(navigation image)
Home American Libraries | Canadian Libraries | Universal Library | Community Texts | Project Gutenberg | Children's Library | Biodiversity Heritage Library | Additional Collections
Search: Advanced Search
Anonymous User (login or join us)
Upload
See other formats

Full text of "Syllogē ekklēsiastikōn logōn: ekphōnēthentōn hypo hierarchōn kai ..."

Τΐιΐδ ΐδ α άΐ^ΐΐαΐ οοργ οί α ΐ3θθ]<: Ιΐιαΐ \ναδ ρΓ^δεΓνεά ίοΓ ^εηεΓαΙΐοηδ οη ΙΛιαΓγ δΐιείνεδ ΐ3£ίθΓ6 ΐΐ \ναδ οαΓείιιΠγ δοαηηεά \)γ Οοο^ΐε αδ ραΓί οί α ρΓθ]£θΙ 
ίο ιηα]<:6 Ιΐιε χνοΓίά'δ ΐ3θθ]<:δ άΐδθον6Γαΐ3ΐ6 οηΐΐηε. 

ΙΙ Ιιαδ δΐίΓνΐνβά 1οη§ εηοιι^ΐι ίοΓ Ιΐιε οοργή^ΙιΙ ίο εχρίΓ© αηά Ιΐιε ΐ3θθ]<: ίο εηΙεΓ Ιΐιε ριιΐ3ΐΐο άοιηαΐη. Α ριιΐ3ΐΐο άοπιαΐη ΐ3θθ]<: ΐδ οηο ΙΙιαΙ \ναδ ηενεΓ δΐιΐ3]60ΐ 
ίο οοργή^ΙιΙ ΟΓ \ν1ΐ0δ6 Ιε^αΐ οοργή^ΙιΙ Ιεηη Ιιαδ εχρίΓεά. λΥΙιεΙΙιεΓ α ΐ3θθ]<: ΐδ ΐη Ιΐιε ρπΐ3ΐΐο άοιηαΐη ηιαγ ναιγ οοπηίΓγ ίο οοιιηίΓγ. Ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ΐ3θθ]<:δ 
αΓ6 οπΓ §αΐ6\ναγδ ίο Ιΐιε ραδί, τερΓεδεηΙΐη^ α λνεαίΐΐι οί ΙιΐδΙΟΓγ, οπΙΙιίΓε αηά ]<:ηο\νΐ6(1§6 Ιΐιαί'δ οίΐεη άΐίβοιιΐΐ ίο άΐδοονεΓ. 

ΜαΓίίδ, ηοΐαΐΐοηδ αηά οΙΙιεΓ ηιαΓ^ΐηαΙΐα ρΓβδεηΙ ΐη Ιΐιε οή^ΐηαΐ νοίπηιε \νΐ11 αρρεαΓ ΐη Ιΐιΐδ βίε - α τεηιΐηάεΓ οί Ιΐιΐδ ΐ3θθ]<:'δ 1οη§ ]οιΐΓη6γ ίΓοηι Ιΐιε 
ρπΐ3ΐΐδ1ΐ6Γ ίο α 1ΐΐ3ΓαΓγ αηά βηαΐΐγ ίο γοιι. 

υ83§6 ^αίάεϋηεδ 

Οοο^ΐβ ΐδ ρΓΟίιά Ιο ραΓίηεΓ \νΐ1β 1ΐΐ3ΓαΓΪ£δ Ιο άΐ^ΐΐΐζε ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ηιαίεήαΐδ αηά ηια]<:6 Ιβεηι χνΐάεΐγ αοοεδδΐΐ)!©. ΡιιΙ)1ΐο άοηιαΐη ΐ3θθ]<:δ ΐ36ΐοη§ ίο Ιβ© 
ρπΙ^Ηο αηά \ν6 αΓ6 ηιειείγ ΙβεΐΓ οιΐδίοάΐαηδ. ΝενεΓίβεΙεδδ, Ιβΐδ \νοΓ]<: ΐδ εχρεηδΐνε, δο ΐη ΟΓάεΓ ίο Ι^εερ ρΓονΐάΐη§ Ιβΐδ ΓεδοιίΓοε, \ν6 βάνε Ιαΐ^εη δίερδ ίο 
ρΓενβηΙ αβπδε βγ οοηιηιεΓοΐαΙ ραΓίΐεδ, ΐηο1ιιάΐη§ ρ1αοΐη§ Ιβοβηΐοαΐ ΓεδΙήοΙΐοηδ οη αιιΐοηιαίβά ςπεΓγΐη^. 

λνε αίδο αδ]<: ΙβαΙ γοπ: 

+ ΜαΙίβ ποη-αοηιπιβΓοίαΙ Η5β ο/ίΗββΙβ^ λΥε άεδΐ^ηεά Οοο^ΐε Βοο]<: ΞεαΓοβ ίοΐ ιίδε βγ ΐηάΐνΐάιιαίδ, αηά \ν6 τεςπεδί ΙβαΙ γοιι ιίδε Ιββδε βίεδ ίον 
ρεΓδοηαΙ, ηοη-οοηιηΐ6Γθΐα1 ριίφΟδεδ. 

+ Κβ/Γαίη/Γοηι αηίοηιαίβά ρΗβΓγίη§ Όο ηοΐ δεηά αιιΐοηιαίβά ςιιεήεδ οί αηγ δΟΓΐ ίο Οοο^ΐε'δ δγδίεηι: Ιί γοπ αιε οοηάποΐΐη^ τεδεαΓοβ οη ηιαοβΐηε 
ΐΓαηδΙαΙΐοη, ορίΐοαΐ οβαΓαοΙεΓ Γεοο^ηΐΙΐοη ογ οΙββΓ αιεαδ \νβ6Γ6 αοοοδδ ίο α ΙαΓ^ε αηιοιιηΐ οί ΙεχΙ ΐδ βείρίιιΐ, ρΐεαδο οοηίαοί ιΐδ. λν© οηοοιίΓα^β Ιβε 
ιίδε οί ριιββο άοηιαΐη ηιαίεπαΐδ ίοΓ Ιβεδ© ριίφΟδβδ αηά ηιαγ β© αβί© ίο ββίρ. 

+ Μαίηίαίη αίίήΒηίίοη Τβ© Οοο^ΐε "\ναΐ6ΓηιαΓ]<:" γοιι δε© οη εαοβ βίε ΐδ εδδεηΐΐαΐ ίοΓ ΐηίθΓηιΐη§ ρεορίε αβοιιΐ Ιβΐδ ρΓθ]60ΐ αηά βείρΐη^ Ιβεηι βηά 
αάάΐΐΐοηαΐ ηιαΐ6ΓΪα1δ ΙβΓΟίι^β Οοο^ΐε Βοο]<: ΞεαΓοβ. ΡΙεαδε άο ηοΐ Γεηιονε ΐΐ. 

+ Κββρ ίί Ι6§α1 λΥβαΙεν^Γ γοιίΓ ιίδε, τεηιεηιββΓ ΙβαΙ γοιι αΓ© τεδροηδΐβίε ίοΓ εηδίιήη^ ΙβαΙ \νβαΙ γοιι αΓ6 άοΐη§ ΐδ Ιε^αΐ. Βο ηοΐ αδδΐιηιε ΙβαΙ ]ιΐδΙ 
βεοαιίδε \ν6 βεβενε α βοο]<: ΐδ ΐη Ιβε ρπββο άοηιαΐη ίοΓ ιΐδεΓδ ΐη Ιβε ΙΙηΐΙεά δίαΐεδ, ΙβαΙ Ιβε \νοΓ]<: ΐδ αΙδο ΐη Ιβε ριιββο άοηιαΐη ίοΓ ιΐδεΓδ ΐη οΙβεΓ 
οοιιηΐήεδ. λΥβεΙβεΓ α βοο]<: ΐδ δΙΐΠ ΐη οοργή^βΐ ναήεδ ίΓοηι οοιιηΐΓγ ίο οοιιηΐΓγ, αηά χνε οαη'Ι οίίεΓ ^ιιΐάαηοε οη χνββΙβεΓ αηγ δρεοΐβο πδο οί 
αηγ δροοΐβο βοο]<: ΐδ αΠοχνοά. ΡΙοαδο άο ηοΐ αδδΐιηΐβ ΙβαΙ α βοο]<:'δ αρρβαΓαηο© ΐη Οοο^Ι© Βοο]<: ΞοαΓοβ ηιοαηδ ΐΐ οαη β© ιΐδεά ΐη αηγ ηιαηηοΓ 
αηγ\νβ6Γ6 ΐη Ιβο \νοΓΐά. Οοργή^βΙ ΐηίήη^οηίβηΐ ΗαβΐβΙγ οαη βο ςιιΐΐο δονοΓο. 

ΑβοαΙ Οοο§ΐ6 Βοοίί δεαΓοΗ 

Οοο^ΐο'δ ηιΐδδΐοη ΐδ ίο ΟΓ^αηΐζο Ιβο \νοΓΐά'δ ΐηίοΓηιαΙΐοη αηά ίο ηια]<:ο ΐΐ ιιηΐνοΓδαΠγ αοοοδδΐβίο αηά πδοίιιΐ. Οοο^ΐο Βοο]<: δοαΓοβ βοΐρδ ΓοαάοΓδ 
άΐδοονοΓ Ιβο \νοΓΐά'δ βοο]<:δ χνβΐΐο βοΐρΐη^ αιιΙβοΓδ αηά ριιββδβοΓδ Γοαοβ ηοχν αιιάΐοηοοδ. Υοιι οαη δοαΓοβ ΙβΓΟίι^β Ιβο ίηΠ ΙοχΙ οί Ιβΐδ βοο]<: οη Ιβο χνοβ 



αί |]ιίίρ : //]οοο1^3 . α^οοα^ΐβ . οοιη/ 



^ '^τϋ\ 



^5 ^^-Ί^*»*^^ "ήΓ ^ΠΓ" ^η "^Γ '^η' '^&' '^Γ "Φ* ^π*^^^^Μ'''*^Γ*1Ρ*ίρί 



¥ 
¥ 
¥ 

¥ 
¥ 
¥ 
¥ 
¥ 

¥ 



ΗαΓΥ&ΓίΙ €ο1ΐ6§6 

Εί1)Γ3Γγ 




ΓΚΟΜ ΤΗΕ ΒΕρυεβτ ΟΡ 

;0ΠΝ ΗΑΕΥΕΥ ΤΠΕΑΤ 

ΟΓ Ι.ΛΤΒΚΝΧΕ. .ΜΑ53. 



•Φ 

•4 

>Φ 
•4 

^ 

«Φ 
4 

•4 
4 
4 
4 
4 
4 

% 

4 



^7 .«,^^^^^^^^^^Β^^^^, ^Τί* "-^Β ■ ^ΒΓ"'Μί' "Όί" *■&" "^μί "-^ί^ί-^^ίί^Β^ϋΡί ϊ^^ 






Οί9ίΐίζθθΙ 



ϋν^οο§1^ 



ΣΥΛΛΟΓΗ 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΛΟΓΩΝ, 

ΕΚΦηΤΜΘΕΝΤηΝ . 

ΤΠΟ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΙΒΡΟΚ-ΗΡΓΚίΟΡί 
ΤΗΣ •Ρβ0Δ030ν ΑΧΑΤΟΑΙΕΒΐ; ίΕϋΕλΙΧΙλΣ 

ΑΠΟ ΤΟΥ ΑΩΞΑ'— ΛΩΠς', 

Ιϋ ΤΟΘ ΜΑΙΕΚΡΙΜΕΝΜ ΣΧΟΑΑΡΧύΝ ΚΑΙ ΑΙ14ΗΙ\ίΙΝ. 



ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ 
ΥΠΟ • 
Β Λ. ΚΑ./1υΐ.ΙΦΡΟΐνθΧ. 




ΑΜΑΤΟΛΓΚΌ γ αστέρος 



1886. ^ , 






Τίϊ Οπ* άρεθίΛ^ν 137 καΐ ήμερομηνίαν 15 ρετζει: 1505 
(7 άπρι>ίου1301, 1886) 

αδεία τοΟ έπΙ τί}ς δημοσίας έχπο^δεώσεως υπουργείου^ 






. 5 '.Γκ η τ•- 



Οίβίΐί 



ζβ€ΐΐ)νΟοο§Ιε 



. ΦΙΛΟΙ ΟΜΟΓΒ^ΙΣ. 

Κιιτά αήν ιελευταίαν είκοσιπινταειίαν ιιολλοί παρά 
ι«6λλών σπουδαίων ομογενών, χ>ηριχών ιφ& πάντων, σπου- 
ίαϊοι άπηγγέλθησαν λόγοι, ποιχίλην περιέχοντες δλην χαΐ 
τά μάλιστα ένδιαφέρουσαν χαΐ ύπ^ έχχλησιαστιχήν χαΐ ύτΛ 
έθνιχήν Ιποψιν• 

Τούτων οΐ |χέν είσι πανηγυρικοί, οΐ 5ΐ επικήδειοι, επιτά- 
φιοι χαΐ επιμνημόσυνοι, οΐ πλείστοι δέ συμβουλευτικοί χα^ 
προτρεπτικοί, καΐ δλως εποικοδομητικοί, απορρέοντες οΐ πλεί- 
στοι έκ δεινών θεολόγων καΐ Ιεροκηρύκων, εΓτε καΐ εύρω- 
παΤκ^)ς αναπτύξεως μετειληχότων, εΓτε, πρ6ς τή εδφυί^, 
πεΤραν μεγίστην άμα δέ καΐ γλαφυρότητα κτησαμένων. 

Βεβαίως ή δημοσίευσις τοιούτων έχκλησιαστιχών λόγων 
συντελεΤ ο6 σμικρόν ού/Ι μόνον εΙς τους τροφίμους των άπαν- 
ταχοΟ ορθοδόξων θεολογικών καΐ Ιερατικών σχολών, άλλα 
καΐ εΙς πλείστους άλλους κληρικούς, προϊσταμένους δηλο- 
νότι Ιερών εκκλησιών. Ιερών μονών, πνευματικούς πατέρας, 
ή οία^/δήποτε άλλην τινά κατέχοντας έκκλησιαστικήν ή έκ- 
παιδευτικήν θέσιν έν ταΓς διαφόροις μητροπόλεσι τοΟ οίκου- 
μενικοΟ θρόνου, χειραγωγοΟσα, ως ειπείν, καΐ τους περί τ6 
κήρυγμα άρτιπαγεΓς, καΐ έν γένει καθοδηγοΟσα πάντα κλη- 
ρικών ή διδάσκαλον. 

Έν τ^ περί ής 6 λόγος συλλογί^ περιληφθήσονται καΐ 
σπουδαίοι εναρκτήριοι λόγοι διαπρεπών σχρλαρχών καΐ δι- 
δασκάλων, βπως καταστ^ χρή^^Κ^> ως οΙόν τε, καΐ είςτινας 
ι^ν χαθ' ήμδς διδασκάλων* 

Ή συλλογή άπαρτισθήσεται έκ πεντήκοντα δύο καΐ έπέ• 
χεινα τυπογραφικών φύλλων εΙς δον, διτρρημένη πρ6ς εύκο- 
λϊαν τοΟ τε έκδοτου καΐ τών συνδρομητών, εΙς τέσσαρα 
τεύχη, ων Ικαστον θέλει περιέχει τουλάχιστον 1 3 τυπο- 
γραφικά φύλλα. Τ6 τελευταΐον τεΟχος θέλει περιέχει καΐ 



τ^ν κατάλογον τών' συνδρομητών, αμα δέ καΐ πίνακα λε- 
παοριερί) τών περιεχο(χένων λόγων, διτρρημένων κατ' εϊ§ος, 
ΐτρ^ί εύχολίαν τ^)ς ευρέσεως των ζητουμί^νων. 

Έκοιστον τεΟχος τΐ(Χ&ται γροσίων αργυρών δέκα (10), 
χατοίβλητέων £μια τ1|) ιταραλοίβ*^* Είς τους εξωτερικούς συν- 
Βρομ^Ύΐτας προστίθενται καΐ τά ταχυδρομικά. 

Τ6 έκδεδομένον Α' τοΟτο τεΟχος περιλαμβοίνει είκοσι καΐ 
δύσ λίγους, ων πέντε άναγσρευτήριοι πατριαρ/ών, έκ^νη- 
θέντες ύπ6 των πατριαρχών Σωφρονίου (1863), Γρηγορίου 
τοΟ ς' (1867), Ιωακείμ τοθΒ'(1873), Ιωακείμ τοΟ Γ 
(1878) καΐ Ιωακείμ τοΟ Δ' (1884)• Ιξ άντιπροσφωνητήριοι 
πρδς τους πατριαρχικούς άναγορευτηρίους, έκφωνηθέντες ύπλ 
τοΟ πρώην Χαλεπίου Ιεροθέου, Ευσταθίου Κλεοβούλου, Νι- 
κηφόρου Γλυκδ, Χαλεπίου Τιμοθέου, Δωρ^ου ΕΟελπίδου, 
Φιλάρετου Βαφείδου καΐ Γρηγορίου Παλαμδ, καΐ δέκα τοΟ 
αειμνήστου Ευσταθίου τοΟ Κλεοβούλου, ών τους μέν δύο 
άπήγγειλεν ιεροδιάκονος ών, τους δΐ τρεΙς σχολαρχών ίν 
τ^ Μεγάλτρ τοΟ Γένους σχολ•^ κάΙ τους πέντε γενίίμενος 
μητροπολίτης Καισαρείας. 

Έγρβιφον « Φχναρ{φ κατά άπρίλιον τον Ιβββ. 



ΟίΟίΐί 



ζβόϊ,γΟοοξΙ^ 



ΑΐνΑΓΟΡΕνΧΙΙΡΙΟΙ 



Α' ΛΟΓΟΣ 
ΕΚΦΔΧΒβΕΙΣ νπΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΔΦΡΟ^ίΙΟΤ 

ΤΟΓ ΑΠΟ ΑΜΑΧΒΙΑ2 

ΒΝ Τ&ι ΠΑΤΡΙλΡΧΙΕΔι ΚΑΔι ΤΒι &» Ο&ΤΔΒΡΙΟΥ 1863. 

ΚΑΗθΒΐχ ύπΐ) των άντιπροσώΐιων τί)ς Εκκλησίας καΐ 
»υ6θ έθνους εις τ^ν υψηλών τοΟτον καΐ πατριαρχικών Ορ^νον, 
ίτννβισθάνομαι καΐ κατανοώ πληρέστατα τήν έ(χήν ανικα- 
νότητα, καί τρέμω δλος απέναντι τοσούτφ {)ΐεγάλης καΐ 
δυσχεροΟς θέσεως. Άλλ' επειδή ούτως ηύδόκησεν ό Κύριος, 
6 πολλάκις εΙς διάπραξιν (χεγάλων έργων εκλέγων τά μω- 
ρά τοΟ κόσμου, τά ευτελή καΐ έξουθενημένα, είη τ6 δνομα 
αύτοΟ εύλογημένον. Έγώ δέ μετά συντετριμμένης καρδίας 
ώτιοτάττω καΐ παραδίδω έμαυτδν εις τ6 θεΓον θέλημα• 

Έν τούτοις επιτρέψατε μοι, αγαπητοί έν Χριστφ άδελ- 

<ροί, χαί λοιποί φιλόχριστοι άκροαταί, δπως μέ την άφέ- 

λειαν τ•ί)ς γλώσσης μου απευθύνω νΟν πρ?)ς ύμίς ολίγας 

•ηνάς λέξεις αυτοσχεδίους• Εις οποίαν ευρίσκονται κατά- 

στασιντά εκκλησιαστικά, καΐ εθνικά ημών πράγματα από 

«τινωΝ ήδη έ^ηαυτών, μετά λύπης ψυχικής συναισθανόμεθα 

' πάντες χαΐ γινώσκομεν υπάρχει δέ ωσαύτως είς δλους κα- 

«τάδηλον ίτι ή μέριμνα τής έφ' ήμδς τεταγμένης κραταιβς 

βασιλείας καΐ ή βέλησις τοΟ έθνους επιμόνως άπαιτοΟσι 

•την διόρθωσχν καΐ τήν έπΙ τά κρείττω διαρρύθμισιν αυτών 

|«.άρτυρες δέ τών λόγων μου οί κανονισμοί τής έθνοσυνελευ- 

ΤΟΜΟΣ Α'. οί9ίΐίζβ^^^νΟθ*)3ΐ€ 



σ€ως. Πρ^ς έπίτευζιν ίμως ιοΟ μεγάλου χαΐ δυσχεροΟς το(ί- 
του Ιργου απαιτείται άναγχαίως δχι αίνον ή έν λόγοις ιφο- 
θυμία^ άλλα χαΐ ή ειλικρινής σόμπραξις χαΐ έγχάρ§ιος άφο- 
σίωσις των μελών τί5ς ίερδς συνόδου καΐ τοΟ έΟνικοΟ μιχτοΟ 
συμβουλίου, των δόο τοότων σωματείων, εΙς τα όποΓα ή 
Έχχλησία χαΐ τ6 Έθνος ένεπιστεόθησαν τά τιμαλφΐ) αυ- 
τών συμφέροντα• ού μόνον δ£, άλλα χαΐ ή ίνθερμος επικου- 
ρία παντϊς φιλογενοΟς χριστιανοΟ. Ναί• τΐ λαΤχΐν στοιχείον 
πάντοτε υπήρξε παρά τί) όρΟοδόξω ημών Έχχλησίο: άνα- 
πόσποίστον τοΟ (ερατιχοΟ* καΐ χαθώς πολλάκις έβοήθησε 
μετά τόΟ κλήρου καΐ ίπροστάτευσε γενναίως τά σωτήρια 
•ϋής άμωμήτου ημών πίστεως δόγματα, ούτω καΐ κατά τους 
νΟν χρόνους οφείλει, καΐ έδειξεν δτι προθυμεΓται ίνα φαν^ 
ούχ ήττον ή δσον 6 κλήρος ττροασπιστής των εθνικών προ- 
νομίων καΐ ζηλωτής τής εκκλησιαστικής δόξης. Μαρτύ- 
ρια δέ τών λόγων μου ή άπό τίνος καιροΟ σύμπνοια τής 
Ιερδς συνόδου καΐ τοΟ έθνικοΟ μικτοΟ συμβουλίου, ως έκ τής' 
οποίας καΐ διεπράχθησαν πολλά κοινωφελή ίργα. Τ6 κατ* 
έμέ, ομολογώ ίτι μετά τήν εΙς τον Θείν ελπίδα, τοΟτο καΐ 
μόνον ίχω είς παρηγορίαν καΐένίσχυσιν, ίτι δηλαδή ή Ιερά 
σύνοδος καΐ τ6 έθνικίν συμβούλιον, καΐ πάντες οΐ έκ τοΟ 
χ'Κ'ίΐρου καΐ τοΟ λαοΟ δυνάμενοι νά παράσχωσι συνδρομήν 
τίνα, εΓτε υλική ν, εΓτε ηθική ν, είτε δια νοητική ν, θέλουσ^ 
μοί βοηθήσει είλικρινώς προς διάπραξιν τών δεόντων κατά 
πασαν παρεμπίπτουσαν σπουδαίαν ύπόθεσιν. Διότι, έξομο- 
λογούμενος ενώπιον πάντων υμών, διαβεβαιώ δτι, δσον καΐ 
άν έχω πόθον υπέρ τής πληρέστατης εφαρμογής τών κα- 
νονισμών, τους οποίους τ6 έθνος έθεώρησε σωτηρίους, καΐ 
δσην προθυμίαν καΐ &ν αίσθάνωμαι έν έμαυτφ, δπως δικαι- 
ώσω χαΐ πραγματοποιήσω τάς προσδοκίας τών σεβαστών 
εκλογέων μου, άλλα καΐ ούτω θεωρώ αήν έπίτευξιν τών 
ποθούμενων τούτων αδύνατον, άνευ τής συνδρομής τών ε& 
φρονούντων• ΈντεΟΟεν προάγομαι νά εκδηλώσω εΙς πάν- 



» 3 =± 

%ς ύμδς ίτι πβσα <τυ{ΐ.βουλή, άπο^^ώντως δείιχαιωμίένη^ 
καΐ πβσα παρατηρησις, σκοποΟσα εις διαφώτισιν των ολί- 
γων Ιίεών [Λου, έσται &' έμέ παραδεκτή μίετ* εύ/αριστή* 
σεως εγκαρδίου* άπ εναντίας δέ, ιτβσαν τφότασιν ή πρβξιν, 
ίν κρυπτφ καΐ τιαραβύστφ γενησομένην, καΐ τείνουσαν, 
ί^τω καΐ εΙς έλαχίστην, παράβασιν των κανονισθέντων, θέ- 
λω θεωρ€Γ άντικανονικήν. *Όθεν καΐ ιφατρέπω πάντας ύμδς 
ΐϊεριπαθώς ίνα, έξ ής ίλαχεν Ικαστος κλήσεως, συνεργήση- 
τε είλικρινώς μετά τής έμής (χετριότητος καΐ των σεβαστών 
δύο σωματείων ύπίρ τής βελτιώσεως των έθνκκών ημών 
πραγμάτων. 

Ό δι Κύριος, 6 τά ασθενή θεραπεύων καΐ τα ελλείποντα 
άναπληρών, καταπέμψαι εις πάντας ήμΛς τήν πανίσχυρον 
αύτοΟ χάριν, καΐ κατευθύναι τά διαβήματα ημών εις π£ν 
ίργον άγαθον• Τδν δέ μεγαλειότατον ημών άνακτα σουλ- 
τάν "Απτούλ ΆζΙζ Χάν έφένδην μας διατηροίη έπΙ τοΟ έν- 
δ^ου αύτοκρατορικοΟ θρήνου άνοσον, ύγι& καί μακρέβιον. 
•Αμήν. 



Β' ΛΟΓΟΣ 

ΚΦΙΙΧΒβΕΓε ΥΠΟ ΤΟΥ ΠλΤΡϋΡΧΟΥ ΓΡΠΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤ' 
ΐ:ν ΤΔ'. ΒΑΤΡΙΑΡΧΙΚΔι ΝΑΔι ΤΠι ΙΣΤ ΦΙΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 

1867. 

£ενα δλως καΐ λίαν παράδοξα φαίνονται είς ήμδς, σε- 
εά^μΐίίΐ έν Χριττώ άδιλφοί, καΐ τέκνα έν Κυρίω αγαπητά, 
καΐ ώς έν δνεί^ω τά έν τώ πατριαρχική τούτφ να^ σήμερον 
τιλούμενα• καΐ είθε ή ν δνειρος καΐ κε^Λν τής φαντασίας 
άνάπλασμα τά γενίμε/α, άλλ* ουχί, αλήθεια πάνδημος, 
κιΐ £ν σταΟερίΙ μεσημβρία παριστάμενη, καΐ λίαν^ήμών 



τήν 'ψυχήν Ικταράττουσα ίιά τα έζ εναντίας 'ίί) "'^'^ετέρ^ 
τεροθέσει συμβαίνοντα. Δώ καΐ πάντη άλλοϊοι άπ6'ΐί)ς των 
ιφαγμάτων ιιαραστάσεως χαθιστάμενοκ^ χαΐ ώσύ ένεοί 
ιιιένοντες, οδτε ψυχήν ήρεμον, οδτε νοΟν ήσυχον, οΰτε χαρ- 
^ίαν άτάραχον ίχομεν, ίνα παραστήσωμεν άχριβώς τα έν 
ή|χΓν άντιπίπτοντα χαΐ άντιπαλαίόντα αισθήματα, χαΐ τήν 
χατέχουσαν ήμ^ς άπορίαν ίτΛ τΥ) άπροσδοχήτφ ταύτΌ των 
χαθ' ήμδς μεταβολ•^- Πλην, χαΐ οϋτως ίχοντες, ούοόλως 
έν τΕαντελεϊ σιωπή παραδραμεΤν τήν ύμετέραν άγάπην άνε- 
χέμεθα, άλλα τφονοοόμενοι χαλά ο& μόνον ίνώπιον ΘεοΟ, 
άλλα χαΐ ενώπιον ανθρώπων, χαιά τ6ν θείον Άπάιτολον, 
Υ.λ\ όδηγόν τοΟ λόγου τ^ν τοΟ λόγου πάρσχον προστησάμε- 
νοι, χαΐ τήν θείαν αύτοΟ χάριν θερμώς έπιχαλεσάμενοι, 
απεύδομεν είς τδ δι' ολίγων έχφράσαι τα χαθ' ήμδς• έφ* φ 
χαι έξαιτοιίμιθα τήν ύμετέραν ευμενή άχρόασιν. 

Είχοσι χαΐ επτά ήδη ίτη συμπληροΟνται, αγαπητοί, 
έξ δτου τί)ς των χοινών έχκλησιαστιχών πραγμάτων πατρι- 
αρχικής διοικήσεως άπεμαχρυνθημεν δια χαφιχάς αίτίας 
χαΐ περιστάσεις, τοϊς πασι γνωστά;, ούτω τοΟ πανάγαθου 
ΘεοΟ συγχωρήσαντος, τοΟ πάντα πρδς τ6 κοινή συμφέρον 
πανσόφως οίκονομοΟντος• καΐ έδοξάσαμεν τήν κηδεμονικήν 
α6το0 πρόνοιαν, τήν ούτω φιλαγάθως τά καθ' ήμας διαθε- 
μένην, καΐ άπαλλάξασαν τοΟ δυσβάσταχτου βάρους των 
πολλών καΐ ποικίλων χαΐ πολυωδύνων φροντίδων, έξ ων 
διηνεκώς τ6 πάγκοινον τοΟτο πνευματικόν σκάφος τής Εκ- 
κλησίας περιστοιχείται, ύπο παντοίων άντιπνόων άνεμων 
πάντοθεν προσβαλλόμενον, καΐ ύτώ των κατ' αύτοΟ έπεγει- 
.ρομένων αλλεπαλλήλων φοβερών κυμάτων έπαπειλούμενον. 
"Εκτοτε δέ περιορισθέντες είς τδν ίδιωτικδν καΐ άπράγμονα 
.βίον, άπερισπάστως και άκυμάντως α&τδν διηνόομεν, τήν 
,άταραξίαν τοΟ πνεύματος καΐ τήν ψυχικήν γαλήνην άνα- 
λαβόντες καΐ εύλογοΟντες εύγνωμόνως τδ πανάγιον τοΟ 
Υψίστου δνομα, τοΟ θέλοντος πάντας σωθήνα^ 



χαΐ εΙς Ιπίγνωσιν &λήθε ίοί ς έλθε Γν, β-ϋιίδω- 
Χ€ν ήμΓν χαιρέν^ δπως, έν άβορώβφ τή χα'Τασ'ϋάίΤει, άναμι-* 
(λγησκόμενοι των πολλών ήμιών αμαρτιών^ σπουδαιίτερον 
φροντίσωμιεν ΐιερί τ^\ς ψυχιχ1)ς ημών σωτηρίας. Οΰτω τοί- 
νυν τά χΛθ* ήμβς ίδιώτΐχώς διαθεμένοι, χαϊ την έχ τί]ς ησυ- 
χίας πνευματιχήν ήδονήν χαρπουμενοι, χαΐ έξ αντιπαραθέ- 
σεως ΐίολύ ζώηρίτερον έν ήμΓν αδτοΓς σι/ναισθανόμενοι τάς 
τ^ πατριαρχείας πολλάς πίχρίας και θλίψεις, &ς ύποφέρειν 
άναγχαζόμεθα, Ινεχα τ^5ς τών πραγμάτων ανώμαλου φο* 
ρδς καΐ τ'ίΐς δυσχίλου τοώτων οικονομίας, ίιά το πολύμορ- 
φον καΐ πολυποίκίλον τοΟ τών ανθρώπων ήθους, διά 'ϊ^ διά- 
γορον τών γνωμών καΐ τά διηνεχώς άντιπαλαίοντα ΓδιΛ 
τέλη χοά συμφέροντα, βρον χαθ' εαυτούς έθέμεθα τοΟ μεΓ- 
ναι διά ρίου ί&ωτεώοντες χαΐ πίίρρω τών κοινών απέχον- 
τες, ώσ^'Κ μηδέ ίπιθυμί]σαι μηδέ φαντασθί)ναί ποτέ δευτέ- 
ραν πατριαρχείαν καΐ δεύτερους καμάτους. ΚαΙ δια τοΟτο^ 
παντί σ6ένει, άποφεόγειν σπουδάζοντες, δσάχις άπάπειρά τις 
«αρ* ή{Λΐν έγίγνετο περί τούτου, σχεδδν εΙπεΙν, άπετροπια- 
ζ^εθ« πάντα, δστις δήποτε ην ό άποπειρώμενος• χαΐ £π* 
ούδενί λόγω έστέργομεν άνίαλλάξασθαι τά τ?)ς ησυχίας 
καλά, άντΙ τί)ς τών κοινών πολυμερίμνου (^ον^ΐ8ος καΐ διη- 
νεκοΟς ανησυχίας. Πλην, αλλαι μέν ^ουλαΐ ανθρώπων, άλ- 
λα ^ θεές κελεύει. «Λογισμοί γάρ θνητών πάντες δειλοί, 
Α%ι £τ:ςτ^αλ£!;; αι έπίνοιαι αυτών*, κατά τ6ν Σολομώντα. 
Τθ€ αυτής ού^της^ άγα-ητ^ί, τής παρ* ημών κατ* αν- 
θρώπων γενομένης ίδίζιτέρα; σκέψεως καΐ αποφάσεως, ώς 
ύμΓν είλιχρίνώς ΙςωμολογησάμΕΟα, πόθεν άρα έπ^ίλθεν ή 
ά^οοπτίϊς αύτη καΐ αθρόα μεταβολή και άλλοίωσις; Οδκ 
άλλοθΕν πάντως, πιστεύομεν, ή άνωθεν έκ τοΟ τά πάντα 
κατά τάς άνεξερευνήτί-^ς αύτοΟ ζουλάς διέποντός τε καΐ διε- 
ξάγοντος πα^'σίφου ΘεοΟ^ τί>υ καίπλάσσοντος κα'ίά 
μόνα; τάς καρδίας τών ανθρώπων, κατά τέν 
ΐϊ^ητά'^κτα• Διΐτί^ άμα τ?ΐ) οίκουμενικοΟ θρόνου χηρεώ* 



σαντος, επειδή πολλοί τών ή(ατέρων, ζήλφ υπέρ τϊ5ς Εκ- 
κλησίας χινουμενοΐι οδ διέλεκπον ήμίν προσεγγίζοντες καΐ 
ζωηρώς παριστάντες τήν παροΟσαν των κοινών εκκλησιαστι- 
κών καΐ εθνικών πραγ(Λάτων κατάστασιν ού καλώς ίχουσαν, 
καΐ έν κρισίμφ καταστάσει τυγχάνουσαν, καΐ τούτου Ινεκα 
διαφίρ(ί)ς ήμ,δζ έπεχείρουν πείσαι ε1ςτ6 άναδέξασΟαι τήν ίκ- 
κλησιαστικήν διοίκησιν, ώς ανενδοίαστος δ5)θεν έλπίζοντες 
παρ* ημών τήν εύκταίαν τών πραγμάτων διαρρόθμισιν, καΐ 
αμα μέν τ6 1ερ6ν καθ^]κον ήμΙν προύβάλλοντο^ έξ οδ απα- 
ραιτήτως όφείλομεν θυσιάσαι τήν ίδίαν ήμώνήσυχίαν υπέρ 
τοΟ κοινοΟ συμφέροντος, καΐ μή παριδεΓν τά τί)ς Εκκλησίας 
καΐ τοΟ Ιθνους έπΙ πλείον διακυμαινέμενα καΐ έν άκροσφα- 
λεΤ θέσει μένοντα, αμα δέ τ6 φοβερών τοΟ ΘεοΟ δικαστήριον 
πρ6 τών οφθαλμών ημών προετίθεντο, διαβεβαιοΟντες δτ( 
υπεύθυνοι έν αύτφ έσέμεθα, έάν, προτιμώντες τ^ ίδιον, άμε- 
τάπειστοι ιΐς τάς κοινάς τών όρθοδέξων φωνάς μείνωμεν. Έκ 
τών τοιούτων επανειλημμένων σπουδαίων παρατηρήσεων 
πάνυ κλονισθέντες ήμεΤς, είς ού μικράν χατέστημεν άγω- 
νίαν, προσπαλαίειν άρξάμενοι τοί^ λογισμοϋ;, χαΐ διαλογί- 
ζεσθαι άλλως ή πρΛερον, ένθεν μέν τήν θείαν έντολήν τ1)ς 
οφειλομένης πρ6ς τ^ν πλησίον αγάπης είς νοΟν φέροντες, έν- 
θεν δέ τήν άποστολικήν φωνήν ώσανεΐ εντόνως έν ήμΤν 
λαλοΟσαν ένηχούμενοι- «ΜηδεΙς τ6 έαυτοΟ ζητείτω, άλλα 
χαΐ τ^ τοΟ έτερου έκαστος». 

Έν τούτοις δέ περιστρεφήχενοι τοϊς λογισμοί;, κάΙ τήν 
ψυχήν κατά μικρίτν πρ^ αυτούς μάλλον νεύουσάν τε καΐ 
κλίνουσαν αίσθανήχενοι, εΐ καΐ τήν τοιαύτην άλλοία>σιν 
ούκ άνευ ΘεοΟ έν ήμΙν ένεργουμένην ύπελαμβάνομεν, βμως 
ούκ έπ' ολίγον έτι τήν γνώμην άμφεταλαντευίμεθα, άπο- 
δειλιώντες εΙς τήν πλήρη ^υγκατάθεσιν, ένθεν μέν τ& &4σ- 
€άστακτον βάρος τής πατριαρχικής διοικήσεως έκ πε(ρας 
γινώσκοντες, καΐ τάς περιστοιχούσας, τί γβ νίΟν μάλιστα, τόν 
6(κουμενικ6ν θρένον έσωτερικάς καΐ έζωτερικάς δυσχερεστά- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



'ήα^ ιιεριστάσε«ς ιφοφαν&ς βλέποντες^ Βιά τε 'ϋήν τών δ(I^* 
£έξων αδελφών Βουλγάρων άναφυείσαν έξ αμαρτιών ημών 
λυιπ)ράν 5ιχ;^νοιαν, καΐ τήν έπενεχθείσαν είς τά δκοιχητιχά 
η:1)ς Εκκλησίας μεταβολήν^ άπ* εναντίας τών ές δεΟρο αρ- 
χαίων καθεστώτων, οδ μικράν πρ^ τά νεωτερισθέντα συγ- 
κρουόμενων ένβεν δι τ& έλλειπες τί)ς απαιτουμένης Ικανό- 
τητος ώς πρ6ς τ6 σοβαρών τών περιστάσεων συνειδότες, ο&χ 
ήττον δΐ χαΐ εΙς τ6 φιλάσθενον καΐ νοσηρών τοΟ σώματος 
ημών αποβλέποντες, δπερ δυσκόλως άντέχειν δύναται πρ6ς 
τού; διηνεκείς αγώνας τί)ς διοικήσεως, ώς έκ τών προτέ- 
ρων πραγματικώς ϊγνωμεν. ΚαΙ ούτω μέν ?ως τιν^ διακεί- 
μενοι, άνησυχοΟντες δέ άλλοι>ς έκ τοΟ επιβαλλομένου ήμΓν 
χρέους ζΐς τήν τοΟ πλησίον, κατά τ6 δυνατίν, ώφέλειαν, καΐ 
πολλφ μΛλλον εΙς τήν τής Εκκλησίας τοΟ ΧριστοΟ, πρ6ς 
ήν απαραιτήτως δφείλεται ή παρά πάντων δυνατή συνδρο•- 
μή χαΐ συναντίληψις, πρ^ δέ, καΐ τήν ύπ6 τοΟ Κυρ(ου κατά 
^οΟ πονηροΟ καΐ όκνηροΟ δούλου άποφανθεΓσαν καταδίκην 
ώπ* βψιν λαβίντες, έπερρίψαμεν τελευταΓον εαυτούς εΙς την 
πανάγαθον τοΟ Υψίστου πρόνοιαν, δείμενοι θερμώς ίνα στή- 
σΐ) διά τ<]ς θείας αύτοΟ χάριτος τ6ν σάλον τών λογισμών, 
καΐ όδηγήστ) ήμδς είς τ6 σωτήριον αύτοΟ θέλημα. 

"Οθεν, κατιδοντες εΙς τέλος τήν έκ κοινής συμπνοίας 
πβιρά πάντων γενομένη ν εκλογή ν, καΐ τήν όμ^ωνον πρ^- 
κλησιν, ήτις καΐ τ6 άμφίρροπον τής γνώμης ημών Ιστη- 
σεν, ένεδώκαμεν τέως καΐ ύπεκλίναμεν τ6ν αΟχένα, αίρε- 
τώτερον ήγησάμενοι ύπενδοΟναι τ*^ κοιν^ γνώμγ), δταν ή 
τής Εκκλησίας ωφέλεια καΐ ή δόξα τοΟ ΘεοΟ ύπάρχτ) τ6 
σπουδαζίμενον, Οδτως οδν σύν Θεφ, ύπακοόσαντες ευπει- 
θώς τ^ κοιν•^ τής Εκκλησίας φων^, ώς φων* καΐ κλήσει 
αύτοΟ τοΟ ΘεοΟ, άνεδεξάμεθα καΐ αδθις τό οευτερον τήν 
τοΟ ο^κουμενικοΟ θρόνου διοίκησιν καΐ τήν κοινήν τοΟ 
δρθοδόξου λαοΟ ιφοστασίαν διότι, δσον τ6 έξ ημών, ε6σε- 
βοφρόνως πιστεύομεν, δτι ή κοινή αυτή τής Εκκλησίας 



φ(βνή άναμφιβ^ως έστΙ φωνή το& ΘεβΟ* χαΐ δταν δ θε&ς. 
χαλ^ χαΐ έντέλλητακ^ ιεας ό καραχούων χϋΛ Ανθκστάμενος 
άπειθής έστι πάντως τφ τοΟ ΘεοΟ έντάλματι• 6 5^ ιιαρή- 
χοός χαΐ άπειθής άναποφεύχτως επισύρει έφ' έαυτ6ν "ϋάς 
παρά ΘεοΟ $ιχα(ας τι^χωρίας^ χατά τάς φριχτάς έν ταΐζ 
άγίαις ΓραφαΙς άπεκλάς. € Κα6ώς άπώσασΟέ μιε (λέγε<^ 
^οΟ είναι εΙς ηγουμένους τοΟ λαοΟ μου χαΐ άρχοντας^ ο&Τω 
χάγώ άπώσομαι ύμδς τοΟ ε!ναι ε!ς βασιλέα »• ΚαΙ « χα- 
θως ούχ ε{σηχοόσατε τ{]ς φων^ς μου^ άλλ* ίδώχατε νώτρν 
σχληρ6ν χαΐ ήπειθήσατε, ούτως ίσται^ 8τε έπιχαλέσεσΟέ 
με• έγώ δέ ούχ επιβλέψω έπΙ την τφοσευχήν υμών, ο6δέ 
είσαχοόσομαι ». Μη γένοιτο! (βοώμεν χαΐ ήμεΓς μετά τοΟ 
^οΧ&γοο Γρηγορίου), μή γένοιτο, ίνα ίλθ(ι>σιν έφ* ήμας 
αύται οΛ φωναί* έτο(μως ίχομεν ε!ς τ^ ύπαχοΟσαι τφ θείφ 
θελήματι, θυσιάζοντες μ£λλον παν δ τι έσμέν, ή στέργοντες 
ύποπεσεΤν ε{ς τά τ{)ς άπειθε{ας παρεπόμενα. ^Υπετάγημεν 
λοιπόν τφ Κυρίφ χαΐ Ιχετεόσαμεν α6τ6ν ίπως γένηται 
ήμίν προστασία χαΐ φωτισμός χαΐ δυναμις χαΐ, χατά ^Λν 
Θεολόγον, ποιμήν τοί> ποιμένος. ΤαΟτά είσιν, αγαπητοί, 
τά χα&' ήμδς, άπερ, ώς ένίΐν, αναλόγως τφ χαιρφ πρ^ 
ύμδς έξεΟέμεθα. 

"Εχετε λοιπόν πάλιν ήμδς (Γνα χαΐ ημείς είπωμεν μετά 
τοΟ αύτοΟ βεί^υ πατρός)• έχετε, ποιμένες χαΐ συμποιμένες• 
Σχετ§, ώ ποίμνιον 1ερ6ν καΐ ΧριστοΟ τοΟ άρχιποίμενος άξιον 
έχετε ήμβ; πειΟηνίους χαΐ υπηκόους ε{ς την φωνήν τβΟ 
ΘεοΟ•. διότι ύπί)ρξε χοινή άπάσης τί)ς Έχχλησίας φωνή• 
ίθεν πρβηγουαένο>ς αναθεμένοι πβσαν ημών τήν ελπίδα είς 
τ^ν ούτως εύοοκήσαντα καΐ καλέσαντα Κύριον, τόν δυνά- 
μενον καΐ τά άσΟενΐ] θεραπεύειν καΐ τά ελλείποντα άνα- 
πληροΟν, οδ καΐ ή δύναμις έν άσΟενείςι τελειοΟται, κατά 
τ^ν θεϊον Άπόστολον, χαΐ θερμώς παρ' αύτοΟ έξαιτοόμενοι, 
βπως γένηται ημών χαΐ κηδεμών καΐ Αδηγός, ούχ ήττον 
επομένως θαρροΟμεν καΐ εΙς τήν κοινήν όμόνοιαν καΐ δμο- 



φροτύνην, ήν έπεδείξατο χαΐ άπας ό (ερατιχ^ς χλ{)ρος^αΙ π2ν 
τι 'ΐών ιφοχρ^'των τοΟ ορθοδόξου Γένοι^ ημών άνθολόγημα: 
άλλα ^εέμιεθα χαΐ παραχαλοΟμεν πάντας ύμόΐς, ίνα ή πα- 
ροΟσα χατά Χρισι&ν ίμένοκα ^ιαμένγ) χαΐ τοΟ λοκποΟ άπα- 
ραμείωτος χαΐ αδιάλειπτος* χαΐ ^τυμπράττοντες άπαντες, 
(^? Ψ^Χ*^ ^^^ χαρ$ί(;Ε, συμπροθυμώμεθα χαΐ συσπεό^ωμεν 
εις τήν έχτέλεσιν. πάντων, ίσα άφορώσιν εις δόξαν ΘιοΟ, 
δσα εΙς τήν εύχταίαν τ^ς Έχχλησίας λαμπρότητα, χαΐ 
2σα εΙς τα λοιπά τοΟ ορθοδόξου Γένους συμφέροντα. Έφ' φ 
χαΐ παραχαλοΟμεν ύμας, ώ τέχνα τ^ς ευσέβειας αγαπητά, 
τήν τοΟ αποστόλου Παύλου παράχλησιν : € παραχαλώ ύ^ 
μας, αδελφοί (έλεγεν), ίνα τ6 αύτ6 λέγητε πάντες, ίνα τ6 
αύτ^ φρόνήτε », χαΐ συνεργήσωμεν χαΐ συντελέσωμεν μετά 
ζήλου είς τα τής αγίας Έχχλησίας χαΐ εΙς τα συνιστώντα 
χαΐ στηρίζοντα ταύτην διά τής ενάρετου διαγωγής χαΐ τοΟ 
χριστιανιχοΟ ημών πολιτεύματος, χαθώς παραγγέλλει 6 
αύτ^ς θείος "Απόστολος, λέγων €Τδ λοιπόν, αδελφοί, ίσα 
έστΙν αληθή, δσα σεμνά, 8σα δίχαια, όσα αγνά, δσα προσ- 
φιλή, δσα εύφημα, εΓ τις αρετή χαΐ εί τις έπαινος, ταΟτα 
λογίζεσθε• ά χαΐ έμάθετε, χαΐ παρελάσετε, χαΐ ηχούσατε, 
χαι ειδετε έν έμοί, ταΟτα πράσσετε• καΐ ό Θε6ς τής ειρή- 
νης ίσται μεθ' υμών»• εΐ δέ τουναντίον, άντΙ τών άπ^ 
στολιχών διδασχαλιών χαΐ παραινέσεων, προτιμούνται τά-» 
ναντία, τουτέστιν ή ταραχή άντΙ τής ειρήνης, τ6 μίσος 
άντΙ τής αγάπης, χαΐ ή διχόνοια άντΙ τής ομονοίας, άπερ 
είσΐ ξένα χαΐ αλλότρια τοΟ χριστιανιχοΟ επαγγέλματος, 
τ;-ε άοεύκτω^τζ 'τί^ΰίύτα φέρουσι μεθ' εαυτών πάντα τά 
χΑχά, χαΙ πασαν άοοξίαν χαι άτιμίαν εΕς τε τήν Έχχλη- 
σΐαν χαΐ είς άπαν τ6 6ρ96οοξον Γένος, έπαπειλοΟντα τφός τού- 
τοις χζϊ αυτήν τήν χ^^νωνιχήν πανωλεθρίαν. Διότι αληθής 
ί είπών «ίΠασα ^α7ΐλεια, χαίπδσα πόλις, χαΐ πδσα οίχία 
μερίσΟεϊσα χαΟ' έαυτΐ5ς έρημοΟται»• αληθές έστι τ6 
«'Αΐύνατον μή ίλΟεϊν ςά σχάνδαλα• ούαΐ δέ δι' ου έρχεται• 



» 10 » 

συμφέρει αύτφ (λέγει τλ άψευ^Ις στ^α τοΟ Κυρ{ου]^ εί 
μύλος όνκχος τιερίχεκται περί 'τ^ν τράχηλον α&τοΟ καΐ έρρι- 
πται εΙς τήν θάλασσαν, ή ίνα σχαν$αλ{σ7) Ινα των μιχρων 
τούτων ». Άσυγχρίτφ δέ τφ λόγφ γίνεται άξιος τοΟ βυθοΟ 
τί)ς θαλάσσης, έάν σχανδαλίση τήν Έκκλησίαν, τήν άγνήν 
χαι άαωμον τοΟ Κυρίου περιστεράν, ύπίρ ής τ6 Ιδιον έαυ- 
τοΟ αίμα έξέχεεν. 

Συμπεραίνοντες λοιπόν τ^ν λίγον, αγαπητοί, κατά πρώ- 
τιστον ημών χρέος συνιστωμεν πρ6ς ύμβς τήν έν Χριστφ 
είρήνην καΐ όμένοιαν καΐ άγάπην, καΐ θερμώς έζαιτοόμεθα 
παρά τοΟ είρηνάρχου καΐ άρχιποίμενος ημών ΊησοΟ ΧριστοΟ, 
βποϊς γένοιτο π&σιν ήμίν αρχή, μέση καΐ τέλος ή αγάπη, 
6τι € ό Θε6ς αγάπη εστί• καΐ 6 μένων έν τ^ άγάπτρ, έν τφ 
Θεψ μένει, καΐ ό Θε6ς έν αύτφ », κατά τ^ν ίπιστήθιον 
Ίωάννην. Επομένως δέ, λόγφ τής οφειλομένης ευγνωμο- 
σύνης πρλς τ^ν μεγαλειέτατον, κηδεμονικώτατον καΐ εόερ- 
γετικώτατον ημών άνακτα σουλτάν Άπίούλ *ΑζΙζ Χάν 
έφένδη μας, θΓ ήν αδιαλείπτως καταβάλλει άγρυπνον 
φροντίδα καΐ πρένοιαν υπέρ τής κοινής ευημερίας πάντων 
των ύπ6 τήν άμφιλαφή αύτοΟ σκιάν διατελούντων πιστών 
ύπηκ^ν, δεΟτε σύμπαντες όμόφωνον ύψώσωμεν φωνήν 
πρ^ τ&ν παμβασιλέα Θεέν, δεόμενοι έκ βαθέων καρδίας, 
ϋπως έπιδαψιλεύοιτο άνϋ>θεν τή εύεργετικωτάττ) Α. Μ. 
ζωήν πολυχρόνιον καΐ ύγίειαν άμετάπτωτον, διαφυλάττων 
Αυτήν ώς κέρην όφθαλμοΟ καΐ άνωτέραν παντ^ άνιαοοΟ, 
καΐ νεύων άείποτε αγαθά εις τήν βασιλικήν ΑύτοΟ καροίαν 
υπέρ ημών* (να έν τη θεοστηρίκτφ ΑύτοΟ βασιλείς ήρε- 
μον καΐ ήσύχιον Βίον οιάγωμεν έν πάστ) ευσεβείς καΐ σε- 
μνίτητι• σκέποι ύΐ καΐ περιφρουροίη καΐ τους υψηλότατους 
υπουργούς, τους μετά ζήλου ακαμάτου εργαζομένους υπέρ 
τοΟ βασιλείου κράτους, εύδοκίμους αυτούς άναδεικνύων καί 
εύαρέστους τ^ ΑύτοΟ θεοφρουρήτφ μεγαλειότητι• καΐ έπΙ 
τέλους δφη αμα καΐ ήμΤν ποιμαναι θεαρέστως τ^ έμπιστευ- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 11 »: 

βέν λογικών ποίμνιον, χαΐ κυβερνί)σαι 'ζ^ ττάγκοινον τοΟτο 
Ίτνευμι.α'τιχδν σκάφος τί]ς αγίας αύτοΟ Εκκλησίας, κατά τδ 
θείον θέλημα^ καΐ ^ιευθΟναι ακινδύνως καΐ ασφαλώς είς 
λΐ(Αένα σωτήριον δπως, θείφ χάριτι, καΐ ταϊ; κοιναΓς συμ- 
ιτάντων ή[χών εΟπροσδέκτοις δεήσεσι, καταστάντες εί»παρ- 
ρησίαστοι ενώπιον αύτοΟ έν τ^ ή(λέργ '^ς των έργων άν- 
ταποδ^εως^ καταξκωθείημεν άκοΟσαι τΐ}ς μακαρίοος α6τοΟ 
φωνί)ς• € Εύ δοΟλε αγαθέ καΐ πιστέ, έπΙ ολίγα ής πιστές, 
ίπΐ π^λων σΐ καταστήσω. Είσελθε είς την χαράν τοΟ 
Κυρίου σου ». Γένοιτο ! 

Ή χάρις του Κυρίου καΐ ΘεοΟ και Σωτί5ρος ημών 
ΊησοΟ ΧριστοΟ εΟλογοΓ καΐ στηρίζοι τήν Έκκλησίαν αυτοδ.. 



Γ' ΛΟΓΟΣ 



ΗΦΔλΗΘΕΙΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡϋΡΧΟΥ ΙΔΑΚΕΙΜ ΤΟΥ Β', 
Β!ν Τίίι ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚίίι ΝΑΔι ΤΟι Α' ΔΚΕΙΜΒΡΙΟΥ 

1873. 

Σεβάσμιοι έν Χριστψ άίελφοί, άξιΛιμοι σύμβουλοι, λα- 
γάνες καΐ αντιπρόσωποι τοΟ εύσεβοΟς ημών Γένους καΐ 
δπας δ περιούσιος τοΟ Κυρίου λαός, τέκνα έν Κυρίφ άγα•* 
πητά. 

ΑηοχοΡΗΧΑΝΤΒΐ: πρ6 δεκαετίας τί)ς πατριαρχικί)ς θέ- 
σεως καΐ τί)ς τών κοινών πραγμάτων διοικήσεως 5ιά λί- 
γους, οΟς οΐ πλείους υμών οΓ^ασι, καΐ άπαλλαγέντες ούτω 
πολυωδύνω\τ καμάτων καΐ ά^ιαλείπτων ανησυχιών τε καΐ 
θλίψεων, έδοξάσαμεν τ6 ύπερύμνητον δνομα τοΟ πανάγα- 
θου καΐ πανοικτίμονος ΘεοΟ, τοΟ ούτω τότε τα καθ' ήμβς 
οίκονομήσαντος, ώστε άπαλλάξαι ήμδς τής έπιβαρυνοό- 
αης το πατριαρχικών πρόσωπον ευθύνης, καΐ παραδοΟναι τφ 



= 12 = 

!$ιωτιχφ βίω, δηως έν ήσυχίφ δυνηθώμιεν τοΟ λοιποΟ έξι- 
λεώσασΟαι τ6 θεΓον, έπιχαλούμιενοι τ6 Ελεος βΛτοΟ ύιιέρ τής 
βελτιώσεως των ί'Λχλησιαστκχών ήμ,ών ιφαγμιάτων καΐ 
υπέρ τί)ς ψυχικές ή{χών σωτηρίας. Τοσαύτην δέ αληθώς 
ευρομεν άταραξίαν ψυχί)ς χοά γαλήνην ιη^ύματος έν τφ 
(χαχράν τί)ς βασιλίδος των πόλεων {διωτιχφ βίφ, ώστεκαΐ 
ηύχήχεβα ίνα (χηδέποτε, μηί' δν είτι καΐ γένοιτο, άνταλ- 
λάξωμιεν τ6ν τοιοΟτον βίον, ή καταλίπω^Λεν τ6ν τί)ς διβι* 
I^^ονΐ)ς ήίχών τόπον, δν ι^ρετισάμεθα. Ασθένεια τις 6μιως, 
χαταλαβοΟσα ήμ£ς και χαταμαστίσασα έπΙ ίτος δλον, έξ- 
ηνάγκασεν ίνα, έλθόντες ένταΟθα, έκζητήσωμεν ίατρικήν 
θεραπείαν, ής καΐ έπετύχομεν τη τοΟ ΘεοΟ χάριτι. Άλλ* 
ίδού αΓφνης, παραιτηθέντος τοΟ παναγιωτάτου καΐ σεβασμι- 
ωτάτου ήμων προκατόχου, καλοόμεθα τ^ δεύτερον ήμεΤς 
εΙς τόν άγιώτατον αποστολικών οίκουμενικ&ν θρόνον, κοινή 
χαΐ όμοφώνψ ψήφφ, εκλεγέντες ύτώ τί]ς χορείας των αγίων 
αρχιερέων καΐ ύπ6 των έπί τούτφ συνελθό^ηων αντιπροσώ- 
πων τοΟ ορθοδόξου λαοΟ, καΐ δη καΐ αναγνωρισθέντες επι- 
σήμως σήμερον ύιώ τοΟ φιλολάου καΐ εύεργετικωτάτου 
ημών άνακτος, κατά τήν ανέκαθεν καΐ άπ& τοΟ κατακτη- 
τοΟ αύτοΟ έπικρατήσασαν τάξιν. 

*Αλλ* όποΓα αισθήματα παρήγαγεν έν ήμΤν ή τοιαύτη 
ημών εκλογή, σεβάσμιοι άδελ(ροΙ καΐ λοιποί κατά πνεΟμα 
υΙοί, καΐ όποΓοι διαλογισμοί κατέχουσι την καρδίαν ημών 
κατά την έπίσημον ταύτην στιγμήν, αδύνατον αποβαίνει 
ύμίν έκδηλώσαι• διότι ένθεν μέν ή πάσης ευγνωμοσύνης 
υπέρτερα αγάπη, συμπάθεια καΐ τιμή, ήν περιεποίησεν 
ήμίν β τε 1ερ6ς κλήρος καΐ 6 ορθόδοξος λαός, ύποχρεοΓ ήμβς 
€{ς παραδονήν τής ούτω πα νόήμως γενομένης κλήσεως, έν- 
θεν δέ, αΐ δειναί χαΐ είπερ ποτέ άλλοτε δυσχερείς καΐ χρίσιμο€ 
τ^ Έχχλησίοι περιστάσεις παραχελεύονται ήμβς άποποιή- 
σασθαι, ως έκφοβίζβυσαι καΐ τ^ν έμπεφότατον χαϊ γενναι• 
^ατον κυβερνήτην, καΐ μήτι γε δη ήμδς, ων καΐ τ6 σώμα 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



01 



= 13 =τ 

χα! τδ ιτνεΟμα ήρξατο ήδη άτώ ιιολλοΟ έξασθενεΤν καΐ κ«- 
«αβάλλεσθαι• ύπ6 τ^ κράιος τοιούτων αΙσθημάτων χαΐ 
σχέψεων διατελοΟντες^ έν (Λ^νοις τοις ρήμασι τοΟ Κυρίου 
ευρο(χεν αναψυχή ν χαΐ ένίσχυσιν χαΐ την περί τοΟ πρακτέου 
άπίφασιν, άχούον τες αύτοΟ λέγοντος• ή 5ύνα(Λίς τοΟ ΘεοΟ 
έν ασθενείς τελειοΟται^ χαΐ άλλοτε^ βτε, προΟποδεκχνυων, 
έν τφ τύπω τί)ς κυμαινόμενης θαλάσσης, τ6ν ταραχώδη 
τ^ς στρατευόμενης Εκκλησίας βίον, προήλειφε τ^ν μακά- 
ιον Πέτρον είς τους ύπίρ αΟτ^,ς αγώνας, αυστηρώς χατα- 
ιχάζων την τοΟ Αποστόλου δειλίαν δια τ^ς έπιτιμή- 
σεως €ε{ς τί έδίστασας, όλιγόπιστε;» Τήν αυτήν δή κυρία- 
χήν έπιτίμησιν δικαίως καΐ πρ6ς ημάς αναφερόντες, καΐ 
πιστεύοντες είκότως 8τι, ως πάντοτε διέσωσε τήν άγίαν 
αύτοΟ Έκκλησίαν έκ πλειόνων καΐ πολλφ δυσχερέστερων 
κλυδωνισμών χα Ι σάλων, ούτω χαΐ νΟν δύναται τη παναλ- 
κεΤ αύτοΟ δεξι^ άσφαλίσαι αυτήν καΐ εΙς εΰδιον άγαγείν 
λιμένα, έστω καΐ διά τ1)ς ημετέρας ασθενείας. Τούτων 
πάντων ένεκα καθήκον ήγησάμεθα άπαραίτητον 5πως, τήν 
φωνήν τής αγίας * εκκλησίας ώς φωνή ν ΘεοΟ άποδεξάμε• 
νοι, ύποταχθώμεν τφ Κυρίφ έν πλήρει άφοσιώσει καΐ αύ• 
ταπαρνήσει τελείου 

Ούτως έχοντες πάρεσμεν έν τψ μέσφ υμών, αγαπητοί έν 
Χριστφ άδέλφοΙ καΐ τέκνα έν Κυρίφ αγαπητά, ίνα λάβωμεν 
καΐ α&θις εΙς τάς άοθενεΓς ημών χείρας τους οίακας τοΟ παν- 
ταχόθεν κρίμασιν οϊς οϊ5ε Κύριος, κλυδωνιζομένου σκάφους 
τ^ς Εκκλησίας, αφορώ ντες, ώς εΙς πολικών αστέρα, εις α6- 
τ6ν τ6ν Κύριον ημών ΊησοΟν Χριστών, τ^ν ούράνιον α6τί5ς 
νυμφίον, καΐ πεποιβότες ιφώτιστα καΐ μάλιστα έπΙ τήν παν-- 
σθεν^αύτοΟ χάριν, είτα δέέπΐ τήν ειλικρινή σύμπραξιν τών 
αγίων αρχιερέων, τών άζιοτίμων συμβούλων, και τών λοι- 
πών προκρίτων τοΟ ημετέρου Γένους• διότι, άνευ τής είλι- 
κρινοΟς συμπράξεως τών εκάστοτε περιστοιχούντων τδν πα- 
τριαρχικών ^^ό^ον αρχιερέων καΐ συμβούλων, καΐ τής προ- 

.ί9ίΐίζβ(^^)νΟθΟ§ΐ€ 



« 14 πβ 

θύμου συναντιλήψεως πάντων τών δυνα[χέν(ι>ν, φρονοΟμεν 
χαΐ 6μολογοΟ[Α€ν άνυποχρίτως^ δτι εΙς μάτην οΐ λίγοι, αί 
εΟχαΙ χαΐ οΐ πόθοι υπέρ τί)ς έχκλησιαστιχίΐς ήμων εύ- 
κλείας, εί< μάτην πάντες οί κανονισμοί καΐ αΐ έπ* αυτών 
διαρκείς καΐ εναγώνιοι συζητήσεις καΐ οίαιδήποτε προσθα- 
φαιρέσεις, ε{ς μάτην οά μονομερεΤς συνδρομαΐ των φιλοχρί^ 
στων καΐ φιλόμουσων ομογενών, υλικαί τε καΐ ήθικαί• είς 
μάτην αί, ως μη ώφελε, συνεχείς τών πατριαρχών παύ- 
σεις ή παραιτήσεις• εΙς μάτην ή ζωηρά επιθυμία τοΟ φΓλο- 
λάου ημών άνακτος καΐ τών πεφωτισμένων αύτοΟ υπουργών 
υπέρ τής διαρρυθμίσεως καΐ βελτιώσεως τών καθ* ήμδς 
πραγμάτων. Λάβωμεν λοιπόν κατά νοΟν πάντες τάς περι- 
κυκλούσας τήν άγίαν ήμιών Έκκλησίαν δυσχερείας καΐ 
τήν δλην κατάστασιν τών κοινών ί^μών πραγμάτων, καΐ 
αναλογιζόμενοι τήν βαρεΐαν εύθύνην, ήτις επίκειται έπΙ 
πάντας, Ιδί^ δέ έπΙ τους προέχοντας τοΟ κλήρου καΐ τοΟ 
λαοΟ, σπεύσωμεν ομοθύμως καΐ μετά ζήλου ένθέου^ 2πως 
τ6ν μέν περ•'δοξον τοΟτον θρόνον σώσωμεν άπ6 τής έπαπει- 
λούσης αυτόν ταπεινώσεως καΐ άδοξίας, τά δέ κοινά ημών 
τφάγματα μετά τών κλονουμένων εθνικών εκπαιδευτικών 
ημών καταστημάτων στηρίξωμεν καΐ διαρρυθμίσωμεν ίπΐ 
τδ βέλτιον, αναλόγως τών σημερινών ημών αναγκών^ Ικ 
άγαθ(5> τοΟ ορθοδόξου πληρώματοζ. 

Έπ\ τ•^ γλυκείς δέ ταύττ) έλπίδι, καΐ Κύριος οϊδεν δτι 
μόνον έπΙ ταύττ), φέροντες παραδίδομεν ήμας αυτούς τί) 
μητρι Έκκλησίςι, έξαιτούμενοι θεοθεν υπέρ αυτής μέν άπο- 
σόβησιν πάντων τών σκανδάλων, είρήνην τε καΐ ευσταθεί- 
αν πρδς έπίτευξιν τοΟ θείου αυτής έπΙ γής προορισμοΟ, υπέρ 
δέ τοΟ κραταιοτάτου καΐ γαληνότατου ημών άνακτος 
ύγίειαν άμετάπτωτον, διηνεκή εύδαιμονίαν καΐ δόξαν άλη- 
κτον υπέρ δέ τών έκλάμπρων καΐ ευμενέστατων ήμΓν υπουρ- 
γών άδιάσειστον εύημερίαν καΐ τήν θείαν άρωγήν εΙς πι- 
ντήν έκτέλεσιν τών φιλολάων προθέσεων τοΟ ε&εργετικ(ι>- 



»: 15 == 

'τάτϋυ ημών αΟτοκράτορος καΐ σουλτάνου, υπέρ ήμδ>ν δέ 
αύτων, τών περί ήμ.Λς αγίων αρχιερέων καΐ άξιοτίμων 
συμβούλων χαΐ σύμπαντος τοΟ περιουσίου λαοΟ, αύταπάρ- 
νησιν, όμόνοιαν, σύνεσιν, καΐ ένίσχυσιν εΙς ίχπλήρωσιν τοΟ 
αγίου αύτοΟ θελήματος. Αμήν. 

Δ' ΛΟΓΟΣ 
ΙΚΦΔίνίβΕΙΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΔΑΕΙΙΜ ΤΟΥ Τ\ 

ΤΟΥ ΑΠΟ ΘΒΖ£ΑΑΟΝΙΚΒΣ, 

ΕΝ Τ&ι ΠΑΤΡΙΑΡΧΙ&ΙΚι ΝΑΔι ΤΙΙι Α ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1878 

Σεβάσμιοι έν Χριστφ αδελφοί, περισπούδαστοι λογάδες 
τοΟ εύσεβοΟς ήμων γένους καΐ λοιπόν φιλέχριστον εκκλη- 
σίασμα. 

ΑΝαβιΧΝίΑετΟι θείςι βουλίί, ήμεΓς, ό μικρές έν τοΙ<; γβ- 
ραροΤς άδελφοΐς και νεώτερος ένττ) Ιερ^ί χορ^^? '^ών Εεραρχων 
τί)ς άγιωτάτης ταύτης τοΟ άγαθοδότου ουρανίου πατρός 
ημών Εκκλησίας, ένφ έν τί) πολλαπλοί ποιμαντορική 
ημών ευτελείς: καΐ άδυναμί^ έποιμαίνομεν τ6 τοΟ Κυρίου 
θεοσεβίς ποίμνιον τΐ)ς τών Θεσσαλονικέων αποστολικής Εκ- 
κλησίας, έ•)•καρδίως φιλοΟντες α6τ6 καΐ ύπ' αύτοΟ άμοι•* 
βαίως άντιφιλούμενοι, προσκαλούμεθα νΟν μετά τήν £ναγ- 
χος άποβίωσιν τοΟ αειμνήστου πατριάρχου κυροΟ 'Ιωακείμ 
τοΟ Β', τοΟ ημετέρου Ιδί^ αξιοσέβαστου πνευματικοΟ πα- 
τρίς, προστάτου καΐ ευεργέτου — οδ τήν μακαρίαν ψυχήν 
άναπαύσαι Κύριος έν σκηναΐς δικαίων ^προσκαλούμεθα ίνα 
άναβώμεν τάς βαθμίδας τοΟ άγΕωτάτου καΐ γεραιτάτοα 
τούτου άποστολικοΟ οΙκουμενικοΟ θρόνου. 

Άνεξιχνιάστφ θείί^ βουλί), ήμεΙς όμικρ^ερος καΐ νεώ- 
τερος έν τοΓς Ιεράρχαις άδελφοΓς καΐ έν το^ ποιμέσιν ευτε- 
λής καΐ πάντων τών ποιμαντορικών χαρισμάτων έστερη- 
μένος, εύδοκί^ τοΟ τά ασθενή θεραπεύοντος καΐ τα ελλεί- 
ποντα πανσάρως καΐ άκαταλήπτως άναπληροΟντος πάνα• 



= 16 = 

γίου καΐ τελεταρχιχοΟ πνεύματος, έχλογ^ ίέ τοΟ γεραροΟ 
{εραρχ^ιχοΟ συλλίγου των έν Χριστφ αγαπητών ήμιν αδελ- 
φών καΐ τών ευγενών λογάδων τοΟ χρίστε πω νύ[χου πλη- 
ρώματος χαΐ ύψηλη αύτοχρατορικ•^ έπκδοχιμασί^ χαΐ έπι- 
νεύσει τ?)ς Α. Α. Μ. τοΟ φιλολαου ημών άναχτος σουλτάν 
Άπτούλ ΧαμΙτ Χάν έφένδου ημών, προσκαλούμεθα ίνα άνα- 
λάβωμεν τους οΓαχας τοΟ χηρεόσαντος οίκουμενικοΟ βρόνου, 
τοΟ θρίνου 'Ζούτο\^, τοΟ τ^Ις ίερδς καΐ ορθοδόξου Εκκλησίας 
έγκαλλω πίσματος. 

*ΑνεΗ^χνιάστω θεΐί^ βουλ*^ τδν θρίνον τών άγιωτάτων καΐ 
σοφωτάτων πατριαρχών των Χρυσοστίμων,^τών Γρηγορίων, 
τών Φωτίων καί τοσούτων άλλων επίλεκτων έπΙ άγιΐτητι 
χαΐ σοφίοε, τ6ν θρόνον δν ήγίασαν καΐ έκλέΓσαν οΐ άγιώτατοι 
έκεΓνοι άρχιθύται καΐ ποιμένες δια τών σοφών καΐ αθανά- 
των συγγραμμάτων αυτών, δια τοΟ υπέρ τ•9) ς ορθοδοξίας 
ζήλου καΐ τών ακαμάτων αγώνων, διά τής Ισαγγέλόυ πο- 
λιτείας, διά τί)ς υπέρ ταύτης καΐ τόΟ χριστεπωνύμου λαοΟ 
μαρτυρικ'ί^ς αυτών ομολογίας, δι' ών πάντων τοΟτον ριέν 
σεβαστών καΐ περίπυστον παρά πασι κατέστησαν, τ6 δέ: 6ρ- 
θόδοξον τοΟ Κυρίου πλήρωμα άπ6 παντός άνιαροΟ προεφύλα- 
ξαν καΐ θεοφιλώς έποδηγέτησαν, τδν θρόνον, λέγομεν, τοΟ- 
τον προσκαλούμεθα ίνα άνέλθωμεν ήμε•ς, οίτινες εΙς τ6 υψος 
τί)ς σοφίας καΐ τ•^ς άγιότητος εκείνων άτενίσαι Ιλιγγιώμεν, 
τίν δέ ίμάντα τών υποδημάτων αυτών άψαι καΐ φίβω συνε- 
χόμεθα. 

Μέγα τ6 Ελεος τοΟ Υψίστου. Μεγάλη ή συγκατάβασις 
χαΐ ανεξιχνίαστος ή θεία αυτοΟ βουλή. Ό Θώζ τοΟ ελέους 
και τ•9)ς χάριτος, ό άείποτε τα μωρά και έξουθενημένα τοΟ 
κόσμου εκλέγων είς ευόδωσιν τί)ς Εκκλησίας καΐ έκπλή- 

^σιν τοΟ Ευαγγελίου τοΟ άγαπητοΟ αύτοΟ ΥΐοΟ, Κυρίου 
ημών 'ΙησοΟ ΧριστοΟ, παρεϊδεφιλευσπλάγχνως τά πολ- 
λά ημών αμαρτήματα καΐ τάς πολλαπλας ελλείψεις, καΐ 
ήγειρεν ήμας ^ίς έπίσκοπον τοΟ ιφώτου τούτου τ'^ς 6ρθοδο- 



= 17 =^ 

δοξίας θρίνου• ώς ανεξερεύνητα τά κρίματα Κυρίου καΐ ανε- 
ξιχνίαστο* αΐ όδοΙ αύτοΟ• 

Άλλα, προσφιλείς έν Χριστφ αδελφοί χαΐ πατέρες καΐ 
φιλόχριστον εκκλησίασμα, δ περίπυστος ούτος θρίνος τών 
Γρηγρρίων, των Χρυσοστόμων, των Μιχαήλ, των Γεννα- 
δίων, των Γρηγορίων, ή μεγάλη αυτή τοΟ ΧριστοΟ Εκ- 
κλησία, ή έπΙ αιώνας την Ιεράν δ^δα τοΟ ακήρατου τΫ)ς 
δρΟοδο^ίας φωτ^ς ώς σύ黣οΧο>ί Ιερώτατον καΐ άγιώτατον έν 
χερσί κρατοί/σα καΐ τ6ν ν($μον δια των αγίων συνόδων 
πανταχοΰ γ?]ς, 8που οι εις Χριστών πιστευοντες, μεταλαμ- 
παδοΟσα, φεΟ ! έταπεινώθη καΐ έξηπορήθη ένεκα των ανω- 
μαλιών των καιρικών περιστάσεων καΐ πολλών άλλων άν- 
τιζόων και οδυνηρών συναντημάτων. 

Ό γεραρδς οικουμενικές θρόνος, ή μεγάλη τοΟ ΧριστοΟ 
Εκκλησία, τ6 παλλάδιον τοΟτο "ζί^ς ορθοδοξίας καΐ ό θε- 
σμοφύλαξ αύττ)ς, ή μυριάδας ειδωλολατρών καΐ άλλων 
άθεων καΐ απίστων είς την τοΟ Χρίστου μάνδραν συναγα- 
γοΟσα καΐ το θεΓον τοΟτο έργον εύαγγελικώς έκπληρώσασα, 
ΌύγΧ δέ προσηλυτιστικώς δια χρηματικών μέσων καΐ παν- 
τοίων άλλων άθεμίτων τεχνασμάτων τοΟτο έπιδιώξασα, 
ίσταται ούχΙ δπου έδει ίστασθαι. Εις τούτο δέ καΐ ήμεΓς 
πάντες, τα πνευματικά αύτί)ς τέκνα, ού μικράν συνεβάλομεν, 
ήμεΤς αύτοΙ οιονεί παρασκευάσαντες την παρουσαν αύτ?]ς 
όδυνηράν κατάστασιν. 

Τ6ν έν τοιαύττ) μέν ταπεινώσει διατελοΟντα κατά τά 
προλεχθέντα, άλλ* ο6χ ήττον πάντοτε υψηλών και άγιώ- 
τατον τοΟτον θρόνον καΐ φάρον φαεινον της ακήρατου ορ- 
θοδοξίας — ου τι εσωτερικών θείον μεγαλεΓον πυλαι Άδου 
ουκ ίσχύσουσι καταστρέψαι — προσκαλούμεθα κατά συγκα- 
τάβασιν πολλών ίνα διαδεχΟώμεν. 

Τί)ς περί τούτου φωνί)ς του ίερου ημών κλήρου καΐ τοΟ 
ευσεβούς πληρώματος άμα τοϊς ώσΐν ημών ένηχηθείσης, τ^ 
μέν τους πάλαι άρχιθύτας, τά γέρα αυτών καΐ την λαμ^ 

ΤΟΜΟΣ Α'. ο,.ζβ..νΟθδ3ΐ€ 



^ 18 ^ 

ιτρίτη τα τεΟ θρήνου αναπόλησα ντες εις τίν νοΟν ημών, ιτδ 
5έ την περικυχλοΟσαν αυτόν κατάστασιν Οπ* δψιν έχοντες 
καΐ τα πάλα», τοις παροΟσζν είς σύγκρισιν μ&χρ6ν παραβα- 
λόντες, δεινώς τη άληθείί^ συνεχινήΟημεν καΐ έκλαόσαμεν. 
-— Έκλαύσαμεν έπΙ τη άπωλείοε τοΟ παρεληλυθότος άγα- 
Θο0• έΟρηνήσαμεν έπΙ τη παρούση συμφορά• άποβλέψαντες 
δέ καΐ είς την ήμετέραν άσθένειαν καΐ έλαχίστίτητα, εΓδο- 
μεν τιόσον συγκαταβατικώς έξελέγημεν είς διαδοχήν τοΟ 
&οι8(ικοΌ ημών γέροντος• πόσον επιεικώς έθεωρήθημεν Ικα- 
νοί, ώστε άναλαβεΓν τους οΓακας τοΟ άγιωτάτου τούτου 
θρόνου έν ούτω χαλεποίς καιροΓς καΐ άποόυθΫ)ναι είς τ6ν 
αγώνα τοΟ συναγαγείν τα έσκορπισμένα καΐ έπιδέσαι τα 
συντετριμμέ>ία• πόσον δε μακράν έσμεν τοΟ χρησίμου εκεί- 
νου, δνέγερεΓ Κύριος «είς καιρόν έπ αύτί)ς» (Σειρ. 10, 4). 

Στρατιώτης δμως τοΟ Κυρίου κληθέντες καΐ τω θείω αύ- 
τοΟ Οελήματι ύποταγήν έκ παίδων έπαγγειλάμενοι, «δτί 
πειθαρχεϊν δεΙ τω Θεφ», έτι δέ αρχήν ιδίαν, και άπαρά- 
βατον έχοντες, δπερ καΐ γραφικόν, δτι ό ποιμήν ανήκει ούχΙ 
έαυτψ, άλλα τη Έκκλησί^ καΐ τω ποιμνίω αύτου— άπεί- 
θειαν άντικρυς τφ Θεώ καΐ αμάρτημα ήγησάμεδα τ^ να 
άντιτάξωμεν άρνησιν εΙς τήν δι* υμών καλέσασαν ήμας 
θείαν αύτοΟ φωνήν. Διο έν^αρρυνΟέντες καΐ τήν θείαν αυ- 
τοΟ δύναμιν καΐ άντίληψιν έπικαλεσάμενοι, έκύψαμεν τ6ν 
αυχένα, ως πειθηνίφ στρατιώτη έμπρέπει, καΐ Ιδού παρι- 
στάμεθα έν μιέσφ υμών συντετριμμένγ) τη καρδί^ άνελθόν- 
τες τάς βαθμίδας του πενθοΟντος 'ζούτου ^ξ^όνου επί τε τ•^ 
παρακμή τοΟ αρχαίου αύτοΟ μεγαλείου καΐ κάλλους καΐ 
τη στερήσει τοΟ άρτι πρ^ Κύριον μεταστάντος άςίου επι- 
σκόπου αύτου. 

*Όθεν απονέμοντες ύμΓν μέν, ω γεράσμιοι καΐ πε^ιλη- 
μένοι αδελφοί καΐ πατέρες, τδν αδελφικών έγκάρδιον ασπα- 
σμών καΐ τήν βαθεΤαν ημών εύγνωμοσύνην έπι τ*^ υμετέρα 
συγκαταβάσει δια τήν έκλογήν ημών τοΟ έν ύμίν έλαχί- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 19 = 

στου, ύμιν οέ, ώ ευγενείς τοΟ γένους επίλεκτοι, τάς έγχαρ- 
δίους ήριών εύχάς χαΐ ευλογίας συν τη έκδη7^ώσει των πρ^ς 
ύμιας εύγνωμίνων αΙτΟημάτων ή(Λών, εύλογοΟμιεν πάντας 
Ομάς τους έγγυς και τους (χακράν, ψ φιλόχριστον £θροΐ7μια, 
έπευχο'μενοι υμϊν καΐ τη κατ οϊ^αο^ Έκκλησί^ ύριών πάν 
αγαθόν και σωτήριον. 'Κού τ6ν αυχένα κλίναντες εΙς την 
φωνήν υμών, την προσκαλοΟσαν ημάς έπΙ την ακανθώδη 
καΐ τεθλιμιμένην όδίν, παριστάμεΟα έν μέσφ υμ.ών, ουδέν 
μεθ* ημών φέροντες, ο6δέ άρετήν, ο6δέ σοφίαν, ουδέ έτερον 
τι άρίζηλον αγαθόν, ο&δέν προσκο{χίζοντες τών προσόντων 
εκείνων τών αγίων καΐ αειμνήστων προκατόχων ή(χών, 
δι* ων άπ6 τοΟ ^ρό'^ου τούτου έπέλαμιψεν ή θεία χάρι; τοϊς 
άπανταχοΟ πάσι, διότι ευτέλεια καΐ αδυναμία καΐ καθυ- 
στέρησις έν πάσιν ή ημετέρα επαγγελία. θ6δέν έπαγγελ- 
λό(ΐεθα άνευ υμών καΐ τής ημετέρας συντόνου συνεργα- 
ο^αζ, 'ϊ^Ι^ έντφ νόμφ στηριζομένης καΐ έκτοΟ \ύ^^.ο^^ ίκορ^ 
ρεούσης. 

Ό θρόνος, γεραροί αδελφοί χαΐ προσφιλί) τέκνα, πάσχει 
δεινώς, πάσχει ίσωθεν πάσχει έξωθεν καταπολεμείται όρα- 
τώς τε καΐ άοράτωί;* επιβουλεύεται πανταχόθεν, στερείται 
τών πάντων. ΤοιαΟτα καΐ τηλικαΟτα τα περικυκλοΟντα 
α&τόν πλείστα δεινά, άτινα μόνον στερρά θέλησις, μεγάλη 
ευσυνειδησία, αυστηρότατη αύταπάρνησις και άφιλοκέρδεια 
χαΐ σύντονος προσοχή και εργασία δυνατόν ν* άποσοβήσω- 
σιν. Εύκαιρον ?να κατανοηθή δτι πάντα τα καθ* ημάς πά• 
σχουσι νόσον δεινήν, άπειλοΟσαν άπωλείας καΐ συμφοράς 
μείζονας, καΐ απαιτούσαν δραστικά μέσα θεραπείας προς 
σωτηρίαν. Ανάγκη ίνα πάντες, κλτ^ρός τε καΐ λαός, συνε- 
σθανθώμεν δτι ίσμέν συνυπαίτιοι τών συμφορών, καΐ επο- 
μένως δτι όφείλομεν αμοιβαίως καΐ αλληλεγγύως δπως 
συνεργασθώμεν υπέρ τ^ς σωτηρίας. Δέον ίνα άπό κοινοΟ 
<τυνομολογήσωμεν τά πολλά ημών πταίσματα, τά εις την 
ι:αρακμήν καΐ άποσύνθεσιν εκατέρωθεν συντελέσαντα. Πρέ• 



= 20 = 

πει ίνα τζχν μέλος υγιές η:ί]ς Εκκλησίας, άποίυίμενον τδν 
παλαών της αμαρτίας άνθρωπον, άναγεννηΟ^ 5ιά τ^ς χά- 
ριτος τί^ς αληθείας χαΐ ιτροσκομίσγ) ττ) μητρί αύτοΟ Έκχλη- 
σίοι, τη πασχοόση και πενθοόση, τ6ν όβολόν τ^ς (τζορ^Ϋ^ 
καΐ άρωγ•Ρ]ς αύτοΟ. 

Άλλ' ει καΐ ούτως Σχουσι τα καΟ' ήμδς, δπερ έν θλίψει 
όμολογοΟμεν, ώ πατέρες καΐ αδελφοί καΐ τέκνα έν Κυρίφ, 
θαρρείτε, δτι ό Θεός τί)ς χάριτος καΐ τοΟ ελέους μεθ' ημών 
έστιν. ""Αν ό θεός μεθ* ημών, ούδεΙς καθ* ημών. Ό Κύριος 
ημών ΊησοΟς Χριστός, ό τοΟ ελέους καΐ τί]ς χάριτος δοτηρ, 
ουκ έάσει την Έκκλησίαν αύτοΟ πειρασθ?)ναι υπέρ δ δύ- 
ναται. Τ6 έφ' ήμϊν, όμολογοΟμεν καί διαβ^βαι^0μ6ν υμάς 
πάντας έν συνετδήσει δτι ουδείς σκοπός πλάγιος, ούδεΙς χ&α- 
μαλο'ς, οΟδεΙς ύλόφρων, ούδεΙς φιλέκδικος, ουδείς μνησίκα- 
κος επηρεάσει ήμας ε?ς την διεύθυνσιν τών τί]ς Εκκλησίας 
καΐ τοΟ έθνους αγαθών. Πιστοί φύλακες τών πατρίων καΐ 
άκριβεΓς έκτελεσταΐ τών Ιερών κανόνων καΐ θεσμών, άπο- 
δυόμεθα άπ6 τοΟ νΟν άκορέστως, βσον άνθρώπω εύτελεϊ 
καΐ ταπεινώ έφικτόν, εις την διαρρύθμισιν καΐ διόρθωσιν 
έπΙ τη βάσει τών προεπηγγελμένων. ΆπαιτοΟμεν δε καΐ 
παρ* Ομών τών τε κανονικών καΐ νομίμων σωμάτων καΐ 
παρ' ένίς έκαστου ίδίςι καΐ έν γένει παρά πάντων, δσα 
ήμεΓς άπαραβιάστως έπαγγελλόμεθα καΐ έν συνειδήσκ 
ύπισχνούμεθα. Ούτως ήρεμα καΐ κατά μικρόν τ•^ τοΟ 
Υψίστου ΘεοΟ χάριτι καΐ άντιλήψει θέλομεν φθάσει από 
κοιν•0 εις την 6δ6ν τ•?;ς σωτηρίας. 

Συ δέ, ώ άορατε νυμφίε τί^ς Εκκλησίας, εΰσπλαγχνε 
καΐ πανοικτίρμον 'ΙησοΟ Χριστέ, πάριδε τά πολλά ημών 
αμαρτήματα, δτι πολύ άπέστημεν άπο σοΟ. Φώτισον καΐ 
συνέτισον πρ6 πάντων ήμας. "Εμπνευσον έν τη καρδίο: 
ημών αγαθά υπέρ τής ταλαιπωρουμένης Εκκλησίας καΐ 
τοΟ τίοΧυτλ-ψ-ονος λαοΟ σου. Τόν φιλόλαον καΐ φιλοδίκαιον 
ημών ανακτά σουλτάν Άπδούλ Χαμήτ Χάν έφέντην ημών 



ίττήριξον ΙίΛ τοΟ θρήνου α&τοΟ καΐ ένίσχυσον εϊ<; τήν έκττλή- 
ρωσιν των αγαθών α&τοΟ υπέρ τοΟ λαοΟ αύτοΟ επαγγελιών. 
Άπάλλαξον δέ αυτόν Λτώ παντός άνιαροΟ καΐ ενίσχυε καΐ 
ποδηγετεί τήν αΟτοκρατορικήν κυβέρνησιν εις τήν πιστήν 
έκτέλχσιν των αγαθών καΐ λαοσωτηρίων βουλευ|Λ.άτων 
αύτοΟ. 

ΈτΓουράνιε βασίλεΟ, σοΟ πάλιν καΐ πολλάκις δείμεθα, 
τόν φιλόλαον βασιλέα ημών φυλαξον, τήν όρθόδοξον ή(χών 
πίστιν στήριξον, τα έθνη πράΟνον, τόν κ^ίσμον είρήνευσον, 
τήν άγίαν σου Έκκλησίαν κα7νώς διαφύλαξον μιετ' έμοΟ 
χαΐ τοΟ εύσεβοΟς τούτου λαοΟ σου εΓη τό (^έγα καΐ πλου- 
σιον ίλε^ σου, καΐ ίσται. 



Ε• ΛΟΓΟΣ 



ΙΚΦΔ^ΙΙΓβΒΙΣ ΥηΟ ΤΟΪ ΠΑΤΡΙλΡΧΟν ΐαΐΚΕΙΙ! ΤΟΥ Δ', 

ΤΟΓ ΑΠΟ ΔΒΡΚηΝ, 

Ελ Τ&ι ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙ !«Α!Ιι ΤΠ•. Θ ΟΚΤϋΒΡΙΟΓ 

1884. 

«Χάρις υμιΐν καΐ ειρήνη άπο Θεού Πατρός ή[χώ ν καΐ 
Κυρίου ΊησοΟ ΧριστοΟ» (Ρωα. Α', 7). 
Σεβάσ(Λΐοι έν Χριστώ αδελφοί καΐ τέκνα έν Κυρίφ αγαπητά! 

ΗΔΗ δτε τοΟ ελέους τοΟ ΘεοΟ έ[Λπεπλησ[χένοι έν τη υψηλή 
ε&μιενείφ τοΟ γαληνότατου ημών άνακτος σουλτάν Άπδουλ 
ΧαμΙτ Χάν αύθέντου ημών τετιμημένοι άνερχόμεθα είςτό 
τερίοτίτο"^ τοΟτο υψο;, εις 8 προάγει ήμας ή κοινή κανονική 
υμών ψήφος, καΐ δτε αίσθαν^μεθα δλον τό ^άοος τής έ^^^ει- 
ρισθείσης ήμΓν ίερδς ταύτης ράβδου, ήδη δτε έναργέστερον 
άναμετροΟμεν τήν πληθύν καΐ τό μέγεθος τών εσωτερικών 
καΐ εξωτερικών φροντίδων καΐ περιστάσεων τοΟ αποστολι- 
κού οικουμενικοί τούτο'ν-θρίνου και άκριβίστερον σταΟμίζο- 



= 22 = ^ 

μεν τ^ τερ^ς ταύτας ανεπαρκές των ημετέρων πνευματ(χών 
χαΐ σωματικών δυνάμεων, άποροΟμεν τη άληΟεία τί είπω- 
μεν ή τί λαλήσωμεν. 

Να άνομολογήσωμεν άραγε ιιαρρησίς^ ενώπιον πάντων 
την ήμετέραν άνεπάρκειαν καΐ άσδένειαν ; Άλλ' έναυλος 
Ζτι είς τάς άκοάς των πλείστων έξ υμών ή ομολογία αυτή, 
καΐ πρώην χαΐ νΟν πολλάκις έπαναληρΟείσα. Να εύχαρι- 
στήσωμεν αρά γε έπΙ τη χορηγηΟείση τιμή καΐ εμπιστοσύ- 
νη είς την ήμετέραν ταπείνωσιν ; Άλλ* έν τοΓς τοιοότοις 
μία καΐ μίνη πρέπει πάντοτε ευχαριστία, ούχΙ ή δια λό- 
γ'ων κενών, άλλ* ή δΓ έργων επαξίων τγ)ς κλήσεως• Να 
ύποσχεΟώμεν άρα γε πανόήμως τελείαν άφοσίωσιν καΐ ζί}- 
λον άσβεστον περί την έκπλήρωσιν τών νέων ημών καθη- 
κόντων καϊ την φόλαξιν τής καταπιστευομένης ήμϊν ίερδς 
παρακαταθήκης; *Αλλ' έάν μη εΓχομεν σαφή πά^/των τού- 
των συνείδησιν καΐ στερεάν πρ^ς τοΟτο άπόφασιν, ουδέ καν 
να έγγίσωμεν τοΓς ποσΐ τάς βαθμίδας τοΟ άγιωτάτου τού- 
του θρίνου ήΟέλομεν τολμήσει. 

Τούτων ούτως εχόντων, αγαπητοί, ουδέν ίτερον προσ- 
φορώτερον ηγούμεθα ή να έπικαλεσθώμεν έπ} την ήμετέραν 
ταπείνωσιν, καθώς καΐ έπΙ πάντας ύμας, €τήν χάριν καΐ 
την είρήνην τοΟ θεοΟ καΐ πατρίς ημών καΐ Κυρίου 'ΙησοΟ 
ΧριστοΟ». Καθότι ή μέν πανσθενής αύτοΟ χάρις, ή πάντο- 
τε τα ασθενή θεραπεύουσα καΐ τα ελλείποντα άναπληρου- 
σα, δύναται μόνη να ενίσχυση την ήμετέραν άσθένειαν, έν 
η ή θεία αύτοΟ δύναμις τελειοΟται- ή δε ειρήνη αύτςΟ βα- 
σιλεύουσα έν ταΐς καρδίαις ημών δύναται μόνη να καθοδή- 
γηση ασφαλώς είς λιμένα ευδιον τ6 έν μέσφ σκοπέλων καΐ 
άντιπνοιών κλυδωνιζόμενον σκάφος τής Εκκλησίας καΐ να 
επιβράβευση πάνθ* δσα συντείνουσιν είς δόξαν ΘεοΟ, εΙς έξα- 
σφάλισιν τών πνευματικών συμφερόντων τοΟ περιουσίου 
τοΟ Κυρίου λαοΟ καΐ εΙς περιφρούρησιν τών δικαιωμάτων 
χαΐ προνομίων τοΟ οίκουμενικοΟ πατριαρχείου. 



= 23 =: 

*Ιδού, αγαπητοί, οΐ ήαέτεροί πίθοι καΐ αί ήμέτεραι ένώ- 
ΤΕίον θεοΟ χαΐ ανθρώπων επαγγελίας. 'Κού τί πρέπει νά 
άπαιτη παρ* ήμιών ό 1ερ6ς κλήρος καΐ ό ^ρ^ό^ο^ο^ λαός. 
Ίδοίι τί πρέπει νά άπεκδεχώμεθα καΐ ήμεΓς παρ* αμφοτέρων, 
γ,^-^ρου τε καΐ λαοΟ. Άποκαλύπτοντες δΐ ούτω τα βάθη 
τ'?)ς καρδίας ήαών εις ύυιοίς, πεποίθαμεν δτι καΐ ύμεΓς άπαν- 
τες μι^ ψυχή καΐ καρδί^ ού παύσεσθε μετά ζήλου άνυπο- 
χρίτου καΐ έν εύθυτητι καΐ ειλικρινείς συνεργοΟντες -καΐ 
συναγωνιζόμενοι μεθ' ημών εκάστοτε, ού μ,όνον λόγφ, άλλα 
καΐ £ργω καΐ αληθείς καί πάτΥ) θυσία προς άποτροπήν παν- 
τός κακοΟ καΐ παντός κινδύνου άπδ τοΟ Ιερου περιβόλου τΫ)ς 
(Λητρ^ς Εκκλησίας. 

Κα^ δή, αγαπητοί, έξαιτησώμεθα παρά ΘεοΟ δαψιλί) 
την παροχήν τί]ς θείας αύτοΟ χάριτος, όπως πληθυνθή έν 
ήμίν ή δυναμις τοΟ Πνεύματος καΐ μη κρύπτηται άπ^ των 
οφθαλμών ημών τ6 φώς τ^ αληθινών καΐ σωτήριον. Συνε- 
νωθώμεν ποιμαίνοντες και ποιμαινόμενοι τφ πνεύματι τί)ς 
ειρήνης κα1τί)ς αγάπης έπ άγαθφ αλλήλων καΐ τΫ)ς Εκ- 
κλησίας. Έάν 6 ποιμήν 6φείλει νά Υ) λύχνος φαίνων, άλλ' 
βμοι>ς καΐ ή έν τφ ποιμνίφ ειρήνη και αγάπη καΐ αί υπέρ 
τοΟ ποιμένος εύχαί εΙ<ίί τ6 καθαρώτερον έλαιον, δι' ού ό λύ- 
χνος δύναται άδ:αλείπτως νά φωτίζγ). Λοιπόν, αδελφοί καΐ 
τέκνα έν Κυρίφ, έπικαλέσθητε την έξ ύψους θείαν δύναμιν 
έπΙ την κεφαλήν τής Ημών μετριότητος, ίνα καΐ ήμεΓς 
εύαγγελιζώμεθα ύμΓν έν δυνάμει και ενεργεία την χάριν 
χαΐ την είρήνην τοΟ ΘεοΟ. «Ή χάρις τοΟ Κυρίου ημών 'Ιη- 
σοΟ ΧρίστοΟ μετά τοΟ πνεύματος υμών, αδελφοί» (Γαλ. ς•\ 
18) καΐ «ή εΙρήνη τοΟ ΘεοΟ, ή υπερέχουσα πάντα νοΟν, 
φρουρήσει τάς καρδίας υμών και τά νοήματα υμών έν Χρι- 
στώ ΊησοΟ» (Φιλιπ. Δ', 7). Αμήν. 



ΟίΟίΐίζθοΙ Ιαγ 



Οσό^ΐέ 



ΛΟΓΟΙ 

ΙΙΡ02 τοπ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙ ΑΝΑΓΟΡΕΓΤΕΡΙΟΠ. 



Α' ΛΟΓΟΣ 

Ι1Φ!Ε.1ίΙΙβ£β; Ε« Τα^ ΠλΤΡΙΑΡΧΙΕΟι ΝΑΟι ΤΙΙι ΕΒ' ητΟΒΫΐΛΥ 

1863, 

ύηά> τοΟ τίτε τοποτηρητοδ τ^Ις μιεγάλης ιφω^οσνγκελλίας 
[μητροπολίτου ιφώην Χαλεπίου Ιεροθέου^ 

ΕΠΙΤΗΖ ηΛΤΡΙΑΡΧΚΙΑ2'£αΦ•ΡΟΝΙΟ¥• 



• ΚαΙ ίώσω ύ[χ1ν ά;ρχοντα κατά τήν κα^^^ίαν (Α0(>ν. 
(Ι6ρ«μ. κεφαλ. Γ', 1 5) 

•Π ΤΟΥΤΟ, παναγιώτατε δέσποτα, τί τοΟτο το λαμ- 
ιφ6ν χαΐ περιχαρές θέαμα ; τίζ αντη ή τοσούτου λαοδ 
•κανταχόθεν συρροή έν τωδε τώ εύαγεστάτφ τγ]ς Μεγάλης 
τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησίας ναφ μετά φονών άλαλαγμοΟ, ώς 
λάβρος καΐ τηλεβόας χείμαρρος ; δια τί αυτή ή ^σιλίς τών 
-πόλεων εμφανίζεται σήμερον φαιδρά, έγείρουσα τρόπαια 
βριαμβευτικά κατά τοΟμισοκάλου, φαιδρά, χαρωπός, άγαλ- 
λομένη, καΐ πλήρης παραμυθίας καΐ χρηστότατων ελπίδων 
Ιπΐ τη Ση εύκταίί^ καΐ ένδοξφ άναβάσει έπΙ τον πατριαρ- 
χικών, αποστολικών καΐ οικουμενικών θρόνον ; Τί δέ ή Έκ- 
χλησία τοΟ ΧριστοΟ εορτάζει μεγαλοπρεπώς έορτήν περί^ 



== 25 = 

φανεστάτην, συνιστώσα χοροστασίας, προσφέρουσα 5όξαν, 
αίθουσα χε^ΐρας Ικετηρίους πρί^ς ούρανόν, υ(Λνους τε καΐ δο- 
ξολογίας 'Κρός τον Θε6ν άναπέ[χπουσα ; 

ΤαΟτα πάντα, παναγιώτατε δέσποτα, δι* ουδέν ίχιρο^^, 
παρά διότι ή άριώμιητος τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησία μετά δα- 
κρύων περιχαρώς Σέ υποδεχόμενη σήμερον, άξιοΟται χα- 
θοράν Σέ τ6ν θειίτατον και σεβασμιώτατον ποιμενάρχην, 
ώς άλλον φαεινόν φωστ'?)ρα, λαμπρώς έπιτέλλοντα έν τ^ 
μεσημβρινφ τοΟ όρθοδοξοΟντος κόσμου καΐ πδσαν την τε- 
τραπε'ρατον οίκουμένην, δπου προσκυνείται ό τετραμερής 
σταυρός τοΟ ΧριστοΟ, μέλλοντα καταπυρσεύειν καΐ δια^- 
τίζειν πάντων τών πιστών καΐ τάς καρδίας καΐ τάς ψυχάς, 
καΐ θεωρεΓ την ήμέραν ταύτην ή(χέραν χαράς καΐ άγαλλιά- 
σεως πνευματικ•?)ς, ήμέραν μεταβάσεως έπΙ τ6 κρεϊττον, 
καΐ ευτυχίας ενάρξεως ! 

Ό παντεπόπτης καΐ παντοδύναμος Θεός, κατά τάς ανε- 
ξιχνίαστους αύτοΟ βουλάς, ηυδόκησεν δπως έπισκέψηται 
ήμας πάλιν, έπιδών τήν κάκωσιν ημών• διά τοΟτο, άμα 
τοΟ πατριαρχικοΟ θρόνου χηρεύσαντος καΐ τοΟ αξίου καΐ αρ- 
μοδίου ταις περιστάσεσιν αναζητουμένου, δάκτυλος τις αό- 
ρατος, δύναμίς τις ανωτέρα καΐ ακαταμάχητος έστρεψε 
πάντων καΐ τάς καρδίας καΐ τάς ψυχάς καΐτά δμματα πρ6ς 
τ6 ίερ6ν πρόσωπον τής Σής παναγιότητος,καΐ άπασα ή τών 
Ιεραρχών ολομέλεια, καΐ άπας ό τήςΈκκλησίας κλήρος,καΐ 
άρχοντες καΐ λόγιοι καΐ ίδιώται, καΐ άπαξαπλώς ειπείν, πά- 
σης ηλικίας καΐ τάξεως καΐ βαθμοΟ άνθρωποι,πρός εΰκλειαν 
τής Εκκλησίας καΐ τοΟ έθνους ημών, μίαν άφήκαν φωνή ν, 
ένα έξ απάντων όμολογοΟντες καΐ άνακηρύττοντες τήν Σήν 
τελειότητα. 

ΚαΙ τίς ένταΟθα ούχ όροε προφανώς τ6 έργον τής τοΟ 
ΘεοΟ προνοίας ; τί; ου κατανοεί ότι δάκτυλος ΘεοΟ, έν τοι- 
αύταις σπουδαίαις περιστάσεσι τοΟ ευσεβοΟς ημών γένους, 
Σέ άνέστησε καΐ Σέ άνύψωσεν έπΙ τής ανωτάτης τής 'Εχ- 



«ττ 26 ==: 

χλησία; ττεριωπί);, ως ποιμιενάρχην άξοον, έπί τε παιδεία: 
χ«1 άρετ'5 καΐ συνέσει καΐ ιΐολυπεφίςί διαπρέποντα ; Κ α Ι 
δώσω ύμΤνάρχοντακατάτήνκαρδίανμου. 

Μέγας 6 Θε6ς τ^)ς δρθοδοξίας, καΐ [χεγάλη ή ίσχύς αύ- 
τοΟ ! Θαυμάσιαι αληθώς τΫ)ς θείας αύτοΟ προνοίας αΐ κατά 
καιρούς έπιδεικνύ[λεναι έμράτεις ! Πολλά πολλάκις ή Εκ- 
κλησία τοΟ ΧριστοΟ, άπ6 τ•?]ς έν Έδέ(χ συστάσεως αύτ?)ς 
(λέχρι τών καθ* ήμας χρόνων, υπέστη δεινά, καταπολε[Λου- 
|Λένη ποτέ μέν ύπ6 τών έχθρων τ'?)ς τιίστεως, ποτέ δέ υπ^ 
τών κατά καιρούς αρχηγών αύτ^)ς• άλλ' 6 θεμελιωτής αύ- 
τί)ς ουδέποτε έγκατέλιπεν αυτήν, άναδείξας προστάτας καΐ 
κηδεμόνας αρμοδίους ταΐς περιστάσεσιν. 

Όμοίως καΐ κατά τ6ν παρόντα χρόνον, ή αυτή Εκκλη- 
σία, 6 αυτός περιούσιος λαός τοΟ Κυρίου καταπολεμείται ύπό 
τοΟ δαίμονος τοΟ έγωίσμοΟ καΐ τής ασυμφωνίας, τών ταρα- 
χών καΐ τών συγχύσεων, όρμώσι κατ' αυτής, ώς λύκοι ά- 
γριοι, στίφη αιρετικών πειρώμενα διά παντοίων αυτών μη- 
χανημάτων διασκορπίσαι τά πρόβατα έκ τής μάνδρας τοΟ 
ΧριστοΟ• δι6 καΐ ό θεός, ίδών τήν κάκωσιν τοΟ λαοΟ τής 
Εκκλησίας αύτοΟ, τήν παροΟσαν, λέγω, δυσχερή τών πραγ • 
μάτων κατάστασιν, Σέ άνέδειξεν ό άρχιποίμην, 6 αρχηγός 
καΐ θεμελιωτής αυτής, άρμοδιώτατον πηδαλιοΟχον τοΟ παγ- 
κοίνου σκάφους τής καθολικής ορθοδόξου Εκκλησίας, ώς άλ- 
λον προφήτην ΜωΟσήν, ίνα διαβίβασης άπαν αό θεόθεν έμπι- 
στευθέν σοι όρθόδοξον πλήρωμα διά τής πολυκύμαντου θα- 
λάσσης τής συγχύσεως καΐ ανωμαλίας, καΐ όδηγήστις αυ- 
τό εις τήν έρημον τής ησυχίας, εΙς μονάς σωτηρίους, τους 
βαρείς λύκους, τους πολλούς καΐ ποικίλους επίβουλους τής 
εύσεβείας άπελαύνων μακράν καΐ συντρίβων αυτών τά μη- 
χανήματα, ώς σκεύη κεραμέως. 

'Άπας ό Ιερος κλήρος, άπας ό λαός, λαός ούτω συνετός 
χαΐ ευαίσθητος, λαός ούτω ζηλω^ς καΐ φιλόθεος, άπεκδέ- 
χεται άπό τής Σής προνοίας καΐ εμπειρίας, ώς πνευματικοί 

ι. 



= 27 = 

άρχηγοΟ, την άπαραίτητον ρύθμισιν καΐ μ^^ωσιν ιοΟ {£- 
ροΟ κλήρου, τήν [Μτά ακριβέστατη; διατηρήσεως τών Ιε- 
ρών κανόνων έξάσκησιν της έκκλησιαστικ?)ς ευταξίας, την 
Ίΐλήρη καΐ επωφελή) έφαραογήν τών έθνοσωτηρίων κανονι- 
σμών, τών ύπο τ?]ς αυτοκρατορικές ευμενέστατης ήμΤν με- 
γαλειότητος έπ* έσχατων δι* αυτοκρατορικοΰ διατάγματος 
έπικεκυρωμένων, 7φί>ς βελτίονα τών καθ' ήμδς εθνικών 
πραγμάτων προαγωγήν, την εύπρέπειαν τών ίερών ναών, 
την έκπαίδευσιν τί); νεολαίας, την έπιτήρησιν καΐτήν αύ- 
ξησιν τών τε εκπαιδευτικών καΐ φιλανθρωπικών καταστη- 
μάτων τοΟ έθνους, την διάδοσιν τοΟ κηρύγματος τοΟ θείου 
λόγου, καΐ την φιλά νθρωπον καΐ χρισ:ιανικήν περίθαλψιν 
τών πασχόντων αδελφών ημών. 

Μέγας αληθώς δ άγων καΐ τδ φορτίον βαρύ καΐ δυσβά- 
στακτον τοσαΟται μυριάδες ψυχών, τοσοΟτοι λαοί, οι πάν- 
τες άπαιτοΟσι την μέριμνάν Σου, καΐ πάντων ή ψυχική 
σωτηρία κατά μέγα μέρος έκ τών πατρικών Σου νουθεσιών 
έξήρτηται, όφείλοντος δοΟναι λόγον τω Θεώ περί τί)ς έμ- 
πεπιστευμένης θεοθεν εις χεβ^ράς Σου παρακαταθήκης• είς 
Σέ, τέλος πάντων, απόκειται ή είς τους κόλπους τ^ς κοι- 
νί^ς ημών Εκκλησίας επάνοδος καΐ συμφιλίωσις τών αδελ- 
φών ημών Βουλγάρων, καΐ ή μετά τ^ς έν Χριστφ άδελφι- 
χί)ςένότητος τών άπανταχοΟ γ?]ς ορθοδόξων αυτοκέφαλων 
Εκκλησιών άκεραιότης τοΟ μεγάλου σώματος τγ)ς καθολι- 
κής Εκκλησίας, ής ή κεφαλή ό Χριστός. 

Δυσχερής μέν, παναγιώτατε δέσποτα, δυσχερής, ομολο- 
γώ, ό άγων, καΐ ού τοΟ παντός, άλλ' έχεις τοσαΟτα πα- 
ραδείγματα τών τοσούτων προκατόχων σου, Γρηγορίων, 
λέγω, Χρυσοστόμων, Φωτίων, Γενναδίων καΐ τοσούτων άλ- 
λων, οίτινες, γενναίως άγωνισθέντες κατά τών εχθρών τής 
ορθοδοξίας, διέσωσαν καΐ παρέδωκαν ήμΓν *αύτήν άσπιλον, 
άμολυντον καΐ άκέραιον, καΐ τών οποίων ή συνεχής άνά- 
μνησις έσεται καΐ διηνεκής έμπνευσις είς τήν Σήν όξυνου- 



= 28 = 

«άτην περίνοιαν• ?χεις, τελεαταΓον, αύτδν τ^ν ΘεΛ;, τ6ν 
βασιλέα των βασιλευόντων, δστις άνωθεν προλεαίνει τάς 
όυσχερείας των προκεΐ|Λένων Σοι αγώνων, ενισχύει την καρ- 
τερίαν^ έπιχέει τ6ν άνωθεν φωτισμών εΙς τάς διανοίας. Μέ- 
γας, λέγω, ό άγων καΐ δειν^, άλλα μεγάλη καΐ ή ψυχή 
Σου, παναγιώτατε δέσποτα, μεγάλη Σου καΐ ή καρδία καΐ 
ή διάνοια, μεγάλη καΐ ή προθυμία των άπανταχοΟ πνευ- 
ματικών τέκνων Σου, μεγάλα δέ και τα έν τφ μέλλοντι 
βραβεία των ανδρείως έγκαρτερουντων υπέρ τοΟ κατά Χρι- 
στών πολιτεύματος. 

Άνάβηθι οδν, ω Ιερά κορυφή, άνάβηθι θαρραλέως έπΙ 
τί^ς ύψηλ^Ις ταύτης αορικ^Ϋις τ^ς νέας Σιών, μη δειλιάστρς, 
άλλ' εντείνε καΐ κατευοδοΟ ένεκα αληθείας καΐ πρ^ότη- 
τος καΐ δικαιοσύνης, καΐ οδηγήσει Σε θαυμαστώς ή δεξιά 
τοΟ Υψίστου. Ή άγια καΐ Ιερά σύνοδος, ώς καΐ τ6 σεβα- 
στών διαρκές εθνικών μικτών συμβούλιον, ασμένως καΐ είλι^ 
κρινως καΐ κατά χρέος συναντιλαμβανομένη των πατριαο- 
χικών Σου καμάτων, θέλει ΣοΙ ανακουφίζει τ6 βάρος, ή οέ 
πατρική εύμένεια τοΟ γαληνότατου καΐ εύσπλαγχνικωτά- 
του ημών άνακτος, άφ* ης απορρέει εκάστοτε εΙς τδ έθνος 
ημών άθέσφατος έπομβρία άγαθοδωριών καΐ χαρίτων, θέλει 
διευκολύνει την έκτέλεσιν πάσης αγαθής Σου βουλής καΐ 
προαιρέσεως• ήμιεΓς δέ πάντες, τά πιστά καΐ γνήσια τέκνα 
Σου, οί άπο περάτων έως περάτων τής οικουμένης λαοί τής 
ορθοδοξίας, χείρας αΓροντες καΐ καρδίας προς τ6ν έπουράνιον 
ημών Πατέρα καΐ Κύριον, θέλομεν έπικαλεΐ^θαι ήμιέρας 
καΐ νυκτός τήν έπΙ Σέ θείαν αύτοΟ άρωγήν καΐ άντίληψιν. 

Ναί, θεάνθρωπε Κύριε ΊησοΟ Χριστέ, ό μόνος καΐ αιώ- 
νιος ημών άρχιερεύς καΐ βασιλεύς, περισώζε έν είρή »^ϊ) τ6ν 
γαληνότατον, κραταιότατον καΐ ε&εργετικώτατον ημών α- 
νακτά σουλτάν Άπτούλ Άζίζ έφένδην μας, έπινεύων άεί- 
ιιοτε αγαθά έν τ•^ καρδίς: αΟτοΟ προς εύημερίαν καΐ άνεσιν 
των Οπ^ τά σκήπτρα αύτοΟ διατελούντων πιστών υπηκόων 



= 29 = 

λαών, έφ' ων έταξα; αύτ^ν βασιλευειν διαφύλαττε δΐ £ν 
ύγιεί^ε καΐ εύσταθείίϊί καΐ τους περί την Α. Α. Μ. εύ{Λε퀕 
στάτους ήριΓν υπουργούς• τ6ν δέ παναγιώτατον καΐ σεβα- 
σριιώτατον ημών αύθέντην καΐ δεσπότην, τί>ν οίκουμιενικδν 
πατριάρχην κ. κ. Σωφρόνιον, σκέπε, φρουρεί, φύλαττε καΐ 
πολυχρόνιον καΐ άνεπηρέαστον έπΙ τοΟ άποστολιχοΟ Ορόν6υ 
διατήρησον, ύγιά καΐ εΰΟυμον μέχρι γήρως βαθύτατου καΐ 
λιπαροΟ, προς άίδιον χαράν καΐ ώφέλειαν, καΐ καύχημα 
παντός τοΟ χριστώ νύμου πληρο>ματος, κραταίωσον αύτ6ν 
έν τφ κραταιώ σου βραχίονι, ένδυνάμωσον, δπως διευθύνη 
ασφαλώς και ακινδύνως τ6 πάγκοινον σκάφος τΐ]ς αγίας 
σου Εκκλησίας, υπέρ ής τ6 άπειρίτιμίν σου αίμα έξέχεας 
είς ατάραχους καΐ εόδίους λιμένας. ΒασιλεΟ άγιε, τ6 βασί-^ 
λειον Ιεράτευμα, τδν πιστον καΐ περιούσιον λαόν σου άνεπι- 
βούλευτον διατήρησον, τήν άγίαν ημών καΐ όρθοδοξον πί- 
στιν στήριξον, τα ίθνη, τα τους πολέμους Οέλοντα, πράΟ- 
νον, τ6ν πολυτάραχον κοσμον είρήνευσον, τήν μίαν, άγίαν, 
καθολικήν καΐ άποστολικήν Έκκλησίαν, τήν μόνην άλη- 
θινήν Έκκλησίαν σου, τήν Έκκλησίαν τών ορθοδόξων λα- 
τρευτών σου, καλώς διαφύλαξον έκ λύκων λυμαινομένων 
αυτήν, έν τη ένότητι τ^^ς ομολογίας καΐ τί) κοινωνίςι τοΟ 
αγίου Πνεύματος, καΐ πάντας ήμδς έπίσκεψαι έν έλέει καΐ 
οίκτιρμοϊς, ?να δια παντός δοξάζωμεν τδ πανάγιον δνομά 
σου, τοΟ Πατρός, καΐ τοΟ ΥίοΟ, καΐ τοΟ αγίου Πνεύματος, 
νΟν καΐ άεί, καΐ είς τους αιώνας τών αιώνων. Αμήν. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 30 =• 

Β' ΛΟΓΟΣ 

ΗΦΔ\ΠΘΕΐ: Ε\ ΤΔ. ΠΑΤΡ1ΑΡ\ΙΕ!2ι \λ!2ι ΤΗ. ΚΛ' ΟΕΤΔΒΡΙΟΓ 

1863 

ύπ6 τοΟ ίερο5ιδασκαλου Ευσταθίου Κλεοβούλου, 
(ΐετά την έκ των ανακτόρων επάνοδο ν τοΟ πατριάρχου 



Α'. ΑΑΑΑ τίς ή μεγαλοπρεπής καΐ πανηγυρική τί]ς 
εύσεβεία; αυτή πομπή, ή έν άμφόδοις καΐ έν έξόδοις, έν 
ταΓς άγυιαΓς και έν ταϊς πλατείαις, καΐ έν όλοφώτω ναφ 
Κυρίου ; Τί βούλεται άπας ούτος ό φιλόθεος τοΟ ΘεοΟ 
λαός, λα6ς βαρύς καΐ πυκάζων έως των κεράτων τοΟ θυ- 
σιαστηρίου, οί πρεσβύτεροι καΐ πρόκριτοι τοΟ νέου Ισραήλ, 
έορτήν καινήν καΐ ευσηαον συστησάαενοι έν έκκλησί^ πολ- 
λή και μεγάλη ; Τί πάλιν βοα των θείων προφητών ό 
μεγαλοφωνότατος• «Έπ' δρος ύψηλ6ν άνάβηθι ό εΟαγγε- 
λιζόμενος Σιών .... Ώς ποιμήν, ποιμανεί τ^ ποίμνιον 
αύτου καΐ τφ βραχίονι αύτοΟ συνάξει άρνας καΐ έν τω κόλ- 
πφ αύτοΟ βαστάσει» (α); Αναβαίνει, ω φιλόχριστε καΐ 
θεόφρων όμήγυρι, αναβαίνει 6 τοΟ παντοκράτορος Κυρίου 
καΐ τής Εκκλησίας αύτοΟ εκλεκτός άρχιεράρχης είς τ6 
δρος τοΟτο τ6 ύψηλον τής θείας πόλεως• ίνα, ώς ή τής 
'Αποκαλύψεως λαμπάς, ή έκ των επτά τοΟ ΘεοΟ πνευμά- 
των τδ φως άρυομένη (β), τηλαυγέστερον έκπυρσεύη τάς 
τ?)ς εΟσεβείας λαμπ•^)δόνας άνά πάσαν τήν φιλόχριστον οΐ- 
κουμένην. ΈπΙ τ6ν Ίζ^ώτο"^ της ορθοδοξίας θρόνον ό έπΙ γής 
πρωτεύων ενθρονίζεται ποιμήν, και ιδού συντρέχουσι τα 
ποίμνια έν αγαλλιάσει, 8πως, έπιγνόντα τ6ν καλδνποι- 
μ έ ν α, γνωσθώσι καΐ εύλογηθώσιν υπ' αΟτοΟ, καΐ καλή 

(α) Έ<Γ.μ\ 9, 11. 
(β) 'λποκχλ. ί', 5* 



= 31 = 

αδτά χαι' δνομια, καΐ ιΐί&σί την φωνήν αύτοΟ, χαΐ α&'ίω 
άκολουθώσι πειθηνίως, είσάγοντι καΐ έξάγοντι εΙς νομάς 
σωτηρίους. Συντρέχουσιν, ?να τ^ς έπΙ χρησταίς καΐ εύλο- 
γημέναις ταΓς έλπίσιν αρχομένης στιΐί.ερον άρχιποιμιαντορίας 
ένωτισΟώσι τ6 πρόγραμμα άπ6 τοΟ ίεροΟ τούτου βήματος, 
δ ιφοώρισεν ό Θεός, ώς τί]ς ουρανίου αληθείας άψευίές χρη- 
στηριον, εύαγγελίζεσθαι τα θεϊα δικαιώματα, « εύαγγελί- 
ζεσθαι είρήνην, εύαγγελίζεσθαι τα αγαθά » (γ). 

Ανάβαινε λοιπόν ευθαρσώς, κλητέ καΐ εκλεχτέ 
τοΟ Θεοΰ απόστολε, ανάβαινε εις τ6 άειλαμπίς χαΐ 
τηλέφαντον ύψος τγ)ς θεοσκεπάστου άποστολικ•?]ς τε καΐ 
συνο§ικγ)ς των ευαγγελικών λειμώνων σκοπιάς• ίνα, πάντα 
τοΟ ΘεοΟ τα ποίμνια επισκοπών ύψόθεν, συνάγης φιλοστόρ- 
γως τους ευλογημένους άρνας τοΟ Κυρίου, καΐ έπΙ τών 
πατρικών σου κόλπων βαστάζης αυτούς, ώς έκεΤνος 6 παντέ- 
λειος ποιμήν, ό έπ' ώμων άρας τ6 πεπλανημένον πρόβατον. 
*Ύψου τούντεΟΟεν την ποιμαντική ν φωνή ν σου ία^^οζ έν τ*^ 
Ισγύϊ τής άνωθεν κλήσεως, και διασάλπιζε αμέσως χαΐ 
εμμέσως το θέλημα τοΟ καλέσαντός σε παντοκράτορος. ΤαΟτ' 
εντέλλεται τ6 ΠνεΟμα δια τής φωνής τών εκλογέων σου, 
άξιον άνακηρυττόντων σε• ταΟτα δια στόματος προφητεκοΟ, 
την τών αξίων καΐ θεοπροβλήτων ποιμένων όδ6ν προκατα- 
σκευάζοντος• « Έπ' δρος υψηλδν άνάβηθι ό εύαγγελιζόμε- 
νος Σιών υψωσον έν ίσχύΐ την φωνήν σου . . . υψώσατε, 
μη φοβεΓσΟε ». 

Β'. ΚαΙ σύ μέν, ω πρωτοστάτα τών ποιμένων θεοτίμητε, 
ουδαμώς αγνοείς, δτι 2σω μείζον καΐ ύπεραναβεβηκος τ6 
υψο:, είς δ ανάγει σε σήμερον ή τοΟ ΘεοΟ δεξιά, τόσφ βα• 
ρύτεραι καΙ αί πρ^ς τ6ν Θεόν καΐ πρ6ς τ6ν πλησίον δφειλαέ 
σου• τόσον άθλητικωτέρουο ύπέδυς καΐ τους αγώνας, αγώ- 
νας τοΟ καθήκοντος καΐ τής αρετής, υπέρ σεαυτοΟ καΐ υπέρ 

(γ) 1>ο>μ. ί, 15. 



:== 32 = 

παντός τοΟ λαοΟ. Οδτε ή επάνω δρους κειμένη π($λι; κρυ- 
β^ναι δύναται, οΰτε ό τ6ν οικουμενικών άγλαΐίζων θρίνον έν 
τω σκότει καλυφθ-ϊΐναι τ'?)ς πνευματικ•?)ςάφανε(ας καΐ τα- 
πεινώσεως. Όπου δέ παντός Ιερέως καΐ τινευματικοΟ ποι- 
μένος ή ψυχή έ(ττι τ6 άλας και το φως των έπΙ γγ^ς, καθώς 
εϊπεν ό Κύριος• δπου ό ίερ6ς κλγ)ρος καθόλου έστΙν ή τοΟ 
λαοΟ κεφαλή, ή βλον κυβερνώσα καΐ ζωοποιοΟσα το σώμα• 
βπου, κατά τους θείους πατέρας, ή μεν ίερωσύνη, ά γ γ ε^ 
λικ^Ις άρετγίς δεομένη καΐ τελειδτητος, 
τοσοΟτον υπερτερεί στρατηγίας καΐ βασιλείας, δσον υπερέ- 
χουσιν αΕ ψυχαΐ τών σωμάτων καΐ ό ουρανός τ^Ις γ'ΪΙς• ό 
οέ τους πιστούς ποιμαίνων επίσκοπος τοσούτον ύπερβάλλειν 
αυτούς οφείλει έν αρετή καΐ φρονήσει, 8σον άνθρωπος δια- 
φέρει τοΟ άλογου θρέμματος (δ)• τί άρα εΓπωμεν περί τοΟ 
τφοέδρου των ποιμένων, εις δν έμπεπίστευται πάσης Εκ- 
κλησίας ή μέριμνα καΐ ή περί πάσης ψυχ•?)ς χριστιανών 
όρθοδδξων εύθυνη καΐ έπαγρύπνησις ! ΚαΙ άλλως ούδένα 
λανθάνει τών ευσεβών Ιεραρχών, δτι πάσα μέν ή ιερά τών 
όρθοδο'ςων πατριαρχών τετρακτύς ο\ τέσσαρες είσι θεδστολοι 
εύαγγελισταΐ καΐ άγγελοι καΐ γεωργοί, οι την τοΟ α'ωνίου 
βασιλείαν εΙς τα τετραπέρατα τ-ης υφηλίου διασαλπίζοντες 
καΐ φυτεύοντες• οί τέσσαρες της νοητ•?]ς Εδέμ άένναοι πο- 
ταμοί, οΐ τ6ν εκκλησιαστικών παράδεισον καταρδεύοντες• 
οί τέσσαρες γωνιαίοι λίθοι, δι' ων «πάσα ή οικοδομή συναρ- 
μολογούμενη αυξει εις ναον άγιον ένΚυρίω»(ε) Άλλα 
τών άλλων πάντων τδσον προέχει τη τιμή ό τής βασιλίδος 
ταύτης τών πίλεων άγιώτατος επίσκοπος, δσον έν ττ) μη- 

(ί) «"Οση ττρος τά ά>ογα τών λογικών ανθρώπων ίίιαφορκ, 
τοσούτον τοΟ ποιμένος κα^ τών ποιμαινομε'νων έστω το μέτον, 
?ν« μη καΐ πλέον τι εϊπω», Ίω, Χρυσοστ. Ίερωσ. λογφ β . Προλ. 
χβιΐ λογ. γ' καΐ στ'. 

(ε) •βφ«σ. β', 21. ^ 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^^^γΟοο^Ιε 



.= 33 =« 

τροπίλει ταύητ) τοΟ μεγάλου βασιλέως καΐ Ισαΐϊοστόλοι/ 
Κωνσταντίνου ι:άμΦωτος καΐ κραταιά έξέλαμψε καΐ έμιεγα- 
λόνθη ή καθολική καΐ αποστολική ορθοδοξία , πάντας τους 
λαούς τί]ς οΙκουμένης, ιτεπολιτισμένους τε καΐ (χή, ώσεί 
τε'κνον έν, έγκολτιωσααένη καΐ υίοθετήσασα. "Έκτοτε ό τοΟ 
πρωτοκλήτου θρήνος, ή μεγάλη αυτή τής μεγαλώ- 
νυμου εΟσεβείας φύλαξ καΐ διδάσκαλος, ή των Εκκλησιών 
Εκκλησία, ως τοΟ φωτ^ς τών ουρανίων αληθειών άσβε- 
στος εστία, άπαιτεΓ ίνα καΐ 6 προκαθήμενος δ^δοΟχος συ- 
σκιάζη τών συλλειτουργών άπαξαπάντων πάσας τάς άρε- 
τάς, τάς τοΟ νοδς όμοΟ καΐ τάς τής καρδίας, τάς θεωρητικάς 
καΐ τάς πρακτικάς. 

Πλην άλλα ταΟτα πάντα, ώς εΓπα, καλώς γινώσκουσα 
ή σή εύπαίδευτος καΐ θεάρρων άγιότης, πατριάρχα πανά- 
γιε, έπεμαρτύρησεν ήδη καΐ τοϊς ίργοις χρόνον μακρόν, ού 
πολύ τών τριάκοντα ετών άποδέοντα, τύπος (λέγουσι) γε- 
νομένη, έν αϊς προέστη άνεγκλήτως καΐ δημοφιλήτως δυσίν 
εύαγέσΐ παροικίαις τών τοΟ Αιγαίου καΐ τοΟ Πόντου άγλαών 
και ευάνδρων καΐ ονομαστών έπ' ευσεβείς θυγατέρων, Χίου 
καΐ Άμασείας, τύπος καλών δργων καΐ διδασκαλίας αδιά- 
φθορου και αναστροφής σεμνής και άκαταγνώστου καΐ αύτο'- 
χρημα φερωνύμου, ώσπερ οί Τίτοι καΐ οί Τιμόθεοι. Ναί• 
ίσχεςκαΐ σύ, παναγιώτατε πάτερ καΐ δέσιιοτα, ώς αί άπο- 
στολ^.καΐ έκειναι τής χριστιανικής επισκοπής άπαρχαί, έσχες 
τ6ν σ6ν ΠαΟλον, έν τω άειμνήστω καΐ μεγάλης φήμης καΐ 
αρετής γέροντι καΐ πνευματ:κώ πατρί σου, τφ κυρώ Κοσμ^, 
δστις, έν τφ ποιμαίνειν καΐ άγαθοεργεΓν, τριών εφεξής θεο* 
σωστών επαρχιών, Προικοννήσου καΐ Βιζύης και Χίου, ανα- 
δειχθείς τ6 άριπρεπές άγλάΙσμα, τοιοΟτον ανέδειξε σε διά 
τοΟ παραδείγματος, όποΓον ή Εκκλησία τιμ^ τανυν καΐ 
γεραίρει ποιμένα. Ούτως άρα τών μεγάλων διδασκάλων 
μεγάλα γίνονται τά μαθήματα, περίβλεπτοι καΐ οί μοιθη- 
ταί. Τούτοις ουν τοις διδασκάλοις άόκνως άπ6 νεο'τητος 

ΤΟΜΟΣ Α'. οίοίΐίζβ^^^^γΟο^^Ιε 



= 34 = 

χαΐ σ^ κατακολουθήσαντα καΐ έπΙ ολίγων οεδοκιμασμένσν 
έτά πλειόνων καΐ μειζόνων άπάρτι καθίστησιν ό επουράνιος 
βραβευτή^, έν τοΤς των μακαρίων αποστόλων κλητοίς δια- 
δόχοις τ6ν εκλεκτών κορυφαϊον άναγορεύων σε. Άγαλλιά- 
σθω τοίνυν ή των πιστών Εκκλησία τούτων ένεκα καΐ 
εύλογείτω τί^ς θείας δόξης τ6 μεγαλοπρεπές καΐ πάντιμον 
δνομα. 

Γ'. Έγώ δ' έκεΓνο προστίΟημι, πρωθιεράρχα θεσπέσιε, 
5τι ουδέν των ύτώ τον ούρανόν έστιν άπρονόητον, ως ή ίσω 
καΐ ή θύραθεν διδάσκουσιν Ιστορία ι. Όπου ποτέ μέγας ήρ- 
θη διωγμός καΐ τάραχος, έκεϊ καΐ τους παλαιστάς ή πρό- 
νοια ρωμαλέους ήγειρε, καΐ τους κυβερνήτας έμπείρους 
έκάλεσεν. Όθεν καΐ τεκμήριον έγώ τής σής παρά τφ Θεφ 
αξίας (έάν θεία ευδοκία διέπη τα καθ' ήμας) τόΟτο τίθεμαι, 
βτι ζοφώδη μέν υπέρ τδν έκκλησιαστικον ορίζοντα μετεω- 
ρίζονται νέφη• βρέμει δέ χαΐ άπαίσιον μυκαται ή άπ6 μυ- 
ρίων σφαδαζόντων παθών συγκυκωμένη καΐ συνογκουμένη 
θάλασσα• τα δέ πρακτέα εργώδη καΐ πολλά τίνα φαίνον- 
ται. ΈντεΟθίν φοβεροί σωματικών αγώνων καΐ θλίψεων 
σκόπελοι, έκειθεν?πνευματικών κινδύνων λανθάνουσα ι ύφα- 
λοι, πολλαχοΟ κυμάτων υψη αμέτρητα ή άβυσσοι άχανεΓς 
τής θρησκευτικής αμφιβολίας, τής δεισιδαιμονίας, τής ψυ- 
/ρότητος καΐ τής παντελοΟς απιστίας τ6ν ούρανοδρόμον 
πλοΟν του μεγάλου καΐ θεοπαγοΟς τής Εκκλησίας σκάφους 
δύσπλουν καΐ πολύπονον απεργάζονται. 

Διότι, οάν μέν προς τους έξω καΐ τα ίξωθεν άποβλέψω- 
μεν, ώσπερ σφηκών καΐ άκρίδων καΐ μονιών αγρίων ψυχο- 
βόροι άγέλαι τα θεόσπαρτα και πολυφορά τής έφας ορθο- 
δοξίας λήϊα νέμονται πολλαχοΟ καΐ καταλυμαίνονται. ΕΙ 
δέ τα 2σω θεασόμεθα, ένθεν μέν λαϊλαψ εξερράγη παρί- 
στριος ή περί σφετερισμοΟ τών πατρφων κλήρων, οΟτε 
λίαν εύχαρις ούτε ίδρώτος έκτος• 2νθεν δέ πρόβατα τίνα 
πρ^γειοτέρου φρονήματος το ένιαΤον καΐ άδιαίρετον σώμα 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 35 = 

'τεΟ ΧριστΰΟ εις φυλάς άλληλθ{χά)τους διασχίσαι σποϋδά- 
ζουσι, την άποστολιχήν καΐ θεοσύνακτον σύνοδον είς φυλε- 
τικών αντιπροσώπων γήΐνον καΐ οικτρών συνέδριον μιετατρέ- 
ττοντα, ουδΐ τί έστι τοπρός κέντραλαχτίζειν 
καταμανθάνοντα. "Αλλοθέν πόθεν άρχαΓκώτεροί τίνες έν 
Χριστψ αδελφοί καΐ πατέρες, είς τ6ν αποστολικών π^χυν 
άπροσεκτοΟντες τδν «Εί αυτούς διεκρίνο|χεν, ούκ αν έκρι- 
νίαε^α» (ζ), σφόδρα δυσανασχετοΟσι καΐ απελπισίας άφιδ- 
σι κραυγην, όταν τους άμ€λυωπουντας οφθαλμούς αΐ χείρες 
καΐ οΐ πόδες τί5ς των ευσεβών ολοιχελείας φιλαδέλφως βδη- 
γειν έπαγγέλλωνται. "^Η Ιμπαλιν, Μαριάμμαι τινές πλατεΓ 
κραυγάζουσι στόματι• « Μη ΜωΟσεϊ (Λόνφ έλάλησε Κύ- 
ριος » (η) ; καΐ την Έκκλησίαν τοΟ ΧριστοΟ, ης οΐ θεσμοί 
προφητικοί καΐ αποστολικοί καΐ συνοδικοί καΐ δλως έξ αγίου 
Πνεύματος, ανθρωπίνως καΐ έθνσπολιτικώς διοικ'?]σαι πεφι- 
λοτίμηνται. Έν τοιούτοις σάλοις κλυδωνιζομένη ή καθ* 
ημάς άγιωτάτη τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησία τί διαφέρει τοΟ 
παλίρρου καΐ ακατάστατου Ευρίπου των πρ6ς έσπέραν τοϋ 
ηλίου της όρθοδοζίας άμαυρωθεισών Εκκλησιών; Ουδέ υπερ- 
βολήν λέγει τις, έφαρμοζων έκεινα τοΟ μεγάλου πατριάρ- 
χου και πατρίς έ:;ίφω βήματα: «Χαλεποί οΐ καιροί• οί έπι- 
€ουλ£ύ5ντ£ς τ:ί>λςί' το τ/^ς αγάπης γνήσιον άπόλωλεν . . . 
ίν μέσ(^ παγίδ<ί>ν οια^αίνομεν καΐ έπΙ επάλξεων πόλεων 
ιιερίπατοΟμεν. Ο! μεν έτοιμοι τοϊς ήμετέροις έφησθ^Ιναι 
χακοϊς - < . πολλοί κ^Ι πολλαχόθεν έφεστήκασιν ό δέ συν- 
αλγησων ούοείς η εύζρίΟμητοι λίαν» (0). 

'Οαολογουαέν^υ δί, δτι ουδέν μαλλόν έστιν εύκλεέστε- 
ρος ό το'Ιις εςω αγώνας καΐ θριάμβους δεινές αρχηγός, ή δ 
χαριστών τίν λαϊν αύτοΟ εύτυχη καΐ εύήμερον περί τα 



(ζ) Κορ. Α\ ιά, 31. 

{%) Αριθμ. ιβ', 2. 

(01 Χ;'^^705^τ. Ίΐώΐΰ^, λ^Ιγω ά. 

•* 0ί9ίΐίζθ£^^)νν3θΟ5ΐ€ 



= 36 = 

ίσω καΐ καίρ^α, ούκ δλίγα των έν τω κΛπφ τί)ς εύσεβοΟς 
κοινωνίας ά(Λέσου καΐ ταχιν^ς τγ]ς επιμελείας δέονται. ΠοΟ 
γαρ ό συνοδικές οίκος των ένίήμων καΐ παρεπίδημων άγί(ί>ν 
αρχιερέων ; Που ή άποχρώσα πρόνοια περί καταρτίσεως 
τοΟ κατ* ενορίας κλήρου ; ΠοΟ ή τ^5ς ίερδς μουσικής πα- 
τριαρχική σχολή ; ΠοΟ ή δημοσία βιβλιοθήκη έν πόλει, έν 
ή βιβλίων μέγας έπιδημεΤλιμο'ς ; ΠοΟ ή συνοδ(ίφθογγος ττίς 
ορθοδοξίας σάλπιγξ, ή την εύσέβειαν καΐ την υγια παιδείαν 
διαδώσουσα καΐ προασπισομένη ; ΠοΟ τδ ούτω συγκεκρο- 
τημένον θεολογικών και Ιεροδιδασκαλικ^ν συνέδριον (1ερ6ς 
σύλλογοζ, κεντρική έπιτροτιή), ώστε πάντοτε καΐ, ίσωθεν 
καΐ έζωθεν καθιστάναι τής ορθοδόξου ακροπόλεως τα τεί/η 
έρυμνά καΐ απόρθητα ; Τίς αγνοεί δτι, δπου πνεύματος 
έγρήγορσις καΐ ζωή, δπου τύπου παμφαής ήμερα, έκεϊθεν 
φεύγει πάσα ηθική τοΟ προσηλυτισμοΟ ληστεία (ι); ΠοΟ 
τ6 άξιον τής εποχής καΐ τής υψηλής τοΟ οίκουμενικοΟ θρό- 
νου περιωπής δικαστήριον δικαστών των πάντων νομομα- 
θών και εμπείρων ; ΠοΟ ή τών εργατικών ομοθρήσκων 
τάξεων ά'^άλο^ος παίδευσις ή τε άλλη και ή κατηχητική ; 
ΠοΟ ή έν ήμΓν ούχΙ προσωρινή καΐ εφήμερος, αλλά παν- 
τελής κατάργησις τής φορτικής επαιτείας καΐ τα παρα- 
πλήσια ; 

Έν τοσαυταις δυσχερείαις τοΟ πρωθιεράρ/ου λαών έτε- 
ρονόμων παραλείπω τάς καθ' ήμέραν άχθηδόνας αύτοΟ, τάς 
ύβρεις, τάς .έπηρείας, τους φορτικούς λόγους, τά παρά τών 
υποδεεστέρων και άπειροτέρων σκώμματα, τάς μέμψεις, 

(ι) α*Όταν μεν αυτήν (ττ,ν τοΟ Θεοΰ πο>ιν) πανταχοθιν άντΙ 
τείχους ή του ποιμε'νος άγχίνοιά τε καΐ σύνεσις περιβ/λλη, πάν- 
τα βίς αίσχύντϊν καΐ γέλωτα τοΙς εχθροίς τά μτιχανγ.ματα τι- 
λευτ^, καΐ μένουσιν οΐ κχτοικουντβς ενίον άσινεΐς. "Οταν ίέ 
τις αύτην επΙ με'ρους καταλυσαι ίυνηθτ), κάν μή πάσα ν κατα- 
βχλγ), ίιά του μέρους άπαν, ώ; ειπείν, λυμαίνεται το λοιπόν•, 
Ό αυτός Ίερωσ. λογ, 5'. 



= 37 = 

τάς πικρίας, τάς άπειλάς των ίυνατωτέρων, πρ?)ς & τελευ• 
ααΐον άθυμεΓ καΐ ή [χακρόΟυμο; καΐ απαθέστατη καρίία. 
«Ει γαρ οικίας τις μιας προνόων (λέγει δ χρυσορρή(Λων Ιω- 
άννης), καΐ οίκέτας 2χων καΐ έπιτρο'πους και οικονόμους, 
ουδέ άναπνεΓ πολλάκις ύπ6 των φροντίδων, ούδεν^ς δντος 
του ένοχλοΟντος• ό ούκ οικίας μιας, άλλα πίλεων καΐ δή- 
μων κα^ έΟνών και ολοκλήρου τ?)ς οικουμένης τήν φροντί- 
δα ίχων, καΐ ύπίρ τηλικουτων πραγμάτων, κα^ τοσούτων 
ίντων των έπηρεαζόντων^ καΐ μό'^οζ ων, καΐ τοσαΟτα πά- 
σχων, καΐ ούτω κηόόμενος, ώς ουδέ πατήρ παίδων, έννόη- 
σον τί υπομένει» (κ). 

Περιβάλλουσα σε τοίνυν, πατριάρχα θεοπρ^βλητε, ή άνω- 
θεν πρόνοια τ6ν πατριαρχικών μανδύαν καΐ στέφανον, δπότι 
γέμει τοσούτων ακανθών, άρ* ούκ εγείρει έν σοΙ τον άνδρα 
τοΟ θελήματος αυτής, ΜωΟσέα τυχ6ν κατά τ6 
άτρίμητον καΐ μεγαλουργών, ή Φινεές καΐ Ήλίαν κατά τ6ν 
ζήλον, ή Δαβίδ κατά τήν άκακίαν καΐ τήν πραότητα, 
ή Ζοροβάβελ καΐ "Έσδραν κατά τδ έθνοσωτήριον; «Έν γάρ 
χειρί Κυρίου εξουσία τής γής, και τόν χρήσιμον έγερεΓ εΙς 
καιρδν έπ* αυτής» (λ). "Ισως ό ουράνιος ναύκληρος, ίδών 
ήμ&ς, ώς άλλοτε τους μαθητάς αύτοΟ (μ), έν μέσφ τής 
6αλάσσης βασανιζομένους, έν νυκτΐ τοΟ βίου, ύπ6 των κυ- 
μάτων καΐ τής των άνεμων έναντιότητος, αποστέλλει σε 
άτρίμητον καΐ έμπειρον πηδαλιοΟχον τής νη6ς αύτοΟ. "Ισως 
ό επουράνιος άρχιποίμην, τά πολύπαθη αύτοΟ πρόβατα 
σπλαγχνισθείς, αποστέλλει σε ποιμένα φιλόλαον, ποιμένα 
κατά ττιν καρδίαν αυτοΟ. «Και δώσω υμϊν ποιμέ- 
νας κατά τήν καρδίαν μου, καΐ ποιμανοΟσιν υμόϋς ποιμέ- 
νες μετ' επιστήμης» (ν). Άλλως τε ή μέν κοινή φήμη άνα- 

(κ) Χρυ/τοστ. εις Κ.ρ. β , ια' , 28 — 29. 

(λ) ΐ\ι?±ΐ. ι\ 4. 

(μ) Μχτθ. ιδ', 24-25. 

(ν^ [εζψ. γ', 15. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 38 = 

χηρύττει σε γνήσιον ά5ελφ6ν τοΟ άοιδί|Αθΐ^ καΐ αθανάτου έν 
τή εΟγνωμονούσΥΐ μνήμη ημών τφοχατόχου σου χυροΟ Γερ- 
μανοΟ κατά την ευθύτητα, την φιλογένειαν καΐ την φίλο- 
μάθειαν αΐ δέ άγιαι ΓραφαΙ δκαβεβαιοΟνται 6τ«, δπου αν 
τ6 στρ^νος τ-Ρ); ανομίας χραταιωθή, έχεί ύπερπερισσευει 
καΐ ή θεία χάρις (ξ). 

Δ'. *Αλλ' ή κατά πάση; έττηρείας νκκηφίρος αυτή θεία 
χάρις, πατριάρχα πανάγιε, τ^τε μάλιστα έπιφοιτήσει καΐ 
τ^ε δείξεις, δτι δντως δάκτυλος ΘεοΟ ίίψωσέ σε, δταν, τδν 
Κόριον αγαπών τελείαν άγάπησιν, άγαπήσης όλοψόχως, 
μδλλον δέ καΐ υπέρ αυτήν σου την ψυχήν, καΐ τοίις τοΟ 
Κυρίου άρνας. Οίδας ίτι 6 τελειωτής τής σωτηρίας ημών 
τίτ* επέτρεψε τφ κορυφαίφ τών μαθητών τήν τοΟ ποιμαί- 
\ειν φροντίδα, καΐ δτε παρρησία τρανώςέβεβαιώθη, δτι 6πε- 
ραγαπαται. «Σίμων 'Ιωνδ, εϊπεν, άγαποίζ με πλεΓον τού- 
των ; ποίμαινε τά πρέβατά μου» (ο). 

Τ^ δι μέτρον καΐ τ6ν τρόπον τής τών λογικών ποιμνίων 
αγάπης έδίδαξαν μέν σε πάμπολλοι άοίδιμοι καΐ λαμπροί 
προκάτοχοί σου, άρχαΓοί τε καΐ νεώτεροι, άλλος άλλην ά- 
ρετήν ποιμαντιχήν καΐ άγαθοεργίαν κατορθωσάμενοι• λαμ- 
πρίτερον δέ τών άλλων έργω τε καΐ λόγω ύπετυπώσαντο 
έν μέν τφ νόμω ό θεδπτης ΜωΟσ?)ς, έν δέ τη χάριτι ό θεο- 
φώτιστος τών εθνών απόστολος. Ό πρώτος, σταθείς ενώ- 
πιον Κυρίου, δτε θυμωθείς παρ* ολίγον έξωλόθρευε τί>ν 
μοσχολάτρην λαόν, είπε• « ΚαΙ νΟν, Κύριε, εί μέν άφεΓς 
αύτο!ς την άμαρτίαν αυτών, άφες• εί δέ μή, έξάλειψόν με 
έκ τ?)ς βίβλου σου » (π). Ό δέ μέγας Παύλος, υπέρ πάσης 
μερίμνων Εκκλησίας, ώς τ^ς γής άπάσης απόστολος, πρ6ς 
(ΐλν τους προεστώτας τί)ς τών Έφεσίων Εκκλησίας ίλεγε- 

(ξ) Ρω(Χ. ι\ 40. 

(ο) Ίω. κά, 15-16. 

(π> Έοξί. λβ', 3δ. 



= 39 =» 

^ Τ^ ΠνεΟ|Λ« 'ώ άγιον χατά πόλιν διαμιαρτύρεται, λέγον> 
δτι δεσμά μζ καΐ θλίψεις (λένουσιν. Άλλ* οόδενδς λόγον 
ΉοιοΟμαι, ούδΐ έχω την ψυχήν μου τιμίαν έμαυτφ, ώς τε- 
Τ^ειώσαι τ6ν δρ^μον μου μετά χαρβς χαΐ την διακονίαν, ήν 
ϊλαβον παρά τοΟ Κυρίου ΊησοΟ. . . . Δι6 γρηγορείτε, μνη- 
μιονεύοντες, δτι τριετίαν νύκτα καΐ ήμέραν ούκ έπαυσάμην 
μετά δακρύων νουθετώ ν ένα Σκαστον» (ρ). Πρ6ς δΐ τά έν 
Ρώμη νεοφώτιστα πρόβατα έγραφε ν «Ηύχόμην αύτ^ςέγώ 
ανάθεμα είναι άπδ τοΟ ΧριστοΟ Οπερ των αδελφών μου 
των συγγενών μου κατά σάρκα» (σ)• Άκούεις ψυχ^ς ποι- 
μαντικούς αύταπάρνησιν, άποβαλούσης καΐ οώτήν αυτ^ς την 
αΐώνιον σωτηρίαν υπέρ ών έποίμαινεν ; '^τ^^Ρ '^ούς πάντας 
βμως διετράνωσεν ό Κύριος ΊησοΟς Χριστός, δείξας έν έαυ- 
τί5> πώς «ά ποιμήν ό κάλος την ψυχή ν αύτοΟ τίθησιν υπέρ 
των προβάτων» (τ), μάρτυς γενόμενος τοΓς παθήμασι. Τφ 
δντι οί μέν άγιοι μάρτυρες εφάπαξ έπιον τ6 ποτήριον τοΟτο• 
τ^ δέ μαρτύριον τοΟ καλοΟ ποιμένος έστΙ καθημερι- 
νών καΐ ίσόβιον. ΆντΙ πολλών καΐ μεγάλων παραδειγμάτων 
αρκέσει ή έν τοΙς οικούμε νικοΐς πατριάρχαις πανευκλεής καΐ 
άγιωτάτη συνωρίς, 6 χρυσοΟς Ιωάννης καΐ ό λαμπρές καΐ 
φερώνυμος Φώτιος, αμφότεροι όλοκάρπωμα τφ Θεφ όπερ 
των ποιμνίων καΐ τ•?)ς αληθείας γενόμενοι. 

Ε'. 'Αλλά γαΐ ούτω θάρσει, πατριάρχα θεοστήρικτε, 
θαρσείτω λα^ςτοΟΘεοΟ. Προς τάς μεγάλας καΐ 
άγαθάς καΐ άοκνους ψυχάς μέγας καΐ κραταιές δείκνυται 
καΐ δ παντοδύναμος. Καθώς δέ τάς μεταλλικάς ουσίας τί]ς 
καμίνου τ^ πΟρ δοκιμάζον λαμπρύνει, ούτως έξουσίαι δυσ- 
μεταχείριστοι άνδρας δοκιμάζουσιν άρετήν καΐ εύστάθειαν• 

(ρ) Πρ±ί. κ'. 23—24. 31 καΐ κά, 11-^13. Πρβλ. Κορ. 
Α'. ιέ, 31. 

(«) Ρωμ, β', 3. 
(τ) •Ιω. ι', 11. 



= 40 == 

*ΑρχαΓον καΐ άληΟινίν έστι τ^ γνωριάτευμα, β^ι μεγάλη 
αρχή τ^νμέγαν άνα^£(χνι>σιν£ν$ρ«* οώδ' 
ώνόμασέ τις πώποτε ούτε κυβερνήτην άγαθ6ν τ6ν έν γαλή- 
νη τοΟ λιμένος καθήμενον ούτε πατριάρχην ή βασιλέα ή 
στρατηγδν μέγαν καΐ λαμπρόν, δν μή ύπεβάστασαν υπερά- 
νω πολλών, ώς δύο ακατάβλητοι πτέρυγες, ν ο Ο ς καΐ θ έ- 
λη σ ι ς. Τγ]ς πνευματικές όλκάδος ό κυβερνήτης, τήν μέν 
καρδίαν καΐ τήν διάνοιαν δχων ισχυρά, τήν δΐ πάντων 
των περί αύτδν σύμπραξιν άντΙ ποδών χαΐ χειρών καΐ αίτ 
σθητηρίων καΐ άντΙ μοχλοΟ μεγαλουργοΟ δυνάμεως μετα- 
χειριζομενος• και τ6 μέν πνεΟμα τοΟ νΟν αίώνος συμμορφώ ν 
τφ έπουρανίφ πνεύματι τοΟ Ευαγγελίου, έκεΤνο δέ καλώς 
ένθυμούμενος, δτι ό Θε^ς στεφανοί ο6χ απλώς τ6 άρζασΟαι 
καλώς, άλλα καΐ τ6 καλώς τελειώσαι μάλιστα• τοιοΟτος 
κυβερνήτης τί οδ δύναται; Όπου δέ τά μέν πολλά καΐ 
παντοία τής πατριαρχείας βάρη, αισίως μερισθέντα καϊ δια 
'ϊήζ σής έθνωφελοΟς συμπράξεως, ίκανώς έκουφίσΟησαν, οϊ 
δέ σύμπαντες ύπάρξουσιν άδιαρρήκτως συνησπισμένοι εις 
τ^δνομα τοΟ Κυρίου, εκεί συμπαρεδρεύσει μέν πάντως 
καΐ ό 'ΙησοΟς Χριστ6ς άοράτως, ενισχύσει δέ καΐ φωτιεί 
τον τής Εκκλησίας πρόεδρον, Ιερώς έν Ιι^οΧ^ περί Ιερών βου- 
λευδμενον. 

ΣΤ' Τδ κύριον τής πατριαρχικής ήμε'ρας ζήτημα ουκ 
άποΦαίνει περιττάς έτι ολίγας λέξεις πρΐς τά θεοφιλή τοί> 
δρθοοόξου καΐ άγίουέθνους σεμνώματα καΐ στηρίγμα- 
τα. Ή καθ' ήμδς άγιωτάτη τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησία διδά- 
σκει, ώς οί πολλοί τοΟ ακροατηρίου γινώσκουσιν, δτι μέλη 
μέν συνοδικά όλιγομελοΟς αρχιερατικής χορείας, ίσω τής 
περιφερείας τών δογμάτων καΐ τών Ιερών κανόνων ένερ- 
γοΟντα δίχα τοΟ κανονικοΟ προέδρου τε καΐ πατριάρχου, 
είσΐ σώμα δίχα κεφαλής. Πατριάρχης δέ, μή μετά συνόδου 
συναποφασίζων τ ά κοινά, έστΙ κεφαλή χωρίς κορμοΟ• 
Έκάτερον, χωρισθέν τοΟ έτερου^ έστΙν άκατανόητον έν τφ 



χόλπω τΫ^ ορθοδοξίας, άξιον τοΟ χατοαεΓν τάς έν Ρώμτ) κα- 
ααχόμβας. ΈνςαΟθα Ισχύει μάλιστα τ^ τοΟ Αποστόλου* 
«ΚαΙ γαρ τ6 σώμα ούκ έστιν £ν μίλος, άλλα πολλά. • . . 
Ου δύναται ό όφθαλμϊς είπεϊν τη χειρί, χρείαν σου ο6κ έχω• 
ή πάλιν ή κεφαλή τ€>Γς ποσί, χρείαν υμών ο6κ ίχω (υ). Εί 
δέποτε διαφωνήσει πρ^ έαυτήν ή ιερά ένδημοΟσα σύνοΒος, 
ή ό κορυφαίος, περί σπουδαΐον καΐ ουσιώδες τής Εκκλησίας 
ζήτημα, οί τών αγίων καΐ πανσέπτων οικουμενικών καΐ 
τοπικών συνόδων σεπτοί κανόνες, τα ούρανομήκη ταΟτα 
τής Εκκλησίας προπύργια, ο6κ άρκοΟνται απλώς εις σχε- 
τικήν πλειονοψηφίαν μόνων τών ένδήμων ιεραρχών, καΐ πολ- 
λφ έλαττον εις τήν τών λαΓκών υπουργών καϊ προβούλων, 
2που τοιβΟτοι- άλλ* όρίζουσιν, ?να πάντες ερωτώνται οί συλ- 
λειτουργοί καΐ ίσόψηφοι τοΟ θρόνου, έν δέ ανάγκη, καΐ οΐ 
τών ομόρων θρόνων επίσκοποι. ΟΟδένα ωσαύτως λανθάνει 
τών περί τους Ιερούς κανόνας ασχολουμένων, δτι, ε Γ τ ι έ ν 
άγίφ Πνεύματι έθέσπισαν κανονικών οί Απόστολοι 
καΐ αΐ μετ' αυτούς καΐ κατ' αυτούς συγκροτηθεϊσαι θεόφρο- 
νες σύνοδοι, τοΟτο «άκράδαντον καΐ άσάλευτον διαμενεί» 
(ως ή Ζ' οικουμενική σύ>^ο8ος αποφαίνεται), 2ως ού άλλη 
επισκόπων σύνοδος έπελθοΟσα οικουμενική καΐ ύπδ τοΟ πα- 
ναγίου Πνεύματος έλλαμφθεΓσα και αύγασθεΓσα κα- 
τανόηση τι τφν περί τα ήθη καΐ τήν έκκλησιαστικήν δια- 
χόσμησιν καιρικής χρήζον μεταρρυθμίσεως. Διόπερ ούδεΙς 
νόμος ανθρώπινος αναιρεί κανονικώς κανόνα συνόδου• 
ή γαρ τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησία κυβερνάται δΓ Αποστό- 
λων, δια προφητών, δια δ ι δ α σ κ ά λ ων, δια δυνά- 
μεων (θαυματουργικών), και απλώς δια τών κρειττό- 
νων χαρισμάτων τοΟ Πνεύματος (φ). Προς δέ 
τούτοις, ή παλαιά καΐ άκηλίδωτος Εκκλησία τών Άθανα* 



(υ) Κορ. Α', ιβ', 14, 21. 
(φ) Αύτ(ίθι, 28—31. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 43 » 

σίων καΐ Κυρ{λλων^ των Γρηγορίων καΐ Χρυσοστήχων, μί- 
νην άφορρ,ήν δικαίας παύσεως άπό έπΐ(χκοπί)ς την έν γνώ- 
σει γινώσκουσα άθέτησιν δόγματος ή συνοδικοΟ κανόνος, 
άπεδοκίμαζε ττ&σαν άλλην ώς άθεσμον (χ). Τα δέ νϋν, ώς 
έσμέν ελεύθεροι ιτερί την πάτριον ιιίστιν κατά θεΓον έλεος 
κβΐΐ ή πολιτική ευθύνη τοΟ πατριάρχου μεμέρισται, καθ?)- 
κόν έστιν ίερώτατον τί)ς εύσεβείας άμα καΐ συνέσεως των 
έν ήμίν ισχυρών καΐ λογάδων τ6 προλαμβάνειν καΐ άπο- 
κρούειν πάσαν άλλην πρόφασιν, ήτ!ς άντιστρατεύεταί πως 
πρ6ς τ6 πνεΟμα καΐ πρ6ς την έλευθερίαν τ•?)ς Εκκλησίας. 
Τ6 εΙς ούδεΙς ένταΟθα εφαρμόζεται μάλιστα. Μόνον 
ή θεοδώρητος ομόνοια τους μέν λαούς καθίστησιν ισχυρούς 
καΐ μεγάλους, την δέ άλήθειαν κα'ι δικαιοσύνην, άχατα- 
γώνιστα. Άλλα τ6 εύλογημένον δένδρον τ?)ς ομονοίας τότ* 
€ύδοκιμε?, 5ταν, φυτευθέν εΙς τήν λιπαράν γί]ν τί)ς είλικρι- 
λ^είας, αδιαλείπτως ποτίζηται δια τοΟ άληθινοΟ καΐ κατ* 
έπίγνωσιν ζήλου, βστις ίν μόνον οϊδε συμφέρον, τ^ συμφέρον 
τοΟ ΘεοΟ καΐ τής κοινωνίας. 

*Ω άγγελοι ειρήνης, ω άγιώτατε των ψυχών ημών επί- 
σκοπε καΐ οΐ συνεπίσκοποι• αυτή έστω τής Εκκλησίας ή 
δόξα, αϋτο^ ό στέφανος τής Ιεραρχίας καΐ ούτος ό πλοΟτος 

(χ) *0 βουλομενος μετιέτω περί πάντων τούτων Άποττ. καν, 
λί', λζ , οο', οέ — Οίκουμ. ^υνοδ Α', καν. δ\ έ^ ς — Β'. 
κβίν. β', ς' — Γ'. καν, νί — Δ'. καν. θ'. ιζ', ιθ , κά, κή — 
Τρούλλ. καν. «Λ. ιζ' ^ Ζ', καν, ά, γ', ς' — ίϊρωτοδβυτ. καν. 
ιστ' — Άντιοχ, δ', ς', θ', ιά, ιβ', ιά', ι«\ ις', ιθ . κ' — Λαοδ. 
καν. ιβ', μ' — Ιαρδ. καν. β , γ', ό , ς' — Καοθαγ. καν. τ,\ 
ιί, ιβ , ιγ', ιί', ιέ, ις , κς , κζ% κή, >ς , λζ', λ/,, ξ', οδ', πδ', 
υς', ρ*', ρ«, ριέ, ριή. ρλά, ρλβ', ρλγ', ρλδ', ρλζ', ρλΑ» ρλθ*, ρμ'• 
ρμχ — Κυρίλλ. Άλεςανδρ. καν. ά — ίΐρακτ. <ιυνόί. Τομ Β', 
βελ. 1ί)0, 265, 468 κτλ. — Τ^ς χρι*τ-ιανικής Ίίνώσδω; (Τ. Κ.) 
άριθ(Λ. 17, σα. 121 — 134, άριθα. 45, σελ 357, άριθμ 48, 
βελ. 281— 382, άριθ(Λ. 50, «λ 398. 



= 43 = 

'ϋών είκτεβών τ^ την θεοφύτευτον άμπελον καρποφφον άνα- 
δεϊξαι, καΐ συσφίγξαι μέν τ^ν τ•?)ς άδελφίίτητος καΐ ειρήνης 
συνδεσμον μεταξύ των ομόδοξων Εκκλησιών δια τ?]4 ένί- 
τητος τί)^ πίστεως καΐ δια τ^ς στενωτέρας κοινωνίας• τ:ρο^ 
λεδναι δέ και προοδοποι^Ισαι την εις τους κΛπους τ'?]ς μιΛς 
άληθινγ)ς Εκκλησίας άποκατάστασιν των λοιπών προβάτων, 
'τών ο6κ έκ τγ5ς αύλί^ς ταύτης• καΐ μηδέν μηδέποτε μήτ' 
έγκρίναι μήτ* έπιτρέψαι μηδέ άνεχθί]ναι μηδαμώς αντικα- 
νονικών καΐ άθεσμον έν τη τοΟ ΧριστοΟ Έκκλησίοι, καν δέτ) 
καΐ αύτ6 τ^ αίμα υμών έκχέαι δια τ6ν Κύριον. «Πειθαρ- 
χείν Θεώ μάλλον ή άνθρώποις» (ψ), έλεγον οΐ θεΤοι Άπιί- 
στόλοι, ών ύμεις δικαίως σεμνύνεσΟε καΐ μαθηταΐ καΐ διά- 
δοχ^οι γνήσιοι. 

Επουράνιε βασιλεΟ, έξ οδ πάσα πάτρια καΐ έξοικτία 
έν οΟρανφ καΐ έπΙ γ'?)ς ονομάζεται και πάσα διάνοια καΐ 
καρδία διαπλασσομένη, πρδς το σ6ν κατευθύνεται θέλημα, 
συ ε&λίγησον, φώτισον καΐ στερέωσον τον σεβασμιώτατον 
καΐ παναγιώτατον πρωθιεράρχην τ?]ς Εκκλησίας σου, κρα- 
τυνων καΐ άγαθύνων αύτοΟ καΐ νουν καΐ προαίρεσιν• Ποίη- 
σον αΟτον γενέσθαι μεγαλωφελη καΐ άριστον καΐ ταϊ^ 
άληθείαις θεοπρόβλητον τ^ΐς αγίας σου ποίμνης άρχιποι- 
μάντορα. Σύ, αιώνιε πρύτανι καΐ είρήναρχε τοϋ παντός, 
ζΐς λύσιν τών κατεχόντων ήμας ανιαρών, καΐ τα διεστώτα 
σύναψον, καΐ τα έσκορπισμένα συνάγαγε έν τω σφ βρα- 
χίονι. Τω φιλολάω καΐ γαληνοτάτω καΐ εΟεργετικωτάτ({> 
ημών βασιλεΓ καΐ αύτοκράτορι σουλτάν Άβδούλ 'ΑζΙζ χάν 
έφένδη καΐ τοις πανεκλάμπροις αύτοΟ ύπουργοΓς καΐ συμβού- 
λοις ύγίειαν δίδου μακροήμερον καΐ εύήμερον, χρηστά εμ- 
πνέων αΟτοΤς καΐ λαοσωτήρια τά βουλεύματα. Χριστιανών 
^6 κέρας υψωσον, καΐ πάντας άγίασον. Γένοιτο, γένοιτο ! 

(ψ) Πράξ β', 29. 



^ Η ^ 

Γ' ΛΟΓΟΣ 

ΕΚΦΔΧηθΕΙΣ ΕΝ ΤΛι ΠΑΤΡΙΑΡΧ. ΜΑΛι ΤΠι ΕΤ' ΦΕΒΡΟΪΑΜΟν 

Ι8β7, 

ύπ^ τοΟ Ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Γλυκά, 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑΣ 

η^ϋΓΟΡίοι• τον χχ . 



Παναγιώτατε δέσποτα! 

ΜΕΤΑ χαράς και άγαλλιάσεως καΐ εγκαρδίου ευγνωμο- 
σύνης πρΐς ι;6ν Θε6ν των πατέρων ημών σέ ύποδέ/εται 
καΐ πάλιν ή Εκκλησία έπανερχόμενον εΙς τ6ν πατριαρχι- 
κών θρ^νον, τ^ν όποΓον άλλοτε δια των ποιμαντικών αρετών 
σου τοσοΟτον έκόσμησας, καΐ άπ6 τοΟ οποίου τοσοΟτον έν- 
έόξως καΐ θριαμβευτικώς άπεχώρησας. Μετά χαράς καΐ 
πνευματικτ]ς ευφροσύνης σέ βλέπει πάλιν ό ορθόδοξος Κλ?)- 
ρος καΐ λα6ς έπΙ τοΟ οίκουμενικοΟ τούτου θρόνου, εύλογοΟν- 
τα καΐ διδάσκοντα, άναγγέλλοντα τά ρήματα τ•?)ς αίωνίου 
ζω•^, 

Ναί. Φάνηθι ούτω πάλιν έπΙ τί)ς υψηλής ταύτης περιω- 
ιτί)ς, ως έπΙ ύψηλί^ς λυχνίας, ό <^ωζ(£οΚο^ λύχνος τί]ς άρε- 
τί)ς καΐ τί)ς εόσεβείας, ίνα εκείθεν καταλάμπης καΐ κατά- 
φωτίζης σύμπαν τ^ ύρ^όίοζο'^ πλήρωμα. Απόλαβε σου τδν 
6ρόνον, τ6ν πρδ πολλοΟ ήδη χι^6>ίου μετά πόθου έπιζητοΟν- 
τά σε. Ή μεγάλη βουλή καΐ πρόνοια τοΟ ΘεοΟ, όστις σϊ διε- 
«ϋήρησεν έπΙ τοσαΟτα έτη ως ζώπυρόν τι τής πατρώας εύ- 
σεβείας καΐ αρετής, σέ προσκαλεί διά τής ομόθυμου ψήφου 
τοΟ Κλήρου καΐ του λαοΟ, δπως σοΙ άναθέση καΐ πάλιν τ6 
μέγα ίρ^'ον τοΟ ποιμαίνειν την Έκκλησίαν αύτοΟ, δπως σοΙ 
έμπιστευθή τήν μέριμναν πασών τών Εκκλησιών. *Ή πώί 
έλλως ερμηνεύεις τά περί σέ ταΟτα γινόμενα σήμερον με- 



= 45 =: 

'ϋά όλίχληρον είκο-τιεπταετίαν, μετά όλίκληρον γενεάν; Πώ^ 
εξηγείς ιάς [χεγάλας ταύτας ενδείξεις τί)ς γενικ•ί)ς χαρ6ί; 
καΐ τοΟ σεβασμοΰ καΐ τ^ς άφοσιώσεως τοΰ,χριστωνόμιου λαοΟ 
τ•?]ς μεγαλουπόλεως ταύτης, γονομένας έν ονόματι σύμπαν- 
τος τοΟ ορθοδόξου πληρώματος των άπανταχοΟ χριστιανών; 

Θαυμαστή αληθώς ή περί την αύτοΟ Έκκλησίαν πρό- 
νοια τοΟ μεγάλου Θεοΰ και Σωτί)ρος ημών 'ΙησοΟ Χρι- 
στοΟ, όστις, έν ττ) άπείρω αύτοΟ σοφίςε καΐ άγαθότητι, έπι- 
φυλάττει καΐ εγείρει εκάστοτε έν περιστάσεσι κρισίμοις τόν 
χρήσιμον άνδρα, ΜωΟσ^ν νέον, όδηγοΟντα καΐ σώζοντα έκ 
τών κινδύνων καΐ τ^εριστάσεων τ^ νέον Ισραήλ. Θαυμα- 
στή δέ καΐ ή ευσέβεια καΐ ή όρθοίρροσύνη παντίς τοΟ ορθο- 
δόξου Κλήρου και τοΟ λαοΟ, όστις αμέσως έν τη περιστά-τ 
σει ταύττ) συνείδε καΐ κατενόησε περί τίνος πρόκειται, καΐ 
προσηνέχθη άξίως έαυτοΟ καΐ τής σής ύπολήψεως. 

Άφ* ής ημέρας, παναγιώτατε δέσποτα, ό πατριαρχικές 
οδτος θρόνος έκηρύχθη κενός, ευθύς οι πάντες, ώςέκ συνθή- 
ματος, άπέβλεψαν προς την ύμετέραν παναγιότητα, καΐ τί^ 
περίδοξον δνομά σου, περιφερόμενον μετά σεβασμοΟ εις όλων 
τά' στόματα, ως δι' αοράτου τιν^ς δυνάμεως έφείλκυε τήν 
γενικήν απάντων συμπάθειαν καΐ τήν προσοχήν. Ότε δέ, 
έν τή μεγάλγ) εκλογική συνελεύσει τών σεβασμίων ιεραρ- 
χών καΐ τών λογάδων τοΟ έθνους, δι* απολύτου πλειοψη- 
φίας, έπιβαλλούσης εις απαντάς σεβασμόν, άνεκηρύχθη ή 
υμετέρα παναγιότης, παρευθύς φωνή γενικής επιδοκιμασίας 
πανταχόθεν περισαλπίζεται. 

Τί σημαίνουσι πάντα ταΟτα, παναγιώτατε δέσποτα ; Τί 
σημαίνει ή τοσαύτη όμοφροσύνη καΐ σύμπνοια παντ^τοΟ 
Κλήρου καΐ τοΟ λαοΟ, προκειμένου περί τής υμετέρας πα- 
ναγιότητος; Τί σημαίνει τ^ μέγα τοΟτο πλήθος τοΰ λαοΟ, 
συνωθουμένου πανταχόθεν, καΐ έν ταϊς όδοΙ);, καΐ έν τφ ναώ, 
καΐ φιλοτιμούμε νου ποΓος πρωιον νά Γδη καΐ νά θαυμάσγι 
τ6ν εκλεκτών τοΟ ΘεοΟ καΐ τής Εκκλησίας, τ6ν άνωθεν 



« 46 =» 

(ών τ'ί θείςε ψήφ^ κεκυρωμένον, κάτωθεν δέ τή όμοφώνφ 
γνώμτϊ τοΟ λαοΰ και τή αυτοκρατορική εύ(Λενεία τιμώμε- 
νον ; ΑΙ εκδηλώσεις αύται τ^^ς γενικ•?)ς χαράς τοΟ λαοΟ ου- 
δόλως όμιοιάζουσι τάς κοινώς καΐ συνφως έν παρομοίαις πε- 
ριστάσεσι γινοαένας• ξχουσί τι εξαιρετικών καΐ μοναδικον, 
τοΟ οποίου την ση(χασίαν ουδείς έχέφρων ήδύνατο να πα- 
ραγνωρίστρ. 

Ό λαός ό ορθόδοξος, παναγιώτατε δέσποτα, διέκρινεν 
έν τή περιστάσει ταύτγ) πρώτιστα (χέν χαΐ (Λαλιστα τόν δά- 
χτυλον τί)ς- θείας προνοίας υπέρ τ^ς ορθοδόξου Εκκλησίας• 
ίπειτα έν τψ προσώπω τ•?;ς υμετέρας παναγιότητος έθεα>*- 
ρήσε την άλήΟειαν θριαμιβεύουσαν, τήν άρετήν έκτιμωμένην, 
καΐ επισήμως άναγνωριζομένην τήν Ικανότητα. Συναι• 
σθάνεται τρόπον τινά τήν Ιδίαν φιλοτιμίαν του ίκανοποι- 
ουαένην έν τφ προσώπω τής ύμετ. παναγιότητος, καΐ διά 
τοΟτο χαίρει καΐ δοξάζει άπό ψυχής τόν Θεόν άλλ' έκτος 
τούτου, χαίρει καΐ άνευφημεϊ διά τήν εις τόν πατριαρχικών 
βρόνον έπάνοδόν σου, διότι πέποιθεν δτι εύρεν έν σοΙ τόν 
άξιον, τον αληθή, τόν καλδν ποιμένα, τοΟ οποίου τήν ανάγ- 
κην ουδέποτε (χέν έπαυσε συναισθανόμενος, σήμερον δέ αυ- 
τά τά πράγματα κατέστησαν έπαισθητοτέραν. 

ΠολλαΙ άφορμαί, κατά τους τελευταίους μάλιστα χρό- 
νους, εδόθησαν, έσωτερικαί τε και έξωτερικαί, ές ών οί πάν- 
τες, μικροί καΐ μεγάλοι, συνησθάνθησαν τ6 άκροσφαλές των 
κοινών ημών πραγμάτων, εθνικών καΐ εκκλησιαστικών, καΐ 
τους περιστοιχοΟντας ήμας πανταχόθεν κινδύνους, και ήρ- 
χισαν ευλόγως να άνησυχώσι, καί πανταχοΟ νά έπιζητώσι 
τ6ν δυνάμενον διά τής έξιδιασμένης αύτοΟ πείρας καΐ συν- 
έσεως νά αποσόβηση αυτούς. Ή διόρθωσις τών κακώς 
εχόντων πραγμάτων τής κοινωνίας δέν εϊναι έργον ίδιω- 
τικόν ό λα6ς δύναται νά συνεργήση πολύ είς τοΟτο, δταν 
μάλιστα συναισθανθή τήν άνά-^οςην, τό οποίον είναι το 
πρώτον βήμα τής έπι τά κρείττω μεταβολής- αλλά τ^ 



«= 47 =β 

ϊργον τ?]ςτών κοονών διορθώσεως άπίκειται κυρίως εις τους 
άρχοντας. ΚαΙ την άλήθείαν ταιίτην την άναντίρρητον 
ήτο αδύνατον να [χή κατανο*^ καΐ ό λαός 6 ορθόδοξος, •χαΙ 
να μή σίΓεύστ) επομένως, χαΐ έν τη περιστώσει ταύτη, νά 
ζήτηση τ^ν άξιον άνδρα, τ6ν άνδρα τί)ς καρδίας του• χαΐ 
τοιοΟτον εύρε τφ δντι καΐ ομοφώνως ενέκρινε την ύμετέραν 
Ίΐαναγιότητα. 

Ναί, παναγιώτατε δέσποτα, ολόκληρος δ ορθόδοξος Κλί)- 
ρος καΐ ό λα6ς τ•?)ς μεγαλουπόλεως ταύτης δεν είναι δυνοί- 
τ6ν να άπατάταί ποτέ. Ή πεποίΟησις ολοκλήρου λαοΟ, ή 
πάνδημος έκδήλωσις τ•?]ς κοινί)ς γνώμης ίγει τι θείον χαϊ 
έπιβλητικόν, καΐ εύλό^'ως θεωρείται ώς έκφρασις αυτ5)ς τΫ}ς 
θείας βουλ*?]ς, ενώπιον τ'?)ς οποίας πρέπει νά κύψωσι πάντες, 
χαΐ νά δοξάσωσι τ6ν Θεόν. Έπειτα ό λαός ό ορθόδοξος δέν 
στηρίζεται είς υποθέσεις καΐ εικασίας άπλας, άλλα στηρί- 
ζεται είς αυτά τά πράγματα, τά έπΙ τ?ιζ πρώτης ένδόςου 
πατριαρχείας σου, καιτά όποϊα είναι είς πάντας γνωστά. 

ΟύδεΙς βεβαίως παραγνωρίζει, Ικαστος συναισθάνεται τδ 
σοβαρ6ν καΐ κρίσιμον των σημερινών περιστάσεων, τ6 πλ'9^- 
θος καΐ την σπουδαιότητα των καθ* έκάστην άνακινουμένα^ν 
ζητημάτων, καΐ επομένως τάς δυσχερείας τ•?1ς ύψηλί]ς ταύ- 
της θέσεως, τγ)ς οποίας σύ μόνος έννοεΓς δλον τδ ^άρος καΐ την 
εύθύνην άλλ' «'φ* έτερου, ή περίνοια καΐ ή ποιμαντική φρό- 
νησις, ή κατακοσμοϋσα τήν σήν Ιεράν κορυφήν, ό ζήλος καΐ 
ή χριστομίμητος αύταπάρνησις, καΐ αί λοιπαΐ χριστιανιχαΐ 
άρεταί^ των οποίων παρέσχες τρανώτατα δείγματα έν τή 
πρώτη πατριαρχεία, καΐ τάς οποίας, φυσικφ τφ λόγω, ενί- 
σχυσε καΐ έκράτυνε πολυχρόνιος πεϊρα καΐ άσκησις, καΐ σύν- 
τονος μελέτη τοΟ θείου νόμου, ταΟτα πάντα είναι εχέγγυα 
ασφαλή, ένισχύουοι τήν πεποίθησιν, καΐ έπαυξάνουσι τάς 
προσδοκίας τοΟ ορθοδόξου λάου. Τδ παράδειγμα τοΟ άνεπι- 
λήπτου καΐ άνυποκρίτου βίου σου καΐ τής ενάρετου σου πο- 
λιτείας θέλει επηρεάσει ανεπαισθήτως τους πάντας, χαΐ Οέ- 



= 48 = 

λει διεγείρει τήν φιλοτιμιίαν πολλών να προσπαθήσωσι, κατά 
δύναμιν, να τό μιμιηθώσιν. Ή θέα μονή τοΟ σεβαστοΟ σοο 
ιφοσώπου θέλει επιβάλλει εΙς πάντας τ^ν σεβασμόν, ολίγον 
ίπ' ίσχάτωνχαλαρωθέντα. Τ6 γαλήνιον βλέμμα σου καΐ το 
μειλίχιον έν γένει των τρόπων σου θέλει εμπνέει πρ^ς πάν- 
τας τήν πρςιότητα, καΐ υπαγορεύει τήν πρδς αλλήλους άγά- 
πην καΐ άνοχήν. 

Ανάλαβε λοιπόν μετά θάρρους τ^ ϊργον, τ6 όποΓον έκ νέου 
σοΙ εμπιστεύεται 6 Κύριος, διά τής ομοφώνου γνώμης τοΟ 
Κλήρου καΐ τοΟ λαοΟ. Τίνων πραγμάτων έχει ανάγκην, 
καΐ τί αναμένει καΐ προσδοκ^ παρά σοΟ ό λαός, τοϋτο δέν 
έχεις ανάγκην νά τ6 ακούσης παρ* άλλου. ΑΙ πολλαΐ καΐ 
πολυειδείς άνάγκαι τής Εκκλησίας καΐ τής καθ' ήμδς κοι- 
νωνίας σοΙ είναι κάλλιστα καΐ υπέρ πάντα άλλον γνωσταί. 
ΣπεΟσον λοιπ6ν καΐ επίμενε άνενδότως ε{ς τήν βαθμηδόν θε- 
ραπείαν αΟτών, επικαλούμενος ^ροΎΐ^γου^κένως μέν τήν κρα- 
ταιάν άντίληψιν τοΟ καλέσαντός σε Θεοΰ, καΐ έπειτα τήν 
σύμπραξιν τοΟ έκ τής σής αγάπης ήδη εξαρτωμένου Κλή- 
ρου καΐ τοΟ λαοΟ. Μή σε πτοήση τ6 πλήθος καΐ μέγεθος 
των δυσχερειών, μηδέ κλονήση τ6 στερρ6ν τής ψυχής σου 
τών πειρασμών καΐ τών σκανδάλων ή ζάλη. Μή είττης έν 
τη περιστάσει ταύτη τ6 γνωστόν λόγιον τοΟ Κυρίου, το χά- 
ριν απλώς αιτιολογίας προς τον μικροψυχήσαντα Πέτρον 
ρηθέν, δτι «τό μέν πνεΟμα πρόθυμον, ή δέ σαρξ ασθενής»• 
άλλα μάλλον έχε ύπ* δψιν τ6 έτερον έκεΤνο, τ6 προς τόν 
μέγαν ΠαΟλον άποκαλυφθέν, 8τι «ή δύναμίςμου έν άσθε- 
\εί^[, τελειοΟται», και διά τοΟτο έκαυχατο έν ταϊς άσθενεί- 
αις αύτοΟ, καΐ παρρησί^: έκήρυττεν ό μακάριος τό «δταν 
ασθενώ, τότε δυνατός είμι». 

Θάρρει λοιπόν, παναγιώτατε δέσποτα, άνδρίζου καΐ Γσχυε, 
ό Κύριος μετά σοΟ• έπιλαβοΟ μετά θάρρους καΐ γε'^Λ^αιότητος 
τ6 πηδάλιον τοΟ κυμαινόμενου σκάφους τής Εκκλησίας, ένα- 
τενίζων, ως εις πολικόν αστέρα, προς τϊν ουράνιον νυμφίον 



= 49 = 

αύττ^ς, ίΙί Κόριον ημών 'ΙησοΟν Χριστών, καΐ ιφοστησάμϊ- 
νος ναυκλήρους καΐ οδηγούς έν αή κινδυνώδ^ι ταύτη πον- 
τοπορία τους επαξίων εξ άρχ-ης το θεότευκτον τούτο σκάφος 
Τϋηδαλίουχήσαντας. *Ω πόσα θαυμαστά καΐ άρίζηλα πα- 
ραδείγματα Ιερών ποιμένων, μετά τδ μέγα καΐ μοναδικδν 
εκείνο παράδειγμα τοΰ καλοΟ ποιμένος, έχεις προοδοποιοΟντά 
σε εις τδ της έκκλησιαστικγ]ς ποιμαντορίας πολύμοχθον στά- 
διον• "Εχεις έν πρώτοις τ6ν μέγαν Παϋλον, τ6ν μιμητήν 
τοΟ Χρχσιου, τ1]ς Εκκλησίας το στιίμα, τ6ν έργφ και λό- 
γω τους κανόνας τ"?]ς ποιμαντικ?]ς επιστήμης διατύπωσαν- 
τα. "Εχεις τον όμώνυμόν σου Γρηγόριον, τον τ"?)ς θεολογίας 
έπώνυμον, ένα τών πρώτων τοΟ ίε^οΰ τούτου θρόνου Ιεραρ- 
χών, και τ^ς οικουμένης διδάσκαλον. Έχεις τον θεΓον Χρυ- 
σόστομον, τ6ν μέγαν Φώτιον, αμφότερους ου μόνον ποίησαν- 
τας καΐ διδάξαντας, αλλά καΐ παθόντας υπέρ ΧριστοΟ. 
"Εχεις έν τοΓς έφεξ7]ς χρόνοις τδν άοίδιμον Γεννάδιον τδν 
Σχολάριον, τ6ν πατριάρχην τών τοΟ Χριστοδ πενήτων καΐ 
δντα καΐ υπογραφόμενον. Έχεις *Ιερεμίαν τϊν Β', τ6ν Σα- 
μουήλ εκείνον. "Εχεις .... αλλά τίς ή χρεία ν* αναφέρω 
τά τοις πάσι γνω^ίτά παραδείγματα τών έν τοις καθ' ημάς 
χρόνοις διαλαμψάντων ποιμεναρχών, οιτινες, κατά τ6 πα- 
ράδειγμα τοΰ καλοΟ ποιμένος, καΐ την ψυχήν αυτών έθη- 
καν υπέρ τοΟ δρθοδοξου λάου ; 

Μη άμφιβάλης δέ, δτι θέλεις έχει συνεργούς καΐ συναν- 
τιλήπτορας τών ποιμαντικών αγώνων σου ου μόνον την 
ίεράν χορείαν τών σεβασμίων αρχιερέων, καΐ τους προκρί- 
τους καΐ εκλεκτούς του λαοΟ, αλλά καΐ σύμπαντα τόν όρ- 
^ό^ο^οΊ Κλ^Ιρον καΐ λαδν τί^ς μιας, αγίας, καθολικί)ς καΐ 
άποστολικ•?)ς Εκκλησίας. Άν^ρίΧ,ου λοιπόν καΐ ίσχυε, «καΐ 
Σντεινε καΐ κατευοδοΰ, ένεκεν αληθείας καΐ πρφότητος καΐ 
δικαιοσύνης, και οδηγήσει σε θαυμαστώς ή δεξιά σου».. 

Κύριε δ Θε6ς τών πατέρων ημών, ό τη ση πανσόφφ καΐ 
παναγάθω προνοί^ διοικών τδν κόσμον, καΐ τά πάντα προς 

Τ•ΜΟΣ Α'. Γ-Λ^^τ^ 



= 50 = 

^}> συμφέρον ή(χών διεξάγων, ό καΐ έν τ^ παροόσγ) περκστά- 
σει έπιέλέψας έπΙ τήν ταπείνωσιν ημών των ιιιστών λα- 
τρευτών σου, καΐ κατευφράνας ήμας απαντάς έπι ττ) έπα- 
νόδω τοΟ έκλεκτοΟ σου, δν τρρετίσω καΐ διετήρησας καΐ 
άπέδωκας ήδη τί) Εκκλησία σου, ποιμαναο κατά την καρ- 
δίαν σου• ένίσχυσον αΟτόν, φιλάνθρωττε, τί) παντοδύναμα) 
σου δεξιφ, χάρισαι αύτ6ν ταϊς άγίαις σου Εκκλησία ι; ύγι&, 
μακροημερεύοντα καΐ όρθοτομοΟντα τ6ν λόγον τ?]ς σ•?]ς αλη- 
θείας, έπ* άγαθφ τοΟ ορθοδόξου πληρώματος, καΐ ίτρί^ς δόξαν 
τοΟ παναγίου καΐ τιροσκυνητοΟ σου ονόματος. Αμήν. 



Δ' ΛΟΓΟΣ 
ΒΚΦΜΠΘΕΙΣ Ε.\ΤίΕί ΠΑΤΡΙΑΡΧ. ΝΑίΕι, ΤΒι IX ΙΕΠΤΕΗΒΡΙΟΥ 

1871, 

ύπ6 τοΟ μητροπολίτου Χαλεπίου Τιμοθέου, 

ΕΠΙ ΤΗΣ Γ' ΠΑΤΡΤΑΡΧΒΙΑΣ 

ΛίνΟΙΜΟν 

ΤΟΓ ΑΠΟ ΕΦΕΣΟΓ. 



«Και "ώ'χω ύμίν ποιμίνας κατά την κτρίίαν μου, 
ακχΐ ποψαν^σινύμα; ποιμαίνοντις μβτ* έττιστ-^μγι^», 

ΕΝ ΕκκΑΗΣίΑι μεγάλγ) καΐ λαω πυκάζοντι μέχρι τδ>\τ 
ίίεράτων τοΟ θυσιαστηρίου ταχθείς, παναγιώτατε δέσποτα, 
να γείνω ό πανηγυριστής τ^ΐς χαρμόσυνου ταύτης ημέρας 
καΐ λαμπρας πανηγύρεως τ•?]ς έπΙ τον οίκουμενικον θρόνον 
ήδη τ6 τρίτον αναβάσεως Σου, έκ πρώτης αφετηρίας όλως 
εξίσταμαι καΐ τον νοΟν καταπλήττομαι, αίσθανόμενος τήν 
έμήν άσθένειαν καΐ άτεχνίαν είς τ6 να εκπληρώσω £ν τοιοΟ- 
τον υψηλών επιβληθέν μοι καθήκον άλλα συλλογιζόμενος 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



δτι ή μιεγαλεηέρα εύγλωττία καΐ τίδίσοί ρητορίχή τέχνη 
ήθελε νικηθή ενώπιον τ•?)ς μεγάλης αξίας, ή ν Συ φέρεις εΙς 
τ6 Ίίολών χαΐ σεβάσμιον πρόσωπον Σου δια τ6ν θεωρητικών 
χαΐ πρακτικών έπ* άρετ*^ βίον Σου, δν προσεκτήσω διά 
συντόνου μελέτης καΐ ασκήσεως έπ* αύτί]ς, δι* ακαμάτων 
-προσπαθειών καΐ ενεργειών, και δτι ουδόλως χρήζουσιν αν- 
θρωπίνων επαίνων καΐ εγκωμίων ά λαμβάνοντες την τιμήν 
παρά τοΟ καλοΟντος αυτούς ΘεοΟ, καΐ ήτις είναι ό μεγα- 
λείτερος δΓ αυτούς δπαινος, απέχω μέν να έγγίσω προς 
ΐ:οΟτο την χριστομίμητον δλως μετριοφροσυνην Σου, χωρώ 
5μως μετά θάρρους να εΓπω έκεΙνο μόνον, τ6 όποιον μαρτυ- 
ρεί περί ΣοΟ άνωθεν αυτή αυτή ή καλοΟσά Σε θεία πρόνοια 
εΙς την τιμήν ταυτην και σήμερον, διά τής τοιαύτης αυτής 
ευδοκίας, στέφουσα τήν ίεράν 7ίθξίυ(ζΎΐ^ Σου, δτι εύρε δηλονό- 
τι Σ^ ήδη ποιμένα κατά τήν καρδίαν αυτοΟ, ποιμανοΟντα 
τ^ν λαον αύτοΟ μετ' επιστήμης• €ΚαΙ δώσω ύμΓν, λέγει 
δ Κύριος, ποιμένας κατά τήν καρδίαν μου, καΐ ποιμανοΟ- 
αιν ύμας ποιμαίνοντες μετ' επιστήμης». 

Λαέ περιούσιε, λαέ εκλεκτέ τοΟ ΘεοΟ, άτένισον τής 
ψυχής σου τα δμματα είς τήν θαυμαστήν αληθώς ταυτην 
πρόνοιαν τοΟ Κυρίου, τοΟ μεγάλου ΘεοΟ καΐ Σωτήρος ημών 
ΊησοΟ ΧριστοΟ, περί τήν έαυτοΟ Έκκλησίαν, υπέρ τής 
έποίας εκάστοτε μέν ανεγείρει ποιμένας κατά τήν καρδίαν 
αύτοΟ, μάλιστα δέ έν περιστάσεσι δυσχερέσι καΐ κρισίμοις, 
ίνα εύθυδρομήσωσι τ^ σκάφος αυτής καί ποιμάνωσι τ6ν λαον 
αύτοΟ μετά σοφίας καΐ συνέσεως, μετά δεξιότητος καΐ επι- 
στήμης, καΐ θέλεις εννοήσει δτι δι' αύτο τοΟτο μάλιστα 
' διετήρησεν άχρι τής ώρας ταύτης τήν Ιεράν αύτζ^Ο γ,ορυ^^τΐΊ 
άκμαζαν έν γήρ^ πίονι καΐ λιπαρφ, ίνα γένηται αυτή αύ- 
τη τ^ σκεΟος τής εκλογής του καΐ αύθις είς τάς παρούσας 
μάλιστα περιστάσεις τής Εκκλησίας του. 

Ναί, παναγιώτατε δέσποτα, τοΟ οικουμενικού θρόνου 
χηρεύσαντος, ιδού καΐ πάλιν έν τη άπείρφ αυτοΟ σοφί^ 




= 52 = 

κλήρον ά(χα τε καΐ λα^ν εις έν($τητα πάντας έκάλεσε 5ι* 
έΐΓίτινοίας τοΟ παναγίου Πνεύυιατος, καΐ έποίησεν αυτούς 
χείλος έν καΐ φωνή ν μίαν, ίνα ούτω σύμπαντες έν άπο- 
λύτφ πλειοψηφία έκλέξωσι Σέ, δπως καΐ τρίτον αύθις έττα-^ 
ξίως άναλάβη^ τους οΓακας τοΟ μετά πολλοΟ τοΟ σάΧοι# 
ήδη παρ* άλλοτε ποτέ κυματιζομένοι; σκάφους τ?]ς Εκ- 
κλησίας, και εύθυδρομήσης αύτ6 τη θείί>ι σου άντιλήψεε 
καΐ ποιμάνης τον λαον αυτοΟ κατά'^ την καρδίαν του, ποί- 
μαίνων μετ' επιστήμης. 

ΚοΛ μετ αμύθητου λοιπδν χαράς καΐ άνεκλαλήτοι> 
άγαλλιάσεως κλήρος άμα τε καΐ λαός υποδέχεται καΐ 
απολαμβάνει Σ^ σΎΐ[ί.ερον, παναγιώτατε δέσιτοτα, μετά 
δεκαεξαετή άπομάκρυνσιν άπο τοΟ άποστολικοδ καΐ οίκουμ. 
τούτου θρόνου, α', διότι δι' έπιπνοίας τοΟ παναγίου Πνεύ-^ 
ματος άναδείκνυσαι καΐ αύθις ό εκλεκτές τής Εκκλησίας 
καΐ τοΟ λαοΟ• β', διότι έπΙ Σέ στηρίζει τάς πεποιθήσεις καΐ 
τάς ελπίδας του μετά Θεόν, δτι έν ΣοΙ ανευρίσκει την με- 
γίστην έκείνην έπιστήμην, την θεωρητικήν λέγω καΐ πρα- 
κτική ν αρετή ν, συνηνωμένην έν τω γεραρφ προσώπψ τής 
Υμετέρας παναγιότητος, λίαν άναγκαίαν, ή μάλλον, των 
ών οΟκ άνευ εις τί)ν άνώτατον πνευματικόν άρχηγί)ν καΐ 
πηδαλιοΟχον τής Εκκλησίας• διότι δια μέν τής θεωρητικής 
αρετής οφείλει νά άναβιβάζη (^ΐ-έχρις ούρανοΰ τάς διανοίας 
τοΟ έμπιστευθέντος αύτω ποιμνίου, διά δέ τής πρακτικής 
νά συγκαταβαίνη καΐ έξοικονομή ποικιλοτρόπως τήν άνθρω- 
πίνην άσθένειαν καΐ άδυναμίαν τά όποΓα δύο ταΟτα χρή- 
σ(μα Συ αυτός προφανώς έκ των προτιγου^έ^^ω^ κατέδειξας 
Ιν τε τη α' καΐ β' ένδόξω πατριαρχείι^ Σου• γ', διότι καΐ 
έν αύτη τη ήρέμω καΐ ασκητική Σου έφησυχάζων διαμονή 
έπΙ τοσοΟτον, καΐ μετά τ6ν «ποχωρισμόν Σου τ6 δεύτερον, 
θεωρών ως άφ' υψηλής σκοπιάς τά πράγματα τής Εκκλη- 
σίας εις τοσαύτην καχεξίαν ττεριελθόντα, ούκ άμελώς είχες, 
άλλ' ό ζήλος του οίκου του ΘεοΟ κατέφαγέ Σε, δι' δ καΐ 



= 53 = 

Ιγρηγίρεις καΐ ένεκαρτέρεις, λέγων, καΐ γράφων, καΐ πράτ^ 
των, και καθοδηγών, δπως αν 2χη, ?να άπαλλα/θή εΟ- 

κοπώτερον ή τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησία τών περιστοιχούντων 
αυτήν κινδύνων, αυτανδρον έπαπειλούντων ναυάγιον δ', 
δτι ευρίσκει έν Σοι τδν άξιον, τ6ν άληθί), τ^ν καλ^ν έκεϊνον 
ποιμένα, δς την ψυχήν αύτοΟ τίθησιν υπέρ τών προβάτων, 
^αΐ τοΟ οποίου την ανάγκην ουδέποτε έπαυσε συναισθανό- 
μενος, σήμερον δέ αυτά τα πράγματα κατέστησαν αΟτήν 
έπαισθητοτέραν• ε' . . . άλλα διατί ν* απαριθμώ μίαν πρ^ς 
μίαν τάς αίτίας, &ς έπΙ τοσοΟτον χαίρων χΚ?ΐρρς άμα τε 
χαΐ λα6ς απολαμβάνει σήμερον; Ναί, χαίρει, παναγιώτα- 
τε δέσποτα, δτι άπέστειλεν αύτώ 6 Θε^ς ποιμένα κατά 
την καρδίαν αύτοΟ, ΜωΟσήν νέον , όδηγουντα καΐ σο)ζοντα 
εκ τής πλάνης τών νεωτερισμών, τών καινοτομιών, έκ τών 
διαφφων κινδύνων καΐ περιστάσεων τ6ν νέον Ισραήλ• χαί- 
ρει, διότι άπέστειλεν αύτφ άνδρα έκριζουντα καΐ κατά- 
σκάπτοντα καΐ άπολλύοντα τά σκάνδαλα δεξιώς, άνοικοδο- 
μοΟντα δε καΐ καταφυτεύοντα τήν είρήνην έν τί) τοΟ ΧριστοΟ 
Έκκλησί(:)ΐ μετ' επιστήμης. ΔΓ δ καΐ ένθους δλως γενόμενος 
συνωθείται, ρεΟμα άληθώ; σχηματίζων, καΐ έν όδοΓς, καΐ 
έν άγυιαΤς, καΐ έν^κκλησίοι μεγάλη, διάτων πίθον, δν έχει, 
ίνα θεάσηται τ6ν παρά ΘεοΟ ει; ποιμαντορίαν α^τώ δεδο- 
μένον, και δόξαν καΐ ευχαριστίαν καΐ προσκύνησιν ανάπεμψη 
μετά συντριβ?)ς καρδίας και κατανύξεως τω μόνφ έν Τριά- 
δι προσκυνουμένω Θεώ, δτι έν τω πλήθει τών οίκτιρμών 
του έποίησε τ6 έλεος αύτοΟ μετ* αύτοΟ. 

Περίζωσαι λοιπ^^ν τήν ρομφαίαν Σου έπΙ τών μηρών Σου, 
δυνατέ, τη ώραιότητί Σου κα? τφ κάλλει Σου, καΐ έκτεινε 
καΐ κατευοδου ένεκεν αληθείας καΐ πραότητος καΐ δικαιο- 
σύνης. Ανάλαβε τους οίακας του σκάφους τής Εκκλησίας, 
μετά του χαρακτηρίζοντας Σε θάρρους έν τοΓς κινδύνοις• γι- 
νώσκεις βεβαίως τάς δυσχερείς περιστάσεις τής Εκκλησίας, 
καΐ τάς πολυειδεϊς ανάγκα; σύμπαντος τοΟ δ^^θοδόζου πλη* 



»τ 54 ==: 

ρώματος, συντίίνως έκμελετήσας αύτάς έν τφ έρημιχδ 
έχείνφ ήσυχαστηρ(φ Σου• επικαλούμενος δθεν, ώς άείποτε 
ού διέλε:ψας, την θείαν άντίληψιν τοΟ χαλέσαντ^ςΣε ΘεοΟ, 
μετ' επιστήμης πρόφθασον, δκίρθωσον, άναπλήρωσον, πραγ- 
ματοποίησον τους πόθους τ•?]ς Εκκλησίας χαΐ τοΟ λαοΟ. 
Έχων την άλήθειαν, την πραότητα καΐ την δικαιοσύνην, 
ώς λαμπάδα φωτ^ς καΐ πυξίδα άλάνθαστον, χαΐ ώς εις πο- 
λικών αστέρα ατενίζων εΙς τ^ν ούράνιον νυμφίον τίίς Εκ- 
κλησίας, εύθυδρόμησον. Μη όκλάσης, μηδέ πτοηΟνις δια 
την άνθρωπίνην άσθένειαν ενώπιον τοΟ κλύδωνος 'ζούτου, 
ενώπιον τοΟ πλήθους καΐ τ^^ς σπουδαιότητος των ένεστη- 
κ^των ζητημάτων, άπερ είσΐν ώς τ^σοι υφαλοί τε καΐ σκό- 
πελοι, καί των οποίων βεβαίως δλον τ6 βάρος καΐ την εύ- 
θύνην Συ αύτ6ς μόνος γινώσκεις• «ή γαρ δυναμίς μου, λέ- 
γει ό Κύριος, έν ασθενείτε τελειοΟται». Περιβεβλημένος δέ 
τη μεγίστη εκείνη εύνοί^ τ•^ς αυτοκρατορικής μεγαλειότη- 
τος τοΟ λαοποθήτου καΐ μακροχρονίου Ί?^μών άνακτος σουλ- 
τάν Άπδούλ ΆζΙζ έφέντη μας, οδ το κράτος εΓη εις αιώ- 
νας άήττητον, καΐ τί]ς αύτοκρατ. κυβερνήσεως των υψη- 
λοτάτων υπουργών καΐ προσκυνητών ήμϊν αύθεντών^ οϊς 
χαρίζοιτο ό των δλων Κύριος ύγείαν μακράν καΐ άνεπηρέ- 
αστον, θαρρεί καΐ ίσχυε. Έχεις την σύμπραξιν τοΟ έκ τ"ϊ)ς 
Σ?]ς αγάπης εξαρτωμένου Κλήρου, τοΟ ακραιφνώς καθυπο- 
τάσσοντος τα ίδια φρονήματα καΐ βουλεύματα εΙς μόνον τ& 
θεΓον θέλημα και την βούλησιν πρΐς δόξαν τ'ί5ς Εκκλησίας 
καΐ έπ* άγαθφ τοΟ ορθοδόξου πληρώματος, σύμπαντος δΐ 
αύτοΟ του έκλεκτοΟ σου ποιμνίου, άπί μικρού εως μεγάλου, 
δνευ διακρίσεως γλώσσης, φωνί^ς καί φθλί)ς, τ^ν άπεριόρι- 
στον σεβασμον καΐ την πρόθυμον υπακοήν εις την εύαγγε- 
λικήν σου φωνήν. Σπευσον λοιπόν άνενδότως εις την θερα- 
πείαν των κακώς εχόντων. Τα μέχρις ούρανοΟ υψούμενα 
χύματα τών πεφασμών καί ή ζάλη τών σκανδάλων δέν 
χλονοΟσς τδ στερρών ττίς ψυχί)ς Σου, δτι μετ' επιστήμης Σύ 



= 55 = 

•ταΟτα παρέρχεσαι δεξιώς. Άλλα, τέλος, Κύριος ένισχύοΐ 
Σε λέγων «προφήτη ν εΙς 2θνη τέθεικά σε, (Λη φοβηΟής άπ^ 
ιιροσώπου αΟτών, δτι μετά σοΟ έγώ εΙ[/.ι τοΟ έξαφεΤσθαί 
σε»• ποιμένα Σέ ίθηκεν ό Θε6ς κατά την καρΧίαν αΟτοΟ 
μετ* επιστήμης. 'Έντεινε λοιπδν και κατευοδοΟ, χαΐ οδη- 
γήσει Σε θαυμαστώς ή δεξιά αύτοΟ, ό βραχ(ων ό ύψηλ^. 
Ναί, Κύριε ημών 'ΙησοΟ Χριστέ, ό μέγας τη βουλή καΐ 
θαυμαστές τοΓς ίργοις, ό μόνος αρχηγός καΐ τελειωτής καΐ 
κυβερνήτης τ•?]ς μιας αγίας σου καθολικές καΐ αποστολικούς 
Εκκλησίας, έκτεινον κατά τάς άψευδεΓς επαγγελίας τήν 
χεΤρά σου την ά^ατον Ιξ ύψους κατοικητηρίου σου καΐ άπ6 
θρόνου δόξης σου, καΐ κατεύνασον τ6ν σάλον των περί αυ- 
τήν αγρίων κυμάτων. Τήν σήν είρήνην δ6ς ήμΓν, Υιέ τοΟ 
θεοΟ, ίνα πάντες ήμεΓς έν είρήνγ) καΐ άγάπτ) καΐ όμο- 
νοίη|ΐ -τεερισσεύσωμεν εις πδν ίργον άγαθ6ν καΐ σοΙ ευάρεστον, 
καΐ μη μεταίρωμεν όρια αιώνια, & έθεντο οί πατέρες ημών. 
Ναί, βασιλεΰ των αιώνων καΐ δημιουργέ τών απάντων, 
λάλησον εις τήν καρδίαν τής κραταιάς βασιλείας αγαθά 
υπέρ τής Εκκλησίας σου καΐ παντός τοΟ λαοΟ σου, ένίσχυ- 
σον δέ τη παντοδυνάμφ σου δεξιά καΐ τ6ν παναγιώτατον 
ημών αύΟέντην καΐ δεσπότην, τ6ν οικουμενικών πατριάρχην 
κ.κ. *Ανθιμον, ϊνα καΐ αύθις ποιμάνη κατά τήν καρδίαν σου, 
καθώς διετήρησας αύτδν άχρι τής ώρας ταύτης τη θεία: 
σου βουλήσει• χάρισαι καΐ νΟν α&τ^ν ταΐς άγίαις Έκκλη- 
σίαις έν εΙρήνη, σώον, έντιμον, ύγια, μακροημερεύοντα καΐ 
όρθοτομοΟντα τον λόγον της σής αληθείας, έπ' άγαΟφ τοΟ 
ορθοδόξου πληρώματος καΐ εις δόξαν του προσκυνητοΟ σοι^ 
όν^ατος. Γένοιτο. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 56 ^ 

Ε' ΛΟΓΟΣ 
Η4ΜΙΧΗ•ΕΙΣ ΕΧ ΤΔ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ; ΙΙΑΔι, ΤΗι Α' ΔΕΚΕϋΒΡΙΟΓ 

1873, 

ύτυ^ τοΟ {χεγ. πρωτο3•ΐΓ^κέλλοι> Δα>ρο&έου Ε6ελπί5οι>^ 

ΕΠΙ ΤΗΣ Β' ΠΔΤΡΙΑΡΧΚ1ΑΣ 

ιαΛΚκίϋΐ τον ϋ^. 



«Ούχ &οζω ίγώ ύ{χών• Κύριο; άρξίΐ υμών», 
(Κατ. -η', 23) 

Παναγιώτατε δέσποτα, 
αγία καΐ ίερά σύνοδος, χριστοφίίρε λαέ ! 

στΒ οί υίοΐ Ισραήλ, στερούμενοι άρχηγοΟ, άπέβλεψαν ιΐς 
^1\ εύσεβ'ϊ) καΐ περίνουν Γεδεών, τ6ν διζοΧο^^ προλαβών 6 
Θε6ς έξελέξατο ίνα καταστήση δργανον ιυρ^ς έλευθερίαν τοΟ 
λαοΟ του, καΐ προσελθ<5ντες ομοθυμαδόν μετά παρακλήσεων 
προσέφερον α6τφ την αρχήν, ό ήρως των τριακοσίων το& 
χειμάρρου, αποβλέπων πρ^ς τί> μέγεθος τ•?)ς άρχ'ί)ς — άρχ^ς 
τοΟ περιουσίου καΐ έκλεκτοΟ λαοΟ τοΟ θεοΟ — άνεφώνησε 
τήν υψηλήν ταύτην ρήτραν, την οποίαν έκαστος ήγεμών 
οφείλει να ?χη πάντοτε καΐ έν νφ καΐ έν γλώσση καΐ πρά- 
ξει, καΐ τη όποί^ αύτ^ς οδτοί: ακολουθών, έπΙ τεσσαρακον- 
ταετίαν έκυβέρνησε θεοφιλώς τον λα6ν τοΟ ΘεοΟ, έσωτερι• 
κώς μέν έν ειρήνη καΐ όμονοία καΐ τοΤς νόμοις τοΟ ΘεοΟ δια- 
βιοΟντα, έξωτερικώς δέ τ6 σέβας καΐ τ^ν φόβον τοις γείτοσε 
λαοίς επιβάλλοντα. 

Σήμερον δέ, οπότε όμ«$φωνος εκλογή Κλήρου και λαο5> 
χαΐ ψήφος συμπάσης τής Ιεραρχίας άνηγ($ρευσέ Σε τ6ν πρώ- 
ι;ον τής ορθοδόξου Εκκλησίας ίεράρχην, καΐ τήν άναγ'ίρει>- 



σιν ταύ'την έπεψήφισε μέν άνωθεν 6 Θείς, κάτω δέ έπεκό- 
ρωσεν εκείνος, δν ό Βασιλεύς ιών βασιλευόντων καΐ Κύριος 
των κυριευ^ντων έδικαίωσε βασιλεύειν έπΙ τ^ς γ•?]ςτου• σύ(Λ- 
τιασα δέ ή βασιλεύουσα αύτη των πόλεων σεισθεϊσα καΐ 
ττροάγουσα καΐ παρακολουθοΟσά Σε συνώδευσεν ίνα Σϊ Γδτρ 
άναβαίνοντα τον θρόνον των Χρυσοστόμων καΐ Φωτίων, 
των Γενναδίων καΐ Ιαμουήλων, καΐ άπ' αύτου εύλογοΟντα 
καΐ τΐοιμαίνοντα το όρθόδοξον πλήρωμα• ή δέ μήτηρ Εκ- 
κλησία άνεβίβασέ με έπΙ τοΟ ίερου ιούτου όκρίβαντος, ίνα 
ΣοΙ προσφωνήσω τ6 «ώς ευ παρέστης», καΐ άναφωνών τ2> 
«ευλογημένος ό ερχόμενος έν δνόματι Κυρίου», ΣοΙ διακοι- 
νώσω τους πόθους και τάς εύχάς της• τζοΧο"^ άλλο σύσση- 
μον ή άρμοδιώτερον εις τον λειτουργών του Ευαγγελίου ή- 
θελεν είσθαι να υπόμνηση, ή οίκειότερον εις τ^ν πρωθιεράρ- 
χην τ•?)ς ορθοδόξου Εκκλησίας έν τη έπισήμφ ταύττ) στιγ- 
μγΐ ν* άπαγγεί>νϊΐ, παρά το έμφαΐνον καΐ την εύσέβειαν καΐ 
την ποιμαντορικήν σύνϊσιν του άναφωνοΟντος, καΐ τους πό- 
θους καΐ τάς ευχάς τοΟ ορθοδόξου πληρώματος, θεσπέσιον 
^ουτο ρ*?;μα α ουκ άρξω έγώ υμών• Κύριος άρξει υμών»; 

Και τωόντι• αν «ουκ Ιστιν εξουσία ειμή άπο ΘεοΟ» 
(Ρωμ. ιγ', 1) καΐ «εξουσία γης έν χειρί ΘεοΟ, καΐ τ6ν 
χρήσιμον εγείρει έν καιρώ έπ' αύτ^ς» (Σειρ. ί, 4), καΐ πας 
ήγεμών, καλούμενος είς την αρχήν, άναμιμνησκόμενος δτι 
ιιαρακαταΟήκην παρά του Θεού εμπιστεύεται, οφείλει να 
διαχειρίζηται αυτήν έν ονόματι του Θεού καΐ διά τοΟΘεοΟ, 
ό εκκλησιαστικός άρ/ων πρέπει να πράτττ) "ζουτο πολύ 
τλέον διότι ό δρΟοδοξος λαός, τον όποιον καλείται ίνα ποι- 
μα*.ν-/]^ ^'^ζί υ/.ίχ?^ς 'χινος κατακτήσεως, ούτε αργυρίου προϊόν 
εϊναι, άλλ* εΕνα^ δ καρπός τής ουρανίου διδασκαλίας τοΟ 
θείου Λό^^^ου- >ίκρπος, τον όποιον έθρεψε καΐ τρέφει τ6 έπΙ 
τοΟ Γολγοθά έχχυΐϊέν θεανδρικον πολύτιμον αίμα τοϋ Σω- 
τηρος- όστις, υ.7ΛΖοι υπέρ τής σωτηρίας απάντων έκένωσεν 
έαντ^ν έκ των πχτρικών κόλπων, ουχ ήττον αξίωμα Οέμε- 



= 58 = 

νος τ6 «ε? τις θέλει δττίσω μου έλθειν» (Μάρκ. ή, 34), έλευ- 
θέραν ά^Ϋΐγ,εν έκάστω αήν έκτί(χησιν αής ιχεγάλης αύτοΟ θυ- 
σίας καΐ τήν εΙς την Έκκλησίαν του εΓσοίον. "Ωστε 6 λα6ς 
ούτος είναι τ6 έθελούσιον προΐον τής ίΧίας ελευθερίας• εΖναι τ6 
«βασίλειον ίεράτευ(χα», τ6 «έθνος το άγιον»• είναι ό νέος 
«περιούσιος τοΟ Κυρίου λαίς», (χή αναγνωρίζω ν ύπέρτατον 
άρχηγόν, παρά τ6ν «άρχηγον καΐ τελειωτήν τ^ς πίστεως 
ΊησοΟν» (Έβρ. ιβ', 2)• δστις ίτώ τ-ίΐς δεξιάς τοΟ θρίνου 
τί]ς (Αεγαλωσυνης αύτοΟ ποιμαίνει την Έκκλησίαν του, 
ής την κυβέρνησιν ένεπιστεύθη τοΓς έπΙ γί]ς καταλειφθεΓσιν 
Άποστόλοις καΐ τοΙ"ς αυτούς διαδεξαμένοις ίεράρχαις, άπαι- 
τήσας την πρ6ς αύτ^ν άγάπην «Σίιχων Ίωνα, αγαπάς 
|χε ; Ποίααινε τά πρ(5βατά(χουι> ('Ιωάν. κά, 16), δεΓγμα δέ 
τΨις αγάπης την τήρησιν των εντολών του : «Έάν άγα- 
πδτέ με, τάς έντολάς τάς έμας τηρήσατε» (Αύτ. ιδ', 16). 
Ταύτα^ δε άνέγραψεν έν τοΓς πυξίοις του Πνεύματος, ταΓς 
άγίαις ΓραφαΓς καΐ τοΓς ΙεροΓς των συνόδων θεσπίσμασιν. 

Τάς έντολάς ταύτας ϊχων «λύχνον τοις ποσίν αύτοΟ»ό 
εκκλησιαστικός άρχων «καΐ φως ταίς τρίβοις αύτοΟ» (Ψαλμ. 
ρ^ή, 1 05) καΐ κατ* αύτάς κυβερνών την του ΧριστοΟ έκλο- 
γάδα, δύναται μέν νά «λάμπη τ6 φώς αύτοΟ έμπροσθεν 
των ανθρώπων, δπως ίδωσι τά καλά έργα καΐ δοξάσωσι 
τ6ν Πατέρα ημών, τί)ν έν τοις ούρανοΓς» (Ματθ. έ, 16), 
δύναται δέ μετά καυχήσεως «βαστάζειν τ6 δνομα τοΟ 
Κυρίου ενώπιον εθνών καΐ βασιλέων, υίών τε Ισραήλ» 
(Πράξ. θ'^, 15), δύναται δέ επιτυχώς καΐ τ6ν Λ^ρόμ,ον τε- 
λεΓν και την πίστιν τηρειν»• άποταμιεύων μέν άνω ατ6ν 
τί)ς δικαιοσύνης στέφανον, δν αποδώσει αύτώ ό Κύριος έν 
έκείντ} τί) ήΐλέροι, ό δίκαιος κριτής» (β' Τιμ. δ', 3), γινό- 
μενος δέ κάτω «στύλος έν τφ ναφ τοΟ Θεοΰ», καΐ έπιγε- 
γραμμένον φέρων έφ* έ αυτόν τδ «δνομα τοΟ Θεού» καΐ τ6 
δνομα τΨις πδλεως τοΟ ΘεοΟ, τί]ς καινής Ιερουσαλήμ, ή 
καταβαίνει έκ του ουρανού άπ^ τοΰ ΘεοΟ, καΐ τ6 δνομα αυ- 



= 59 =?= 

τοΰ τ6 καινον», καθά τ& Πνεΰμα τι) άγιον έν τη Άποχα- 
λυψεε (γ', 12) διαγράφει τ6ν άληθγ] ποιμένα τής Εκκλη- 
σίας, δστις δύναται να λέγη• «ουκ άρ)^ω έγώ υμών Κύ- 
ριος άρχει υμών». 

Είς την αυτήν δμως εύτυχγ] κατάστασιν δέν δύναται νά 
ήναι καΐ εκείνος ό Ιεράρχης, δστις, καίτοι εκλήθη ίνα ϊστα- 
ται «είς φώς εθνών καΐ δόξαν λαοΟ Ισραήλ», ποιμαίνων 
τον περιούσιον τοΟ Κυρίου λα6ν άξίως τής αυτοΟ κλήσεως, 
αυτός, κλείων την βίβλον τοΟ νίίμου τοΟ ΘεοΟ, ήν ώφειλεν 
έχων άείποτε Οπ' δψιν «καΙ μελετών έν αύτη ημέρας καϊ 
νυκτός» νά ρυθμίζη κατ* αΟτήν τα τής εκκλησιαστικής 
κυβερνήσεως, πολιτεύεται άπ* εναντίας κατά τάς ίδιωΦε- 
λείς αύτου εμπνεύσεις καΐ επιθυμίας, ή έκείνας τών ίοια 
συμφέροντα έπιδιωκδντων συμβούλων του. Ό τοιοΟτος, άν- 
τΐ τοΟ σεβασμοΟ καΐ τής αγάπης, τά οποία πρέπει ν* άπο- 
λαμβάνη, θερίζει μίν την περιφρδνησιν καΐ την άγανάκτη- 
σιν τών πνευματικών τέκνων του, έπισπα δε έφ' εαυτόν 
την όργήν τοΟ παρακαταθέσαντος αύτφ την μεγίστην πα- 
ρακαταθήκην. ΚαΙ ταχύ ή ^ρά^ιο^^ έκπληροΟται έπ' αΟτόν 
τό υπό τοϋ αγίου Πνεύματος ρηθέν τφ άγγέλω τής Έφεσί- 
νης Εκκλησίας• «έρχομαί σοι ταχύ και κινήσω την λυ- 
χνίαν σου έκ τοΟ τόπου αυτής» (Άποκ. β', 5). Ό τοιοΟτος 
βέβαια δέν δύναται νά λέγη• «ουκ άρχω έγώ υμών Κύριος 
άρχει υμών». 

Τών ακροατών τις Γσως άπορεΓ καθ' εαυτόν, βλέπων δτι 
ό λόγος τής εγκαθιδρύσεως τοΟ πατριάρχου, άντΙ νά βαδί- 
σγ) την τετριμμένην πορείαν τοΟ πανηγυρικού, νέαν έταμεν 
όδδν τοΟ ποιμαντορικου εΐοους, καΐ καταμέμφεται Γσως τοί> 
λαλοΟντος ή άπειρίαν ή τόλμην. Ή τοιαύτη δμως απο- 
ρία καΐ σκέψις αύτοΟ λύεται, άμα άναλογισθή, δτι τά θυ- 
μιάματα τοΟ λιβανωτοΟ, άτινα μετ* άλίγον ή αστάθεια 
τών χαρακτήρων μεταποιεί παραδόξως είς μελισσοδιώκτην 
άχυρων πυκνόν καπνόν, μακράν τοΟ νά καταλήγωσιν είς 



χ= 60 =τ 

ώφέλεμον άποτέλεσμια έν ταΓς περιστοιχιζούταις ιτ/ΐ[ί,ερον 
τήν Έκκλησίαν τιεριστάσεσιν, ούτε αξιοπρεπώς έκ τοΟ (χτή- 
ματος τοΟ λειτουργού τί); 'ΐίκκλησίας εκπορεύονται, ούτε 
ευπρόσδεκτα πάντως είς τον ευσταθή) χαρακτ•?]ρα τοΟ παρά 
πάντων όμολογουμένου λαοποθήτου καΐ περίνου πρωθιεράρ- 
χου είναι. ΚαΙ οδτος μέν κληθείς ?να ποιμάνη τον περιού- 
σιον τοΟ Κυρίου λαόν, έπιποθεί ν* άκουση παρά τοΟ προκε- 
χειρισμένου αντιπροσώπου αύτοΟ τους πόθους καΐ τάς εύ- 
χάςτου, βπως μαθών —καίτοι κάλλιστα άφ' έαυτου γινώ- 
σκει — τάς άνάγκας τοΟ λαοΟ του, ίυνηθή νά θεραπεύστ) 
αΟτάς, λαμπάδα φωτ^ς προπορευομένην της άρχιποιμαντο- 
ρικ•?)ς πορείας του έχων τΐ τοΟ Σωτήρος αξίωμα: «ή αλή- 
θεια σώσει ύμας» (*Ιωάν. η', 32). Ό δέ λειτουργός πάλιν 
τ'?)ς Εκκλησίας, άναβαίνων είς τον μεταξύ οΟρανοΟ καΐ 
γ?]ς μετεωριζόμενον ίερδν τοΟτον δκρίβαντα, δέν πρέπει νά 
συναναβιβάζη καΐ ρήματα 'έκ τ•?)ς γ^ς, άλλ' υψών την διά- 
νοιαν πρ^ς τον «Πατέρα τών φώτων», κάκείθεν άπεκδεχό- 
μενος ν' άκούση « τί λαλήσει έν αΟτώ Κύριος ό Θεός» 
(4^αλμ. πδ', 9), ν' άπαγγέλλη θαρραλέως «τ6 ρΫ)μα, δ αν 
έμβάλτ) ό Θε6ς είς τ6 στόμα άυτοΟ» (Αριθμ. κβ', 38). 

Β'. 

(ίΟύκ 5ρζω εγώ υμών* Κύριος άρξει υμών». 

Εκλήθης, παναγιώτατε δέσποτα> υπδ τί]ς δεξιάς τοΟ 
"Υψιστου νά διακυβέρνησης την Έκκλησίαν του• καΐ πασαι 
αί ύπ' ούρανόν ορθόδοξοι Έκκλησίαι Σέ προσαγορεύουσι τ6ν 
πρώτον αυτών ταξίαρχον έπΙ τοΟ οίκουμενικοΟ ^ρόνοΐί. Γε- 
γηθώς δέ 6 τ?]ς πρωτευούσης λα6ς καΐ συρρεύσας ώς μέγα 
-πέλαγος, ενδείκνυται την πρί^ς Σέ, τον ύπέρτατον τ•?]ς ορ- 
θοδοξίας ίεράρχην, άφοσίωσίν του, καΐ περικυκλών τ6ν θρό- 
νον τών Χρυσοστόμων, άφίησι φωνάς ευχαριστίας πρ6ς τ6ν 
Θε6ν τών πατέρων του, όστις, πόρρωθεν καταβάλλων τών 
μεγάλων πραγμάτων τάς υποθέσεις, έκάλεσέ Σε έν ταΓς 



^ &{ ^ 

ιταρούσαις περίστάσεσι δεξών κυβερνήτην. ΤοΟτο δ' ύιτιμ- 
φαίνουσιν αΐ τοσαΟιαι ι•?5ς άγάτιης καΐ τοΟ σεβασμιοΟ έν-τ 
δείξεις, δηλουσαι δτι ή Εκκλησία εϊχεν ανάγκην τοιούτου 
κυβερνήτου, δν και άπολαβουσα, έκχέει την έαυτ•?)ς άγαλ- 
λίασιν. 

Ή Εκκλησία τοΟ ΘεοΟ, ακατάβλητος έν τί) θείφ κατα- 
γωγή και συστάσει της, ισχυρά έν ττ) ούρανίφ διδασκαλία 
της, θαυμαστή έν τφ μιεγάλω προορισμω της, άνατυποί 
πολλάκις εις έαυτήν καθ* δλην την ίστορίαν της τάς περι- 
Ίίετείας, τους διωγ[Αούς, τα τ.αθήματα καΐ τους άκανθίνους , 
στεφάνους τοΟ νυμφίου της. Ή Εκκλησία στρατευόμενη 
την έτιΐ γ^ίς στρατείαν αύτ'/^ς, ευρίσκεται πολλάκις εΙς στε- 
νωπούς καΐ δυσχειμέρους θέσεις, άπδ τάς οποίας ίνα έξέλθη 
άσινής καΐ νικηφόρο:, έχει ανάγκην ίκανοΟ στρατηγοΟ, όδη- 
γοΟντος καΐ διεξάγοντος αΟτήν ύπδ την ουρανίαν σημαίαν 
τοΟ νυμφίου της. Είς τοιαύτην τινά περίστασιν ευρίσκεται 
καΐ σήμερον αυτή, έξωθεν μέν πολεμουμένη υπδ καινοφώ- 
νων διδασκαλιών, έσωθεν δε κειμένη ε?ς άνώμαλον κατά- 
στασιν, καΐ έχουσα ώς έκ τούτου ανάγκην δεξιοΟ ταξιάρ- 
χου, ίνα, άπαλλάξας αυτήν έκ ταύτης, άναδείξη νικηφόρον 
κατ* εκείνων. Πιστεύει δ' δτι έν Σοι εύρεν αυτδν. 

"Ινα εκπλήρωσης τήν μεγάλην ταύτην έντολήν, εις ήν 
εκλήθης, εισήλθες βεβαίως πολλάκις έν τη σκηνή τής με- 
γάλης διανοίας Σου, καΐ μελετήσας επανειλημμένως τά 
αίτια, τά προκαλοΟντα τήν έκρυθμον ταύτην τής Εκκλη- 
σίας κατάστασιν, καΐ διαγνούς αυτά, διέγραψας πάντως 
τον τρόπον, δι' βύ είναι δυνατδν, δπως, έξελΟοΟσα των δυσ- 
χωριών, πορεύηται πορευομένη τήν πορείαν αυτής άπροσ- 
κδπτως και μακράν ενεδρών, καταβάλλουσα έν άναπεπτα- 
μένφ πεδίω τους πολεμίους της, μέχρις ου καταντήστ) εις 
τήν έπηγγελμένην αυτή γήν, τήν γήν των τφ^έων^ τήν 
έν οΟρανοΓς πατρίδα των πιστών. 

ΆνεΟρες βεβαίως^ δτι δέν «ένοικεϊ |ν ήμιν πλουσίως 6 



:== 62 == 

λίγος τ&Ο ΘεοΟ» (Κολ. γ', 16), δτι τ& Εύαγγέλίον τοΟ 
ΧριστοΟ — «έν φ είσιν οι θησαυροί τ•ης σοφίας καΐ τ75ς γνώ- 
σεων» (αύτ. β', 3) τεθησαυρισμένοι, έν φ έστιν «ή αλήθεια, 
ή ζωή καΐ ή όδίς»• ιδ όποΐον μετά χείρας άναπεπταμένον 
φέροντες οί μέλλοντες προχειρίζεσθαι ίεράρχαι, άνομολογοΟ- 
σιν ενώπιον ΘεοΟ καΐ ανθρώπων, δτι κατ* α&τ6 καΐ δι* αύτοΰ 
θέλουσι ποιμαίνει τήν έμπιστευομένην αύτοΓς ποίμνην, καΐ 
τ6 όποιον ώς αληθή τιάραν έπΙ τής κεφαλής του βαστάζου- 
σιν <Λ προχειρίζοντες α6τ6ν Ιεράρχαι, δηλοΟντες δτι ώς άνα- 
πεπταμένην σημα(αν οφείλει να τ6 κρατή έν τη στρατεία, 
τής οποίας τάττεται άρχηγδς, καΐ αύτ6 ώς αλογεϊον τής 
κρίσεως καΐ τής αληθείας» πρέπει διηνεκώς να συμβουλεό- 
ηται — δέν λαλεί πάντοτε παρά τφ ποιμένι «τά ρήματα 
τής αιωνίου ζωής», λαλοΟν μέν δταν αύτος θέλη, σιγώ ν 
δέ πάλιν δταν αυτί^ς θέλγ)• καΐ επομένως ατελώς παρ* ήμιν 
ενεργεί τδ Εύαγγέλιον, ι να μη εΓπω τδτοΟ Θεολόγου• «αρ- 
γεί *ώ Εύαγγέλιον Χρίστος καθεύδει». 

*ΑνεΟρες βεβαίως, δτι οί ίεροΙ κανδνες, «οϊ καΐ τήν άγίαν 
Έκκλησίαν ύπερείδουσι και δλην την χριστιανικήν πολιτεί- 
αν διακοσμοΟντες, πρ^ θεία ν όδηγοΟσιν εΟσέβειαν», ή Ιερά 
αυτή θεσμοθεσία τής Εκκλησίας, ήτις είναι «εύρημα μεν 
καΐ δώρον ΘεοΟ, δόγμα δέ φρονίμων τε καΐ ^κ/^όρων ανθρώ- 
πων, έπανόρθωμα δέ των εκουσίων και παρά βούλησιν 
αμαρτημάτων, καΐ πολιτείας εΟσεβοΟς καΐ προς άτελεύτη- 
τον ζωήν άγουσης ασφαλής κανών», ώς άριστα ώρισεν αυ- 
τήν ό του Νομοκάνονος συγγραφεύς• ήτις, στηλογραφηθεϊ- 
σα έν ταΤς άγίαις καΐ ίεραΓς συνδδοίς, καΐ σφραγισθεισα 
ταϊς επτά σφραγΤσι του Πνεύματος, άπετέθη «έκ πλαγίων 
τής ΚιβωτοΟ», ίνα, ώς ίεραΐ κύρβεις, διακυβερν^ε τήν τοΟ 
ΧριστοΟ Έκκλησίαν — δέν διέπει διά παντός τάς πράξεις 
τοΟ ποιμένος, άλλα χρήται μέν αύτδς αΟτή δταν θέλη, 
παροροι δέ πάλιν δταν θέλη, καθ* & ήθελον υπαγορεύσει 
Γδια συμφέροντα. ΤαΟτα δέ λέγων ό λόγος, δεν αποβλέπει 



= &3 = 

σύμιπασαν τ-^ν Ιεραρχίαν. ΠολλοΟ γε καΐ δεΓ. Είσί καΐ ίε- 
ράρχαι χύσμοΟντες τάς τάξεις αυτών ιή κανονικί) ακρι- 
βείς, «ώς αστέρες λάμποντες» έν τω τ'?)ς Εκκλησίας στε- 
ρεώματι, «λίγον ζωής επέχοντες» καΐ κάτμος εύσεβείας 
υπάρχοντες. 

ΆνεΟρες βεβαίως, δτιοί «εθνικοί κανονισμοί», τους οποί- 
ους πρ6 δλίγων ετών Κλ?)ρος καΐ λα6ς συνελθών έΟεσμοθέ- 
τησαν «προς Χιευθέτησιν τών εκκλησιαστικών καΐ εθνικών 
ημών πραγμάτων», καΐ ώς τι συμβόλαιον συνέταξαν με- 
ταξύ Κλήρου καΐ λαοΟ, καΐ τους δτ:οΙου(^ έν τη πρώτη Σου 
πατριαρχείςι τοσοΟτον ακριβώς ήρξω έφαρμόζειν, τάξιν τινά 
έπενεγκών έν τοις καθ' ήμας πράγμασι — παραμελούμενοι 
καΐ παρορώμενοι, παρέλυσαν μέν την οποίαν επαγγέλλον- 
ται εΟρυθμίαν, έδωκαν δέ άφορμάς αντεγκλήσεων κατ' αλ- 
λήλων ώς παρασπονδουντων, έπηύξησαν δέ τό χάος καΐ 
την άταξίαν, εις ήν ευρίσκονται σήμερον τα καθ* ημάς. 

ΆνεΟρες βεβαίως, δτι ή αυτή ανώμαλος κατάστασις 
λυμαίνεται καΐ τάς υπο τίν οίκουμενικον Ηρό'^ο^ επαρχίας 
—επαρχίας, αϊτινες τ^ν έπ* αύτοΟ καθήμενον «κεφαλήν» 
άναγνωρίζουσι, «πατριάρχην» καλοΟσι, «παναγιώτατον» 
προσαγορεύουσι, τάς εαυτών λογίας αύτψ προσφέρουσι, καΐ 
διά τοΟ ύπ' αυτού προχειριζομένου ίεράρχου αυτών τοΟ πα- 
τριαρχικοΟ ονόματος μνημονεύουσιν — επαρχίας, αίτινες, 
καίτοι αύτί)ν ούτω ΟεωροΟσαι καΐ θεραπευουσαι, καΐ πρ6ς 
αύτδν, ώς εις κέντρον τής ορθοδοξίας, έστραμμένα τά δμ- 
ματα έχουσαι, εκάστοτε παρ' αύτοΟ καΐ τήνδιδρθωσιν τών 
παρ* αύταΓς κακώς κειμένων, καΐ την θεραπείαν τών αναγ- 
κών αυτών άπεκδέχονται• έν τούτοις ή μάτην έπΙ μακράν 
άποκαραδοκοΟσιν, ή μετά πολλήν προσδοκίαν μικρά καΐ μη 
επαρκής, ή πάρωρος αύταΓς ή επικουρία καταπέμπεται. 

ΆνεΟρες βεβαίως, δτι ή διανοητική του Κλήρου άνά- 
πτυξις, έκτ^ς εξαιρέσεων, οΰτε σύμφωνος προς την μεγάλη ν 
άποστολήν του είναι, ούτε ανάλογος πρ6ς την διανοητικήν 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



^ 64 β: 

άνάπτυξιν του λαοΟ, Άν όποιον εκλήθη να κυβέρνηση• κα- 
θότι ή (λέν μεγάλη αποστολή του απαιτεί τ6ν ίερω(Λ«ίνον 
ινα, « άντεχομενος τοΟ κατά την διδαχήν πιατοΟ λόγου, 
»δυνατί>ς η καΐ παρακαλειν έν τή διδασκαλία τη ύγιαινου- 
»ση και τους αντιλέγοντας έλέγχειν» (Ύίτ. α', 9), «ών 
» Ετοιμος φεί πρ6ς άπολογίαν παντί τω αίτοΟντι λόγον περί 
»τήςέν ήμιν ελπίδος» (α' Πέτρ. γ', 15), ή δέ διανοητική 
άναπτυξις του λάου, άξιεπαίνως όσημέραι προβαίνουσα, εγ- 
καταλείπει οπίσω. τ6ν κληθέντα να ποιααίνη αύτ^ν λείτ- 
τουργ^ν τ'?)ς Εκκλησίας, όπερ και επαυξάνει την !κρυΟμον 
αυτής κατ άστασιν, τοΟ μέν λαοΟ προηγουμένου κατά τ6ν 
πλοΟτον των γνώσεων, τοδ δέ λειτουργοΟ τής Εκκλησίας 
παρασάγγας δλους άπολειπομένου• έν ω καΐ ό λόγος καΐ 
το δίκαιον απαιτεί, ϊνα ό ιερωμένος, ώς διδάσκαλος καΐ άρ- 
χων τοΟ λάου, υπέρτερη αυτού, ώς ό οιδάσκαλος του μάθη- 
τοΟ καΐ ό άρχων τοΟ αρχομένου, καΐ μη συμβαίνη τ6 τής 
παροιμ'ας: ή άμαξα τονβοΟν, ένω ό βους πρέπει νά 
σύρη την άμαξαν. 

'ΑνεΟρες πάντως, δτι πράγμα, παρά τους εκκλησιαστι- 
κούς θεσμούς και τους κανονισμούς συμβαίνον, ταράττει τάς 
τάξεις τής ανωτάτης Ιεραρχίας — ή άπο θρόνου εις Ορόνον 
καΐ άπό επαρχίας είς έπαρχίαν μετάθεσις των ίεραρχών, 
ώσανει ήσαν πολιτικοί υπάλληλοι καΐ Οχι νυμφίοι τής ε?ς 
ήν έκ Θεού έλαχον Έχκλησίαο, έν ταϊς άγκάλαις τής οποί- 
ας πρέπει νά παραδίδωσι >αι το πνεΟμα- ώσανει είναι πο- 
ρισμ6ς ή ευσέβεια, καΐ ώσανεΐ τ6 ζωοττοιοΰν την Έκκλη- 
σίαν ΠνεΟμα τοΟ ΘεοΟ έπαυσε ν* άναδεικνυη τους άξίους 
εΙς έπισκοπήν καιέντάξεσι τοΟ κατωτέρω Κλήρου καΙτοΟ 
λάου. Πόσοι Έλδάδ και Μωδάδ, έφ' ων κατέβη το ΠνεΟ- 
μα. του ΘεοΟ, άντΙ νά ίστανται έν τη σκη^ή τοΟ μαρτυρίου, 
περιφέρονται είς τάς παρεμβολάς του λαοΟ του ΘεοΟ ; 

ΆνεΟρες πάντως, δτι μετά την έκφώνησιν του ΙεροΟ εκεί- 
νου δρου τής αγίας και μεγάλης συνόδου, τής πέρυσιν έν τφ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



«. 65 :=« 

ιτβτριαρχυτ^ τούτοι^ να^^ σνγχροτηβιίσης, ής εν τών έιηΧέ« 
χτων μελών £(έιφεπε χαΐ ή παναγιέτης Σου — άνεΟ^ χαΐ 
χαλώς πάντως οι^ας τήν ίχτοτε ένσχήψασαν ίχρυθ|Α9ν χαΐ 
άνώ(«.αλ6ν τών τοΟ θεοΟ Έχχλησιών χατάστασιν^ των τί^ 
2ναντ(ας (;^.ρ(δος πέλε(ΐ.ον $ειν&ν έπιχηρυξάντων χατά των 
ιύσεβώνυΐών τ4}ς όρθοδοξ^κς^ μήτε ναών Ιερών, δπουνά άνα- 
φέρωσι τάς ΐ^χβ^ ^οΛ δεήσεις πρ6ς τ6ν Θε6ν τών πατέρων, 
«6τ6(ς άπολειφΟέντων, μήτε (ερέων, οίτινες νά προσ^ρωσιν 
αύτ^ τάς τ^ς βρησχείας παρηγορ{ας, 2ντων. ΈντεΟθεν όί 
μέν, ε{ς τ6ν χ^σμον τοΟτον έρχήϊιενοι χαΐ τ6 φως τοΟ ήλ{ου 
βλέποντες, μένουσιν Ιτι άβάπτιστοι, στερούμενοι τ1}ς σφραγΤ- 
οος τοΟ Πνεύματος χαΐ !ζω τί)ς Έχχλησ(ας τελοΟντες* ο{ ^έ, 
άπ6 τ1)ς ίπΐ γ<)ς στρατευόμενης εΙς τήν βασιλεύουσαν Έχ- 
χλησίαν τών πρωτοτώιων, τών έν ούρανοίς άπογεγραμμέ•» 
νων άπερ]^^νο(, οΰτε ύπ6 λειτουργοΟ τ^ Έχχλησ(ας παρα«- 
ιεέμπονται, οΰτε τ6 €σημε(ον τοΟ ΥΐοΟ τοΟ άνθρωπου» αυ- 
τών ιφοπορεύεται, οΟτε ύπ^ τήν σημαίαν τ?)ς αναστάσεως 
συνοδεύονται, οΰτε έν τοίς τάφοις τών πατέρων αύτών^ 
βπου τά δστ& αυτών μετά τών &στέων έχείνων νά ενώσω- 
σι, νά ένταφιασθώσι συγχωροΟνται• άλλ* οΙονεΙ άΟρησχοί 
τίνες χαΐ απάτριδες, τελευτα(αν χαταχ(αν εύρίσχουσιν €έν 
ίρεσι χαΐ σπηλα(οις χαΐ ταΰ; 6πα1ς τί)ς γ^ζ»• ΚαΙ έν τού- 
τοις τά πιστά ταΟτα τέχνα τ9}ς Έχχλησ{ας, οΐ χαρτεριχοί 
ούτοι όμολογητα^ τ4)ς ορθοδοξίας έγχαρτεροΟσιν, οΟδέν άλλο 
πράττοντες ή νά δΰξάζωσι τόν Θε6ν τ?)ς ορθοδοξίας, ώς οΐ 
* Απόστολοι, €δι^ι ήξιώθΊΤ)σαν υπέρ τοΟ ονόματος αύτοΟ» 
διώχεσθαι (Πράξ. ε', 41), μόνον δέπρ^ τήν μητέρα'Εχχλη- 
σίαν άνοίγοντες τά σπλάγχνα των καΐ έξιστοροΟντες τάς 
συμφοράς των, τήν έπιχουρίαν αυτής έπιζητοΟσι. Ναί, πα- 
ναγιώτατε, έγχαρτεροΟσιν, έγχαρτεροΟσιν άλλα δύνανται 
χαΐ πάντοτε νά έγχαρτερώσι τά πιστά ταΟτα τέχνα τήζ 
Έχχλησίας; Δέν είναι δΐ φόβος μήπως ή Έχχλησία ήμέραν 
τινά χλαύστρ τήν άπώλειαν χαΐ άλλων τέχνων της ; Διό- 

ΤΦΗ•£ Α'. οφζβάΐ,γΟ^ΟξΙ^ 



= 66 = 

*Λ 'ή διηνεκής έγκαρτέρησις είναι προσόν γενναίων τινών 
μόνον ψυχών είναι ι:ροσ6ν ηρώων, ουχί δε καΐ ολοκλήρων 

• κοινωνιών. 

ΤαΟτα δ* άνευρων, άπεφάσισας πάντως ϊνα, υπέρ κεφα- 

' λ?]ς κρατών άναπεπτα[χένον τ6 τοΟ ΧριστοΟ Εύαγγέλιον, 
καΐ μετά χείρας φέρων τήν Ιεράν των κανόνων θεσμοθεσίαν 
καΐ τους εθνικούς κανονισμούς, 2ως άν οϊ νεώτεροι, άναίΐε- 
ωρηθέντες ύπ6 τής υπ6 τήν προεδρείαν Σου κληρίκής καΐ 
λαΓκ•?]ς αντιπροσωπείας καταρτισθώσι, μή έχοντες σπίλον 
ή ρυτίδα νομικής άτελείας καΐ άντικανονικότητος, ποιμαί- 
νης τήν τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησία ν, φροντίζων ?να έν τω ποι- 
μνίφ Σου «ίνοικί) πλουσίως ό λόγος τοΟ ΘεοΟ» καΐ τύπος 
γινόμενος κατ' αΟτά τοΓς υπ6 τήν πατριαρχική ν ποιμαντο- 
ρίαν Σου Ιερώρχαις. Άπεφάσισας πάντως ?να τά αγαθά ταΟ- 
τα, μεταδοθέντα ώς άπ6 κέντρου καΐ ταΓς ύπδ τ6ν οίκουμε- 
νικί>ν θρόνον έπαρχίαις, βελτιώσωσι τήν κατάστασιν αυτών, 
φροντίζων ίνα καΐ αί άνάγκαι αυτών θεραπεύωνται έζ ολο- 
κλήρου καΐ ταχέως. Άπεφάσισας πάντως ίνα ό ίερδς Κλή- 
ρος, επαρκώς συντηρούμενος, λαμβάνττ) τήν πρέπουσαν δια- 
νοητικήν άνάπτυξιν, βπως επαξίως έκπληροΓ τήν ανατιθε- 
μένων αύτώ μεγάλην αποστολή ν. Κατά τοσοΟτον δ* έπα- 
ξία κατά τοΟτο είναι ή άρχιποιμαντορική Σου σύνεσις, κα- 
θόσον αδτής προΛν είναι οί πλείστοι τών διαπρεπόντων σή- 
μερον ιεραρχών. Άπεφάσισας πάντως Ινα ΐίό^^ΐύ τών πε- 
ριβόλων τής Εκκλησίας έξορίστρς τ6 δθνείον καΐ άλλότριον 
2θος τής τών ιεραρχών μεταθέσεως. Άπεφάσισας, πάντων 
τέλος, ίνα, θείς πέρας είς τον έπικρατοΟντα χειμώνα έν τοΓς 
τόποις δπου χειμάζεται τδ όρθόδοξον πλήρωμα, έπανατεί- 
λης τ6 ποθητδν έαρ είς τήν όρθόδοξον Έκκλησίαν. 

ΤαΟτα βεβαίως είναι τά γενναία βουλεύματα τής πε- 
ιΐυκασμένης φρενός καΐ διανοίας Σου. Αύται πάντως είναι 
αί γενναιαι αποφάσεις τής μεγάλης ψυχής καΐ καρδίας Σου. 
ΤαΟτα συμπίπτουν νά ηναι καΐ αί ε6χαΙ καΐ οί πόθοι τοΟ 



= 67 = 

λαοΟ Σου. Ταϋτα αν πράξτρς, θέλεις μέν εξαγάγει 'τήν Έχ-* 

κλησίαν έχ τ•?)ς εις ήν ευρίσκεται έχρύθμου καταστάσεως, 

θέλεις δι οδηγήσει αυτήν εις γήν αγαθή ν, «γήν ρέουσα ν 

{χέλι καΐ γάλα», θέλει δε τ^ δνομά Σου διαβιβάζεσθαι μετά 

αών ονομάτων των μάλλον ενδοξότερων προκατόχων Σου. 

ΤαΟτα δέ θέλεις πράξει, 2χων την σύμπραξιν τής συνόδου 

Σου, την έπικουρίαν τοΟ λαοΟ Σου, προ πάντων δέ, την 

άκαταμάχητον δύναμιν τοΟ ουρανίου ττ^ς Εκκλησίας νυμ. 

<ρ(ου, εις δν αΓρων τα δμματα, θέλεις άπεκδέχεσθαΐ τήνίχα- 

νήν βοήθειαν. Ναί, παναγιώτατε, «ή βοήθεια σου παρά 

Κυρίου, τοΟ ποιήσαντος τ6ν ο&ρανον καΐ την γήν, δστις οΟ 

δώσει εις σάλον τ6ν πόδα σου», βαίνοντα, την εύαγγελικήν 

6δόν, ούδΐ «νυστάξει φυλάσσων σε»• καθότι βο6 νυστάξει 

ούδΐ ύπνώσσει ό φυλάσσων τ?)ν Ισραήλ» (Ψαλμ• ρκ', 4), 

οδτινος άνέγραψεν εαυτόν ηγεμόνα καΐ βασιλέα. 

Έν τ•^ μελέττί), άποφάσει καΐ πεποιθήσει ταύττ) λαβών 
τήν πατριαρχική ν ράβδον, ην ΣοΙ «έξαπέστειλε Κύριος έκ 
Σιών, κατακυρίευε έν μέσφ των έχθρων» (Ψαλμ. ρθ', 2) 
τ^ς Εκκλησίας, καταρτίζων καΐ κυβερνών αυτήν, δσωθεν 
μίν συμπαγή καΐ έν αρμονία, «εύθηνοΟσαν έν τοϊς κλίτεσι 
ιής οικίας αυτής» (Ψαλμ. ρκζ, 3), έξωθεν δ& σεβαστή ν 
καΐ φοβεράν τοις άντιπάλοις οδσαν, ίνα καΐ οδτοι λέγωσ* 
-περί αυτής• «Τίς αυτή ή έκκΰπτουσα ώσεί όρθρος, καλή 
ώς ή σελήνη, εκλεκτή ώς ό ήλιος, θάμβος* ως τεταγμέναι;» 
(^Ασμ. ς', 9). 

Λοιπόν «τήν Σιών• έπ* όρους άνάβηθι ό εύαγγελιζόμενος 
καΐ τήν ^Ιερουσαλήμ ό κηρύσσων έν ίσχύί υψωσον Τρωνήν: 
«Δεδοξασ μένα», λέγων πρ?)ς τήν Έκκλησίαν, «δεδο- 
ξασμένα έλαλήθη περί σοΟ, ή πόλις τοΟ Θεοΰ»• καΐ άρας 
τάς χεΓράς Σου, ε&λόγησον τ6ν λαόν Σου, έκφωνών «Ει- 
ρήνη έπΙ τ6ν Ισραήλ 5ςαΙ σωτήρίον Ιθνεσιν» (1), ότι «ούκ 

(1) Ε' ΕΙρμό; τχ)0 κανόνος τΰγ Βχίων. ... 



« 68 =1 

Αρξω 2γώ ύμΰν Κΰρ(οςίρξε(ύμών»< «ΚαΙέρίΓιτά; 
γένοιτο, γένοιτο» (Ψβλ|λ. ρέ, 49). 



ΣΤ' ΛΟΓΟΣ 
ΒΙΦ&ΧΒβΙΙΣ Μ Τ&ι ΠΑΤΝΑΡΧΙΕΔι ΝΑΙΙι, ΤΗι Α' ΙΙΟΚΙΒΠ•Τ 

1878, 
ύ-ώ τοΟ χαθηγητοΟ Φιλάρετου Βαφε^ον, 

ΕΠΙ ΤΒ£ ηΑΤΡΙΑΡΖΚΙΛΖ 
ΙΟΛΚΕΙΜ ΤΟΥ Γ , 
^ ΤΟΥ ΑΠΟ 0ΒΖΧΑΛθηΧΗΖ. 



Ίσχυ» χαΐ άνίρίζου, μή ίβιλι^^γ);, μηίί φ^^ηθη^, δη 
|ϋτά σοΟ Κύριος ό θΐ(!ς σου ιίς π^ντα οι ίάν ποριύνι• 
(Ίησ. Ναυή Α', 9-.|0) 

σεβα^κώτατοκ Ιερβίρχακ^ λαέ τοΟ Κυρ(ου τΛριούσα. 

οτΒ οΐ υΙοΙ Ισραήλ, ριετά "ζψ -Λολυετί) έχβίνην καΐ π^ 
λύμοχθον πορείαν πρ6ς τήν ίπηγγελ|Αένην αύτοίς γ!)ν, τφ^ 
α{]ς χαταρρότου τοΟ Ιορδανού χώρας ιστάμενοι, έστερήθΐ}* 
σαν τοΟ ήγεμένος αυτών χαΐ ιφοφήτου Μωϋσέως, τ^τε 6 
Θε6ς ίχλεξάμενος αύτοΓς αρχηγών τ6ν υπουργών αύτοΟ Ίτί}- 
σοΟν τ6ν Ναυί), άνέΟηχεν αύτφ α6 δυσχερές έργον τί^ς έν 
'εή γ^ Χαναάν έγχαταστάσεως, έντεκλάμενος «Γσχυε χαέ 
άν£ρ{ζου, μη $ε(λ(άσγ)ς> μηδέ φοβηθ^ς, βτι μετά σοΟ Κύ« 
ριος ό Θε^ σου ε(ς πάντα ο& έάν πορεύιρ». *Ότε £έ χαΐ 
ήμεΐζ, έν χρκσίμοις περκστάσεσκν άπ6 πολλοΟ διατελοΟντες, 
μετά αλλεπάλληλους χαΐ δριμείς χειμώνας τ^ Έχχλησ(φ 
χαΐ τφ γενεί ημών ένσχήψαντας, άνεμένομεν τ6ν άξιςν 
ημών χυβερνήτην χαΐ χαθηγεμ^να^ τ^ε ό αΰτ^ Θε^^ Ιτα^ 



= 69 » 

€λ£ψας 2πΙ τοις δεινοπαΟήμασκ τοΟ νέου αύτοΟ *Ισραήλ^ 
έχλέγει Σέ τ&ν άνώτατον ημών ποιμενάρχην χαΐ άνατκ* 
6εΙς Ά (Λέγα καΐ ίυσβάσταχτον ίργον ':ί)ς υψίστης ιί\ς ορ- 
θοδοξίας ποιμ.αντορίας, έπΓλίγει Σοι τα α&τά λίγια: € "Ισχυε 
καΐ άνίρίζου, μή φοβηθίίς, μηδέ δειλιάστρς, δτι {Λετά σοΟ 
Κύριος ό Θιόςσου είς πάντα ού έάν πορεύτ)». 

Θαυμαστή αληθώς ή περί των ανθρωπίνων πρίνοια τοΟ 
θεοΟ. Α6τ6ς 6 έν ταΓς χερσίν αύτοΟ τά σύμπαντα κρατών, 
σοφώς καΐ σκοπίμως διενεργεί καΐ τήν υπαρξιν αυτών επι- 
τρέπει πολλάκις να νέμηται τ6 κακ&ν τά ημέτερα πράγ- 
ματα, παραχωρεί να φύωνται έν τφ κ^μφ ζιζάνια κατα- 
πνίγοντα τ6ν σΤτον άλλ' ίταν τ6 κακ^ν προχωρήστρ, ίταν 
ύψώσγ) κεφαλήν^ τ^τε ράγδην άνασπ^ αύτ6 καΐ πρίρριζον, 
καΐ διά τί}ς απείρου αύτοΟ σοφίας καΐ δυνάμεως μάταιοι 
καΐ έξουδετεροΓ τήν ένέργειαν αύτοΟ- καΐ μετατρέπει πολ- 
λάκις ε{ς τ6 εναντίον τίτε 6 Θείς, 6 π^ρωθεν καταβάλ- 
λων τών πραγμάτων τάς υποθέσεις, € εγείρει εκάστοτε τ^ν 
χρήσιμον αύτοΟ» (Σειράχ Ι — 4), άνίστησι τους νέους αύ- 
^οΟ ΜωΟσεΓς καΐ 'ΙησοΟ, όδηγοΟντας καΐ σώζοντας έκ τών 
κινδύνων τ6ν νέον αύτοΟ Ισραήλ. 

Α6τ6 τοΟτο, παναγιώτατε δέσποτα, χαθορβται καΐ έν 
τρ πανηγυρικωτάτη ταύτΥ) ήμέρ^• Τ6ν θείον οάκτυλον ένο- 
ρώμεν πάντες έν τή εΙς τδν γεραρ^ν τοΟτον τής Κωνσταν- 
τινουπΛεως θρίνον άναρρήσει τί)ς Σής σεπτ^]ς κορυφής. Αί 
άπ6 πολλοΟ τήν Έκκλησίαν καΐ τ6 γένος κατατρύχουσαι 
ποικίλαι καΐ &ιναΙ περιστάσεις άπτ^τουν έκτακτον άνδρα, 
άπτρτουν νοΟν διορατικίν, βουλησιν Ισχυράν καΐ ήθικήν, 
καρδία ν άγαθήν, άδολον καΐ εΙλικρινή. Και τοιοΟτον αλη- 
θώς πεποίθαμεν οΐ πάντες δτι ευρομεν έν τί^ μεγαθύμφ Σου 
ψυχή. Διά τοΟτο άπ* αρχής τής χηρείας τοΟ πατριαρχικοΟ 
τούτου θρήνου, οΐ περί τών κοινών ημών πραγμάτων αλη- 
θώς κηδεμένοι είς τδ γεραρδν καΐ τίμιων Σου πρόσωπον πάν- 
τες άπέβλεψαν. Τδ δνομα τοΟ Θεσσαλονίκης Ι Ω Α Κ Ε Ι Μ> 



« 70 = 

άνα τα στίματα ιτάντων φερόμιενον, ηλέκτριζε τάς ίίαρ- 
δίας αυτών καΐ έφείλκυε τήν γενικήν προσοχήν καΐ συμ- 
ι:άθειαν, Ιως οδ ή ψί5φος Κλήρου τε καΐ λαοΟ έπεσφράγι- 
σε τ^ν καθολικών τοΟτον πόθον, άναβιβάσασά Σε έπί τήν 
ύψηλήν ταύτην πατριαρχικήν τ^^ς ορθοδοξίας σκοπιάν δια 
τοΟτο καΐ τ6 σήμερον συρρευσαν Σκτακτον τ:λτ)θος τοΟ ορ- 
θοδόξου λαοΟ^ έσω τε καΐ ίξω τοΟ ίεροΟ τούτου ιιεριβόλου 
συνωστιζ^ενον δπως Γδτι Σλ τ6ν εκλεκτών τοΟ θεοΟ, άκούστ|| 
τα σοφά Σου λόγια καΐ των ευλογιών άπολαόση, άπεκδε- 
χόμενον παρά ΣοΟ πολλά καΐ μεγάλα, διότι αναντιρρήτως 
Ικτακτοι καΐ δειναί είναι αί περιστάσεις, έν αίς διατελοΟ- 
μεν πάντες άνομολογοΟμεν τοΟτο. ΒιοΟμεν άπδ πολλοΟ έν 
καιροΐς χαλεποΓς, έν περιστάσεσι κρισίμοις, δυναμέναις να 
έπενέγκωσιν ή τήν τελείαν ημών έξόντωσιν, ή τΐν σωφρ^ 
νισμον ημών καΐ τήν κατ' ολίγον βελτίωσιν. Έπιτραπήτω 
μοι, άντΙ παντδς άλλου, νά ρίψω παροδικών βλέμμα έπΙ 
τί^ς καθόλου ημών καταστάσεως. 

ΕΓτε τήν ήθικήν καΐ θρησκευτικήν, εΓτε τήν πνευματι- 
κήν καθόλου καΐ ύλικήν ημών κατάστασιν ως χριστιανών 
ορθοδόξων καΐ πολιτών έξετάσωμεν, μετά λύπης θέλομεν 
ϊδει δτι ίχει κακώς, βαίνουσα έπΙ τά χείρω. Ή ηθική καΐ 
ή θρησκεία δέν άποτελεΓ δυστυχώς τήν βάσιν καΐ τΐ) θεμέ- 
λιον τοΟ ημετέρου βίου. Έχομεν θρησκείαν θείαν, διδάσκου- 
σαν ήμας τάς ύψηλοτέρας δογματικάς καΐ ήθικάς αληθείας, 
καΐ βμως αυτή είναι σχεδόν νεκρά. Ένφ ή θρησκεία ημών 
κατεκράτει άλλοτε τών καρδιών πάντων, ένφ ή υψηλή 
α&τής ηθική άνεκαίνιζε τόν αμαρτωλών άνθρωπον κατά 
τάς ποικίλας αύτοΟ σχέσεις καΐ παρήγε τά εύοσμα έκεΐνα 
άνθη τοΟ χριστιανικοΟ βίου, τά όποΐα τοσοΟτον θαυμάζο- 
μεν έν ταίς σβλίσι τής αρχαίας καΐ μετά ταΟτα Ιστορίας 
τί]ς Εκκλησίας, αυτή αυτή άτώ πολλοΟ ουδέν ή μικρ2)ν 
επενεργεί έπΙ τών καρδιών ημών τοσοΟτον αύται έχερσώ- 
θησαν καΐ έσκληρύνθησαν. Όπόσον καταπληκτική είναι ή 



^ 



= 71 =« 

άντίΟεσις μεταξύ των χριστιανών τών πρώτων αιώνων κοΛ " 
ήαών των στιμε^ο^^ ! Έχείνοι τα πάντα έθυσίαζον υπέρ τ'?)ς 
αγίας τοΟ ΧριστοΟ πίστεως, ήαεΓ; έν ταΓς ένεργείαι; ημών 
ού5έ κάν ύπ' δψιν λαμιβάνομεν δτι έσμέν χριστιανοί. Έκεϊ- 
Μοι έν οίαισδήποτε περιστάσεσι διατελοΟντες, άσβεστον διε- 
τηρησαν τ6 πυρ τ•?)ς πρ^ς τ6ν Θε^ν πίστεως καΐ αγάπης• 
ή[χεΓς, έν καιρούς σχετικώς αίσιωτέροις βιουντες, κινδυνευο- 
(χεν να σβέσωμεν την λαμπάδα ττ]; πίστεως. Παρ' έκείνοις 
τζΚούσιο^ καΐ ενεργός ένώκει 6 θεΓος λίγος, ό δυνάμενος σο- 
φίσαι καΐ ήθικοποι?)σαι• παρ' ήμΓν άργεΓ το Εύαγγελιον, 
καθεύδει ό Χρίστος. Ουδέποτε παρ* έκείνοις συνεκαλείτο ό 
λα^ς εις προσευχήν καΐ λατρείαν τοΟ θείου, χωρίς άπδ τοΟ 
ίεροΟ άμβωνος ν* άντηχή καΐ τΐ κήρυγμα τοΟ Ευαγγελίου• 
παρ* ήμΓν σπανίως επιτελείται τ6 πρώτιστον τοΟτο τών 
κληρικών καθ?)κον• περιοριζέμεθα απλώς εις την ξηράν καΐ 
τυπικήν τέλεσιν τών ίερών μυστηρίων καΐ τελετών, καΐ 
παραλείπομεν τ6 οίκοδομικώτερον καΐ ζωτικώτερον έν τ^ 
θεί^ λατρεία. Εκείνοι έξεϊχον έν τω κίσμω τούτω δια τάς 
χριστιανικάς αυτών άρετάς, προκαλούσας τ?>ν θαυμασμών 
χαΐ τήν έκπληξιν τοΟ έγωίστοΟ και φίλαυτου έθνισμοΟ- ή 
χριστιανική αγάπη καΐ αύταπάρνησις, ή πίστις καΐ ή πρ6ς 
τ^ν Χριστών έλπίς και ή λοιπή χρυσ?) άλυσος τών αρετών 
τοΟ Ευαγγελίου ήσαν τα συνιστώντα και χαρακτηρίζοντα 
τον βίον αυτών καΟ' 3λας τάς σχέσεις• ήμεΐ'ς δυστυχώς έστε- 
ρήΟημεν ή κινδυνεύομεν να στερηΟώμεν τών συστατικών τού- 
των τοΟ χριστ'.ανικου βίου• τα ηθικά ελατήρια σχεδόν έςέ- 
λ^πον έκ τών πράξεων ημών ταύτα άντικαθιστώσι συνή- 
θως ή νομιμοτης^ ύπο τι ν ι^έπλον τής οποίας καλύπτομεν 
τέ ιδιοτελή και ^ίλα ^τα ημών φρονήματα. Έχομεν καΐ 
ήμ£ϊς τους γνώμί;να; τών πράξεων ημών, τους ^όμοΌ:^, τους 
κανίναΓ^ τους κανο^/ΐσμ^ϋ; καΐ είτι ίτε^ον αλλά ή συνή- 
θως αργεί ή ίσ/ύς αϊίτών, ή ενεργεί ή απλή εξωτερική συμ- 
^νΐα. Εντεύθεν παραλυςυσ ι τά ιδιωτικά καΐ δημόσια ημών 



« 72 =« 

«ράγματοΕ, χα\ τήν Ίζ^σκωμίνψ εΟρυθμίαν χαΐ όί^ο^ίίο^ 
άνζιχϋώίστ'ψι τ6 χάος χαΐ ή χασμιφ$(α• 

Τί)ς θρησκευτικής ηβΐ ήθικίΐς ί^ών χαταστάσιως δίν 
€ΐναι χρείσσων χαΐ €&αρ§στοτέρα χαΐ ή χαθέλου πνευματκ* 
χή. Είναι άληθκς δτι ζωηρά ύιτάρχει παρ* ήμιΐν ή συ>>€ίδη- 
σις τοΟ ύψηλοΟ τούτου χαΟήχοντος τί^ς τΓνβυματιχί)ς άνα• 
ιτυύξβως τοΟ άνθ|ρώπου• άναμιφιβΛως άπ& κολλών ίτων ο& 
αιχροιΐ έγένοντο ιφόο$οι χαΐ ή γνωσις ιιοιρ* ήμΙν αρκούντως 
ύιε^όθη χαΐ σχολιία 1^αντ6^α άνιδΐρύ^σαν χαΐ ΙπιτροπαΙ 
χαΐ σύλλογοι ιεολλοί χβΐ ι:οικ(λοι συνέστησαν, άλλα δυσ- 
τυχώς τά γβνήχΕνα δίν βίναι αντάξια τί)ς μίγάλης ημών 
κλήσεως; δίν είναι ανάλογα τ-^ ιεβρούσι^ έι^οχ*^• Ζώμεν έν 
τφ αΐώνι τών γραμ^λάτων, χαί ήμεί; στερούμεθα £τι όμοιο- 
μ^φου σχολιχοΟ συστήματος• έκαστη ίπβφχία, έκαστη 
'ηόλις; έκαστη ένορ(α, 2καστος διδάσκαλος ^(νει κατά τάς 
ύποκειμενικάς αύτο!> ιδέας καΐ διαθέσεις. Ζώμεν <ν τ^ ^'^χ'^ 
τών φώτων, καΐ ήμεΙς στερούμεθία βιβλίων διδακτικών καΐ 
συστηματικών, στερούμεθα διδασκάλων καΐ '^υαιδαγωγών 
Ικανών, στερούμεθα .... 

Λυπηρότερα έν μέρει ή Όευματιχή άνάιτϊυξις τοδ ημε- 
τέρου Κλήρου. Άναμφίβ^ως 6ιΛ τήν κατηγορίαν ταύτην 
δέν υπόκειται 4 ανώτερος ημών Κλήρος. Ευτυχώς συγκα^ 
ταλέγονται έν αύτφ πολλοί έιΛ επιστήμη και ποικΛτ^ σα• 
φί^Ρ διακρινόμενοι, Ετοιμοι το& βαστάσαι τ& 5νομ« Κυρ(ου 
ενώπιον εθνών κα) ^σιλέων (Πρ• 9, 15). Άλλ' ό κατώ. 
"Ζ^^ος ημών Κλτ^ρος, 4 τοιαύτην μεγάλην άποσταλήν έμ^ 
πεπιστευμένος, δυστυχώς διατελεί έν άναζίφ έαυτοΟ καΐ 
ημών καταστάσει- ώς πατήρ πνευματική, ώς διδάσκαλος 
χαΐ κυβερνήτης, ώς φίλος, καΐ σύντροφος έφ' ^ουζωί^ς, κα- 
τά πολλά υπολείπεται τενευματικώς τοδ λαοΟ, δν πρέκει* 
ται νά διαπαιδαγωγήστρ, διδάξι^ καΐ κυβερνήσττ^• ή έλλειψις 
αυτή κατά τοσοΟτον μάλιστα τήν σγ^^ιρο^^ τυγχάνει έπαε- 
«θητοτέρα^ καθίσαν πολλο^ εναντίον τη ύγιαινούσι^ διδοττ 



ϋχΛΚίΰΐ, διδάσκοντες, ^ιασείουσι τίιν συνε^5ησιν τών άπλοϋ• 
στέρων, ένήί ό Ιερωμένος, άντεχόμιενος τοΟ κατά την 5ι5α* 
χήν πιστοΟ λόγου, ίπρεπε νά ή δυνατός καΐ ιταρακαλείν 
έν τϊϊ διδασκαλία τ?ϊ ύγιαινούστρ χαΐ τους αντιλέγοντας 
έλέγχειν (Τίτ. 1, 9)• Άλλα ταΟτα άδόνατα άποδείκνυν- 
ται, έφ' 6σον δέν διοργανίζονται σχολαΐ ίερατικαί, δέν συνι- 
στώνται σύλλογοι (ερατικοί, δέν εκδίδονται βιβλία ήΟικά 
χαΐ κοινωφελή], δέν καταβάλλεται ειλικρινής πρόνοια περί 
τοΟ Κλήρου ήμιών καθόλου• άλλως, τοιαΟτα καΐ χείρονα 
έσονται τά ημέτερα. 

Την αυτήν άπόχρωσιν φέρει καΐ ή υλική καΐ οικονομική 
καθόλου κατάστασις. 06 μικραΐ τφό πολλοΟ κατεβλήθησαν 
ένέργειαι, καΐ βμως ουδέν τ6 κατορθωθέν• Γενική καχεξία 
επικρατεί είς τά δημόσια ήμ&ν καθιδρύματα• αΐ άνάγκαί 
ημών έπολλαπλασιάσθησαν καΐ πολλαπλασιάζονται, καΐ 
έαως ο6δέ τά απολύτως άναγκαΓα δυνάμεθα νά πληρώσω- 
μεν αΐ άνάγκαι καΐ οί πόροι ημών κατ* άντίστροφον ($αί- 
νουσι λόγον. Βεβαίως είς τήν κατάστασιν ταώτην συνετέ- 
λεσαν καΐ άλλα αΓτια• άλλ' αναντιρρήτως ή μείζων εύθυνη 
χαΐ ό καταλογισμός πίπτει έφ' ήμας. Όρθότατον είναι τ6 
<τυνήθως λεγόμενον δτι τά πρόσωπα, ίπωί καΐ αΐ κοινωνίαι, 
είναι δημιουργά τής τύχης αυτών. . . . 

ΤοιαΟται έν σκιαγραφία, παναγιώτατε δέσποτα, αϊ δει- 
ναΐ καΐ δυσχείμεροι περιστάσεις, έν αίς, κρίμασιν οίς οίδε 
Κί^ριος, οιατελεΐ ή έτΛ γΐ^ς στρατευόμενη α&τοΟ Εκκλησία. 
*Εν τοιούτους χαφίϊς εκλήθης ύπ6 τής θείας προνοίας, 2πως 
ίξαγάγτ); α^τήν έκ των δυσχερειών τούτων καΐ είσαγάγης 
είς τήν μέλι καΐ γάλα ρέευσαν γ^ν. Ίδόύ ή πεποίθησίς πάν- 
'ϊων ημών, (δου α τ.ά^οζ τοΟ τε Κλήρου καΐ τοΟ λαοΟ. Ε?- 
να! αληθές, παναγιώτατε, δτι πρί)ς τ6 μέγα τοΟτο ίργον 
Ιξεις σι^ναντιλήπτορας καΐ συνεργούς τόν τε Κλήρον καΐ 
'ζΐη λαό ν τοϋτο είναι καθήκον αυτών Ιερδν καΐ άπαραίτη- 
τον* τά μεγάλα έργα χατορθοΟνται διά τής ενώσεως τών 



«= 74 =:=τ 

δυνάμεων και τί)ς έν τη έργασί^ έν^τητο;, χατορθοΟνταΓ 
δοά τ^ς ισχύος, τοΟ πλούτου καΐ τ?)ς συγκεντρώσεως των 
βουλήσεων αλλ* άληθέστ£ρον, άφ' έτερου, δτι καΐ δλων 
τούτων των προσπαθειών καΐ ενεργειών τ6 κέντρον ή Ση 
τυγχάνει κορυφή, προς τ^ όποιον θα συγκεντρώνται αί ακτί- 
νες τ^Ις μιεγάλης ταύτης περιφερείας. Συ υπάρχεις ό πάν- 
των την πρωτοβουλίαν έχων. Συ ή ώστική δύναμις τ•?)ς 
μεγάλης ταύτης μηχανΫ]ς, τοΟ έκκλησιαστικοΟ καΐ έθνικοΟ 
ημών ^(ου. 

Ανάλαβε λοιπόν μετά θάρρους την πατριαρχικήν ράβδον 
καΐ έπιλαβοΟ τοΟ έμπεπιστευμένου Σοι υπ6 τοΟ ΘεοΟ ίρ- 
γου. Κατάρχου ευθαρσώς τί]ς κινδυνώδους ποντοπορίας τ?)ς 
χριστιανικί)ς όλκάδος, καΐ προσβλέπων εις τα άγριαίνοντα 
χαΐ παφλάζοντα κύματα τοΟ κυμαινόμενου τοΟ κόσμου 
πελάγους, άτένισον ώς εις πολικών αστέρα τ6ν Κύριον καΐ 
πράχτησον Σεαυτφ ναυκλήρους καΐ οδηγούς τους άλλοτε 
έν καιροϊς επίσης χαλεποΓς τ?) θε^τευκτον τοΟτο σκάφος εις 
λιμ&να σωτηρίας καταγαγ^ντας. Άναμνήσθητι τών Γρη- 
γορίων καΐ Χρυσοστίμων, τών Φωτίων καΐ Κηρουλαρίων 
καΐ τών άλλων κλεινών ττ)ς μεγαλουπόλεως ταύτης πα- 
τριαρχών καΐ μιμούμενος τών μέν τ6 στερρών τΫ)ς πίστεως 
καΐ ελπίδος, τών δΐ την άγάπην καΐ αύταπάρνησιν καΐ 
τών άλλων τ6ν διορατικον καΐ πρακτικον νοΟν, έγκαίνισον 
την χρυσών τ^ζ Εκκλησίας περίοδον. 

Αληθώς, ή έν τοΓς έκκλησιαστικοΓς πράγμασι πεΤρά Σου, 
ή ειλικρίνεια, μεθ' ής μέχρι του§ε είργάσθης έν τφ άμπε- 
λώνι τοΟ Κυρίου, καΐ το σοβαρί^ν καΐ κρίσιμον τών περιστά- 
σεων, έμβάλλουσι την ψυχήν Σου είς φόοους καΐ δισταγμούς• 
ταϋτα πάντα έπιβάλλουσί Σοι να είπης τι) τοΟ ΜωΟσέως : 
ϊσχνίίφωνος καΐ βραδύγλωσσος έγώ είμΙ (Έξόδ. Κ', 11). 
Άλλα μη πτοηθγ)ς• άναμνήσθητι τοΟ πρ6ς τ6ν μέγαν ΠαΟ- 
λον ρηθέντος: ή δύναμίς μβυ έν άσθενεία τελειοΟται (Κόρ. Β', 
4 2, 9)• άναμνήσθητι δτι συνεργούς τοΟ ύψηλου καΐ μεγά^ 



«= 75 = 

Χου Οπουργήματος έξεις πάντας %ο\^ς ύιώ τήν πατριαρχι-. 
χήν Σου αιγίδα διατελοΟντας• άναμνήσθητι τέλος δτι πάν- 
τοτε έσται μετά ΣοΟ ή κραταιά άντίληψις τοΟ χαλέσα^ηός 
Χε θεοΟ.. 

"Ισχυε λοιπόν καΐ άνδρίζου, μή δειλιάσης, μηδέ φοβηΟίΐς, 
δτι μετά σου Κύριος ό Θείς σου εις πάντα οΰ έάν πορεύη• 
(^ησ. ΝαυίΙ,Α', 9-.10). 



Ζ ΛΟΓΟΣ 



ΕΐίΦ2\ηθΕπ; ε:« τα^ ΠΑΤΡίΑΡχι&α^ Μαι, τπι η' ο&τιιβΡίον 

1881, 
ύπ6 τοΟ άρ/ιμανδρίτου Γρηγορίου Παλαμδ, 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΡΧΕΙΑΣ 

ιαΛΐ^«^:ιι%ι τον Λ, 

ΤΟΥ ΑΠΟ ΔΕΡΕΩΝ. 



α'ΑνάστηΟι και στίθι επΙ του ύψηλου καΐ πβρίβλιψαι 
κρος ανατολάς, και ϊίε συνηγιχενα τα τέκνα σου άπό 
ηλίου ίυσ[Λών εω; ανατολών τω ρψατι του Αγίου, ττ) 
τοΟ θεού μνε((^. Έξ/Λθον γαρ τυαρά σου πεζοί αγό- 
μενοι• εισάγει 5έ αυτού; ό θεο; προς σε αιρομένους 
μετά ίόζης• συνε'ταξε γαρ ό θεός ταπεινουσθαι πάν 
δρος ύψηλόν και θΐνβς άεννκους και φχραγγας πλτα- 
ροΟσθαι εις όμαλισμον τνίς γής, Γνα βαίίσνι Ισραήλ 
ασφαλώς τ•ρ του θεού δόξ•/ι». 
; . * ' (Β^ρούχ, έ. 5-9) 

Παναγιώτατεδέσποτα! 

ΒΙ2 τ6ν θρίνον τοΟ πρωτοκλήτου των ^Αποστόλων, είς 
α^ν οποίον έπΙ δεκαεπτά ήδη περίπου αιώνας ή ορθόδοξος 



ηΛ ΧριστοΟ Έχχλησ(α πανταχΛεν τί); οΙχου[Λένης χαΐ έξ 
ανατολών χαΐ 2χ $υσμ&ν χαΐ έχ βορρβ χαΐ 2χ ν^ου ίχει 
έστρα[Α(Λένα χαΐ δ(Λ|χατα χαΐ νοΟν χαΐ χαρδίαν εΙς τ^ν -πα- 
τριαρχιχ6ν τί]ς Κωνσταντινουπόλεως θρίνον, τ6ν οποίον έλάμι- 
ιφυναν χαΐ έ^^ασαν χαΐ Βια τοΟ λόγου χαΐ διά τΔν {ργων 
χαΐ $ιά τοΟ θανάτου αΰτων τοσαΟτα νέφη Ιεραρχών χαΐ 
μαρτύρων, των οποίων τα όνο'ματά είσι γεγρα[ΐ.(Λένα, γρά[Α- 
μασκν άθανάτοις, έν τη β(βλφ τΐ]ς τε έν ούρανφ θρια(λ- 
βευοόσης χαΐ τί)ς έπΙ γί)ς στρατευομιένης τοΟ ΧριστοΟ Έχ- 
κλησίας• εΙς τον οΙχου(Λεν(χ6ν τ?)ς 6ρθθ(ίοξίας θρίνον, δστις 
£ιά τών {ερών αυτοΟ λειτουργών ώ (χένον έφώτισε χαΐ 
τίχμαλώτισεν εΙς τήν εΙς Χριστδν πίστιν £θνη παντόΤα χαΐ 
λαούς βαρβάρους, άλλα χαΐ πάντοτε πρωταγωνιστών έξήρ- 
χετο θριαμβεύων χατά πάσης περί τα πάτρια χαινοτομιίας 
χαΐ αίρέσεως, επισείων έχάστοτε χατά παντ^ εναντίου, οΐέν 
^ι λάβαρον άήττητον, τ& 1ερ6ν χαΐ άλάΟητον τί)ς δρθοδίξου 
πίστεως συριβολον χαΐ $ιαφυλάττων σώαν καΐ άβλαβα] τήν 
ίεράν των διχαίων τί)ς Έχχλησίας χαΐ τοΟ "Εθνους ή(χών 
παραχαταθηχην, έν τ^ περιφρουρείται ή τε ένεστώσα χαΐ ή 
{^^λλουσα ή(χών υπαρξις• εις τήν άρχιεπισχοπήν Κωνσταν- 
^ηνουπΛεως, τί)ς οποίας χαΐ Κλί)ρος χαΐ λα^ς έν ττ) μαχρ4^ 
-τών χριστιανικών αίώνων σεφ^ πολλάκις έγένοντο παραί- 
τιοι τή καθολική τοΟ ΧριστοΟ Έκκλησίφ ότΙ μέν πνευαα- 
^ικίίς άγαλλιάσεως ανέκφραστου, ότέ 5έ δδόνης ψυχικ^ίς 
καΐ άλγους αμύθητου• είς τ^ περίοπτον, λέγω, πατριαρχι- 
χικ^ν ΰψος, τ6 υψιστον τοΟτο καΐ αδλλον ζηλωτών τ^ίς 
ορθοδόξου άνατολικί)ς Εκκλησίας αξίωμα, αναβαίνεις Σύ^ 
παναγιώτατε ίέσποτα, (τίι\ίΐρον, τψ ρήματι τοΟ Αγίου, 
κοιν^ κλήρου τε και λαοΟ ψήφφ καΐ ύψηλ^ έπινεύσει καΐ 
επιδοκιμασία τοΟ γαληνότατου ημών άνακτος σουλτάν 
Άπτούλ ΧαμΙτ χάν. 

ΚαΙ ούτως έχπληροΟται ή κοινή τών πάντων ανεξαιρέτως 
επιθυμία ! Πβν δρος Οψηλίν, οπωσδήποτε ίπισκοτίζον καΐ 



ΙιαιφοσθοΟν εΙς 'ΐήν εδχλειαν τί)ς Έχχλησίας, ταπιινοΟται, 
τΜ)ίΐοΧοί θΓνες ^νυ^ροι χαΐ θηριώδεις^ ώς χνοΟς, δν ίχρίπτει 
ό &ν€μιος &π6 ιφοσώ^ου τ1]ς γ^)ς^ £ιασχ£$άζονται^ ποιχ(λαι 
φοφαγγες^ πλήρεις Ιοβέλων £φεων^ 2χχαθα(ρονται χαΐ πλη- 
ροΟνται, χαΐ ούτως έζομιαλύνεται^ τ'ί^ τοΟ ΘεοΟ συντάξει^ ή 
γ?5, (να βαδίστρ έπ αυτί); ασφαλώς χαΐ ελευθέρως τΐ^ τοΟ 
ΘεοΟ δόξτ) 6 νέος Ισραήλ. "Αρχοντα δέ χαΐ ήγοόμενον τί)ς 
νέας ταύτης τοΟ Ισραήλ σταοιοδρομίας τίθίησιν δ Θε^ 
ριετ* ευφρόσυνης Σέ^ παναγιώτατε δέσποτα^ χαταγλαίζων 
τφ φωτΐ τής δόξης αύτοΟ. ΠραγματοΟται, τέλος πάντων, ή 
γενιχή χαΐ παρήγορος σύμπαντος τοΟ ορθοδόξου πληρώμιατος 
προσδοχία, διότι χαΐ Σέ βλέπομεν ήδη ιδίοις 6φθαλ(χοΐς εΰλο- 
γοΟντα ή(/.δς χαΐ ΣΙ άχούθ(χεν αύτοΐς ώσΐν έπιφωνοΟντα χαΐ 
έπιβρα^ύοντα ήμίν ε{ρήνην, τ6ν άνεχτίμητον τοΟτον παν- 
τός άγαθοΟ θησαυρών χαΐ τήν μόνην πάσης ζωής χορηγόν, 
τήν ο&ράνιον χαΐ χριστιανιχήν έχείνην είρήνην, ήν οΐ πάν- 
τες άπ6 πολλοΟ ήθη διαχαώς ηύχόμεθα χαί έτιεθυμοΟμεν 
χαΐ έν ταΓς χαρδίαις χαΐ έν ταΐς σχέψεσι χαΐ έν τοί!; λόγο(ς 
χαί έν τοΓς Ιργοις ημών. Καΐ διχαίως* διότι πεπε(σμεθα όδι- 
στάχτως δτι, έάν ή ζωηρά αΰτη τής χαρδίας ημών επιθυ- 
μία έχπληρωθγ), τότε δ Θε&ς έχπληρώσει βεβαίως χαΐ πά- 
σας τάς έπ* άγαθφ τής Έχχλησίας καΐ τοΟ Γένους ίπιλοί- 
πους ημών εύχάς• διότι, ίταν μετά τής αγαθής θελήσεως 
τοΟ εύλογοΟντος συνενοΟται χαί ή πρόθυμος χαί αγαθή θέ- 
λησις των άποδεχςμΐνων τήν εύλογίαν, τότε αναμφισβη- 
τήτως χαΐ πδσαι αί λοιπαΐ αυτών χαταθύμιοι άγαθαΐ έπι- 
θι^αι πληρέστατα χαΐ ταχύτατα πραγματοποιοΟνται. Διά 
τοΟτο 4 ταπίίνός έγώ τοΟ θείου λόγου χήρυξ, άντΙ πάσης 
Λλλης συνήθους έν τοιαύταις περιστάσεσι προσφωνήσε(ι>ς^ 
Αποτολμώ τήν ιερά ν ταύτην στιγμήν τοΟτο μόνον να έρ(ι>- 
'πϊσω' οιατί λοιπόν^ δψιστε Θεέ, έβράδυνας μέχρι τούτο\# 
νά έπιδαψιλευστρς ε£ς τήν όρθόδοξον Έχχλησίαν, εΙς τήν 
άγνήν χαΐ άμωμδν τοΟΧριστοΟ νύμφην, τήν περιπόθη- 



:±= 78 == 

'Τον χαΐ σωτήρεον ταύτην είρήνην; Αναλογιζόμενος δμως,: 
παναγιώτατε δέσποτα, τα εύεργετεκώτατα τί); βραδότη- 
τος ταύτης αποτελέσματα, δέν δύναμαι ή νά θαυμάσω 
χαΐ ένταΟθα την άνεξιχνίαστον τοΟ ΘεοΟ πρ(ίνοιαν, ήτις, 
προκαταβάλλουσα πάντοτε πόρρωθεν τάς αρχάς καΐ τάς 
άφορμάς των πραγμάτων, ηύδόκησεν ούτω πανσ(ίφως τα 
πάντα καΐ έν τίι περιστάσει ταύτη, βπως τοΟτο μέν έξα- 
σφαλίστ) καΐ εμπέδωση στζρρόχερο'^ τα δίκαια τί^ς" αγίας 
αύτοΟ Εκκλησία:, τοΟτο δέ έπαναγάγτρ Σε έν καφω ευ τε 
καΐ καλώς ίχοντα, ίνα Συ πρώτος^• είρηνεύων τοΟς πάντας, 
απόλαυσης των σωτηριωδών καρπών τοΟ μεγάλου εκείνου 
καΐ ίεροΟ αγώνος, τοΟ οποίου Συ αύτ^ς πρώτος μετά ζήλοο 
χαΐ ευσταθείας καΐ αύταπαρνήσεω; προκατήρξω πρί>ς τη- 
ρησιν καΐ έξασφάλισιν τών προαιωνίων θεσμών καΐ τών 
Ιερών άρχων τοΟ έκκλησιαστικοΟ ημών πολιτεύματος, οι 
δέ λοιποί έν Χριστώ αδελφοί Σου, οί γεραροί ούτοι τ^Ις οί- 
κουμενικ'ίΐς Εκκλησίας ίεράρχαι, μετά τών τοΟ ευσεβοΟς 
ημών γένους εκλεκτών, οιτινες περικυκλοΟσιν ήδη τίν 
πατριαρχικόν Σου ^ρό^^ον, ήγαγον, έφεξης συνευδοκούσης 
πατρικώς τ•?)ς σεβαστής αυτοκρατορικής κυβερνήσεως, είς 
αΓσιον πέρας κατά τάς πολλαχώς και επισήμως διατυπω- 
θείσας εΟχάς τής Εκκλησίας και τοΟ Γένους ημών σύμ^ 
παντός. 

«"Ισχυε λοιπόν καΐ άνδρίζου, παναγιώτατε δέσποτα, μή 
δειλιάσης, μηδέ φοβηθγ)ς, δτι μετά σου Κύριος δ Θείίς σου 
είς πάντα, οδ έάν πορεύη» (Ίηίτ. α', 10). ΚαΙΣύ μέν πολ- 
λάκις βεβαίως άνεφώνησα^ πρ6ς τ^ν Κύριον έκ τών μυχαι- 
τάτων τής καρδίας Σου την άρχαίαν έκείνην φωνήν «δέο- 
μαι. Κύριε, προχείρισαι δυνάμενον άλλον, δν άποστελείς» 
(Έξ^δ. δ', 1 3), ήδη βμως, οπότε πλέον, κατά τάς άνεζιχνι• 
άστους τοΟ Θεού βουλάς, κοινή κλήρου τε καΐ λαοΟ ψήφω; 
ϊπεσεν έπΙ Σέ ό άγιος ούτος κλήρος, δέν δύνασαι καΐ Σύ, ή; 
ώς ό Πέτρος, τούτο καΐ μόνον νά εΓπης «έγω δέτίς ήμην δυ^ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



νατ>>ς χωλΟσαΙ τϊίνΘε^ίν;» (Πράξ. ιά, 17). Δια τοΟτο έλπιζε 
έπΙ τον Θεόν, αυτ6ς ίέ, εις ου τ6 πανάγιον θέλημα εύλαβώς 
ύπήκουσας, «έντελεΓται ττί δυνάμει αύτοΟ καΐ δυναμώσει 
έν σοί, δ κατηρτίσω» (Ψαλμ. 67, 29)- «άρκεΓσοι ή χάρις 
αύτοΟ- ή γαρ δύναμίς μου, λέγει ό ίδιί^ς, έν ασθενείς τε- 
λειοΟται» (Κορ. Β', ιβ'. 9). Ναί, παναγιώτατε δέσποτα ! 
Μέγα καΐ δντως δυσβάστακτον τ6 ίερδν 'υ^ς πατριαρχείας 
γορτίον, δπερ ί^ογγύστως αίρεις σήμερον, εις τηΛ; φωνήν 
ι•?]ς Εκκλησίας καΐ τοΟ £6νους Σου υπακούων. Πολλά καΐ 
σπουδαιότατα* καΐ λίαν επείγοντα καθήκοντα αναλαμβάνεις 
άπ^ τής στιγμ-ί]; ταύτης, άπερ βεβαίως ουδόλως λανθάνουσι 
την όμολογουμένην όξεΓάν Σου διάνοιαν καΐ την έγνωσμένην 
δρθόφρονακαΐ δικαίαν Σου κρίιιν. Δέν αγνοείς βεβαίως, βτι 
ή ίερά κιβωτός, έν ή είσι τεθησαυρισμένα χαΐ ή πίττιςτών 
πατέρων ημών, ήτις αγνή καΐ άμωμος έξελθοΟσα έκ τής 
αποστολικής καμίνου, αγνή επίσης καΐ άμωμος διώδευσε 
δι' όλων των μακρών αιώνων, και ή ίν^ο^οζ πατρώα ημών 
συνείδησις, ήτις ουδέποτε όκλάζει, ουδέ κλίνει γόνυ, ουδέ 
ταπεινοΟται έν(ί)πιον τοΟ χρυσού μόσχου καΐτών ΜολδχκαΙ 
των Βάαλ, καΐ τα δίκαια τής Εκκλησίας καΐ του Γένους 
ημών, τα όποΓα έπεβοήθησαν εύλαβώς δλοι οί αιώνες, καΐ 
αί ίεραΐ άρχαι και οί προαιώνιοι θεσμοί, έφ' ών ετέθη φυλαζ 
άγρυπνος ή ίρ^όίο^ος ανατολική τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησία, 
δέν άγνοεΓς, λέγω, παναγιώτατε δέσποτα, δ'τι ή Ιερά μέν 
αυτή κιβωτός περικυκλοΟται ήδη ύπδ ύφαλων καΐ σκοπέλων, 
χαθ' ών, άπδ πολλοΟ, ώς άνερμά^ιστον τζΤ^οΧον ώθοΟσιν αυτήν 
λαίλαπες άγριαι καΐ άνεμοι αντίξοοι, λυσσωδώς πάντοθεν 
καΐ έκ δυσμών καΐ έκ βορρά καΐ έκ νότου πνέοντες, πειρα- 
ταΐ δέ, πράγματι μιέν δόλιοι καΐ δυσειδεϊς καΐ τήν μορφήν 
καΐ τήν ψυχήν, κατ' έπίδειξιν δμως θρασεΤς καΐ φοβεροί 
καΐ άγριοι, ύπδ προσωπεΓον "Κέοντζχ;^ καιροφυλακτοΟσι μηχα- 
\ώ[^ινοι, διά παντδς θεμιτοΟ καΐ αθεμίτου τρόπου, νά διαρ- 
^άσωσι τους έν αύτη πολυτίμους θησαυρούς, τήν ίεράν ημών 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 80 = 

χληρονομιίαν, αουτέστι χαΐ τά σώματα χαΐ τάς ψϋχάς τών 
ιηστβν τί)ς ορθοδόξου άνατολιχΐ]; Έχχλησίας τέχνων. Δέν 
αγνοείς βεβαίως, παναγιώτατε δέσποτα, δτι, άφ' ής ίποχί)ς 
ιφ6 δωδεχαετ(ας περίπου ήνοιζε τ6 έν τ'^ ^Αποκαλύψει 
περιγραφόμενον φρέαρ τ?)ς αβύσσου, 6 έξελθών ίξ αύτοΟ χα- 
πνός, ώς χαπνός καμίνου μεγάλης, δίεσχόρπισεν ε1ςτήνγί)ν, 
εΙς τί λήΐον τί)ς ορθοδόξου •Ανατολικί)ς Εκκλησίας, άκρίοας, 
«εΙς &ς εδόθη εξουσία ώς ίχουσιν εξουσία ν οΐ σχορπίοι τ9)ς 
γί5ς» (Άποχαλ. θ', 3). 

Ναί, θεόλεχτε πατριάρχα ! Δεινές 6 χλύδών, δεινότατη 
ή θύελλα, λυσσώντα τα κύματα, άγρια τά πάθη, σύμμικτοί 
χαΐ πολυσύνθετοι οΐ κίνδυνοι, θρασεΤα καΐ κορυβαντιώσα ή 
φαυλότης, φοβερών τ6 ύποχαΐνον οικονομικών χάος, ποικίλα 
χαΐ σοβαρά τά έπιλυτέα ζητήματα, πολλά τά δεόμενα ρι• 
ζιχί)ς άνοργανώσεως, πολλαΐ α Ι έπουλωτέαι πληγαί . • . 
*Αλλά θάρσει και μή φοβηθίις ! άφύπνισον τ6ν έν τφ πλοίφ 
πρ6ς ήμετέραν δοκιμασίαν καθεύόοντα Κυριον, καΐ αυτός 
βοηθήσει Σοι καΐ δώσει Σοι τήν χάριν αΟτοΟ, καΐ διδάξει 
Σε τήν όδόν, έν •ί5 πορεύσει, ένεκεν τής δόξης τοΟ ονόματος 
αύτοΟ. Στήθι έπΙ τής πέτρας τής πίστεως έδραΓος καΐ απτό- 
ητος ενώπιον των άγριωπώς βρυχωμιένων πολεμίων τής 
ανατολικής ορθοδόξου Εκκλησίας, άνατείνων πάντοτε τους 
δφθαλμούς Σου εΙς τά δρη τής θείας ελπίδος, «δθεν ήκει ή 
βοήθεια παρά Κυρίου• καΐ ο6 νυστάξει, ουδέ υπνώσει 6 φυ^ 
λάσσων τ6ν Ισραήλ• Κύριος φυλάξει σε. Κύριος σκέπη σου 
έπΙ χεΓρα δεξιάν σου» (Ψαλμ. 120, 2). Πίστωσον δέ ούτω 
πάντας αυτούς, δτι ή ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία όμοι-• 
άζει πρ6ς θάλασσαν, ής ή μέν επιφάνεια, ευκίνητος υπ6 τάς 
πνοάς τών άνεμων, υπακούει εΙς τάς έλαχίστας άτμοσφαι- 
ρικάς άλλαγάς, άλλα τ& βάθος αυτής διαμένει πάντοτε 
άκίνητον, άπρίσβλητον, ήρεμαΤον, συντηοοΟν άμείωτοντήν 
τε άρχικήν θερμότητα καΐ τήν φυσικήν ούναμίν του. Μα- 
θέτωσαν οδτοι^ δτι αΐ κατά διαφόρους περιόδους παρουσία* 



= 81 == 

ζόρχναι τοιαυτο« άνωιχαλίαι είσΐ στιγμαΐ σκληράς δοκιμα- 
σίας δ&ά τήν άκηδίχν ή[χών, δια την ίδιοτέλειαν ημών, 
§ιά την άνθρωπαρέσκειαν ημών, διάτήνλήθην τών πατέ- 
ρων, δίά την λήθην τοϋ ΘεοΟ ημών άλλ' οί καπνοί δια- 
σ)ς€δάζονται, τ6 σκότος διαλύεται, οί οφθαλμοί διανοίγονται, 
ή σιινείδησι; αφυπνίζεται καΐ ή Εκκλησία εξέρχεται άτώ 
Ίΐάσης τοιαύτης δοκιμασίας εκάστοτε λαμπρότερα. ΚαΙ 
λοιπόν, παναγιώτατε δέσποτα, κραταιότερος πάσης ανάγ- 
κης καΐ καθυπέρτερος παντ^ κινδύνου, σώζε αδιαλείπτως 
καΐ τ6ν ζ^ίλον άπαραμείωτον καΐ την πίστιν έν τφ δικαίω 
καΐ άγαθώ άκράδαντον, ούτε πρ^ς άπειλάς, ούτε πρ^ς ύπο- 
σχ^έσεις οιασδήποτε αποκλίνων, καΐ μηδέποτε λησμονών 
το αποστολικών τοΟτο παράγγελμα, έν φ συγκεφαλαιοΟται 
καΐ ή δόξα καΐ τ6 κλέος καΐ τ6 πολίτευμα τί^ς άνατολικ?5ς 
Εκκλησίας• «Στήκετε καΐ κρατείτε τάς παραδόσεις, άς 
έδιδάχθητε . . . εί τις υμάς ευαγγελίζεται, παρ* δ παρελά- 
βετε, καν άγγελος "^, ανάθεμα έστω» (Θεσ. Β', 2.15. Γαλ• 
1. 9)• Πρ^ς τάς συνήθείς δέ πολλάς καΐ ποικίλας θωπείας 
καΐ κολακείας μηδόλως προσεχών, έ•νθυμοΟ πάντοτε τ^ 
κατά τών διψώντων και Οηρευόντων τί>ν παρ' ανθρώπων 
έπαινον καιδοξαν παρ* αλλήλων λαμβανόντων φοβερ6ν τοΟ 
Κυρίου οΟαΙ (Ίω. έ* 41), και αναφωνεί εκάστοτε και Συ με- 
τά τοΟ προφητάνακτος• «μη ήμΓν, Κύριε, μη ήμΓν, άλλ' ή 
τή> όνόματί σου δϊς δόξαν» (Ψαλμ. 1 Ιο. 9)• διότι πρ6ςτ6ν 
Θεόν μόνον, παρ' ου πάσα δόσις άγαΟή καΐ πάν δώρημα 
τέλειον εις του; ανθρώπους καταπέμπεται, πρέπει πάντοτε, 
νά άναβαίνη πάσης αρετής έπαινος καΐ πάσης ευγνωμοσύ- 
νης γήίνος αμοιβή. Μη άποδειλιάσγ)ς, λαοπόΟητε πατριάρχα, 
'πρός την ύπερβολήν του αγώνος• έχεις ύποστηρίζουσάν Σε 
έν πάσι τοϊς άγαΟοΓς καΐ δικαίοις καΐ νομίμοις έργοις Σου την 
σεβαστήν αύτοκρατορικήν κυβέρνησαν έχεις συνεργών την έμ- 
φυτόν Σοι σύνεσιν και αγαθότητα, ήν διέπλασε καΐ έμόρφωσε 
και άνέπτυξεν ή κοο'ή ημών πνευματική τροφός, ή Ιερά 

ΤΟΜΟΣ Α'. Γ-^Ατ^ 



= 82 = 

τ?)ς Χάλκης θεολογική σχολή, ήτις, ύπερηφανευομένη ίν 
Κυρίω, ^ικα^ως ήίη καυχάται έντίδ όνήχατί Σου• έχεις τήν 
πολότΐ(χον έκείνην μακροχρόνιον πεΓραν καΐ τήν ιτοικίλην 
άλλην διοικητικήν Ικανότητα, ήν προσεκτήσω 5ιίασκό;Λενος 
ύπό γέροντα καΐ προγυμναστήν καΐ άλείπτην άξιον, τ^ν 
άείμνηστον έκεΓνον Οεϊίν Σου πατριάρχην ίχεις συμπράτ- 
τουαταν έν παντ^ προθύμως καΐ φιλαδέλφως τήν περί Σϊ 
γεραράν καΐ δεδοξασμένην ή^η ταύτην τών αγίων αρχιε- 
ρέων καΐ τών εκλεκτών τοΟ έθνους χορείαν έχεις, τέλος 
ΐτάντων, μετά ΣοΟ τ^ν σεβασμών, τήν ειλικρινή άφοαίωσιν 
χαΐ τήν άνυπίκριτον άγάπην και κλήρου καΐ λαοΟ, πάντων 
ημών, συνηνωμένων δια τοΟ συνδέσμου τής αγάπης ενώπιον 
ΣοΟ' διότι Συ, ως πνευματική τις αδρά καΐ γλυκύτατος 
Χ,ί(^υρο^, δια μόνης τής εμφανίσεως Σου έκόπασας τους 
αντίξοους ανέμους τών φρονημάτων καΐ τών πεποιθήσεων, 
καταπραίίνας αμέσως τήν άπδ πολλοΟ ήδη κυμαινομένην 
τοΟ δρθοδόξου πληρώματος θάλασσαν, κατηύνασας αύθωρεί 
τα άγρια καΐ παφλάζοντα τής διαιρέσεως κύματα, άπε- 
δίωξας άνεπιστρεπτεί τήν κινδυνώδη καταιγίδα καΐ κατε• 
στόρεσας εντελώς τ^ φοβερον κλυδώνιον καί τών καρδιών 
καΐ τής γλώσσης απάντων, οΐζείων τε καΐ άλλοτρίων• 
Μαρτυρεί δέ τήν άλήθειαν τών λόγων μου τρανότατα τ6 
προχυθέν μέγα τοΟτο, δσον λαμπρόν, τοσοΟτον καΐ ευγενές 
πλήθος πάσης αξίας καΐ ηλικίας καΐ γένους, καΐ αΐ ε•ς ου- 
ρανών διίκνούμεναι χαριστήριοι αδται πρ^ς Θε6ν ύμνωδίαι 
καΐ ή άλλη τής παρούσης πανηγύρεως πολυτέλεια καΐ 
φαιδρότης, μεΟ' ης ύποδέχεταί Σε, παναγιώτατε δέσποτα, 
τήν στιγμήν ταύτην ή πόλις Σου, έρχόμενον έν θριάμβω καΐ 
τετιμημένον διά τών λαμπρότερων τής αυτοκρατορικής 
ΐεύνοίας δειγμάτων. 

Έν τούτοις λοιπδν πεποιθώς, θεόλεκτε καΐ λαοπόθητβ 
πατριάρχα, ανάλαβε μετά πίστεως καΐ αγάπης καΐ ελπί- 
δος τήν Οεόσδοτον τής εκκλησιαστικής ποιμαντορίας ράβδ^ν^ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



==τ 83 =. 

'τήν ρ ά 6 5 ο ν ταύτην τί]ς δονάμιεως, ήν ίξαποστέλλει 
Σοι Κύριος έκ Σιών. Έστω Σοι ή ράβδος αυτή ράβδος 
ίσχόος, ράβδος αληθείας, ράβδος εύθύτη- 
τος, ράβδος παρα(Λυθίας, ράβδοςθυαοΟ χα^ 
όργί)ς, ράβδος ελέους καΐ δι κ α ι οσ ύ νης, ^ζ'^ 
ήσθενηχ^ ένισχύουσα, τ6 κακώς ϊχον σωμιατοποιοΟσα, τ6 
ΐΐλανώμενον άποστρέφουσα, τδ άιτολωλδς άπελαύνουσα άπ6 
παντός τόπου οΰ διεσπάρησαν έκεΓ έν ήι^έρςι νεφέλης καΐ 
γνόφου» (Ιεζ. 34, 12), καΐ διακρίνουσα άναμιέσον προβάτου 
ίσχυροΰ καΐ άναυιέσον προβάτου άσθενοΟς καΐ άναμέσον κρι- 
ών καΐ τράγων, ίνα (χή κερατίζωνται. ΈπΙ ταύτης δέ τί)ς 
ράβδου στηριζόμενος καΐ Συ, θειότατε ποιμενάρχα, ϊσο, ώς 
άλλος Δαβίδ, «έν λέουσι παίζων ώς έν έρίφοις, καΐ έν &ρ- 
κτοις ώςένάρνασι προβάτων» (Σειρ. 47, 3), ίνα, «καθώς 
έμεγαλύνθη ή ψυχή Σου σήμερον έν όφθαλμοΤς ημών, ού- 
τω μεγαλυνθείη καΐ ή ψυχή ημών ενώπιον Κυρίου, καΐ 
σκεπάσαι ήμδς καΐ έξελεΓται ήμδς έκ πάσης θλίψεως» 
(Βασιλ. Α', 26, 24). Αμήν. Γένοιτο. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



3 

ΛΟΓΟΙ 



κ:ι•2:τΛ«»ιον* ΚΑΕΟΒον^ον. 



Α' ΛΟΓΟΣ 
ΚΙΦΔΧΗβΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΗΚΗΜΟΣΥΜϋ 

20ΦΙΑ2 ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ , 

ΕΝ ΤΩ ΕΝ ΝΕΟΧΩΡΙΩ ΙΕΡΩ ΝΑΟ ΤΟΓ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΓ, 
κατά Ίούλιον του 1803. 



Πανιερώτατε δέσποτα! 

ευσεβέστατοι καΐ θεοτί(Αητοι μιεγιστανες καΐ ίί^γοΊτι^ ! 

εύλογη(Λένοι έν Χριστώ αδελφοί καΐ πατέρες ! 

Τί]ς (Λαχαρίας καΐ άοιδίμου Σοφίας Άριστάρχου έπι- 
τελοΟντες σήμερον τί) (χνημόσυνον, συγγενείς καΐ γνωστοί, 
φίλοι χαΐ συ(χπολϊται, διπλοΟν έκπληροΟμεν καθί]κον, Ιερόν 
ό(ΛθΟ καΐ κοινωνικών. 

Έν τφ ναφ τοΟ Κυρίου συνεκκλησιασάμενοι προς αΓνεσιν 
καΐ λατρείαν τοΟ ΘεοΟ ημών, εύχίίμεθα ίδία τε Εκαστος 
καΐ κοινί) σύμπασα των συνελθόντων πιστών ή όμήγυρις 
δια τών Ιερών αύττ^ς λειτουργών υπέρ αναπαύσεως τ^ς ψυ- 
χί)ς τί]ς έν Χριστώ προκεκοιμημένης αδελφές, την αΐώνιον 
α&τί)ς σωτηρίαν άπεκδεχόμενοι ιάπ6 τ?]ς ζωοποιοΟ καΐ φρι- 
κτί]ς θυσίας τοΟ θείου ΆμνοΟ, τοΟ υπέρ ημών σφαγιασθέν- 
τοςκαΐ τφ αίματι αύτοΟ τάς αμαρτίας ημών άποπλύναντος. 



^ 85 ^ 

*Η σεβασμία καΐ κατανυκτική αυτή τοΟ μνημόσυνου τε- 
Χετή 5έν είναι νεωτερική και τ•?]ς άνθρωπίνης έπινοίας γέν- 
νημα, άλλ' αποστολική καΐ Οεοπαροέδοτος, άτώ τ^ς έν νΐμφ 
Εκκλησίας των Ισραηλιτών τήν αρχήν λαβοΟσα, ώς ή 
•των Μακκαβαίων Ιστορία διδάσκει• «ευχεσθε υπέρ αλλή- 
λων πολύ ισχύει δίησις δικαίου ενεργούμενη», λέγει ό 
άδελφόθεος Ιάκωβος. Οι δέ συναπίστολοι ΠαΟλος καΐ Ιω- 
άννη; εντέλλονται τήν υπέρ πάντων των πιστών έν παντί 
χαιρφ προσευχήν καΐ δέησιν έν τφ όνίματι τοΟ Κυρίου, τ6ν 
όποΓον ό επικαλούμενος σώζεται, κατά τ6 «πδς, δς άν έπι- 
καλέσηται τ6 ίνομα Κυρίου, σωθήσεται»• καΐ «έάντι αί- 
τήσητε έν τψ όνίματί μου, έγώ ποιήσω ύμίν». Των δέ 
πατέρων καΐ διδασκάλων τής Εκκλησίας ό πάνσεμνος χο- 
ρίς, έζαιρέτως Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης, ό μέγας Αθανά- 
σιος, Εύσέβιος 6 Παμφίλου, Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Γρη- 
γίριος ό Νύσσης, Ιωάννης ό Δαμασκηνός, οί τής Ζ' οικου- 
μενικής συνόδου σεβάσμιοι πατέρες, καΐ πάντων μάλιστα 
οί τάς Ιεράς λειτουργίας συντάξαντες, Βασίλειος ό μέγας, 
•Ιωάννης ό Χρυσορρήμων καΐ Γρηγόριος ό Διάλογος μαρ- 
τυροΟσιν, δτι άπδ τών αγίων καΐ Οεοκηρύκων Αποστόλων 
παρελάβομεν εύχάς καΐ δεήσεις άναπέμπειν τφ Θεφ καΐ 
τήν άναίμακτον θυσίαν ίερουργεϊν ούχΙ μόνον υπέρ τών έπΙ 
γής Χριστιανών, άλλα καΐ μάλιστα υπέρ τών κεκοιμημέ- 
νων, οΓτινες, μή ύπαρχούτης μετανοίας πέραν του τάφου, 
χρήζουσι πλέον ημών τών τής' Εκκλησίας προσευχών καΐ 
τών τής συγγενείας καΐ φιλίας αγαθοεργιών καΐ έλεημοσυ- 
νών, αίτινες ρύονται ψ'^χήν έκ θανάτου καΐ καλύπτουσι 
πλήθος αμαρτιών. 

Το δεύτερον τής σημεριντ]; ημών συνεκκλησιάσεως χρέος 
εστίν, είπα, κοινωνικόν, άλλα κοινωνίας ευαγγελικής καΐ 
αγίας• τουτέστιν έπειγόμεθα δείξαι, δτι άγαπώμεν αλλή- 
λους ο&χΐ μόνον ζώντες τους ζώντας, άλλα καΐ μετά θάνα- 
τον. Κατά τήν άψευδή μαρτυρίαν καΐ δια τής χάριτος τοδ 



« 86 »ι 

^ΙοΟ ^60 ΘεοΟ ά τψ σώματι αποθνήσκοντες 5έν έκχωρ^Ο-, 
σιν εΙς τ^ μηδέν, εις έξ^ντωσιν, άλλα μεταβαίνουσιν ίκ το9 
θανάτου εΙς την ζωή ν. Κατά δέ τ6ν θείον Άπίστολον, «έάν 
τε ζώμεν, ίάντε άποθνήσκωμεν, τοΟ Κυρίου ίσμέν». "Αλ- 
λως εΙπεΙν, καθώς υπάρχει Εκκλησία πιστών έπΙ τ^)ς γής. 
Ούτως υπάρχει καΐ έν τοί; ούρανοΐς. Ή μέν Α' στρατεύεται 
καΐ άθλεΓ• ή δέ Β', νικηφόρος καΐ τροπαιοΟχος, αναπαύεται 
ήδη ασφαλής έν χεφΐ ΘεοΟ, καΐ ού μή άψηται αυτής βά- 
σανος• περιμένει δέ ήμδς> ίνα μεθ* ημών άπολάβτ) τ^ τέ- 
λειον τών έπηγγελμένων αγαθών, δν τρίπον καΐ οΐ έργα- 
ται λαμβάνουσι τ6ν μισθ6ν αυτών, δταν ή ήμερα κλεισθ^• 
χλείει δέ τοΟ βίου τήν ήμέραν τοΟ Κυρίου ή παρουσία. Οί 
1ν τ^ οΟρανίφ Έκκλησίφ συναυλιζίμενοι, γινώσκοντες μέν 
τά έκεΤ, πεΓραν δέ έχοντες τών έπΙ γής μυρίων ημών αναγ- 
κών καΐ θλίψεων, καΐ τήν ίτρ^ς τ6 όμόφυλον χριστιανικών 
άγάπην καΐ φιλαδελφίαν άκμαίαν πάντοτε διασώζοντες, 
πρεσβεύουσιν αδιαλείπτως καΐ εύχονται ύπο φίλτρου, ίνα 
καΐ ημείς κληρονόμοι γενώμεθα τής επουρανίου βασιλείας, 
θεαρέστως, ώς εκείνοι, πολιτευόμενοι. Επειδή δέ ούδεΙς τιμ^ 
καΐ μιμείται άνθρωπον, τ6ν οποίον αγνοεί, δια τοΟτο ή έπί- 
γειος Εκκλησία, τάς τε μνήμας τών Ιερών μαρτύρων καΐ 
τών λοιπών αγίων τελοΟσα, καΐ μνημόσυνα ποιούμε- 
νη πάσης ψυχής χριστιανών απελθούσης, διηγείται τους 
βίους αυτών έν τοίς μαρτυρολογίοις καΐ ταϊ< έπιταφίοις όμι- 
λίαις, Γνα ημείς, οί έν πελάγει έτι κλυδωνιζόμενοι, γνόντες 
τά κατ* α6τού^, άγαπήσωμεν καΐ μιμηθώμεν αΟτούς, καΐ 
ρύτως ένωθή γή καΐ ουρανής έν μι^ κοινωνί^ καΐ άδελφό- 
τητι. ΤοιοΟτος, αδελφοί, ό διπλοΟς τών Ιερών μνημοσυνών 
σκοπός. 

ΚαΙ αΐ μέν υπέρ αλλήλων εύχαϊ καΐ εύποιίαι καΐ ανα- 
μνήσεις έτελέσθησαν καΐ τελοΟνται, ώς βλέπετε καΐ άκοώ- 
ετε. ΛυποΟμαι δέ, δτι δέν δύναμαι νά προσθέσω καΐ τ6 έτε- 
|;ον μέρος τοΟ ίεροΟ μνημόσυνου πλήρες, νά Ιστορήσω δηλο- 



» δ7 » 

ν^ι α^ν βίον χαΐ τάς σπανίας άρετάς τί)ς μαχαρ(ας χαΐ θεδ- 
^λοΟς γυναιχίς, ήτις έν γενε^ αύτΐ); έίοξάσθη, καΐ ιΨ^ 
ΐποίας έπιτελοΟμεν την φςλάδελφον (χνήμιην (χημιερον. Έν- 
θεν μέν τ6 ίργον έστΙ μιαχρ^ν χαΐ δυσχερές, άπαίτο':)ν (χελέτην 
χαΐ προετο«{Αασίαν• έτέρωθεν δέ οΐ πλειότεροι των ευσεβών 
,&χροατών γινώσχουσι πλείονα χαΐ άχριβέστερα περ1τ?)ς 
άεΐ{Ανήστου καΐ (λεγαχλεοΟς Σοφίας. Όθεν παραιτούμιενος 
λόγου άχριβοΟς χαΐ συστηματιχοΟ έντή αύτοσχεδίφ ταύττ) 
καΐ αύθορμήτφ προσλαλι^, -ήτις είναι λιτ^ν άπήχημα (4ς τό 
€ΐπω) ιδιαιτέρου πρ6ς τήν άοίδΐ|χον σεβασμοΟ, θέλω περιορισθί) 
ιΐς ολίγας λέξεις, συγκεφαλαιούσας τάς οποίας έχ τοΟ <τυνεγ- 
γυς έθαύμασα έπΙ εξαετία ν σχεδόν δληντρείς κεφαλαιώδεις 
άρετάς αύτ^ς, τήν σύνεσιν, τήν εΟσέβειαν χαΐ τήν πραχτι- 
κήν τής πρές τ^ν πλησίον αγάπης έφαρ(ΐ.ογην, τήν χριστο- 
μίμητον χαΐ μιεγαλουργ^ν φιλανθρωπίαν. 

Πάς χριστιανός γινώσχει, δτι χωρίς (χέν εύσεβείας χαΐ 
ΐίίστεως ουδεμία πνευματική ζωή όυναται να ύπάρξγ), ου- 
δεμία αρετή τελεία καΐ κατά Χριστών • νά κατορθωθή καΐ 
τελεσφόρηση• καθ 5σον μίνος ό Θεός δωρεΤται εΙς τίν πι- 
στεΰοντα πάν δώρημα τέλειον. Δίχα δέ συνέσεως, ήτις έστΙ 
τί]ς ψυχής ό λύχνος, οΟτε αρετή οΰτε πίστις υπάρχει• δι^ 
τι εις άσύνετον καρδία ν Θεός δέν εΙσγω^εΧ- έάν δέ καΐ είσ- 
έλθτρ, ταχέως έξελευσεται. "Ανευ δέ τής αγάπης, τής έν 
ϊργω καΐ άληθείςι, περί ής ό επιστήθιος λαλεΓ μαθτ)- 
,τής, τί ώφελεΓ ή πίστις καΐ σύνεσις ; ή αγάπη ίστίν ό έν 
τφ άνΟρώπφ θεΓος χαρακτήρ, ό διακρίνων αυτόν άπό των 
δαιμονίων άμα καΐ των άλογων ζώων έστΙ των αρετών 
τό χεφάλαιον διότι, μία ούσα, γίνεται τοΟ νόμου δλου τ^ 
πλήρωμα, κατά τό Γραφικόν «πλήρωμα νόμου ή αγάπη». 
Ή μέν ευσέβεια, περικλείουσα τήν πίσ'ΐν καΐ τήν ελπίδα, 
έστΙν 6 θεμέλιος καΐ ή στέγη του χριστιανικοΟ οικοδομή- 
ματος• ή δέ αγάπη απαρτίζει δλον τό οΙκοδόμημα• καΐ ή 
υώνδσζς, ώς νοΟς αρχιτεκτονικός, αμφότερα συναρμολογοΟσο^ 



= 88 = 

ίίδωσι τδ σχέδιον, τ^ κάλλος, την εδρυΟμιίαν, το έ5ρα7ον• 
χαΐ €ύπαγές εις άπασαν τήν κατά Χριστ6ν ούρανοπαγή καΐ 
ούρανο§ρό(Λθν οίκο§θ[χήν. 

Τίς δέ των υπέρ τριάκοντα έτη γεγονότων Βυζαντίων 
άγνοεϊ τ6ν τριαδικών τοΟτον άρίζηλον στέφανον, δΓ οδ ή 
τελεσιουργϊς τοΟ ΘεοΟ σοφία, ή καλοΟσα τ6 (χή δν εις τ6 
είναι, ίνα τα δντα κατάργηση, έν ταΓς άνεξιχνιάστοις αύ- 
τ•?]ς βουλαις, τήν όμώνυμον καΐ σε(χνήν καΐ καλλιγένεθλον 
της ορθοδόξου 'Ανατολ?]ς θυγατέρα έστέφάνωσεν ; 

"Εσχε καΐ τ6 ήμέτερον (δσον ένδοξον, τοσοΟτον καΐ δύσ- 
[Λορον) γένος, καθώς πάλαι τδ Ίουδαϊκόν, έσχεν ήμέρα^ οδύ- 
νης καΐ φυλλοβολίας καΐ πτώσεως• έσχε τους 'Αρταξέρξας 
καΐ τους Αμάν, άλλα δη καΐ τους Μαρδοχαίους καΐ τάς 
Έσθήρ αυτοΟ. Έάν ή έν τοις υδασι παντοδαπών πειρατή- 
ρίων στομωθεΓοα άτρομος σύνεσις τ^^ς θεοδοξάστου καΐ άρ- 
ρενωποΟ Σοφίας, δια καιροΟ πονηρία ν καΐ χαλεπίτητα, δέν 
είχε τήν δυναμιν τη φύσει καΐ προαιρέσει άνάλογον, ώστε 
νά σώση, τδ έπ' αυτήν, άπαν τδ ίθνος, δπως ή Έσθήρ τδ 
των Ιουδαίων, ύπήρξεν δμως Έσθήρ εις τζοΧΚούς τινας καΐ 
σωστική χιβωτδς τοΟ Άρισταρχείου οΓκου, τά πάντα γενο- 
μένη τοΓς πδσι πλην τοΟ άποβαλεΓν γυναικδς αρετή ν καΐ φύ- 
σιν γενομένη οίά τις δρνις προμηθής καΐ φιλόστοργος, ή 
καλύπτουσα τά έαυτ^ΐς νεδττια υπδ τάς πτέρυγας• γενομέ- 
νη οίά τις μεγαλοφυής καΐ υψηλή καΐ πλατεία δρΟς ή πλά- 
τανος, έπΙ τής οποίας έπανετταύσαντο καΐ έκραταιώθησαν 
τη θείςι δυνάμει οί τέως άβροΙ καΐ απαλοί βλαστοί τί^ς άγλαο- 
κάρπου των Άρισταρχών φυτείας, ώς καλλιστάφυλος άμπε- 
λος• γενομένη έπι μακρδν καΐ πολύδακρυν άωρου χηρείας 
χαΐ δρφανεύσεως χρίνον άντΙ μητρός άμα καΐ πατρδς ή 
αύτη, άντΙ προστάτου καΐ κηδεμόνος και φίλου, άντΙ ποδών 
χαΐ χειρών καΐ γλώσσης καΐ διανοίας. Περί αυτής δντως 
φαίνετ* έπαληθεΟσαν εκείνο τοΟ σοφοΟ «σοφαΐ γυναίκες φ- 
κοδόμησαν οίκους». Σοφήν δέ λέγων τήν εμβριθή καΐ έχέ- 



= 89 === 

φρο^να Σοφίαν, δέν εννοώ την έίΐίκτητον )ςαΙ κενήν πολλάκΐί 
νοΟ φικιικοΟ παιδείαν ταύτης στερηθεΓσα δια την τών ή(χε- 
ρών πονηρίαν, άπέδειξεν έναργώς ή τ?]ς τοϋ ΘεοΟ σοφίας 
επώνυμος, δτι, δπου θεΓος φωτισμός, έκεΤ φύσις καΐ πράξις 
νίκα γυμνήν καΐ ψιλήν την μάθησιν. 

Τάς δέ άλλας αύτγ^ς αγαθοεργίας, τάς έκ πλουσιοδώρου 
καΙ ^ιο^ωρτιχου πλουτισμοΟ καΐ μεγαλύνσεως δαψιλώς προ- 
χεομένας καΐ τά καθημερινά τ^ς μακαρίτιδος ελέη, κρυπτά 
καΐ φανερά, τίς διηγήσεται ; μάλλον δέ τίς τών ευσεβών 
ακροατών δέν γινώσκει τίρότερο"^ καΐ κάλλιον έμοΟ; Ευπρό- 
σιτος καΐ προστ^ΊΎΐς καΐ γλυκεία πρ6ς πάντας, ταπεινή μ^τ* 
άξιοπρεπείας καΐ χάριτος, άπερίττως δέ καΐ άνεπιτηδεύτως 
ευγενής καΐ φύσει αγαθή καΐ φιλάνθρωπος, ούδένα ο6δέποτ* 
άπέπεμ'>{;εν, δσον έγώ γινώσκω, πριν ή έκάστφ τών δεομέ- 
νων επιμέτρηση το σιτομετριον, άλλοτε άλλο κατά τήν 
έκαστου χρείαν, ενδύματα ή τροφάς, άργύριον ή λόγον πα- 
ρήγορον, σύστασιν τελεσφδρον καΐ πάσαν δυνατήν συνδρο- 
μήν και βοήθειαν. Ό γνωρίζων αυτήν έκ του έγγυτέρω 
ήθελεν ειπείν, δτι έγεννήΟη, ?να καθ* ήμε'ραν ευεργετί), ώς 
ό αυτοκράτωρ Τίτος. Τοιούτον αληθώς ή αληθινή αγάπη ! 

Τελευταίον, τί εΓπω περί τ^ς θεοσεβείας τ•?)ς μακαρίτι- 
δος; ΚαΙ πρεσβύτις και πλήρης'ήμερών ούσα καΐ έξησθενη- 
κ^ς φοροΟσα σαρκίον, πρώτη παρείχε τ6 παράδειγμα τών 
κατ* οίκον κοινών προσευχών, τών εσπερινών καΐ τών έω- 
θινών, τών συνήθων καΐ τών έκτακτων, επιμελώς συνάγου- 
σα εις τόν εύκτήριον οΐΑίσ'/.θΊ υΐο^ καΐ θυγατέρας, νύμφας 
καΐ έγγδνους, θεράποντας καΐ θεραπαινίδας. Άπεδείκνυτο ή 
μακαρία ώςπερ τής οικίας ναύκληρος ή κυβερνήτης, προσ- 
καλών και έξοτρύνων τ6 πλήρωμα έπΙ τά ηθικά καΐ τά 
χριστιανικά καθήΐίοντα, τά οποία έκτελών ί χριστιανές δια- 
πλέει τοΟ βίου τήν σκοπελο^δη καΐ άγρίαν θάλασσαν ακιν- 
δύνως καΐ σωτηριωδώς. 

Έντεϋθεν π5ς τις συμπεραίνει, δτι διά τοιούτων τρόπων 



= 90 =τ 

κ«1 πράζ^εων καθίστατο εΓς τε τούζ έντί^ς χαΐ εΐζ ιούς έκτίς 
τί)ς ομονοίας τ& κέντρον, τί)ς αγάπης ό σύνδεσαος, τ?5ς σε- 
(χνότητος ό ύπογρα{Αμιός, των προγονικών άνα(χνήσεων χλϊ 
παραδόσεων ή ζώσα ήχώ καΐ είχών, καΐ τί)ς άρετί)ς τ6 δι- 
δασκαλεΓον, διδάσκουσα πολύ εύγλωττότερον καΐ πειστικώ- 
τερον αΟτή τήν νεότητα δια τοΟ Ιδίου παραδείγματος, ή 
οΐ τοσούτοι τ^ς εύμούσου τε καΐ φιλόμουσου οικίας διδά- 
σκαλοι δια τοΟ λόγου καΐ τών επιστημονικών μαθημάτων. 
Τοιαότην ουσαν την άοίδιμον και μακαρίαν Σοφίαν τήν 
Άριστάρχου, δτε πρ6 εξαμήνου ό ουράνιος άγωνοθέτης καΐ 
βραβεύς έκάλεσεν αΟτήν, ίνα άναπαόση άπ6 τοΟ καυσωνος 
καΐ τί)ς εργασίας τ•?)ς νυκτοβίου καΐ ακανθώδους ταύτης κοι- 
λάδος εις τα μακάρια καΐ δεδοξασμένα τών έν ούρανοΓς άπο^ 
γεγραμμένων πρωτοτόκων σκηνώματα, ίκλαυσαν αυτήν καΐ 
είσίτι κλαίουσι καΐ ποθοΟσι συγγενείς καΐ φίλοι, εύεργετη- 
θέντες και γνώριμοι, μδλλον δέ θαυμασταί• διότι πάντες οί 
γνωρίσαντες αυτήν καΐ έθαύμασαν καΐ έτίμησαν καΐ ήγά- 
πησαν καΐ πρ^ς Κύριον έκδημήσασαν ποθοΟσιν αυτήν «Α- 
ποθανών δίκαιος ίλιπε μετάμελον». Πλην άλλ* ό μέγας τοΟ 
παντός κυβερνήτης, όάσφαλίζων τάςρίζας τών 
δικαίων έν δχυρώμασι, κατά τ6ν σοφόν, καΐ ουδέ- 
ποτε σβεννύων τήν ελπίδα τελευτήσαντος δικαίου, άλλ' 
άνιστών διάδοχον ίτερον, νέον δίκαιον, τότ' έλύπησεν ους 
άγαπ^, δτε 6 τής έν Κυρίω τεθνηχυίας θάνατος απεδείχθη 
αότ^ς ό τοΟ δικαίου ΰπνος, μή βλάπτων τους τ6ν Θεδν φο- 
βούμενους συγγενείς εΙς "^ καίρια. Άπέσβη, θεοτίμητοι άρ- 
χοντες, άπέσβη ό τής υμετέρας θεοσώστου οικίας πολυτι- 
μότερος έπΙ γής καΐ πολύφωτος λύχνος• τότε δμως, οπότε 
πλήρης ήμερων ολβίων καΐ ειρηνικών ή πρ6ς Θε6ν μετα- 
στασα μήτηρ είδε παΐδας παίδων καΐ τούτων παϊδας, άγλα- 
ών άγλαούς καΐ εύέλπιδας, καΐ σύμπαντα τοΟ οΓκου τα μέ- 
λη άρίζηλα καΐ άνευφημούμενα• οπότε οΐ έλευθερίως παι- 
ίευθέντες καΐ παιδευόμενοι εγγονοί αμφοτέρων τών γενών^ 



:= 91 = 

κολλάς ήίη έκέκτηντο τάς ύψικό(χους χαΐ άμφιλαρεΓς ιιλα- 
αάνους, κομώσα; ΙσχύΙ καΐ δόξτρ καΐ παραδείγμασι συνέσεως 
καΐ φιλογενείας χαΐ των άλλων χριστιανικών αρετών, α?- 
τίνες έδόξασαν καΐ δοξάσουσιν, ίν Θώς έΟέλη, των 'Αρι- 
σταρχών τ6 εύλογ•/)(Αένον καΐ δημοφίλητον γένος καΐ δνομα. 
Τίςτών χριστιανών, ούτω βλέπων τ6ν θάνατον προσερχ^- 
νον, δέν ήΟελεν εκφωνήσει πρ^ς τ6ν Κύριον ζωγ]ς καΐ θανά- 
του θαρραλέως τ6 «ΝΟν απολύεις τ6ν δοΟλόνσου, δέσποτα, 
έν είρήνγ)].; 

Άλλα τοσαΟτα μιέν Ικανά έκ πολλών καΐ λαμπρών έγ- 
χα>μ(ων τί]ς μακαρίτιδος ολίγα καΐ τα κοινότερα- ΉμεΙ^ δ', 
ώ εύσεβεΤς χριστιανοί, μη λησμονώμεν τί)ν κοινωνικών καΐ 
χριστιανικών τών ιερών μνημοσυνών σκοπών, την άμοι- 
βαίαν δηλονότι άγάπην καΐ εύχήν και μίμησιν τών έξ 
"ί^ΙΛών προμεταστάντων ενάρετων αδελφών καΐ πατέρων 
καΐ μητέρων. Πατέρες καΐ μητέρες, διδάχθητε άπ6 τ1]ς άει- 
α,νήστου καΐ ενάρετου Σοφίας, πώς αϊ συνεταΐ και κατά 
Θε6ν σοφαΐ γυναίκες οίκοδομοΟσι φυσικώς καΐ ηθικώς τ6ν 
ίδιον οϊκον πώς άνατρέφουσι καΐ μεγαλόνουσι τά οίκεϊα τέ- 
κνα έν παιδεία καΐ νουθεσίοί Κυρίου, ώστε νά γίνωνται δα- 
κτυλόδεικτα καΐ άνευφημούμενα έν γενεαϊς γενεών• «δτι 
έν γενε^ αύτ^Ις έδοξάσθη, καΐ ή δόξα αύτΫ]ς ο6κ έζαλει* 
φθήσεται». 

Ό Θε6ς τοΟ ελέους καΐ τών οίκτιρμών, ταΓς εύχαϊζ καΐ 
δεήσεσι τοΟ σεπτοΟ ημών ίεράρχου καΐ παντός τοΟ ΙεροΟ 
πρεσβυτερίου καΐ συμπάσης τ^ς Εκκλησίας, τάς μέν ψυ- 
χάς τών έξ ημών μνημονευθέντων άναπαύσαι- έν σκηναΐς 
δικαίων, έν κόλποις Αβραάμ και Ισαάκ καΐ Ιακώβ, ων τά 
έργα έζήλωσαν, ήμδς δέ τους επιζώντας έλεήσαι καΐ σώ- 
σαι ώς άγαθδς καΐ φιλάνθρωπος, άνάγων έκ δυνάμεως είς 
δύναμιν καΐ έξ άρεττ]ς είς άρετήν, έως οΐ πάντες καταντή- 
σωμεν είς την Έκκλησίαν τών έν ουρανοΓς αγίων. Αμήν• 



^\^\\\ 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 92 = 

Β' ΛΟΓΟΣ 

ΕΚΦΔ^ίΠβΕΙΣ Εΐί ΤίΕς ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΔι Ι^ίΑΔι, 

ΤΗ θ' ίΟΤΙΑΚΠ ΛΟΓΚΑ, 1863, 
ΠΕΡΙ ΤΟ Γ 
ΠΟΘΕΝ Η ΕΝ ίΙΜΙΝ ΑΚΑΡΠΙΛ ΤΟΓ ΘΕΙΟΥ ΛΟΓΟΓ. 



ΚχΙ ιαΰτχ λ^'γων Εφώνει* «ό εχοίν ώτα 
άχούιιν ά^ουετω» (Λουχ. ιί', 35), 

Δια δύο σαφέστατων καΐ θεοσή)ων παραβολών, πανα- 
γιώτατε δέσποτα, ίεράρχαι σεβασμ».ώτατοι χαΐ λοιποί φιλ^ 
χριστοί άκροαταί, δια δύο παραβολών παρέστησεν είς ήμί^ 
ό θεάνθρωπος ΊησοΟς τους άποτροπαίους χαρακττ]ρας δύο 
μισοθέων ά(χα καΐ μισανθρώπων πλουσίων, τοΟ τε άσπλάγ- 
χνου και φιλήδονου, όστις «ένεδιδύσκετο πορφύραν καΐ βύσ- 
σον, εύφραινόμενος καθ' ήμιέραν λαμπρώς»• καΐ τοΟ πλε^- 
νεκτικοΟ καΐ τρυφηλοΟ, δστις καθά σήμερον ήκούσαμεν, περί 
ούδεν6ς άλλου έμερίμνα, ή πώς, καθελών αύτοΟ τάς άπο- 
θήκας, μείζονας οικοδόμηση, καΐ συνάξας έν αυταΓς πάντα 
τοΟ μεγαλοδώρου ΘεοΟ τα δώρα, ώς Γδια, εΓπη τη ψυχή 
αύτοΟ• «ψ»χή, δχεις πολλά αγαθά, κείμενα είς έτη πολλά• 
άναπαύου, φάγε, πίε καΐ εύφραίνου»(α). ΚαΙ τών δύο τ6 τέ- 
λος θλιβερών καΐ σχέτλιον. Ό μέν είς άφηρπάγη, έν ψ έκτιζε 
τους πύργους τ^ΐς πλεονεξίας αυτοΟ δΓ άλλους• «'^Αφρον, 
ταύτη τη νυκτΐ την ψυχή ν σου άπαιτοΟσιν άπ6 σοΟ»• ό δέ 
άλλος κατέπεσεν, ώς δαυλ6ς και6(χενος, είς τοΟ αδου την 
άσβεστον κάμινον. "Άς τρέμωσιν οι πλούσιοι, οΐ θησαυρί- 
ζοντες έαυτοΓς, καΐ μη είς Θείν, μη εΙς τάς άνάγκας τί)ς 
Εκκλησίας πλουτοΟντες ! 

Αι δύο αύται ζωηραΐ παραβολαί, αί καθ' ήμέραν έν τοΙς 

(«) Αουκ. ις, 19--3Ι. ιβ. 1ϋ~21. 



= 93 = 

δφΟαλμιοΤς ημών τόσον έναργέστερον σκηνογραφούμεναι, 
δσον υψηλότερα ή κοινωνία, πάτας πόσων λόγων ψυχοσωτη- 
ρίους υποθέσεις δέν προσφέρουσιν είςτοΟ Κυρίου τού^ άμβωνας. 
Άλλα τί τίτ δφελος του λαλεΓν περί πάσης άρετ^Ις καΐ κα- 
κίας είς ώτα μη άκουόντων ή μη συνιέντων; Άπ6 κόσμου 
καταβολ'?ίς καΐ άπ6 Μωσέως καΐ άπο ΧριστοΟ γεννήσεως 
έως ημών δέν διέλειπεν ό θείος λόγος άναγινωσκόμενος ή 
κηρυττόμενο:• καΐ δμως, μρτά τόσαςδιδαχάς πλήρεις Πνεύ- 
ματος καΐ αληθείας, πόσους ανθρώπους τής χριστεπωνυμου 
κοινωνίας είδεν ό κόσμος άπηλλαγμένους τών ψυχοβλαβών 
ελαττωμάτων, δσα κατακρίνει τ6 Εύαγγέλιον ; Ποίον άρα 
γε τής πνευματικί)ς τοΟ θείου λόγου άκαρπίας τ^ αίτιον; 
*Υπέδειζεν αύτ6 αύτ^ς ό τϊν.σπόρον σπείρας τ'ί^ς ζωής ουρά- 
νιος γεωργός, πολλάκις προστιΟεΙς μετά τάς διδαχάς αυτοΟ 
αδ: «ό 2χων ώτα άκούειν άκουέτω». ΟΓπάντες έχοντες ώτα 
φυσικά, μεστά πολλής καΐ παχυλής ματαιότητος, δέν έχο- 
μεν καΐ ώτα είςάκοήνπίστεως• δέν ίχομεν την τής 
ψυχής άγαθήν διάΟεσιν, δι* ής ή ακοή καρποδοτεϊ την πί- 
στιν καΐ τά έργα τής πίστεως. 

ΔεΟτε λοιπόν, αδελφοί μου, σήμερον, οπότε δ δεσπότης 
απάντων τρίτην ταυτην ήμέραν είσήγαγεν ήμας είς τ6 σε- 
πτ6ν στάδιον τής έγκρατείας καΐ τής άλλης αρετής, δεύτε 
και καταβαλώμεθα θεμέλιον καλόν, τ6ν περί τοΟ θείου λό- 
γου λόγον, την καρποφόρον α6τοΟ ζητοΟντες άκρόασιν• καθ* 
δσον έκ τοΟ θείου λόγου κρέμαται το παρελθόν καΐ τ6 μέλ- 
λον, ήπίστις καΐ ή σωτηρία ημών. ΉμΙν δέδοται, ήμΓν 
τοις εΟσεβέσι, τ6 γνώναι τά μυστήρια τής βασιλείας τών 
Ο&ρανών, τοις δέ λοιποΓς έν παραβολαις• μετά φόβου λοιπόν 
πρόσχωμεν, μήπως έν αγνοία έζηλώσαμεν εκείνους τους 
ανθρώπους, περί ών εϊπεν ό προφήτης Ήσαίας, δτι «βλέ- 
ποντες ο6 βλέπουσι και άκουοντες ού συνιοΟσιν» (β). 

Ό δέ προάναρχος καΐ συναΐδιος λόγος τοΟ Πατρός, ό καΐ 

(β) ΊΙσ. ς. 9-10. Ματθ. ιγ'. 11 — 15. 



= 94 = 

ίιά των έαών καταζιών διελΟεΓν αναξίων χειλέων τδν ευ- 
αγγελικών αύτοΟ λόγον, α6τ6ζ ^ικαιώσαι αύτδν χαΐ έν τς> 
στόματί (χου, έμοί μέν ίύναμιν καΐ άλήθειαν λίγου ζι8ούζ, 
ιψ δ' εύσεβεΕ λαω, εις δν αποστέλλει με, ώτα άκοης καΐ 
καρίίαν συνέσεως. 

Α' 

«Ό έχων ώτα άχούιιν άχουέτοιη. 
Α'. Αδύνατον να γνωρίση ό άνθρωπος τ6ν Θείν, καΐ 
γνωρίσας να πιστευση, καΐ πιστεύσας να σωθή, έάν δέν 
άκούση τοΟ ΘεοΟ τ6ν λέγον. Αώ καΐ θεμέλιον τ?]ς τε πί- 
στεως καΐ τ-?]; ψυ/ΐχ"?)ς ημών σωτηρίας έστΙν ή ακοή. «Ή 
πίστις έξ άκο?^ς, ή δέ ακοή δια ρήματος ΘεοΟ» (γ). Επειδή 
δι καΐ πδς ανθρώπινος λόγος είναι τής ψυχής το άπή/ημα& 
καΐ τής άπαυγαζούσης αυτόν διανοίας τ6 φως, δια τοΟτο 
καΐ πδσα επιστήμη καΐ μάθησις καΐ πάμπολαι ήθίκαΐ πα- 
θήσεις είσΐ προΓον τής ακροάσεως. "Ιδετε τ6ν επιστημονικών 
διδάσκαλον έπΙ τής έδρας αύτοΟ• τον πολιτικών ρήτορα έπΙ 
τοΟ βήματος• τ6ν δημηγορ οϋντα στρατηγών έν τω πεδίφ 
τής μάχης• τ6ν θεατρικΐν υποκριτήν έπΙ τής σκηνής• οι 
πάντες μεταλαμπαδεύουσιν άστραπηδον δια τοΟ λίγου, ώς 
δι* όχετοΟ ήλεκτρικοΟ, τ6 διανόημα καΐ τδ πάθος τής ψυ- 
χής αυτών. Πλην αλλ* 6 μέν ανθρώπινος λόγος, καθ6 αμυ- 
δρά τις άκτίς τοΟ απέραντου ώκεανοΟ τοΟ φωτός τής τρισ- 
σολαμποΟς θεότητος, τόσην μόνην έχει την δύναμιν, βσην 
καΐ τ6 πενιχρόν καΐ διψαλέον τοΟ πτωχοΟ λυχνάριον δπερ 
μόλις διαφέγγον τα περί αυτό, ούτε νέον τι δημιουρ-^'ει, ού- 
τε το φύσει σκιερόν εΙς φύσει φωτεινών μεταβάλ7νει. Ό δΐ 
θείος λόγος, καθο φώς φωτίζον άμα καΐ δημιουργοΟν, ενερ- 
γεί τοσαυτα καΐ τοιαΟτα, δσα καΐ ό παντοκράτωρ Λόγος. 
τοΟ Πατρός, ως θεία ύπόστασις. Ό λόγος τοΟ άνθρωπου 
^στίν ό άνθρωπος• ό Λόγος τοΟ ΘεοΟ έστιν ό Θεός. 

(γ) Ρωμ. ι'. 17, Π^οβλ. Ιω. ς'. 45, 'ΙΙσ. νδ'. 13. 



= 95 = 

Αμφιβάλλετε περί τοΰτου; τί εξήγαγε τα σύμπαντα ίχ. 
'ϊοΟ μηοενός, τα ορατά καΐ τα άκρατα; Τί διεχίσμησε τ6 
αέως &\».ορφο'^ χαΐ άχατάσχευον χάος^ έξανατεΐλαν ουρανούς 
καΐ σφαίρας παμμεγέθεις, τα; χέρσους, τους ωκεανούς, τ& 
φως χαΐ τους αέρας, τους χρόνους καΐ τάς ώρας, τ& θάλπος 
χαΐ την ίλξιν, την χίνησιν καΐ την ζωήν, την υλην καΐ τ6 
πνεΟμα; ΟύχΙ 6ν μόνον ρ'?]μα τοΠ δημιουργοΟ; «Είπε καΐ 
έγένετο» (δ). Τί τί αίχμαλωτίζον αλαζόνα νοΟν, τ6 κρη-- 
μνίζον φιλοσοφικά συστήματα ώς άθυρμάτια παιίίων, τ6 
χάμπτον καΐ συντρίβον κέδρους ύψαυχένων βασιλέων καΐ 
καισάρων, την σάρκα καΐ το αίμα καΐ τους κοσμοκράτορας; 
Τί το μαλάσσον τάς καρδίας, ώς την τίτανον τ6 ύδωρ, τ6 
δι σίδηρον τ6 πΟρ, καΐ έξ αναξίου ποιοΟν άξιον, καΐ τήν φύ- 
σιν μεταβάλλον, καΐ θεοποιοΟν τ6ν άνθρωπον; ΟύχΙ ό παν- 
σθενής καΐ πάγκαρπος καΐ τελεσφόρος καΐ ευλογημένος λό*' 
γος τοΟ Σωτ•?]ρος; ΤοΟτο μαρτυροΟσιν οΐ Απόστολοι καΐ οί 
Προφ^Ιται (ε)• τοΟτο στεντορίςι τ*^ φωνή βοα ό χριστιανι- 
σμός, τ6 άγλαοώενές καΐ ούρανόμηκες τοΟ θείου λόγου τοΟ- 
το. άνάκτορον• ' 

Β'. ΚαΙ χαθ* δσον μέν ανάγεται εις τήν δημιουργίαν 
τοΟ παντός, 6 λόγος τοΟ ΘεοΟ ένεργεΓ αδιαλείπτως προά- 
γων καΐ συντηρών, προνόων καΐ διευθετών καΐ έκαστον των 
δντων είς τ6 οίκειον διεξά-^ων τέλος• «ό Πατήρ μου έως άρ- 
τι εργάζεται, κάγώ εργάζομαι» (ζ). Άλλ* αρά γε καρπο- 
φορεί καΐ έν ήμίν πλουσίως τήν πνευματικήν καρποφορίαν, 
καΐ θερίζουσι σήμερον βσοι χριστοκήρυκες θερισταί, καθώς 
έπΙ των Αποστόλων, πολύν τ6νθερισμ6ν έκ τοΟ άγροΟ τοΟ 
Κυρίου; *Αράγε μετά πασαν διδαχήν λωφοί ί) αδικία, εκ- 
λείπει ή διαφθορά, καΐ κλείονται αΕ φυλακαΐ καΐ τά δικα- 
στήρια; Οίμοιΐ εις πόσους των τής Εκκλησίας διδασκάλων 

(ό) Γενεσ. α'. 3 κλπ. 

(β) Ψαλμ. κη. 2-8 Ήσ. νε'. 10—11• Έβρ, ί'. 12 κλπ. 

(ζ) Ίω. ε', Π. 



= 96 = 

ίΐν έφαρμ^εται καΐ νΟν ό λόγος τοΟ προφήτου! «Κύριε, τί; 
έπίστευσε ττ^άκοτ) ημών;» (η) 

Μήπως ήσθένησε τοΟ θείου λ(η'ου ή δύναμις, δν τρίπον 
άσθενεΓ καΐ σπόρος φυσικός; *Αλλοίωσιν καΐ φΟοράν, αδελφοί 
χριστιανοί, πάσχουσι μόνα τα γήΐ'να καΐ φθαρτά, ούχΙ τα 
θεία καΐ ό Θεός• «Τί)ρ^]μα Κυρίου, λέγει ό θείος Πέτρος, 
μένει είςτον αιώνα- τοΟτο δέ έστι το ρ?1μα τ6 εύαγγελισθέν 
εΙς ύμας» (θ). 

Άλλ* οί τ^ς ευσέβειας κήρυκες τΐ άλλο πάντοτ' ευαγ- 
γελίζονται ή αύτ6ν αύτότατον εκείνον τ6ν λόγον, δστις δια 
στόματος τών Αποστόλων κηρυττόμενος κατεβίβαζε τ6 
ΠνεΟμα τοΟ ΘεοΟ έπΙ τους άκουοντας; ό πλάσας και μετά- 
πλάσας ηθικώς τδ σύμπαν θειος λόγος ήΟελεν άδυνατεΓ να 
μεταβάλη τάς καρδίας ημών; ΚαΙ δταν ή έλληνι/.ή σοφία 
τε καΐ μεγαλοφυΐ'α, δταν τ•?)ς κοσμοκράτορος αρχαίας Ρώ- 
μης το ύψηλόφρον, καΐ ή Περσική τρυφή, καΐ ή Σκυθική 
άπανθρωπία, καΐ τών Ινδιών ή άγριοτης, δταν πάν πάθος 
καΐ συμφέρον άνεπιστρεπτεί κατετροπώθησαν ύπ6 τώνλόγων 
τοΟ Εσταυρωμένου, μόνο; ό σημερινός αμαρτωλές καΐ άσε- 
βης ήθελε νικήση τοΟ Χρίστου το Εύαγγέλιον; Μή γένοιτο ! 
ΚαΙ πάλαι καΐ νΟν καΐ μέχρι συντελείας τών αιώνων παν- 
ταχοΟ, δπου τδ λάμπον δμμα τοΟ ηλίου βλέπει, «ζών έστιν 
ό λόγος τοΟ ΘεοΟ• ζών καί ένερ^'ής καΐ τομώτερος υπέρ πδ- 
σαν μάχαιρα ν δίστομον». 

Άλλα τών Αποστόλων τδ κήρυγμα ύπεστήριίον (λέ- 
γουσι) τα θαύματα• καΐ έάν τις άναγνώστρ τδ βιβλίον τών 
Πράξεων, ευρήσει άληθεΟον τδ ύπδ τοΟ ^ιτι-γόρου Μάριου 
είρημένον• € Εξελθόντες (οί Απόστολοι) έ/.ήρυξαν παντα/οΟ, 
τοΟ Κυρίου συνεργοΟντος καΐ τδν λόγον βεβαιοΟντος δια τών 
έπακολουθούντων σημείων» (ι). Ουδέ έγώ άρ\ού[>,ζ.νος τών 

(Υϊ) •Ηα. νγ', 1. (θ) Πίτρ, Α\ α', 25. 
(ι} Μζρκ. ις'. 20. Παράβλ, Πρκξ ρ. 7 — 8. 43. γ'. 2.8. 
11—12. η, 7 κτλ. * _ 



«= 07 =* 

θαυαά'Των τήν ούναμιν, προσθέτω π?6ς του; ζητοδνταζ αύ* 
τα, δτι μήτηρ τοΟ θαιίμιατος είναι πάντοτε τοΟ ατόμου ή 
πίστις,χαι ή τί); Έ>οχλησίας ανάγκη» *Αλλά πρώτον μέν 
μυρίοι δτοι έπί^ίτευοταν έν τώ νόμω καΐ έν τ'ή χάριτι δ(χα 
βαώμιατος (χ), ό δέ Κύριος έμαχάρισε του; πιστεύοντας άνευ 
τοΟ ΙδεΙν «Μακάριοι, εϊπεν, οί μή Ιδώντες και πιστεύσαν- 
τες» (λ), "Επειτα, έάν τα θαύματα ένεΓχον τήν δόναμιν 
τοΟ πείθειν, 6 μέν Φαραώ καΐ οΐ τοΟ^ Κυρίου σταυρωτά! 
έγίνοντο θεοσεβέστατοι• 6 ίϊ των ^Αποστόλων κορυφαίος 
δϊν ήθελε λέγεί'• «Έτοιμοι γίνεσθε προς άπολογίαν παντί 
τω αίτοΟντι υμάς λόγον περί τί]ς έν υμΤν ελπίδος» (μ), άλλα 
Ιτοιμοι πρ6ςθαυματουργίαν. Ού/ί, χριστιανέ, 
οΐ/χΐ ! Ό,τι δΐ ένεργεΓ ό θειος λόγος, τ:υτο δέν ένεργοΟσιν 
βύδί μυρίαι θαυματουργίαι• ό μέν λόγος φωτίζων πείθει τ6ν 
νοβν το δι θαΟμα έπιρρέει ίτΑ μόνης τής αίσθήσεως, άλ- 
λβτε άλλης, ουδέ πάντοτ' άξιοπίστου (ν). Καν έ Χρίστος 
χατέ€αινεν άπ^ τοΟ ΣταυροΟ, ως τίνες άπήτουν των σταυ- 
ρωσάντων κάν έκ των βασάνων τ^ίς κολάσεως άνα6άςτί]ς 
τ:αρα$ολΙ)ς έ πλούσιος ένεφανίζετο πρ6ς ήμας έν τί) ώρςι 
ταύτη, πάντα ζ^ο^ω^^ τα φρικαλέα τβΟ ταρτάρου παράσημα, 
ούτε οί ΦαρισαΓοι οδτε ή άκαίρως τάσημεΓα έπιζη- 
τοΟσβ αυτή γενεά έπίστευον• «Εϊ Μωσέως και των 
ιιρσφητών ουκ άκοώουσιν, ο6δέ έάν τις έκ νεκρών άναστ*^ 
ιιεισβήσονται» (ξ). 

Άλλ' ίάν πολλάχίς ή των ποιμένων καΐ διδασκάλων 
Αγιό:^ς χαΐή έ-ισκΕαζουσα αυτούς θεία χάρις καΐ ή τών 

(ϋ) Πϊ-Λ^πγ, [οι. γ', 4 — 8. Μχτθ. γ•, 2. 5- 6. Πρκξ, ο'• 

(Χ) Ίω. χ 20. 
(») Πέτί, Α\ γ\ 13. 
(ν) Βέτρου Β% α\ 13—19. 
(ξ) Μι*χ. ις\ 31 • 



= 98 =« 

άνίρώτίων ύπίληψις συνήργησε μεγάλω; είς τήν έπιστρ^- 
φήν καΐ διίρΟωσιν τοΟ πεπλανημένου, τάχα δέν μάταιοι 
την εύ/.αρπίαν τοΟ θείου λόγου ή φαυλότης αυτών ; ,Ή κα- 
τηγορία αύτη τίσφ πλέον επιτείνεται, 8σον ή τί)ς πίστεως 
ψυ/ρότης, την αγάπη ν μαραίνουσα, πολυπλασ^άζει των χα- 
ταλάλων καΐ ίεροκατηγ:5ρων τ6 σμ?)νος. 

Ουδείς αρνείται, δτι το παράδειγμα των έργων πάντοτε 
παντός λίγου γίνεται πειστΐ)ζώτερον• και δτι, αν ύπάρχωσί 
τίνες άνδρες αποστολικοί, ούτω σεβίμενοι τ6 ύψος τ>)ς επαγ- 
γελίας αυτών, ώστε, καθώς ό ΠαΟλος έκαυχατο, μήτε 
καπηλευειντοΟΘεοΟ τ^νλόγον, μήτετήν 
δόξαντών άνΟρώπωνέπιζητεΙν, άλλ'έξεί- 
λικρινείαςτώ Θεφ άρέσκειν (ο), πόσοι ίμως 
έπιλανΟανόμεΟα τ^^ς κλήσεως ημών καΐ σιτγκρύπτομεν, ώς 
οικονόμοι δόλιοι, τάς αίωνίους αληθείας, δπου πικραΐ καΐ 
φοβεραί, καΐ τιμώμεν πρόσωπα μεΤζον τί)ς αληθείας καΐ 
βιοΟμεν δλως ο6 κατά Χριστόν! 'Ίλεως 6 θεός χαΐ έφ* ήμας, 
οϊτινες έδει νά ήμεθα ι^^οώς^ζοΰχόσμουΐ ΚαΙ δμως 
ή άναξιότης τοΟ ευαγγελικοΟ πο•-μένος καΐ τιτ^ρυ^λο^^ αγα- 
πητοί, αυτόν μόνον βλάπτει, ουχί δέ την τοδ λόγου ίσχυν 
καΐ ένέργειαν. Όθεν καΐ ό μέγας κήρυξ τών εθνών έφοβει* 
το, μη τοις άλλοις κηρύξας αυτός 'άδόκιμος γένηται (π). 
Διότι, καθώς τά Ιερά μυστήρια, ζημιοΟντα τους άναξίως 
χρωμένους, ώφελουσι τους άξίως μεταλαμβάνοντας• ούτω 
καΐ ή έν τφ θείω λόγω ένοικοΟσα χάρις, δλως ανεξάρτητος 
.τ•?)ς αξίας ή άναξιότητος του κηρύττοντος, εις την καρδίαν 
τοΟ άκροατου εισαχθείσα, καρποφορεί, δπου αν ευργ) γΫ]ν 
άγαθήν. Εύμορφία, ή δυσμορφία τοΟ γεωργοΟ, τί δύναται 
νά έπηρεάση την γγ)ν ή τόν στιόρον ; Ό λόγος, δν σπείρσ^ 
μεν, δέν είναι ημέτερος, άλλα τοΟ άποστέλλοντος ημάς 
ΘεοΟ• ήμεις δέ πρέσί'εως φωνή ν μόνον παρέχομεν «*ΥπΙρ 

(ο) Κορ Β. β', 17. 5', 2 θίσίταλ. Α'. β', 4. 6. 
(π) Κορ, Α'. Ο', 27, 



= 99 = 

Χρι^τοΰ πρεσβεύουιεν, ώς τοΟ ΘεοΟ παρακαλοϋντος 5ι' ή- 
μιών» (ρ). Πρέσβυν βλέπων έρχόμενον, έρωτας, ώ άνθρωπε, 
έποία τις ή διαγωγή χαΐ αξία αύτοΟ, άλλ' ού/Ι τ( σοι 
αναγγέλλει παρά τοΟ βασιλέως των ουρανών ; Ει δέ δ παρ* 
αί»τοΟ χομιζί(χενος ουράνιος θησαυρός έγκέχρυπται εί; πήλι- 
νον σχεΟος, καθώς οΚ θαυαατουργικαΐ τοΟ Γεδεών λαμπάδες 
£ν κεναις ύδρίαις (σ), τί αποβάλλει τ•?)ς (χεγαλει^ητος αύ- 
τοΟ; ΕΓτε άπο τ•?]ς αγρίας βάτου έλάλησεν ό Σαββαώθ, 
εΓτ' έκ νεφέλης φωτειν'?5ς, εΓτ* άπ6 δρους βροντοκτυπου, εΓτ* 
έν σκηνΤί εύτελεστάττ), εΓτ' έν τφ ναψ τοΰ Σολομώντος, ή 
χαΐ ά}ΐ^σως δια τοΟ μονργενοΟς αύτοΟ ΥίοΟ, μετέβαλεν 
άξίαν και βαρύτητα ό λόγος αύτοΟ; «Το ρ*?)μα Κυρίου μένει 
εΙς τον αιώνα». 

Έξ βσων είπα κατάνοεΤ τί) ευσεβές και νοΫ)μον ακροατή- 
ρίον, 2τι τής άκαρπίας τοΟ θείου λόγου τ^ αΓτιον δέν είναι 
ούτε ή του λόγου έξασθένησις, οΰτε ή τών θαυμάτων 2λ- 
λειψις, ούτε ή τοΟ κήρυκος ηθική άναξιότης• άλλα — (πώς 
νά τδ εΓπω;) ύμεΐς έστε οΐ άκροαταί. Τούτο Ιρχεται να δεί- 
ξη δ λόγος συντόμως, έάν μοι /αρίσητε τήνπροσο/ήν υμών 
Ιτζ* δλίγα £τι λεπτά. Λυπηρδν τφ δντι το άκοΟσαι τήν 
χαταδίκην υμών έκ τίίΟ ίερου τούτου βήματος• άλλα πόσφ 
λυπηρότερον άμα καΐ φοβερώτερον τ6 άκοΟσαί ποτέ αυτήν 
ιταρά τοΟ ουρανίου κριτοΟ ! 

Β' 

νίΌ ?7/ον ώτα άχούδΐν άκου?τω». 

Γνγ^/ραφεύ; τι; τών εξω είκονικώτερον άμα καΐ χαριέ- 
τερ&ν είτιεν, δτι εις τα ώτα ή ψυ/ή καθήμενη, εί μεν άκού- 
"' ρί^μα χρηστόν, τέρπεται και χαίρει• εί δε κακόν, παρευ- 



στε; 
σετ 






ΘΟς ταράττετοίι (α). ΤοΟτο συμβαίνιι, αγαπητοί, μίν^ν ίτύτν 
ή ψυχή προσέ/η εις τά λ*γόμ«να, χαθ δσον ν ο Ο ς ό ρ ^ 
καΐ ν ο Ος ά χ ουι ι. ΚαΙ εΓθέ ττροσείχβ πάντοτε π*σα ψυ- 
χή χριστίανοδ εί^τήν ευαγγελιχήν φωτνήν, ίνα πάντοτε έγα- 
ληνία καΐ ηύφραίνετο τήν κατά θε^ν εΟ^ροσι^νην• έπειίή 
δμως ^'σκεται ουνή&ως εις άλλας νομοί;, νομάς ^^ούτοχ^ τοΟ 
κ^μου, δίά τοΟτο ούκ άλ^γάκΓς 6 κηρόττων αποβαίνει «χαλ- 
κός ήχων καΐ κύμβαλον άλαλάζον», Έάν είς τοώ; τοιού- 
τους ίΐβ,ά^τίοΐίς άκροατάς άποβλέψωμεν, ίυνάμε&α να ίίαι- 
ρέσωμεν αυτού€ είς τεσσάρας έποδόρτους τάξεις• ε^ς τους 
παντάπασιν απαίδευτους, είς τους ράθυμους, είς τους, έΟελο- 
κάκους καΐ είς τους καταφρονητάς. Βλεπέτω Ικαστος είς 
ποίαν τούτων τυχόν ανήκει. 

Α'. «Τί ν' ακούσω (λέγεί κα&' εαυτόν & πρώτος), τί ν* ακού- 
σω τ6ν δϊδάσκα7νον, άφ" Λ 5έν εννοώ τ6 τί λέγει; Αύτ^ς 
ομιλεί τάχον υψηλά καί θεωρητικά, ώστε μόλις δράττομαι 
πέντε λέξεων^ καΐ μέ διαφεύγουσι δέκα. Τ6 α6τ6 σχεδόν 
μοί συμβαίνει καΐ είς των ίερών Γραφών τήν άνάγνωσιν. 
"Άς κλείσω λοιπόν τά ώτά μου καΐ δς περιδιαβάσω τήν 
φαντασίαν μου είς άλλα τφοσφιλή αντικείμενα». — Ίδου τω 
δντι ώτα κεκλεισμένα• ιδού γή πεπατημιένη, άπ6 τί)ς οποίας 
αίρουσι τ^ν λόγον τά αρπακτικά πτηνά, τά δαιμόνια, ίνα 
μή καρποφορήση. 

Είναι αληθές, 8τι π4ς ίεροκήρυξ δίν είναι δια π4ν άκρο- 
ατήριον, καθώς και πάσα υλική τροφή δίν είχαι διά πάντα 
στόμαχον- διο καΐ έκαστος χριστιανές δικαιοΟται καΐ Οφεί- 
λει έκεΓνον νά έκλέγτ^, δστις εύστοχώτερον των άλλων οί- 
κοδομεί και σώζει τήν ψυχήν αύτοΟ. Επίσης αληθεύει, 
δτι κήρυξ αγορεύων άπ6 τοΟ άμβωνος, ως ήθελε λαλήσει 
έν άκαδημαΐκφ συλλόγφ, λησμονεί τήν έαυτοΟ άποστολήν^ 
καθ' ήν 6φείλει σοφά πρ^ς τους σο^ούς^ άπλάΐ καΐ εΰληπτ» 
προς τους αγράμματους, ώς είπεν ό Απόστολος• «"Ελλη,σέ 

(α) •Ιί;οδ. ζ', 3^^, ^ τ 



= ΙΟΙ =8 

•« χαΐ μή, σοφοϊς τε καΐ άνοήτοι;, οφειλέτης ειμί» (6). 
*Αλλ' εΙς άχροατήριον σύμμικτον πρ^ς ποίους (λ&λλον ν' 
άποταθιρ; άρά γε πρδς μόνους τους απαίδευτους, ως μείζονα 
δΐί^εν πάσχοντας άγνοιαν των θρησκευτικών αληθειών; άλ- 
λα τίς 6 βέβαιων, δτι πολλοί σοφοί του νΟν αιώνος δέν 
€Ϊναι πάντων αμαθέστατοι περί τα θεΓα κοΛ σφόδρα σκλη- 
ραύχενες πρ^ς τοΟ Ευαγγελίου τάς αληθείας, καΙ βτι δέν 
φθείρουσι συμπαρασυροντες καΐ τους άπλουστε'ρους εις άπώ- 
λειαν; Πλην άλλα, κάν θυσιάσας έ Ιεροκήρυξ τών ανέκ- 
φραστων τ^)ς θρησκείας μυστηρίων τ6 υψος λαλήστρ την 
χυδαιοτάτην γλώσσαν, καΐ τότε πάλιν ή άκαρπία έσεται 
ή α&τη, έφ' δσον ό ακροατής άγνοεΤ τά τί5ς πίστεως θεμέ- 
λια, έπΙ τών δποίων έποικοδομεΓ ό άμβων. Σκοτεινήν καθι- 
στή τήν γλώσσαν ουχί τόσον ή τών λέξεων, δσον ή τών 
•πραγμάτων άγνοια. ΆντΙ λοιπόν τοΟ αίτιάσθαι τήν τοΟ 
^^ρυχο^ άσάφειαν, έν ττρώτοις ζήτησον, χριστιανέ μου, τήν 
στοιχειώδη κατηχητικήν διδασκαλίαν έχ τ'?5ς παιδικής τε 
χαΐ νεανικής ηλικίας αρρένων καΐ θηλέων, ήτις δλη έπρεπε 
να διαπαιδαγωγήται εις τά σχολεΓα μέχρι τουλάχιστον τοΟ 
δεκάτου ιιτάρχου έτους ανεξαιρέτως καΐ απαραιτήτως (γ). 
Ζτ^τί^σον τήν τοδ ενήλικος κοινοΟ Λ'Λρώποκ^ (έκατέρου τοΟ 
γένους) ήθοποίησιν κατά πίσαν έορτήν έν ώρισμένη ώρ^ 
παρά τοΟ λογιωτέρου κληρικοΟ ή λαΙκου τής ενορίας σου. 
.— ΚαΙ διατί έκαστη συνοικία νά μή μορφόνη εκάστοτε Ιδί^ 
δαπάντ^ πρ6ς τ^ν σκοπών τοΟτον ένα Ιερέα έν τ*^ θίολογικ^ 
ΐϊχολη; Ένοσω δϊν υπάρχει τοΟτο πανταχοΟ καΐ δέν άπο- 
ιιτήτη πάσα συνοικία παρθεναγωγεΤον, οί πάντες ματαιο- 
ΐ:ονΐΟμεν. Άλλ' εκ τής ^π6^ο'^ καΐ πολυμερίμνου κοινής μη• 
1^ Μ. τοί> Χριττ^Ο Εκκλησίας προσμένουμε ν πάντοτε τά 
^άντα;— Ζήτησον τήν περί πάσης αρετής καΐ κακίας είδι• 

(β) Ρω^Λ. η\ Η. 

(γ) ίί'Α^.^; "ίίΐϊτ' ί-χ^κβχτο; ίν Ποωσ-ιί^. 



= 102 » 

χήν πληροφορίαν παρά τοΟ πνευματικοΟ, πατρδς^ καΐ ίατρο!> 
«ΐ-ίΐς ψυχής σου• τοΟ ΐίνευματικοΟ, δστι; δέον 5ιά τίρΟτο να ή- 
να* ό νοημ-ονέστερος καΐ κατά Χριστδν σοφώτερος καΐ ήΟικώ* 
τερος των άλλων Ιερέων, κατήντησε την σή(λερον πολλαχοΟ 
(φεΟ!) όποΓον τ6ν βλέπετε. Τέλος πάντων, ζήτησον την παρά 
σοΟ αΟτοΟ συχνή ν άνάγνωσιν ή άνάγνωσις, άδελ^ί [χου, 
είναι τι) φως τί); ψυχ•?)ς. ΆφοΟ Ιξέλθτις τέλος έκ των τεσσά- 
ρων εκείνων κοινωνικών σχολών, χριστιανέ, τότε ίρχου καΐ 
άκουε καΐ τοΟ ίεροκήρυκος• καΐ Ισο βέβαιος δτι, ήδέως καΐ 
άπροφασίστως άκροώμενος, πάντοτε καρποφορήσεις άντΙ έν^ς 
τριάκοντα καΐ έξήκοντα καΐ έκατίν. Όίχωνώταά- 
κ ο ύε ι ν άκο υέτ ω. 

Β'. Ό ακροατή;, δν εΓδομιεν, δέν είναι πάντων 6 σχε- 
τλιώτατος. Ίδου δεύτερος έκεΙ, δστις καΐ την κατήχησιν 
έδιδάχθη, καΐ την γλώσσαν τοΟ κηρύττοντος κάλλιστα εν- 
νοεί, και νοΟν Ιχει εύ{χαθ^. Και δ(λως εΓδετε αύτ6ν πώς, 
λάλος καΐ αεικίνητος, ή τ6 σώμ,α στήσας, ώς έπΙ μαρμάρου 
μάρμαρον, έν τφ ναφ τοΟ ΘεοΟ, ρεμβάζεται• τί; άρα γε 
τ^ν οΟρανίν; αρά γε τ6 τοΟ αποστόλου• «Τά άνω ζητεΤτε, 
μη τά έπΙ γί5ς» (δ) ; Πιθανώτερον τά τοΟ σημερινοί πλου- 
σίου. Καθελώμουτάςάποθήκας καΐτάίρ- 
γαστήριακαΐτά υπόγεια καΐ τά τα μ ε Γα, 
καΐ μείζονα οΐχ,οό ο\»,Ύΐσ ω. Και συνήθως βόσκεε 
την μεριμνοτρόφον καΐ τυρβαστικήν α6τοΟ ψυχήν είς των 
όμηλίκων τά τερπνά διασκεδαστήρια, ή είς τής οικιακής 
Αιγύπτου τά κρόμμυα καΐ τά σκόροδα, ύφ' ών Ιμπαθώς κρα- 
τοόμιενος χωρεΓ, ενίοτε μέχρι πρωίνής μανίας. Ή καΐ το 
γήρας καί τ6ν κόπον καΐ τί μήκος προβαλλόμενος το!> λόγου 
ό πάντοτε ακούραστος καΐ νεανικώτερος είς άλλους ορίζον- 
τας ανησυχεί, ταράττεται, θορυβείται καΐ θορυβεί, είν' έτοι- 
μος καΐ αΟτδν νά διακόψη τδν λέγοντα, Ιάν είχε δύναμιν, 

(ί) Κολασσ. γ', 8. 



= 103 = 

χαΐ άν μιή ήίεΓτο την κοινήν τυνήθειαν καΐ κατάκρισιν. — • 
Γίνεται γί) άμιμωδεστέρα καΐ άκανΟωίεστέρα τοιαύτης ψυ- 
χί)ς ; Τρέμετε δσοι οκνηροί καΐ ράΟ^μ,οι• τρέμετε, δσοι βα- 
ρυχάρ^ιοι^ μήπως 6 Θεός, ούτινος τ6ν λόγον ατιμάζετε, έν 
τ<53 6ΐιμφ αύτοΟ άφαιρέστ) άφ* υμών τους ευαγγελικούς έρ- 
γάτας, καΐ μεταβιβάσϊ) αυτούς τε καΐ την αύτοΟ χάριν είς 
λα^ν έτερον, είδότα να ώφελ•?]ται περισσοτερον ύμών,Τρέ* 
μετε, ίσοι άχηδείΐ; καΐ ύλόβιοι, μήπωςπεινάσητε καΐ διψή- 
σητε προ τοΟ χορτασθ?)ναι.«*Ιδού ήμέραι έρχονται, λέγει Κύ- 
ριος,καΐ έξαποστελώ λιμ^ν έπΙ τ?]ς γής, ου λιμ^ν άρτου ουδέ 
δίψα ν ύδατος, άλλα λιμ6ν τοΟ άκοΟται τ^ν λίίγον Κυρίου . . . 
ΚαΙ περιδραμοΟνται ζητοΟντες τ^ν λόγον τοΟ Κυρίου, καΐ ού 
μή εδρωσιν» (ε). Όέχωνώτα άκούεινάκουέτω. 
Ρ. Οί είρημένοι άκροαταί, καν άξιοκατάκριτοι, προβάλ- 
λονται τουλάχιστον καΐ προφάσεις τινάς• ύπάρχουσιν δμως 
άλλοι, οϊτινες άπροφασίστως έθελοκακοΟντες έρχονται είς 
τ^ κήρυγμα, ούχ ίνα καρπωθώσί τι μάθημα ψυχικίν, άλ- 
λα δΓ άπλ"?)ν περιεργίαν καΐ διασκέδασιν, ή καΐ δια συνή- 
θειαν, ?^ν παρά των ευσεβών γονέων κληρονομήσαντες, ου- 
δέποτε χρέος ίερ^ν καΐ σωτήριον έθεώρησαν. Τί συμβαίνει 
είς τ^ν τοιοΟτον άκροατήν; 

Όλως αδιαφορών πρ^ς την τών λεγομένων άλήθειαν 
καΐ ώφέλειαν, αύτ6ν ανακρίνει τ6ν λέγοντα, αν σοφώς καΐ 
ρητορικώς καΐ πρωτοτύπως δημηγορεΓ• έρχεται ζητών ούχΙ 
άπάιτολον, άναγγέλλοντα τοΟ ΘεοΟ τ6 θέλημα, άλλα σο- 
©ίν, ρήτορα, ποιητήν (γ). Καίτοι, έάν οί νΟν χριστοκήρυκες 
οΐνέχωμεν τα απαραίτητα φυσικά καΐ ηθικά προτέρημα- 

(ι) Άμώί Λ, 11 — 12. 

(ς) *Ο^Φ^'^ς χΛρχ-^ζ ετ/6 μέν Ό Οδοκ/,^ςυξ ΙΤχΟλο; (Πράξ. 
ι* ΐϊ|), Ιβ^/^ί ίί χ^ϊ. ίι :ν άγιοι; Χρυσόστομος• ών μεμτττικώ; μβ- 
ίΐνν^ι^ΐνοΐ, ίίν λϊΐτμονίϊ ϋύίϊε του άαβιλί/,του οΟν/'.υ και τουμί- 
ο^ν; Τ'^ν; άγρί^ί/; νϊν^;*; [•|£:ω7 λόγω β'^. 



= 104 = 

*Γα, τάχα δίν εΐ^ίαι τούτου αιτία έν μίμι καΐ 6 ακροατής; 
δέν χαθιστ^^ καΐ τάς ίίράς "ζοίότας νεφέλας, τάς τίν θεϊον 
ίμβρον φβρούσας, ξηράς καΐ ανύδρους γ^ πετρώδης καΐ ύτώ 
τοΟ καύματος των παθών άττεξηραμένη; ΚαΙ άλλως τίς 
εΖπεν, ίτ^ ή πίστις ήμων κατη-^-γέλθη έν σοφία ανθρώ- 
πων, άλλ' ούχΙ ίν δ υ ν ά μ ε ι θ ε οΟ; (ζ) Έπειτα 8ταν ό 
παρά τοΟ παντοκράτορος απεσταλμένος σοί δεικνότρ τοΟ φο^ 
βεροΟ κρί'ζοΟ την μάχαιραν ήκονημένην καΐ κατά ι?^ς κε- 
Φαλί)ς σου δσον ούπω καταπίπτουσαν^ έρωτ^^ς, αμαρτωλέ, 
άν ήναι και στιλπνή καΐ πολύτιμος; «*Αφρον, ταύτη τ*^ 
νυκτΐ την ψυχή ν σου άπαιτοΟσιν άπο σοδ». 

"Αλλος δέ τις, φίλαυτος άμα καΐ έθελόκακος, τ^βσέχων 
μάλλον είς του λόγου τά νοήματα καΐ έμβλέπων εις αυ- 
τά, ώς είς πιστον καΓπάνδημον κάτοπτρον, τάςτών άμαρ« 
τωλών έν γένει κηλίδας, άντΙ να μιμηθΐ^ τ6ν Τελώνην 
και νά έφαρμόστρ είς εαυτόν τά λεγόμενα, πάντα φοτρί^ 
σαΐκώς συσσωρεύσας είς τοΟ άδελφοΟ τ6ν τράχηλον, απέρχε- 
ται την ψυχικήν αυτοΟ λησμονών άσχημίαν. «Κατενόησεν 
εαυτόν καΐ άπελήλυ&ε, καΐ ευθέως έπελάθετο, άποίοςήν» (η). 
Ή άν τάς φοβέρας άκούση τοΟ δικαιοκρίτου άπειλάς ώς τό- 
σους κεραυνούς κατά τΨ^ς κοιμωμένης συνειδήσείος αύτοδ, ώ! 
τότε σκυθρωπές καΐ φρικιών βύει τά ώτα, καθώς ή προφη- 
τική ασπίς, καΐ λέγει πρδς τον ΠαΟλσν, τ6ν π ε ρ Ι δ ι κ α ι- 
βσύνης καΐ έγκρατείαςκαΐ μελλούσηςκρί- 
σ ε ω ς διδάσκοντα, τά τοΟ ματαίου καΐ φιλοχρήματου Φή- 
λικος. Διδάσκαλε, άφες προςτλ παρ6ν αληθείας, οΛ άποΤαι μέ 
τρομάζουσιν- άλλοτε τάς ακούω. «Τ6νΟν Ιχονπορεύου• και- 
ρόν δέ λαβόμενος, μετακαλέσομαίσε» (θ)• Τόσον είσΐ φοβερά 
τ•0 ΘεοΟ τά ρήματα είς τδν άθεόφοβονί τόσον σκληρά είς 

(ζ) Ρωμ. 6•, 3-5. 
(γϊ)Ίχχώβ. ά, 23-24. 
(θ) Πρχξ. κί, 25. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 105 =» 

•τ^ν μή ποιήσαντα ίλεο;! (ή ΚαΙ ό μέν άσύνετοζ Φ-^^λιξ δίν 
έλαβε πλίον καφίν, Γν' άκουση τον ΠαΟλον λαμβάνει άρα 
γε πάντοτε ό αμαρτωλός; «"Άφρον, ταύτϊ) τί) νυχτί τήν 
ψυχήν σου άπαιτοϋσιν άτ:δ σοΟ». 

Δ'. ΤελευταΓοι άκαρποι άκροαταΐ έρχονται οΐ μη μίνον 
έΟελ(ίκακοΐ; άλλα καΐ πάμπαν καταφρονηταί. Αί πέτριναι 
καΐ σιδηραι αδται καρδίαι (αίτινές είσιν εύαριΟμόταται παρ' 
ήμΓν τγ| θεία χάριτι) έξίίχου μεγαλοφυίας άρετήν νομίζουσι 
τ^ άπορρίπτειν μετά περιφρονήσεως, δσα των πιστών τ6 
πλήρωμα τιμοε καΐ πιστεύει. Πρ^ς τους τοιούτους ήθελον 
ε{πεΙ, δτι άδικοΟσιν εαυτούς, τάς μ^ίνας λογικών πλασμά- 
των αξίας αληθείας άποβάλλοντες καΐ εαυτούς στεροΟντες 
εκουσίως τ?;ς ο6ρανοπόρου καΐ θεοκατασκευάστου κιβωτοΟ 
τ?]ς ελπίδος, ?να ζήσωσι παντέρημοι καΐ σκοτεινοί καΐ αβο- 
ήθητοι καΐ άθλιοι. Δεν άρνούμεθα, δτι τών υΙών τί)ς γί)ς 
αί κοινωνίαι πολλά ένΟαλαμεύουσιν άνδματα περίπυστα καΐ 
ίνδοξα καΐ γαυριώντα έν τη κοσμική και τή τ?5ς επιστή- 
μης ίστορίί^, πδσαν σχεδόν τοΟ έπικήρου βίου την παρερχο- 
μένην δόξαν, ώς ποτήριον άκρατου ή ως όσμήν εαρινών 
ανθέων άπορροφήσαντα. Άλλα πδσα τούτων κατεγράφη- 
σαν καΐ έν τοΓς οΟρανοΓς; Πδσα τούτων έσχον τήν τε πίστιν 
τοΟ χριστιανοΟ καΐ τήν τ?)ς καρδίας καθαρότητα καΐ τήν 
άλλην τελειότητα, άτινα μδνα μένουσιν είς τόν αιώνα; 
Είσαι πλατύς καΐ δυνατός τον νουν καΐ τήν σοφίαν, ύψη- 
λόφρον άνθρωπε• εύχομαι, καΐ τό πιστεύω• άλλα ταπεινού• 
μένος ενίοτε ίρχου καΐ είς τοΟτον τόν ταπεινόν τοΟ Ναζω- 
ραίου οίκον τί οίδας, αν ό κύριος αύτοΟ ευωχήση σέ τι τε- 
λειότερον καΐ σωτήριον, οίον τήν τής αιωνίου σωτηρίοις 
γνώσιν, χωρίς τής οποίας π&σα μάθησις ουδέν έστιν; 6 Πλα- 
τωνικός τής Ίππώνος ιεράρχης, δτε ήτο έθνικδς, καίτοι τα 
πρώτα φέρων κατά τήν εύγλωττίαν καΐ πολυμάθειαν, δέν 
άπηξίου ν* άκροαται τών ομιλιών τοΟ μεγάλου τών Μεδιο- 

^(ι; Ίχχώβ. β', 13. Ιω. η', 47. 



«τ 106 » 

λάνων έπισκίπου, ιζζριγρο'^ώΊ (χέν 'ϊ^ κατ' άρχοίς, ώς αύι^ζ 
όμολογεΓ, τ^^ αΙωνίου ζω-Ρ]; τα ρήματα, λατρεύων δε μο- 
νάς τοΟ λόγου τάς χάριτας (ια). Άλλα πολύ μείζων χάρις, 
χάρις ούρανία, κατέθελξε την άγαθήν αύτοΟ ψυχήν καΐ ήχ- 
μαλώτισεν αυτήν εις Χριστίν. Τί οίδοις, άγατιητέ, άν νεώ- 
τερες τις Αμβρόσιος πλαστουργει τοΟντευθεν έν τη καρίίςε 
σου τ6ν κατά Χοιστον νέον Αυγουστινον; Μέμνησαι δέ, δτι 
τ6 βιβλίον τοΟ προφήτου Ήσαίου, δπερ εις τάς χεΓρας τοΟ 
ευνούχου τής Κανδάκης ύπί)ρχε φωστήρ εκλείπω ν καΐ πη- 
γή έσφραγισμένη, άναπτυχθέν υπ6 τοΟευαγγελιστοΟ Φιλίπ- 
που, απεδείχθη κρουνός ζωής και σωτηρίας. Τί οϊδας, αδελ- 
φέ, άν Ά εις τάς χείρας σου καταπεφρονημένον Εύαγγέλιον, 
έρμηνευθέν ύπό τίνος Φιλίππου, σοΙ άνοίξη τάχιστα τά ώτα 
καΐ τά δμματα τής διανοίας καΐ τ6ν ούρανόν; 

Ούτω λοιπόν, αγαπητοί μου Χριστιανοί, πολλαΐ μέν καΐ 
πολυσχιδείς είσιν αΐ όδοΙ τής άκαρπίας τοΟ θείου λόγου• 
μία ιδέ μόνη ή τής εύκαρπίας πηγή, ή τής ψυχής του άκρο- 
ατοΟ καλοκαγαθία. Τής μεγάλης ταύτης καΐ καλλικάρπου 
αρετής τά γνωρίσματα είσι π^;εΟμα είλικρινείας καΐ ταπει- 
νώσεων, προσοχή μεγάλη και σύντονος, ευλάβεια προς τδν 
εμμέσως λαλοΟντα Κύριον, άναπόλησις καΐ μελέτη των ή- 
κουσμένων, προ δε πάντων καΐ έπΙ πάσι, πίστις καΐ τελεία 
ίφεσις εις τό ψυχικώς άγιασθήναι. Οί άγιοι Πατέρες τιμώσι 
τοΟ ΘεοΟ τ6ν λόγον τόν έν ταΓς ΓραφαΓς, όσον την σάρκα 
καΐ τό αίμα τοΟ Κυρίου. "^Επομένως, καθώς ό τούτων μετέ- 
χων άναξίως κρίμα έαυτφ έσθίει καΐ πίνει, ώς ή Γραφή 
έφανέρωσεν (ιβ)• ούτως ό μετά περιφρονήσεως καΐ απροσε- 
ξίας άκροώμενος τοΟ θείου λόγου κατάκριμα θερίζει. Ναί, χρι- 
στιανοί! ό λόγος, 5ν ήκούσατε σήμερον κα Ι ακούσετε εφεξής, 
χρινεΓ υμάς έν τ*^ έσχάττ) ήμέρί^, ώς λόγος ευαγγελικός, ώς 



(ι«) Αύγουστ, 

(ιβ) Κορ. Α'. ιά. 29. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 107 =3 

ερμηνεία τοδ θείου νίμου. Ό ιών κριτών καΐ κρινόμενων 
τύπος έσονται οί θεΓοι Απόστολοι καΐ οΐ άγαΟοΙ Νινευίται. 
«"Ανδρες Νινευίται, λέγει ό Χριστός, άναστήσονται έν τη 
χρίσει αετά τ^ς γενεάς ταύτης καΐ κατακρινοΟσιν αυτήν, 
δτι μετενόησαν είς τ6 κήρυγμα 'Ιωνα• καΐ ί5ού πλεΤον Ία>- 
να ώδε» (ιγ). Καθώς δέ οί Απόστολοι καθίσουσιν έπΙ δώ- 
δεκα θρόνους, κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοΟ Ισραήλ, 
χαθ' δ έκήρυζαν Εύαγγέλιον, ούτω καΐ οί έφεξ^Ις ποιμένες 
καΐ διδάσκαλοι, οί γνησίως καΐ Ιπ* εΟλογίαις σπείρα^ηες 
τ6ν σπόρον τοΟ Ευαγγελίου, κρινοΟσι τα ίδια πρόβατα καΐ 
ακροατήρια κατά τι) κήρυγμα, δ έκήρυζαν. Μακάριοι οί κή- 
ρυκας καΐ οί άκροαταί, είς ους έφαρμοσθήσεται ό λόγος τοΟ 
θεορρήμονος Παύλου• «Καύχημα ημών έσμεν, καθάπερ 
χαΐ ύμεΓς έντϊ) ήμέρς: τοΟ Κυρίου ΊησοΟ» (ιδ). "Ινα τύ;^ω- 
μεν εκείνου τοΰ μακαρισμοΟ καΐ τοΟ καυχήματος, πορευ- 
θέντες, αδελφοί μου, μάθετε τίέστι τ6 είρημένον «Ό έχων 
ώτα άκούειν άκουέτω». 

Τω δι Θεώ, τω διδόντι τά ώτα καΐ τ6ν λόγον καΐ τδν 
δι* αυτών άγιασμόν, πρέπει ^όξα, τιμή και προσκύνησις 
είς τους αΙώνας τών αιώνων. Αμήν. 



(ιγ) Μκτθ. ιβ'. 141. 
(ι^) Κορ. Α'. α, 14. 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^ϋγΟοο^Ιε 



= 108 = 

Γ' ΛΟΓΟΣ 
ΗΦ&\ΗΘΕ1Σ Ελ^ ΤΔι ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑ^ ΝΑΔι, 

ΤΗ ΕΟΡΤΙί ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ, 
ΤΗ 30 ί\ΐνθν\ΡΙθν ! 865. 

ΥΠΟ ΤΟΓ ΑΪΤΟΓ 
ΣΧΟΛ νΡΧΟΓΝΤΟΣ ΚΝ ΤΙΙ ΜΚΓλΑΙΙ ΤΟΓ ΓΕΝΟΓ^ ΣΧΟ\Π. 



«Ύ^αιΙ; ίστζ το ψώς του χοτίΛου» (ΜχτΟ. έ., ! 4) 

ΤΜΒΐ£ οί τοΟ ΧριστοΟ Άπάττολοί χαΐ οί των Αποστόλων 
έ(ά$οχο(, ^ι^άσχαλοί χαΐ ο( έν Κυρίω παι$£υομ.ενοι, καΐ π&ν 
10 περιούσιον τ^ς χάριτος πλήρωμα, ύμεΤς έστε τ6 φως τοΟ 
κόσμου, τοΟ χόσμου των πιστών χαΐ των απίστων. Αυτή 
ή σωτήριος φωνή τοΟ ο&ρανίου διδασκάλου χαΐ καθηγητοΟ 
ημών, ω χριστοφόρον χαΐ περιφανές καΐ πανσεβάσμιον εκ- 
κλησίασμα, περί παντός γνησίου τοΟ Σωτήρος μαθητοΟ 
άληΟεύουσα, ευρίσκει την έφαρμογήν αυτής καΐ σήμερον, 
οπότε ή άγιωτάτη νύμφη τοΟ επουρανίου βασιλέως, τα ιερά 
αυτής και ένΟεα ςίσματα καΐ τους λιβανωτού^ καΐ τάς λυ- 
χνίας καΐ τάς Ιερατικάς καΐ ίεραρχικάς καΐ πατριαρχικάς 
στολάς καΐ τ6ν πυκάζοντα λα6ν καΐ δλην τήν ^σιλικήν 
καΐ ούρανοπρεπή αυτής μεγαλοπρέπειαν ήμφιεσμένη, τήν 
πανσεβάσμιον πανηγυρίζει μνήμην τών τριών μιεγάλων, 
οικουμενικών καΐ θεοσόφων διδασκάλων καΐ ίεραρχών, ων 
ή πανυμνητος καΐ τρίφωτος τριάς τήν φεγγοβόλον αγιότητα 
καΐ γνώσιν έν ένΐ πυρσφ κοσμοφανεΓ συνάψασα ίδωκε τη 
Έκκλησίφ τρία φώτα όμοδΰναμα μιδς τρισσοφαοΟς λυχνίας, 
κρεμάμενης έν έκείνω τφ ναφ τών πρωτοτόκων, τφ ναφ 
ιοΟ ούρανοΟ. 

Τους δέ φωτολαμπείς τούτους πατέρας πανηγυρικώς 
^νευφημοΟσα χαΐ έγκωμιάζουσα ή θεόφρων Εκκλησία, ού 



^ 109 = 

^^ιίνον ώς τί^ζ ουρανίου άληθίία; Οεσπίσίους δίδατκάλους 
καΐ τ^ς ιτλάνης καΟαιρέτας^ άλλα καΐ ώς προστάτας 'υών 
άπανταχοΟ διδακτηρίων, αυτών την ίσχυράν άντίληψιν 
καΐ την καρποδότιν ευλογίαν ίπ' α6τά ίπικαλείται καΐ έπΙ 
αήν έν αΟτοϊς παιδευομχνην νεολαίαν, δπω;, τΙ]; σοφίας 
μυουμένη τα μυστήρια, τύχη καΐ τ^ς άνωθεν ίλλαμψεως 
καΐ τί); δαδουχίας των Οεοφωτίστων ίεροφαντών αυτ?;ς• 
ΚαΙ συνεορτάζει λοιπόν σήμερον έν τη μ'^μη των τριών 
τοΟ παναγίου καΐ φωτοπαροχου Πνεύματος σαλπίγγων τ6ν 
Ιπίτειον έγκαινιασμ^ν τών ίπιγείων οίκων τ^ς σοφίας, ώς 
τηγών τοΟ λογικοΟ καΐ νρεροΟ φωτ^. Δια δέ τοΟτο Ιερά 
έπιιελοΟσα και δημοτελ^ϊ} μνημόσυνα, καΐ την άναίμακτον 
Ιλαστικήν Ουσία ν προσφέρουσα, αγιάζει μέν τους τα διδακτι- 
κά ψυχοτροφεΓα 2πως δη ποτέ προαγαγόντας καΐ εύεργετή- 
σαντας• την δΐ άρίζηλον καΐ μακαρίαν «αυτών μνήμην 
παραπέμπει εις την τών γενεών άβιον εύγ\ωμοσύνην καΐ 
άνευφημίαν καΐ μίμησιν διότι θεοφρόνως καΐ οδτοι ζηλώ- 
σαντες τους έορταζομένους, φώς έγένοντο τοΓς άδελφοίς, ή 
αύτοΙ διδάξαντες ή τους διδαξαντας και διδαχΟέντας λόγω, 
ϊργω, άργυρίω καΐ πολιτική δυνάμει εμψύχωσα ντες. 

Όπου δ* έπΙ τών μικρών καΐ ενοριακών σχολείων ε6σε€ές 
νομίζεται καΐδσιον τΐ συνάττειντήν τών ιεραρχών Οεοφεγγί^ 
καΐ Οεοτίμητο^ πανήγυριν μετά τής άναμνήσεως τών της 
παιδείας ευεργετημάτων, πόσω θεοφιλέστερον καΐ ένδοξό- 
τερον, ίάν ή κοινή και φωτοφόρος μήτηρ τής ορθοδοξίας, ή 
τά έργα και την πίστιν αληθώς Μεγάλη Εκκλησία, ποιή- 
στ) το α6τ6 περί Σ χ ο λ ή ς Μ ε γ ά λ η ς. Εθνικής καΐ 
Π α τ ρ ι α ρ χ ι κ ή ς και πρώτης Ιν τφ καθ* ήμας όρίζοντι^ 
έν ή πνευματικώς και ηθικώς έτράφη ή πατρίς ημών; Ό 
|χέγας "αυτής πρόεδρος καΐ οΐ συλλειτουργοί ποιμένες τοϋτο 
ποιοΟσι κατά πρώτον σήμερον, άπ6 πολλοΟ άμεληθέν, έκεϊ- 
νο πάντως καΐ διά τής σεβασμίας καΐ κατανυκτικωτάτηί 
ναύτης τελετής βεβαιοΟντες, δτι ή δρθόδοξος ιεραρχία^ μ&- 



= 110 α= 

{ΐιηταΐ ιών θεηγόρων Αποστόλων καΐ παιέρων χρη^Λ-α'ίΐ- 

ζοντες περί τ^ν ζ•?)λον χαΐ την πίστιν, μίαν οί πάντες «έ• 
φουσι γνώμιην έν τί) ψυχί), μίαν φωνήν καΐ πνοήν• «τον 
φωτισμών χαΐ τ^ν καταρτισμών πάσης ψυχ-ί); προς τήν έπί- 
γνωσιν τ•?]ς αληθείας χαΐ πρ6ς τήν ένίτητα τ^ς πίστεως». 

ΈχεΙνο δέ τ?]ς σημερινές διττί]ς χαΐ λαμπρούς πανηγώ- 
ρεως το χεφάλαιον, δτι πνεΟμα χαΐ φως ή τ^ς έορτί)ς ύτεο- 
§εσις• πνεΟμα ομοίως χαΐ φως διαχέει καΐ τ^ Ευαγγελικών 
ανάγνωσμα• «ύμεΓς Ιστέ τ6 φως τοΟ χόσμου», λέγει πρ^ 
του; μαθητάς αυτοΟ ό Κύριος• τα δΐ φωτεινά αυτών Ιργα 
πρ^ς πόλιν παραβάλλει ύψηλήν χαΐ περίφαντον χαΐ πρ^ 
λύχνον, άπ6 τ•?); λυχνίας πάσι τοΓς έν τη οίχία τοΟ ΘεοΟ, 
τη Έχχλησίί^, τήν ο&ράνιον τοΟ Ευαγγελίου λάμψιν λάμ- 
ποντα• «ού δύναται πόλις χρυβ^Ιναι, επάνω δρους κειμένη, 
ουδέ χαίουσι λύχνον καΐ τιθέασιν αυτόν ύπ6 τον μόδιον, 
αλλ* έπΙ τήν λυχνίαν, καΐ λάμπει πασι τοις έν τη οΐχί^». 

Πανάγιοι ^Απόστολοι και ίεράρχαι χαΐ οί τούτων πρώ- 
τοι ζηλωταί, οί τ•?)ς επιστήμης και τής αληθείας πρώτα- 
γωνισταΐ καΐ προβουλοι, δεΟτε παράστητε εΙς τήν εύλογη- 
μένην ταύτην Έκκλησίαν τών οσίων καΐ δείξατε 
δια τής άσθενοΟς μου γλώσσης τ6 φως τών ημετέρων έρ- 
γων φώς τοΟ κόσμου. 

« Υαβις ί^η το φώς του χούμου». 

Α'. ΚαΙ τί άλλο υπήρξαν έπΙ γής, αγαπητοί, οί χρι- 
στοκήρυκε; Απόστολοι, ειμή οί καιόμενοι και φε'^,'γοβολοι 
λύχνοι τής Εκκλησίας, εΙμή τα παγκόσμια φώτα, τα τήν 
οίκουι^ένην πασαν φωτι τής άληθοΟς θεογνωσίας καταυγά- 
σαντα, καΐ πδν το περικεχυμένον σκότος τής άθεου χαι 
γλωσσάλγου πλάνης διαλύσαντα, και είς τάς ιρί&ουζ τήζ 
άγιωσύνης σύμπασαν τήν ανθρωπότητα ποδηγετήσαντα ; 

Β'. Τί δέ οί μετά τους δώδεκα τρεις απόστολοι ; Από- 
στολοι άναφανέντες τήν κλήσιν καΐ το φρόνημα, τάς πράξει; 
καΐ τήν διδαχήν, απόστολοι τήν πίστιν άμαχοι καΐ τήν 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 111 » 

άΤ^ήθειαν άκαταγώνιστοι, τάς γνώσεις φωτεινοί καΐ κατά: 
-πάντα λάαποντεί:, ώσεί ΟεοφεγγεΓς χαΐ άπλανεϊς άστβρες 
έν τί) Έχκλησίφ τοΟ ΧριστοΟ, έδ^^ούχησαν καΐ καθα>δή- 
γησαν πρ^ς τον Θι6ν τόν ζώντα καΐ εις την δντως έπιστή- 
μ.ην τ6ν έν νυκτΐ τοΟ άφεγγοΟς καΐ άσελήνου ιούτου βίου 
Ίτορευίμενον άνθρωπον. Όλος α&τών ό ίνθεος βίος, εΙς την 
-ποιμαντικήν λυχνίαν εκχυθείς ως ίλαιον, διετήρησεν άκ|ΛαΓον 
καΐ άσβεστον έκεΓνο τ6 άκήρατον φως τγ5ς άποστολικτ)ς 
Εκκλησίας, δπερ ό έπ' έσχατων σαρκωθείς Θεός Λίγος 
άνί)ψεν εΙς τ^^ς υφηλίου τα τετραπέρατα. ΟΙ τρισόλβιοι 
ιτατέρες, κοπάσαντες τη θεία δυνάμει τάς αγρίας λαίλα- 
τιας τ^ς χριστομιάχου καΐ τ.νευματομιάχου καΐ τ•?]ς άλλης 
αίρεσιακής κακομαθίας, την δέ όφρυν των απηνών αρχόν- 
των τοΟ κόσμου τούτου καταβαλόντες, καΐ τους πιστούς 
έδράσαντες έπΙ τδν άρραγ'Ρ] θεμέλιον των ευαγγελικών 
αληθειών, περιεπύργωσαν καΐ κατωχύρωσαν τ6ν σελασ- 
φόρον καΐ οΟρανομήκη φάρον τ'ί)ς δρθοτόμου και άληθε^- 
ογενοΟς εύσεβείας έν μέσω τοΟ βιωτικοΟ καΐ άγωνιστι- 
κοΟ πελάγους τ?)ς οΟρανοδρόμου Εκκλησίας. 01 λόγοι καΐ 
αΐ συγγραφαΐ αΟτών, δια κατορθωμάτων ίσαγγέλου πολι- 
τείας έπισφραγισθέντα καΐ δίκην σπόρου άγαθοΟ έν τω λι- 
. πάρω άγρώ τ^ς Εκκλησίας ένσπαρέντα και δια τ'?)ς ου- 
ρανίου δρόσου καΐ άκτϊνος τί^ς άγαθοβρύτου χάριτος άδρυν 
θέντα, έξήνθησαν καΐ έξεκάρπωσαν ου μόνον το λαμπρόφω- 
νον και μυριόστομον παράδειγμα τ•?)ς άρετ'?]ς, άλλα συνά- 
μα καΐ την τών σεπτών δογμάτων έκφαντορικήν ύψίνοιαν 
καΐ τί)ς τών δντων φύσεως την μετά ^εοΚό-^ιου επιστήμης 
διατράνωσιν και τών οικιακών τε καΐ κοινωνικών ηθών την 
ένΧριστφ τελειοτέραν διακόσμησιν. ΚαΙ άνεδείχθησαν λοι- 
π6ν οί θεοφόροι ούτοι θαυμάσιοι πατέρες τών διδασκάλων δ 
στέφανος καΐ τί]ς Ιεραρχίας πάσης ό ύπογραμμ6ς καΐ πάν- 
των τών Χριστιανών το ίερώτατον καΐ πάντιμον σέβασμα, 
κα66 τών ίερών άδυτων τοΟ ΘεοΟ έ λ α Ι α ι καΐ λ υ χ ν ί α ι 



Χ=: 112 = 

νοη^ταΐ καΐ αΐώνιαι (Άποχαλ. ια', 4)• βύμεί; έστε τ^ φώί 
^οΟ κόσμιου». 

Γ'. ΌποΓοι δέ τίνες ύιτ"?5ρξαν καΐ οί σ-ίιμ.ίρο'^ πανταχ^Ο 
'τί); εύσεβούσης οίκου{Λένης μιετ' ευγνωμοσύνης έγκαροίοι> 
μνημονευόμενοι καΐ εύφημουμενοι δομήτορες καΐ σόνδρομοι 
ε&εργέται ιών γραμμάτων χαΐ τ?5ς ίπιστήμης, τοΟ ηλίου 
τούτου των ψυχών, καΐ τοΟ λογικοΟ φωτ^ς τ^ς διανοίας οί 
έκφάντορες ; "Ιδετε, αγαπητοί μου αδελφοί, τά έργα των 
χειρών αυτών, έργα φωτογόνα και οίκοδομητικά• αγώνας 
καΐ μόχ&ους, συνεισφοράς και δωρεάς καΐ κληροδοτήματα, 
υποτροφίας χρηστών καΐ ενδεών μειρακίων, εκδόσεις συγ- 
γραμμάτων, συντηρήσεις καΐ Ιδρύσεις σχολείων και μου- 
σείων, πολυτεχνείων καΐ βιβλιοθηκών, διδασκαλίας καΐ 
συγγραφάς θεοφιλείς καΐ βιωφελεστάτας. Τούτους τους α- 
δρούς αΟτών καρπούς ίδετε, καΐ θαυμάσατε καΐ τά ευλογημέ- 
να ταΟτα καΐ καρποφορώτατα ι1]ς Εκκλησίας δένδρα, ών 
ήδη μετεφύτευσέ τίνα εις τοΟ ούρανοΟ τά άλση ό επουράνιος 
κοσμοφυτουογός πρ6ς αίωνίαν άνάπαυσιν καΐ πρ6ς αμάραν- 
του δόξης άνθηφορίαν καλλιστέφανον. 

Ιον. Ουδένα έξ υμών λανθάνει, 8τι τ6 χαρακτηριστικώ- 
τατον καΐ αδιάψευστον γνώρισμα τοΟ τελείου Χριστιανού^ 
τ6 γνώρισμα, δι* ού ό τοΟ Σωτήρος γνήσιος μαθητής δια- 
γινώσκεται άπΙ> τών κοινών καΐ χαμαιζήλων ανθρώπων, 
έστΙν ή προς τον πλησίον αγάπη• ουχί ή ιδιοτελής καΐ μέ- 
σον τών χειλέων σβεννυμένη, άλλ' ή καρποφοροΟσα έργα 
καΐ άλήθειαν, τήν αγαθοεργών ύπηρεσίαν, ήτις τήντοΟ πλη- 
σίον οίκοδομήν και τελειότητα κατεργάζεται. «Τεκνίαμου, 
λέγει ό επιστήθιος Ευαγγελιστής, μή άγαπώμεν λόγω μη- 
ίέ γλώσσϊ), άλλ' έργω χαΐ αληθείς ι> [Ίω. Α\ γ',' 18). 
Ταύτης τής αληθινής κα! ί\ίρ>(ου αγάπης αΐ θδοχαρίτωτοι 
θυγατέρες, ή φιλαδελφία καΐ φιλοπατρία, ή φιλογένεια και 
ή πρωτότοκος φιλανθρωπία, διακρινόμεναι αλλήλων μόνον 
κατά τον εύρύτερον ή στενότερον κυκλον τή; ενεργείας 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



:ι= 113 = 

αΟ'τών, αί δέ πδσαι τοΟ χριστιανισμιοΟ την φύσιν έξήγοΟσαι, ■ 
χα θ* δν οΐ Ίΐάντε; αδελφοί αλλήλων ύ/ιάρχοντες καΐ μέλη 
αδιάσπαστα τουένίς έχκλησιαστιχοΟ τε χαΐ κοινωνικοΟ σώτ 
μ-ατοή, όφείλομεν άλλήλοις να ύπηρετώμεν, καΟώ; και έ 
Χριστός «ούκ ήλθε δΕακονηΟ?]ναι, άλλα διακον•?)σαι, καΐ 
δοϋναι τήν ψυ/ήν αύτοΟ λύτρον άντΙ πολλών» (Μάρκ. ι', 
45), Ήασαι τείνουσιν εις τ6 να καταστήσωσι τήν Έκκλη- 
σίαν χαΐ τήν κοινωνίαν μίαν αδελφότητα, τ?)ς οποίας 2κα- 
στον μέλος, επίσης φιλάδελφον, ουδέν λογίζεται Γδιον, Ιφ' 
δσον τά άλλα μέλη στερύΟνται καΐ πάσχουσι. ΤοιοΟτο 
πνεύμα 'ζωο'ΐίοι})>^ καΐ ούράνιον ένέπνεε καΐ έζωογόνει τους 
μαχαρίους χρόνους των Αποστόλων, ίπότε δλη μεν ή πί- 
στις χαΐ ή έλπίς τοΟ χριστιανοΟ έξεκενοΟτο εις τήν άγάπην 
δλη δέ ή αγάπη μετουσιοΟτο είς τήν πίστιν καΐ τήν ελπίδα. 
ΈντεΟΟεν καΐ «του πλήθους των πιστευόντων, γράφει ό 
Οεηγόρος Λουκάς, ην ή καρδία καΐ ή ψυχή μία• καΐ ουδέ είς 
τι των υπαρχόντων αΟτψ έλεγεν ίδιον είναι, άλλ* ην αύτοΓς 
άπαντα κοινά» (Πρ. δ', 32). Ευλόγως άρα δ μέγας των 
εθνών Απόστολος σύνδεσμον τής τελειότητος 
(Κολοσσ. γ', 1 4) δνομάζει τήν άγάπην. Διότι πάσας πάν- 
των τάς δυνάμεις καΐ τάς κλίσεις εΙς μίαν συγκεφαλαιουσα 
τήν φιλάνθρωπον, παράγει δ τι μέγα καΐ λαμπρον έπΙ τής 
γής• καθότι, έν ω ό είς πολίτης ενεργεί υπέρ πάντων, οί 
πάντες υπέρ τοΟ ένδς συνεργάζονται. Μάρτυρες 'ζούτου τά 
πανταχοΟ δημόσια καΐ ιδιωτικά τί]^ φιλανθρωπίας καιτής 
εκπαιδεύσεως καταστήματα, αΐ τόσαι αληθώς κολοσσαίων 
ίργων δημιουργοί άσφαλιστικαΐ καΐ άτμοπλοΓκαΙ καΐ σιδηρο- 
δρομικά! καΐ τραπεζιτικαΐ καΐ έκπαιδευτικαΐ καΐ μυρίαι δσαι 
εύεργετικαΐ έταιρίαι, αίτινες πασαι ουδέν άλλο είσΐν ή 2κ- 
φρασις τής έκ των πολλών γνωμών προκυπτούσης μιδς δμο - 
θύμου και φιλάνθρωπου γνώμης και του άπο πολλών ιδιωτι- 
κών βαλαντίων πληρουμένου ένος κοινοΟ βαλαντίου. 

Τούτων ούτως εχόντων, ινα παρασιωπήσω τά κλεινά 

ΤΟΜΟΣ Α'. υφζβ6ϊ,ν<&ΟΟξΙ^ 



>= 114 » 

"χαΐ σεβαστά δν^ματα των σημιερινών καΐ χθεσινών εύεργε-* 
των τοΟ άπανταχοΟ πανελληνίου, τίς ήθελεν άρνηθί) τήν 
χριστομίμητον καΐ φωτοδότιν χαΐ σωσίπολιν φιλογένειαν 
εις τους ίίαλαιτέρους άοιδίμιους πατριάρχα^ καί άρχιερει^ς, 
τους άρχοντας χαΐ ηγεμόνας, τους έμπορους καΐ τεχνίτας^ 
εις ους μετά Θε^ν οφείλεται πάσης τ^ς πολυπαβοΟς καΐ εύ- 
σεβόφρονος Ανατολής δλη ή πνευματική τε καΐ κοινωνική 
σωτηρία καΐ Οπαρξις; Όντως μακάριον καΐ παναοίδιμον 
τ6 μνημόσυνον ανδρών, οίτινες δια τ?5ς πανδώρου φιλογε- 
νείας καΐ τοΟ φωτεινοΟ παραδείγματος έγένοντο τ^ φώς ορί- 
ζοντος ίτΑ μακράν έζοφωμένου. 

δον. Ναί• άλλα δέν είπα τδ κυριώτερον. Διαφέρει φιλο- 
γένεια φιλογενείας, καθώς καΐ ωφελείας ωφέλεια. Ούδ' 
έτίμησέ τις πώποτε την δσφρησιν, την γεΟσιν, τήν άφήν 
υπέρ τήν άκοήν καΐ τήν δρασιν, δι' ων διδασκόμεΟα τά χα- 
λά καΐ άγαΟά, τά αληθή καΐ σωτήρια. Άξιόμισθοςμέν καΐ 
μεγάτιμος παρά Θεώ καΐ άνθρώποις ό δπως δήποτε περι- 
θάλπων τδ σώμα τοΟ χρείαν έχοντος• καΐ κατά τ^ Ιερον 
Εύαγγέλιον, ο& μή άπολέση τον μισθδν αύτοΟ ουδέ ό μόνον 
έν ψυχρ6ν ποτήριον ύδατος προσενεγκών εις τοΟ Κυρίου τα 
δνομα. Άλλ' έάν ό δντως άνθρωπος δέν είναι τδ σώμα, 
άλλ' ή λογική καΐ θεοειδής ψυχή• ταύτην δέ τρέφει καΐ τε- 
λειοϊ διανοίας μέστωσις καΐ καρδία ήθοποιήμένη• ω, τότε 
τοΟ ανοίγοντας τους θησαυρούς αύτοΟ πρδς τδ φωτίσαι τήν 
ψυχή ν καΐ τοΓς έργοις απόδειξα ι θεοΟ πανσδφου καΐ ύπερ- 
τελείου εικόνα, τοιούτου ευεργέτου ή άξιομισθία καΐ δόξα 
πολύ απολείπει πδνσωματικδν φιλανθρώπευμα. Διότι, κα• 
θώς ό τοΟ σώματος όφθαλμδς δίχα τής ηλιακής άκτϊνος ή 
τοΟ τεχνητοΟ φωτδς οΰτ* εύθυδρομεΤ, ουτ' 'εύστοχεΤ, ούτε 
δλως βλέπει• άπαραλλάκτως καΐ ό ψυχικδς άνευ τής θείας 
άκτΓνος ή τοΟ λογικοΟ φωτδς τής παιδείοις έν ζόφω μένων 
πλανδ τδν άνθρωπον άνω καΐ κάτω, ώστε ν' άγνο*^ τδν 
ποιητήν και τδ ποίημα, τδν Θεδν καΐ τδν κόσμον ν' άγνο-ρ 



^ 



= 115 = 

-ιτς^εν Σρχετάι, ιτοΟ υπάγει καΐ ποΓος είναι. «Αδελφοί, λέ* 
γεί ό θειος Ιάκωβος, έάν ':ις έν ύ[χίν πλανηθή άπ6 τ?)ς άλη-* 
θείας καΐ έπιστρέψη τις αυτόν, γινωσκέτω δτι . . . . σώσει 
ψυχήν έκ θανάτου καΐ καλύψει 'πλ?)θος αμαρτιών» ('Ιακ. ε', 
20). Άλλ' ό συντρέχων προς διάδοσιν ττ)ς αληθινές παι- 
δείας τί άλλο ποιεΓ ή διαφωτίζει τάς οδούς τοΟ ανθρώπου 
καΐ χειραγωγεΓ αύτδν εις τήν άλήθειαν και μακαριότητα; 
— ΚαΙ άλλως μόνον δια τ•?5ς παιδείας δύναται να έπαλη- 
θεύσιρ τ6 κοινώς λεγόμενον, 8τι «Τδ πνεύμα διευθύνει ή 

πρέπει να διευθύνη τήν υλην» *ΥμεΓς δέ καΐ εις άλλο 

αποβλέψατε. Πάσης άλλης εύποιίας καΐ φιλανθρωπίας ή 
ενέργεια περιορίζεται εις ολίγα έτη καΐ άτομα• ή δέ παι- 
δεία καΐ αΐ περί ταύτην ευεργεσίαι δρια έ/ουσι τήν οίκου- 
(χέ•/ην καΐ τους αιώνας. Πόσους έδίδαξεν ό Πλάτων, πόσους 
δ μέγας Βασίλειος, καΐ πόσους τοΟ λοιποΟ διδάξ^υσι ; Πό- 
σους έν^ς ίκανοΟ διασκάλου δέκα κατηρτισμένοι καΐ καλ- 
λίκαρποι μαθηταί, καΐ πόσους άλλους οί τούτων μαθηταί; 
Βεβαίως τοΟ θείου καΐ άπλετου φωτός τ6 καθαρ6ν άκτινο- 
βόλημα, ή παιδεία καΐ ή τούτου μεταλαμπάδευσις δέν ήτο 
δυνατόν ναέ/ ωσι περιωρισμένα δρια. 
. οι μνημονευόμενοι εύεργέται εύηργέτησαν ούχΙ σώματα 
μόνα, άλλα τ6ν δλον άνθρωπον, μάλιστα τ6ν πνευματικόν, 
φροντίσαντες περί τοΟ νοεροΟ φωτισμοΟ, δι' ου τελειοΟται 

»%αΙ ακμάζει ή ψυχή όμοΟ καΐ το σώμα, ή κοινωνική καΐ 
ηθική χατάστασις- 
3ον. *Αλλά παρ' ολίγον έλησμόνουν τοΟ ορίζοντος καΐ 
τί^ς ημέρας τ6 οΰσϊωδέστατον. Πάσης πράξεως ή αξία με- 
τρείται ούχΙ μόνον κατά τ6ν σκοπον καΐ τήν προαίρεσιν τοΟ 
ιτράξαντίς, άλλα και κατά το έξ αύτ^ς προερχ^όμενον δφε- 
I λος^ εθνικών ή έπιτοπίον, διαρκές ή βραχυχρόνιον, εν ήμέ- 

I ραι; ευφρόσυνη ς καί πλούτου, ή κινδύνων καΐ στερήσεως. 

Μ Ή λεγομένη Μεγάλη τοΟΓένουςΣχολ ή, ήςοί 
■ ζώντες καΐ οί εν Κυρίφ κοιμηθέντες παντοίοι εύεργέται σή- 



= 116 = 

μερον αγιάζονται, ι?ι άληθεία δεν είναι (Λεγάλη ούτε χα• 
τα αήν ευρύτητα καΐ λααιτρότητα τ•?)ς οΙκο8ομ.?ις, ούτε κατά 
τάς πολλάς δεκάδας των διδασκάλων καΐ τάς πολλάς έκα- 
τοστυας των υιαθητών καΐ (χόλις την σήιχερον δικαιο? τ6ν 
μέγαν τίτλον ή πρ6ς πάντα τα τοΟ κράτους τούτου χριστι- 
ανικά σχολεία σχετική υπεροχή έν μαθήμασι καΐ διδασκά- 
λοις καΐ μιαθηταΓς, έν οίς καΐ έτερόφυλοί τίνες τοΟ κάλλους 
καΐ τ?]ς ευγενείας των ελληνικών Μουσών έρασταΐ σωφρο- 
νέστατοι. Άλλ' ή σχολή αύτη πάιον έστΙ μεγάλη κατά 
τήν αρχαιότητα! π^ίσον γεραρά καΐ περιφανής κατά τον έξ 
ύπαρχ"?)ς δι* αιώνων περανθέντα προορισι/^ν αυτί)ς ! πόσον 
πάντιμος διά τάς ήθικάς υπηρεσίας, βσας έν ήμέραις οδύ- 
νης καΐ συνοχ'?)ς άφθόνως άπέδωκεν είς άπαν τ6 όρθόδοξον 
πλήρωμα καΐ είς τήν τούτου πνευματικήν καΐ άγαθοτράρον 
γενέτειραν, τήν μεγαλώνυμον καΐ μεγαλόδοξον Έκκλησίαν! 
Εϊχεν έπΙ τών Χριστιανών αυτοκρατόρων αύτη ή των 
πόλεων βασιλις καΐ τής τότε οικουμένης καθέδρα, είχε σχο- 
λήν άνακτορικήν όμοΟ και πατριαρχικήν, σχολήν γραμμά- 
των καΐ θεολογίας καΐ φιλοσοφίας, ης οΐ διδάσκαλοι, τη 
της οίκουμενικότητος περιωπή άγλαίζόμενοι, αύτοΙ έπέλυον 
τά τής ημέρας θρησκευτικά καΐ'ήθικά ζητήματα• καΐ ό λό- 
γος αυτών έγίνετο ρήτρα τής οικουμένης. Επειδή δέ σχολή 
τοιαύτη πολλών αιρετικών καΐ κακοφρόνων τάς μύλας συνέ- 
τριψεν, έντεΟθεν και πολλάκις έκλονίσθη και έτραυματί- 
σθη καΐ ένεπρήσθη καΐ έπαθεν δ τι συνήθως πάσχουσιν έπΙ 
τής γής οΐ πάντοτε όλιγοστοί φίλοι τοΟ ΘεοΟ καΐ τής αλη- 
θείας. Παρήλθον χρόνοι• έφυγον έθνη• διήλθαν καΐ παρήλ- 
λαξαν γενεαΐ καΐ σομφέροντα• καΐ επειδή αληθινή Εκκλη- 
σία δέν αποθνήσκει, καν πάθγ) τά πάνδεινα, ή πρωτότοκος 
αυτής θυγάτηρ, ή κοινή σχολή, υπ' άλλο άλλοτε σχήμα 
καΐ δνομα, πάντοτε μέγα καΐ εύκλεές, οίον «Σχολή Πα- 
τριαρχική, Επιστημονικών Μουσείον ή Φροντιστήριον, Φι- 
λοσοφική, ή Εθνική, ή Μεγάλη του Γένους Σχολή», συνοί- 



= 117 = 

ναδυομένη μιετά τί)ς ναυαγησάσης έθνικί)ς Ικμάδος καΐ δ^ 
ξης χαί, ώς [χυθευόμιενος φοίνιξ, άπδ 'ζ^]ς τέφρας 0(,ύτ1]ς άνα- 
Ορώσκουσα, διατελεί υπέρ τά διακάτια ήδη έτη κατά συνέ- 
χειαν άπηχοΟσα τ6 ήδύφωνον καΐ άν0υπνωτικ6ν κελάδημα 
των πατρίων πτηνών τοΟ έπιστημονικοΟ Ελικώνος, ότΙ 
μέν θρηνητικ^ν καΐ βραγχώδες, ότέ δέ τορ6ν καΐ τραν^ 
φβογγον καΐ ίπι μάλλον έαρινόν. ΚαΙ καθάπερ κιβωτός θεο- 
παγης, γλώσσαν και παιδείαν έποχοΟσα καΐ ττϊν έθνικήν 
παράδοσιν καΐ τ^ν μαργαρίτην τ•?]ς θρησκείας τών πατέρων 
άνασώζει είς τάς χώρας τών τριών σοφών Ιεραρχών τ6 
φώς τί)ς άρχαιομαθείας, προπέμπουσα μυρίας φωτεινάς ακτί- 
νας τών μαθητών αύτ?)ς, ώς προαγγέλους προσεχοΟς άνα- 
τ9^γ)ς τ^Ις ήλιοφεγγοΟς παιδείας, ήτις έξ έσπερίων κλιμά- 
των παλινδρομεί είς την κεντρικήν έστίαν, ίνα άρύσηται 
ζωήν καΐ τόνον, καθώς τ6 αίμα τών φλεβών έν τη καρδί^ί. 
Όστις άνέγνω, δέν λέγω αρχαιότερα, άλλα τά γράμ- 
ματα τών αειμνήστων πατριαρχών, τοΟ τε πρ6 ένος αιώ- 
νος μετά Σαμουήλ εκείνον τ6ν κλεινόν πατριαρχεύσαντος 
(1768) σοφοΟ καΐ φιλογενεστάτου κυροΟ Μελετίου καΐ τοΟ 
εύκλεώς κοσμήσαντος δυο θρόνους πατριαρχικούς κυροΟ Σω- 
φρονίου (1774), καΐ τ6 πολύχουν καΐ μελίγηρυ του πεπνυ- 
μένου τής Κυζίκου μητροπολίτου Ιωακείμ υπόμνημα περί 
τής έν αρχή τής έκατονταετηρίδος ταύτης (1 804) είς Ξη- 
ρσκρήνην μεταφυτευθείσης εθνικής σχολής διά τής εγκω- 
μίων κρείττονος περινοίας καΐ φιλογενείας τών περικλεών 
Μουρουζών Δημητρίου καΐ Πζναγιώτου. — Αιωνία υμών 
ή μνήμη τρΙς και τετράκις, αθάνατοι Μουρουζαι, άνθ' 8σων 
έλαλήσατε καΐ έπράξατε καΐ ύπέστητε υπέρ τής σχολής 
εκείνης! Ύμείς συνετώς προείδετε, δτι έν τψ άθορύβω έκεί- 
νω καΐ άσφαλεστάτφ καΐ εύρυχώρω περιβόλφ, 8ν κατα- 
γλαίζουσι καΐ περίοχυροΟσιν ακτή Βοσπορική και δάσος 
σκιερών καΐ ^ουνοΌ στεφάνη καΐ χλοερά καΐ πάντερπνος 
κοιλάς, τιίτυς καΐ φιλύραι^ ζέφυρων αθύρματα, καΐ κελαρύ- 



=:= 118 = 

ζούσα υδάτων άεννάων διαύγεια καΐ αηδών λιγυρ^ν [χελω- 
δοΟσα• έν σχολή, δπου συ^φ^ου^ μαΟηταΙ καΐ διδάσκαλοι, 
εκεί καΐ αΐ φιλέρημιοι ΜοΟσαι πολλήν καΐ άφθονον ήθελον 
άπο|>έρει την παγκαρπίαν, την ήθικήν καΐ την έπιστήΐΛονα. 
Άλλα . . . άλλα τοΟ προκαλέσαντος την διάλυσιν ού |χή 
μινησθ^ τ6 δνομα μετά των ευεργετών. — Όστις έκεΓνα εΖ- 
δε τά υπομνήματα καΐ τά άληθέστερον μάλλον ή ποιητι- 
κών γεγραμμένα παρ' άνδρ6ς Βυζαντίου πολιοκροτάφου καΐ 
πολυίστορος, έν Ξηροκρήντ) μαθητευθέντος, ίκεΓνος ίπλη- 
ροφορήθη, δτι ή τοΧς χρδνοις πολιά καΐ δυσίχνευτος αΰτη 
σχολή, καθάπερ έν άνύδρφ έρήμφ πηγή πολύκρουνος, ανέ- 
καθεν έπλήρου ούχΙ έργον ένοριακοΟ παιδευτηρίου, άλλα 
τ6 πρίτυπον πανεπιστημίου τής Ανατολής, χορηγοΟσα, ως 
έπικαρπίαν ένιαύσιον, πρ^ μέν τήν Εκκλησία ν αρχιερείς 
καΐ θεολόγους καΐ Ιεροκήρυκας• προς δέ τήν κοινωνίαν διδα- 
σκάλους, άρχοντας καΐ υπαλλήλους έν ταίς ήγεμονικαΐ; 
αύλαΤς• προς δέ τ6 κράτος ιατρούς καΐ νομοίστορας, συμ- 
βούλους, γραμματεϊΐς, διερμηνείς, διπλωμάτας καΐ ηγεμόνας• 
ένΐ λόγφ, άπαν εκείνο τ6 περίβλεπτον καΐ εκλεκτών καΐ 
μεγαλοφυές καΐ πεπνυμένον καΐ δντως ευγενές τήν τής 
κεφαλής εύγένειαν Φανάριον τ6 φερώνυμον καΐ τηλεφανές 
Φανάριον, δπερ, ούδένα σχεδόν έχον Βυζαντιογενή, περιείχε 
σύμπαντος τοΟ έθνους τά άκροθίνια• άνδρας τοιούτους, οϊτινες 
αν δέν έγέννησαν, διωργάνωσαν ηγεμονίας καΐ βασίλεια• 
άνδρας, οϊτινες έμαίευσαν καΐ έγαλούχησαν καΐ έξησφάλισαν 
μετά πολλών κινδύνων δ,τι καλ^ν τής ημετέρας κοινωνίο&ς 
χαΐ τής Εκκλησίας έπ' αιώνας. 

Οι διδάσκαλοι εκείνης τής σχολής, σοφώτεροι τώντδτε, 
ήσαν οί πλείους κληρικοί άχρι μητροπολιτών τε καΐ πα- 
τριαρχών. Ευλόγως- διότι οί αρχαϊκοί πατέρες καΐ προπά- 
τορες ημών, καΐ πρόοδον καΐ σωτηρίαν έν τφ κλήρω βλέ- 
ποντες, δστις έστΙ τ^φώςτοΟκόσμου, έφρόνουν μετά 
•τςΟ Ευαγγελίου λογικώτατα δτι, δπου ό ποιμήν δδηγεί τ6 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 11!) =» 

ιφΛατον χαΐ ή χεφαλή τ6 σώμα, μίνον τοιαϋται πολιτεΓα^ 
•προκόιττουσι χαΐ μεγαλύνονται• Τούτων τινές μνημονεύον- 
ται όνομαστί παρά τψ Καντεμίρη• έτεροι δΐ έν τοΓς κώδιξι 
της σχολ?5ς. 

Έφοροι ήσαν πάντοτε δυο σεβάσμιοι καΐ σπουδαιότατοι 
συνοδικοί, χαΐ εις ή δυο έκ των πείρα καΐ συνέσει διακεκρι- 
μένων αρχόντων. Άλλα καΐ τηλίκοΟτοι δντες, ουδέν άφ' 
εαυτών έκαινοτόμουν έν πατριαρχικτ) καΐ εθνική σχολή, 
δίχα προηγουμένης συνοδικγ^ς διαγνώμης καΐ αποφάσεως. 

Οί μαθηταί, παντοΓοι παντα/όθεν, ήσαν άντάζιοι τ•?]ς 
άρετ?5ς ^^^ φήί^^ί^ ^^^^ καθηγητών, τοΟ ^ρίθους τών εφόρων 
καΐ τών προστατών, καΐ τοΟ βεβαίου καΐ λαμπροΟ σταδίου, 
βπερ ήνοίγετο εις τ6ν εύπαίδευτον καΐ εύφυέστατον. 

Ιδού τ6 αΟτοσχέδιον μικοογράφημα τΫ)ς δντως μεγάλης 
καΐ άκηλιδώτου ταύτης σχολής τοΟ Γένους• Γένους 
οδχΐ τοΟ γραικικοΟ, ειμή καθ' δσον άξίως τ?]ς αρχαίας αυ- 
τών φιλάνθρωπου μεγαλοφροσύνης Γραικοί έδίδαξαν Γραι- 
κοί έδαπάνησαν• Γραικοί έστήριξαν καΐέσωσαν τήνσχολήν, 
πο>νλάκίς χαΐ πολυειδώς κινδυνεύσασαν Γραικοί 2παθον• 
άλλα καΐ — Γραικοί ευδοκίμησαν• κατά δέ τα άλλα πάντα 
κοινά πα \/τ^ς τοΟ ορθοδόξου Γένους τ-^ίς επικρατείας. Επειδή 
λοιπδν έκ ταύτης τ^ς σχολγ)ς έξέρρευσαν, ώς έκ πηγ?]ς 
ζωοπαρόχου, τόσοι χείμαρροι ναμάτων τ?)ς διδασκαλίας, 
άτιερ ποτιζόμενα τά έθνη κραταιοΟνται καΐ άθανατίζονται, 
φανερόν, βτι ά^αΚο^ιος πρέπει χάρις καΐ δόξα εις τους άει- 
μνή^τ^^ς και μπγαλ^ψύχους τφωτουργούς τ^ς τηλικαύτης 
ωφελείας, άνδρας ανήκοντας ούχΙ εί^ ταύτην ή έκείνην την 
πατρίδα, άλλ' εΕς άπασαν τήν Εκκλησία ν καΐ βπου τ6 
τενευματικίν αύτη; ακτινοβολεί διάδημα, δπου αί θεόδεκτοι 
αυτής ν^/βι και ίεησεις έξικνοΟνται εις τήν γ•?;ν καΐ εις 
τοχ ουρανούς, 

Χαΐ^τε, ψυχα* τ^:Ε^όλβιοι καΐ παναοίδιμοι• πάλιν, έρώ, 
'/Λ{μ%ε' τρισμάχαρε; ύμεις• μακαρία και ή γή, ή γεννή* 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 120 = 

σασα καΐ θρέψασα υίούς τοιούτους• μακάριον τ6 Ιθνος, εΐ; δ 
δίδωσιν ό Κύριος στηρίγμιατα τοιαύτα• το έξαστράψαν οώς 
των υμετέρων κοινωφελεστατων άγαθουργιών έφεγγοβόλησε 
τ6ν τέως ζοφερών τοΟτον ορίζοντα χαΐ κατεπράΟνε δεινούς 
καΐ χρυερούς χειμώνας. Νέοι χαΐ -"(ίξ^ο'^τις καΐ οΐ ακμαίοι 
τ•?)ς νΟν και των έπερ/ομένων γενεών, δια παντός εύγνω- 
μονουντες, εύλογήσουσιν υμών την μνήμην καΐ τ6 δνομα, 
καΐ περιρρανο^σ:ν αυτά άντΙ ρόδων καΐ μύρων δΓ ευχών 
εγκαρδίων, δια δακρύων ευγνωμοσύνης. 

ΧαΓρέ μοι καΐ Σύ, πανάγιε πατριάρχα καΐ ή περί Σέ 
άγιωτάτη καΐ συλλειτουργοΟσα σύνοδος. Ή ευγνώμων χαΐ 
άείζωος Ιστορία, μνημονεύουσα εκείνων τών ανδρών, μνη- . 
μονεύσει μετ' άνευφημίας καΐ τοΟ μνημόσυνου τούτου καΐ 
τ•^ς άλλης πατρικ'ΡΙς υμών μερίμνης. Άνδρίζου, γεραρέ τ•?)ς 
εύσεβείας πρόεδρε• άνδρίζου καΐ ίσχυε εΙς τοιούτους ένδοξους 
αγώνας, αγώνας τοΰ φωτισμού καΐ τοΟ καταρτισμού τών 
ποιμνίων σου. Μόνον οφθαλμός πατρίς άγρυπνου χορτάζει 
καΐ πιαίνει τα τεκνία τοΟ ΧριστοΟ• πιαίνει τα τ5]ς Εκκλη- 
σίας κεφαλαιωδέστερα συμφέροντα, άπερ ό κόσμος άγνοών 
εύτελίζει καΐ κατισχναίνει. 

ΚαΙ ύμεΓς, ώ φίλαι κεφαλαΐ τί]ς σεμ,νοτρόψου τών καθη- 
γητών καΐ φοιτητών χορείας, οΟς έστεφάνωσε καΐ έχαρίτωσεν 
ή θεία δεξιά διά τοΟ πρώτου καΐ μεγίστου τών τοΟ Πνεύ- 
ματος χαρισμάτων, τ•^ς σοΦίας καΐ ττ^ς γνώσεως, δπο)ς, 
υ ι ο ι φ ω τ 6 ς γενόμενοι, άναδειχθ"?)τε φώς τοΟκόσμου, 
ώς ίερομύσται καΐ δ^δοΟχοι πάσης αληθείας καΐ δικαιοσύ- 
νης και χρηστότητος• καΐ ύμεΓς οΐ άοκνοι καΐ έξ άπορων 
πόρους φιλοτίμως ποριζόμενοι έφοροι καΐ σύμπαντες οΐ συνελ- 
θόντεο σήμερον εις τοΟτον τ•?5ς ορθοδοξίας τ6ν πρωτόναον 
φιλ^εοί τε και φιλόμουσοι, έξ άπαντος οι πάντες "τιμήσετε 
την έορτήν, χαΐ συν αύτη τιμήσετε τους μνημονευομένους 
άριζήλους καΐ μεγίστους εύεργέτας, ώς υίοΐ πατρφζοντες 
τους ηθικούς πατέρας• οι μίν διδάσκαλοι άφθόνως καΐ είλι• , 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 121 == 

χρινώς καΐ μετά φόβου ΘεοΟ σπείροντες τδν στίό^ΟΊ τί)^ 
ά7νηθιν•?}ς παιίείας• οι δέ μαθητευόμενοι, δεχόμενοι α6τ6ν 
εΙς άγαθήν χαρδίαν και καρποφοροΟντες άξια τοΟ Έθνους 
καΐ τής Εκκλησίας, άξια τ-ης έποχί];, άξια τοΟ λογικοΟ 
άνθρωπου, άξια τοΟ παρελθόντος καΐ τοΟ μέλλοντος• οΐ δέ 
λοι-ποί άκροατα(, έκεινο ένθυμούμενοι, δτι εκείνοι οί λαοί 
μ,ένουσι δια παντί^ς ταπεινοί καΐ δυστυχείς καΐ βάρβαροι, 
6σων τα φρονήματα συσπειρούμενα καΐ συγκλειόμενα ίν 
στενψ κλωβίφ τοΟ άτομικοΟ συμφέροντος, άλλο παρά τ6 
τφοσωπικδν εις το συγγενικών έ γ ώ δέν βλέπουσι. Τ•?)ς μεγά- 
λης εθνικής προόδου καΐ δυνάμεως προηγοΟνται μεγάλα ίρ- 
γα• έργα δε μεγάλα και βλαστάνουσιν έν τω κήπφ των με- 
γάλων καΐ γενναίων φρονημάτων, γενναίων κατά Θεόν, 
γενναίων κατά την τοΟ πλησίον ώφέλειαν. 

Συ, Κύριε Χριστέ, ή τοΟ Πατρ6ς σοφία καΐ τ?> φως τ6 
άδυτον, ό άνυψών καΐ καταρτίζων έθνη καΐ λαούς, συ δδς 
τφ σφ λαφ φως καΐ σοφίαν καΐ την χάριν σου• δ6ς όμο- 
γνώμονα διάνοιαν, φιλάνθρωπον καρδίαν, υψος καΐ κάλλος 
εύαγγελικοΟ φρονήματος, άνάγοντος εις την περιωπήν τ^)ς 
τελειότητος. ΤαΓς δέ πρεσβείαις καΐ δεήσεσι των έν τη έπι- 
γείφ καΐ έπουρανίω Εκκλησία λατρευόντων σοι καΐ διά την 
προσφερομένην σοι άναίμακτον θυσίαν τοις μέν ζώσιν εύερ- 
γέταις καΐ προστάταις των οΓκων τής σοφίας των μικρών 
και των μεγάλων δίδου άφεσιν αμαρτιών καΐ ευλογίαν καΐ 
τά άλλα αγαθά σου, τά εγκόσμια καΐ υπερκόσμια." Των 
δέ άναπαυσαμένων, όπως τά έργα λάμψαντα έπΙ τ"?)ς γίίς 
σέ έδοξασαν έν τοΓς άνθρώποις, ούτω, Θεέ δίκαιε καΐ άγιε, 
δόξασον αυτών ψυχάς καΐ σώματα έν τοϊ; Άγγέλοις σου• 
καΐ τίοΙ-ψοΊ, ίνα καθαρθέντες έν τφ αίματί σου λάμψωσι, 
καθώς ό ήλιος, έν ττ) βασιλείς σου! 

Γένοιτο, Κύριε του ελέους, γένοιτο! 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^^^γΟοο^Ιε 



= 122 => 

Δ' ΛΟΓΟΣ 
ΙΕΦΑΝΗΘΕΙΣ Κ^ί ΤΔ( ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΔι ΝΑΔι, 

Ί\{ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ, 

ΤΗ 30 ΙλΝΟΥΆΡΙΟΤ 1866, 

ΪΠΟ ΤΟΓ ΑΪΤΟΓ, 

ΣΧ0ΛΑΡΧ0ΪΝΤ02 ΚΝ ΊΙΙ ΜΚΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝ0Γ2 ΣΧΟΛΗ. 



«Τό κνιΟ^αί ίστιν ή άλήθιια* το χνιΰμί ίστι 
τό ζωοποιοΟν ή β&:ζούχ ώ^βλιΐού^ϊν». 
Οω, ς'. 63). 

ΑΤΟ και σεβασμίας (χνήμιας επιτελεί σήμερον ή τοΟ Χρι• 
στοΟ πανένδοξος Εκκλησία, ίεράρχαι θεκίτατοι (α) καΐ τ^ 
λοιπόν λογικών τ?)ς εύσεβείας άγίασμα• φοβεράν μέν καΐ 
μεγαλοπρεπή) τήν μίαν, Ιλαράν δέ καΐ κατανυκτικήν την 
δευτέραν, τήν μνήμην τ^ς δευτέρας καΐ ένδοξου τοΟ Κυρίου 
παρουσίας καΐ κρίσεως καΐ την των τριών μεγάλων διδα- 
σκάλων καΐ Ιεραρχών. ΈκεΓ τίθενται θρίνοι τών Αποστό- 
λων καΐ Προφητών, δ παλαιή τών ήμερων έν μέσφ αυτών 
μετά δόξης καθέζεται• φλ6ξ πυρ^ς ό θρόνος αύτοΟ, καΐ πΟρ 
φλέγον ο\ τροχοί αύτοΟ^ καΐ ποταμός πυρός ίλκει τφ6 τών 
ποδών αύτοΟ• χίλιαι χιλιάδες Αγγέλων καΐ μύριαι μυριά- 
δες Αρχαγγέλων δορυφοροΟσιν αυτόν φωνή δΐ σάλπιγγος 
εγείρει τους >ίΐ•^ο\}ς, ώς έξ ϋπνου, καΐ κριτήριον καθίζει άδέ- 
καστον, και βίβλοι ανοίγονται, καΐ τα κρυπτά πάντα δη- 
μοσιεύονται- φόβος καΐ τρόμος συνέχει πόίσαν τήν κτίσιν, 
προσδοκώσαν έκ τοΟ στόματος κριτοΟ δικαιοτάτου τήν ε6- 
λογίαν ή τ6 αΐώνιον ο&αι και τ6ν ολίγον αριθμόν τών σωζο- 
ρ^νων' πδσα δέ ή βασιλεία και ή εξουσία τών αρχόντων 

(α) ΤοΟ παναγιωτκτου πατριάρχου νοση'λευομινου, επτά τών 
ουν'^ί;?ςών άγίιον αρχιερέων <5ιε πέραναν τα της Ιδρλ; τελετγ,ς. 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^^^γΟοο^Ιε 



= 123 = 

τ^^; γγ5ς, άφαφουμένη δίδοται τω 'Υψίστω καΐ τοΓ; άγίοις 
αύτοΟ, ?να βασίλεύσωσιν εις αιώνας αιώνων (Δαν. ζ', ιβ'. 
ΜατΟ. κδ', 31 — 46). Έτοιμάσθητε, υίοΙ καΐ θυγατέρες τ•?]ς 
γϊ5<, διάτήνφοβεράν ήμιέραν έκείνην! Έν- 
ταΟθα δέ, τρεΓς τί^ς τρισηλίου θεότητος οΟρανοφανεΓς φω- 
στγ^ρας, τους τδν Κύριον τ•ης δόξης δοξάσαντας δια ττ^ς 
αυτών σοφίας καΐ άγιότητος, έορτάζοντες, συνεξυμινοΟμεν 
καΐ την τω Θεφ συμιζάρε^ρο"^ σοφίαν, έ$ ής άεννάως βρύ- 
ούσα, ώς έξ άδυτου ηλίου άσβεστος άκτίς, πάτα ή έν άν- 
θρώποις έπιστήμιη καΐ μάθησις λατρεύεται, ώς έν ναοΓς, έν 
τοίς [Αεγάλοις καΐ μικροΓς διδακτηρίοις ύπ6 την πνευματο- 
δότιν χάριν τοΟ Κυρίου καΐ την τών σοφών πατέρων τελεσ- 
φορον εύλογίαν. Την δέ σοφίαν γεραίροντες, κατά χρέος 
μακαρίζομεν πάντας τους κλεινούς αύτ^ς ίεροφάντας καΐ 
Ίίρωταθλητάς, τους άοιδίμους διδασκάλους καΐ συνδρομη- 
τάς, το θείον έλεος έπΙ τάς ελεήμονας αυτών ψυχάς επικα- 
λούμενοι, πρ6ς δέ την νέαν γενεάν άρίζηλον αυτούς υπο- 
γραμμ^ν φιΛομαθείας καΐ φιλογενείας προβάλλοντες. Ή 
μνήμη τών προ'^ό^ω'^ καΐ τών αρετών αυτών, άνάπτουσα 
τ6νζγ)λον δπου έμαράνθη, καΐ έξεγείρουσα την άμιλλα ν 
πρ^ς τά μεγάλα έργα, υπόκειται θεμέλιον αρραγές, έφ' οδ 
έποικοδομοΟσιν Εκκλησία καΐ πολιτεία τδ ένεστώς καΐ τ6 
μέλλον αυτών, τ6 ίνοοζον καΐ αίώνιον μέλλον του ουρανού, 
τδ μέγα καΐ μεγακλεές μέλλον της γης, άτινα ή άνω πρό• 
νοια δωρειται εις έκεΐνα τά έθνη, δσα έμεγάλυναν καΐ ύψω- 
σαν τ^ πνεύμα υπεράνω πάσης σαρκός, πάσης ύλης. 

Επειδή δέ καΐ ό Θί6ς καΐ ή κοινωνία παρά πάντων 
άπαιτοΟσιν ούχΙ τήν υλην καΐ την σάρκα, άλλα τ6 πνεΟμα, 
τ6 ζωοποιοΰν τήν σάρκα, καΐ τελειοΟν και άγιάζον τί)ς σαρ- 
κός τά έργα, ιδού υπόθεσις εις τήν διπλήν έορτήν κατάλλη- 
λος, χρησίμη πρ6 τοΟ τάφου καΐ μετά τ6ν τάφον, ύπόθεσις 
κοινωνική καΐ ευαγγελική, δτιπανταχοΟ καΐ π ά ν τ ο- 
^ ί, έν τφ ούρανώ καΐ έν τη γη, τ6 πνεΟμα νικ^ τήν 



=χ= 124 = 

υληνδ•. 4τι τδ πνεΟμάέστιν ήζωοποι^ςάλή- 
θε ι α• €τ6 πνεύμα έστιν ή αλήθεια• το πνεΟμιά έστι τ^ 
ζωοποιοΟν ή σαρξ ουκ ώφελεϊ οΟδέν». ΕΓΘε δια των πνευ- 
[Αατοδώρων προσευχών πάσης τ^ς ΙερουργοΟ Ιεραρχίας καΐ 
αοΟ έν πνεύματι χοροστατουντος και συνευχομένου φιλόθεου 
τε καΐ φιλόμουσου πρωτοποίμενος, τοΟ παναγιωτάτου ημών 
π•τρ6ς καΐ δεσπότου, οδ ή παρατεινομένη νόσος σκυθρωπά 
ποιεΓ τα τέκνα, εΓΘ* αύτ^ το ΠνεΟμα τοΟ ΘεοΟ, κατασκήνω- 
σαν έξ ορέων αιωνίων, φθέγξαιτο την ώραν ταύτην διά 
τ•?)ς άσθενοΟς μου γλώσσης καΐ τών υμετέρων καρδιών μέ- 
λος έναρμόνιον ουρανίου καΐ ζωοποιοΟ διδασκαλίας, ?να 
γένωνται τα ρήματα μου πνεΟμα καΐ ζωή είςάπαν τ6θεό- 
λεκτον τοΟτο πλήρωμα. 

«Τό πνβυμζ ίστιν τ) αλήθεια* το τενβΟμά εστί 
το ζωοποιοϋν' γ) σάρζ ουκ οίφελεΐ ουίεν». 

Α'. Ούτε ό λογικές ί'^^ρωποζ ούτε ό θειος λόγος γινώ- 
σκει 8ν αΐωνιώτερον, κραταιότερον καΐ μεγαλειότερον, ή 
έλευθερώτερον καΐ άπειρον άλλο παρά τ6ν Θε^ν τοΟ παντός• 
ούδΐν τής θείας ζωής ζωτικώτ^ρον, τής θείας δυνάμεως 
ίσχυρότερον, τής θείας θελήσεως άγιώτερον καΐ δραστικώ- 
τερον. Διατί αρά γε; διότι ουδέν υπάρχει τοΟ θείου νο?)ς λο- 
γικώτερον καΐ πνευματικώτερον ουδέν άλλο αναβαίνει εις 
τ6ν ^ρόνο^ τής ύπερτελείου καΐ παμμακαρίστου θεότητος 
παρά τήν απόλυτον έλευθερίαν καΐ νόησιν, αίτινές είσι γνω- 
ρίσματα ο6χΙ τής άδρανοΟς καΐ δούλης καΐ ενδεχομένης Ολης, 
άλλα τοΟ άειζώου καΐ αεικίνητου καΐ πανσόφου πνεύματος. 
ΤοΟτο δέ, τ6 κατ' εξοχήν απόλυτον καΐ άνεξάρτητον πνεΟ- 
μα, Κύριος ό Θεός, δημιούργησαν έκ τοΟ μηδενός τήν υλην 
χαΐ τά δεύτερα πνεύματα, ούχΙ ώς ομοούσια προϊόντα, άλλ* 
ώς έτεροούσια δημιουργήματα, δεσπόζει έπΙ πάντων αιω- 
νίως καΐ κυβερν^ καΐ σώζει καΐ κατευθύνει Ικαστον εις τ^ 
προσήκον τέλος, ούχΙ τρόπω ύλικω, αλλ* έν τη σοφία έαυ- 



= 125 = 

αοΟ. «Ό Θώςτγ^ σοφία έΟιι^ιΚίωσε ι:ήνγ?5ν, ήτοίμιασε δΐ 
ούρα^/ούς έν φρονήσει» (Παροιμ. γ'*, 19. δ', 22 — 30. Σοφ. 
Σολ. ι', 14. Σιράχ, κδ', 3—5, 9). Τούτου χάριν αϊ άγιαι 
Γραφαί, έπονομάζουσαι τί)ν ποίητήν τοΟ παντός θ ε 6 ν των 
πνευμάτων καΐ ιιάσης σαρκός, πνεΟμια καθα• 
ρόν, ελεύθερον, κύριο ν, παντοκράτορ (Αριθ. 
κζ', 17. Ίω. δ', 24. Κορ. Β' γ', 17), διδάσκουσι περί ττ)ς 
αύτοΟ παντοκρατοϋς σοφίας, βτι «£στιν έν αύτη ιτνεΟ(Λα νο- 
ερών, άγιον . . . λεπτόν, εΟκίνητον, τρανόν, άμόλυντον, σα- 
φές, άπήμαντον . . . ευεργετικών, φιλάνθρωπον . . . -παντο- 
ούναμιον, ΐΓαντεπίσκοπον, κινητ:κώτερον πάση; κινήσεως 
και διά πάντων χωροΟν πνευμάτων άταΐς τ•?)ς τοΟ ΘεοΟ 
δυνάμεως καΐ απόρροια της τοΟ παντοκράτορος δόξης ειλι- 
κρινής, καΐ απαύγασμα φωτί>ς άϊδίου, και έσοπτρον άκη- 
λι'δωτον τ•?]ς τοΟ Θεού ενεργείας, καΐ είκών τ•?]ς άγαθότη- 
τος αυτοΟ• μία δέ ο&σα, πάντα δύναται• καΐ μένουσα έν 
έαυτη, πάντα καινίζει• καΐ κατά γενεάς είς ψυχάς όσία; 
μεταβαίνουσα, φίλους Θεού και προφήτας κατασκευάζει» 
(Σοφ. Σολ. ζ'). Ούτω λοιπόν παρά τω αίωνίω Θεώ τ^ 
πνεΟμάέστινήάλ ήΌ εια• τοπνεΟμάέστιτ^ 
ζωοποιοΟν ή σαρξ ούκώφελεΓούδέν• άλλ' 
ουδέ υπάρχει. Τί δέ έν τφ άνθρώπω και έν γένει ; 

Β'. Ό άνθρωπος, των άλλων ποιημάτων υπάρχων ομο- 
λογουμένως τ6 εύγενέστερον, άρχει πάσης τγ]ς γγ)ς καΐ των 
έν αύτη δι* ουδέν ίτερον^ ή δκίτι, θεοτύπωτον φέρων έν 
έαυτω, ως βασιλικήν σφραγίδα, την θείαν εικόνα καΐ όμοίω- 
σιν, έστΙ καΐ αυτός πνεΟμα νοιρ}>ν καΐ άΟάνατον, Θεού πνοή 
λογική καΐ άθλος, ύλικον μέν σώμα περικειμένη ώς ένδυμα 
καΐ ώς δοΟλον δργανον, τδ δε παντέλειον άρχέτυπον είκο- 
νίζουσα διά τής επιστήμης καΐ γνώσεω^, διά τής εξουσίας 
χαΐ κυριότητος, καΐ διά τής ηθικής αύτοΟ καθαρότητος. Τ6 
^ θαυμαστότερον, καθώς μεταξύ τών ποιημάτων περί μόνοι> 
τοΟ ανθρώπου ειπεν ό Θεός τ6 : «Ποιήσωμεν άνθρωποι 



= 126 = 

χατ* εΐκίνα ήμετέραν καΐ καθ' όίχοίωσεν^ί (Γεν. ά, 50.), 
ούτω (χόνος ό θεοείκελος*&νθρωπος, καΐ το δηαιοιφγεΓν χλη• 
ροδοτηθείς, (χεταδίδωσιν εις την άμορφον υλην, είς το ξυλον, 
εΙς τ6ν λίθον, ε'ς τ6 μέταλλον καΐ εις τα νεκρά στοιχεία, 
είδος καΐ κάλλος, κίνησιν καΐ ένέργειαν καΐ πνεΟμα ζα>ο- 
ι:οιόν. Αμφιβάλλεις, άνθρωπε, ττερί ταύτης τ5)ς δυνάμεως 
τοΟ πνεύματος σου ; είπε μοι, τί έστι τ6 άρχιτεκτονιχον 
μεγαλούργημα ναοΟ Σολομωντείου καΐ Ίουστινιανείου, ινα 
παραλείψω πυραμίδας καΐ παρθενώνας καΐ μαυσωλεία χαΐ 
κολοσσούς καΐ πάντα πάντων των βασιλέων τγ5ς γτ^ς τα 
ανάκτορα; Τί έατιν £ν ώραϊον άγαλμα, μία ωραία εΐκών 
γλυφίδος ή γραφίδος Φειδίου ή Ζεύξιδο;, Μιχαήλ Αγγέλου 
ή Ραφαήλ Σαντσίου ; Τί χΐ μουσουργικ6ν μελωδημα των 
αγγελικών ύμνων τ^ς Εκκλησίας, ίνα σιωπήσω τάς έκ- 
πληκτικάς άηδόνας τοΟ Δάμωνος καΐ των δύο Τιμοθέων, 
τοΟ Παλαιστρίνα καΐ τοΟ Ροσίνη, τοΟ Μοζάρτου και τοΟ 
Βετχοβεν ; Τί το κεχαριτωμένον καΐ της ύλικ?5ς ταύτης 
σφαίρας ώσπερ ύπερκείμενον ποίημα Δαβίδ καΐ ^Ομ-ηρου^ 
Δάντου καΐ Μίλτωνος, Σοφοκλέους καΐ Σακεσπήρου ; Τί 
τ6 πνέον ενθουσιαστικοί πυρδς^αΐ κάλλους άγλαΐν ρητό- 
ρεύμα τόνου ΔημοσθενικοΟ, Κικερωνείου καΐ τοΟ έν άγίοις 
Χρυσοστόμου ; Τίς προσήγγισε καΐ διεφώτισε τα τετραπέ- 
ρατα τής υφηλίου, τα υγρά καΐ τα χερσαΓα, και άνεμο- 
χλευσεν άπάσης τής δημιουργίας τα μυστήρια δι' ολίγου 
άτμοΟ, δΓ έν6ς έλάτματος σιδήρου, δι' ένος σύρματος ήλε- 
χτρικοΟ, δια μιας φωτιστικής άκτΤνο^, και δι* ολίγων αλφα- 
βητικών σημείων ; ΚαΙ ?να μή παρέλθω τδ πολύ θεοπρεπέ- 
στερον, τίς τ6ν χοΓκδν και ένσαρκον &ν^ρωτ^ο>ί αναβιβάζει 
€ΐς τους ουρανούς ως "Αγγελον καΐ ώς υίδν Θεού ήγιασμένον 
καΐ μακάριον ; Τ6 πνεΟμα τοΟ άνθρωπου, ω ς φ ω ς Κ υ- 
ρίου, ώςθείοςόφθαλμός ενδόμυχος (Παροια. 
χ', 27. Σιράχ, ιζ', 7 — 8), άναπτυχθέν δια διδασκαλίας 
4νθρωπίνης ή δι* έπιπνοίας ουρανίου (πρβλ. Έξόδ. κά, λα', 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 127 = 

"λέ. •Αριθ. ιά. Δευτ. λδ'. Κρ. γ',ς-', ιά,ιγ'. Βασ. Α', ί,ιά, ^^^ 
Γ% γ'. Παροιμ. β', γ'. Σοφ. Σολ. 'ζ', ή, θ'. Ίεζεκ. λς-'. Σι- 
ράχ, α', λά), καΐ περισαρκοΟν δια τ^ς ύλης τα νοερά αύτοΟ 
γεννήματα, τάς εννοίας καΐ ίδέας, αίτενές είσιν όαο(ως -πνεΟ- 
|Λα• διότι π&ν το γεγεννη^ένον έκ τοΟ πνεύματος ττνεΟμά 
έστι, καθώς 'καΐ τ6 έκ τΫ)ς σαρκός γεννώμενον σαρξ έστιν 
(Ίωάν. γ, 6), διαμορφοΤ καΐ τελειοΙ την υλην ίν τε τφ 
χοινω βίω, καΐ έξαφέτως έν τφ πνευματικφ όρίζοντι των 
φυσικών καΐ λογικών καΐ ηθικών επιστημών. Κυβερν^Ι δέ 
οΟχΙ την υλην μόνον, άλλα καΐ πνεΟμα έτερον ομογενές 
άσθενέστερον, ή ύλομανοΟν καΐ γέρσον. Ούτως ηλικία ώ- 
ριμος καΐ διανοητικώς άρτίφρων διευθύνει ήλικίαν άωροΊ 
καΐ την όργανικώς παρηκμακυϊαν, δν τρόπον ό σοφ^ς τ6ν 
ίσοίζΟ'^ καΐ ό φρόνιμος τδν άφρονα. «Δουλεύσει γάρ άφρων 
φρονίμφ, υΙος δέ πεπαιδευμένος άφρονι υίώ διακόνφ χρή^ε- 
ται». (Παροιμ. ί, 5. 24. κδ', 30—31. Σοφ. Σολ. κβ', 14 
— 15. Ίώβ, λβ', 9—10). Ει δέ οΰτω ταΟτα συμβαίνουσι, 
χαΐ έν τω άνθρώπω λοιπδν έν γένει, καθώς έν τφ Θεφ, τ 6 
πνεΟμά έστιν ή αλήθεια• τ^ πνεΟμά έστι 
τ^ζωοποιοΟν ή σαρξ ουκ ώφελεϊοΟδέν. Ου- 
δέ άλλως συμβαίνει έν τφ μικρογραφήματι τ*ί}ς άνθρωπίνης 
φύσεως, τφ άτόμφ. 

Γ'. Ουδέν ύλικώτερον, κατά τ^ φαινόμενον, ά\Βρώτίου 
βιομηχάνου καΐ έατζόρου, ναύτου και στρατιώτου, γεωπόνου 
καί χειρώνακτος. Οί πάντες, καθάπερ εργολάβοι τινές τ•?]ς 
ύλης, κατειργασμιένης ή ακατέργαστου, άνενδότως αγωνί- 
ζονται, δπως προτάξωσιν αυτήν είς τάς ανθρωπίνους άνάγ- 
κας καΐ ορέξεις. Όθεν καΐ τά έργα αυτών ουσιωδώς υλη 
δντα, είς την υλην άπολήγουσιν «δτι γή εί, καΐ ε{ς γ^ίν 
άπελεύσει» (Γεν. γ', 19). ΚαΙ δμως, καθώς πάσα επιστή- 
μη καΐ φρόνησις απαύγασμα έστι φωτ^ς άΐδίου τής έν τφ 
θεφ αληθείας, ούτω και πασαν τέχνην καΐ παν βιωτικ^ν 
επιτήδευμα^ καν η καΐ το ευτελέστατον, νοΟς επιστήμων 



= 128 = 

γεννι^ί κα\ -προάγει. Και δτι μέν οιαδήποτε έπιστή|χη τοΟ 
πνευ{χατός έστι λαμπηδων καΐ ενέργημα, άντΙ τί]; μαρτυ- 
ρίας των αγίων Γραφών, καθ* ας πάντα εξευρίσκει καΐ 
τελειοΓ ή πάντων τεχνιτιςκαΐέργάτιςσοφία 
τοΟ θείου νοος καΐ της εικόνος αύτοΟ (Σοφ. Σολ. ζ', ή. Πα- 
ροιμ. ά, 2 — 3), μάρτυς άποχρών αύτη ή άλογος καΐ ή 
άψυχος φύσις, ήτις οΰτε θεολογεί, ούτε φιλοσοφεί, ούτε ά- 
στρονομει, ούτε φυσιολογεΤ, ούδ' ουδέν Γ/νος δείκνυσι τ'?)ς 
ενσυνειδήτου έπιστημονικότητοί. 'Ότι δε νοΟς ομοίως δι- 
δάσκει τ6ν γεωργδν καΐ πάντα τε/νίτην τόν τε ρ,ηχανισμον 
τί^ς τέχνης καΐ των οργάνων αύτ•?)ς, καΐ τάς φυσικάς καΐ 
^ημικάς των διαφόρων σωμάτων ιδιότητας και την τούτων 
σκόπιμον μεταχείριίτιν, καΐ περί τούτου αρκέσει ή πάρα* 
τήρησις, δτι ουδέν των αλόγων ζώων άπο τοΟ αιώνος 
ήκούσθη ναύτης ή γεωργός, τεχνίτης ή ί[ΐ.πορος. Κα Ι 
μή λεγέτωσαν οι δύστηνοι τοΟ ύλισμοΟ έρασταί, δτι τε- 
λειότερος οργανισμός του ανθρωπίνου σώματος κάτεργα* 
ζεται ταΟτα. ΤοΟ μωροΟ και παράφρονος, τοΟ απαίδευτου 
καΐ άφυοΟς τ6 σώμα πάντοτε ο6κ έστιν άτελέστερον του 
ευφυούς καΐ πεπαιδευμένου, πολλάκις δέ πολύ άκμαιότερον 
εΙς δέ τδ σύνηθες άνθρώπινον σώμα μόλις έπ-^λθε νοΟς καΐ 
διδασκαλία, καΐ παραχρ-Ρ^μα ό τέως είς και άνεπιτήδειος 
εργάτης, δι' ολίγου κόπου δαμάζων τον δγκον τ'?)ς ύλης, 
γίνεται παραδόξως έκατόγχειρ καΐ χιλιόχειρ, πολυμήχανος 
καΐ πολύτροπος κα'. δεξιώτατος καλλιτέχνης, ταχύπλου- 
τος καΐ εύημερών, ίνίοίος έν ττ, κοινωνίί^ και μέγα δυνά- 
μενος. Διο και ορθώς έρρέθη, δτι τόσην δύναμιν έχει ό άν- 
θρωπος, δσην έχει γνώσιν και διά τουτό έστιν ό Θε6ς παν- 
τοδύναμος, διότι γινώσκει τα πάντα. Την παγκοσμίως πει- 
ραματικήν ταύτην άλήθειαν έπικυρουσα καΐ ή θεία Γραφής 
οιδάσκει δτι «ή σοφία τους έαυτ^Ις θεράποντας έκ πόνων 
έρρύσατο• βλαστάνει δέ χάριν και δόξαν καΐ άναρίΟμητον 
πλουτον καΐ μήκος βίου, και πάντα 6μου τάγαθά• ου δέ είσ- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



== 129 = 

πορεύεται 6 σοφά;, ευλογήσει Κύριος» (Παροΐ[χ. γ', 19• Σοφ. 
Σολ. ι^ Σφάχ, δ^ 13. Βασιλ. Γ,^γ, 11—14)• 

Διά 8ί τ6 φύσει ευεργετικών χαΐ φΐλάνθρωπον τοΟ πεπαι• 
$ευ[Αένου πνεύματος, επειδή δ εΙς εαυτόν σοφός σοφός ίσε- 
τβι χαΐ προς τόν πλησίον; φανερόν δτι, δσφ οΐ πολίται πνευ- 
ματιχώς τελειότεροι, τοσούτφ χαΐ αΐ χοινων(αι χαθίσταν- 
ται πλουσιώτεραι χαΐ χραταιδτεραι, φιλανθρωπδτεραι χαΐ 
μεγάλαι. Στρέψατε, αγαπητοί μου όχροαταί, τό βλέμμα 
ύμων δεζιά χαΐ αριστερά προς τάς εύδαίμονας χαΐ ένδ^ους 
χώρας, 2νθα ή παιδεία έγένετο γενιχή διά νδμου, χαΐ χατα- 
μάΟετε τίνος Ινεχα ό πάντων των βασιλέων χαΐ προφητών 
σοφώτατος Σολομών ταλαίπωρον χαΐ έ π ι χ α τ ά- 
ρα τ ο ν ώνδμασε πάντα χαταφρονητήν χαΐ διώχτην τ?)ς τό 
πνεΟμα τοΟ λαοΟ τρεορούσης χαΐ μεγαλυνούσης παιδείας. 
«Σοφία ν γάρ χαΐ παιδεία ν δ έξουΟενών ταλαίπωρος* χενή 
δέ ή έλπίς αυτών, χαΐ ο{ χδποι άνδητοι, χαΐ Αχρηστα τα 
Ιργα αυτών- αΐ γυναΤκες α6τών άφρονες, χαΐ πονηρά τα 
τ£χνα αίκτών, χαΐ έπιχατάρατος ή γένεσις αυτών» (Σοφ. 
Σολ• γ, 11 — 12). Ούτως άρα χαΐ έν τ^ άτόμφ τ•?)ς οΐ- 
χίας καΐ τ^ς χοινωνίας τόπνεΟμάέστινήάλήθεια• 
τόπνεΟμαέστιτόζωοποιοΟν ίι σάίρ^ ουκ 
ώφελεΓούδέν. Άλλα προβώμεν χαΐ εΙς την πολι- 
ιείαν. 

Δ'. Πάς άνθρωπος, φύσει φίλαυτος ών, έστΙ χαΐ χοινω- 
νιχός χαΐ φιλδνομος• διδτι χωρίς μέν χανωνίας ή προσωπι- 
κή αύτοΟ συντηρησις χοΛ τελειδτης έστΙν άχατδρθωτος• κοι- 
νωνία δέ άνομος γίνεται αγέλη θηρίων άλληλοφάγων. Άλλ* 
ή φιλαυτία ημών εΙς ούδένα έτερον νδμον αγογγύστως ύπο-* 
τάσσεται παρά τόν νδμον τοΟ πνεύματος τών πνευμάτων τοΟ 
θεοΟ, ή τοΟ θεοειδοΟς ανθρωπίνου πνεύματος, έν οίς ή εύδαι- , 
μονία ημών ασφαλίζεται. Ούδένα δΐ άλλον άρχηγδν τ?)ς 
«ολιτείας άσμενίστερον ασπάζεται χαΐ τιμ? παρά τόν έχον- 
τα τάς τρείΐ; τί5ς λογιχδτητος άρχιχάς ιδιότητας: τόν νουν, 

ΊϋΆΟΣ Α\ 9 



:= 130 = 

ίνα έφευρίσκΥ)• τ^ν λίγον, ίνα διδάσκγ) καί πείβη* χαί 'τήν 
βέλησιν, ίνα έχτελί). ΎςφοΟχον ήθελε αί); Ά'ττικΫ)^ "πολιτεί- 
ας τδν ΐίολίταρχον ό βαθύς ιτολιτεκος Θουκν$ί§ης, 6 ξ ύ ν 
έπινοί^σαιτά δέοντα, χαΐλόγ ω έρμηνεΟσαι 
Ικανίν, χαΐίπιτελέσαιίργφ τάδόξαντα. 
Ρ&δεμίαν δϊ ίσηγορίαν άσπασίως αποδέχεται ή μεγαλίφρων 
τοΟ μεγάλου ΘεοΟ είκών παρά την τ?)ς αριστοκρατίας ού τοΟ 
γένους καΐ τοΟ πλούτου, αλλά τοΟ πνεύματος. Τοιαύτη 
έστΙν ή φύσις τοΟ άνθρωπου, χαΐ τοιαύτην θέλει την Ιεράν 
καΐ τήν κοσμικήν πολιτείαν α&τοΟ. Αλλά τίς ό κατασχευ- 
άζων ταΟτα, έάν μή τ6 πνεΟμα καΐ ή έξ α6τοΟ επιστήμη 
χαΐ φρόνησις; Άνάγνωτε τήν των πολιτειών {στορίαν ή δέ 
Γραφή λέγει• «Έγώ ή σοφία χατεσκεύασα βουλήν καΐ 
γνώσιν καΐ έννοιαν έμή βουλή χαΐ ασφάλεια, έμή δέ Ισχύς• 
δι' έμοΟ βασιλείς βασιλεύουσι καΐ δυνάσται γράφουσι δι- 
καιοσύνην δΓ έμοΟ μεγιστάνες μεγαλύνονται χαΐ τύραννοι 
κρατοΟσι γής» (Σοφ. Σολ. η',9-21). ΈντεΟθεν δήλον, διατί 
ό μέν τής σοφίας επώνυμος βασιλεύς, τήν τοΟ πατρ6ς βασι- 
λείαν διαδεχόμενος, τ,τήσατο παρά Κυρίου ο&χΐ τά μάταια 
τών βασιλέων τής γής αιτήματα, άλλα σοφίας καΐ συνέσεως 
πνεΟμα, τ6 σΟρον κατόπιν τά αγαθά τοΟ ούρανοΟ καΐ τής 
γής (αυτόθι, ζ', 7 — 12). ΟΙ δέ συνετώτεροι των ηγεμόνων 
Ισωσαν καΐ σώζουσιν εαυτούς καΐ τά βασίλεια μάλλον διά 
των φρουρίων τής σοφίας, πολυτεχνείων, σχολείων, πανε- 
πιστημίων καΐ ακαδημιών, ή διά γρανίτου Κυκλωπείου, 
καΐ τηλεθανάτων δπλων. ΤαΟτά είσιν ύλη καΐ φθορά- 
(παρβλ. Ψαλ. λβ', 16)• έκεΓνα δέ πνεΟμα ζωής καΐ δυνά- 
μεως. ΤόπνεΟμάέστι τ6 ζωοποιοΟν ή σαρξ 
ουκ ωφελεί ουδέν. 

"Ηδη δέ ή ορμή τοΟ λόγου συνωθεί ήμας πρ^ς τ6ν χεί- 
μαρρον των εθνών, ίνα, καΐ έντεΟθεν δύο μόνας σταγόνας 
ύδατος ΙστορικοΟ άρυσάμενοι, τ6ν παράδεισον τών πνευμά• 
των άρδεύσωμεν. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



^ 131 :^ 

Ε'* Καθώς τα άτομα χαΐ αΐ κοινωνίαι, οδτω καΐ τΛ 
ίβνη χαΐ ή άνθρωπ^ης δλη Ιχουσι τήν παιδιχήν, την νεα- 
νιχήν χαΐ τήν άνίρικήν αυτών ήλιχίωσιν, άνάλογον πάντο- 
τε ούχΙ τοΟ πλεονασμοΟ τ^; ΰλης, άλλα τί)ς έσωτερικΫ)ς 
χαλλίεργεία^ και Ισχύος τοΟ πνεύματος. ΚαΙ παιδική |χέν 
ηλικία τ5)ς άνΟρωπότητος τοΙς πβσιν ένομίτΟη δικαίως 4 
άσιατισμός^ διότι άνετράφη καΐ διεβίω μδλλον αίαθητι* 
χώς καΐ δια τ?)ς φαντασίας καΐ τοΟ μύθου, ή πνευματικώς 
διά τοΟ λόγου καΐ τί)ς αληθείας. ΆφοΟ δ' έπΙ πολλούς αΐ- 
ώνας επιμελώς έκαλλιεργηθη ό άγρ6ς τοΟ ανθρωπίνου πνεύ- 
ματος, έξήνθησεν ή νεότης αύτοΟ δλη ενθουσιασμέ ή ίμ- 
πνευσις, βλη γονιμότης καΐ ελευθερία μετά κανονικωτέρας 
φαντασίας έξ Ιερουσαλήμ καΐ έξ *ΑΘ/)νών, οπόθεν αναρίθ- 
μητος εκχυθείς έν τ•^ θεοσεβεΐ Ελλάδι ίγκο; μαρτύρων τής 
διανοίας, έχαρίτωσε τάς άκτάς τ?)ς Μεσογείου, προφήται 
χαι ποιηταί, νομοθέται καΐ φιλόσοφοι, επιστήμονες και άρι- 
στοτέχναι, καΐ απλώς τοιοΟτοι άνδρες, οίτινες τ ^ ν ά γ ν ω- 
ά τ ο ν Θ ε ό ν, καΐ το πυθόχρηστον αΓνιγμα γνώθι σαυ- 
τ ό ν, καΐ τήν συμ€ολικήν παράστασιν τής νοερδς ημών 
καλλονής και λαμπρότητος υπ6τ^μυθώδες έμβλημα Φοί- 
βου μουσηγέτου, έσπούδα(^αν ίνα γνωρίσωσιν έν τή 
μελέτγ) τής φύσεως καΐ τοΟ μικρόκοσμου• έκ δέ τών πορι- 
σμάτων τής έρεύνης ταύτης διετύπωσαν τήν έξωτερικήν 
μορφήν τής εσωτερικής ζωής έν τψ έλληνικφ πολιτισμψ, 
τφ^ς δν έμβλέψασα τών λαών ή Ολη, έμάνη μανίαν ένθεον, 
ήράσθη έρωτα θείον. Ίδετε, αγαπητοί, καΐ θαυμάσατε• Γδε- 
•τε πώς τ6 πνεΟμα τοΟ Ίεχωβδ, το έμπνεΟσαν τους προφή- 
^ας, τήν δέ υλην καΐ παραγαγ6ν καΐ εμψύχωσαν, πώς τ6 
τυνεΟμα τοΟ έλληνισμοΟ, δευτερότοκον θυγάτριον τής άρχι- 
χής σοφίας, ελευθέρως πετασθέν, καΐ τα Ιδεώδη αισθητό- 
•πόιήσαν έν τ^ '^ίχ^τρ ^οΛ τ'^ έπιστημτι, πώς έζώγρησεν 
ίκούσια τα έθνη έως τοΟ Σωτήρος. "Εκτοτε δέ νέον τόνον, 
νέον κάλλος καΐ νέας πτέρυγας 'άναλαβόν; καΐ εκτίναξαν 



= 132 = 

^Γτι ύλικδν χαΐ χονκορτώ^ες^ %α\ κατά τδ ίν^ν τ^ άνθρωπίντ^ 
φύσει άνδρωθέν, έφόρεσε ι6 ευαγγελικών ^ιάδηρια^ καΐ ένε- 
θρρνίσθη υπέρτατος διαιτητής καΐ πρόεδρος των συνειδή- 
σεων^ τών ακαδημιών καΐ τών σχολών τί)ς οικουμένης. 
Ναί• καθώς τ6 άνθοστΛιστον καΐ μυροβίλον ίαρ ολίγον 
ωφελεί χωρίς τοΟ θέρους καΐ τ?ις όπωροφ^ου ώρας^ άπα« 
ραλλάκτως καΐ ή χαριτίπλοκος νείτης μικράν ωφελεί τά 
ίθνη καΐ τά άτομα δίχα τί)ς καρποβριθοΟς άνόρίτητος- Τ6 
πνεΟμα τών Ελλήνων καΐ μετά τόσους νοερούς θριάμβους, 
Ιπειδή ή ν πνεΟμα τοΟ πτωχεύσαντος Αδάμ, ευρέθη άνί- 
κανον εΙς τ6 σώσαι μεταφυσικώς καΐ ηθικώς τ^ν άνθρωπον. 
«Λογισμοί γάρ θνητών δειλοί, καΐ επισφαλείς αΐ έπίνοιαι 
αΟτών, •••. ε! μή σύ ίδωκας σοφίαν, καΐ έπεμψας τ6 αγιόν 
σου ΠνεΟμα άπό υψίστων», λέγει ή σοφία τοΟ ΘεοΟ (Σοφ. 
Σολ• θ', 14 — 16). 'Όθεν συνέβη έν τ^ άνβρωπόττπτι τοΟβ* 
βπερ ό ούρανοβάμων ΠαΟλος εύηγγελίσατο. «Επειδή έντη 
σοφί^ τοΟ ΘεοΟ ούκ έγνω ό κόσμος δια τί)ς (άνθρωπίνης) σο- 
φίας τ6ν Θεόν, ηύδόκησεν ό Θε6ς σώσαι τους πιστεύοντας 
^ιά τής (δοκούσης) μωρίας τοΟ ΕΟαγγελ'ίου 'ΙησοΟ ΧριστοΟ, 
τής ΘεοΟ δυνάμεως καΐ ΘεοΟ σοφίας» (Κορ. Α'• α', 21 — 
24). Άλλως είπεϊν, τ^ν χ^ιτά Θε6ν άνδρα τέλειον 
έμόρφωσεν αύτ6 τοΟ θεανθρώπου Σωτήρος τ6 Ε&αγγέλιον, 
άνακαθαραν και άνακαινίσαν, ζωοποιήσαν καΐ θεώσαν τάς 
έπιγείους κοινωνίας, τάς φιλοίίλους ταύτας θυγατέρας τών 
ανθρώπων, ως τ6 ττ^ς γής οΟρανοδώρητον καί άσηπτον 
άλας, ως ή πνευ|^Λτική ζωή καΐ ποιότης ημών, έν "ί] ή 
σαρξ καΐ υλη τήκεται, ώσεί κηρός, πρ6 τοΟ πυρός τοΟ θείου 
.λόγου, τοΟ μετασχηματίζοντος εΙς πνεΟμα καΐ ζωήν. «Τά 
ρήματα, ά έγώ λαλώ, πνεΟμάέστι καΐ ζωή Ιστιν»^ είπεν 
ό Κύριος (Ίω. γ', 63). 

^\ "'Οτι δέ αληθώς έν τψ ήθικφ κόσμφ τής έν Χριστώ 
ζωής ή σαρξ εκλείπει καΐ μηδενίζεται, τίς τών ευσεβών 
«κροατών άγνοεΓ, έάν ζή κατά τ6 Εύαγγέλιον; Δύο είσΐ τέ 



ΟίΟίΐίζθοΙ Ιαγ 



Οοο^Ιε 



ι 



= 133 =31 

χυριώ'Τερα γνωρίσματα τί); πνευματικί); τοδ ανθρωπίνου 
γένους άνίρίτητος έν τ^ βασιλείςε τί)ς χάριτος: ΐελεία γνώ- 
σις τοΟ άληθινοΟ ΘεοΟ^ έν φ τά πάντα γινώσχο(χεν^ 9 ^ ^ 
όρώντεςέντφφωτΙαύτοΟ (Ψαλμ. λε', 10), χίχΐ 
βίου τελει^ης, σύμμορφος τ^ τελειίτητι τοΟ έν ούρανοΐί; 
Πατρίς (Ματθ. ε', 48), τίλος έχουσαι κοινόν τήν άφθαρσίαν 
χαΐ τήν αΐωνίαν μα^ςαρκέτητα. Αμφότερα δέταΟτα, αγια- 
σμός χαΐ ΘεοΟ έπίγ^ι^ωσις, ούκ είσΐν ίδιίτητες τί)ς χοΙχί)ς 
χαΐ ζωώδους φύσεως• οΟκ είσΐ προΛν ψιλΫ)ς τ•?)ς 4ρατί)ς 5η• 
μιουργίας, ής £καστον μέρος, ώς κάτοπτρον των τοΟ ΘεοΟ 
τελειοτήτων, αναγγέλλει τ6ν ποιητήν αδτής πρ6ς θεατήν 
νοερως όξυίερκέστερον (Ψαλμ. ιη', 1 — 2. Παροιμ. α', 7. 
Ματθ. ιγ', 17. Πράξ. ιδ', 17. Ρωμ. α', 20)• οδκ είσΐν έρ- 
γον μόνον των κατίσχνων καΐ τά πολλά μεστών άχλύος 
γαιοπνεόστων φιλοσσρημάτων, ων τ6 λυχναΓον φώς λειπο- 
ψυχεΓ κατέναντι τοΟ οΟρανόθεν άνατείλαντος ηλίου• άλλα 
τ6 ύπερθαύμαστον μεγαλούργημα τής 5εζ&ας τοΟ Υψίστου 
χαΐ τοΟ σαρκωθέντος θείου Λόγου, «οδ ή χάρις ή σωτήριος 
πδσιν άνθρώποις έπεφάνη, παιδεύουσα ήμδς, ίνα, άρνησά- 
μενοι τήν άσέβειαν καΐ τάς κοσμικάς επιθυμίας (δπερ έστΙ 
τήςυλης τήν έπικράτησιν), σωφρόνως καΐ δικαίως καΐ εύσε- 
βώς ζήσωμεν, προσδε/όμενοι τήν μακαρίαν ελπίδα καΐ 
έπιφάνειαν τής δόξης τοΟ μεγάλου ΘεοΟ καΐ Σωτήρος ημών 
'ΙησοΟ ΧριστοΟ, 8ς έδωκεν έαυτ6ν ύπίρ ημών, ίνα λυτρώ- 
σηται ήμας άπ6 πάσης αμαρτίας, καταργών τ^ σώμα τής 
αμαρτίας καΐ τ^ν έκ τής αμαρτίας θάνατον, καΐ τ6ν έχον• 
τα τ6 κράτος τοΟ θανάτου άρχοντα τοΟ ψεύδους καΐ τοΟ 
σκότους» (Τιμ.Α'. γ', 16. Τίτ. β', 11-^14. Ρωμ. γ', 
16. Κορ. Α'.β', 7. γ', 13. ιε', 24— 26. Έβρ. β', 14). 
*Ιδού πώς τ6 φωτεινών καΐ ζωοπάροχον πνεΟμα τοΟ Ευαγ- 
γελίου υπέταξε τήν υλην αιωνίως εΙς τ6 πνεΟμα τοΟ ΘεοΟ 
χβΐ εΙς τ6 πνεΟμα τοΟ άνθρωπου. ΚαΙ διά τοΟτο αληθεύει ό 
σοφός, έν πνεύματι διδάσκων, δτι δ Θε^ ο&δένα άγαπ^^ 



9 134 =» 

^Ιμή τ^ν σοφί^ συνοιχοΟντα• δι^τι ή αληθινή σοφία, ώς βεο- 
ιφόβλητοζ αλήθεια, ώς φως άκήρατον χαΐ θεΓον, ο6?έ«σιβ 
είσέρχεααι ή παρα|1^νε^ εις ψυχήν καχ^εχνον χαΐ βδελυράν 
ουδέποτε ηττάται ύπ6 τ^ςχαχ(ας χαΐ τ?)ς ύλης οδτε έντ^ 
οΟρανφ οδτε ίν τί) γ•^, ούχ έν οΐκίςε, ούχ έν τιολιτεί^, ούχ 
έν τ•^ Έχχλησί^, ούτε ούδαμοΟ. «Σοφίας ο6 κατισχύσει 
κακ(α• τ6 γαρ πνεΟμά έστιν ή αλήθεια, υπέρ ής 6 Κύριος 
πολεμήσει• τ6 γαρ πνεΟμά έστι τ6 ζωοποιοΟν• ή σαρξ ούχ 
ώφελεΓ ουδέν (Σοφ.Σολ. ζ' καΐ η'• Σφάχ, δ',28. Ίω.ς•',63). 
ΠοΓον δέ τ6 γενικδν συμπέρασμα τής διδασκαλίας ταύ- 
της καΐ δλης τής σημερινΐ)ς ιιανηγύρεως ; έδήλωσε τοΟτο 
δια δύο λέξεων δθεοφώτιστος ΠαΟλος εΙπών «τλπνεΟμα μή 
σβέννυτε» (Θεσσαλ. Α'. ε', 19). Σβέννυσι τοΟ ο6ρανοδωρή- 
του πνεύματος τάς φλίγας πδς ό μη έγχέων τ6 πνευμΛΤΟ- 
τρίφον ίλαιον τΐ)ς διανοητικί)ς τε καΐ θρησκευτικί)ς μορφώ- 
σεως καθ* 6ν τρόπον καΐ βαθμών ίκαστος δύναται. Τ^ 
πνεΟμα μήσβέννυτε. ΠνεΟμα ό Θε^* πνεΟμα χοιέ 
άλήθειαν άπαιτεΓ καΐ τους προσκυνητάς αύτοΟ• θέλει αυτούς 
άδολους^ ακεραίους, απαθείς καΐ πλήρεις νοΟ και χάριτος. 
«ΠνεΟμα ό Θεός, καΐ τους προσκυνοΟ^>τας αύτ^ν έν πνεύ- 
ματι καΐ αληθείς δεΙ προσκυνεΓν» (Ίω. δ', 24)• Τ6 πνεΟ- 
μα μή σβέννυτε• ΘεοΟ πνοή, ΘεοΟ εΐκών καΐ δμοίωσις^ 
ΘεοΟ να^ς καΐ κατοικητήριον ύπαρχων ό άνθρωπος, έν τφ 
πνεύματι αύτοΟ καθυποτάττει τα επίγεια, έξανιχνεύει μυ- 
στήρια• κληρονομεΤ τα ουράνια καΐ δεύτερος €>ε^ έπΙ τί)ς 
γ{]ς άναδείκνυται. Πνευματικ&ν λοιπόν έχέτω τ& φρόνημα, 
πνευματικά καΐ τα έργα. Τ6 πνεΟμα μή σβέννυτε. 
Π&ς άνθρωπος έστι μέλος οικογενείας, πολίτης πολιτείας, 
χαΐ βασιλείου κάτοικος• άλλ' οίκογένειαι καΐ πολ&τεΤαι καΐ 
βασίλεια, άπ6 τοΟ πνεύματος τήν σύστασιν, τήν εύόδωσιν, 
τήν μακροβιότητα καΐ τήν τελείωσιν ίχοντα, έάν στερηθώ- 
σι τοΟ πνεύματος, ταχύτερον άποθνήσκουσιν, ή τ6 σώμα 
στερηθέν τροφής καΐ ενδύματος. Τ6 πνεΟμα μήσβ^ν^ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



== 135 ^ 

ν υ ΐ ε. Κλί}ρος καΐ λα6ς ιτιστών, ήτοι Έκχλησία, ΙστΙν Λ&* 
•Λ ίφγρμβσμένον τοΟ Σωτί)ρο<; τ^ Εύαγγέλιον. "Αλλ* ή τ?Ιζ 
σωτηρίας αδτη χιβωτίς, έξ ούρανοΟ κατερχομιένη, χαΐ 5ιά 
'ϊοίΚο δλη φως χαΐ πνεΟμα, 8λη αγάπη χαΐ αλήθεια^ καΐ 
βίου χαθαρί^της, Ιχει ψυχή^; το πνεΟμα τΫ)ς φιλαδελφίας 
εΙς βαθαδν αύταπαρνήσεως, τ6 πνεΟμα τοΟ ΧριστοΟ, Ιξ οδ 
•κηγάζει ό αγιασμός, ό φωτισμός χαΐ ή ζωή ημών. Άλ- 
λα καΐ οί σήμερον άνευφημοώμενοι τρεΓς τρισΐλβιοι ποι- 
μένες χαΐ διδάσκαλοι τής οικουμένης, φέγγος νοερών άνά- 
ψαντες δια των έργων, ?να έκ τής μάνδρας τοΟ Κυρίου έκ- 
σοβήσωσι τους λύκους καΐ τοΟ ύλισμοΟ τα σκότη καΐ την 
ματαιοφροσύνην, ποθοΟσι καΐ αύτοΙ τους μιμητάς αυτών, 
τόσον σπανίους παρ' ήμιν καταντήσαντας. Όμοίως δέ καΐ 
τα συνεορτάζοντα σχολεΓα, αΐ τής αΙωνίου αληθείας ψυχο- 
τρόφοι αδται καΐ ακένωτοι πηγαΐ καΐ τής τών λαών ευη- 
μερίας αΐ θεοτείχιστοι ακροπόλεις γενναίους άπαιτοΟσι τοδς 
φίλους χαΐ προμάχους τίίΟ πνεύματος. Ή δέ σχολή ημών 
τοσουτφ πλείονας χαΐ προθυμότερους, ίσον πρεσβυτάτη καΐ 
πολύτεχνος σεμνυνομένη, είςαύτά τα νώτα τών Βυζαντινών 
αιώνων έπαναπαύει τάς καλλιγενέΟλους αυτής ρίζας, διά 
ζοφερών νυκτών ι\ίθ^\κο:, λιμήν και τηλαυγής πυρσός άναφα- 
νεΓσα, χαΐ μετά διπλοΟ στεφάνου, πατριαρχικοΟ καΐ έθνικοΟ, 
την έν τί) επικρατείτε ταύτη έθνικήν καρδίαν μεγαλωστί σύν 
τη μεγάλη Εκκλησία περιΟάλπουσα καΐ διεκπροσωποΟσα, 
ίν δέ τοΓς φαεινοίς αυτής προστάταις καΐ έργάταις τους κο- 
ρυφαίους άριθμοΟσα Κλήρου καΐ λαοΟ, τους σοφούς χαΐ προο- 
ρατικούς (π\\ίί%Ίτο^ας τοΟ θεοκυβερνήτου τούτου σκάφους, 
έρ' ου Ι ν τη Οαλαϊτση τών εθνών πελαγοδρομεί πλησίστιον 
ίξ αΰρας ουρανίου τέ £ν τη Ελληνική όρθοδοζίςε συγκεφα- 
λαιουμεν^ν μεγαλιΓο^^ ιής σεμνής Ανατολής. 

ΑΙωνίχ καΐ τριφτέ νΰ όζος ή μνήμη πάντων τών άπαντα- 
χ&Ο τοιούτων φίλων τ^Ο ΘεοΟ καΐ τοΟ πλησίον* τ6ν έπαινοι 
βιύτών ίςαγγελεϊ ή τοΟ ΘεοΟ Εκκλησία, τήν δέ σύνεσιν 



=: 136 » 

αΰ^ών ίιηγήσοντβι έθνη. Αυτοί, χατβνοήσαντες ίχ βείου 
Πν£0[χα'Τος τήν ^ναμεν καΐ τήν άξίαν τοΟ πνεύματος, έσχέ• 
ιττοντβ καΐ ήγωνίζοντο ο6χΙ πώς σιτηηρήσοκτι την τάξιν 
των ιττωχών, άλλα τκδς μη ύπάρξγι ελεημοσύνης άξιος. 
Τοιούτους συνετούς χαΐ χατ* ίπίγνωσιν ελεήμονας έλεήσας, 
άγαιτήσας, έπαινέσας ίν έχείνγι τ^ ήμέρ? τοΟ φοβεροΟ καΐ 
ιοαγχοσμίου έτασμοΟ, έρεϊ αύτοϋ; 6 βασιλεύς τί)ς δ^ης. 
€ΔεΟτε οΐ ευλογημένοι τοΟ πατρίς μου, κληρονομήσατε 
την ήτοιμασμένην όμΤν βασιλε(αν άτιΐ καταβολής κόσμου», 
την βίασιλείαν τοΟ πνεύματος καΐ τί)ς α{α>νίου δόξης• Ταύ- 
της τ^ς ευκταίας χαΐ μακαφίας φωνής άξιωθείημεν πάντες 
€ί εύσεβεΐί; έν Χριστφ ΊησοΟ, τφ Κυρίφ ημών, φ ή δόξα 
καΐ τ6 κράτος καΐ ή βασιλεία εΙς τους αΙώνας των αιώνων. 
Αμήν. 

Ε' ΛΟΓΟΣ 
ΕΕΦϋΝΗβΚΙΣ Βϋ ΤΟι ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΟι ΜΟι, 

ΊϊΙ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ, 
ΊΉ 30 ΙΑΝΟΤΑΡΙΟΓ 1867, 

ΤΠΟ ΤΟΓ ΑΧΤΟΥ, 

ΣΧΟΑΑΡΧΟΓΝΤΟΣ ΕΝ ΤΗ ΜΕΓΑΑΗ ΤΟΤ ΓΕΛΟΓΐ; ΣΧΟΑΒΙ 



•'Ος 4•δν ποι/.ση καΐ ίιίάξιιι, οδτος μέγας 
κληθήσβται εν τγ βοιοιλ€ί(]ρ τών ουρανών ι. 
(ΒΙατθ. «\ 19) 

το» ΤΡΙΟΗ μεγάλων τής μεγάλης καΐ ζωαρχικής Τριά* 
δος σαλπίγγων καΐ αγωνιστών, καΐ τί)ς ορθοδόξου οικουμένης 
θεοσόφων διδοκσκάλων και Ιεραρχών, ώ (εράρχαι σε6ασμιώ«> 
τατοι καΐ άπαν τ6 ήγιασμένον έκκλησίασμα,τήν παναοίοιμο^ 
καίπανσεβάσμιονμ^ηίμην έορτάζομεν σήμερον. Βασίλειον τ^ν 
μέγαν, καΐ τ6νθεολίγον Γρηγ^ιον, σύντψ κλεινφ Ίωάνν^ι, 



= 137 = 

^ψ τψ γλώτταν χρυσορρήμιονι, πάντες οι των λίγων τί)ς 
σοφίας χα\ ό(χοφ(>οσυνης αυτών έρασταί, εύλαβώς τιμώντες 
χαΐ^μακαρίζοντες, ώς τί)ς εύσεβείας στύλους αρραγείς, ώςτοΟ 
κόσμου φώτα τηλαυγί)καΙ λύχνους φαεσφ^ους, ώς τ•?)ς αν- 
θρωπινής φύσεως ένδοξους εΟεργέτας καΐ τ•ί)ς άρετί)ς άβια 
καΐ ζώντα παραδείγματα, την μεγαλύνασαν αυτούς πανύ- 
μ^/ητον καΐ τρισσοφαί) Θεότητα μεγαλύνομεν. 

Την αΐτίαν τ^ς τοιαύτης επετείου καΐ πανδήμου πανη- 
γόρεως έν άπάσαις ταϊς ύπ* ο6ραν6ν άγίαις τοΟ ΧριστρΟ 
Έκκλησίαις έφανέρωσεν ή σήμερον άναγνωσθεΓσα ευαγγελι- 
κή περικοπή, περιλαμβάνουσα συλλήβδην τάς θεμελιώδεις 
άρετάς παντός άληθινοΟ τ?]ς πίστεως ποιμένος, παντ6ς κοι• 
νωνικοΟ τε καΐ πνευματικοΟ τής άνθρωπότητος ευεργέτου, 
προάγοντος αυτήν δια διδασκαλίας καΐ τών άλλων θεαρέ- 
στων έργων εΙς τήν ένδεχομένην τελειότητα κα\ την έξ 
αυτής μακαριότητα. Αϊ άρεταΐ αδταί είσι θεωρία όμοΟ καΐ 
πράϋξις, διδασκαλία τής αληθείας καΐ έργα ττ) διδασκαλία 
σύμφωνα• τοιαΟται άρεταί, α?τινες, καθάπερ κλείδες θεο- 
χάλκευτοι, άνοίγουσιν εις τους υιούς τής γής τοΟ ούρανοΟ 
τάς πυλας, άφοΟ μορφώσωσιν έπΙ τής γής τους κυβερ- 
νήτας τών Εκκλησιών καΐ τών πολιτειών καΐ πολλαπλά- 
σιάσωσι τα μέσα τής κοινής ευημερίας καΐ τί^οά^ου, τα σχο* 
λεΤα καΐ τά γράμματα. 

ΚαΙ επειδή τοιούτων αρετών σήμερον υπέρ ποτέ χρ^ρζεε 
τδ έθνος άπαν καΐ ή Εκκλησία, χρήζουσιν οι προΓστάμενοε 
ημών και τά ολίγα καΐ πενιχρά εκπαιδευτικά καΐ φιλαν- 
^ωπικά ημών καταστήματα, δεύτε, εύσεβεΓς άκροαταί, τήν 
συνωρίδα ταύτην τών ευαγγελικών αρετών έν όμιλί()ΐ συν- 
τόμφ συμμελετήσωμεν, μελέτην, έπαγγελλομένην καρπών 
ίιπλοΟν καΐ πολύτιμον• ένταΟθα μέν τήν εις τά καλά έπί- 
δοσιν, εκείθεν δέ τοΟ τάφου βραβεΓον μέγα καΐ ένδοξον, την 
^σιλείαν τών ουρανών. «"^Ος δ' άν ποιήση καΐ διδάξγ), βδ^ 
'ίος μέγας κληθήσεται έν τ•^ βασιλείς τών ουρανών». 



= 138 ~ 

Α'. Κοινών χαΐ σύνηθες οδτε σπάνιον Ά άκουσμα άν^ώ- 
ιτων, ερωτώντων εν τη άπλότητι τΐ)ς χαρ^(ας αυτών, τ ί ; 
εΙδετ^νΘεονκαΙέγνώρισετήνψυχήν; 5ιί- 
τι Θε^ς χαΐ ψυχή καΐ πάσα ττνευματική οΟσία καΐ δυναμις, 
έπέιδή ύπέρκεινται των σωματικών αισθήσεων, άγνοοΟνται 
α6 παράπαν, έφ* δσον ουκ αποκαλύπτονται εις τ6ν ίξω κόσμον 
δια φανερών σημείων, δια φανερδς τίνος πράξεως. Ό μέν 
Θε6ς (χάριν παραδείγματος) φανεροΟται βλος έν 8λη αύτοΟ 
τη δόξη.καΐ μεγαλοπρεπείς έν οι^ έκ τοΟ μή δντοςπανσίφως 
καΐ παντοδυνάμως καΐ παγκάλως έδημιούργησεν. «01 ου- 
ρανοί διηγοΟνται δόξαν ΘεοΟ», ψάλλει ό προφητάναξ. 
«Πλήρης πάσα ή γή τής δόξης αύτοΟ», προστίθησιν ό με- 
γαλόφωνος Ήσαίας. «Τα άδρατα α&τοΟ άπό κτίσεως κ^ 
σμου τοίίς ποιήμασι νοούμενα καθορδται», έπιμαρτυρεΐ καΐ 
δ θεσπέσιος ΠαΟλος (α). Τήν δέ τής έν ήμίν λογικής καΐ 
αθανάτου ψυχής παρουσίαν άναγγέλλουσι τα έργα αυτής, 
έργα ηθικά καΐ πνευματικά, τοΟ ΘεοΟ, δν είκονίζει, αντά- 
ξια, τής δέ άλδγου καΐ άψυχου φύσεως δλως άλλδτρια. 

Τ6ν αΟτ^ν λοιπόν τρδπον καΐ δ έν τη ψυχή έκαστου έν- 
τεθησαυρισμένος ουράνιος θησαυρδς τής σοφίας καΐ τής πί- 
στεως καΐ πάσης αγαθής διαθέσεως ούκ άλλως γνωρίζεται, 
ή διά τίνος εξωτερικής ενεργείας, διά τοΟ λόγου καΐ τής 
πράξεως, άπαραλλάκτως καθώς τδ εβος τοΟ δένδρου έπι- 
γινώσκεται άπδ των φύλλων καΐ τών ανθέων καΐ τοΟ καρποΟ 
αύτοΟ (€). "Οθεν έκεΐνο, δπερ δ απόστολος Ιάκωβος άπτρ- 
τησε παρά παντδς χριστιανοΟ πρδς μαρτυρίαν τής εγκαρδίου 
πίστεως, «Δείξόν μοι τήν πίστιν σου έκ τών έργων σου• 
νεκρά γάρ έστιν ή πίστις, έάν έργα μή έχτ)» (γ)• τοΟτ* αύ- 
#τδ δύναται άπαιτήσαι έκαστος καΙ παρά τοΟ διδασκάλου 
ιής εύσεβείας* Δείξόνμοι τάμαθήμα τά σου ά,-^ 

(α) Ψαλ. ιί, Ι. Ήσ. ς', 3. Ρωμ. ά, 20. 



{€) Ματθ. ζ', 16—20. 
(γ) •Ι«κ. β', 17-^18. 



ΟίΟίΐίζθοΙ Ιαγ 



Οοο^Ιε 



«=: 139 »Β 

«η^των?ργωνσου• ων άνευ άκαρπίζ καΐ αστήρικτος 
αποβαίνει πδσα διδασκαλία, 8ν τρίπον οικοδομή άνευ θε- 
μελίου πετρώδους, 8ν τρόπον δένδρον άνευ παχείας καΐ 
βαθυγείου ρίζης. 

Τούτου χάριν 6 Σωτήρ ημών έν τη πρ^ς τους ΙεροΟς αύ- 
τοϋ μαθητάς καΐ Αποστόλους καΐ τους τούτων διαδόχους 
διδαχή έντειλάμενος αυτοϊς π^ωτο"^ τ& π ο ι •?] σ α ι, είτα 
τ6 δίδαξα ι, άπήτησε παρ' αυτών ούχΙ την λάμψιν τοΟ 
λόγου, άλλα την τών ίργων καΐ τοΟ βίου φωτεινήν λαμ- 
πρότητα• «Ούτω λαμψατω τ6 φώς υμών έμπροσθεν τών 
ανθρώπων, δπως Γδωσιν υμών τα καλά Ιργα » (δ)• διότι, κα•* 
τα τον θεΓον Χρυσόστομον, κσάλπιγγος άπάσης λαμπρότε- 
ρα ή δια τών ίργων έπίδειξις, καΐ του φωτ^ς φανερώτερος 
βίος καθαρός» (ε). Αρετή καΐ ζ-ηλος ακραιφνής, προτρέχοντα 
τών λόγων τοΟ ποιμένος, ώς φώς ημέρας θερμογόνον, ως 
ηλιακή άκτίς, δεικνύουσι τοΓς πασιν έναργεΓς τάς οδούς τοΟ 
Κυρίου, καΐ ευθείας ποιοΟσι τάς ^ζρί&ους αύτοΟ. ΚαΙ αλη- 
θώς, δπου λόγος πάσης άρετ?]ς γεγυμνωμένος, ψυχρ^ ων 
χαΐ άφεγγής, σπανίως διαφέγγει τοΟ άκροατοΟ τόν νοΟν, 
χαΐ έτι σπανιώτερον καταβαίνει εις τά βάθη τ?]ς καρδίας, 
ίνα φωτίστ) καΐ θερμάντ) τάς σπηλαιώδεις καΐ κατεψυγμέ- 
νας καΐ ζοφεράς α6τ•?1ς φάραγγας, ίνα ξηράνϊ) τών άκα• 
θάρτων λογισμών τάς δυσώδεις λίμνας. Τοιαύτη έστΙν ή 
φύσις τοΟ άνθρωπου• έκαστος 3λέπει καΐ μιμείται μάλλον 
τά έργα καΐ τ6 παράδειγμα, ή 8σον προσέχει είς νουθεσίας 
καΐ θεωρήματα. Πατήρ οίνόφλυξ, ή άσωτος, ή κλέπτης, ή 
ψεύστης, ή λοίδςροζ, ή άσεβήο καΐ ασυνείδητος, συμβουλευ- 
έτψ τψ τέκνφ δτον αν θέλη, ίνα μή μεθύτρ, μή άσωτεύη, 
ρ.ή χλέπττρ, μή ψευίαλογ^, μή λοιδορ•^, μή άσεβ*^ καΐ μή 
ττονηρεύηται. Τ6 τίκνον άποκριθήσεται προς α&τ6ν κατά 
ΰιάνοιαν^ έάνμήκαΐ χατά πρόσωπον € Πάτερ μου, προηγοΟ^ 

(9) Ηατθ, ί, 16, 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 140 = 

ώς λαμπάς καΐ λόχνος,χαΐ ακολουθήσω σοι. 'Ια'ϋρέ, βεράπευ• 

σονσεαυτέν* δ^ιδάσχωνίτβρον^ σεαυ^τ^ν ού διδάσχεις»; (ζ) 
Τουναντίον, δπου λίγος αληθής χαΐ παρρησιαστιχίς, δι- 
φρηλατών ώς έν πυρίνψ άρματι ζήλου πραχτιχοΟ χαΐ αρε- 
τής παραδειγματικής• τοιοΟτος λίγος γίνεται 6 τοΟ απο- 
στόλου Παύλου €λίγος ζών χαΐ ενεργής χαΐ τομώτερος υπέρ 
πδσαν |χάχαιραν δίστομον, χαΐ διΓχνούμενος άχρι μερισμοΟ 
ψυχής τε χαΐ πνεύματος, άρμων τε χαΐ μυελών, χαΐ χριτι- 
χ6ς ενθυμήσεων χαΐ εννοιών χαρδίας» (η), λίγος χλονίζων 
τάς ψυχάς χαΐ έν αΰταΐί; άνάπτων φλίγα ένθουσιασμοΟ 
άσβεστου, τήν φλίγα τοΟ πυρός τής θείας άγαπήσεως, έν •ίί 
άποτεφροΟται άπαν φρόγανον τής αμαρτίας χαΐ πβς τής 
άδιχίας σύ*/δεσμος. Εΰλίγως άρα δ θεάνθρωπος τους μέν 
γραμματείς χαΐ Φαρισαίους ήλεγχε πιχρ&ς, διίτι, αυστηροί 
έπιδειχνόμενοι έν τψ διδάσκειν χαΐ έπιτιθέναι έπΙ τους των 
άλλων ώμους φορτία δυσβάσταχτα, αΰτοΙ ουδέ τφ δαχτύ* 
λφ αυτών χινήσαι α&τά ήθελον (θ). Τήν δέ ο&ράνιον βα- 
σιλείαν ύπέσχετο ούχΙ απλώς είςτόν λέγοντα σοφά χαΐ υψη- 
λά περί ΘεοΟ χαΐ τοΟ θείου νίμου,άλλά εΙς τ6ν ποιοΟντα τοΟ 
ΘεοΟ τό θέλημα. «Ού πβς ό λέγων μοι, Κύριε, Κύριε» είσε- 
λεύσεται είς τήν βασιλείαν τών ουρανών, άλλ' δ ποιών τ6 
θέλημα τοΟ Πατρίς μου τοΟ έν ο&ρανοίς (ι). 

Καίτοι δέ τ6 χύριον έργον τών θεοχηρύχων Αποστόλων 
ην έργον ευαγγελιστών χαΐ διδασκάλων, τά έργα αυτών 
ουδόλως έδείχθησαν τής διδασκαλίας δεύτερα. Τίς τοΟ 
μακαρίου Παύλου περισσίτερον έκοπίασεν έν τ^^ 
εύαγγελικφ κηρύγματι ; Τίς πλέον αύτοΟ ένεβάθυνεν εΙς 
τά ύπερφυή τοΟ χριστιανισμοΟ μυστήρια, καΐ ήξιώθη υπερ- 
βολής θείων οπτασιών καΐ αποκαλύψεων^ καΐ άνέβη ίως 



δ 



Αουχ. ^', 23. Ρω{λ. β', 21. 
η) Έβρ. ί', 12. 
(β) Μ»τβ. χγ', 8—4. 
(ι) ΜατΟ. ζ, 21. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



«141 = 

•τρίτου ούρανοΟ, εως των άδυτων τοΟ Υψίστου, δπως άκού- 
σηάρρηταρήμ.ατα, ά ούχ έξ6ν άνθρώπφ 
λ α λ {] σ α ι (κ); ΚαΙ δμιως ό τοσοΟτον σοφ6ς χαΐ μέγας χαΐ 
βαθύς χαΐ ύψηλ&ς τα Θε7α $^δάγ(Λατα ΠαΟλος, δ λαούς 
τοσούτους χαΐ τοσαΟτα ?θνη εις Χριστών ζωγρήσας 5ιά τοΟ 
λδγου, ούτος, ώσπερ εις ουδέν λογιζόμενος τηλιχαΟτα κα- 
τορθώματα τοΟ λίγου χωρίς τ^ς ι:ραχτικΫ)ς τελειδτητο;, 
ίλεγε μετά συστολγ)ς χαΐ ταπεινοφροσύνης αληθώς άσχητι- 
χί)ς• «Άλλ' ύπωπιάζω μου τ6 σώμα χαΐ δουλαγωγώ, 
μήπως, τοίζ άλλοις χηρύξας, αυτός άδδχιμος γένωμαι» (λ)• 
μήπως, των άλλων χρηματίσας διδάσκαλος, ευρεθώ έν ώρ^ 
χρ(σεως δτι έγώ πρώτος ούχ ίπραξα, δσα τους άλλους έοί- 
δαζα. 

Ασκητική ν ειπών ταπεινοφροσύνη ν καΐ πρακτική ν τε- 
λειότητα, πώς παραδράμω τά έκ μυρίων καΐ δυσπαλαίστων 
κατορθωμάτων κατάφορτα καΐ θεοστόλιστα Ιερά καΐ παν- 
σεβάσμια τάγματα τοΟ μοναστικοΟ θιάσου, τους Παύλους, 
τους Άντωνίους, τους Εύθυμίους, τους ήγιασμένους Σάββας, 
τάς Πελαγίας, τάς Εύφροσύνας, Μαρίας τάς Αιγύπτιας, 
χαΐ πάντας τους δσίους καΐ άσκητάς καΐ πρώτους στρατιώ- 
τας τής πίστεως, οίτινες, έν έπιγείφ σώματι δντες, έπολι- 
τεύσαντο ως ασώματοι "Αγγελοι, τήν μέν πίστιν άποδείζαν- 
τες πίστιν ζώσαν έν τοίς ίργοις καΐ τφ θείφ φόβφ, έξ ού 
-πάσα πρακτική σο^ίος καΐ αυτοτελής θεοσέβεια (μ), τήν δέ 
πολιτεία ν, στέρησαν ίκούσιον τών πάντων, ίνα τά πάντα 
κερδάνωσι, τ^ν Χρ^στ^ν κερδήσαντες (ν) ; 

'Ιδου ψίΧόγμστοί καΐ φιλάρετοι άκροαταί, οΐ κυριώτεροΓ 
λόγοι, δι' ους τά Ιργα τής αρετής ού μδνον καθ* έαυτά είσιν 
απαραίτητα ποϊς σωτηρίαν, άλλα καΐ προτακτέα τήςδιδα* 

(κ) ϋράξ.— Κορινθ, Α'. 16, 10. Β'. ιβ'. 

(λ) Κορ• Α/ θ\ 27. 

(μ) Ίώβκή, 28. Ψαλμ. ρί, 10. Πβίροιμ. ά, 7. 

(^) Ματθ, ιθ, 21. Φιλιππ. γ, 8. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



» 143 = 

«χαλ(α;> 6πως αυτή γένηται καρποφόρος καΐ σαχτήριος χαΐ 
μισθοΟ τταραπλησίου πρίξενος• € Ός δ^ δ ν ποιήστ) χαΐ 5ι- 
δάξτ), ούτος μέγας κληθήσεται έν αί) βασιλείς: των ουρα- 
νών»• Άλλα τίνος ίνεκα προσαπαιτεΓται καΐ ή διδασκαλία 
(χετά των ϊργων, ίνα τδ μέγα βραβεΓον τοΟ ούρανοΟ κληρο- 
νομ^ται μόνον ύηΐ τοΟ συνενοΟντος αμφότερα ; Σκεψώμεθα 
χαΐ τοΟτο το σωτήριον πρόβλημα. 

Β'. Ότι μίν τής πρώτης ανάγκης έστΙν ή πρέπουσα 
διδασκαλία καΐ μάθησις πρϊς τελειότητα τοΟ χριστιανοΟ, 
δπως €πάντες γένωνται διδακτοί τοΟ ΘεοΟ», κατά τ6 λό- 
γιον (ξ), πείθει ό λόγος, έκ πείρας διδάσκων, 8τι ή τελειό- 
της τί)ς άρετί)ς καΐ τ?]ς πίστεως βαίνει πάντοτε κατά λόγον 
τ?]ς αναπτύξεως τοΟ νοδς καΐ τί)ς έξ απαλών όνόχων καλ• 
λιεργείοις καΐ μορφώσεως τΫ)ς χέρσου καρδίας. ΝοΟς αδαής 
των αληθειών τί]ς πίστεως, πιστειίων έκ συνηθείας καΐ κατά 
^αράδοσιν, γίνεται τά πολλά δεισιδαίμων καΐ επιπόλαιος, 
χαΐ έν καιρφ πεφασμοΟ μαρτυρικοΟ ή προσηλυτιστικοΟ πλα- 
νδται, έτεροδοξεί καΐ αφίσταται, άτε μή έχων ρίζαν βα- 
θεΓαν, τήν ρίζαν τ'?5ς γνώσεως, οΰτε έτοιμος ων, κατά την 
παραγγελίαν τοΟ αποστόλου Πέτρου, «πρίς άπολογίαν παντί 
τφ αΙτοΟντι ήμας λόγον περί τ^ς έν ήμΓν ελπίδος» (ο). 
Και άλλως δέ, πας χριστιανός, ούκ όλιγάκις άναγκαζόμε- 
νος ίνα διδάξη μερικώς τά τγ)ς πίστεως έν τφ κύκλφ των 
οΙκείων, τών φίλων, τών γνωρίμων καΐ των συνδημοτών 
αύτοΟ, άείποτε προσκόψει καΐ αλλ* άντ* άλλων διδάξει, 
έάν αγνοί) τ6 θε Γον ρ ή μ α, τάς θείας Γραφάς καΐ τήν 
δρθήν αυτών έρμηνείαν, δσον ενδέχεται. Μή γάρ αΐ τοσαΟ- 
ται προλήψεις καΐ δεισιδαιμονίαι, καΐ ή τηλικαύτη διαφθορά 
έν πάση χριστιανικτ) κοινωνία τ6 πλείστον οΟκ έκπηγάζου- 
σιν έκ τής θρησκευτικής έπιπολαιότητος τών άκατηχήτων 
γονέων και συγγενών έκαστου ; Παρεκτδς δέ τής πείρας καΐ 



(ξ) Ήσ. >4', 13. 'ΐω. ς', 45. 

(ο) Λουκ τ,, 13, Πέτρ, Α.' γ', 15. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



«τ 143 » 

«τοΟ λίγου, αδταΐ αΐ ίεραΐ ΓραφαΙ διαρρήδην αποφαίνονται 
'περί ιΨ^ς ανάγκης ταύτης. Ό (χέν θεοκήρυξ Παύλος πίστιν 
σωστικήν όνοι^άζει ο6χ απλώς την έν τη καρδία κρυπτο- 
[χένην, άλλα την δια στόματος παρρησία κηρυττομιίνην* 
€Καρ$ί(]ΐ γαρ πιστεύεται εΙς δικαιοσύνη ν, στίματι δΐ όμο• 
λογεΓται εΙς σωτηρίαν» (π). Ό δΐ των Αποστόλων κορυ- 
φαΤος, ώς ήκούσατε, έτοίμους θέλει πάντας πρ^ς έξήγησιν 
καΐ άπολο/ίαν των δσα πιστεύομεν, υπέρ ημών αυτών καΐ 
τοΟ πλησίον. ΑΟτδς δε ό οίιράνιος διδάσκαλος καΐ σωτήρ 
τοΟ κόσμου, 6 άλλοις άλλα νέμων χαρίσματα, έκάστφ κατά 
ττιν ιδίαν δύναμιν, αποπέμπει εις τίσκότοςτδ έξώ• 
τερον καΐ εΙς βρυγμ^ν οδόντων εκείνον τί]ς 
παραβολί]ς τ^ν πονηρ6 νκαΐ άχρείον δοΟλον, τ^ν 
δΓ όκνηρίαν μη πολυπλασιάσαντα, άλλ* άποκρύψαντα το 
βεοδώρητον τάλαντον (ρ). Εί δέ καΐ τους αγίους πατέρας 
έπερω'ήσομεν, ουδέ εκείνοι άλλα διδάσκουσιν• «Όμοίως 
ατελές (λέγει 6 θεολόγος Γρηγόριος) άλογος πρδξις καΐ λό- 
γος άπρακτος» (σ). Ό δέ χρυσορρήμων Ιωάννη:, πάρα- 
τηοών βτι ή μέν άπρακτος διδασκαλία εις ουδέν ωφελεί, ή 
δέ μετά τών έργων ωφελεί συνάμια τ6ν διδάσκοντα καΐ τους 
διδασκόμενους, άπ' αμφοτέρων έξαρτ^ λογικώς την τελειό- 
τητα τοΟ έν ουρανοί; άποκειμένου βραβείου. αθ6 γαρ έαυ- 
τοϊς (λέγει) δεί χρησίμους είναι μόνον, άλλα καΐέτέροις.... 
οΟδέ γαρ Γσος ό μισθός τφ έαυτΐν κατορθοΟντι καΐ τω μεΟ' 
έαυτου έτερον προστιθέντι. "Ως περ γαρ τ6 διδάσκειν άνευ 
:;ς^ Γ.οίεϊν χρίνει τον ΰιίάσκοντα .... ούτω ποιείν μέν, ετέρας 
2ΐ μή ύφηγβϊσδαΐ; έλαττοί τ6ν μισθόν. Δεί τοίνυν έν έκατέ- 
ρΰΐς άκρον είναι* .-., Έάν γαρ εκατέρωθεν άπηρτισμένος η, 
μέγας κληΟήσεται έν τ'^ βασιλείοί τών ουρανών» (τ). 

(,:) Ροιμ, ί. 10. 

(ρ) ΙΙατθ. κί. 14 — 30. 

(α) Γ|ϊΐιγορ. Νβιζιχνζ. λογ. μγ'. 

(τ) Χρυϊ^ατ, ψΛ. ις\ ιΐς Μχτθ. ^ 




ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



=ι? 144 = 

*Αλλ' ένταΟθα προκύπτει απορία τις: Επειδή τ^ν μέν 
πλησίον οίχοδομεί καΐ διδάσκει δια του παραδείγματος πδς 
ενάρετος, ίστω καΐ αμαθής* τ6 δέ χάρισμα τής σοφίας ούκ 
ίστιν έργον μίνης τής προαιρέσεως, άλλα καΐ τοΟ άνωθεν 
φωτισμοΟ, καΐ δια τοΟτο €θΟ πάντες άπ^τολοι, ού πάντες 
προφήται, ο6 πάντες εύαγγελισταΐ καΐ διδάσκαλοι» (υ)• 
πρ6ς τί λοιπόν ή διδασκαλία, και διατί 6 επουράνιος βρα- 
βευτής άπαιτεΓ λόγον όμοΟ καΐ έργα; 

Παραδόξως τήν άπορίαν ταότην κινεΓ ούχ ό κοινές καΐ 
απαίδευτος λαός, δστις έκ πείρας γινώσκει, δτι χωρίς μα- 
θήσεως ούχ υπάρχει οΟτε πλοΟτος διαρκής καΐ μέγας, οΰτε 
πολιτισμί>ς καΐ πολιτική ευημερία, οΰτε χριστιανική ανα- 
τροφή χαΐ ευσέβεια, άλλ' οδτε λογικότης θεωρητική καΐ 
πρακτική, αξία τής περιωπής, εις ήν ί άνθρωπος άπ' αρ- 
χής εκλήθη. *Αλλά τίνες ; ολίγοι πλούσιοι έκ τοΟ λαοΟ, 
λίαν φιλαυτως όρεγόμενοι, ίνα βλέπωσι τ6ν Κλήρον τοΟ 
Κυρίου Ιρμαιον τυφλδν καΐ άφωνον, υποτελές εις τάς εαυ- 
τών ορέξεις• ή ολίγοι λειτουργοί τοΟ Υψίστου, καταφρονοΟν- 
τες Βώρου τιμαλφοΟς καΐ ουρανίου, ου τήν άξίαν ήγνόησαν 
έκ καιρικών περιστάσεων. Άλλα τ6 σήμερον άναγνωσθέν 
Εύαγγΐλιον, ζητοδν διδασκαλίαν καΐ έργα, ο&κ αποτείνε- 
ται τ:ρ6ς τους ίδιώτας καΐ τ6ν δχλον, άλλα πρ^ς τάς υπε- 
ρέχουσας τάξεις τοΟ λαοΰ, πρδς τους ποιμένας καΐ τους άρ - 
χοντας, οΟς δνομάζει φώςτοΟ κόσμου, &φθαλμού< 
καΐ λ ό χ ν ο υ ς καΐ α λ α ς τ ή ς γ ή ς, ϊνα διδάξτ) αυτούς 
τε καΐ ημάς, δτι των τοιούτων ή καρδία καΐ ό νοΟς, τα 
φώτα καΐ ή προαίρεσις, τοσοΟτον υψηλά καΐ έξοχα παρά 
ΘεοΟ άπαιτοΟνται, ίσον υψηλή καΐ μεγάλη φαίνεται ή 
αξία καΐ έδρα καΐ εντολή αυτών. "Αλας τήςγής καΐ 
φώς τοΟ κόσμου, διότι, τούτους άπας ό λα^ς σεβόμε- 
νος ώς οδηγούς σοφούς καΐ φρονίμους, καΐ πρδς αυτούς ένα- 
τενίζων ώς τύπους αρίστης πολιτείας καΐ δρθοΟ φρονήματος^ 

(υ) Έφεσ. ί, 1—ί3. Κορ. Α/ ιβ', 26-30. 



= 145 == 

ή φωτίζε'ται καΐ συνετίζεται χαΐ χατά Θε^ν προκύπτει• ή, 
έάν Γδη το άλας τούτο μωρανθέν, τό δέ φως έζοφωμένον έκ 
τοΟ ψεύδους καΐ του ύλικοΟ συμφέροντος, τυφλοΟται καΐ 
οώτ^ς καΐ τρέχει, μη είδώς ποΓ φέρεται, 2ως οΰ μετά των 
οδηγών αύτοΟ έμπέσγ) εις βόθυνον (φ). Οΰτε μάτην άρα ό 
οίφανοβάμων ΠαΟλος συνεβούλευε τοΓς έπισκ(ίποις έν τφ 
ιτροσώπω των μακαρίων αυτοΟ μαθητών καΐ συνεκδήμων 
Τίτου καΐ Τιμοθέου, ίνα «γίνωνται τύπος των πιστών έν 
λόγψ, έν άναστροφγ), έν άγάπτ), έν πνευματι, έν πίστει, έν 
άγνεία• καΐ δτι οεΓ τ6ν έπίσκοπον άνέγκλητον είναι, ως 
θεοΟ οίκονόμον, . . . άντεχ<5μενον τοΟ κατά την διδαχήν 
λόγου, ίνα δυνατδς ή καΐ παρακαλεϊν έν τη διδασκαλίοι τη 
ύγιαινούση καΐ τους αντιλέγοντας έλέγχειν» (χ). Ναί• ή 
ουράνιος ημών θρησκεία περιέχει ού μόνον έντολάς τ•?]ς ήθι- 
κί^ς τελειότητος, άλλα καΐ δόγματα τί]ς πίστεως, έφ' ών 
•πάσα ή κατά Χριστον ψυχοσωτήριος ηθική έποικοδομεΓται• 
καθ' δσον έξω τ?;ς πίστεως ουδεμία ηθική δωρεΓται τήν σω- 
τηρίαν, καθώς ουδέν κλήμα καρποφορεί έζω τής αμπέλου (ψ). 
«Ό τής θεοσεβείας τρόπος (λέγει ό έν άγίοις ^Ιεροσολύμων 
Κύριλλος) έκ δυοϊν τούτων συνέστηκε, δογμάτων εύσε'βών 
άίφιβείας καΐ πράξεων αγαθών» (ω). Έάν ουν ό ποιμήν 
καΐ προεστώς τής έν Χριστφ 'ΙησοΟ πολιτείας, άντΙ τοΟ 
λάμπε IV κατ' αμφότερα καΐ άσυγκρίτως ύπερβαίνειν ένθεω- 
ρίςι και πράξει τ6 ποίμνιον, τουναντίον τήν κατωτάτην πα- 
τη βαθμίδα του χριστιανισμοΟ, πολλών προβάτων ενδεέ- 
στερος ελεγχόμενος, τότε πώς έσται άλας ευαγγελικών καΐ 
οφθαλμός καΐ λύχνος καΐ φώς τοΟ κόσμου, ή πώς διαφυλά- 
ξει τήν ποίμνην άλύμαντον άπ6 τών περικυκλούντων λύ- 

(φ) Μχτθ. ιέ, 1 4. 

(/) Ίιμ. Α'. 5', ί2. Τίτ. ά, 7 — 9. Προσθ. Κορ. Α'. θ\ ί6. 

(ψ) Μάρκ. ις, 16. Ίωάν. ιέ, 4. *Εβρ. ιΛ, 6. 

(ω) Κυρίλλ. χχτηχ. ί', 2. 

ΤΟΜΟΣ Α'. ορ,ζβ..νΟ%ΐ€ 



= 146 = 

χων^ ή τί Ά βφελος τ^); άζίας καΐ τοΟ βαθμοί αύτοΟ, δν 
Γσως άλλαχόΟεν άναβάς καΐ είσπηδήσας 
άνίπτοιςχερσίν άφήρπασεν; Ό τρισμακάριστος Παύ- 
λος εϊτιεν. αΕίτις έπίσκοπΐ); ορέγεται (πρόσθες καΐ άρχι- 
επισκοιί'^ς καΐ μητροπόλεως καΐ πατριαρ- 
χεία ς), καλοΟ ίργου επιθυμεί» (α)• διο'τι ουδέν αληθώς 
όψηλότερον και λαμπρότερον τοΟ ποιμαίνειν ψυχάς καΐ όδη- 
γεϊν αυτάς έν χειρί ΘεοΟ εις τδν ουρανόν. Άλλα ό τ^ς έπι- 
σκοπτ^ς δρεγόμενος, ουχ ως υπηρεσίας επικινδύνου καΐ κο- 
πωδεστάτης, αλλ* ώς ένδοξου καΐ χρυσοφόρου αύλ^ς καΐ 
κτήσεως, γινώσκεις αρά γε πρώτος συ την όδ6ν τοΟ ούρα- 
νοΟ, δπου αναλαμβάνεις ίν* ασφαλώς όδηγήστις μυριάδας 
ψυχών καΐ μυρίας Εκκλησίας; Έζυγοστάθμησας τους κινδύ- 
νους καΐ τάς δυνάμεις σου κατά τόγνώθισαυτίν, καΐ 
πρΙν ή θαρραλέως άποδυθής εις το στάδιον, έπ7<Ύ\ρο<^ορτιβτις 
6τι οΐ πολύ ύπέρτεροί σου την σοφίαν καΐ τ6ν νοΟν καΐ την 
παρρησίαν και την αγιότητα, οί Αθανάσιοι, οί Βασίλειοι,. 
οι Γρηγόριοι, οΐ Χρυσόστομοι, οΐ Νεκτάριοι, οί Μεθόδιοι, οΐ 
Φώτιοι άπεδυσπέτουν και άπέφευγον αξίωμα, μόιλλον δέ 

διακονίαν ούτω βαρείαν και υψηλήν; "Εμαθες — Άλλα 

πώς με παρασύρει ό λόγος άκοντα; Έλεγον λοιπόν δτι εϊς 
τ6ν ποιμένα ή διδασκαλία ομοίως έστΙν απαραίτητος, κα- 
θώς τά έργα, καΐ δτι, ένωθέντα τά δύο, λαμπρύνουσι τδ 
βραβείον διά τε την τελειότητα, καΐ διότι πάσης μέν πρά- 
ξεως ό μισθός παρά Θεώ καΐ άνθρώποις έστΙν άνά'λο'γοζ τΨ^ς 
ωφελείας αυτ'?)ς• του δε διδάσκειν ουδέν υπάρχει έργον έπΙ 
της γγ^ς ώφελ:μώτερον και Οεοφιλέστερον, και οϋζι^ος άλ- 
λου £ργου οί κόποι άνεκηρύχθησαν άρεταΐ θεοτίμητοι• «οί 
πόνοι αύτ?'^ είσιν άρεταί» (β). 

Το ήΟικον τ•^ς διδασκαλίας δφελος (ϊνα παρασιωπήσϋ> 



(α) ΤΐίΛ. Α•. γ•, Ι. 

(β) Ιο^ρ. Ιολ. -λ', 7. Π^βλ Τι;λοΟ Α'. «', 17. 



= 147 =. 

τα χοινωνιχά καΐ ύλικώτερα) έστΙ μιέγα μίν έν τφ κεχτη- 
μιέν^ρ α-^ς σοφίας τ6ν θησαυρών, μέγιστον δέ καΐ άμιέτρητον, 
δ'ϋαν έκχυθείσα πλατυνθ^ πρ^ς τους έξω. Έν πρώτοις, επει- 
δή δ Θε6ς δλος έστΙ σοφία καΐ νοΟς, φως καΐ αΟτοαλήθεια, 
6σ<γ ύψηλότερον των βαθμίδων τής άληθιν^ίς σοφίας ύψοΟ- 
ται ό άνθρωπος, τάιφ καθαρώτερον εποπτεύων έλλάμπεται 
1χ ι:"?^ς αιωνίου αληθείας, τόσω πιστότερον έξεικονίζων έν τη 
ψυχγΐ τδ πανακήρατον κάλλος τΫ]ς υπερφώτου θείτητος, 
γ(νε^α•. δλος ίνθεος καΐ ουράνιος. Ένω δέ ή πολυποίκι- 
λος 'ΤοΟ ΘεοΟ σοφία δια των μυρίων κλάδων αυτ^ίς ^^• 
τιερ βολιδοσκοπεί καΐ ανιχνεύει τήν φύσιν των δντων, ίνα 
έναργώς έγκατοπτρίστρ τοΟ δημιουργβΟ τάς τελειότητας, 
δπισθεν τΫ)ς φύσεως, ώς δια θυρίδος, κύπτων ό υ16ς τ?]ς γί)ς, 
άναπεαπάζεται καΐ προσκυνεί καΐ μεγαλΰνει ίνθους τήν • 
άσύγκριτον μεγαλωσύνην καΐ μεγαλοπρέπειαν τοΟ απείρου 
•κοιητοΟ των πάντων, καΐ πάλιν ανατρέχει προθυμότερον 
ε{ς τήν άρχέγονον τοΟ ανθρωπίνου γένους εύγένειαν. Διαδι- 
δομ^νη δέ εις τα έκτος, γίνεται λυχνία μυριόφωτος καΐ πο- 
λυή Αιος ουρανός, άκτινοβολών φως άπλετον εΙς δεξιά καΐ 
αριστερά, εις τάς όμήλικας καΐ τάς έπερχομένας γενεάς 
άχρι συντελείας τοΟ αΙώνος διά λόγου λογικοΟ καΐ συ- 
στηματικοΟ καΐ πυρώδους, ή διά συγγραφών μεστών αλη- 
θείας καΐ πνεύματος καΐ ζω•?;ς, μεστών φωτός ουρανίου καΐ 
θεοίίοιοΟ αναβάσεως. Ή σοφία αυτή συνετίζει τους άσυνε- 
τοΟντας, όδηγεΙ τους πλανωμένους, στηρίζει τους σαλεύον- 
τας, ελέγχει τους παρανομοΟντας, ζωγρεΤ τά έθνη εις τήν 
πίστιν τοΟ Σωτ?)ρος, καΐ τους πάντας άλλοιοΟσα τήν θείαν 
άλλοίωσιν, ποιεί αυτούς έμψυχους ουρανούς, ίνα ενθρονίσει 
έν αύτοΓς τήν θεότητα. Πόσον δε μέγας μισθ?>ς έν τοΓς ο6- 
ρανοίς απόκειται διά ταύτα πάντα τά κατορθώματα, λε• 
γέτωσαν έκ τών τζ^ο^τιτων ό Ιερεμίας καΐ έκ των αποστό- 
λων ό Άδελφόθεος. «Έάν έξαγάγτρς τίμιον άπ6 αναξίου, 
ώς τ6 στόμα μου ίσει, λέγει Κύριος παντοκράτωρ».— «Ό 



= 148 =τ 

ίπιστρέψας άμιαρτωλον έκ πλάνης οίου αύτοΟ σώσει ψυχήν 
έκ θανάτου καΐ καλύψει πλήθος ά(Λαρτιώνχ) (γ). 1§ού^ φΐΑέ- 
χριστον και φιλοααΟος άκροατήριον, ί^ού τα πρώτα αιζιι. 
6ι ά, δπου συνοικοΟσι θεοφιλής αρετή καΐ διδασκαλία, ίιν. 
πάντως μέγα και λαμπρών βραβείον προετοιμάζεται. «Ό; 
δ' αν ποίηση και διδάξτ], ούτος μέγας κληθήσειαι έν τη 
βασιλεία των ουρανών». 

Γ'. Στρέψατε νυν το Βλέμμα τ?;ς διανοίας προς τους σή- 
μερον έορταζομένους τρεις τγ^ς Εκκλησίας φωστ•?;ρας και 
ίεράρχας, και ίδετε πώς τι) θεία έντολ'?ι παιδευΟέντες και 
ύπακούσαντες, έ-'^έ^^ο^ηο άλαςτήςγής πνευματικόν κα; 
φώς τοΟ κόσμου. "Ιδετε πόσον μεγάλοι και φωτεινοί 
έξέλαμψαν κατά τα ?ργα τ*?^ς άρετ*?;ς, πόσον υψηλοί καί 
ουρανοβάμονες κατά τον λόγον τής πίστεως οί μετά τους 
Αποστόλους τρεις απόστολοι, ά πάσης ^εορρ^^αο^^ζ^ και 
τελεωτέρας θεολογίας τύπος και κανών ακριβέστατος χρη- 
ματίσαντες. Ή δοζα αυτών έσται δόξα του Θεού, του δο- 
ξάσαντος και χαριτώσαντος αυτούς• έσται δόξα τ7]ς Εκ- 
κλησίας και παράδειγμα της οικουμένης• διότι «εις πασαν 
τήν γήν έξήλΟεν ό φθόγγος αυτών, και εις τά πέρατα τζς 
οικουμένης τά ρήματα αυτών» (δ). 

Ότι δε και οί άοίοιμοι του 1]υ,εζίρου πολυπαθεστάτου 
Γένους πατέρες και >^ύλακες, πατριάρ/αι και αρχιερείς, δι- 
δάσκαλοι και άρχοντες, καΐ οί έκ τοΟ έμπορικοΰ καΙ του 
συντεχνικοΰ καταλόγου άκρέμονες, καθάπερ απλανείς αστέ- 
ρες και υίοΐ φωτός, διά πολλών αιώνων άλαμπών κατηύ- 
γασαν και καθωδήγησαν το έθνος προς τους λιμένας τζς 
αληθινής προόδου, ύποστηρίξαντες καΐ άναζωπυρήσαντες τά 
γράμματα τής άρ/αιίτητος, δΓ ών το έθνος ζγ] καΐ μεγα- 
λύνεται, τήν δε Έκκλησίαν θεραπεύσαντες ώς μητέοα καΐ 

(γ) Ίί^εμ. ιε', 19.. Ίακ. ε', 2 0, 
(ί) Ταλ{/., ιη', 5. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 149 ^ 

•τροφί^ν καΐ σώτεφαν καΐ ταΟτα •μ«ρτυρ£Γ αίίτη ή αγία 
κιβοο'Γ^ς ημών, ή τοϋ ΧριστοΟ μεγάλη Εκκλησία, καΐ ή 
ταύτης ίνίοξος καΐ [Λεγαλώνυαος φωτιστική εστία, ή σχο- 
λή του Γένους, ένθα, ως έν πατροπαραδότω κολυμβήθοςι, 
έφορέσαμεν του άκραιφνοΟ; έλληνιταοΟ τον άγλαον χιτώνα 
καΐ 'τ^ν αΫ5ς 6ρθοθοξίας /ρυσοπορφυρον καΐ Οεοοώρητον αδά- 
μαντα. Αιώνιον καΐ μακάριον το μνηαόσυνον εκείνων των 
άεια.νήστων ευεργετών του Γένους καΐ τ'?;ς Εκκλησίας ! 
Αιωνία ή σωτηρία καΐ ή δόξα αυτών τε καΐ πάντ,ων, δσοι, 
καθώς εκείνοι, μιεγάλα κατά θεον και εποίησαν καΐ 
έδίδαξα ν! 

Τί δέ ήαεις οι χΟές καΐ σήαερον υπέρ τ?)ς Εκκλησίας 
του Χρίστου καΐ υπέρ τοΟ Γένους δλου έργαζοαεθα ίρ-^ο^^ ή 
Εί5αγμα, εκείνων των πατέρων καΐ της εύαγγελικ'?]ς διδα- 
σκαλίας έπάξιον ; Ερωτάτε τί; Ουδέ έγώ γινώσκω. Όπου 
ευρηνται ορθόδοξοι χριστιανοί,. τ6 πνιυι,α τοΟ ΘεοΟ κατα- 
ναγκάζοντες, ϊνα, πεσόν παρά τους πόδα; συνεδρίων λαίκών, 
προσκύνηση τη χρυσή είκόνι, τω χρυσφ μόσχφ 
17] ζ, έρήαου• δπου τίν οίκον των πατέρων καΐ των απο- 
στόλων, τ6ν οΙχο>/ τ?;ς θεοπαγοΟς Σιών, όσημέραι κατα- 
σκάπτοντες καΐ έρηαοΰντες, αλλήλους διαυιελίζομεν δπου 
ήδίκηνται αϊ '/^^ι?^^ >^3ΐΙ τα δρφανά• δπου λιμώττουσιν οΐ 
τ•?)ς παιδείας καΐ φιλανθρωπίας ευσυνείδητοι θεράποντες, καΐ 
τα ελεεινά λυχνάρια τί)ς έπισ-ήαης, ελαίου διψαλέα καΐ 
ώσπερ έτοΐ(χοΟαν•?], οσονούπω σβεννυνται, καΐ έν τοσούτω 6ί 
πολλοί καΐ λογον έχοντες, ένάδικία τήνάλήΟειαν 
κατέχοντες, καίκλείοντες τήνβασιλείαν 
τώνούρανών, ούτε α ύτοΐείσ έρχονται καΐ 
τούςείσερχομένουςκωλύουσιν•έν τοιαύττ] κοι- 
νωνία ερωτάτε περί εύαγγελικί)ς διδασκαλίας, περί έργων 
ευαγγελικών; Όταν ό αδέκαστος καΐ <^(£ερ})ς κριτής έν τγ| 
δευτέρα παρουσία άποσφραγίση καΐ ήμιών τάς κεκλεισμένας 
βίβλους^ ε?Οε τότε; εΓθε, ειΟε εύροι έργα καΐ διδασκαλίαν 



= 150 = 

της εντολής αύτοΟ άξια. «Ός δ' δν ιβοιήστ) καΐ διδάξττι, 
ούτος μέγας κληθήσεται έν τϊΐ βασιλείο: τ&ν οΟρανών». 
Γένοιτο, Κύριε τοΟ ελέους, γένοιτο ! 

ΣΤ ΠΡΟΣΦΠΝΗΜΑ 

ΤΟΓ ΑΤΤΟΓ 

ΗΡ02 ΤΟίν ΟΙΚΟηίΕΙΙΕΟΐν ΠΑΤΡΙΑΡΧΠΝ 

δτι. ψ^φοι; χανονιχαΐς ίκλβγβκ υποψήφιος ίίς τ/,ν Ιεραν μητρ({. 
^ολιν της Και<;αρ€{α;, Καππαδοκίας, ενεφανίσθη, μί τα το ]χ.ιχρόν 
λίγομινον μ ή νυ μ α, Ιμπροσθβν του πατρικρχου, αυνο^ιχώς χρο- 
χαθβζομένου, τ^ 30 σεπτβμβρίου 1871. 



Παναγιώτατε καΐ θειίτατε δέσποτα, 
αγία καΐ Ιερά σύνοδος ! 

ΟΤΑΝ λάβω κατά νοΟν, δτι άνδρες αποστολικοί καΐ ού- 
ρανίφρονες, την κατ' αυτούς γενεάν πράξει καΐ θεωρίφ 
λαμιπρύνοντες, Ιφευγον καΐ άπεδυσπέτουν πρ6ς τ^ μέγα καΐ 
ύψηλϊν τί5ς άρχιερωσύνης αξίωμα, φρίττω καΐ δειλιώ 6 
πολλοστός έγώ έν ταϊς αύλαις τοΟ Κυρίου, προσκαλούμενος 
σήμερον διά ττ)ς Οεοφωτίστου ψήφου καΐ βουλής ΣοΟ τοΟ 
σεπτοΟ καΐ παναγιωτάτου και σοφοΟ προέδρου τής Εκκλη- 
σίας καΐ των περί Σέ πολυσέπτων αγίων αρχιερέων εις τ^ 
ποιμδναι κατά Χριστ6ν καΐ ποδηγετήσαι εις νομάς σωτη- 
ρίους έκείνην δη την λογικήν καΐ χριστοσύλλεκτον ποίμνην, 
ήν κατεκίσμησε καΐ έξαιρέτως έλάμπρυνεν ό των θεσπεσίων 
Αποστόλων τρισκαιδέκατος καΐ των τής οικουμένης διδα- 
σκάλων καΐ πατέρων ούρανοφανέστερος Βασίλειος, καΐ οΕ 
άπ' αυτής έξανατείλαντες λαμπροί Γρηγόριοι, ώσπερ τής 
Εκκλησίας βουληθείσης έτι καταφανεστέραν άίτοδεϊξαί μου 
τήν άτέλειάν, πολλή ν ούσαν καΐ παντοδαπήν, άλλως τε 
χαΐ έν χώρ^ί, ομολογουμένως πολλά καΐ δυσυπέρβλητα 



= 151 = 

^χούστ) τα δυσχερή]. ΑΑ καΐ χρυβ?]ναι θέλω καΐ φυγεΤν 
άτζ6 προσώπου Κυρίου παντοκράτορας, την έ(χήν άντιαετρών 
άμαυρίτητα πρ6ς τους άκτινοβόλους καΐ άειφεγγεΓς εκείνους 
φα>σττ]ρας τοΟ έκκλησιαστικοΟ στερεώ(χατος. ΚαΙ γαρ ή- 
κιστα λανθάνει αε, ώ πανάγιον καΐ πανσεβάσαιον τφέσβος, 
ήλίκον καΐ δσον έστΙ ^ζ}) ίιάζ^ορο^ μεταξύ εΟδίου λιμιένοςκαΐ 
•πολυκυααντου πελάγους• και δπόσον υπάρχει κινδυνωδέ- 
στερον τοΟ άμερίμνως καΐ άνευθύνως κυβερνασθαι υπ^ πατρί 
χυβερνήττ), τυπω τ•?)ς ποιμαντικής επιστήμης και συνέσεως 
καΐ εμπειρίας χρηματίζοντι, τι) πολυμερίμνως καΐ ύπευθύ- 
νως κυβερνάν ψυχάς μυριάνδρους, άλλας άλλα περί πλείονος 
ποιουμένας καΐ Οηρευούσαί συμφέροντα, και άναγκάζεσΟαι 
τα πάντα τοΓς πασι γίγνεσθαι, ώς τε πλείονας τφ Χριστώ 
κερδαναι, καΐ τδ αρεστών ποι•?)σαι ταις κοσμικαις άρ/αις, 
καΐ απολογίας ευπρόσδεκτου τυχεϊν περί πάντων έν τη ήμε- 
ρα τ^ς κρίσεως. 

Πλην άλλ' επειδή, ώς έοικεν, ο6κ ην άρα φυγείν τδ 
θε(ίθεν προωρισμένον, άναδιδα/θείς έκ παίδων δτι έστΙ πάμ- 
παν ασεβές καΐ πολλών πεφατηρίων τζ^ό^ε>ίθΊ το άπειθ•?]σαι 
τγ| θεοκινήτω ψήφω τής Εκκλησίας, ή δυσπιστ^σαι είς 
την θείαν δυναμιν, την έν άσθενείοι θαυμαστώς τελειουμέ- 
νην δια 'ζουτο, ει καΐ λίαν μεν δυσβάστακτον καΐ φοβερών 
όρώ τδ (^ορτίον^ άλγεινήν δέ την σωματικήν μου μάκρυνσιν 
άπ6 τού'ζου του μεγάλου πρακτικοΟ ένταύτφ καΐ θεωρητι- 
κού σγοΚίίου των πατριαρχείων, δμως, ώς υίί^ς ευγνώμων 
καΐ ελάχιστος του ουρανίου βασιλέως στρατιώτης, υποτε- 
ταγμένος τώ Κυρίω, μετά χαράς αυτώ δουλεύσω κατά 
δόναμιν πάσας τάς ημέρας τής ζω-ης μου, ένθεν μέν θαρρών 
εΙς τ6 άμαχον καί άφατον έλεος τοΟ τά ελλείποντα άνα- 
πληροΟντος χαριτοδδτου Χμστου, ένθεν δ' άδιστάκτως πε- 
ποι8ώς, δτι ή τε Ση Οεοχαρίτωτος πατρότης καΐ ή περί Σε 
άγ(α σύ'^ο^ος ουδαμώς απαξιώσετε τδν έξ απαλών ονύχων 
τιΟηνούμενον τη Εκκλησία τών υμετέρων εμβριθών καΐ πο• 



= 152 = 

λυπείρων συμβουλών χαΐ χεφαγωγιών, καΐ τοΟ σωτηριώ- 

δους 1(^^ΙοΌ καΐ στηρίγματος των θεοδέκτων υμών ευχών 
καΐ ευλογιών- δπως ή πανσθενουργδς χαΐ τελειωτική τοΟ Κυ- 
ρίου χάρις διατηροίη μου τον ύψηλδν καΐ αποστολικών βαθ- 
μών, είς δν καλοΟμαι σήμερον, άπ^ίρω τοΟ Θεού έλέει καΐ 
συγκαταβάσει, είς τέλος άταπείνωτον καί, δσον εφικτών έμοί^ 
άσπιλον άπ6 τ?)ς κοσμικ•?]ς άσβόλης, καΐ την πνευματικήν 
έπαγγελίαν άνεπαίσχυντον, ίπΐ οικοδομή τε καΐ καταρτισμφ 
τοΟ σώματος τοΟ ΧριστοΟ. 

Υπέρ δέ τ^ς τηλικαυτης θείας δωρεάς, δι* ής ή Εκκλη- 
σία βραβεύει με σήμερον, τί ανταποδώσω τφ Κυρίφ, τφ 
μεγαλύνοντι τδ έλεος αύτοΟ έπΙ την έμήν ταπείνωσιν ; τί 
»δέ καΐ τη φιλοστόργω μου μητρί τε καΐ τροφφ μεγάλτι 
ταύττι Εκκλησία ; Ό Ιχω, τοΟτο καΐ δίδωμι• δίδωμι δλην 
την έμήν ψυχήν, δλην τήν καρδίαν μου• καΐ καθυπισχνοΟ- 
μαι όλοψύχως τη παντίμφ καΐ παναμωμήτφ νύμφη τοΟ 
Σωτίΐρος καΐ πασι τοΤς θεοφιλώς διέπουσι τα κατ' αΟτήν 
δια παντός τοΟ ζ•?]ν τελείαν ύπακοήν, τελείαν εύγνωμοσύ- 
νην και άφοσίωσιν, λογιζόμενος έμαυτδν έν παντι καΐ πάν- 
τοτε ελάχιστον καΐ ϊσχατον άπαξαπάντων τών Ιεραρχών 
τ^ς εύσεβείας, ίνα καΐ έπ' έμέ έπισκηνώση ή δύναμις τοΟ 
ΧριστοΟ. Ούτε παυσομαι καθικετεύων ημέρας καΐ νυκτδς 
τδν έν έλέει πάμπλουτον καΐ πάνδωρον Θεδν, ?να περισκέ- 
πων καΐ περιφρουρών ως κδρην δφΟαλμου καΐ όσημέραι με- 
γαλυνων τήν Σήν θεσπεσίαν κορυφήν, πανάγιε δέσποτα, 
πληθυνοι καΐ ύπερπερισσευοι Σου τα πολύτιμα 2τη καΐ τήν 
κατά τδν ίσω τε καΐ έξω άνθρωπον γαληνήν καΐ ευψυχον 
καΐ πανευήμερον ευεστώ έπΙ τοΟ άγιωτάτου άποστολικοΟ 
καΐ οικουμενικού τούτου θρδνου μέχρι γήρως βαθύτατου, 
λιπαροΟ καΐ πανολβίου, είς αίνεσιν μεν καΐ δόξαν τοΟ έν^ 
χαΐ άκρου καΐ αίωνίου άρχιποίμενος, κατακδσμησιν δέ καΐ 
λαμπρότητα τ^ς αγίας αύτου Εκκλησίας. Γένοιτο, γένοιτοί 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 153 = 

Ζ' ΛΟΓΟΣ 

ΤΟΥ ΗΗΤΡΟΗΟΑΙΤΟΥ ΕΑΙΣΑΡΕΙΑΣ 

Εΐ^ΧΤΛ^ΙΟν Ι^ΛΕΟΒΟνΛΟν, 

ίκφωνγιθείς, (χβτά τγ,ν ίν τω ναφ του άγιοταφιτιχου (Χβτοχίου 
τε'λβσθεΐσαν ίβρουργίαν, συλλειτουργούντων των {βραρχών Ν«ο- 
χαςσαρείας χαΐ Άγκυρα;, εν τνί κατά το Φανάριον Λέσχη οΜικρ^ 
•Ασίςρο, τβλουμε'νη; πανηγυρικώς της επετείου εορτής της ανα- 
συστάσεως του ύπο τον τίτλον βΜικρχς 'Ασίαςι φιλεκπαιίβυτι- 
χ^,ϋ συλλόγου, τνί 3 1 «πριλίου (κυριακ-^ των Μυροφόρων) 1878. 



Ευσεβέστατη καΙ φιλόμουσος όμήγυρις• 

Α'. ΤΗΝ ΕΠΕΤΒίοΝ χαΐ φαίδράν έορτήν των εγκαινίων 
του επωνύμου τ?;ς Μικρας Ασίας φιλεκπαιδευτικοΟ συλλό- 
γου πανηγυρίζοντες σήμερον, ιτρόθυμοι συνεδράμομεν εΙς τί)ν 
Ιερ^ν ναί^ν του Κυρίου, δστις έστΙ τ6 φως καΐ ή ζωή τοΟ 
κόσμου, καΐ ου χωρίς ουδέν δυνάμεθα ποιεΤν αγαθόν, Γνα, 
τ*^ χάριτι αύτοΟ έλλαμφθέντες καΐ άγιασθέντες, καΐ δόνα- 
μιν άναλαβόντες σύμπαντες οι μετά τ^^ς Ελάσσονος Ασίας 
δεσμοΓς όμογενείας καΐ γεννήσεως συνδεδεμένοι, έργασώ- 
μεθα καΐ έν τω μέλλοντι έργα τελεσφόρα καΐ γενναιότερα, 
συνφδά ττ, κλήσει καΐ τη έπαγγελί^ε ταύτης τής μικρασια- 
ν?)ς καΐ 2ργφ φίλο πατρίδος άδελφότητος. Έκ δέ τοΟ ίεροΟ 
ναοΟ αθρόοι μετέβημεν εις τδ πνευματικόν καΐ ηθικόν τοΟτα 
συλλαλητήριον καΐ φυτώριον, ίνα έγγύθεν θεασώμεθα καΐ 
άναμνησθώμεν μετά ψυχικής άγαλλιάσεως, ήλίκα δσα ά- 
γαθοεργήματα πνευματικά καΐ κοινωνικά επαγγέλλεται εις 
την έκ παλαιοΟ πάνυ ευανδρον καΐ περιώνυμον καΐ λογι- 
μωτάτην, τά δέ νΟν κατά τ6 πλεΓστον χέρσον, φεΟ, καΐ 
άλαμπή καΐ τεταπεινωμένην πατρίδα ημών. Σύλλογος αν- 
δρών Μικρασιανών, σπουδαίως προτιθέμενος χαΐ κατά δύνα- 



= 154 = 

μΛ/ ενεργών τήν τί)ς πατρίου γλώσσης καΐ των τδν υψιστον 
πολιτισμών έγκυμονούντων ελληνικών γραμμάτων ίιάδοσιν, 
καΐ άναλαβών έκ συστήματος, ίνα παιδεύη παϊδας άπορους 
ευφυείς έκατέρου τοΟ γένους, εκείθεν ορμώμενους καΐ έκεΤσε 
πάλιν ώς διδασκάλους καΐ τα χρηστά δεδιδαγμένους πολ(- 
τας έπανακάμψοντας• ίνα συνιστόό άνα-^^'νωστήρια καΐ λέ- 
σχας καΐ παρεμφερείς συλλόγους, ώς καλλιγ^νου πατρ^ 
τέκνα καλλίγονα, έν έκείναις ταΓς χώραις, ταΐς λιμον πα- 
σχούσαις βιβλίων καΐ αναγνώσεως, ?να βελτιοΓ καΐ ύπο- 
στηρίζη καΐ έστιν δπου άνεγ^ίρη έκ βάθρων τα πρόσφορα δι- 
δακτήρια, μάλιστα παρθεναγωγεία, άνευ των οποίων λίαν 
μακρότατη καΐ δυσχερής καθίσταται ή τής προγονικής παι- 
δείας καΐ γλώσσης άνάκτησις• καΐ απλώς ειπείν, ?να, τής 
Μικράς Ασίας τήν έκπαίδευσιν υπ6 τάς πτέρυγας αύτου 
θάλπων καΐ περισκεπάζων, καθάπερ ύπουργεΓον ή προξε- 
νεΓον εκπαιδευτικών, παντί σθένει καΐ δια παντός επιτηδείου 
μέσου συντελί), τ6 έπ* αύτώ, πρ^ς ήθικήν τε καΐ διανοητι- 
κήν τών Μικρασιανών κλιμάτων διακόσμησιν καΐ καλλιέρ• 
γειαν. Καλή και πρέπουσα τοιαύτη άνάμνησις, δσον έστΙ 
καλδν καΐ ώφέλιμον το προς τα 6πίσω ρίπτειν ενίοτε βλέμ- 
μα έταστικδν καΐ έλεγκτήριον, βλέμμα φρονίμου οικονόμου 
καΐ τραπεζίτου, ίνα μετά θυμηδίας άναθεωροΟντες πάντας, 
βσους έτρυγήσαμεν καρπούς έκ τής καλής ταύτης καΐ θεο- 
ουτεύτου αμπέλου ίδίοε έκαστος τών αδελφών τοΟ έκπαι- 
οευτικοΟ τούτου θιάσου ύπ6 τών πνευματικών αύτοΟ παν- 
δαισιών, καΐ αναλόγως αί Μικρασιάτιδες έπαρχίαι, καΐ ίνα, 
ήρεμα και άνενδότως ανακόπτοντες τάς κυρίας άφορμάς τών 
εκάστοτε άπαντωσών ελλείψεων καΐ δυσχερειών, χωρώμεν 
θαρραλέοι καΐ ευζωνοι εις τ6ν ένδοξον καΐ ίερ6ν αγώνα τής 
τών συμπολιτών ημών ύγιοΟς καΐ φρονίμου έκπολιτίσεως, 
αγώνα, τ6ν όποΓον πάντες οί λαοί τήν σήμερον υπέρ ποτέ 
σπουδή τή πάση έναμίλλως συναγωνίζονται. 

Β'. *Ως δη τοιοΟτον άσπαζόμενος και χαιρετίζων τον ύμέ- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 155 = 

τερον σίΓουδαΐίίτατον καΐ άξεολογώτατον τοΟτον Σύλλογον, 
ώ έν Χριστώ περισπούδαστοι Μικρασιανοί, κάγώ ό παρά 
τοΟ Κυρίου ήλεημενος ελάχιστος μητροπολίτης μικρδς τίνος 
•παροικίας εκείνης τ?)ς μεγάλης καΐ πρόπαλαι μεγακλεοΟς 
και έπιζήλου χώρας, παροικίας περιλαμβανουσης άλλοτε 
πέντε καΐ πεντήκοντα έπισκοπάς, καΐ καυχωμένης ώς των 
"λόγων μητροπόλεως, καΐ ένδομυχον τρέφων την 
χαράν έπΙ τη αίσίςι καθιδρύσει καΐ κατευοδώσει αύτοΟ, όλο- 
ψύχως δ' έπευχόμενος ?να πασαι αϊ υπέρ αύτοΟ άναπεμ- 
φθεΐσαι τφ Θεφ δεήσει^ έν τη Εκκλησία άποδείζωσιν αύ- 
αόν, ύπ6 τάς ζωοπαρόχους καΐ φωτιστικάς ακτίνας τγ)ς θείας 
ε&λογίας καΐ χάριτος, μακροβιώτατον καΐ καλλίκαρπον,έκεΤ- 
νο θαρρούντως ύπομιμνήσκω πασαν την φιλόκαλον καΐ δια- 
πρεπώς φιλόπατριν αύτοΰ όλομέλειαν έν τη ευκαιρί^ ταύτΥ), 
δτι οιονδήποτε κατάστημα καΐ σύστημα, τότε μάλιστα 
τελεσφορεί καΐ προκόπτει, αυζει καΐ μεγαλύνεται, βταν, 
ένεργοΟν τ6 κατά δύναμιν έν τω ονόματι του Κυρίου, έζ ου 
κατέρχεται παν δώρημα τέλειον, έξαρτοι πάσας αύτοΟ τάς 
πράξεις καΐ τά διανοήματα άπ^ έν^ς ώρισμένου καΐ διάγε- 
γραμμένου σχ,οτζου^ τιρος τδν δποΧον ένατενίζον, ώς πρί)ς πο- 
λικών αστέρα, διά παντδς εις τά πρόσω φέρεται. Τίς δέ ό 
άρίφαντος σκοπός καΐ πολικίις αστήρ, πρί)ς δν καΐ περί δν 
εύθυτενώς οφείλει νά κατευθύνηται ό κοινωφελής ούτος 
Σύλλογος ; ΚαΙ τίς έτερος παρά τδν έμφαινόμενον έν τί) 
έπωνυμί^ αύτοΟ, επωνυμία διατρανούση, δτι ή πνευματική 
κατάρτισις καΐ άναμόρφωσις της Ελάσσονος Ασίας πάσα 
εις τήν φροντίδα των υιών αυτής άνατέΟειται ; Μικρά 
* Α σ ί α, καΐ παίδευσις αύτήςδιάπολυμελοΟς 
Άδελφότητος, ιδού τί> πρόγραμμα καΐ ή οδός, ίδού 6 
τρίαστρος άδυτος αστήρ, δ κανονίσων καΐ διευθύνων πάντοτε 
πάσας τάς εργασίας υμών. Έπιμένωμεν ολίγον είς τήν 
μελέτην τοιούτου ωραίου προγράμματος. 
Γ'. Έν πρώτοις ή Μ ι κ ρ ά Ά σ ί α, ή τ6 κατά τους 



= 156 = 

Βυζαντινούς *Ανατολικ6νθέμακαΙ Ανατολή, ή 
[Λεγάλη εκείνη χερσόνησος, την οποίαν περιβρέ/ουτΓ καΐ 
εύκολπίζςυσιν άρκτικώς μέν ό Πόντος, δυτικώς δέ ή Προ- 
ι:οντΙς καΐ τ6 ΑίγαΤον, και μεσημβρινώς ή Μεσόγειος θά- 
λασσα, καΐ συνορεύουσα μετά τ^ς μεγάλης Αρμενίας καΐ 
τ•?]ς Συρίας, καΐ περιλαμβάνουσα τάς επαρχίας άρκτικώς 
μέν Βιθυνίαν, Παφλαγονίαν καΐ Πόντον δυτικώς δέ τάς 
δύο Μυσίας, την Αίολίδα, την *Ιωνίαν καΐ την Δωρίδα• 
μεσημβρινώς την Καρίαν, την Λυκίαν, την ΓΙαμφυλίαν, 
την Πισιδίαν, την Ίσαυρίαν καΐ την Κιλικίαν έν τφ κέντρφ 
την Λυδίαν, τάς δύο Φρυγίας, την Λυκαονίαν και την 
Γαλατίαν καΐ ανατολικώς την Καππαδοκίαν καΐ την μι- 
κράν Άρμενίαν χώρα έζόχως Ιστορική και 'Κά^υο,ο^ έράσμιον 
παντοδαπών δυναστειών καταστασα, πολύ προ τών άλλων 
αναπτυχθείσα, προήχθη, ώς γνωστόν, εις βαθμών αξιόλογου 
έκπολιτεύσεως καΐ κοινωνικής ευδαιμονίας. Διά το εύκραές 
καΐ καρποφόρον, τ6 εύλίμενον καΐ πολυσχημάτιστον τής 
γής έχουσα πάντα τά κάλλη καΐ πλούτη τής φύσεως καΐ 
τρέφουσα λαούς τά μάλα φιλόπονους καΐ ευφυέστατους καΐ 
διαφερόντως νοήμονας, εύμοιρεϊ πάντων τών στοιχείων, διά 
τών οποίων δύναται εσωτερικώς μέν ν' αποσόβηση την 
ίνδειαν καΐ άμάθειαν καΐ τά τούτων επακόλουθα δεινά, έξω- 
τερικώς δέ νά μεγαλυνθή καΐ λαμπρυνθή υπο πασαν έποψιν. 
Άλλ' υπέρ τάς φυσικάς ταύτας άρετάς καΐ χάριτας ή Μι- 
κρασιανή χερσόνησος οφείλει το πολύ τ^Ο κλέους αυτής εις 
τάς πολλάς έλληνικάς αποικίας, &ς ή μουσομήτωρ καΐ 
πολύγονος *Ηλλάς έγκαθιδρύσασα κατά τά μακρά καΐ χα- 
ρίεντα αυτής παράλια, καΐ μετά τών αποίκων τέκνων 
συμμεταφυτεύσασα τάς τέχνας καΐ τάς έπιστήμας, τά 
γράμματα, τους νόμους καΐ τ6 φιλελεύθερον πνεΟμα καΐ 
πολίτευμα, τόσον εΟεργετικώς ήλέκτρισεν, ούτως ειπείν, 
απαντάς τους περιοίκους λαούς εκείνον τδν πνευματικόν 
ήλεκτρισμόν, έξ ού ή αδρανής καΐ ακατέργαστος υλη άρύε• 



« 157 = 

τα ι ζωή ν καΐ έμιψυ/ωσιν καΐ τον μεγαλουργών ένΟουσεασμι^ν 
έν ττραξει και θεωρία^ ώστε λίαν πρωί'μως ένετυπωσεν εις 
λαού;, πολύ αλλήλων διαφέροντας την καταγωγήν καΐ 
την φυλή ν καΐ τήν γλώσσα ν, Ινα γενικδν τύπον καΐ χαρα- 
κτ•?;ρα, τ6ν χαρακτ*?^ρα τί); νοερώ; ύπερεχούσης γ^Κ^]ζ των 
*Ελλήνων, κατά τ^ν αίώνιον καΐ άναλλοίωτον καΐ δικαιί- 
τατον νίμον τί^ς θείας προνοίας του νά ίπικρατή πανταχοΟ 
χαΐ πάντοτε τ6 πνεΟμα τ?)ς ύλης. ΈπελθοΟσα δέ καΐ ή τοΟ 
μεγάλου τής Μακεδονίας "Ελληνος έξελληνιστική συμπά- 
σης τί;ς Ανατολής καθόλου καρτερά επιρροή, καΐ θαύμα- 
σίως υποστηρι/θεϊσα ύπ6 τοΟ συγκεντρωτικοΟ, αλλά χαΐ 
κατά θείαν εΟμοιρίαν φιλελληνικοΟ τής Ρώμης πνεύματος 
καΐ καθαρθεϊσα κα} άνυψωθείσα ηθικώς διά τοΟ ένοποιοΟ 
καΐ φιλάνθρωπου πνεύματος τοΟ χριστιανισμού, δίεμόρφω- 
σεν άνεξιτήλως και Οεοσφραγίστως χαράγματι έλληνικψ 
τον Μικρασιανον όρΟόδοξον, πανταχοΟ καΐ κατά πάντας 
τους αιώνας ραδίως διαγινωσκόμενον έν άσθενεία καΐ έν δυ- 
νάμει, έν καταπτώσει καΐ ίν ακμή, καΐ άναπολοΟντα τ6 
έξαίσιον ορχέτυπον τής πάλαι μητροπόλεως, τοΟ δποίοΌ 
ευφυέστερον καΐ ί^Ό'/ού7τε;^ο'^ άλλο άλλαχου ώκνησε καΐ 
έφειδωλεύΟη νά έκτέκτ) ή γηίνη σφαίρα. 

Διο καΐ πρόπαλαι άπί> τ?;ς χερσονήσου ταύτης έξήνθησε 
τ^ ίστοριογενώς πρώτον καΐ άπαράμιλλον άνθος τής ελλη- 
νικής ποιήσεως, τ6 θαϋμα τών αιώνων εκείθεν έβλαστον 
και έξεκάρπησαν αΐ πρώται του καταλογάδην λόγου έμ- 
μ,ουσοι συγγραφαί• έκειΟεν ηκούσθησαν οι Ίζρώτο: εμβριθέ- 
στατοι φθόγγοι τής τών Ελλήνων σεμνοφόρου φιλοσοφίας• 
έκει, έχεΓ ωσαύτως ένεσπάρη τζρ&τοΊ καΐ έκαρποφόρησε μυ- 
ριοπλάσια ιΙ θείον Ε αγγέλιον τής οΟρανοβάμονος καΐ υψί- 
στης τών φιλοσοφιών, έν ή ή σωτηρία τοϋ κόσμου• εκεί 
έξέλαμψαν αί μυστικαΐ λυχνίαι τών αποστολικών Εκκλη- 
σιών τής Άποκαλύψεως, ώς ακτίνες πρώται τοΟ έξ Ιερου- 
σαλήμ άνατείλαντος ηλίου• έκεϊ οί άθληταΐ καΐ ήρωες τής 



== 158 =: 

Ίΐίστεω^, 6 δγκος των (χαρτόρων, υπέρ τήν ψάμίλον 
ΊΫ^ς θαλάσσης αναρίθμητος, δια τοΟ αΓματος αυτών έκρά- 
'τυναν, έλάμπρυναν καΐ έζεβαίωσαν την πίστιν τοΟ Σωτί]- 
ρος, καΐ ένταύτφ δίά των έργων διετράνωσαν τ^ν υπέρ τγ]ς 
αληθείας καΐ τ•?)ς συνειδήσεως φύσει άδάμαστον καΐ άκα- 
τάβλητον χαρακτγ5ρα τοΟ "Ελληνος, "Ελληνος, υίοΟ τ^ίς 
έλληνικίΐς φιλοσοφίας και συνάμα έπιστηθίου μαθητοΟ τοΟ 
Ευαγγελίου τ?)ς χάριτος• άπο τοΟ ΜικρασιανοΟ στερεώμα- 
τος άνατείλαντες, την οίκουμένην πασαν έφεγγοβΛησαν οί 
λαμπρότατοι καΐ ούρανοφανεις φωστ?5ρες καΐ διδάσκαλοι 
τ'?)ς Εκκλησίας^ των οποίων συμπάς ό χριστιανίσας κόσμος 
δέν είδεν ούτε σοφωτέρους ούτε και άγιωτέρους άλλους- 
εκείθεν έξηλέγχθη μάλιστα καΐ κατεπολεμήθη και κατε- 
τροπώθη ή ασέβεια καΐ πάσα αϊρεσις, άνεστηλώθη δέ ή 
θεοδίδακτος ευσέβεια δια τοσούτων οικουμενικών καΐ τοπικών 
συνόδων, άπασών σχεδόν συνελθουσών .έν τή Μικρ^ Ασία• 
Καί, τ^ κεφαλαιωδέστερον, εκείνη ή μητρωζουσα χερσόνη- 
σος μετά της μητροπόλεως Ελλάδος έγένοντο ό προμαχών 
κατά τοσούτων αγρίων καΐ άτιθάσσων στιφών, Άσσυρια- 
νώνκαΐ Μηδοπερσικών, Σκυθοταταρικών καΐ Αιγυπτιακών, 
άπειλησάντων άλλων άλλαχόθεν τ6ν δλεθρον πάσης πνευ- 
ματικ•?)ς ίκμάδος καΐ ζω•?)ς τοΟ ανθρωπίνου γένους, πάσης 
τελειοτέρας νοεραςκαΐ ήθικί5ς βλαστήσεως, την οποίαν αύ- 
ται θαυμασίως διασώσασαι, δίκην ασύλητου παλλαδίου 
καΐ ίεροΟ πυρός, άσβεστον έκληροδότησαν άλληλοδιαδόχως 
καΐ μετελαμπάδευσαν εις δλην την Ευρώπην καΐ είς σύμ- 
πασαν την ανθρωπότητα. Γινώσκει αρά γε τοΟτο ό κόσμος; 
ΈνθυμεΙται τούτο ή "Αρκτος καΐ ή Δύσις; Είεν. 

ΚαΙ δμως, αδελφοί μου, επειδή, καθώς τά άτομα, τον αύ- 
τί)ν τρόπον φαίνεται δτι καΐ έκαστος τών λαών^τ'ΡΙς υφηλίου 
φέρει μεθ' έαυτοΟ έπικεκλωσμένην την καθ* Ήρόδοτον πε- 
πρωμένην μοϊραν, την μοϊραν τ•^ς παρακμές και τ?)ς 
ταπεινώσεως, ήτις τότε μάλιστα ραγδαιότερον έπισκήπτει. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 159 «= 

ώσπερ θεήλατος κεραυνός, 5ταν λα^ τις, διαφθαρείς ήθιχώς 
και θρησχευτικώς, τρυφ^ ή άΧικοπραγή χαΐ διαστασιάζϊί 
τφές έαυτ6ν καΐ 'τούς άστυγείτονας, ίπεσε πτώσιν πολιτι- 
κήνκαΐ κοινωνικήν μετά τοσούτων άλλων ολβίων καΐ με- 
γαλώνυμων χωρών καΐ πόλεων καΐ ή επιφανέστατη καΐ 
θεοπροίκιστος χερσόνησος Μικρασία. Και κλίνασα την κε- 
φαλήν ύπ' άλλους άλλοτε δέσποτας, καΐ συγχρωτισθεΤσα 
έξ ανάγκης μετά παμμιγών και τ6 παράπαν άξεστων έθνών^ 
δσα συν•?]γεν ώς ακρίδας ή λαιμαργία τγ]ς κατακτήσεως, 
έμαράνθη καΐ κατημαυρώθη τήν διάνοιαν, την γλώσσαν, 
τά επιτηδεύματα και αυτήν αύτοΟ τήν πατροπαράδοτον 
και άνεκτίμητον θρησκείαν, διαφερόντως τα μεσογαιότερα 
αυτ-ί^ς- τα όποΓα ούτω, μικροΟ δεΤν, έξεφυλλίσΟησαν, ώστε 
«άπαν το ελληνικών άπέμαθον (κατά Διονύσιον είπεΓν τόν 
Άλ^καρνασσέα), ώς μήτε φωνήν Ελλάδα φΟέγγεσΟαι, μή- 
τε χρ•?;σθαι νόμοις Ελλήνων έπιειχοσιν, ω μάλιστα διαλ- 
λάσσει φύσις Ελλάς βαρβάρου»• καΐ ήδύνατο ό περιηγη- 
τής μετ* οίκτου ν' άπευθύντ) προς πολλά των τέκνων τής 
Μικράς Ασίας τήν πρδς τίν Αιθίοπα έρώτησιν τοΟ απο- 
στόλου Φιλίππου• «άραγε γινώσκεις & άναγινώσκεις», 
ευλόγως- διότι έπΙ πολλούς αιώνας, τί]ς χώρας ταύτης 
τήν παλαίφημον λαμπρότητα καΐ εΰκλειαν, ήτις ισοφάριζε 
και Ισοστάθμει προς τήν τών Αθηνών καΐ τής Αλεξανδρείας, 
τί)ς Αντιοχείας και τοΟ Βυζαντίου, μόλις διεκρίνομεν έκ 
μόνης τγ)ς άγαν σφόδρα βραχυνθείσης καΐ περισταλείσης 
θρησκείας καΐ τών παραδόσεων, άπαραλλάκτως όπως καΐ 
τον έκπεσόντα δυστυχή υΙΙν πατρίς ένίόξου έκ τοΟ ονόμα- 
τος καΐ τών οίκοσήμων διαγινώσκομεν. Ή πτώσις αυτή 
καΐ 6 μαρασμός, αγαπητοί, έστΙ τοσοΟτον οδυνηρότερος, 
δσον ανάγεται εΙς τήν πνευματικήν ζωήν, άνευ τής οποίας 
ή φυσική καΐ ή κοινωνική αποβαίνει άχαρις καΐ αβίωτος. 
Άλλα, ΘεοΟ εύδοκίοι, τών μεγάλων χωρών καΐ πόλεων 
καΐ γονέων και διδασκάλων οί παίδες καΐ οί μαθηταί, κλη- 



= 160 = 

ρονομικά χαΐ πατροπαράδοτα καΐ δλως οίκεΓα φέροντες '^ 
αρετές καΐ τΨις δόξης τα παραδείγματα, γίνονται, ώς Ιά 
το πολύ, μεγάλοι καΐ μεγαλόφρονες καΐ βεβαιοΟτι τήν π^ο- 
γονικήν εύγένειαν καΐ πατραγαΟίαν διά τ*?]ς Ιδίας &^8ραίΐ[Λ• 
θίας• καΐ δταν ποτέ τιέσγ) οπωσδήποτε ή φίλη αί»τών ιϊλ- 
τρίς καΐ γενεά, ύποβαστάζουσι καΐ άνεγείρουσιν αυτήν τα 
τέκνα αύτ'/^ς, τάς επιμέρους ολίγας ή πολλάς αυτών δυνά- 
μεις εις ταΟτ^ συνάπτοντα. Πάντη πάντως αυτή ή χρ'-*^^ 
καΐ πολυτίμητος ιδέα, αυτή ή πατρόκληρος υμών εΟγένεια 
έγέννησε τ6ν παρόντα Σύλλογον, καθώς καΐ τοσούτοι^ άλ- 
λους έν τη Ανατολή. Έάν ούτως 5/^η τη άληθεί^ι (ώς 
δέν αμφιβάλλω), στράφητε λοιπόν ψυχή καΐ σώματι προς 
τ^ν Μικρασιανον αστέρα• καΐ ή σημερινή κατάστασις της 
τ6 πλείστον ξενόφωνου πατρίδος κεντησάτω κατά βάθος την 
εύαίσθητον χαρδίαν συμπάντων υμών και συγκεντρωσάτω 
δλων υμών τήν νυχθήμερον φροντίδα καΐ μέριμναν και δαπά- 
νην εις Γδρυσιν καΐ συντήρησιν παρθεναγωγείων, έν οίς παι- 
δεύεται καΐ πλαστουργειται τδ ήμισυ καΙ φύσει παιδαγω- 
γικώτερον μέρος τοΟ ανθρωπίνου γένους• εις υποστήριξινιών 
υποτρόφων συμπολιτών έξ έκατέρου του φύλου• καΐ είς γε- 
νικήν διάδοσιν δυο τούλά/ιστον εθνικώς αξιόλογων εφημε- 
ρίδων, ελληνιστί καΐ τουρκιστί γραφοιι.ένων• καθ* δσον αλη- 
θεύει, δτι πάσα εκλεκτή δημοσιογραφία κατήντησε τήν σή- 
μερον ως πρ^ς τήν διάδοσιν τών γνώσεων καΐ καθαρευούσης 
γλώσσης σχολεΓον γενικώτατον και διδακτικώτατον.Ό έχων 
ανάγκην τροφής καΐ ενδύματος ήκιστα μέριμνα περί άλλου• 
ή σημερινή πρωτίστη καΐ απόλυτος ανάγκη τής πολυπα- 
θοΟς ύ|/ών πατρίδος έστιν ή άνάκτησις τής πατρίου γλώσ- 
σης κυοίως δια τών μητέρων καΐ τών τροφών• τής γλώσ- 
σης εκείνης, ήτις μόνη ασφαλώς διαφυλάττουσα τοΟ έλλη- 
νισμοΟ και τής ορθοδοξίας καΐ τοΟ αναλόγου πολιτισμοΟ τδ 
βάπτισμα, γενήσεται έπιτηδειοτάτη κλείς, άνοίξουσα καΐ 
τους θαλάμους τής περαιτέρω συστηματικής καΐ καλλιτέ- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



=^ 161 ^ 

χνου καΐ έίηστΓ,ιχονικ?]ς παιδεύσεως καΐ διδασκαλίας, εΐ; 
την οποίαν άνακαλεΓ ημάς το παρελθόν καΐ τ6 [χέλλον 
ή[Λών. 

Δ'. Ναί, προηγεΤται ή γλώσσα• Ιπεται ή δέουσα εγκύ- 
κλιος καΐ ελευθέριος παίδευσις μετά τ•?)ς προσηκούσης μου* 
σικί)ς καΐ γυμναστικές αναπτύξεως, Γνα οϊ ημέτεροι Άνατο- 
λίται, Ιθει προγονικώ, κτήσωνται ψυχήν ύγιαίνουσαν καΐ 
πεφωτισμένην έν άρτίω καΐ ύγιαίνοντι σώματι. "Εσχατοι 
δ' επέρχονται οΐ αναβαθμοί των διαφόρων κλάδων τ•ί)ς επι- 
στήμης καΐ των τεχνών, έξ ών προσδοκάται ή έπίδοσις καΐ 
τελειότης τγ)ς κοιν-^ς πατρίδος, οποίαν έπεδείξαντο οΐ πρό- 
γονοι, καΐ καθ* έκάστην έπιδείκνυνται τα έθνη τί^ς Εύρώ- 
•πης καΐ τα αμερικανικά• διότι δια βαθμιαίας και πρόσφο- 
ρου εκπαιδεύσεως καλλιεργήσαντα εγκαίρως πάσας αυτών 
τάς φυσικάς και ήθικάς δυνάμεις, έκτήσαντο ζωήν ενεργών 
άνδρικ^^ς ήλικιώσεως ούτως ίσχυράν και μεγαλοπράγμονα, 
ώστε δικαίως εκπλήττει καΐ κρατεί υποχειρίους τους τε 
άλλους ανατολικούς λαούς καΐ ήμας τους έλληνογενεΐς, 
οιτινες, τών 4λλων άλλοτε διδάσκαλοι καυχώμενοι, μόλις 
έσμίν την σήμερον άξιοι εκείνων μαθηταΐ δια την πλεονά- 
ζουσαν άπαιδευσίαν. Δραξώμεθα λοιπόν παιδείας, αδελφοί, 
παιδείας γλωσσικί;ς, παιδείας εγκυκλίου καΐ βιωφελοΰς, 
•παιδείας τών επιστημών, ου μόνον θεωρητικ^Ρ);, αλλ* έξαι- 
ρέτως τής έφηρμοσμένης εις τόν βίον και τάς τέχνας, έξ ών 
6 πλουτισμός και ή οικιακή τε καΐ κοινωνική ευδαιμονία 
παράγεται. 

Ε'. Άλλ* ή επιστήμη, αδελφοί, και πάσα παίδευσις, 
καθώς και τχίΐν άγχΟί^ν κοινόν καί ίδιον, ινα άποκτηθγ), δεί- 
ται άγώνιων καΐ ίδρώτων, πράγματος ει^τζορίσ'ζου καΐ προαι- 
«τικΰΟ' δείται και δατιάνης άοραίς, τά πολλά ^\ί7'::ορίσιοι^'' 
ίαπάνης τόσω άίροτίρας έν τ*^ Μικρό: Άσίί^, καθ' 8σον τό 
[Μν άρχαϊον κλέΰς αύτ?)ς ουδόλως έάσει καθεύδειν τους φύ- 
κι οίλοτίμους καΙ αεγαλίφρονας Μικρασιανούς• ήμεΓς δ£. 



•— ΟίοίΐίζθοΙ Ιαγ 



θ46§Ιε 



χη: 162 » 

άγαν σμιαροί καΐ ταπεινοί δντες και των πάντων σιιρού* 
μενοι, ούτε ταμεία δη(ΛΟσια Ιχομιν^ ούτε ικανούς άνδρας 
ζάπλουτους καΐ εύποροϋντας πέρα των καθηαερινών αναγ- 
κών. Τί ουν τ6 ποιητέον ; ΈνταΟθα ίχουσι χώραν οί των 
κοινοτήτων άίελφοποιοί δεσαοί, [χερικώτεροι ή κεντρικοί καΐ 
γενικώτεροι, δεσμοί φιλεκπαιδευτικοί καΙ φιλανθρωπικοί, καΐ 
ίλως εκπολιτιστικοί, έν οί; Ικαστος των πολιτών προσφέρει 
εις τ6 κοιν6ν τ?ις άδελφότητος ταμεΤον μέρος πολλοστών έκ 
τών ένίντων αΟτφ υλικών καΐ διανοητικών κεφαλαίων^ 
ίταν πλείονες άγαΟαΙ κεφαλαΐ καΐ πλείονες γενναΓαι καρ- 
δίαι γένωνται μία κεφαλή καΐ μία καρδία, μόνον τ6 κοινών 
καλ^ν συλλογιζομένη καΐ ποθοΟσακαΙ πνέουσα. ΤοΟτόέστιν 
όσύλλογος, ή αδελφότης, ή εταιρία, υπαγο- 
ρευόμενα υπ6 τοΟ λογικοΟ, καΐ θεμελιούμενα έπΙ τοΟ φυ- 
σικοΟ δικαίου καΐ τοΟ θείου νόμου τής αγάπης, καΐ τοσαύ- 
την δυναμιν έχοντα, βσην να Γδη καΐ Οαυμάση μόνον 6 άν- 
θρωπος δύναται, οΟχΙ δέ καΐ να περιγράψτ). 

Καθ' δσον ό &\^οωτ^ος πανταχοΟ καΐ πάντοτε βοηθεί τφ 
όμοίω αυτοΟ έν μέρει καΐ έν συνόλφ, δλος 6 κόσμος συναπηρ- 
τίσθη έκ συλλόγων, εταιριών καΐ αδελφοτήτων εύθυς άπ' 
εκείνης τή^ ώρας, καθ* ήν ό σοφδς δημιουργός προέφερεν εκεί-, 
νας τάς λέξει;: αΟ^ καλόν είναι τόν ί^^^ρωτίον μόνον, ποιή- 
σωμεναυτφ βοηΟόν κατ* αυτόν» (Γεν. β', 18). Την θείαν 
ταυτην καΐ γονιμωτάτην ρήτρανέφαρμόσασα πλατύτερονή 
τοΟΘεοΟ είκών^ ό λογικός καΐ θεοστόλιστος άνθρωπος, έν τη 
διαδοχή τοΟ χρόνου, εις εαυτόν καΐ τόν αυτοΟ οίκογενή καΐ 
συνοικον, εις τόν γείτονα καΐ τόν συ-^εγχώριον, είς τόν συμ- 
πολίτην καΐ τόν συνεπαρχιώτην, είς τούτους αυτής καΐ τους 
τών ομόρων επικρατειών κατοίκους, είς τους ένδεε13; καΐ τους 
πλουσίους, εις τους άσόφους καΐ τους σορούς, είς γυναίκας 
καΐ είς άνδρας, είς τα διανοήματα καΐ είς τα έργα, είς τάς 
Ικανότητας καΐ τάς δυνάμεις, συνέστησε καΐ συνεκρότησεν 
ήρεμα καΐ κατά μικρόν τάς ανθρωπίνους καΐ ευνομούμενους 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



» 163 => 

χοίνων(ας χαΐ τά πολυάνθρωπα βασίλεια, χαθάπερ Ενα άν- 
θρωπον πανίσχυρον και πάαπλου'ΐον, πολύχεφα, πολόνουν 
καΐ παντε-πιστήμονα, πληρεξούσιον χαΐ αύτογνώμονα 5ια- 
χεφιστήν τ•?)ς γί)ς χαΐ των ίν αύτη, χαθυτϋέρτερον τ?)ς των 
στοιχείων άγριίτητος, χύριον χαΐ βασιλέα πάσης τ^ς άλί- 
γου καΐ άψυχου φύσεως, έν τη χειρί αύτοΟ χατέχοντα τους 
κεραυνούς τής έπιστήμιης χαΐ τα βάθη των τεχνών, τα 
ριυστήρια των ουρανών χαΐ τα απόρρητα τών χέρσων χαΐ 
των θαλασσών, πάσαν σοφίαν χαΐ πασαν σόνεσιν. Όντως 
ούκαλ&νεΐναιτ^ν άνθρωπον (χόνον, άλλ* ανάγκη χαΐ 
βοηθοΟδμοίου α&τοΟ. Διότι εΙς ο&δείς, ύπ^ πδσαν 
ίποψιν, άτε δη ανεπαρκώς ίχων περί πάντα. 

"Αλλου ί* (Ι^λλον Ιθηκβ Θεάς γ* έιηίβυέα φωτών• 

Μόνος μένων καΐ παντελώς άσυνέργητος ύπ6 τβΟ πλη- 
σίον, γίνεται βορά τών θηρίων, έρμαιον τών ληστών καΐ 
τί5ς αδικίας, παίγνιον τών φυσικών ταλαιπωριών τοΟ βίου, 
ΘΟμα τ^5ς ένδείας χαΐ έρημώσεως, σκαιος καΐ άγροΓκος καΐ 
άμαθης, αλήτης καΐ πλάνης, πάντων τών δντων άθλιώτα- 
τατον καΐ έλεεινότατον. Βοηθάς τοΟ άνθρωπου γίνεται ό 
άνθρωπος, καθ' δσον ούτω συνεταιρίζεται καΐ άδελφρποιεΓ- 
ται κατά κοινόν τίνα. σκοπών οΙονδήποτε, ώστε ό παρ* έκα- 
στου τών έπ' άγαθφ συνεταιριζομένων ολίγος ή πολύς, 
πνευματικές ή φυσικΐς 2ρανος, εις τ6 αΟτδ καταβαλλόμενος, 
συνάγει χρ"?5μα μυριάριθμον καΐ παντουργικ^ν, ίνα συστήσγ) 
λέσχας καΐ συλλόγους φιλανθρωπικούς ή εμπορικούς ή επι- 
στημονικούς• μουσεία καΐ βιβλιοθήκας, ακαδημίας καΐ 
πανεπιστήμια καΐ τά λοιπά εκπαιδευτήρια• ή έμπορικάς 
τυχδν τράπεζας, δανεεζουσας πάσαις τοΟ λαοΟ ταις τάξεσι 
χαΐ αύτοΓς τοΙς βασιλεΟσιν ή σιδηροδρόμους άκαταμετρή- 
τους, διά γιγαντώδους άλματος ύπερτρέχοντας τάς φάραγ- 
γας καΐ τάς κοιλάδας μετ* Γσης εύχερείας, μεθ' Οσης καΐ 
'ϊά νεφελογείτονα δρη• ή ίνα διαρρήξϊΐ μέν τάς χέρσους καΐ 



χ» 164 = 

-τά βρη, γεφυρο)στ) δΐ τάς άχανεΤς θαλά(τσας χαΐ σύν^άμΐ^ 
•παραδόξως τάς των ανυπολογίστων αποστάσεων αβύσσους 
των χρόνων χαΐ των τόπων διά τοΟ άτμοΟ χαΐ τοΟ ήλε- 
χτρισμοΟ, δια τοΟ τόπου χαΐ τ^ς τηλεσκοπιχ^Ις διόπτρας, 
χαΐ δλως δια τ^ς πολυκεφάλου καΐ ζωάς αιώνων βλων 
διελθούσης τε καΐ πεπανθείσης επιστήμης• ή τέλος, ίνα οι 
τφ πλήθει (σχυρότεροι διδάξωσι τδν άνομον καΐ άδικοπρα- 
γοΟντα τα δίκαια καΐ τα νόμιμα, μεταποιούμενοι δια τ^ς 
συμμαχίας εΙς πύργους χαΐ είς πόλεις όχυράς καΐ απόρθη- 
τους• «χαΐ γαρ αδελφές ύπ6 άδελφοΟ βοηθούμενος, (λέγει 
ή Γραφή), ως πόλις οχυρά χαΐ υψηλή, (σχύει δέ ως περ 
τεθεμελιωμένον βασίλειον». Τίς των ακροατών άγνοεΓ τα 
τοσαΟτα καΐ τηλικαΟτα μεγαλουργήματα καΐ θαύματα 
τοΟ συνεταιρισμοΟ καΐ τγ]ς άδελφοποιήσεως, έξαιρέτως τά 
έν τη Έσπερίς: καΐ έν τφ νέφ κόσμφ, ένθα πρ6 πολλοΟ 
κατενοήθη καΐ μετά νουνεχείας πρακτικής έφηρμόσθη τ6 
παντοδύναμον αλληλοβοηθητικών καΐ συνεταιριστικών μυ- 
στήριον, δι* ου καΐ μόνου ό θνητές &\^^ωτ:ος άρχει καΐ 
χατεξουσιάζει πάσης τής γής, δΓ ού καΐ μόνου ό τής χάριτος 
χαΐ τής αγάπης Θεός, συσφίγγων /.αΐ συγκεντρών τά μέλη 
τής άνθρωπότητος μετ* αλλήλων, καθίστησι δυνατά καΐ 
εύκολα τά άλλως παρά τοΓς καθ* Ικαστον άνθρώποις απο- 
λύτως αδύνατα; Αληθώς ή μία λίρα ένδς άδελφοΟ, ετη- 
σίως προσφερόμενη, ούτε βαρύνει οΰτ' ελαφρύνει αύτοΟ τ6 
βαλάντιον άλλα δεκακισχιλίων ανθρώπων ισάριθμοι λίραι, 
κατ' 2τος διδόμεναι καΐ τή τοΟ πολύτοκου χρό>^ο\) συναρωγή 
φρονίμως πολυπλασιαζόμεναι, γίνονται έν ολίγοις έτεσι δύ- 
ναμις μεγάλη καΐ κολοσσαία, δύναμις θησαυροφυλακίου 
βασιλικοΟ και βασιλικών χειρών. 

Ο^'. Αί σεμναί καΐ άγιαι τοΟ ΙεροΟ Ευαγγελίου μυροφόροι 
γυναίκες, φέρουσαι ά ήτοίμασαν αρώματα είς τ6ν πανάγιον 
χαΐ ζωοδόχον τάφον τοΟ Κυρίου, ίνα άλείψωσιν αύτοΟ τ& 
πανακήρατον σώμα, διελογίζοντο καθ' έαυτάς έν τ^^ όδ^ 



= 165 = 

λέγουσβι- €Τίς άποκυλίσες ήμιΓντ^ν λίθον έκ τ?)ς Ούρα^τοΟ 
μ^^()ΐείοϋ; ην γαρ μέγας σφόδρα», καθά Ιστορεί 6 θεηγόρος 
Μάρκος (ί', 1 — 3). Πόσοι άρα γε καΐ έξ υμών των ευσεβών 
χαΐ ακραιφνών πατριωτών τ•?5ς πολυδόξου καΐ μεγαλώνυ- 
μου Μικρασίας, οποίους βλέπω πλείστους δσους, μάλιστα 
τους περί τδ προεδρεΓον τοΟ Συλλόγου διαπρεπείς τ6ν ζ^λον, 
την φιλοτιμίαν καΐ τήν φιλομάθειαν, πόσοι βλέποντες βλέμ- 
μάτι στοργγ)ς καΐ οΓκτου τήν πεφιλημένην καΐ πολυτραυ- 
μάτιστον υμών πατρίδα ώσπερ έν τάφψ κρυερφ δειν?)ς καΐ 
βαθύτατης άμαθείας καΐ αθεράπευτων αΐκισμών καΐ θλί- 
ψεων έξηπλωμένην άναυδον, λιπόθυμον καΐ ληθαργοΟσαν, 
επιθυμείτε ίνα πρ6ς αυτήν κβμίσητε, οίον τι άρωμα βαλσα• 
μικ^ν καΐ μύρον αναψυκτικών καΐ έξεγερτικόν, μικράν πα- 
ρηγορίαν γλώσσης καΐ γραμμάτων καΐ κοινωνικής άναπτε- 
ρώσεως ! άλλα λέγετε καθ' εαυτούς. ΠοΟ σχολεία τών 
αρρένων ; ΠοΟ τα παρθεναγωγεία ; ΠοΟ τυπογραφεία καΐ 
αναγνωστήρια ; ΠοΟ διδάσκαλοι εύμέθοδοι καΐ κάτοχοι 
τής τέχνης τοΟ διδάσκειν ; ΠοΟ πόροι αργυρίου επαρκείς καΐ 
διαρκείς ανεξάντλητοι; Τίς άποκυλίσει ήμίντ6ν 
λίθονέκ τήςθύραςτοΟμνημείου;. . . 

Μή δειλιατε, μή φοβείσθε, αδελφοί μου• ό μέγας λίθος, 
μέγαςσφόδρα, ό καταβαρύνων τόσους χαλεπούς αίώ- 
νοις τά στέρνα τής πατρίδος, έξεκυλίσθη, θείί]: χάριτι, άφ* 
ής ημέρας ή φιλανθρωπία τοΟ θεοΟ, φωτίσασα καΐ συνε- 
'τίσασα τδν νοΟν («δτι Κύριος δίδωσι σοφίαν, καΐ άπ6 
-προσώπου α&τοΟ γνώσις καΐ σύνεσις»), έθέρμανε τών ήμε- 
-τέρων αγαθών καΐ φιλοκάλων συμπατριωτών τάς καρδίας, 
ώστε συστήσαι αδελφότητας καΐ λ έ σ χ α ς καΐ συλ- 
λόγους, άλλους άλλαχοΟ, καΐ τοΟτον δή τδν κεντρικών 
καΐ παμμικρασιάτην, υπέρ τής ευκταίας παλιγγενεσίας 
^ών γραμμάτων καΐ τοΟ φωτισμοΟ καΐ τής διά τούτων 
εξεγέρσεως τής φωτογόνου Ανατολής• «καΙ άναβλέψασαι 
βεωροΟσιν, βτι άποκεκύλι^'ϊαι ώ λίθος». Δι^ και χαίρετε καΐ 



= 166 =;: 

•αρσεΓτε, βτ( 'Τ^ ΐΓνεΟ(Λα πάλιν νικς^ την υλην έν τφ Θεω> 
ίσιις ίστί τενεΟαα φωτεινών. Χαίρετε^ βσοι χαΐ έφ'^δσον έπ((χε- 
λώς χαΐ μετά πάσης προθυμίας χαταβάλλετε τ6ν πρέποντα 
χαΐ ίίχαιον ϊρανον υπέρ τί]ς πνευματικ^Ις έξαναστάσεως 
τί)ς πολυδαχρυτου καΐ έναγωνίου Μιχρασίας. Χαίρετε• διίτι 
ή σκοτομήνιος τί)ς άμαθείας νύξ προέκυψε ν, ή δέ 
ήμερα ήγγικεν, ευφρόσυνος ήμερα δόξης καΐ φωτός, • 
ήμερα άληθοΟς ευημερίας καΐ ευτυχίας. 

ΕΓΘε ή ζωοποΛς καΐ πάνσοφος χάρις τοΟ έκ νεκρών έξα- 
ναστάντος καΐ ζωοποιήσαντος τα πάντα Κυρίου 'ΙησοΟ 
Χριστοδ έξεγείραι καΐ λαμπρυναι καΐ δοξάσαι την πατρίδα 
ημών καΐ την έν αύτη όλιγωΟεΙσαν καΐ συμπιεσθεϊσαν 
Έκκλησίαν αύτοΟ ! 

Είθε ή χάρις τοΟ Σωτήρος καΐ ή ευχή καΐ ευλογία τής 
Εκκλησίας σκεποί καΐ διαφυλάττοι καΐ προάγοι τους συλ- 
λόγους καΐ τάς λέσχας καΐ τάς άδελφό-.ητας, δσοι καΐ δσαι 
υπέρ τοΟ φωτισμοΟ καΐ τής άναγεννήσε<ι)ς τοΟ ημετέρου 
Γένους γνησίως καΐ θεοφιλώς καΐ φιλοτίμως εργάζονται ! 

Ευλογία Κυρίου καΐ έλεος έλθοι έπί πάντας υμάς. Αμήν. 



Η' ΛΟΓΟΣ 



ΠΡΟΣ ΤΟΤΣ ΕΤΑΟΓΗΜΕΝΟΓΣ ΕΠΑΡΧΙΟΤΑΣ 

ΤΟΤ2; ΕΝ ΤΑΙΣ ΠΟΛΒ^Ι ΚΑΙ ΚΩΜΟΠΟΛΕΙΙΙ^, 

ΠΙΟ ΤΟΓ ΑΥΤΟΓ, 



ΒΠΟΘΟΥΝ ύμας, ώ τέκνα έν Κυρίφ αγαπητά καΐ περι- 
πόθητα, έπόθουν ύμδς άλοψιίχως, καΐ παρ* υμών έποθού- 
μ/)ν έν Γσω μέτρφ, 8σον πατήρ φιλόστοργος ποθεΓ τά άπο- 
ΟημοΟντα τέκνα, καΐ υΙοΙ φιλοπάτορες ποθοΟσι τ6ν ο^κ£Γον 
πατέρα, έν άποδημίφ τυγχάνοντα. Έπόθουν την αίσίαν ταύ- 
^ην ήμέραν τοΟ άπολαΟσαι τής παρουσίας υμών έκ τοΟ έγ- 



= 167 =. 

γυτέρω κβΐ {δείν ύμδ: πρόσωπον πρ^ς πράτωπόν ύμδς, 'ϋδ 

λογιχ^ν χαΐ χριστοσύλλεκτον ποίμνιον, εις 6 ηΟδίκησεν ό 

Θε6ς ττροσχαλέσαι με• ύαας, τ6 θεία χάριτι πνευματ(κ(5ν μου 

γεώργιον, τ^ν αμπελώνα μού, τα έμά σπλάγχνα, την χαράν 

(Λου, τήν χαύχησίν μου, τ6ν στέφανων μου, ίνα κατά Παϋ- 

λον εΓτΓίο τ6ν μέγαν άπόστολον• καΐ συνευφρανθ•?)ναι μεΟ' 

ΰμ.α>ν έν άγαλλ(άσει ψυχική, ενεργών πληρέστερον τα τί]; 

ΤΓίστεαθείσης μοι άποστολικ?]ς διακονίας. Έπόθουν υμδς πό- 

θον έγχάρδιον, καΐ ήσχαλλέ μου τ6 πνεΟμα, παρατεινομένης 

τ•?^ς έμι.•?5ς αποδημίας, τ6 μέν διά τ^ν καιρόν, τ6 δέ πλέον έκ 

του έργάζεσΟαι καΐ μακρόθεν, όπόση μοι δύναμίς, ώστε έτοι- 

\ι.άσαι τη νέ^ ταύτη πνευματική πατρίδι μου προίκα τίνα 

υπέρ τ'?)ς ταχυτέρας καΐ γενικωτέρας υμών επιδόσεως, καΐ 

•προλεάίναι τη τοΟ ΘεοΟ τών δωρεών άντιλήψει τδ ί'^ζοζο'^ 

μέλλον τΫ)ς ήθικ?]ς τε καΐ διανοητικ?)ς αναπτύξεως τών 

έμοί αγαπητών και θεοβραβεύτων Καππαδοκών. 

ΕΟλογητ^ς ό θεός καΐ πατήρ τοΟ Κυρίου ημών 'ΙησοΟ 
ΧριστοΟ, έ κατά τό πολύ αύτοΟ ϊλεος ευμενώς έπιβλέψας 
έπΙ τήν έμήν ταπείνωσιν, δν τρόπον έπεϊδεν άλλοτε έπΙ Δα- 
βίδ τ6ν δοΟλον αυτοϋ και άνέλαβεν αύτον έκ τών ποιμνίων 
τών προβάτων, ελάχιστον δντα έν τοΓς υίοΓς ΊεσσαΙ καΐ 
νεώτατον, παριδών τους καλούς καΐ μεγάλους αύτοΟ αδελ- 
φούς, καΐ άναγαγών με διά τ?]ς Εκκλησίας αύτοΟ λαοπρό- 
βλητον ε{ς ποίμνην ζηλωτήν και περιώνυμον έπι ευσεβείς 
καΐ πατράσι καΐ ποιμέσι καΐ πολιούχοις, τοΓς Βασιλείοις 
καΐ Γρηγορίοις, οίτινες έγένοντο οί φωτολαμπέστατοι καΐ τε- 
λειότατοι καΐ παγκόσμιοι λαμπτ•?)ρες τ'?]ς τοΟ ΧριστοΟ Εκ- 
κλησίας, ύπερπερισσεύσας τήν χάριν καΐ δωρεάν αύτοΟ έν 
τω πλεονασμώ τών άσθενημάτων |/ί.ου διά τ'^ς περισσείας 
τών αρετών τοΟ περιουσίου ποιμνίου μου. Τί ανταποδώσω 
τω Κυρίω περί πάντων, ών άνταπέδωκέ μοι; ΚαΙ τί Ιτερον, 
αλλ* ή έργον ποι^σαι εύαγγελιστοΟ τ?]ς αληθείας καΐ πλη- 
ρβφορ•?3σαι τήν διακονίαν μου, τά θεια δικαιώματα εύαγγε- 



= 168 =: 

λιζίμενος, τήν πίστκν χαΐ την ελπίδα, την άγάιτην καΐ την 
ίίρηνην, τήν ρώσιν χαΐ τήν τελείωσιν, τους οΟρανίους τού- 
τους καΐ ψυχοσωτηρίους καρπού; τοΟ αγίου Πνεύ[Λατος, ως 
άγγελος Κυρίου παντοκράτορος αποσταλείς δια τί)ς Εκκλη- 
σίας αύτοΟ ε{ς ταύτη ν τήν καλήν μερίδα τοΟ νέου Ισραήλ 
τ^)ς γάρΐ'ζος, τήν τόσον άπωκισμένην; 

ΚαΙ δή έκ προοιμίων ευαγγελίζομαι ύμϊν, ω τέκνα έν Κυ-^ 
ρίω περισπούδαστα, έν τφ άνόματι τοΟ προσκαλέσαντός με 
ΊησοΟ ΧριστοΟ, τοΟ άρχιποίμενος καΐ λυτρωτοΟ των ψυχών 
ημών, είρήνην καΐ άγάπην καΐ εύσέβειαν, τ^ν φωτισμών 
καΐ τήν άγιωσύνην τοΟ αγίου Πνεύματος. Ειρήνη τω λαφ 
τής Καισαρείας• ειρήνη τη άγιωτάττ) Εκκλησία καΐ τ:^ 
θεοσώστω χώρςι τών Καππαδοκών εΙρήνη πδσιν Ομίν, τ& 
γλυκύ και θείον πρδγμα και δνομα- δτι ή ειρήνη άπ6 ΘεοΟ 
και πας ό είρηνεύων καΐ είρηνοποώς έστΙν υίΐς τοΟ ΘεοΟ μα- 
κάριοι «μακάριοι, φησίν, οί ειρηνοποιοί, δτι αύτοΙ υίοΙθεοΟ 
κληθήσονται» (α). Δια τής έν Θεψ ειρήνης ριζοΟται, τρέ- 
φεται καΐ ύψοΟται τ6 πάγκαρπον δένδρον τής αγάπης, δι'ής 
4 χριστιανός ούχΙ μδνον ψυχικώς αγιάζεται και τελειοΟται, 
άλλα καΐ τφ σώματι ευημερεί καΐ βελτιοΟται, δια τής συνε- 
νώσεως καΐ υποστηρίξεως τών αδελφών αύτοΟ τα πάντα 
κατορθών καΐ συντελειούμενος. Ή αγάπη έστΙ τοΟ νόμου 
καΐ τών προφητών τ6 πλήρωμα• άλλα και τής θεότητος 6 
ιδιάζων χαρακτήρ καΐ τ6 εκλεκτών ενδιαίτημα• «όγάρΘε^ς 
αγάπη εστί, καΐ 6 μένων έν τη αγάπη έν τφ Θεφ μένει, 
καΐ ό Θε6ς έν αύτφ», λέγει ό τής αγάπης επιστήθιος μα- 
θητής. Δι6 καΐ γίνεται πάσης ηθικής τε καί κοινωνικής ανάγ- 
κης καΐ πληγής τ6 ούρανόδωρον βάλσαμον, συνάπτουσα 
Θε6ν καΐ άνθρωπον καΐ άδελφοποιοΟσα τήν ανθρωπότητα. 

Κατά Θε6ν είρηνεύοντες έν ύμίν αύτοίς καΐ έν άλλήλοις 
χαΐ πρ^ τους έκτος, καΐ Οπ* αλλήλων τε καΐ ύτΑ τοΟ θεοϋ 

(χ) ΜατΟ. ι',9.Κορ. Β'. ιγ', ίΟ. Έφ. β', 14. Φιλιπ Α', 7• 



= 169 = 

άγαπώμ,ενοι, λάβετε Πνεύμα άγιον, το ΠνεΟμα Ά ζω>• 
•ποιοΟν χαΐ έγκαινίζον, τδ φωτίζον καΐ χαΟαΓρον, τδ στηρ(ζο^ 
χαΐ οίχο§ομοΟν έν ιτάση άγαθοεργίςε, τδ άγιάζον καΐ θεο- 
τϋοιοΟν δια τΫ)ς χάριτος αύτοΟ• τ6 Πνεύμα τ?)ς αληθείας, 
δι* ου ζήσεσθε πνευματικώς καΐ δοξασθήσεσΟε εις τον αιώνα, 
έν ττι άληθε((? τ?]ς θρησκείας καΐ έν ττ) αληθείς τί)ς ίπι- 

Ή μιέν ο&ράνιος θρησκευτική αλήθεια έστιν ή θεόθεν άιτο- 
χαΧυφθεΤσα και βεβαιωθεΓσα πίστις των πατέρων ήμων, 
Ϋΐν έδίδαξεν ήμας ό μέγας των εθνών καΐ τής Ανατολής 
*Αιιόστ;ολος, ό θεοφώτιστος ΠαΟλος• δστις, προφυλάττων 
'ίούς ευσεβείς άπδ πάσης αιρετικής καΐ δυσσεβοΟς έτεροδι* 
δασχαλ,ίας καΐ κενής άπατης τών έν δέρμασι 'ϊζρζ&άτων 
-περιερχομένων λύκων τής προσηλυτίσεως καΐ ταραττο'ντων 
υμών τάς 5τώρας, και διαστρεφόντων τήν δι5ασκαλίαν τοΟ 
Ευαγγελίου, ίνα, κλέψαντες ψυχάς άπλοΓκάς καΐ άστηρί- 
κτους, ποιήσωσιν αύτάς υίούςγεέννης έαυ• 
τώνδιπλοτέρους, άπέπεμψεν αυτούς εΙς τδ ανάθεμα^ 
εΙπών «άλλα καΐ έάν ημείς ή "Αγγελος έξ ούρανοΟ εύαγ- 
γελίζηται ύμίν παρ* 6 εύηγγελισάμεθα ύμϊν, ανάθεμα έ- 
στω» (β). Φεύγετε τους κρημνούς τής απιστίας καΐ τα 
δολοπλο'κα σχοινία καΐ δίκτυα τών κύκλω περιπατούντων 
ψυχαγρευτών, οίτινε:, ώσει λτρσταΐ καΐ φρεναπάται, προσ- 
κάλοΟσιν υμάς έξω τής θεοφύλακτου μάνδρας του Σωτήρος, 
ίνα σπαράξωσιν υμάς πνευματικώς καΐ άπαγάγωσιν εις τδν 
δλεθρον. ΑΙ δόλιαι καΐ ιοβόλοι αυτών υποσχέσεις ίμοιαί 
είσι προς τα; τοΟ πειραστου τής έρημου, βστις, παραγνω- 
ρίσας τον Κύριον τής δόξης, άνεβίβασεν αύτδν εΙς &ρος ύψη- 
λόν, καΐ δείξας αύτψ πάσας τοΟ κόσμου τάς βασιλείας καΐ 
τήν Γόξαν αυτών, έλεγεν αύτφ• €ΤαΟτα πάντα σοΙ δώσω, 
έάν πεσών προσκυνήσεις μοι». Λέγετε καΐ ύμείς πρ^ς τους 

(β) Γ*λ. ά, 8. 



= 170 = 

τοιαΟτα έπαγγελλο(Λένους <ικοτίους πεφαστάς δ,τι εϊπεν δ 
Κύριος ήμιών πρλς τ^ν πεφάζοντα διάβολον «υπάγε, σατ»- 
να• γέγραπται γαρ• Κύριον τ6ν Θείν σου προσκυνήσεις, καΐ 
αύτψ μόνψ λατρεύσεις» (γ). Λέγετε πρ6ς αυτούς β,τι είπεν 
^ [Ααχάριος Πέτρος πρδς Σίμωνα τον μάγον «τ^ άργύριόν 
σου συν σοι είη εις άπώλειαν» (δ). Τα γνήσια πρόβατα τί^ς 
εύσεβείας, ίνα χαΐ μόνον έχοντα ποιμιένα, καΐ τοΟτον γινώ- 
σχοντα, τουτφ άκολουθοΟντα χαΐ ύπ6 τούτου γινωσκόμενα, 
ποιμαινόμενα καΐ τρεφόμενα, καΐ τήν βασιλικήν όδδν πο- 
ρευόμενα, φεύγουσι τήν ΰποπτον των ξένων φωνήν, φεύγουσι 
τάς θολάς πηγάς των υδάτων καΐ πάσαν βοσκήν ψυχώ- 
λεθρον. 

Ή αγία καΐ ορθόδοξος ημών πίστις, έν η καθηγιάσθησαν 
καΐ έξέλαμψαν, ώς φωστήρες έν κόσμω, τοσοΟτοι καλ- 
λίνικοι μάρτυρες, τοσοΟτοι αδαμάντινοι άσκηταΐ καΐ τοσοΟ- 
τοι σοφώτατοι καΐ άγιώτατοι πατέρες, έστΙν 6 θεοδώρητος 
καΐ ανεκτίμητος άδάμας καΐ μαργαρίτης, δν άπας ό κόσμος 
και πάντα τοΟ κόσμου τα αγαθά ού δύνανται άγορ άσαι ή 
άντικαταστήσαι. Απώλεσε τις έξ ύμων τοΟτον τ6ν βαρύ- 
τιμον αδάμαντα ; Τετέλεσται, άπώλετο ψυχικώς, άπώλε • 
το καΐ σωματικώς, ώς μέλος σεσηπδς τοΟ έθνους• διότι καΐ 
τα έθνη καΐ οί λαοί κυρίως δια τής θρησκείας αυτών γνω- 
ρίζονται καΐ σώζονται καΐ διαιωνίζονται. Άλλα μή γένοι- 
το, Χριστέ βασιλεΟ, άπολέσθαι £να τούτων τών πιστευόντων 
αληθώς καΐ όρθοδόξως εΙς τ6 όνομα σου τ6 άγιον, ους δέ- 
δωκάς μοι ίνα σωθώσιν έν τη ση χάριτι καΐ έν τφ λόγω 
τής αληθείας σου. 

Άλλα καΐ πδσα ή επίγειος και άνθρωπίνη επιστημονική 
^ςειραματίκή αλήθεια υπάρχει δώρον τοΟ παναγίου Πνεύ- 
ματος• διότι πδσα δόσις αγαθή καΐ παν δώρημα τέλειον 



(γ) Ματθ. δ\ 8^ 10. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 171 = 

άνωθεν καταβαίνει έ)ς τοΟ Πατρίς των φώτων, δ^τις ίστίν 
δλως σο^ία καΐ γνώσις, δλω; έπιστήαη χαΐ νδητις. Διδτιερ, 
ίνα ό χριστιανές ττιστώς έξεικονΓ^η τί)ν πάνσοφον χαΐ ύπερ- 
τΑειον αύτοΟ δημιουργόν, οφείλει παιδευθ?;ναι όρΟήν καΐ 
Ίϊλατυτάτην παίδευσιν, ήτις έστΙν δαμα τ•?]ς ψ'-^χ^;, φως 
τί)ς διανοίας, πυρ έν τη καρδία, θερμαΓνον καΐ φλογίζον 
αυτήν πρ6ς τα καλά καΐ τα μεγάλα, πρ^ς ττασαν πρδοδον 
καΐ τελειότητα, Ήνευαατικήν τε καΐ κοινωνικήν. Ναί, καΐ 
κοινωνική ν, καθόσον ό εύτεαίδευτος άνθρωπος, συναπανθίζων, 
ώς ή μέλισσα, δσα ή επιστήμη καΐ ή τέχνη των προγόνων 
καΐ των νυν σοφών καΐ ισχυρών λαών τής Ευρώπης έξεϋρεν 
αγαθά, καΐ χρώμενος αύτοΓς προσφόρως καΐ κατά καιρόν, 
εύημερεΓ και μεγαλύνεται. 

Φιλότιμοι καΐ ευφυέστατοι βλαστοί τής Καισαρείας ! 
Ήκούσατέ ποτέ ή άνέγνωτε ε?ς τά Ιστορικά βιβλία τί ην 
άλλοτε ή Καισαρεία έπΙ τοΟ μεγάλου Βασιλείου, καΐ τοΰ 
μεγάλου τήν σοφίαν καΐ βαθύνοιαν άδελφοΟ αύτοΟ Γρηγο- 
ρίου τοΟ Νυσσης, καΐ τοΟ μεγάλου φίλου καΐ συμμαθητοΟ 
αύτοΟ Γρηγορίου τοΟ ΝαζιανζηνοΟ, καΐ τοΟ πολλοΟ τήν 
έπιστήμην άδελφοΟ αυτοΟ Καισαρίου, έφ' οίς δικαίως έγ* 
καλλωπίζεσθε ; Έχρημάτιζε σύλλογος ανδρών έλλογίμων, 
διδάσκαλος καΐ χαθηγεμών φιλοσοφίας καΐ επιστήμης, 
περιφανής καΐ ονομαστή τών λόγων μητρόπολις, &τώ των 
λόγων, ώσπερ φυσικοΟ τίνος προϊόντος, γνωριζομένη, μητρό- 
-πολις πέντε και πεντήκοντα επισκοπών καΐ τεσσαράκοντα 
μυριάδων κατοίκων, πρωτόθρονος ίν τη κατά Χριστδν Ιε- 
ραρχία, πρωτόθρονος καΐ έν τοις μαθήμασι καθ' άπασαν τήν 
Άνατολήν- 

Οΰτω γράφει ό τοΰ μεγάλου Και^αρέως εφάμιλλος έγ- 
χωμιασχής Γρηγόριο:, 6 τής θεολογίας επώνυμος. 

• Ταύτην δέ λ^;ω τήν περιφανή καΐ ήμετέραν, έπείκαΐ 
«^ών έμών λόγων αυτή καθηγεμών καΐ διδάσκαλος, τήν 
Λθ6χ ζτ-τον λόγων αητρόπολιν, ή τών πόλεων, ων υπέρ- 



= 172 =ί 

«χε^'ταί χαΐ καθ' ών ίχει την ίυναστείαν, ίιν ιΓτις τοΟ έν 

€λόγοις κράτους άποστερήσειεν, άφηρηκώς ίσται αΟτ6 τ6 
«κάλλιστων τε καΐ είδεκώτατον. "Αλλαι μέν γαρ των πό- 
€λεων άλλοις άγάλλονται χαλλωπίσμασιν, ή παλαιοΓς ή 
€νέοις' τήδε (Καισαρείςε) λίγοι τ6 γνώρισμα» (ε). Τί έγέ- 
νοντο πάντα ταΟτα ; ΟΓμοι, έφυλλορρίησαν καΐ έπελεκή- 
6ησαν και άπώλοντο ! ΚαΙ τανΟν ουδέν βλέπομε ν ειμή την 
σκυθρωπότητα καΐ κατήφειαν, την ταπείνωσιν καΐ τήν 
συμφοράν, τήν πενίαν καΐ τήν άμάΟειαν, καί, τ6 πάντων 
άλγειν^ατον, τήν ξενογλωσσίαν. ΠανταχοΟ αφανισμός καΐ 
έρήμωσις, καΐ Σκυθων χαΐ Μασσαγετών άμουσία, κατά τήν 
Ικφρασιν τοΟ θείου πατρ^ ημών Βασιλείου. Των δέ τοσού- 
των καλών άρδην δια τάς αμαρτίας ημών έξαφανισθέντων, 
τί ώφελεΓ ημάς ή ξηρά καΐ άκαρπος μνήμη τών ένδοξων 
πατέρων, καΐ ή έπ έκείνοις καυχησις, έάν, μένοντες ίν τ^ 
χθεσινή τροφ*^ καΐ ζωή, μή ζητήσωμεν τήν σημερινην; 
Τα έθνη καΐ ο\ λαοί καΐ τα άτομα ο6χΙ έκ τής παρελθού- 
σης, άλλα έκ τής παρούσης αυτών πνευματικής καΐ κοι- 
νωνικής ακμής καΐ δυνάμεως τιμώνται καΐ μεγαλυνονται. 
ΔεΟτε οδν τάχιον, αγαπητοί, άνακύψωμεν έκ τής περι- 
κυκλούσης άπαιδευσίας καΐ στασίμου ξενογλωσσίας• καΐ άνι- 
δρυσωμεν πάλιν έξ ύπαρχής καΐ βαθμηδόν τά εκπαιδευτικά 
έκε?να γυμνάσια καΐ τά συσσίτια τών μειρακίων, τάς φι- 
λολόγους λέσχας καΐ τους τών λογίων ανδρών συλλίγους, 
ώς φωτοβΛους εστίας, και πρώτιστα έκεΓνα τά σεμνά τής 
τοΟ μεγάλου Βασίλείου μεγάλης αδελφής Μακρίνη; παρθε-^ 
ναγωγεΓα, διδασκάλους καΐ τροφούς καΐ θεραπαίνας ελληνό- 
γλωσσους προσλαμβάνοντες, 2πως ή νέα γενεά τούλά^^ι- 
στον λαλήστρ έν ολίγοις ϊτεσι τήν γλώσσα ν τών αθανάτων 
προγόνων. "Ανευ τής πατρίου γλώσσης καΐ παιδείας ουδέν 

(ε) Γρηγορ. Νχζ. λογ. λγ'. Έττιτάφ ύς τον Μ Βχσίλ. Προσ- 
ίες Βχσιλ. Μ. ίπιστ. οί κ«ί ος'. Φωτ. βιβλ. β , 59. 



= 173 = 

αγαθόν έν ήμΓν κατορθουται, ούτε ήθιχ^ν, ούτε νοερών, οΰτε 
χοινωνικόν άλλα, τουναντίον, καΐ τ6 εθνικών ήμιών φρό- 
νημα καΐ ό ίΟνικος χαρακτήρ μαραίνεται καΐ εκλείπει. 

Τούτου χάριν ό μέγιστος των πόθων καΐ τ6 μέγιστον ευ- 
τύχημα τ^ς ταπεινές αρχιερατείας μου πληρωθήσεται, 
δταν τη θεί^ δυνάμει τοσούτοι μόνον έναπολειφθώσι ξενό- 
φωνοι Καππαδόκαι, δσοι μόλις είσΐ τανύν ελληνόφωνοι* 
Πας ό μη ευχόμενος μήτε συναγωνιζόμενος παντί σΟένει καΐ 
πάση θυσίςε πρ6ς τοΟτο, έκεινός έστιν έχθρος των πατέρων 
καΐ τ•?)ς πατρίδος, έστΙν εχθρός τ^ς ίερας μητροπόλεως των 
έλληνοσόφων Βασιλείων καΐ Γρηγορίων. Μηδέ προφασι- 
σθ^τε ή φοβηθ?)τε τάς δυσκολίας• τα μεγάλα κατορθώματα 
δέονται μεγάλων αγώνων. Έν παντι δ' έργω άγαθω ή νί- 
κη δίδοται παρά τοΟ χαριτοδότου Σωτί]ρος ΧριστοΟ, τοΟ 
>ίΐκήσαντος τ6ν κόσμον καΐ χαριζομένου πάντα τ* αγαθά, 
δσα αν αίτήσωμεν αυτόν μετά πίστεως• «πάντα (λέγει),δσα 
αν αΐτήσήτε έν τω όνόματί μου, πιστεύοντες λήψεσθε». 

*Ί£χοντες τόν Θεόν βοηθδν άπροσμάχητον, καΐ σύμπαν- 
τες άποδημοΟντες καΐ ένδημοΟντες, ομοίως μετά ζήλου 
άχραιφνοΟς καί φιλοπάτριδος άνενδότως συνεργαζόμενοι, ώς 
τέκνα μιας καΐ τΫ)ς αύτί5ς πατρίδος, ώς μέλη ενός σώμα- 
τος έκκλησιαστικίΟ τε καΐ κοινωνικοΟ, καΐ μιας μόνης συμ- 
παγοΟς καΐ ομοφώνου Καππαδοκικί^ς άδελφότητος, γενήσε- 
σθε ισχυροί καΐ άκαταγώνιστοι έν πάσιν, είς οσα αν καθο• 
δηγήση υμάς ή θεία δεξιά, καΐ ό ελάχιστος υμών πνευμα- 
τικός πατήρ καΐ κυβερνήτης• δστις έφ' δσον ζή, άφοσιουμε- 
νος ψυχή καΐ σώματι είς την λαμπρότητα τής ημετέρας 
Εκκλησίας, άρ/ήν καλήν πο'.ήσεται άπό τής νεολαίας καΐ 
των ιερέων χαΐ διδασκάλων, τούτων μιέν, ώς αγαθών σπο- 
ρέων'καί ίίερΐ7'ώ ^, εκείνης δέ,|ώς γής αγαθής και σπορίμου• 
Διοάσκαλοι ευμαΟεΙς καί φρόνιμοι καΐ κλήρος έν παιδείςρ 
μεμορφωμένος γίνονται τό άσηπτον άλας καΐ τό άκηλίδω- 
τον φως τής κοινωνίας• γίνονται ή κατά τό ΕΟαγγέλιον νέοί 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 174 =* 

καΐ ζωηφίίρος ζύμη, ήδλον τοΟ λαοΟ τδ φύραμα κατά Χρι- 
στών ΊησοΟν ζυμώσουσα καΐ μεταμορφώσουσα. 

ΚαΙ αυτή δέ ή φιλόκαλος καΐ πατρική κυβέρνησις τοΟ 
φιλολάου ημών άνακτος, περί πλείστου ποιούμενη τήν τοΟ 
ύπηκίου ευημερία ν και τ:ρόοίον, καΐ τούτου ένεκα παντοίας 
λαοσωτηρίους δωρεάς καΐ χάριτας καΐ βελτιώσεις όσημέ- 
ραι δαψιλευομένη, δίδωσι πλήρη έλευθερίαν καΐ υποστήρι - 
ξιν είς τά τήο θρησκείας καΐ παιδείας των διάφορων λαών 
τοΟ κράτους. Διδ καΐ μετά ^ε(ζο>^ος ευγνωμοσύνης καΐ άφο• 
σιώσεως όφείλομεν ιιμάν και σέβεσθαι και υπακούειν αύτη, 
χαθ' ήν ίχομεν θρησκευτικήν παραγγελίαν «ύποτάγητε ο&ν 
πάση άνθρωπίνη κτίσει δια τδν Κύριον εΓτε βασιλεΓ ως 
ύπερέχοντι, εΓτε ήγεμόσιν, ως δι* αύτοΟ πεμπομένοις είς έκ- 
δίκησιν μέν κακοποιών, ίπαινον δέ άγαΟοποιών ού γά!) έστιν 
εξουσία εί μή άπο ΘεοΟ• ώστε ό άντιτασσόμενος τη έξουσίί^ 
τη τοΟ ΘεοΟ διαταγή άνθέστηκεν» (ζ). 

ΚαΙ τδ κεφάλαιον, παραχαλώ υμάς, αγαπητοί, ως τέκνα 
φωτδς άληθινοΟ, άξίω; πεοιπατήσαι τής κλήσεως υμών με- 
τά φόβου ΘεοΟ, μετά δικαιοσύνης χαΐ καθαριότητος, μετά 
πάσης ταπεινοφροσύνης καΐ προίότητςς κα': μακροθυμίας• 
καΐ άνέχεσθε αλλήλων έν άγάπτρ, μήτε λογομα/οΟντες, 
μ,ήτε διχοστατουντες, μήτε μηδενΐ κακόν άντι κακοΟ απο- 
δίδοντες, άλλ* άεΙ νικώντες τ6 κακδν έν τω άγαθφ, ίνα καΐ 
διά τών ϊργων και διά τών τρόπων καΐ διά τών λόγων υμών 
δοξάζηται μέν ό αληθινός Θεός ημών έν τοΓς έθνεσιν έμοί 
δέ γίνησθε κλέος καΐ χαρά, στέφανος καυχήσεως και απο- 
λογία μου έν τη κοιλάδι ταύτγ) τοΟ κλαύθμωνος καΐ έντή 
ώρ^ τής μελλούσης άνταποδόσεως. 

Ό δε τ•?]ς αγάπης καΐ τών τελείων χαρισμάτων Θεός, 
ό καΐ τά μεγάλα ποίμνια καταρτίζων, καΐ τά μικρά μέγα- 
λύνων, κατά τ6 πλήθος τής έαυτοΟ χρηστότητος, ό διδους 

(ζ) Ιίετρ. Α^. β, 13-14. Ρω(Λ ιγ', 1^2. 



== 175 = 

σοφίαν καΐ σύνεσιν καΐ ρ'?)μα 'τοϊ; εύαγγελιζοαένοις δυνά[Αει 
πολλή είς την τοΟ Ευαγγελίου τελείωσιν, αυτός κρατήσειε 
τ^ς άσθενοΟς δεξιδς υιού καίποιμαίνοι ποιμαίνοντα χαΐ οδη- 
γοί όδηγοΟντα, ώστε ποεμιαίνειν υμδ; μετά θείας επιστήμης• 
υμών δέ πάντων χαταρτίσειε καΐ δλοκλήρως άγιάσειε τάς 
ψυχάςκαΐ τα σώματα, καΐ δωροΓτο δυναμινκαίκραταίωσιν 
τω λαψ αύτου καΐ παραστήσειεν έαυτω την τί)ς Καισαρείας 
ποίμνην Σνδοξον καΐ άσπιλον καΐ τί)ς άνω μάνδρας άξίαν 
έν τη των αγίων λαμπρότητι. 

Κύριος ό Θεός πλατυνοι καΐ στηρίζοι καΐ μεγαλύνοι την 
άγίαν Έκκλησίαν αύτοΟ έν είρήντ) βαθεί^ καΐ έν ανυψώσει 
πνευματικών θριάμβων. 

Κύριος ό Θε6ς διαφυλάττοι μακροημερεύοντας καΐ εύη- 
μεροΟντας καΐ τίν τ•?]ς αληθείας λόγον όρθοτομοΟντας τον 
παναγιώτατον ημών δεσπότην καΐ οικουμενικών πατριάρ- 
χην, καΐ πάντας τους άπανταχοΟ τ^)ς οικουμένης σεπτούς 
ημών Ιεράρχας. 

Ό Κύριος τών δυνάμεων σώζοι τον βασιλέα ημών σουλ- 
τάν Άπδούλ ΆζΙζ Χάν αΟθέντην, καΐ τους ένδοξου; αυτού 
υπουργούς καΐ τους φιλοκάλους καΐ φιλόνομους ίιοικητάς τε 
χαΐ υποδιοικητάς τής Οεοσώστου ταύτης επαρχίας, έπ* άγχ- 
θώ ι1\ς εύσεβείας. Γένοιτο. Γένοιτο ! 

θ' ΛΟΓΟΣ 

βΡΟΙ ΤΟν^ ΚνΛΟΓΙΙΜΚΝΟΤί ΕΠΛΡΧΙΩΤΑΣ, 

ΤΟΓΣ ΕΜ ΤΟΙΣ ΧΔΡΙΟΙΣ, 

ΥΠΟ ΤΟΓ ΑΤΤΟΥ. 



*ΑδελφοΙ καΐ τέκνα έν Κυρίφ περισπούδαστα ! 

Αφ• Η£ ΗΜΕΡΑΣ ψήφφ τε και ευλογία τ^ τοΟ ΧριστοΟ 
Μεγάλης Εκκλησίας προσεκληθην κατά θείον έλεος λαο- 
τρόβλητος πνευματικός ποιμήν καΐ ποδηγέτης τί^ς θεοφυ- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



:= 176 =» 

λάχτου ταύτης μάνδρας τοΟ Σωτ?ιροζ^ σφίδρα έπίθουν ίδεϊν 
υμάς τα έν λριστω πνευματικά μ,ου τέκνα, καΐ γνωρίσας 
έκ τοΟ σύνεγγυς ττάσας τάς πνευματικάς καΐ ήθικάς υμών 
άνάγκας, δσας ή φορά τοΟ χρόνου συνεσώρευσε, γενέσθαι 
χατά δύναμιν τη συνεργεί(ϊΕ τί5ς παντοδυνάμου θείας χάρι- 
τος, παρήγορος καΐ σύνδρομος καΐ χειραγωγ6ς καΐ τ^ίν κα- 
τερραγμένων ανορθωτής, άναθαρσύνων καΐ ύποστηρίζων το 
περί τα κα>ά καΐ τα μεγάλα ίργα καΐ βουλεύματα προ- 
γονικίϊν και ίμφυτον καΐ άζιέπαινον των Καισαρέων φρόνη- 
μα δια ρημάτων ευαγγελικών, ρημάτων εύσεβείας καΐ ει- 
ρήνης καΐ αγάπης, ρημάτων ύγιοΟς άνατροφ?)ς καΐ συστη- 
ματικ•?)ς διδασκαλίας καΐ παιδεύσεως. Ει δε παρά τ^ν πόθον 
μου έβράδυνα, πρωτίστη αφορμή υπήρξεν ή προπαρασκευή 
των μέσων τής ταχυτέρας χαΐ γενικωτέρας υμών επιδόσεως. 

Θεία δέ συνάρσει άπολαύσας ήδη έκ τοΟ εγγυτέρου τοΟ 
πνευματικοΟ ποιμνίου μου, καΐ εύρηκώς έν άπασι τοΤς Και- 
σαρεΟσί μου άκμαίαν καΐ θάλλουσαν τήν πατροπαράδοτον 
εύσέβειαν και τήν έλληνικήν φιλοκαλίαν, καΐ τούτου χάριν 
εύλογων τ6ν "Υψιστον, τ^ν σώσαντα ύμόΖς έκτοΟ κατακλυ- 
σμοΟ τής άμαθείας, πρώτον πάντων έπιδαψιλεΰομαι πάσι^ 
ύμιν, άνδράσι τε καΐ γυναιξί, νέοις καΐ γέρουσιν, έν τω 
ονόματι του σώσαντος καΐ χαριτώσαντος τήν Έκκλησίαν 
αύτοΟ καΐ άποστείλαντίς με ΘεοΟ Σωτ?ΐρος^ τάς ταπεινάς 
χαΐ ολόψυχους άρχιερατικάς εύχάς καΐ ευλογίας μου, παρά 
Κυρίου έξαιτούμενος ύμΐν ύγείαν καΐ εύημερίαν άμετάπτω- 
τον έν ταΤς ψυχαις κιαι τοϊς σώμασ;,,βίου προκοπήν, ί πίδοσιν 
χαΐ τελειότητα τών χριστιανικών αρετών, καΐ πάντων τών 
χατ' άμφω σωτηριωδών ύ\/ων αΐτημάτων τήν έπίτευξιν. 

Είτα παραγγέλλω πατρικώς καΐ συνίστημι υμών ττ) νου- 
νεχεία ινα σπουδάζητε αει βεβαίαν τηρειν τήν κλήσιν υμών, 
τήν τής ορθοδοξίας καΐ τήν του γένους, καΐ στερρώς άντέχε- 
σθαι τής τε θείας αληθείας, ήν παρέδωκεν ή Εκκλησία 
άνωθεν καΐ έξ αρχής, καΐ ής άνευ σωθήναι ου δύνασθε, καΐ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 177 ^ 

τ:ί)ς άν&ρωπίνη; έπιστημιης καΐ μαθήσεως, ήτις έστΙ τών 
πατροπαράδοτων κείριηλίων τ6 κάλλιστον κληροδότημα, καΐ 
τοΟ βειου φωτ^ς το άουτον καΐ άπαστράτιτον άκτινοβόλη- 
μα. Φεύγατε, αγαπητοί αδελφοί, φεύγετε τους κρημνούς 
τής απιστίας καΐ τα δολοπλόκα σχοινία καΐ δίκτυα των 
κύκλω περιπατούντων ψυ/οβίίρων λύκων τ•?]ς προσηλυτίσεως, 
οΓτινες, ως λτρσταΐ καΐ φρεναπάται, διαστρέφοντες την το>> 
' Ευαγγελίου διδαχήν καΐ ^άς παραδόσεις, άγρεύουσι ψυχάς 
άπλοίκάς καΐ άστηρίκτους ή κεκαυτηριασμένας την συνεί- 
δησιν, «ίνα ποιήσωσιν αυτούς υιούς γεέννης εαυτών διπλο- 
τέρους». Αί δόλιοι καΐ ιοβόλοι αυτών υποσχέσεις δμοιαί 
είσι πρ6^ τάς του πειραστου τ•?)ς έ^τι^χου, δττις, παραγνωρί- 
αας τον Κύριον τ1\ς δόξης, άνήγαγεν αύτ6ν ιΐς δρος υψηλόν, 
καΐ δείξας αύτώ πάσας τοΟ κόσμου τάς βασιλείας καΐ τήν 
δοξαν αυτών, έλεγεν αύτφ• «ΤαΟτα πκντα σοΙ δώσω, ^άν 
πεσών προσκύνησης μοι«. Λέγετε και υμείς πρ6ς τους ταύ- 
τα έπαγγελλομένους δ,τι εϊπεν ό Κύριος πρόςτ^ν πειράζον- 
τα διάβολον «υπάγε, σατανά• γέγραπται γάρ• Κύριον τ6ν 
θεόν σου προσκυνήσεις και αύτφ μόνω λατρεύσεις». Λέγε- 
τε πρδς αυτούς δ,τι ειπεν ό μακάριος Πέτρος προς Σ•μωνα 
τ^ν μάγον «το άργύριον σου σύν σοι εΓη εις άπώλειαν». 
Ή μεγαλώνυμος καΐ πρεσβυτάτη τών αγίων πατέρων ορθο- 
δοξία έστΙν ό (^εο^ώρΎΐίος και ανεκτίμητος άδάμας καΐ μαρ- 
γαρίτης, δν άπας ό κόσμος και πάντα τοΟ κόσμου τα άγα- 
βά ού δύνανται άγοράσαι ή άντικαταστ•?]σαι. ΖηλοΟτε δέ 
καΐ κτασθε παντί σθένΛ τάς ανθρωπίνους μαθήσεις και έπι- 
στήμας, δι* ων ουχί μόνον υψηλό^ερον αναβαίνετε έν τη 
έξεικο^/ίσει καΐ ομοιώσει του πανσόφου* καΐ παντελείου δη- 
μιουργοΟ, άλλα και άλλως προοδεύετε πνευματικώς τε καΐ 
κοινωνικώς, καθώς προώδευσαν τόσα σοφά και Ισχυρά, ση- 
ίΛερινά τε καΐ άρχαΓα, έθνη, έξαιρέτως οί ημέτεροι πρόγονοι. 
Έργ'άζεσθε λοιπόν -ο5 πάντες μετά σπουδής καΐ ζήλου εις 
τον καλόν καΐ θεοφύτευτον αμπελώνα τών γραμμάτων καΐ 



= 178 = 

'Τής καπτ:α5οκικ?^ς φιλεκπαιδευτιχ-^ίς άοελφί^ητος, ίνα τρ*7- 
γήσηαε μετά [λίκρον καρπούς ώραίουΓ^ καΐ γλυκείς καΐ τιο^ 
λυτ(|Λους δι' ύαας αΟτους καΐ δια τα υμέτερα τέκνα καΐ δι' 
άπασαν την έπαρχίαν. 

Μετά δέ τοΟτο παραινώ καΐ παραγγέλλω ίεράν καΐ άπο- 
στολικήν παραγγελίαν τοις μεν ευλαβεστάτοις ίερεΟσι καΐ 
τοίς έλλογίμοις δίδασκάλοις υμών, ίνα, πρ^ς τη άπαρεγ- 
κλίτω φυλακή τών καθηκόντων του επαγγέλματος, διάγω- 
σι κοσμίως καΐ άνεπιλήπτως, παρέχοντες τ6 ζηλωτον πα*• 
ράδειγμα έν τοΓς λόγοις και τοις τροποις καΐ ταΓς πράξεσς 
καΐ ταΓς άναστροφαΤς αυτών, διδάσκοντες καΐ νουθετοΟντες 
και καθοδηγουντες £να έκαστον εις παν ίρ^ο'^ άγαθον καΐ 
ψυχοσωτήριον, καΐ πάντοτε κεντοΟντες την φιλοπατρίαν 
καΐ την φιλοτιμίαν τών συμπολιτών αυτών εις την τών 
γραμμάτων και της γλώσσης καλλιέργειαν, δι* ων γενήσε- 
σ9ε πεφωτισμένοι και ισχυροί καΐ πλούσιοι καΐ μεγάλοι χρι- 
στιανοί καΐ πολϊται. Έγώ δέ εγκαίρως προνοήσω καΐ περί 
τγ^ς δυνατής μορφώσεως και βελτιώσεως τοΟ ίερου υμών κλή- 
ρου, ίνα πάντες γένωνται ή ζύμη της προόδου, το άσηπτον 
άλας και το άκηλίδωτέ' φώς της υμετέρας κοινωνίας, εκ- 
παιδευόμενοι προσεχώς μεν έν τω συν Θεώ ίδρυΟησομένφ 
κεντρικώ γυμνασίω, βραδύτερον δέ, όταν ό Θε^ς εΟδοκήστ), 
έν ειδική ιερατική σχολή. Τοις δέ τιμίοις καΐ χρησιμωτά- 
τοις δημογέρουσι και προζρίτοις εντέλλομαι και συμβουλεύω 
πατρικώς τε και έκκλησιαστικώς ί>^α, καθώς προέχουσι τών 
άλλων κατά την κοινωνικήν και ίδιωτικήν ευημερίαν, δύ- 
ναμιν καΐ άνάπτυξιν, ούτω φιλοτίμως προέχωσι διά τ•?)ς λό* 
γω τε καΐ αργώ ίσχυράς καΐ ακαμάτου καΐ αδιάλειπτου 
προστασίας καΐ προαγωγής τών κοινών καταστημάτων, 
πρώτοι αυτοί διδόντεί τ6 καλόν παράδειγμα έν τη κοινή 
ειρήνη και όμονοία, ης άνευ μάταια και φροϋδα τά πάντα, 
και έν ταΓς χρηματικαΓς συνεισφοραϊς και συνδρομαΐς, άς ή 
.φίλη πατρίς άπαιτεΓ ίνα καταστή μεγάλη καΐ περιώνυμος• 



= 179 = 

οι δέ λοιποί χριστιανοί) μικροί καΐ μεγάλοι, έζ άπανϋδ^ 
άχολουθήσουσι αφ παραδείγματι των προεστώτων χαΐ προ- 
κρίτων αυτών. Νυκτός δέ καΐ ημέρας τ6ν Θε6ν φοβούμενοι^ 
κα\ τ6 έλεος α6τοΟ έν πίστει επικαλούμενοι, καΐ προς αλ- 
λήλους είρηνεύοντεςκαΐ δμονοοΟντες, καΐ πάντες τ6 κοινόν 
συμφέρον τ•?^ς κοινγίς πατρίοος έγκολπούμενοι καΐ προβιβάζον• 
ιες, μηδαμώς έπιλανθάνεσθε δτι, ως πιστοί υπήκοοι τ'ί3ς 
κραταιούς βασιλείας, παρ' ης διηνεκώς προχέονται παντοΓαι 
δωρεαΐ καΐ χάριτες, δφείλομεν τιμαν και ύπακουειν αΟτή 
καΐ εύνεσθαι πρ^ς Κύριον υπέρ τ?)ς πολυτίμητου εΟζωίας τε 
καΐ δόξης τοΟ κραταιοτάτου καΐ γαληνότατου ημών άνακτος 
σουλτάν Άβδούλ ΆζΙζΧάν αύθέ ντου ημών, καΐ τών πολυ- 
χρονίων, συνετών καΐ προοδευτικών ύτίΟΌ^'^ων αύτοΟ, τών 
ένδελεχώς έπαγρυπνουντων ύπίρ τ•?]ς άνέσεως και ε&ημερίοίί 
^ών υπηκόων αυτού. 

ΤαΟτα εκ προνοίας καΐ αγάπης πατρικής τε καΐ ποιμαν• 
τικής άντΙ πολλών ολίγα προσφωνώ ύμϊν έκ προοιμίων, ώ 
τέκνα έν Κυρίω προσφιλέστατα* Ή δέ τοΟ παντοκράτορο^ 
χαΐ φωτοδότου θεοΟ πατρικωτάτη καΐ πλουσιόδωρος δεξιά, 
έξομαλύνουσα καΐ κατευθύνουσα την όδ6ν υμών έν παντί 
2ργω άγαθφ, ευλογοΓ καΐ πληΟύνόι, προάγοι καΐ μεγα- 
λύνοι σύμπαντας ύμας κοινί) και ιδία, τους υμετέρους οΓκους, 
καΐ τα εκπαιδευτήρια υμών, καΐ πάντα τα θεοφιλή τε λαΐ 
έθνωφελή υμών έργα, έν Χριστφ 'ΙησοΟ τω Κυρίω ημών, ώ 
ιφέπει πδσα δόξα> τιμή καΐ προσκύνησις εις τους αιώνας* 
•Α,Λήν. 



ΟίΟίΐίζθοΙ Ιαγ 



Οοο^ΐ€ 



= 180 = 
Γ ΛΟΓΟΣ 

εκφωνηθείς γπο τοτ μητροπολιτογ Καισαρείας 

ΑΠΟ ΤΟΥ ΟΡΟΝΟΓ 
εν τφ χατά το Σταυροίρο'ιχιον ίβρφ ναφ των Είσοίίων ττ,ς Θεο- 
τόκου, <?οξολογ(ας τελου(Αε'νη; επΙ τ*ρ άναρρώ'Τβΐ του πρίγκηπος 
τ•ίς Ού«λλίας, έπιίόςου ίιαίόχου του αγγλικού θρόνου, άίεί(^ 
της τε αύτοκρατοριχής κυβερν/,σεως καΐ του οίκου}Α πατριάρχου^ 
τγ β' Ύ,μ.έ^ο^ του Πχσ/ χ, ίν (χηνΐ άπριλίο), 1 872. 



ΕύσεβεϊςχαΙφιλόχριστοι άκροαταί! 

Α'. ο ΑΐΩΝίοχ 'ζΤ^ς Εκκλησίας αρχηγός καΐ τελειωτής 
Κύριος ΊησοΟς Χριστός, δλος ων άγάκη καΐ φιλανθρωπία, 

καΐ εύαρεστούμενος εΙς τα έργα τί)ς τφ^ς τδν πλησίον αγά- 
πης, εντέλλεται δια τοΟ μιακαρίου Παύλου ϊνα εΟχώμεθα 
καΐ άναπέμπωμεν ευχαριστίας καΐ δοξολογίας πρές τίν "Υψι- 
στον ο&χΐ μόνον υπέρ των λοιπών ανθρώπων, των φερόντων 
την εικόνα τοΟ ΘεοΟ καΐ ταϊς πνευματικαΐς τε καΐ σωμα- 
τικαίς άνάγκαις περιστοιχουμένων, άλλα καΐ υπέρ ^σι- 
λέων καΐ άνάκτων και των έν υπεροχή προσώπων, ευχό- 
μενοι αυτοϊς ευημερία ν καΐ αγαθά υπέρ α^Ις Εκκλησίας βου- 
λεύματα, δπως, ύπ6 την άντίληψιν καΐ προστασίαν αυτών 
είρηνικώς διάγοντες, εύημερώμεν καΐ προκόπτωμεν είς την 
κατά Χριστών εύσέβειαν καΐ τελειότητα. «Παρακαλώ ο&ν 
«πρώτον ποιεϊσθαι δεήσεις, προσευχάς, έντεύξεις, ευχαριστίας 
»ύπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων τών 
»έν υπεροχή δντων, ίνα ήρεμον καΐ ήσύχιον βίον διάγωμεν 
»έν πάσγ) εΟσεβεία καΐ σεμνότητι• τοΟτο γάρ καλ^ν καΐ άπό- 
»δεκτον ενώπιον τοΟ Σωτ^Ιρος ημών ΘεοΟ» (Τιμ.Α'.β',1-3)• 
Β'• Τούτω τφ ο&ρανίω πνεύματι τ'?)ςτοθΣωτί)ροςψυχο- 
σωτηρίου διδασκαλίας στοιχοΟντις καΐ ημείς, ώ θεοκάλεστον 
εκκλησίασμα^ καΐ συγκοινωνοί εγκάρδιοι τί}ς κοινί)ς χαρο^ 



= 181 = 

χοΛ θυμιηδίας τοϋ δσον ύπο τήν κοινωνικήν καΐ πολιτικήν ίι^ο- 
ψιν μεγάλου καΐ μιεγατΐ(χήτου έθνους των "Αγγλων, τοσοΟτον 
ΙσχυροΟ προμάχου των δικαιωμάτων τί)ς *Ανατολ?];, τ^ς 
έποίας έσμίν τέκνα, συνήλθομεν σήμερον εΙς τοΟτο τ^ τ?)ς 
ευσεβείας ίβρ^ν άγιασμα άπ^ καθήκοντος κοινωνικί]ς δμοΟ 
καΐ ευαγγελικές ευγνωμοσύνης τε καΐ συμπαθείας, ?να δο- 
ξάσωμεν τ6ν Κύριον έν ψυχική αγαλλιάσει, τ^ν θαυμαστώ- 
σαντα τ6 έλεος αύτοΟ καΐ ίγείραντα έκ νόσου χαλεπ•?)ς τ^ν 
τ^ς γαληνότατης χαΐ σεπτ^^ς των Άγγλων άνάσσης ένδο- 
ξον γόνον, καΐ διάδοχον έπΐ8οζον τοΰ λαμτφοΟ καΐ βαρυτί- 
μου στέμματος τ^ς μεγάλης Βρεττανίας, τ6ν ύψηλότατον 
καΐ δημοφίλητον τί]ς Ουαλλίας πρίγκηπα 'Αλβέρτον Έδου- 
άρδον. Διίτι μόνος ό έν ούρανοίς παμβασιλεύς, «δς έστιν ή 
κεφαλή πάσης αρχής καΐ εξουσίας» (Κολοσ. β', 10) καΐ 
κρατεΓτά πέρατα τής γής, τους κλήρους των έΟνών καΐ την 
κλεΤδα τής ζωής καΐ τοΟ θανάτου, ούχΙ μόνον δίδωσι τήν 
έξουσίαν καΐ τήν δύναμιν καΐ πδσαν σύνεσιν καΐ έπιστήμην 
κυβερνητικήν, έγείρων έν καιρώ τ^ν χρήσιμον μετά πανσό- 
φου προνοίας (Σειράχ ι', 4)• άλλα καί, δσους προορίσει Γνα 
βασιλευωσιν έπΙ δλίγων ή έπΙ πολλών, τούτους, ως χρι- 
στούς Κυρίου, σκέπει καΐ περιφρουρεί, ώς κόρην δφθαλ- 
μοΟ, καΐ σώζει έκ πα^/τ^ς κινδύνου, προφυλάττων δια τών 
αύτοΟ Αγγέλων, €μήποτε προσκόψειαν πρδς λίΟον τδν πόδα 
•αυτών, άλλ' ευθαρσώς καταπατοΓεν τάς ασπίδας καΐ τους 
•βασιλίσκους, τους λέοντας καΐ δράκοντας» (Ψαλμ• 90) τών 
σωματικών ασθενειών ούχ ήκιστα ή καΐ τών πολιτικών 
αγώνων τε καΐ σάλων, όπόσουςή μεγάλη μηχανή τών επι- 
κρατειών συνεπισπαται κατά τδ άνθρώπινον. 

Γ'. Έάν άπδ τοΟ ύψους τής ιστορικής σκοπιάς προσδλέ- 
ψωμεν έπΙ τδν μέγαν καΐ άπ' άκρων γής έως άκρων αυτής 
έστώτα δίκην γίγαντος καΐ κολοσσοΟ βρεττανικί)ν λαόν, 
ή απαστράπτουσα αΓγλη και ακμή καΐ δύναμις αύτου καΐ 
πάσα ή μεγαλειότης κινεΓ τ^ν θαυμασμδν ημών. Ουδεμία 



» 183 » 

κοΌ κάτμου αυτοκρατορία, οδτε ή γαλλοφραγκεκή, οδτε ή 

Ισπανική, οδίΐ αυτή τί)ς πάλαι κοσμιοκράτορος Ρώμης, πρδς 
την οποίαν ή σημερινή Αγγλία πολλά έχει τα πολιτικώς 
παρεμφερή), έκτήσατί ποτέ τόσην ίσχύν καΐ έζουσίαν, τοσοΟ-» 
τον δλβον καΐ τοσοΟτο μέγεθος, τοσαύτην ευνομίαν καΐ με- 
γαλουργών έπίδοσιν έν παντί κλάδφ, δσην ανέπτυξε χρόνους 
μακρούς ή κρατοΟσα καΐ τρυγώσα τάς αβύσσους εΟρυάνασσα 
χαΐ πάνολβος των Βρεττανών μοναρχία. Ή έγκατασπορά 
τής χώρας έπΙ θαλασσίων πεδιάδων ουδόλως άτρυγέτων, 
άλλα παγκάρπων καΐ παμφόρων, χώρας εύμοιρούσης δια 
τοΟτο δαψ:λώς πάντων των εμπορικών καΐ ηθικών τί)ς Φοι- 
νίκης, τής Ελλάδος καΐ τής Καρχηδόνος πλεονεκτημά- 
των, οΐ μακροί, έμφύλιοί τε καΐ πρ6ς τους έκτ^ς τ6 πλείστον 
νικηφόροι πόλεμοι, καΐ συν αύτοϊς οΐ πολιτικώτατον έγκρύ-τ 
πτοντζς τ^ν νοΟν πολυσχιδείς μεγαλοπράγμονες καΐ Ισχυροί 
των "Αγγλων συνεταιρισμοί, έξαιρέτως οι τών Ινδιών ταΟ-^ 
τα, εις αΟτούς περιποιήσαντα νέαν ζωήν κοινωνικήν, ούκ 
είς μακρόν παρέδοσαν τάς κλεϊς τών άπωτάτω θαλασσών 
χαΐ νήσων καΐ όχυρωμάτων, και μετ' αυτών νέας δυνάμεις 
^ατά γί]ν καΐ κατά θάλασσαν καΐ νέα πλούτη, πλούτη 
άριθμ6ν υπερβαίνοντα, δΓ ων ή αγγλική πανόπτις καΐ πολύ- 
χειρ έπιχειρηματικότης οδδέν τών ανθρωπίνων τέως ειδεγ 
άνεκτέλεστον, τά πάντα περικλείσασα είς £ν καΐ μόνον 
θέλω τών μεγαλόνων υπουργών καΐ τών κεφαλαιούχων 
πατριωτών αυτής. 

'Απ6 τοιούτων αφορμών σφόδρα πολυκτήμων καΐ μεγα- 
λρφρονεστάτη καταστασα ή διά τοΟ ήλεκτρισμοΟ καΐ τοΟ 
ίτμοΟ ώσεί πτεροφόρος Άλβιών, καΐ μετά ευστοχίας επι- 
καίρου συνενώσασα τά εύανδρα βασίλεια τής κεντρικής τε 
χςιΐ τών πέριξ νήσων, καΐ πορρωτάτω διακλαδωθεΓσα καΐ 
τραοεΓσα καΐ μεγαλυνθεΓσα διά τών αποικιών αυτής, αϊτι- 
νες οιά τής ευνομίας καΐ τής εμπορίας τάχιστα ύπερηκόντς- 
^«ν .τρες άλλα^ςόθ^ν τής Ευρώπης έκπεμφθείσας, καΐ ιςο;Οά* 



= 183 « 

^ρ εναλία καΐ θαλασσοκράτωρ νύμφη, ζεύ^ασα χ}> βασιλι*. 
χόν αύ'ϋ'^ς άρμα μετά τοΟ ύγροΰ π^γίΊο^, τεσσάρων αχανών 
ωκεανών καΐ άλλων εγκολπίων τε καΐ μεσογείων θαλασ- 
σών, εις τοΟτο δέ έπιβιβάσασα, δικαίω κληρονομικψ τε καΐ 
δορικτητορικώ, περί τα τεσσαράκοντα και εκατόν εκατομ- 
μύρια ανθρώπων πβλυθρήσκων καΐ πολυγενών μετά τών 
παρ* αυτοϊς πολυειδών προσόντων τε καΐ προϊόν υων, μετά 
παντοίων εφευρέσεων τε καΐ ανακαλύψεων, διευθύνει αύτ6 
έν άκρο'τητι ευδαιμονίας και έν εύβουλίθ)ΐ Προμηθέως δΓ 
εξακοσίων πλοίων τοΟ •κοΚί\).ο\ί πρώτης αξίας καΐ δυνάμεως, 
δια τοΟ σμήνους τετρακισμυρίων πλοίων τοΟ ί\},Ί:ζο^ίου^ διά 
προσόδου έπτακισχιλίων μυριάδων στερλινών λιρών, χωρίς 
τοΟ αμύθητου τίΚούτοκ^ τών ιδιωτών έμπορων και τραπεζι- 
τών αύτης, καΐ τ^ μέγιστον, διά ττ^ς Ί:ι^ί>ίθ\ί καΐ πατρικω- 
τάτης κυβερνήσεως καΐ βασιλείας καΐ διά τών ακραιφνών 
συμπαθειών τών λαών αυτί^ς, τάς οποίας οϊ$ε να έλκύη, έν- 
θεν μέν, διότι, κατά το παράδειγμα τών παλαιών Ρωμαίων, 
σέβεται, κατά το δυνατόν, τών ύποτασσομένων εις αυτήν 
εθνών τά καθεστώτα• ένθεν δέ, διότι άπδ μέν μεσούσης τής 
δευτέρας δεκαετηρίδος του καθ' ήμας αιώνος (1814), εμ- 
πράκτως έκτιμήσασα τήν φυσικήν άξίαν του άνθρωπου, κα- 
τήργησε την ταπεινωτικήν καΐ παντάπασιν άπάνθρωπον 
δουλεμπορίαν• άπ6 εικοσαετίας δέ, καΐ έτι προς, προσεγγί- 
σασα περί τά γενικώτερα ζητήματα τ•?;ς πολιτικής ημέρας 
Ίψ)!^ την έλληνικώ τω τρόπω ά^ροίν προστάτιν και 'ζροί^})^ 
τών έλευθερωτέρων φρονημάτων, βαρύστονον τανΟν, Γαλ- 
λίαν (τοΟθ' δπερ ύπηγόρευον αί προοδευτικαΐ τάσεις τοΟ 
αιώνος), καΐ κα-ΐαστήσασα τήν χώραν άσυλον πολιτικών 
προσφύγων, μετέρχεται έν γένει πολιτικήν ίσόρροπον καΐ 
φιλειρηνικήν υπέρ τής τών λαών ευημερίας. 

Τοιούτο έθνος καΐ τοιούτο κράτος, αδελφοί μου, τίς δέν 
τίμα και τίς δέν θαυμάζει ; 

Δ'. Άλλα πολύ πλέον διεγείρει τ^ν θαυμασμών καΐ τ^ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 184 =* 

ςίβας ή εσωτερική ισχύς χαΐ νο(Λΐ{Αάρρα>ν σεμνοπρέπ€ΐα ΚΛί 

σπουδαιότης τοΟ άγγλικοΟ λαοΟ καΐ πολιτεύ[χατο;, άνει> 
*:•?); οποίας οΰτ' αποκτάται ή εξωτερική λαμπρότης καΐ δό- 
ναμις, ούτε αποκτηθείσα παρα(χένει διαρκώς• δν τρόπον καΐ 
παρ* ένΐ έκάστω των ανθρώπων τότε μιονιαοποιοΟνται καΐ 
αύξάνουσι τα φυσικά καΐ τα επίκτητα αγαθά, δταν τρέφτ) 
αυτά νοΟς θεοσεβής καΐ βίος ηθικές καΐ τί(λΐος. 

Έν πρώτοις παρατηρείται δτι ό "Αγγλος έν γένει έστΙ 
φύσει και ανατροφή φιλόθρησκος καΐ σποι>δαϊος• 6 δΐ ανεκ- 
τίμητος οδτος χαρακτήρ καθίστησι τί)ν πολιτικδν ομοίως, 
ώς καΐ τ^ν ίμπορον, τί)ν γαιοκτήμονα'καΐ τί)ν οικογενειάρχη ν, 
ουδέν έλαττον πειθαρχικον καΐ αυστηρών και φιλόνομον ή 
και δραστήριον καΐ έν τη έργασίίϊζ ριεγαλεπήβολον. Ευλό- 
γως• διότι παντός "Αγγλου τδ έρασμιώτατον καΐ πανταχοΟ 
σύντρο((θΊ καΐ συνέκδημον βιβλίον έστΙ το βιβλίον τοΟ ΘεοΟ, 
ή αγία Γραφή, είς τήν μιελέτην τής οποίας τόσον εντρυφώ- 
σι καΐ σχολάζουσιν οί θεοσεβέστατοι έκεΓνοι άνθρωποι, ώσ- 
τε είς αΟτούς αρμόζει το τοΟ προφητάνακτος, «ώς ήγάπη- 
σα τ6ν νόμονσου, Κύριε, βλην τήν ήμέραν μελέτη μουέστί» 
(Ψαλμ. ριή). ΠοθεΓ τήν κυριώνυμον ήμέραν ό "Αγγλος ου- 
χί δι* άλλο τι, άλλ* ίνα μελετήση τ^ν θείον νόμον έπ* 
αδείας, καΐ άκροασάμενος τοΟ θείου λόγου, ρυθμίση τάς 
οδού-: αύτοΟ κατά τδ θεϊον θέλημα διά τοΟ φωτδς τοΟ θείου 
νόμου. «Λύχνος τοίς ποσί μου ό νόμος σου καΐ φώς ταΓς 
τρίβοις μου» (αυτόθι), ίνα λατρεύσγ) τφ Θεώ απαραιτήτως 
έν ταες έκκλησίαις, κατά τήν παραγγελίαν τοΟ προφήτου• 
«έν έκκλησίαις ευλογείτε τδν Θεόν. — Ε6φράνθην έπΙ τοΓς 
€{ρηκόσκ μοι, εΙς οίκον Κυρίου πορευσώμεθα» (Ψαλμ. ξζ' 
χαΐ ρχα'). ΈντεΟθεν δέ ούτε ή φίλολογία τί); αισχύνης καΐ 
τής αμαρτίας (τά μυθιστορήματα) μιαίνει τάς οικογενείας 
χαΐ διατριβάς των "Αγγλων, ούτε ή παρ* άλλοις έπικαθη- 
μένη έπΙ πολλά τής κοινωνίας στρώματα, μάλιστα τής 
ανωτέρας, οικτρά ψυχρότης καΐ ολιγωρία περί τά θεία καΐ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 185 = 

τάς ιεράς συνάξεις εμφιλοχωρεί" παρά τοίς "Αγγλοις — Λα^^ 
αγαπητοί χριστιανοί, στομουμενος, καθάπερ σί^τιρος, ύπ6 
τγ5ς θρησκείας των πατέρων, έστΙν ακατάβλητος καΐ £χιι 
ένδοξον μέλλον, έχων τ6ν ΘεΙ»ν βοηθ6ν αύτοΟ. ΤοΟτο έκεϊν» 
του σοφοΟ Σειράχ το θεοσεβές παράγγελμα• «01 φοβούμενοι 
»τέν Κυριον αναμείνατε το έλεος αύτοΟ- οί φοβούμενοι τ^ν 
»Κύριον πιστεύσατε αύτω, καΐ ο6 μη πταίση ό μισθός υμών 
»οί φοβούμενοι τ6ν Κύριον ελπίσατε εις αγαθά καΐ εΙς εύ- 
»φροσύνην αιώνος καΐ ελέους. Έμβλέψατε εις αρχαίας γε- 
»νεάς καΐ ίδετε, τίς ένεπίστευσε Κυρίω καΐ καττρσχύνθη; 
ι>ή τίς ενέμεινε τω φόβω α6του, καΐ έγκατελείφθη; ή τίς 
»έπεκαλέσατο αυτόν, καΐ ύπερειδεν αυτόν ; διότι οίκτίρμων 
»κάΙ ελεήμων ό Κύριος, καΐ άφίησιν αμαρτίας, καΐ σώζει 
ι>έν καιρφ θλίψεως» (Σειράχ β', 9, 11). 

Δεύτερον τ?]ς άγγλικ•?)ς μεγαλειότητος εσωτερικών ασφα- 
λές προπύργιόν έστιν ή φυσική ελευθερία τοΟ ΊίοΚΙτου, ανε- 
ξάντλητος πηγή αγάπης καΐ άφοσιώσεως πρ6ς το καθεστώς 
πολίτευμα και τ^ρος τον βασιλέα, πηγή εμπιστοσύνης καΐ 
υπακοής προςτάς αρχάς τοϋ κράτους. Δι* ην αίτίαν ουχί μό- 
νον αί άλλαχοΟ συμβαίνουσαι στάσεις καΐ όχλαγωγίαι (καρ- 
πός αδικίας και πιέσεως) είσιν όλως άγνωστοι ή σπανιώτα- 
ται έν'Αγγλίς^, αλλά καΐ αύταΙ αυτών αί κοινοβουλευτικαΐ 
αντιπολιτεύσεις, ίχουσαι συνήθως έλατήριον τήν φιλοπα- 
τρίαν, διχογνωμοΟσι μόνον περί τών μέσων, δι' ων ευθυβο- 
λώτερον καΐ άσφαλέστερον ή δόξα τής πατρίδος προάγεται. 
ΤοΟ "Αγγλου ή ελευθερία συνίσταται έν τη Γση καΐ δ'.καίοι 
διανομή τών καθηκόντων καΐ δικαιωμάτων έν τή ύπ6 τοΟ 
νόμου κατοχυρουμέντ) τριπλή άσφαλείςι ζωής, τιμής καΐ 
περιουσίας, άσφαλεί(^ ουδαμου τής γής τοσούτον στέρεα καΐ 
πλήρει, όσον έν Αγγλία• έτι δέ καΐ έν τή ανεξαρτησία τών 
δικαστηρίο)ν, έν οϊς μόνον ή φωνή του νόμου ακούεται• καΐ 
έξαιρέτως, έν τω άπεριορίστω δικαιώματι τοΟ καταγγέλ- 
λειν μεν οποιανδήποτε παρανομοΟσαν αρχήν, άκωλύτως δ^ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 186 = 

συ^;έρχεσθαι χαΐ συνάπτειν εταιρίας περί πάσης κοινωφελοΟς 
υποθέσεως. Ού5έν λέγω περί τ^ς βασιλικ-Ρ); κυριότητος απέ- 
ναντι τοΟ πολίτου• διότι ή ά,κόλυτσ:, του νόμου αυθεντία 
καΟίστησιν αυτήν ούτω συνταγματικήν καΐ άγαθοεργον καΐ 
πατρικωτάτην, ώστε δικαίως οί "Αγγλοι πρεσβευουσιν δτι 
ό βασιλεύς κακ^ν να πράξτ) δέν δύναται. 
Τοσαυτην δέ πρόνοιαν ποιείται ή κυοέρνητις ύπίρ τί]ί του 
πολίτου ασφαλείας καΐ Ιζω τ?)ς Αγγλίας, ώστε οιανδήποτε 
κατά τοΟ ίδιώτου προσβολήν ή ζηαίαν λογίζεται ώς άπευ- 
θυνομένην καθ* δλόυ του κράτους, καθώς ίτίοίοΌ^ οί παλαιοί 
ΡωμαΓοι. — "Εθνος, αδελφοί μου, τοΟ δτ.οίου έκαστος πολί- 
της συγκεφαλαιοΓ έν έαυτψ την 5λην πολιτείαν, έστΙν ομο- 
λογουμένως μέγα έθνος• τόσον μέγα. Οσον είσΐ μικρά καΐ 
ασθενή; καΐ δλιγόβια έχείνα τα έθνη, έν οίς ο πολίτης μηδε- 
νίζεται ώς πρ α γ μ α (Ρβίϊ). 

ΚαΙ ώσεί μη -ίΐρχ,οΌΊ ταΟτα, επακολουθεί καΐ τελευταΓος 
προμαχών τ^Ις έπιζήλου άγγλικ'?1ς άκμ'?)ς καΐ δόξης ή ελευ- 
θεροτυπία, τ6 μέγα τοΟτο καΐ σοφ^νκαι πάνδημοι των κοι- 
νωνιών σχολεΓον καΐ βουλευτήριον, ό άμεσος μέν και ακοί- 
μητος ελεγκτής καΐ μάρτυς τ^ς κυβερνητικ?]ς ενεργείας, 
τί^ςδέ δημοσίου γνώμης διαρωτιστής αδιάλειπτος• ελευθε- 
ροτυπία, ύπδ δημοσιογράφων συστηματικών ενεργούμενη, 
πολλήν καΐ άμώμητον εχόντων τήν πρόσω πικήν καΐ τήν 
κοινωνικήν άνεξαρτησίαν και βαρύτητα, δημοσιογράφων, 
δίκην βράχων όρθουμένων υπεράνω των κυμάτων τοΟ φα- 
τριασμοΟ καΐ τάς έθνικάς ακτίνας δεχόμενων άνευ πρίσμα- 
τος συμφέροντος ή πάθους. 

Άφίημι το φύσει καΐ έζόχως βιομήχανον, έμπορικόν, 
φιλότεχνον καΐ έπιχειρηματικώτατον τοΟ "Αγγλου πνεΟ• 
μα και το περί τήν των εθνών πρακτικήν δι5άσκαλον Ιστο- 
ρίαν τα μάλιστα επιρρεπές αυτοΟ, καί το εύκράτως καΐ 
έπιχαρίτως ποΟ μέν δωριάζον, ποΟ δέ ίωνίζον περί τους ρυθ- 
μούς, τους χαρακτί)ρας καΐ τους τρόπους αυτοΟ, έξ ών κα- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 187 = 

θ(σταται έ 'τύιτος του α&τοτελοΟς κοινωνεκοΟ άνθρώτΐου, άν- 
θρωπου, οΟχΙ (λόνον έμέ έκπλήξαντος έν τω καφφ τ'?)ς έ^^ 
Λονδίνω δευτέρας διεΟνοΟς εκθέσεως, άλλα καΐ τίν κίσμον 
άπαντα δια των αληθώς εκπληκτικών (ΛεγαλουργηίΛατων 
αύτοΟ. 

Λα^ λοιπόν καΐ χώρα, τοιούτων εύμοιρήσαντες προσ^ίν- 
των καΐ άγλαΐσμάτων, Ιδίων και κοινών, εσωτερικών καΐ 
εξωτερικών, πώς μη μεγαλυνθώσι καΐ άκ(χάσωσι ! πώς μή 
έφελκυσωνται τό σέβας καΐ την μίμησιν τών λαών τ'?5ς 
υφηλίου, διαφερίίντως τ•?]ς *Ανατολγ]ς, ήτις πολλά Στι καΐ 
μεγάλα δικαιοΟται ν' άναμέντ) παρά τγ]ς Αγγλίας μαθή- 
ματα τε καΐ ευεργετήματα, άνθ' ων άλλοτε έδωρηφόρησεν 
αυτί) παντοίων καλλιτεχνικών καΐ ηθικών καΐ διανοητικών 
διδαγμάτων καΐ παραδειγμάτων ! 

Ε'. Άλλ* ή βαθυφρων καΐ οίον τις άμφικτυονική βουλή 
ή Ρωμαίων βασιλέων σύγκλητος τοΟ καθ' ημάς πολιτικοΟ 
ορίζοντος εύρυάνασσα καΐ εύανδρος Αγγλία κέκτηται τί- 
τλους έτι λαμπρότερους, καΐ δικαιώματα υπέρτερα είς τ6ν 
φίρον τής ημών ευγνωμοσύνης, ως διηνεκής προστάτις καΐ 
ευεργέτρια συμπάσης τής Ανατολής. Είς άλλους άφίημι 
το καθήκον τοΟ νά έκτιμήσωσιν άξίως τάς μεγάλας αυτής 
ευεργεσίας πρ^ς τήν δσον βραχύσωμον καΐ λιπόσαρκον, τί- 
σον εύρύνουν καΐ εύ^ύστιρνο^ μητέρα τής ελευθερίας καΐ τής 
επιστήμης, τήν οποίαν ό Δημιουργ&ς προο)ρισεν άρχήθεν ίνα 
γένηται ή θεοστήρικτος ακρόπολις καΐ κιβωτός τής ευρω- 
παϊκής υπάρξεως, ιδιαζόντως τής πνευματικής, καΐ μετά 
τής οποίας άρρήκτως καΐ στενώς συνδέει τους παριστάμενους 
ταΟτότης γλώσσης καΐ θρησκείας, ταυτότης αίματος καΐ 
ίστορίας. Διά δέ τών περιπΰστων υπουργείων Βέλιγκτων και 
Πάλμερστων και έως άρτι ου διέλιπεν εδεργετοΟσα ταίς με- 
ρίμναις καΐ ταϊς συμβουλαϊς καΐ τή επιρροή, τοις δπλοις καΐ 
τοίς χρήμασιν αυτής τήν ώραίαν καΐ μεγαλοπρεπέστατης 
'ϊαντην αύτοκρατορίαν, τήν έπΙ τριών ηπείρων έπικαθημέ-* 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 188 =^ 

νην, τΐ5; οποίας σεμνυνή^εθα πρωτότοκα τέχνα καΐ πολίται, 
Λ^ουνεχώς καΐ ύπεγγύως άσφαλισα(Αένη άπ& πάσης έξαηε- 
ρικί]ς έπι5ρο(ΐ,ί}ς καϊ κατακτήσεως οδχΐ μόνον την αυτενερ- 
γών ακεραιότητα τί)ς κοινί)ς ήαών καΐ φίλης ταύτης πατρί- 
δος, άλλα καΐ τήν κοινωνικήν ίσοτιμίαν χαΐ σύσφιγξιν υπη- 
κόου πολυθρήσκου τε καΐ πολυφύλλου, όπερ έν άμαθεστέροις 
χρόνοις ουχί καλώς διεμερίζετο έκ τοΟ θρησκευτικοΟ χαράγ- 
ματος εΙς κρατοΟντας καΐ εις κρατουμένους, ώσπερ κατά 
πεπρωμένην τινά μο?ραν, όλως ασχέτως πρ6ς τήν τοιαύτην 
καΐ τοιαύτην των λαών πρόσφορον αρμοδιότητα. Ει καΐ 
εις ταύτην τήν πολιτικήν ίσοτιμίαν, τήν μόνην άσφαλί) 
καΐ άδιάσειστον κρηπϊδα τών πολιτειών, τ6ν πρώτον στέ- 
φανον τής δόξης φέρονται δικαίως οΐ τελευταίοι μεγαλόψυ- 
χοι ημών σουλτάνοι καΐ οί τούτων συνετώτατοι καΐ φίλοι 
τής αληθινής -προόδου υπουργοί• αλλά καΐ ή ύψίφρων καΐ 
φιλάνθρ(ι)πος Αγγλία, καθά καϊ αί λοιπαΐ τής Δύσεως με- 
γάλαι καΐ ομοίως φίλαι τής Ανατολής δυνάμεις, μεγάλως 
συνετέλεσαν καϊ συντελοΟσι, τά κράτιστα διά παντός ύπο- 
στηρίζουσαι καΐ συνιστώσαι. 

^\ Τ6 δ' επιστέγασμα καΐ ή κορωνίς τής ημετέρας συμ- 
παθείας προς τήν φιλόχριστον Άγγλίαν έστΙν ή θρησκευτική 
αυτής ήρεμα καΐ κατά μικρδν αναδρομή έπΙ τά πρ6 τοΟ με- 
γάλου αξιοθρήνητου σχίσματος τής ύπερόφρυος καΐ δεσπο- 
*Εΐκωτάτης Ρώμης ακραιφνώς πατροπαράδοτα διδάγματα 
καΐ δόγματα. *Ηδη άπ6 τής έκκαιδεκάτης έκατονταετηρί- 
δος ύπερμεσούσης (1562) τέλεον άπαλλαγείσα τών πνευ- 
ματικών πεδίκλων τής παπφοις τυραννίδος, καΐ τόν μοιρό- 
δοξον καλβινισμόν, καθ' ου τ6 κατ' αρχάς προσήραξε, δια- 
φυγοΟσα διά τής παραδοχής τών τριών αποστολικών βαθ- 
μώΊ τής Ιερωσύνης καΐ τής περί τάς δημοσίους προσευχάς 
χαΐ Ιεροτελεστίας κατανυκτικής διακοσμήσεως καϊ μεγαλο- 
-πρεπείας, διά δέ τών γνωστών τριάκοντα εννέα άρθρων έν 
μέρει προλαβοΟσα τάς έχει έμπολιτευομένας μεταρρυθμιστή- 



» 189 =. 

κάς τάσεις ή άγγλοχαθολιχή είτε επισκοπική καΐ υψηλή 
λεγομιένη Εκκλησία τοΟ ηνωμένου βασιλείου, μή δύνη- 
θείσα δμως ν* άποφύγτ) παντελώς τάς έσωτεριχάς θρησκευ- 
τικάξ διακυμάνσεις, καΐ άφ' έτερου, έπιμελέστερον έπιδοθεΓσα 
εις τήν μελέτην τ'ίΐς έκκλησιαστικ?)ς αρχαιότητος, μέγα 
ενδείκνυται τδ σέβας καΐ πολλήν τήν εόλαβί) προσηλωσιν 
πρ^ς τάς αρχαίας άποστολικάς και πατριαρχικάς ημών αγίας 
Εκκλησίας, α?τινες, θείφ έλέει, εύμοιρήσασαι ν' άναγινώ- 
σκωσι καΐ έννοώσι πρωτοτύπως καΐ άκριβοσημως τα θεια 
Ευαγγέλια καΐ τάς σεπτάς συν^ους καΐ τους κορυφαίους 
τών πατέρων, καΐ διατηρήσασαι πλήρη καΐ άπαρα/άρακτον 
•τήν έν τή πράξει καΐ τφ δόγματι θεοπαράδοτον οι6ασκα- 
λίαν ?ως τής σήμερον, ουδόλως παρεξέκλιναν εις δεξιά ή 
εις αριστερά, ούτε τήν τών οικουμενικών συνόδων αύθεντίαν 
παρεσάλευσάν ποτέ ή ώλιγώρησαν αύθεντίαν άπαράγρα- 
πτον, έν ή τ6 ΠνεΟμα τοΟ ΘεοΟ, διαλεύκαναν, έρμηνεΟσαν 
χαΐ καΟάπαξ σφραγισάμενον θείοις σημάντροις, παρέδωκεν 
ήμΤν, ώς παρακαταΟήκην Ιεράν, ώς άστραβή τής πίστεως 
κανόνα καΐ γνώμονα, καΐ ώς τήν μόνην ασφαλή όδόν τής 
αιωνίου σωτηρίας, αυτήν τής πρεσβυτάτης Εκκλησίας τήν» 
γνησίαν χαΐ άνοθευτον διδασκαλίαν καΐ παράδοσιν. Ναί, 
έχει καΐ ή έπΙ γής στρατευόμενη Εκκλησία τοΟ Σωτήρος 
τδν "Αρειον Πάγον αΟτή:/ έχει τά πνευματοχίνητα καΐ αλά- 
θητα αΟτής πυξία καΐ συνέδρια• έχει τους θεοφωτίστους έρ* 
μηνεΓς καΐ νομοκράτορας τών έν τη πίστει παραδεδομένων> 
τάς αγίας οίκουμενικάς συνόδους, έφ* αίς σεμνύνονται, ώς 
έπι ουρανίφ θησαυρω, αϊ ίσον έξωτερικώς συνεσταλμένα^ 
καΐ ενίοτε καταθλιβόμεναι, τοσοΟτον εσωτερικώς λελαμτφυ- 
σμέναί καΐ φωτολαμπεΤς καΐ ένδοξοι (καΐ γάρ «δλη ή δόξα 
τής Θυγατρ6ς τοΟ βασιλέως έσωθεν»)• αί θεοφύτευτοι τής 
Κωνσταντ]πόλεως, τής Χαλκηδόνος, τής Εφέσου, τής Νι- 
καίας, τής Αλεξανδρείας, τής Αντιοχείας καΐ τών Ιεροσο- 
λύμων 'Εκχλησίαι, συν άπάσαις ταις περί αύτάς, φωτΐ άλη- 



«= 190 =β 

Οίνω αύγάζουίται τήν όίκουμιένην, ώσπερ έπτάφωτος λυχνία 
χαΐ συνάγουσαι τα έθνη ώσπερ οίκο; είς έπταστυλος της 
ύπερφώτου τοΟ ΘεοΟ σοφίας, «πασαι καλαί, ώς ή σελήνη• 
»έκλεκταί, ώς ό ήλιος• θάμβος, ώς τεταγιχέναι• ας εΓ^οσαν 
•θυγατέρες, καΐ μακαριοΟσιν αύτάς βασίλισσαι, και αίνέ- 
»σουσιν αύτάς» (""Ασμ. άσμ. ς-', 8—9). Αληθώς π(ίθεν οί 
τοσοΟτοι Ιπαινοι, αϊ τόσαι πάνδημοι ενδείξεις τιμών καΐ φι* 
λοφροσυνών καΐ περιπαθεστάτης εύλαβείας ιιρος τήν Έκ- 
χλησίαν τής 'Ανατολής παρά τών τα αληθή ζηλούντων 
Βρεττανών, εί μή έκ ταύτης τής αναλλοίωτου άρχαιο'τη- 
τος ημών, τής έπιβεβαιουσης τ6 του Αποστόλου, βτι «'Ιη• 
»σοΟς Χρίστος καί ό τοΟ ΧριστοΟ ώρθοτομημένος λόγος χθες 
)ΐκαΙ σήμερον ό αύτ^ς και είς τους αιώνας» (Έβρ. ιγ', 8); 

Ότε τφό τριών ετών (ϊνα σιωπήσω τα προγενέστερα) 
αισίως παρεγένετο είς τήν πρωτευουσαν ταύτην ό νοήμων 
καΐ ευρυμαθής άγγλικανός επίσκοπος τής Γιβραλτάρης, ?να 
τα ιερά επιτέλεση εγκαίνια του έν Περαία ευαγούς ναού τών 
παρεπίδημων συμπολιτών αυτοΟ, μεταβάς πρώτον εί; τα 
ημέτερα σεπτά πατριαρχεία προς ευλαβή προσκυνησιν τοΟ 
πρώτου πατριάρχου τής Όρθοδοξίας, συν άλλοις λόγοις 
πτρακλήσεως καΐ φιλαδέλφων αίθημάτων (ων έγενόμην 
αύτήκοος), έλάλησε και τάδε• «Μόνον κανονικών έπίσκοπον 
»τής Κωνσταντινουπόλεως άναγνωρίζων τον έκ πάλαι ο& 
»ένα χαΐ γνήσιον άρχιεπίσκοπον αυτής, τους δε άλλους 
• πάντας ξένους καΐ παρεπίδημους θεωρών, έξαιτεϊται κατά 
•χρέος τήν παρ* αύτοΟ κανονίκήν άδειαν και εΟλογίαν, δπως,- 
»έν τη καθέδρίξΐ τοΟ Κωνσταντινουπόλεως νομίμως ίερουζ^ 
•γήσας, καθαγιάσΥ) τ6ν ναί>ν τής παροικουσης αγγλικής 
κοινότητος». — "^Ας άκουσωσι καλώς καΐ ας διδαχθώσιν υπο 
τοΟ έτεροδόξου επισκόπου αρχιερείς τίνες καΐ ιερείς καΐ λαί- 
χά καΐ οί τής τούτων ανομίας σύμβουλοι, οίτινες, μέλη 
καΐ τέκνα γνήσια καυχώμενοι τής έν Κωνσταντινουπόλει 
Εκκλησίας, "ζοσοι^ιο ματαιοΰνται έν τοίς διαλογίίχμοίς 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



«= 191 = 

αυτών, ώστε φρεναπατώσιν εαυτούς, νομίζοντες δτι, χωρίς 
της ευλογίας και κανονικ?]ς αδείας τοΟ οικείου αρχιεπισκό- 
που, εργάζονται έργα άγια καΐ ευλογημένα, άλλ' ούχΙ βέ- 
βηλα καΐ τοΟ σχίσμα τοποιοΟ Ναυάτου άντικρυς άξια. 
Μη γαρ τα βέλη ο6κ έξ οικείων και ψευίαδέλφων, των 
δοκούντων είναί τι ; 

Ό δε σεπτός ημών πατριάρχης, την τοΟ άνδρας εκείνου 
άξιάγαστον ευλάβειαν άποδεξάμενος, καΐ δοξάσας τον Θε6ν 
της αγάπης, έν φ πάσα ή οΙχζ^θ[β,Ύΐ τ?)ς Εκκλησίας συναρ- 
μολογούμενη αυξει έν Κυρίω, καΐ "ζούτου χάριν καταφανε- 
στέραν ένδεικνυμενος την φιλειρηνικήν καΐ φιλενωτικήν 
διάθεσιν ιΫις πατρικ^Ις αυτοΟ καρδίας, απέστειλε συμπαρα- 
στάαας έν τη γενομένη τελετή τών εγκαινίων τ6ν μέγαν 
πρωτοσυγκελλον αυτοϋ συν ένΐ τών επισκόπων τ"?]ς έν 
Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας• 

Έν δευτέρα δε ή τρίττ) συνεντευξ-ι μετά τ?ις Α. πα- 
ναγιότητος, λύγου συμπεσόντος περί δογματικ^Ις καΐ ουσιώ- 
δους τι\&ς διαφοράς, ουδόλως ώκνησεν ίνα όμολογήση δ 
ειλικρινής της ιστορίας φίλος Βρετταν^ς επίσκοπος, «δτιμόνη 
ϊ)ή λαμπάς της ιστορίας, την οποίαν έπεζόφωσαν τά μεσαιω- 
»νιχά της Εσπερίας σκότη, άναλάμψασα καΐ πάλιν διά τ'?]ς 
»γλωσσομαθείας και της ακριβούς έρεύνης τών της πίστεως 
«αυθεντικών πηγών, ταχέως άποσκυβαλίσει μίν όσα έπείσα- 
»κτα καΐ σφαλερά επινοήματα ανθρώπων, αποκαταστήσει 
»δέ τά μη καλώς ίεροσυληΟέντα υπο αμαθών αιώνων θεο- 
ί» παράδοτα κειμήλια». Τουθ' δπερ τζρο του επισκόπου άνεκή- 
ρυξεν έν άλλη ευκαιρίϋ^ και ό πατριάρχης ημών, καΐ τιοΧλους 
αιώνας πρί) του πατριάρχου, ό προφήτης Δανιήλ, ειπών 
«"Εως διδαχθώσι τίοΧ^οΙ, καΐ πληΟυνθή ή γνώσις». 

Πόση διαφορά αρχών τοΟ αξιοσέβαστου "ζούτου επισκόπου 
καί τίνος ουνιτωνυμου Σεμπράτοβιτζ, οίκτροΟ τής παπιζού- 
σης Ρώμης μισιοναρίου, μεταβάντος καΐ αύτοΟ ομοίως είς 
α^ οίκουμενικον πατριαρχεΓον (πατριαρχευοντος τοΟ πάνα• 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



ι±= 192 ^ 

γιωτάτου κ. Σωφρον(ου), ?να έξερεύξηται βλασοηαίαν τε- 
τριμμένη ν χαΐ άμαθεστάτην κατά τοΟ αγίου Πνεύματος 
χαΐ κατά τ1]ζ καθόλου Εκκλησίας, λέγων βτι «ή /ριστια- 
»νική αλήθεια, ή πρακτική καΐ ή δογματική, επαναπαύεται 
»2λη καΐ δλως έν τφ προσώπω τοΟ ποντίφηκος, καΐ ές 
» εκείνου απορρέει, ώς κέντρου και ως κεφαλής τής Έκκλη- 
»σίας, ώς το κΟρος πρυτανεύοντος εις τάς συνόδους, ώς τοΟ 
«μακαρίου Πέτρου διαδόχου καΐ έντολοδί/ου, καΐ ώς μόνου 
«επιτρόπου τοΟ ΧριστοΟ ανά τήν πασαν οίκουμένην» ! Πόση 
διαφορά μεταξύ τοΟ φιλαλήθους'Άγγλου επισκόπου καΐ εκεί- 
νων των τριών τής πρεσβυτέρας Ρώμης κληρικών απεσταλ- 
μένων, των έλθόντων ίνα πείσωσι τδν αποστολικών ποιμένα 
τή^ άεΐ απαράλλακτου ευσέβειας και τους συν αύτω άγιω- 
τώτους πατριάρχας, αρχιεπισκόπους τε καΐ επισκόπους, δτ; 
ό ποντίφηξ αυτών, όποϊον παρεμόρφωσαν αύτ^ν τά ψευδοΓ- 
σιδώρεια θεσπίσματα, ϊχει τήν έντολήν του νά είσάγη εις 
τήν Έκκλησίαν τοΟ ΧριστοΟ εκάστοτε δόγματα νέα καΐ 
νέας διδαχάς χαράγματος κιβδήλου και ΒατικανικοΟ, κατά 
των όποιων όκτωκαίδεκα ΙστορίΥ,οί^ καθολικώτατοι καΐ 
ευσεβέστατοι αιώνες έν ά^ίω Πνεύματι έζεσφενδόνισαν τ6 
ανάθεμα ! ΕΓΟ* έλεήσαι και φωτίσαι αυτούς ό Κύριος, κα- 
θώς έφώτισε ΠαΟλον τ6ν δίώκτην, καΐ τον κορυφαΓον, αλλ* 
άρνησίχριστον άπόστολον. 

Ό δέ τής Καντουαρίας πολυσέβαστος αρχιεπίσκοπος καΐ 
πάσης Αγγλίας έξαρχος, προς τ6ν φιλάδελφον καΐ χριστο- 
μίμητον του ημετέρου πατριάρχου ΐξ^ότζο"^ πάνυ εύγνωμόνως 
διατεθείς, καΐ τάς ευχαριστίας και τήν ευλάβειαν αύτοΟ 
ίηλώσας έν έπιστολγ) είρηνιχή καΐ φιλοφρονεστάτη, συνο- 
δευομένη καΐ μεθ' ένος άγγλικανοΟ ε^'^οΧο-^ίου καΐ τών υπέρ 
τής ένώσεωί επισήμων κηρυγμάτων τοΟ έκεϊ συστάντος 
φιλενωτικοΟσυλλόγου, δεύτερον βήμα έποιήσατο 
πρίς τήν εύκταίαν ένωσιν, αίτήσας καΐ επιτυχών καλοΟ 
αιτήματος, Οπως οί ε?ς τά ημέτερα κλίματα παρεπιδημοΟν- 



«= 193 «τ 

«ϋες Άγγλοι, έν ελλείψει ίερέων άγγλικανών, «αρηγορώνται 
καΐ κηδεύωνται όσίως ύπ^ των τής ήμιετέρας Εκκλησίας^ 
ώς πρόβατα κάΙ ούτοι έν6ς καΐ τοΟ αύτοΟ Κυρίου, έκ καφ(- 
κώ,ν καΐ τοπικών περιστάσεων (Λίκρδν παραλλάσσοντα. 

Έναυλος ήχει εί; τα στό[Αατα καΐ είς τάς άκοάς τών 
"Αγγλων ή μεστή αγάπης εύαγγελικί]ς καΐ παρρησίας 
φιλαδέλφου καΐ άξιωμιατικγ^ς διπλή πατριαρχική άπόκρισις, 
προφορική μέν πρ6ς τους κήρυκας τής Ρώμης, γραπτή δέ 
τφος τ6ν των Βρεττανών άρχιεπίσκοπον καΐ ϊξαρχον, δτε ή 
ομόδοξος Ελλάς, άγιωτάτης καΐ περικαλλοΟς μητρ6ς αγία 
καΐ καλή καΐ ορθρινή Ουγάτηρ, άπέστελλε πρϊς τήν έν 
Άγγλίςι πάροικον κοινότητα των ορθοδόξων ίνα των σοφών 
αυτής ίεραρχών, τ6ν πολύν τής Σύρου καΐ Τήνου άρχιε- 
πίσκοπον, Άλέξανδρον τ6ν ΛυκοΟργον, πνευματικώς έπισκε- 
ψόμενον καΐ καταρτίσοντα τους ομόδοξους, καΐ δν έδείμαντο 
νεόδμητον ίερ6ν να6ν έγκαινίσοντακαΐ άγιάσοντα. Σύμπασα 
τότε ή Αγγλία, ώς περ χείλος Εν καΐ δμμα 2ν, ένεΤδεν έπΙ 
τοΟ σεπτοΟ προσώπου ίεράρχου τής Ανατολής καΐ έν ταΓς 
παρ' αύτοΟ οημοτελέσι προσευχαίς καΐ άγιστείαις, ταις 
έμπλεως ύψους ανεπιτήδευτου, καΐ μεγαλείου αρχαιόπρε- 
πους, καΐ κατανύξεως άφατου, αυτήν ημών τήν πάνσεμνον 
μητέρα Έκκλησίαν μετά τής αποστολικής χορείας τών 
πατριαρχών, τών αρχιεπισκόπων, επισκόπων, πρεσβυτέρων 
τε καΐ διακόνων αυτής, καΐ γόνυ κλίνασα ενώπιον αυτής 
έν υίίκή τη ύποκλίσει, κατησπάσατο αυτούς καΐ έμεγάλυνεν 
αυτούς {δί<ί καΐ κοινή• έμακάρισεν αυτούς, και έδεξιώσατό τε 
καΐ έξεναγώγησε λαμπρώς, ώς έν τη πίστει πρεσβυτέρους α- 
δελφούς καΐ πατέρας, καΐ ώς τ6 άπαράλλακτον απαύγασμα 
τής τών επτά οικουμενικών συνόδων πνευματοφώτου πλειά- 
δος, καΐ τήν τούτων είΑο'^ίΛΊ ήτησε καΐ εύλαβώς άπεδέξατο, 
ώς εύλογίαν άποστολικήν, τών θείων χαρισμάτων ίΊίογο•^, 
χαΐ μεταδοτικήν άγιασμοΟ καΐ σωτηρίας• καΐ τδ κεφάλαιον, 
ταύτην τήν ποιμαντικήν έπίσκεψιν τοΟ έξ Ελλάδος άρχιε- 
ΤΟΜΟΣ Α . 13 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 194 = 

ιιισκίπου έλογίσα*:© χαΐ ^«σάλπισεν, ώ; αρραβώνα ^^Ϋ^ζ 
έ ν ό τ η τ ο;. Έν ίχείνφ τφ χαλφ άγώνι τ^ς ένωτικΫ]^ 
φιλοτΐ(Αίας καΐ φιλοφροσυνης ούδεΙς σχεδόν των επιφα- 
νέστερων 'Άγγλων ύπελείφθη• οΰτε ίεράρχαι καΐ πρε-- 
αβύτεροι, εξόχως οί φιλελληνικώτατοι ποΐ(χένες τί)ς Καν- 
τουαρίας καΐ τ?)ς Υόρκης, ούτε θεολόγοι καΐ διδάσκαλοι- 
οΰτε τα έν ΌξωνίίϊΕ καΐ Κανταβριγί^ι πολιά καΐ -περιώνυμια 
την έπιστήμην πανεπιστηιχεΓα, οΰτε τα βουλευτικά καΐ τα 
υπουργικά σεμινώματα, έν οϊς τους άλλους ύπερηκόντισεν 6 
ούχ ήκιστα δεινές ελληνιστής την καρδίαν καΐ την γλώσ- 
σαν ή καΐ μέγας καΐ λαμπρές τήν Οεοσέβειαν καΐ την 
φίλαρχα ιον διάθεσιν Γλάδστων ούτε τ6 άνθος τοΟ λαοΰ 
χαΐ των εμβριθέστατων δημοσιογράφων αύτοΟ• ο6δέ αύτη 
ή ύπερσέβαστος καΐ γέμουσα βασιλικών χαρίτων άνασαα 
τ^ίς χώρας Βικτωρία. Ου μόνον δε, άλλα καΐ άνδρες παρ* 
αυτοϊς σπουδαίοι καΐ σοφοί, συνόδους τε καΐ όμηγύρεις καΐ 
θιάσους φιλενωτικούς συστησάμενοι, άπ^ πολλοΟ συναγω- 
νίζονται ένδελεχώς καΐ σύστημα τικώς και μετά ζήλου 
αληθώς ένθέου καΐ ένθουτιαστικοΟ, ζήλου άκραιφνοΟς, πρ6ς 
δν ισοφαρίζει καΐ Εσομετρεϊται μόλις ό έν τί) πολυγραμμάτ(5> 
Γερμανί^ι τών περί εκείνον τον κλεινόν Δοιλλίγγερον πα- 
λαιοκαθολικών, Οπως άνιχνεύσωσι διά τής γραφικής καΐ 
τής ιστορικής δί|ΐδ6ς τήν ακριβή όρθοδοζιαν καΐ καθολικότητα 
τών πρ6 τοΟ σχίσματος αιώνων, καΐ επάνω βάσεως εδραίας 
άποκαταστήσωσι, το έπ αΟτοΓς, θείίϊΐ δυνάμει, τήν έν τή 
πίστει καΐ αγάπη καΐ έλπίδι όλόκληρον καΐ έσωτερικήν 
ενότητα τοΟ πνεύματος, άφ* ης έζανθήσει καΐ άνατελεϊ ή 
εξωτερική, ώς άγλαός καρπός. 

Τοιούτων παραδόξων έργων τελουμένων έν τοΓς "Αγγλοις, 
έν τοΓς Γερμανοις, έν πολλοΓς ύπερωκεανίοις άδελφοϊς καΐ 
έν ήμϊν αύτοΓς, ούχΙ χωρίς τής άνωθεν προνοίας καΐ τοΟ 
θείου δακτύλου, πεποίθησιν άδίστακτον έχομεν, αγαπητοί, 
δτι ό μέγας τη βουλή καΐ θαυμαστός τοίς έργοις Θεός τής 



= 195 =* 

ειρήνης χαΐ τί)ς αγάπης, «δς θέλει πάντας ανθρώπους σω- 
θί^ναι καΐ είς έπίγνωσιν αληθείας έλθεϊν» (Πέτρ. Α'. 6', 4), 
άρας ποτέ παντοχρατορικ•^ χειρί καΐ ύψηλφ βραχίονι τους 
φραγαούς καΐ τα μεσότοιχα των χαινοτό(Αων που συμβίων 
καΐ ϊμιολογιών, επιστέψει δι* επιτυχίας πλήρους τοσαύτας 
νυ/θη(Λέρους καΐ θερμάς δεήσεις καΐ ε6χάς, τοσούτους Ιερούς 
αγώνας ύπίρ τής των πάντων ενώσεως μετά τ?]ς 
άρχιβλάστου ρίζης τοΟ ένδς θεοφυτεύτου 8έ\Β(ου, τ•?)ς μιδς 
αληθινής Εκκλησίας, καΐ ποιήσει μίαν ποίμνην μονοσιίμ- 
βολον καΐ μονοσφράγιστον, ύτώ ένΐ ποιμένι, τφ Κυρίφ ημών. 

Ιδού, εδλογημένον άκροατήριον, ίόού υπέρ τίνος ίθνους, 
υπέρ τίνος Εκκλησίας καΐ υπέρ τίνων βασιλέων καΐ άνά- 
κτων πάντες αυθόρμητοι καΐ προθυμότατοι συνεδράμομεν 
εΙς τ^ ήγιασμένον τοΟτο σκήνωμα, ίν* άποδώμεν τήν εύ- 
χαριστίαν καΐ δοξολογίαν Θεφ, τψ μεγαλύνοντι τα έθνη 
καΐ τα κράτη, τφ σώζοντι τούς'βασιλεΓς καΐ τους ανακτάς, 
καΐ προβιβάζοντι τάς Εκκλησίας έν τφ συνδέσμφ τής είρή• 
νης ε^ς τήν ενότητα καΐ τελειότητα. 

Κύριος ό Θε6ς των δυνάμεων στηρίζοι καΐ κραταιοί τ6ν 
τών φιλοχρίστων Βρεττανών άρίζηλον θρόνον, έπ' άγαθφ 
τής ευσεβείας καΐ κοινωνική ευημερία: τών ανατολικών 
λαών. 

Ζήτω ή σεπτή καΐ μεγαλειοτάτη άνασσα τών "Αγγλων 
Βικτωρία καΐ ό άξιος αυτής βλαστός καΐ διάδοχος, ό γαλη- 
νότατος τής Ούαλλίας πρίγκιψ Αλβέρτος Εδουάρδος, μετά 
παντός τοΟ θεοσυντηρήτου οΓκου αυτών ! 

Ζήτω τ6 μέγα ?θνος τών "Αγγλων καΐ πάσα ή {εροφχία 
αύτοΟ ! 

Ζήτω ό φιλόλαος ημών σουλτάνος Άβδούλ ΆζΙζ χάν^ 
χαΐ οί ένδοξοι υπουργοί αΟτοΟ ! Ζήτωσαν ! Αμήν. 

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΠΤΟΥ ΤΟΜΟΥ. 



'ΟίΟίΐί 



ζβ6\,γΟθΟξ\^ 



ΠΙΝΑ3 



ΤΠΝ 

ΕΝ ΤΩι ΠΡΩΤΩι ΤΟΜΩι ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 



1 

ΛΟΓΟΙ ΠΑΧΡίΑΡΧβΙΙΓ 

ΑΝΑΓΟΡΕΥΤΗΡΙΟΙ 



ΣΕΑ1Σ 

Α' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς ύπ?) τοΟ πατριάρχου 
Σωφρονίου τοΟ άπ6 Άμασείας έν τφ πατρι- 
αρχιχφ ναφ, τΥ) κβ' δκτωβρίου 1863. 1 — 3 

Β' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς ύτώ τοΟ πατριάρ- 
χου Γρηγορίου τοΟ ^' 4^ τφ πατριαρχικφ ναω, 
τη ιγ' φεβρουαρίου 1867. 3 — 11 

Γ' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς ύτΑ τοΟ πατριάρχου 
*ΙωακεΙ(χ τοΟ Β' έν τψ πατριαρχικφ ναφ, τγ) α' 
5εκεμβρίου1873. 11—15 

Δ' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς ύπί) τοΟ πατριάρχου 
*Ιωακεΐ[Λ τοΟ Γ', τοΟ άπ6 Θεσσαλονίκης, έν τφ 
πατριαρχικφ ναφ, τί) α' νοεμβρίου 1878. 15 — 21 

Ε' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς ύπδ τοΟ πατριάρ- 
χου ΊωακεΙ[Λ τοΟ Δ', τοΟ άπί) Δέρκων, έν τφ 
πατριαρχικφ ναφ, τ^ θ' Οκτωβρίου 1884. 21—23 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



« 198 =^ 

2 

Λ.ΟΓΟΙ ΑΐνΤΙΠΡΟΧΦαΜΗΤΙΙΡΙΟΙ 

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ πατριαρχικούς ΑΝΑΓ0ΡΒΥΤΗΡΙΟΥ2. 



ΣΚΑΙΣ 

Α' ΛΟΓΟΣ έκφωνηθεΐζ έν τω πατριαρχικφ 
ναφ, ιή κβ' δκτωβρίου 1863, ύπ6 τοΟτότε το- 
τίοτηρητοΟ τί]ς (Αεγάλης πρωτοσυγκελλίας (χη- 
τροπολίτου πρώην Χαλεπίου Ιεροθέου, έπΙ τι?)ς * 

ιτατριαρχείοις Σωφρονίου. 24 — 29 

Β' ΛΟΓΟΣ, εκφωνηθείς έντφ πατριαρχικφ 
να^, τη κη' δκτωβρίου 1863, ύιΛ τοΟίεροίιδα- 
σκάλου Ε6σταθίουΚλεοβούλου, μετά την έκ των 
ανακτόρων έπάνοδον τοΟ πατρ. Σ^ωί^^ο^Ιο'^^. 30-^43 

Γ' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τφ πατριαρχικ<{) 
ναφ, τη \ς' φεβρουαρίου 1867, ύπδτοΟ Ιεροδι- 
δασκάλου Νικηφόρου Γλυκδ, έπΙ τΫ)ς πατριαρ- 
χείας Γρηγορίου τοΟ ί'. ^ 44—50 

Δ' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς £ν τφ πατριαρχική 
ναφ, τ*^ ιδ' σεπτεμιβρίου 1871, ύπ6 τοΟ μητροπ. 
Χαλεπίου Τιμοθέου, ίπΐ τί)ς πατριαρχείας Αν- 
θίμου τοΟ άπ^ Εφέσου. 50— 5& 

Ε' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τφ πατριαρχι- 
κφ ναφ, τη α' δεκεμβρίου 1873, ύπ^ τοΟ μεγά* 
λου τφωτοσυγκέλλου Δωροθέου Ε&ελπίδου, έπΙ 
τί)ς Ρ' πατριαρχείας Ιωακείμ τοΟ Β'. 56—68 

ζ*' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τψ πατριαρχικφ 
•ναφ, τί^ α' νοεμξρίου 1878, ύιώ τοΟ καθηγη- 
τοΟ Φιλάρετου Βαφείδου, έπΙ τί)ς πατριαρχείας 
/Ιωακείμ τςΟ Γ', τοΟ άπ6 Θεσσαλονίκης 68^75 



ΛιϋΛί 



199 



ΣΕΛΙΣ 



Ζ' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τψ πατριαρχικφ 
ναψ, ττ) β' δκτωβρίου 1884, ύπό τοΟ άρχιμαν- 
δρίτου Γρηγρρίου Παλαμά, έπΙ ιΫις πατριαρ- 
χείας ΊωακεΙ[χ τοΟ Δ', τοΟ άπ6 Δέρκων. 75 — 83 

3 



Α' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς είς τδ μνημίσυνον 
'ζΨ^ς Σοφ{ας Άριστάρχου, έν τφ έν Νεοχωρίφ 
Ιερω ναω τοΟ αγίου Νικολάου, κατά ίουλιον 
'ϋοΟ 1863• 84— 91 

Β' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τφ πατριαρχικοί 
ναφ, τη Θ' κυριακ*^ ΛουκδΙ, 1 863, περί τοΟ 
•πόθεν ή έν ήμΐν άκαρπία τοΟ θείου λ(ίγου. 92 — 107 

Γ' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τω πατριαρ/ικφ 
ναω, τή Ιο^'^τι των τριών Ιεραρχών, τί) 30 Ια- 
νουαρίου 1865, ύπ6 τοΟ αύτοϋ, σχολαρχοΟντος 
έν τή [Αίγάλη τοΟ Γένους σχολή. 108—121 

Δ' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τω πατριαρχικώ 
ναφ, τή έορτίι τών τριών Ιεραρχών, τί) 3ϋ ία- 
νουαρίου 1866, ύπ6 τοΟ αύτου, ομοίως 122—1^:6 

Ε' ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς έν τω πατριαρχικώ 
ναφ, τή ίορΐΎ\ των τριών Ιεραρχών, ττ) 30 Ια- 
νουαρίου 1867, υπ6 τοΟ αύτοΟ, ομοίως. 136^150 

^' ΠΡΟΣΦΩΝΗΜΑ τοΟ αΟτοΟ πρ^ τ6ν 
οΙκουμενικ^ν πατριάρχγρ/ Άνθιμον τ6ν ^', δτε, 
ψήφοις κανονικαις έκλιγεις υποψήφιος είς την 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 200 = 

ΣΕΑΠ; 

Ιεράν μητρίττολιν τ•?)<; Καισαρείας Καππα^οχίας, 
ενεφανίσθη (χετά τ6 μιχρ6ν λεγ($ϋΐενον (λ ή ν υ μ α 
2(χπροσθεν τοΟ'πατριάρχου, συνολικώς προκαΟε- 
ζθ[χένου, τί) 30 σεπτεμβρίου 1871. 150—152 

Ζ' ΛΟΓΟΣ του μιητροπολίτου Καισαρείας 
Ευσταθίου Κλεοβούλου, εκφωνηθείς, μετά την έν 
τω ναφ τοΟ άγιοταφιτικοΟ \ιιτογΙο\ί τελεσθεΓ- 
σαν ίερουργίαν, έν ττ] κατά το Φανάριον Λέσχη 
«Μικρ^ 'Ασί(]ί», τελούμενης -κανηγυρικώς τής 
επετείου έορτ'?]ς τ?)ς ανασυστάσεως τοΟ ύπ6 τ6ν 
τίτλον «Μικράς Ασίας» φιλεκπαιδευτικοΰ συλ- 
λόγου, τ•^ 31 άκριλίου (κυριακή των Μυροφό- 
ρων) 1872. * 153-156 

Η' ΛΟΓΟΣ 7φ6ς τους ευλογημένους έπαρ- 
χιώτας, τους έν ταϊς πόλεσι και κωμοπόλεσιν, 
ύπο τοΟ αύτοΰ. 166 — 175 

Θ' ΛΟΓΟΣ ιφ6ς τους ευλογημένους έπαρ- 
χιώτας, τους έν τοις χωρίοις, υπ6 τοΟ αύτοΟ. 175—179 

Γ ΛΟΓΟΣ εκφωνηθείς υπδ τοΟ αύτοΟ άπ^ 
του θρόνου έν τφ κατά τ6 Σταυροίρόμιον ίερφ 
'ναω των Είσοδίων, τελούμενης δοξολογίας έπΙ 
τΫ) αναρρώσει του πρίγκιπος ι% Ούαλλία^, τη 
β' ήμερα του πάσχα, έν μηνι άπριλίω, 1872. 180—195 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^^^γΟοΘ^Ιε 



ΣΥΛΛΟΓΗ 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΛΟΓΩΝ, 

ΕΚΦηΝΗΘΕΝΤηΝ 

ΥΠΟ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΩΝ 

ΤΗΣ 0ΡΘ0Α030ΊΤ ΑΝΑΤΟΛΙΕΗΣ ΚΚΕΙΒΣΙΑΣ 

ΑΠΟ ΤΟΥ ΑΩΞΑ'— ΑΩΠς', 

ΙΑΙ ΪΠΟ ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΠΟΑΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΑΙΑΑΜΑΑΟΝ. 



οβι^^Ι^Ι^^'β* 



ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ 

ΥΠΟ 
Β. Λ. Κ^ΛΛ,ΙΦΡΟΐνΟΧ. 




ΤΥΠΟΙΧ 

ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΑΣΤΕΡΟΣ 
1886. 



Τη ύπ* άριθμδν 137 καΐ ήμερομηνίαν 15 ρετζέπ 1303 

(7 άπρ(λ(ου 1301, 1886) 

άδεί^^ τοΟ έπΙ ι^; δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργείου• 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



ΦΙΛΟΙ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ. 

Τύ Β' τεύχος ιι]ς ύπ έμοΟ εκδιδομένης ΣΥΛΛΟΓΗΣ 
ΛΟΓΩΝ τιεριλαμβάνει τριάκοντα καΐ πέντε λόγους, ών 
είς μέν έξεφωνήθη ύπο του μακαρίτου Γενναδίου Παππα- 
ρούση (1861) επικήδειος είς τ6ν μητροπολίτην Σαμακοβίου 
Νε(ίφυτον, είς δέ, επίσης επικήδειος, ύπ6 τοΟ μακαρίτου 
Αλεξάνδρου Λασκάρεως, (186ύ) καΐ είς υπ6 του αειμνή- 
στου αρχιεπίσκοπου Σύρου και Τήνου Αλεξάνδρου Αυγ,ού^^ 
γου άναγορευτήριος (1866). Πρ^^ς δέ, ένδεκα λόγους καΐ 
προσλαλιάς τοΟ άοιδίμου ίεράρχου Κορυτσάς Δωροθέου τοΟ 
Εύελπίδου (άπ6 τοΟ 1871—1874)• δέκα και επτά λόγους 
(έπικηδείους, επιμνημόσυνους καΐ προσφωνητηρίους) του 
θεοφιλέστατου Είρηνουπόλεως κ. Φωτίου, ενός των διακε- 
κριμένων ιεροκηρύκων, ένα τοΟ νΟν μητροπολίτου Κασσαν- 
δρείας κ. Κ. Γαζή έπΙ τη άνακομιδή των δστέων τοΟ αει- 
μνήστου πατριάρχου Κωνσταντίου τοΟ άπ6 Σιναίου, ένα 
επίσης έπικήδειον είς τ6ν άοίδιμον άρχιεπίσκοπον Σύρου καΐ 
Τήνου Άλέξανδρον ΛυκοΟργον, έκφωνηθέντα έν τφ μητρο- 
πολιτικφ ναφ Αθηνών ύπδ τβΟ διακεκριμένου καθηγητοΟ 
κ. Νικηφόρου Καλόγεροι (πρώην Πατρών) καΐ ένα έπιμνη- 
μόσυνον εις τ6ν α6τ6ν ύπο τοΟ διαπρεποΟς καθηγγ)τοΟ καΐ 
τότε πρυτάνε<>)ς τοΟ έθνικοΟ πανεπιστημίου κ. Εμμανουήλ 
Κοκκίνου τη ιδ' δεκεμβρίου 1875, ώς καΐ έπικήδειον ύπο 
τοΟ νΟν μητροπολίτου Βιζύης κ^ Κωνσταντίου είς τ6ν άοί- 
διμον δδδάσκαλον τοΟ Γένους Κωνσταντϊνον ΕΟθυβούλην. 
Σελ. α'— δ', 1—240. 

Έγραφον ίν Φαναρίφ κατά *Ιούνιον του Ιβββ, 
Β. Δ. Κ>%ΛΛΙΦΡαΐν. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^ϋγΟοο^Ιε 



4 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΟΙΔΙΜΟΝ 

ΜΗΤΡΟΠΟΛ1ΤΗΝ ΖΑΜΑΚΟΒΙΟΓ 

ΓΠΟ 

ΓΒΚΚΑ1Ι0Υ ΠΑΠΠΑΜΙΤΣΙ 

ΕΚΦ&ΚΰθΕΙ£ ΕΝ ΤΟ ΣΙΝΑΐΤΙΚΙζί ΜΕΤΟΧΙΠ ΤΗ ΙΒ' ΑΕΚΕΜ. 



Ένίχχ 5ου θχνατο'ήΑεθα δλην την ίρ^ραν. 
(Ψαλ(Λ. μ•, 23). 

ΔτκΔίαι: θρηνείτε άιταντες, σεδασαιώτατοι ποιμιένες, χω• 

ρισβέντα άφ' ύ[λών τ6ν προκεί[χενον ποιιιχνα• κλαίουσιν οΐ 
ίτυγγενε^ς καΐ φίλοι, οδύρονται οΕ αδελφοί καΐ γνωστοί, χαΐ 
τ^ς Εκκλησίας τοϋ Χρίστου ή ιερά σύνοδος μελανειμονεΓ 
€ιά την στέρησιγ τοΟ τιμίου και χρηστοΟ αύττ); μέλους, τοΟ 
μητροπολίτου άγ. Σαμακο^ίου. Άλλ* όπόση λύπη καΐ 
άθυμία, όπόση συνοχή καΐ ταραχή καρδίας κατέχει καΐ 
€μ^ τήν ώραν ταύτην, οπότε άτυχης άνέβην να εκφωνήσω 
•τον έπικήδειον σεβασμιωτάτου και κοινοπο9ήτου ανδρός, 
€&αγγελικωτάτου καΐ σεμνο-ήρεπεστάτου άρχιερέως ! Άλλα 
ιί λέγω ; τοΟ προσώπου του τ& 4^^^^^^ άόργητον καΐ ά- 
λυπον, των λόγων του τ^ γλυκύ καΐ μειλίχιον, τ6 ταπει- 
νόφρον κα^ ευθύ τής γνώμης του, τ^ έν πασι σώφρον καΐ 
κοσμιον τ^ίς συμπεριφορδς του^ ταΟτα πάντα συλλήβδην 

ΤΟΜΟΣ II . Ι 



άναρίΐρινησκ(ίμενα, τίνος χρ6στ^ανοΟ καρδίαν δέν ταράτ'ίίτ* 
σι ; τίνος ψυχήν δεν συγκινοΟσι ; τίνος δάκρυα δέν πρςκα- 
λοΟσιν, ώστε καΐ (/ετά τοΟ ^Ιερεμίου να φωνήσιρ «Πώ$ 
έ;^ν(ίφωσε Κύριος την θυγατέρα Σιών» σήμερον ; 

'Ω αδελφοί μου, πάντων ή λύπη διά τ6ν θάνατον ήθελεν 
εΐσθαι απαρηγόρητος, ή δδόνη ανίατος, τ6 πένθος άθερά- 
πευτον, έάν τυφλώς ένεδίδομεν εις τ-ί^ς φύσεως τα ενθυμήμα- 
τα καΐ τους συλλογισμούς, έάν ύπεχωροΟμεν εΓς τ'ί^ς αν- 
θρωπίνου καρδίας την άσθένειαν, καΐ μη έπ-^ρομεν τον νοΟν 
ύψηλότερον, μή έσκεπτέμεΟα ευαγγελικώτερον^ καΐ μή 
ένηχούμεθα ύπο τί^ς θεοσδότου τοΟ Σολομώντος Σοφίας• 
«Ήρπάγη, ?να μή κακία άλλάξη σύνεσιν αυτοί), ή δόλος 
άπατήσιρ ψυχήν αυτου^ καΐ ζών μεταξύ αμαρτωλών μετε- 
τέθη». 

Πρ^ς κόπασαν των ήδη έν τή ψυ/ή ήμων διεγειρομένων 
ταρα/ών ώκονόμησεν ή υψίστη του ΘεοΟ πρόνοια καΐ άλλα^ 
Ιαματικών φάρμακον, άλλο θεραπείας καΐ αναπαύσεως 
βάλσαμον. Έδωρήσατο εί; ήμας τής γνώσεως το χάρισμα^ 
ένέγραψεν είς τάς λεύκας τής συνειδήσεως πλάκας τοΟ κα- 
λοΟ τα αποτελέσματα, τα βέβαια καΐ αναμφίβολα τής 
αρετής άθλα• ό ενάρετος βραβεύεται παρά ΘεοΟ, φρονεΓ 
καΐ κηρύττει άπας ό αρχαίος κόσμος• 6 κάλος είς την άλ- 
λην ζωήν χαίρει, διαθρυλει καθ* έκάστην ή γλωσσά μας- 
ό δίκαιος ζή πλησ-'ον τοΟ Κυ-ρίου, ένοπτρίζεται το άνέσπερον 
αύτοΟ φώςκαΐ χορτάζεται άπ6 τής δόξης αυτοί> «Χόρτα- 
σθήσομαι έν τω δφθήναί μοι την δόξα ν σου», διδάσκει ήμας 
καΐ ή Εκκλησία διά τοΟ προφητάνακτος. Ώστε ήμεϊς, 
χριστιανοί αδελφοί, οΟδέν άλλο δυνάμεθα νά εΓπωμεν π^ρΐ 
παντός δικαίου καΐ ενάρετου, άπι^γομίνοι^ είς τήν άλλην 
ζωήν, προς παραμυθίαν άμα τε και διδασκαλίαν ημών, 
εΐ μή τους λόγους, τους 6τ:οίου!; Ιλεγε περί αύτου 6 μέγας 
τών εθνών Απόστολος, ό μακάριος Παί>λος, δτε τον ά γ ώ- 
νατονκαλονήγώνισται, τον δρόμοντετέ- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



λεχε, τήν•::ίστιντετήρηκ ε, λοιπόν άπίχεκ- 
ααιαύτφότγ^^ςδικαιοσυνηςστέφανος. ΚαΙ 
ιδού ή καιαπειστίκή άπόδειξις τούτου έν τη άγίςε ΓραφΥΪ 
ευρισκομένη. 

Ό αύτί/ζ Απόστολος ζωγραφίζει την είκίνα τοΟ επί- 
σκοπου τοΟ εσταυρωμένου εις την πρ6ς Τίτον έπιστολήν 
αύτοΟ. «τΔειτδν έπίσκοπον, λέγει, άνέγκλητον είναι, ώς 
ΘεοΟ οίκονόαον, ρ,ή αυθάδη, μη όργίλον, μη πάροινον, μη 
Ίτλήκτην, μη α?σχροκερδ?), άλλα φιλόξενον, φιλάγαΟον, σώ- 
φρονα, δίκαιον, δσιον^ Ιγκρατγ)» κτλ. Εις υμάς άφίνω νά 
έφαρμόσητε δια τοΟ νοός σας απαντάς τους χαρακτ•?)ρας τ^ς 
εικόνος ταύτης πρδς τί)ν προκείμενον νεκρόν. Έγώ 5μως 
γινώσκω, δτι καΐ οι τφο χρόνων γνωρίσαντες αυτόν, καΐ οι 
έν τω όκταμήνω τούτω διαστήματι συναναστραφέντες μετ* 
αΟτοΰ ένταΟθα, όμολογοΟσι τ6ν βαθύτατον προς αύτ6ν σε- 
€ασμόν των, άναγράφουσι την μεγίστην προς αΟτ6ν υπό- 
ληψίν των καΐ τιμήν. ΚαΙ τώρα αθρόων τα δάκρυα πόθεν 
προέρχονται ; Άλλ* ας γίνη πρ6ς πάντας ήμας και ό βίος 
του διδασκαλία καΐ νουθέτησις. 

Τί) κατά τ^ν Βόσπορον Φαναράκιον ύπΤ^ρξε τδ χωρίον τγ^ί 
γεννήσεως αυτού, αγαπητοί αδελφοί. Χριστιανοί εύσεβεΓς 
καΐ απλοϊκοί ήο'αν οί γονείς του. Το χιλιοστον όκτακοσιο- 
στον ί&οο\ί.ον έτος ε:δε τ6 φως τοΟ ηλίου έν τω ευρεϊ καΐ 
λαμπρω έκείνω όρίζοντι, μελανω δέ σήμερον καΐ σκυθρωπά- 
ζοντι δια τ6ν θάνατον του. Τα άρχαίχά των πατέρων ημών 
ήθη καΐ ό χριστιανικές ζήλος έκίνουν τους θεοσεβεις αύτοΟ 
γεννήτορας νά φροντίσωσιν. Οση αυτών ή δύναμις, περί τής 
ανατροφής τοΟ αυξάνοντος υίου των το μικρόν έκεΓσχο7νεΓον 
καΐ ή εκκλησία τοΟ γωρίοΌ ήσαν οί τόποι, βπου τίρώύ[ΐ,(ύς 
καθιέρωσαν τοΟ παιδος την διημέρευσιν. Τά ιερά γράμματα, 
οί θεΓοι λόγοι, οΐ υψηλοί καΐ ουράνιοι τής Εκκλησίας ύμνοι, 
αί γλυκεΓαι καΐ πανευφρόσυνοι, πλήρεις άγιασμοΟ, χάριτος 
καΐ εύσεβείας δοξολογίαι, εσπέρας καΐ πρωίας έπλαττον την 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



&ζ χηρδν μαλακή ν τοΟ παίδες καρδία ν, έντυποδντα ίΐί* α&- 
^ί)ς την έναρμίνιον τί)ς άρετί]ς εικόνα. Ή δέ θεία ιτρίνοια/ 
ή -προορίζουσα καΐ καλοΟσα εις ίαυτήν ττάντα τ 6 ν κατά 
ιυρόθεσςν Ιδίαν κλητδνδντα (Ρωμ.), φέρουσα 
Ιδωκεν α&τ6ν εΙς ίτερον σχολεΤον ασκήσεως καΐ σο!>φροσύ- 
νης, μείζονας έπαγγελλίμ£νον καρπούς• ό παναγ πατριάρ- 
χης Γρηγόριος, Πελαγ(ι>νείας μητροπολίτ/)ς τυγχάνων τότε^ 
ένεπιστεύθη την έπΙ τα πρόσω άνατροφήν καί κατάρτισιν 
«&τοΟ είς άνδρα τέλείον έν Χριστφ. Άπηλλαγμένος λοιπόν 
παρ' α&τφ ως είς εδδιον λιμένα πάσης έξωτερ(κΐ]ς καΐ άπρε- 
ποΟς έπιρροίας, έρχεται μετ' αύτοΟ ε{ς τήν έπαρχίαν τ?]ί 
Πελαγωνείας, ακολουθεί μετά ταΟτα αΟτ^ν καΐ είς Σέρροις^ 
οΐ φιλόχριστοι Σερραίοι, οί ε&σεβεϊς τ75ς Πελαγωνείας χρι- 
στιανοί, δέν εύρίσκουσι λόγους, δέν ευποροΟσι λέξεων να πα- 
ραστήσωσιν ίτι καΐ ν&ν το& Νεοφύτου, καΐ λαΡκοΟ δντος 
καΐ διακόνου έκεΓ δπειτα γενομένου, τήν Οεάρεστον πολι- 
τείαν, τήν Ιεροπρεπί) συμπεριφοράν, καΐ τήν είλικρινί] αΰτοΟ 
πρ6ς εκείνους άγάπην, καΐ τήν εκείνων πρόςαΟτόν. Πρ6ς ού- 
δένα επίβουλος, πρδς ούδένα έναντίος, πρ6ς ούδένα υπερή- 
φανος καΐ ύπέροφρυς^ διετέλει ζών μεταζύ αύτων. 

Άνηγορεύθη κατά θεΓον ίλεος & μητροπολίτης Σερρών 
Γρηγόριος οικουμενικές πατριάρχης καΐ ό διάκονος του Νεό- 
φυτος συνοδεύει α6τ6ν εΙς Βασιλεύουσαν. Ή θέσις τοΟ δευτε- 
ρεύοντος των διακόνων έστερεϊτο τοΟ ΙκανοΟ καΐ άρμοδίοι/ 
προσώπου. «ΔεΙται γάρ τ6 τοιοΟτον 6φ^ίκιον άνδρος ΐκανοΟ 
καΐ επιτηδείου εις τ6 έκπληροΟν άμέμπτως τάς αρμόζουσας 
τούτ(5> διακονίας», λέγει 6 Κίτρους• καΐ 6- πατριάρχης τον 
Νεόφυτον ενέκρινε νά θέσγ) ε{ς τήν διακονίαν ταύτην. *ίϊ 
αδελφοί, ω πατέρες σεβάσμιοι,^ υμεΓς, δσοι έφΟάσατε να 
ϊδητε αύτον τότε, είδε κανείς τί)ν Νεόφυτον ατάκτως φερό- 
μενον ; ήκουσέ ποτέ κανείς τοδ Νεοφύτου τδ στόμα άσεμνον 
προφέρον φωνήν ; Ή ευφημία των ^ασιλέ(ι>ν καί άρχιερέα>ν 
έν τφ ναφ ήτο τ^ ίργον τοΟ δευτερεύοντος τους παλαιούς 



χρίνους. «Α6τοΟ γαρ έστιν ή χατά τήν εΓσοδον εδφημ,ία 
ιών βασιλέων καΐ των αρχιερέων» (αύτ.)• χαΐ 6 Νεόφυτος 
*(Χθίαν τί); ομιλίας εΟφημίαν δχι μίνον έντίς, άλλα καΐ 
έκτ6ς τ^ς εκκλησίας, δχι πλέον πρ6; βασιλείς, άλλα ;:ρ6ς 
πάντα πτωχον καΐ άπλοΰν χριστιανών δχι μόνον πρ6ς τους 
αρχιερείς, άλλα καΐ πρ^ του; λαϊκούς δοειζε καΐ μετί)λθεν. 

Έχήρευσε τ^ίς "Ιμβρου ή μητρόπολις τοΟ έαυτΐ)ς άρχιε- 
ρέως, χαΐ πατριάρχης καΐ σύνοοος, συμφώνως καΐ κοινίί 
συνδιασκέψει, χειροτονήσαντες προέστησαν αύτδν ποιμένα 
τί)ς νήσου εκείνης. Δέκα επτά δλα έτη, αγαπητοί αδελφοί, 
παρί]λθβν, καΐ ούδεΙς γογγυσμός, ουδεμία δυσαρέσκεια κατ* 
αύτοΟ έφθασεν εις τΙ)ς Εκκλησίας τα ώτα• ανέτειλε τδ δέ- 
χατον δγδοον τ?|ς έκεΓ ποιμαντορίας του, καΐ λαμβάνει έπι- 
στολήν συνοδικήν, Γνα μεταβή ποιμήν εΙς άλλην έπαρχίαν 
όπόσος, αδελφοί μου, διηγέρθη τδτε ό θρί)νος καΐ 6 κοπετέ 
των χριστιανών εκείνων, άποχωριζομένων τοΟ άρχιερέως 
ιμΑ προστάτου αυτών! *Αλλ* δμως έδει νά πληρωθή τί)ς 
Εκκλησίας ή άπόφασις, τ^ς συνόδου ή έγκρισις. 

Στρώμνιτσα ήν ή επαρχία αΰτη, έν ταραχή καΐ θορόβφ 
ευρισκομένη τότε, διαιρεθέντων των χριστιανών, ένεκα υλι- 
κών συμφερόντων, πρΐς αλλήλους καΐ διαμαχομένων εΙς 
φατρίας παρά τδν νόμον τοΟ ΘεοΟ καΐ τήν χριστιανικήν εύ- 
πρέπειαν. Μεταβαίνει έκεΓ ό Νεόφυτος, καΐ έντδς ολίγου ανα- 
τρέπει τους φραγμούς τοΟ χωρισμοΟ, ένόνει τα διεστώτα καΐ 
άντεισάγει τήε είρήνην καΐ όμόνοιαν τών χριστιανών ιφδς 
αλλήλους. 

. 'Όγδββν έγένετο τδ έτος τής έν Στρωμνίτση ποιμα•/το- 
ρίας του, και φωνή έκ τοΟ ΘεοΟ αναγγέλλει αύτφ τους 
λόγους τους ρηβέντας έν τ^ Αποκαλύψει πρ^ τδν έπίσκο- 
πον τής Φιλαδελφείας. «Οϊδά σου τά έργα• Ιδού δέδωκα 
ενώπιον σου θύραν άνεψγμένην, καΐ ούδεΙς δύναται χλεΓσαι 
αυτήν δτι μικράν έχεις δύναμιν, καΐ έτήρησάς μου τον 



Τ,όγον• κάγώ σε τηρήσω τΫ^ς έκ ιοΟ ιιειρασ(ΛοΟ ώρας, τί}ί 
μελλούσης ίρχεσθαι». 

*Ώρα πειρασμιοΟ δια ιήν Έκκλησίαν τοϋ ΧριστοΟ ήσαν 
των ομόδοξων καΐ αδελφών Βουλγάρων τα κινήματα. "Ωρα 
•πειρασμοΟ δια την Έκκλησίαν τοΟ ΧριστοΟ ήτο καΐ ή των 
σεβαστών συνοδικών αρχιερέων πρ^ς αλλήλους διάρρηξις- 
Άλλ' ίδετε, ιιώς ό Θε6ς έφύλαξεν αΟτον άπδ τάς ώρας 
ταύτας τοΟ πειρασμοΟ. Αναγορεύεται Σαμακοβίου μητρο- 
ΐίολίτηζ. Πρόκειται τώρα να άποδυΟή ούχΙ εΙς τ6ν κατά 
τ?;ς ηθικές κακίας πόλεμον, όποιος ό προορισμός τοΟ ορθο- 
δόξου ποιμένος, άλλ' εις τον κατά τ•?;ς φιλαρχικ?)ς επιθυμίας 
ανθρώπων, όμοΟ υπέρ αύτ?)ς συνασπισθέντωίν, καΐ ώφέλιμον 
νΟν ούτως αυτήν νομιζόντων ή φιλοτιμία του υπαγορεύει 
αΟτφ νά άποπειραθή καΐ άναλάβη τ^ν έκεΓσε δρόμον οί 
φίλ οι συμβουλεύουσιν αυτ6ν ομοίως• ό δέ Θ^ος 5/ 1, λέγει• 
μικράν 2χειςδύναμιν• κάγώ σε τηρήσω 
Ικτής ώραςτοΟπειρασμοΟ. Υπόκωφος έδηλοΟτο 
καΐ ό ίτιρος τής Εκκλησίας πειρασμός, ό άχρι τής σήμε- 
ρον, φεΟ ! έπικρατών, και ό αείμνηστος απομακρύνεται εις 
τ6 χο^ρίον τής γεννήσεως αύτου, Γνα άποφύγη αύτ6ν καΐ 
ευλόγηση το τελευταΐον τους συγγενείς καΐ φίλους αύτοΟ• 
εξερράγη, καΐ ό Σαμακοβίου, απόστολος τί)ς αγάπης, πρού- 
θυμοποιήθη έπανελΟών νά συνδιαλλάξγ) τ6 έπ* αύτφ '^ά 
πράγματα, υπομιμνήσκων εις πολλούς τά καθήκοντα των, 
τήν άποστολήν των, τά εθνικά χρέη των. Όχι, λέγει ό 
Θεός- «Έγώ σε τηρήσω έκ τ'?]ς ώρας τοΟ πειρασμοΟ». 

Προ είκοσι ήμερων, αδελφοί, έλειτούργησε τήν άναίμα- 
κτον τοΰ ΧριστοΟ μυσταγωγίαν, κοινώνησα; τοΟ παναγίου 
άρτου καΐ ζωηρρύτου οΓνου, τοΟ σώματος δηλονότι καΐ αΓ- 
ματος τοΟ Κυρίου, μετά πίστεως καΐ εύλαβείας, καΐ μετά 
επτά ημέρας έπεσεν εις τήν κλίνην, όπου ήτοιμάζετο νά 
είσέλθη εις τήν ενώπιον του άνεφγμένην παρά τοΟ θεοΟ 
βύραν, ήνέδήλωσεν «Ίδούδέδωκα ενώπιον σου θύραν άνε- 



^γμίνην, χαΐ ουίείς δύναται κλεΓσαι α&τήν• κάγώ σε 'τηρή- 
ττω έκ τ•?)ς ώρας τοΟ πειρασ(ΐ.οΟ», καΐ άπ6 πρωίίας άπί)λθδ 
^ι* αϋτ?]ς εις ζωήν την άκυμαντον καΐ άπείραστον. 

Προσέλθετε λοιτΛν τώρα ίσοι συγγενείς καΐ φ(λοι, ίσοι 
ευσεβείς και φιλάρετοι, άσπάσασθε την δεξιάν αΟτοΟ τελευ- 
•ταίαν ήδη φοράν αύτ^ς δΐ εύχεται καΐ εύλογεΓ υμιδίς πάν- 
τοτε άνωθεν άπο ττ^ς Εκκλησίας των πρωτοτόκων, έάν έν 
ειρήνη ιτρί^ς αλλήλους διάγητε. 

■ Άντεύξασθε καί υμεϊς, ποΐ{Λένες καΐ Ιεράρχαι, &νλ τ'ί^ς 
τ7τρατευο[Λένης Εκκλησίας ταύτης τοΟ ΘεοΟ υπέρ άναπαύ- 
ισεως τής ψυχής αΟτοΟ έν χώρ^ ζώντων, έν σκηναίς δικαίων» 
•Α|Λήν, 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



Β 

ΕΚΦΠΝΗΘΕβ ΥΠΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΑΑΖΚΑΡΕΩΖ^ 
ΣΧΟΛΑΡΧΟΥΝΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΓ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗΣ, 

ηΠ ΤΚε ΜΗΔΕΙΑΣ ΤΒΣ ΙΛΕΑΡίπίΟΣ 

βΥΓΑΤΝΣ τον ΑΟΙΔΒΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΕΑΡΑΘΙΟΑΔΡΗ^ 

ΤΗ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ Ι8«3, 
ΕΝ τμ ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΛΡΟΜΙΟΝ Ι• ΝΑΟ ΤΩΝ ΕΙΣΟΛΙΟΙΧ. 



«Δοςα τφ ββφ πάντων 6ν63ίϋ&>^». 

Α\ ΔΟΒΑ τί^ βέίςτ σοι>σοφίγ, Κύριε• Ε&χαριστοΟ{χέν σοΓ^ 
ίέσποτα, καΐ ίιά ταότην την δλιγοχρίνιον ζωήν, την οποίαν 
έχάρισας εις τήν -προκειμένην ίούλην σοι>• €Σύ, Κύριε, θα- 
νατοΐΐ; χαΐ ζωογονείς, κατάγεις εις ^υ χαΐ ανάγεις». Πλην 
{[χελλεν, άίελφοί, να υπηρέτηση ή ασθενής (χου φωνή χαΐ 
εις ταύτην την χλαυθμυράν διαχονίαν; "Εμελλαν τ6 πικρών 
τοΟτο ποτήρίον να πίωσιν δ τε σύζυγος καΐ οΙ γονείς τϊ)ς 
προκειμένης νεκράτς, ήτις ί^^το τ6 άντικβίμενον τ^ς εύτι^ίας 
«ύτών καΐ των αγαθών έλπί&ι>ν; Νεδνβς ευγενής Γ Τίς βά- 
σχανος δφθαλμ&ς ίρριψεν έπΙ σέ &γρκον βλέμ(Αα, χαΐ σϊ άνήρ- 
πασεν αΓφνης άπδ των οφθαλμών ήμων ; ΟύδεΙς έξ ημών 
«ύτ' εΐ5έ ποτέ καθήμενον παρά σοΙ τ6ν θάνατον, ούδ* ήκουσε 
α6ν γογγυσμίν τοΟ αγρίου τούτου θηρίου, τοΟ είσπνέοντος 
^άς των ανθρώπων ζ^άς* ω μαται^ης,. ω μτ^δαμιν^ης^ α> 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



βροτοί, οΐ [λή είδότες την τύχην υμών. Έπί]λ9εν άρα ποτΐ 
€ΐς τ^ν νοΟν τΐΐς -προκειμένης νεκρας, δτι τόσον πρόωρα θέλο»>• 
σιν εκλείψει ά•π6 των οφθαλμών αύτ-^Ις δλα τα περί αυτήν 
αγαθά; Έφαντάσθητέ ποτέ ύμεΓς, άκροαταί, οίτινες έβλέ- 
πετε καθ' ήμίραν την νεανίδα ταύτην έν τφ αέσψ των εύ- 
οσμων ανθέων τ^; νεότητος, δτι θέλετε την κλαυσει σήμε- 
ρον εΙς τοΟτον τδν 1ερ6ν τόπον; €ώ ματαιότης ματαιοτήτων, 
τα πάντα ματαιότης!» Τούτους τους λόγους άναπολεΓ εΙς 
την μνήμην μου, αγαπητοί, ή παροΟσα θλίψις• αυτούς καΐ 
μόνους ευρίσκω καταλλήλους πρ6ς παράστασιν αΟτ?)ς, 
πλην καΐ α6τοΙ δέν έξεικονίζουσι πληρέστατα τα αισθήματα 
μου• θρηνολογών την παροΟσαν συμφοράν, έπεθυμουν να θρη- 
νήσω τάς δυστυχίας δλου τοΟ ανθρωπίνου γένους, καΐ δια 
μόνου τοΟ θανάτου ν* αποδείξω δλην ημών την μηδαμινό- 
τητα• διότι ουδέποτε ή ματαιότης τοΟ κόσμου τούτου κατε- 
δείχθη τόσον σαφώς, ουδέ ήλέγχθη τόσον άριδήλως. Ναί ! 
Τ6 λυπηρον τοΟτο θέαμα διαβεβαιόνει ήμ5ς, ίτι ή υγεία εί- 
ναι άπλοΟν όνομα, ή ζωή δνειρον, ή νεότης καΐ ή ώραιότης 
φάντασμα καΐ απάτη, δτι δλα τα ημέτερα είναι ματαιότης, 
έχτ^ς τ•?]ς είλικρινοΟς ημών ομολογίας ενώπιον τοΟ ΘεοΟ 
περί τ•?]ς ημετέρας ματαιότητος• ή παροΟσα λυπηρά θέα 
διαβεβαιόνει ήμας προσέτι καΐ περί τών αποτελεσμάτων τής 
ώπο τοΟ ΘεοΟ δοθείσης εις τήν προμήτορα Εύα ν άρδς• €έν 
λύπαις τέξη τέκνα». 

Β'. Μέγα αληθώς τ6 δεινόν ! ακαταλόγιστος ή ζημία ! 
Βαθέως αισθάνομαι τ6ν πόνον καΐ τήν όδύνην τοΟ τε συζύ- 
γου, τών γο^/έων καΐ τών αδελφών δίκαιον, ναί, δίκαιον πδν 
ίσον έκχέετε δάκρυον, στερηθέντες τοιαύτης σπανίας συζύ- 
γου, θυγατρ^ς καΐ άδελφΫ]ς. Τήν θλτψιν υμών συμμερίζον* 
ται άπαντες, καΐ ή Εκκλησία, καΐ οι συγγενείς, καΐ οί φί- 
λοι, καΐ πάντες οί γνωρίσαντες τάς ανεκτίμητους άρετάς 
τ^ς εύγενοΟς Σοφίας Δέλτα. Διά τουχο άπαντες προπομποί 
άφωνοι, κατηφείς χαΐ θρηνώδεις, συνοδεύουσι τδ φίλτρον 



ΟίΟίΐίζ 



= 10 = 

^ων ιΐζ τ6 ίσχατον τοΟ ανθρωπίνου σώ[Λα'ΐος κα'ίάνϊημ.α, 
«ίς το ψυχρών τοΟ τάφου καταγώγιον. Ή μέν Εκκλησία 
§ιά τβΟ παναγιωτάτου ή(ΐ.»ν δεσπότου, τοΟ οίκου[Α. πατριάρ- 
χου, τοΟ αακαριωτάτου πατριάρχου των ^Ιεροσολύμων καΐ 
^1\ς Ιερας συνόδου, ό5ηγούντων την θανοΟσαν εις τάς ούρα- 
νίους (Λονάς, οΐ δέ παρ€στώτες δχά των προσευχών αυτών, 
χρέος Ιερ^ν άμα καΐ εΟσεβές έκπληροΟντες και πρέπον ήμϊν 
τοί;; δρθοδοξβις, συμμιγνύοντες έκαστος τα Γδια δάκρυα, δσα 
δικαίως έποφείλονται ε?ς την μνήμην τοιαύτης νεκρας. 

Γ', Άλλ* ω ε&γενής καΐ σοφή νεανις! έχεις τάχα ανάγ- 
κην να σοΙ προσφέρω καΐ "^ίτ^ρ^, ώς τελευταΓον φόρον, στέ- 
φανον επαίνων, τους έποίους συνήθως άπαγγέλλουσιν έπΙ 
των τάφων επισήμων ατόμων ρήτορες τοΟ κόσμου ; Έάν 
ύπί)ρχ€ τοιαύτη ανάγκη, βεβαίως εϊχον &γ^ονοΊ υλην νά 
εγκωμιάσω τ6 δνομά σου, τ6 όποϊον άφήκας άείμνηστον εις 
ήμοίς• έάν ήθελον νά περιγράψω την έκ πατρίς καΐ μη- 
τρός ευγενή καταγωγή ν σου, την χριστιανικήν άνατροφήν, 
την οποίαν σοΙ έδωκαν βΐ εδσεβεις καΐ σοφοί γονείς σου, την 
παιδείαν σου, τά Ιξοχα προτερήματα, διά τών οποίων σέ 
έπροίκισεν ό ουράνιος Πατήρ, τά πολύτιμα προϊόντα τοΟ 
νο6ς καΐ τών χειρών σου, τά συμπαθή καΐ φιλάνθρωπα αι- 
σθήματα τής κάρίίας σου• έάν ήθελον νά εξιστορήσω εις 
τους άκροατάς μου τ6ν ολίγον χρόνον, τ6ν όποιον διήλθες 
ρ,ετά τοΟ άγαπητοΟ σου συζύγου, καΐ τελευταΓον τ6 χρι- 
στιανικών καΐ άνεπαίσχυντον τέλος, ήδυνάμην νά συνάξω 
πλείστα λαμπρά καΐ εύοσμα άνθη, καΐ νά σοΙ πλέξω έκ 
τούτων στέφανον δικαίων εγκωμίων, καΐ νά επιθέσω α&τ6ν 
έπΙ τής νεκρδς κεφαλής σου• άλλα τίς ή έκ τούτων ωφέ- 
λεια ; μικρόν, καΐ ό κράββατος ούτος θέλει μεταφέρει τά 
•πάντα μεθ' έαυτοΟ εις τ6ν τάφον, έ^/θα τά πάντα θέλουσι 
Ι^ι^ταβληθή εις γήν καΐ σποδόν. Άλλα καΐ πρ6ς τί θέλουσι 
σο\ χρησιμεύσει τώρα οί έπαινοι τών ανθρώπων ; Συ τώρα 
ίστασαι ενώπιον τής κρίσεως τοΟ Θεού, τής φοβέρας καΐ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



άπροσίι^πολήπτου, πέρικυκλοΟσαι ύπο των άγ(ων *Αγγέλων> 

«ίτινες εϊναι πισιοί μάρτυρες τ^ς ζωί;; έν^ς έκαστου ημών. 
"Αχ ! Πόσον έπιθυαεϊς τώρα να καλύψω δια τοΟ πέπλοι^ 
τ•?]ς σιγ^];, ενώπιον των οφθαλμών τ?5ς τοΟ ΘεοΟ δικαιο-- 
σύνης, καΐ πολλάς σου πράζεις, αΐ όποϊαι φαίνονται έπαινε- 
ιαΐ ενώπιον τών οφθαλμών τών ανθρώπων ! πλην έπίτρε- 
ψόν μοι τουλάχιστον να εκθέσω, πρ6; διδασκαλίαν τών 
ακροατών μου καΐ προπομπών σου, την άξιέραστον άρετήν 
σου, την εύσέβειαν. ΓενοΟ μοι και θανοΟσα ύπόθεσις οίκο- 
δομ•?5ς τών αδελφών μου. 

Δ'. Μάλιστα, αδελφοί μου, ή λαμπρότερα ζωή εις τδν 
κόσμον τοΟτον δέν είναι εί μη δνειρον καΐ φάντασμα• μ α- 
ταιότης ματαιοτήτων καΐ τφ δντι δίν 5ζησέ 
τις εις τήν γήν ταύτην, έάν δέν έζησε δια τ6ν Θεο'ν αύταδ 
είναι ίεραΐ άλήθειαι, τάς όποιας ό μέν κόσμος άγνοεϊ, ή δέ 
χριστιανική ανατροφή καΐ ή ίνΟερμος πίστις ένεχάραξεν εις 
τήν καρδίαν τής νεανίδος Σοφίας. Όποια παραδείγματοδ 
ευσεβείας, άγαθότητος καΐ ακακίας έδιδε καθ' έκάστην εις 
τάς όμήλικας αυτής! καΐ μάλιστα τοιαύτης ευσεβείας, ήτις 
έφερε μεθ* εαυτής δλα τα σημεία του χαρακτήρος αυτής, 
άτινά είσι τ6 άπλοΟν καΐ ταπεινόν, τ6 ακριβές καΐ άμαλόν, 
το ευγενές καΐ φιλόπτωχον. 

Ε'. Αϊ ελλείψεις, αίτινες παρακολουθοΟσι τήν νεαράν ήλι- 
κίαν,άπεκρούσθησαν ύπό τίνος θρησκευτικής αυτής εύπειθείας 
εις τα ίερά τής πίστεως μυστήρια• αί δέ διανοητικαΐ αυτής 
γνώσεις ήσαν πολλαπλαι καΐ ποικίλαι. Έσεβάζετο τίν 
πέπλον, τ6ν καλύπτοντα τ6 ίερ6ν θυσιαστήριον τα δέ τής 
θρησκείας μυστήρια τήν μεν πίστιν α6τής έστερέουν, τήν 
δέ ταπείνωσιν ύπεστήριζον οϋ^έποζε ούτε αί χαμερπεϊς 
επιδείξεις τών καλλωπισμάτων έλαβον χώραν έπ' αύτής> 
ούτε αΐ χυδαϊαι εκθέσεις δυσπιστίας καΐ οίήσεως, ήτις περί 
'ΤοΟ παντός αμφιβάλλει καΐ νομίζει δτι τα πάντα γνωρίζει. 

Φ. Ή ευσέβεια αύτη τής ευσεβούς Σοφίας ύπήρχεν. 



= 12 = 



αδελφοί μου, άπλί) μέν καΐ ταπεινή, ακριβής δέ καΐ κανο- 
νική. Μέ πάιον βαθύτατον σέβας προσήγγιζε κανονικώτατ* 
«Ις τα Ιερά Μυστήρια 1 τεταπεινωαένη πάντοτε έπαρου- 
σιάζετο ενώπιον τ^ τοΟ ΘεοΟ (χεγαλειότητος, τά δέ μιε- 
γαλεΓα τί]ς γί)ς έφαίνοντο εΙς αυτήν μηδαμινά• ή καθημε- 
ρινή «ύτ1]ς τροφή ήτον ή άνάγνωσις των θείων λογίων καΐ 
α{ έκ των στομάτων των (ερέων έκπορευέμεναι ΙεραΙ άλή- 
6ειαι. Δώ καΐ Ιβλεπον αυτήν μετά προθυμίας καΐ εύλαβείας 
συχνάζουσαν είς τους Ιερούς ναούς, και σεβομένην τήν άξίαν 
τοΟ λειτουργοΟ τοΟ ΘεοΟ καΐ διατηροΟσαν τί σέβας, τ^ 
όφειλόμενον είς τ6ν λόγον, τοΟ οποίου έσμέν ύπηρέται• 6 δέ 
ζήλος αυτής υπέρ τής δόξης τής άμωμη του ημών -κίστεως 
καΐ τής είς τ6ν βίον εφαρμογής των ευαγγελικών πρακτικών 
παραγγελμάτων άνταπεκρίνετο πρ^ςτά ευγενή αισθήματα 

"^ήζ Ψ^Χή<ί «ύτής. 

Ζ'. Τοιαύτην ανέδειξε τήν εΟσεβή Σοφίαν ή χριστιανική 
ανατροφή, τήν οποίαν έλαβε παρά των ευσεβών αυτής γο- 
νέων. Ούχ ήττον δέ συνετέλεσαν πρδς τοΟτο καΐ τά Ιδιό- 
κτητα έκεΓνα προσωπικά πλεονεκτήματα, άνευ τών οποίων 
αΐ τυχηραΐ καΐ οικογένεια καΐ σεμνολογίαι καΐ αξιώσεις 
αποκαθίστανται είς τους έχοντας ταύτας ουχί μόνον άνω- 
φελεΓς, άλλα πολλάκις καΐ βλαβεραί. 

Η'. Τοιαύτη ούσα ή προκειμένη ευγενής νεκρά, μόλις 
άρξαμένη νά άπολαύτι τους καρπούς τής συζυγικής εύζωίίας, 
καΐ πολλάς τάς άγαθάς ελπίδας ύπισχνουμένη είς τ6 μέλ- 
λον, καΐ ώς ευσεβής καΐ φιλόστοργος μήτηρ, καΐ ώς γυνή 
τής κοινωνίας, έν τφ μέσφ τής άνθούσης ηλικίας καΐ ύπ^ 
άγρυπνον κηδεμονίαν άγαπητοΟ συζύγου καΐ φιλόστοργου 
πατρίς καΐ συγγενών ευρισκομένη, μακράν δμως τής αγ- 
κάλης τής φιλόστοργου μητρός, έγένετο αίφνης ΘΟμα καΐ 
«Οτή τής προς τήν προμήτορα δοθείσης άρδς• €έν λύπαις 
τέξει τέκνα»• 'Ώ! <Χλ φλογίνη ρομφαία θέλει διαπεράσει 
τά φιλόστοργα σπλάγχνα τής άπρδημούσης μητρός, δτε θα 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 13 =8 

^άσΥΐ είί τα; άκοάί α&τ^ς ή θλιβερά εΐίησίς "ΐΫ^ζ τελείηί)ς 
τ?)ς ε&σεβοΟς χαΐ εύπειθοΟς αύτί)ς θυγατρίς Ι Εις άποϊα θλί- 
βερά ^άχρυα θέλουσιν άναλυΟ^ οΙ ά^ελφοΙ χαΐ α( ά^ελφο^, 
βτε θά ιιληροφορηθώσι τ6 άπροσδόκητον τοΟτο συμβάν ! 

Θ'. Αγαθέ χαΐ πιστέ σύζυγε Ι (αγάλη εΖναι τφ δντι ή 
θλίψίς σου Ι πλην άνίρίζου χαΐ χραταιοΟ. ^Αό^α τφ Θε^ 
πάντων ένεχεν»• ή άφοσίωσι; εις τήν βουλήν τοΟ ΘεοΟ ας 
σέ προφυλάττΥ) άπ6 παντός γογγυσμοΟ χατά τί)ς τοΟ ΘεοΟ 
προνοίας• αισθάνομαι τ6ν πίνον χαΐ τήν όδυνην σου• δια- 
καίεται^ χαΐ δικαίως^ ή καρδία σου διά τ6 αίφνίδιον τοΟ πε- 
ριστατικοΟ, τοΟ οποίου μίνη ή άναπόλησις εϊνα& δδυνηρά' 
διίτι έστερήθης έν 6λίγφ καιρφ σόζυγονμετά σπανίων πλεο- 
νεκτημάτων, σόζυγον, ήτις κατά πάντα άντα-πεκρίνετο εΙς 
τά αισθήματα τής καρδίας σου. Πλην €τφ Κυρίφ οΰτώς 
Εδοξεν εΓη τ& δνομα αύτοΟ ε&λογημένον». Ό συζυγικός 
υμών δεσμός δέν διεκόπη• ίχεις τεκμήριον καΐ τοΟ αοράτου 
συνδέσμου σου μετ* αυτής• ή σοφία τοΟ ΘεοΟ, λαβοΟσα τήν 
μητέρα, άφήκε τ6 τέκνον, ως ζώσαν εικόνα τής άποθανού* 
σης συζύγου σου. Τ6 τέκνον τοΟτο δς μεταβάλη τήν μέχρκ 
τοΟδε έπίγειον συζυγική ν σου άγάίΐην εις οΟράνιον. Αναμ- 
φιβόλως τό πνεΟμα τής άποθανούσης θέλει ένοικεΐ είς τό 
βρέφος τοΟτο, καΐ θέλει τό φυλάττει δια των πρ6ς τόν Θε6ν 
άδιαλείπτων προσευχών της• άς συγκεντρωΟή λοιπόν εΙς αυ- 
τό καΐ ή αγάπη σοΟ τοΟ πατρός, καΐ άς παρουσιάζηται είς 
τοΟς οφθαλμούς σου ώς μήτηρ και σύζυγος. 

Γ. Άναπόλησον καΐ σύ, ώ φιλόστοργε πάτερ τής θανού- 
σης, τους λόγους εκείνου, είς τόν όποΐον άδιστάκτως πι- 
στεύεις. «Έγώ είμι, λέγει, ή άνάστασις χαΐ ή ζωή». Μι- 
μήθητι καΐ έν τί) θλιβερά ταύτγ) περιστάσει τήν ύτ:ο[κοΥτΐγ 
τοΟ Ίώβ, τόν όποΐον έν πολλοίς πολλάκις έζήλωσας• άνα- 
πόλησον τά μεγάλα παθήματα εκείνου τοΟ δικαίου, δστις 
έν ροπϊι όφθαλμοΟ έστερήθη δλην αύτοΟ τήν περιουσίαν, 
βλα τά τέκνα χαΐ ίλην αύτοΟ τήν ύγείαν, καΐ έκειτο γ>• 



ριν?;ς καΐ κατατετραυμιατισμ.ένος έπΙ ττ]ς κίίτρου• άλλα καΐ 
ούτω όέν 2παυε πάλιν να εύλογη τ6 δνο[Λα τοΟ Κυρίου καΐ 
νά έκφωνή• «ό Κύριος ίδωκεν, ό Κύριος άφείλετο». Ευ/α- 
ρίστησον καΐ σύ, ώς έκεΤνος, αω διέποντι τα των Χροιών, 
άναβοών «δόξα τω Θεψ ττάντων ένεκεν». 

ΙΑ'. Ύ[Λείςδέ, ώ άδε7νφοΙ και άδελφαΐ καΐ λοιποί οίκεΓοι! 
μΐ(λήθητε την υπο(λονήν τ?ίς εΟσεβοΟς ύαών άδεΛφ?;ς, την 
οποίαν ίδειζεν υαίν έν ττ^ κλίντ) τοΟ θανάτου, προετοιμαζό- 
μενη εις ύτίούογΎΐ^ τοΟ Κυρίου, διδοΟσα ούτως εΙς ύμας καΐ 
θνήσκουσα υπόδειγμα καρτερίας• μιμήΟητε αυτήν ύμεΓς, υπέρ 
'ίων οποίων καθ* έκάττην προσίπιπτεν εις τους π^ίδας τ7]ς αι- 
ωνίου εύσπλαγ/νίας, συνιστώσα υμάς εις τ6ν Θεον δια των 
ένΟε'ρμων αυττ^ς προσευ/ών, και ευχαριστήσατε τφ Κυρίφ 
κραυγάζοντες• «δοξατφ Θεφ πάντων ένεκεν». 

ΙΒ'. ΎμεΓς δέ, τους όποιους έςαπατώσι τα πρίίσκαιρα καΐ 
μάταια αγαθά τοΟ κόσμου, οίτινες θαυμάζετε τήν πορείαν 
τής λαμπρας ζωής, τής νεότητος καΐ τής ώραιότητος, α- 
τενίσατε εις τ6ν κρά^βατον τούτον καΐ αναλάβετε υψηλότερα 
φρονήματα. Πώς άρα πρέπει νά φαίνωνται ενώπιον τής 
αίωνιότητος, πρ^ς τήν οποίαν βαδίζομεν ταχεΤ βήματι, 
εκατόν π. χ. έτη, δταν έξ αυτών άοαιρέσωμιεν τά έτη τής 
παιοικής ηλικίας, καθ' ήν ό άνθρωπος δέν αισθάνεται εαυ- 
τόν, τά έτη τών ασθενειών, καθ* & παντελώς δέν ζή, καΐ 
πολλάς άλλας ημέρας, καθ' ας επιθυμεί νά μή ζή ; Ό 
Ιακώβ, μετά έκατον καΐ τριάκοντα ετών ζωήν, παρουσια- 
σθείς ενώπιον τοΟ Φαραώ, βασιλέως τής Αιγύπτου, έδιη- 
γείτο αυτώ μετά λύπης, δτι δέν έφθασε τά έτη τών πατέρων 
αύτοΟ, του Ισαάκ καΐ τοΟ Αβραάμ. Άλλα τά έτη τοΟ 
'Αβρααμ καΐ Ισαάκ, πρϊς τά όποΓα τά έτη του Ιακώβ 
φαίνονται τόσον δλίγα, εκμηδενίζονται ενώπιον τών ετών 
τοϋ Σήμ, καθώς καΐ τά τούτου ενώπιον τών του 'Αδάμ καΐ 
τών τοΟ Νώε. "^Ας θεωρώμεν λοιπ?ϊν μηδαμινά καΐ μάταια 
πάντα τά λαμβάνοντα τέλος. Εκτείνατε, δσον θέλετε, τά 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



ί-:η ύαών καΐ υπέρ αυτά τα δρία των γνωστών ύ(χ?ν άρίΦ^ 
μών, καΐ τότε πάλεν Οέλουσι φανγ) εις υμάς ολίγα, έ(ρ* ίσον 
θέλετε πλησιάζει πρ^ς τ6 άναπόδραστον τε'λοζ. Άλλ' Γσως 
θεωρείτε ως έπίσηιχόν τι την λαμπράν ζωήν καΐ την ελπί- 
δα ΊοΟ νά έπιζήσητε είς τους απογόνους υμών. Τίς δέν 
βλέπει, αδελφοί μου, πόσον επίσης μάταιος καΐ ανωφελής 
καΐ σύ>^το[β,ος είναι καΐ ό δεύτερος οδτος ^ος, τ6ν οποίον 
επινοεί ή αδυναμία ημών, ίνα έπικαλυψτ) μικράν την φρίκην 
τοΟ θανάτου ; Καθευδετε λοιπόν πλούσιοι, και κυλινδείσΟδ^ 
είς την κόνιν υμών. Έάν μετά τινας γενεάς, καΐ τί λέγω; 
έάν μετά τίνα έτη τοΟ θανάτου υμών ήθέλετε επιστρέψει 
εΙς τ6ν κόσμον, είς τ^ν δτ^οΧον έλησμονήθη τ6 δνομα υμών, 
αμέσως ήθέλετε σπεύσει νά κρυβ•?]τε είς τους τάφους σας, 
ίνα μη ίδητε το δνομά σας ήμαυρωμένον, την μνήμην 
σας καταρωμένην καΐ έξυβρισμένην, τάς φαντασίας σας 
έν απάτη ! καΐ ταύτα ύπί) τίνων ; υπ* αυτών τών φ(λων 
σας, ύπ' αυτών τών κολάκων και παρατίτων σας, καΐ 
πρ6 πάντων, υπ' αυτών τών διαδόχων σας, είς τους 6- 
ποίους ήθέλετε ν' άφήσητε το δνομά σας άθάνατον ! ουτο& 
είναι οΐ καρποί τών πόνων, είς τους ^1:ο(ο'^ς καταγίνεσθε 
ύπο τον ήλιον ζώντες, συνάζοντες δηλ. έαυτοίς Οησαυρον 
αΙωνίου όργ?;ς και κατακρίσεως έν τΥ) ήμερα: τί]ς δικαίας 
τοΟ ΘεοΟ κρίσεως ; Προ δε πάντων, άκροαταί, μη κόλα 
κεύεσΟε ύπο της ίδέας, δτι μετά πολυχρονιον ζωήν ό θάνα- 
τος θέλει φανή είς υμάς γλυκύς• διότι δ/ι τά έτη, άλλ' ή 
διηνεκής προπαρασκευή εΙς ύπο8ογΎΐ\^ τοϋ Κυρίου καθίστη- 
σιν αυτδν έλαφρον μόνον αί ευσεβείς άναμνήσει:, μόνον τά 
αγαθά έργα, μόνον ή αγαθή θέ/ ησιςκαι προαί- 
ρεσις, και ή αύταπάρνησις καΐαί θυσία& 
υπέρ τώνσυμφερόντωντής Έκκλησίαςκα^ 
του έθνους, είναι ό αληθής πλοΟτος, τ6ν οποίον θέλετε 
προαποστείλει ως αρραβώνα είς τδν μέλλοντα αίώνα, καΐ 
ό οποίος θέλει χορηγήσει είς υμάς σταθερότητα καΐ δυνάμεις 



ΟίΟίΐί 



ζβόϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 16 =τ 

νά άπαντήίτητε ήσυ/ως καΐ μεθ' Ιλαρίτητος τήν τελευ- 
•Λΐίαν ώραν. 

ΙΓ'. Έπιγνώμεν τοίνυν, αδελφοί, την ήαετέραν εύτέλειαν 
καΐ την των ανθρωπίνων πραγ[ΐ.άτων [χαται^τητα. Είναι 
καιρ6ς να στρέψη έκαστος την προσοχήν αύτοΟ άτώ τί)ς 
κοΐ(χηθείσης ημών άδ»λφ'?)ς ε{ς εαυτόν, καΐ νά παρατηρηθή 
μόνος εΙς τ6 κάτοπτρον τοΟ θανάτου. Οΰτος ίρχεται πρίς 
ήμΛς αθόρυβος καΐ σιωπηλό;, ώς κούφη σκιά, καΐ μεταφέ- 
ρει απαντάς, ένα μετά τ6ν άλλον, μη φειδόμενος μήτε νεί- 
τητος, μήτε πλούτου, μήτε αξιώματος, μήτε δυνάμεως άν- 
θρωπίνης. Ζήσωμεν ώς άληθεΤς χριστιανοί, άφορώντες φεί- 
ποτε ε{ς τό περιμένον ήμβς τέλος, καΐ ατενίζοντες εις τ6ν 
κράββατον τοΟτον, ώς οΐ θαλασσοπόροι. Ιστάμενοι έπΙ τής 
αποβάθρας, άτενίζουσιν εις την λέμβον, ήτις, μη δυνηθείσα 
νά τιεριλάβη απαντάς δια μιας, αποπλέει έπΙ τοΟ παρόντος 
μετά τίνων προς την έπιθυμητήν δχθην, προτιθέμενη νά 
έπιστρέψη οπίσω, καΐ παραλαβή και άλλους, έως ου μετα- 
κομίση τους πάντας. 

Ι \'. ΝυνΙ δέ άποδώσωμεν τφ Κυρίφ τάς εΟχάς ημών 
υπέρ τ•?)ς ψυχής τής κοιμηθείσης αδελφής ημών, άναβοών- 
τες ομοφώνως• τϊ) μαχαρί^ ΣΟΦΙΑ Γ. ΔΕΛΤΑ αιωνία ή 
μνήμη ί αιωνία ή μνήμη ! αίωνία ή μνήμη ! ! 1 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



6 

ΕΚΦΠΝΗΘΕΙΣ ΕΝ ΤΛι ΙΕΡΠι ΝΑΠι 

ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ 
ΒΝ £γρα 

ΥΠΟ ΤΟΓ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΡΟΥ 
ΚΑΤΑ ΑΙΤΟητΟΝ ΤΟΓ Ιβββ. 



ΜΒΤΑΔΗ χαι απερίγραπτο; «Ιναι ή χαρά-, ήν αίσθάνβ• 
α«ι 6 κατά σάρχα πατήρ, ίταν μΐίτά μακράν άπουσίαν ή 
χωρισμι^ν έπιστρέψτρ εΐ; τί]ς προσφιλοΟς αύτοΟ οΙκογενείας 
τους κόλπους. Ή στιγμή, καβ' ήν τ6 πρώτον έπαναβλέπει 
τα τέκνα του, καΐ σφίγγων αυτά εις τάς άγκάλας του κατα« 
σπάζεται, είναι στιγμή συγκινήσεως καΐ άγαλλιάσεα>ς 
ανέκφραστος. Ό λόγος τίτε, ό άλλως πιστές ούτος διερμη- 
νεύς τ?}ς καρδίας, αδυνατεί να έκφραση το αίσθημα• διότι 
ή χαρά καταπλημμυρεΓ την καρδίαν, καΐ ή συγκίνησις 
καταπνίγει τάς λέξεις. Ή στιγμή εκείνη διά τ6ν κατά 
σάρκα πατέρα είναι αληθώς μακαρία, καΐ ή χαρά, ήτις 
τότε κυριεύει αυτόν, είναι γνησία, εΙλικρινής καΐ ανόθευτος, 
δσον όλίγαι έπΙ τής γής. Άλλα καΐ τής χαράς ταύτης 
υπεράνω υπάρχει άλλη πνευματική, πολλφ ανωτέρα ταύ- 
της, δπως καΐ βσον 6 τής πνευματικής συγγενείας δεσμός 
είναι ανώτερος τής φυσικής καΐ σωματικής, ή χαρά καΐ ή 
συγκίνησις, ήν αΙσθάνεται ό κατά πνεΟμα πατήρ, δταν κατά 
«ρώτβν εύρεθ^ έν τφ μέσφ των τέκνων αυτοΟ. Ταύτην 



ΤΟΜΟΣ Β 



ΟίΟίΐίζθοΙ Ι3ν 



Ο^Ο^ΐ€ 



:ϊ=ϊ 18 = 

'Τήν πν£υμιατικήν χαράν καΐ την άγαλλίασιν αίσΟάνομαί 
καΐ έγώ βαθειαν καΐ μέχρις εγκάτων τί}ς καρδίας (χου κατά 
τήν στιγαήν ταυτην, δτε, κατά πρώτον εμφανιζόμενος ενώ- 
πιον ύμών^ ώ ίν Χριστφ αγαπητά καΐ περιπόΟητα τέκνα, 
ειδον όφΟαλμςφανώς, και αντελήφθην αύταϊς αίσθησεσι τί^ς 
περί έμέ στοργής υμών, και αγάπης καΐ σπουδί);^ τ^ρ^ ης 
πρρτερον μακρόθεν μόνον -^ικουο^/ έκδηλουμένης ευμενώς πάνυ 
υπέρ έμοΟ, καΐ πρΙν ή ό κλ•?)ρος τί5ς ίερας ημών συνόδου καΐ 
τ^ς βασιλικής κυβερνήσεως πέστρ έπ' έμέ. Ή αγάπη εκεί- 
νη και ή συμπάθεια 6πί]ρξεν ό άρραβών τΫ)ς πνευματικί)ς 
συγγενείας, ήτις συνήφθη ίκτοτε μεταξύ ημών, καΐ τής 
πνευματικής ταύτης συγγενείας καΐ αμοιβαίας σχορ-γΫ^ς τ6ν 
δεσμόν συνέσφιγξεν ίτι μάλλον ή σημερινή ήμερα,• ήτις 
βυτως εμφανώς καΐ λαμπρώς διετράνωσε τήν περί τ6ν πνευ- 
ματικόν πατέρα διάπυρον τών τέκνων στοργή ν, πανταχόθεν 
μετ* εΟμενοΟς προθυμίας καΐ φιλόστοργου σπουδής συνδρα- 
μόντων είς υποδοχήν αδτοΟ. Ή ήμερα αυτή θέλει μένε^ 
ζώσα διά παντός έν έμοί, καΐ διά χαρακτήρων άνεξαλεί- 
πτων έγκεχαραγμένη, καΐ πρ6ς τήν άνάμνησιν αυτής θέλει 
άείποτε σκιρτ^, πλήρης ευγνωμοσύνης καΐ πλήρης πνευμα- 
τικής χαράς, ή καρδία μου. Και νΟν δέ, πλήρης αυτής 
ταύτης τής χαράς καΐ άγαλλιάσεως, έπιφωνώ προς υμάς• 
χαίρετε. Χαίρετε έν Κυρίω, τέκνα αγαπητά• καΐ πάλιν 
έρώ, χαίρετε. Ιδού υμεΓς νυν περί έμέ, και ιδού έγώ έν τ(5> 
μέσφ υμών. Ιδού έγώ έν τφ μέσφ υμών, ώ ευλαβέστατοι 
λειτουργοί τοΟ Υψίστου, οί μέλλοντες νά συνεργασθήτε μετ' 
έμοΟ ώς βοηθοί καΐ συναντιλήπτορες εις τήν γεωργίαν ταύ- 
'ϊης τής θεοθεν κληρωθείσης μοι μερίδος τοΟ πνευματικοΟ 
άμπελώνος τοΟ θεανθρώπου Σωτήροςήμών. Ιδού έγώ έν τ<|>. 
μιέσφ υμών, ώ ευσεβείς καΐ εΟσεβόφρονες τής πόλεως ταύτης 
κάτοικοι, πάσης τάξεως καΐ πάσης ηλικίας πολίται, άρχον- 
τες και αρχόμενοι. 'Ιοού έγώ έν τφ μέσω υμών, καΐ έπΙ πάν- 
τας υμάς έπικαλοΟμαι τοΟ'Υψίστου τάς ευλογίας, καΐ εΙς πάν- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 19 == 

τας όαβς όμιοΟ χαΐ είς Ινα Ιχαστον Ι5ί^ μετά τί]ς ευλογίας 
άπο£(δωμ( τάς ευχαριστήσεις μου άντΙ τΫ)ς συμπαθείας καΐ 
τ?)ς αγάπης χαΐ τής σπουδ?)ς, ήν χαΐ πάλαι χαΐ νΟν πολλα- 
χώς χαΐ πολυτρόπως έξεδηλώσατε πρ6ς έμέ, τ6ν μιχρ6ν 
έντοΓς άδελφο?ςμου χαΐ νεώτερον έν τφ 
βΓχφτοΟ πατρίς μου, τη άγίςι ημών Έκχλησί^. 
Εύλογητ^ς ό Θεά;, ό έχσπών τάς άχάνθας χαΐ τάς τριβίλους, 
δΓ ων έπιχειρεΓ νά δυσχεράντρ χαΐ ματαίωση πβν άγαθ6νό 
των ζιζανίων σπορεός, χαΐ εύδοχήσας νά χαταπιστεύση χαΐ 
εΙς έμέ τί)ς πνευματιχ'ϊίς ποιμαντορίας την ράβδον, καΐ οείο- 
ξασμένον τ6 πανάγιον αύτοΟ δνομα. Χάρις δέ ή προσήχουσα 
Ιστω καΐ πρ6ς την ίεράν ημών σύνοδον, την έχλεξαμένην χαΐ 
ΐίροχειρισαμένην με εις ποιμένα υμών, χαΐ εις την σεβαστήν 
κυβέρ^/ησιν τοΟ μεγαλειοτάτου βασιλέως, τοΟ ευμενώς έπι- 
γευσαντος εΙς την έπιχύρωσιν ταύτης τί)ς έχλογί]ς. 

Άλλα τήν ζωηράν ταυτην χαράν χαΐ συγκίνησίν μου 
διαταράττει Ισχυρόν τι έν έμοί αΓσθημα δειλίας χαΐ φίβου. 
Ό φόβος οδτος προέρχεται ίκ τί)ς συναισ&ήσεως, ένθεν μέν, 
τοΟ ΰψους καΐ τοΟ μεγέθους τοΟ λειτουργήματο€, δπερ άνέ- 
λαβον, ένθεν δέ, τ^ς ασθενείας καΐ δλιγότητος τών δυνάμε- 
ων μου, δι* ων καΐ έξ ών μέλλω νά επαρκέσω εις τά υψη- 
λά τ^5ς άρχιερωσόνης καθήκοντα. ΚαΙ τφ δντι πώς νά μη 
δειλιώ, πώς νά μη κατέχωμαι δλος ύπο φόβου, δταν άνα- 
λογίζωμαι τ6 βαρύ φορτίον, δπερ έπΙ τών ασθενών ώμων μου 
άνεδέχθην; Άν 6 θεόπτης ΜωΟσής, καλούμενος ύπΐ τοΟ ΘεοΟ 
είς το μέγα ίρ'γον τ?)ς έκ τ•?)ς δουλείας τοΟ Φαραώ άπολυ- 
τρώσεως τοΟ ίσραηλιτικοΟ λαοΟ, έλεγε• «τίς είμι έγώ, δτι 
πορεύομαι πρδς Φαραώ, βασιλέα Αιγύπτου, καΐ δτι έξάξώ 
τους υιούς Ίσραγ)λ 4κ γ^ςΆΐγύπτου^; Άν 6 Ήσαίας καΐ ό 
Ιερεμίας, άποστελλδμιενοι ώς προφί]ται πρ6ς τόν λαδν, άνε- 
φώνουν λέγοντες, 6 μέν «ω τάλας έγώ, δτι κατανένυγμαι• 
δτι άνθρωπος ών καΐ ακάθαρτα χείλη έχων, έν μέσφ λαοΟ, 
ακάθαρτα χείλη έχοντος, έγώ οικώ»• ό δέ Ιερεμίας «ΐδο<> 



= 20 =. 

ο&κ έπίσταααι λαλεϊν, δτι νεώτερος έγώ»• τί άρα (χ/νεί νά» 
εΡπω έγώ, καΐ πάτφ μάλλον άρ[ΐ.ίζουσιν είς έμέ οί λίγοι οδ- 
τοι ιών ίερωτάτων εκείνων καΐ πνευματεμφίρων ανδρών, 
άναδεχ<$μενον λειτούργημα, οδτινος οΟδέν υπάρχει ούτε ύψη- 
λίτερον οϋτε βαρύτερον ; Ναί, είς τ6ν αρχιερέα δέν εμπι- 
στεύεται ή έπιτήρησις καΐ συντήρησις οδτε τών πόλεων κα) 
φρουρίων, οδτε τής ύλικ7]ς τών κατοίκων περιουσίας, οδτε 
τών άλλων σωματικών αγαθών Ιτεροι πολιτικοί άρχοντες 
καΐ έπόπται καΐ δικασταΐ ετάχθησαν έπΙ τούτων, και αδτοί 
λόγους καΐ εδθύνας ύπέχουσιν ενώπιον τών επιγείων άρ- 
χων. ΚαΙ οδτοι μέν, έάν ποτέ σφαλώσιν έν τφ ίργφ αυτών 
και άποτύχωσι, δύνανται νά εϋρωσι χάριν παρά τοϊς άνθρώ- 
ποις, ή άποκρύπτοντες τ6 σφάλμα αυτών, ή δεκάζοντες τους 
κριτάς, ή οπωσδήποτε άλλους εδαρεστοΟντες, άλλως τε καΐ 
περί τήν τήρησιν υλικών αγαθών έζαμαρτήσαντες, ων ή 
βλάδη καΐ ή ζημία δέν είναι ανεπανόρθωτος. Άλλα ποίαν 
χάριν είναι δυνατόν νά ευρτρ ενώπιον τοΟ δικαιοκρίτου ΘεοΟ, 
ου τ6 παντέφορον δμμα οδδεμία διαφεύγει πρδξις, καΐ δν 
βδδείς λανθάνει ανθρώπινος στοχασμός, έάν σφαλή καΐ πέ- 
ση καΐ άποτύχη τοΟ Ι^-^όό αύτοΟ ό άρχιερεύς, ό ταλαίπω- 
ρος και ασθενής αδτος άνθρωπος, είς δν ένεπιστεύθη ή έπι- 
τήρησις καΐ συντήρησις δχι τών επιγείων καΐ υλικών, άλλα 
τών πνευματικών αγαθών τοΟ ποιμνίου του, ή φυλακή καΐ 
ή περιφρούρησις οδχΐ τών σωμάτων, άλλ* αυτών τών ψυ- 
ιτών; Ναί, ό'άρχιερεύς, καθ6 τών Αποστόλων διάδοχος, άνα- 
έχεται καΐ δπερ αδτος δ Σωτήρ άνέθηκεν είς εκείνους ύψη- 
λδν καΐ μέγα λειτούργημα, τήν νομή ν τών λογικών προ- 
βάτων, τήν έξακολούθησιν καΐ διεξαγωγήν τοΟ έργου, δπερ 
αδτδς έπΙ τής γής έξετέλεσεν υπέρ τών ανθρώπων και 
επομένως καθήκον αδτοΟ είναι νά καθοδηγή είς όδδν σω- 
τηρίας καΐ έν γένει όλόκληρον τήν έμπιστευθεΓσαν αδτ^ 
μερίδα τών πιστών καΐ ένα ίκαστον αδτών Ιδία, νά ^ιζ^οά-- 
γη δσημέραι κατά τ6 δυνατδν τήν πίστιν και τήν άρετήν^> 



ι 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



<= 21 =» 

^^ιμαίνων έν τζ^ πνεύματι αί); τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησίας 
*Γήν κατ* αΟτ6ν λογικήν ποί(Λνην των πιστών καΐ κατευθύ- 
νων αυτήν προς νομάς σωτηρίους. ΚαθΫ)κον αύτοΟ είναι να 

^ρροντίζη περί τ15ς τηρήσεως των τοΟ ΘεοΟ εντολών καΐ τών 
εκκλησιαστικών διατάξεων να ευρίσκη τα συντείνοντα πρ6ς 
τήν άκριβΐ) έκπλήρωσιν τών Ιερών μυστηρίων καΐ τελετών, 
ϊνα δΓ αυτών δοξάζηται μέν πρεπόντως τ6 πανάγιον δνομ,α 
*ίοΟ ΘεοΟ, προάγηται δέ τ6 Ιρ-^ο^^ τής σωτηρίας τών έμπε- 
πιστευ[Αέ^Λϋν αύτφ ψυχών. Καθήκον αύτοΟ είναι να έγρη- 
γορή άγρυπνος πάντοτε, μιήποτε λύκοι βαρείς είσβάλωσιν εΙς 
τής λογικής αύτοΟ ποίμνης τήν μάνδραν, καΐάπέλθωσιν άρ- 
πάσαντες ή καΐ διασπαράξαντες τα πρόβατα αυτής• κα\ τους 
(Αέν ίν τ•^ πίστει έστηριγμένους να καθιστή έτι έδραιοτέρους, 
'ϋούς δέ άσθενεΓς νά ένισχύτρ, καΐ να στηρίζη τους άστηρί- 
κτους δια παντός μέσου, καΐ νά έπιστρέφη εΙς τήν ευθείαν 
όδδν τά άποπλανηθέντα πρόβατα, αναζητών καΐ συνοδεύων 
καΐ παρακολουθων αυτά, βπως δ ποιμήν δ καλός. Καθήκον 
αύτοΟ έν γένει είναι νά φροντίζη έκ παντ6ς τρόπου καΐ διά 
παντός μέσου μήποτε άπολεσθή ψυχή τις έκτων ύπ6 τήν πνευ- 
ματικήν του ποιμαντορίαν, ένθυμούμενος τους λόγους ΐοΟΣω- 
τήρος• €Τί ωφελήσει άνθρωπον, έάνκερδήση τ6ν κόσμον δλον 
καΐ ζημιωθη τήν ψυχή ν αύτοΟ»; Καθήκον τοΟ άρχιερέως εί- 
ναι ομοίως νά προστατευη τάς χήρας καΐ τά δρφανά, νά βο- 
ηθ^ τους άπορους καΐ πενομένους, νά παρηγορ•^ τους τεθλιμ- 
μένους, νά ύπερασπίζη τους αδίκως διωκόμενους, νά νουθεττί 
τους άτακτους, νά έλέγχη τους άμαρτάνοντας, νά συμβιβάζει 
τους διαφερομένους καΐ ερίζοντας, νά κατευνάζη τ6ν σάλον 
τών παθών, είρηνεύων τους διαμαχομένους, ένΐ λόγφ, νά 
πράττη 8,τι ό θεΓος απόστολος ΠαΟλος παρήγγελλε προς 
τϊν Τιμόθεον «Κήρυξον τ6νλόγον, έπίστηθι ευκαίρως, άκαί- 
{κος, έλενξον, έπιτίμησον, παρακάλεσον έν πάστ) μακροθυ- 

(χί^ καΐ οιδαχ•^ Νήφε έν πδσι, κακοπάθησον, έργον 

^Γοίησον εύαγγελιστοΟ^ τήνδιακονίαν σου πληροφόρησον»• 



«τ 22 » 

•Αλλά πδσα 5ιά λίγου διδασκαλία αποβαίνει νεκρά, βτοβν 
οδηγών ιφοάγοντα καΐ άκόλουθον ίφεπόμενον πιστώς εις τά 
Γχνη αύτί)ς 6έν ίχη την πραξιν. ^Ό^θεν έπΙ πδσιν 6 άρχιερει< 
πρέπει καΐ δια των πράξεων καΐ ίργων αύτοΟ να έπισφρα- 
γίζη τήν διδασκαλίαν αύτοΟ, καΐ α&τ6ς πρώτος, καΐ μάλι^ 
στα πράττων ίσα διδάσκει, να άποδεικνύη τ6ν βίον αύτοδ 
σύμφωνον έν πδσι πρ6ς τήν διδασκαλίαν του. Τί ωφελεί, αν 
ό επίσκοπος κηρύττη ύποταγήν εΙς τάς έντολάς τοΟ θεοδ 
καΐ τί)ς Εκκλησίας, δταν α6τ6ς πρώτος παραβαίνη α&τάς; 
Τί ωφελεί, 4ν ύποστηρίζτ) δια λόγου μιόνον τά την πίστιν 
συναπαρτίζοντα Ιερά διδάγματα, καΐ αν ακριβώς έκτελ•ρ 
τά μυστήρια, βταν αΐ μέν πράξεις αύτοΟ άντιφάσκωσι διαρ* 
ρήδην πρίς τήν διδασκαλίαν του, ό δέ βίος αύτοΟ άποδεικνό- 
ηται γυμνές πάσης θείας χάριτος καΐ ζωί)ς, τ^ς έκ τών 
μυστηρίων; Ναί, ό ποιμήν 6 καλ&ς πρέπει νά παρέχϊ) εαυ- 
τόν εΙς τους πιστούς τύπον άρετ^)^ καΐ ύπογραμμίν άξιομί- 
μητον έν πδσιν, ένλόγφ, ένάναστροφΐ), ένάγά- 
πη, ένπνεόματι, ένπίστει, έν άγνείφ. 

Ό ποιμήν 6 καλ6ς δέν πρέπει νά όμοιάζη πρ6ς τους ποι- 
μένας εκείνους, τους μνημονευομένους έν τη παλαιοί ΔιαΟή* 
κη,^ϊτινες, άντΙ νά ώφελήσωσι τ6 ποίμνιον, έπροσπάθουν 
α&τοί νά ώφεληθώσιν έξ α&τοΟ, καΐ οΓτινες έλεγον «... Ε6- 
λογητ^ς Κύριος καΐ πεπλουτήκαμεν. ΚαΙ έσφαζον τ& παχύ, 
καΐ τ^ ήσθενηκος ο6κ ένίσχυον, καΐ τ^ πεπλανημένον ο6κ 
έπέστριφον». Ό ποιμήν 6 καλ^ς τήν ψυχήν αύτοΟ τίθησιν 
υπέρ τών προβάτων. Ό ποιμήν ό καλ^ς, έν ένΐ λ^φ, πρέ- 
πει νά ίχη άτενώς καΐ άμετατρέπτως προσηλωμένους τους 
οφθαλμούς αύτοΟ πρδς τ6ν τέλειον άρχιποίμενα τών ψυχών 
ημών, καΐ αφιερωμένος δλος, ψυχή καΐ σώματι, εΙς τήν σω- 
τηρ(αν τοΟ ποιμνίου, νά σπευδγ) 6 τι μάλιστα εΙς μίμησιν 
εκείνου τοΟ αιωνίου, τοΟ μεγάλου άρχ^ερέως, ίστις ούδΐ 
στιγμήν άφινέ ποτέ .νά παρέλθη χωρίς νά πράξγ) τι υπέρ 
^ς σωτηρίας τών ανθρώπων, μη φροντίζων μηδέ αύτώ^ν 



^ 53 = 

*δν φυσιχών χρειών τοΟ ανθρωπίνου σώματος. ΈχάθισΙ 
ηοτε παρά τ6 φρέαρ τοΟ Ίαχώβ ό θειος διδάσκαλος κεχμη- 
χώς έχ τ^ όδοιπορίας, δπως ύπ6 τήν σκιάν θαλερών δένδρων 
άναπαυθη. Διψών έκ τοΟ καύματος τ•?)ς ημέρας, έπεθύμησε 
νά πίιρ υοωρ έκ τ1\ς στάμνου τΫ)ς Σαμαρείτιοος. Άλλα καΐ 
έκεϊ εύρε παρευθύς έργασίαν 6 φιλάνθρωπος λυτρωτής. Ή 
ώρα καΐ δ τόπος έκεΓνος τ•?)ς αναπαύσεως μετεβλήθη εις ώρα ν 
καΐ τ^πον διδασκαλίας, καΐ ιδού αίφνης παρά τ6 φρέαρ τοΟ 
Ιακώβ, άντΙ φυσικών ναμάτων, έξέρρευσαν ΐκ τοΟ στόματος 
τοΟ 'ΙησοΟ κρουνοί θείων ρημάτων καΐ διδαγμάτων, καΐ άν- 
*τΙ ύδατος άνέβλυσε πηγή &<^^ο^ος καΐ άένναος ζωής αιωνίου 
πρ6ς πάντας τους διψώντας τήν άλήθειαν καΐ τήν δικαιο- 
σύνην Λ μαθηται αύτοΟ έπιστρέψαντες έν τφ μεταξύ τού- 
κφ έκ τής πόλεως, θέλουσι νά προσενέγκωσιν εΙς αυτόν, ώς 
πρ6 πολλοΟ νήστιν, τροφήν, άλλ* εύρίσκουσιν αύτ6ν άνώτε- 
ρον τής πείνης, ούδ' έχοντα πλέον χρείαν επιγείου 'ζροα^Ι]^. 
Οι οφθαλμοί αύτοΟ έξήστραπτον ύπερκόσμιον λάμψιν, οΛ 
παρειαΐ αύτσΟ έκαιον έξ ουρανίου θερμότητος, καΐ τ6 στόμα 
αύτοΟ ήτο πλήρες θείων ρημάτων. Μακαρία καΐ αιωνίως 
αξιομνημόνευτος ή ώρα εκείνη, ή παρά τ6 φρέαρ τοΟ Ιακώβ! 
Ευτυχείς καΐ μακάριαι αϊ παρά τήν Σιχάρ χώραι έκεΐναι, 
έφ' άς γλυκύ καΐ ίλαρόν, δπως γαλήνιος ουρανός, προσεμει- 
δίων ά δύο οφθαλμοί τοΟ Σωτήρος. € Επάρατε, (εϊπε τότε 
πρ6ς τους μαθητάς αύτοΰ), επάρατε τους οφθαλμούς υμών 
καίθεάσασθε τάς χώρας, δτι λευκαί είσι πρ6ς Θερισμ6ν ήδη»• 
Πιστές καΐ ακάματος ό εργάτης τοΟ ΘεοΟ, δστις ούδεμίαν 
έν τφ έργφ τής θείας αυτοΟ αποστολής ήσυχίαν γνωρίζει, 
ίστις άγραυλεί υπέρ ημών, φυλάσσων φύλακας τής νυκτός, 
ίστις καΐ έν πληρεστάττ) τής μεσημβρίας νηνεμίςι, οπότε ου- 
δέ φύλλον σείεται έπΙ τών δένδρων, αυτός, καίπερ κεκμη- 
κώς καΐ αναπαύσεως χργιζων, ούδεμίαν δμως άλλην άνά- 
παυσιν, ούδεμίαν άλλην τροφήν θέλει, ή ?να έκιιληροΓ τ^ 
βέλημα τοΟπέμψαντος αυτόν• «Έμ^ν βρωμά έστιν, (ίλεγεν),^ 



« 24 » 

Τνα ιεοιΰ τλ 9έλη(χα τοΟ ι:έμψαντ^ς \μ, χαΐ τελειώσω αύχοΛ 
^}> Ιργον». ΘεΤος χαΐ υπεράνθρωπος ό προφήτης, δστις, έπΙ 
έν^ς λίθου χαθήμιενος, χαΐ απλώς λαλών παρά τήν πηγήν, 
ίσωζε ψυχάς. Βεβαίως, δχι μένον πρ^ θαυμοισμέν, άλλα 
καΐ πρ4ς μίμησκν Γσταται παράδειγμα πρό τών οφθαλμών 
ημών ό μέγας οδτος προφήτης, ό θεΓος οδτος εργάτης καΐ 
διδάσκαλος, ό λαλών ποφά τδ φρέαρ τδ εγγύς τί|ς Σιχάρ, 
παράδειγμα καΐ παντός μέν άλλου εργαζομένου έν τφ οΓκφ 
τ•0 ΘεοΟ, ιδίως δέ τοΟ ποιμενάρχου. 

Υπέδειξα ύμΤν διά βραχέων όποΤ^ τις πρέπει νά ήναδ 
6 τών λογικών προβάτων ποιμήν• Θέλω άρά γε καΐ έγώ 
δυνηθ^ νά φανώ τοιοΟτίς τις κα) κατ' ελάχιστον μίνον, 
θέλω άρά γε κατορθώσιρ καΐ έγώ, δίκιμος γενόμενος, νά δι- 
καιώσω καΐ τ?)ς Εκκλησίας τήν έκλογήν καΐ τάς προσ- 
δοκίας, δσας έχετε ήδη ύπίρ έμοΟ, ώς αγαπητά καΐ περί- 
ποθητά έν Κυρίφ τέκνα; ""Αν αποβλέψω εΙς έμέ αδτ6ν μί- 
νον, εΙς μόνον τάς ασθενείς μου δυνάμεις, 6 φόβος, αυξάνων 
τότε, κατακυριεύει μου τήν καρδίαν, καΐ ή δειλία μου 
μετατρέπεται είς πλήρη άπελπισίαν ! Άλλα χάρις έστω 
α6τφ τφ Θεφ, τφ ένισχόοντι τοί)ς αδυνάτους. Όταν απο- 
βλέψω είς αυτόν, τδν έπΙ τήν διακονίαν ταότην καλέσαντά 
με Κυριον, τότε, άποβάλλων πάντα φόβον καΐ πδσαν δει- 
λίαν, πληροΟμαι ελπίδων, καΐ ανεγείρω τήν κεφαλήν μου 
εΰελπις βλος καΐ θαρραλέος• Ό Κοριός μου είναι ή Ισχύς 
μου• αύτδς τ6 στερέωμα μου, ή καταφυγή μου, ό ρόστης 
μου. Εργάζομαι ίντ6ς τοΟ θείου αύτοΟ άμπελώνος, καΐ ευ- 
ρίσκομαι ύπδ τήν σκέπην τής σημαίας αύτοΟ, τή^ σημαίας, 
ήν έκλήθην νά φέρω καΐ έγώ εΙς τάς χεΙ^άς μου. Ή ση- 
μαία αυτή, ήν βαστάζω εΙς χεΓρας, είναι ό σταυρός τοί> 
Κυρίου ημών ΊησοΟ ΧριστοΟ. Τ6 σύνθημα, ίπερ φΐέρω διά 
χειλέων, είναι τά ρήματα ταΟτα: «'ΙησοΟς Χριστΐς χθες 
>^αΙ σήμερον όα6τ6ς και είς τους αιώνας». Τ6δέ προσκλη- 
τήριόν μου φέρει τάς ολίγας ταύτας λέξεις• «Καταλλάγη- 



« 25 =β 

•ϋδ τί]) θε({)». Είθε ό Κύρεος ίώσοι χαΐ είς έμΐ τ^ θάρ£θζ 
χαΐ τήν ^ύναμιν να προσεγγίζω εΙς έκαστου χαρ^ίαν Οΐά 
τοΟ προσκλητηρίου τούτου, καΐ νά υπερνικώ καΐ καταβάλ- 
λω πάσαν φυσικήν [Λίκροψυχίαν. 

Ό Κύριίς μου είναι ή Ισχύς μου, είναι τ6 στερέωμα μου^ 
έφ* δσον, έκτελών τ6 πανάγιον αύτοΟ θέλημα, κηρύττω 
άγν6ν τ6ν θεΤον αυτοΟ λόγον, δζως παρέίωκεν ήμΤν αύτ^ν ή 
αγία ημών ορθόδοξος ανατολική Εκκλησία. Έάν ήθελον 
χηρύττη πρ6ς ύμ&ς την έμήν τοΟ άσθενοΟς σοφίαν, τά έμά 
διανοήματα, τους ίμούς στοχασμούς, τότε δίν ήΟελεν είναι 
πλέον 6 Κυρίος ή ίσχύς μου, άλλ' ήθελον στηρίζομαι είς τάς 
εμάς δυνάμεις, καΐ είς τάς δυνάμεις μου ταύτας τάς άνθρω^ 
πίνας καΐ ασθενείς στηριζόμενος, ουδέν ήθελον κατορθώσει. 
Άλλα τ6 κήρυγμα μου έσται ουδέν άλλο, εί μή δ τι α6τ6ς 
ό Κύριος έλάλησε διά τοΟ στόματος των θείων αύτοΟ Προ- 
οητών καΐ Αποστόλων• Ό απεσταλμένος ή αντιπρόσωπος 
βασιλέως δέν έχγ) νά εΓπη άλλο τι, ειμή δ τι διετάχθη πα- 
ρά τοΟ κυρίου αύτοΟ, ουδέ δύναται νά πρόσθεση ή νά αφαί- 
ρεση τι. ΚαΙ ήμεΙς ουδέν άλλο έσμέν ή φύλακες τοΟ Κυρίου, 
καΐ δέν δυνάμεθα ούτε νά προσθέσωμεν ούτε νά άφαιρέσω- 
μέν τι έκ του θείου αύτοΟ λόγου. Ό λόγος ούτος είναι ή 
μάχαιρα τοΟ πνεύματος, ήτις ουδέποτε άπαμβλύνεται. *0 
λόγος ούτος είναι τ6 ύδωρ τής ζωής, όπερ ουδέποτε εξαντλεί- 
ται. Ό λόγος ούτος είναι τί μάννα, δπερ ουδέποτε νοθεύε- 
ται ή διαφθείρεται. Τ6ν λόγον τούτον θέλω κηρύτττ) έξ ονό- 
ματος τοΟ καλέσαντός με, έξέμοΟ δέ ουδέν θέλω είπη• διότι 
τίς είμΙ έγώ, ώστε νά πράξω τι έξ έμαυτοΟ καΐ έν τψ έμψ 
ονόματι; Τά πάντα θέλω πράξτ) καΐ είπΥ) έν τψ ονόματι τοΟ 
Κυρίου. Μή γένοιτο δέ ποτέ νά προσενέγκω πυρ ά λ λό- 
τ ρ ι ο ν είς τ6 θυσιαττήριον τοΟ Κυρίου μου. 

Ύμας δέ, ω αγαπητά ένΧριστφ τέκνα, ύμδίς, ων δ περ^ 
ςά θεΓα ίνθερμος ζήλος καΐ ή πίστις καταγγέλλεται παν^, 



« 26 « 

'ΤαχοΟ, «χα(ρ(ι> δέ, δτι έν παντί θαρρώ Ι ν ύμΓν», ύμδς κα- 
λώ συνεργούς είς "ζο ίργον• ΈνθυμιεΙσθε, δτε 6 Πέτρο; ίπΐ τφ 
ρήΐι.α'υι τοΟ Σωτίΐρος έχάλασε τ6 δίκτυον, καΐ συνέκλεισεν 
εΙς αύτ^ τοσοΟτον πλίνθος ιχθύων, ώστε τ6 δίκτυον διερρή- 
γνυτο, ίνθυμεΓσΟε τί έπραξαν οΐ ιιερί τ6ν θεΓον έκεΤνον Άπό- 
στολον. «Κατένευσαν τοΓς μετόχοις, τοΓςέν τφ έτέρφ τίΚοίφ 
τους έλθόντας συλλαβέσθαι αύτοίς». Έκ τούτων διδασκό- 
μιεθα, δτι εϊς μίνος δέν δύναται νά πράξτ) μιέγα τι κάΙ άξιον 
λόγου, άλλ* έχει πάντοτε ανάγκην καΐ τί)ς τών άλλων 
συνδρο(χί)ς. Τούτου ένεκα καΐ ίγώ έπικαλοΟ[ΐ.αι τήν άντίλη- 
ψιν καΐ συνδρομήν πάντων υμών, καΐ πέποιθα, ίτι Ικαστος 
βέλει προθύμως μοί παράσχη αυτήν, κατά τ6 δυνατόν οΐ 
κληρικοί δια τί^ς πιστές καΐ άνελλιποΟς εκπληρώσεως τών 
χαθηκόντων αυτών, άξ(ως τί)ς άποστολ^]ς των οί έν'τέλει 
καΐ άξιώμασι δια τ^ς είλικρινοΟς αυτών καΐ προθύμου συν- 
εργείας, οσάκις έπέλθη χρεία• οί προϊστάμενοι τών εκκλη- 
σιών δια τοΟ ένθερμου ζήλου αυτών υπέρ τοΟ κόσμου καΐ 
τί5ς ευπρεπείας τών Ιερών ναών, καΐ τής τάξεως τών Ιερών 
τελετών οί γονείς διά τΫ)ς έν παιδείοι καΐ νουθεσί^ Κυρίου 
ανατροφής τών τέκνων των οί διδάσκαλοι διά τής εύσεβοΟς 
χαΐ ψυχωφελοΟς των διδασκαλίας• οί πλούσιοι διά γενναίων 
συνδρομών εΙς πδν δ τι &(^ορ^ τήν λαμπρότητα τής Έκ- 
χλησίοις καΐ τήν προαγωγήν καΐ εόόδωσιν τών καλών έκα- 
στος, τέλος, δι' ών εύπορεΓ μέσων ή χαρισμάτων. Έάν 
ταΟτα πράξωμεν έκάτεροι, καΐ κατά τοΟτον τ6ν τρόπον πο- 
λιτευθώμεν, έγώ μέν θέλω δυνηΟή νά παραστήσω έμαυτόν 
δόκιμοντφ Θε φ, έργάτην ανεπαίσχυντο ν, 
δρθοτομοΟντα τδνλόγον τής αληθείας^ 
ύμείς δέ θέλετε άποβή λα^ς περιούσιος, ζηλωτής 
χαλώνέργων. Όταν δέ κατά τήν έσχάτην ήμέραν^ 
καθ* ήν πάντες θέλομεν παρασταθή ενώπιον τοΟ δικαίου 
κριτοΟ, έκζητηθή τ6α1μα υμών έκ τής χειρός 
(Α β υ, θέλω δυνηθή νά εϊπω καΐ έγώ πρ^ς τον Κύριόν μου• 



»= 27 Γ« 

Ιδσό, Κύριε, πδσαι αΐ ψυχαί, άς μοι ένεπί(τ:ευ^ας• έμόΟ ίη^ 
χα ο65ε}χ(α αυτών άπώλετο. 

Συ δέ Κύριε, ό Θε6ς ημών, ό έξαποστείλας την χάριν 
τοΟ Πνεύματα Σου, χαΐ δια τών χειρών τών σεβασμιωτά- 
^ζ(ον αρχιερέων άναδε^ζας με ποιμένα καΐ όδηγ&ν χαΐ φύ* 
λάκα τοΟ πιστοΟ Σου τούτου λαοΟ, Συ χαΐ χατά την ώραν 
ταύτην, χαθ' ην τ^ πρώτον ενώπιον αΟτοΟ εμφανίζομαι, 
χατάπεμψον ούρανίθεν τ6 πανάγιων Σου ΠνεΟμα, χαΐ στη- 
ριξον χαΐ χραταίωσον χαΐ άδιάρρηκτον τ^οίτισον τον σύνδε- 
σμον τ'?)ς αγάπης, τον συναφθέντα μεταξύ ημών έν τφ άγίφ 
Σου ονόματι. ΚαΙ- δός μοι. Κύριε 6 Θεδς τών δυνάμεων, 6 
δοτήρ παντ6ς άγαθοΟ, δός μοι την μάχαιραν τοΟ πνεύματος, 
ίνα δι* αΟτί); όρΟοτομών τον θείον Σου λόγον, καθαιρώ π&- 
σαν πλάνην καΐ πασαν ψευδοδιδασκαλίαν, σκοποΟσαν να 
άποβουκολήση καΐ άπελάση την ποίμνην τών ευσεβών έκ 
τών σωτηρίων νομών τ?)ς ορθοδόξου πίστεως• δός μοι σοφίαν 
χαΐ σύνεσιν, ίνα διαλύω πασαν πλεκτάνην, καΐ διασώζω 
άπ6 πάσης παγίδος τοΟ πονηροΟ, καΐ εκτελώ άπροσκόπτως 
χαΐ άκαταχρίτως τα τής πνευματικ*?)ς ποιμαντορίας,' πρ^ς 
σωτηρίαν τών πιστών καΐ δοξολογίαν τοΟ παναγίου Σου 6νό- 
ματος• δός μοι καρτερίαν και ύπομονήν, Γνα αντέχω πρ6ς 
πάντα κόπον καΐ μόχθον καΐ πειρασμόν. Έξαπόστειλον, Κύ- 
ριε 6 ΘεΙς ημών, έξαπόστειλον την χείρα Σου έξ άγιου κα• 
τηκητηρίου Σου, καΐ εύλόγησον καΐ έμΐ και ήν μοι ένεπί- 
στευσας μερίδα τ•?)ς αγίας Σου Εκκλησίας, τόν τε περιε- 
στώτα εύσεβί) καΐ πιστ6ν τοΟτον λαόν, καΐ άπαξάπαν τ6 
πλήρωμα τΫ]ς καθ* ήμας άγιωτάτης άρχιεπισκοπί)ς. Στή- 
ριξον αυτούς έν τη πέτρςι τής ορθοδόξου πίστεως, όδήγησον 
αυτούς είς π&ν έργον αγαθόν, ίνα προκόπτωσιν έν τη άρε- 
τίι• Κατάπεμψον έπ* αυτούς τ6 πνεΟμα τί}ς αγάπης καΐ 
τής ειρήνης, τ6 πνεΟμα τ?]ς συνέσεως καΐ τί}ς πρ^ίότητος, 
καΐ εύλόγησον καΐ εύόδωσον τάς έπΙ τψ όνόματί Σου επιχει- 
ρήσεις έκαστου. Μνημόνευσον, ό Θε6ς τών πνευμάτων χβϋ^ 



«» δ8 »> 

Λΐάσης σαρχά;, μνημίνβυσον ίν τίί ίσχάτγ) έκείνγ) ή[χέρ? κοΛ 
τών έν μαχαρία τί) λήξει ιεραρχών: •Α>Λί(Λου χαΐ Δανιήλ, 
των έμών ευσεβών χαΐ σεβαστών ιφοχατόχων, οΓτινες πι- 
στώς χαΐ όσίως άνέλαββν χαΐ ίιεξήγαγον τ6 ίργβν, δπερ ήδη 
άναδέχομαι νά εξακολουθήσω έγώ, χαΐ πάντας $1 ήμβς άνά- 
δειξον πολίτας τ?)ς ουρανίου Σου βασιλείας• 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



Λ±^ 



7 



Α' ΛΟΓΟΣ 



ΕΚΦαΝ»Θ£Ι£ ΕΚ ΤΩ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΝΛ^ ΤΗ Δ' ΚΥΡΙΑΚΗ 
τακ ΝΗΧΤΕΙΟΝ 

ΥΠΟ Δ. ΕΤΕΛΠΙΔΟΤ, 
ΔΙΕΥΘΪΝΤΟΤ ΤϋΣΚΝΧΑΑΚΗ ΚΛΛΗΝΟΚΜΙΙΟΡΙΚΗΣ ΙΧΟΛΗΣ, 

(χχτά φιβρουχριον του φωοα')• 



ΚαΙ «πγ)ρώτηΐ4 τον πατ/ρα «ύτοΟ, 
Πο<τος χρόνο; ίστ(ν, ώ; τούτο γίγονιν αύτφ; 
Ό οέ ιΪΓΛ' Παιίιόθβν (Μίρχ. β , ?Ι). 

α'. ΒΝ το» ΜΕζαι τί)ς Γαλιλαίας εκτείνεται πάντερπνο; 
•πεδιάς, ίντ^ς τ^^ς όττςίας ύψοΟται [/.εγαλοιφεπώς δ ρ ο ς ύ ψ η- 
λ 6 ν χ α τ' Ι $ ί α ν, ώς περιγράφοι^ιν οΐ Εύαγγελισταί, 
(Ματθ. ςζ', 1. Μάρχ. θ', 2) *τ6 τοΟ Θαβώρ άγιονδρος, 
ώς άπεκάλεσεν αώτ6 ό κορυφαίος των Άποστίλων Πέτρος, 
(β' Πέτρ. α', 18). ΈπΙ τί)ς βορειοανατολικές ιτλευρΛς τοΟ 
6ρο\^ς φαίνεται 68ΐς τραχεΓά πως καΐ ανάντης, ήτις αρχο- 
μένη άπ6 τοΟ έπΙ τί)ς ΜρυοΊ]^ οροπεδίου καΐ φθανουτα μέ- 
χρι τ?]ς ύπωρείας επεκτείνεται ομαλή καΐ ίπΐ τής πεδιάδος 
διευθυνομένη πρ6ς τα μέρη τής Ναζαρέτ. Περί τά μέσα 
τής όδοΟ καΐ έγγυτερον τοΟ ίρους κεΓται δεξιΛεν κώμη κα- 
λούμενη Δεβουρίε, ήν τίνα οΐ μέν Ο' (έν Ίησ. ιθ', 1 2) γρά- 
φουσι Δαβειρώθ> ό Ε6σέβιος δέ, (έν Όνομαστικ. λ. Δαβειρά} 



= 30 = 

Δαβεφάν, καΐ ό Ίώτηππος (^%^ξί(ω έαυτοϋ), κερ. 62) Δαβά- 
ριτταν. Εις την κώμην ταύιην αετά των έαυτοΟ μαθητών 
ίφθασε, προερχόμενος άπδ των μερών Καισαρείας τ^ς Φι- 
λίππου δ ημέτερος Σωτήρ κατά τήν έν ττ) Γαλιλαίοι περιο• 
δείαν, ήν £καμε τ6 πρώτον έξάμηνον τοΟ τελευταίου ίτους 
τί^ς έπΙ γΫ]ς παρουσίας του. ΚαΙ αυτοΟ μέν κάτω άρί)κε 
τους μαθητάς, αύτδς δέ παραλαβών τήν τριάδα τών κορυ- 
φαίων άνέβη εΙς τι) δρος, ίνα μεταμορφούμενος παραδείξη τ6 
άρχέτυπον κά/λος τ'?]ς θείας αύτοΟ φύσεως, καΐ πραγματο- 
ποίηση ήν πρ6 Εξ ήαερών έδωκεν ύπόσχεσιν «Είσί τίνες τών 
ώδε έστηκότων, οϊτινες ού μη γεύσωνται θανάτου, έως 
αν Γδωσι τήν βασιλείαν τοΟ ΘεοΟ έληλυθυΓαν ίν δυνάμει» 
(Μάρκ. θ', 1). 

β'. Έν τούτοις, έν ω επάνω τοΟ ζρους ή τριάς τών προ- 
κρίτων Αποστόλων έβλεπε θαυμάζουσα τ6 φρικτδν τ•?5ς με- 
ταμορφώσεως μυστήριον, κάτω είς τήν λοιπήν χορείαν τών 
Αποστόλων προσέρχεται δυστυχής τις άνθρωπος, συνεπα- 
γόμενος καΐ ελεεινών υΐον έχοντα πνεΟμα άκάθαρτον, δπερ 
ίρριπτεν αύτδν ότέ μέν είς το πΟρ, ότΙ δέ είς τ6 ύδωρ, καΐ 
έζήτει τήν θεραπείαν αυτοΟ παρά τών μαθητών εκείνου, 
€δστις διήρχετο ευεργετών καΐ Ιώμενος πάντας τους κατο^- 
δυναστευομένους υπΐ τοΟ διαβόλου» (Πράξ. ι', 38). Οι μα- 
θηται πρόθυμοι έπιτιμώσι τ6 πνεΟμα, άλλ' αύτδ δέν υπα- 
κούει- έξορκίζουσιν αύτδ έπΙ τώ δνόματι εκείνου, ωτινι«παν 
γόνυ κάμπτει επουρανίων καΐ επιγείων καΐ καταχθονίων» 
(Φιλιπ. β', 10), άλλ' οΟδέ πάλιν τδ καταχθόνιον πνεΟμα υπο- 
χωρεί. Το πνεΟμα αύτδ είναι άλαλον, καΐ δεν αποκρίνεται• 
ε?ναι κωφόν, και δέν άχούει. ΚαΙπώς; δέν είναι αύτοΙ έκεΓ- 
νοι οί Απόστολοι, εΙς οΟς ό Κύρίοο «έδωκεν έξουσίαν κατά 
πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε αυτά έκβάλλειν καΐ θεραπεύ- 
ειν πασαν νόσον καΐ πασαν μαλακίαν;» (Ματθ. Γ, 1). Πώς; 
Δέν είναι αύτοΙ έκεΤνοι οί Απόστολοι, οίτινες λεγεώνας δλους 
4καθάρτων πνευμάτων έξέβαλλον, καΐ άπδ τής περιοδείας 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



». 31 » 

αυτών επιστρέφοντες μετά χαρδς έλεγον τφ εαυτών διδα- 
σχάλφ. «ΚαΙ τάδαιμι^νια ήμϊν υποτάσσεται ίν τψ όνίματί 
σου»; (Λουκ. ι', 17). Πώς τώρα μένουσι τόσω άφωπλισμέ- 
νοι ενώπιον έν6ς ακαθάρτου πνεύματος, δπερ φαίνεται τόσον 
Ισχυρδν απέναντι τ"?)ς τφ θείφ Πνεύματι ώπλισμένης φά- 
λαγγος τών μαθητών τοΟ Θεανθρώτου ; Κατά τοΟτο άπο- 
ροΟντες και οΐ ί^ιοι ίμενον άφωνοι καΐ έννεοί. Πλην $1ν φθά- 
νει ή απορία καΐ σιωπή αυτών και ή τοσαύτη αυτών ήτ- 
τα. Εις ταΟτα προστίθενται καΐ αΐ επικρίσεις τών θελόντων 
νά έπικρίνωσι καΐ κατακρίνωσι πάντα, καΐ αΐ κατηγορίαι 
τών εχόντων «χείλη δόλια έν καρδί^, χαΐ έν καρδί^ε λα- 
λοόντων κακά», (Ψαλμ. ια', 3). Όπερ ίπαθον τότε καΐ οΐ 
*Απόστολοι ύπ6 τών έκεΐ ευρεθέντων γραμματέων, πρ^ς οΟς 
δυσχερ-ί] άνεδέχθησαν συζήτησιν. Όποίας αρά γε βλασφη- 
μίας δεν έξέφερον πρ6ς τους μαθητάς εκείνοι, οΐ όποΤοι άπ*. 
ευθείας καΐ αύτ6ν τ6ν Σωτήρα άπεκάλεσαν Σαμαρεί- 
τη ν, οΐ όποιοι καΐ πρ6ς αύτ6ν εϊπον δαιμόνιον έχεις 
(Ίωάν. θ', 48) καΐ €ίν τφ άρχοντι τών δαιμονίων ίκβάλ- 
λει τά δαιμόνια;» (Ματθ. θ', 34). ΌποΓα άρά γε ίλεγον 
πρ6ς τους μαθητάς αυτοΟ τώρα, οπότε δεν ήδυνήθησαν νά 
έκβάλωσιν 2ν δαιμόνιον; 

γ'. Έν τη άπορί^ καΐ ττ) συζητήσει αυτών ταύττ) ιδού 
ίπιφαίνεται καταβαίνων άπ6 τοΟ όρους 6 Σωτήρ. ΚαΙ ή ίμ- 
φάνισις αύτοΟ τών μίν μαθητών το γ^ό'^τιΐί.Λ άνεπτέρωσε 
καΐ τά πρόσωπα έφαίδρυνεν, εΙς τους άλλους δΐ πάντας πα- 
ρήγαγε θάμβος, δπερ έκαμεν αυτούς νά προσέλθωσι καΐ 
άσπασθώσιν αυτόν. Μεταξύ δέ αυτών έζόχως διακρίνεται 6 
πατήρ τοΟ έλεεινοΟ υΙοΟ, όστις προσελθών γονυπετεΓ πρ6 
τών ποδών τοΟ δεσπότου, καταλέγει αύτφ τήν συμφοράν 
τοΟ υίοΟ του, αναφέρει ότι προσήγαγεν αυτόν ενώπιον τών 
μαθητών του, καί μετά λύπης αναγγέλλει τήν άποτυχίαν 
τής θεραπείας. € Κύριε, (φωνάζει έκ ψυχής κατωδύνου). Κύ- 
ριε, έλέησόν μου τον υΐόν, δτι σεληνιάζεται καΐ κακώς πά- 



ΟίΟίΐί 



ζβ6\,γΟθΟξ\^ 



= 32 = 

σνει• πολλάκις γαρ πίπτει ει; τ6 πΟρ καΐ πολλάκις εις τ^ 
ΰοωρ. ΚαΙ προσήνεγκα α6τ6ν τοις μαΟηταίς σου, καΐ ο6κ 
ήδυνήΟησαν βεραπεΟσαΐΛ. Αυτά είναι τα λόγια τοΟ δυσ^ίυ- 
χοΰς πατρίς πρ^ς τον Σωτήρα, κατά τ6ν εύαγγελιστήν Ματ- 
ΟαΓον (ιζ', 15, 16)• έάν δ^ άναπτύξωμεν καΐ τ6ν Οεηγίίρον 
Λουκδν, (θ', 38 — 40) παθητικώτατα θέλομεν ευρει αυτά, 
καΐ μίαν άκίμη περίστασιν σημειουμένην, τ6ν ϊλεον καΐ τοΟ 
δεοτπότου καΐ των ακροατών έπισπώσαν ό πάσχων ήτο 
μονογενής. Ιδού τά κατώδυνα ρήματα• «Διδάσκαλε, (φω- 
νάζει ό τοΟ πάσχοντος πατήρ), διδάσκαλε, δέομαί σου, έπί- 
βλεψον έπΙ τίν υΐίν μου, δτι μονογενής εστί μοι• καΐ ιδού 
πνεΟμα λαμβάνει αυτόν, καΐ εξαίφνης κράζει, καΐ σπαράσ- 
σει αύτ^ν μετά άφροΟ καΐ μόγις άποχωρεΓ άπ* αυτοΟ συν- 
'ρρίβον αώτόν, και έδεήθην των μαθητών σου ίνα έκβάλω- 
σιν αυτό, καΐ οΟκήδυνήθησαν». Τίς έχων άνθρωπίνην καρ- 
δίαν δέν κατανύγεται είς τά παθήματα τοΟ δυστυχεστάτου 
τούτου πατρός, δέν τ^ν έλεεΓ, δέν συμπαθεί πρ^ αυτόν, καΐ 
δέν σπεύδει δση δόναμις νά τον παρηγόρηση καΐ νά τφ έπι- 
βέση βάλσαμον είς την καρδίαν συνεισφέρων την θεραπείαν 
'ίου; ΚαΙ δμως ό προ:ος καΐ τ^ΐ^ζ-ροζ την καρδίαν, ό πδσι κη- 
ρύσσων «Μάθετε άπ' έμοΟ δτι πρ^ός είμι καΐ ταπεινές τη 
τη καρδί^» (Ματθ. ια', 29), ό πολλάκις άπαρακλητεί σπεύ- 
σας είς βοήθειαν πολλών πασχόντων, άντΙ νά παρηγόρηση, 
άντΙ νά σπεύση είς την ζητουμένην βοήθειαν, καταλαμβά- 
νεται ύπ6 τής μεγαλειτέρας δργης καΐ εκσφενδονίζει ταύτας 
τάς εκφράσεις τής άγανακτήσεως, ίκανάς νά καταβιβάσω- 
σιν εις τά τοΟ "Αδου τάρταρα έκεΓνον, τζρΌς δν απευθύνονται• 
«"Ώ γενεά (αναφωνεί), ω γενεά άπιστος καΐ διεστραμμένη, 
Ιως πότε ίσομαι μεθ' υμών ; εως πότε άνέξοααι υμών ;» 
(ΜατΟ. ιζ', 17). * • 

δ'. Τί λόγοι τρομεροί, πρόδρομοι καΐ αδελφοί εκείνων, 
ους 2τι άπαξ δταν καθίση έπΙ θρόνου δόξης αυτοΟ, θέλει έκ- 
φ6)νήσει πρ6ς τους έξ ευωνύμων έστώτας- «Πορεύ^σθε άπ* 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 33 = 

ίμοΟ οΐ χατηραμένοι είς τ^ πΟρ τ^ αίώνιον» (Ματθ. κε',41). 
'Αλλά τ( άρά γε τ^ κιν•?]σαν τ6ν Θεάνθρωπον 5ιά να έκφέρη 
αυτού; πρδς τ6ν πατέρα τοΟ σεληνιαζο[χένου ; Μήπως δέν 
καθίστα α6τ6ν δυστυχί) τ& πάΟηαα τοΟ μονογενοΟς υΙοΟ του; 
Μήπως δέν έπροθυμιοποιήθη να τ6ν ©έρϊ) είς τους μιαθητάς 
αύτοΟ ίνα τ6ν θεραπεύσωσι; Μήπως όέν ήλθε γονυπετών να 
ζητήση την θεραπείαν παρά τί]ς πηγί]ς των ίαμιάτων καΐ 
τοΟ πατρ6ς των οίκτιρμών; Μήπως δέν έπεκαλέσθη τ6 ίλεος 
αΟτο^ καΐ δέν έξεφώνησε τ6 «Κύριε, έλέησόν μου τ6ν υίόν 
Διδάί^αλε, δέθ[χαί σου, έπίβλεψον έπΙ τ^ν υΐόν μιου, 8τι (χο• 
νογενής έστίμοι;» Τί έτερον άπΥίτεΓτο; — ω, μη βλέπετε τα 
εξωτερικά ταΟτα σηαεΓα, τά όποΓα δέν είναι απόρροια τής 
καρδίας, δέν ίχουσιν έδραν την πίστιν. Εϊναι ώς £ν προσω- 
ρινδν ψιμμύθιον, τ6 όποΓον άμα πέστ), θέλει σας παρουσιασθ'ί) 
ή αληθής καΐ πραγματική δυσειδής δψις, ή δψις τής απί- 
στου καΐ διεστραμμένης γενε&ς. Εισδύσατε εΙς τήν καρδίαν 
του, καΐ δέν θέλετε ευρει ο&δέ Γχνος καν πίστεως• ανατρέ- 
ξατε εΙς τ6 παρελθόν του, καΐ θέλετε βεβαιωθή δτι είναι 
παρελθόν απίστου καΐ διεστραμμένης γενεδς• μελετήσατε 
χαΐ τ6 ένεστώς κατ' αυτήν ταύτην τήν περίστασιν, καΐ θέ- 
λετε πληροφορηθή, δτι δλα τά εξωτερικά ταΟτα σημεία τής 
εΟλαβείας έγίνοντο κατ έπκρανειαν, χωρίς νά ριφθγ) πρότεζο"^ 
έντ*^ καρδία αύτοΟ ό στζόρος τής πίστεως• «ω γενεά άπιστος 
καΐ διεστραμμένη, έως πότε έσομαι μεθ* υμών ; Ιως πότε 
άνέξομαι υμών;» 

ε'. Είναι αληθές, δτι τά ρήματα ταΟτα δέν έξέφερεν ό 
Σωτήρ μόνον κατά του πατρός, αλλά καΐ κατά των γραμ- 
ματέων, οίηνες τόσαΟτα έξήμεσαν κατά τε αυτοΟ καΐ των 
μαθητών, καΐ προς ο&ς εΟθύς καταβάς άπδ τοΟ δρους έξέφε- 

Εε τήν έρώτησιν, «τί συζητείτε πρδς αυτούς;» (Μάρκ.θ',16). 
[ατά των γραμματέων, οιτινες, ως κατέχοντες τ6ν θεΓον 
νόμον, ίχρεώστουν καΐ αΟτοΙ νά ήναι πληρωταΐ αύτοΟ καΐ 
τους άλλους νά καθιστώσι τοιούτους. Έχρεώστουν καΐ αυ- 
ΤΟΜΟΙ Β . 3 



=.τ 34 =β 

ηά πρώτοι νά είσήρχοντο είς την βασιλείαν τοΟ ΘεοΟ, χαΐ 
τους άλλους όδηγώσιν εις αύτην ουχί δΐ μήτε αύτοΙ 
νά είσέρχωνται, χαΐ τους άλλους ν' άπείργωσι, «περιάγον* 
τες την θάλασσαν χαΐ τήν ξηράν, ποιί)σαι ένα προστιΚυτο^^, 
καΐ δταν γένηται, ποιώσιν αΟτ6ν υί6ν γεέννης διπλότερον 
αυτών» (Ματθ. κγ', 15). Κατά τών τοιούτων γραμματέων, 
των τοιούτων διδασκάλων, τους οποίους ό Θε6ς και ή κοι- 
νωνία διορίζει έρμηνευτάς τοΟ νόμου καΐ καθηγεμόνας τ^)ς 
νεολαίας, α^τοί δέ άντίθετον χαράττοντες όδ6ν διαστρέφουσι 
τάς διανοίας των τέκνων, και καθιστώσιν αΟτά ελεεινά, κα- 
τεχόμενα ύπ^ τοΟ κωφοΟ καΐ αλάλου πνεύματος τ•?]ς δια- 
στροφής καΐ απιστίας, εκσφενδονίζονται οί φοβεροί λόγοι τοΟ 
Κυρίου• «ω γενεά άπιστος καΐ διεστραμμένη, έως πότε έσο- 
μαι μεΟ' υμών; έως πότε άνέξομαι υμών;» 

ς-'. Ότι δέ κάΙ εις τ6ν πατέρα τοΟ σεληνιαζομένου επεκ- 
τείνεται ή έπιτίμησις αυτή, άποδεικνύουσιν αΐ διπλαΓ κα- 
ταθέσεις. &ς αΟτδς κατέθεσεν εις τάς δίπλας τοΟ ΣωτΫ]ρος 
ερωτήσεις Έρωτ^ αύτ^ν πρώτον «Πόσος χρόνος εστίν, ως 
τοΟτο γέγονεν αύτφ»; και αύτ6ς αποκρίνεται «Παιδιοθεν». 
ΤοΟτο τδ «παιδιόθεν», έάνδηλοΓτδ έκ γενετί)ς, δείκνυσιν, δτι 
τδ άρτι εις τον κόσμον έρχόμενον καΐ οόδεμίαν εΙσέτι προαι- 
ρετικήν άμαρτίαν πράξαν ^ρέ(^ο^ δεν ήδύνατο νά προέλΟη ε?ς 
τδ φώς αίχμάλωτον τοΟ ακαθάρτου πνεύματος, έάντοΟτοδέν 
είχε προηγουμένως τδ έαυτοΟ κράτος έπΙ τών γεννητόρων. 
Έάν δέ δήλοι τδ έκ παιδικγ;ς ηλικίας, ή ένοχη πάλιν επιπί- 
πτει έπΙ τών γονέων, οίτινες δέν έφρόντισαν νά δώσωσιν εΙς 
αύτοτήν άπαιτουμένην άγωγήν τών χρηστών ήθώνδιά τής 
είςτδν Θεδν πίστεως, καΐ περιφρουρήσαντες αύτδ πανταχόθεν 
μη άφήσωσι δίοδον είς τδ άκάθαρτον πνεΟμα• αλλά καΐ 
άφοΟ οπωσδήποτε επήλθε τδ^δυστύχημα τοΟτο, ποίαν πρό- 
νοιαν Ιλαβεν ό πατήρ περί τής θεραπείας τοΟ μονογενοΟς 
αύτοΟ υίοΟ; ποΟ έδραμε; τί έκαμε ν; — άπδ τριών ήδη περί- 
που ετών ό Σωτήρ περιήγε τήν Γαλιλαίαν, κενών τάς χ^ά- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



π» 35 =^ 

ριτας των αύτοΟ θαυμιάτων, πώς αΟτ^ς ίμενεν άίιάφορος 
καΐ άνήκοος ι^ς φήμι-ης τοΟ Σωτ^ΐρος, οπότε άπ6 τοΟ βαπτί- 
σματος αύτοΟ «ύπέστρεψεν 6 ΊησοΟς έν τη δυνάμει τοΟ Πνεύ- 
ματος εις τήν Γαλιλαίαν, καΐ φήμη εξήλθε καθ* δλης τί5ς 
περιχώρου περί αύτοΟ;» (Λουκ. δ', 14). Πώς δέ καΐ μετά 
τα τρία έτη έλθών να ζήτηση τήν θεραπείαν τοΟ παιδίς, 
άνεμιγνόετο μετά τών γραμματέων, των βλασφημούντων 
τ^ν μέλλοντα ίατρ6ν τοΟ υΙοΟ του; Όλα ταΟτα όεικνύουσιν 
δτι αύτδς ήτο γενεά άπιστος καΐ διεστραμμένη. Συγκατα- 
τίθεται τέλος ό Σωτήρ νά έπιφέρη τήν θεραπείαν καΐ γνω- 
ρίζων δτι ρίζα τοΟ παθήματος τοΟ σεληνιαζομένου παιδδς 
ήτο ή απιστία τοΟ πατρός, έρωτςί αύτ6ν δεύτερον, έάν δύ- 
ναται νά πιστεύση, καΐ διαδηλών δτι άπ6 τής πίστεως αύ- 
τοΟ εξαρτάται ή θεραπεία τοΟ υΙοΟ του, προσκαλεί α6τ6ν 
εΙς τήν πίστιν λέγων τ6 €εί δύνασαι πιστεΟσαι, πάντα δυ- 
νατά τψ πιστεύοντι»• αύτ6ς δέ ομολόγων τήν μέχρι τοΟδε 
άπιστίαν του, συγκατατίθεται νά ρίψη έν τή έαυτοΟ καρδί^ 
τον σπδρον τής πίστεως καΐ μετά δακρύων κράζει• € Πιστεύω, 
Κύριε, βοήθει μου τή άπιστί<?». Μετά τήν όμολογίαν ταύ- 
την καΐ τήν διαταγήν τοΟ Κυρίου, τ^ άκάθαρτον πνεΟμα 
άφίνει τήν λείαν του. 

ζ'. Βλέπετε λοιπόν έκ τών διπλών καταθέσεων τοΟ ιδίου 
πατρός, δτι αύτος ήτο αληθώς γενεά άπιστος καΐ διεστραμ- 
μένη ; ΚαΙ δτι εϊχε δίκαιον — έάν ποτέ 6 διάβολος δύναται 
νά ίχη δίκαιον — είχε δίκαιον τ6 άκάθαρτον πνεΟμα νά μέ- 
νη άπαραβίαστον έπΙ τοΟ κράτους τής κατοχής του, καΐ ούτε 
τάς επιτιμήσεις τών Αποστόλων ν' άκούη, ούτε τους εξορ- 
κισμούς αυτών νά λογίζηται; είχε δικαιώματα απαράγρα- 
πτα έπΙ τής απιστίας καΐ τ^^ς διεστραμμένης γνώμης τοΟ 
πατρός. Είχε δικαιώματα απαράγραπτα καΐ έπΙ τής έξ απα- 
λών δνύχω^ν κυριότητος έπΙ τοΟ παιδός• δικαιώματα, τά 
όποΐα δέν ήδυνήθησαν νά παραγράψωσιν δλοι οί Απόστο- 
λοι, καΐ έχρειάσθη νά έλθη αύτίς 6 Θεάνθρωπος αΟτοπρο- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



^ 36 = 

σώπως νά διάλυση, καΐ τοΟτο μετά την όμολογίαν τί)ς 
πίστεως έκ μέρους τοΟ πατρές. ΤοσοΟτον ισχυρά εϊναι τά 
ακάθαρτα πνεύματα, τά δποΓα καταλαμβάνουσι τ6ν άνΟρω- 
πον άπ6 τ^]; παιδικί]ς ηλικίας• τοσοΟτον αναπόσπαστα εί- 
ναι τά πάθη, τά όποΓα άπ6 τ^ς παιδ:κ?]ς ηλικίας συναυ- 
ζάνουσι μετά τοΟ ανθρώπου, ώστε ούτε Ιερείς, ούτε αρχιε- 
ρείς, οδτε πατριάρχαι δύνανται ν' άποσπώσιν αώτά άπ' α6- 
τοΟ χωρίς έκτακτου τιν^ς θαύματος, καΐ τοΟτο πάλιν μΐ 
την βοήθειαν των γονέων. 

η'. Επειδή δΐ καθ* ήμέραν δέν γίνονται θαύματα, διά 
τοΟτο άπο τ?]ς γεννήσεως αΟτής καταβάλλωμεν τήν δέου- 
σαν φροντίδα καΐ πρόνοιαν περί τήν καλήν άνατροφήν των 
ημετέρων τέκνων, έάν θέλωμεν νά καταστήσωμεν αυτά εΟ- 
δαίμονα, καΐ δώσωμεν εΓς τε τήν Έκκλησίαν ύγι5 μέλη 
καΐ εΙς τήν πολιτείαν χρηστούς πολίτας, καΐ ημείς μή ώμεν, 
ώς ό πατήρ τοΟ σεληνιαζομένου, «γενεά άπιστος και διε- 
στραμμένη, γενεά σκολιά και παραπικραίνουσα, γενεά, ήτις 
ού κατεύθυνεν έν τ^ καρδί^^ι αυτής, καΐ ουκ έπιστευθη μετά 
τοΟ ΘεοΟ τ6 πνεύμα αυτής» (Ψαλμ. οζ', 9)• αλλά γενεά 
πιστή, γενεά ευθέων ευλογημένη, α γενεά ζητοΰντων τδν 
Κύριον, ζητούντων τ6 πρόσωπον τοΟΘεοΟ Ιακώβ» (Ψαλμ. 
κγ', 6). *Ίνα δέ τοΟτο γένηται, φέρε σκεψώμεθα α'] «όποΓα 
τά καθήκοντα των γονέων περί τά εαυτών τέκνα», καΐ β'] 
«πώςταΟτα πράττοντες δύνανται να βάλωσι κατά σκοπόν»^ 
ΚαΙ ταύτα έστωσαν το άντικείμενον τοΟ ημετέρου λόγου* 

θ'• Συ δέ, παναγιώτατε δέσποτα, ό υπέρτατος ημών πα- 
.τήρ, διδάσκαλος καΐ άρχιποίμην, ό μή εις τήν άδυναμίαν 
μου άπιδών, άλλα φιλοστοργως συγκαταβάς νά μέ διάτα- 
ξης Ινα σήμερον εύαγγ•ελίσωμαι ένΈκκλησί^: μεγάλη, ένί- 
σχυσον μέν τήν άδυναμίαν μου διά των παναγίων σου ευ- 
χών, αΟτ6ς δέ ώς στύλος φωτεινές προηγοΟ τοΟ λόγου μου, 
γινόμενος αρχηγός καΐ τελειωτής αύτου, τά μέν ελλείποντα 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 37 = 

άναπληρών, τα δέ περιττά απορρίπτων καΐ τα έσφαλαένα 
έπανορθών. 

Α'. 

ι'• "Ινα όρίσωμεν ακριβώς τα πρίς τα τέκνα καθήκοντα 
των γεννητόρων, πρέπει προηγουμένως να μιελετήσω(Αεν την 
φύσιν καΐ την πρ^ς άλληλα σχέσιν άριφοτέρων των μερών 
συμφώνως τη άξί^, .μέ την οποίαν εΓναι 6 άνθρωπος πε- 
προικισμένος, τφ προορισμω, δΓ δν έπλάσθη, καΐ τη θέσει, 
ί^ν αύτδς κατέχει έν τη τοΟ παντός δημιουργί^ε. 

ια'. "Άν άναδράμωμεν δια τοΟ νο6ς εΙς τ6ν καιρόν, καθ* 
8ν ό Θε^ δια τοΟ λόγου αύτοΟ παρήγαγεν είς την υπαρξιν 
ίΙί όρώμενον κοσμον έν £ξ ήμέραις, — εΓτε φυσικάς ημέρας 
ταύτας θεωρήσωμεν, εΓτε μεγάλα; χρονικά; περιόδους κατά 
την ίρμηνείαν, ί)ν αυτός ό τ•?)ς Γενέσεως συγγραφεύς άπο- 
δίδωσιν έν τψ εις αυτόν έπιγεγραμμένφ ψαλμφ (πθ', 4) 
«χίλια ίτη έν δφθαλμοίς σου. Κύριε, ώς ήμερα ή εχθές, ήτις 
διήλθε», καΐ την οποίαν παρεδέχθησαν καί τίνες τών Πα- 
τέρων, ίπικυροΟσι δέ καΐ αύταΙ αί ανακαλύψεις τών φυσιο- 
διφών, — θέλομεν Γδει, βτι άποφασίσας ίνα θέση κορωνίδα εις 
την άρχικήν του δημιουργίαν, άνέλαβεν ?να Ιδίαις χερσί 
πλάση τδν άνθρωπον, καΐ συμβούλιον οΙονεΙ συγκροτήσας 
τοΟ έν Τριάδι ΘεοΟ Ι^ίζο'ζο την άπόφασιν «Ποιήσωμεν άν- 
θρωπον κατ* εικόνα ήμετέραν καΐ όμοίωσιν» (Γεν. α', 26). 
ΚαΙ παρήγαγεν ούτω τό έξαίρετον πλαστούργημα τών χει- 
ρών του, σύνθετον έξ άίίλου καΐ ύλης, έκ σώματος καΐ ψυ- 
χής, έμφυσήσας έν αύτφ πνεΟμα ζωής, και κοινωνόν ποιη- 
σάμενος πολλών τών θείων προσόντων, άπειργάσατο αυτόν 
βασιλέα τή; κτίσεως καΐ εΙκόνα αύτοΟ έπΙ τής γής καΐ 
έπίγειόν τίνα Θεόν. Αυτόν δέ, καΐ άφ' ού διά τής παραβά- 
σ€ως ήμαύρωσεν ή ν έφερε θείαν εικόνα, και έκινδύνευε νά 
«συμπαραβληθί) τοΓ; κτήνεσι τοΓ; άνοήτοι; καΐ όμοιωθή αύ- 
το14» (Ψαλμ. μη', 13), ό Θεός έν τφ τέλει τών έξ έποαέ- 



» 38 >» 

νων χιλιετών ήμερων ηύδ^κησε πάλιν ν* άναμορφώσΐ^• 
χαΐ ίιά τοΟ μιονογενοΟς ΥΐοΟ, άναλαβίντος τήν άνθρωπίνην 
φύσιν, χαΐδιά τ^)ς ΙτΛ τοΟ Γολγοθά μεγάλης θυσίας, «τ?|ς 
έν τέλει των αιώνων Θεοφανώς γεγενημένης», εξιλέωσαν- 
τος τήν θείαν δικαιοσυνην, ο6 μόνον να έπαναφέρη τήν θείαν 
αύτοΟ είκίνα εις τ^ άρχέτυπον κάλλος, άλλα καΐ συμπά- 
οεδρον έν τφ θεΓκφ θρόνφ να χαταστήσϊ) αυτ^ν έν τφ θεαν- 
ορικφ προσώπφ τοΟ Κυρίου. €Ό μίν ο5ν Κίριος, μετά τ6 
λαλ•?]σαι αύτοΓς, άνελήφθη εις τδν ούρανδν χαΐ έκάθισεν έχ 
ίεξιών τοΟ ΘεοΟ» (Μάρκ. ιςτ', 19). 

ιβ'. Τοιαύτη καΐ τοσαύτη ή τοΟ άνθρωπου αξία. Κατ* 
αυτήν δέ Ιστάμενος υπεράνω πάντων τών έπΙ γή; κτισμά- 
των, των οποίων ως βασιλεύς δεσπόζει δια τοΟ νο^ς καΐ 
τών λοιπών προσόντων, ύπέροχον καΐ διάφορον έχει καΐ τδν 
προορισμόν. Τα ζώα γεννώνται, ζώσι καΐ χαταλήγουσιν είς 
φθοράν. Ό άνθρωπος γεννώμενος δέν διανύει, δίν πρέπει νά 
οιανύη ζωήν δμοίαν ττ) εκείνων, πάντη ζωώδη καΐ κατα- 
λήγουσαν είς φθοράν, άλλα βίον άξιον 'Τ'ίΙς έαυτοΟ αξίας, τί)ς 
θέσεως καΐ τών θείαχν αύτοΟ τφοσόντων, βίον μή περατού-» 
μενον ύπ6 τήν πλάκα τοΟ τάφου, άλλα παρεκτεινόμιενον 
χαΐ έν τφ άπείρφ τί)ς αίωνιότητος, δι' ήν προώρισεν αύ- 
τδν 6 Δημιουργός. €Ό Θε6ς έκτισε τονάνθρωπον έπ' άφθαρ• 
σί^ε», λέγει ή Σοφία (Σολομ. β', 23). Ναί• ό άνθρωπος δια- 
μένων έπΙ τί)ς παροικίας ταύτης οΟδΙν έτερον έχει ή Ενα, 
έπιγινώσκων τ^ν Θεόν, δοξολογών α&τόν, καΐ τα θεϊα αδ- 
τοΟ προσόντα άναπτύσσων Οση δύναμις, καΐ τάς αύτοΟ πρά- 
ξεις ρυθμίζων κατά τ6ν θείον νόμον, εύδαιμονή μίν έπΙ γί)ς, 
μεταβαίνη δέ κατόπιν είς τ6 πλί)ρες ττ^ς έν ο6ρανοϊς άποκει- 
μένης μακαριότητος. Ναί• 6 άνθρωπος ουδέν Ετερον έχει, ή 
Γνα, ταττόμενος ώς μέλος τί5ς έπΙ γί)ς ύπ6 τήν θείαν σημαίαν 
τοΟ έαυτί)ς νυμφίου τήν στρατείαν τ^Ις πίστεως καΐ άρετ?)ς 
στρατευόμενης Εκκλησίας, καΐ σταδιοδρομών άκουράστως 
-56 στάδιον τοΟτο, μεταβαίνη ίνα άποτελέσγ) μέλος τ*?}ς έν 



= 39 == 

^δρανοΓς βασιλευούση; Εκκλησίας. «Προ<5•ερχί[Λενος Σιών 
βρει, καΐ πίλει ΘεοΟ ζώντος, Ιερουσαλήμ, έιτουρανίω, καΐ 
μυριάσιν Αγγέλων, πανηγύρει καΐ έκκλησί^ πρωτοτόκων 
έν ούρανοΓς άπογεγρα[Λ[Λένων, καΐ κριτ*^ Θεω πάντων, καΐ 
πνεύ(Αασι δικαίων τετελειωμένων, καΐ διαθήκης νέας μεσί- 
ττ) ΊησοΟ (Έβρ. ιβ', 22—24). 

ιγ'. Τοιούτων ούσών τής αξίας, τής έν τφ σύμπαντι θέ- 
σεως καΐ τοΟ προορισμιοΟ του άνθρωπου, έπίμιενον είναι να 
έξετάσωμεν, ποΓα καθήκοντα άπορρέουσιν έκ τής φύσεως 
καΐ τής πρδς τα τέκνα σχέσεως των γεννητφων, Ικανά νά 
συμπληρώσωσι τάς ρηθείσας Ιδιότητας αυτών ώς ανθρώπων. 

ιδ'. "Αν ήναι, ώς καΐ είναι, αληθές, 8 τι ή αΟτοαλήθεια 
αποφαίνεται €Ό Πατήρ μου Ιως άρτι εργάζεται» ('Ιωάν. 
€', 17), πρέπει νά παραδεχοομεθα, δτι μετά την πρώτην 
πλάσιν τοΟ ανθρωπίνου γένους, έν τω προσώπφ του Άδάα 
καΐ τής Εύας, δ Θε^ς πράττει καΐ ίνα έκαστον ημών έν τη 
μήτρςι τής ημετέρας μητρίς. Μάρτυς ι:ούτοΌ αύτος 6 Θε^ς 
λέγων πρ^ς Ίερεμίαν τ6ν προφήτην «Πρ6 τοΟ με πλάσαι έν 
χοιλί^, έπίσταμαί σε» (Ίερ. α', 5). Ή πλάσις δμως αυτή 
διαφέρει εκείνης• καθότι εκείνη μέν ήτο γενική, ούτως εΙπεΤν, 
πλάσις τοΟ ανθρωπίνου γένους έν τη ύποστάσει τών ημετέ- 
ρων γεναρχών, αυτή δέ μερική έν6ς έκαστου. Εκείνη έγέ- 
νετο κατ έξαίρετόν τίνα τρόπον, χοΟν λαβόντος έκ τής γής 
τοΟ ΘεοΟ καΐ πλάσαντος αύτ6ν ίόίαις χερσί και έμφυσήσαν- 
τος αύτφ πνεΟμα ζωής• αυτή δέ, καθ' οΟς αυτός έθετο νό- 
μους τής φύσεως, διά τοΟ πατρί)ς καΐ τής μητρός, οϊτινες 
συνεργοί τοΟ ΘεοΟ είσι, δεύτερα αίτια καΐ δεύτεροί τίνες 
οίονεΐ θεοί γινόμενοι περί την πλάσιν ταύτην. Κατ* έκείνην 
τέλειος προήλθεν ό άνθρωπος τήντε ψυχήν καΐτό σώμα έκ 
τών χειρών τοΟ ΔημιουργοΟ, κατά ταύτην δέ ατελής καΐ 
νήπιος κατ* αμφότερα προέρχεται έκ νηδύος μητρ6ς αύτοΟ• 
ώστε κατ' έκείνην οί μέν ημέτεροι γενάρχαι δεν είχον ανάγ- 
κην ούτε σωματικής ανατροφής ουχε διανοητικής άναπτώ- 



= 40 =. 

Σεως, κατά τήν γέννησιν δέ έκαστου ή[χών υπάρχει ανάγκη 
αμφοτέρων. Την έκπλήρωσιν δέ τούτων επιβάλλει εις ίκα- 
στον των γεννητφων ή τε φύσις καΐ ό Θε6ς λέγοντες πρ6ς 
αυτόν «Διατήρησαν μοι τ6 παιδίον τοΟτο, καΐ θήλασίν μοι 
αύτ<5» (Έξόδ. β', 9). Τψ δντι. 

ιε'. Προέρχεται βροτΐς γεννητ^ς έκ τ^ς νηδόος τ6 νήπιον, 
καΐ δια τί]ς εις τδν κόσμον τούτον έλεύσεως αύτοΟ σύν τφ 
ονόματι τοΟ π α τ ρ 6 ς καΐ τ-^Ις μητρός περιβάλλει τους 
έαυτοΟ γονείς καΐ μέ σπουδαΤα καΐ βαρύτατα καθήκοντα: 
φυσικά, θρησκευτικά καΐ ηθικά. Τ6 νήπιον το&το εΖναι 6 
τιμαλφής καρπός τής αγάπης, την οποίαν αυτοί συνέλαβον 
πρ6ς αλλήλους, καΐ ώμοσαν νά διατηρήσωσι διά παντός, 
καΐ τδν δρχοΊ αυτών ίπεκύρωσεν ή κοινωνία καΐ ηύλόγησεν 
ό Θεός διά τής Εκκλησίας. Δέν δύνανται λοιπόν παρά νά 
ϊχωσιν έστραμμένα πρ6ς αύτδ τά δμματα, μαρτυροΟντα 
τήν ί αυτών άγάπην προς τό προϊόν αυτής, καΐ μετά ζωη- 
ράς επιθυμίας μεταδίδωσι τά μέσα τής συντηρήσεως προς 
τό ασθενές πλάσμα, τδ όποΤον έφερον προς τήν κοιλάδα ταύ- 
την τοΟ κλαύθμωνος, μέχρις οδ αυτό φθάσαν είς ήλικίαν 
γένηται Ικανόν νά πορίζηται τά αναγκαία προς τήν έαυτοΟ 
συντήρησιν, καΐ γενόμενος άνήρ πορεύηται πορευόμενος τήν 
ίδόν, ήν έχάραξεν αύτψ 6 προορισμός του. Τδ βρέφος τοΟτο 
είναι εκείνο τδ δν, είς τδ οποίον βλέπουσι μεταβιβαζομένην 
τήν ιδίαν αυτών υπαρξιν, καΐ τδ οποίον θέλει παρεκτείνει 
εΙς τάς ευρείας εκτάσεις τοΟ μέλλοντος τήν διαιώνισιν τοΟ 
γένους, δπερ καΐ αύτοΙ παρέλαβον παρά των γονέων αυτών, 
χάκείνοι παρά τών τιρογόνων μέχρι τοΟ πρώτου άνθρωπου, 
τοΟ γενάρχου τοΟ ανθρωπίνου γένους. Δέν δύνανται λοιπόν, 
ή μετά παλμών καρδίας νά περιφρουρώσι τήν κοιτίδα τοί> 
διαδόχου, τό γ' έπ' αύτοίς, τοΟ ανθρωπίνου γένους, εΙς τδν 
οποίον αϊ επερχόμενα ι γενεαΐ θέλουσιν ακούσει τδ δνομά των, 
καΐ Γδει βεβαιουμένην τήν έν τψ κόσμω τούτφ περιοδικήν 
ύπαρξίν των. 



ΟίΟίΐίζθοΙ Ιαγ 



Οοο^Ιε 



ιγ'. ή ζωϋχή Λοιπδν συντήρησις καΐ ή ζωΙκή πρόνοια 
εϊναι τά δύο πρώτιστα καθήκοντα τών γονέων άλλα περί 
των οποίων δέν εϊναι ανάγκη να όμιιλήσω• διότι την ξυνώ- 
ρίδα ταυτην τών φυτικών καθηκόντων προέλαβεν ό Θεός 
να έγχαράξτ) ούχΙ έν πλαξί λιθίναις, άλλ' έν πλαξΙ σαρκί- 
ναις, έγγράψας έν ταΐς πτυχαΚ παντός ούχΙ μόνον άνθρω- 
που, άλλα καΐ ζώου την πρδς διατήρησιν τοΟ αυτών εΓδους 
στοργήν καΐ πρόνοιαν υπέρ τών μικρών των. Έμβλέψατε 
είς τα πετεινά τοΟ ούρανοϋ, και θέλετε Γδει δτι, άφ* οδ έπΙ 
Ικανάς ημέρας μένωσιν έπωάζοντα έν ταΓς καλιαίς, μετά 
πόσης προνοίας φροντίζουσι να άναθρέψωσι τους άπτίΐνας 
αυτών νεοσσούς, κομίζοντα την τροφήν καΐ πόσιν έν τφ ράμ- 
φει και έμβάλλοντα έν τω , στόματι αυτών άφ' οδ δέ ούτοι 
πτεροφυήσωσι, μετά πόσης φροντίδοί έθίζουσιν αυτούς βαθ- 
μηδόν νά ίτΓΐανται, έως ού, άφ' ού ίσχυροποιηθώσιν αϊ 
πτέρυγες, χειραφετούμενοι άνοίγουσιν αύτάς καΐ γίνονται 
καΐ αύτοι πολίται τοΟ αιθέρος, διαμετροΟντες καΐ πολίζον- 
τες τάς εκτάσεις τ?5ς ατμοσφαίρας. Καταβιβάσατε τά βλέμ- 
ματα καΐ έπΙ τί]ς παμμήτορος γ•?]ς καΐ θέλετε Γδει, ίτι καΐ 
δλα τά έπ* α6τ*?]ς ζώα, ώς καΐ «τα διαπορευόμενα τρίβους 
θαλασσών» (Ψαλμ. η', 9), δλων τών βαθμίδων καΐ όλων 
τών ειδών, τά τε ώοτόκα καΐ τά μαστοφόρα, άπ6 τών μι- 
κρότερων μέχρι τών μεγαλειτέρων, άπό τών άδυνατωτέρων 
μέχρι τών ισχυρών, άπ6 τών ήμερων μέχρι καΐ αυτής τής 
τίγρεως, μεγίστη ν καταβάλλουσι πρόνοιαν περί την τροφήν 
καΐ προφύλαξιν τών νεογνών των. Θέλετε Γδει, βτι καΐ αύ- 
τη ή κατοικίδιος δρνις, καταβάλλουσα τήν αυτήν φροντίδα, 
ήν καΐ τά συνάδελφα καΐ ομοειδή του ούρανοΟ πτηνά περί 
τήν παραγωγήν τών νεοσσών της, μετά πόσης μερίμνης 
περιάγει τ6 μικρόν της ποίμνιον πρ6ς άναζήτησιν τροφής, 
μετά πόσης άγριότητος εφορμά κατά τοΟ τολμητίου, όστις 
ήθελεν άποπειραθή νά έγγίξγ) έν καν τών μικρών της, καΐ 
μετά πόσης κηδεμονίας συνάγουσα σκέπει• α τά νοσσία έαυ- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 45 = 

^1)ς ύτώ τά; πτέρυγας» (Ματθ. κγ', 37), παρέχουσα τι) μη- 
τριχ6ν θάλπος χαΐ κατοχυροΟσα αυτά ώς έν τφ άσφαλεστά- 
τφ φρουρίφ. 

ιζ'. Έάν λοιπόν οΐ γονείς λαίλβάνωσι την αυτήν πρί- 
νοιαν, ί)ν χαΐ δλα τα ζώα περί τα νεογνά των, ούδεν μέγα 
πράττουσιν είίχή δ τι υπαγορεύει 6 [λέγας χάρτης τί]ς φύ- 
σεως, τ6ν όποϊΌν επιβάλλει αύτοΓς ούχΙ μόνον ό λόγος, δτι 
αΟτοΙ είναι οΐ αΓτιοι οΐ παραγαγόντες εΙς την υπαρξιν έκεΓνο 
δπερ πρέπει χαΐ να συντηρήσωσι καΐ προφυλάξωσιν, άλλα 
χαΐ αΟτ6 τ6 γόητρον χαΐ ή συμπάθεια, μέ τά όποΓα έπροικ(σθη 
ώς μέ ίσχυράν ασπίδα τ6 νήπιον, ίνα δύνηται έν ττ) άδυνά- 
τφ ήλικίί^Ε του νά προασπίζηται έαυτ6 καΐ άπ6 τάς έπιβου- 
λάς καΐ αυτών τών σκληροχαρδίων, καΐ τά φιλήματα καΐ 
τάς περιπτύξεις καΐ τάς λοιπάς περιποιήσεις έπισπάται• ώστε 
τ^ν φόρον τοΟτον τελοΟντες περί τ6 εαυτών νεογνών οΐ τεκόν- 
τες πράττουσι τ6 καθήκον, δπερ επιβάλλει αύτοΓς ή κλήσις 
τοΟ ζώου. Άλλ' έδώ τ6 γεννηθίν δέν είναι, ώς δλα τά 
άλλα ζώα, άλογον, άλλα ζώον λογικόν, νοΟ καΐ επιστήμης 
δεκτικδν, είναι δν πεπροικισμιένον μΐ ψυχήν, καΐ μέ πολλά 
θεία προσόντα- είναι άνθρωπος πλασθείς κατ' εικόνα ΘεοΟ 
καΐ όμοίωσιν €Ποιήσωμεν &\^ρωτ:ο^ κατ' εΙκόνα ήμετέραν 
καΐ δμοίωσιν». 

ιη'. Τ6 βρέφος λοιπόν τοΟτο καθήκον ίχουσιν οΐ γονεΓς 
νά καταστήσωσιν αληθή εΙκόνα καΐ δμοίωμα τοΟ πρωτοτύ- 
που. *Ινα δι τοΟτο γένηται, πρέπει νά Γδωμεν όποΓα είναι 
τά ύπ6 τοΟ ΘεοΟ χορηγηθέντα τφ άνθρώπφ προσόντα, ίνα 
ήναι ομοίωμα αύτοΟ, και τά όποΓα καλώς καλλιεργούμενα 
δύνανται νά τ6ν καταστήσωσιν αληθή εικόνα τοΟ ΘεοΟ ίπΐ 
γής, έπίγειον Θεόν. 

ιθ'. Πρώτον ό Θε^ς είναι νοΟς παγγνώστης, δστις γνω- 
ρίζει εαυτόν, γνωρίζει καΐ πάντα τά άλλα, καΐ οΟδέν 
υπάρχει δπερ νά ήναι άγνωστον εις αυτόν «Κύριε, συ 
«άντα οίδας» (Ίωάν. κά, 17). «Κύριε, συ έγνως πάντα τλ 



χ= 43 = 

ϊσχατα χαΐ τα άρχαΓα» (Ψαλ[Λ. ρλή, 4). ΟΖδε «ιιρίτ' Ιόν* 
τα, τα τε δντα, τά τ' έσόμενα» (Όμήρ. 'Ιλ. Α, στ. 70)• 
Είναι ό άιτίραντος ωκεανός των γνώσεων, ενώπιον τοΟ δτ^οίου 
θαμβωθείς ό Απόστολος έξ-φώνησεν «'Ώ βάθος πλούτου 
καΐ σοφίας καΐ γνώσεως ΘεοΟ• ώς ανεξερεύνητα τα κρίματα 
αύτοΟ καΐ ανεξιχνίαστοι αί όδοΙ αύτοΟ ! » (Ρωμ. ιά, 33). 
ΝοΟν ίδωκε καΐ εΙς τ6ν άνθρωπον. Όφείλει λοιπόν οδτος 
τ^ν νοΟν, (χέ τ6ν όποΓον τδν έπροίκισεν ό Θεός, Ενα δι' αύτοΟ 
ήγεμονεύη των λοιπών κτισμάτων, να μή τ6ν άφίνη είς 
νέκρωσιν καΐ άχρηστίαν, άλλα ζωογόνων α6τ6ν δια τΫ^^ 
διδασκαλίας να τ6ν καθιστή ζώντα χαΐ ενεργών έν τ^ επι- 
στήμη. *Ώστε στρέφων τ6 δμμα τί^ς διανοίας εΙς εαυτόν 
καΐ μελετών τάς δυνάμεις καΐ ενεργείας τ'?)ς ψυχ'?]ς καΐ 
βλον τον έν έαυτφ πνευματικόν κόσμον, να καταμανΟάνγ] 
εαυτόν, αρχόμενος αληθώς νά φιλοσοφή δια τοΟ €Γνώθδ 
σαυτόν». Στρέφων δ' Ιπειτα αύτ6 πρδς τα έκτ^ς νά σπου- 
δάζγ) την μέχρι τοΟδε γενομένην άνάπτυξιν καΐ πρόοδον τί)ς 
άνθρωπίνης διανοίας ύφ' δλας τάς επόψεις, νά μελέτη τήν 
κοινωνίαν τών ομοίων αύτφ, νά μανθάνη ποία ή πολιτεία 
καΐ ή κυβέρνησις αυτών, ποίας μεταβολάς και αλλοιώσεις 
έπέφερον έφ* όλου τοΟ προσώπου τ'?)ς γ'?)ς καθ* δλους τους 
αιώνας, καΐ συγκρίνων τά γεγονότα νά πορίζηται τά βέλ- 
τιστα πρ6ς εύτυχίαν καΐ έαυτοΟ καΐ τών ομοίων του. Είκών 
δέ ων εκείνου, «ού έν τ*^ χειρί τά πέρατα τ'?]ς γί)ς καΐ τά 
υψη τών ορέων είσΐ» (Ψαλμ. κδ', 4), νά καταμετρά καΙ 
άριθμ•^ τάς εκτάσεις, τι) μ^κος, τ6 πλάτος, τδ υψος καΐ τ& 
βάθος τοΟ πλανήτου, τδν οποίον κατοικεΓ, ίρχηται δέ κατό- 
πιν ε?ς τήν σπουδήν τών τριών βασιλείων τ•?]ς έπ' α&τοΟ 
φύσεως. Καταμανθάνων δέ καΐ τά εΓδη καΐ τάς ιδιότητας 
τών ζώων, έφ' ών βασιλεύει, τών φυτών, έξ ων τρέφεται 
καΐ τέρπεται, καΐ τών ορυκτών, τά όποΓα ώς δν τινι ταμείω 
έναπεταμίευσεν ό Θε6ς έν τοΙς κόλποις τΨ^ς γ^ς πρ6ς χρ^<τιν 
καΐ πλουτισμών αΟτοΟ, περιστρέφη τήν προσοχήν πρδς τήν 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



<^ 44 =» 

«ΕρικυκλοΟσαν αύτ^ν άτμοσφαϊραν, Γνα έρευν^ τά τε συ- 
σταλτικά και τάς ευεργετικά; αύτί)ς ενεργείας έπΙ τΫ]ς αυξή- 
σεως και συντηρήσεως πάντων των έπΙ γή; δντων, καΐ αύτοΟ 
τοΟ ιδίου έξαιρέτως• Μη θεωρών δέ άρκετάς καΐ τάς γνώ- 
σεις ταύτας, ΐφείλει υψούμενος έπΙ τοΟ στερεώματος, καΐ 
μιμούμενος τ^ν ποιητήν αυτών, «τ6ν άριΟμοΟντα πλήθη 
άστρων καΐ πδσι τούτοις ονόματα καλοΟντα» (Ψαλμ. ρμστ', 
4), νά σπουδάζη τόν αριθμόν καΐ τά δνίματα τών αστέρων, 
νά καταμετργ) τά μεγέθη, τάς κινήσεις, τάς περιστροφάς 
χοΛ τροχιάς τών πλανητών τιερί τε εαυτούς καΐ τά εαυτών 
κέντρα, καΐ τούτων πάλιν περί τδ γενικώτερον κέντρον, τδν 
ήλιον, καΐ καταμανθάνων καΐ μελετών τδ θαυμαστον σύ- 
στημα τοΟ σύμπαντος νά καλή μετά τοΟ προφητάνακτος 
η:ήν έαυτοΟ ψυχήν εΙς εΟλογίαν τοΟ δημιουργοΟ, άναφωνοΟ- 
σαν «*Ως έμεγαλύνθη τά έργα σου. Κύριε, πάντα έν σοφίφ 
ίποίησας» (Ψαλμ. ργ', 24). Μη άρκούμενος δέ καΐ εΙς τάς 
γνώσεις ταύτας τοΟ σύμπαντος, νά προχωρή καΐ εύλαβεΓ 
τή χειρί παρανοίγων τ6 άκρον τοΟ παραπετάσματος, τοΟ 
διαχωρίζοντος την κτίσιν άπ6 τδν κτίσαντα, διά τής θείας 
άποκαλύψεως νά ^εοΚο'γΫί καΐ περί αύτοΟ τοΟ ΘεοΟ, καθόσον 
δυνατόν τ<5) άνθρώπφ. Ου τω δέ καλλιεργών καΐ άναπτύσ- 
σων ό άνθρωπος τόν έαυτοΟ νοΟν, έκπληροϊ τόν προορισμών, 
δι' δν έπροίκισεν αυτόν ό Θεός μΐ τό θεΓον τοΟτο προσόν, καΐ 
γίνεται ομοίωμα τοΟ ΘεοΟ, τοΟ υπέρτατου τούτου νοός• 
ομοίωμα, τό όποΓον τόσον έντελέστερον γίνεται καΐ μάλλον 
πλησιάζον τφ πρωτοτυπώ, δσφ περισσότερον πλοΟτον γνώ- 
σεων άποκτςί. Ό νοΟς λοιτιόν είναι τό πρώτον θεϊον προσόν, 
τό όποΐον ίχει ό άνθρωπος καΐ τό οποίον καλλιεργών, δύνα- 
ται νά γένη εΐκών τοΟ ΘεοΟ. Ίδωμεν καΐ έτερον. 

κ'. Ό Θεός έχει λ όγ ο ν, δι' ού παρήγαγε τό αληθές, 
τό αγαθόν καΐ καλόν τοΟτο σύμπαν «τφ λόγφ Κυρίου οΐ 
οΟρανοΙ έστερεώθησαν» (Ψαλμ. λβ', 6). «ΚαΙ είδεν ό θεός 
τά πάντα όσα έποίησε^ καΐ ιδού καλά λίαν» (Γεν. ά, 31)* 



1 



ΟίΟίΐίζθοΙ Ιαγ 



Οοο^ΐ€ 



= 45 = 

"Εδωκε λίγον χαΐ είς 'Τ^ν άνθρωπον. ΌφεΥλει λοιπόν οΰτο^ 
νά (λή άφίντ) εΙς άχρηστίαν, άλλα να έγγυμνάζτ) α6•τόν, καΐ 
αποκτών τον θησαυρον των γνώσεων δια τοΟ νοός, νά δη- 
(Λΐουργή δια τοΟ λόγου τάς ύψίστας των Ιδεών, δι' ών 
επιστέφεται ό πραγαατικ6ς κόσ(Λος τών αληθειών έν τ'^ 
Οεωρίςε, καΐ τ6ν Ιδεώδη κόσμιον τοΟ καλοΟ καΐ άγαθοΟ τ6ν 
(λέλλοντα νά ένσαρκωθή υπ* αύτοΟ τοΟ ιδίου ίν τε τή ποιή- 
σει τών ωραίων τεχνών καΐ τή πράξει τί)ς άρετϊ)ς έν τ(|> 
πρακτικφ βίφ. Ούτω τιθέμιενος εΐ; ένέργειαν ό έν τφ άν- 
θρώπω λόγος μιυ,εΓται τονλόγον τοΟ ΘεοΟ, δστις κατ' αρχάς 
μιέν έδημιούργησε τί)ν κόσμον «Είπε καΐ έγένετο», είτα ίέ 
«έπΙ τ'?)ς γ^ς ώφΟη καΐ τοΓς άνθρώποις συνανεστράφη». 
(Βαρούχ γ', 37)• διότι «ό Λόγος σαρξ έγένετο καΐ έσκήνω- 
σεν έν ήμιΓν, (καΐ έθεασάμιεθα τήν δόξαν αύτοΟ, δόξαν ως μο- 
νογενούς παρά πατρός), πλήρης χάριτος καΐ αληθείας »(*Ιωάν. 
α', 14), άναπλάσας τον έν τφ άνθρώπφ λόγον. 

κά. Ό Θε:ς έχει καΐ πνεΟμα• «καΐ τφ πνεύματι τοΟ 
στόματος αύτοΟ πό^σα ή δύναμις αυτών (Ψαλμ. λβ', 6)• 
«καΐ πνεΟμα ΘεοΟ έπεφέρετο επάνω τοΟ ύδατος (Γεν. α, 2), 
Είναι δέ καΐ κατά τήν φύσιν αΟτήν πνεΟμα• «ΠνεΟμα ό 
Θε6ς» ('Ιωάν. δ', 24)• δώ είναι υπεράνω πάσης ύλης, 
άπλοΟς, μη υποκείμενος εις διάλυσιν, καΐ επομένως αιώνιος. 
Έπροίκισε καΐ τ6ν &'^^ρωτ:ο'^ με πνεΟμα. «ΚαΙ ένεφυ- 
σησεν εΙς τ6 πρόσωπον αύτοΟ πνοήν ζωής, καΐ έγένετο ό 
άνθρωπος εις ψυχή ν ζώσαν» (Γεν. β', 7). *Ώστε ή ψυχή, 
ήτις διά τής έν τω σώματι παρουσίας της ζωογονεί αυτό, 
πρέπει νά διαπαιδαγωγήται, διά νά ήναι ανωτέρα τής ύ- 
λης, μετά τής οποίας συνεδέθη, νά δεσποζη αυτής ώς 
βασιλίς καΐ κυρία, καΐ διά τοΟ πνευματικοΟ έπ' αυτής 
κράτους νά καθιστςι τ^ σώμα ύπάλληλον αυτής καΐ πιστών 
έκπληρωτήν τοΟ προορισμοΟ, δι' δν ό Θε6ς έπλασε τ6ν άν- 
θρωπον, καΐ ώς ίν τινι άνακτόρφ έγκαθίδρυσεν α&τήν 
δπως, μετά τήν πισ•^ν έκπλήρωσιν τής εντολής της, άφί• 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 46 



νουσα τ^ σκ^^νος έν τέλει τί); έπΙ γτ^ς παρουσίας της, (χετα 
βαίνη φαιϊρά παρά τψ Θεω των πνευμάτων, χάχεΓ άπο- 
χαραδοκοΟσα την κοινήν έξανάστασιν έπαναλάβη άφθαρτι- 
σ(^υίνον τ6ν συνεργάτην έν τφ σταδίω τΐ]^ άρετ^Ις, καΐ ούτω 
χομίσηται τον άποκείμενον τ'?)ς δικαιοσύνης στέφανον παρά 
τί)ς δεξιάς τοΟ Υψίστου, καΐ θριαμβεύουσα είσέλθη είς την 
άπ6 καταβολί)ς κόσμου ήτοιαασμένην αυτή βασιλείαν. 

κβ'• Ούτως αναπτυσσόμενα τα θεια ταΟτα προσόντα 
άποτελοΟσι τον άνΟρωπον άληΟί) εικόνα καΐ ομοίωμα τοΟ 
ΘεοΟ. ΤοΟτο δΐ το καθ'?)κον άναλαμβάνουσιν οι γονεϊς νά 
πράξωσιν έκ τ•?]ς πρώτης των τέκνων αναπτύξεως, έξ απα- 
λών, ως λέγεται, ονύχων. ΤοΟτο δ' έπιβάλλουσιν είς αυτούς 
πρώτον αυτή ή φύσις• διότι αΟτοΙ είναι οί αίτιοι καΐ παρά- 
γοντες τοΟ βρέφους, το δποΓον όφείλουσι διά τούτο νά κα- 
ταστησωσι τοΟτ* αύτ& λογικόν άνθρωπον β' ό Θεός, δστις, 
ώς πρώτος αίτιος καΐ δημιουργός, εμπιστεύεται αύτο ώς Ιε- 
ράν τίνα παρακαταθήκην είς τους συνεργούς τ•?)ς δημιουρ- 
γίας, λέγων προς αυτούς• «Διατηρήσατε τ& παιδίον τοΟτο 
καΐ θηλάσατε μοι αΟτό• έγώ δε ά-ποδώσω ύμΤν τ^νμισθον». 
Κατά διπλοΟν λοιπόν λόγον όφείλουσιν οί γεννήτορες νά κα- 
ταβάλλωσι την μεγίστην καΐ &')'^υη^/ο>^ φροντίδα, ίνα τοΟ 
εαυτών τέκνου άναπτύξωσι τδν νοΟν καΐ μορφώσωσι την 
χαρδίαν. ΚαΙ αν δ άνθρωπος έξομοιοΟται μέτ6νΘεόν, τοΟτο 
τδ Σργον κάμνει αληθή τήν έξομοίωσιν ταύτην διότι, αν ό 
Θε6ς δημιουργή έξ ούκ δντων, ό δέ άνθρωπος έξ δντων, καΐ 
παράγτ) τά αριστουργήματα τών διαφόρων τεχνών, το νά 
μορφώσγ) τ6ν &\^ρωπον κατ' εικόνα ΘεοΟ είναι τ6 τελειότε- 
ρον αριστούργημα. Διά τοΟτο δίκαιον εϊχεν ό τής αρχαιό- 
τητος φιλόσοφος νά λέγη• «ο6 γάρ έστι περί ότου θειοτέρου 
αν άνθρωπος βουλεύσαιτο, ή περί παιδείας καΐ αύτοΟ καΐ 
τών αύτοΟ οικείων» (Πλάτ. έν Θιάγ. 2). Το δέ π ώ ς έρχό- 
{χεθα νά ίδωμεν. 



Ί 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^ϋγΟοο^Ιε 



=Γ 47 = 

Β'. 

χγ'. «ΘεοΟ οίχοδομήν» άποχαλεΓ τ^ τί]ς έχλογϊ)ζ σχεΟος 
χαΐ τΐ σώμα τ'?)ς Έκχλησίας χοινώς, χαΐ ένα ϊχαστον ημών 
ϊδ{γ• «ΘεοΟ οίχοδομή έστέ» (Α' Κορ. γ', 9). "Ινα δέ βωμεν 
χατά πόσον ή παροαοίωσις αυτή εφαρμόζεται είς έχαστον 
ημών έξετάσωμεν αυτήν. Έχαστος ημών είναι οίχοδομή 
ΘεοΟ. Καθώς δέ μία οίχοδομή είναι στερεά ή μή ως έχ τ•?)ς 
στερεότητος ή μή τών αυτής θεμελίων χαΐ δταν μέν ταΟ- 
τα είναι στερεά, τότε αυτή δύναται να ύψωθή δσον χαΐ άν 
τ^ς θέλτ) άχινδυνως, δταν δέ σαθρά, τότε δσον μιχρά χαΐ αν 
ήναι, δέν ήμπορεΓ παρά νά ύπόχηται είς χίνδυνον ούτω χαΐ 
διά τήν ήμετέραν οίχοδομήν πρέπει νά φροντίσωσιν οΐ γεν- 
νήτορες, ώστε αυτή νά λάβη στερεών χαΐάχράδαντον τόν 
θεμέλιον, δπως δσημέραι αυξανομένη ύψοΟται ασφαλής χαι 
μεγαλοπρεπής, μή υπείκουσα μήτε είς τους σφοδρούς άνε- 
μους τών βιωτικών περιπετειών, μήτε είς τους γεψά^ρους 
τοΟ βιωτιχοΟ χειμώνος. Πρέπει οί γονείς νά όμοιάσωσι χατά 
τοΟτο τ6ν τοΟ Ευαγγελίου φρόνιμον άνδρα, «δστις φχοδό- 
μησε τήν οΐχίαν αυτοΟ έπΙ τήν πέτραν. ΚαΙ χατέβη ή 
βρ^χήί ^^^ ήλθον οί ποταμοί χαΐ έπνευσαν οΐ άνεμοι, χαΐ 
προσέπεσον τη οίχίςι έχείνη, χα Ι ούχ έπεσε• τεθεμελίωτο 
γάρ έπΙ τήν πέτραν»• ο6χΙ δέ τ6ν μωρ6ν έχεΓνον, «δστις 
φχοδόμησε τήν οίκίαν έπΙ τήν άμμον χαΐ χατέβη ή ^^ο/Ύΐ 
χαΐ ήλθον οί ποταμοί χαΐ έπνευσαν οί άνεμοι, χαΐ προσέχο- 
ψαν τη οίκί(? εκείνη, καΐ έπεσε, καΐ ην ή πτώσις αυτής 
μεγάλη ρ (Ματθ. ζ'* 24—27). Θεμέλιον δέ τής οικοδομής 
ένος έκαστου ημών είναι ή έκ παιδος αγωγή, έπΙ τής οποίας 
βασίζεται βλος ό Ιι^ιέχερος βίος• αί ήθικαΐ άρχαΐ καΐ πεποι- 
θήσεις, &ς θέλει λάβει έξ απαλής ηλικίας ό άνθρωπος, είναι 
αί μόναι μόνιμοι, τάς οποίας δέν δύναται νά έξαλείψη δλος 
6 άλλος ημών βίος. Διά τοΟτο οί γεννήτορες τ6ν θεμέλιον 
πρέπει νά θέσωσιν αρραγή. ΚαΙ ποιον άλλον θεμέλιον πρέ- 
πει νά θέσωσι παρά τ6ν κείμενον^ δς έστι Χριστ6ς ΊησοΟς; 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 48 = 

αΘεμιέλιον δέ άλλον ουδείς δύναται θεϊναι παρά τ^ν κείμ ε- 
νόν, 8; έστιν *ΙητοΟί Χρίστος» (Α' Κορ. γ', 11). Η είς τδν 
Θεον πίστις λοιπόν έστω ή πρώτη, ή εις τον Θεόν αγάπη 
ή δευτέρα, ή είς τ6ν Θεον έλπίς ή τρίτη γωνία τοΟ άδα- 
μαντίνου θεμελίου λίθου τϊ]ς ήαετέρας οίκοδοιχ^Ις. ΈπΙ τοΟ 
τριγωνοειδοΟς δέ τούτου θεαελίου ουρανοαήκης ύψούσθω ή 
πυρααΐς τί^ς οίκοδουΐ'?)ς τοΟ λάτρου τοΰ έν Τριάδι ΘεοΟ. 
Έν τη χαρδία δέ τοΟ ούτως ανατρεπόμενου ώς έν άνακτόρω 
"λίμπρας οίκοδοαγ^ς έλεύσεται καΐ διαμενεΓ 6 έν Τριάδι Θεός. 
«Έάν τις άγαπςί μ?, τόν λόγον μου τηρήσει, καΐ δ πατήρ 
μου αγαπήσει αυτόν, καΐ πρ^ς αΟτόν έλευσόμεθα καΐ μονήν 
παρ' αΟτφ ποιήσομεν (Ίωάν. ιδ', 23), εϊπεν ό Υίος του Θεού• 
«καΐ ένοικήσει έ^ αύτη καΐ έμπεριπατήσει» [Β' Κορ. στ', 
1 6), ύπ6 δέ την τοιαύτην πυραμίδα εύρήσουσιν άνάπαυσιν 
πάντες οΐ τάς αμμώδεις και καυστικάς εκστάσεις τ•?)ς βιω- 
τικ*?)ς έρτιαου όδοιποροΟντες• καΐ την τοιαύτην πυραμίδα 
θέλουσι σεβασΟή ο6 μόνον τεσσαράκοντα αιώνες, ώς έκείνας 
τ'?]ς Αιγύπτου, άλλ' απέραντοι αιώνες, μη αλλήλους δια- 
δεχόμενοι έν τφ άπείρω τ?)ς αίωνιότητος. 

κδ'. Τοιαύτη είναι ή οΙγ.οζομ.'}] ή έπί τω Οεμελίω τ•?]ς 
θρησκευτικής αγωγής βασιζόμενη, ην ούτε ή ^^οχτι, ούτε 
οΐ ποταμοί, ούτε οΐ άνεμοι ίσχύουσι να κλονίσωσι• «τεθεμε- 
λίωται γαρ έπΙ την πέτραν» την άδαμάντινον τής είς Χρι- 
στόν πίστεω:• ένω πάσα άλλη αγωγή, μη έχουσα θεμέλιον 
την είς τ6ν Θε6ν πίστιν, άλλ' έρειδομένη έπι την άμμον 
ηθικών μόνον λεγομένων άρχων, δέν δύναται να ήναι παρά 
σαθρά, καταπίπτουσα είς την πρώτην ροήν ί^^ροχΫις, ποτα- 
μοΟ, άνεμου. Μάρτυς άψευδής ή ιστορία των αρχαίων 
γενεών και εθνών. Ναί, αέμβλέψατε εις αρχαίας γενεάς 
χαΐ Γδετε, τίς ένεπίστευσε Κυρίω καΐ κατησχύνΟη ; ή τίς 
ενέμεινε τφ φόβω αύτοΟ καΐ έγκατελείφθη ; ή τίς έπεκα- 
λέσατο αυτόν, καΐ ύπερείδεν αυτόν ; » (Σειράχ β', 10), έν 
φ ό μη τοιούτος «καθαιρείται είς τέλος, και μετανάστευε- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



ι 



= 49 = 

ηαι άπ^ σκηνώματος, χαΐ τ& ρίζωμια αύτοΟ ίκ γ•?5ς ζώντων, 
2τι ούκ έθετο τον Θε6ν βοηθών αύτοΟ, αλλ* έπήλπισεν ίπΐ 
^Ι τιλ-Ρ^θος τοΟ πλούτου αύτοΟ, καΐ ένείυναμώθη έπΙ μα- 
ταιίτητι αΟτοΟ» (Ψαλμ. να, 7 — 10). Μάρτυς ά ψευδής καΐ 
ή σύγχρονος Ιστορία. Στρέψατε τα βλέμματα καΐ θέλετε 
ΐ8ΐί έθνος «ύπερυψωθέν καΐ έπαρθέν ώς τάς κέδρους τοΰ 
Λιβάνου (Ψαλμ. λστ', 26) πώς ταπεινοΟται• διότι «ο6κ 
2θετο τδν Θεον βοηθον αύτοΟ, άλλ' έπήλπισεν έπΙ το πλή- 
θος τοΟ τίΚούτου αύτοΟ, και ένεδυναμώθη έπΙ τ'^ ματαιίτητι 
αύτοΟ, έν ψ θέλετε ίδει έτερον έθνος, πώς «έβοήθησεν 
αύτοϊς Κύριος, καΐ έρρύσατο αυτούς, χαΐ έξείλετο αυτούς έξ 
αμαρτωλών, καΐ έσωσε ν αυτούς, βτι ήλπισαν έπ* αυτόν». 
Τοιαύτη ή διαφορά τής έπΙ τφ θεμελίφ τής πίστεως αγω- 
γής άπ& τής μη τοιαύτης. 

κε'. Απόκειται πρώτον λοιπόν εις την μητέρα να κατά- 
θεση εις τ6 βρέφος τα πρώτα θεμέλια τής χριστιανικής αγω- 
γής, άνατρέφουσα αυτδ «έν παιδε(ί)ΐ καΐ νουθεσί^ Κυρίου»• 
χαΐ παρέχουσα μέν τον μητρικών μαστ6ν συν τφ γάλακτι νά 
ποτίζη αύτ6 καΐ τδ γάλα τής πίστεως, τα πρώτα δηλ. καΐ 
αρχικά στοιχεία τή; θρησκείας, τά όποΓα ό Απόστολος απε- 
κάλεσε γάλα, γράφων Κορινθίοις, «γάλα Ομάς έπότισα, ού 
βρώμα»• έπιθέτουσα δέ έπΙ τών παρειών αύτοΟ το μητρικδν 
φίλημα, νά έπιθέτττ) συγχρόνως καΐ την άρετήν τής πρόζτ^ν 
Θεον αγάπης• ρίπτουσα οέ έπ' αύτου Ιλαρών και άγρυπνον 
το μητρικον δμμα, νά έμφυτεύη έν αΟτφ καΐ την εις τ^ν 
θεον καΐ τ6 παντέφορον αύτοΟ δμμα ελπίδα. Ούτως αΐ τής 
άνυποχρί'ζου πίστεως γυναίκες, ή μάμμη Λωις καΐ ή μήτηρ 
Ευνείκη, άνέθρεψαν τ^ν μέγαν ΤιαόΟεον, διδάσκουσαι άμα 
αύτί^ν «έκ ί^^έ'^ους καΐ τά ιερά γράμματα, τά δυνάμενα σο- 
φίσαι ε!ς σωτηρίαν διά πίστεως τής έν Χριστφ 'ΙησοΟ [Β' 
Τψ. γ', 15). 

κΓ'. Ούτως ή μακαρία Σολομονή ανέθρεψε την έπτά- 
^ιθμον φάλαγγα τών Μακκαβαίων έν τή πίστει τοΟ Θεοδ 



= 50 α- 
τών ιτατέρων αύτί]ς• καί δτε ό *Έλλην Άντίοχος έπειρβτ^ 
να (χετακινήση αυτούς άπ6 τί]; τιίστεως ταύτης, καΐ δι' αυ- 
τήν Ίτροσεφέροντο σφάγια, έλ£γε τιρος τδν νεώτατον «Υίέ, 
έλέησόν με την έν γαστρί τιεριενέγκασάν σε ρ.ί)νας εννέα, 
καΐ θηλάσασάν σε έτη τρία, καΐ έκθρέψασάν σε καΐ άγα• 
γοΟσαν εις την ήλικίαν ταύτην καΐ τροφοφορήσασαν. Άξιδ 
σε, τέκνον, άναβλέψαντα εις τ^ν ουρανών καΐ την γί]ν, καΐ 
τα £ν αυτοΤς πάντα ίδόντα, γνώναι, δτι έξ ο&κ δντων έποί- 
ησεν αυτά ό θεός, καΐ τ6 των ανθρώπων γένος ούτω γεγέ- 
νηται. Μη φοβηθή; τδν δήμιον τοΟτον, αλλά των αδελφών 
άξιος γεν(ίμενος έπίδεζαι τί>ν θάνατον, ί\Λ έν τφ έλέει συν 
τοΓς άδελφοϊς σου κομίσωμαί σε» (Β' Μακκαβ, ζ', 27— 30)^ 
Τί ανατροφή• τί φρόνημα υψηλοίν τί φιλόσοφος γνώμη ! 
Άλλα καΐ διά ταΟτα ή μέν ψυχή αυτής μετά εκείνων των 
υΙών της περιχορεύει έν ούρανίοις Οαλάμοις, τ& δέ δνομα ευ- 
λογείται έν τοις στόμασιν απάντων, καΐ τ6 σώμα πρόκειται 
είς προσκύνησιν καΐ αγιασμών τών πιστών έν αύτη τη άδα- 
μαντίνφ άκροπόλει τής ορθοδοξίας, τφ πανσέπτφ τουτφ ποι- 
τριαρχικφ ναφ (*). Έκεϊ, μητέρες, έκεϊ προσέλθετε, καΐ κο&- 
ταθέτουσαι μετά σεβασμοΟ τ6ν φόρον τής ευλάβειας, άπαν- 
τλήσατε άπ' α6τής διδάγματα τής «έν παιδεί^ και νουθε- 
σία Κυρίου» ανατροφής τών τέκνων σας. 

κζ'. Ούτως ή θαυμαστή Έμμελία, ή μήτηρ δεκάδος δλης 
ευλογημένων καΐ θαυμαστών τέκνων, άνέθρεψεν αυτά. "Ιδίο- 
μεν τήν άνατροφήν, ην κατά τιρώτον έδωκεν είς τ6 πρώτον 
τών τέκνων της, τήν άγίαν Μακρίναν, δπως περιγράφει αυ- 
τήν είς τών μικρότερων υίών της, ό φωστήρ τών Νυσσαέων 
Γρηγόριος (έν τφ είς Μακρίναν λόγφ, κεφ. γ'), Ενα έν αύτ*^ 

(*) Έν τφ πατριαρχική) ναψ προς το ί^ςών κλΙτο; κείνται 
τρ4ΐς λάρνακες, περιέχουσα τα λείψανα τη; πανευφήμο^ Εύφτ^- 
μίας, της βασιλίσσης θεοφανοΟς, και τής αγίας 2ολομονή^, μτί^- 
τρός τών Μακκαβαίων* 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 51 = 

χατίδωμιεν χα\ τήν «ιών άλλων. Άνέθρεψεν αύ'Τήν ευγενώς, 
και έπαίδευσε την έλευΟέριον άγωγήν, ήτις έ(χπρέπει θυγα- 
τράσιν. Άττηξίωσε μέν να την διδάξγ) τραγικούς καΐ κωμι- 
κούς ποιητάς, δκίτι άναρ(χ(5διον ίκρινεν ύπ6 τά {(Αματα τί]ς 
άγν^Ις παρθένου νά παρίστανται μή σεμνά παθήματα τής 
γυναικείας φύσεως. «ΑίσχρΙν γαρ ώετο», ώς έκτίθησιν 6 
γλαφυρές κάλαμος τοΟ Γρηγορίου, «αίσχρ6νγάρ φετο καΐ 
παντάπασιν απρεπές ή τά τραγικά πάθη, δσα έκ γυναικών 
τάς αρχάς κα\ τάς υποθέσεις τοΓς ποιηταις ίδωκαν^ ή τάς 
τής κωμωδίας άσχημοσύνας άπαλήν και εύπλαστον φύσιν 
διδάσκεσθαι, καταμολυνρμένην τρόπον τινά τοΓς άσεμνοτέ- 
ροις περί των γυναικείων διηγήμασι». Τήν έδίδασκε δέ τάς 
σεμνάς καΐ ήθικάς βίβλους, αϊτινες μορφοΟσι τ^ν ήθικ6ν άν- 
θρωπον καΐ καλλύνουσι τήν ψυχήν, καΐ μάλιστα τήν τοΟ 
Σολομώντος Σοφίαν. «Άλλα, (εξακολουθεί ό αυτός), άλλ' 
δσα τής θεοπνεύστου Γραφής εύληπτοτερα ταΤς πρώταις 
ήλικίαις δοκεΓ, ταΟτα ην τη παιδί τά μαθήματα, καΐ μά- 
λιστα ή τοΟ Σολομώντος Σοφία• καΐ ταύτης πλέον δσα πρ^ς 
τον ηθικόν ημών έφερε βίον». Άνά στόμα δε ^σματα εϊχε 
τους ψαλμούς, οΟς έψαλλε καΐ βτε άπ6 τής κλίνης άνίστα- 
το, καΐ βτε είργάζετο, καΐ δτε εΙς τήν τράπεζαν ΙπορεύιΧο, 
χαι δτε άπ' αυτής άνεχώρει, καΐ δτε προσηύ/ετο, καΐ δτε 
εις τήν κλίνην έπορεύετο, άγιάζουσα δι' αυτών καΐ τήν καρ- 
δίαν καΐ τ^ν νοΟν καΐ τδ στόμα, καΐ έκπληροΟσα τ^ απο- 
στολικών άζίωμα «αδιαλείπτως προσειί/εσθαι»• άλλα (προσ- 
•τίθησιν 6 αύτδς ιστορικός), άλλα καΐ τής ψαλμωδουμένης 
Γραφής ούδ' ότιοΟν ήγνόει, καιροΓς ιδίοις έκαστον μέρος τής 
ψαλμφδίας δεξιοΟτα• τής τε κοίτης διανιτταμένη, καΐ τών 
σπουδαίων άπτομένη τε καΐ άναπαυομένη, καΐ προσιεμένη 
τροφήν, καΐ άναχωροΟσα τραπέζης, καΐ έπΙ κοίτην ίοΟσα, καΐ 
ίίς προσευχάς διανισταμένη, πανταχοΟ τήν ψαλμωδίαν εϊ- 
χεν οίον τίνα συνωδ6ν άγαθήν, μηδενός άπολιμπανομένην 
χρόνου». Ούτω λοιπόν άνετρέφετο ή μακαρία Μακρίνα φρον- 



= δ2 =χ 

τίζουσα να έζωραίτή τήν ψυχήν, καΐ ούχΙ χΐ σώμα, ζαί'ίοΐ 
ούσα ή ωραιότατη πασών των τγ^ς Καισαρείας παρθένων. 
Δεν έπραττεν, ώς πολλαΐ των σημερινών νεανίδων^ αιτινες, 
πάσαν φροντίδα καταβάλλουσαι περί τ6ν καλλωπισμών το'> 
σώματος, άδιαφοροΟσι να καλλύνωσι την ψυχήν, ήςτ6 κάλ- 
λος ώραιότερον καθίστα και έκεινο τ6 τοΟ σώματος. Είχεν 
άνά χεΓρας την θείαν Γραφήν καΐ τάς έζ αυτί^ς απορρέου- 
σας ήΟικάς βίβλους, συντελούσας είς την ήΟικοποίησιν, ούχΙ 
δέ, 2 πως τινές τών σημερινών φέρουσι ξέναο βίβλους, 2κ- 
γονα και άπεικονίσματα ξένων κοινωνιών, καΐ έχουσας συν- 
θέσεις ώς έπΙ τό πλείστον τοιαύτας, άφ* ών έπρεπε να άπο- 
στρέφωσι τ6 παρθενικον αυτών πρόσωπον. Εκείνη άνά στό- 
μα είχε τά λόγια τοΟ θεού ώς άσματα, αδται δέ άποκυή- 
μ,ατα πυρεσσουσών καρδιών καΐ παραπαιουσών κεφαλών* 
Δια ταΟτα καΐ όσημέραι βλέπομεν τοσαΟτα ηθικά ναυάγια 
έν τη καθ* ημάς άπλάστω κοινωνία. «Διά ταΟτα πολλοί 
έν ήμϊν άρρωστοι καΐ κοιμώνται Ικανοί» (Α' Κορ. ια', 30) 
τον υπνον τ'Ρίς αμαρτίας. «Διά ταΟτα έρχεται ή οργή τοΟ 
Θεού έπΙ τους υΙούς τ?)ς άπειθείας» (Κολ. γ', 6). Άλλ' ούχ 
ούτως εκείνη, ούχ ούτως• άλλ' άνατραφεΓσα, ώς εξετέθη^, 
κοίΐ βοηθός έγίνετο τί;ς μητρί>ς περί την άνατροφήν τών 
μικρότερων αδελφών, καΐ άνέδειξεν αυτούς ώς φωστ75ρας 
διαλάμψαντας έν τω στερεώματι τ?)ς Εκκλησίας, τδν μέν 
μέγαν Βασίλειον καΐ Γρηγόριον έν τη ιεραρχική διακοσμή- 
σει, τον δέ Ναυκράτιον έν τη ασκήσει, καΐ τον Πέτρον έν 
τω έγγάμω βίω. ΚαΙ έπ' αυτών αληθώς έπληρώθη τί γρα- 
φικόν «Γενεά ευθέων ευλογηθήσεται» (Ψαλμ. ρια', 2). 

κη'. Ούτως αϊ ευσεβείς έκειναι, καΐ νέφος άλλων ομοίων 
μητέρων, άνατρέφουσαι τά εαυτών τέκνα, άποκαΟίστων 
αληθείς λάτρας του ΘεοΟ, ζώντα μέλη τής Εκκλησίας 
καΐ χρηστούς έν τ•^ κοινωνία πολίτας. Ούτως άνατρέφου- 
σαι καΐ αϊ σημεριναί τά εαυτών δύνανται νά φθάσωσιν εΙς 
τ6ν αύτδν σκοπόν διότι ή μήτ^^, ή πρώτη παράγωγος τοί> 



= 53 = 

δνδρώπου, πρέπει να ήναι καΐ ό πρωχο^ α&τοΟ διδάσκαλος 
^ρ6ς έπίτευζιν τ?)ς αληθούς αύτοΟ ευδαιμονίας καΐ τοΟ προο- 
ρ(σ[ΛθΟ. 

κθ'. Συνεργός πρ^ς την τοΟ άνθρωπου παραγωγήν είναι 
καΐ ό πατήρ• συνεργός καΐ προς την ανατροφή ν καΐ έπίτευ- 
ξιν τοΟ επιδιωκομένου σκοποΟ πρέπει να ήναι καΐ αυτά;. 
^Απόκειται λοιπόν και είς τον πατέρα να έπιχορηγή τήν 
δέουσαν αυζησιν καΐ προαγωγήν εις τα πρώτα σπέρματα, 
•τα όποΓα ένεφυτευσεν έν αύτω ή μήτηρ. ΚαΙ άφ' ου ή μή- 
τηρ έπότισε τ6 ^}ίγ<^ το γάλα τής πίστεως, αυτός πρέπει 
να δώσγ) τ6 βρώμα, τήν στερεωτέραν τροφήν• Ό πατήρ, 
δστις έπροικίσθη μέ μεγαλειτέρας διανοητικάς καΐ σωμα- 
τικάς δυνάμεις, πρέπει άναλδγως να συνειτφέρη εις τήν 
έξακολούθησιν τής οΙϊ(.ο^ο\ί.?ις, τής οποίας αρχικός θεμέλιος 
είναι αΟτίς, καΐ έφ' ης δια τοΟτο επιγράφει τ6 έαυτοΟ δνο- 
μα. Πώς δέ θέλει εξασκήσει το ύψηλόν τοΟτο έργον διδάσκει 
ή Γραφή έν τω προσώπω του δικαίου *Ιώβ. 

λ'. Ό ευγενής οιίτος τών άφ* ηλίου ανατολών «ην άν- 
θρωπος αληθινός, άμεμπτος, δίκαιο;, θεοσεβής, άπεχόμενος 
άπο παντί/ς πονηρού πράγματος»• ύπ6 τ6ν τοιοΟτον δέ πατέρα 
καΐ καθηγεμόνα ηύξανον επτά υίοΐ καΐ τρεις θυγατέρες, 
άνατρεφόμενοι ούχΙ μόνον κατά τάς έξωτερικάς πράζεις 
άμεμπτοι, άλ^ καΐ κατά τ^ν έσω ί^^ίρωτιο"^ πιστά άπομι- 
μήματα τοΟ πατρικοΟ αρχετύπου. Ύπ6 το οξυδερκές δέ καΐ 
άγρυπνον δμμα του πρωτοτύπου τούτου τών οικογενειαρχών 
διήρχοντο ού μόνον πάντα τά εξωτερικά συμβαίνοντα, αλλά 
καΐ αυτή ή πνευματική κατάστασις καΐ αυτά τά διανοή- 
ματα τών τέκνων. ΚαΙ ού μόνον έάν πραγματικώς διανόημα 
τι ίτοτζον ελάμβανε χώραν έν τη διανοία αυτών άπεδίωκε 
καΐ έπανώρθου, αλλά καΐ δτε οΟδέν τοιοΟτον εύρισκεν, έφρόν- 
αιζε νά έπαγρυπνγ) μή τυχόν πάροδον εύρη έν τί) διάνοια 
αυτών, και έξησφάλιζεν αυτούς, ^ζροσ(^έοω>^ Ουσίαν Ίζρος 
αον Θε6ν υπέρ αυτών. αΚαΙ έκαθάριζε, (λέγει τ6 ίερ6ν 



« 54 «' 

γράμμια), καΐ έκαθάριζεν αυτούς άνιστάμενος τδ πρωί, χαΐ 
-προσέφερε περί αυτών θυσίας κατά τ6ν άρίθμ,^ν αυτών, καΐ 
|ΛΟσχον ένα περί αμαρτίας περί τών ψυχών αυτών» ('Ιώβ 
ά, 5). Άλλα (Λήπως έπραττε τα&τα ό [Λαχάρ&ος 5ιά πραγ• 
ματικήν άμαρτίαν ; ΟΟχί• «έλεγε γαρ, (προσθέτει ό Ιερίς 
συγγραφεύς), έλεγε γαρ Ίώβ, (χήποτε οΐ υΙοί [Αου έν ττ) 
ίιανοί^ αυτών κακά ένενίησαν πρ6ς τ6ν Θε6ν» (αυτόθι). 
Βλέπετε προσοχή ν ; Βλέπετε πατρ:κήν (χέριμναν ; Άλλα 
μήπως σπανία>ς έπραττε τοΟτο ; Ουχί, άλλα καθ* έκάστην 
ήμέραν τοΟτο είχεν έργον. «Ουτακ ουν έποίει Ίώβ πάσας 
τάς ήμιέρας». Δίά τοΟτο και ό Θε^ς ηΟλόγει α6τ6ν καΐ 
«περιέφραττε τά έξω αύτοΟ, καΐ τά έσω τί]ς οικίας α6τοΟ, 
καΐ τά έξω πάντων τών δντων αύτοΟ κυκλφ• τά δέ έργα 
τών χειρών αύτοΟ ηυλίγει, καΐ τά κτήνη αύτοΟ πολλά 
έποίει έπΙ τί5ς ιί)ςι> (α&τίθι 10). ΚαΙ οιονεί ένεκαυχατο 
έπ' αύτφ λέγων «ουκ έστι κατ' αύτον έπΙ τί]ς γ^Ις άν- 
θρωπος, άμεμπτος, αληθινός, θεοσεβής, άπεχόμενος άπο 
παντός πονηροΟ πράγματος» (αυτόθι 8). 

λα'. ΤοΟτον έχοντες υπόδειγμα οί πατέρες, πρώτοι μίν 
έστωσαν αύτοΙ άνθρωποι αληθινοί, άμεμπτοι, δίκαιοι, θεο- 
σεβείς, άπεχόμενοι άπ6 παντός πονηροΟ πράγματος• διότε 
πάς, δστις αναλαμβάνει νά διδάξη έτερον, ό ίδιος πρέπει να 
ήναι εγκρατής εκείνου, δπερ προτίθεται νά διδάξη• καθότι, 
έν φ έξ ενός μάλλον τελεσφόρον απεργάζεται την διδασκα- 
λίαν διά τοΟ έαυτοΟ παραδείματος, διεκφεύγει έξ άλλου τ6ν 
όνειδισμόν, δν δυναταί τις νά τω 'ΐζροΊτρΙ^Ύΐ. «Ό διδάσκων 
έτερον σεαυτ^ν ού διδάσκεις ; » (Ρωμ. β', 21). "Επειτα δέ 
άναπτόσσων καΐ εις τ6 έαυτοΟ τέκνον τάς άρετάς ταύτας, 
ύποστηρίζων αύτάς διά τοΟ έαυτοΟ παραδείγματος, καΐ τής 
έν αύτφ εφαρμογής, έχέτω άγρυπνον τό δμμα, ως εκείνος, 
ίφ* δλης τής διαγωγής αύτοΟ. ΚαΙ άνατρέφων καΐ αυξά- 
νων αύτ6 «έν παιδείςι καΐ νουθεσία Κυρίου», έξακολουΟείτω 
^ν εις υψος άνάβασιν τής θείας ταύτης οικοδομής, πάρα- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 






= 55 = 

£{$ων αυτήν εΙς χ^Γρας σοφών χαΐ έ-χιστημ^νων ανδρών, 
οΓτινεςνά άναπτύσσωσι μέν τ6ν νοΟν δια τ^Ις επιστήμης καΐ 
ττλουτίζωσιν αυτόν δια των θησαυρών τών γνώσεων φω- 
τίζωσι δέ τ6ν λ^γον καΐ παιδαγωγώσι τήν ψυχήν, ίνα 
αίχμαλωτίζωσι πδν νίηαα είς ύπακοήν ΧριστοΟ» (Β' 
Κορ. ί, 5). Τήν κατακλείδα δΐ τ^^ς οίκοδομί];, τ6 έπισφρά- 
γιαμα τί]ς άνωγτ]ς καΐ διδασκαλίας, απόκειται, ίνα έπιΟέ- 
σητε ΰμεΓς, ώ ΙεροΙ ποιμένες, οίτινες, άφ' οδ άναγεννήσητε 
καΐ θρέψητε τ6ν άνθρωπον πνευματικώς, ανοίγετε τό κατα- 
•πέτασμα, καΐ είσάγοντες αύτον έν τφ άδιίτφ τοΟ ίεροΟ, 
μυείτε μέν α&τ6ν τά μυστήρια, «είς ά έπιθυμοΟσιν άγγελοι 
^αρακύψαι» (Α'Πέτρ. α', 12), μυείτε δέ αυτόν τήν γνώσιν 
τών απορρήτων, καΐ άνακεκαλυμμενω προ7ώ'ΐ:(!^ δεικνύετε 
τήν τριλαμπί) θεότητα, διηνεκείς διδάσκαλοι καΐ .πατέρες 
διατελοΟντες αύτοΟ. 

λβ'• Ούτω λοιπόν ή οΙχοΒοατι, Οεμέλιον λαβοΟσα τήν 
τριάδα τών χριστιανικών αρετών, καΐ βαθμηδόν δια τής 
^προσθήκης τών γνώσεων υψούμενη έν τψ ρυθμφ τής εΟσε- 
€είας, στεφάνην λαμβάνει αυτήν τήν περί ΘεοΟ ύπερτάτην 
γνώσιν, ή ν άπεκάλυψεν ό ημέτερος Σωτήρ, «έν φ πάσα ή 
οικοδομή συναρμολογούμενη αΰξει είς ναόνάγιον έν Κυρίφ» 
(Έφεσ. β', 21). 

λγ'. Ή τοιαύτη τών τέκνων ανατροφή ου μ^νον δέν θέλει 
τίοτϊ παραστήσει τό οίκτρόν θέαμα τοΟ τε πατρός καΐ τοΟ 
σεληνιαζομένου υΙοΟ τοΟ σημερινοΟ Ευαγγελίου. Θέλει δ* 
έξ εναντίας παριστά τό ώραίον θέαμα γενεάς ευλογημένης, 
ης τά τε έσω καΐ τά έξω θέλει περιφράττει ό Θεός, καΐ τά 
ϊργα τών χειρών ευλογεί. Τοιαύτη ανατροφή θέλει αλλάξει 
τό τφόσωπον τί)ς γής, καί, κατά τόν προφήτην, (Ήσαί. κδ\ 
2) «έσται ό λαός ώς ό Ιερεύς». ΚαΙ ή γή γενήσεται καινή, 
οίαν έπηγγείλατο μίν ό Σωτήρ, καθότι «γγ)νκαινήν κατά 
τό επάγγελμα αύτοΟ προσ8ογ.ώ[ί.εν) έν ή δικαιοσύνη κατοι- 
χεί. (Β' Πέτρ. γ', 1 3), είδε δέ ό τής Βροντγ)ς υιός έν τ^ 



= 56 53 

•Αποκαλύψει (κ', 1). ΚαΙ θέλει ίλθει ή βαίτιλείά τοΟθεοδ 
έντ^ς ημών, καΐ αληθώς πραγματοποιηθί) τ& αΓτημα τ?)ς 
.προσευχί)ς, ήν διετύπωσεν αύτ6ς ό Κύριος, Γνα τφοσευχόμε- 
νοι εις τδν έν ουρανοΓς Πατέρα λέγωμεν «Πάτερ ημών 6 
έν τοϊς ουρανοΓς• άγιασθήτω τ6 δνομά σου• έλθέτω ή ^- 
σιλε(α σου• γενηθήτω τδ θέλημα σου, ώς έν ούρανφ καΐ ίτίΐ 
τί)ς γί5ς» (Ματθ. στ', 9). Γένοιτο. 

Β' ΛΟΓΟΣ 
ΕΚΦΠΝΗΘΕΙΣ 

ΕΝ ΤΗ ΓΠΕΡ Ϊ1ΐ:ί: μακεδόνικης ΦΙΛΙίΚΠ. ΑΔΕΛΦ0ΤΗΤΟ2 

ΓΕΝΟΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΕIΤΟ^ΡΓί^^, 

ΥΠΟ ΤΟΓ ΑΥΤΟΓ, 

ΤΗ ΐΘ :2:επτεμβριογ ΤΟΓ ΑΛΟΑ'. 



Και δράμα ίιά τγ,ς νυκτός ώφθη τφ 
Παύλφ* άνήρ τις -ην Μχ'Λβ^ών εστώς, 
Λαρακαλών αυτόν και λέγ»•»• Δϊαβά^ 
εις Μακείονίαν βοήΟησον ήμίν. 

(Πράξ. ιστ', 9). 

α'. ΜΒΓ1ΣΤΗΝ πανή-^οίριν, παναγιώτατε δέσποτα, τήν 
παρελθοΟσαν τρίτην έτέλει τ6 όρθόδοξον πλήρωμα έπΙ τ•^ 
έκ τρίτου άναβάσει Σου εις τ6ν οικουμενικών θρόνον. Μεγί- 
στην πανήγυριν τελεΓ καΐ σήμερον έπΙ τή άναιμάκτω θυσί^ 
ί)ν δια τών πατριαρχικών Σου χειρών, συλλειτουργοΟσαν 
ίχων καΐ τήν χορείαν τών σεβασμιωτάτων Ιεραρχών, προσ- 
φέρεις τ6 πρώτον ήδη άπ& τής αναβάσεως Σου ταύτης υπέρ 
τοΟ λαοΟ Σου. Έχαιρε προχθές ό περιούσιος του Κυρίοι> 
λαός• διότι νεύσει ΘεοΟ έν ταϊς σοβαραϊς καΐ πολυπλόκοις 
περιστάσεσιν, έν αίς ευρίσκεται ή στρατευόμενη Εκκλησία, 
άπήλαυσε τδν δεξι6ν και Ικανώτατον πρώτον αυτής ταξί- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



αρχον, οϊον άπέδειξεν αύτδν ή ξυνωρΐ; των ιτρατέρων αΟτοΟ 
πατριαρχείων. Χαίρει και σή(χερον, καΐ χαίρων έπλήρωσε 
καΐ πάλιν τ6ν Ιερον ναόν, ?να, άσπασάμενος τάς έν τοΓς 
άγίοις των αγίων, τη άναιμάκτω θυσία, καθαγιασθείσας 
όσίας χεΓράς Σου, λάβγ) τάς ευλογίας τοΟ έαυτοΟ άρχιποί- 
μενος, καΐ μετά τί^ς δεήσεώς Σου συνενώσΥ) τάς έαυτοΟ 
δεήσεις πρ6ς τδν Θεδν των δυνάμεων καΐ νυμφίον τί]ς Εκ- 
κλησίας, δπως Σέ ενίσχυση εις την των ύπΐρ τί]ς Έκκλγ}- 
σίας αγαθών Σου προθέσεων, ων οίον άπαρχήν ποιούμενος 
άπ6 σήμερον ευλογείς την σύστασιν τί)ς Φιλεκπαιδευτικί)ς 
Μακεδονικί5ς Άδελφιίτητος. ΚαΙ εις δ,τι ή φιλαδελφία καΐ 
ή χριστιανική αγάπη έδωκε προ ολίγου την υπαρζιν, Σύ 
στιμίρο-^ δίδεις τήν εύλογίαν καΐ τ6 άγιον οίονεΐ βάπτισμα. 
*Ίνα δε τοϋτο ώς δι* αγίου μ,ύρου επισφράγιση καΐ έπιβεβαιώ- 
σγ) καΐ λόγος τις, Συ ό κατά μίμησιν τοΟ δεσπότου Σου 
«τδνκρατ?;ρα 2χων των ακένωτων δωρεών, δόςμοι άντλή- 
σασθαι» έξ αύτοΟ τον λόγον τοΟτον, έπιρρωννύων με ταϊς 
παναγίαις Σου εύχαΓς. 

Α'. 

αΚαΙ δράμα διά τής νυκτός ώφθη τω Παύλψ• άνήρ τις 
ήν Μακεδών έστώς, παρακαλών αύτ^ν καΐ λέγων Διαβάς 
εις Μακεδονίαν ί^ο-φτισον ήμΓν». 

β'. Ότε «τδ φώς τ6 άληθινδν, το φωτίζον πάντα άνθρω- 
πον έρχόμενον εις τον κδσμον» (Ίωάν. ά, 9), άνέτειλεν έκ 
τ•?]ς Ιουδαίας, καΐ οί ωραίοι πόδες τών εύαγγελιζομένων 
Εκείνον, «φ δνομα Ανατολή», διατρέχοντες τήν ύφήλιον 
έφώτιζον τά «έν σκδτει καΐ σκι^ θανάτου» (Ήσ. θ', 2) 
καθήμενα 2θνη τω φωτΐ τής θεογνωσίας• ό δέ Απόστολος 
τών εθνών, διαδραμών τάς πλείστας τής μικρας Ασίας 
επαρχίας, καΐ κωλυθείς υιτδ τοΟ Πνεύματος ινα προχωρήσγ) 
εις τήν ΒιΟυνίαν, κατέβη είς τήν Τρωάδα• έκεΐ έν καιρψ 
νυκτός, ώρα, καθ' ήν τά πάντα ήσύχαζον, 6 θεΓος δέ ζήλος 
ύπεξέκαιε τ6ν Άπόστολον ίνα φωτίση τά εισέτι έν τ*^ νυκτΐ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 58 = 

τί|ς άγνωσία; καταχείμενα μέρη, παρουσιάζεται δράμα ιΐζ 
αυτόν τ& δέ βραμα παοίστα άνίρα Μακεδόνα έστώτα καΐ 
παρακαλοΟντα αύτ^ν ίνα διαβάς εις Μακεδονίαν βοηθήση 
αδτίϊ. Είς την περίστασιν ταότην βλέπει πδς τις έξ έν^ς 
μέν μεγίστην καΐ έξαίρετον πρόνοιαν τοΟ ΘεοΟ πρ^ς σωτη- 
ρίαν τί)ς Μακεδονίας• δι6 καΐ έμποδίζων τ6ν ΠαΟλον να 
προχώρηση είς Βιθυνίαν, καΐ καταβάντι εις Τρωάδα εμφα- 
νίζει αΟτφ τδ δράμα τ"?3ς είς Μακεδονίαν προσκλήσεως• άφ* 
έτέροΐί δέ, μεγίστην καΐ έξαίρετον προδιάθεσιν τ"?]ς χώρας 
ταύτης πρ6ς την ύποδοχήν τοΟ Ευαγγελίου. ΤοΟτο εμφαίνει 
αληθώς χαΐ ή στάσις καΐ ή παράκλησις και οΐ λόγοι τοδ 
έν όράματι ανδρός, δστις οία τις πρέσβυς τί)ς πατρίδος των 
Άλεξά^^ρων καΐ Άριστοτελών προσκαλεί είς αυτήν τ6 
χριστιανικών δόγμα, 8περ δέν βλέπομεν 8τι ίπραξεν άλλη 
τις χώρα, ή άλλο τι έθνος, δπου μάλιστα αυτόκλητοι μετα- 
βαίνοντες οΐ τοΟ Λόγου ύπηρέται ού μόνον εύμενοΟς υποδο- 
χής δέν ήξιοΟντο, άλλα καΐ διωγμούς παντοίους ύπέμενον. 
Άλλα πόθεν ή τοιαύτη προπαρασκευή καΐ προδιάθεσις τής 
Μακεδονίας πρδς τήν ύποδοχήν τοΟ Ε&αγγελίου ; πόθεν δέ 
καΐ ή τοσαύτη περί αυτήν κηδεμονία τοΟ Υψίστου ; Τ6ν 
λόγον αμφοτέρων θέλομεν άνεύρει, έάν άνατρέχοντες τεσ- 
σάρας αιώνας πρ^ τής έν •^ ευρισκόμεθα εποχής άνελίξω- 
μεν τ6ν τότε Ιστορικόν χάρτην. 

γ'. θέλομεν Γδει έν αύτφ, 8τι, έν φ αί μέν άλλαι πο- 
λίτεΓαι καΐ χώραι τής Ελλάδος, εύδοκιμοΟται περί τε τ^ν 
επιστημονικών καΐ στρατιωτικών βίον, παρείχον καΐ είς τους 
πέριξ τα εαυτών αγαθά, ή δέ Μακεδονία διετέλει άσημος 
κατ* αμφότερα, ουδέν άγαθίν μητ' αυτή κεκτημένη μήτε 
το?ς άλλοις παρέχουσα — αίφνης ή θεία πρόνοια, ή πόρρω - 
Οεν καταβάλλουσα των μεγάλων πραγμάτων τάς υποθέσεις 
και τήν εαυτής δύναμιν έν ασθενείς: τελειοΟσα, θέί^ουσα να 
προπαρασκευάση τα έθνη τής υφηλίου πρίίς τήν ύποδοχήν 
^οΟ μέλλοντος ίίωτήρος, ηύδόκησεν, ίνα δια δύο ανδρών 



= 59 = 

αναμόρφωση το πρόσωπον τ^ίς χώρας ταότηζ, καΐ δί' αδ- 
τ^ΐς σύμπαν τ6 τί^ς υφηλίου. Άφ' ένδς Φίλιππος, ό τοΟ με- 
γάλου Αλεξάνδρου πατήρ/ μαθητευθείς παρά τω στρατη- 
γικωτάτφ των Θηβών άνδρί, καΐ άναβάς τ6ν θρ^νον των 
πατέρων του, έμόρφωσε τους Μακεδόνας εις στρατιωτικών 
έ^νος, κατακτ•?)σαν πάσας τάς περί αύτ^ επικρατείας καΐ τ^ 
πλείστον τ•?5ς Ελλάδος. Άφ' ίτε'ρου ό έκ Σταγείρων Αρι- 
στοτέλης, μαθητευθείς την φιλοσοφίαν παρά τφ δαιμονίφ 
άρχηγφ τΫ]ς Ακαδημίας, και άναβιβάσας αυτήν εις τήν 
έντέλειαν, εις ήν ήδύνατο νά φθάση τ6 άνθρώπινον πνεΟμα, 
καΐ τήν χρυσ•?)ν σφραγίδα καΐ τ6 άριστον τέλος έπιθείς εΙς 
έκαστον κλάδον τ•?)ς φιλοσοφίας καΐ λοιπγ]ς μαθήσεως, είσή - 
γαγε τά γράμματα καΐ τάς έ.χιστήμας εις τήν δι* αυτά 
ξένην μέχρι τοΰδε Μακεδονίαν. Ούτως αυτή ύπ6 τήν ξύνω- 
ρίδα των ανδρών τούτων συγκεντρώσασα εις έαυτήν τά τε 
φώτα καΐ τήν δύναμιν συμπάσης τγ]ς Ελλάδος, απόκτησα- 
σα δέ καΐ βασιλέα τ^ν μέγαν Άλέξανίρον, κεκτημένον τά 
• τάλαντα τοΟτε πατρίς καΐ τοΟ διδασκάλου, κατέστη Ικανή 
ι να έξυπηρετήσγ) τάς βουλάς τ•?)ς θείας προνοίας Διδ καί 
ποτέ έν Δίω τ^ς Μακεδονίας ευρισκομένω τφ Άλεξάνδρφ, 
και διαλογιζομένω, πώς θέλει δυνηθή μεταβάς εΙς Άσίαν 
νά καθυποτάξη τήν δύναμιν τών Περσών, έπιφαίνεται έν 
νυκτΐ ό Θεδς τών δυνάμεων, προτρεπόμενος ε{ς τήν έπιχεί• 
ρησιν (Ίωσήπ. Άρχαιολ. ια', 9. 4) καΐ ένισχύων αυτόν, 
προχειρίζεται χριστον αύτοΟ, έπιλέγων αύτψ τά αυτά περί- 
που, οία είπε ν άλλοτε είς τ6ν άρ/ηγ6ν τής περσικ?]ς δυνα- 
στείας (Ήσ. με', 1 — 3). «Έγώ κρατήσω τής δεξιάς σου, 
έπακοΟσαι έμπροσθεν σου ίθνη, καΐ ίσχύν βασιλέων διαρρή- 
ξω• ανοίξω έμπροσθεν σου θύρας, καΐ πόλεις ού συγκλεισθή- 
σονται. Έγώ έμπροσθεν σου πορεύσομαι, και δρη όμαλιώ, 
θύρας χαλκάς συντρίψω, καΐ [ί,οχΚους σιδηρούς συγκλάσω, 
καΐ δώσω σοι θησαυρούς σκοτεινούς απόκρυφους, αόρατους 
ανοίξω σοι», 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 60 αβ: 

ί'• *Υπ^ τοιοΟτον πανίσχυρον ηγεμόνα ό μόλις είκο<τα£- 
της Αλέξανδρος, -παρακολουθούμενος ύπ^ των τρισμυρίων 
Μακεδόνων του, διαβαίνει τ6ν Έλλήσποντον, καΐ έπιβάς 
αίΐς άσιάτιδος γί)ς, θυει ένΤρφάδι τα έπιβατήρια, καΐέκει- 
βεν προ/^ωρεΤ εις την κατάκτησιν ού μόνον τ?)ς περσικ•?5ς μο- 
ναρχίας, άλλα καΐ τοΟ λοιποΟ τότε γνωστοΟ κόσμου έν 
*Ασίγ καΐ Αφρική, καΐ έν διαστήματι όεκαετει γίνεται κύ- 
ριος αύτοΟ. Ή μεγάλη δέ αυτή καΐ θαυμαστή κατάκτησις 
έγένετο• διότι -προεπορεύετο μέν ό Θε6ς των δυνάμεων, πα- 
ρηκολούΟουν δέ τα θέλγητρα τ•?)ς φιλοσοφίας καΐ του πολι- 
τισμοΟ, καΐ τα ευεργετήματα τής διαδόσεως των φώτων 
καΐ τί)ς προόδου, κοινής γενομένης και τής έλλάδος φωνής 
χαθ' άπασαν την ύφήλιον, ίνα χρησιμεύστρ τ6 μέσον τής 
συνεννοήσεως των εθνών καΐ προλεάνΥ) τ6 £ργον των μαθη- 
τών τοΟ Σωτήρος, άφ' ού πρότερον δια τής έν Άλεξανδρείί^ί 
μακεδόνικης δυναστείας μετεφράσθησαν εις την γλώσσαν 
ταύτην αί θεόπνευστοι δέλτοι τής Παλαιάς Διαθήκης, αϊ 
φερέσβιοι αύται πηγαΐ τοΟ σωτηρίου, δι* ων προκατηγγέλ- 
λετο €φώς εις άποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαοΟ Ισραήλ» 
(Λουκ. β', 32). 

ε'• ΤοιαΟτα ευεργετήματα μεν πρ^ς τ^ άνθρώπινον γέ- 
νος, υπηρεσίας δέ πρΐς τ6ν μέλλοντα χριστιανισμ^ν παρά- 
σχουσα ή Μακεδονία, καΐ προκατευθύνασα τάς οδούς τοΟ 
Κυρίου καΐ προπαιδαγωγήσασα τα έθνη εις την ύπο^οχττι^^ 
τοΟ Σωτήρος, δέν ήτο δυνατόν, δτε «έκ Σιών έξήλθεν δ 
τής χάριτος νόμος» καΐό λόγος τής Καινής Διαθήκης 
«έξ Ιερουσαλήμ» (Ήσ. β', 3), ούτε ή Μακεδονία να λη- 
σμβνήση, 6τι αύτη πρώτη ώφειλε ν' άτενίση τα δμματα 
χαΐ να έκτείντ) τάς χείρας πρδς την ύποδοχήν τής θρησκείας 
τοΟ άληθινοΟ ΘεοΟ, ύπ6 τοΟ ύποίου την όδηγίαν αύτη έξε- 
τέλεσε τοσαΟτα υπέρ αυτής, ούτε ή θεία πρόνοια να μη 
χορήγηση εις αυτήν πρώτην έξ δλων των τής Ευρώπης 
ίπαρχιών τά ευεργετήματα τοΟ Ευαγγελίου τής ειρήνης. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



».= 61 » 

Διά τοΟτο εΟδοχει χαΐ να όδηγήση τδ «ό-χεΟος τήζΙκλογί)ς» 
εις την Τρωάία, καΐ έκει να ιιαρουσιασθή 6 Μακεδών ίνα 
προσκαλε'σΥ) αϋτΐ εις την έαυτοΟ πατρίδα. Όπως ή χώρα, 
ήτις τδ πάλαι έγένετο τ6 πεδίον τοΟ πολέμου, έν φ άλλη- 
λεσφάζετο ή Ευρώπη καΐ Ασία, καΐ ήτις έπΙ Αλεξάνδρου 
ύπήρξεν ή αφετηρία, άφ' ης όρμηθεΤσα ή Μακεδονία ως έξ 
δλης τής Ευρώπης μιετέδωκεν εις την Άσίαν τά άγαΟά το& 
πολιτισμοΟ καΐ των φώτων, καΐ προπαρεσκευασε τάς οδούς 
Κυρίου τάς ευθείας• αύτη και νΟν να γείνη τ& συνεντευ• 
κτήριον τής Ευρώπης καΐ Ασίας καΐ •{] βαλβίς, άφ' ής όρ- 
μηΟίϊσα ή τελευταία έν τψ προσώπω τοΟ Παύλου να μεταβή 
εΙς Μακεδονίαν καΐ μεταδώση τά ευεργετήματα τοΟ χρι- 
στιανισμοΟ, και άναπληρώσΥ) τΐ δφλημα άνθ' ων ευεργεσιών 
έλαβε πρότερον παρά τ•?]ς Μακεδονίας, καΐ έκεΓ συνδέσωσι 
τοΟ λοιποΟ έσαεΙ τάς χεΤρας, άδελφοποιηθεΤσαι έν Χριστφ, 
«έν φ οΟκ ένι *Έλλην καΐ Ιουδαίος, περιτομή καΐ άκροβυ- 
στία, βάρβαρος, Σκυθης, δοΟλος, ελεύθερος, άλλα τά πάντα 
και έν πάσι Χρίστος» (Κολ. γ', 11). 

Β'. 

«ΚαΙ δράμα διά τής νυκτός ώφθη τφ Παΰλφ• άνήρ τις 
ήν Μακεδών έστώς, παρακαλών αύτδν και λέγων Διαβάς 
είς Μακεδονίαν ^οΎΐ^^-ητο^ί ήμΓν». 

στ'. "Επασχε κατ' εκείνον τ6ν καιρόν ή Μακεδονία την 
στέρησιν τής γνώσεως τοΟ άληθινοΟ Θεού. Έπασχε την 
στέρησιν της έξ άποκαλύψεως φιλοσοφίας. Έπασχε την 
στέρησιν τής γνώσεως τ'?)ς πρακτικής αρετής, των αληθινών 
οδών του Κυρίου. ΚαΙ διά τοΟτο διά τοΟ πρέσβεώς της 
προσκαλεί τ6ν Ά ποστολον ίνα διαβάς είς Μακεδονίαν βοη- 
θηση αυτή. Ό δέ Απόστολος, υπακούων είς το θείον κέλευ- 
σμα καΐ προθυμως δεζάμενος την πρόσκλησιν, αμέσως μετά 
τοΟ Σίλα, Τιμοθέου καΐ Λουκά μεταβαίνει είς Μακεδονίαν, 
καΐ καταπαύων την είς τά άψυχα εΓδωλα διδάσκει την εΙς 



ΟίΟίΐίζθοΙ ϋγ 



Οοο^Ιε 



= 62 = 

^ν άληβιν^ν Θε^ν χαΐ δν άπέστειλεν *ΙησοΟν Χριστών λα- 
τρείαν συ(ΛπληροΤ την άνΟρωπίνην άτελί) φιλοσοφίαν τοΟ 
Σταγεφίτου δια ττ)ς έξ άποκαλύψεως χριττίανικ-Ρ^ς φιλοσο- 
φία€, άποχαλύπτων τα αυττήρια τής βασιλείας των ουρα- 
νών. ΚαΙ συγκροτών [Αεγάλας καΐ μυριάνδρους Εκκλησίας 
έν Φιλίπποις, έν Θεσσαλονίχτ), έν Βερροία, έγκατασπείρει 
έν αύταΓς τα σπέραατα τί)ς χριστιανικ•?]ς ηθικής, α τίνα καΐ 
αυξανόμενα άπο^εικνύουσι κοινωνίας διαπρεπουσας έν εύσε- 
βεία καΐ σεμ,νότητι καΐ παντοίαις άρεταΓς, ιδία δέ τη αρετή 
ττ]ς φιλαδελφίας, ήτις, αύξηθεισα ως Βί'^^ρον μέγα, σκιάζει 
ο& μίνον τήν Μακεδονίαν -παΐσαν, καΐ παρέχει αυτή τα 
ε&εργετικά αυτ•?]ς δώρα, άλλα τους κλώνας αύτ•?)ς έπεκτεί- 
νασα καΐ εις άλλας /ώρας, δαψιλεύει καΐ ε?ς αύτάς τάς 
αγαθοεργίας της. Μάρτυς τούτου αύτ6ς ό Απόστολος, δστις 
έν τ•^ πρώτη πρδς Θεσσαλονικείς έπιστολί) — ήτις είναι καΐ 
ή πρώτη χρονολογικώς γραφεισα επιστολή αύτοΟ• διότι ή 
Μακεδονία δίκαιον -ητο τζρώτΎΐ V απόλαυση άποστολικήν 
συγγραφήν — ϊγραφε. «Περί δέ τής φιλαδελφίας ού χρείαν 
ίχετε γράφειν ύμίν αύτοΙ γαρ υμεΓς θεοδίδακτοί έστε εις 
τ6 άγαπαν αλλήλους• καΐ γαρ ποιείτε αύτ6 ε{ς πάντας τους 
αδελφούς τους έν δλγ) ττ) Μακεδονία» (Α' Θεσσ. δ', 9). Ά- 
κούετε•ϋ.αρτυρίαν έπίσημον, μαρτυρίαν τοΟ Αποστόλου τών 
έΦνών περί τής αρετής τής φιλαδελφίας τών Μακεδόνων, 
και ότι τήν άρετήν ταύτην έκτήσαντο καΐ έδιδάχθησαν ούκ 
έξ ανθρώπων, άλλα παρ* αύτουτοΟ ΘεοΟ, «αυτοί γαρ ύμεις 
θεοδίδακτοί έστε εις τό αγαπάν αλλήλους», καΐ δη τήν 
άρετήν ταύτην πράγματι έξετέλουν εις τους έν δλη τή 
Μακεδονία; Μέγας αληθώς καΐ ακήρατος στέφανος παρά 
τής αποστολικής /ειρ6ς έπιτέΟειται έπΙ τών κεφαλών τών 
Μακεδόνων, οίτινες έδιδάχθησαν τήν άρετήν ταύτην ο6 παρ* 
Αποστόλου, άλλα παρ* αύτοΟ τοΟ ΘεοΟ τής αγάπης. Άλλα 
μήπως ή θεοδίδακτος αρετή τών τέκνων τής Μακεδονίας 
περιωρίζετο έν μόνοις τοϊς όρίοις αυτής; ΠολλοΟ γε καΐ δεΓ. 



« 63 =» 

Α&τή έπεξεη:είνετο πρώτον «Ις αύτ^ν τ^ν Άπάιτολον, ιταρ* 
ού έδέξαντο ούτοι την μεγίστη ν των ευεργεσιών, παραχο- 
λουθοΟσα α6τφ πανταχοΟ δπου έπορευετο καΐ παρέχοικτα 
αύτφ τα εφόδια• Διαπρύσιος καΐ 'ζούτου (ΐάρτυς ίστω πά^ 
λιν α6τ6ς ό ΆτζόστοΚος, βστκ;, δέσμιος ών έν Ρώμη, κάκεϊ 
δεξάμενος τάς τών Φιλιππησίων δια τοΟ επισκόπου αυτών 
Έπαφροδίτου βοηθείας, καΐ εΟχαριστών α&τοΓς δτι έδέξατο 
τά παρ' αΟτών «δσμήν εύωδίας, θυσία ν δεκτή ν, εύάρεστον 
τφ θεφ«, προστίθησιν «Οϊδατε δέ καΐ ύμεϋ; Φιλιππήσιοι, 
δτι έν άρχί) τοΟ Ευαγγελίου, βτε έξτ)λθον άπ6 Μακεδονίας, 
ουδεμία μοι Εκκλησία έκοινώνησεν εις λόγον δόσεως καΐ λή- 
ψεως, εί μη ΟμεΙς μόνοι• δτι καΐ έν Θεσσαλονίκη καΐ άπαξ 
καΐ δΙς είςτήν χρείανμοι έπέμψατε» (Φιλιπ. δ', 15 — 18). 
ΚαΙ οΟ μόνον τά άναγκα:οΟντα τφ Άποστόλφ παρεϊχον, 
άλλα καΐ βοηθείας υπέρ τών πτωχών άλλων Εκκλησιών. 
Ούτως ό Απόστολος, έν ψ εύρίσκετο είς^τήν πλουσιωτάτην 
καΐ άφ' έτερου έν πολλοίς πτωχήν Κόρινθον, ίνα έπαρκέση 
εις την παρηγορίαν πολλών πτωχών έν αΟττ), βοηθείας 
ελάμβανε παρά τών Εκκλησιών τί)ς Μακεδονίας• «άλλας 
Εκκλησίας, (ίγραφε τοϊςΚορινθίοις), άλλας Εκκλησίας έσύ- 
λησα, λαβών όψώνιον πρί^ς την υμών διακονίαν καΐ παρών 
πρδς ύμας καΐ υστερηθείς ού κατενάρκωσα ούδενός- τέ γάρ 
υστέρημα μου προσανεπλήρωσαν οί αδελφοί έλθόντες άπ6 
Μακεδονίας» (Β' Κορ. ια', 8 — 9). ΤοιοΟτοι οί καρποί τ•?)ς 
φιλαδελφίας τών Μακεδόνων καί πρ6ς τον εαυτών διδάσκα- 
λον, κρίνοντες δρθώς, δτι, εί αΟτ6ς αυτοίς τά πνευματικά 
έσπειρεν, ού μέγα εί αύτ^ς αύτώντά σωματικά θερίσει. ΚαΙ 
διά τούτο ο6 μόνον έν Μακ^δονίςρ δντα έτρεφον, άλλα καΐ 
πανταχοΟ παρακολουθοΟντες παρεϊχον τά εφόδια, καΐ δι' 
αύτοΟ άνακουφίζοντες την ένδειαν πολλών πτωχών καΐ άπά^ 
ρων Εκκλησιών, ώς τών έν Κορίνθφ. 

ζ'. Ίδίςι δέ κατ* εξοχήν ή αρετή αΰτη τών Μακεδόνων 
χατεδεικνύετο είςτήν βοήθειαν τής έν Ίεροσολύμοις Έκχλτί^• 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



σίαζ. Πολλοί έζ υμών γνωρίζετε^ δτι έπΙ των άποστολικΐδν 
χρόνων ή έν *Ιεροσολύαοις Έκ>ίλησία, κατα5ιωκοαένη ύπδ 
των επικρατούντων Εβραίων, ήτο έν μεγάλη άνεχεία καΐ 
στενο/ωρί^. Αί άλλαο Τ,οΐ'ΐζον Έκκλησίαι, αίτινεζ έπεΓχον 
θέσιν θυγατέρων πρ^ς την ένΣιών μητέρα των Έκκλητιών, 
κατά παράκλησιν τών'Αποστόλων ποιουται συνδρομάς, απέ- 
στελλον κατ' ένιαυτί)ν διά/έφος των * Αποστολών τ^Οτοδέ 
έλεγον λογία ν. Είς την λογίαν ταύτην έν φ πρώτοι καΐ 
αυθόρμητοι συνέτρεχον γενναίως, πολλάκις δέ καΐ υπέρ δύ- 
ναμιν οι Μακεδόνες, καίτοι και αυτοί δντες ούχΙ έν τοσαυτη 
εμπορία, παρεκάλουν καΐ τάς άλλαςΈκκλησίας, Γνα μή άπο- 
λειφΟώσιν εί^ το ίρ^'ον τοΟτο, άλλα γενναίοι να φανώσι πρ^ς 
τήν μητέρα τών Εκκλησιών. «Γνωρίζομεν (έγραφεν ό Από- 
στολος τοΓς Κορινθίοις), γνωρίζομεν δέ ύμϊν, αδελφοί, την 
χάριν τοΟΘεοΟτήν δεδομένην έν ταΓς Έκκλησίαις τί^ς Μα- 
κεδονίας• δτι έν πολλή δοκιμί) Ολίψεως ή περισσεία τ^Ις 
χαράς αυτών καΐ ή κατά ^άΟος πτωχεία αυτών έπερίσ- 
σευσεν είς τ6ν πλουτον τ?^ς άπλότητος αυτών δτι κα- 
τά δύναμιν μαρτυρώ, καΐ υπέρ δύναμιν αυθαίρετοι μετά 
πολλ'?)ς παρακλήσεως δεόμενοι ημών, την χάριν καΐ την 
κοινωνία^» τί)ς διακονίας ττ^ς είς τους αγίους δέξασθαι ήμας• 
και ού καθώς ήλπίσαμεν, άλλ' εαυτούς έδωκαν τιρώτον τω 
Κυρίω, και ήμΓν διά θελήματος Θεοΰ, είς τ6 παρακαλέσαι 
ημάς Τίτον, ίνα, καθώς προενήρξατο, ούτω καΐ επιτέλεση 
είς ύμά: καΐ ιήν χάριν ταύτην» (Β' Κορ. η', 1 — 6). Το- 
σαυτη ή πρίς τους έν *\εροΊ6λ\ίιι,οΐζ αγίους φιλαδελφία τών 
Μακεδόνων, ώστε ού μόνον αύτοι νά συνεισφέρωσιν αυθόρ- 
μητοι κατά δύναμιν καΐ υπέρ δύναμιν συ/δρομάς υπέρ αυ- 
τών, άλλα καΐ τ6ν Άπόστολον παρακαλέσωσι νά έπιφορτί- 
ση τ6ν Τίτον άπερχόμενον είς Κόρινθον, ινα κάκεΓνος έκεΓ 
έπιτελέστ) τ6 έργον τΫ]ς φιλαδελφίας καΐ παρά Κορινθίοις. 
Διο καΐ αγωνιών προέτρετζεν αυτούς νά σπεύσωσι νά συνά- 
ξωσι την εαυτών λογίαν, καΐ ώσι παρεσκευασμένοι είς του- 



= 65 = 

το, «μήπως, (ως ίγραφε), μήπως έάν έλθωσι συν έμοί Μα- 
>ίεδόνες καΐ ευρωσιν ύμας άπαρασκευάστους, καταισχυνθώ- 
μεν ήμεΤς (Β' Κορ. θ', 4)• Τοτουτον σοβαροί κατά τήν άρε- 
τήν ταυτην ήσαν οΐ Μακεδόνες, ώστε έν περιστάσει, καβ* 
ήν οί Κορίνθιοι ήσαν άπαρασκδύαστοι κατά τοΟτο, ή παρου- 
σία αυτών αίσχώνην έπέφερεν ο6 μόνον τοΓς Κορινθίοις, άλ- 
λα καΐ αΟτ^ τφ Άποστόλφ, άναδεχθέντι ίνα προτρέψη 
αυτούς. Προτέρημα τοιοΟτον ουδεμία των άλλων Εκκλη- 
σιών έσχεν, ίνα η το πρότυπον παράδειγμα τ?5ς πρωτίστης 
€ύαγγελικ•?)ς άρεττ5ς τί)ς φιλαδελφίας, καί έπισυρη τους με- 
γίστους επαίνους καΐ τον εις έαυτήν σεβασμών και αύτοΟ 
τοΟ Αποστόλου τών εθνών• 

η'• Μακαρίζω υμάς, ευσεβή) τέκνα τί)ς ευάνδρου Μακε- 
δονίας, δτι έκγονοι υπάρχετε τοιούτων μεγάλων τφογόνων, 
οίτινες καΐ πρΐ τ^ί^ς τοΟ Σωτηρος επιφανείας ούτως έζήλω- 
σαν, ϊνα τα αγαθά τί^ς παιδείας καΐ τοΟ πολιτισμοΟ μετα- 
δώσωσιν είς άπαντα τά Ιθνη, καΐ τοσούτους αγώνας άνε- 
δέχ^θησαν πρ6ς κατόρθωσιν του μεγάλου τούτου σκοπού• καΐ 
ούτως έδόξασαν τ6 δνομα του ημετέρου έθνους, ώστε άνά- 
γραπτα δικαιώματα απέκτησαν καΐ ενώπιον του πανελλη- 
νίου, ου τδ κλέος μέχρις ουρανού άνεβίβασαν, καΐ απέναντι 
δλων τών εθνών, είς α μετέδωκαν τά αγαθά τοΰ πολιτισμοΟ 
καΐ προπαρε^κεύασαν προς την ύτ.οζοχτιν τοΟ Ευαγγελίου. 
ΚαΙ μετά τήν του Σωτηρος έπιδημίαν λαβόντες τά δώρα 
τοΟ χριστιανισμοΟ, καΐ συν αύτοΓς τ6 χάρισμα της φιλα- 
δελφίας, τοσαυτα τεκμήρια αύτγ)ς έδειξαν καΐ πρδς δλην 
τήν Μακεδονίαν καΐ πρ6ς τον Άπόστολον καΐ τάς άλλας 
Εκκλησίας, ώστε το δνομα αυτών καΐ τά έργα ενεγράφησαν 
έν τη θείίί δέλτω τγ)ς Καιν•?ίς Διαθήκης, ινα, δπου αν κη- 
ρύσσηται τδ Ευαγγέλιον 'ΐοΰτο έν δλφ τφ κόσμω, κατάγ- 
■γέλλωνται και δσα οί πρόγονοι υμών εποίησαν είς μνημόσυνον 
αυτών. 

ΤΟΜΟΣ Β'. 5 



= 06 = 

Γ. 

θ'. Τοιούτων προγόνων άπό-γονοι ?ιατελοΟντες ύ[ΐ.εΓ;, ?χ^• 
'τε βεβαίως χληρονομιικήν καΐ την άρετήν τ?]ς ευεργεσίας 
χαΐ φιλαδελφίας, ύφ* ής όρμώαενοι -προήλΟετε είς την ίεράν 
άπίφασιν, ίνα διά των συνδρομών υμών διαβάντες εΙς Μα- 
χεδονίαν βοηθήσητε το?ς έκεϊ έν πενία, αχρηστία καΐ άση- 
μότητι διατελοΟσι νέοις, ιδρύοντες σχολάς γραμμάτων καΐ 
'ςεχνών, ίνα χρησίμους και ευτυχείς καταστήσητε αυτούς. 

ι'. Ναί, ευσεβ?) τέκνα ττ^ς φίλης Μακεδονίας, 7Γάσχε4 
καΐ ήδη ή πατρίς υμών, ως έπασχε καΐ έπΙ τοΟ Αποστόλου• 
πάσχει την στέρησιν σχολών, έν αίς ένδιαιτωμένη ή σο- 
φία «σωφροσύνην καΐ φρόνησιν έκδιδάσκει, δικαιοσύνην καΐ 
άνδρίαν, ών χρησιμώτερον ουδέν έστιν έν βίω άνθρώποις» 
(Σοφ. Σολομ. η', 7), ήτις «έπίσταται στροφάς λόγων καΐ 
λύσεις αινιγμάτων, σημεία καΐ τέρατα προγινώσκει καΐ εκ- 
βάσεις καιρών καΐ χρόνύ>ν» (αυτόθι 8), καΐ ήτις καθιστή 
τδν άνΟρωπον «μύστην της τοΟ θεοΟ επιστήμης καΐ αίρέ- 
τήντών έργων αύτοΟ» (αυτόθι 4). Πάσχει στέρησιν σχο- 
λών, έν αίς μανθάνων τις τέχνας δύναται άνέτως καΐ τι- 
μίως έν Ιδρώτι τοΟ προσώπου αυτοΟ να πορίζηται τ6ν έπι- 
ούσιον άρτον, καΐ καθίσταται ανεξάρτητος άπ6 τής ανάγ- 
κης τών άλλων καΐ ευεργέτης τών λοιπών αδελφών, δπως 
ό Απόστολος παρήγγειλε τοΙς ύμετέροις προγόνοις, «Παρα- 
καλοΟμεν (γράφων), παρακαλοΟμεν, αδελφοί, περισσεύειν τά 
ίδια, καΐ έργάζεσθαι ταίς ίδίαις χερσίν υμών, καθώς ύμίν 
παρηγγείλαμεν, ίνα περιπατήτε ευτχημόνως πρ^ς τους έξω 
καΐ μηδενός χρείανέχητε» (Α' Θεσσ. δ', 10 — 12). Ναί. 
Ή γ^^ώσις επιστήμης τιν^ς ή τέχνης, έν ω έξ ένος παράγει 
είς τον κάτοχον αυτής τά του βίου εφόδια, καΐ απαλλάσ- 
σει α6τ6ν τοΟ έχειν την ανάγκην τών άλλων, καθιστοί συγ- 
χρόνως αύτ6ν καΐ έργάτην τής αρετής καΐ περιπατοΟντα εό- 
σχημόνως• έν φ ή άγνοια είτε επιστήμης είτε τέχνης πρ6ς 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



1 



'ϋή στεοήσει κρατεί αδτον έν τη αργία, ήτ^ς εΤναι ή μ>-ήτηρ 
τ-η; κακίας. 

ια'. Την στέρησιν τοιούτων σχολών πάσχουσα ή φίλη 
ύμιών πατρίς αετ' άλγους μεγάλου βλέπει γενεάς 5λας νέων 
ευφυών καΐ δραστηρίων να ϊρχωνται καΐ παρέρχωνται υπ6 
τ6 βαρύ σκότος 'ΖΫις αμάθειας και αργίας άκλεείς, άδηλοι 
καΐ ύπ^ κνεφέεσι σκεδαννύμεναι• άλλους δέ καθ' ομάδας να 
διασκορπίζωνται μακράν τών άγκαλών α6τ'?]ς πρδς ευρεσιν 
πόρου. Μάρτυρες τών λεγομένων ύμεΤς, οΓτινες, άδυνατοΟν- 
τες νά ζήτε τόν άκλε*^ και αερ-^ον εκείνον βίον, άπεχωρί- 
σθητε μετά λύπης τών άγκαλών τΫ]ς ένεγκαμένης πατρί- 
δος, καΐ άλλοι μέν μετέβητε εις την μεγαλόπολιν ταύτην, 
άλλοι δέ εις άλλας, δπου βλέπετε καΐ απολαμβάνετε τά 
αγαθά κοινωνιών, αΓτινες εΟμοιροΟσαι παντοίων τοιούτων 
σχολών δεικνύονται άξιαι τοΟ προορισμοΟ λογικών δντων, 
πεπροικισμένων μέ την άληθ•?) άξίαν, με την οποίαν έΗγ)λ- 
θεν ό ΛΜ^ρωποζ έκ τών δημιουργικών χειρών τοΟ Πλαστού. 
Τοιαύτην άσύγκριτον διαφοράν βλέποντες καΐ υμεις μεταξύ 
τών ευτυχών κοινωνιών, έν αίς ζ•?]τε, καΐ εκείνης τί)ς δυσ^" 
τυχοΟς πατρίδος, αυτόκλητοι προσήλθετε νά βοηθήσητε την 
έν τη πατρίδι νέαν γενεάν, συγκροτήσαντες Φιλεκπαιδευ- 
τική ν αδελφότητα πρ^ς άνέγερσιν ή συντήρησιν σχο7νών, 
ίνα έν αύταίς εκπαιδευόμενοι οι νέοι έκεϊνοι έπιδοθώσιν άλ- 
λοι μένεις τ6ν θεωρητικον βίον, διδασκόμενοι «τά ιερά γράμ- 
ματα τά ,δυνάμενα σοφίσαι εις σωτηρίαν διά πίστεως τγ)ς 
έν Χριστφ Ίησου» (Β' Τιμ. γ', 15), άλλοι δέ είς τον πρα- 
χτικόν, έκμανθάνοντες διαφόρους τέχνας, δι* ών ευημεροΟσιν 
α ι κοινωνίαι. 

ιβ'. Τ6 ξργον υμών ευλογεί άνωθεν ό ουράνιος Πατήρ, δ 
τη σοφίοι κατασκευάσας τον άνθρωπο ν καικτίσας αύτ6ν έπ* 
άφθαρσίι^. Είς το έργον υμών συνευδοκεϊ ό φιλόλαος καΐ 
φιλόμουσος ημών άναξ. Οστις θέλει ίνα πάντες οί ύπο το 
σκήπτρον αυτοΟ λαοί ευημερούντες ευχωνται υπέρ τής μα- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 68 = 

-Κροβκίτητος αΟτΰΟ. Ει; α6 έργον υμών δίδει τδ άγι<5^; βά- 
ιιτισμια ό παναγιώτατί^ς ήρ.ών πατήρ καΐ δεσπότη:, ποιών 
την πανηγυρικωτάτην πρώτην αύτοΰ ίερότελεστίαν, καΐ 
αίρων τάς χείρας ευλογεί πώντας ύΐΛάς. Εις το έργον ύυιών 
συγκινουμένη καΐ ή φίλη πατρίς, άνεγείρουσα την βεβαρη- 
αένην κεφαλήν καΐ άνοίγουσα τα ώχρα χείλη, απευθύνε: 
υ[ΑΪν τάς ευχαριστήσεις της καΐ τάς (Λητρικάς ευλογίας. Ε6- 
ελπίζεται δέ', δτι τω παραδείγματι υμών άκολουθοΟντες καΐ 
πάντες οι άπ' ανατολών, δυσμών, βορρά καΐ θαλάσσης λοι- 
ποί υίοΐ αυτής, καΐ συνασπ^σθέντες έν ένΐ στόματι καΐ μιο^ 
χαρδί^ Οέλουσι σπεύσει ινα συγκροτηθί) μεγάλη ή Φιλεκ- 
παιδευτική αδελφότης, μεγάλα καΐ αποφέρουσα εις βοή- 
θειαν τής έκεϊ απόρου νεολαίας. Όπως ή μέν Μακεδονία 
ϊ/η να λέγγ) το τής άσματιζούσης νύμφης• «Έξεγέρθητε 
βορρά καΐ 2ρχου νότε, διάπνευσον κήπόν μου καΐ ρευσάτω- 
σαν άρώματάν^υ» ("Άσμ. δ', 16), τα αρώματα τής φιλα- 
δελφίας πρ6ς σύστασιν σχολών, καΐ «καταβήτωσαν τα μι- 
κρά τέκνα μου εις κήπον αυτών καΐ φαγέτωσαν καρπών άκρο- 
'^ούων αυτών» (αυτόθι ε', 1), τήνμάθησιν τών γραμμάτων 
χαΐ τεχνών πάντες δέ ομογενείς τε καΐ μη, μετά χαράς 
και θάρρους βλέποντες το έργον τής άδελφότητος ταύτη; 
λέγωσι περί αυτής• «Τίς αυτή ή έκκυπτουσα ώσει δρθροι 
καλή ώς ή σελήνη, εκλεκτή ως ό ήλιος, θάμβος ώς τεταγ 
μέναι ;» (αυτόθι ς \ 9). Γένοιτο. 

Γ ΠΡΟΣΛ.ΑΛΙΑ, 
ΚΚΦ12ΝΠΘΕΙΣ\ ΕΝ ΤΩ Ν ΧΩ Τον ΑΡΜΚίΝίΛ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΚΙΟΓ, 

ΓΠΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤ, 

ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΡΩΤΟΣΪΓΚΕΛΛΟΪ ΟΝΤΟΣ, 

ΜΕΤΑ Τϋλ ϋΕΧΟΜΙΙΙίεΚΗχΧ ΕΙΑΙΣ^ΜΟ^ ΑΐνΤΕΟΙΙΚΕΨΙΜ, 

ΤΗ Ζ ΙΑΝΟΪΑΡΙΟν ΤΌΓ .^αΟΒ'. 

οτΕ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΠαΟλος καΐ Βαρνάβας, εύαγγελιζό- 
μενοι τ6ν λόγ•ν τοΟ Θεού, ήλθον εις Άντιόχειαν τ^ς Πισι- 



1^7 



ΟίΟίΐι 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 69 = 

δεΓας καΐ εΙσηλΟον εις την συναγωγήν, απέστειλαν πρ?>ς 
αυτούς οι άρχιτυνάγωγοι λέγοντες• € "Ανδρες αδελφοί, εΐ 
ϊστιν έν ύίχΓν λόγος παρακλήσεως πρ6ς τ6ν λαίν, λέγετε» 
(Πράξ. ιγ', 15). Ή5η καΐ ήαίχς έλθόντας ίνα χαιρετήσω- 
μεν την Α. Μακαριότητα, τον ύαέτερον πατριάρχην, οί 
ύΐβ,ίτιροι προΓστά[ΐιενοι προέτρεψαν λαλί)σαί τίνα ύμιΓν, λέ- 
γοντες τ:ερ(ζου τα αυτά, άτινα είπον τότε πρ6ς τους Απο- 
στόλους οί τ'?5ς/ Αντιοχείας άρχισυνάγωγοι, νοαίζοντες Γσως 
8τι θέλετε ακούσει καΐ παρ* ημών τους έκφαντορικούς λό- 
γους, τους οποίους τζρο ολίγου καιρού ήκούσατε παρά 
τοΟ οίκουμενικοΟ πατριάρχου. Άλλ' έκείνω καΐ πολιά γε- 
ραρά, καΐ βίος ενάρετος, καΐ υψος άρχιποιμαντορίας, καΐ ίν- 
θεος σοφία παρείχον λαλί;σαι λόγους τφόντι θαυμαστούς• 
ήμεΓς δέ, οί καΐ την ήλικίαν νέοι καΐ τ?) άζίωμα μικροί, τί- 
να λόγον παρακλήσεως δυνάμεθα νά εΓπώμεν άξιον α•?5ς 
υμετέρας προσδοκίας; αλλά ταΤς εκείνου εύχαΤς πεποιθότες* 
τολμώμεν νά προφέρωμέν τίνα έν ανοίξει του στόματος ημών, 
καθόσον τ6 αύτοσχέδιον τοΟ καιροΟ επιτρέπει. 

€Δόξα έν ύψίστοις Θεφ, καΐ έπΙ γγ)ς ειρήνη, έν άνθρώποις 
ευδοκία» (Λουκ. β', 14). 

Είχε ποτέ πέμψει ό πατριάρχης Ιακώβ τ^ν αύτω ήγα- 
πημένον Ιωσήφ, ίνα έπισκεφθή τους αδελφούς αύτοΟ ποι- 
μαίνοντας τά πρόβατα αυτών, ειπών «Πορευθείς Γδε, ε£ 
ύγιαίνουσιν οί αδελφοί σου καΐ τά πρόβατα» (Γεν. λζ', 14). 
Έπεμψε καΐήμδς στιΐί,ε^οΊ ό παναγιώτατος ημών πατριάρ- 
χης, Γνα έπισκεφθώμεν την Α. Μακαριότητα, τδν ύμέτε- 
ρον πατριάρχην, καΐ Γδωμεν, ει υγιαίνοι αύτ6ς καΐ τ6 αύτοΟ 
ποίμνιον. ΚαΙ ό μέν Ιωσήφ μόλις εύρε τους αδελφούς αυ• 
τοΟ, περιπλανηθέντας άπο Συχέμ εΙς Δωθαείμ. ΉμεΙς δ* 
ευρομεν τους υμετέρους ποιμένας περί την νοητήν Βηθλεέμ 
«άγραυλουντας και φυλάτσοντας φύλακας τής νυκτίς έπΙ 
την ποίμνην αυτών καΐ άγγελον Κυρίου έφεστηκότα, καΐ 
εύαγγελκιάμενον αύτοΓς χαράν μεγάλην, δτι έτέχθη ύμίν 



«= 70 « 

Σωτήρ, δς έστι Χριστές Κύριος έν ΐϊΛει Δαβίί• χα Ι εξαί- 
φνης συν αύτφ πλτ^θος στρατιάς ουρανίου, αΐνούντων τ6ν 
Θεόν καΐ λεγόντων α Δόξα έν ύψ(στοις Θεφ, καΐ έπΙ γί^ς εϊ- 
ρήνη, έν άνθρώποις ευδοκία». ΚαΙ ευρψεν αμέσως τους ι:οι- 
(χένας υμών, σπευσαντας, δπως καΐ ήμεΤς πρό δωδεκαημε- 
ρίας, πρ6ς τδν γεννηθέντα Σωτήρα καΐ προσκυνήσαντας αΟ- 
τόν ό όποΓος μετά τινας πάλιν εβδομάδας θέλει παρουσια- 
σθώ] τεσσαρακονθήμερος έν τψ ναφ, βπου θέλει τ6ν ανακη- 
ρύξει καΐ ή "Αννα Φανουήλ, καΐ ό πρεσβύτης Συμεών θέλεε 
τ6ν δεχθί] εις τάς έαυτοΟ άγκάλας, προφητεύων ίτι €θδτος 
κείται εις πτώσιν καΐ άνάστασιν πολλών έν τψ Ισραήλ, 
καΐ εις σημειον άντιλεγόμενον» (Λουκ. β', 34). ΚαΙ άνά- 
στασις μέν εϊναι ή εις αΟτ^ν 6ρθή πίστις, πτώσις δέ τουναν- 
τίον. Εις τίνα τών δύο τούτων μερίδων άνήκουσιν αρά γε 
οί αδελφοί Αρμένιοι ; Έγώ φρονώ, δτι εις την μερίδα τών 
ττ)ς αναστάσεως, καΐ απόκειται εις τους πεφωτισμένους θεο- 
λόγους τών αδελφών Αρμενίων να στερεώσωσι δι' αποδεί- 
ξεων τ6 φρόνημα μου τοΟτο. 

Άλλα τότε δια τί να μή δίδωμεν άλλήλοις τ^ αδελφι- 
κών φίλημα ; Δια τί να μή άναπέμπωμεν &η6 κοινοΟ έν τοί; 
αύτοΓς ναοΓς τάς αΟτάς δοξολογίας πρ^ς τδν Θε6ν καΐ Σω- 
τί)ρα ημών; Δια τί να μή μετέχωμεν τών αυτών μυστη- 
ρίων ; Δια τί να μή κοινωνώμεν τοΟ ίν^ς αύτοΟ άρτου καΐ 
μή πίνωμεν έκ του αύτοΟ ποτηρίου; Τα δύο έθνη, καΐ πρδ 
τί^ς επιδημίας τοΟ θεανθρώπου Σωτί^ξ^ος, ήσαν φίλα καΐ 
άδελφά, καΐ οί βασιλείς Τιγράνης καΐ Τιριδάτης έκαυχών- 
το φέροντες τ^ν τίτλον τών φιλελλήνων. ΚαΙ ά από• 
γόνοι του 'Ιωνάν καΐ τοΟ Χαίκέτεινον άλλήλοις τάς δεξιάς, 
έν όμονοίοι διατρέχοντες τήνδδόν τοΟ πολιτισμοΟ. ΚαΙ μετά 
τήν έλευσιν τοΟ ΣωτΨΐξίος οί απόγονοι τοΟ 'Ιωνάν έδιδον διά 
τοΟ Καισαρείας Λεοντίου τήν γνώσιν του άληθινοΟ θεοδ 
εις τους απογόνους του Χα^κ, και έφ* ίκαν6ν καιρόν κοινέ 



^ον τα πάντα. Δια τί άφ' Ικανών εκατονταετηρίδων ίθλά- 
ϋΟη ό άδελ<ρ4κ6ς σύνδεσ(Λος α&τών ; 

Παρακαλέσωμιεν τ6ν Θε6ν τ^ς ειρήνης, ίνα ιΐς τ^ πρόσω- 
ΤΓον των σημερινών ή(χετέρων πατριαρχών άναφανώσι νέοι 
Φώτιοι, νε'οι ΝαρσεΓ;, δπως έλθγ) ή ειρήνη τοΟ ΘεοΟ, ή^ 
υπερέχουσα πάντα νοΟν, ε5ς τα δύο άδελφά έθνη, καΐ πλη- 
ρω&ή ή πρ6ζ τδν Θεί)ν καΐ Πατέρα αίτησις τοΟ Κυρίου ημών, 
εί πόντος• €θΟ περί τούτων δέ ερωτώ μόνον, άλλα καΐ περί 
τών πιστευσόντων δια τοΟ λόγου αυτών εις έμέ• ίνα πάν- 
τες δν ώσι, καθώς συ. Πάτερ, έν έμοί, κάγώ έν σοί, ίνα 
καΐ αύτοΙ έν ήμΓν £ν ώσιν» ('Ιωάν. ιζ', 21). Τοιαύτην ένω- 
<χιν εύχηθώμεν άπ6 καρδίας ϊν* άποστείλη έν ταΤς ήμέραις 
ημών, δπως έν ένΐ στόματι καΐ μι^ί καρδίςι δυνώμεθα να 
είίλογώι^ν τ^ν Θεον καΐ Σωτ?)ρα ημών, λέγοντες τ^ν αγ- 
γελικών υμνον €Δόξα έν ύψίστοιςθεφ, καΐέπΐ γ?)ς ειρήνη, 
έν άνΟρώποις ευδοκία». 

Δ• ΠΡΟΣΛΑΛΙΑ, 
ΕΚΦΩΝΠΘΕΙΣ\ ΕΝ ΤΩ ΝΑΩ ΤΟΓ ΑΡΜΕΝΙΚ. ΠΑτΡΙΑΡΧΕίΟΓ, 

ΥΠΟ ΤΟΓ ΔΥΤΟΓ, 

ΤΙί ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ 

ΤΟΓ ΑΩΟΒΒ', 

■ΕΤΑ ΤΒΐν ΕΠΙΣΗΜΟΙΣ ΑΙΚΤΕΠΙΙΚΕΨΙΝ. 



Αγαπητοί αδελφοί Αρμένιοι! 
προεΦΟΝΟΓΝΤΕΣ γηθοσύνως άλλήλοις τ6 κοσμοχαρμ^- 
συνον «Χριστϊς ανέστη», δόξαν άναπέμψωμεν τω ήμετέρφ 
Θεψ, Σωτηρι καΐ ευεργέτη, δστις τ'?]ς μεγάλης βουλ•?)ς τοΟ 
Υψίστου Πατρός ά^'γελος γενόμενος ηυδίκησεν, ι να έκ τών 
πατρικών κόλπων καταβάς καΐ την ήμετέραν φύσιν προσ- 
λαβωμένος καΐ 3σα ήκουσε παρά τοΟ Πατρίς διδάξας, δια 
*ϊί5ς έπΙ τοΟ Γολγοθά μεγάλης θυσίας λύση μέν το χειρό- 



=? 72 3= 

γρίχφον τών ημετέρων άμίαρτιών, άναδείζτ) δέ ήμιδς υίώς 
θεοΟ καΐ αδελφούς αύτοΟ κατά χάριν, έκφωνήσας μιετά τήν 
θείαν αύτοΟ άνάστασιν τί) €Πορευου πρδς τους αδελφούς 
μου καΐ ε{τϋέ αΟτοΤς- Αναβαίνω τ,ρίς τδν Πατέρα μου καΐ 
Πατέρα υμών, καΐ θεόν μου καΐ Θε6ν υμών» (Ίωάν. κ% 
17), καΐ ύψώσας τήν σημαίαν τ"ί)ς έν Χριστφ ελευθερίας 
χαΐ τί)ς των εθνών άδελφοποίήσεως, άνακηρυξτρ μέν τδ 
Ίτρώτον δια τοΟ α Εδόθη μοι ιτασα εξουσία έν ούρανώ καΐ 
έπ| γΙ]ς», άναθέστ) δέ τ6 δεύτερον τοΓς έαυτοΟ Άποστόλοις 
δια τοΟ «Πορευθέντες εις τδν κόσμον άπαντα, μαθητεύσατε 
•πάντα τα έθνη .... διδάσκοντες αυτούς τηρεϊν πάντα δσα 
ένετειλάμην ύμΓν» (Ματθ. κή, 18—20). 

Τ ί δέ ην τι) πρώτιστον τών αύτώ εντεταλμένων ; καΐ τ£ 
άλλο ή τ6 «Καινήν έντολήν δίδωμι ύμιν, ί'να αγαπάτε 
αλλήλους• καθώς ήγάπησα υμάς, Γνα καΐ υμεϊς αγαπά- 
τε αλλήλους. Έν τούτω γνώσονται πάντες δτι έμοί μαθη- 
ταί έστε, έάν άγάπην έχητε έν άλλήλοις ; » (Ιωάννης 
ιγ', 35). Έντολήν τω δντι καινή ν κα\ θείαν, ήτις προώρι- 
σται, ίνα, καταρρίψασα τά μεσ(5τοιχα τών εθνικών φραγμών,. 
άδελφοποιήστ) τα έθνη, κα) άποτελέσασα μίαν ποίμνην καΐ 
ίνα ποιμένα, άναμορφώσγ) τ6 πρόσωπον τής γής καΐ παρα- 
γάγγ) «καιν6νούραν6ν καΐ γήν καινήν», οΓας έπηγγείλατα 
μέν ό Κύριος (β' Πέτρ. γ', 1 3), είδε δέ έ ν τη Αποκαλύψει 
(κα',^1) ό τής Βροντής υιός. 

Τήν έντολήν ταύτην έχοντες καΐ έν τ•^ καρδίί^ καΐ δια 
τών έργων έκφαίνοντες προς αλλήλους και ήμεΓς οι απόγο- 
νοι τοϋ Ίωνάν καΐ τοΟ Χαίκ, δύο λαοί, τους οποίους ή θεία 
τιρόνοια έθετο γείτονας, δείξωμεν δτι μαθηταί έσμεν τοΟ 
ήμας άγαπήσαντος θεανθρώπου ημών Κυρίου, οτι έκτιμώμεν 
ώς δεΙ τήν ύπ αύτοΟ γενομένην ήμιν μεγάλην εΟεργεσίαν, 
2τι αληθώς δοξάζομεν τύν δι' ήμας τους ανθρώπους καΓδιά 
^ην ήμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα έκ τών ουρανών καΐ 
ίνανθρωπήσαντα καΐ παθόντα και άναστάντα Κύριον ήμώ^• 



και Θίόν, καΐ δτι άξίως ίορτάζοίιεν την τριήμερον αδτοΟ 
άνάστασιν, γηΟοσύνως άλλήλοις τιροσφωνοΟντες τ6 χοσ[ΐ.ο* 
χαρ[χόσυνον «Χριστές ανέστη». 

Ε' ΠΡΟΣΛΑΛΙΑ, 

εκφωνηθείς \ ΗΠΙ Τυ ΚΠΕΤΕΙΩ ΕΟΡΤΗ 

ΤΟΓ ΕΧ Κί^ΧΣΤΑ]«ΤΙ!«θνΠΟ\ΕΙ 

ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ, 

ΓΠΟ ΤΟΓ ΔΪΤΟΓ, 

ΤίΙ Ζ ΜΑΪΟΓ το Γ ΑΩΟΒ'• 



Έντΐ[χος όμήγυρις. 

ΓΗθΟΣΓΝΟί συνεδρά[Λομιεν εις την έπέτειον έορτήν τοΟ 
έλληνικοΟ φιλολογικοΟ συλλ<5γου. ΚαΙ μετά μεγάλου μέν 
ενδιαφέροντος ήκούσαμεν την έκθεσιν τοΟ κ. προέδρου, έξ ής 
κατεδείχθη ή πνευματική εργασία, ήν ό σύλλογος κατά τδ 
έτος τοΟτο έποιήσατο ώς τοιοΟτος καΐ καθ* εαυτόν καΐ σχε- 
τικώς ιιρ6ς τους άλλους ημετέρους συλλ(ίγους, ών εδχεταβ 
είναι πατήρ καΐ γεννήτωρ. Μετ' Γσης δέ ευφροσύνης άντε- 
λήφΟημεν καΐ τγ]ς εκθέσεως καΐ κρίσεως έπΙ τοΟ Ζωγραφείου 
διαγωνίσματος περί τής Ηπείρου, τήν οποίαν ώς Έλλανο-^ 
δίκης έξήνεγκε. Μετά ζωηρών δέ παλμών καρδίας παρη- 
κολουθήσαμεν καΐ τ?)ν περιηγησάμενον ήμδς δια τί)ς εκθέ- 
σεως αύτοΟ εις κατίπτευσιν τγ]ς πνευματικές καΐ διανοητικ>]ς 
κινήσεως σύμπαντος τοΟ ύπ6 τ6 σκήπτρον τής Α.Α. Μ. τοΟ 
φιλολάου καΐ φιλόμουσου ημών άνακτος έλληνικοΟ λαοΟ, 
έπΙ τής οποίας, ώς οίονεΐ ανώτατος έπίπτης, έπιδρςί σωτη- 
ρίως ό ημέτερος σύλλογος, καΐ τής οποίας ϊκθεσιν ίλαββ 
τήν φιλότιμον προθυμίαν νά ύποβάλη ύπ' δψιν ημών. 

ΚαΙ ή τριάς αίίτη τών εκθέσεων, πληρέστατα δικαιοΟσοβ 
^άς πρ6ς τον σύλλογον προσδοκίας καΐ τήν ύπόληψιν άπαν-• 



= 74 = 

τι^'έιησύρει Ιπ οώ'Λν τάς ε&φημίαςκαΐ τήν-ε&γνίΛμοσύνην 
άπάσης ελληνικές καΐ φιλόμουσου καρδίας, έτϊίσπδ δΐ χαΐ 
'τάς εύχάς καΐ ευλογίας τ^Ις μητρός Εκκλησίας, ήτις άλ- 
λοτε, έν ήμε'ραις θλίψεως και δοκιμασίας, βλέπουσα μετά 
συντριβί]ς καρδίας, ώς άλλη Ραχήλ, την ένεκα στερήσεακ 
•παιδείας λιμώττουσαν κατάστασιν των έαυτ?)ς τέκνων, 
Ισπευδεν, ύπ6 τ6 Ιερατικών καΐ μοναχικών τριβώνιον, να 
έπαρκέσγ) εις την, δσον ήτο δυνατίν, διατήρησιν τ?5ς πνευ• 
ματικί)ς λαμπάδος, άνεγείρουσα σχολάς έν Κωνσταντινου- 
πόλει, 'Αθωνι, Ίωαννίνοις, Χίψ, Σμύρνη, Κυδωνίαις, Πά- 
τμψ καΐ άλλαχοΟ. Ήδη δέ, δτε συναρωγόν πρ^ την 
ύψηλήν αυτήν άποστολήν βλέπει ευγενή μερίδα των εαυτής 
τέκνων, αύθόρμητον άναλαμβάνουσαν τήν φροντίδα τής 
αναπτύξεως των αδελφών της, καΐ δια φιλοτίμων αγώνων 
σπεύδουσαν προς τήν πνευματικήν άναγέννησιν τής πατρί- 
δος, οποίαν χαράν καΐ οποίαν ευφροσύνην δέν αισθάνεται ; 
ΚαΙ δια τοΟτο μετά πάσης θυμηδίας αΓρουσα τάς εαυτής 
χείρας εύλογεΓ υμάς καΐ τ6 ύ[κέτΒρο>^ έργον. Ναί, κύριοι, 
«ευλογημένοι ύμεΤς τφ Κυρίφ» (Ψαλμ. ριγ', 23). Ευλο- 
γημένος ό ιερός υμών σκοπός. Ευλογημένοι οι αγώνες καΐ 
αί θυσίαι υμών. Ευλογημέναι αϊ χείρες, αί άνορύσσουσαι 
καΐ εις φώς προάγουσαι τον προγονικδν πλοΟτον, καΐ κοινόν 
τοΟτον καΟιστόϋσαι τοις πτωχοΓς άδελφοΓς ημών. Τα ελλη- 
νικά γράμματα, αφ* ου έζευγίνι^-αν τον άνΟρωπον έν αυτή 
τη πατοίίι αυτών, άο' ου έττολίτιταν τ γ, ν Άσίαν καΐ άνε- 
γέννησαν τήν Εύροίπην, άζ έκτ:7.η.ρώο•ωσι καΐ πάλιν τον 
ευγενή προορισμόν των έν αυτή τη πατρίδι των. 

Τούτο προσμένει, κύριοι, παρ' υμών ή πατρίς• τοΟτο ή 
μήτηρ Εκκλησία. "Ιτε λοιπόν, κύριοι. Θαρραλέοι ανορύσσετε 
•τάς προγονικάς τής σοφίας έκβολάδας• αναδιφάτε τους προ- 
γονικούς τών γνουσεων θησαυρούς• διαλύετε τήν διανοητικήν 
ο :; -ομαιναν τής Ανατολής, καΐ καταστήσατε αυτήν «Ά• 
νατοΛηνρ τής σοφίας. "Ιτε γενναίοι, πρ(ίθυμοι εις τ6 ίρ-^ο"^ 



= 75 = 

υμών. Ό δέ «ιτατήρ των φώτων» άνωθεν ιί/λο^είχω μέν 

ύαας, ώο^ούιω 8ϊ αυτό, ίνα «την σοφίαν υμών διηγήσωνται 
λαοί, καΐ τ6ν ίπαινον έξαγγέλλη ή Εκκλησία» (Σεφ. μ§', 
1 5), καΐ δύναται να λέγη περί τοΟ φιλολογικοΟ συλλΐγου 
τ6 τί]ς ασματιζούσης νύμφης- «άδελφιδός μου κατέβη ε{ς 
κ^πον αυτοΟ είς φιάλας τοΟ αρώματος, ποιμαίνων έν κήποις, 
καΐ συλλέγων κρίνα. Έγώ τφ άδελφιδώ μου, καΐ ό άδελ- 
φιδος μου έμοί, ό ποιμαίνων έν τοΓς κρίνοις. Καλή εϊ ή πλη- 
σίον μου, ώς ευδοκία, ωραία ως Ιερουσαλήμ, θάμβος ως 
τεταγμιέναι• άπόστρεψον οφθαλμούς σου άπεναντίον μου, 
δτι αυτοί άνε πτέρωσαν με» ('Ασμ. γ', 1 — 6). Γένοιτο. 

ΣΤ' ΠΡΟΣΛΑΛΙΑ, 
ΚΚΦΩΝΗΘΚΙΣΑ ΚΠΙ ΤΗ ΕΠΕΤΚΙΩ ΕΟΡΤΗ 

ΤΗΣ μακεδόνικης αδελφοτητος, 

ΓΠΟ ΤΟΓ Αϊ ΤΟΥ, 

ΤΗ ΚΒ' ΐυΤΛΙΟΓ ΤΟΓ ΑΩΟΓ'. 



Σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι, 

έντιμος δμήγυρις. 

ΤΟΝ ΓΕΝΒθΛίηΝ αύχγ^ς την έπέτειον ήμέραν πανηγυ-• 
ρίζουσα ή Μακεδόνικη Αδελφότης σήμερον, γηθ($συνος συνε- 
κάλεσε τα έν τγ) βασιλευούσγ) των πόλεων μέλη αύτΐ5ς, 
πρώτον μέν ίνα, δοξαν καΐ ε6)^αριστίαν άναπέμψασα τφ 
δοτί;ρι παντός άγαθοΟ δι* δσα κατά την διετί) αύτί]ς ΰπαρ- 
ξιν έπεσπάσατο αγαθά, έπικαλέσηται καΐ έν τφ μέλλοντα 
την θείαν άντίληψιν καΐ άρωγήν• δεύτερον δΐ ?να, κατι- 
δοΟσα παν ί,τι μέχρι τοΟδε έπραξε, ρυθμίση τί 2τι έν τφ 
μέλλοντι υπολείπεται πρ^ς έκπλήρωσιν σύμπαντος τοΟ ε6- 
γενοΟς αυτ•?;ς προορισμοΟ. Συνεκάλεσε δέ καΐ χορείαν βλην 
εντίμων ομογενών, δπως ενώπιον αυτών ώς έπΙ μαρτύρων 
ίπιδείξηται μέν τ^ έαυτ'?5ς παρελθο'ν, κατεγγυηθη δέ δτι τά 



'ζέϋΊΧ 'ίϊ); Μακεδονίας, διίίντα άλλήλοις τήν δεξιάν καΐ 
τ6ν αδελφικών άσπασμόν, Οέλουσιν απαλειφθώ) προς συμπλή- 
ρωσιν τί]ς έντολΫ]ς, ήν άνέλαβον ενώπιον τ^ς πατρίδος. Έζ 
άβρόφρονος δέ διαθέσεως όρμωιχένη, προσεκάλεσε καΐ έμέ νά 
γείνω καΐ έν τη πανηγύρει ταύτη ό 'ί]γού(;ιενος τοΟ λόγου, 
βπερ καΐ πράττω ευχαρίστως, καίτοι έζ αυτοσχεδίου. 

Δύω ακριβώς ίτη συμπληροΟνται, κύριοι, άφ* δτου άνδρες 
τινές έκ των βορειοδυτικών τ1\ς Μακεδονίας χωρών ώρμη- 
μένοι καΐ έν τη βασιλευούση ταύτη τών πόλεων εγκατε- 
στημένοι, βλέποντες την ούχΙ εύχάριστον κατάστασιν, εις 
ί^ν διατελεί ή (δία αυτών πατρίς ένεκα τ?]ς έλλείψιως σχο- 
λείων, συνέλαβον τ^ν ευγενή σκοπόν, Γνα έξευρεθί) τρότιος, 
δπως τα καλά τ^ς παιδείας καΐ τ?]ς αναπτύξεως είσαχθώσι 
καΐ έν ταΓς χώραις έκείναις. ΚαΙ δη ύπ6 την προεδρείαν 
δύω Ιεραρχών, τοΟ τε σεβασμιωτάτου αγίου Νικαίας, γόνου 
τ^ς χώρας εκείνης, δστις καΐ σήμερον προεξάρχει τ'?)ς πα- 
νηγύρεως, και τοΟ τότε τους πνευματ ικούς οΓακας τ?ις τών 
Γρεβενών επαρχίας ©(ακοστροφοΟντος καΐ άπ6 πέρυσιν εις 
τάς αιωνίους μονάς μεταβάντος, συνελθόντες ούτοι απεφά- 
σισαν την σύστασιν τ'?)ς Μακεδονικ?]ς άδελφότητος, έκ τών 
έν Κωνσταντινουπόλει καΐ άλλαχοΟ παροικούντων Μακεδό- 
νων συγκειμένης, καΐ διά τ?]ς καταβολ'?)ς τοΟ ετησίου εράνου 
αύτ*ί]ς σκοπούσης ν* άνεγείρη καθ* όλα έκεΐνα τα μέρη τί^ς 
Μακεδονίας σχολεία, εις & φοιτώντες οί παίδες, ανεξαρτήτως 
φυλί]ς καΐ θρησκείας, νά διδάσκωνται μέν έπΙ τοΟ παρόντος 
8σα είναι αναγκαία πρ6ς την διανοητικήν άνάπτυξιν, μαν- 
θάνωσι δέ καΐ τέχνην τινά, ε{ς ήν ήθελεν επιβάλλει έκαστος, 
την οποίαν κεκτημένος ως καλόν έφόδιον τ?]ς έν τω παρόντι 
βίφ παροικίας ωφέλιμος καθίσταται καΐ τί) λοιπί) κοινωνίοι, 
χρήσιμον μέλος αύτ^ς υπάρχον, ούχΙ δ* ά)ίρηστον «άχθος 
άρούρης». Συν τη προόδω οέ τοΟ καιροΟ, τί)ς άδελφότητος 
με(ζω μιέσα κτώμενης 'καΐ τί)ς κοινωνίας βαθμηδόν άνα- 
ιι^υσσομένης, δ τε κύκλος τ•ί5ς παιδεύσεως νά εύρύνηται καΐ 



« 77 = 

ή έκμάθησις των τεχνών να συαπροοδειίγ), καθιστώσα τήν 
χώραν ταύτην εις παράλ7νηλον θέσιν πρ6ς τάς λοιπάς εξευ- 
γενισμένα; χώρας. 

Εις την άπ^φασιν ταυτην προήχθη ή συνέλευσις έκ των 
ευγενέστερων καΐ πρακτεκωτέρων άρχων. Α' διότι, άν ή 
άνθρωπίτης δια διαφόρους λόγους καΐ αιτίας εϊναι κατατε- 
μαχισμένη, ούτως είπείν, εις διαφόρους φυλάς, γλώσσας 
καΐ θρησκείας, άτινα ώς τόσοι φραγμοί παρεμποδίζουσι την 
κοινήν ένέργειαν πρ6ς έπίτευξιν τοΟ κοινοΟ προορισμοΟ, δν 
τίνα ώρισεν αύττ) δ κοινές πλάστης Θεός — ή παιδεία εϊναι 
ή μόνη ή καταβάλλουσα τους φραγμούς τούτους, καΐ ήτις 
ώς κολυμβήΟρα άπονίπτουσα τάς διακρίσεις ταύτας άδ^λ- 
φοποιεΓ την ανθρωπότητα καΐ απεργάζεται α6τήν, δπως 
ομοθύμως βαίνη εις την εύδαιμονίαν της δια τής αδελφικής 
συμβιώσεως καΐ ενεργείας. Β' διότι, άν ό άνθρωπος σύγκη- 
ται έκ σώματος καί ψυχής, δφείλει μέν ν* άναπτύσση τάς 
διανοητικάς αύτοΟ δυνάμεις, ίνα καταστήση έαυτδν πράγ- 
ματι λογικον 3ν κατ* εικόνα καΐ όμοίωσιν τοΟ υπέρτατου 
λόγου πλασθείς, την ικανότητα δμως ταύτην δέον να έξω- 
τερικεύη, ούτως ειπείν, έν επιστήμη τινι και τέχνη, ήν 
έπαγγελλόμενος να πορίζηται τα προς εύζωίαν έαυτοΟ καΐ 
της οικογενείας του απαιτούμενα. *Ώστε λίαν λυσιτελώς 
ή συνέλευσις προέθετο καΐ την έν τοΓς σχολείοις είσαγωγήν, 
αδιακρίτως φυλής, γλώσσης καΐ θρησκείας, καΐ την έκμά- 
θησιν των τεχνών. 

Έκ τοιούτων άρχων όρμηθεΓσα ή συνέλευσις εκείνη καΐ 
έν βραχεί χρόνω κατορΟώσασα να έγγράψγ) Ικανών αριθμόν 
συνδρομητών, απετέλεσε την Μακεδονικήν αδελφότητα, 
ήτις έπικαλεσαμένη τάς ε&χάς καΐ ευλογίας τής Εκκλη- 
σίας, καΐ έν πατριαρχική λειτουργί^^ λαβοΟσα οΙονεΙ τ6 εαυ- 
τής βάπτισμα, έσπευσεν είς τί) στάδιον τής εαυτής εντολής, 
ένοικιάσασα έκ τών ενόντων οίκίαν έν τφ κεντρικωτέρ(ι> 
χωρίω τών επαρχιών εκείνων, δπου συναχθέντων ικανών 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 78 =. 

παίδων, ήρξατο ή διδασκαλία κατά το 7:ρ(ίγρα(/.αα τί]ζ άδελ- 
φίτητος. ΚαΙ δ,τι κατά τ^ πρώτον 2τος έγένετο ήκούσαιχεν 
έξιστοροΟσαν την περυσινήν λογοδοτίαν. 

Βαθμηδόν δέ α&ξανίντων των πόρων, ή Αδελφότης έν 
τφ δευτέρφ έτει απεφάσισε να έπιχειρήσγ) φρίνιαον καΐ 
τελεσφόρον χρ^σιν. Αώ καΐ πράττουτα ώς ό φρόνΐ[χο; έκεΓ- 
νο:; τοΟ Ευαγγελίου, δστις «θέλων πύρ^ον οικοδομή] σα ι καθί- 
σας ψηφίζει την δαπάνην εΐ 2χει τα πρ>;ς άπαρτισμιόν, Γνα 
(λή ποτέ Οέντος α&τοΟ θεμέλιον καΐ μη ίσχυσαντος έκτελε'σαι 
πάντες οΐ θεωροΟντες άρξωνται έαπαίζειν αύτφ λέγοντες, 
δτι οδτος 6 δνθρωπος ήρξατο οίκοδοιχεΓν και ούκ Γσχυσεν 
έκτελέσαι» (Λουκ. ιδ', 28), προέβη ε{ς άνέγερσιν σγοίΨις 
μέν έν Τσοτυλίω, μηδ* άγαν μεγάλης, μηδέ πάλιν μικρας, 
άλλα τοιαύτης ώστε ν* άνταποκρίνηται είς αάς έπΙ τοΟ 
παρόντος απαιτήσεις των μερών εκείνων δυο δ' οικιών 
ένταΟθα, ών έκ τοΟ εισοδήματος να έξασφαλίζηται ή ετησία 
δαπάνη τ^ς σχολής, ώστε ο()8έτίοτί να παρεμποδίζηται ή 
α!σία εκείνης πορεία. 

* ΈνταΟθα φθάς ό λόγος προάγεται κατά καθήκον, ινα 
έπαινέση μίν τ/)ν προΟυμίαν των μελών είς την καταβολήν 
τής ετησίας συνδρομής, έπαινέση δέ την του διοικητικοΟ 
συμβουλίου τής Άδελφότητος συνεσιν, μεΟ' ή; διέθεσε την 
περιουσίαν αυτής, έπαινέση δέ ιδία τον ζήλον τοΟ τε σέβα- 
στοΟ επιτίμου προέδρου αγίου Νικαίας καΐ του έντιμου προέ- 
δρου κ. Θωμαίδου, οίτινες, καΟάπερ έγένοντο' ίδρυταί καΐ θε- 
μελιωταΐ τής άδελφότητος, Οελήσαντες ινα γένωνται ίδρυτ αΐ 
καΐ θεμελιωταΐ καΐ τοΟ οΓκου τής σοφίας, άναλαβόντες μα- 
κράν όδόν, ήσπάσθησαν μέν τ^ γενέθλιον τής πατρίδος έδα- 
φος, κατέθεσαν δέ καΐ τ6ν θεμέλιον λίθον τής σχολής, πολλά 
μέν αντίξοα ύποστάντες, πολλά δέ και έξ ιδίων καταβα- 
λόντες καΐ τά τοΟ ταμείου ελλείμματα άτόκως άναπλη- 
ρώσα^ηες• ούτω δέ τ6ντών «Ιδρυτών ή θεμελιωτών» τίτλον 
είς εαυτούς έπεσπάσαντο, καΐ τ6ν έπαινον καΐ την ευγνω- 



= 79 .= 

μοσώνην 'Τών έπερχομιένων γενεών εΙς εαυτού; άπεταμίευσαν; 
Δίκαιον δθεν 8πως χαΐ τα δνόμιατα αυτών άνεξιτήλοις χρν- 
σοϊς γράμμιασιν έν ταϊς δέλτοι; αύτ^ς ή αδελφότης άνα- 
γράψασα παραπέ[Λψη εις την άλληλοδιάδοχον των αιώνων 
χορε(αν. 

Δια τ^^ς ανεγέρσεως τ^ς έν Τσοτυλίω κεντριχί]ς σχολές 
χαΐ τών έν Κωνσταντινουπόλει συντηρητικών παραρτημά- 
των αύτ-^ς θέλει ομολογήσει Ικαστος δτι ή Μακεδόνικη 
αδελφότης έξεπλήρωσε τ6ν άρχικδν αύτ?)ς σκοπόν δύναται 
δέ δια τοΟτο να συγχαργ) πας τις άπ6 καρδίας έπΙ τούτω 
αυτί) τε κα\ τί) Μακεδονία- διότι διά τ^ς προθύμου ενερ- 
γείας καΐ συνδρομγίς τών έκτ^ς αύτ•?)ς διατελούντων τέκνων 
της θέλει ανακύψει έκ της εις ήν ευρίσκεται καταστάσεως 
και συγκαταριίμηθΫ) μετά τών Ίζροο^ευο}^7ώ^/ χωρών. Ή 2κ• 
φρασις βμως αυτή δέν πρέπει να άφήση αυτήν να έπανα- 
παύηται έπΙ τοΓς συγχαρητηρίοις τούτοις, άλλα θεωροΟσα 
αυτά ώς άφετηρίαν νά προβαίνγ) έπΙ τά πρόσω τοί> προορι- 
σμού της• διότι, άν έν τω διετεϊ τούτω διάστημα τι έξεπλή- 
ρωσε τδν άρ/ικδν μόνον, ούχΙ δέ καΐ τδν βλον σκοπόν της, 
ήδη καθήκον επιβάλλεται αυτί) νά έπαποδυθή εί^ τδν αλη- 
θή καταρτισμών τής σχολής, προμηθεύουσα αΟτή τδ Ικανδν 
προσωπικών τών διδασκάλων τών γραμμάτων καΐ τεχνών, 
άνεγείρουσα μερικώτερα κατά τόπους σχολε?α, άτινα νά 
παρασκευάζωσι μαΟητάς διά την κεντρικήν τοΟ Τσοτυλίου 
σχολήν, ί'να πανταχοΟ τής Μακεδονίας, εί δυνατόν, διαδο- 
θέντων τών καλών τής παιδείας, αδιδαχθώσι πολλοί καΐ 
πληΟυνθγ) ή γνώσις». Ι]ρ6ς τούτο δέ ανάγκη, έκτ^ τής ετη- 
σίας συνδρομής του μετζιτιέ,οί δυνάμενοι έξ υμών, μιμούμενοι 
τ^ παράδειγμα τής γενναιοδωρίας τοΟ προέδρου και άλλων 
τινών, νά προσφέρωσιν ό μέν οίκίαν, ό δέ τόπον καΐ άλλος 
άλλο ιφδς αυξησιν τής περιουσίας τής άδελφότητος, δπως 
ούτως έπιτευχθ•^ ό καθολικός αυτής σκοπός, οίκοδομουμένων 
πανταχοΟ σχολείων. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 80 = 

Ότε οΐ υΙοΙ του Ισραήλ έξγ)λΟον έχ τγ); δουλείο^ς τί^ 
Αιγύπτου καΐ έδέητεν ίνα κατατκευάτωτι τήν Σκηνήν τοζ) 
(λοφτυρίου, έκαστος αυτών προσέφερε χρυσόν, άργυρον χαΐ 
εΓτι πολύτΐ[Λον σκεΟος είχε πρ^ς άνέγερσιν τοΟ ναοΟ του 
ΘεοΟ. Κατά αίμιησιν καΐ ύμιεϊς προσφέρετε δ τι δύνασθε, 
ίνα οίκοδομηθώσι ναοί ττ^ς σοφίας, οπού θέλουσι διαπαιδα- 
γωγεΓσθαι αί χρησταΐ υ[Λών καΐ τ?ίς πατρίδος ελπίδες, τα 
φίλτατα ύμιών τέκνα, άτινα αύξανίμενα θίλουσι -γτ^ρο^ 
χομήσει ύμας, τιμήσει την πατρίδα καΐ παρασκευάσει 
αύτη ί'^ζο^ο'^ μέλλον. Έχετε δέ άείποτε πρ6 όφΟαλαών, 
τί έπραξαν οί προπάτορές σας. Ότε ό μέγας Αλέξανδρος 
άπεφάσισεν ίνα μεταβάς κατάκτηση την Άσίαν καΐ μετα- 
^ώση εΙς αυτήν τα καλά τί^ς παιδείας καΐ τοΟ πολιτισμοΟ, 
ήΟέλησεν ίνα χαρίση εις τους φίλους και στρατηγούς αύτου 
δ,τικαΐ αν εϊχεν επειδή δέ είςέξ αυτών απηύθυνε τήν έρώ- 
τησιν «ΚαΙτί λοιπόν, βασιλευ, θέλεις κρατήσει ίιά σε- 
αυτόν», αύτϊς άπεκρίΟη «τάς ελπίδας» — «Τάς ελπίδας, 
(άνεφώνησαν τότε δλοι), θέλομεν καΐ ήμεϊς δι* εαυτούς». 
ΚαΙ μΐ τήν αύταπάρνησιν ταύτην και τήν γενναίαν άπό- 
Φασιν μεταβάντες κατέκτησαν τον κόσμον δλον καΐ μετέ- 
οωκαν εις αύτδν τά καλά ττ^ς Ελλάδος, δοξάσαντες καΐ 
τήν Μακεδονίαν καΐ δλην τήν Ελλάδα. "Ο,τι δέ οΐ υμέ- 
τεροι πρόγονοι έπραξαν διά νά εύεργετήσωσι ξένας χώρας, 
πράξατε ύμεΓς διά τήν ιδίαν πατρίδα, ίνα κατακτήσητε την 
εύγνωμοσύνην αύτ?^ς καΐ παράσ/ητε αυτί) τά καλά τ?;ς 
παιδείας καΐ του πολιτισμού. Αύταπάρνησις λοιπ?)ν καΐ 
γενναιότης έστω τδ σύνθημα υμών, καΐ ό Θε^ς ευλογήσει 
/ίδν όποΓον άνελάβετε υπέρ τ^ς Μακεδονίας σκοπόν. 

Θεέ πατέρων, ό τη σοφία σου κατασκευάσας τδν άνΟρω- 
πον ίνα δεσποζη τών ύπδ σοΟ γενομένων κτισμάτων καΐ 
ίιέπγ) τδν κόσμον έν όσιότητι καΐ δικαιοσύνϊ), ό πρδς ύ-κο^ο-- 
.χήν τοΟ μονογενούς Υίοΰ σου παρασκευάσας τά έθνη διά 
τοΟ χριστοΟ σου Αλεξάνδρου έπιφανςίς αύτώ έν Δίφ τί^ς 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



»= 81 ^ 

Μακεδονίας ιεαΐ ιφοτρέψας αίκΛν χαί κρατήσας τί)^ δεξιβς 
α&τοΟ μεταβαίνοντος εΐς Άσίαν και ίιαχέοντος τα καλά 
τί)ς έλληνικΙΙς παιδείας, αύτ^ς καΐ νΟν έμφυτεύσας τ6ν ζί)- 
λον τ<5ς Μακ€δονικ^ς άδιλφότητος, ένίσχυσον αυτήν σπεώ^ 
δονσαν ιφλςδιάδοσιν των καλ&ν τ1]ς παιδείας έν τΙ) πατρίδί, 
διτως τά τέκνα αύτων μανβάνοντα έκ βρεφικί]ς ηλικίας « τά 
Ιερά γράμματα, τά δυνάμενα σοφίσαι εΙς σωτηρίαν διά 
πίστεως τί?]ς έν Χριστΐξ) ΊησοΟ», καταστωσιν Ικανά ίπως 
γνωρίζοντα «τίεύάρεστόν έστι παρά σοί», βαδίζωσιν οδτω 
τήν 6δ6ν των δικαιωμάτων σου, έν έτ^γνώσει δοξάζοντα σϊ 
τίν έν ούρανΛ; Πατέρα των φώτων. Γένοιτο• 

Ζ ΠΡΟΣΛΑΛΙΑ, 

ΪΠΟ ΤΟΤ ΑΓΤΟΓ 
ΕΚΦΏΜΙΘΚΙΣλ ΚΠΙ ΤίΙ ΚΗΔΙΊ^^ ΤΟΤ ΤΟΠΟΤΗί'ΗΤΟΓ 

ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ 
ΜΙΚΟΓΟΧ, 

ΓΕΝΟΜΕΝΗ ΕΝ ΜΕΣΑΧΏΡΩ, ΤΗ ΙΒ• ΦΕΒΡΟΓΑΡΙΟΓ. ^5ι^0Α^ 



Κ*1 άπδβανδ Σ«(Λθυτ^.λ, κ«1 <ιυνιι- 
θροίζοντκ'. π*ς Ίσρα-ίλ, κ«1 κο• 
ΤϋτοντΛΐ αύτον, κχΐ βκπτουσιν αυ- 
τόν •ν οικφ αύτου έν Άρμκθα^μ• 

(Α' Βχσ. Κ6, Ι) 

οττϋε έν ϋρ-ί^'^Ύΐ παρέδωκεν είς χείρας τοΰ Πλαστού τ4 
ηνίΟμα αύτΛ δ μέγας των Ισραηλιτών ίερεύς Σαμουήλ, 
καί τοιοΟτον φόρον ευγνωμοσύνης άπέδωκεν αύτ4> ΐ λα«ς, 
τον οποίον έπί τοσαΟτα έτη βεοφιλώς έκυβέρνα, καΐ • τοΟ 
ίιιοίου τας τφοσευχάς ώς θυμίαμα διέβίβαζε πρδς τ^ν Θεον 
—τον φίρβν των Οακρύων τ^ς ευγνωμοσύνης καΐ τί)ς έν 
«ϊψ κατά την ΆρμαθαΙμ οΓκί^ι α&τοΐί ταφ>5ς• Ούτως επίσης 
ΤΟΜΟΣ Β•. η ^ 1 



-:= 82 »> 

έν είρήνη ΐΐαρέδωκεν εΙς χείρας τοΟ Πλάο?τοιτ τδ έαυχόΟ 

ΊίνεΟμα καΐ ό υμέτερος ποιμενάρχης, ό σεβασμιώτατος Νι-^ 
κόλαος, τ6ν όποϊον έν τίχΛέραις δοκιμασιών καΐ διαφέσβοβτν» 
ώς άγγελον καταλλαγ^ς καΐ ειρήνης άνεβιβάσατε έπΙ τί5ς 
τοποτηρητείας τοΟ πατριαρχκκοΟ υμών θρόνου, αδελφοί Αρ- 
μένιοι, δτε το δξύ τοΟ θανάτου δρέπανον άφήρπασεν αυτόν 
έκ τοΟ μέσου υμών, καΐ άφ?)κεν Ομδς απαρηγόρητους. Δέν 
ήτο λοιπόν έπόμενον, ή συνελθόντες πας ΧαΙκ έξ δλα>ν τών 
μερών τί)ς μεγαλοπόλεως ταύτης, ν* άποτίσητε τ^ν φ<ίρον 
τών δακρύων τ^Ις ευγνωμοσύνης πρ6ς τ6ν ύ^έτερο"^ ποιμε- 
νάρχην, καΐ μετά στυγνών τών τφοσώπων, άποδόντβς τάς 
ανήκουσας τιμάς είς τ6 υψηλών αύτοΟ αξίωμα, παραπέμ- 
ψητε τον σεβάσμιον αίττοΟ νεκρών είς την έπΙ γ^ς τελευταίαν 
κατοικίαν έν αύττι τη φίλτρ αΟτώ γενεθλίω χώρ^ τοΟ Μεσα- 
χώρου, δπου ?δρυται ό οίκος αΟτοΟ καΐ δπου διγ^λθβ τ^ 
πλείστον τοΟ βίου αύτοΟ εύαγγελιζόμενος τ6 εύαγγέλιον τί)ς 
εξρήνης καΐ ττ); αγάπης, δπερ ώς πολυτιμον διαθήκην κατέ- 
λιπε τοΓς είς αύτ6ν πιστευουσιν ό "ίι^ιέτιρος Σωτηρ. 

Στυγνά καΐ κατηφί) βλέπω τα πρόσωπα ύμών^ άδελφοΚ 
Αρμένιοι, έτά τη στερήσει τοΟ τοιούτου ποιμενάρχου υμών 
καΐ σας αποδίδω πλήρη δικαιοσΰνην διότι, άν ό παναγιώ- 
τατος ημών πατριάρχης, άπαξ λα€ών την εύκαιρίαν ίνα 
Γδη αύτ^ν έλθοντα νά τφ συγχαρή έπΙ τη βίς τον θρόνον 
αυτοδ άναβάσει, "ίοσ^ΰτον έξετίμησεν, ώστε,^δτε χθες, κλι- 
νήρης ων, ήκουσε παρ* έμοΟ την άγγελίαν τ^ΐς άποβιωσβως 
αύτοΟ, έκ ψυχί)ς κατωδύνου εξέφερε φωνήν λύπης• καί, &ν 
έγώ άπαξ μόνον έν τη τελευταίί]ΐ μου είς τα υμέτερα τια- 
τριαρχεία έπισκέψει λαβών την τιμήν ν* ασπασθώ αυτόν; 
καΐ τους ευαγγελικούς λόγους και τάς σοφάς ποιμαντορικάς 
ύτζώ•ίΐϊ(.ας άκούων έκ τοΟ στόματος αύτοΟ, δίκην ελαίου^ 
άψοφητει ρέοντας, τοσοΟτον καταγοητευμένος μόλις άπ* 
αυτοΟ άπεχ(ί>ρησα• όπόσην λόπην πρέπει νά συναισθάνησθβ 
ύμείς οί διηνεκώς έκ τοΟ στόματος οιύτοΟ άρυόμενοι τά ρτ^-' 



« Κ3 » 

(χατα ^τί); αιωνίου ζωϊ)ς, καΐ τά αγαθά τ1)ζ συνετί)ς ποίμαν• 
αορίας αύτοΟ απολαμβάνοντες; Δίκαιον ίχετε να χαταχέητε 
χρουν^^ δακρύων έπΙ τφ άπελθέντι τοιούτφ πατρί υμών 
καΐ άπολοφύρησθε την άπορφάνισιν υμών. 

Ή ημετέρα ορθόδοξος Έκκλη(ίία, επομένη τί^Ι άποστο- 
λικφ δόγματι• €ΕΓτε πάσχει Εν μέλος^ συμπάσχει πάντα 
τά μέλη• εΓτε δοξάζεται Εν μέλος, συγχαίρει πάντα τά 
μέλη» (Α' Κορ. ιβ', 26), συμμερίζεται τήν λύπην έπΙ ττί 
στερήσει, ϊ)ν υπέστη ή Εκκλησία τών νεωτέρων αδελφών 
ημών Αρμενίων καΐ παρέχει αύτοΓς τ6 βάλσαμον τί)ς 
παρηγορίας, ευχόμενη εις τον μέγαν άρχιποίμενα, ίνα άνα- 
δείξητόν άξι^ν ποιμδναι αυτούς μετ' επιστήμης καΐ διε- 
ξάγειν εΙς νομά; σωτηρίους. 

Τέλος, δπως οΐ άρχαΓοι χριστιανοί έπΙ τών τάφων τών 
•τελευτώντων έρριπτον κλάδους φοινίκων, σύμβολα τί)ς κατά 
τοΟ θανάτου νίκης τών εΙς Χριστών πιστευόντων καΐ τί)ς 
άναζωοποιήσεως καΐ αφθαρσίας, φέρων έπαποτίθημι κάγώ 
Ιτά τοΟ σεβασμίου τούτου νεκροΟ τήν μικράν ταύτην προσ- 
λαλιάν ως κλάδον φοίνικος, δηλοΟντα τ6ν έπι τοΟ νεκροΟ 
τούτου ενταφιασμών τών τέως διαιρέσεων υμών καΐ τήν 
φαιδράν έπάνοδον τής απόδρασης ειρήνης τοΟ ΘεοΟ, έπΙ 
τούτοις δέ τήν άνατολήν τής ενώσεως τών τέως διηρημέ- 
νων δύο αδελφών Εκκλησιών τής Ανατολής, δπως αύται 
έν ένί στόματι και μιςε καρδί(|ί καΐ έν τοΤς α&τοΓς ναοΤς δο- 
ξάζωσι τ^ν μέγαν τής ειρήνης άγγελον καΐ Θείν, τ^ν έλθ^ν• 
τα καταλλάξαι πάντας, καΐ «είρήνην εύαγγελίσασθαι τοΓς 
μακράν καΐ τοΓς εγγύς» (Έφεσ. β', 17). Γένοιτο! 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



:=:^ 84 =^ 

Η' ΠΡΟΖΛΑΛίΑ, 
τηο τοτ Αττοτ 
αρΟΣΦΩΜΙΘΕΙΣΑ ΕΠΙ ΤΗ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙ^Ι ΑΤΤΟί* ϊ 

ΕΙΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΚΟΡΥΤΣΑΣ^ 

ΤΗ ΚΓ ΑΠΡΙΛίΟΓ ^αΟΔ'. 

ΠαναγΕώτατί δέσποτα, 
Σεβασμιώτατο: ί€ραρχαι^ 

ΑΠΟ μέν τοΟ ΙεροΟ ύπερφ^ου τΐ]ς Σιών Ιδραμον άνά ιτΛ- 
σαν τήν ύφήλιον οΐ «ώραΤοι -πόδες των εύαγγελίζομένων 
τήν είρήνην, εΟαγγελιζομιένων τα αγαθά» (Ρωμ^ ί, 1δ)^ 
ττανευφήμων Αποστόλων, άφ' οδ μετά τήν έν εΓδεκ πυρί- 
νων γλωσσών έπ^φοίτησίν τοδ παναγίου Πνεύματος ένεδύ- 
βησαν τήν ύτΛ τοΟ Σωτ^ρος ίπαγγελθεϊίταν α6τοϊ;έξ ΰψους 
δύναμιν, *Απ6 δέ τοΟ ύπερφου τί5ς νέας ταύτης Σιών, τί)ς 
μεγάλης Εκκλησίας τί)ς Κωνσταντινουπόλεως, παρ* ής^ 
κατά τά θέσπίσματα των οικουμενικών συνόδων, Ιτύ 1 4ας 
δλους αιώνας λαμβάνουσι τύ 3τρίσμά τ•?)ς Ιεραρχίας οϊ μη- 
τροπολίται τΐ]ς ΆσιανίΙς, Ποντικί)ς, θρ^κικ^Ις μέχρι καΐ 
αύτοΟ τοΟ Ιλλυρικού, περιβαλλόμενοι τήν έζ ύψους δυναμιν^ 
αποστέλλονται νέοι απόστολοι, τ6 ίργον τών θεοκηρόκων 
τοΟ Σωτί)ρος μαθητών συνεχίζοντες, καΐ παντός μέν ίερατ&• 
κοΟ βαθμοΟ, πάσης δέ ιεροτελεστίας καΐ θείας διδασκαλίας 
φερέσβιοι πηγαΐ καθιστάμενοι. 

Έν τη γβραρ^ τούτων χορεί^ καλοΟμαι νά ταχθώ καΐ 
έγώ στ^^ερον, απόστολος μέν τΐ]ς μητρ&ς Εκκλησίας, άγγε- 
λος δέ της τών Κορυτσηνών καθιστάμενος. Έν τη έπιγνώσεε 
τών υψηλών καΐ βαρέων καθηκόντων τί)ς ανατιθέμενης 
μοι νέας ταύτης εντολής, άποδειλιώ είκότως, άναλογιζόμε- 
■νος «τίς έγώ καΐ πρ6ς τί» καλοΟμαι. ΚαΙ τ6 μέν πρίς ^ 
καλοΟμα( αξίωμα τ6 υψιστον υπάρχει τών έπΙ τ^ς γ*ί]ς 
ήξιωμάτων^ καΐ αύτί^ς "ζί^ς άγγελικί)ς αξίας υπερέχρν^ κοςΐ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 85 = 

ρ(σψ οδ πρ^ πολλοΟ διέγραψα άπ6 τοΟ Ιεροδ δκρ<δαντος τί5ς 
{χεγάλης ταύτης Εκκλησίας. Έγώ 5έ ταπεινίς άνθρωπος^ 
χαΐ ακάθαρτα χείλη έχων ώ ! τ{ς των Σεραφείμ, λαβών 
άνθρακα &π6 τοΟ θυσιαστηρίου άψεται τοΟ στέμ,ατ^ μου 
καΐ έρεΓ• €ΐ5ού ήψατο των χειλέων σου, καΐ άφελεΐ: τάςάνο• 
|χίας σου καΐ τα; αμαρτίας σου περικαθαριεΓ» (Ήσ. στ', 7), 
ίνα ούτω κεκαθαρ(Λένος περιβληθείς τήν έξ ύψους δόναμιν 
γένωμακ άξιος άπίστολος τί}ς Εκκλησίας παρά τ-^ λαχοώ- 
στ) μοι παροικίγ ; 

ΎμεΙς άγγελοι, τ1); μεγάλης Εκκλησίας Ιφοροι καΐ 
•των ήμιετέρων πίνων άλεΓπται, οΓτινες έπΙ τριακοντοιμηνίαν 
^ην ημέρας καΐ νυκτός άντελαμδά'/εσθέ μου ευμενώς, άνα- 
κουφίζβντες τους πίνους τί\ς μεγάλης πρωτοσυγκελλίας, 
ύμεΧζ καΐ '/Ον άντιλάβοισθέ μου, καΐ λαδέντες τ6ν άνθρακα 
άπ6 τοΟ θυσιαστηρίου, άψάμενοι τοΟ στίματίς μου κατά• 
στήσατε καθαρών συνοδεύοντες δέ με, παραστήσατε μίν 
παρά τφ ήμετέρφ άρχιποίμενι, Γνα έκ τί5ς δεζιδς α6τοΟ 
λάβω τήν σφραγίδα τί5ς Ιεραρχίας, παραστήσατε δέ καΐ 
παρά τψ θρίνφ τής χάριτος, 5που ύπό την σκέπην των άό- 
λων υμών πτερύγων ή φλ6ξ τοΟ παναγίου Πνεύματος μη 
γένοιτί μοι φλόξ κατακαίουσα, άλλα μάλλον δροσίζουσα. 
ΚατΛαν δέ παραπέμψατε με παρά τοΓς άγγέλοις τής τών 
Κορυτσηνών Εκκλησίας, ής άγγελίν με χχΚεΧ ή δεξιά τοδ 
*Υψίστου. 

ΚαΙ συ δέ, μεγαλομάρτυς τοΟ ΧριστοΟ Γεώργιε, ούτινος 
2ν τε τη έπετείφ μνήμη καΐ τφ ναψ λαμβάνω τ6 χρίη^α 
τ?5ς Ιεραρχίας• σύ, «ό τών αΙχμαλώτων ελευθερωτής, τών 
πτωχών υπερασπιστής, άσθενούντων Ιατρίς, βασιλέων υπέρ- 
μαχος,» καΐ ημέτερος υπέρμαχος ίσο τούντεΰθεν άναγεγραμ- 
μένος μετά τοΟ συμμάρτυρίς σου Δημητρίου• δ μέν άπ6 τοΟ 
βαπτίσματος, ό δέ άπότοΟ τί)ς Ιεραρχίας χρίσματος• καΐ 2σε- 
οθέ μοι διηνεκώς δεξιοί παραστάται έν τίι στρατεί^ε, ής 
•τάττομαι άρχηγίς• ύμεΓς, γενναίοι τοΟ Σωτί^ρος άθληταί, 



« 96 ^=Γ 

©Γτινες έπΙ τρεϊ; ίλους αιώνας έδέχθητε έν τοΓς ύριέτέροΐί 
ναοί; έκ διαδοχή); τ6ν άπ6 τοΟ ναοΟ τ^)ς αγίας Σοφίας (χε- 
»υακινηθέντα θρόνον τοΟ οΙκουμενικοΟ πατριοφχου, εΓηαε διά 
ιιαντδ; καΐ ύπέρμαχοΓ χαΐ παραστάται αύτοΟ, καΐ μάλιστα 
έν ταΐ; παροόσαις περκστάσεσι. Ναί• «Γεώργιε μάρτυς σχβψ 
Δημητρίφ τφ σοφφ• άγαθοΙ γαρ οΐ δύο• μηόαμως έλλίιτη- 
τε τόν δε — τ6ν τί]ς ακροπόλεως τ•?)ς ορθοδοξίας — χώρον φρου- 
ροΟντες φεί, καΐ πειρασμών δλας μυριάδας μετακινοΟντες αμ- 
φότεροι» (γ' τροπάριον τ•Ρ)ς Ο' ώδί)ς τοΟ κανόνος τοΟ αγίου). 
Πρ6ς σέ δέ ήδη, παναγιώτατε δέσποτα, στρέφω τ^ν λό- 
γον. Ή μήτηρ Εκκλησία δια τί)ς ψήφου τών σεβασμιωτό&« 
των Ιεραρχών καΐ τη έπινεόσει τής ύμ. παναγιότητος έκά• 
λεσέ με ε1ςτ6 τής Ιεραρχίας αξίωμα, έμπιστευ6εΙ(τά μοι την 
ποιμαντορίαν τής Εκκλησίας τών Κορυτσηνών ευλογημέ- 
νη ή άπόφασις α&τής• εΟλογημένον το δνομα τοδ Υψίστου, 
ίστις ούτως ηύδόκησε να διαβέσγ) τα καθ* ήμας. Προσαγό- 
μενος τοίνυν ύπ6 τήν ώαν τοΟ πατριαρχικοΟ σου έφούδ καΐ 
την άρχιποιμαντορικήν σου δεξιάν, άπεκδεχομαι, ίνα έκ τοΟ• 
πατριαρχικοΟ ύψους σου έπιχέτρς μοι «ώς δρόσον Άερμών, 
τήν καταβαίνουσαν έπΙ τα δρη Σιών», τί τής Ιεραρχίας 
χρίσμα, έφοδιάζων με καΐ ταΐς παναγίαις σου εύχαΤς, δπως; 
θεοφιλώς καΐ θεοφέστως διεξάγων εις νομάς σωτηρίους τήν 
ίμπιστευομένην μοι ποίμνην, δυνηθώ να παραστήσω αυτήν 
άλώβητον έν τη δευτέρα παρουσί^ι τοΟ Κυρίου, λέγων πρ^ς 
αυτόν όκατακρΓτως* «Ιδού έγώ καΐ τά παιδία^ α μοιε&ι^ 
χας, Κύριε». Γένοιτο Ι 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



« 87 « 

θ' ΠΡΟΣΛΑΛΙΑ, 

ΕΚΦΩΝΠΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΟΓ ΑΥΓΟΓ ΤΗ Ιθ' ΜΛΪΟΓ ^ΩΟΔ\ . 

ΕΠΙ ΤΗ ΕΠΚΤΕΙΩ ΕΟΡΓ^ 

ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΎ ΣΥΛΛΟΓΟΥ. 

*Αγαπητοι Ήπειρώται. 

ΟΙ ΗΒΐι ΑΡΧΑΙΟΙ ημών πρόγονοι διέποντες χ«θ* εαυτούς τά 
•τών (5ίων πολιτειών, κοινών καθ' ίκαστον ένιαυτδν συνεκρό- 
•τουν πρ6ς τάς τ^ς Ελλάδος Πυλας άμφικτυονικ^ν συνέδριον, 
δπον συνερχόμενοι ύπδ τήν προστασίαν τοΟ έν Δελφοΐς εκεί- 
νων ΘεοΟ τοΟ φωτ^ς καΐ τί)ς (Λ«ντικί)ς οί άπασών των πό- 
λεων Πυλαγόρ«ι καΐ Ίερομνήμονες, και τά άφορώντα τήν 
χοινήν πατρίδα συζητοΟντες κοινά έξήνεγκον καΐ τά ψηφί- 
σματα* ύφ' ών κυβερνώμενη ή αρχαία Ελλάς εις τ6ν ύπα* 
,τον τοΟ πολιτισμοΟ καΐ των φώτων άνέδραμε κολοφώνα, έφ' 
,οδ χαΐ νΟν ίσταμένη διά των αθανάτων αύτ?)ς συγγραφών 
σελαγίζει καΐ είς τούπιον σελαγίσει σύμπαν το άνθρώπινον. 

ΉμεΓς δέ, οΐ τί)ς εκείνων γενείς ευχόμενοι είναι, κοινάς 
κεκτημένοι τήντε πολιτικήν καΐ έκκλησιαστικήν αρχήν, 
έν τη βασιλευούση ταύτη πόλει τοΟ Κωνσταντίνου εδρεύ- 
ουσας, συντρέχοντες τ6 έργον αυτών, νέα ύπ6 τήν προστα- 
σίαν τοΟ Πατρίς τών φώτων, κοινά καΐ μερικά, τήν δια* 
νοητικήν τών ομογενών ημών σκοποΟντα άνάπτυξιν άμφι- 
ατυονικά συνέδρια συγκροτοΟμεν προς τάς βοσπορικάς ταύ- 
τας πύλας τών δύο ηπείρων καΐ θαλασσών, έν αίς έγκατε- 
σπαρμένον ευρίσκεται σύμπαν τ6 έλληνικόν. 

Δι6 έν ταΐς έτησίαις λογοδοσίαις αυτών δημοτελί) πα- 
νήγυριν τελεί τ6 ευγενές δημόσιον, μετά παλμών καρδίας 
συντρέχον ?να ίδη, οποία ή έν ταις έπαρχίαις διανοητική κί^ 
νησις τών σταδιοδρομούντων τον εύγενέστερον τοΟτον τών 
αγώνων, όποΓα δέ μέτρα καΐ όποΓα διαβήματα πρ^ς τήν 



» 88 ==1^ 

Ιιτκτυχίαν α&τ&ν ^ιεπράξαντα ά νεοκ ήμων Πι/λαγφαι χαΐ 
*ΐ6ρο(χνή|χονις. ΚαΙτ*^ μέν ιιροι:αρ&λ0^ύσγ) χυριαχτ) |λ€τά 
μ.εγί(ηης «Οχαριστήσεως κοινωνών έγέν«το των ύπ^ τΛ 
φιλολογκκοΟ έλληνικοΟ Συλλίγον έν συνΛ.(}> έν άπάσαις 
ταΐίς τ5]ς Α&τοχρατορίας επαρχία ις γτνο(λέν(ι>ν χαΐ τί'Ις χα- 
θολιχί^ς χινήσβοος τοΟ έλληνικοΟ. Σήμβραν δί μΐίτά τί}; α&- 
τ^ΐ; άγαλλιάσεως χατείδβ χαΐ ήκοικτβ τα κατά τ6 λί}Ηαν 
δεύτερον σι>λλογίχ^ν ίτος ύιώ τοΟ Ηπειρωτικοί) Συλλόγα> 
γενόμενα έν τ^ εύάνδρφ γη τί); Ήπείροι>. 

Ή καλλκγόνος αΰτη χώρα, ήτις κοιτίς τδ πάλαβ ύπάρ- 
ξασα τοΟ ΠελασγικοΟ έτώσυρεν εΙς έαυτήν ^Γά τοΟ έν Δω- 
δώνγ) μαντείου τους θέλοντας μυε7σ6αι τά μέλλοντα, 2ν ^ 
τι] κλασσική εποχή ουδαμώς άπελείφθη κατά την διανοη- 
τικήν άνάπτυξιν τής λοιπής Ελλάδος, κατόπιν δέ διά τής 
έπιγαμίας πρ^ς τήν βασιλεόουσαν δυναστείαν τής Μακεδο* 
ν{ας ανέδειξε τ^ν διά των ίπλων τοΟ πολιτισμοΒ άναμο(>- 
φώσαντα τ6 τής γής πρόσωπον μέγαν Άλέξαν^ο^^ ύπδ τήν 
ρωμαΐκήν δέ δυναστείαν έκοσμείτο μέ τάς Απολλωνίας της, 
μαθητάς έχουσας τους Αυγούστους τής κοσμοκράτορος Ρώ- 
μης, καΐ ύπ6 τ6 Βυζαντινών δΐ %^ίιο:, εφάμιλλος ούσα ταΐί; 
λοιπαΤς έλληνίσι χώραις παρέτεινε τήν εύημερ(αν αυτής καΐ 
όπο τ6 ήγεμονικδν σκήπτρον τής ο£κογενε(βις των Δουκών, 
καΐ έν αύταΤς τα?ς τής δοκιμασίας ήμέραις ως πυρσός φαί- 
νουσα διά των Εύγενίων, των Βαλάνων καΐ τής άλληί χο- 
ρείας των περικλεών διδασκάλων της καΐ τους λοιπούς ε&- 
εργετοΟσα διήλθε καΐ διά των Ζωσιμάδων και Καπλανων 
-της — άδικον ήτο καΐ εαυτής άνάξιον νά μή διακρίνηται καΐ 
ήδη μεταζύ των τ&ν διανοητικών αγώνα σταδιοδρομουσών 
£λλων ελληνίδων χωρών, εύκληροΟσα μάλιστα καΐ ήδη 
ν' άριΟμ'^ μεταξύ τών τέκνων της έφαμίλλους, ε( καΐ μή 
άνωτέοους, τής χρυσής χορείας τών προτέρων ε&εργετών 
χαΐ διοασκάλων της. 

Εύλογγ}μένοι λοιπόν ύμεΓς, αγαπητοί Ήπειρώται, οΐ ανοΗ 



=== 89 = 

λ«β4ντες 'ζΐν βύγενί) τοΟτον αγώνα -τοΟ ΦωτβσμοΟ τί)ς ^ί- 
λη< Ηπείρου, καΐ τί)ς προαγωγί]ς κάΙ οιαόάτεωζ τών γρβμ* 
Ιλάτων έν άπάσαις ιαΓς γωνίαις τί]ς γενεθλίου υμών χ^ώρας. 
£&λογη(χ£νοι οΐ αγώνες καΐ ιτροσπάθειαι υμών. Ευλογημέ- 
να ι αί θυσία ι, &ζ τζρίς τοΟτο φιλοτίμως άγαν χαταβάλλετε. 
Εξακολουθείτε γενναίως τ6 μέγα ίργον υμών. Ό δέ Πατήρ 
τών φώτων άνωθεν εύλογείτω μέν ύμας, ι'^ο8ούτω δΐ αϊ- 
τό. ΤαΟτα άπδ καρδίας απευθύνει ύμίν άνήρ, δνή δε- 
ξιά τοΟ *Ύψίστου η&δόκησε να χαλέση είς την ποιμαντορίαν 
περιουσίου λαοΟ, κατοικοΟντος Μακεοονίαν άμα καΐ *Ηπει- 
ρον — σύμπτωσις εύάρεστος δεικνύουσα, δτι ή άπδ κοινοΟ 
ενέργεια αμφοτέρων τών ελληνίδων τούτων χωρών πρ6ς την 
κοινήν αυτών διανοητιχήν άνάπτυξιν εύάρεστα πάντως έξει 
*Γά αποτελέσματα, ώς άλλοτε — καΐ δστις άξιοΓ να τφ πα- 
ράσχητε τήν χάριν νά καταταχθώ έν ττ) έντίμφ χορεί^ υ- 
μών καθόσον έν τή ποιμαντοριχ"^ σημαί^ του, ώς καΐ οΐ 
σεβασμιώτατοι πρεσβύτεροι συνάδελφοί του, άγιοι Ιωαννί- 
νων καΐ Βελεγράδων, έχει άναγεγραμμένας καΐ τάς λέξεις: 
«Παιδεία, Πρόοδος.» 

Ι' ΛΟΓΟΧ ΕΠΙΙΜΙΓνίΙΙΙΙΟΧνίνΟΧ, 

ΒΚΦ0ΝΗΘΕΙ2 ΤΠΟ ΤΟΓ ΑΓΓΟΤ ΤΗ Ις-' ΙΟΓΝΙΟΪ I^^0^', 
ΕΠΙ τα ΜΝΗΜΟνΤΝα 

ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, 
ΤΟΓ ΕΚ ΚΟΡΓΤΐΑΣ. 



Και ό ίεύτβρος άγγελος έξέχβε την φΐάλην αύτου ύς τί|¥ 

θχλαΦΦαν χχΐ π£σα ψι>χή ζώσα άπίθανβν ίν τ^ 

βαλάσση. (Άποκαλ. ις', 3) 

Αγαπητοί έν Χριστφ αδελφοί καΐ τέκνα. 
ΜΙΑ. ΤΟΝ ΠΕΡ1ΣΤΑΣΒΟΚ, αϊτινες θέλουσι συνοδεύσει τήν 
χαθΛου έξαφάνισιν πάσης πνοί)ς έπΙ τοΟ ημετέρου πλα- 



» 90 =» 

νήτου, χαΐ Οέλουσι προηγηθί) τ?)ς ίευτέρας παρουσίας 'ΤοΟ 
Κυρίου, έρχο(/.ένου έν δόξη μετά των αγγέλων, ?να άπο5ώ- 
σΥ| έκάστφ κατά τά έργα αύτοΟ, καΐ άναδείξγ) καινον 
ο&ραν^ν καΐ γί)ν καινήν — άνετυλίχΟη ενώπιον ή(ΐΛν έν [λέ* 
ρει έπ έσχατων έν τη καταστροφή τοΟ άτμοπλοίου €Κάρς» 
κατά την θάλασσαν τί]ς Προποντίδος. 

Σπαραξικάρίιον τ^ συμβάν. Έν ψ ή άτμήρης ναΟς, 
φέρουσα έν τοΓς στέρνοις αύτί)ς πληθυσμών ολοκλήρου χω- 
ρίου, πληθυσμ6ν πλέον των τριακοσίων ψυχών, πορευομένη 
έπορευετο έν πλήρει νηνεμίςε την πορείαν αύτί)ς, αΓφνης 
άντίξους συγκρουσις επέφερε τδ ναυάγιον α&τί)ς παραπέμ- 
ψασα καΐ αυτήν καΐ τ6 πλείστον τοΟ πολυτίμου αύτ?)ς 
φόρτου θύματα εΙς την άβυσσον των υδάτων. ΚαΙ συνέβη 
έΛ* αυτήν το άντίθετον πάντη τ1); κιβωτοΟ τοΟ Νώε• καθό• 
τι, έν φ εκείνη έν παγκοσμίω κατακλυσμφ έσωσεν έαυτήν 
καΐ τ6ν εκλεκτών παγγενή τής σφαίρας ημών πληθυσμδν 
έπΙ τών κορυφών τοΟ Αραράτ, αΰτη άπ εναντίας έν παγ- 
χοσμίφ είρήνγ) καΐ νηνεμίς: παρέπεμψε καΐ έαυτήν καΐ &ν 
ένεπιστεύθη πληθυσμίν είς τ^ν τάφον τί)ς αβύσσου. Ό 
δεύτερος τών καταστρεπτικών τής Άποκαλύψεως αγγέλων 
έζεπλήρωσε πρ6 καιροΟ καΐ έν μέρει τ6 ίργον του, έκχέας 
έπΙ τί)ς θαλάσσης μέ^ος τ?)ς άπαισίου φιάλης του, καΐ πολ- 
λή «ψυχή ζώσα απέθανε ν έν τη θαλασσή». 

Ούτως ώρισται, άφ* οΰ οΐ ημέτεροι γενάρχαι παραβάντες 
τήν θείαν έντολήν έξωρίσθησαν άπ6 τ6ν τ^πον τί^ς μακα- 
ριΐτητος είς τήν γ-^Ιν, τήν κοιλάδα ταύτην τοΟ κλαύθμωνος, 
νά μή διατηρώσιν έπ* αύτ^ς τήν αιωνιότητα είς τά άτομα 
αυτών, ούτω προώρως καΐ κατά πάντα τρόπον καΐ τόπον 
άπολιπόντων τ6ν βίον, άλλ* εΙς τήν διαδοχήν τοΟ γένους, 
υποκειμένου άλληλοδιαδόχως είς γένεσιν καΐ φθοράν έκεί- 
νην δέ ν* άποταμιεύωσιν έν τη μεταβάσει αυτών εΙς τήν 
έν ούρανοΓς αληθή πατρίδα, τήν χώραν ταύτην τής μακα- 
ρ€Οτητος καΐ τών πνευμάτων, δπου νά εύφραίνωνται βλέ- 



= 91 » 

•Λοντες τ^ν Θεδν ιφάτωπον πρ^ζ πράιωπον, κάΙ χορταιν^νσι 
έν ιφ βλέπειν την δόξαν αύτοΟ. 

Έν τφ φριχαλέφ έκείνφ δεκαλέπιφ μόλις χρονική δια- 
στήματι, καθ* δ χαίνουσα ήνοίγετο ή άβυσσος των υδάτων 
Γνα καταπίη καΐ πλοΓον καΐ πλήρωμα, φρικτών δράμα ττα^ 
ρίστατο οιμωγών, απελπισίας καΐ αγωνίας των έν τφ πλοίφ 
αγωνιζομένων άντιμετώπως πρ6ς τ6ν θάνατον, καΐ προσπα- 
θούντων έκ παντδς τρόπου καΐ πάση δυνάμει ίνα άποφόγω- 
σι τ6 πρ6 των οφθαλμών αυτών παρουσιαζόμενον οδυνηρών 
δρέπανον τοΟ θανάτου. Έν τω συμπλέγματι τών άγωνιών- 
των εκείνων δύο άνδρες παρίσταντο δυνάμενοι πρώτοι νά 
σωθώσιν, άλλ' ο?τινες θερμήν έχοντες την καρδίαν ύπ6 τοΟ 
αισθήματος τ"?)ς πρ6ς τον πλησίον αγάπης, καΐ άκτινοβο- 
λοΟντα τα πρόσωπα υπ^ τΫ]ς συναισθήσεως τοΟ καθήκοντος 
τούτου, ίτρεχον όπως δυνηθώσι νά σώσωσιν δσους πλείονας 
ήδύναντο άπδ τδν δλεθρον, ώς καΐ έσωσαν αύτοΙ θύματα γε- 
νόμενοι μετά τών ύπολειφθέντων, παραδόντες εαυτούς εΙς τάς 
ψυχράς άγκάλας τ"?)ς θαλάσσης, οπόθεν φαιδροί παρέστη- 
σαν ενώπιον τοΟ Υψίστου, φέροντες τ6ν στέφανον τ^ς αθλή- 
σεως τ•?)ς πρές τον πλησίον αγάπης, τδν οποίον προλαβοΟσα 
έπλεξεν ή δεξιά εκείνου, βστις εϊπε• «Μείζονα ταύτης άγά- 
πην ούδεις έχει, ίνα τις την ψυχήν αύτοΟ Θυι υπέρ τών φί- 
λων αύτοΟ» (Ίωάν. ιε', 13). 

Την ξυνωρίδα ταύτην τών Διοσκούρων, οίτινες μεθ' ήν 
έπήνεγκον σωτηρίαν εΙς τινας τών συμπλωτήρων αυτών 
,έγένοντο άφαντοι δύσαντες, ώς καΐ οΐ τοΟ ουρανίου πόλοι 
διόσκουροι, Γσως τινές έμάντευσαν, πολλοί δέ ίσως θέλουσι 
καΙ ν' άκούσωσιν. Ούτοι είναι ό πλοίαρχος Κωνσταντίνος 
καΐ ό ημέτερος Ευθύμιος, υπέρ αναπαύσεως τ?]ς ψυχ•2)ς τοΟ 
ό-Λοίου συνήλθομεν σήμερον ίνα άναπέμψωμεν εύχάς καΐ 
δεήσεις πρδς τ^ν Θε6ν τών πνευμάτων. Εϊπον τοΟτον ήμέ-ρ 
'ίερον^ ούχΙ μόνον διότι υπέρ αυτοΟ προσηνέγκομεν την άναί- 
μακτον θυσίαν^ άλλα καΐ διότι γόνος καΐ θρέμμα γεγονώς 



= 95 = 

*Γί)ς ήμιε'τέρας Κορυτσ&ς^ ήμιέτερος πνευματικές υΐ^ς ύπί)ρχε, 
^Γ^ν όποΓον ή βουλή τοΟ Υψίστου Ικρινεν Γνα πρώτον π«- 
ραλαβοΟσα έκ τών ημετέρων άγκαλών παραπέμψη εΙς την 
βαοιλεύουσαν Έκκλησίαν τών πρωτοτόκων τώνέν ούρανοΓς 
απογεγραμμένων. 

Έν τφ προσώπφ αύτοΟ έστερήθη ή μέν στρατευόμενη 
Εκκλησία Ινα τών προσφιλών αύτ'ϊ); υιών, ή 5έ πατρίς Κο- 
ρυτσά Ινα τών πολυτίμων αύτί)ς πολιτών, ή κοινωνία έν 
τών χρησίμων μελών της καΐ ή πολυτλήμων αΟτοΟ οίκο- 
γένεια Ινα σπάνιον συζυγον, άδελφόν, πατέρα καΐ θείον. 
Καταγάγωμεν λοιπόν έπ* αύτφ ίάκρυα, ίιότι τοΟτο ορίζει 
μέν 6 λόγος τοΟ ΘεοΟ, λέγων €ΈπΙ νεκρφ κλαΟσον», καΐ 
πάλιν €ΈπΙ νεκρφ κατάγαγε δάκρυα, καΐ δεινά πάσχων 
ίναρξαι θρήνου» (Σειρ. κβ', 11. λη', 16)• τοΟτο δέ άπαιτεΓ 
ή φύσις, ίνα ούτως έλαφρυνθή τ6 έπιβαρΟνον τήν καρδίαν 
ημών άλγος. Ναί. Καταγάγωμεν δάκρυα, κλαύσωμεν έπΙ 
τ'ρ προώρφ στερήσει τοσοότω προσφιλοΟς ήμΓν άδελφοΟ, άλ- 
λα τοσοΟτον μόνον, καΐ διά τοΟτο μόνον ούχΙ δέ, δπως εϊ- 
πόν τίνες, διότι απέθανε τοιοΟτον θάνατον έν τ'^ θαλάσστρ, 
καΐ ό νεκρ6ς αύτοΟ αφανής γενόμενος έν τοΙς κύμασι δέν 
παρεδόθη εΙς τους κόλπους τής παμμήτορος γί)ς. 

ΑΙ (δέαι αδται, λείψανα οδσαι τής αρχαίας ειδωλολα- 
τρικής θρησκείας τών προγόνων ημών, δτε λατρεύοντες τη 
κτίσει παρά τ6ν κτίσαντα δέν εΐγρ^^ εισέτι απολαύσει τάς 
άκτΓνας τής ούρανόθεν αποκαλυφθείσης πίστεως τοΟ Θεαν- 
θρώπου, είναι πάντη ξέναι ήμΓν. Εκείνοι ΐφόντι έδόξαζον, 
βτι τοΟ έν τοΓς ΰδασι τής θαλάσσης αποθνήσκοντος άπόλ- 
λυται καΐ τ6 σώμα καΐήψυχή. Ούτως ό ύπατος τών Ελ- 
λήνων ποιητών λέγει περί τοΟ ΑΓαντος τοΟ ΌΓλέοος, βστις 
ίπνίγη έν τ-^ θαλάσστ), δτι έ ξ α π ό λ ω λ ε ν, απέθανε δη- 
λαδή διπλοΟν θάνατον, καΐ σωματικών καΐ ψυχικόν 
Αίας ο* έξαπολωλιν, έπιΐ π{«ν άλμυρον ύδωρ^ 

(•0δ. Δ', 509) 



= 93 =» 

χβίΐ ίχι τών έν θαλάσσγ) αποθνησκόντων άν ιά (Τώριοκτά 
Ι^ή άνευρεΟέντα άπολαύωσι τά τ'^Ις ταφ?)ς νέμΐ(|χα; αΐ ψυ- 
χαΐ δέν εισέρχονται εΙς τ6ν φδην. ΚαΙ δια τοΟτο οΐ Αθη- 
ναίοι κατεδίκασαν είς θάνατον τους δέκα στρατηγούς, τους 
έν Άργινοώσαις ναυμαχήσαντας καΐ νικήσαντας, διότι δέν 
^φρόντισαν να λάβωσιν έκ τί)ς θαλάσσης τα σώματα των 
αποθανόντων Αθηναίων (Ξενοφ. Έλλην. Α', 7). 

Αι δοξασίαι δμως έκΐίνων αύται ουδέ χώραν ο6δΙ πα- 
ροδον κ&ν δύνανται να λάβωσιν έντδς των Ιερών θριγκών 
τ-ίίς τοΟ ΧριστοΟ Εκκλησίας. Ήμίΐΐς πρεσ€εόοντ)Ες βτι ή κυ- 
ρίως ύπόστασις τοΟ ίν^ρώτζοΌ συνίσταται έν τη ψυχή καΐ 
ο6χΙ τ<5) σώματι, καΐ δτι ή ψυχή πλασθεΓσα κατ* εικόνα 
καΐ όμοίωσιν 'ζοΟ ΘεοΟ εϊναι πνεΟμα εΙς μηδεμίαν ύποκεί- 
μενον φθοράν, άλλ' άπ& τοΟ σώματος, έν φ ετέθη ?να ως 
βασιλίς δεσπόζη αώτοΟ, επανέρχεται ίθεν και τδ είναι έλα- 
βε, κατά τήν έκφρασιν τοΟ ΈκκλησιαστοΟ (Α', 6) «κυκλοΓ 
λυκλών πορεύεται τδ πνεΟμα, καΐ έπΙ κύκλους α6τοΟ επι- 
στρέφει τδ πνεΟμα»• ήμεΐς πρεσβεύοντες τήν πανταχοΟ τοΟ 
ΘεοΟ παρουσίαν καΐ μετά τοΟ προφητάνακτος ψάλλοντες^ 
«ΠοΟ πορευθώ άπο τοΟ πνεύματος σου καΐ άπ6 τοΟ προσώ- 
»που σου ποΟ φύγω; Έάν άναβώ είς τον ούρανόν, συ έκεΡ 
»εϊ' έάν καταβώ είς τ6ν αδην, πάρει• έάν αναλάβω τάς πτέ- 
»ρυγάς μου κατ' ορθόν, καΐ κατασκηνώσω είς τά έσχατα 
•τ-^Ις θαλάσσης, καΐ γάρ έκεΓ ή χείρ σου οδηγήσει με, χοΛ 
•καθεξει με ή δεξιά σου» (Ψαλμ. ρλη', 7 — 10)• ήμβΓς 
πρεσβεύοντες τήν κοινήν έξανάστασιν, καθ' ήν μετά τήν 
σάλπιγγα τοΟ αγγέλου καΐ ή γή δώσει τους νΐϊί^ο()ς αυτής 
καΐ ή «θάλασσα τους έν εαυτή νεκρούς» (Άποκαλ. κ', Ι^), 
δπως αΐ ψυχαΐ άναλαβοΟσαι τά εαυτών σώματα καΐ παρο&-• 
στδσαι ενώπιον τοΟ βήματος τοΟ ΧριστοΟ άπολαύωσι τήν 
άμοιβήν ών έπΙ γής έπραξαν ουδαμώς δυνάμεθα νά πάρα- 
δεχθώμεν τάς όθνείας δόξας εκείνων, οίτινες ούτε κοινήν 
έξανάστασιν έγνώριζον, οΰτε τήν πανταχοΟ παρουσίαν τοΟ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



^ 94 = 

θεοΟ έτφί-τβιυον, ίΰτε πνεΟμα τήν ψυχή ν πάρείέχοντο,οδ^ 
την έν τ'ρ ψυχ•^ κυρίω; ύπόστασιν αοΟ άνθρωπου έγνώριζον. 

ΉμεΙς μιαΟηταΙ δντες εκείνου, ίστις έόίδαξεν δτι «ο6χ 
ίστιν ό Θε6ςΘε6ς νεκρών, άλλα ζώνιων» (Ματθ. κβ',23), 
δτι «Ό πιστεύωνείς έ[^^, καν άποθάνη, ζήσεται» (Ίωάν• 
ια', 45), καΐ «Έρχεται ώρα, δτε οΐ )ίΐ7(.ρο\ άκούσονται τί)ς 
φωνί)ς τοΟ ΥίοΟ τοΟθεοΟ» (αυτόθι ε', 25), κλαύσω[ΐ.εν μέν 
ώς άνθρωποι έπΙ ττ) προώρφ στερήσει τοΟ φιλτάτου ήμιών, 
παρηγορώμεθα δέ δτι ό φίλτατος ημών μετέβη άπ6 τί)ζ 
φθοράς εΙς τήν άφθαρσίαν, καΐ άπ^ τοΟ ματαίου τούτου κΐ- 
σμουείςτήν άγήρω χώραν τ"?)ς μακαρκίτητος. Τάς ολίγας 
ταύτας λέξεις μου επισφραγίζω δια τών λόγων τούτων τοΟ 
Αποστόλου• «Ου θέλω υμάς άγνοείν, αδελφοί, περί τών 
Λκεκοιμημένων, ίνα μη λυπ•?)σθε, καθώς καΐ οι λοιποί οΐ 
»μή ίχοντες ελπίδα. Εί γαρ πιστεύομεν δτι ΊησοΟς άπέθα- 
»νε καΐ ανέστη, ούτω καΐ δ Θεδς τους κοιμηθέντας δια τοΟ 
»•ΙησοΟ άξει σύν αύτφ. (Α' Θεσσαλ. δ', 13—14). 

Θεέ τών πνευμάτων καΐ πάσης σαρκός, ό ίχων τ^ κρά- 
τος τ^^ς ζωί)ς καί τοΟ θανάτου, προσδεξάμενος Ιλέω δμματι 
τήν ψυχήν τοΟ έξ ημών μεταστάντος δούλου σου Ευθυμίου, 
κατάταξον αυτήν έν σκηναϊς δικαίων, έν χώρςε ζώντων, 
«δπου επισκοπεί τ6 φως τοΟ προσώπου σου καΐ ευφραίνει 
πάντας του; άπ' αιώνος αγίους σου». Τους δέ τεθλιμμένους 
συγγενείς αύτοΟ παρηγόρησον, συ ή έλπίς τών άπηλπι- 
σμένων καΐ παρηγορία τών τεθλιμμένων, βάλσαμον παρη- 
γορίας έπιχέων έπΙ τήν καρδίαν αυτών, δπως ύπδ τήν σκέπην 
τ^ς σΫ]ς ευφροσύνης διελθόντες τήν κοιλάδα ταυτην τοΟ 
κλαύθμωνος καταντήσωσιν εις τ6ν τόπον τής παρά σοΙ 
μακαριότητος, καΐ συνευφραίνωνται καΐ συνευθυμώσι μετά 
τοΟ φερω^/ύμου Ευθυμίου έν τψ ^λέπειν τήνδόξαν σου. Αμήν. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



^ 95 = 

ΙΑ• 

ΛΟΓΟΧ εηΐΚΗΔΕΙΟΧ, 

ΕΚΦϋΝΗΘΚΙΣ 
ΕΠΙ ΤΗ ΙίΝ ΙΤΑΓΡΟΑΡΟΜΙϋ ΓΕΝΟΜΚΝΗ ΚΗΛΚΙ^ ΓίΙ2 

ΣΟΦΙΑΣ ΘΕΡΙΝΟΥ, 

ΥΠΟ ΤΟΓ ΑΥΤΟΓ, 

ΤΠ Ις' ΙΟΪΛΙΟν ΊΌΪ ΑΩΟΔ'. 



Μακάρια ή ό<Ϊ6;, ν) ποριύη Ο'^Λβοον, ά^ΐΑ^ι^, 
δτι ήΓοΐ|Λ:^σθη σοι τόπος άναπαύσεω;• 

ΚΜΒΛΑΒΣ λοιπόν, ώ φερώνϋμε ιΫ^ς σοφίας, άφ' οδ έπΙ 
τοσαΟτα £τη χατ* αυτήν ακριβώς την έποχήν έτέλεις την 
ιιανηγυριχωτέραν των ίορ'ζων, συνάγουσα έν τφ κατά σέ 
[χεγάρφ τί)ς σοφίας τους έραστάς α6τί)ς, χαΐ ίπιίεικνυμένη 
τους άθλους των σταδιοδρομουσών τ6ν αγώνα τ-ίΐς σοφίας 
νεανίδων— να συναγάγης ήδη συμιπασαν τήν τιμώσάν σε 
κοινωνίαν, δπως έπιδείξης τ6ν έκ τών πολλών μόχθων κατα- 
βληθέντα νεκρόν σου• καΐ άντΙ τών άλλοτε φαιδρών προσώ- 
πων, μέ τα όποΓα σϊ έχαιρέτα αυτή, να σε συνοδεύση ήδη 
εΙς την αίώνιον κατοικίαν σου μέ ώχρα καΐ κατηφή τά 
πρόσωπα. Έμελλες λοιπόν συ, ήτις κατά τ6 διάστημα 
τοσούτων ετών «πορευομένη έπορειίεσο βάλλουσα έν δά- 
χρυσι» καΐ £ν κόποις «τά σπέρματα» τής Σοφίας, καΐκατ' 
αυτήν τήν έποχήν «έν αγαλλιάσει αίρουσα τά δράγματα 
αΟτών», ως δι* ^ίρτου αγγέλων» έτρεφες τάς ψυχάς τών 
παρά σοΙ φοιτωσών νεανίδων κατ* αυτήν τήν ιδίαν έπο- 
χήν νά γένης συ έν τφ άψύχω σου νεκρφ τ6 δράγμα τής 
ψυχρδς χειρ6ς τοΟ άπονου θανάτου. ΚαΙ έμελλον έγώ, δς* 
τις πέρυσιν κατ* αΟτήν τήν έποχήν προεξάρχων τής παρά 
σοΙ πανηγόρεως τών γραμμάτων έκότμησα τήν κεφαλήν 
σου διά τών εΟχών τής Εκκλησίας, ήδη ώς λειτουργΐς 



»« 96 =« 

αδτί)ς προεξάρχων τ^ς νεκρωσίμου κηδεία; σου νά ύψώ τήν 
φωνήν τφδς τ6ν ΘεΙν των πνευμάτων, δπως χατατάξη την 
ψυχή ν σου έν τφ τόπω των μακαρίων άντΙ οϊ των τίτε 
επαίνων καΐ ενισχύσεων νά σοΙ εκφωνώ ήίη τ6ν έπικήδειον. 
"Ω, άληβώς €έξ ^ων είς οΙα. ΌποΙος δέ συνδυασμός αντι- 
θέτων περιπετειών• Τοιαιίτη ή άστασία των ανθρωπίνων, 
τήν οποίαν έίημιούργησεν είς εαυτόν ό άνθρωτιος, άφ' οδ 
παραβάς τ6 θεΓον πρόσταγμα έξώρισεν έαυτ6ν άπ6 την 
χώραν τ?]ς αφθαρσίας. Ταλαίπωρος άνθρωπος ! τίς ημάς 
ρυσεται άπ6 τί)ς ματαιότητος ταύτης ; 

Μακάρια ή οό^ο;, ^ πορβύει σι^ερον, άδιλφιΑ| 
δτι ήτΜμζίϊθη σοι τόπος άναπαύσβως. 

Τ^ ςεωκζ' Ιτει πάροδον ίλαβεν εΙς την ζωήν Ιν τή με- 

γαλοπόλει ταυττ) τοΟ Κωνσταντίνου ή μικρά Σοφία, γεγ>• 
νυΐα έκ πατρ^ Θεμιστοκλέους Μαυροκορδάτου, μέλους τ^ΐς 
περιδόξου οικογενείας, ήτις άρχηγ6ν μέν ίσχεν Άλέξανδρον 
ίκεϊνον τδν έξ απορρήτων, τ6ν διά των ταλάντων ι1\ς σο- 
φίας καΐ τ^ς Ικανότητος μέγα παρά τοΓς κρατοΟσιν ίσχύ- 
σαντα καΐ πλεΐσθ* δσα αγαθά έκ τούτου τφ Γένει παράσχοντα 
καΐ τ6 σέβας καΐ τήν ύπόληψιν των τής Εσπερίας πολι- 
τικών ανδρών έφ' εαυτόν έπισπάσα•/:α• μέλη δέ περιφανή 
τήν χρυσήν χορείαν τών τών παραδουναβίων χωρών ήγε- 
|ΐ.όνων, τών διά τής συνετής αυτών κυβερνήσεως ολόκληρους 
λαούς εύτυχεΓς καταστησάντων. Έκ τοιαύτης οικογενείας 
φυείσα ή Σοφία μ^;φά ίτ^ μετηνέχθη εΙς τήν κλεινήν πρω- 
τεύουσαν τής φιλελληνίδος Γαλλίας, 8που καΐ έλαβε «φαεν- 
\άν >τρηπΓδα» εύγενοΟςκαΙ αυτή πρεπούσης αγωγής. Άφ* 
ού δέ α( ΜοΟσαι κατόπιν ήρζαντο έπανακάμπτουσαι εΙς 
τήν άρχαίαν αυτών πατρίδα, άρξαμένην ήδη νά εδνομήται, 
χαΐ ή οικογένεια τής Σοφίας καταλείψασα τήν φιλοζενήσα- 
0αν αΟτήν γήν τών Παρισίων μετέβη εΙς τάς κλεινάς Ά- 
6ήνοις, δπου καΐ ή Σοφία έλαβε τήν στεφάνην τών εαυτής 
σπουδών έν τω ρυθμφ τής ελληνικής παιδεύσεως. 



= 97 = 

Κατίίπιν δέ, άφ' ου αυξηΟεϊσα έφΟασεν εις αέτρον ηλικίας, 
καθ* ήν έκπληροΟσα τ6ν προορισμιον, δι δν ή δεξιά τοΟ 
Υψίστου παρήγαγε την γυναίκα έκ τί^ς πλευράς 'τοΟ γενάρ- 
χου, Σπρεπε να έκλέξγ) τίν σύντροφον έπΙ τ?;ς γ•?)ς ταύτης, 
συνεζεύχθη Γεωργίω τω Θερινφ, άνδρΐ έκ των τα πρώτα 
φερίντων έν ττ) κοινωνία τ•?ίς πρωτευούσης τοΟ έλληνικοΟ 
βασιλείου, έπΙ νομομαθείι^ καΐ λοιπαΐς κοινωνικαΓς άρεταΤς 
δια'πρέποντι. ΚαΙ ή καλή αυτή συζυγία διήρχετο τί)ν βίον 
αυτής ύπί/ την σκέπην του Υψίστου, ευημεροΟσα καΐ «έν 
τοΓς κλίτεσι τής οΙκίας αυτής εύΟηνοΟσα», καΐ άγλαούς 
βλαστούς παράγουσα. Περιπέτειαι δμιως ού/Ι ζέναι ούδ' 
άγνωστοι τ^ κοινωνικψ τούτω βίψ έτιήνεγκον, βπως ή οι- 
κογένεια αυτή, καταλιπουσα τω αωνς-' έτει τάς κλεινάς 
Αθήνας, (ΛετοικίσΎ) είς την βασιλδύουσαν ταύτην των 
πόλεων, ΚαΙ ένταΟθα ό μιέν Γεώργιος υποδοχής έτυχεν 
ούδα(Λώς τής έπιστή|Λης καΐ τής συνέσεως αύτοΟ άπολειπο- 
μένης, ή δέ προκειμένη Σοφία έλθοΟσα είς τδ γενέθλιον 
ίδαφος έζηκολούΟει μετά τής αυτής σ'ίορ^τις και αγάπης 
άνατρέφουσα «έν παιδεία καΐ νουθεσία Κυρίου» την τριάδα 
των φιλτάτων αυτής. Ουδέν όμως των έν τω βίω τούτφ 
<;ταθερ?;ν καΐ βέβαιον, και αΐ γενεαΐ των ανθρώπων έρχον- 
ται καί παρέρχονται ως τά φύλλα των δένδρων. ΚαΙ ό τής 
ζωής καΐ τοΟ θανάτου Κύριος τδν μεν Γεώργιον, εκπληρώ- 
σαντα τον έν.τω κόσμω τούτω προορισμών αυτοΟ, μετεκα- 
λέσατο παρ* έαυτω, ή δέ Σοφία μετά των τριών θ^γατέρων 
άπελείφθη άνευ επιγείου υποστηρίγματος, ούχΙ δμως καΐ 
τής αντιλήψεως Εκείνου, δστις καλείται «πατήρ τών ορ- 
φανών καΐ κριτής των χηρών». 

Ή Σοφία ίνα και έαυτήν καΐ τά φίλτατα συντηρήσγ) 
2γνω, δπως μη άφήση έγκατορωρυγμένα τά τάλαντα τής 
παιδείας, άτι\α έπιστεύΟη αύτη ή τών θρόνων τοΟ Θεοΰ 
πάρεδρος σοφία, άλλα βαλουσα αυτά είς κυκλοφορίαν «ω- 
κοδόμησεν εαυτή οίκον, και έπηρεισε στύλους επτά», τά 

Τ01Ι02 Β . 7 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



» 98 =. 

ΐϋβντοία τ•?]ς παιίείας εΓ^η, «ίσφαξε τα έαιηί)ς θύματα, 
έκέρασεν εις κρατήρα τ^ν έαυτί)ς οίνον, χαΐ ήτοιμάσατο τή,ν 
έαυτΫ]ς τράπεζαν, χαΐ μιβτά ύψηλοΟ κηρύγματος» έχ,ά\ι<ίε 
χορείαν δλην νεανίδων, δπως μετα^φ αύτη πνευματικήν 
βρώσκν χαΐ τιόσιν, τα τάλαντα τ?]ς παιδείας. ΚαΙ.έπΙ 5ε- 
χαετίαν δλην. έξηκολοόθησε τ6 υψηλών καΐ εδεργετεκόν τοΟ- 
το έργον τ•ί)ς διδασκαλίας, συναρωγούς καΐ συναντιλήπτο- 
ρας έχουσα καΐ την τριάδα των εΟπαιδεύτων Οογατέροιν. 
ΚαΙ άτώ '^ς σχολής ταύτης έξ-^ίλθον χορεΓαι δλαι μεμορ- 
φωμένων παρθένων, αίτινες μητέρες γενόμεναι άνατρέφουσί 
νέαν γενιάν, «ζητοΟσαν τ6ν Κύριον, ζητοΟσαν τ^ πρόσα>πον 
τοΟ θεοΟ Ιακώβ» καΐ τδ κλέος καΐ τήν δόξαν τ^ς πατρίδος, 
καΐ χορηγοΟσαι τη Εκκλησία πιστά τέκνα, καΐ τη κοινωνίφ 
χρηστούς πολίτας, άξίους ν* άναμορφώσωσι τ6 πρόσωπον 
τής άναγεννωμένης Άνατολ'?5ς. 

Έν τη εξασκήσει των ευεργετικών τούτων κίχθηκίντων 
διατελοΟσαν τήν Σοφίαν απέστειλε πρ^ς αυτήν δ Θεδς των 
πνευμάτων καΐ πάσης σαρκός οιονεί άγ^^'ελον αύτοΟ τρίμηνον 
άσθένειαν, δΓ ου ανήγγειλε τήν προσεχή πρ6ς αύτδν μετά- 
κλησίν αυτής. ΚαΙ τφ μέν Μω&σεΓ άλλοτε εϊπεν «Ανά- 
βαινε εις το δρος καΐ τελεύτα», είς δε τήν ήμετέραν Σοφίαν, 
«τελεύτα κα) ανάβαινε πρδς ήμδς. Ίκανώς υπέφερες έν 
αύτη τη κοιλάδι του κλαύθμωνος, δεΟρο είς τήν χώραν 
τής αναπαύσεως. ΔεΟρο πρδς με ή κοπιάσασα καΐ πεφορ- 
τισμένη, κάγώ αναπαύσω σε έν τη χώρα τής μακαριδτητος». 
ΚαΙ αυτή μέν τφ θείφ κελεύσματι πεισθεΓσα απήλθε πρδς 
τ6ν κέλευσα ντα, ήμεΙς δέ ευσεβές καθήκον τελοΟντες παρα- 
πέμπομεν αυτήν είς τήν τελευταίαν κατοικίαν ύπδ τήν 
σημαίαν τής αναστάσεως. 

ΤελοΟντες δμως το καθήκον τοΟτο, έξεπληρώσαμεν καΐ 
τδ σύνολον των πρδς τήν έξ ημών μεταστδσαν άδελφήν 
ημών καθηκόντων ; ΠολλοΟ γε καΐ δεΓ. Ή μακαρΓτις εΙς 
μεν τήν Έκκλησίαν παρέσχε πλείστας δσας καλάς θυγ^^-■ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 99 = 

τέρας, εΙς δΐ τήν κοινωνίαν πλεΓστα δσα χρηστά μέλη. 
©έλουσιν άρα γε αύτα^ μένει αδιάφοροι πρ6ς τάς υπολειπό- 
μενα; αρεΙς απροστάτευτου; θυγατέρας αυτί); ; δέν θέλςυσι 
δέ λάβει την δέουσαν πρόνοιαν υπέρ αυτών, δια τη; προ- 
στασίας των συντηροΟσαι τ6 εΟεργετικ6ν παρθεναγωγεΓον 
της μακαρίτιδος, τελοΟσαι ούτω και φόρον τη Σοφία άνβ' 
ών υπέρ αυτών είργάσθη, καΐ έαυτάς εύεργετοΟσαι δια της 
καΐ εις τούπών συντηρήσεως τοΟ παρβεναγωγείου,μέλλοντος 
να πολλαπλασιάσΤΓ) τάς εύπαιδεότους νεανίδας, τάς άνα- 
μορφωσούσας την κοινωνίαν διά της ευεργετικής αυτών επιρ- 
ροής καΐ ανατροφής αυτών, καΐ εδ ποιοΟσαι τάς άπό^ίους 6ρ- 
φανάς, ών πατέρα έπέγραψεν ίαυτ6ν ό τών ορφανών πατήρ 
και απάντων Κύριος καΐ Θεός; Πιστεύω 5τι ούτω, άλλα ού- 
τω καΐ μόνον, πράττοντες, καΐ ταΟτα άνομολογοΟντες ένώ- 
ιαον τοΟ νεκροΟ της Σοφίας, δυνάμεθα νά πράζωμεν τ6 σύνο- 
λον τών πρ6ς αυτήν καθηκόντων, καΐ εύσυνειδήτως άνα- 
φωνοΟντες τ6ν έξοδιον, είπωμεν αύτ'?ί• «Μακαρία ή οδός, ή 
Ήορεύει σήμερον, αδελφή, δτι ήτοιμάσθη σοι τόπος αναπαύ- 
σεως». 

Θεέ τών πνευμάτων και πάσης σαρκός, ό Κύριος της 
ζωής καΐ τοΟ θανάτου, προσδεξάμενος παρά σεαυτώ τήν 
παρά σοΟ κληθεΐσαν Σοφίαν, άνάπαυσον αυτήν «6που επι- 
σκοπεί τδ φώς τοΟ προσώπου σου καΐ ευφραίνει πάντας τους 
άπ* αιώνος αγίους σου». Τήν δέ παρ' ήμΓν καταλειπομένην 
τριάδα τών ορφανών θυγατέρων αύτης λαβών ύπ6 τήν κρα- 
ταιά ν προστασίαν σου, «6 πατήρ τών ορφανών», νεΟσον 
αγαθά υπέρ αυτών εΐ; τά; καρδίας τών προέδρων της Εκ- 
κλησίας καΐ της κοινωνίας ταύτης, δπως ττ) συνδρομ•^ αυ- 
τών εΟαρέστως διατρέζασαι τ^ στάδιον τοΟ προορισμοΟ της 
έπΙ γης παρόδου αυτών, καΐ χρήσιμοι έαυταΐς καΐ τη κοινω- 
νίηι καταστασαι άποκομίσωνται έν τί) ήμερα εκείνη τ6ν 
άποκείμενον στέφανον, συνευφραινόμεναι μετά της μητρ6ς 
αυτών Σοφίας. Αμήν. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



8 

4) ΠΡΟ ΤΗΣ αρχιερατείας. 

Α' ΠΡΟΣΛΑΛΙΑ 
αΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΙ! ΣΥΡΟΥ ΚΑΙ ΤΠΚΟΥ 

(κατά ιήν έν Μιτυληνη δια[χονήν αύτοΟ), 

ΜΦΙΙΝΗΘΚΙΣΑ ΕΝ ΤΩ ΜΠΤΡΟΠ. ΝΑΩ ΤΗ1 ΜΙϊΥΑϋΝΗΣ, 
ΤΗ ΚΒ' ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΑΩΟ'. 



Σεβασ[Λΐώτατε. 

ΜΕΤΑ ψυχικής δλως άγαλλιάσεως καΐ καρδίας ύπ6 χα- 
ράς αμύθητου συγκεκινηαένης, άξιούΐΛεθα σήμερον τήν 
μεγίστην των τιμών, ινα έκ του σύνεγγυς άσπασθέντες την 
ιιαν(ερον δεξιάν τ•?)ς ύμετέραΓ σεπτγ)ς ήμίν πατροττοτος, φι- 
λοξενήσωμεν καΐ ήμεϊς αυτήν εις τα στενά δρια τ•?)ς μικρός 
ταύτης καΐ ιιεφιλημένης πατρίδος μας. Έπικροτησαντες 
ομοθύμως εις την επιτυχή έκλογήν τγ]ς υμετέρας σεβασμιί- 
τητος καΐ μετ* ενδιαφέροντος έξιδιασμένου άκολουΟοΟντες 
τά ίχνη τ•?)ς άΐϊ6 Σύρου μέχρι Αγγλίας πνευματικτ^ς επι- 
σκέψεως της προς έγκαινισμοντοΟ έν Λ ιβερπούλη νεόδμητοι 
ορθοδόξου ναοΟ, προεμαντεύομεν, μετά έθνικγ]ς δντωςύπερη- 
φανίας, δτι άρίστην έντύπωσιν και λαμπράς αναμνήσεις 
ήΟελεν εγκαταλείψει εις τε τον θεοφιλή κλήρον καΐ τί)ν 
λαόν τοϋ ευσεβέστατου αγγλικού ϊθνους ή παρουσία έν6ς 
των τά μάλιστα τιμώντων καΐ την Έκκλησίαν καΐ τ?) Ε- 
θνος, εις α, κατά Θεού ευδοκίαν, ανήκει Ιεραρχών. Δέν 
έψεύσθημεν τής αγαθής ταύτης ελπίδος, καΐ αί /^3ησται 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 101 == 

^οσδοκίαι ημών έζεπληρώθησαν ύπερεκπερισσου. Ουδέποτε, 
Ισως, έξεπροσωπήθη εις ξένην γ•?)ν ολόκληρος Εκκλησία 
ίθνους ολοκλήρου τοσοΟτον επαξίως καΐ επωφελώς, ί7θνε{ς 
την παροΟσαν περίστασιν, βτε ή ύμιετέρα σεβασμ,ιότης, συν• 
δυάζουσα τ^ν υπατο,ν βαΟαόν 'τ•?)ς ορθοδόξου ίερωσυνης [/.ετά 
'Γ^^ς προσηκούσης χριστιανικούς άγωγγ)ς καΐ ύψηλί)ς εκπαι- 
δεύσεως, καΐ την έκλογήν των έν Άγγλίοε φίλων ομογενών 
έδικαίωσε, καΐ την δρθοδοξουσαν Άνατολικήν Έκκλησίαν 
έτίμησε, και οΟκ δλίγον έπηρέασεν εΓς τε τ6 πνεΟμια καΐ 
τήν καρδίαν του ευσεβοΰς καΐ πεφωτισμένου αγγλικού έθνους, 
το όποιον, έν χριστιανικί) όντως άγαθότητι, έζήτει ευλαβώς 
την εΟλογίαν ορθοδόξου άρχιερέως, καί, άνταποδίδων αύτφ 
εΓτι σεβαστόν είχε καΐ τίμιον, ηυχετο καΐ πάλιν την πολ- 
λάκις μέν έπαναληφθεισαν, πλην άνευ άγαθοΟ αποτελέσμα- 
τος, έκείνην εύχήν υπέρ τ•?]ς ενώσεως τών δύο Εκκλησιών, 
τ•?)ς άγγλικανης καΐ τ"?)ς 6ζ^οΒο^οό, τ?ίς οποίας όμως τήν 
ποθεινήν έκπλήρωσιν αντίξοοι καιρίκαΐ περιστάσεις άχρι τοΟ 
νΟν σκληρώς διεκώλυσαν. 

Ουδέποτε Οέλομεν λησμονήσει ήλίκην άνερμήνευτον χα- 
ράν ένεποίει εις τάς καρδίας ημών ή άνάγνωσις τών έν ταΓς 
έφημερίσι καΐ τοΓς ίδιωτικοΓς γράμμασιν αναφερομένων περί 
τ•?]ς λαμπρότατης υποδοχ-^ς, τήν οποίαν ή ορθόδοξος ανα- 
τολική Εκκλησία, έν τω πρόσώπω τής υμετέρας σεβασμιό- 
τητος, έδέχετο κατά παν αυτής βήμα εις τήν ί\8ο^ον πα- 
τρίδα τοΟ άπαραμίλλου Γλάδστωνος. 

ΑΙ εγκάρδιοι καΐ δλως χριστιανικαΐ προσφωνήσεις τών 
ευσεβών τέκνων τής χριστιανικωτάτης Αγγλίας, καΐ αί 
αντιφωνήσεις τής υμετέρας σεβασμιότητος, κεχρισμέναι τφ 
μύρω τής φιλαδελφίας καΐ τής αγάπης, ήν ό θεάνθρωπος 
δίδωσιν ως τό ίδιαίτατον γνώρισμα τών πιστών οπαδών 
του, άπέσπα τα γλυκύτερα δάκρυα, οσα ποτέ κατέβρεξαν 
τους οφθαλμούς μας, καΐ έκαστος έπΙ μέρους προσφέρομεν 
έπΙ του άχειροποιήτου θυσιαστηρίου τής ημετέρας καρδίας 



» 102 » 

«ύχάί καΐ δεήσεις πρδς τδν δοτ-ϊίρα παντός άγαΟοδ ύιώρ τ% 
ΐϋροσφιλοΟ; ταύτης ενώσεως των δύο Εκκλησιών, ήτις 
άποτελεΓ τ6 μέλημα τοΟ νώς καΐ την τέρψιν τ?)^ καρδίας 
τοΟ έλληνικοΟ 2βνους. ΕΓθε 6 ύπεράγα&ος ΊησοΟς να έπα- 
χούση τ?]ς θερμοτέρας ταύτης των δεήσεων τ^ς ορθοδόξου 
Έκκλησίοις, ώστε, άρθείσης πάσης θρησκει>τικτ)ς διαφορδς 
^Ελληνος καΐ Ιουδαίου, άνδρ6ς καΐ γυναικός, Σκύθου καΐ 
βαρβάρου, οί πάντες έν ένΐ στόματι καΐ μι^^ καρδί^ δοξά- 
ζωμεν τ6 πάντιμον καΐ μεγαλοπρεπές δνομα τ•ί)ς έν μονάδι 
φύσεως λατρευομένης τρισυπόστατου θεότητος. Έάν, σεβα- 
<τμιώτατε, ήδυνάμεθα ?να παραστήσωμεν επακριβώς παν δ,τι 
α(σθάνεται ή ημετέρα καρδία, οΐ εύσεβεΓς απόγονοι τοΟ αθα- 
νάτου Νεύτωνος ήθελον άνεύρει εΙς τάς εκφράσεις ημών 
ταύτας τα Γδια αυτών αισθήματα• ήθελον καταπεισθί) βτ* 
ή ανατολική Εκκλησία εμφορείται ύπδ τοΟ Ιδίου ένωτικοδ 
πνεύματος τοΟ άρχηγοΟ καΐ τελειωτοΟ α6τ'?]ς• πνεύματος 
ξένου παντός έγκοσμίου καΐ ύλικοΟ συμφέροντος• πνεύματος 
καθαρώς χριστιανικοΟ καΐ θείου. Την άψευδή ταύτην άλή- 
Οειαν μαρτυρεί ή Ιστορία τ•?]ς ορθοδοξίας, ήτις, βλως πνευ- 
ματικά καΐ φρονοΟσα καΐ πράττουσα, οΟδεν^ς δεσμεύει τάς 
συνειδήσεις δι* υποσχέσεων αγαθών φθειρομένων ουδέ αντι- 
ποιείται τά ανήκοντα τφ Καίσαρι• ο6δέ υπηρέτησε ποτέ εΙς 
ί^γ.οπους γηίνους• ουδέ ένεδύθη την μάχαιραν τής κοσμικής 
βασιλείας, Γνα δΓ αυτής κατακτήσηται τους άντιδοξοΟντας• 
άλλα, πάντοτε διδάσκουσα μετά πρςιότητος καΐ χριστιανικής 
αγάπης, ευρίσκει έν αύτοΤς την ίσχύν καΐ την τυρόοδον, έν 
δέ τοίς διωγμοίς, το?ς παθήμασι καΐ τί) ύπομονί) της τήν 
άνακούφισιν καΐ τήν παραμυθίαν βαστάζουσα δέ τά στίγ- 
μα τ^Ο Κυρίου ΊησοΟ έν τφ σώματί της, πίνει, μετά τής 
αυτής άμνησικακίας, τά πικρά ποτήρια, δσα άλλεπαλλή- 
λως τήν ποτίζουσι καΐ φίλοι καΐ εχθροί• καΐ δεομένη μετά 
δακρύων υπέρ τής αφέσεως τών διωκτών της, μίαν μόνην 
£χει εύχήν, μίαν μόνην άνειρεύεται εύδαιμονίαν — τήν είρή- 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



<= 103 » 

νην χα\ ά^ελφοποίησιν τοΟ συμπαντοζ κίσμου, την εύστά- 
βειαν των αγίων ιιοΟ θεοδ Εκκλησιών, καΐ την εις £ν 
Ι^/ωσιν των ίιεσκορπισμιένων δπαδών τοΰ ουρανίου αύτί)ς 
ννμφίοΐΑ 

Τα δλχος γριττιανικά ταΟτα αίσθήαατα τΙ)ζ ήμιετέρα; 
Εκκλησίας εΚομεν μετά χαρί; κα^ ευγνωμοσύνης άνερ- 
(χηνεύτον έκοηλοιίμενα δση δύναμις ύιΛ τί)ς υμετέρας σε- 
€ασμ^τητος πρ6ς τ^ εύσεβέστατον αγγλικών £θνος, καΐ ηύ- 
λογήσαμεν άπ& μέσης ψυχ^^ς τδν Θεόν, δστις, τι^ρρωθεν 
.^προκαταβάλλων των μεγάλων υποθέσεων τάς άφορμάς, 
καΐ προπαρασκευάζων ίιά των ακαταμάχητων μοχλών τ?]ς 
παντοδυνάμου καΐ πανάγαθου αύτοΟ σοφίας πρί)ς τους προ- 
αιωνίους αύτοΟ σκοπούς καί τάς περιστάσεις καΐ τα πνεύ- 
ματα καΊ τα γεγονότα, προητοίμασε ίιά την Έκκλησίαν 
*ιου λειτουργούς άξίους, μεταξύ τών οποίων διαπρέπει ή 
όμετέρα σεβασμιίτης, έτσίμη ούσα πρ^ς άπολογίαν παν- 
τΐ τφ αίτοΟντι λόγον περί τγ]ς έν ήμίν ελπίδος, τΫ)ς πα- 
*ιρψας πίστεως καί τών αποστολικών καΐ εκκλησιαστι- 
κών ημών παραδόσεων, ΚαΙ είναι μέν αληθές δτι ή πρ6ς 
τ6ν Καντουαρίας άρχιειιίσκοπον αδελφική επιστολή τής 
«ΟτοΟ θειοτάτης παναγιότητος τοΟ οΙχουμενικοΟ πατριάρ- 
χιου, κ. κ. Γρηγορίου, άνερρίπισε τ6ν ί^ΐ'ζρο'^ ένΟουσιασμδν 
καΐ τ6ν ζ^5λον τών θεοφιλών τέκνων τί)ς εύσεβοΟς Άλδιόνος 
υπέρ τ?)ς ενώσεως τί)ς Εκκλησίας αυτών μετά τήςγεραρόίς 
μητρός τών Εκκλησιών δέν λέγομεν δμως ύαερβολάς, 
άλλα γυμνή ν τήν αλήθεια ν, ισχυριζόμενοι δτι ή ατομική 
ίκανότης καΐ αξία τγ]ς υμετέρας σεβασμιότητος έπηυξησεν 
β τι πλείστον καΙ ίστεψε τάς ειλικρινείς τάσεις καΐ τά χρι- 
στιανικά αισθήματα του αρχιεπισκόπου τής Κωνσταντι- 
νουπόλεως. Διά ταΟτα πάντα εΟγνωμονοΟντες καΐ δεόμενσι 
τοΟ Υψίστου υπέρ τί5ς αγαθής υγείας τοΟ οΙκουμενικοΟ πα- 
τριάρχου καΐ τής στερεώσεως αύτοΟ εις τ6ν θρόνον τοδ 
Χρυσοστόμου καΐ Γενναδίου, ουδέποτε θέλομε ν παύσει θεω- 



= 104 = 

ροΟντες τήν ύμετέραν σεβασμ,ιίτητα ώς τον ίκανώτατον 
λεΐΊουργόν, τ6ν άξιον ιιοΐ(Αένα καΐ τδν πρόθυμον ευεργέτην 
τί); κοίν•?)ς των ορθοδόξων μητρός Εκκλησίας, ήτις εγκαρ- 
δίως εύχεται 6αΓν παν άγαΟ(ίν, ευτυχές καΐ σωτήριον^ 
ΕύελπιστοΟμεν δέ δτι ή υμετέρα σεβασμι^της άποδέξεταο 
ευμενώς τάς ομόθυμους ταύτας καΐ ευγνώμονας εκφράσεις 
δλων ημών, ο?τινες, άντΙ τίτλων καΐ βαθμών, των οποίων 
στεροόμεθα, τη προσ^έρομεν εΓτι ίχομεν πολυτιμον, την 
άγάπην, την άφοσίωσιν, αυτήν την καρδίαν μας. ΔέξασΟκ 
αότά, πανιερώτατε δέσποτα, καΐλαοπόθητε πάτερ, ώςποτε 
μέγας τις βασιλεύς έδέξατο δώρον ύδωρ άπλοΟν άπο παλά- 
μης χωρικού, καΐ άσπασάμενος άδελφικώς τον όμ^τροπον 
συλλειτουργών καΐ πνευματικόν ποιμένα τ'?)ς ευσεβούς ταύ- 
της επαρχίας Μιτυλήνης, δστις δι' εμού κατασπάζεται την 
ύμετέραν σεβασμιότητα, ευλογήσατε τ6ν περιούσιον τούτον 
λα6ν τού Κυρίου, ό δποίος μετά παλμών καρδίας καΐ ψυχι- 
κής συγκινήσεως συνωθούμενος έντϊς τού Ιεροϋ τούτου ναού, 
άπεκδέχεται άνυπομίνως τάς ίεράς εύχάς τής υμετέρας σε- 
βασμκίτητος, ης τά έτη εΓησαν δτι πλεϊατα, ειρηνικά καΐ 
ευφρόσυνα, πρ6ς πνευματικήν χειραγωγίαν τού θε($θεν πε- 
πιστευμένου ύμΤν λογικού καΐ ευτυχέστατου ποιμνίου τής 
Σύρου, δόξα ν δέ καΐ εύκλειαν τής ορθοδοξίας καΐ τού έλλη.- 
Ίίΐσμού. Γένοιτο. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 105 = 

Β' ΛΟΓΟΣ ; 

εκφωνηθείς εν τω ΚΑΤΑ ΤΗΝ 3ΗΡ0ΚΡΗΝΗΝ ΙΕΡ£ϊ ΝΑ Ω 
ΤΟΓ ΑΓΙΟΪ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, 

ΕΠΙ ΤΗι ΑΝΑΚΟΜΙΔΗι ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ 
ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΠΌΓ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΟΓΟΘΕΤΟΥ 
ΙΙίΙΚΟΛΛΟν ΑΙ*ΙΧΧΑΙ»Χθν, 

λειτουργούντος τοΟ οικουμενικού πατριάρχου πρώην Κων- 
σταντινουπόλεως Γρηγορίου, [Λετά 1 2 αρχιερέων, συνοδικών 
τε καΐ αή, τη ιγ' φεβρουαρίου ^ωοε'. 



«ΚαΙ ελαββ Μωϋσής τα όστα 'Ιωσηφ μεθ* εαυτού* 
δρκω γαρ ώρκισε του; υίού^ Ίσραν^λ, λέγων επι- 
αγ,οΊζγ επισκεψεται ύμας Κύριος, καΐ συνανοίσετέ 
μου τα όστα εντεύθεν μεΟ* υμών». (Εςοί. 1 3, 19) 

ΚΑΘΩΣ ΠΟΤΕ ό θε€$πτης Μωϋσής, έξάγων τους Ίσραη- 
λίτας έκ ττ^ς γ•?;ς των Αιγυπτίων, έφερε μ.ε0' έαυτοΟ τα ίερά 
οστά τοΟ Ιωσήφ, τοΟ κοινού εκείνου ευεργέτου καΐ ομοφύλων 
καΐ αλλογενών, ούτω καΐ σήμερον τα εύσεβί) τέκνα τοΟ 
πολυϋμνήτου τών πατριαρχείων μεγάλου Λογοθέτου Νικο- 
λάου τοΟ Άριστάρχου, τοΟ νέου τούτου εις ημάς άναδει- 
χθέντος Ιωσήφ, άνακομίζουσιν έκ τγ]ς αυτ•?)ς γγ^ς, μετά 
τριπλ'?]ν^τριάδα ένιαυτών, μεταβάντος έπΙ τουτφ εΙς ΑΓγυ- 
πτον Γεωργίου τοΟ Άριστάρχου, τα πολύτιμα τοΟ πατρ6ς 
αυτών οστά, καΐ Οάπτουσι ταΟτα παρά τους τάφους τών 
τζρο'^ΐόνωΊ του. ΚαΙ πατριάρχης γεραρός, καΐ Ιεραρχών σε- 
βάσμιος χορεία, καΐ ιερέων δήμοι, καΐ λα6ς θεοφιλής συνω- 
στίζονται εις τον ίερ6ν τοΟτον περίβολον, καΐ Ιλαστηρίους 
άναπέμπουσι πρ^ς τ6ν "Υψιστον εύχάς υπέρ ττ^ς αναπαύ- 
σεως τοΟ πεφιλημένου "ΖούιοΌ της Εκκλησίας τέκνου, τοΟ 
6'κοίου ό μεν βίος ήτο σειρά ευεργεσιών, ό δέ θάνατος ακα- 
ταλόγιστος εθνική ζημία. Ε?ς τήν δλως δέ κατανυκτικής; 



« 106 » 

ταύτην τελετήν χληθείς ίγώ ίνα έχφωνήσω τ^ν έπιτάφιον 
λόγον, εΐ καΐ ελάχιστος έν τοΓ; συλλειτουργοΓς αου, οόί^- 
Λως έδίστασα ίνα αναλάβω τ6 λίαν ^αρύ δι* ί\ά τοΟτο δια- 
κόνηαα, τ6 (χέν, πειθόμενος είς αήν φωνήν τ*?)ς Μεγά7νης 
Εκκλησίας, το δέ καΐ διερμηνεύων καΐ τΐ Γδ'.όν μου και τ6 
γενικδν αΓσθηαα τοΟ θαυμασμοΟ καΐ τ^ίς ευγνωμοσύνης 
πρ6ς τ6ν μεγάθυμον καΐ μεγαλεττηβολον τοΟτον άνδρα. Μα- 
κράν παντός κόμπου ρητορικοΟ καΐ φράσεως τετορνευμένης, 
άπλοΟς κήρυξ τοΟ διά την απλότητα αύτοΟ θαυμαζομένου 
Ευαγγελίου, άφείς 8λον τ6ν χαριτόβρυτον αύτοΟ Ιδιωτικδν 
βίον εΙς τάς καρδίας τΫ]ς άπαραμυθήτου συζύγου του χαΐ 
των απειραρίθμων φίλων του, καΐ τά καθέκαστα τοΟ δημο- 
σίου εΙς τάς σελίδας τ^ς Ιστορίας, καΐ σταχυολογήσας ολί- 
γα έκ των ποικίλων αύτοΟ κατορθωμάτων, θέλω αποδείξει 
έν βραχυλογίΰ^, καΐ δσον έπιτρέπουσι τά στενά δρια έκκλη- 
σιαστικοΟ λόγου, δτι έ παρ* ημών θρηνούμενος μέγας Λο- 
γοθέτης ήτο πράγματι μέγας, καΐ ως πολιτικές καΐ ως εκ- 
κλησιαστικός άρχων εξεταζόμενος, πεποιθώς δτι τ^ >^οΨΐ[κσ9 
καΐ εκλεκτών άκροατήριόν μου εννοεί, κατά την παροιμίαν, 
«έξ δνυ/βς τ6ν λέοντα». 

Α' 
α'. Έάν προγονικών μεγαλεΓον, καΐ αίματος εδγένεια, 
καΐ γονέων έπισημότης δύνανταί ποτέ νά θεωρηθώσιν αρχή 
χαΐ βάσις πολιτικοΟ σταδίου εΙς απογόνους συνετούς, 6 
Άριστάρχης Νικόλαος ?σχεν, είπερ τις καΐ άλλος, τοιαΟτα 
λαμπρά τ'^ς γεννήσεως αύτοΟ τά προοίμια, ώστε, κατα- 
βάλλοντα ταΟτα τό θεμέλίον τοΟ πολιτικοΟ αύτοΟ οικοδο- 
μήματος, ήδύναντο ν' άναδείξωσι καΐ ανέδειξαν α&τ6ν υΐόν, 
ού μόνον άντάξιον πατρίς μεγάλου, άλλα καΐ τίν ύπερεβί- 
€ασαν εΙς την έξοχον έκείνην περιωπήν, έν ή ό βίος αΟτοΟ 
παρίστα άλυσιν άδιάκοπον κατορθωμάτων τοιούτων, οποί- 
ων έκαστον ήδύνατο νά κλείση την μνήμην πολλών άλ- 
λων έπΙ μέρους ατόμων. 



= 107 = 

. β'. Γεννηθείς άπί) γονεΓς εΟσεβεις καΐ τα πρώτα φε'ροντας 
χατά τε την χοσμιχήν και την πνευματικήν εύγένειαν, τ6ν 
ϋταυράκην Άριστάρχην, μέγαν διερμηνέα τί)ς Ύψηλί]ς 
Πύλης καΐ τοΟ ήγεμόνος τ•?;ς Βλαχίας Αλεξάνδρου Νικολάου 
Σούτσου άντιπρόσωπον, καΐ την τα μέγιστα έπΙ φρονήσει 
φημιζομένην Σοφίαν Άριστάρχου, καΐ έξ απαλών ονύχων 
τα ίίρά γράμματα μαθών, παρεδόθη, άμα ήλικιωθείς, εις 
τ6ν δεινών των χρόνων εκείνων έλληνιστήν, Γεώργιον τ^ν 
Σερούίον, καΐ διδαχθείς παρ' αύτοΟ πδσαν σοφίαν Ελλήνων, 
ως καΐ παρ* άλλων την γαλλικήν καΐ την Ιταλικήν, ίδει* 
ζεν, έκ προοιμίων αυτών, δια τ^ς ακαμάτου περί τδ μανθά- 
νειν καΐ κρίνειν ευφυίας, δτι μέγα έμελλε να διαδραματίστρ 
πρόσωπον έν τη κοινωνία. Ή υψηλή αύτοΟ καταγωγή, ή 
επιστήμων άνάπτυξις, ή συμφοίτησις μετά τών ήγεμονο- 
παίδων, καΐ ή κατ* οϊκον αναστροφή μετά τών λοιπών 
μεγάλων οικογενειών τοΟ τότε ακμάζοντος £ν τε παιδεί^ 
καΐ έν αρετή Φαναρίου, τοσαύτην ένεποίησαν εΙς αύτ^ν καΐ 
πεϊραν καΐ φρόνησιν, ώστε, μόλις άγων τ6 19ον τής ηλικίας 
έτος, εκρίθη άξιος καΐ έγένετο σφραγιδοφύλαξ του ήγεμόνος 
τής Βλαχίας, καΐ ούτω κατέ€αλε τα πρώτα σπέρματα τής 
μετά ταΟτα &(ξ^ό>/ου συγκομιδής έργων άπαραμίλλων. 

γ'. Άλλα, φεΟ τής άστασίας τών ανθρωπίνων ! Μόλις 
ήρξατο τ6 πολιτικών αυτοΟ 'στάδιον, καΐ Ιοου αΓφνης διακό- 
πτεται ύπ6 τοΟ δεινοΟ χειμώνος, δστις κατέλαβε τότε τήν 
Άνατολήν, καΐ γίνεται ύπερόριος μετά του πατρός του εις 
τάς εσχατιάς τής Παφλαγονίας, ένθα είδεν αΟτ6ν μετ' 
ολίγον νά ύποστή τ6ν θάνατον έχεΤνον, δι* ου πολλοί τών 
μεγάλων τοΟ Γένους έθανατώθησαν. Τής πίστεως δμοος 
άσβεστον τήν. λαμπάδα διατηρώ ν, καΐ γνωρίζων ίτι δά- 
κτυλος ΘεοΟ διέπει τά πάντα, μακράν τοΟ νά κύψη ύπ6 τ6* 
βάρος τής συμφορδς, ώς οί κοινοί τών ανθρώπων, έν τη 
μελέττ) τών πυξίων του Πνεύματος κανονίζων τάς νοεράς 
αυτοΟ δυνάμεις, καΐ ζητών ?να ^ασιμώτερον πήξη τοΟ μέλ* 



= 108 = 

λοντο; αύτοΟ τ6 πολιτιχδν οίκοδίμιη^χα, ό νεαρές *Αριστάρ- 
χης άφοσιοϋΚαι δλως εις την έκυιάΟησιν τ?)ς τουρκικί);, 
αραβικής καΐ περσικ•?)ς, ορθώς σκεπτόμενος, δτι καΐ παιδεία 
καΐ ικανότης καΐ σύνεσις πολλάκις παραγκωνίζεται, βταν 
Α κεκτημένος αυτά άγνοτ) την γλώσσαν των κρατούντων. 

δ'. Ούτω πλήρης ελπίδος εις τ6ν προστάτην των ορφα- 
νών, καΐ δλως τη μελέτη προσκείμενος, ανακαλείται μετ* 
ολίγον έκ τ^Ις ύπερορίας τη άκαμάτω προσπαΟεία ττ^ς δρα- 
στηρίου αύτοΟ μητρός, καΐ τί) συστάσει μεγάλων πατρικών 
φίλων, εισάγεται εΙς τα βασίλεια, διδάσκαλος τοΟ επίδοξου 
αυτοκρατορικού διαδόχου. ΚαΙ εντεύθεν άρχεται ε?^ εαυτόν 
μεν περιποιών τιμήν καΐ ευνοιαν καΐ μεγιστάνων και υπουρ- 
γών καΐ αύτοκράτορος, εις δέ τους άλλους, ανεξαιρέτως 
γένους ή θρησκεύματος, φαινόμενος χρήσιμος, ύπερασιιίζων 
καΐ ευεργετών, καΐ ώς τις πυρσός φαεινός, έκπέμπων εγγύς 
τε καΐ μακράν τάς φωτιστικάς ακτίνας τ*?)ς άγαθ^ίς αυτρΟ 
προαιρέσεως. ΚαΙ μετ ου πολύ, τή κοινγ) αιτήσει τών 
διεπόντων τα τής Εκκλησίας, κατακυρουται δια χαττίου 
αύτοκρατορικοΟ μέγας Λογοθέτης τοΟ οικουμενικοΟ θρόνου, 
αποτέλεσμα τοΟχο τ1]ς γενικ?)ς φήμης καΐ ύπολήψεως, ήν 
δικαίως ίχαιρε παρά πάσι. Καίπερ δέ νέος, μόλις άγων τδ 
25ον τ?^ς ηλικίας αύτοΟ έτος, έδείκνυεν δμως δια τών 
πραγμάτων αυτών, ότι τοις άνθρώποις πολιά εϊναι ή φρό- 
νηοι;. Διότι, έάν άναλογισθώμεν την θέσιν τών τότε κρα- 
τούντων καΐ κρατουμένων, τάς μυρίας υπολανθάνουσας 
πολιτικάς υφάλους, καΐ τάς ένεκα τών περιστάσεων υπονοίας, 
καΐ μάλιστα έν τή διεξαγωγή υποθέσεων επικινδύνων καΐ 
ακανθωδών, δέν δυνάμεθα νά θαυμάσωμεν επαξίως την έξο- 
χον πολιτικήν σύνεσιν τοΟ νεαροΟ τούτου προσώπου. Ούτω, 
κατά τον σοφόν Σειράχ, «εξουσία γ^ίς έν χειρί Κυρίου, καΐ 
τον χρήσιμον έγερεΓ έν καιρφ έπ αυτής». 

έ. Έν τούτοις ή ί^ογ^ος αυτή πολιτική σύνεσις τοΟ Άρι- 
^τάρχου δέν έμελλε νά διατελέση κεκλεισμένη έντ6ς τών 



= 109 = 

δρίων μόνον τοϋ όΟωμανικοΟ κράτους, ή δέ δια πλήρου; έπκ- 
τυ)τ(ας στεφθεΤσα δεζιότης, ήν άνέπτυξεν έντή πρ^ς τ6ν αύ- 
'ϊοκράτορα Νικόλαον πρεσβεία, ής διετέλει σύμβουλος, τοιαύ- 
την ττεριεποίησεν εις α6τ6ν φήμην, ώστε, πλην των διακεκρι- 
μένων ενδείξεων τί^ς Ρωσσίας, ας παρηχολούΟησαν παράση- 
μα των πλείστων βασιλέων ττ)ς γ-^^ς, καΐ ή κυβέρνησις τοΟ 
σουλτάνου έκόσμησεν αυτόν εκτάκτως δια παρασήμων, τ6 
πρώτον ήδη απονεμομένων εις χριστιανών υπάλληλον, 

γ'. Τότε δέ, έν τη έπανόδω του, ανεδείχθη αντιπρόσωπος 

τής ήγεμ-ονίας τής Βλαχίας. Φρονημάτων ίρ^ίόζτ^ι;^ καΐ 

σταΟερότης χαρακτήρος, καΐ ειλικρινής άφοσίωσις ήσαν, καΐ 

δια το νέον τοΟτο υπούργημα, ά κινουντες αύτ^ν ^ογΤ^οί. 

Βαθείαν έχων γνώσιν τών άνθρο^πίνων, και άποφεύγωντάς 

απολύτους θεωρίας, έπρέσβευεν άείποτε άδιστάκτως, 6τι 

χώρα μικρά, μέλος άποτελοϋσα μεγάλης αυτοκρατορίας, 

καΐ αύτονομίαν δύναται να διάσωση, καΐ τήν προσήκουσαν 

να καταλάβη θέσιν μεταξύ τών εθνών, δταν, μετά του 5λου 

σώματος έν άρμονίοι συζώσα, καρπουται έν ήσυχί^ τής 

ειρήνης τα αγαθά. Τάς αρχάς ταύτας μεταλαμπαδεύων 

εις τάς διανοίας τών εντολέων του, μετεχειρίζετο πρί)ς έμ- 

πέδωσιν αυτών πάσαν αύτοΟ τήν λογικήν καΐ τήν εύ- 

γλωττίαν. Χαίρων δέ τήν ^μπιστοσύνην τοΟ τε παλατίου 

καΐ τής υψηλής Πύλης καΐ επωφελούμενος τάς περιστάσεις, 

κατέ-ιειθεν, άφ' ετέρου, τήν κυρίαρχον έξουσίαν, δτι εκαστον 

σώμα προάγεται καΐ εύδαιμονεϊ, δτε μεγίστη καταβάλλεται 

διά τά μέλη πρόνοια καΐ δντως πατρική κηδεμονία. Αί 

συνεταΐ αύται παραστάσεις δέν έβράδυναν ν' άποφέρωσι το 

τ,ροσ8οκώ[κενον αποτέλεσμα, το δέ ηγεμονικών έμπόριον καΐ 

ή ναυτιλία έλαβον τεραστίαν άνάπτυξιν, δσην ούτε είς 

τους πρΙν ούτε ε{ς τους μετά ταύτα χρόνους. ΤοσοΟτον είναι 

αληθές, δτι άνήρ εις δύναται πολλάκις νά ώφελήση κράτος 

έλόκληρον ! Επειδή δμως έν τφ κόσμω σπανίως ή αρετή 

αμείβεται κατ' άξίαν, ουδέν θαυμαστόν, αν αί άγαθαΐ καΐ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 110 = 

φρόνιμοι προσπάΒειαι τοΟ Άριστάρχου προσήραζαν έπΙ τέ- 
λους εΐζ τ^ν σκόπελον ι1]ς παραγνωρίσεως, καίτοι ή πάρα• 
γνώρισις ταχέως διεσκεΧάζετο, καΐ μεγίστη απενεμήθη ε5ς 
αυτί ν τιμή, δτε το υστατον διήλθε τδ Βουκουρέστιον. Ου τω 
πολλάκις συμβαίνει εΙς μεγάλους άνδρας ! 

α'. Άλλα τα μάλιστα ήθέλομεν αδικήσει τδ μνημ^υνον 
τοΟ παρ' ημών 9ρΎΐνο\ίμ.ένο\) κοινοΟ προτζχτου, έάν, αφέντες 
την κινοΟσαν α6τ6ν εύσέβειαν καΐ προσηλώσαντες δλην 
ήμων την προ-ιοχήν είς τδ πολιτικών αυτοΟ στάδιον, ίζη- 
τοΟμεν ασχέτως έξ αΟτόΟ καΐ μόνον να πλέξωμεν στεφάνους 
επιταφίους, έν ψ τα άνθη τής γή:, μαραίνονται, ίταν ό 
θάνατος καταστρέψτρ τήν αρχήν, άμαυρώστ) την λάμψιν 
καΐ καταγάγη ε!ς τδν τάφον τάς στολάς των δοξών καΐ 
τιάντα κόσμον καθόσον ουδέν μεγαλεΓον τής γής εϊναι ά- 
ληθινόν, ίάν μη φέρτ) την σφραγίδα τής πίστεως είς τδν 
Θέδν καΐ τής αγάπης προς τίν πλησίον. Έγενόμην, άνε- 
φώνησε την ώραν τοΟ θανάτου αύτοΰ μέγας τις αυτοκράτωρ, 
6τι ην ποτέ δυνατόν να γείνγ) άνθρωπο^ έν τφ κόσμω, καΐ 
βμως, φεΟ ! τί ώφελήθην ! Λαβών δέ εΙς τα; τρέμουσας 
χείρας του τδν τεφροδόχον αμφορέα, ίνθα έμελλε να τεθή 
ή κόνις τοΟ σώματος του, και θεωρήσας αύτδν μέ άπελπι- 
σίαν, λοιπόν, εϊπε, μικρόν μου δοχειον, συ θα χωρήσγ)ςέκεΓνον, 
τδν όποΓον δέν ήδυνήθη να χωρήσϊ) ή οικουμένη ολόκληρος ; 
*Ιδού έν ε?κόνι ή μηδαμινότης τής άνθρωπίνης υπάρξεως ! 
Μάτην άρα ό θνητδς ζητεί μεγαλεΓον έκεΐ,ένθα δέν υπάρχει, 
εί μη φθορά καΐ έζόντωσις. Μάτην ζητεΓ άθανασίαν έν τη 
Ιστορί^ι καΐ τη μνήμττ) των θνητών ομοίων του• δέν υπάρχει 
μεγαλεΓον αληθές, οϋτε αθανασία πραγματική, ε{μή εκεί- 
νων, ων τα ονόματα εγράφησαν εΙς τδ άσύλητον ^ιβλ(ον 
τής ζωής, ένθα λήθη ουδέποτε είσχωρεΓ καΐ γ^ό^^ο^; δέν 
επηρεάζει. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



»τ 111 =» 

β'. Εις τ6 βιβλίον 'τοΟτο προσειτάΟβι διά τών ίργων νί 
ίγγραφί) καΐ ό άοίδιμος Άριστάρχης• Έν παιδεί^ καΐ νοι>- 
θεσ(ήε Κυρίου ανατραφείς χαΐ ε'ς τους άψευδεΓς τοΟ Ευαγγε- 
λίου χρησ[Λούς ιιειθόμιενος, έτίθει καθ* έκάστην τήν ψυχήν 
αύτοΟ υπέρ τ?1ς Εκκλησίας, υπέρ τοϋ ίθνους, υπέρ τοΙ? 
άληθοΟς ίν γένει καΐ τοΟ ίιχαίου. Καθώς δέ κυβερνήτης 
ίμπειρος εις καιρόν τρικυμίας, βλέπων τδ σκάφος αυτοΟ 
καταπονούμενον ύπδ τ•?}ς βίας καΐ των άνεμων καΐτών κυ- 
μάτων, βάλλει μικράν τι μέρος τοϋ φορτίου εΙς την θάλασ- 
σαν, ίνα διάσωση τ6 δλον καΐ τό πλήρωμα, ούτω καΐ 6 
προορατικδς έκεΤνος νοΟς παρτρνει, πάνυ φρονίμως, ίνα πάρα- 
χω(1ηΟή μέρος τι πρδς την τοΟ ίλου διάσωσιν, δτε προσή- 
ραξαν κατά τ•?)ς όλκάδος τοΟ Χρίστου λάβρα τά κύματα το& 
μοναστηριακοΟ και τοΟ βουλγαρικοΟ ζητήματος. Γνωρίζων 
δέ δτι μεταρρύθμισις ριζική εις σύστημα παλαιών, δπερ 2πη- 
ζεν, έστερέωσε καΐ έδοξασε τδ κΟρος πολλών αιώνων, δέν 
ίχει άπαντα/οΟ και πάντοτε ευτυχή τά αποτελέσματα, ου- 
δόλως έδίσταζεν έκφέρων γνώμην άλλοίαν περί συντάξεως 
νέων κανονισμών πρδς την τής Έκκλησίοις διοίκησιν. Έά> 
δμως αί πετΓνυμέναι Ικειναι συμβουλαι δεν είσηκούσθησαν έν 
καιρφ, ή μέν πεΓρα τών πραγμάτων απέδειξε την ορθότη- 
τα, ή δέ αδέκαστος Ιστορία θέλει κηρύττει διά παντός την 
περί τά τοιαΟτα δεινήν όξυδέρκειαν τοΟ Άριστάρχου. 

γ'. Άλλα τί ταΟτα μακρηγορώ; τί ανατρέχω εις γεγο- 
νότα καΐ Ί^^ό^οοο, προγενεστέρους; τής ανεκτίμητου αξίας 
τοΟ έθνικοΟ 'Ζού'Ζου θησαυρού κήρυκες διαπρύσιοι καΐ στήλα^ 
ζώσαι ύμεϊς έστε, ώ ακλόνητα τής Εκκλησίας προπύργια, 
ύμεΓς, ώ γεράσμιοι ποιμενάρχαι, υμεϊς οί καΟ' έκάστην ί:^ο- 
κινδυνεύοντες καΐ προμαχοΟντες υπέρ τών επαπειλούμενων 
ημών εκκλησιαστικών καΐ εθνικών κειμηλίων. «"Επρεπε, 
λέγετε, νά ζ•^ είς τάς σημερινάς δυσχερείας ό Νικόλαος 
Άριστάρχης*• τί τής δικαίας ταύτης ομολογίας δικαιότε• 
ρον; τί τοΟ πολυτίμου τούτου στεφάνου πολυτιμότερον; Τ£ 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^^^γΟοο^Ιε 



= 11•2 = 

δε ίτιροΊ παριστά καΐ ή κατανυκτική δέη τι;, ή ν σύμιπασα ή 
ορθόδοξος ίεραρ)τ(α προσφέρει καΐ έν Κωνσταντι^Όυπόλει, και 
έν Αίγύπτψ καΙπολλα/οΟ, εί[Λή ένίσχυσιν αΙσΟημιάτων τ^ς 
πλημμιυρούσης τα; ευσεβείς ύ[χών κ7ρδίας εύγνωμοσύνηςένώ- 
π^ον τοΟ ^^όνου τοΟ άγωνοθέτου ΘεοΟ, ώς 'ίυμίαμα υπέρ τγίς 
αναπαύσεως τ^]^ ψ^χ*?5ζ συνεργάτου πιστοΟ, δστις και έγεν- 
νήθη καΐ ίζησε δια την Έκκλησίαν καΐ δέν άνέπνεεν εί (Λη 
δια την υπεράσπισιν καΐ την δόξα ν τ•?]ς Έκχλησ(ας ; 

Ναί, ΒασιλεΟ επουράνιε, έπι[^ιελώς είργάσΟη έπΙ τ'?]ς γ•?)ς 
6 φρόνιμος ούτος θεράπων σου• ^πολλαπλασίασε τ6 δτιοΪΌΊ 
ένεπιστεύθης εις αύτί)ν τάλαντον• την άποστολήν αυτοΟ έν 
τψ κόσμιω πιστώς έξεπλήρωσε• καΐ νΟν, ΘεΙ ύπεράγαθε, 
άφείς αύτω εΓ τι ώς άνθρωπος έπλημαέλησεν, άνάπαυσον 
αυτόν έν κόλποις Αβραάμ, Ισαάκ καΐ *Ιακώβ• άντιδοξασον 
αυτ^ν τη θεϊκή σου δυνάμει, καΐ είσάγαγε αύτ6ν έν τί) βα- 
σιλείς: σου. 

Τοΰ άοιδίμου μεγάλου Λογοθίτου, του εύεργέυου τού'ζο^^ 
τ^Ις Εκκλησίας καΐ του 50νους, Νικολάου του *Αριστάρχου, 
αιωνία ή μνήμη ! αιωνία ή μ^'ήμη ! 



Γ ΛΟΓΟΣ 

εκφωνηθείς εν τω ΜΠΊΡΟα. Ν\Ω ΤΩΝ ΘΕΡΧΠΕΙΩΝ 

ΤίΙ ς" ΑΪΓΟΓΣΤΟν ΛΩΟΚ', 

ΕΠΙ ΤΠι ΚΠΔείϋι τον ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΙΓ 



<»Ουτως /[β.χς λογιζεσΟω άνθ:ωπο; ώ^ ύπηρέτας Χρίστου 
καί οικονόμους (Λυστη^^ίων θεού») (\' Κορίνθ, ^', ! .) 

Σεβασμιώτατε δέσποτα ! 
πικΡΑΝ άγγελίαν διε'δωκε χθες καΟ' δλην την πρωτεύ- 
ουσαν ή τα/ύπτερος φήμη οτι ό περικλεής των Δέρκων ποι- 
μενάρχης Νεόφυτος δέν υπάρ/ει πλέον έν τοΙς ζώσιν. Ένφ 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



== 113 = 

τά δάχρυα των πιστών δίν έπαυσαν εισέτι καταρρέοντα ά- 
φθονα δια τ^ν σκληρον και άωρον θάνατον δύο ένδοξων τ•?)ς 
Έκκ7νησ(ας Ιεραρχών ένω έζήτουν παρήγορον ίνα τ* άπο- 
μάξη, αΓφνης, κατά [χεγίστην ζημιίαν έθνικήν, έρχονται να 
καταρρεύσωσιν άφΟονώτερα στι^ι,ι^ον δια τί»ν επίσης σκληρ6ν 
και άωρον θάνατον ετέρου ένδοξου άρχιθύτου. Τ6 πάθος δέν 
έπραίίνΟη εΙσέτι• εισέτι δέν έπουλώθησαν αίπληγαί, καΐ ή 
Εκκλησία υποβάλλεται αύθις είς δοκιμασίας δριμυτέρας δια 
την στέρησιν λειτουργοΟ, δστις, έν τω κατ' έπίγνωσιν αυτοΟ 
Ιερφ ζήλω υπέρ τ•^^ς πατρώας εύσεβείας, ανεδείχθη στερρής 
-τ•?)ς πίστεως πρ($μαχος, οδηγός τοΟ ποιμνίου αυτοΟ ασφαλής, 
•πριτήρ αγαθός, καΐ τούτο αυτό αύπηρέτηςΧριστοΟ καΐ οίκο- 
νόμος μυστηρίων ΘεοΟ», κατά τ6ν 'Απόστολον. Ή απώλεια 
άνυ-;ιολόγιστος• ανερμήνευτος ή συμφορά! έδυσεν ό αστήρ ό 
(χέχρι χθες φωτίζων τά λογικά τής Εκκλησίας πρό€ατα• 
έσίγησεν ή γλώσσα, ή μυριάκις κινηθείσα ή πρ^ς δοξολο- 
,γίαν τοΰ Πλαστού καΐ δέησιν, ή πρ^ς όδηγίαν τών ποιμνί- 
ων, άτινα ένεπιστεύθη είς αυτόν τ6 Πνεύμα το άγιον. Ή 
παρουσία δι τοιούτων σεβασμίων συλλειτουργών έντδς τοΟ 
ίεροΟ τούτου περιβόλου, ή συρροή πλήθους απείρου πάσης 
,τάξεως καΐ ηλικίας• ή θλίψις ή έπικαΟημένη είς τά ημέτερα 
πρόσωπα• αύται αί θερμαι δεήσεις, ας εγκαρδίως καΐ κλή- 
ρος καΐ λαός άναπέμπουσι προς τον *Ύψιστον, τί ί'ΖίροΊ 
'ϊταριστώσιν ή ένδειξιν σεβασμού, εύλαβείας και απείρου ευ- 
γνωμοσύνης τίοο^ άνδρα, ούτινος ή ζωή ήτο διαρκής άγων 
υπέρ τοΟ δικαίου καΐ αληθούς, υπέρ τής πίστεως καΐ τής 
^ύσεβείας ; Είς τήν δλως δε σοβαράν ταύτην καΐ άλγεινήν 
περίστασιν κληρωθείς έγώ έν τοις άδελφοις μου ίνα κηρύξω 
τον έπικήδειον, έπτοήθην τά μέγιστα, άποβλέψας είς τδ 
ασθενές τών έμών δυνάμεων, καΐ ήθελον άποποιηθή τήν 
πρόσκλησιν, εί μή έπειΟόμην έκ τών πραγμάτων αύτών,δτι 
καΐ απλή ή ϊκθεσις τής βιοτής του άοιδίμου άποτελεΓ τον 
λαμπρότερον έπιτάφιον και τον πολυτιμρτερον στέοανον, 

ΤΟΜΟΣ Β . 8 



« ϋ4 = 

δί* οδ δυνάμεθα να χοσ[Λήσω{Αεν τήν Ιεράν κορυφήν τον. 

Ναί, αδελφοί, ή πτωχή καΐ δλως ευτελής χαταγα^γή, 
ή σμ,ιχρίτης χαΐ αφάνεια τ-ζς πατρίδος χαΐ τ6 πάντη άπρ^ 
στάτευτον έκ (χέρους των φυσικών κηδεμο'νων τοΟ Νεοφύτου, 
άφ' ενός, καΐ άφ' έτερου, ή υψηλή περιωπή, εΙς ήν άνυψώ&η 
δια τής όξυνοίας, τής ύτ:ο[».ο\?ις καΐ τής έκτακτου δραστη- 
ρι^ητος• οί πολύτιμοι αΟτοΟ υπέρ τής Εκκλησίας αγώνες• 
τα συνετά αύτοΟ έν ταΓς συνελευσεσι γνωματευματα• ή 
γενική ύπόληψις, ής άπήλαυε παρά τε όμοδόξοις καΐ άλλο- 
φυλοις έντ6ς καΐ έκτ^ς τοΟ άχανοΟ; κράτους τώνΌσμανιδών, . 
καΐ ή ακριβής έκπλήρωσις τών καθηκόντων άπ6 τοΟ μα- 
θητοΟ καΐ ύποδιακόνου μέχρι τοΟ θρόνου τοΟ αρχιερατικοί 
άνακηρύττουσι τήν ίκτακτον τοΟ παρ* ημών θρηνουμένου 
άξίαν, καΐ διατρανοΟσιν έτι άπαξ τ6 σοφον τής δημώδους 
φιλοσοφίας αξίωμα, βτι «έκαστος δημιουργός τής έαυτοΟ 
τύχης». 

ΆπορφανισθέΙς τοΟ πατρίς εις ήλικίαν μόλις δέκα ετών, 
τέκνον τής έσχατης πενίας, διήρχετο έν τη μκχρςκ του πα- 
τρίδι (Δρυμάδες τής επαρχίας ΔρυΙνουπόλεως) τα πολυτι- 
μότερα τής ζωής αύτοΟ έτη έν τελείς εγκαταλείψει, δτε ή 
οξυδέρκεια του τότε μέν ΔρυΙνουπόλεως, νΟν δέ πατριάρχου 
Ιωακείμ δέν έβράδυνε να διακρίνη έν τφ παιδί τούτω Ιξ&. 
χον εύφυίαν, χαΐ παρέλαβεν αυτό, ώς καΐ πολλά κατά και- 
ρούς έτερα, υπ6 τήν δντως πατρικήν του κηδεμονίαν. ΦεΟ! 
ποσάκις ή καλύβη τοΟ χωρικοΟ δέν φιλοξενεί Ισΰ&ίω^ ύπ6 
τήν πενιχράν στέγην της άνδρας ζοιούιους, οίτινες μέγα 
θά διεδραμάτιζον πρόσωπον είς τήν άπέραντον σκηνήν τοδ 
κόσμου, έάν εγκαίρως έδίδετο ή προσήκουσα καλλιέργεια 
είς τάς όργώσας αυτών ψυχικάς δυνάμεις. Τί λέγω ; ποσά- 
κις ή λαιμητόμος αυτή δέν θερίζει κεφάλας, αίτινες, έτ> 
καιρώ καΐ αρμοδίως άναπτυσσόμεναι, ήθελον έξ άπαντος 
έπιπροσθέσει έτερους αδάμαντας είς τ6 βαρύτιμον στέμμα 
τής αξίας τοΟλογικοΟ πλάσματος'; τοσοΟτον μεγαλουργός 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



«: 115 ^ 

τϊ)ς παιδείας καΐ χαλί); άνατροφί); ή δύναμις ! Παιδεία καΐ 
ανατροφή φωτίζουσι χαΐ όδηγοΟσι τδν νοΟν εΙς τήν άλήθειαν 
ίκριζοΟσι τάς άχάνθας των αγρίων παθών έ(/.πνέουσιν δ τι 
ευγενές χαΐ γενναΤον αίσθημα, χαΐ ένισχύουσαι την θέλησιν, 
χαθιστώσι τ6ν άνθρωπον έργάτην αρετές άνεπαίσχυντον, 
ζη λωτήν χαλών ίργων. Συγχωρήσατε (χοι δια τήν παρέχ- 
βασιν ταύτην• Ενώπιον νεχροΟ, δστις γεννηθείς άσήμιως έν 
τη χαλύβη, μέγα διεδραμάτισε πρόσωπον έν τη Έχχλησί^, 
καΐ απέθανε πολυιίμνητος έπΙ τοΟ άρχιερατιχοΟ θρόνου• 
ενώπιον ακροατηρίου εύσεβοΟς καΐ κεκτημένου καΐ δυναμιν 
καΐ θέλησιν είς τ6 άγαθ6ν δέν ένδμισα άχαιρον νά παρενεί- 
ρω τάς σκέψεις ταύτας• διότι, έάν ή φωνή τ^ς αληθείας 
καΐ ή ηθική τοΟ Ευαγγελίου 2χωσι στιγμήν κατάλληλον, 
ίνα είσδύσωσιν είς τα μυχιαίτατα τί); άνθρωπίνης καρδίας, 
ή στιγμή αύτη είναι εκείνη, καθ* ήν έκαστος επιζών ποδη- 
γετείται ασφαλώς άπ6 τ6ν μέγαν τοΟτον διδάσκαλον, τον 
ίποΓον ά θνητοί «θάνατον» όνομάζομεν. 

Ύπ6 τήν προστασίαν λοιπ6ν τοϋ φιλάνθρωπου α&τοΟ κη- 
δεμένος αποστέλλεται ό Νεόφυτος, Νικόλαος τότε άκούων, 
ε?ς τα σχολεία τών Ιωαννίνων καΐ Αθηνών, καΐ ακολού- 
θως πρ6ς έκμάθησιν τί)ς ίερδ; επιστήμης, ήτις καΐ τ^ν ανέ- 
δειξε ποιμένα κατά τήν καρδίαν τοΟ ΘεοΟ, εΙσάγεται είς 
τήν θεολογικήν σχολήν τ^ς Χάλκης, ένθα διακούει τακτι- 
κώς τά υψηλά τής φιλοσοφίας καΐ θεολογίας μαθήματα. 
Άποφεύγων τάς λεπτομερείας, καΐ αφήνων είς τ6 νο•?)μον 
άκροατήριόν μου νά κρίνη έκτων μετά ταΟτα αποτελεσμά- 
των οποίαν άνέπτυξεν έν τη σχολή καΐ εΟφυίαν καΐ έπι- 
μέλειαν, δίν λέγω ή τά τοΟ ^Ύ\γ.ο'ΊίοΜ βίου του τά λαμπρά 
κατορθώματα, άτινα χαραχθέντα ήδη είς τάς καρδίας ημών 
απάντων μέ ανεξίτηλα γράμματα, θ* άποτελέσωσι καΐ 
μίαν τών λαμπρότερων σελίδων τής εκκλησιαστικής ημών 
Ιστορίας. 
. ΈνταΟθα ή ασθενής μου γλώσσα αδυνατεί νά παραστή- 



ΟίΟίΐί 



ίζβί^^^γΟοο^Ιε 



= 116 = 

σΐ1 επακριβώς βσα ό αείμνηστος ούτος λειτουργάς τί5ς Έκ- 
χλησ•ίας ύπίρ αύτ^ς καΐ είπε καΐ έπραξεν. Αγώνες διηνε- 
κείς• κόποι νυχθήαεροι• μελέτη τών πατρικών θησαυρών 
καΐ τών Ιερ&Ί κανόνων δαψιλής καΐ εργασία σύ^το^^ος ήσαν, 
ούτως είπείν, ό επιούσιος &ρτο^ τοΟ βίου του, δστις, ένισχυων 
τάς ψυχικάς του δυνάμεις, τοσοΟτον έξέκαιε τ6ν ζί]λον αύ- 
τοΟ, ώστε να άφειδήση τών πάντων, μέχρι καΐ αύτγ)ς ττίς 
καταστροφ•?]ς τ•?)ς πολυτίμου υγείας του. «Όζί)λος τοΟ οί^- 
κου σου κατέφαγέ με». Έάν έπετρέπετο εΙς έκαστον ?να έγ- 
κωμιάζη εαυτόν έάν ή?ύναντο οΐ νεκροί να όμιλώσι, μό- 
νος δ προκείμενος επίσημος νεκρός, 6 εύγλωττος οΌΖος ίερο- 
κήρυξ, ό ήδυεπής οδτος ρήτωρ τοΟ ορθοδόξου άμβωνος, ήδύ- 
νατο κατ άξίαν να έτταινεΟϊ]. Άλλα τίς ή ανάγκη εγκω- 
μιαστών καΐ εγκωμίων, άφοΟ, «τών πραγμάτων λαλούντων, 
πας αδέσποτος ε?ναι λόγος;» Τα έργα (είπε ποτέ μέγας ίε- 
ροκήρυξ), τα έργα είναι ή γλώσσα τοΟ ΘεοΟ• δια τί να μη 
προσθέσωμεν ήμεΓς ότι τα έργα είναι ή γλώσσα και τών 
ανθρώπων; "Άν ούτως έχτ) τί) πράγμα, ή μεγάλη τοΟ Νεο- 
φύτου δραστηριότης, ήν άνέπτυξεν ώς πρωτοσυγκελλος Κυ- 
ζίκου καΐ πατριαρχείων ή έπΙ πολλά έτη μετ' επιστήμης 
ποίμανσις τών επαρχιών Χίου, Κασσανδρείας καΐ Δέρκων, 
ένθα τάς λαμπροτέρας άφ?]κεν εντυπώσεις• αϊ αδιάκοποι 
αύτοΟ έργασίαι έν τ*^ Ιερα συνόδω, τω μεγάλω συμβουλίφ^ 
τη έθνοσυνελεύσει, ής μέχρι προ ολίγου διετέλει τφόεδρος, 
καΙταΤς λοιπαΓς *Αμ(ρικτυονίαιςτί)ς Εκκλησίας, ένθα ήγω- 
νίζετο μέχρι θανάτου ύι^έρ τ*?5ς σωτηρίας, τί)ς έδραιότητος 
καΐ της δόξης τοΟ πολυειδώς καΐ πολυτρόπως, έσωθεν καΐ 
έξωθεν, ύπο ομόδοξων καΐ αλλοφύλων, ύπο ομογενών καΐ 
ξένων, υπο φίλων καΐ έχθρων πολεμουμένου οίκουμενικοΟ 
θρόνου• ή μέριμνα αυτοΟ πρ^ ύπεράσπισιν τών ιερών κανό- 
νων, ους τέκνα αχάριστα τ•^ς Εκκλησίας άνερυθριάστως 
καΐ άθεοφόβως κατεπάτησαν καΐ περιεφρόνησαν ή πρ6ς 
πάντας αγάπη, τ6 εΟπρόσιτον, το εΟπροσήγορον, τ6 εύγ,ενές 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 117 « 

♦τών τρίπων καΐ αισθημάτων, καΐ τέλος, ή χαρακτηρίζουσα 
«υτ6ν έλεη[χοσύνη, δλα ταΟτα είναι ό πολύτιμος τοΟ Ευαγ- 
γελίου μαργαρίτη;, δν δ φρόνιμος ούτος ίι^,τίορος, πωλήσας 
τα πάντα, ήσυχίαν, άνάπαυτιν καΐ τρυφήν, ήγίρασεν έν τ*^ 
πανηγυρει τ^ΐς επιγείου παροικίας του• δλα ταΟτα εϊναι ό ά- 
μαράντινος στέφανος, είναι ή ζώσα στήλη των λαμπρών κα- 
τορθωμάτων, άτινα θα διαιωνίσωσι την άγαθήν μνήμην του. 

*Αλλ* ώ σεβάσμιε ίεράρχα, εί. καΐ έχωρίσθης σωματικώς 
άφ' ημών, εί καΐ παραδίδεις τ2)ν χοΟν είς την γ•?]ν, ώς ην, 
καΐ τ6 πνεΟμα είς τον Θείν, δς £δωκεν αυτό, τ6 δνομά σου 
έν τούτοις διαμενεΓ προσφιλές καΐ εύλογη τδν άπ6 τά πλήθη 
τών ορθοδόξων. Έκοπίασας έν τω Ε6αγγελίφ τοΟ ΧριστοΟ• 
«ίργάσθης έν τφ άμπελώνι τοΟ Κυρίου• ηυξησας τ6 δοθέν 
σοι τάλαντον τον αγώνα τον καλΐν ήγωνίσω, τδν δρδμον 
<ετέλεκας• την πίστιν τετήρηκας• τήν άποστολήν σου έν 
τφ κοσμφ πιστώς έςεπλήρωσας. Πορεύου λοιπόν τήν άγα- 
θήν πορείαν έχεις συνοδοιπόρους τους υπέρ τής Εκκλησίας 
ίδρωτας σου• έχεις έφόδιον ασφαλές τάς προσευχάς τών 
ορφανών, τά δάκρυα τών πτωχών, και τήν εύγνα>μοσύνην 
τοΟ έθνους• έχεις είσηγητήν ενώπιον τοΟ θρόνου του παμ- 
βασιλέως ΧριστοΟ αυτήν σου τήν πατρψαν εύσέβειαν, ένή 
έζησας, υπέρ ης έκοπίασας, καΐ έν ή έμεινας πιστές άχρι 
6ανάτου. 

ΤοΟ άοιδίμου Νεοφύτου, τοΟ περικλεοΟς ποιμενάρχου τών 
Δέρκων, αιωνία ή μνήμη ! αιωνία ή μνήμη ! αίωνία ή 
(Λνήμη ! 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



Δ' ΛΟΓΟΣ, 

εΚΦΟΚΗΘΕΙ£ ΕΝ Τ^ Κ4Τ4 ΤΟ ΓΖΙΒΛλΙΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ 

ΤΟΓ ΑΓΙΟΓ ΝΙΚΟΑΑΟΓ, 

τελοιψιένου (χνη|χοσύνοο υπέρ αναπαύσεως τγ)ς ψϊ>χ^^ '^ο^ 
έν (ΐ.αχαρ(^ τη λήξει χλεινοΟ καΐ σοφοΟ ριητροπ. Καισοφείας^ 

συλλβιτουργούντων των μητροπολιτών 

Καισαρείας Μεθοοίου, Ρόδου, Μιτυλήνης, ^Αγκύρας, 

Σισανίου, Λή(Ανου χαι Γρεβενών, 

^ΤΗ τ ΜΑΡΪΙΟν ^μιος". 

« ΚαΙ ίώσω ύμίν ποιμένας κατά την χτ,^^Ιλ^ μον , 
και ποιμανοΰσιν υμάς ποιμαίνοντβς μιτ' ίπιστνμης»» 

(Ίιρεμ. γ', 15) 

1 . ΒΠΚ£Β^ σεβασμιώτατοι Ιεράρχαι, ?πεσε, φε& Ι την 
μ^(|χον τοΟ θανάτου πτώσιν καΐ %% Εκκλησίας των Και- 
σαρέων ό άγγελος• Ικλε^σε τ6 εΟδίνητον στόμΛ• έσίγησεν, 
οίμοι Ι διά παντός ή εΰλαλος αΰτη καΐ καλλικέλαδος το& 
Πνεύ|χατος αηδών ό διδάσκαλος των άρθων δογμάτων τοί> 
χριστιανισμοΟ• 6 προασπιστής των δικαίων τής Εκκλησίας^ 
έ όδηγος τής νεότητος• ά Ιθύντωρ καΐ πηδαλιοΟχος τοΟ με- 
γάλου έκφωτιστικοΟ καθιδρύμιατος των πατριαρχείων 6 τοΟ 
ούρανοφάντορος τήν σοφίαν, τ6ν ζήλον καΐ τήν ε&σέβειαν 
εΙς τ6ν Ορόνον των Καππαδέκων αντάξιος διάδοχος, 6 κλει- 
νά;, ά πολύς, ό ευσταθής Κλε^ουλος. Άπεσβέσθη καΐ ό φω- 
στήρ ύΐηοζ, τοΟ έκκλησιαστικοΟ στερεώματος- προσετέ&η εΙς 
τους τάφους των μεγάλων Ιεραρχών των καθ* ήμ&ς χρόνων, 
τοΟ Δέρκων, τοΟ Σύρου, τοΟ Χαλκηδόνο;, τοΟ Κορυτσβς καΙ 
τών λοιπών καΐ ό όμότροπος αύτοΐί; οδτος ποιμήν καΐ διδά- 
σκαλος. Φρικτ6ν τρσθάνθησαν κλονισμών τα τέκνα τί^ς είτσε- 



«= 119 »: 

δίφρονος Καππαδοκίας έπ1 1^ άσθενεία τοΟ πνευμ,ατικοΟ πα- 
τρός των πένθος μέγα έκάλυψε την Έκκλησίαν τδ δεινών 
δκουσμα^ δτι 6 ύπατος των θεολόγων τί)ς ορθοδόξου Άνα- 
ττ)λί)ς, 4 βαθυσοφος ελληνιστής καΐ φιλόλογος, ή Αττική 
μέλισσα, 4 γλωσσομαθής καΐ ευρυμαθέστατος, ό επιστήμων 
καΐ ζηλωτής Κλεόβουλος δέν υπάρχει πλέον έν τοΓς ζώσι. 
Δέν εϊχεν εισέτι μεταδοθή είς τ6 δημόσιον ή σπαραξικάρδιος 
«υτη φήμη, καΐ ά πάντες τρσθάνθησαν δτι μέγα είς τήν 
Έκκλησίαν συνέ€η δυστύχημα• πανταχοΟ δάκρυα• παντα- 
χού κατήφεια καΐ θλίψις, άλλα καΐ ευλογίαι συνάμα τοΟ 
ονόματος καΐ λιταΐ εγκάρδιοι καΐ δεήσεις παρηκολουθησαν 
τήν άγγελίαν τής τελευτής. ΚαΙ σύλλογοι εκπαιδευτικοί, 
χαΐ σωματεΓα φιλάνθρωπα, καί κοινότητες καΐ £τομα έφι* 
λοτιμήθησαν καί συμφιλοτιμοΟνται τίς τίνα να ύπερβάλη 
είς τήν έκφρασιν ή θαυμασμοΟ, ή ε&γνωμοσυνης πρ6ς λει- 
τουργόν, δστις, καί πρόβατον καΐ ποιμήν τής Εκκλησίας 
καλ^ς γενόμενος, διήνυσε το ύπερπεντηκονταετές στάδιον τοΟ 
βίου του, πολλά ποιήσας, πολλά δέ καΐ διδάξοις υπέρ τής 
δόξης τοΟ θεοΟ έν τ^ σωτηρίο: των ομοίων του. Ή δέ 
Καππαδοκική εκπαιδευτική αδελφότης, τ6 άγαλαα τοΟτο 
των αγώνων ιο^} άοιδίμου, λιτον μέν, πλην έγκάρδιον άπο- 
τίνουσα «δγνωμοσυνηςφόρον, δημοτελέστατον σήμερον έπι- 
τελίΤ μνημόσυνον υπέρ τής αναπαύσεως Ιεράρχου, δστις τήν 
μέν γεννήσασαν α&τούς πατρίδα ίποίμανε μετ' επιστήμης, 
τοΟ δέ άγλαοθαλοΟς αυτών σωματείου έγένετο Ιδρυτής καΐ 
ευεργέτης, προστάτης και ψυχή• Έάν δέ είς τοιαύτην έπί- 
σημον τελέτήν κληθείς ό πολλοστές έγώ κήρυξ τοΟ έκκλη- 
σιαστικοΟ επιταφίου δέν δικαιώσω τάς προσδοκίας των ακρο- 
ατών μου• έάν οΐ λόγοι, ανάλογοι τοΟ διανοητικοΟ μου ανα- 
στήματος, δέν άνταπακριθώσι κατά πάντα είς τδ μέγεθος 
τής έπιχεφήσεως, ουδέν έκ τούτου θαυμαστόν καθόσον σπα- 
νιώτατοι σήμερον ύπάρχουσι παρ* ήμϊν οί σοφοί καΐ ευγλωτ-* 
^^ Κλεόβουλοι• Κλεοβουλείου δέ πάντως έδεΓτο καΐ γλώσ-^ 



= .120 :^ 

σης καΐ διανοίας ό έπιχεφών Ινα έγκωμιάση επαξίως τδν 
Κλεόβουλον. 

Α' 

2. Ό βίος τοΰ ^τιμοσίου λειτουργοΟ οιττώς παρ' ή[^ί•Γν 
εξετάζεται• ό βίος, ό πρ6 τγ)ς είσαγφγγ]ς αύτοΟ εις τι δημι,ό- 
σιον, καΐ ό βίος ό έν αΟτφ• ό πρώτος, δστις καΐ βίος παιδι- 
κός, καΐ μαθητικός, καΐ ιδιώτης επονομάζεται, λαμβάνεται 
ύπ* δψιν έπΙ τοσοΟτον, έφ' δσον έχρησίμευσε προποφασκευή 
τοΟ δευτέρου, καΐ βάσις τοΟ σχηματίσαι τ6ν άτομικδν χα- 
ρακτ•?)ρα• καΟ' δσον όίεροκήρυξ, έλαχίστην δίδων σημασίαν 
εις τα περιττά, είς τα εγκώμια τοΟ γένους καΐ ττ^ς πατρί- 
δος, τ•?)ς ευγενείας καΐ τοΟ πλούτου, δλην αύτοΟ την προσο- 
χήν έριστι^ εις τ6 [ί^έοος έκεϊνο, καθ' δ ό άνθρωπος παρουσβ- 
οΐζεται εις την κοινωνίαν έμπεπιστευμένος άνωτέραν άπο- 
ίίτολήν, και φέρων τους εΟγενεΓς τίτλους ή διδασκάλου* καΐ 
έδηγοΟ, ή κυβερνήτου και ποιμένος τ•?)ς άνθρωπδτητος. Τού- 
του ένεκα καΐ ήμεϊς μικράν ένδιατρίψαντες εΙς τα τγ]ς παι- 
δικγ^ς και ίδιώτιδος πολιτείας, ήτις υπήρξε δια τ6ν άείμνη- 
στονΚλεόβουλον άγωνισμος μέγας προς άπδκτησιν γνώσεων, 
προς έκμάΟησιν ξένων γλωσσών, πρ^ς άποταμίευσιν ηθικών 
παραγγελμάτων καΐ προς σχηματεσμον χαρακτ•?5ρος εΟστα* 
θοΟς καΐ άδαμαντίνου, δλην ημών στρέφομεν την τζροσοχτι^ 
ιΐς τον δημόσιον αύτου βίον,καθδσον ούτος έγένετο συνέχεια 
διδασκαλίας, ένισχυομένης ύπο τγ)ς πράξεως, καΐ πράξεως 
δαδου/ουμένης υπδ τ*?)ς διδασκαλίας. 

3. Ευστράτιος ό Κλεόβουλος (ούτως ώνομάζετο πρΙν ίε- 
ρωθτ)) γεννάται (1824) εΙς τ6 Παλλαδάριον τή'ς Προύσης^ 
χωρίον αφανές, έκ γονέων πενιχρών μίν τ' άγαθα του κό- 
σμου, πλουτούντων δμως την προγονικήν κατά Θεον εύ- 
σέβειαν, ήν μετά τοΟ γάλακτος ένεστάλαξαν επιμελώς ^ίς 
την άπαλήν καρδίαν τοΙ> τέκνου των, τδ όποιον, εισέτι μι- 
κρόν, άφιεροΟσιν, ώς ποτέ δ Έλκανά καΐ ή "Αννα τδ παιδά- 
^ον Σαμουήλ, εις την λειτουργίαν τοΟ Κυρίου, εΓς τι πα- 



= 121 = 

ρακείαενον μοναστήρίον ττ^^θεομ^ήτορος, ένθα ην τίτε ήγοιτ- 
μενευων ενάρετος τις καΐ φιλοααΟής θείο; του. ΑΙ νυχθήμε- 
ροι έν αύτφ προβ-ευχαΐ και δεήσεις, αϊ αυστηραΐ νηστεΓαι 
καΐ ύπωπιασμοί τοΟ σώματος, ή αδιάλειπτος των Γραφών 
άνάγνωσις, καΐ ή μελισταγής των όρθοδόζων ακολουθιών 
ψαλμωδία, άφ' ενός, καΐ άγ ίτέρου, τ^ καλ6ν παράδειγμα 
τοΟ γηραιοΟ καΐ σεβασμίου προστάτου του, ένέσπειραν έν 
αυτώ τά πρώτα σπέρματα τοΟ μετά ταύτα δντως μοναχι- 
κοΟ καΐ κληρικοΟ βίου του. Άλλα το διδασκαλεΓον τοΟτο 
τ^ς εύσεβείας δέν ήδύνατο, βεβαίως, να έπαρκέσΥ] έπΙ πολύ 
και είς τ6ν εύρύτατον νοΟν καΐ την άπέραντον φιλομάθειαν 
τοΟ νε'ου τούτου Αευίτου. Τρέ/ει λοιπόν, καθώς ή διψώσα 
δλαφος, έπΙ τάς πηγάς τών υδάτων τ'^ς νοερας καΐ ήθικ'?)ς 
μορφώσεως το -κρώτο^^ είς Κίον, καΐ έπειτα είς Κωνσταντι- 
νούπολιν ένταΟθα γνωρίζεται μετά τοΟ τότε τών πατριαρ- 
χείων ίεροκήρυκος Ευσεβίου τοΟ Πανά καΐ τη συστάσει 
αύτου τε καΐ τοΟ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγο- 
ρίου τοΟ ί', παραλαμβάνει αυτόν ύπό την προστασίαν του 
ό τότε μέν Δέρκων, έπειτα δε καΐ Κωνσταντινουπόλεως 
Γερμανός, ό ποΆύς εκείνος έν πατριάρχαις, ό φιλομουσότατος 
καΐ μέγας ευεργέτης τ'ης Εκκλησίας, καΐ κρατήσας αΟτόν 
ύπότροζ^ο^^ τΫ^ς καλλικάρπου έν Ξηροκρήντ) σχολ-ίΐς, τον 
αποστέλλει μετά δύο έτη καΐ είς τ6 έθνικόν έν Αθήναις 
πανεπιστήμιον. Ή περί τι) μανθάνειν μεγίστη ευχέρεια, ή 
αογ.'νο!; σπουδή και μελέτη, ή τακτική καΐ ανελλιπής είς 
τάς παραδόσεις φοίτησις, έπΙ δέ πάσιν, ή ευστάθεια τοΟ 
χαρακτ'ί^ρος, ή ευγένεια του ήθους, το κόσμιον τοΟ ^^(ήμα- 
τος καΐ ή χρηστή προς πάντας συμπεριφορά,κατέστησαν μετ* 
ο6 πολύ τ6ν άοίδιμον σεβαστον μέν παρά τοϊς συμφοιτηταίς 
καΐ τοΓς συνοίκοις, καθώς ποτέ καΐ τον μέγα ν Βασίλειον, 
προσφιλή δέ παρά τψ πολυμαθει λόγω καΐ πράγματι μεγά- 
λω Οίκονόμω τφ έξ Οικονόμων Κωνσταντίνο), παρά τοΟ 
δτζοίου πολλάς έκαρπώθη ωφελείας^ ώς και ό τούτου όμό-» 



= 122 = 

•ιροπος χαΐ πολυίίμνητος ποιμήν τ?)ς Σύρου, ό ΛυχοΟργος 
Αλέξανδρος. 

4. *Εξ ολοκλήρων ετών κέρδη ακαδημαϊκά καΐ ήΟικά 
κεφάλαια δίν ίμελλον, έξ άπαντος, να μείνωσιν αχρησι- 
μοποίητα, άλλα νά πολυπλασιασΟώσιν έν αύτψ καΐ 'ΖοΧς 
άλλοις διά τί)ς διδασκαλίας, τί)ς πνευματικ•?)ς ταύτης δοσο- 
ληψίας καΐ συναλλαγ^Ις, καΐ διορίζεται ίπΐ 8ν Ιτος μέν 
καθηγητής των ελληνικών και λατινικών γραμμάτων εΙς 
το έν Χάλκη θεολογικδν φροντιττήριον, έπΙ δύο δέ έτη σχο- 
λάρχης τών εκπαιδευτηρίων τής ΤραπεζοΟντος, καΐ μετά 
ταΟτα καθηγεμών τοΟ τε θεωρητικοΟ καΐ τοΟ πρακτικοΟ 
βίου τών τέκνων τοΟ περιφανοΟς μεγάλου λογοθέτου Νικο- 
λάου Άριστάρχου. ΈνταΟθα εΙς οΐκίαν τοιαύτην, Ινθα καΐ 
απλή αναστροφή ήτο σχολεΓον πολλών κοινωνικών γνώσεων, 
επιδίδεται άκαμάτως έπΙ τρία έτη, εύρων καΐ βιβλιοΟηκην 
πλουσιωτάτην, εΙς τήν μελέτην τών αθανάτων μνημείων 
τής άνθρωπίνης διανοίας• παρασκευασθείς δέ εις μαθήσεις 
σπουδαιοτέρας τε καΐ τελειοτέρας, μετέβη εΙς Γερμανίαν, 
ένθα, συναπανθίσας δ τι ένίμιζε χρήσιμον εΙς τά πανεπιστή- 
μια τοΟ Βερολίνου καΐ τής Λειψίας, άνέδειξεν έαυτ6ν πάμ- 
μουσον τής παιδείας ενδιαίτημα, καΐ τέμενος ίερον τής 
θεολογίας, λέξει καΐ φράσει έκφαντοριχγ) υπέρμαχων καΐ 
χρατύνων διά τοΟ σοφοΟ καλάμου του άνά πδσαν τήν ΕΟ- 
ρώπην τά ορθόδοξα δόγματα. Συνεργασθείς δέ αρκούντως 
έν Παρισίοις καΐ μετά τοΟ περικλεοΟς Άββά Γυιτέ εΙς τδ 
στιουδαΓον σύγγραμμα €Χριστιανική "Ενωσις», επανέρχεται 
τφ 1863 εΙς Κωνσταντινούπολιν, καΐ χειροτονείται αρχι- 
μανδρίτης καΐ Ιιρο}ίΎΐου\ τοΟ οΙκουμενικοΟ θρο'νου• έντεΟθεν 
άρχεται οριστικώς εΙσερχόμενος είς τ6 μέγα στάδιον τοΟ 
πρακτικοΟ καΐ δημοσίου ^ίου, λαμπρύνας καΐ τιμήσας δσα 
€ΐς αύτδν ή Εκκλησία ένεπιστεύθη ύπουργήματα. Αυτή 
ίν συντόμφ τοΟ μαθητικοΟ καΐ ίδιώτου αότοΟ βίου ή έξι- 
ατόρησις. "Εως έδώ εΟδρομος ήτο 6 λόγος• ίρρεε, καθώς 



= 123 =« 

-πίλέει τ^ ιτλοΓον, δταν άιταντήση οΰριον άνεμον έφεξί|ς 8- 
μως, πλημμύραν απαντών κατορθωμάτων γενναίων τοΟ 
άοιδίμου, Ιλιγγιδε πρ6ς την λοιπήν ίκθεσιν, καΐ ήθελον αφή- 
σει αυτήν εις άλλους Ικανωτέρους μου, έάν μή έκ πείρα; 
έγνώριζον 8τι τοΟ έκλεκτοΟ ακροατηρίου μου ή ευγενής 
επιείκεια θέλει αναπληρώσει καΐ πάλιν την άσθένειαν τοΟ 
έμοΟ λόγου. 

5. Ανατραφείς έξ απαλών ονύχων ό πολύς Κλε^ουλος, 
ώς Ιπρεπεν εις άνδρα προωρισμ&νον θεόθεν ένδόξως νά προστ*^ 
ποιμνίου λογικοΟ καΐ μεγάλου, δέν έμελλε βεβαίως νά δια- 
φυγή τα δμματα τ*?5ς μεγάλης Εκκλησίας, ήτις, ώς μήτηρ 
φιλόστοργος, άείποτε μεριμνήσασα περί τής έν Χριστφ καΐ 
κατά κόσμον αγωγής καΐ μορφώσεως τών πνευματικών τέ- 
κνων της, ένεχείρισε τους οΓακας τής μεγάλης τοΟ Γένους 
σχολής εις τάς στιβαράς χείρας τοΟ δεξιοΟ τούτου πηδαλιού- 
χου, δστις, έπι τέσσαρα έτη διευθύνας αυτήν, έμελλεν ίξ 
άπαντος νά τήν άνυψώστ) καΐ μέχρι πανεπιστ/)μίου, έάν 
μή έκαλείτο είς έτέραν διακονίαν, επίσης σοβαράν. Πώς 
ίδίδαξεν εις τδ άγλαόκαρπον τοΟτο φυτώριον τών Μουσών 
τίνα ζωήν ένέπνευσεν εΓς τε διδάσκοντας καΐ είς διδασκο^ 
μένους καΐ τίνα ανέπτυξε περί τ6 διευθύνειν φρόνησιν καΐ 
δραστηριότητα, μαρτυροΟσι μίν μυρία τών μαθητών στά- 
ματα, ζωγραφεΓ δέ πάνυ λαμτφώς προσφώνημά τι, τδ όποΓον 
βαρυαλγοΰντες καΐ σκυθρωπάζοντες απηύθυναν πρδς αυτόν, 
δτε άναχωρών ανέβαινε τάς βαθμίδας τής πρωτοσυγκελ- 
λίας, οι μαθηταΐ και τών καθηγητών ό σύλλογος. Δέν 
ενδιατρίβω πολύ καΐ είς τ6 μέρος τοΟτο, καθόσον πολλοί 
μετ' έμέ θά λαλήσωσι σήμερον πολιτικοί ρήτορες• δέν ανα- 
φέρω τ^ν ζήλον καΐ τήν θεολογικήν έπιστήμην καΐ λογι- 
κότητα, άτινα άνέπτυξεν έν ττ) άποστολί) του είς τήν Βλα- 
χίαν δέν ενθυμίζω τάς ποικίλας αύτοΟ είς τάς έπιαροπάς 
καΐ τάς συνελεύσεις συνεργασίας• δέν λέγω δτι τοσοΟτ^ν 
έτίμησε τής πρωτοσυγκελλίας τήν ίδραν, ώστε έφείλκυσε 



= 124 = 

*ϊ6ν θαυμασμι,Ιν χαΐ τάς εύφη[Λίας ού μίνον οικείων, άλλα 
κ«1 ξένων οΟ μόνον ιδιωτών, άλλα καΐ ηγεμόνων καΐ βα- 
σιλέων• σιωπώ, ως πασίγνωστον, ότι, ειτι κατά τάς ημέρας 
έκείνας έξ?)λθεν έργον σοφ^ν άπ6 τα πατριαρχεΤα, ήτο 
προΓ!>ν "Γί)ς διανοίας τοΟ Κλεοβούλου• δλα ταΟτα τα σιωπώ 
— "Εργα σπουδαιότερα, έργα θαυμασιώτερα έλκυουσι την 
προσοχήν μου• ό ποιμαντορικ6ς αύτοΟ μετ* επιστήμης βίος, 
δστις καΐ κοΛ' εαυτόν, ασχέτως τών άλλων τούτων κατορ- 
θωμάτων, εξεταζόμενος, παρέχει υλην &(^^ονο)ί εις πλείστους 
ίσους επιταφίους. 

6. Ή μεγάλη αξία τοΟ ποιμαντορικοΟ επαγγέλματος• 
ή άγιότης τ^ς λειτουργίας• ή έπίγνωσις τοΟ καθήκοντος τοΟ 
διδάσκειν ή αφθονία τών φυσικών καΐ επίκτητων χαρισμά- 
των ή απέραντος ίκτασις τών γνώσεων τ?]ς τε θύραθεν καΐ 
τ•?]ς έκκλησιαστικί]ς φιλολογίας καΐ τα παραδείγματα τών 
μεγακλεών προκατόχων του έκίνουν τήνευγενΡ] αύτοΟκαρ- 
οίαν κα^ έξέκαιον τον Ιερδν πόθον τί^ς έν Χριστώ τελειώσεως 
τών αγαπητών Καισαρέων του. Μεγαλοπρεπής καΐ άπλοΟς• 
γλυκύς καΐ σοβαρός• σκεπτικές καί ταχύς• αυστηρές καΐ 
πρφος• δλος φλ6ξ καΐ ζήλος• άνάψας αύτ6ς έν τω πυρί τής 
θείκής αγάπης, δι' αυτής έζήτει νά φωτίστ) τ^ν νοΟν καΐ 
να θερμάνη τάς καρδίας τοΟ ποιμνίου του. *Ικανώτατος περί 
τ6 δίδασκε IV, καΐ γνωρίζων δτι άνέβη τ^ν θρόνον ούχ (να 
δοξασθή παρά τών ανθρώπων, άλλ* ίνα δοξάστ) τον Θεέν 
έν τη σωτηρί^ τοΟ πλησίον του, «έκήρυσσε τ6ν λόγον, έφί- 
στατο ευκαίρως, άκαίρως, ήλεγχεν, έπετίμα καΐ παρεκάλει 
έν πάσγ) μακροθυμίί^ι καΐ διδαχ•^». Ή πίστις, ή ευσέβεια, 
ή άφοσίωσις εΙς την θρησκείαν τών πατέρων του, ή επιθυ- 
μία τοΟ νά Γδη εις μίαν ποίμνην καΐ τ' άλλα τοΟ Χρίστου 
πρόβατα, άφαιροΟντα καΐ αυτόν τ6ν ΰπνον άπ6 τους οφθαλ- 
μούς του, τφ ένέπνεον την ίδέαν νά προλεάντ) αήν όδδν τής 
ενώσεως τών Εκκλησιών, καΐ πρ6 πάντων τών συνοίκων, 
χαΐ σχεδόν όμοπίστων Αρμενίων. Ή αρμενική Εκκλησία 



= 125 = 

ϊγα ΊΤρ^ς 'ϊήν ^ρ^όζο^ο^^ την αυτήν σχέσιν, οποίαν σχέσκν 
Εχει κλάδος δένδρου, δστις συνετρίβη δλίγον, πλην καΐ δέν 
άπεσπάσθη ό'Κοσγερως^ αλλ* έκμ,υζα εισέτι άπό τδν θρεπτι- 
κί)ν χυ(ΛΟν, ό όποιος ^ωο-γο'^/ΐϊ καΐ τό δένδρον όλ(ίκληρον• το- 
σοΟτον σμικρά και κατά τ^ πλείστον έκ παρεννοήσεως των 
θεολογικών δρων είναι μεταξύ των δυο τούτων Εκκλησιών 
ή διαφορά• αυτάς λοιπ6ν έζητει νά συνένωση• τοΟτον τον 
κλάδον τον συντριβέντα νά προσκόλληση έντ»λώς εις τοΟ 
δένδρου τόνκορμόν ίβαλε τους πρώτους καταδέσμους• είργά- 
σθη προς έπιτυχίαν τούτου όλοψυχως• εκίνησε δΓ αυτί καΐ 
γλώσσαν και κάλαμον, καΐ έν τη αγωνία αύτη τοΟ θανάτου 

τά τρεμοσβύνοντα χείλη του έ'κρό(^ερο'* συγκεχυμένως 

ένωσις Αρμένιοι Χίου. 

7. Καθώς δέ ποτέ ό πατριάρχης Ιακώβ, ποιμαίνων τά 
πρ^ίβατα του πενθεροΟ του, ύπέμενε δι' )χύτά τά καύματα 
τΫ)ς ημέρας καΐ τον παγετών τ'?;ς νυκτίίς, καΐ άφίστατο ό 
ύπνος άπ^ των οφθαλμών του, ούτως ό άοίδιμος Κλεόβου- 
λος δέν έδιδεν υπνον τοΓς όφθαλμοίς, ουδέ ε?ς τά βλέφαρα 
του νυσταγμόν, βλέπων την λογικήν του έκλογάδα νά έπι- 
βουλεύηται άπο ξενόφωνους καΐ ξενοθρήσκους προσηλυτευ- 
τάς, οί όποιοι, ώς μονιος άγριος καΐ λύκοι βαρεΓς, έπέπεσον 
εις την χώραν έκείνην τ•?]ς ευσεβείας• παρωξύνετο το πνεΟ- 
μά του, έκλαιε, τ.ροσΎΐύχζτο και έπρομάχει διά τών δπλων 
τ'ης διδασκαλίας. «"Ετοιμος άεΐ πρ6ς άπολογίαν παντι τω 
αίτουντι λδγον περί τγ5ς έν ήμΓν ελπίδος, μετά πραΐίτητος 
καΐ φίίβου» Θεού έπέστελλλεν εις τους Αμερικανούς μισ- 
σιοναρίους τάς άδαμαν:ίνους τω δντι έκείνας έπιστολάς. 
Το χρία^μα τ'ης χριστιανικγ]ς αγάπης, συνδυαζομενον μΐ 
την συνετήν παρρησίαν• ή κριτική λεπτδτης μέ την δογ- 
ματικήν καΐ ίστορικήν άπδδειξιν ή σοφή άντιπαράθεσις τών 
Εκκλησιών προτεσταντικτ)ς καΐ ορθοδόξου με τήν άκριβί) 
γνώσιν αμφοτέρων ή αύστηρδτης τγ)ς ανασκευής μέ τήν 
γλυκύτητα τής άβροφροσύνης καΐ ή αττική χάρις μέ τήν 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



1= 120 = 

λογιχίίτητα των επιχειρημάτων εϊναι τά χαρακτηριστικά 

τοΟ άρ:στουργή[ΐ.ατο; τούτου τγ)ζ εκκλησιαστικούς ημών φι- 
λολογίας. Τ6 κατ' έμέ, ομολογώ, βτι ούδαμοΟ ουδέποτε 
άνέγνων ίρ''(0'^ έπιστολιμαΓον τοσοΟτον σύντονον, ευσεβές χαΐ 
σοφίν. *Ω ! τί θησαυρός ανεκτίμητος δέν είναι τοιοΟτος ποι- 
μεναρχης καΐ επιστήμων καΐ ζηλωτής ! 

8. 'Αλλά, όποΐίς τις έδείχθη καΐ έν τη διανοητική ανα- 
πλάσει €τοΟ 'γεωρ^'ίο\> τοΟ άμπελώνος, τών σπλάγχνων τί)ς 
χαράς, τΫ)ς καυχήσεως καΐ τοΟ στεφάνου του», ως ώνο'μα- 
ζε τους Καππαδόκας, ό αείμνηστος ; ΠλοΟτος καΐ τιμή, 
χαρά καΐ δόξα ήτον εις τ^ν σοφ6ν έκεΓνον ποιμένα ή δια- 
νοητική άνύψωσις τής ευσεβίφρο^/ος Καππαδοκίας, ήτις, 
κατά τόν ΘεοΚό-γον Γρηγοριον, «μητρο'πολις καΐ καΟηγε- 
μών τών λίγων υπάρχουσα», έταπεινώθη έπ' έσχατων, 
και έσμικρύ^Λη καΐ έζοφώθη καΐ αυτήν απώλεσε τήν μη- 
τρικήν γλώσσάν της. Προς έπίτευξιν δμως τοΟ ΙεροΟ τούτου 
σκοποΟ πρ^ς πόσας δέν εϊχεν ό μακάριος νά άντιπαλαίση 
δυσχερείας ; πάτα νά υπερνίκηση προσκόμματα ; πίσας να 
εκρίζωση στρεβλάς ιδέας ; πΛτας νά θερμάντ) ψυχράς καρ- 
δίας καΐ νά ίδρυση τών γραμμάτων τδν θρόνον έπΙ τών 
ερειπίων τής άμαθείας ; άκουων τις τους αγώνας, ή άναγι- 
νώσκων τάς εγκυκλίους εκείνου έπιστολάς, καταλαμβάνεται 
βλως άτώ σεβασμδν Ιερόν, βλέπων πατέρα φλογιζόμενον άπ^ 
τόν ζήλον τής νοερας άναμορφώσεως τών πνευματικών 
παιδίων του. Μετά τους μεγάλους φωστήρας τής Ανατολής, 
μετά τους Βασιλείους καΐ Γρηγορίους, ούδεΙς είργάσθη έκεΓ 
τοσοΟτον υπέρ τών γραμμάτων, δσον ό γραμματικώτατος 
Κλεόβουλος. €*Αντέχεσβε, έγραφε προς τους χριστιανούς 
του μέ χάριν άπαράμιλλον, άντέχεσΟε τής θείας αληθείας 
καΐ τής άνθρωπίνης επιστήμης καΐ μαθήσεω^, ήτις έστΙ 
♦υών πατροπαράδοτων κειμηλίων τ6 κάλλιστον κληροδότη- 
μα, καΐ τοΟ θείου φωτ?)ς τ6 άδυτον καΐ απαστράπτον άκτι- 
νοβόλημα». Φιλόσοφος βαθύς και ψυχολόγος άριστος,• έγί* 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 127 » 

να^σκεν δτι χαΐ λέξκ; χαΐ κρίσις καΐ έννοια ευχερέστερων 
αποταμιεύεται είς τ^ν νουν καΐ μονιμωτέρα καθίσταται, 

δταν τφδς άπόκτησιν αύτΫ)ς συντρέξωσι πλειίτερα αίσ^τή- 
ρια, καΐ δταν ή χρ^σις τοΟ πρακτικοΰ (/^ους γίνηται σιπ 
χνοτέρα, άτρυτους κόπους κατέβαλεν ίνα ίδρυστ) οικοτροφεία 
αμφοτέρων των φύλων. Τάς ημέρας έτρεχε, καΐ τάς νύχτας 
διετέλει σκεπτόμενος τίνι τρόπψ να σωματοποίηση τ6 Ιδα- 
νικών τοΰτο των πόθων του, τδ γλυκύθυμον τοΟτο δνειρόν 
του. Άλλα φεΟ ! πνεΟμα άντιλογίας καΐ θάνατος, θάνατος 
πρόωρος ί μέλλον ίσως να ματαιώσωσιν ή ν' άναβάλωσιν 
έπ' αόριστον την ^λάστησιν των αγαθών του σπερμάτων, 
έάν 6 προορατικ^ς έκεΓνος νοΟς δέν περιεχαράκωνε τάς άγα- 
Οάς του προθέσεις δια τ?]ς συστάσεως τής Καππαδοκικί)ς 
έκπαιδευτικί)ς άδελφότητος έξ ανδρών φιλόμουσων, ή δέ 
έξιδιασμένη φρόνησις τοΟ πατριάρχου Ιωακείμ δέν συνίστα 
διάδοχον εκείνου άνδρα ρέκτην προς τα καλά, δραστήριο•"» 
καΐ δια νο^ς πρακτικωτάτου πεπροικισμένον. 

9. ΤαΟτα, αγαπητοί, έν σκιαγραφία, τοΟ πολυΟμνητου 
Κλεοβούλου τα κατορθώματα• πειθήνιος καΐ φιλομαθής έν 
τη παιδική ήλικίςι• αυστηρός τα ήθη έν τη ακμή τής νεό- 
τητος• φίλος τών γραμμάτων καΐ θαυμαστής τοΟ καλοΟ• 
στάθμη τοΟ μαθητικοΟ βίου καΐ καΐ τοΟ διδασκαλικοΟ ύπο- 
τύπωσις• καθηγεμών τής νεότητος και πιστ6ς έν τή διακο- 
νίςι, έγένετο ποιμήν κατά τήν καρδία ν του ΘεοΟ, καΐ 
ποιμάνας μετ* επιστήμης, «ενίσχυσε το ήσθενηκός, ίάτρευσε 
τ& κακώς έχον, κατέδησε τ^ συντετριμμένον, έζήτησε τ6 
άπολωλος καΐ τ6 ίσχυρ6ν έν τή πίστει κατέστησεν ισχυρό- 
τέρον» διά τοΟ παραδείγματος καΐ τής διδασκαλίας. Άγ- 
γελος Κυρίου παντοκράτορος, έξέφερεν άείποτε άπο τών 
χειλέων εΟχήν, εύλογίαν καΐ παραίνεσιν. Υπηρέτης Χρι- 
στοΟ, ήγωνίσθη, δση δύναμις, υπέρ τής καθαρότητος τών 
αξιωμάτων τοΟ Ευαγγελίου. Οικονόμος μυστηρίων ΘεοΟ, 
διένειμε μετά διακρίσεως τήν χάριν είς τους πιστούς του. 



ΟίΟίΐί 



ζβάϊ,^ΟοοξΙ^ 



= 128 = 

Φως τοΟ χοσαου, τ^ν φωτισμ.6ν τ^ς γνώσεω; έζήτει νά 
[Λε'ΐαλαμιπαδεύση εί; την διάνοιαν καΐ την καρδίαν τοΟ λο- 
γικοΟ ποιμνίου του. Δια ταΟτα τα πλεονεκτήματα τα 
εύσεβ'ί) τέκνα τ'?]ς Άνατολ•?]ς προς αύτ^ν ίστρεφον τα δα- 
ματα, καθώς οΐ ναυτιλλόμενοι προς τ6ν πολικών αστέρα• 
δια ταΟτα ήγαπατο παρά πάντων δια ταΟτα έγένετο τ6 
άντικείμενον τοΟ σεβασμοΟ των οικείων καΐ των ξένων τ^Ις 
πίστεως• δια ταΟτα ή πρωτοφανής καΐ έκτακτος αυτή των 
ορθοδόξων έπΙ τεσσαράκοντα ήδη ημέρας κίνησις. Έάν δέ 
ό θεός, κατά τάς ανερμήνευτους βουλάς τής πολυποικίλου 
αύτοΟ σοφίας, μετεκάλεσεν αυτόν εις τάς αιωνίους σκηνάς 
έν τφ μέσίο τοΰ σταδίου των αγώνων του, άλλ' αύτ6ς μέν 
ένέγραψεν ήδη τ6 δνομά του είς τί) βιβλίον τής ζωής, ή 
ιστορία ε?ς τάς εαυτής σελίδας, οί δέ εύσεβοτραφεΓς Καπ- 
παδόχαι, άπαντώντες άνά παν διανοητικον καΐ ήΟικον αυ- 
τών βήμα τά Γχνη τής διαβάσεως εκείνου, Οά λέγωσι περί 
α&τοΟ δτι ιυερί του οΟρανοφάντορος λέγει ή Εκκλησία• 
« Ζή Κλεόβουλος καΐ θανών έν Κυρίω. 
Ζή καΐ παρ* ήμϊν, ώς λαλών έκ των έργων»• 
ΤοΟ μεγακλεους καΐ σο^^οΰ ποιμενάρχου τής Καισαρείας 
Κλεοβούλου αιωνία ή μνήμη, αιωνία ή μνήμη ! 

Ε' ΛΟΓΟΣ 
εκφωνηθείς εν τω Κ\ΤΑ το ΜΕΓ4 ΡΕΪΜΑ 1ΕΡΩ ΝΑΩ 

ΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ, 

ΤΗ ΙΗ' ΑΠΡΙΛΙΟΤ ΛΩΟς-', 

ΕΠΙ ΤΗ( ΚΗΔΒΙΑι 



α Η ευσέβεια τζρος -ττάντα ο^φέλιμο; εστίν, 
ίίΐαγγελίαν ϊχουσα ζωτ.ς τή; νυν καΐ τχς 
μελλούσης•. (Α' Τιμ. ί', 8) 
α'. ΚΑθηΣ, δέσποτα τταναγιώτατε, ό εύρισχ<ίμενος ε?ς 
ιήν ΜρΌ(^ψ υψηλοΟ δρους^ £χων ορίζοντα ευρύν και καΟα- 



= 129 = 

ρίν, κατασκοπεί τα πέριξ, καΐ εί>χερέστερον έξ άπίπτου ίιί- 
ναται να χωρογραφήση τους λόφους κάΙ τάς κοιλάδας, τα 
δάση και τους δρυ(Λους, τους ποταμούς καΐ τάς διαφόρους 
ρ-ορφάς του γηίνου εδάφους, τάς οποίας σχηματίζει ή απέ- 
ραντος ποικιλία τ"?}ς φύσεως, τοιουτοτρόπως ό κήρυξ του Ευ- 
αγγελίου, άναβάς έπι την ύψηλήν σκοπιάν τοΟ θανάτου, κα- 
θαρών έχων τ6 δμμα τ?ις διανοίας άπί) τά έπιπροσΟοΟντα έν 
τφ κόσμω κωλύματα ή φόβου ή ελπίδος ή κολακείας, επι- 
σκοπεί την πνευματικήν άρουραν τγ]ς ψυχής, καΐ ζωγραφεΓ 
διά του καλάμου την ποικιλίαν των λόγων καΐ έργων, τγ)ς 
διαγωγ•?)ς καΐ τοΟ χαρακτ•?)ρος εκείνου, είς ου την κηδείαν 
εκλήθη νά περιγραφή τά πνευματικά κατορθώματα• συλ- 
λέξας δέ έξ αυτών άνθη εύοσμα, πλέκει στέφανον άμαράν- 
τινον, καΐ τιθείς αύτ6ν έπΙ του τάφου του νεκροΟ, αυτοΟ μέν 
την μνήμην διαιωνίζει είς τάς έπερχομένας γενεάς, παρο- 
τρύνει δέ τους επιζώντας είς έπαινον καΐ είς μίμησιν τοΟ 
τ^θνηκότος. ΤοιοΟτον στέφανον έπιτάφιον έρχομαι νά πλέξω 
σήμερον έν^ς τών περικλεών γόνων ττ]ς ευσεβούς κοινότητος 
τοΟ Μεγάλου Ρεύματος, τοΟ προκειμένου ενώπιον ημών 
επισήμου νεκροΟ Παύλου τοΟΜουσούρο υ. Ό βίος 
αύτου, γόνιμος είς κατορθώματα πολλά γ,οΛ καλά, τοσαύ- 
την μοί παρέχει &(^^ονον υλην εγκωμίων, ώστε είς άδιέξο- 
δον θά περιεπλεκόμην λαβύρινθον έργων, μεστών ζήλου καΐ 
δύσεβείας, έάν μη έκράτουν εις χείρας τ6ν μίτον της συγκε- 
φαλαιώσεως τ^ίς όλης του άοιδίμου βιοτ'^ς, θεωρήσας αυ- 
τόν υπί) τρεΓς γενικά; επόψεις, ώς οίκογενε'.άρχην φρόνιμον, 
ώς λειτουργόν τοΰ }(.οάτοΌζ πιστών καΐ ώς ευσεβίς τέκνον 
ττ]ς Εκκλησίας. Τ6 στενί^ν δέ τοΟ καιροΟ καΐ τοΟ λόγου 
το αύτοσχέδιον νομίζω ικανούς συνηγόρους υπέρ ττ^ς ευμε- 
νούς ακροάσεως τοΰ εύσεβόφρονος καΐ έκλεκτοΰ ακροατη- 
ρίου μου• 

β'. «Όςδ' άνποιήση καΐ διδάξτ), ούτος μέγας κληθή- 
σεταιέντή βασιλείϋ^ τών ουρανών». 01 λόγοι ούτοι τοι> 

ΤΟΜΟΙ Β. Γ- ^^^τ^ 



^ 130 » 

Θεανθρώπου ειδικώς αναφέρονται εις τους ΙερεΤς, οίτινες χό- 
ριον σκ^ιών ίχουσι την έξαχολούθησιν τοΟ έργου τοΟ Χρι- 
στοΟ εΙς τ^ν χέσμον. Άλλ' άρά γε εΙς μόνους τοΟς Ιερείς 
επεβλήθη τ6 μέγα τοΟτο χ«θ5]κον χαΐ ή μεγίστη έξ αύτοΟ 
ανταμοιβή ; Ουχί. Έχτί>ς όλιγίστων ώρισμένων «ριστά- 
σεων, χαθ' &ς ό Ιερεύς Ιγιι βλως ιδιάζοντα δικαιώματα 
χαΐ καθήκοντα, οποία, έπΙ παραδείγματι, ή διακονία τοΟ 
κηρύγματος, ή άφεσις των αμαρτιών έν τη έξομολογήτει, 
ή έπιτέλεσις των μυστηρίων καΐ τα ίμοια, κατά τά λοι• 
πα συνταυτίζεται καΐ κλ-^ίρος καΐ λα^. Ό οικογενειάρ- 
χης είναι ίν τφ χριστιανισμφ ο6 μόνον 6 φυσικές πατήρ, 
άλλα και ό πνευματικές αρχηγός τί)ς οΙκογενείας του. Πόσχ 
καθήκοντα δίν επιβάλλονται εΙς τ6ν άρχηγόν τ^)ς οίκογε- 
νείαςί Ή σύζυγος, τά τέκνα, όί θεράποντες εΙς α&τόν στρέ- 
φουσι τά όμματα, ως οί ναυτιλλόμενοι εις την ναυτικήν πυ- 
ξίδα, καΐ κατ* α6τ6ν ρυθμίζουσι καΐ λόγους καΐ ίργα καΐ 
διαγωγήν. Την άλήθειαν ταυτην διδαχθείς ό άείμν7}στος 
ΠαΟλος ό ΜουσοΟρος παρά τοΟ ομωνύμου πατρ6ς καΐ των 
διαφόρων διδασκάλων του, καΐ μάλιστα τοΟ περιωνύμοιι 
Λογάδου, δεν ίμελλε βεβαίως νά περιορίση αυτήν αίχμά- 
λωτον εΙς τ6ν στενών κύκλον τής θεωρίας, ήτις στείρα μέ- 
νει καΐ άγονος, έάν δέν έφαρμοσθ•^ καΐ εΙς την πραξιν- 
€θΟχ ίνα είδώμεν τί έστιν αρετή σκοπούμεθα, άλλ* ίνα 
άγαθοΙ γενώμεθα διά των έργων», είπε πάνυ χριστιανικής 
είς των έξωθεν φιλοσόφων. *'Οστις είσήλθεν είς τήν οΐκίαν 
τοΟ Μουσούρου, ό όιζοΧοζ έν τφ μέσφ τής οικογενείας του 
ήτο έμψυχος στήλη διδασκαλίας εύσεβοΟς καΐ πράξεων 
αγαθών, εκείνος δύναται νά έννοήση τά θαλερά δάκρυα, 
τ*υς στεναγμούς καΐ τήν άμετρον θλίψιν τέκνων, θρηνούν- 
των τήν στέρησιν φιλόστοργου πατρός, γυναικός όδυρομέ- 
νης τήν χηρείαν άπό συζύγου προσφιλούς, καΐ θεραπείας εύ- 
λογούσης μετ εύρωμοσύνης τϊ» βνομα εύεργετικοΟ δεσπό- 
του. Δέν έγνώρισα έκ τοΟ πλησίον τ6ν άνδρα• ή άγαθ"^ 



= 131 ^ 

» 

βμως α&τοΟ φήμη χαΐ αΐ χαλαΐ πληροφορία^, δς παρά πολ- 
λών σήμερον προχείρως συνέλεξα, βάλλουσιν εις 'ζί στ^α 
μου τάς ευφημίας ταύτας. Τί λέγω ; τους λόγους μου τού- 
τους άναγινώσκω εις τα υμέτερα πρόσωπα• ή σκυθρωπότης 
υμών ή παρουσία τοσούτων καΐ τοιούτων επισήμων ομο- 
γενών καΐ ξένων ή συρροή τοΟ λαοΟ πάσης τάξεως καΐ 
ηλικίας έντ^ς τοΟ ίεροΟ τούτου περιβόλου, καΐ πρ6 πάντων 
αΐ εγκάρδιοι δεήσεις, άς ό πρώτος έν τοΓς Γσοις άρχιθύταις 
τής δρθοίόξου Ανατολής μετά τής περί αύτδν ίερας συνό- 
δου άναπέμπουσιν εΙς τ6ν "Ύψιστον, τί άλλο είσιν είμή ίι- 
καίωσις καί, οΰτως εΙπεΙν, στίλβωσις τών έμών επιταφίων 
επαίνων ; 

γ'. Έν τφ περιωρισμένφ κύκλφ τής οΙκογενείας τοιοΟτος 
φανείς, όποΓος ανεδείχθη εΙς τήν δημόσιον αύτοΟ λειτουρ- 
γίαν ; Ό ίν ολίγοις πιστός καΐ έπΙ πολλών πιστός έστιν. 
Όστις ένδομύχως αΙσθάνεται τί έστι πατήρ, είτε σαρκικός 
είτε πνευματικός, έκεΓνος έννοεΓ κάλλιστα, εκείνος καΐ έκιτλη- 
ροΓ πιστώς τά χρέη αύτοΟ εις τόν εΟρΰτατον ορίζοντα τής 
δημοσίου υπηρεσίας. Κατά τοΟτο τό μέτρον εξετάζοντες τά 
πράγματα, δυνάμεθα νά κατανοήσωμεν τό: διά τί δ αείμνη- 
στος ΜουσοΟρος εϊχεν άπεριόριστον άφοσίωσιν εΙς τήν μετά 
θρησκευτικί]ς, ώς ειπείν, εύλαβείας έκπλήρωσιν τών δημο- 
σίων καθηκόντων του. Έάν ή κυβέρνησις τοΟ σεβαστοΟ 
ημών κυριάρχου έτίμησεν αΟτόν διά βαθμών καΐ τίτλων 
χαΐ παρασήμων, άλλα και α&τός άπό [ί,έρους του έτίμησε 
τήν κυβέρνησίν του, άποδείξας διά τών ίργων εΙς τους έξω, 
8τι καΐ έκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν εϊναι. Έάν Γδωμεν 
τόν ΠαΟλον νέον, μόλις 23 ετών, κατέχοντα θέσιν έπίσημον, 
ώς διερμηνέα τοΟ νομάρχου τίΐς Ά