολύν χρόνον, ίηλαίη |^ίέ]^ρι των αρχών 
του παρόντος αιώνος, να ίιετήρησαν την εθνι- 
χην των έν^υ[ΑασΙαν• Τα χυριώτερα (χερη της 
ενδυμασίας ταύτης, χαθόσον πληροφορούριεθα 
£Χ της άνωνύ[ΐ.ου Ιστορίας του Ι^α ΥΠΙβ Ηβυρ- 
ηοίβ χαι €Χ της είχόνος, ήτις βύρίσχεται εν τφ 
Έλληνιχφ Παρεχχλησίφ του ΑΙαχχίου, ήσαν 
τα έξης• Φέσι (ΐεγάλο, χαι βραίύτερον πίλος 
Κορσιχανιχός, πλατύ ζωνάρι ίσως σελαχληχι 
χαι φαρ^υ βραχί, ^ιά τους £ν^ρας* ^ιά ^έ τάς 
γυναΐχας* Κοντό ύποχά[/.ισον, φουστάνι ίπλοΰν, 
ζώνη πλατεία ύποβαστάζουσα τους μαστούς, 
χοντογουνι, χαι χεφαλό^εσμος έχ χονίροΰ υφά- 
σματος *). 

Τοΰθ' βπερ 8' ιχανώς ιισέτι σφζεται παρά 
τοις σημερινοΐς Καρυάταις είναι ή έλλγ^νιχιίι φυ- 
σιογνωμία. Ό έπισχεφθείς διάφορα χωρία της 
Κορσιχης χαι χατόπιν τάς Καρυάς, ευθύς δμο- 
λογεΐ δτι οί Καρυαται Έλληνες χαΐ χυρίως αΐ 
'£λληνί^€ς ίιαφερουσι χατά την φυην χαΐ 
^{μας πολύ τών άλλων Κορσιχανών χαι Κορ- 
σιχανί^ων. Φαίνεται ίέ η έχ Πελοποννήσου έλ- 
ίοϋσα γενεά αυτή νά ητο φυσιχώς χαλης χατα- 
γωγής. Εις ύποστήριΕιν ίε τούτου μεταφέρω 
ενταύθα τάς άχολούθους μαρτυρίας αρχαίων χαι 
νεωτέρων συγγραφέων. 

Ούτω δ μίν άθ ΡοιηιηβΓβηΙ λέγει ; «Εββ βΓβοβ 
έ(&1)1ί3 6η 0θΓ86 1ι&1)ί(θη( Α]&οοίο, βΐ Ιβαη ΓβιηιηβΒ 
^αί 8οη1 ά' αη 1τέ8-1)β&ιι 8&η^ οοη(η1)α6η( & βη 

ίΐώβΙΙΐΓ 1β 8έ]0ΠΓ•» ^). 

Έτερος ίί τις Γάλλος συγγραφεύς της αύτης 
•'^^Χίζ, εν Ί^ιαιτέρ^ του επιστολή, λέγει περί 
'Ρών έν Κορσιχγί άποίχων Έλληνίσων δτι «ΕΙΙββ 



1). Βλ. Ο. ^ΙιβΙβΓ V ο γ λ 9< > «^«• <^( •ν τώ τέλει της 
**»α^ω7•?^, ΤΑμ. Β'., σιλ. 128. 

^Ι• Παράβαλβ χαΐ Β⻀ΓίρΙΙοη άβ Ιβ ΟοΓββ χτλ. 
••λ. 77. 

3). Βα€γο1ορέ(ϋ6 χτλ ρ•Γ ΒΙίΙβΓοΙ χλ«. Τν• Α^ ϋΐΧ. 
^^β.^ΚαΙ ΒίβΙ. 4β Ι' ΙΙβ ά6 ]« ΟθΓ8β «τλ. Τομ. Λ'., 
••λ• 122. 



8οη( ρΐαβ 1>6ΐΐ68 ςηβ Ιββ ρΐαβ ]οΙίθ8 ΟοΓβββ, ρΐαβ 
νίνβδ ςυθ Ιοΰΐβδ ηο8 ΡΓ&η^αίββδ βα86ΐη1)1θ.3) ^) 

Ό ^έ 0. άθ Γ Εςϋδβ άβ Ρβΐίκ, νεώτερος τις 
συγγγραφεύς, λέγει περί της έν Καρυαϊς έλλη- 
νιχης άποιχίας τά εζης* 

αΝβ άίίίβΓ&ηΙ άβδ ηουβ βη ήβη ρ&Γ 1β οουβίυιηβ, 

Ιΐβ οηΐ άβ ΙβυΓ ραγβ οοηββΓνέ Ια οουΐυιηβ 

ΕΙ Ι& ΓβΗ^^ίοη. Β&ΓβιηβηΙ υη Ιιγιηβη 

Μ^ΐβ ΙβϋΓ 8&η^ &ΰ ηόΐΓβ. Λιΐ88ί ρ&Γ ά'βχαιηβη 

δαΰΤϋ ρουΓ ΓβίΓουτβΓ 1β Ιγρβ άβ Ιβυρ τ&οβ : 

Οΐιβζ 1β8 ίβζηιηθδ ])β&υ(6; οΐιβζ Ιββ Ιιοιηιηβδ ααά&οβ.»*) 

Κατ* έμην ίέ παρατηρησιν, έχ τών φοιτη- 
σάντων εις το Σχολεΐόν μου μαθητών χαι μα- 
θητριών της εν Καρυαΐς έλληνιχης άποιχίας αι 
μαθήτριαι ύπηρζαν πολύ εύφυέστεραι τών μα- 
θητών. Οί ίέ Καρυαται εν γένει είναι οίχονόμοι, 
νηφάλιοι χαι φίλεργοι. Τουθ' δπερ ίέ ιδιαιτέ- 
ρως παρετήρησα παρ* αύτοις είναι δτι το στρα- 
τιωτικών στά^ιον δχι μόνον ^εν τους τρομάζει, 
αλλά τουναντίον και τους προσελκύει, δπερ 
πολλάκις έχλέγουσι και ώς βιοποριστικον ε- 
πάγγελμα. Σχείον ίέ δλοι οί Καρυαται είναι 
χαι εύστοχώτατοι κυνηγοί 

('Επιται συνέχιια) 

Ν. Β. Φαρδύς 



»Ι Ό Ικ 



κατακτήσεις του ΤΗΑΕΦηΝΟΥ 



Το τηλέφωνον, εις δ εν άρχτϊ της εφευρέσεως 
του ού^εις σχείον επίστευεν, έντος ολιγίστων ε- 
τών έγένετο όργανον χρη(τεως κοινότατης και 
ενεκλιματίσθη εν τφ καθ* ημέραν βίφ, εξυπη- 
ρετούν πολλαπλας αύτου άνάγκας. "Ή^η ποίσα 
πόλις φιλοδοξεί νά εχη το τηλεφωνικον αύτης 
σύμπλεγμα. *Η συγκοινωνία τελείται καΐ άπο 
μεγάλων αποστάσεων, ευχερώς ^έ η^η συγκοι- 
νωνεί τις ^ιά του τηλεφώνου μεταξύ Παρισίων 
καΐ Χάβρης η μεταξύ Παρισίων και Βρυξελλών. 
Πρό τίνων ετών ητο άμφίβολον αν η^ύνατο νά 
ύπαρξη τηλεφωνική γραμμή, έχουσα εκτασιν 
μεγαλειτέραν τών 40 χιλιομέτρων. Ή μεταξύ 
Βρυξελλών καΐ Άμβέρσης λειτουργούσα νυν 
γραμμή έχει μήκος 44 χιλιομέτρων. Λί πρώ- 
ται πόλεις, αί συν^εθεΐσαι τηλεγραφικώς κατά 
το 1836, υπήρξαν η Άμβέρση και αί βρυξέλ- 
λαι. ΑύταΙ αί Ι^ιαι ήσαν και αί ^ύο πρώται 
πόλεις, μεταξύ τών δποίων έ^οχιμάσθη η τηλε- 
φωνική συνεννόησις εν μακρυν^ αποστάσει. Ή 
ένουσα νυν τους ΠαρισΙους μετά τών Βρυξελ- 
λών τηλεφωνική γραμμή έχει μήκος 320 χιλιο- 



1) Ι)β8€Γΐρΐ{θ]ΐ άβ ]« ΟοΓββ χτλ. «βλ. 76. 

2). 8οατ«ηΐΓ8 ά« Ια Οογ86 κτλ., «ελ. 67•^^ | 

Όφ\ζθό όγ ν^οο^ι^ 



116 



κζιτχ^ 



[λίτρων. Έν ΆγγλΙί}: η άπο Λονίΐνου ιΐς Νιου- 
κάστιλ γρα(λ(ΐ.ν) εχιι (Αηκος 450 χιλιομιίτρων. 
Έν *Αμ.€ριχ^ ^^^ τηλεφωνιχά σύρ|Αατ« (Λ€ταζύ 
Νιας Ύόρχηςχαι Βοστώνης ίχουσι (Ληχος 1000 
χιλιθ|Α^τρων. Ή γραρι.;λη αυτή «ινι ή (χακρο- 
τέρα πασών. Ό λόγος φίριται «ις άπόστασιν 
1,000,000 {Αίτρων. Ή Μασσαλία άπίχιι ιών 
Παρισίων αόνον 900 χιλιόμιτρα.Λυνανται £ρα 
να συν^ιθώσι τγ^λιφωνιχώς αι ^ύο ιςέλβις. 
*Οπως το ιςραγ(ΐ.α άποίβιχθγ) ψπράκτως, η 
^ιιύθυνσις τών γαλλικών τηλεγράφων επι- 
νόησε το έξης απλούν πείραμα* Ήνωσε 
την γρα[ΐ.|Αΐ^ν τών Βρυζελλών-Παρισίων προς 
την γοαμΐ(Λην Βρυζελλών-Άμβέρσης, προς ταύ- 
τας οε ίευτέραν γρα[Λ(;.ην άρτι κατασκευα- 
σθεΐσαν (Λίταζύ Παρισίων και Βρυξελλών και 
εις το 5λον σύ|Λπλεγ|χα προσέθηκε και την 
γρα|λ|Αην από Βρυξελλών εις Βερβιε. Ούτω έπε- 
τελέσθη γρα[Λμ.η ριήκους 1000 χιλιθ[χέτρων. Ή 
επιτυχία ύπτ,ρξεν πλήρης. Ούίε(χία ασάφεια εν 
τγ (Λεταβιβάσει τών λέξεων. Εις τοσούτον |Λα- 
κ^.άν άπόστασιν ακούεται η 6(Λΐλία,ώσει οι συνο- 
[ΛίληταΙ ευρίσκονται εις άπόστασιν ολίγων βημ.ά- 
των. Αι εργασίαι προς σύνίεσιν τών Παρισίων 
και της Μασσαλίας ηρχισαν ηίη.Ό|χιλών τις άπο 
τών οχθών του Σηκουάνα θα ακούεται εις την 
Μεσόγειον. Οι Φωκαεϊς θα ευρίσκονται εις £ρ.ε- 
σον συγκοινωνίαν ρ,ετά της Αουτεκίας. Τίς θο6 
έπίστευε τοΰτο προ ολίγων ετών ; 



το ΒΟΤΑΝΙ 
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 



(Συνέχεια* Γ8( «ροηγούμενον φύλλον). 

Η' 

*Η «αλύβη τοΟ ΆΟιγγΑνου 

Εννοείται ίτι & Γιαννιός ε'τηρησε την ύπ6- 
σχεσίν του. Τοιαΰται υποσχέσεις τηρούνται τό- 
σον ευκόλως Ι Όλίγας ηριέρας (Λετά την πρόσ- 
κλησιν του Γυφτοκάβουρα,φερων τον βαρύν ύλο- 
το(ΐικόν πελεκυν του εξαδέλφου του Χρήστου 
επ' ώριου, έπορεύιτο προς την καλύβην του σι- 
δηρουργού, ϊνα παραγγείλγ) 6|Αθΐον ίιά τον α- 
^ελφόν αύτου Φωκίωνα. 

Αύτη ητο αιτία εΙς το φανβρόν ηρΙσκετο ίί 
χαΐ 6 Ι^ιος να πιστεύη βτι αληθώς προς εκτέ- 
λεσιν της αδελφικής εντολής επέσπευσε τόσφ 
προθύ(Αως το βη|ΐια την ^είλην έκεΐνην του Μάιου, 
άψηφών την καυσ-^ικην θερ(ΛΟτητα του ηλίου. 
Άλλα το κρυπτον ελατηριον, ού την υπαρξιν 
ού^' ύπώπτιυεν ύπο το στερνον αύτου δ &πλους 



εικοσαετής ποΐ(Αην, το ελατηριον ίι' ού εκινούν- 
το οι πό^ες αύτου, 8πως κινούνται οί ^είκται 
του ωρολογίου, ητο ούχι η αδελφική στοργή, 
άλλ' η επιθυ[Λία να επανί^η την 'Αθιγγα- 
νίία. 

Είνε και τούτο εν εκ τών ανεξήγητων (Μυ- 
στηρίων της ανθρωπινής καρδίας. 'Απο ττ,ς 
ξηράς και αύχ(ΐ.ηρας άντιπαθείας βλαστάνει 
ούχΙ σπανίως της περιπαθεστάτης αγάπης το 
άνθος, ενφ η άρ.οιβαία συριπάθεια πολλάκις ε- 
ξατριίζεται, καθίσταται αδιαφορία ^ιά της 
προσεγγίσεως. Μεγάλοι έρωτες, (λίγάλαι φιλίαι, 
ηρξαντο ^ι' έχθρας αμοιβαίας, και έν τω πε- 
οίψ του αΙσθη(/.ατος εγένετο ούχι σπανίως ή 
παράδοξος ρ(.ονθ(χαχία, καθ' ην οι αντίπαλοι 
εφορ|χώσι κατ' αλλήλων πάνοπλοι, [χενεα πνέ- 
οντες, και συντρίβουσι τάς λόγχας — ϊνα ρι- 
φθώσιν εις τάς άγκάλας αλλήλων. 

"Ακριβώς ειπείν, το προς την 'Αθιγγανίία 
αϊσθη{Αα τού ποιριενος, καίπ^ρ παρε[ΐ.φερ6ς ίέν 
ειχεν δ[^-ως τοιούτον τύπον. 'Ανήκεν ως προς τον 
τρόπον της εξελίξεως εις το είίος τών εχόντων 
τρεϊς φάσεις-πρώτη φάσις ητο ή αντιπάθεια, ήρ- 
χιζε νύν ή ίευτίρα, ή αγάπη• τρίτη φάσις κχτά 
|λθΐραΐον κανόνα ώφειλε να επέλθιρ το (λίσος Ι . • . 

Ό Άθίγγανος,καθή(Λενος επι ογκώδους λίθου 
προ της καλύβης, ώξυνε ίιά της ρίνης πελεκυν 
καινουργή, δν εκράτει (Αεταξύ τών γονάτων. 
"Ήκουσε το βί[ΐ.α τού χωρικού και έστρεψε την 
κεφαλήν. Έ[/.ει^ίασε το ρ.ει^ία(Λα έχεινο της 
ευαρέσκειας, δπερ καθίστα στυγνοτεραν την ζφ- 
ώίη (Λορφήν αυτού καΐ προσεφώνησε τον έρχό- 
(Λενον 

— Καλώς τον Γιαννιό 1 Πολλά χρόνια θά 
ζήστϊΐ, παιίί μ,ου. 

— Γιατί ; ήρώτησεν εκείνος, και προσεγγί• 
σας προσεθηκεν «Ις £λλον τόνον φωνής : Δρ* 
καλή Ι 

Ό σιδηρουργός έτεινε την χεϊρα ιτλήρη σκω- 
ρίας και στιλπνών ρινισριάτων σιδήρου καΐ ε'- 
σφιγξε την τυλώίη παλάριην τού άγρότου. 

— Γιατί; να γιατί : πολλή ώρα έλεγα 'ςτο 
κορίτσι, σήι^ερα έπρεπε να ριάς ερθι;) 6 Γιαν- 
νιός απ' της Γουβαις πώχουριε και τό ρη- 
[Λολάγι. 

— -Ρηριολάγι : και πού το βάρεσες, *ς το 
καρτέρι ; 

— Έγώ να το βαρέσω• σάν πως κυνηγάω 
ποτέ ; Τώπιασε ή Ζε(λφύρα εψές ριεσ 'ς το στάρι 
τού Καράμπελα. 

— Γεια 'ς τα ποίάρια της Ι ειπεν δ ποιρ'^ν 
γ•λών. 

Και έκάθισ» (χετά του σιίηρουργού λ«Ρ* 
την θύραν τ^ς καλύβης και ήναψε ίιά τών πυ- 
ρεκβόλων το σιγάρον αύτοΰ. Ό Γυφτοκάβουραζ 
επανέλαβε το ρΙνισ|Αα τού πελεκεως, δίτβρ ο«*- 

0Ϊ9ΪΪΪΖΘΟ όγ ν^οο^ι^ 



ΈΙ ΣΎΧΜ. 



117 



χοπτβ συνεχώς δΐΓ6)ς άποτβίνη τον λόγον προς 
τον π2ραχαθν)|;.€νον' ίκεΐνος ί* ώΐΛίλε^ |Α«σσών 
?ο Φΐγάρον χαΐ £χπέ(Απων νέφγ) χαπνού επΙ το 
γίνχιον χ«ι την άσκεπη χό|Λην τοΰ Αθιγγάνου. 
^Ητο ίέ η χό(Αη αΰτη,η ^ηίέποτε λειανθείσα 
ύ:70 χτινός, τόσφ δασεία χαΐ π&ρίπλοχος, ώστε 
/ωρκχός τις αστείος ειπεν ή|ΐ.έραν τινά προς ε« 
τιρον αναζητούντα άπολεσθεν ε'ρίφιον : 

— Μωρέ χου[ΐ.πάρε, γιά τήρα χαλο καχο ρ.ην 
τρύπωσε 'ς τά ρ.αλ>ιά του Γυφτοκάβουρα ! 

Ό Γιαννιός συνωμίλει [χετά του Αθιγγάνου 
::ιρΙ διαφόρων πραγ^χάτων του χωρίου, άνευ ό- 
ρέζεως. Προφανώς έστενοχωρεΐτο και ετυπτε σιά 
τον τσαρουχίου το χώαα. Δεν ή^^'^νηθη νά κρα- 
τηθτ, επΙ πλέον, 

— Και που γυρνάει η Ζε[Λφύρα ; 

— Πα νά ποτίσγ) τη γορ.άρα και νά φέρη 
και ζύλα. Μα τι ίιάτανο κάνει και ^έν γυρ- 
νάει ; Πάει νά βρα^υάσγ) και ^εν εχου|Αε φωτιά. 

Και εγερθείς εσπόγγισεν έπι των χειρίίων 
αΰτου τάς χείρας και ίήξας τους λιχανους ε'- 
ζήνεγκε συριγίΛΟν όξύτατον, δν άπε^ωκε πολ- 
λαπλοΰν •η ηχώ. 

— Κόπιασε νά 'ιίης και το *ρη(Λά^ι ρ,ας 
τόρα. 

Και ώΟη'ίε την νεότευκτον θύραν της καλύ- 
βης ^Ητο ί* η καλΰβη αυτή παλαιά άχυρα- 
ι:οθήκη του χωρικού Καράριπελα, δστις παρέ- 
σχεν άνευ ριισθώ(ΐατος εις τον σιίηρουργον το 
ϊικαίω(Αα τίς ένοιχησεως, ύποχρεώσας δ^χως αυ- 
τόν νά έιτανορθώσγι την σεσαθρω{Λένην στέγην, 
ν* άντικαταστησγ) τους σεσηπότάς στύλους και 
τχ κατασκευάστ, φύλλον της θύρας. Ό σι- 
δηρουργός επετέλεσε πάντα ταύτα εντός 
ολίγων γ^μερών και ένεκατέστη εν αύτφ από 
του Δεκε(Λβρίου. Το οΐκηρια βεβαίως ούο' εύρύ- 
χωρονητο ούίε θερριόν κατά τον χεΐ[χώνα, άλλα 
πάντοτε προτψότερον της σκιάς των ^έν^ρων. 
Κχι ύπο την σκιάν των ίένίρων θίι ίιεχείριαζο