(navigation image)
Home American Libraries | Canadian Libraries | Universal Library | Community Texts | Project Gutenberg | Children's Library | Biodiversity Heritage Library | Additional Collections
Search: Advanced Search
Anonymous User (login or join us)
Upload
See other formats

Full text of "To en Athnais Ethnikon Mouseion"

ί^- 



το 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 



ΕΘΝΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ 



ΥΠΟ 



Ι. Ν. ΣΒΟΡΩΝΟΥ 



ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 



ΤΟΜΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ Α' 



ΕΚΔΟΤΑΙ 

ΜΠΕΚ ΚΑΙ ΜΠΑΡΤ 

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 



(» γΤ>ι Ι) 

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΤΤΠ0ΓΡΑΦΕ10Ν "ΕΣΤΙΑ,, ΓΛΑΙΣΝΕΡ ΚΑΙ ΚΑΡΓΑΔΟΤΡΗ 6481 



το ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΘΝΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ 



Ο ΘΗΣΑΤΡΟΣ 



ΤΩΝ 



ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ 



ΕΙΚΟΣΙ ΦΩΤΟΤΥΠΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ 



ΜΕΤ• ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ 



ΥΠΟ 



Ι. Ν. Σ Β ο ρ Ω Ν ο τ 



ΔΙΕΤΘΤΝΤΟΤ ΤΟΤ ΕΘΝΙΚΟΤ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΜΟΤΣΕΙΟΤ 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 

ΜΠΕΚ ΚΑΙ ΜΠΑΡΤ 

1903 



21 



«70 ;] ί ■ ' 



«0^ "^ χ-// 



_Γ<>1_ 



._^ 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ "ΕΣΤΙΑ., Κ. ΜΑΙΣΝΕΡ & Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΤΡΗ -3691 




!■ ΜιΊΙΓΜΜΙ— ΓΓ' 

Τόπος τί|ς κίιρίσ£θ)ς τών 'Λντικηί)ιιο</.ιν.('ΐν. 



Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ 



Α. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΛΣ ΚΑΙ ΑΝΕΑΚΥΣΕΠΣ 




νυταοτάτη ιών νΓ|θ(ΐ)ν τοΓ) βασι/.είου 
της Ελλάδος, ή μεταξύ καΐ είς ίσην 
σχεδόν άπόατίίπιν ιών Κυθήρον και 
της Κρήτης κειμένη βραχώδιις και ό?αγάνΟρα)- 
πος νησίς, ή νΰν μεν επισήικος Αντικύθηρα, 
υπό δε των ναυτι?ιλομένο)ν Τσιριγότο και υπό 
των κατοίκων αυτής ΣιγιλΊο καΐ < στους ν1?οΰς>- 
καλούμενη, πάντο)ς κατά παραφΰοράν τοϋ 
αρχαίου αυτής ονόματος Αίγι?αα ', έπέπροιτο 



' Περί της λη'ισου ταύτης ί6ρ κυρίιος Κ. ^ί1η1^5οη εν 
Νϋ\ν Ρ(ιί1θ5ορ1ιίο&1 ]ουΓη3ΐ, νοί. XXI (ΕίΙίηΙιπΓ^Η 1836). — Ι. Α. 
'Ρωμανοϋ Νήσος Αϊγιλα έν Πανδώρα, τόμ. 18 ( 'ΑΟηναι 
1868) σελ. 118 — 120 και τελειότερον ίν Λεξικώ Έγκνκλο- 
παίδικώ τών Μπάρτ και Χΐρστ (Αθήναι 1889) έν λ. Αϊγιλα. — 
Β. ίίτάη Άνασκαφα'ι και έρευναι έν Αίγιλία έν τώ Άρχαιο- 
λογιχφ Δελτίω τοΰ 1889 σελ. 237 — 242. — Ό^ Κ. Ι,εοηΐιαηΐ, 
Οίο Ιηδοί εγΐΗοΓίΐ (σελ. 47—77: ΑηίίεχΛβΓ»), ΟοιΗε 1899 
(ΡοΙΟΓηιΐΜπ'δ ΜίΙΙοίΙιιηςοιι, ΕΓξαηζυη^δΗείΐ 128). 



νά καταλ(/.β)), τυχαί(ΐ)ς, περιφανή θέσιν έν τή 
ιστορία τών (/.ρχαιολογικών ανακαλύψεων τών 
νε(ι)τάτων χρόνων. 

ΙΙερι τό Πάσχα τοΰ 1!>()0 δύο πλοιάρια 
Έλλήνίον εκ Σύμης σπογγαλιέ(ον. έπανερχ(ί- 
ιιενί/. εκ τών βορείων ακτών της Αφρικής, 
συνήθους τόπου τής αλιείας αυτών, καΐ υπό 
τώ\' άνέιΐίι)ν βία φερόμενα, προσοορμίσθιισαν 
τυχαίίος εις τα Αντικύθηρα, ενΟα έπεδόΟησαν 
εις την άνίχνευσιν τοΰ βυΟοΰ προς άλιείαν σπ()γ- 
γο)ν έν θέσει Πινακάκχα κειμένη 20 μόλις 
μέτρα από τής ακτής τοΰ είς τα ΒΑ τών Αντι- 
κυθήρων άκρωτΐ]ρίου Γλνφάδια, δπερ μόλις 
κάμψη τις εισέρχεται είς τόν Ποταμον καλού- 
μενον λιμένα τών ΆλαικυθήρωΛ" '. Τότε δε 



' 'Ιδέ τόν χάρτην τής \ήσου νπό τοΰ Αγγλικού Ναυαρ- 
χείου κα'ι τόν έν τφ ανωτέρω πονήματι τοϋ ίοοηΗϊΓΐΙ. Χορ- 
τογραφικήν εικόνα τοΰ τόπου τοΰ ναυαγίου, παλτελώς όμοις 



1 — 



Ό θησαυρός των Αντικυθήρων 



δύτης, Ηλίας Σταδιάτης καλούμενος, καταδυ- 
θείς εις βάθος 35 περίπου όργυιών, ευρέθη 
έκθαμβος προ σωρείας συ(ΐπ(/.γοϋς και έπΙ όΟ 
[ΐέτρα εκτεινομένης χαλκών και [ΐαρμαρίνων 
αγαλμάτίον ώς καΐ παντοί(ον σκευών και λει- 
ι|)άνο>ν [ΐεγάλου πλοίου. Άποσπάσας δε την 
δεξιάν χείρα χαλκού άνδριάλτος (την τοΰ έπι 
τοϋ πίνακος IV εικονιζόμενου) ανή?^θε περιχα- 
ρής και ανήγγειλε το πράγμα εις τους συντρό- 
φους αυτού. Αμέσως τότε αυτός ό Συμαΐος 
πλοίαρχος, Ληίΐ. Έλ. Κοντός, κατήλθεν εις τό\' 
βυΟόν, βεβαιωθείς δε περί της αληθείας τού 
αγγέλματος καΐ ακριβώς καταμετρήσας και 
σημεκόσας τον τόπον τού Λ'αυαγίου, άνεχώ- 
ρησε (ΐετα τών συντρόφων εις τήν έαυτοϋ 
πατρίδα Σύμιιν, ένθα επί μακρόν διασκεφιθεις 
μετά τών προκρίτων της νήσου άπεΓ(>(ίσισεν 
υπό φιλοπατρίας έλαυνιήιενος να άναγγείλη 
το πράγμα εις τήν Έ?./.ηνικην Κυβέρν)]σιν. 
Πράγματι δε τ[] 6 Νοεμβρίου τού (ίοτού 
έ'τους οί δύται, έπίκουρον έχοντες τόν επίσης 
Συμαϊον, μακαρίτην Α. Οικονόμου, καΟ)]γητήν 
της αρχαιολογίας εν τω Έί)νικώ Πανεπιστη- 
μίου, ένε(^'α\'ίσθησαν έΛ'(ί)πιυ\' τού τότε υπουρ- 
γού της Παιδείας κ. Σπυρίδίονος Στάη, ανήγ- 
γειλαν και περιέγραψαν τη\' (/Λ'ακιίίλυψιν αυτών, 
παρουσιάσαντες ώς πειστήριον και την (η'ασυρ- 
θεΐσαν χαλκήν χείρα, και έδήλωσαν ότι προσφέ- 
ρονται να (Ινασύρωσιν εκ τοϋ πυθ|ΐένος της 
θαλάσσης τόν άρχαιολογικόν θιισαυρόν δν άνε- 
κάλυψαν, έπι τω δρω δπως το Δημόσιον υπό- 
σχεση αΰτοϊς δια συμβο?ναίου ικανοποιητική ν 
τίνα ά[ΐοιβή\' αναλόγως της αξίας τών αγαλ- 
μάτων, διά τε το δικαίωμα της (χνακαλύι|)εϋος 
καΐ τους κόπους, ους θα καταβάλωσι διά τήν 
άνέλκυσιν αυτών, της Κυβερνήσεως χορηγυύ- 
σης αύτοΐς προς τοϋτο και τήν έπικουρίαν 
πλοίου τοϋ Β. Ναυτικού μετά τών απαιτουμέ- 
νων άνελκυστικών μηχανί] μάτιΟΛ'. 

Ε'ι καΐ ή αγγελία αυτί] έγένετο δεκτή εν 



τώ Ύπουργείω μετά τίνος δυσπιστίας και τού- 
λάχιστολ' της ύπονοίας δτι οί δύται παριστώσι 
τά πράγματα επί τό ύπερβολιχώτερον, ό κ. 
υπουργός παρεδέχθη προθύμως τάς προτά- 
σεις αυτών, υποσχεθείς καί πρόσθετον άμοιβιιν 
εκείνης ην ορίζει ό άρχαιο?νθγικός νόμος *. 

Οί δύται τότε παραδώσαντες τήν άνακαλι»- 
(^θεϊσαν χεΐρα έθεσαν ά[ΐέσως εαυτούς εις τήν 
διάθεσιν της Έ?νληνικής Κυβερνήσεως, άλλ' 
ένεκα τών ώς εκ της εποχής τού έτους έπικρα- 
τουσών τρικυ[ΐιών μόλις τη 24 Νοεμβρίου τά 
δύο πλοιάρια τών άτρομήτιον Συμαίων δυτο)ν ', 
συρό[ΐενα ύπο της κυβερνω(ΐένης υπό τού /.. 
Σωτηριάδου Μυκά?^]ς , οπλιταγωγού τού Β. 
Ναυτικού, έ'π?ιευσαν εις τό [ΐέρος τού ναυα- 
γίου, μετά τοϋ καθηγητού της αρχαιολογίας 
Α. Οίκονό[ΐου ώς ειδικού αντιπροσώπου τοϋ 
αρχαιολογικού τμήματος τού υπουργείου της 
Παιδείας. Τήν ήμέραν της αναχωρήσεως αυτών 
δηιγήίίησαν εκ νέου τήν ίστοπίΐίν τής άνακαλύ- 
ψεως αυτών ώς εξής. < Κατεγίνοντο εις τήλ' 
άλιεία\' σπόγγο)ν (εις τό δηλωθέν μέρος), δτε 
ήμέραν τινά εις βάθος ,3.") περίπου όργυιών 
άνεύρον εις τόν πυΟμένί/. χΐίλκινον άγαλμα 
υπερφυσικού μεγέθους, τό όποιον ήτο στε- 
ρεώς έσ(:(^ΐ]νο)μένον εις βραχώδες [ΐέρος καί δεν 
ήδύναΑ'το τ(')πον ευκόλως ν(ί τό (ϋνασύρωσιν. 
"Εϋρηυσαν τότε τήν δεξιάν αύτοΰ χεΐρα καί τήν 
έ'λαβον μεθ' εαυτών, ταύτην δε καί παρουσία- 
σαν εις τόν ύπουργόν τής Παιδείας. Πλιισίον 
τοΰ άγάλ[ΐατος τούτου και εις άπόστασιν πολύ 
μικράν, παρετήρησαν δγκον αρκετού ί'ψους, 
άποτελοΰ[(ενον, (ος ήδυνήΟησαν \'ά διακρί- 
Λ'ωσιν, άπό διάφορα αντικείμενα, αγάλματα 
καί λοιπά. Τοϋ χα?.κίνου αγάλματος τό έσω- 
τερικόν κενό\' ήτο πεπληροηιένο\' άμμου καί 



έσφαλμρνην ((1νεστρα|ΐμένην). ίδέ ΐ\•"Αστει της 11 Φρβροικχρίοιι 
1901 (ίκτά σχετικοΟ όίρθρου ύπό Ναντικοϋ ( -Ε. ΛυκοΰΛΐ), 
νομικού συμβούλου τοϋ υπουργείου τής Παιδείας). 



' 'Ιδέ "Αστυ της 6, 7 καί 8 Νοεμβρίου 1900. 

- Τοΰτοιν, ώς τών μόν(ι)ν αντοπτών τών έν τω πΐ'θμενι. 
σημειώ ένταΰΟα τά ονόματα. ΈφοηλισταΙ οι κ. κ. Φο')τιος, 
Νικόλαος και Ηλίας Λενδιακός. Πλοίαρχος ό Δ))μήτριος Έλ. 
Κοντός. Δνταί οΐ Ηλίας Σταδιάτης (η Ζυκοπάντ>ις), Κυριά- 
κος κα'ι Γείί)ργιος Μουλ-τιάδης, 'Ιιοάννιις Πίλλιου (η 'Ροδί- 
της), Γεοόργιος Κρητικού, Βασίλειος Κατσαρας. Κολαουζέρης 
Μερκούριος Κ. Κίΐραγιάννης- προς δέ ήσαν μετ' αυτών 12 
αωπηλάται. 'Ιδέ τί) "Αστυ τής 1 και 13 Φεβρουαρίου 1901. 



'(} ϋηοαυρος τών Άηικνϋ ι'/ροη' 



/«?νίκο)ν, αποτελούντίον ατρρρο)τ(/.τ)ΐν ιΐ(χζ(/.λ' '. 
Καταπ?.εύσαντι•"ς λοι.την κίς τον τιλτον τοΠ 
ναυίχγίου οί δύται ί'ιρξίχντο (Χ[ΐίσως εργαζόμε- 
νοι α?ι.?^|/.ο(>ιαί>(')//ΐ)?ι άλ'/Λ μόλις έπι τρεις ώρας 
ένεκα της εγερί)είσ))ς τρικιΐ[ΐίας. "Εκαστος ί)ύτιις 
(^εν ηδυνατο τ('»τε, ώς και κίχτόπιν καΟ'ολην την 
(>ιάρκειαν τδ)ν εργασιών, να παραμένΐ] νπο την 
ίΐΐίλασσαν εις το βάθος τόιν 35 όργυιών πλέον 
τ(Τ)\' Γ) λεπτώλ', τριών άλλων λεπτών άπαιτο^ιμέ- 
ν(ΐ)ν προς κατ(χ?)υσιν και άνάδυσιν αύτοΰ. Το 
όπλιταγίογον Μυκάλη (ος εκ τοΟ μεγ(/.λοΐ' 
εκτοπίσματος αύτοΰ δεν ήδυνή{)η να παρ(ίσ/ΐ| 
κ(/.ιΐ[ΐί(/.ν συνδρομήν εις τους πλησιέστατα της 
επικινδύνου ακτής εργαζομένους δύτας, διο και 
παραλαβών άμα τΓ) ένάρξει της θαλασσοταρα- 
χής τα κατά το τρίο)ρον εκείνο άνελκυσΟέντα 
αντικείμενα έπανέπλευσε τη 27 Νοεμβρίου εις 
Πειραιά, ίνα διαταχΟή κ(/.ι πλεύση έπι τόπου 
άλλο πλοϊο\' μικρότερον, δυνάμενον νά πλί]- 
σιάση εις τί|\' (/.κτήν. Μετά τής Μυκάλης» 
επανήλθε κ(ά ό άντιπρόσ(οπος τοϋ Υπουργείου 
Α. Οικονόμος. Τά δε άνε?αΐ'σθέντα και κο(ΐι- 
σθέντα αντικείμενα ήσ(χν τά εξής κατά τή\' 
προς τάς εφημερίδας άνακοίνωσιν. 

1) Ή πιογωνοφόρος κεφαλή τοΰ επί τών 
πινάκιον 111 και 1\' χαλκοϋ (χνδριάντος. 

2) Ή έπι τοΰ πίνακος \', αριθ. 4, χαλκή 
χειρ πυγμάχου. 

3) Ξίφος χα/^κοΰν άπλοϋν και τεθραυσμέ- 
νον προς την αίχμήν (πίναξ \', αριθ. 7). 

4 — 5) Δύο [ΐαρμάρινα αγάλματα ανδρικά 
ακέφαλα έφθαρμένα υπό τής θαλάσσης, το 
εν εξ αύτώλ' είναι φυσικοΰ μεγέθους, τύ δ ' έτε- 
ρον ολίγον μικρότερον, αρκετά όμος καλ- 
λίγραμμο ν . 

(!) Το άκρον δεξιού ποδός μικρού ιιαρμα- 
ρίλ'ου αγαλματίου, ο)ραίας κατεργασίας, έπι 
ύποστί] ρ ίγ ματος. 

7) Διάφορα τεμάχια μαρμαρίνον και χα?.κί- 
νων άγαλιιάτον. 

8) Αγγεία πήλινα και χάλκινα διάφορα. 



Κατά τάς ά(( )|γήσεις τοϋ Α. Οικονόμου οί 
δύτ(/.ι κα.! πάλιν διεβεβαίθ)σαν, ότι εις το βάίίος 
τής θαλάσσης υπάρχει μέγας σορός άγαλμά- 
το)ν χα/.κίνο)ν και |ΐαρμ(/.ρίνο)ν, ώς και δια.<(ό- 
ρο)ν άλ?.ίον άρχαίίον (χντικειμένιον, όστις διά νά 
άνε/.κυσΙΙΓ| απαιτείται (ΐεγάλΐ) προσοχή, ϊνα. μί| 
καταστραφώσι τά αγάλματα, άτινα ώς εκ τοΓι 
ιιακροΰ χρόνου τής παραμονής το)ν εν τή θα- 
/.άσση εχουσιν ύποστή ((θοράν κίχΐ ίδίί»; τά 
χίχλκινα *. 

Ί Ι Κυβέρνησις διέταξεν άμέσ(^)ς την τότε εν 
ΙΙάτραις ναυλοχούσαν μικράν Β. άτμοημιολίαν 
Σΰρον , νά προσορμισθή εις τον Πειραιά και 
(/.κολούθο)ς νά πλεύση εις τον τόπον τών ερευ- 
νών μετά τού έιρόρου τών άρχαιοτήτον κ. Γ. 
Βυϊΐαντηνού, (χντι τοΰ Α. Οικονόμου. Πράγματι 
δε μόλις έ}ΐετριάσθιι ή τρικυμία, ης ένεκεν εΐχον 
δκχκοπή αϊ μόλις άρξάμεναι ερευναι,ή Σύρος > 
κυβερνωμένΐ] υπό τοϋ κ. Ιάσονος Μπούμ- 
πουλη, φέρουσα δε τον κ. Βυζαντηνόν, έ'πλευ- 
σεν είς τον Αύλαίμονα τών Κπϋήροη', ελ-θα 
ε\'εκα τής τοικυιιίας εΐχον καταφύγει από τής 
προκης ημέρας οί δύται άναιιένοντες την επι- 
κουρία ν τοϋ Β. πλοίου. Καταπλεύσασα δ' έκεΐ 
τή 3 Δεκεμβρίου καΐ παραλαβούσα τους δύτας 
[ΐετά τών πλοιαρί(ι)ν αυτών έ'φθασεν είς τον 
τόπον τοϋ ναυαγίου τή Κυριακή 4 λεκεμ- 
βρίου, ένθ' άιιέσως έπανελήφθησαν αί έργα- 
σίαι είς άπόστασιν 20 μέτρων από τής ακτής. 
Ό πρώτος δύτης (ΐετά 3 λεπτών παραμονήν 
.απέσπασε ^ χαλκοϋν άριστερον πόδα μετά τής 
κνήμης καΐ σμικροϋ μέρους τοϋ ιματίου (τον 
έπΙ τοΰ πίνακος Ιλ' άπεικονισθέντος ανδριάν- 
τος). Μέχρι δε τής εσπέρας τής Κυριακής εκεί- 
νης άνεβιβάσθησαν δύο μαρμάρινα, κατε- 
στραμμένα καΐ παραμεμορφωμένα, πλην τοΰ 
ετέρου ου σώζεται το όπίσθιον μέρος, ώς εκ 
τοΰ μακροϋ χρόνου τής εν τή θαλασσή παρα- 
μονής, βάσις ίππου μαρμάρινου, τέσσαρες μαρ- 
μάριναι χείρες, δύο χα/^κοΐ πόδες καΐ πους 
ίππου εκ μαρμάρου >. ' 



'Αατν -21 Νοεμβρίου 1900. 



•Αστν •2•^ Νοεμβρίου 1900. 
"Αστν 9 Λεκεμβρίου 1900. 



Ό '&ηοανρος των Άντικνϋήρων 



Την έπομένην ί|μίραν [ΐετέβησαν μεν έπΙ 
τόπου τα πλοία εν μεσφ σφοδρας θ-αλασσοτα- 
ραχής, άλλα μετά ματαίους αγώνας [ΐιάς ώρας 
ήναγκάσΟησαν να καταφύγωσιν εις τον εν 
Κυθήροις δρμον τοϋ Άγιου Νικολάου (Αύλαί- 
μονα), ενΰ' άπεκλείσ-Βησαν υπο της τρικνΐ[ΐίας 
έπΙ 5 ή[ΐέρας. 

Τα ευρήματα όμως των επομένων ημερών 
υπήρξαν πολύ πλουσιώτερα. Π?ιήν ένύς ίππου 
μαρμάρινου (/.νειλκύσθη πλήθος '/ αλκών αντι- 
κειμένων, σπάθη χαλκοϋ αγάλματος (πίναξ λ', 
άριΟ. 6), λύρα χαλκή (πίναξ IX, Γ)), τεμάχια 
χαλκοϋ θρόνου ή κλίντις (πίναξ IX), άγγελΟέντα 
ο)ς κοσμήματα χαλκά τοϋ καταποντισθέντος 
πλοίου, καΙ το μάλλον σώο\' πάντων των εξ 
Αντικυθήρων μαρμαρίνων αγαλμάτων, ό αμυ- 
νόμενος στρατιώτης (Αρχ. Έφημ. 1902, πίναξ 
Α' 1) \ ύ έκτοτε πασίγνωστος γενόμενος υπό 
το παράδοξον δνθ[ΐα τοϋ Άποσκοπενηντος, δπερ 
έδωκεν αύτώ ό κ. Καββαδίας^. 

Διακοπεισών και π(/λιν τών εργασιών ένεκα 
της κακοκαιρίας έπανήλθεν ό κ. Βυζα\'τηΛ'ός εΙς 
'Αΰήνας τη 12 Δεκεμβρίου κομίζων τα (/.νελ- 
κυσθέντα, έγραψε δ' έκτοτε δίς, έπι το δημοτι- 
κώτερον, περί τών κατά το χρονικόν εκείνο 
διάστημα τής επιστασίας αύτοϋ εργασιών '. 

'ΑντΙ τοϋ κ. Βυζαντηνοϋ απεστάλη] εις τόλ' 
τόπον τών έρευνώλ-, ίνα παρακολουθή τάς 
εργασίας τών δυτα)ν, (ΐόνος, άνευ Β. πλοίου, ό 
γραφεύς τοϋ αρχαιολογικού τμήματος κ. Κρη- 
τικός. Μόλις δε έπανελήφθησαν αί έργασίαι 
περί τάς τελευταίας ημέρας τοϋ Δεκεμβρίου, 
έφθασεν εις 'ΑίΙήνας τή 27 Δεκε[ΐβρίου το 
χαρμόσυνίΐν τηλεγραφικον άγγελ[ΐ(/. τής ύπδ 



' Ώς προς τά μαομ(ίιιινα άγάλ(ΐ(ΐτ(ΐ παραπ^ιιπ:(ι) .ΊροσΟ)- 
ρινώς εις τους πίνακας της Άρχ. Έφηιι. τοϋ Γ,Χΐι'. 

- "Αστυ 13 Νοεμβρίου ΙίΙΟΟ. 

■* Γ. Βυζαντηνοϋ Εις τον βνϋ•ον τών 'Αντικνθ•ήρων, ίν 
τοις <ίΙΙανα-θ•ηναίοις^ (περιοόικφ 'ΛΟηνΛν) τόμ. Α' 1!•00 — 
1ί)1)1, σε?.. 224- :227, μετά εΐκόν(ι)ν τοϋ αμυνομένου καΐ τοϋ 
ποδός τοϋ χαλκοϋ άνδριάντος, κα'ι « Γα Άντικνθ•ηρικά 
ευρήματα» έν τί) έφημερίδι '^Άϋ'ήναις' τής 21 'Οκτωβρίοιι 
1902. Ή προαγγελθεϊσα συνέχεια δέν έδημοσιεύί)η έκτοτε. 
Πβλ. και τό "Αατν τΓ|; 14 Δεκεμβρίου ΙίΚΧ) [ "Λνακοίνοισις 
τοϋ κ. Βυζαντιινυϋ). 



τώλ' δυτώχ' (}.\'ελκύσεο3ς ολόκληροι» χαλκοϋ 
αγάλματος. Έρμου ή Άπό?^ι,ωνος, ολίγον τι 
μεγα?^υτέρου τοϋ φυσικού μεγέθους, ε'ις πέντε 
μεν τεμάχια, αλλά λαμπρώς διατηρου^ιένου, 
προς δε και άλ?ι(ον διαφόρ(ον χαλκών τειιαχίων 



άλλων έργων '. 



Ά[ΐέσως τό ύπουργεϊο\' τής ΙΙίίΐδείας έζή- 
τησε παρά τοϋ υπουργείου τών Ναυτικώλ', 
όπως άποσταλή εκ νέου εις Άντικύθι^ρα πολε- 
μικόν πλοΐον, ίνα βο)]ν)ήαΐ) τους δύτος εις τό 
έργον αυτών. 

Τί] 10 Ιανουαρίου τού επομένου έτους 
1ί)01 ή « Σύρος :^ παραλαβούσα έν 'ΑντικυΟή- 
ροις τό χα?ι,κοϋν άγαλμα και τά Χίίτά τιρ' νέαν 
ταύτην έργασίαν άνελκυσθέντα λοιπά ι/χτικεί- 
μενα, περί ων οΰδειιία σχεδόν εϊδησις ύπήρχεν 
έν Αθήναις, έκό[ΐισε ταύτα μόλις τή 21 Ια- 
νουαρίου εις Αθήνας. '() νέος ούτος άμητός 
ένέπλησεν απερίγραπτου χαράς και ενθουσια- 
σμού τους έν Αθήναις (αρχαιολόγους και π(/.ν- 
τας τους Άθϊ]Λ'αίους. Πλί|\' τοϋ (ί)ς 'Απόλ- 
λοινος ή Ερμού» άγγελι^έντος Οουμασίας τέ- 
χνης καΐ διατηρήσεο)ς αγάλματος, τοϋ έκτοτε 
έπι πολύ ώς «ώρισ(ΐέν(ος Έρ[ΐοϋ ισαξίου τοϋ 
ΙΙραξιτελείου κ/.ηθέντος (πίνακ. Ι καΙΙΙ), έκο- 
μίσθησίχλ' και δύο καλλίτεχ\'α και υπό πάσαν 
έποψιν σπουδαία και κα?ιώς διατηρούμενα ι/,ν- 
δρικά χαλκά αγαλμάτια (πίνακ. ΜΙ και \ΊΙΙ, 2) 
και τό ιιεγα?α'τερο•\' άλ?.ά κακώς διατιιρούμε- 
νον γυναικεΐον χαλκούν άγαλ[ΐάτιον ίερείας 
(πίναξ \Τ), δύο πόδες χάλκινοι [ΐετά πεδίλίον 
(πίναξ \'), αριστερά χεΙρ από τού καρπού επί- 
σης χαλκίνΐ] (πίναξ 1\') ωραίας τέχνιις κ(α 
άλλα τινά'. 

Τό ύπουργεΐον τής Παιδείας, ενώ εξετέθησαν 
ταύτα πρυσο)ρινώς είς κοινήν θέαν, μετεβλήθη 
εις προσκύνημα πάντων τΓον 'Αθιιναίων, ήιιε- 
δαπώλ' και ξένο) ν, ήσα\' δε αί ήμέραι έκεΐναι αί 
άρισται διά τό\' ί)έλοντ(ί \α ψυχολογήσΐ] έπΙ 



' Άστυ 28 Δεκεμβρίου 11 Κ Κ», 

^ Ίδέ τό "Αστν 22 και 2.] Ίανουαρ. 1901 και πάσας τάς 
λοιπάς έιρημερίδας τΛν ".\ί)ηνών τών αυτών ήμερων και τιον 
αμέσως επομένων. 



'() ί))/ηαΐ)ρος τών \\ντ(κ7>1)ήηο>ν 



της |)(ηΙυΓ(/.Γΐ|ς η'ηιπίοσρίος ην προ^ρνουσιν ρις 
.-τ(/ντ(/.ς τ(/. Γργ(/. τη; (/.κμΓις της έ?^ι.ηνικΓ|ς τέ- 
χνης. ί(^κος ί^!- ρ.τΐ τοΓ» ι'λ/.)|νικ()ΰ /.«οΓ» τοΓι 
"ϊΐρίοι^οϋντος ί>ικ(/ί(ΐ)ς τά τοιυϋτα ρργα ώς τά 
πολυτιμότί/.ΤΓ/. το)\' /.ίΊΗΐιλκον τής πηογονικής 
αύτοϋ ι>ό'ςΐ|ς. 

Το χαριιόσΐ'λ'ον γεγονός ρτϊΐλργρ(ίΐ| Γ|Ι)ΐ| .τ(/.ν- 
τκχοΓ' γης, οί (^ί•• </.η/(<ΐ()/.(Ίγοι ηοίί/Λ'το (ΐε?ιΡ- 
τώντες και προς (ί/νλήλους εκτοτρ [ΐρ/.ί." '''*""' ^''^'^' 
σφοδρώς ερίζοντες περί της επο/ής τοΰ ναυα- 
γίου, της προρ?.ρΰσρο)ς, καλλιτεχνικής ά'ίίας, 
όνοιιαοί(χς τών (χγαλιιάπιΐν κ./^.π. Ά[ΐεα(ος δε 
τότε ό γενικός είρορος τό)ν (ίρχαιοτήτο)ν, αυγ- 
κεντρών τάς γν(ί)|ΐ(ίς πολλών τ(η\' εν ΆΒήναις 
αρχαιολόγων τών επισκεπτο[ΐεν(ΐ)ν τά ευρή- 
ματα, απέστειλε πολλάκις (/.ναδημοαιευιίεΐσαν 
άνακοίνίοσιν προς την Άκίίδημίίχν τών Παρι- 
σίων κ,λ,π., ης περίληψιν, χάριν τών Έ?Λήν(ον, 
παρέσχε κ(χ1 (Μα τ(Τ)\' έλ/νηνικών εφημερίδων, 
καΟ' ί'ΐλ' τό μέγίί κ(/.ι αοχιν χαλκοΰν άγαλμα 
παριστά πιϋανώτατ*/. τό\' Έρ(ΐήν, είναι δε έργον 
θαυμάσιον της ύι|ιίστ)ΐς άκ[ΐης της τέχνης. Ό,τι 
είναι ό Έρμης τοΰ Πραξιτέλους έν μαρ[ΐάρω, 
τοί3το εΐνε τό έν λόγο) άγα/^'κ έν χα?^κω. Εΐνε 
δε έργον της Δ'π. Χ. έκατονταετηρίδος, ήτοι 
της εποχής τοΰ Πραξιτέλους κ(ί1 Λυσίππου. Τά 
δε τρία άλλα χαλκά αγαλμάτια εΐναι επίσης έργα 
τής ύ\|)ίστης ακμής τής τέχνης και ϊσως ολί- 
γον τι αρχαιότερα, δη?ι. τής Ε' έκατονταετηρί- 
δος π. Χ., καθ' ην ήκμασαν ό Φειδίας καΐ ό 
Πολύκλειτος» *. 

"Εκτοτε αί έργασίαι τής άνε?ικύσεως έξη- 
κολούθησαν μετά μείζονος δραστηριότητος. 
Επειδή δε οί δύται άνήγγελλον ότι έν τώ πυΟ- 
μένι ύπάρχουσι μεγάλα χάλκινα και μαρ^ιά- 
ρινα αγάλματα, άτινα δμως δεν δύνανται να 
τά άνελκύσωσιν ώς έκ τοΰ βάρους αυτών», 
άπεφασίσθιι νά χρησιιιοποιηθή μεγαλύτερον 



■ "Αστν 23 Ιανουαρίου 1901. Έκτενέστερον τι-,ν άνακοί- 
νίοσιν ταϋτην ίδέ έν τοις Πρακτικοΐς τής ΆρχαιοΛογικής 
Εταιρείας τοΰ 1900, σελ. 95—102, έν τφ ]οιΐΓη3ΐ ο£ ΗοΙΙ. 
δΙιι<ϋθ5 νοί. XXI (1901) ρ. 205—208, έν τη Κβνυο άεί Είυάεδ 
ΟΓΟοςυοϊ Ιοηι. XIV (1901) ρ. 122—126. κα'ι άλλαχοΰ, πά\τα 
μετά εικόνων. 



πο?.ρμικόν σκίΜ^ος Ρίρωδιασμένον διά μεγάλου 
βαρούλκου, έζητήίΐΐ) χάριν τών εργασιών πί- 
στ(ΐ)σις (!( ),()()() δραχ[ΐών, έγένοντο δέ και τίνες 
[ΐάταιαι άπόπειραι έπαυξήσείος τοΰ προσωπι- 
κοΰ τών δυτών και προμηθείας εξ Εσπερίας 
καλυτέρ(ΐ)ν ιιηχανημάτίον προς έξερεύνησιν τοΰ 
βυΟοΰ ', διότι οί Συμαΐοι ναυτικοί ήσΐίν μεν 
'22 τόν (}.ρη')μ(Ίν. ().λλά πραγ^ιατικοί δν'ιται [ΐόνον 
εξ, οΐτινες κατήρχοντο άλλΐ|λοδιαδ()χο)ς εις τόν 
πυϋ[ΐένα εις βάθος .'5ό όργυιών, μή δυνάμενοι 
νά έργασ{)(7)σιν έν αύτώ πλέί)ν τών ό /.επτώλ'. 
ουδέ νά καταδυΟώσι π/.έον ή δίτ έ\' έκαστη 
ήμερα 'ί 

Επειδή δε έγρά(ρη τότε ότι ή άνέλκυσις έγέ- 
νετο κατά τρόπον βεβιασμένον και (ί»ς έκ τούτου 
αί (/.ρχαιότιιτες έξήγοντο εις τεικ/χια, οί τοΰ 
Υπουργείου υπεύθυνοι άνεκοίνωσαν είς τάς 
έ((')]ΐιερίδας τάς έξης χρησίμους ήμΐν π/.ηρο(;()- 
ρίας ι ; Οί Συμαΐοι δύται εργάζονται μετά 
τ(')σης προσοχής, ώστε πολλάκις παρέρχονται 
δύο και τρεις ή[ΐέραι διά νά κατορΟθ)σ(οσι 
νάνασυρο)σιν έν άντικείμενον. Όταν άνεύρ(θ- 
σιν είς τόν πυθμένα τής θαλάσσης τεμάχιόν τι 
άρχαιότ)]τος, δεν προσδένουσι τοΰτο ά[ΐέσο)ς, 
ουδέ τό άποσπώσι διά τής βίας, αλλά κατέρ- 
χονται πάντες ά/.λη?.οδιαδόχως και έκσκά.πτουσι 
τά πέριξ αύτοΰ μέρη μετά προσοχής, δταν δε 
τε/.είως πεισθώσιν. ότι τοΰτο εΐνε άπομεμονο)- 
μένον, τότε τό άποσπώσιν έκ τής ιλύος και τό 
άνελκύουσιν. Άπόδειξις άλλίος τε τής εργασίας 
ταύτιις τών δυτών εΐνε τά μέχρι τοΰδε άνε/.κυ- 
σΟέντα αντικείμενα. Ουδέν τούτων, ούτε χεΙρ 
ούτε πους φέρει τά σημεία .τροσφάτοΐ' άπο- 
οπάσείος από τοΰ δλου κορμού, αλλά πάντα 
παρουσιάζουσι σήμερον, δτι πρό χιλιάδίον έτώ\' 
είχε συΛ'τελεσΟή ή θραΰσις αυτών. Τό ιιέγα 
χά?.κινον άγαλμα, τό όποιον άνεσύρθη είς πέντε 
μεγάλα τεμάχια καί τίνα μικρά, εύρέθΐ] είς τόν 
βυθόν δπως άνεσύρΏη τεθραυσμένον είς τά 
τε[ΐάχια ταΰτα. Οί δύται είργάσϊίησαν έπι πολλάς 



' "Αατν 24 Ιανουαρίου 1901. 
- "Αατν 25 Ιανουαρίου 1901. 
' "Αστν 26 Ιανουαρίου 1901. 



'<) ϋ•ησανρ6ς των Άντικυ&ήρων 



ημέρας εως ου κατόρθωσαν καΐ ανεϋρον τα 
τεμάχια, κεχωσμένα εις την Ιλύν πλησίον τοϋ 
χώρου δπου όνευρέθη το πρώτον 6 κορ[ΐός 
από τοΰ στήθους και άνω μετά της κεφα^ιής;;. 

>0ί Συμαΐοι δύται άλλως τε έκτος της συ- 
στάσεως τοΰ Υπουργείου, ή οποία τους έκα- 
μεν ίδιαιτέριος νά προσέχο^σι κατά την έ'ρευναν 
εις τό\' βυΟόν νά μη θραύωσι τάντικείμενα, 
έ'χουσι και άλλον λόγον ενδιαφέροντα νά κατα- 
βάλωσι πάσαν προσπάθειαν, δπως έξάγ(οσι 
σώας τάς αρχαιότητας. Υπεδείχθη και συνε- 
στήθη εις αυτούς, δτι όσον άκεραία εΐναι ή 
άρχαιότης ή οποία θά έξαχϋη εκ της θαλάσ- 
σης, χωρίς νά ύποστή βλάβην τινά, τ()σον ή αξία 
αυτής εΐνε μεγαλύτερα και συνεπώς ή προς 
αυτούς δοθησομένη άποζημίωσις θά εΙνε επί- 
σης μεγαλύτερα. ΚαΙ ό ίδιος δε έφορος τών 
αρχαιοτήτων κ. Βυζαντηνός, δταν μετέβη εις 
Αντικύθηρα, παρετήρησεν, δτι οί δύται έδεί- 
κνυον περισσότερον ενδιαφέρον διά την ακεραιό- 
τητα τών αρχαιοτήτων και άπ' αυτούς ακόμη 
τους ενθουσιώδεις λάτρεις τών αρχαιοτήτων > '. 

Το ανακοινωθέν τούτο παρά τίιν άσυμφω- 
νίαν αυτού προς τάς μέχρι τοϋ χρόνου εκείνου 
δημοσιευθείσας ειδήσεις κ(λΙ αφηγήσεις αυτών 
τών δυτών, καΟ' ας πάντοτε έλέγετο περί 
αποσπάσεως τεμαχίων άπό συμπαγών όγκων» 
και παρά την προφανή πρόθεσιν της καθησυ- 
χάσεως τοΰ κοινού, δεικνύει εί μη τον τρόπον 
καθ' δν έγένοντο τουλάχιστον αί τελευταΐαι 
ερευναι, πάντως δμ(ι)ς τον τρόπον καθ'δν έδει 
νά γίνοινται, και δστις φαίνεται δτι πράγματι 
έφηρμόσΟί] κατ()πιν έν τω βυΟχο. 

ΚαΙ ή επιτροπή δέ, ην κατόπιν τών μο[ΐφών 
κατήρτισε τότε το 'Υπουργεΐον εκ τών καθη- 
γητών τού Εθνικού Πανεπιστημίου Α. Χρη- 
στομάνου και Α. Δαμβέργη, χημικών, και Κ. 
Μητσοπούλου, όρυκτολόγου, απεφάνθη δτι 
τά θραύσματα τών πλείστων και μεγάλων 
τεμαχίων εΐναι παλαιά. Εις τίνα δ[ΐο)ς τών 
μικρότερων παρετηρήθησαν ασήμαντοι άποκο- 



παί, όφει?^όμεναι εις το εΰθρυπτον και εΰθραυ- 
στον τοϋ άλ?ιθΐο)θέντος, ένεκα της επιδράσεως 
τοΰ θαλασσίου ύδατος, κράματος τών άγαλμά- 
τ(ι)ν και προελΟοΰσαι κατά πάσαν πιθανό- 
τητα είτε κατά την άνέλκυσιν, εϊτε κατά την 
μεταφοράν . 

Ή αυτή έπιτρ(^πή εις δεύτερον έροκημα 
περί τών ελλειπόντων κορμών, αν διιλαδή 
κατεστράφησαν ούτοι παντε?Λ)ς ή μήπο)ς ευρί- 
σκονται εντός της Ιλύος τοΰ βυθού της θαλάσ- 
σης , απήντησε τά εξής• Χημικήν διάλυσιν τών 
υπολειπομένων κορ[ΐών αποκρούει ή επιτροπή, 
παραδέχεται δε δτι, εάν οί κορμοί ύπήρχον αρ- 
χικώς πλήρεις, θ' άνακα?;υφθώσιν. Άλλ' επειδή 
ό πυΟ μην της θαλάσσιις είναι επικλινής, ή έρευνα 
πρέπει νά έπεκταθή εις μεγάλην έκτασιν, διότι 
και αί τρικυμίαι καΐ οί σεισμοί πολύ πιθανόν 
νά μετεκίνησαν τά στερεά μέν, αλλά κοίλα τε- 
μάχια, νά ευρίσκονται δέ ταΰτα εις μεγάλην 
άκτΙνα• δεν αποκρούει (!) δμως ή επιτροπή και 
την ύπόθεσιν [τίνος;] δτι τά τεμάχια, αρχικώς 
εκ κατακερ[ΐατισ()έντων (Ιγαλμάτιον /^](^ί)έντα, 
μετει^έροντο ιιετ' ακεραίων τοιούτο)ν ' . 

Τή 2Μ και ;>() Ιανουαρίου έλήφιθησαν νέα 
τηλεγραφήματα ές Αντικυθήρων, άγγέλ/.οντα 
δτι οί δύται έξακολουθήσ(;ΐντες τακτικώς τάς 
εργασίας άνείλκυσαν τήν άγκυραν τού ναυαγή- 
σαντος πλοίου (Έφιιμ. Αρχ., σελ. 171, είκ. 1ί^), 
διάφορα σώματα έκ μαρμάρου κατεστραμμένα 
εις τε[ΐάχια, αγγεία πήλινα, τε[ΐάχια τοΰ π?^οίοχν 
καΐ κυρίως ώραίαν κεφαλήν αγάλματος, κατε- 
στραμμένην κατά το όπισθεν μέρος { Αρχ. 
Έφημ., πίναξ Ε' 1) '^. Ταύτην ίνα άνασύρωσιν 
β&ρανααν άπό τοΰ κορμού τού [ΐόλις κατόπιν 
άλ'ε?.κυσι)έντος αγάλματος φαισικοΰ μεγέθους, 
(Έφημ. Αρχ., πίναξ Ε' 2). Προς δέ οί δύται 
έβεβαίουν δτι εύρον και σοορόν ετέρων μαρμά- 
ρινων αγαλμάτων, άδυνατούσιν δμως νά άνασύ- 
ρωσιν ώς έκ τοΰ όγκου και τοΰ βάρους αυτών ^. 



"Αατυ 27 Ί«ν(ΐιιαοίΐ)ΐι 1!ΜΙ1. 



' "Αστν 28 Ιανουαρίου 1901. 

- 'ίίραίαν εικόνα της κεφαλής ταύτης έδημοσίευσαχ' και 
τά '^Πανα&ήναια" έν τόμ. Α', σελ. 377. 

■* "Αστν 20, 30 και 31 Ιανουαρίου 1901. 



'(> ί}ιιηανρί)ς των Άντικνϋήηοη• 



'Γήπ' ό υπουργός τΓ|; II «κυρίας ύη¥ΐ.\άαια? 
Λ'ά μεταβϋ αύτος ούτος έπΙ τόπου, πα(.)«λ(ί|φ(ί- 
Λ'(ΐ)ν ώς (<ρ/(ίΐο/.()γικον ό^11γο\' τι'ις ανελκύσεως 
(χϋτον τον γινιχπν Βρορον τών (/ρχίχιοτι'ιτίον κ. 
II. Κ(ί|)|)«^ί(χν, τον ?(ρορον τών (ίρχ(/.ιΐ)τΓ|το)ν 
II. Καατρκότιιν, προς (^ε τον νομικον συ|ΐ|5ουλον 
τοΰ υπουργείου τΓ|ς Ιΐίίΐ^είας κ. 'Κμμ. Λυκοΰ- 
δην, έχοντα έντολην ι••ξομ(ί?ασεο)ς παντός σχε- 
τικού ζητ»)(ΐατος προς τάς [ΐετά τών ίΐυτών 
συ[ΐο[(ι)νίας, ώς προς τάς κατ(/.Ρι?.ΐ)ί)ιισοιιενας 
εις αυτούς άποζΐ](ΐΐ(όσεις. 

Ούτοι έπιβά\'τες της < Μυκά/.ης ^ κυβερνο)- 
μένης υπό τοΰ (/.ντιπλοιάρχου κ. θ. Θεοχάρΐ| 
και συμπαραλαβόντες την άτ(ΐ()ΐΐ(ΐιο?ιίαν ' Σί3- 
ρον % προς δε σκεπαστή ν (ρορτηγί?)α μετά γερα- 
νού και τά σχετικά βοιι^ητικά μηχανήματα, 
άνεχιόρησαν εκ ΙΙειρίχιώς την εσπεραν της 7 
Φεβρουαρίου και [ΐετά περιπετεκόδΐ) πλουν 
έφθασαν εις τον 1 Ιοτίχμόν τών ΆντικυΟήρον 
μόλις τΓ| ."> μ. μ. της Ν Φεβρουαρίου, ένί)' άνέ- 
μενον αυτούς οι δύται κατάκοποι ή?)η και 
άπηλπισμένοι ένεκα τών (δυσχερειών της άνε/.- 
κύσεως καΐ τών άμυ{)ήτ(ΐ)ν αυτών κακουχιών, 
ών ένεκεν ήσαν έτοιμοι \'ά διακόψωσι τάς 
εργασίας καΐ έπανέλθωσπ' εις τήν πατρίδα των. 

Αμέσως δε ή Μυκάλη επεδόιΗ] εις τήν 
άνέλκυσιν τών άγαλμάτοον, άτινα οί Συμαΐοι 
δύται εΐχον [ΐεν ανακαλύψει πρό της όφίξεως 
αυτής, αλλά δεν ήδύναντο νά η^έρωσιν εκτός 
της ισάλου και εΐχον έπιπόνως ρυμουλκήσει 
ύποθαλασσίως εις ύδατα άβαΟέστερα. Μεταξύ 
τούτων ήτο και ή [ΐνημονευθεΐσα ήδ)| εν μέρει 
καλώς διατηρούμενη κεφαλή τοΰ τό πρώ- 
τον ύπηνήτου νεανίου μετά τοΰ υπό σπόγγωλ' 
κατάφυτου κορμού αυτής, άφ' ου (Ιπεκόπη κατά 
τήν άνέλκυσιν κορμός ϊππου έχοντος περί τόλ' 
τράχηλον διάφορα ανάγλυφα κοσ[(ήματα ήτοι 
άετόν καΐ δπλα (Άρχ. Έ(( ΐ)ΐι., πίλ'αξ Β' .■')), και 
άλλα αγάλματα μαρμάρινα, δυστυχώς κατε- 
στραμ[ΐένα, ών μεταξύ κορμός γυναικός μετά 
διασταυρουμένων ποδών, πλείστα αγγεία καΐ 
τεμάχια τού π?^οίου, ένώτιον χρυσούν κ.?^.π. 

Τήν έπιοΰσαν, 9 Φεβρουαρίου, τά δύο άτ[ΐό- 



πλοια μετά τών π/νοίίον τών δυτών ρκπ/.εύπαντα 
τοΰ ΙΙ()Τ(/.μοϋ (ΐετέβησαν εις τόν τόπον τοΰ 
ναυαγίου και ήρξαντο, διά τών άτμηλ(ίτθ)ν 
αυτών μηχανημάτυη', τής άνελκύσείος τών με- 
γάλθ)ν άγαλ[ΐ<ίτ(ΐ)ν, άτινα κ(/παδυ<ήιενοι οί δύται 
ύπί) τάς ά[ΐέσους ένί)ουσΐ(ί)δεις παροτρύνσεις, 
παραίίαρρύνσεις και υποσχέσεις τοΰ υπουργού 
κ. Στιχη, προσέδενον δι' ισχυρών κάλίον μέ 
μόχί)ί)υς καΐ κινδύνους, τών όποίίον τί|ν <(ρίκΐ|ν 
τίποτε δεν δύν</τί/.ι νά περιγρά»|»η . Τούτο)ν 
δ'ε'νεκεν ανήρχοντο πολ/.άκις ήμιΙ)ανεΐς εκ τοΰ 
βυΟοΰ, όν ύπεχρεοΰντο νά άνασκάπτωσι πέριξ 
τοιν αγαλμάτων. 

Κατ' αρχάς έξήχίΐη εν καταβεβρωμέλ'ον υπό 
τής {)α/ιάσσης μαρμάρινον άγαλμα {)εοΰ καθή- 
μενου επί {)ρόνου ('Λρχ. Έίρημ., πίναξ Α' ">). 
Κατόπιν όμο)ς οί δύται ανερχόμενοι ανήγγελ- 
λαν ότι έπι τών αγαλμάτων έπικάθηνται πε- 
λίόριοι όγκιιλπίοι ή βράχοι . Δυστυχώς ό τε 
επιστατών έπι τής (/.νελκύσεως αρχαιολόγος 
κ. Καββαδίας και πάντες οί συν αύτω εν τή 
εύλόγο) αυτών σπουδή, ούδόλίος φανταζόμενοι 
ότι οί βράχοι ούτοι δυνατόν νά ήσαν κολοσ- 
σιαία αγάλματα, 0)ς εύ{)τ)ς κατόπιν απεδείχθη, 
ένόμισαν ότι πρόκειται περί βράχο)ν καταπε- 
σ(')ντ(ΐ)\' εκ τής άνοιθεν ακτής συνεπεία σεισμι- 
κής τίνος δονήσεο)ς, γενομέλης εν άγνοΊστο) 
εποχή μετά τό ναυάγιον. 

Λιετάχί)η λοιπόν ή έκτόπισις αυτών. Οί δύται 
περιέδενον αυτούς διά παχύτατου κάλο), ού τήν 
άκραν παραλαμβάνουσα ή ισχυρά ιιηχανί| τής 
«Μυκάλης» κατεκύλιεν ύποβρυχίίος μετά τίνα.; 
στροφάς εις τήν παρακειμέλ-ην άβυσσολ'. 

Μετά τόν έκτοπισμόν τούτον άλ-εβιβάσΟη- 
σαν πλείστοι νέοι. παραμεμορφομένοι κατά τό 
πλείστον. κορ[ΐοι μαρμαρίνων αγαλμάτων, δν 
εν, σώζον τό περίγραμμα νεανίου τήν δεξιάν 
έπι κιονίσκου στηρίζοΛΤ-ος (Άρχ. Έφημ., πίναξ 
Β' ϋ), έκλήΟΐ] υπό τώλ• τότε παρόντωλ- τό 
φάντασμα τοΰ Έρμου τοΰ Πραξιτέλους . Διαρ- 
κούσης τής εργασίας ταύτης μέγας κορμός 
ϊππου προσδεθείς κακώς, ει καΐ μετ' ανή- 
κουστους κόπους, έξέφυγε τών δεσμών τής εις 



Ό -θησαυρός των Άντικνϋήρων 



πολύ βαθυτέραν θάλασσαν άποαυρΟείσης Μυ- 
κάλης > και κατεκυλίσθΐ] δια παντός εις την 
άβυσσο ν. 

Τότε δ'άπεΓρασίσΟη να άποπ?^εύσ)] Γ) Μυ- 
κάλη εις Πειραιά μετά τοΰ γενικού εφόρου, 
δπο)ς κομίστ) καταλληλότερα μέσα, ιδίως δε την 
μικράν τορπιλλοϋέτιδα «ΑΊγιά?ιειαν- τίιν δυ- 
ναμένΐ]ν \'ά έργασΟ-ί) κατακορύφως άνωΟι 
τοΰ ναυαγίου, προς άνέλκυσιν των υπολοίπων, 
άτινα κατά τάς παραστάσεις των δυτών ήσαν 
πελώρκι '. 

Τ Γ) VI Φεβρουαρίου, έπΙ της Μυκάλης» 
κομισάσιις και πάντα τα ά\'ελκυσθέντα μέ/ρι 
τοΰ απόπλου αυτής, έπανήλΰεν εις Αθήνας 6 
κ. Καββαδίας, τάς δε λεπτομερείς αύτοϋ αφη- 
γήσεις περί των τελευταίοον εργασιών έδημο- 
σίευσαν αϊ διάφοροι έφιημερίδες τών Ά{)η\'ών 
και το Πανελλήνιον Πρακτορεΐον τών εφη- 
μερίδων 'Κ 

Τα αγάλματα κατετέΟησαν αμέσως εις το 
Μουσεΐον, επειδή δ ' έκτοτε ή επιφάνεια αυτών 
άπεξέσίΐη δια σ[ΐιλών, καιίαρισθεΐσα εκ τών παν- 
τοίων ΐίαλασσίίον προσφυμάτίον, παραιΙέτομεν 
ενταύθα το γενικόν μέρος περιγρα(ρής ανδρός 
έπισκεφθέντος αυτά δτε (/.κό[ΐ)| εύρίσκοντο έπι 
τοΰ καταστρώματος τής Μυκάλης ο Ι Εΐναι 
20 περίπου κομμάτια — μαρμάρινα ανδρικά ως 
έπΙ το πλείστον αγάλματα — μεταξύ τών οποίο) ν 
δύο ή τρίίχ υποτίθεται ότι ανήκουν εις γυναί- 
κας. Ή θάλασσα όμως έπετέλεσε τρομεράν 
καταστροφήν έπάνο3 εις αυτά. Τά πλείστα εξ 
αυτών έχουν μεταμορφω{)ή τώρα εις άμορφους 
όγκους εναλίων βράχων, οι όποιοι [ΐάς έκαμον 
την έντύπωσιν κολοσσαίων θα?ιασσί(ι)ν όστρά- 
κο)ν. Φαίνεται ότι περίεργοι χ)]μικ(χι ενώσεις 
συνετελέσΌησαν μεταξύ τοΰ λευκού μαρ[ΐ,άρου 
και τών διαβρο)τικών υδάτων τής θαλάσσης. Οί 



Γ?αχφυράν, ?ιεπτομερΓ| και χρήσιμον, υπό μορφήν ημε- 
ρολογίου, περιγραφήν τών από τής 7 μέχρι 10 Φεβρουαρίου 
εργασιών τοϋτοιν έδημοαίευσεν ό αυτόπτης κ. "Εμμ. Λυκού- 
δης ίντω'Άατει τής 13 Φεβρουαρίου.ΊΛέ και Έστίαν τι'ις 12. 
•^ Ίδέ τό "Αατν, Νεολόγον, κ(ΐ1 ΣχρΙπ κ.λ.π. τη.; 1;} 
Φεβρουαρίου 1!1ΰ1. 

^ Ακρόπολις 18 Φεβρουαρίοιι 1001. 



πόδες έλεπτυνΟησαν, αί χείρες κατεφαγώθη- 
σαν, αί κεφαλαΐ παρεμορφο'τΟησαν τερατωδώς, 
αί ώραΐαι καμπύλαι έξηφ!ανίσθΐ]σαν υπό συγ- 
κολλήματα άλάτϋ)ν και οστράκων, και οί κορμοί 
κατέστι^σαν ποροίδεις, δυνάμενοι νά άποτρι- 
|"]οϋν εις λεπτήν κόνιν, ενώ ή παρθένος λευκ()- 
τΐ|ς τοΰ μαρμάρου προσέλαβε τό χρώμα βρά- 
χου αιωνίως δερομένου υπό τών κυμάτων .... 
Άλλ' υπό τάς καταστροφιάς και τάς μεταμορ- 
φώσεις, τάς όποιας συνετέλεσεν ή θάλασσα, τό 
παλαιόν κάλλος μαντεύεται, αί ώραΐαι γραμ(ΐαι 
συλλαμβάνονται κ.λ.π. . 

ΤΓ| 14 Φεβρουαρίου ό γενικός έφορος τών 
αρχαιοτήτων μετά τοΰ εφόρου κ. Π. Καστριώ- 
του έπλευσαν έπΙ τής Μυκάλης» εις Άντικύ- 
{Η^ρα ακολουθούμενοι ύπό τής Αιγιαλείας . 
Άλλ' εκ τής έπικρατούσιις τρικυμίας, ής ένεκεν 
ε'ιχον και πάλιν έπι ημέρας διακοπή αί έργα- 
σίαι, ή μεν Μυκάλη» προσωρ[ΐίσθη εις Κύ- 
θηρα, ένί)α είχε μεταβή και ό κ. υπουργός, ή 
δε Αιγιαλεία , κινδυνεύσασα εν τφ πελάγει 
παρά τό\' Μαλέ(/.ν, κατέφυγεν εις Βοιάς '. Μόλις 
δε τΓ| Κ! Φεβρουαρίου άμηότερα τά πλοία 
έπλησίασαν εις την ακτή ν τού ναυαγίου, ένι)α 
(ΐί δύται είχον επαναλάβει τάς εργασίας από 
της (ΐεσΐ)μβρίας τής προηγουμέντ)ς, κατορθο')- 
σαντες νά άνελκύσωσι τό κάτω ήμισυ μαριια- 
ρίνου γυναικείου άγι/λματος έφθαρ[ΐένου, δύο 
υδρίας άκεραίας καΐ δύο βάίίρα αγαλμάτων. 
Εις τους καταπλεύσαντας επικούρους οί δύται 
άνεκοίνωσαν ότι έβ?ίεπον έν χαράδραις τού 
βυθού διάφορα αγάλματα, ιδίως έν, ου ευδιά- 
κριτος ή κεφαλή και τά ενδύματα, δύο ίππους, 
κ.τ.?ι.., προσέθετον όμο)ς ότι διά τήν άνέλκυσιν 
αυτών προαπαιτείται καΐ πάλιν νά άποκυλισθή 
εις τήν άβυσσον - μέγας βράχος > έπικαθή μένος 
τών άγαλ[ΐάτο)ν. Τούτο και απεφασίσθη. Τήν 
έπιοϋσαν λοιπόν, 17 Φεβρουαρίου, προσεδέθη 
ό βράχος > διά παχύτατου κάλω και ή Αιγια- 
λεία παρα?χχβούσα την άκραν αυτού έξεκίνη- 
σεν ολοταχώς προς τό πέλαγος. Ευτυχώς ό 



"Αατν 1."), 17 και 18 Φεβρουαρίου. 



Ό {)ηα(ΐνρ<)ς τ<7η• Άΐ'τικοΟι'/οηιι• 



κάλίος έΟραύαίΙη χ<ΐ)πΊς να κινΐ|ΐ)Γ| ό |!ο(/./()ς . 
ΓΙροσρ?>π)η ίκ νι'οπ χα\ )\<))\ ί-πήοιτο ήποΙ'^ού- 
/ιος προς το πέλαγος καΐ προίκΐ'ΐτο να κατα- 
ποντιαΟΓ) /αιομρνου τοΓ» '/.άλο), ί'ηΐ ό Οπουργος 
ύποπτηιίΐΓίς αϊ(('νΐ|ς οτι (>ιιν(ίτον οί κίχταπον- 
τιζόμινοι οί'τοι |'5ρ(<7.<>ι να ι-ίναι (χγάλματα κο- 
/α)σαΐ(<1(/. {( (/.ιν()|ΐ!-ν(χ ίκ πρ(ί)τΐ]ς οψΡ(ι)ς ί"ίς το 
ακιόφως τοϋ πυΟμένος (ός ((ΐισικοι βρίίχοι, κπί"- 
μεινρ μεγάλο)ς να εξακολουΟήσιι η (χνκλκί'σις 
κατακορικρίος ((ΐ-χρι της Ιαάλον ϊνα |)ί-•()(χιο){)Γ) 
αν πρ(Γ;μ(/τι πρ(')κριται περί |ίράχου. 'Οτε ί^ε 
ιιετά κιν(^ύνο\1 χής Αιγιαλείας • ίςετελεσϊ)ΐ| ί| 
ί)ιαταγί| αΠτί), τα. αν(ΐιί)εν κΰπτοντα .τλΐ|ρ(ί)ΐιατα 
.τ(/.ντ(ΐ)ν το)ν πλοίων έρριψαν κραυγί|ν χ/ίράς επί 
τΓ] εμφανίσει εις την επκράνειαν της {)αλάασΐ]ς 
[ΐαρμαρίνου άκε(ραλου κολοσσοΓι Ηρακλέους 
πανομοίου προς τον Φαονεαειον ΊΙρ(χκλεα τοΰ 
Μουσείου της Νεαπόλεως (Έφη[ΐ. 'Λοχ. πίνας 
Η' 1). ΐν(/. (^ί- κ(χτ()πιν άνελκυσΟη οΰτος έκτος 
τοϋ (Ήπατος, έόέησεν ή Αιγιαλεία» ήρεμώτατα 
πλέουσα να σύρη αύτον κάτ(ΐ)Οι της ίσιχλου, 
όπως προσδειΚ) δι' (χ?α>σεοη' έπι τοϋ γερανού 
της εν τφ δρμίο Μυκ(χλης , ύφ' ής (ΐετά κιν- 
δύνου αυτής και τοΰ πληροιματος ιμορήΟΐ) καΐ 
άπετέθη έπι τοϋ καταστρο)ματος. 

ΚάτονΟι τοϋ Ηρακλέους τούτου ευρέθη και 
άνειλκύσΟιΙ έτερον ιιαομι'χρινον αγαλιια ίμ(χτιο- 
φυρον ύποιιιμΑ'ήσκιη' πο)ς παράστασιν Απόλ- 
λωνος• (=^ Λιοιιήδιις: 'ί]Γ(ΐημ.Άρχ. πίναξ Ε' 3). 

Τήν έπιοϋσαν, Κυριακην IX Φεβρουαρίου, 
οί κεκμηκότες δύται έπείσΟησαν [ΐετά πο/.λούς 
μόχθους να έργασθώσι κιχί π(χλιν, ανείλκυσαν 
δε τρία (χγάλ[ΐατα και κορμόν ίππου άκέφα- 
λοΛ' και άπου\' . 

Παρ'δλας δε τάς έ'ριδας καΐ διχονοίας μεταξύ 
των δυτών και τοϋ πλοιάρχου αυτών, ό κ. 
υπουργός κατώρθοισε να πείσΐ) τους άλλως σφό- 
δρα έξηντλιμιένους δύτας, τινάς δε και βαρέο^ς 
ασθενείς, να έργασθώσι και τήν έπιοϋσαν 
άπο τής Ο π. μ. μέχρι τής ο μ. μ. Κατά το διά- 
στημα τοϋτο άνειλκύσθ^ησαν πρώτον μεν διά- 
φορα τεμάχια τοϋ κολοσσιαίου Ηρακλέους, 
άποκοπέντα καθ' ην ώραν το άγαλμα έσύρετο 



υπό τής Αιγιαλείας έπΙ τών έναλίίον βοάχπιν, 
δεύτερον δε άγαλμα, σύνθετον (χρ/ήΠεν εκ δύο 
τΡ|ΐαχίο)ν, νεανίου έρείδοντος τήν δεξιάν έπΙ 
τής οσ(( ύος ('Εφηιι. 'Αρ/αιο/.. πίναξ Ζ' 4). 
Έπι τοΰ στήίΐους τούτου ήτί) έπικεκολλημένη 
έτερα χειρ τής χα?Λής κλίνης, όπερ παρέσχε τήν 
έίωτίδα ότι έν τω υπό τα αγάλματα συμπήγ- 
ματι άδράς ψάμμου και λίθχον (χνασκαπτο- 
μένο) καταλλήλως ί)' (χνεκαλύπτοντο οί ελλεί- 
ποντες κορμοί τών χαλκών άγαλμάτο>ν. Τέλος 
άνειλκύσϋη μαρμ(χρινος κορμός (ΐετά κε<(αλής 
πο)γωνοφόρου φερούσης κράνος ('Εφη μ. Αρχ. 
πίναξ Ζ' 2). 

Λυστυχώς οί δύται τελείως έξαντληΟέντες 
ήρνήίίησίχν να συνεχίθ(ι)σι τάς καταδύσεις αϋ- 
τώ\'. ΊΙ προτίχίΐεΐσα εκσκαφή τοϋ βραχοιδους 
πήγματος τοΰ εδάφους εις βάθος 30 όργυιών, 
μεθ' ην ή^ϋτΓζετο υπό τών παρισταμένων (χρ- 
χαιο/α)γων ΰτι ί)ά άνακαλυφθώσιν άφθαρτα 
αγάλματα και μάλιστα χαλκά, έτρόμαξεν αυτούς, 
έλεγαν δ' δτι δεν εχουσι περαιτέρω έ/-πίδας 
περί ανευρέσεως ετέρων άγαλμάτοιν. Τήν εναν- 
τίον γνο'ιμην εΐχον οί ίδιοκτήται καΐ οί πλοίαρ- 
χοι τών π?^οίων, έπιμένοΛ-τες δτι υπάρχει ακόμη 
πλήθος αγαλμάτων και προτείναλαες είς τόν κ. 
ύπουργόν νά μεταβώσιν είς Σύμην προς άνα- 
νέ(ι)σιν τοϋ πληροηιατος αυτών. 

Τέλος ό κ. Στάιις καταπείσας αυτούς τή 
ύποσχέσει προσθέτου αμοιβής νά έργασθώσιν 
ακόμη έπΙ οκτώ ημέρας και υποσχεθείς αύτοίς 
δτι μετά τοϋτο θά ρυμουλκηθώσιν υπό τής 
Αιγιαλείας» είς Πειραιά, άνεχοιρησεν έ.τι τής 
.< Μυκάλης > μετά τής ακολουθίας αύτοϋ καΐ τών 
εύρΐ][ΐάτων είς Αθήνας τήν έσπέραν τής 19 
Φεβρουαρίου '. 

' ΙΙεοι πάντιον τοντον τιϊη• ΐΛ-πό 12 — 19 Φεβρουαρίου ίδέ 
τό Ήμερολόγιον αντόπτου (Ε. 2. Λυκοΰδη) έν τω "Αστεί 
τής 19 και 21 Φεβρουαρίου 1901. Έπίση; τοΰ αύτοϋ -Τά 
αγάλματα τών Άντικυβήριον έν τοΐ; Πανα&ηναίοις, τό(ΐ. Α' 
σελ. 386—387. Ό αυτός εγραψεν (άνο)\•τ'μο)ς) και έν τη Εστία 
της 22 Φεβρουαρίου εκτενές σηιιείωμα υπό τόν τίτλον «Εις 
τόν τόπον τοϋ ναυαγίου . Ίδέ .τρός τούτοις τάς περί τών 
αυτών εργασιών άνακοινιόσεις τοϋ υπουργού κ. Στάη. κ.λ.π. 
έν ταϊς έΓρημερίσι τών Άβηνώλ• Εστία και Έσηερινϋ της 
ίΟΊ-, Σκρίπ, Εμπρός, Άχροπόλει, Νεολόγφ, "Αστει κ.τ.λ. 



— 9 — 



ο '&ησανρος των Άντικνϋ•ήρων 



Ώς άντιπρόσ(οπος τοϋ άρχαιο^νογικοϋ τμή- 
ματος τοΰ υπουργείου ούδεΙς των άρχαιολό- 
γο)ν παρέμεινεν εν Άντικυθήροις, απεφασίσθ)) 
δε να περιφρουρηΗτί (ίστυνομικώς ό τόπος τών 
ερευνών α μα τι] όιακοπΐ) τών εργασιών. 

Οι έπι τόπου μόνοι ποραμείναντες δΰται, συνε- 
χίσαντες αμέσως κατά τάς έπιούσας, 20 και 21 
Φεβρουαρίου, τάς εργασίας αυτών, άνείλκυσαν, 
κατά τηλεγράφιιμα τοϋ εν ΚυΙ^ήροις άδελφοϋ 
τοί3 κ. υπουργού, δύο ήκρίοτηριασμένα [(αρ[ΐά- 
ρινα αγάλματα ανδρών και) )][ΐένων έπΗ)ρόν(ο\' 
και κεκαλυμ(4ένων κάτω τής όσορύος, αγαλ^ια 
μαρμάρινον εν στάσει πυκτου ή σπροντός τι 
(Έφημ.'Αρχ. Γ' 4), έτερον νεανίου άνευ ποδώλ' 
(Έφη[ΐ. Άρχ. Γ' .">), βάσιν (ΐαρ[ΐαρίνΐΐν έφ' ης 
βαίνει, έπι τών δακτύλων άκρος πους, κορ[ΐόν 
άκέφαλον μεγάλου αγάλματος [ΐαρμαρίνου,χα/.- 
κην κειραλήν χηνός την κλίνην κοσμούσΐ]ς 
(πίναξ IX, 4) καί τιν<λ άλλ(/., εΐδον δι- καΐ έτε- 
ρον [ΐαρμάρινον ΐππον '. 

Μετά τούτο διέκο^ίαν τάς εργασίας αυτών, 
ματαία δ' απέβη ή έπΙ τόπου (χποστολή ύπη 
τού υπουργείου τού τότε καΟτ^γητού της αρ- 
χαιολογίας Οίκονόμ(ΐυ, έ\'τολήν ε/οΛτος Λ'ά 
πείση αυτούς διά προσθέτου ά[ΐοιβης \'ά συλ'ε- 
χίσωσι τάς εργασίας αυτών. 

Τη Κ! Φεβρουαρίου ή «Μυκάλΐ) έκό[Ησεν 
εις Πειραιά τά τελευταία εύρήματ(ί κ(χί αυτούς 
τους δύτας, άξιούντας ν' άναπαυϋώσι τουλά- 
χιστον έπΙ ενα μήνα πριν ί'] έπαναλάβωσι τάς 
εργασίας αυτών. Το ύπουργεΐον παρεδέχΟί) 
τούτο '. 

Ό έτερος τών πλοιάρχο)ν τώΛ' δυτών, κ. 
Φωτιάδης, άμα τη έπανόδο) παρουσιασθείς 
εις τον ύπουργόν τής παιδείας κ. Στάην, άνε- 
κοίνωσεν δτι «μή άρκούμενος εις τάς παρατί)- 



της 21>;ί Φεβρουαρίου. Έν δέ τί) Εστία τής ΙίΙ'ί"; Φεβρουα- 
ρίου έδημοσιεϋΟη εκτενές προς τό (ιπουργεΐο\• τών Ναυτικών 
τηλεγράφημα περί το)ν είιρημάτυ)ν τοϋ κυβερλ'ήτου της 
«Μυκάλης-, κ. Θεοχάρη. Έν τω "Αστει τής 22«>.• Φεβρουαρίου 
άνακοίνιόσεις τοΰ κ. Στάη πρ(")ς τό\• πρωΟυπο\ιργόν κ. Θεοτόκην. 

' Ίδέ Εμπρός, "Αστυ, Άκρόπολιν και ΣκρΙπ τής 24 
Φεβρουαρίου 1901. 

- "Αστν 27 Φεβροιιαρίου 1901. 



ρήσεις τών δυτών, κατήλθεν αύτος ούτος εις 
τον πυθμέ\'α τής θαλάσσης, διέκρινε δέ πλήθος 
αγαλμάτων, τά όποια κα?Λ'πτει ή ιλύς και τώ\' 
οποίων ό άριθιιός είναι τουλάχιστον τριπλάσιος 
τών (ΐέχρι τούδε άνε/Λυσθέντων. Τά άγάλ[ΐ(ίτα 
ταύτα έφάλ'ησαν αύτω όλα ακέραια, ίδίο)ς δέ έπι 
τού σωρού αυτών διέκρινε μέγα μαρμάρινον 
(ν;αΚ\{,α διατηρούμενον σώονν. Μετά τάς δια- 
βεβαιοΊσεις ταύτας προσέΰιικεν ΰτι άναλα[ΐ- 
βάνει, όλως άοριλοκερδώς. προσλαιιβάνων καί 
άλλους δύτας ν' ανέλκυση ταύτα πάντα εκ τού 
πυθμένος εντός τριών (ΐηνών, αφού όμως δια- 
κοπώσιν έπι τού παρόντος αϊ έργασίαι, ϊνα 
οί δύται ιιεταβώσιν εις την πΐίτρίδι/. αυτών 
ένεκα τών εορτών τού ΙΙ(/σχ(ί '. Τό ύπουργεϊο\' 
έζήτΐ]σε την άμεσοΛ', ει δυχ-ατόν, έπιη'άλιιψιν 
τών έργίίσιών, έπειδί) δέ τίνες τών δυτών έδή- 
λίοσαν κατηγορηματικώς ότι δεν θά δυνηθ(οσι 
νά έξακολουΰήσίοσιν εργαζόμενοι, ότι δέ η 
υγεία αότιον επιβάλλει εις αυτούς ν' άναπαυ- 
θώσιν έπί τίνα χρόνον, ό κ. υπουργός έχορήγη- 
σε\' είς τον μη έπιίΚηιούντα νά έγκαταλίπη 
τάς εργασίας π/.οίαρχον 1Γ) ημερών προθε- 
σμίαΛ', ϊνα καταρτίση τό νέον αυτού πλήρο3(ΐα• 
έδήλ(οσε δέ αύτω ότι, τούτου μη γενομένου, ή 
Κυβέρνησις Οά έδέχετο τάς προτάσεις αΏΜ^\ 
δυτών εξ Αιγίνης, προσ(ρερ()μένο)ν νά συλ'εχί- 
σ(οσι τάς εργασίας τής άνελκύσειος -. 

1Ιράγ[ΐατι δέ οί Συ((αϊοι πλοίαρχοι έδήλω- 
σαν ήδη την ί) Μαρτίου ότι κατήρτισαν τά 
νέα αυτών πληρώματα αύξήσαντες τον αριθ- 
μόν τών εξ δυτών είς δέκα, ίνα αί έργασίαι 
γίνο^νται είς τό [ΐέλλοΛ' τακτικ(ί)τεραι καί άποτε- 
λεσματικο)τεραι, δκχκοπτόμεναι μόνον έπ' ολίγας 
ημέρας κατά τάς προσεχείς έορτάς τού Πάσχα '. 

Οί δύται συνοδευόμενοι υπό άτμοη[ΐιολίας 
τού Β. Ναυτικού άνεχοΊρησαν μόλις τη 1 7 
Μαρτίου, έχοντες μεΟ' εαυτών καί τον έφορον 
τών αρχαιοτήτων κ. Κ. Κουρουνιθ)τηΛ', έντολήν 
έχοντα υπό τοϋ υπουργείου, όπως έποπτεύη 



"Αστυ 2 και ίί Μαρτίου 1901. 

Άστυ 4 Μαρτίου 1901. 

"Αστυ 10 καί 14 Μαρτίου 1901. 



10 — 



'() ι'ίί/Πίίορος ΤίΤιΐ' Άι•τικι<ι'}ήι>ΐι>>' 



τ«ς κργασκχς, οχιτινρς ΐ\•¥Χ(ΐ. της ¥ΆΐΧ[)(ΐτ\]πα- 
π\\ς μργάλιις τ^^ιικυμίας Γ|ο'ί(/.ντο ιιόλις τΓ| 24 
Μα!^)ΤΗΐΐ' '. 

Μόλις ί^' ι•π(/.ν(/.λ(ί()()ντι-•ς οί ί^ιΊται τάς ί'ογα- 
σί«ς (χνείλκυσαν κορμον 'ιίτπου μ(ίρμαρίν()υ, ((^^■- 
ροντος άνόγλικρον πΓχράστ«σιν 'περί τύν λαι- 
πην (Ίν('ΐ|μ. 'Αρ/αιολ. πίνίίξ Π' Ι)• ί^ιρκοψαν 
ί)ε κατ(')πιν τάς ι•ργασίας τΓ) 2!Ι Μίχρτίου, ενεκοχ 
τ(7)ν ίορτών τοϋ Γίάαγα, κίΐι ίπ«νκλα|^»()ν πίχλιν 
(ίΰτάς κντος τής ρβί^ομάίίος τής Λιακαινησί^ιου, 
άνελκύσίχντες με/ρι της !• Απριλίου (^(«((ό- 
ρους [ΐαρ[(«ρίνας (5άσεις, γλυπτ(/. τίνα δλο)ς 
(/.πΓ|μ(/.ντ(/., κ(ά κεφαλήν ϊπποτι μι-τρίίος (^κ/τη- 
ρ()ΐ)[ΐεΛ'ην, (χνήκουσαν ?)ε εις ενα τών εύρείίεντον 
κοριιών (Άρ/. Έ(( ΐ|ΐι. πίν«ξΛ';5). Έν γένει ί)έ 
καιΤ όλον το μέ/Λ"^ ^'Ί^ ^^ Απριλίου διάστηιια 
αί εργασίαι, περί ών ό κ. Κοΐ'ρουνΐ(ί)της υπε- 
Ι^ίχλε προς το Ύπουργεΐον εκΐΐεσιν, ίιπ' ουδε- 
μιάς έστέφΟησα\' αιμκίντικής έπιτνγίας, το μεν 
ένεκα της έπικρατούσΐΐς τρικυμίας, το δε ένεκα 
τής (χτελείας τών μέσ(ον ατινα διεΟετον οί δύται 
εις το (χναπεπτα(ΐενον εις πάντα ανεμον και 
εις διαρκή σχεδόν θαλασσοταραχή ν διατελούν 
άξενον εκείνο [ΐέρος τώ\' ΆντικυΌήρον '. Έκ 
τής πο/.λής δ εργασίας εις τώλ' δυτών, ονόματι 
Γ. Κρητικός, καταδυθείς εις βάθος 35 όργυιών, 
(χπεΟανεν, οί δε π?ιθίαρχοι ελ{)()ντες εις Αθή- 
νας, άμα τή είδήσει δτι ή Κυβέρνησις έπεζήτει 
τάς ύπιιρεσίας τών εν Γενούη Ιταλών δυτών, 
έζήτησαν την άδειαν \'ά [ΐισθο)σο)σι καΐ ά?^ι.ους 
δύτας ίνα συνεχίσοισι τάς εργασίας ^. 

Αί περί τών κατόπιν εργασιών ειδήσεις έρ- 
χονται σποραδικώτεραι. Την τε/.ει>ταίαν εβδο- 
μάδα τοϋ Μιχΐου οί δύται άνείλκυσαν κατά 
τηλεγράφημα προς το ύπουργεΐον τής Παι- 
δείας λίΐφιΰεν τή 1 Ιουνίου «άρχαιο/\.ογικά 
τιν(χ (ίντικείμενα μικράς αξίας, ήτοι τήν δεξιάν 
χείρα (χγάλματος μαρμαρίνου καλής τέχνης, 
κορμόν άλλου αγάλματος κατεστραμμένου και 
παραμεμορφωμένου, μίαν βάσιν μαρμαρίνην 



' "Αστυ της 1Η, 20, 24 και 29 Μαρτίοιι 1901. 
- "Αστυ 1, 10 και 18 Απριλίου ϋΙΟΙ. 
3 "Λστν 29 "Απριλίου 1901. 



εφ' Γ|ς υπάρχουσι τά Γχνΐ| ποδών αγάλματος 
στιιριζομένου, ((δίνεται, έπι τής β(χσεο)ς, ο')ς καΐ 
?ιίίψανα στήλιις, ί^να (ΐαρμίχρινον πίίδα καλής 
δΐ(χτ)μ_^)ήσεο); καί τίνα άλλα ί/.αήμα.ντα (χνη- 
κείμίλ'α '. 

'Γή δε .'»1 Ιουνίου ήγγέλΟη, ότι άνειλκύ- 
σΙΙησαν κατά τάς ημέρας έκείνας διάφορα 
πήλινα (χγγεΐα, εν πινάκιον κατεστραμμένο ν, 
τε[ΐάχΐ(χ τίνα σκευών έκ μετάλλί)υ, πήλιναι 
πλάκες, διάηορα άλλα τεμάχια καί έπ(/ν(ί)λι- 
ί)ος χειροκινήτου ιιύλου ". 

Τή δε ι; Ιουλίου ελήφθη εις το ίιπουρ- 
γι-ϊον τιιλεγράφημα, ότι τάς τελευταίας τεσ- 
σάρας ημέρας διαρκώς έργασϊ)έντες οί δύται 
(χνέσυραν διάφορα αγγεία πήλινα δια(( ()ρ(ον 
σχη(ΐάτο)ν καί μεγιχλα τεμιχχια χαλκίνης χύτρας 
μετά λιχβής- έπίσιις βίχρος [ΐολύβδινον σχή- 
ματος κωνοειδοΰς και ότι οί δύται έξηκο- 
λούί) ουν τάς εργασίας αυτών, έφ ' όσον επέτρεπε 
τοΰτο ή τρικυμία^. Νεώτερον δε τηλεγράφι^ια, 
τή 1ϊ) Ιουλίου, ήγγει/^εν ότι οί δύται (ί)ς εκ 
τής έπικρατούσ)ΐς τρικυμίας δεν ήδυνήί)ΐ|σαν 
νά έργασΟώσιν ή τρεις μόνον ημέρας, καΟ' ας 
άνεί/^κυσαν μόνον τρία μικρά πήλινα αγγεία, 
μίαν ύδρίον πηλίνην και διάφορα μικρά τεμά- 
χια χάλκινα \ 

Ένεκα τοΰ άκαρπου σχεδόν τών τελευταίον 
προσπαθειών τών δυτών έγένοντο τότε προσ- 
πάΟειαί τίνες, ίνα εί.θοσιν εις Ελλάδα προς 
έξακο/^ού{}ιΐσιν τώ\' εργασιών Ιταλοί έκ Γε- 
νούΐ)ς δύται, περί ών λέγεται ότι δύνανται νά 
παρα[ΐένο)σιν ύπο τήν θάλασσαν έπΙ μακρόν 
έρευνώντες τον βυΟόν αυτής, ό δε υπουργός 
κ. Στάης απεφάσισε νά μεταβή και πάλιν 
εις Άντικύθιιρα, όπως έπι τόπου έξετάση τά 
κατά τήν έργασίαν τών Συμαίων δυτών καΐ 
ϊδη αν πρέπει νά έξακολουθήσωσιν αί εργα- 
σίαι ή νά διακοπώσι, μη ύπαρχούσ)]ς ελπίδος νά 
άνελκυσθώσι και άλλαι άρχαΐ()τητες διά τών 

' "Αστυ 2 "Ιουνίου 1901. 

- Άστυ 1 Ιουλίου 1901. 'Ιδε και τό φΰλλον τής 2 Ιου- 
λίου (οί 6ΰται). 

^ "Αστυ 7 Ιουλίου 1901. 
< "Αστυ 14 "Ιουλίου 1901. 



11 



Ό -θησαυρός των Άντικνϋ^ήρων 



μέσων, ατινα (>ιαΙ)ΐ"τ()υσιν «ιπαρ'ίκιίν κ«ταί)ΐ'- 
τικαι μηχαναί ^ 

Πράγματι δε την έσπέραν της 28 Ίου?άου 
ό υπουργός επιβαίνωΛ' της Μυκάλης εξέ- 
πίιευσε τοϋ Πειραιώς, εγων μεΟ' εαυτού και 
τον νομικόν σΰμβουλον τοϋ υπουργείου της 
Παιδείας κ. Ε. Λυκούδην, όστις κ(/.τ(')πιν έδη- 
[ΐοσίευσεν υπό το ί|)ευδώνυμον Τ(ΐζί-Ί()ΐ(!ηης 
λεπτομερή και /ρήσΐ(ΐον άφήγιισιν τιΊη' κατά 
τον νέον τοϋτον πλουν 'Ι Ή μαινόμενη τρικυ- 
μία ή νάγκασε την Μυκάλην να προσεγγίση 
μόνον εις τηΛ' ύπήνεμον θέσίΑ' Καμαρίλι τώλ- 
Αντικυθήρων, ενί)(/. κατίορΟο^Όη ή άποβίβασις 
τοϋ ϋπουργοϋ, όστις συνεννοηθείς [ΐετά τώ\' 
δυτών και της ν Αιγιαλείας ν περί της έξακο- 
λουθήσεως τών εργασιών άμα τη ιιεταβ()?ιή 
τοϋ καιροϋ έπανήλ{)ε, μετά δίίορον, επί της 
«Μυκάλης•, ήτις μετά τρίιορον κ?^,υδωνισ[ΐόν 
κατέφυγεν εις τόν όηιΐ()\• τής εν Κρήτη Γραμ- 
βοιισης τη .")(» Ιουλίου. Τέλος βελτκοΟέντος 
τοΰ καιροΰ, την πρωΐαν τής .'Π, ή Μυκάλη 
έ'φθασεν εις τόν τόπον τοϋ ναυαγίου, εν9α 
ειχον ήδη προηγηθή οι Συ[ΐαΐοι και ή -Αίγκ/.- 
λεια Ν αί δ' έργασίαι ήρξαντο ά[ΐέσ(ος. Μέρος 
τής περί τούτων γλαφυράς άφηγήσε(ι)ς τοϋ 
αύτόπτου κ. Λυκούδη πι/,ραΟέτω ένταΰΌα, ώς 
παρέχον εικόνα χαρακτηριστικήν τοϋ συνόλου 
τώλ' πρωτοφανώΛ' τούτων αρχαιολογικών ανα- 
σκαφών εν τω βυ{)ώ τής θαλάσσης τών Αντι- 
κυθήρων. 

< ..."Ανευ τής < Μυκάλης» ή περαιτέρω 
εργασία προς έξερειπ'ησιν τών βυί)ώ\' {>ά ήτο 
αδύνατος. Δύο πελ(ί)ριοι όγκοι, καταπεσόντες 
προφαΛ'ώς κατόπίΑ' σεισμικών δονήσε(0Λ' εκ 
τών άπορρώγων βράχων τής ακτής, κατ(χκαλύ- 
πτουν τό ύπολειφχ'ΐέν άνεξέταστον υπό τώ\• 
δυτών μέρος. 

» Ισχυρίζονται, δτι κάτωθεν αυτών λευκά- 
ζουν μάρι^ιαρα. Άλλα καΐ αν δεν διεφαΐΛ'οντο 
τοιαύτα, {)ά ήτο άςρροσύνη νά [ΐείνη άλΐξέτίχ- 



' "Αατν ο Ιουλίου 1901. 

^ 'Ιοτορία ίνος ναναγίον, ίν τώ "Αστει τί]ζ ■>. (ϊ. 7 και 
8 Αΰγοϋπτου 1901. 



στος κατά το μέρος τούτο υ χώρος τοϋ ναυα- 
γίου. Ανάγκη λοιπόν νά προσδεθούν οί βράχοι 
και νά αποσπασθούν εκείθεν. 

Πόσον τω δντι εύκολος ήτο ή εργασία 
κατά την δια τής γραο( ίδος διατύπο)σιν! Νά 
προσδεθούν, νά αποσπασθούν !... Κατά την 
έκτέλεσιν ό[ΐ(ος ποοέκειτο περί τοΰ εξής, τό 
όποΐολ' κατωρθώΟΐ] \'ά αιιντελεσί)ή υπό τάς 
όψεις μας δι' εργασίας ημισείας ημέρας. 

> Κάλως ύπερ[ΐεγέι)ης, πάχους !Ι δάκτυλων, 
τοϋ οποίου 120 όργυκ/Ι έκαμΛ'ον ιιίαν [ΐεγάλην 
άκατον τής < Μυκάλης νά βυθίζεται σχεδόν 
μέχρι τού χείλους, διηυθύνιΐΐ] καθέτως άνωθι 
τοϋ ναυαγίου είς βάθος ;!5 όργυιών. 

»Τόν κάλων τοϋτον, τόν ίσχυρότερολ' τής 
«Μυκάλης , τόν σκληρότατον, τόν όποιον επί 
τού καταστρώματος τού πλοίίΐυ ύ.τό τόν ελεύ- 
θερον αέρα μόλις κατορθώνει τις \'ά λυγίση 
δι'όλΐ|ς τής εντάσεως τών δυνι/ιιείόν του, εκεί 
κάτο) εις τους απόκρημνους, τοιις (η-ηλίους 
βΐ'θούς, επρεπεν οί ήροκκοι εκείνοι άνδρες Λ'ά 
λυγίζουν, νά έκσκάι)ιου\' όπή\' κάτω τώ\' μετα- 
κινηθησομένοιν βράχιον, νά κά[ΐουν νά διέλθη 
δι' αυτής, νά περιβάλουν δΓ αυτού τους βρά- 
χους, λ'ά προσδέσουν διπλούς και τοιπ/νΟύς 
τεχνικούς κόμβους, καΐ έπειτα, παραδιδομένου 
εκ τής ?.έμβου τοϋ ετέρου άκρου εις την πρω- 
ραίαντροχαλίαν τής Μυκάλης- ,ν'άποσπάσουν 
αυτούς διά τής τεραστίας δυνάμεως τής [ΐηχα- 
νής τού οπλιταγωγού, κινου[ΐένου ολοταχώς. 

» Διά την πρόσδεσιν ταύτην άπητήθησ(χν 24 
καταδύσεις οκτώ δυτών και ί^πειδή ή εν τω 
βυθώ εργασία εκάστου τώλ' μαρτύρων τούτων 
εις βάθος .Ηό όργυιών δεν υπερβαίνει τά ό λεπτά, 
πλΐ|ν άλλων 4 διά την ά\'έλκυσΐΛ' καΐ κατάδυ- 
σιν, διά τό δυσχερέστατον τούτο έργον άπητήΒΐ] 
πράγματι μιίνον δίωρος εργασία ενός δύτ(η) ! 

» Τέλος προσεδέθη ό κάλως, παρεδόθη εις 
τή\' Μυκά?ιτΐΛ' και (χΰτη έξεκιΆ'ησεν ολοταχώς. 

- Στιγ^ιή ισχυρού όσον και ευλόγου τρόμου. 
'Πδύνατο νά λυθή ή πρόσδεσις τού βράχου, 
δτε μόνον θά εϊχο[ΐεν άποτυχίαν τοϋ εγχειρή- 
ματος• άλλ' ή δυνατό και νά θραυσθ'ή ό κάλως 



12 



'() ιΊ ηααΐ'ρος των 'Ανηκιη'^ήρηη• 



κ(πι/. τΐ|\' .τι/./.ΐ|\' 7(/.ΐ'η|\' τ(ο\' (/.\'τιηη((.Ί<ΐι\' τι•ρα- 
οτίίον ^ιι\'(/,ιπ'ο)ν. τΓ|:: (ϊ)ατΐ/'.Γ|ς της [ΐΐ|/ανΓ|ς της 
Μιικ(χλ)|ς κΐίΐ τής «ίντοχης τοϋ άπ' αίίόνοη' 
οιΐ(ΐπιιχί)κντ(»ς μν.τά τον πιη)[ΐή'()ς (ίράχοχι, οτε ό 
κίνδυνος των ι\)γαζ()[ΐενο)ν ήτο (ΐνυπολίΡ/ιστος. 

»Άλλά και ?τρρος τρομερώτερος κίνδχινος 
έπεκρέματο κατά κυριολεξίαΑ'. ΊΙδήν(/.τ() (Ϊτγο- 
σπώμενος ό βρά/.ος να ιιείνΐ) προοδεόεμένος 
και δια τοΰ |•}άρ()υς να έλκΰσΐ) τ»|ν πρωραν 
της Μυκ(χ?ι,ης προς τους βυθούς. Κίχτά τοϋ 
κινδύνου τούτου ϊστίίντο έπι της πριόρας έτοι- 
μοι προς άποκοπήν τοϋ χάλιη ναΰται της 
«Μυκάλης^> κρατούντες πελέκεις. Άλλα χάρις 
εις τα ληη Πεντα μέτρα και εις την συνδροιιην 
της τύχης τα πάντα διεξήχθησαν ύιιαλώς και ό 
βράχος [(όλις </.ποσπασί)εις ελύΟη κυλιαίΐείς εις 
την άβυσσον '. 

Επειδή δε τα ΰδατα έθο/ιθ)0)ΐοαν τοσούτον 
μετά τήν άπόσπασιν τοϋ βράχου, ώστε οί δύται 
μετά πολλάς κατίίδύσεις ουδέν κατώρ9ο)σαν να 
άνελκύσωσιν, ο δε κ. υπουργός και ή < Μυκά?\,η>^ 
δεν ήδύναντο νά άνα[ΐεν(οσιν επι πλέον, άνεχώ- 
ρησαν είς τον ΙΙοταμύν των ΆντικυΟήρο)ν και 
παρέλαβον τά εκεΐ έναποτεΰειιιένα αρχαία, 
άτινα έπι τετράμηνον μετά το προτελευταϊον 
ταξείδιον της Μυκάλης έξήχΟιισαν εκ τοϋ 
βυ{)οϋ ύπο των δυτών, ους άλλως υ κ. ύποιιρ- 
γος εύρε καταπεπονη[ΐένους και έξηντλημένους. 
Δύο μάλιστα εξ αυτών ήσαν ήδη ήμιπαράλυτοι, 
εις δε, ό καρτερικώτατα εργασθείς Γεώργιος 
Κρητικός, όπέθανεν ήδη, ώς εϊπομεν ανωτέρω, 
παθών είς τά βάίΗ] της θαλάσσης τή\' κεραυ- 
νό βόλον τοϋ νωτιαίου μυελού και τού εγκε- 
φάλου νυσον τώλ' [ΐι^χανοδυτών (ιπίΐΐίΐάίβ οΐβδ 
δΟίίρΗίΐηάΓΡίί). 

Τά αρχαία ευρήματα, άτινα ή «Μυκά?αν> και 
ό κ. υπουργός έκόμισαν τότε εις Πειραιά τη 3 
Αύγουστου, ήσαν τά εξής : ^ 

Άγαλμάτιον χαλκοϋν νεανίου έπι βάσεως 



' "Αστν, 7 Αύγουστου 1901. 

- 'Ιδέ "Αστν 2 καΐ 4 Αύγουστου (τηλεγρά({ημα και άνα- 
κοινοΊσεις τοϋ κ. υπουργού) κ«ί 8 Αυγούστου 1901 (περιγραφή 
Έμμ. Λυκούδη). 



κυλινδρικής, λίίΐου ερυθρού (πίναξ \ III, Λ). 
Κορμός ίππου μαρμα,ρίνου ακέφαλου ((έρολτος 
επί τού στήθους κε(|α?νήν Μεδούοης ('Κί(ημ. 
Άς)χ. πίν. Η' 4). Κε«(αλή ίππου μαομαρίνη 
καλής διατηρήσεως (Ίνριμ. 'Λρχ. πίν. Λ' 4) ευ- 
ρεθείσα εγγύς τού ιχνιοτέρο) κορμού. "Λγαλικ/. 
[ΐαρ[ΐάρινον Απόλλωνος γυ(ΐνού, στηρίζοντος 
τόν άριστερόν αγκώνα έπΙ τρίποδος, διατηρού- 
μενον δε καλώς μόνον κατά τό όπίσθιον [ΐέρος 
τού σώ(ΐατος (Έφημ. Άρχ. πίν. Λ' 1). Κορμοί 
αγαλμάτων μαρμαρίνο)ν, τίνες μεν άκέ(|αλ(»ι, 
έτεροι δε μετά τής κεφα/α)ς, αλλά πάντες σχεδόλ- 
δκίβρίοτοι, πάντες κατεστραμμένοι, διατηρούν- 
τες δε μόνον τών σχημάτο)ν αύτίν τήν παρά- 
στασιν. — Μαρμαρίνΐ] χείρ καί πους γυναικείος 
μετά πεδίλου, αρίστης άμιρότερα διατηρήσειος. 
Βάθρα [ΐαρμαρινα άγαλμάτ(ον πολλ(/, φέ- 
ροντα έφ/ εαυτών καί τους πόδας τών άνελκυ- 
σθέΛ'τ(ΐ)Λ' αγαλμάτων. — Μεγάλη συλλογή πΐ)λί- 
νιοΛ' κίίί ύαλίνοιν αγγείων παντοίων μεγεθώΛ', 
προορισμών καί σχη(ΐάτο3ν. Δύο τών αμφορέων 
φέρουσιν ό ιιέν έλλιινικηΑ', ό δε /.ατινικήν έπι- 
γραΐ( ιήΛ'. - Πλείστα τεμάχια τού ναυαγήσαντος 
πλοίου. — Όστά άνθρωπου, ίσως τινός τών 
ναυαγών τοϋ πλοίου. Τέλος διάφορα άλλα 
ασήμαντα αντικείμενα μνημονευθέντα άν(οτέρο). 

Μετά τήν άναχώρησιν τού κ. υπουργού, οί 
δύται, ζητήσαντες καί λαβ()ντες παράτασιν τών 
εργασιών αυτών μέχρι τής 'όΟ Σεπτεμβρίου, 
έξηκολούθιισαν τάς εργασίας έφορεύοντος τού 
αρχαιολόγου κ. Κουρουνιώτου. 

ΤΓ] !Ι Αυγούστου τη?ιεγράφ)]μα προς τό 
ύπουργεΐον άνήγγειλεν ότι κατά τήν όιιολο- 
γίαν τών δυτών, κάτωθι τού μετακυλισϋέντος 
βράχου υπάρχει στρώμα άποκεκρυσταλλωμένον, 
έν φ είναι έσφηνωμένα τεμάχια μαρμάρου, 
προς δε καί δτι άνειλκύσθΐ] ; ιιικρός τριπτήρ 
εξ έρυΟρολίθου, έχων ώς λαβή ν τεχνικώτατον 
δάκτυλον άνθροχτου». Τή δε 29 τού αυτού 
έτερον τηλεγράφη^ια εξ Αντικυθήρων τού εφό- 
ρου κ. Κουρουνιοότου όνέφερεν είς τό ύπουρ- 
γεΐον, δτι πάσαι αί ένέργειαι τών δυτών προς 
μετακίνησιν τώλ' βράχων, κάτοιθι τών οποίων 



13 



Ό θησαυρός των 'Λντικν&ί/οο})• 



ύπετίΌετο δτι κρύπτονται άρχαΜ)τητες, απεβίω- 
σαν μάταιαι καΐ οτι ηδη έξήγοντο ασήμαντα 
τίνα αντικείμενα, λεή[)ανα τοί3 καταποντισθ εν- 
τός πλοίου *. Και νεωτέρα δε (ϋναίρορά τοΰ 
αύτοΰ εφόρου, ληφθείσα τΓ) 1 1 Σεπτε[ΐβρίου, 
ανήγγειλε τφ υπουργείο), δτι αϊ έργασίαι της 
{χνελκύσεο)ς εβαινον έπι ματαίφ, βεβαιούντων 
τών δυτών δτι ελάχιστον μέρος τοΰ πυθμένος 
μη καλυπτυμενον υπό βράχω\' μέ\'ει άνεξερεύ- 
νητον, πάσαι δ' αϊ εφεξής προσπάΟειαι ανιτών 
Οά περιορισθώσιν εις την διάρρηξιν σκληρού 
στρώματος, αποτελουμένου εκ διαφόρων απο- 
κρυστάλλωνε ισώ ν ουσιών, εν αις ευρίσκονται 
καΐ τεμάχια χαλκώλ' και ^ιαρ[ΐαρί\'ων αρχαίων, 
ών τα πλείστα κατεστρα[ΐμένα. Οι δύται έβε- 
βαίουν επίσης δτι ύπο το σκληρόν τοϋτο στρώ(ΐα 
υπάρχει άτιμος, ένθα δυνατόν να κρύπτοινται 
(αρχαιότητες, άλλ' δτι ήτο δύσκολον να διασπα- 
σθή το στρώμα τοΰτυ δια τώΑ' μέσων, άτινα 
εχουσιν εις την διάι)εσιν αυτών, διό καΐ έζήτουν 
να γίνη χρήσις δυναμίτιδος ή τορπίλλης (!) κ(ίί 
τών άνελκυστικών μ)ΐχανών τής Μυκ(χλΐ|ς . 
Έν τέλει ό κ. Κουρουνιώτης άνέφερεν δτι 
τελευταΤον έξήχ{)ΐ]σαν δύο τε[ΐ(ίχια σκελών 
ίππου, δύο τμι'ιματα ποδών άνΟρίόπου και τειιά- 
χια ενδυμάτων, πάντα μαρμάρινα. 

Τέλος τή '2'2 Σεπτεμβρίου ό αυτός ε((!θρος 
έτηλεγράφησεν δτι εντός τής εβδομάδος δια- 
κόπτονται αϊ έργασίαι τών δυτών, καθόσον 
αποβαίνει αδύνατος ή άπόσπασις τ(Τ)ν κ(χλυ- 
πτόντων τα αγάλματα βράχων ^. 

Οΰτως έ?ιηξαν τΓ] ΜΟ Σεπτεμβρίου 1!Η)1 αϊ 
(ΐέχρι τοϋδε έργασίαι τής ανελκύσεως, οι δε 
Συμαΐοι σπογγαλιείς άπήλΟον εις την πατρίδα 
αυτών, λαβόντες ώς (χμοιβήν πίχρά μεν τής 
Ελληνικής Κυβερνήσεως 150,000 δραχμών, 
παρά δε της Αρχαιολογικής Εταιρείας έπι 
πλέον ανά 500 δραχμάς έκαστος Ι 

Αϊ έργασίαι αύται, αΐτινες πάντως Οά μέ- 



νωσι διάσιιιιοι έν τή Ιστορί τών άρχαιθ?ιθγι- 
κών ερευνών, ένεκα τοΰ προ)τοφανοί3ς αυτών 
καΐ τών αληθώς ηρωικών προσπαθειών τών 
δυτών, δεν θε(οροϋνται λήξασαι οριστικώς, ώς 
έκτος πάσης ά[ΐφ>ιβολίας δντος δτι έν τω βυθώ 
κείται ακόμη σειρά ολόκληρος χαλκών αγαλμά- 
των φυσικού μεγέθους και έξοχου τέχνης, (ον 
μέλη τινά μόνον, χείρες ή πόδες, άνειλκύσΟιισαν 
μέχρι τοΰδε (πίναξ \'). Πάντες έν Ελλάδι συναι- 
σΟάνονται βαθέως τύ καθήκον τής άντι πάσης 
θυσίας άνελκύσεο3ς τών άντικεΐ[ΐένο)ν τούτίον *, 
διη και ή Κυβέρνησις, ιδίως έπΙ τοΰ ίιποιιρ- 
γού κ. Μομφερράτου, εις πολλάς [ΐέχρι τοΰδε 
προέβη άποπείρας προσκ/ιήσεως έκ τής εσπε- 
ρίας Εύρώπ))ς δυτών δυναιιένων νά έργασθώσι 
διά τελειοτέρίον καταδυτικών μηχανών έπι [ΐα- 
κρότερον και (χ\'ετ(ί)τερον εϊς τά βάθη έκεΐλ'α καΐ 
εις έτι μείζονα• δυστυχώς δμ(ος αϊ προσπάθειαι 
αύται δεν έτε/ιεσφ()ρΐ)σαν μέχρι τοΰδε ένεκα τών 
ασυμβιβάστων προς τονις έ/^.ηνικούς νόμους 
και ύπερόγκο)ν άξκόσρίον τώ\' ιιετακα/.ουιιέχ'ίον 
έξ Εσπερίας δυτών ^. 

Β. ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ. ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΙΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ 
ΤΠΝ ΑΝΕΛΚΤΣΘΕΝΤίΙΝ 

Άπό τής ήμέρ(χς τής ανελκύσεως τοΰ ιιεγά- 
λοιι, τοΰ σώου γαλκοϋ αγάλματος (Περσέο)ς), 
παραλλήλως προς τάς εργασίας τής άνελκύ- 
σεο)ς ήρξαντο αϊ έργασίαι τοΰ διά χημικών 
μέσ(ον καίίαρισμοΰ και τής αναστολής τής 
φθοράς πάλ'των τών χαλκών εύρημάτωλ', ταύ- 
ταις δ' ήκο?ιθύθησαν κατά πόδας αϊ έργασίαι τής 
συγκολλήσεως τοΰ χαλκού Περσέως. 

ΚαΙ διά μεν τάς εργασίας τοΰ καθαρισ(ΐοΰ έν 
αρχή, πλην χη[ΐικών τίνων Έ?.λήνων ^ έκλήθΐ] 
έξ Ιταλίας καΐ είργάσθτ] τόλ' ΜάρτιοΑ' τοΰ 



' "Αστυ 10 και 30 Αύγοΰστοιι 1ί•01. 
2 "Αστν 12 καΐ 23 Σεπτεμβρίου 11)01. 
■* Ίδέ τό "Αστν τΫ\ζ 7, 21), 30 Όκτωβρίοιι κα'ι 8 Δρκεμ- 
|1ριου 1901, προς δέ 9 κα'ι 11 Ιανουαρίου 1902. 



' "ΙΛέ κύριος τά περί τούτου αξιανάγνοιστίΐ άρθρα Αϊ 
ερενναι παρά τά Κνϋ-ηρα έν τω "Αστει τΓ|ς 22 Φεβρουαρίου 
1902, και Ό βν&ός τών ' Αντιχν9•ήρων έν το) "Αστει τί|ς 18 
"Ιουνίου 1902. 

- "Αστν 21 και 23 Φεβρουαρίου 1903. 

^ "Ιδέ κυρίιος Α. Κ. Δαμβέργη Έξαγόμε\'α χημικών έ'£ε- 
τάσεικν άρχαιοτήτίον τινώχ' τών Αντικυθήρων, έν Άρμονίι^, 
περιοδ. Αθηνών, τύμ. Β' (1901) σελ. 182—183. 



— 14 



'() ί%]παιιρος τών Άνηκυι'^ήροη• 



Ι',ιοί ή Γΐ/νίτιι-; τοΓ' λΐοΐ'πι ίοΐ' τΓ|ς ΝΐΓ"(χ.τ()λΐί(ΐ)ς 
κ. Ι\(/ρ(ίτρνοΰτ()ς• (χ/.λ' ^•πρι(^ΐ1 ή (χρίστί) άλλως 
ρμπίτΊΠΗ/. (/ητοΓ' (>ϊ ν ρξετείνετο, ώς φαίνρτιη, και 
Ρπΐ (ίντικΐΊ(ΐι••ν(ον ίπΐ τόοοιις (/.ί(7)ν«ς ύποσκίν- 
τ(ι)ν την ιΐτήρι-κίν της \)αλάαο\\ς, ή ρργαπίί/ 
αϋτοΰ πι•\)ΐ(ορίσί)ιι ρίς (ΐόνον τον καιίαριαμον 
ρνος /(χλκοϋ (ϊραχίονος (πίναξ \', 1) '. Άμίσίος 
κατόπιν (χί ρργαπίαι αύται άνετριΊιισαν οριστι- 
κώς εις την /ΐ|[ΐικον '(). Ρουσόπουλον, δοτις 
έπεράτωσεν αύτάς τον Ίούνιον τοΰ 1901, γρά- 
\|ιας έκτοτε περί της μρΟ(Η^()^' ην Ρ(ρήρ[ΐοαε 
προς τοΰτο '. 

Λιά ί)ρ τάς εργασίας της συγκο/.ληαε(ι)ς 
έκλή9)| κατ'ίχρ/άς [ΐεν ό τ(7>ν τοιοότίον εργα- 
σιών λίαν ε[ΐπειρος κα/^λιτέχν^ΐζ ^• Γουλιέλμος 
Ι^ΙιΐΓπι. έπανορ{ί(ι)τί|ς τών (χρ/αιολογικών πτ'λ- 
/ιογών της Βιέννιις, ΰστις μετά [ΐελέτ)]\' τοΰ 
προπκαίροκ όπο τοΰ "Ελ?^)ν()ς γ?αιπτου κ. Κα- 
λοιΉ^ΐ) αυναρμο/^ογ)]θέντος άγ(χλ[ΐατος ύπέ- 
[■^αλε τΓ] 12 'Οκτωβρίου 1!)01 ικχκράν εκίΐε- 
σι\' προς το ύπουργεΐολ' \ εν η προέτεινε τα 
δέοντα γενέσθαι. Επειδή δμο)ς προς έφαρμο- 
γήν της μεθόδου αί>τοϋ εΐχεν (χν(χγκιιν εργασίας 
εξαμήνου, δε\' ήδύνατο δε έπ' ούδενι δρο) να 
παραμείνη έπι τοσούτον χρόνον έν Άθ-ήναις, 
άλλ' έζήτει να άποσταλή το άγαλ^ια εις Βιέν- 
νην, δπερ δεν παρεδέχθη ή Ελληνική Κυ(3έρ- 
νησις, μετεκίιήθη, πολύ κατόπιν, εκ Παρισίίον 
τή συστάσει Γάλλων αρχαιο?^όγ(ον ό Γά?ι.- 
λος καλλιτέχνης Αλφρέδος Αικίτέ *. Ούτος 
κατελΟών είς ΆΟηΛ'ας το πρώτον τον Μαίον 
τοΰ 1902, [ΐελετήσας δε το άγαλμα και εγγρά- 
φως έκ-θέσας προς το ύπουργεΐον την [ΐέθο- 
δον αύτοΰ, ευθύς έγκριθεΐσαν, επανήλθε τον 
Αΰγουστον τοΰ αύτοΰ έτους και από τής 14 
Αύγουστου μέχρι τής 30 Σεπτεμβρίου δεξιώς 



' "Αστν 6, 8 και 22 Μαρτίου 1ί>01. 

- ϋόβΓ άίβ Κείηί^απ^ υη<1 Κοπίβινίεπιπ^ άβΓ ΑηΐίςυίίϊΙβη, 
έν Κ. Β. ΑΗγοπϊ' ΟΗεπιίδοΙιε ΖείΙδοΙίΓίίΐε, Βά. II, 5. 202— •_>0δ α. 
364, Τα£. 3. 

^ Ίδέ ταϋτην όλόκ?.ηρον ελληνιστί έν τω "Αστει τή; 17 
"Οκτωβρίου 1901. 

■* Βιογραφικάς σημειώσεις περί τοΰ καλλιτέχνου τούτου 
Ιδέ έν τω "Αστει τής 13 Αύγουστου 1902. 



εργασθείς συνεκι')λλΐ|σ! το άγαλμα, ('ηζ νΰν 
ευρίσκεται. 

ΙΙί/.νυ περίεργον κεηάλαιον της ιστορίας τών 
'ΑντικυΙΙηραϊκών αρχαιοτητίον άποτελοΰσιν αί 
εϊκασίαι, ερευναι και μελέται, αί άπό τής άνα- 
καλύψεϋ)ς τοΰ ϋησαυροΰ άρςάμεναι και μέχρι 
τοΰ νϋν ζωηρώς έξακολου{)οΰσαι, περί τής προε- 
λεύσεως και κατευθύνσεο)ς τοΰ ναυαγήσαντος 
πλοίου, περί τοΰ χριΊνου τοΰ ναυαγίου, πεςη 
τής τεχνικής (χξίας και τοΰ ονόματος ενός εκά- 
στου τών άνακαλυ((Οέντ(ΐ)ν αγαλμάτων κτλ. 
Σθ(μ)ΐ και άσο((θΐ άνεμίχίίησαν εις τ>ιν συζή- 
τησι\• ταήτην, ιδίως "Κλλχ\νΐ.ς, πλείστα γράψαν- 
τες έν ταΐς έψ»]μερίσι καΐ περιοδικοΐςτών Άί)))- 
\'ώΛ' κτλ., (χλλά [ΐηδέ περί τοΰ έ^^αχίστου τών 
ζητηιιάτ(ι)ν κατορΟώσαντες νά όμονοήσωσι, 
πάλ'τες δε σχεδόν ουδέν άλλο ζητοΰντες ή νά 
άντικρούσωσι τάς εμάς γνοψας, ας περί ενός 
εκάστου τών ζητημάτο)ν έδημοσίευσα, διαρ- 
κουσών τών εργασιών τής άνε/αύσεως '. 



' Τά έμά άρθρα είναι τά έ;ής : 

(Α) Ό εκ τών Κυ9τ|ριι)ν {)ΐ)σα\ιρός : "Αστν άρ. 3(567. 
24 'Ιανουαρίιιυ 1901. —(Β) "Ερευναι και εϊκασίαι περί τών 
άγαλμάτιον τών Κυί)^ήρων. Πιθανή προέ?.ευσις τό Άργος. 
Αγάλματα Άπόλλ(ι)νος κεχηνότος, Διομήδους τοΰ Άργείονι. 
Κρεΰγα .πυγμά/ου: "Αστν άρ. 3070, 27 Ιανουαρίου 1Κ01. — 
(Γ) ΌΟρυιίόίΐς ό Σ.ταρτκίτης : "Αστν άρ. 3(571, 28 Ιανουα- 
ρίου 1901. — (.\) ΛΊ χείρες τοΰ -πύκτου. Ό Περίλαος. Τό 
χαλκοϋν άγαλμα, άγαλμα Ιίερσέως κρατοϋλτος κεφα/.ήν 
Μεδούσης ; "Αστν άρ. 3674, 31 Ιανουαρίου 1901. — Ό 
Περσεύς. Γνώμη \αυτικών περ'ι τοΰ ναυαγίου. Τό κράνος 
τοΰ ΌΟρυάδα : "Αστν 3080. 8 Φεβρουαρίου 1901. — (Ζ) 
Ό «ταϋρος• ίππος έκ ρωμαϊκής πύλης τοΰ "Αργούς: "Αστν 
άρ. 309.5, 22 Φεβρουαρίου 1901. — (Η) Έρμης άνιιπαυό- 
μεΛ'ος. Άγαλμα Ασκληπιού : "Αστν άρ. 3696. 23 Φεβρουα- 
ρίου 1901. — (Θ) Ή «λύσις- τοΰ ζητήματος: Εστία άρ. 
3δ0, 23 Φεβρουαρίου 1901. — (Ι) Ό κολοσσός τοΰ "Ηρα- 
κλέους : "Αστν άρ. 3098. 2δ Φεβρουαρίου 1901. — (Κ) Πότε 
και ΰπό τίνος ά(ρ.ιρέ{>ησαν τά αγάλματα τών Ά\•τικυΟήρο)ν. 
Α' Τό ζήτημα και τά πράγματα: "Αστν άρ. 3704. 3 Μαρτίου 
1901. — (Α) Β' Τό συ^»πέρασμα τής έρετίλ-ης : "Αστν άρ. 3705. 
4 Μαρτίου 1901. — (Μ) Ό πρώην «πύκτης : "Αστν ας. 
3724, 23 Μαρτίου 1901. — (Ν) Δεινίας ό 'Αργεϊος (=Διεθ\•ης 
Έφημερ'ις τής Νομισματικής Αρχαιολογίας, τόμ. ς' 1903). Τό 
σήμα τών 'Αργείων. Όθρυάδιις και Περίλαος ό 'Αργεϊος. 
Περσεύς ή 'ΑργεΧος και τό κηρύκειον. Απόλλων ό κεχηνώς : 
"Αστν άρ. 3735, 4 "Απριλίου 1901.— (Ξ) "Αφροδίτη γεΛ-ους . . . 
αρσενικού! Ή ομηρική- επιγραφή. Ή σχεδία κα'ι ό φόρτος 
της. Ό χρόνος τού ναυαγίου : "Αστν άρ. 3809, 16 Αύγουστου 



15 



Ί) θησαυρός των Άντικυϋ^ήρων 



Τ(7)ν προατυφανών και έκτάκτίον δυσχερειών σιν των ΆντικυΟηραϊκών αρχαιοτήτων κυρία 
προς έπιστη (ιονική ν άναγνοΊρισιν και εκτίμη- αφορμή έγένετο τύ πρωτοφανές των περιστά- 



1901.— (Ο) Ό αστρολάβος των Άντικυ()ιΊρ<ι)ν ; Νέον "Αστν 
άρ. 163, 23 Μαΐοιι 1902. Πβλ. και "Αστν άρ. 4141, 23 Μαΐου 
1902. — (Π) Είναι αστρολάβος: Νέον "Αστν άρ. !•)5, 2Γ> 
Μαίου 1902. — (Ρ) Ό αστρολάβος των ΆντικυΟήριον : "Αστν 
άρ. 4148, 30 Μαΐου 1902. — (Σ) Περίληψις ήιαλέξεως περί 
των 'ΑντικυίΗιραϊκων εν τφ Κεντρικω Μουσεκο : ^Εμπρός 
άρ. 2193, 2 Δεκειιβρίου, και Κράτος άρ. 67, Γ) Δεκεμβρίου 

1902. — (Τ) ΑΙ αρχαιότητες τών ΆντικυΟήριον: "Αστν 17 
Δεκεμβρίου 1902. — (Υ -Χ) 'Λντικυί)ηραϊκά Α', Β' και Γ' : 
Ά-&^ήναι άρ. 109, 110 και 112, 4, 5 και 7 Φεβρουαρίου 

1903. - (Ψ) Ό Περσεύς και τό ζήτηιια τών 'ΑντικυΟη- 
ραϊκών άρ/αιοτήτοιν : Ά&ήναι άρ. 11.">, 11 Φεβρουαρίου 
1903 (^ΔιεΟνν^ς Έ(| ημερις τΓις Νομισματικής "Αρχαιολο- 
γίας, τόμ. ς' 1903). 

Τών ΐιπό άλλων 'Κλλήνων δημοσιειη'^έντιον περί τ(ον 
'ΑντικυΟηραϊκών άρχιχιοτήτιον μνημο\'εύομεν τά εξής: 

Π. Καββαδίας.ΆνΐίΜηνιηαΐΐς•."Αοτυ 13 Δεκεμβρίου 1900. 
— Εστία 28 ΊαΛ'ΐιυαρίοΜ. 'Άστν, ' Ακρόπολις, Νεολόγος 
τής 29 Ιανουαρίου 1901 και "Αστν Ι.'! «Ι'^βροραοίοιι και ."> 
Ιουλίου. — 'Ανακοίνωσις περί τών εκ τής παρά τά 'ΑντικύίΙηρα 
θαλάσσης (ΐγαλιιάτιον (χρονολ. 28 Ίανουαρίοιι 1901): Πρακτικά 
τής 'Αρχαιολ. Εταιρείας τοΰ έτους 1900, σελ. 95 — 102. — ΊΊιε 
ΓεοεηΙ ηηΗ<; οίΐ ^'γιΐιείίΐ: ΊΊιβ }οιΐΓηΛΐ οί ΙΙι;11. 5[υιΙΪ65, νοί. 
XXI, 1901 ρ. 205 — 208. (ΚβΙιγ. 18). — 8ΐ!ΐ(ιΐ68 νεικίυβδ ]κ-ιγ 
Ια ιηβΐ' : Κεν. (1β5 Είικίβδ Οιεοί^ιιεδ, Ιοηι. XIV ρ. 122 — 126 
(δ Μ3Γ5 1901). — εοιηρΐβ5-ι•6ηι1α5 Λοαιί. Ιη.ίοι. 1901 ρ. ,58 — 63 
(2 ;αην. 1901) βΐ ρ. 158 — 159 (8 ΚένΓ. 1901) — Ι.ιΙιγΙιιιοΙι 
ο1θ5 Κ. Π. ΑγοΗ. Ιη5(. ΒγΙ. XVI, 1901. .\ΓεΗ. Αηζοί^οΓ .'ί. 17—19. 

Α. Θ. Φιλα&ελφενς. (α) Ό χάλκινος Ερμής. "Εκ τής 
ΰ.τοβρυχίου Πομπηίας: ' Ακρόπολις 26 "Ιίΐνοιιαρίου 1901. — 
(β) Ό "Ειρηβος τών "Ανιικί'ΐΊήριον ; ' Ανατολή (.τεριοόικόν 
'ΑΟηνών) έ'τος Α' (1902) άριΜ. 9 — 10, σελ. 310 -311. — (γ) 
Ό έφηβος τών "ΑντικυΟήριον : ".Αστυ 15 'Ιιινουαρίου 1903. — 
(δ) Και πάλιν περί τοΰ εφήβου: "Αστν 24 Ιανουαρίου 1903. 

Θ. Ν. Φιλαδελφεύς. Πόθεν ί|ρπάγησαν α'ι αρχαιότητες. 
Ή λϋσις τοΐι ζητή(ΐατος: Εμπρός, 22 Φεβρουαρίοιι 1901. 

Έμ. Λνχονδης [Ναυτικός]. Πόθεν τιΐγιίλματα τών Κυθή- 
ρων : "Αστν 11 Φεβρουαρίου 1901. — Πβλ. και δσα άλλα 
δημοσιεύματα τοϋ αϋτοΰ έμνημονεΰσαμεν άνιοτέριο εν τώ 
Ιστορικώ μέρει τής άνελκύσειος. 

Κ. Ν. Ράδος. (α) Τό ναυάγιον τής όλκάδος: Εστία 15 
Φεβρουαρίου 1901. — (β) Αι χαλκαϊ πλάκες τών "Αντικιηΐή- 
ριον. Δέν είναι άστρόλαβον : Νέον "Αστν 28 Μαΐου 1902. — 
Πβλ. καΐ "Αστν 29 Μαΐου 1902. — (γ) Τό άστρόλαβον τών 
'Αντικυθήριον. Άπάνττ)σις εις τόν κ. Σβορώνον : "Αστν 31 
Μαΐου 1902. — (δ) Είναι άστρόλαβο\• ; άκό(ΐη δύο λέξεις. 
'Απάντηαις εις τόν κ. Ρεδιάδην: "Αστν 31 Μαΐου 1902. 

Π. Ρεδιάδης. Ό αστρολάβος τών "ΑντικυΟήριον : "Αστν 
30 Μαΐου, 23 κα'ι 24 "Ιουνίου 1902. 

Γ. Σωτηριάδης [Φιλότεχ^Ός]. Τά αγάλματα τών Κυθή- 
ρων. Τό χαλκοϋλ' αριστούργημα. Συνομιλία μετά τοϋ κ. 
ΡβΓίΐΓίζεΙ (μέλους τής Γαλλ. "Αρχ. Σχολής). 'Π γνοηιη τοΰ 
κ. Γ. Σωτηριάδου: "Αστν 30 "Ιανουαρίου 1901. — Τά έξ 
"ΑντικυΟήριον αγάλματα: "Αστν 24 Φεβρουαρίου 1901. 

Γ. Νικολαΐδης. Τό πρώτον έξ "ΑντικυΟήςχον άγαλμα: 
"Αστν 24 Φεβρουαρίου 1901. 



Ι. Κ. Β ' * * Είναι άρά γε α'ι αρχαιότητες τοΰ "Ελγίνου ; 
"Αστν 4 Φεβρουαρίου 1901. 

2. Σ. Α ' * Δέν εΤλ'ΐιι δυνατόν νά είναι αί άρχαΐ(')τΐ)τες 
τοΰ "Ελγίνου: "Αστυ 5 Φεβρουαρίου 1901. 

Α. Μηλιαράπ-ης. Τά μάρμαρα τοϋ "Ελγίνου : "Αστν 
1 Μαρτίου 1901. 

Σ. Σκονλονδης (Παρισινός). Ο έ<(ηβος τών "ΑντικυΟιι- 
ριον (.: Πάρις) : Εστία 21 και 25 Φεβρουαρίου 1901. 

Ε. Βερνόν. '() θησαυρός τών ".λντικιη'Ιήριον : "Αστν 
5 Μαρτίου 1901. 

Γ. Βνζαντηνός. 'Ιδέ άνωτέριο σελ. 4 σΐ|μ. .! και Νέον 
"Αστν 22 καΐ 23 Μαΐου 1902 (περί τοΰ αστρολάβου), ένθα 
μνιιμονεύεται κιιΊ γνιίιμη τοϋ κ. Α. ννίΐΐιείιη. 

Θ[εΟΗλητος] ("Επίσκοπος Σπάρτης). Τό Α τιον ΚυΟηραϊ- 
κών άγαλμάτίον : "Αστν 22 "Απριλίου 1901. 

Κ. Γ ' Ό έ'φηβος τών ".ΥντικυΟήριον : Νέον "Αστν 

21 Νοεμβρίου 1902. 

Β. Στάης. Αί (χρχαιότΐ|τες τών .ΛντικυΟήριον: "Αστν 1.3. 
14 και 18 Δεκεμβρίου 1902. 

Κ. Κονροννιώτης. \ιά τί|ν χρονολογίαν τοΰ ναυαγίου 
τών "ΑντικυίΙήριον : "Αστν 18 .Δεκεμβρίου 1902. 

Α. Κεραμόπονλος. Τά ευρήματα τώλ' ΑντικυΟήριον : 
Νέον "Αστν '.\\ Μαρτίου 1903. — Αί "ΑντικιΌιιραϊκαί άρχαιό- 
τΐ)τες : Νέον "Αστν 6 ".Λ.πριλίου 1903, 

Διάφοροι άλλοι. Δια(ρόρ(ι)ν άλλιον γν(ί)μας συντόμους εν 
έλ?ιηνικαϊς έ([ημερίσιν, ϊδίιος περί τοϋ αγάλματος τοΰ Πΐρσέως, 
ΐδέ έν "Αατει 23 "Ιανουαρίου 1901. — Εμπρός .31 "Ιανουαρίου 
1901 (γνώμαι τών Έλλήνιον καλλιτεχνώλ' Βρούτου, Αύτρα, 
"Ιακιοβίδου, Ροϊλοϋ κτλ.). — Εστία 30 "Ιανουαρίου 1901 
(ΊΊι. ΗοηιοΙΙε). "Αστυ 4 Φεβρουαρίου 1901 (8.ιΙ. ΚείπαοΗ) — 
"Αστν 21 Φεβρουαρίου (Μπάουτσερ έν τώ Τίπιεκ). 

Ή άξιολογιοτέρα τών μέχρι τοϋ λτιν έν Ελλάδι όιιμοσιεύ- 
σε(θ\' περί τιοΛ' ".λντικυΟηραϊκιον (ΐοχαιοτήτιον είναι ή τής επΙ 
τής εκδόσεως τής Αρχ. Εφημερίδος Επιτροπής (Β. Στάη, 
Χ. Τσονντα και Κ. Κονροννιώτου ύπό τΐ|ν έπίβλε>)ΐιν τοϋ 
γε\ικοϋ εφόρου Π. Καββαδία) : 'Ι'ά ευρήματα τοΰ ναυαγίου τών 
'Αντικυθήριον, έν Έφημ. Αρχαιολογική 1902. σελ. 145 — 173. 
Πίνακες 7 — 17, παρένΟετοι πίνακες Α — Θ καΐ εικόνες 1 — 18. 
Προς συ^υιλήριοσιν μόνον τοΰ καταλόγου ημών άναφέρο- 
μεν καΐ τήν μακράν σειράν άρΟριον ήν έδΐ|μοσίευσεν "Αρβα- 
νιτόπουλλός τις έν τή έφημερίδι 'Α•&•ήναι τοϋ 1902 — 1903 
αριθ. 73, 75, 82, 85, 93, 102, 103, 105 και 117 και κατόπιν έν 
μέρει άνεδημοσίευσεν έν φυλλαδίω 'Ο έφηβος τών "Αντικυ- 
θήρων», "Α-βήναι 1903. 

Τέλος τιον ύπό τινιολ' τώ\' ξέ\'θ)ν έν άρχα.ιολογικοϊς περιο- 
δικοΐς δημυσιευΟέντιον μνημονεύομεν τά εξής : 

[■νναΐζίπ^εΓί]: Αιΐιεη. ΜίηΗεϋ., ϋιΐ. XXV 1900 8.4.57 461. 

Κ. Ο. ΒοΒΗπςυεΙ: ΤΙιε ΙοιιτηΛΐ οί ΗεΙΙ. 8ηι<1ίε5, Υοΐ. XXI 
(1901) ρ. 350 - 351. 

Τ1ι. ΚείηβεΙι, Ι^' έρ1ιέ5ε ιΐε Οειί^οΙΙο : ΟαζείΙε ιΐε Βε.τιιχ- 
ΑΠδ, (1901) Ι. ρ. 295 — 301. 

Η. Ι^βε1ΐ3(, 1^'έρΙιεί)ε ίε ΟετίςοΚο : Κενιιε ιΐοδ Εηκίεί; 
Οτεοςιιεδ, Ιοηι. XIV (1901) ρ. 445 — 448. 

V. Ό. Ρ3ΐυιηΐ3θ, 11 ΙεβοΓΟ &Γΐί$Ιίοο άεΐΐε αοςαε ιΙί Οίίετα; 
Ι,εΚιίΓα (Μίίαπο) νοί. Ι (1891) ρ. 819—822. 

Ο. ννβΐάκίείη, Μοπίΐιΐγ Κενίελν, Εοηάοη 1902. 



16 



ο ιΐι/ηηυρος των Άντικνι^ή^κον 



σεων, Γη( ' Γίς ((Γιτ(/.ι (η'Γκ(ίλι'»(| ΪΙηαίίν. 'Λί.ηϊΙώς 
το π()(Τ)τ()ν Γ|(^ι| μρ,γα πλήθος «ρχαιοτι'ιτίον, ((ορ- 
τίον τροίίατιον. οίον σιινήΟίος ^ί••ν ί)0)ςίρΐται ί|[αν 
οϋ?)' ί| .τ/.οιιπΐ(ΐ)Τ(ΧΤΐ| των (/.ν(ίακίίί(^ ών, (ίνΐ'καλυ- 
(| ί)ΐ| ί-ν τΓ| ΪΙ(ίλ(/.σσ!|, ΐ'ϊ<'ίγν<ι')πτ(ΐΐ' ,τ<')λε(ΐ)ς ποοεο- 
/όμκνον κ(/.1 -τρος άγνίόπτοπ /(όοίχς /.ιιιιΗ'α 

κ(/.Τ11Μ')ΐι\'(ΜΙίν()\'. ()ΐ"'Τ(ι) (^ί•• (»ί (ίΙ)/(/.Ηΐ/.(')γθΙ 

(/.γνοοΓ'ντι-ς τί|ν προρ/^ρυσιν εί)ρι'Ί')ΐ|ΐ(!ν .τρό τ(7η' 
(ΐνιιμί-ίίον τοΓ>τ(ι)ν εντελώς εστερ)|μενοι ο?^οη' 
έκείνίΐνν των μικρών κίίΐ [ΐεγ(ίλ(ι)ν ε[ί>Γ|αεο)ν 
και ιιεσίον. ατινίί έπικουροΰσιν ημϊν προς επι- 
στ)]μονικί|ν ιη'ΐ/.γνίόριαιν και εκτί[η|σιν πασών 
τών άρ/(ίΐ()τΓ|τ(ΐ)ν τ<ϊ)ν εξ άνασκαίρής οιασδή- 
ποτε γν(ΐ)ατΓ|ς π()λε(ι)ς η ίεροϋ προερχομένοη•. 
Προς ύδηγίαν ημών ούόεν εϊχυμεν άρ/αΐον κεί- 
[ΐενον συγγραιρε(ι)ς η επιγρα(ρΓ]ς κ(χί οΰδεμίαν 
τών ειδήσεων εκείνων, αΐτινες εξεκ(/.στιις άνασκιχ- 
(ρής άναπιιδώσι διαλευκαίνουσαι τα ευρήματα. 

()ύή()λ(ος λοιπόν παράδοξον, οτι οί (ίρχαιο- 
λόγοι ουδέν άλλο εΐχον \'ά προτείνίοσπ' ί'ι εικα- 
σίας, τάς μεν μά?Λον τών ί)έ άστΐ]ρίκτ()υς. 

Έκ της (χδυνα[ΐίας ταύτης τών (ίο/αιο/.ό- 
γοιν ώορελοιηιενοι διάιροροι έρασιτέχναι άνεμί- 
χί)ησα\' εις το ζήτίίμα, ουδέν όίλλο έφόδιον 
φέροντες ώς έπι το πολύ ί'ι την αχαλίνωτον 
αυτώχ' φαντασίαν, οϋτοι δε μετ' ού πο?ιύ παρέ- 
στΐ|μεν προ αλΐ]ΐ)()ϋς Βα(1υλωνίας γνο)μών ! 

Την συγχυσιν έπέτεινεν έπι μάλλον ό ('ίδ(ί[ΐας 
τών ανακαλυ(ρ'ϋέντων (χρχαί(ΐ)ν, τό ώραΐυν και 
πλήρες χαλκοϋν όίγαλμα, δπερ παρέστη προ τών 
έρευνιιτιοΝ' και περιέργων εν ολη (χύτοϋ τή αν- 
δρική καλλονή και έν στάσει μτιδεμίαν ομοιό- 
τητα παρουσιαζούση προς οιονδήποτε τών κοι- 

0. νναΐάδίείπ, ΚεοίπΐΙγ <1ί5θονβΓε(1 ΟΓεεΙς πιαδΙεΓρίΒαββ : ΤΚε 
ΜιιηιΚΙν Κί•νί^\ν, Ι,οηίοη 1901 (οΰχ'ι 1902 ώς έτυπώΟΐ) έκ 
παοαδρομής εις τό τέλος τής προηγουμίλη^ς σελίδος), Χ° 8, 
Μαν, ρ. 110 — 12δ. — Τον αντον, ΟεΙεΓηιίηίη^; 2 ίουΙρΙοΓ: ΤΚε 
ί11ιι*(Γ3ΐθι1 Τ.οηιΐοη Ν\•\ν-, ;υηε 6. 1903. 

δ. Κείηβοΐι, 1^ε# ίουϊΐΐε^ !;ου8 - ιπΕΓίηεδ <ΪΘ ΟεΓΪ^οΙΙο : 1^& 
ί'1ΐΓυηί()ΐιε ι1θ5 Αγ15 (δυρρίέηιβηΐ; ιΐε Ια Ο&ζεΙίε άεδ Ιιεαυχ 
Αγ13). ΡαΗδ 1901. 2 ΜαΓ5 ρ. 68—70 οι 9 Μ&Γ5 ρ. 76—77. 

Ε. ΟαΓίΙηβΓ, ΤΙιε 1>ΓοηζΒ δίαΐυε £Γοηι ΟεπσοίΙο : ^ου^η31 ο£ 
ΗεΙΙ. δίικίίεί νοί. XXIII (1903) ρ. 152—156 ρΐ. VIII, IX. 

Τά τοΰ Κ. Κίς1ΐ3Γΐΐ3θη έν τφ ΙηόερεηάεηΙ (Νεκ- Υοτίί, 1901) 
γλ'ίορίζω μόνον έκ τής περι?ν)Ίψε(ος τοΟ ΑιηεΓίο&η ]οαχτ\. οί 
ΑΓοΗίΐεοΙ. 1901, ρ. 339. 



νώςγνίοστών τυπ())ντό)ν(χρ/αίο)ν ΙΙεών ή ήρο')θ)ν. 
Τίς ό νεαρός ούτος (χνήρ, ήρο)ς ή {)εός; Τί επι- 
δεικνύει τοις ίΐεαταΐς την /εϊρα υψών; ΙΙόίΙεν 
ερ/εται; Τίς, πιχντίΐις δ(')κιμος. καλλιτέ/ντις ι--τ^'ίτ|- 
σεν αιΊτόν; Τίς καΐ πότε ήρπασε τό άγαλμα; 
ΙΙοΓ) έκομίζετο; Τίς εις ρ'καστος τών σηντρ•)- 
(|(ΐ)ν (χΓιτοη, μικριον ί'ι μεγά/Λ)ν, χαλκών Γ| μαρ- 
μαρίν<ΐ)\'. κ(χλ(7)ς δΐ(/τΐ|οουμένίΐ)ν ή οίκτς)ώς 
παραμεμορφο)(ΐένο)ν; Ίδου (Ιρο/ή έρωτημάτοη', 
ατινα [ΐάτην οί άρ/αιο/.όγοι εΟετον έαυτοϊς 
κ(χΙ δι' ών ανά πάν |1ήμα μάτην έ|^ασάνιζεν 
αυτούς τό κοινόν, ού δικαίως έςή(ρί)η εις τό 
ΰπατον ση(ΐεϊον ή περιεργία. 

Τότε δε ημείς έΐ(ηρμόσα[ΐεν τό εξής σύστημα 
έρεύνης. 

Έσκέη Οημεν ότι άδύλ'ατον εΐναι τηλικοϋτον 
πλήθος αγαλμάτων να μί| αΓρήκεν ϊχνη έν τίχΐς 
άρ/αίαις πηγαϊς, εξ ών γνο)ρίζομεν, ποίαι άρ- 
/αιότί)τες ύπήρχο\' έν έκάστί] τών πό/^εων τής 
Έ?ι?αχδος, ήτοι έν τοις κειμένοις και μνημείοις, 
οία π. /. τό κείμενον τοϋ Παυσανίου και οί 
τής ρο)μαϊκής έπο/ής νομισματικοί ελληνικοί 
τύποι οί άντιγράχροντες κατά τό [ΐάλλον ή 
ήττον πιστώς τά έκάστην τών Ελληνίδων 
πόλεων κοσμούντα αγάλματα. 

Άφοΰ /^οιπόν έ[ΐε/.ετήσαμεν μετά μεγίστης 
προσο/ης καΐ έπιστάσεως όσα πλείονα ήδυ- 
νήι)ΐ]ΐιεν τών Άντικυΰηραϊκών (χγαλμάτοιν, 
ϊν' άναγνωρίσϋίμεν τίνας ϋεούς ή ήρχοας άπει- 
κονίζουσι, προέβιιμεν εις συστηματική ν παρα- 
βολήν αυτών προς τά υπό τών ρηθεισών πΐ)γών 
αναφερόμενα έν ιιιά εκάστη τών Έλλ)]νίδο)ν 
πόλρ(ι)ν αγάλματα. Μετά μακράν, έπίπονον καΐ 
εντελώς άκαρπον ιιελέτην, άπό πόλεο^ς εις πόλιν 
βαίνοντες, έφΟάσαμεν εις την πόλιν τοΰ "Αρ- 
γούς, μίαν τών διασημότερων εστιών τής αρ- 
χαίας καλλιτεχνίας• έκεΐ δε συνέβη ήμΐν όλως 
το εναντίον ! 

Έσχηίΐατίσαμεν λοιπόν τότε την γνώμην, δτι 
έξ "Αργούς ελήφθησαν τά αρχαία ταύτα, και 
την γνώμην ημών ταύτι^ν έν ταΐς έφημερίσιν 
υπερασπίζοντες προείπομεν, δτι δυνατόν προϊ- 
ούσης τής ά\'ε/ικύσεως νά ελθωσιν έξ Άντικυ- 



17 



Ό ϋηοανρος των Άντικυϋήρων 




θήρων και διά(^'θρα άλλα άγάλ,κατα 
γνο)στά εκ των αρχαίον πηγών ώς 
έν "Αργεί υπάρχοντα. Και ιδού τοϋτα 
το εν μετά το έτερον άνελκυόμενα 
μετά τινας ημέρας ή έ|•}6θ[ΐάδας και 
κομιζόμενα εις Αθήνας ! Τότε λοιπόν 
π/.έον ή γνώμτ| ημών, οτι εξ "Αργούς 
ι'ΐρπάγησαΑ' τα αρχαία ταϋτα. ιιετε- 
βλήΟιι εν ήμϊν εΙς έπισττ) (ιονική ν 
πεποίΟησιν ακράδαντον. 

Νϋν δ' εξετάζοντες τον ϋιισαυρόν 
τοϋτοΛ' εν τφ πυν()λοΰ αύτοϋ θέλο- 
ιιεν έ(ραρμόσει το έξης σόπτΐ|[ΐ(/. : 

Περιγράφομεν πρώτον εν προς εν 
πάντα ανεξαιρέτως τα ευρήματα, Ιΐη- 
τοΓιντες συγχρόνως κατά το δυνατόν 
νά άναγνιορίσωμεν το όνομα, την 
έποχήν και τέχνηλ' ενός εκάστου, καΐ 
παραΐνέτοντες τάς π)ΐγάς τάς μαρτυ- 
ροι'ισίχς τί|ν Αργείαν αύτοΰ προέ- 
λειισι\'. Κίχτόπιν δέ, έν τέλει, συγκεν- 
τροΓΜ'τες εις εν τα εκ της μελέτης ενός 
εκάστου εξαγόμενα συ[ΐπεράσματα, 
Οέλομεν εξετάσει καί τό ζήτημα τής 
εποχής τοϋ ναυαγίου και της πιθα- 
\'Γ|ς τοΰ πλοίοιι κατευθύνσεως. 

Γ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤίΙΝ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΕΝΤδΝ 
α ) Τα. χαλκά αγάλματα και αγαλμάτια. 

1. 1Ιει'2:ευ>:. Τό έπι τών πινάκων 
Ι χ(ά II άπεικονισιΐέν {)•αυ[ΐάσιον 
(/γαλμίχ, μεγέθους κατίί τι μείζονος 
τοϋ φυσικού (ΰψ. 1,1)4), είναι τό μόνον 
σχεδόν άκέραιον έξαχθέν εκ τοϋ βυ- 
Ι)()ϋ τών Αντικυθήρων. Ανειλκύσθ^η 
δ εκ τοϋ βάθους τών 35 όργνιών 
(δΐ|λ. μέτρων 63,70) εις τρία μεγάλα 
μερί], ών τό [ΐέν πρώτον άπετελεΐτο 
υπό παντός σχεδόν τοϋ άνω τής κοι- 
λίας [ΐέρους, τά δέ δυο έτερα εκ τών 
δύο κ(ίτ(ι> της όσφχίος μερών τοΰ 
σ(ΰ(ΐατος — και εις πολλά άλλα [ΐικρό- 



18 — 



ο Οηο/ινρος τιϊπ' '.Ι ΐ'ηκί'ΐΊήαοιι• 



τερα τεμα/κί τοΓ» ιιι-σου [ΐερυυς τοΓ» σ(ΐ)[ΐ«τ()ς . 
ΓίίΓ'τι/ πάντα προαΓχρμ()ζουσιν (ΐλλήλοις άκρι- 
(](7)ς, ως τΰ πλείστον κατά την (χνέλκιισιν ΐίπο/(ι)- 
ρισϊίεντα (ίλ/.ήλίον, ίΟ.άγιατα. ίΐκ χαι ίπουακή^ιι 
σ/εί^ον είν(/.ι τά πί) (/.νευρεΙ)εντ(/. Μί'ρΐ|. Την 
ίΙεαιν κ(χί εκταπιν το)ν έ/^λειπόντ(ΐ)ν ί^ι-ικνΰουσι 
κίίλλκιν πίχαης άλλης .τεριγΐ)(ί(( ης πρώτον ιιέν η 
έντ(χϋί)α κίχτΜνι'κ^οτον (| (ητογοι/,η ί(/,ν ^ηικιαι- 
ευομή'η ύπ'αριί). 2 εϊκϋ>ν, ήτις παριστά εκ τοϋ 
(χριστεροϋ το (χγ(χλ[ΐ(χ ώς συνετεϊΐη ύπο τοΓ' "Κλ- 
ληνος γλύπτου κ. Καλούί)η, πριν η υποβλιιΟΓ) εις 
τον /ιμιικον κΓχι)αρισ[ΐόν• ί^εότεοον (^ϊ• η ;"ν τή 
Άρχαιολογικγι'Εψημερίδι, 1!)()2 σελ. 14 7. δημο- 
σιευθείσα εΐκώλ', ήτις παριστά αύτο εκ το)\' 
ε(ΐπροσθεν ώς [ΐετά τον καΟαρισμον σιινετεΠί) 
ύπο τοΰ κ. ΛποΙγΟ" τρίτον ήε (ρο)τογρ(ί(( ία, 
ι^Ίΐστυχώς εισέτι ανέκδοτος, διατηρούμενη έν τω 
Έθνικώ Μοιισείω παρά τω έη όρω κ. Β. ^τάη. 
ήτις πιχριστά το άγαλμα εκ τών όπισθεν κιχι (ί)ς 
είχε [ΐετά τον χηιιικον καθαρισμον υλιλ την προ 
της συγκολ/ν,ήσεως σύνΟεσιν ύπο τοΰ .\η(ΐΓ('•.| 

Ώς Ι^λέπει τις, τά μη άνευρεΟεντα μικρά 
τεμάχια εΐναι εκ τών υπό το στήθος, άνω τοΰ 
υπογαστρίου καΐ περί την οσιι^ύν μερών, πλην 
μικρού τε[ΐαχίου της αριστεράς βάσείος τοΰ 
τραχήλου, έτερου τού άνο) προσθίου ιιέρους 
τοϋ δεξιού ιιηροΰ και τρίτου τοΰ κάτο) μέρους 
της αριστεράς κνήμης. Επομένως ή συγκόλλη- 
σις τώ\' ύπαρχόλ'τιον μερών ήτο εί3κο/α)ς και 
άσοραλής. Δυστυχώς όμως ό Γάλλος καλλιτέχνης 
άντικαταστήσας τά έ?ι/ιείπο\'τα τεμάχια δι' ύλης 
καθ' δλα όμοχρ(')οΐ' τή τού αγάλματος, δεν εδή- 
λωσε διά τίνος οιουδήποτε τρόπου, ώς άλλως 
ήτο λίαν ευχερές, τάς συμπληρίόσεις αυτού. 
Ούτο) νύν 6 (')(|ΐΐ)αλ[ΐός αδυνατεί παντεί.ώς νά 
δκ/,κρίνη άνευ της βοηθείας τών (^ιοτογραι^ ιών, 
τίν</ τά πρόσθετα ταύτα ιιέρ)). 

Έν τω συνόλω αυτής έξεταζομένΐ) ή υπό 



' Ή σαφεοτερα άπεικόνισις τοϋ αγάλματος εν τεμαχίοις 
είναι ί| έν ΜοηΐΗΙγ Κιίνίϋ\ϊ (Κοηιΐοη) 1901, Ν" 8 Μϊν, ρΐαΐυ 
Ι και V. 

- Την εικόνα ταύτην σαφεστέραν ίδέ καΙ εν τΓ| ΙΠιΐίΐΓ.τιίοη 
(ΡίΓίδ) 1902, Χ° 3112, σελ. 31Π. 



τοϋ κ. ΛηιΙιό γενο|ΐένη οογκόλλησις δύναται νά 
χαρακτηρισΟΓ) (ΰς επιτυχής, μ('»νον δε ώς προς 
την συμπλΓ|ρ(ΐ)σιν τών υπέρ τί» ύπογάστριον 
ιιερών. τών γό(ΐί((ιιν καΐ κυρίίυς ώς προς την 
ίΙέσιν τού δε'ίιού ποδός δύναται νά ύπάρξί) 
(/μΐ( ι|1ολί(/. τις. 'ΑληΗώς ό μέγας δάκτυλος τοΰ 
.τοδό; τοΓ'του, ό μή π(/.τοιν νύν εντελώς έπι 
τοϋ έδ(/.((ους τού |ίάί)ρϋυ, δεικνύει άσ<(αλώς 
ότι άλ/.οτε ό πους ούτος έφέρετο κατά τι μάλ- 
λον προς τά όπίσο) κα.Ι δη .πλ)|σιέστερ(')ν τι τοΰ 
αριστερού .ποδι'ις. 

Άντιίΐέτίος προς πάντα σχεδόν τά λοιπά 
χάλκινα άγάλ[ΐατα τ(ον 'Αντικυ{)ήρο)ν, τό παρόν 
ε(μ-ρε\' έ/>άχιστα Καλάσσια προσφύματα (ίδέ 
την (( (ι)τογρα(( ίαν, έξ ής έλήίρϋη προ τοΰ κα\)α- 
ρισιιού ή είκών 2, έν παραβολή προς την κατιυ- 
τέρο) παρεντιΟεμένΐ]ν ενταύθα εικόνα την δει- 
κνύουσαν πώς είχε πρό τού καθαρισμού ή 
κεφα?α] ετέρου χαλκού αγάλματος), ήτο δ' 'ίσο)ς 
δυνατόν νά περιορίση τις τόν καθαρισμον είς 
(χπλουστέραν άφαίρεσιν τών ι^θοράν δυναιιέ- 
νων έν τω ιιέλλοντι νά έπενέγκωσιν άλάτο)ν, 
χο)ρις νά προσ(ρύγΐ] είς τά ισχυρά χημικά μέσα, 
ών έγένετο χρήσις και άτινα εσχον ο)ς αποτέλε- 
σμα έν μέρει μεν την βλάβην της επιφανείας 
τοΰ άγάλ[ΐατος, ήτις πρό τοΰ καθαρισμού διε- 
τ)|ρεΐτο αρκούντως '. έν συνό/.ίο δε την κατα- 
στροφήν τής ωραίας αρχαίας πρασίνης κατκό- 
σεως (ρίΐΐίπίΐ). Οι νΰν έν χρήσει, εκ μακράς 
πείρας, τρόποι καθαρισμού τών χαλκών νομι- 
σμάτίΟλ' πολλά ηδύναντο νά διδάξωσι προς 
μείζονα σωτηρίαν τού αγάλματος, όπερ μετά 
την έοραρ^ιογήν τών χημικών μέσων προσεκτή- 
σατο ιχπεχθές μέλαν χρώμα. Τό νύν πρασινϋ)πόν 
πως χρώμα τοΰ αγάλματος οφείλεται είς εύφυά 
τίνα έπίχρισιν καΐ έν μέρει άναζιοπύριισιν ύπό 
τοΰ ΑικΙγρ τών μετά τόν χημικόν καθαρισμον 
άπομεινάντων λειψάνο^ν τής (χρχαίας ωραίας 
κατιώσείος. 

Άλλ' έν τώ συνόλίο δύλ'αταί τις \'ά εϊπη, 
έχ(ο\' ύπ' όψει τήν άτέλειαν τών ε ν Ελλάδι 

" Ίδέ 'Κ(|ημ. Αρ/.. 1!•υ2 οελ. 1.5ϋ. 



19 



Ό ϋησηυρυς των Άντικυϋ'ήρων 



μέσωλ', οτι ό συντελεσθείς καθαρισμός τούτον, 
μάλιστα δε των λοιπώ\' έξ Αντικυθήρων χάλ- 
κινων αγαλμάτων, παρουσιάζει π/^είονα πλεο- 
νεκτήμ«τα ή ελαττώματα. 

Ώς βλέπει τις, το άγαλμα τοϋτο, πάντως το 
κάλλιστον πάντων των μέχρι ημών περισωθέν- 
των αρχαίων χαλκών αγαλμάτων, εικονίζει νεα- 
ρόν άνδρα, ηλικίας 25 περίπου ετών (ούχΙ δέ, ώς 
κατά κόρον έγράφη, 'έφηβον), ίστάμενον αφελώς, 
άνευ τινός επιδείξεως ή θεατρικής έ^ιφάσεως. 
Βαίνει δέ στερρώς έπΙ τοϋ αριστερού ποδός, 
φέρων τον δεξιόν κατά τι προς τα όπισθεν και 
έπ' άκρων τών δακτύλων ελαφρώς πατοϋντα. 
Τήν δεξιάν χεΐρίί προτείνει και ύψοΐ [ΐέχρι 
σχεδόν της γραμ[ΐής τοϋ μετώπου, ούχι δέ 
«μικρόν τι υπέρ τψ' κβψαλήν'^, ώς έγράφη έπΐ 
τή βάσει τής φοηογραφίας τοΰ πίνακος Ι, ήτις 
κατ' άναπόδραστοΛ' (ϋνάγκην, ένεκα τής νϋλ' έλ' 
στεν[| καΐ (/.κατίίλλήλω αίθούση προσωρινής 
ίδρύσεο)ς τοϋ ίίγάλ[ΐ(ίτος, λτ]φ'θεΐσα έκ τοϋ 
πλησίον και έξ επιπέδου ούχι ίσοϋι|>οϋς τω επί- 
πεδο) τοϋ βάθρου, δεικνύει (ίπατηλώς τήν χείρα 
μικρόν τι υπέρ την κεφαλήν ύψουμένιιν (πρβλ. 
τήν εικόνα 2 και τάς λοιπάς πρό τής συγκολλή- 
σεως ληφ{)είσας είκόνίχς καΐ φωτογραφίας). 

Ή χειρ αύτη δεν τείνεται πρό τοϋ ποοσιό- 
που τοϋ άγάλ[ΐατος ή π?ι,ησίον αύτοϋ, άλλ' απο- 
μακρύνεται αύτοϋ πολύ προς τα δεξιά, εκτός τής 
γρα[ΐμής τών οφθαλμών, άφιίνουσα τω εικονιζό- 
μενα) εντελώς έλευΒέραν τήν θέαν τούτο δέ 
σαφέστατα καταδεικνύει ότι τό άντικείμενον, 
όπερ ό νεαρός άνήρ έκράτει έν τή χειρί, δεν 
προετείνετο προς προαψυράν άλλα προς διαρκή 
και ήρεμον επίδειξιν και εις τρόπον ώστε να [ΐή 
καλύπτη από τοϋ θεατού τοϋ αντικειμένου τού- 
του τό πρόσωπον τοϋ επιδεικνύοντος, όστις μετ' 
άτενοϋς, άλλ' ήρεμου προσοχής βλέπει προς τό 
πρόσο)πον τοϋ θεωμένου τό άντικείμενοΛ', ώσει 
■\|)υχολογών έπ' αύτοϋ τήν εΛ-τύπωσιν, ίμ• προ- 
ξενεί τό έπιδεικνυόμενον (ίδέ πίνακα Ι). 

Ότι δέ τό άντικείμενον τοϋτο ήτό τι σχε- 
τικώς βαρύ πράγμα, εξάγεται όχι μόνον έκ τής 
επιμελούς μελέτης τοϋ σχηματισμού τών νεύ- 



ρων και μυο)νω\' τής δεξιάς χειρός και τοϋ 
βραχίονος, άλ/ιά καΐ έκ τής προς τα όπισθεν, 
χάριν τής ισορροπίας, μικράς κλίσεοος τοϋ δ?ι.ου 
σο)(ΐατος τοϋ αγάλματος (πίναξ II), ήτις έγέ- 
νετο αφορμή νά νομισθη, υπό τίνων τών φρο- 
νούντων ότι τό κρατούμεΛ'ον άντικείμενον ήτο 
λίαν έλαφρόν, ότι κακώς ό Απάπέ έσπισε τό 
άγαλμα. Τό πέλμα όμως τοϋ αριστερού ποδός 
σαφέστατα διδάσκει, ότι τό άγαλμα ευρίσκεται 
νϋν ακριβώς έν τί) αρχαία αύτοϋ στάσει. 

Τό σχήμα τού άντικεΐ[ΐένου, ή τοϋ μέρους 
αύτοϋ, άφ' ού έκράτει αυτό ό νεαρός άνι^ρ, ήτο 
περίπου ητρογγΰλον, ώς σαφώς διδάσκει ή θέσις 
τών δακτύ/Λ)ν τής χειρός, (ον ύ μεν άντίχειρ, 
ό παράμεσος καΐ ό μικρός συγκρατούσιν αυτό 
υποκείμενοι γαμ\|Η7)ς και ύπο βαστάζοντες αυτό 
ασφαλώς, άνευ ανάγκης τεχνικής τίνος προσκολ- 
λήσεως, οι δέ λοιποί δύο επιτεθεί [ΐένοι εις τό 
άνοΊτερον μέρος δάκτυλοι φέρουσιν ε'ις τα άκρα 
αυτών άνά ένα στρογγύλοΛ' σχεδόν κόμβον μετ(χλ- 
λου, δι'ών ό καλλιτέχνης προσεκόλλησε τό ιδιαι- 
τέρως χυθένάντικεί[ΐενον, όπερ ο)ς έκ τοϋ βάρους 
αύτοϋ ήδύνατο Α'ά άποσπασθή προς τα κάτω 
έκ τών δύο τούτίον ύπερκεΐ[ΐέΛ'ων δακτύλων. 

Ή αριστερά χεΙρ κατέρχεται ήρεμα παραλ- 
λήλ(ι)ς τω σώματι, έκράτει δέ άνευ τινός προσ- 
παθείας άντικεί[ΐενονάπολεσθέν, σχήματος δέ — 
(ος πειρα[ΐατικώς άπεδείχθΐ] και σα<(έστατα δει- 
κνύει τό σχήμα τοϋ μεταξύ τών δακτύλων καΐ 
τής πα/αχμης κενού, — λεπίδος ξίφους, γυμνού ή 
έν κολεώ, πλάτους δέ 0,37 και πάχους 0,9, ού ή 
λαβή πάντιος ήτο έστραμμένη προς τα κάτω, 
εκτός τής χειρός, ενώ λ] κάτω άκρα έφέρετο 
προς τάνω (πρβλ. τήν οΰτ(ι) πως κρατούσαν τό 
ξίφ>ος χείρα τού Περσέως, έν Άρχ.Έψημ. 188!) 
σε?^. ί>7). Στυλίσκος δέ, προσΐ)ρμοσ[ΐένος και νϋν 
εις τον (ΐικρόν δάκτί'λον τής χειρός ταύτης τοϋ 
άγιχλματος, έχρησίμευε προς άσφα?α] καΟήλο)σιν 
και στερέωσιν τής λεπίδος ή τοϋ κολεοϋ έν τή 
χειρί. Οιουδήποτε άλλου σχή(ΐατος άντικεί[ΐενον, 
π.χ., ράβδος στρογγυλή κ)|ρυκείου, στλεγγις ή τι 
τοιούτοΛ', ή αδυνατεί εντελώς νά εισχωρήσει εις 
το κενόν τής χειρός, ή είσερχόμενον άφίνει άνω 



— 20 



'() 1%/σηνρης των Άντικνί}//η(»ΐ' 



κ<ιι κάτω ιαγα. χμόγ, όπιο σ(ί(( ιστατα και 
έκτος πίίοιις άιΐ((ιΐ($ολί(χς ^ι^(ίπκει, οτι ιιι)ή\•(ΐ- 
τι»• \α ΐ\'/ΐ τοιοΰτον σ/Γ||ΐ(ί το (ίντικρί[ΐενον. 
οπρρ περιίβΓχ/.λρν ή χειρ αϋτΐ), ί) σχιιιιατίζουσα 
ίταΓ( Γπτίίτα .τερί|^?.ΐ)[ΐα ?.ρ-τίίίος '£ί((()υς. 

Οί ό(( ΪΙαλμοΙ τοΰ άγάλ^ιατυς είναι κατε- 
σκευασμένοι εξ ύαλο)δους ξένης λειικής ΰλιις, 
την κυρην καστανόχρουν ε/.ονη-ς νΓ'\' πίτα τον 
χηιιικον καΟαρισμόν, πρότερον ί^έ, καίΡοσον 
ένθυ[ΐοΓΗΐ(/.ι, κυανίζουσάν πως. Πρόσθετοι έπί- 
αιις ι/.λ?.' εκ μετά?.?.οιι τΤναι καΐ (ά !)ΐ|λ«ι τών 
μαστών. 

Το δλον (^ρ της έκφράσε(ος της κεφα^^'ις, 
σμικρόν τι προς τα ί^εξιά κ/.ινοήσΐ|ς, κα! της 
στάσεως τοΰ σ(ΰματος αποπνέει άφατόν τι, αφε- 
λές, ζωηρόν και άνεπίδεικτον θέλγητρον ρωμα- 
λέας, αυτάρκους και [ΐάλλον η κατ' άνι)ρ(ΐ)π()ν 
καλλονής, πάντως ηρω()ς τίνος, άνευ έ(ΐ(|άσεως 
ισταμένου και ζο)ηρώς [ΐετ' άκρας ευγενείας 
ατενίζοντος προς τό\' Οειόμενον το ύπ' αύτοΰ 
έπιδεικνυόμενον πράγμα, όπερ ως αΊ'(( νης εις 
μέσον παρε?.θών παρουσιάζει ήρέμιχ, ώσει άνα- 
[ΐένίον νά ϊδη την έντύπ(ι)σπ', ί^ν πρόκειται τοϋτο 
να προξενήση τφ θεατΓ). 

Ή καλλιτεχνική επεξεργασία τοΰ σώματος 
και ιδίοις τών άκροιν αύτοΰ εΐναί τι θαυμάσιον 
την τελειότητα, πάντως δε αριστούργημα τι 
τοΰ τελειότατου και [ΐάλλον πεπειρα[ΐένου τών 
εργαστηρίων της εν χαλκώ άγαλματοποιίας, 
οίον π. χ. παρεδόθη ί)μΐν τό τοΰ Λυσίππου. Ή 
δ'έντύπωσις ην προξενεί τό κάλλος αύτοΰ εις 
πά\'τα τό πρώτον Οεώμενον τό άγαλμα, έντύπω- 
σις ην ούδ' έπ' έ?.άχιστον άποδίδουσι καΐ αί τε- 
λειότατοι τών μέχρι τοΰδε φιοτογραηιών, είναι 
τοιαύτη, ώστε ούδειιία δύναται νά ύπαρξη αμφι- 
βολία, ότι πρόκειται περί έργου πριοτοτύπου 
ενός τών άρίστω\' καλλιτεχλ'ώλ' τών χρόνων 
Αλεξάνδρου τοΰ Μεγάλου. "Ινα όμως άσφαλέ- 
στερον κριΟη καΐ βαθμολογηθη ή καλλιτεχνική 
αύτοΰ αξία και θέσις, είναι, φρονώ, απαραιτή- 
τως άναγκαΐον νά γνωρίζοηιεν, τί\'α και εν τίνι 
δράσει ή{)έλησε νά παραστήση ό καλλιτέχνης. 
Οί κατά κόρον έπαναλαμβάνοντες δτι, ίνα κρί- 



νωμεν περί της καλλιτεχνικής αξίας έργου τινός, 
δεν εχομεν άνιχγκην νά γνίι)ρίζθ)μεν, τίνα και 
τί δρώντ(χ πι/ριστι/, άλλ' ότι άρκεϊ αύτοϊς προς 
τούτο ή [ΐελέτη τών /λεπτομερειών της τέχνι^ς 
αύτοΰ, ήποστιιρίζουσι ποίχγμα εις έμέ εντελώς 
άκαταν(')ΐ|τον. Λεν δύναμαι άληΰώς νά έλΛ'οήσο». 
πώς δυνάμεΰα νά κρίνωμεν τό μέγεθος της 
δεξΐ()τητος και επιτυχίας τοΰ κα/.λιτέχνου, χο)ρΐς 
νά γνωρίζωμεν τί ακριβώς έσκύπει νά είκονίση. 

Πλεϊσται προυτάΟησαν μέχρι τοΰδε γνώμαι 
περί τοΰ τίνα παριστά τό άγαλμα. Οί παρα- 
στάντες κατά τί|ν άνέλκυσιν (χύτοϋ έκάλεσαν 
αυτό αμέσως Άπόλλοινα ή Έρμήν (ϊδε σε/- 
4). 'Ο δ' εν Πειραιεΐ πρώτος είσορ^ιήσας εις 
τό κόμισαν τό άγαλμα π/.οΐον εγχώριος αρχαιο- 
λόγος έγραψε χαρακτηρΓζθ3ν αυτό ώς άσφα- 
/.ώς Έριιήν , τήν δε γνώμην ταύτην συνεμερί- 
σϋησαν εύϋύς οί πλείστοι τών εν Ελλάδι καΐ 
τών έ'ξω αυτής αρχαιολόγων, παραλ/.ηλίσαντες 
μάλιστα (χύτό προς τόν Έρμήν τοΰ Πραξιτέ- 
λους και εις τά πέρατα τής γής δημώδ)| κατα- 
στήσαντες τήν όνο[ΐασίαν ταύτην. 

Ή έπΙ τής ποοΊτιις έντυπώσεως. ανεπαρκούς ίϊ 
καΐ έπ'ούδεμιάς μελέτης ή καΐ εσφαλμένο) ν προϋ- 
ποθέσεων ώς προς τά εν ταΐς χερσί τοΰ αγάλ- 
ματος αντικείμενα στηριχθείσα ονομασία αύτη 
τοσούτον επεκράτησε παλ-ταχοΰ, ώστ' έδέησεν 
έπΙ έτος καΐ πλέον, ήδη άπό τοΰ Ιανουαρίου τοΰ 
1!;)01 ', νά παλαίσο) διιμοσία κατά τής γνίόμης 
ταύτης, [ΐέχρις ου κατορΟοίσο) νά έγκαταλειφϋή 
αύτη και λησμονηθή υπό πάντων. Διαρκούσης 
τής πά?α]ς οί άντίπα/ι,οί μου έφθασαν μέχρι τοΰ 
νά έξαγγείλωσι δια τών εφημερίδων, δτι άνε- 
κάλυψαν εν τοις Άντικυθηραϊκοΐς /.ειψάνοις 
αυτό τό κηρύκειον τοΰ Έρμου ! Λέν ιιοι ήτο 
δμως δύσκολον νά καταδεΓςο) αμέσως, δτι τό 
«κηρύκειον > εκείνο τοΰ χαλκον αγάλματος 
ουδέν έτερον ήτο ή εις τών ξύλινων ήλων τοΰ 
πλοίου, ών άπειράριθ[ΐοι έκομίσΟησαν εξ Αντι- 
κυθήρων εις 'Α-θήνας, ήλος φ)έρ(ΐ)\' Γχλ'η /(χλκοΰ 



• 'Ιδέ τό έν τφ "Αατει τής 31 Ιανουαρίου 1901 άρθρον 
μου Τό χη/.χ.οϋν άγα/.μα, άγαΡ.αα Περσέο}ς κρατοΰΛ-τος 
κεφαλήν Μεόοΰσης'. 



21 



Ό ϋησανρυς τών Άΐ'τικυϋήρων 



εκ τυ/αίας προσκολλήσεως πρύς έτερα χαλκά 
αντικείμενα εν αύτφ τω βυθω της θαλάσσης. 

Έν τω μεταξύ άλλοι αρχαιολόγοι, "Ελλιινες 
καΐ ξένοι. προέτειναΑ' ί)ιαφόρους άλλας ονομα- 
σίας. Οΰτως έκάλεσαν αύτο ΙΙιίριν το μήλον τη 
Αφροδίτη προσφέροντα(Σκουλοΰδης, Β. Στάης, 
θ. Φιλαδελφεύς)• άϋ^λι/την (ριάλην η στέ(( ανον 
ύψοΰντα εν τη δεξιά (Βοιιιχίιίαη)• ά>)λητη)' μή- 
λοΑ' κρατούντα ώς άθλον άγϋ)νος, Γ] και Άριστό- 
νικον τον Καρνστ.ιον τον Ά?ίεξάνόρον πψαιρι- 
στήν, περί ου παρεδ(){)η (Άθ)|ναίου Α', .'54 (ί) 
οτι Αθηναίοι πολίτην εποιήσαντο δια την 
τέχνην και άνδρκίντίλ άνέστησ(/.\' (λν3,Ιζίη§-6Γ.'')• 
α^'αΑ,αα έπιτνμβιον συνοδευόμενον υπό κυνός, 
(ΐπολεσθέντος νυν, προς δν θα έδείκνυεν εκ 
τών άνωθεν σφαΐρα\' ή διπυοίτην άρτον (ιιηο 
^^ίΐΐεΐΐί;) Γ| πτηνόν τι (ΓΗ. Κίι'ίπίΐοΗ)• ΐ'ψηβον 
ύψοΰντα σφαΐραν (Π. Καββαδίας)• ϋ•ύτψ' (ηηογι- 
ΗοίΐΙβιΐΓ: !^ίΐ1. ΚείπαίΗ)• νεαρόν νικητην άϋ'λ)/τ)ρ' 
λαμβάνοντα νΰν ιΐ(')λις στέ(| (Π'ον εκ τών χειρών 
Νίκιις προσερχόμενης, άλλ' απολεσθείσης (II. 
Ι^έΌΐΐίΐΙ)• άϋλητην συλλαμβάνοντα σφαΐραν μ()- 
λις προς αυτόν ριφθεϊσανΙ ϊη ΐΐκ' ηοΐ οί αι,ΐΝΗίηο• 
Λ Ι^ίΐΐΐ ΐΙίΕΐΙ: Ηίΐκ Ββεη ΐΗτοννη Ιο Ηίπι : Γ]. ( ΊηγϊΙπογ). 

Τέλος δ' έκάλεσέ τις τό άγαλμα ΆποΗυό- 

μενον ρεμβάζοντ*/ ! 

Άλλ' ούδε^α'α τών γνωμών τούτων δύναται 
ν' άντιστή ούδ' έπ' έλίίχιστον εις την πραγ(ΐα- 
τικήν έξέτασιν, πέποπία δ'δτι ουδείς τών ξένο3\' 
άρχαιο?ιυγο3ν ί)ά ί'πεστήριζε τοιαύτας γλ-οιμας, 
αν έμελέτα αί'τό τό πρωτότυποΛ' και δεν έβα- 
σίζετο επί μ(')ν(Γ)ν τών παραμορφουσών τό 
άγαλμα ατελών, μέχρι τούδε, φωτογραφιών και 
τϋ)\' έσφιαλμεΛ'ίιΐν πληροφοριών, αΐτινες εδόθη- 
σαν ϋ)ς προς τό σχήμιχ τού αντικειμένου, όπερ 
τό άγαλμα έκράτει έν τη αριστερά. "Αλ?αος δε 
έπι τίνος, έρίοτώ, [ΐνΐ|ΐιείοιι ό Πάρις ή τις άλλος 
προσφέρει τι ούτως υψών την χεΤρα ; τίς σφαι- 
ροβόλος ή σφιαιρολήπτης άκινητεΐ και αδρανεί 
οΰτο) τελείως; τίς σφιαΐρα άι^λητον ούτω σμι- 
κρά ; ΐ] ποίον μήλον τόσον μέγα ; "Αν δε ό 
ί'ίρως ημών έπεδείκνυε διπυρίτην ί') τι άλλο εις 
κόνα, ό κύ(ι)\' οΰτος έδει π(ίντ(ι)ς να εΐναι πτε- 



ρο)τός και δύο μέτρα υπέρ τό έδαφος μετέωροο 
ϊ\'α κατορΟοΙ \'ά βλέπη αυτόν, ώς έ'δει, ό επι- 
δεικνύων ή προσφέρο)ν αύτφ ταύτα. Τίνα τέλος 
σχέσιν δύναται να έ'χη προς πάντα τα προτα- 
9έντ(/. όν()ματα τό ξίφος, όπερ άσφιαλώς έκράτει 
εΑ' τΓ] αριστερά τό άγαλμα ; ή ποίον ομοίου 
τύπου »'] ό^ιοίας στάσείος άρχαϊον ιινημεΐον 
ήδυνήΠΐ) τις να άναφέρη προς ύποστήριξιν μιας 
οίαςδήπυτε τών άνωτέρο) γνωμών : Οΰδέ\', διότι 
και ουδέν τοιούτον υπάρχει. 

Ήμεΐς δ(ΐως έγνωρίζομεν κ(/.ΐ γνωρίζομεν, 
ότι υπάρχει εις και μόνος αρχαίος τύπος πι- 
στώς αντιγράφων τό εξ Άντικυθήρίον άγαλμα. 
Πο/.υάριθμα δη?ιαδή νοιιίσπίίτα τοΰ "Αργούς, 
δακτυλιόλιθοι και άγγειογραφίαι εΐκονίίΐουσι 
τον Άργεΐον ήροχχ Περσέα ακριβώς υπό τόν 
τύπον τοΰ εξ Αντικυθήρων (ίίγάλ[ΐατος. Συμ- 
φο}\Όϋσι δ'ουτο) πιστώς προς άλ?\.ηλα και είναι 
τ()σω πολυάριθμι/. τα ιιν)|μεΐ(/. ταϋτα, ώστε 
ουδεμία δύναται να ύπαρξη αμφιβολία, δτι άντι- 
γρ(/.(('ουσιν, εϊτε πιστώς εϊτε και εξ αύτοΰ έμ- 
π\'ε(')μενα, εν καΐ τό αυτό χα/Λοΰν άγαλμα, 
περίφιη[ΐον πιχντίΰς, οίον βεβαί(ος θα ήτο καΐ 
τό τους πάντας αύθίορεί νϋν γοΐ|τεΰο\' άγαλ[ΐα 
τών Αντικυθήρων. 

Τίύν ΐ(\Ίΐπεί(ΐ)ν τούτων 
-ταρεντίθενται (έν μεγεθύν- 
σει τό πλείστον) τινά έν- 
τίίΰθα έκλεγό[ΐενα έκ πολλών 
όμοί(ι)ν : 

α') Δακτυλιόλιθος (Είκ. 8) 
νΰν έν τω Μουσείω τής Φλο)- 
ρε\'τίας^ άντιγρά(( (ον πιστώς 
τό ήμέτερον άγαλ(ΐα ώς προς την ί)έσιν τών 
ποδώΛ', την κλίσιν τής κεφαλής κτλ., μετά μόνης 

' δ.ΚείηϊοΗ, ΡίεΓΓι-'ί ^Γανέο*, ρ1. 56, 34' (ΰοτί 11,34.3 — \νίοαΓ 
Ι. II ρΐ. 14 ίί.). Ώς προς τόν τρόπον καθ' δν δράτ- 
τεται ό >ίρθ)ς τής κεφαλής παράβαλε χ(ΐί τόν 
ιόραϊον άνάγλυφον δακττιλιύλιθον (ΕΙκ. 4) τοί' 
Μουσείοιι τοΰ Βερολίνου (ΚπΓίλνϊπ^ΙεΓ, ΒβίοΗπί- 
1)υη£ άι?Γ 2ι25θΗη, δίοίπβ ίτη .ληΙί(.|υίΐΓΪυη'ΐ Χ^ 1 1083)1 
προς δέ εκείνον τοϋ Εηπίία^ι- τής ΙΙετρουπόλείος, 5;[.^,;„, 
τό\' εν Ρ^υΓΕΛναπ^ΙοΓ, Όίε ΑηΙΪΙεβιι Οβηιιηεη }}!. ΙΛΊΙΙ, 
Ι, και τήν καθ' δλα όμοίαν τοιχογρα<( ίαν έν τίΐΐς ΧοΙϊζίβ 
ι1ιί§1ί ίΟ&νϊ ι897) Ρ• 3^1 ί'δ• 5• 




ΚΙν.ιον 3• 




•2'> 



Ό ι) ηπαυροζ το»• '.Ινηκί'ίίήρον 




Κίκ.Ιιν 5. 



τΓ|; ^ΐ(/.ΐ| (Μ)(7ς πτι ι'λλί ίι|ΊΊ κπας)κ<)Γις /(ήοοιι τπί 
τοΓι (ίακτυ/αολίίΐοΐ' \\ τί|ν /.?.(.{ αλί\\' τής Μρ<ν)υ- 
σΐ|ς ψέρουσ(ΐ χι-ιρ είκονίσΟ)) (χναγκκίοις εις 
μικρότρρον Γιι|ιος. Ί ί αριστερά Γ("ρρρι τΐ|ν ('/ρ.την 
επίσης τί|ν /.(ίβην έ'//η)σαν προς τά κάτίο, ά}.'κ 

ϊνα έπΙ τοΰ σ[ΐικρ()ΰ ()α- 
7.τνλιολί{)ον κατ«σταί)τ| 
σαφέστερα, εϊκονίσί)ΐ) 
Ρκίίνουσα ειιπροστίεν και 
ουχί. Ας έπι τοΰ (Γ/ί/.λιια- 
τος, Οπισθεν τοΟ πήχι-χος 
της χειρός. Το ί^ε περί 
την (ϊριστεραν χεΐηι/. ίμά- 
τιον καί {| έπΙ τοΰ εδά- 
φους κατακεΐ[ΐεν)| ασπίς είναι, ώς Οέλομεν ϊδει, 
σνινήΟεις προσΟηκαι πάντον σχεδόν τω\' αντι- 
γρα(ρέο)ν τοΰ άγάλιιατος, οϊτινες δεν Οελουσι 
να φαίν(ΐ)\'Τ(ίΐ απλοί τεχνοκ?.όποι (ρ1ίΐυ•ϊ»ΪΓ6«) 
δουλικώς (ίντιγράφοντες τον (/.ρχαΐον τύποΛ'. 

β') Νό[ΐισμα (Είκ. 5) "Αργούς ' (ίύτοκρατο- 
ρικών χρΟΛ'ω\'. Ό αυτός τύπος, έχων έπίσι^ς την 
φέρουσαν την κεΓρα?:ην της Μεδοΰσης δεξιάν 
χείρα εις μικρότερον ίίψος της τοΰ αγάλματος, 
δχι όμως τόσον έ?ιλείψει χώρου, δσον ένεκα της 
συνήθους ανάγκης (περί ής ίδέ κατωτέρω) της 

υπό τοΰ σφραγιδογλύ- 
φου παρενθέσείος, μεταξύ 
της χειρός και της κεφα- 
λής τοΰ ήρωος,τών γραμ- 
μάτίον ΡΓ της περιθεού- 
αης τόν τύπον επιγρα- 
φή; Α-ΡΓ-6ΙΩΝ. 

γ') Δακτυλιόλιι1ος(Είκ. 
(ί) δημοσιευθείς τό πρώ- 
τον υπό τοΰ λίαίϊεί^ εκ 
τής συλλογής τοΰ καρ- 
διναλίου ΟΐΐΗοΒοηί, πιστώς δε αντιγράφων τό 
εξ Αντικυθήρων άγαλμα ο)ς προς τό ΰψος 
τής δεξιάς χειρός, τή\' θέσιν τών ποδών, τί^ν 
κλίσιν τής κεφα?.ής κτλ. Προσθήκαι όμως τοΰ 

' Έν τφ ΟϊΙιίηεΙ άεδ ιηέίΐΛίΙΙίτδ τών Παρισίιον και άλλαχοϋ. 
- Οειπηιε αηιίοΗε ίί^υταιο, Τοηι. IV. ϊά\>. 25. 




ΕΙχών 6. 




ΚΙκόΛ' 7- 



άντιγρα((έ(ΐ)ς δακτΐ)λιογλύ((<)υ είναι ή κΐ'νή. 

τό ί|ΐάτ'.ο\' κ(/.1 ή συνήΙΙίος παρακειμή'η ασπίς* 

τροποποίησιν δ' άσήμαντον 

όλίος πα,ρουσιάζει και ή ί/ρι- 

στερά χείρ. 

δ') ,ΛακτιιλιόλιΟος (Είκ. 7) τοΰ 

Μουσείου τής Νεαπόλεο)ς* (μετά 

τής νεωτέρας επιγραφής ΔΙΟΟΚ). 

εϊκονΓζων τόν αυτόν τύπον τοΰ 

ΙΙερσέϋ)ς, ά/.λ'άνευ κυνής, κατο- 

πτρικώς δε άνεστραμμένον. 

ε') Νόμισμα άνέκδοτον "Αργούς (Εν/.. Χ) έν 

τω Νομισιι. Μουσείίυ τών ΆίΙηνών. 'ί) αυτός 

τύπος, επίσης κατοπτρικώς άνεστραμ[ΐένος και 

μετά τής διαί^οράς ότι, 
κατ είίος συνηίΐέστα- 
τον τοις σ«( αγιδογλύ- 
φιοις τών νομισμάτο)ν, 
προς πλήρωαιν τοΰ η-- 
Οεν και ένθεν τοΰ τύπου 
κενού πεδίου ή [ΐρ\' την 
άρπην φέρουσα δεξιά 
(δηλαδή πράγματι ή 

αριστερά) απομακρύνεται τής παραλλήλου τω 

σ(ί)ματι θέσεως, δεξιά δε προσηρτήθη τω τύπο) 

ίμάτιον τοΰ ήρωος πληρούν τό κενόν τοΰ πεδίου. 
ζ) Νόμισιια. (Είκ. 



!Ι) Καραλλίας τής έν 
Κιλικία τη Τραχεία ', 
είκονίζον Πεοσέα έ'- 
χοντα τ)|ν δεξιάν ακρι- 
βώς εις τό αυτό ΰψος, 
εις δ και τό έξ'Αντικυ- 
{Κ]ρο3ν άγαλμα. Δια- 
φέρει δε μόνον, εκ τής 




ΕΙκών 8. 




ΕΙκών 9• 



συνήθους περί τάς άΛτιγραφάς ά(ΐελείας τών 



' θΕΓ§ϊυ1ο, Κεουοΐΐ <1θ5 ιηοηυηιεη($ άα Μυϊέε Χ&ιίοη»1. ΧβρΙεί 
1867 νοί. III ρ1. 6. — Πρβλ. ΚείηϊοΚ, ΡΐεΓΓε* β'^νέεβ ρ. 166, 
ηοίε 1. — Μ. Μϋηΐζ, ΡπέοϋΓδευΓδ, ρ. 192. — Έτερον δμοιον ίόέ 
παρά Ρυηννϊη^ΙεΓ, ΒεδοΙίΓεϊΙιιιπβ, Ν» 4243, και (κατελ'ώπιον 
δμ(ι)ς) Ν'ο 42.39. — "Ομοιον άκριβώ; τχΊ.τον, ά/.λά προ; τάοι- 
στερά έστραμιιέΛ'ον. ίδέ έπ'ι ετέρου δακτυλιο/.ίθοί' .παρά (',ιλ- 
νβΐΐβ II ρ1. Τ1:=Κείπαο1ι 1. ο. ρΙαηοΚε 80. 

- Ε. Βαίιείοη, ΙηνεηΙαίΓε <1ε Ιϊ ςοΐΐεοιϊοη \ν3(1<1ίη§Ιοη Χ" 4722 
— ΒΓΐιί-^Η Μαβ. ΟαΙαΙ., Ι^γοΒοηϊ», Ιβϊαπ» αηά Οίΐιοίίΐ ρ. 47. .3. 



— 23 — 



Ό ϋησανρος των ^Αντικυθήρων 




σφραγιδογλύφων ττ)ς εποχής, εις ην ανήκει το 
νόμισμα (χρόνοι 'Ορβιανής καΐ Μαξίμου 222- 
238 μ. Χ.), ώς προς την θέσιν των ποδών. 
Σπουδαιότατον εΐναι το δτι ό σφραγιδογλύφος 
χαράξας πρώτον την έπιγραφήν τοΰ νο[ΐίσμα- 
τος, το δε πρώτον αυτής Λ θεσας εξ α(3λεψίας 
εις τον χώρον έ'νθα έ'δει να χάραξη κατόπιν τήν 
κεφαλήν της Μεδούσης, άψήκε κατ ανάγκην 
κενψ' την χήρα, 
ήτις οντω παρον- 
αιάζΐΐ ανοικτούς 
τους όακτύλους, 
ους βλέπομεν ού- 
τως ακριβώς εν /] διαϋέ- 
αει και τους την κεφαλήν 
της Μεδοΰαης άπολεσαν- 
τας δακτύλους τοΰ αγάλ- 
ματος των Άντικυϋ'ήρίον. 
ζ') Αγγειογραφία (Είκ. 
!())'. Τύπος οΐος περί- 
που 6 τοΰ νομίσματος τής 
Καραλλίας ώς προς το 
βι|ιος τής χειρός καΐ τήν 
Πεσιν τονν ποδών, άλλα 
μετά τής κεφαλής τής 
Μεδούσης εν τή δεξιοί 
καΐ μετ(Λ τίνος σμικράς παραλλαγής ώς προς 
τον τρόπον καθ' ΰν κρατεί εν τή αριστερά την 
δρέπανο μάχαιραν. Χ) ρΙαοΐίΐΐΓΡ ούτος αγγειο- 
γράφος, θέλ(θλ• λ'ά καλύψΐ) 
την εκ τοΰ αρχαίου πρωτο- 
τύπου ύπεξαίρεσιν τοΰ τύ- 
που, έκόσμησε τον ήρωα 
δια πτερωτής κυνής, όπι- 
πΙΙεν τής κεφαλής ήρτη[ΐέ- 
νης, δια πτερωτών πεδίλων 
και χλαμύδος. 

η') ΔακτυλιόλιΟος (Είκ. 
11) τοΰ Μουσείου τοΰ Βε- 
ρολίνου-. Άντίγραφον τοΰ Περσέως των Άντι- 
κυΟήρίον κατενώπιον. Πιστώς άποδίδετίπ ή 

' ΔιεθΛής Έφημ. Νομισμ. Άρχ. Τό|ΐ. Τ' ο. 154. 
^ ΓυτΙχν-ίπί^ΙοΓ, ΒοίίοΙίΓϋίΙινιηο; η» 2470. 




ΕΙκοί 






θέσις τών ποδών, ή τοΰ όλου σώματος και 
το ΰψος τής δεξιάς χειρός. Μόνον δ ' ελλείψει 
χο)ρου ( ό λίθος έξικΛ'εΐται 
μέχρι τής ασαφώς έπι τής 
εικόνος φαινόμενης εσωτερι- 
κής γραμ[ΐής) ό καλλιτέχνης 
εκαμψεν ολίγον τι προς τά 
εσω τηΑ' φέρουσαΛ' τήν κεφα- 
λήν τής Μεδούσΐ)ς χείρα, δια 
δε τήν δρεπανομάχαιραν, ίνα 
είναι ορατοί και σαφής, ηναγ- 
κάσϋΐ) να [ΐεταβάλη ολίγον τι τήν θέσιν τής 
κρατούσΐ]ς αυτήν αριστεράς. 

Ο') Δακτυλιόλιθος (Είκ. 12) τοΰ Μουσείου 
τής Φλίορεντίας ', (χντιγράφο)ν, επίσης κατεν(ό- 
πιον, πιίΐιχνώς τΐ) αυτό έξ'Λντικυθήρων άγαλ(ΐα. 
μετά τής σπουδαίας δμως και χαρακτηριστικής 
διαφοράς δτι ένεκα τής δι'ενα οιονδήποτε λό- 
γον προσίίήκης, εις τά δεξιά τοΰ τύπου, αγαλ- 
ματίου έπι βάσεως καΐ τής συνεπεία τής προσ- 
θήκης ταύτης παντελούς έλ?νείψεως χώρου προς 
άπεικιη'ίσιν τής δεξιάς τοΰ ήρωος εν τή συνή- 
Πει (χύτής θέσει ό κα/ιλιτέχνιις έπενόΐ]σε τήν 
άλ?ιως προς τί|\' κ(ίλλιτεχνίαν άντιβαίνουσαν 
τροποποίησιν, καθ'ήν ό ήρως ύψοϊ τί|\' δεξιάν 
οπιοϋεν τής κεφαλής αυτού, άφίνων νά κατο- 
πτρίζηται ή εν αυτή κεφα/νί) τής Μεδούσης εν 
τή παρά τους πόδας αύτοΰ κειμένη άσπίδι, 
έ\' ή ύ ήρως (χκινδύνως — κατά τον γ\'ωστοΛ' 
ιιΰΰον — 0(αίνετ(χι β?.έπ(ι)ν τήν κεφαλιών τιχύτην. 

Ώς βλέπει τις, πάντα τά παρατεθέ\'τα ιι\'η- 
ιιεΐα, εξαιρέσει τοΰ σπουδαίαν τροποποίησιν 
ύποστάντος τελευταίου αντιγράφου, είκονί- 
ζουσι τον Άργεΐον ήρωα ούχι φοβούμενον νά 
άτενίση αύτος τήν κεφιαλήν τής Μεδούσης, τού- 
του δ'ενεκα άποστρέφοντα τήν κεφαλήν — ώς εν 
τή σειρά τών ιινιμιείίον περί ών κατωτέρω — 



' ΓυΓίλναη^ΙβΓ, υίί' αηΐίΐίεη (ίεηιιηεη, Ύαί. 42, 4. — Οοη', II, 
34, δ=Κοίη£ΐοΗ, ΡίβΓΓΕδ §;Γανέβ8 ρ1. 56. — Έτερον δμοιον δακτυ- 
/αόλιβον έ\' Βερολινω Ίδέ παρά ΡυΓΐ«'5η§ΐ6Γ, ΒεδοΗτ. π" 3102, 
πρβλ. κ(ΐΊ Ν" 4238. — "Ετερολ' ΰμοιολ' την .ταράστασιν, άλ?^'άνευ 
τοϋ αγαλματίου ίδέ παρά ΚοίπαοΗ 1. ο. ρ1. 127 ( := θΓΐέ&η8 1, 
94 — ΟιεάεοΗβη, άρΌρον (Ιογ^ο έν Εγ5οΗ ιιηά ΟηιΙιεΓ ρ. 
417Ρ; Ζεηοηί, ^&ται^\ (. Ι ρ. 112), 



24 



Ι) ί) ηπίΐν^οζ τιϊχ' '.ΙνίΓ/ίΐ'ΐΊ/μχον 



οΓκ^ί- χ(χτ(<πλΐ|ξιν ί•.•τιζΐ|τοΓ'ντ(/. να .Ί{}αξΐ\'\'\π\\ 
()[' αντ\]ς τοις η7,'''(.">'? ί-"""!^"". <ίλ/ιά (( ιλί(ι)ς κκΐ 
Γ|ρρμ(χ 1^τ1^Κ1κΛ'Γι()ντ« (χΓιτί|Λ' πηικικόνίος τΓ| ιι«')ν(ΐ) 
τίί) "Αογκι ϊ(^ιαό)Γ'πΐ| .τ(ίο(/.(^(')π^•1 κκκίνΐ). κΐίϊΓί'ιν 
ί| λΙπ^οΐ'Πί/. ί)ί•ν Γ|το ΐ( πικι/./.π/. τις τί|ν όψιν κ«Ι 
(/.το/.ιίΐοϋσίί τοίις ί)ι-•(ΐ)μί•ν()ΐ'ς (ίΡτήχ•. ()././. (ί)π(<ιο- 
τ(ίτΐ| κ(')ρΐ|, ής τ\''/αί(ΐ)ς ^(ΐλ(ΐ(| (ι\ί|Ι)ι ίπης Ρ((>ρρΗν ό 
ΙΙρραΐΜ'ις τί|ν χιί| ι/λην ιίς "Ληγος προς ^πί()ι■^ιζι^ 
τον γοΐ|ΤΓΐ'τικοΓι (πΊτης κίϋλλους '. Τί|ν στιγμήν 
Τ(/Γ)τΐ|Α' τοπ [ΐΓ'Ποιι (^Γον να Γ/ΐ| :'\' τΓ| ^ι(/.νοί<x 
(/.ίιτοϋ Γ) ίΙ;-'λ(ΐ)\' \'(/. ;'νν()Γ|πΐ| τί|\' πτ(/.οι\' κ(ίΐ 
ί'κ(}'ρ(/.αι\• τοΓι Λ\'τικΐΜΊΐ|ρ(ίϊκοίι (ί.γ(/.λμ(/.τ(ΐς, ί'ιτις 
!•ί\'(/.ι, κ(/.τ !-■((!•■. ί| τοίι προς (| ίλοπς (ΤίκΊν τι ίΐο.ΐ'- 
μ(χσμοϋ ίπκ^ΡίκνΓ'οντος λ(/.ΐ( υρον. ο.-τι•ρ π(ίκρ<')- 
9κν ίν ετη'Αηξιν ί-κ(')μια!••. 

Τί|ν .τίίτρό^α τοΓ' τΓ'που τοήτοη ίν γκνι-ι, 
ίήίίος ί>ρ τί)\' π(')λι\' ι••\' ι') ήτο ί(>ρ(ΐμρνο\' (χρ/ικόις 
το πρότυπον (/γίχλμ•/., (/.() οί' ν:χ\'\\'(ΐ.πα.\' .τ(η'Τ(/. 
τα (/.\'(ΐ)ΤΗρο) μ\Ί|ΐΐ(>ν!••»'()ή'τ(/. (/.ντι'γρ(/(| (/. ί^ι-Ί- 
κνήοηαι (Τ(Χ(^'(Τ)ς τά πολΰτπΗ/. νομι'α(ΐ(<τ(ί το)ν 
"Λργκίίον, ατινα Ηΐνιχι κ(χΙ ίά ικπίι' ΐν ολί) τΓ] 
(χρ/ίχία νο[(ΐσ[ΐατικΓι παρουσιάζοντίχ τον τόποΛ' 
τοϋτον. Το της Κίχρίχλλίας οϋίίρν άλλο ρΐναι ή 
(χντιγραφί) τοϋ 'ΑργείΌΐ' τιλτου .-τΐ|γ(χζοΐ'σ(χ έξ 
(/.Γ'το»ν τ(Τ)\' μνιμίΗΐίον τοΰ Λργοί'ς, ί'£ οί' ί-\' χρό- 



' ΙΙ(ΐυα(ΐνίοι• 2, 21, Ιί : ΤοΟ ί(> ίν τ(ΐ αγορά τί) Άρνκίίον 
()ίκο6<)μΓ||ΐ(ΐτος οό μακράν γβ>μα γης έστιν ρν ί>ί• αϋτφ κεϊ- 
σΟ«ι τήχ• ιΜΕΛοι'ισης λέγουαι της Γοργόνος κεφαλήν. 'Απόλτος 
ήί τοΟ μιι()Ό\' τάδε άλλα εις αί'τήν έίττιν εϊρημενι/., Φόρκοΐ' 
μέν ϋιτγατέρα είναι, τελεοτήσαντος Λέ <>ί τοΟ ^πατρός βαοι- 
λεϋειν τών περί τήν λίμλπρ• τήν ΤριτονίΛίΐ οίκούντίον. και έπ'ι 
ί^ήραν τε έξιέναι και ες τάς μάχ<λς ήγεΐοίΐαι τοις Λίβυσι. κ«ί 
}>ί| και τότε άντικαΟημέλ'ην στρατό) προς τήν Περσέ(ι)ς Λΐ'- 
ναμιν. επεσϋαι γάρ και τφ ΙΙεραεΤ λογ(ίδ<ις εκ Πελοπονη'ι- 
ποί'. Λ<)λθ(| ονηίΐήναι νιΊκτ<ι)ρ, και τον ΙΙρροέα τό κάλλος ετι 
χαί εττΐ νεχρφ ^ανμάζονζα, ονζίο την κεφαλήν άττοτεμόντα 
αντής αγειν τοϊς'Έλληαιν ες επίδειξιν -. 

- Ό ΙιηΗο,ιί-ΗΙυΓηιΓ, ΚΙείηοϋίαΙίϊοΙιι- Μίίηζιη. Η.Ι. II ιΐ;ΐ(Ι2ι 
!>. 417, (ΰταριίΐμών τάς πόλεις, α'ίτινες ,ταροιισκχζουοι τόν μετά 
ΰι^κομενης χειρός τϋπον τοϋ Περοέιος, παραιΊετει πλην των 
μνΐ|μο\'ε>Όέντ<ι)ν νομισμάτιι)ν τοΰ "Αργοί'ς και της Καραλλίας 
έτερα τοϋ Ικονίου και τής Ταρσοϋ. Άλλ' ό μέν τόπος τοΰ 
Ικονίου ανήκει εις έτερον εντελώς διαφόρου τύπου αγοι/.μα, 
περί οΓ> κατι»τέρω, ό δέ τής ϊαριτοϋ (Ιοιιηι&Ι ο£ ΗεΙΙ. 8ΐιι- 
(Ιίεί, νοί, XVIII, ρ. 177 ρ1. ΧΙΠ), παριοτών τόν ΙΙερσέα φέ- 
ροντα έν τή ίκ^κομεΛΊ) χειρί εΐδιολον Ά.τόλλονος, οϋδεμίαν 
αχέσιν έχει προς τό ήμετερον ζήτημιι. Οΰτιη μόνον εν ".λργει 
ιίπΐ'.ντα () άντιγράιριον τόν τύ.τον τοϋ (Ίγάλματος ηιιών τΐ'πος ! 



νοις .τί'χνί' όψίμοις κϊοΓ|/Ι)ΐ| {\ λατρκό/, τοΓ' ΙΙιρ- 
πί(ΐ)ς ΗΪς τί|ν Κίχραλλίαν κ(χί τινίχς τ(7)ν -τίχριχ- 
κκιμκνίον .7<Ίλι (ον τής ΚιΛιχηχ;, Λΐ'χαίΐνίας και 
Ιπαηρίίχς. 

'ΓΓ| |)οιμ')κί(/ πίχντίΐιν το»ν μνΐ|μκί(ΐ)ν τοΓ'Τ(ΐ»ν 
και τοιν (/.ν(ΐ)τκρη» κν οκλ. ^0 ΗκτκίΙκλ'Τίον τι-χνι- 
κο)\' .τρα.γΐΗ/.τικιην .ταρί/.τΐ)ρΓ|πκ(ι»ν (ί)ς προς τό 
α/Γιικχ κα,Ί τί|\' ίΙίσιν το)ν ίν τ(χΐς /ί-ραΐ τοΓι 
(χγίχλμιχτος τίον ΛντικυίΙΓ|ρ(ΐιν (χντικκιμή'ίκν. 
πΐΜΐπλΐ|ρη) τ(ΐΓ>το (ί)ς (>κικνΓ)οι>αιν αί κντ(χΰϊΙ<χ 
.τ(χρ<ίτιΐ)κ[ΐκν(χι ?)ΰο ^ίκιητς (<χρ. 1.") κ(χ1 14). (χί 
τπιγκογρα<( ικώς ληφίίρϊσαι ίκ ((θ)τογρα(ί κην 
τορ ().γ(/.λμ(χτος, Κ€[' ων προοί-τκιΐηπαν προ/κί- 
ρ())ς <^ιά χρίόματος \\ κι-((ίχλί| της .Μί-ί)οήαΐ|ς 
καϊ ί| αρπΐ| '. 

Ως προς ί^ί' τόν τρχλ'ΐκόν τρ(•πον. κίχίΙ όν ό 
Γ|ρ<ΐ)ς παρίπτίχτο αηγκρατών ρν τ[| ?)Γίΐ(χ τί|ν 
ίί>ΐίχιτρρ(ος χυΗρΐααν κεφαλήν της Μρί)ουοΐ|ς, 
.τ(/.ρ(χτΐ|ρο) ("ιτι ό ζαλλιτρχν'ΐξ 'Τ^?''? (χα((αλη ρν- 
α(|ην(ΐ)θΐν τή; ϊ^ιαιτίροις /ιιΟριαης κεφαλής .Ή' 
τ[| /.ειρι τ'Ο ηρίπος (/,πρ(( υγρ τόν μόνον γλ' 
ρργοις τής 7ρα(μκής ή <χγ(χλμαο7ΐ ικχρικ/ρί- 
νοις, κν οίς ?'/. τοΰ αϋτοΰ λίί^οΐ' οΐΎ/ρ<')νο)ς 
ίποιήΗησιχν ήν(ΐ)ΐ(ρν«ι ή κε<( (χλή και ή χείρ, 
?)ΐ'ν(χτόν τρόπον ίκεϊνον, κ(χ9 όν ίίεατρικώς 
(( οβερός ό ήρος τείνει ζωιιρώς υψών τήν χεϊρα 
κ(χι συσ(| ίγγίον τήν κόμην τής κε(μχλής. ώς άν 
(χϋτη ήτο ',1ο)Π(χ καϊ έφο(•)εΐτο μήπίυς ί^ιαί^ύγί) ! 
ΙΙ(χρεατησε ί^ε (χι''Τ()ν. πολί' καλλιτεχνικο)τε- 
ρον, ήρεμα έμπ/.έΗαντ(/, τους (^(χκτΰλους εις τόν 
κρίόΙ'ίυλον τής κ<')ΐη|ς τής κε(( α,λής καϊ έκ τίον 
κ(χτϋ) έγείροντα τ((ύτην προς τά αν(ι) ήαΰχος, 
πρό; τοϋτο (^ε μ()νον κατ(χ βάλλοντα ελ(ί(( ρ('χν, ώς 
('χρμ(')ζει τοιούτχρ (χομίχλειο ήρο)ϊ. προαπάίίειαν, 
σχεί^όν (χνεπαίσ{1ΐ|τον τφ θεατή. Ίν(χ ί^ε συγ- 
κρίχτή (χΰτήν (χαφα/.ώς, άρκεϊ αΰτφ ή έν τω 
κρωβύλο) τής μαλακής κόμης ευχερής γάμ- 
ψιοπις τοϋ (χντίχειρος και τών ί^ύο ί^εΗιών 



' :£ημεΐ(« ίίτι επιμελεστέρα συμπλήρυ)σις ίΐέ/,ίΐ παρουοιάσει 
τί|ν μέν άρπΐ)ν πλησιέστερόν πο)ς φερομένην προς τήν χείρα 
τοϋ ίίρ(ΐ)ος, τόν δέ σταυρόν τοΐ' ξίφους μάλλολ• π(ΐρα/.λήλ<ος 
τ(Ι) άνοίγμ<ιτι τής παλάμης τής χειρός. Επίσης ή κεφαλή της 
Μεδοΰση; έδει νά είνίΐι κατά τι πλαγιιότεοον έστραμμένη. 



25 



Ό ϋησανρος των ΆντικνΟί/ρίον 



^α/'.τύλ<ι)Λ^ ένώ δια τώλ' /ιοι.τών δύο έλαφρώ; 
(κη'ολ' πιρζρι τον κρ(όβυ?νθν, ο^σεί έφοβεΐτο ιιή- 





ΕΙκών 13. 

πιος καταστρέψει τί|ν κυμμωσίΛ' της (ί)ρ(χί(/.ς 
κεφαλής. Ώς προς την τεχνική ν ταΰτην άντίλΐ]- 
ι|μ\' κ(/.1 προς το εν τΓ| οχριστερα τοϋ ήρωος 
χειρ'ι (/.\'τικεί[ΐενον και τον τρόποΛ' καθ' Γιν 



τοϋτο ί|τ<' εντεθειιιένον, πλιιρέστ(/τα σιητ- 
(ροΊνησαν έμοί οπ μόνον υ κάλλιον και (χ\'ε- 
το)τερο\' παντός άλλου έπΙ μακρόν με- 
λέτη σ(/.ς τεχνικ(7)ς το άγαλμα, πρΙν ή 
συγκολ/ιήση αύτ(^, Γάλλος καλλιτέχνης 
Λικίπ'*, ά/νλά κ(/.ι πι/ντες οί λοιποί καλ- 
λιτέχν(χι, οϊτινες έτυχε να μελετήσίοσιν 
εν Αθήναις αυτό τοϋτο τό άγαλμα. 
εξ ών [ΐνηιιονευο) ιδιαιτέρως τί|ν έπι 
πολλούς μήνίίς εν τοΤς Μουσείοις των 
'Α{)ίΐν(ον εργασία εΐσ(7. ν όιάσημον Λανίδο 
άγαλμ(/.τοποιό\' χαλκο)\' έργ(ΰ\' Ληη<• 
Μίΐπί' Νί(;Ίί>ΐ'η, (/.νρπΐ(ρ'λ(/.κτ(ΐ)ς αυπιμο- 
νήσασίχν έμοί. 

Αί δε κι/τά της γν(ί»μιις [ίου ταύτης 
αντιρρήσεις τινοιν ιη'ήκουσιν είτε εις 
(/.γ\'όοΓη'τ(/.ς τΰ. ιινηιιεπ/., άτινα (/.πΐ|ρί{)- 
μΐ|σ(/. (/.ν(^)τέρ(ρ), ει'τε εις [ΐί| εϋτυχήσαν- 
τας να [ΐελετήσωσιν αΰτοΊ ούτοι τό 
άγΐίλΐΗ/.. Και οί μεν και οί δε ουδέν μέχρι 
τοϋδε άλλο έπιχείριμκ/ ήδυνήί)ΐ|σαν νά 
μοι (ϊντιτάξίοσίλ' ή τό τοϋ Γάλλου άρ- 
χαιολ(')γΐ)υ Ιλ•(•1ι;ιΙ '^κίίίΚ ον ΓΙηροίΠέδο 
(;!(■ Μ. !~^\•οΓ(ΐηιΐΝ, (μιί .Μίπι^ί• ά ηη Ρ&Γίίέθ 
ηιοπίπιπί 1;ι ΐΟΐΰ άο Μέάυ.'ίί;, ηβ 86ΓΗίΐ α 
υχίΐηιϊηβΐ' ιμκ• ν' ί1 ν" αι^ΪΝ.'^αίΐ γ1ρ Ια πΐίΐϊη 
^•"ίηιοΐιο ; ί'αΐ' απ ιηοπκι'Πΐ οπ ΡοΓ8έ6 
νϊβηΐ ά'Ηαοοπη)1ίΓ ^οη ρχρίοίΐ, ο'βϋΐ άβ Ιίΐ 
ηι,ιίη ι;;Η1^1^(■, ηΓ(;ΡΝ8ίΐίπ:Ίηοη1:, (μΓϊΙ άοίΐ 
θχΗϊΙ^οι- 1;ι Ιίΐίί ^ουρέ^, 8;ι ιηπίπ οΙγοιϊθ 
ΙοπίΐηΙ ΪΆ Ηατρθ . Άλλ', ως (5?νέπει τις, ό 
κριτικός οΰτος κ(/ι οί τα αυτά έπανα- 
λ(Χ(ΐ|")άνοντες έλησμόνουν, φαίνεται, εν- 
τελώς τό πλήθος των άρχαίο>ν ιινί)- 
[ΐείωΛ', εν οίς 6 Περσεύς κριζτεΐ ή• τ)} 
όεξια τψ' κε(|αλίιν της Μεδοΰσης, φαί- 



' Ίδέ καΐ τό «"Αστυ» της 5 Σεπτ. 1ίΗ)•2, έν φ ό 
ΑηιΐΓέ έξεφράσίΗι ως έξης : < Κατ' ίμήν γνιόμην τό 
άγαλμίΐ παριστά τόν Περσέα, κρατούντα έν τή άρι- 
(ττερα αρ-την, έν δέ ττ) δε£ΐ(ί τ»)ν κεφαλήν της 
Μεήούαιι^. Πολλοί φρονοϋσιν δτι είναι ό Έρμης και (ϊλλοι 
π ΙΙάρι;. "Λλλ' έκ τής πτάοαηζ τοϋ αγάλματος «αϊ των γενο- 
μένων δοκιμαστικών αναπαραστάσεων γενικεύεται ηδΐ) η 
πεποίίΐηαις. ότι πρόκειται ,τερ'ι Περσέος•. Τήν αυτήν γν(ομΐ|ν 
αϋτοΰ ιί)έ κα'ι έν τή Πΐιΐϊΐιηΐίοη 1902 σελ. ΗΚί. 
- Κίνιιι; άι-^ Εηιιΐο (Ιγοο^ικ-'- 1!)01 |ι. 417. 



26 



'() ιΉιαανρος τώΐ' \Ιΐ'τικΐΊ'^ι'/ριο>• 



\ΊΤ(Μ ί^ϊ Γιτι (ΐρτοι ΓΪ/_ον ιΗ' Τ Γι ιινΓ|ΐιΐ| (/.ύκον τοΓ'τον ιινΐ||((ΐνΓύθ) ι-νταϋίΐί/., ϊνα ί^ιά τΓ|ς 
ιΐ(ΐ\'(ΐν τ()ΐ>^ τπίίγικώς ΙΙι-ίίτηικοίις τύπους τοΓι ί)ί"θΡ<ι)ςίτκ(_κ»ιι νί»|ΐίΓν|ΐατης τ<)Γι"Α(_)γους{Κ 
ΙΙκραέίος τοΓ' Ι'χιηιιηιΐη ( <Ί11ηί ι-ν 
τΐΊ ' ".ί;.^ί•' <1ι"Ι..ιπ/ί της •1>λ(ι)ρεντί«ς 
•/Λίΐ τον Κ(ίν(')β(ί ίν τώ ΒίίΤΓ/ίη'ώ. 

'() ΙΙιοσκϋς τν τΓ| π(/.τοί(>ι (ίήτοΠ 
"Ας)γι•ι. Γνί)« !-•ί/ι•ν Γ|ο(;)()ν ' 7.(ά χατ' 
!-Η()/ί|ν ρ/ιατρευρτο, είν(ίΐ .7ρ()(( (/.νίς 
ΟΤΙ Π(ί !-Ί/_ί• κ(χι πολλά (}.γάλμ(/.Τ(/ * 
^ΐ(<(( (')ρων άλλων τιλτίον ι^•πίπης πι-ρι- 
(( Γ||ΐ(ΐ)ν, τοΰτο (^'^-πικυροϋπι λα[ΐπρ(7)ς 
τα ϊ-κ τ\\ς Ρίοικίϊκης αϋτοκρατορικΓις 
ίποχΓις νομίαιίΓχτα τοϋ "Αργού;, τα 
ώς γνίοατον (ίντιγρ(/.(| οντά τα ;'ν τΓ| 
πολρι ίδρυ[ΐί"να καλλιτ!7.νΜί"''τ•'- '^^^' 
τοιούτον, (ΐναγνίορισίΐί-ν ηί^ιι (ης άντί- 
γρ(Χ((()ν π(ίντ{))ς π8ρκ( Γ|[(οιι τίνος //χλ- 
κοΰ ρργου της Ε' π. Χ. ρκατοντ(/>τ)|- 
ρί^ος ', είναι το επί τοΓ' ενταΰΟα 
(ϋπεικονιζομεΛΌΐ) (Είκ. 1Γ») νομίπικχτος 
Τ(ον Άργείίον /.(χϊ επί (^υο ετερίον 
σπ(χνί(ον νομισικχτίον της Κορίνθου 
(Είκ. 1 ()) ' και τοϋ Ικονίου (Είχ. 1 7)*. 
Κ(χί τα τρία ταΰτα. εν κ(χι τί) (χΰτί) 
μέχρι τών ελαχίατίον λεπτομερειών 
(χντιγρ(χί| ο\'Τ(/. /(χλκοϋν αγιχλικ/.. .ταρι- 
στώσι τον Άργεΐον ί'ιροίχ εγείροντα 
μεν έν τΓ) δεξιά, ώς το άγ(χλμα τίϋν 
ΑντικυίΙι'ιροη', τήν κείραλίιν της Με- 
δυύσΐ|ς, έχοντα (ίε καΐ τ)|Λ' άρπην έν 
τΓ| (χριστερά, διαο^εροντίχ ί>'ομ(ι)ς ριζι- 
κο)ς (χϋτοΰ (ής παριστώντίχ τί)ν ηρίοίχ 
συμ(((ί)ν(ος τώ (/.ρχαιοτερίο μΰΰωώιο- 
πτρΕψοντα τί|\' κεΓραλ»|ν (χυτοϋ, ίνα 
(<π(Κ( ΰγΐ) την ίΙεαν της και αυτόν 
δυναμένης να ιχπολιΟοίση τρομεράς 
κεφαλής της Μεδούστ]ς. Τον τύπον 



.τίχρα.- 
ίκ.1«). 




' Παυσανίου '2, 18, 1. 

- ΙηιΗοιιί- ΒΙυιηεΓ 3.η<1 Ρ. Γ,αηΐηυι-, Νυηι. ίΊιηιηι. 
οη Ι'ίΐυίαηί&ί ρ. 35. — ΡυΓΐ\νϊη§1θΓ, ΜίΊ^ιοΓννι,τΙίΐ; ϋ. •!81). — 
ΙηιΗοϋί - 1!1ιιηιι;Γ, ΚΙι3ίοα5ίαΙίίθ1ιι> Μϋηζοη Βιΐ. II δ. 417. 

■' ΔιεΟν.Έφ. Νομ.Άρχ. τόμ. Τ' (19(«) σελ. 1 1, αρ. 24. Πίν. 1,12. 

' Ιιτιΐκιοί - ΒΙυηιΟΓ, ΚΙβΐη&^ΐαΙί'ίοΐΊί- Μϋηζοη Βίΐ. Π 3. 417 
ηο Γ> Τ&(. XV. — δβίΐίηί, Ι,ιΊ. ηυηι. \' .")ΙΙ. Ηίΐιοΐοη, ΙηνοπΙ. 
λΥίΐιΙιΙίη^Ιοη ηο 4767. 



ΕΙκών 14. 



τυ αυτό ακριριο:: αγα/.ιια εικο\Ί^οντο; . και 



- 1 



' Τόν αυτόν τι'ιπον αντέγραψαν κατόπιν διάφοροι τεχνο- 
κλό.ποι αγγειογράφοι, ένδϋσαλτες δι' ϊιιατίοιν. πτεριοτή; κυλ-ής 
και -πτερωτών .τεδίλιον (Λιεθν. Έφ. Χομ- Αρχ. ε. ά.). 



— -27 — 



'() ϋηοαυρος τ(7)ν ΆντικνΟήροιν 



όμως ^'χυντας πολΰ 7(ί|ΐΐ|λ(')Τί•ρ()ν τί|\' ^εξιά\' 
χείρα, [ΐόνον ρ'νρκα της κατ' ά\'(ίγκΐ]\' [ΐρταξύ της 
κι-τρα?^"Ίς κ(ίΐ της ^ε^;ι«ς χειρός π(λρρνθέσεο)ς 

τοΰ γράμματος 6 της 
επιγραφής ΑΡΓ - 6 - 
ΙΩΝ, ίνα ερ(ΐη\Ί-ύσ(ο 
σαφέστερον τη συμ- 
|!αΪΛ'()λ' καϊ εν τιοι 
Γ{7)ν \'()πΐίτμ(ίτίι)λ' το)Λ' 
(ίντιγρ(χφόντθ)ν τοΑ' 
τύπον τοϋ εξ Άντι- 
κυί)ήρ(ΐ)\' (ίγάλματος. 
η.τερα παΚνν νο- 
μίσματα τοΓ) "Αργούς (Είκ. 1!ΐ-2()) π(/.ρο\ιοΐ(/.- 
ζουσι τρίτοΑ' τύπον αγάλματος ΙΙερσε(ΐ)ς. μόνον 
ή μετ Αθηνάς, επίσης ύψοϋντίχ την κεφαλήν 
τής Μεί^ούσης εν τή χειρί, (/.λλά στΐ)ρι"ά)ντ(χ 






Κί-Αών ι6. 



ΕΙν,ο>ι 



τ(ίΐιτΐ|ν επί (/.σπίνος τείίειμένης έπΙ β(χ)μοΓ'. Τοϋ 
τήπου ί>ε τούτου αντίγραψα ευρίσκονται κ(ίΐ 
επί τινίον (^ακτυλιολίΟτον'. 0()τ(ΰς εΐναι άναμ(( ι- 
σ|-5ήτ))τον δτι εν "Αργεί ί'πήρχε σειρά δ?.η ^κί- 

αήμ(ΰν (ίγ(ίλμάτω\' τοϋ 
Περσέως. 
Ύπο?ιείπετ(ίΐ νϋν ήμΤ ν 
ή έξέτασις τής τεχνο- 
τροπίας τοΰ (ϊγάλι,κίτος 
τίϊ) \' Ά ντ ικ υ Η ή ρ (ολ'. Ώς 
προς τοΰτο πρέπει να 
σΐ)μεΐ(όσοί δτι. αν κΐίϊ 
μόλις παρήλθαν (>ι''ο 
ετί) άπί) τής (ίνακαλύψεο)ς (ίύτοϋ, ελιχχιστος δε 
χρόνος (Ιτδ τής σιιγκολλήσείος. εν τούτοις εχο- 
μεν ήδη σειράν διατρι()(7η' άρχαιολόγίον, ούχΙ 




των (/.σήμο^ν, ύποστΐ|ριζόντ(ΐη' διά ποικίλ(ρ)ν έπι- 
χειρημάτο)ν των με\' δτι είναι έργον Πραξιτέ- 
λειον. τών δε Μικχόνειον, έτεο(ι)ν ΣκοπάδειοΛ', 




Ει; 



κο>Λ' 1 ο 



Ε(κι 



κικν 2ο. 



άλλίΐιν ΙΙολυκλύτειον κ<ίΐ άλλ(ΐ)\• Αυσίππειον. 
Κίς δε ικίλιστι/ δεν εδίστ(ίσε \'ά κηρύξη (ίύτί> 
ώς (ίσηαλώς Άλκαμενειον. ()ΰδόλ(ι)ς δε (ίίκρι- 
βά}^^!) δτι εντός όλίγοί' δ κατίίλογος ούτος τών 
τεχνιτο)ν ί)ά (λΐ'ξηιΐή κΐίτά δεκίίδα όνο[ΐάτ(ο\' 
κ(<ι δτι εύ/ι,ογοφανή έπιχειρή(ΐατα {)ά εΰρίοσι 
π(ί\'τοτε οί σο(( οι διά πά\' νεο\' προτει\'(Ηΐενο\' 
δνομ(ί καλλιτεχνου. 

"Α\' κ(ίΊ τυγχάνω έπιμε/.ΐ|ς (ϊ\'αγνώστης τοϋ 
εϊ'δοιις τούτου τών κί/τακλυσιχντίον την νείοτά- 
την άρχ(χιολογίαν μελετών, πρίις δε καΐ ίΐι/.υ- 
μαστής κα,τά τά άλλοι το)ν τα τοιαϋτα συγ- 
γρα((ι(')ντ())ν (ϊρχ(ίΐολ(')γ(ι)ν. ύ(('είλ(ΐ> δ' δμ(ος νά 
όιιολογήσ(ΐ) είλικρινο)ς κα! άπερκρράστίος εν 
τή προ)τη ταύτη ευκαιρία, ην μοι παρέχει ή 
παρούσα συγγρα(( ή. δτι δεν είμαι θερμός λιί- 
τρις τώ\' τοιούτων ί)εϋ)ριών, μικρόν δε ύπολαιι- 
(Μν(ΐ), εΛ'ρκα πολλών λόγα)ν, τό γε \'ϋ\' έχον, τό εξ 
(ίύτών προκύπτον έπιστη(ΐονικόν κέρδος, συμμε- 
ριζό[ΐενος μάλιστα π/.ηρέστατα γνίόμην (( ίλου 
και)ΐ)γητοΰ τής άρχ(Χΐο?α)γίας εν τιϊ) Κι) νικώ 
ή(ΐών ΙΙανεπιστημί(ΐ). καΐΙ' ην ή λυικχινοιιενιι 
και την φιλολογίιχλ' υπερκριτικί) πολλώ (ΐείζονα 
δεινά (χπεργάζεται έν τή ιστορία τής αρχαίας 
τεχλ'ης, πυργοϋσι/. είκιχσίας έπι εικασιών καϊ 
έπι ασταθών καϊ σαλευυ[ΐένων θεμελίων έποι- 
κοδομοϋσα κρίσεις περί τοΰ ιδιάζοντος χαρα- 
κτήρας εκάστου τώ^• (ϊρχαί(ΐ)Α' τεχνιτών '. 



>;. Κ,ΪΓκκΙι, Ι'ίΓΠ-ε* £;ι•ίΐνόι.•ν ρ, !(;(;, ],ι. 1;54, ;!() γ_^} 



' Ν. Π(ΐ?α'τοιι Γά Π(.ια£ΐΓΐ^λη(Λ άνάγλιιψα τΓ|ς Μκντινείος : 
Έηετηρ'ις τοϋ'Ε&νιχον Πανεπιατημίον .' .\^ϊ\\(ΐ.ι 1908, οελ. 5-1. 



2« — 



() ιΐηηαιιοο^ τών 'Λ\'τικνϋή()<ιη• 



{ ),Ί(ι)Π(ΐΓ|.τ(»τι•, Η\• [1(11 ί|Τ() κ.τι|)ΐ•()λΐ||ΐι••ν<)ν νά 
ιν.((η«α(ι) κοί κγο) γκνικήν τιν(ί γν(ί)ΐιΐ|ν <ί)ς ,τοος 
τί|\' τΓ/νοτοο.τίί/.ν κ(/."ι /οονο/.ογίίίν τοΓ» ρργοαι 
τοί'τοΐ', πτΐ|ριζ()[(ήΊΐν πηος (')Π(< ί'τη/κ νά «ί- 
σί)(η'(ι)(ΐ(/.ι μά/.λον Γ| (^(χοίικος νά γνίοοΓάο ίκ 
της μι-λίτης τ(Τ)ν .τερισ(ΐ)ί)κντ(ΐ)\' ιινιιιπίίον χα\ 
(ΐάλιστ(ί τών (/.σ(( (ίλι'ατρηον ^ι>ν(Χ[ΐιΗ'(ΐ)ν τΓ/νο- 
τρ(»πικ(ος νά (^(πΙμολιη/ηΟώσιν (ίρ/ίχίίον νοιιι- 
ο[ΐ(/.τ(ον, Πά κκλινον ύ.τί-ρ |(<)νιις τΓις προς την 
(χρχήίΐεν ί|(ί|ν σιΐ|(πεσούσΐ|ς γν(ί)ΐιΐ|>: τοϋ κ. 
ί~ΐ. ΚίΜΠίκΗ, Οροροϋντος τί|Λ' τεχνοτροπίαν τοΰ 
έργου (ός ίη(•οηΐΡΝΐ;ι1)1^'ηΐ('ηΙ Ιγι-ν χοϊί^ίη ;\ (-('ΐιιϊ 
<1(' ΐΛ^ίρρι• ', αν και ί^εν άγΛΌΟ) δτι άλλος άρ- 
χαιο/α)γος της (/.ύτής (ίξίας. ό κ. ^V;ι1^1^^ιρ^η, 
εγρ(χ\)'εν (ίντιθετ(ΐ)ς Ι αιπ μη• ηο Ιπκι• πί ιΗιν ίη 
ΐΗ(• \\()γ1< "^, Λ<( ή\'(ι)ν ί^ϊ- έικίπτον πληρεστερον 
νά παρασυρίΐο) ύπ^ο τοΰ καταγο)ΐτειΊσαντ()ς [ΐε 
(ίγ(/.λ[ΐ(ίτος, επηίιηιό) νά τρεορο) την ώρίχιαν πλά- 
ΛΊ|ν, ΟΤΙ εΐνίχι εν εκ τών (( η[ΐιζο(ΐενων έκεΓν(ΐ)ν 
ίϊισχιλίίΟΛ', άτινίχ έξήλΟολ' τώλ- χειρών τοΰ περι- 
ίριμκχ' της Άργειοσικυ(ΐ)\'ί(χς σχολής κ(χλλιτε- 
χνοι» .\υσίππου. 

Έλ' πάση .τεριπτ(όπει το έργον είναι άξιον 
τιπό τεχΛΌτροπικήν κ(χι τεχνικήν εποι)»ιν μακράς 
και ί?)ΐ(χιτερας δλως μελέτης. (^ι'V(xμενον νά 
χρ)|πιμεύπη ώς (χφετηρί(χ |ίααίιι(^)ν π•(χρ(/.τηρή- 
οεων γενικωτέρας σπο\'(^(/.ΐ(')τητος, περί (ον ού 
τοΰ παρόντος. ΈνταϋΟα επιτρ(χπήτ(ΐ) ιιοι μί'ινον 
νά πη[ΐεΐ(όσο5 δτι αί κατά τον κιχΟαριπμδν εμφα- 
νισί) είσαι έπι της κει^αλής τρεις κανονικού 
σχήματος και εις κα\Όνική\' άπ' άλλήλ(ΐ)ν άπ(')- 
οτασιν όπαι είναι εκ τ('ί)\' συνητ)έστατα έπι τοΰ 
κρανίοΐ' τώ\' χαλκών άγαλμάτοη' εύρισκοιιεχ'ίον. 
γενΑ-ητΙεισών ί)ε εκ τώ\' ρ(χ("5(^(ΐ)\' τών συγ- 
κρατουσών κατά την χύσιν τον έσο)τερικδν 
^πυρήνα τοΰ άγάλμχχτος μετά τής (ΐήτρας \ 
Ή περί αυτών ίίε ά\'(χκάλυν|Ίς τοΰ χιιμικοΰ 
Όθωνος Ρουσοπούλου. δτι έχρησίμευον προς 



' Έν Γ?) 01ΐΓοηϊ<ιη6 άεϊ Απ*, 1901, Ί Μ»γ5. 

2 Μοηΐΐιΐχ Εο-ίοχν, 1901 ρ. Ιΐβ. 

^ ΤελεχιταΙος περί αυτών έγρα\|ιεν ό ΒβηηάυΓί, ϋ^ετ <1ί(; 
<ίΓθ85ΐ)Γοηζβπ (Ιβί Μυδοο ηαζίοηαΐΰ ίη Νο&ρ^Ι ; ^^ΗΓ^511^ίί^ <1β5 
θ65ΐ. ΑγοΙι. ΙπίΙ. Βά. IV, δ. 177. Πρβλ. και Α. Ι.θ\νίη, ϋΐ)0Γ 
<1ίε ΤεοΗηίΙί αη 3η[1ί?η Βτοηζεη: ^αΗΓ^)υ^^1 Βά. XVI, ΒοίόΙίΙΙ 16. 



ενΙΙεσιν Τίον πτερ(7»ν τής κε<( αλής τοΰ 'Κρμοΰ -, 
έχει τήν (χΰτίιν (χίίαν ην κα'ι ή ί)εΐ)τέρ(Χ αότοΰ 
άρχ/χιολογική ιχνακάλυψις τοΰ κηρυχήου την 
Ε'ηιιοη , καΙ ή Γοίτη καΙΓ ην έπι τεσσάροΛ' 
μερών τοΰ (χΰτοΰ άγ(χλ(ΐατος άπαντί7»σι α((ρ«- 
γϊίΐες μετ' έπιγραηών μεγίστης σποιιί)αιόττ|τος 
ί^ιά τους αρχαιολόγους '. ίίερΐ τής ^>ενιτέρα^ 
(χνακ(χλιη()ε(ι)ς έγραψα (χνιοτέρίιι (σελ. 21) τά 
ίϊέοντίχ. ΙΙερΙ ί)ε τής τρίτης παραη|ρώ δτι (>έν 
πρόκειτίχι .τερί σφς)αγί^(ΐ)ν κα,ι μάλιστα ένε^τι- 
γράφο)ν(!), (χλλά περί βυσ(ΐ(χτο)ν (Ιίΐ.^Ν&1ί, ταρίέ- 
(■οιτιΐΜΐΙ^). ίΐι' <ην έπΐ(>ΐίΐ»ρί)<ήίΙησαν [ΙλάΙΊαι τής 
χόσειος τη ενθέσει και έπι ση υρηλίχτήσει πεπυ- 
ριχκπομένιον στρογγΰ/.03ν πετά/.ίον νομισμίχ- 
τ<)[ΐόρφ(ι)ν ή ΐ'σ(ΐ)ς κ(χ"ι νομισ}ΐάτο)ν. Τοιαΰτα 
στρογγύ?ι.α βύσματα ώς και άπειράριΟμίχ άλ/.α 
φοεώή ή τετράγα)να μικρά και μεγάλα όρϋ)ν- 
ται και έπι πάντίον σχεδόν τών λοιπών χαλκών 
άγαλμάτίον τών 'ΛντικυιΙήριον και έπ' αότοΰ 
τοΰ Περσέοκ, είναι δε τό πράγμα γνιοστότατον 
τοις άρχαιολόγοις. 

2. Εικονικός λνλιί.λς (Αεινιου;). ΊΙ έπ'ι 

τών .-τινάκοη' ΠΙ και Ι\' άπεικονισΟεϊσα ίίαυμα- 
σία κε(( αλή είναι έκ,είνη, ίμ-. ο)ς εϊδομεν (σελ. .Η), 
άνείλκυσαν οί ι^ύται άμα τή ένάρξει τών εργα- 
σιών είς τό .ταρ' αυτών ακριβώς σημεΐίοί)εν 
μέρος τοΰ βυθοΰ, όπόΰεν απέσπασαν τήν 
τυχ<χίί')ς ύπ' αυτών όνακαλυφΟεϊσαν ήεξιάν 
χείρα τήν έπι τοΰ (χύτοΰ .τίνακος 1\' άπεικονι- 
σΟεϊσίχν. Άλλ' επειδή, δτε ή κεφαλή αυτί) 
άνει/.κΰσί)ιι, ετνιχεν ενεκ(ί τών έπ' αυτής θαλασ- 
σίων προση υμάτίυν νά όμοιάζΐ) [ΐεγά/^ως — ώς 
δεικ\'ΰει ή ένταΰΟα παρεντιθεμένη είκών 21, 
κατά (ρωτογραφίαν ληΐ(:θε1σαν άμα τη ανελκύ- 
σει προς τήν έξ 'Ο/.υμπίας ,τασίγλ'οστον κε- 
φα/αιν πυγμάχου, προς δε επειδή συγχρόνχος 
(ίδέ σελ. 3) τή κεφαλή άνειλκΰσϋη έν Λλαικυ- 
Οήροις καΐ ή έπΙ τοΰ πίνακος \' ύπ' άο. 4 <χπει- 
κονιζομέλΟ) χα/^ή χειρ πυγμάχου, ένομίσθΐ) 
κατ' αρχάς δτι και ή κεφαλή αΰτη άνήκχι είς 
άγαλμα πυγμάχου. Ώς τοιαύτη λοι.τόν περιε- 



I ΟΗί•ηιί5θΗε Ζείΐ5€Κπί( Ηά. II, 8. ί(>4. 



29 — 



Ό ι%]σανρυς των Άντικυϋήρων 



^'ρά(('ΐι ίτ τΓ| προς τας ^((/.((ΐόροΐ'ς Άκ(/.^ΐ)μίας 
και αρχαιολογικά περιοδικά τοΰ κόσμου έγκυ- 
κ?α'(θ (χνακ()ΐν(ί)πρι τοΰ γρΝ'ΐκοΰ έ((ΐ(')ρου των (/.ο- 
/(χιοτήτίον II. Κ(Λ|•)βαδί(ί και ίν τοις (/.πο ταύ- 
της (ίπορρίουσι ?)ΐ|ΐιοσΐί-ύμ(ίσι. 

Μετά τον κ(λί)αρισμον όμως ί| κει^αλί] άπιό- 
?ιεσε παν ίχλ'ος αθλητιο^ιοϋ και εφάνη — ως 
όρί)()τερον (/.ιιεπιος τ()τε ε/αρακτηρίσιΉ] — ώς 
κεφαλή ((ΐλοαόιιου τινός σοβαρωτάτου και 
οκεπτικίοτάτοιίν. 

"Οτε όε μετά τον κα9αοισμό\' πΐίσιον τιον 







ϋικων α. 



χαλκών άρχι/,ιοτήτιον επεχείρησα, σοναντιλή- 
πτορας εχο>\' <>ιακε.κριμένους φίλους [ίου καλ- 
λιτεχ\'ας κι/,ι γλύπτας, λεπτομερέστατη ν και 
τεχνικην αυτών μελέτην επΙ τΓ) ελπίόι συσχετί- 
σεοκ τινοιν εξ αύτώΑ', εύρον ότι τΓ) κειραλί) 
ταύτη (ίνήκοκσι : !"'' ό εν τω αύτώ ακριβώς 
σημείιρ τοΰ |1ιιι)()ΰ ανακαλυφθείς δεξιός |5ρα- 
χίοη- (πίναξ Ι\'), οιί ελλείπει μόνον μέρος τοΰ 
(λντίχειρος (ή (ράλαγξ τοΰ όνυχος καΐ το ήμισυ 
της ύπ' αυτήν φάλαγγος)• 2'" ζεύγος σαν- 
δαλοφόρων ποόών μετά μέρους τών κνημϋ)ν 
και έπ αυτών λειψι/.νιοΑ' τοΰ [ικ/.τίου τοΰ 



(/.γι/,λματος. Σιιμειωτέον όί- ότι και οι π()δες 
ούτοι όνει/ικύσ{)ΐ]σ(/.ν (/.ποσπί/σίΐέντες εκ τοΰ 
αϋτοΰ ακριβώς σημείου τοΰ πυΐ^μένος, κατά 
την (^ευτέραν, έίρορεύοντος τοΰ κ. Βυζαντη- 
νοΰ, (/.νέ/.κυσιν (ίόέ σελ. 8)• .')'"■ χειρ αριστερά 
(ίπό τοΰ καρποΰ σο_)ζθ[ΐένη, πεπ^^ηρωμένη ό εν- 
τός μελίίίνης μάζης πηλοΰ χρΐ)σιμοποιη{)εί- 
πΐ|ς όιά τό πρόπλασικ/. τοΰ αγάλματος, ήτις χη- 
πικο)ς (ϋναλυΟεΐσα ευρέ^θη περιέχουσα 32,()8''/ο 
πυριτικού οξέος καΐ 4.">,87°/ο σιδηρομιγοΰς οξει- 
δίου τοΰ (/ργιλλίου, έλ'ώ τύ έπΙ τοΰ προπλάσ[ΐα- 
τος λεπτόν νΰν σχετικώς έπίστρίομα εΰρέϊΐη 
περιέχον 4!;).2"/ο κασσιτέρου και 40,2 "/Ό χ/ίλ- 
κοΰ. — ΐ|(ΐίΊ(ΐ»τέο\' όϊ- ότι τό ί)(χλ(/σσιον ύδωρ κιχι 
ί| ίλΰς, έν ί| (((/.ίν!•τ(/.ι ότι ικη'η η χειρ (/ί'τΐ| τοΰ 
αγάλματος εΐχεν εΐσχιορήσει, έπέδρι/σιχν οϋτο) 
σφοδρώς έπ' αΰτης, ώστε νΰν ευρίσκεται εις ψα- 
Ουράν κατάστασιν [ΐετουσκηΟεϊσα σχεδόν εντε- 
λώς, εις τρόπον ώστε η εκ ιιεταλλοκρά,ιιατος 
έ.τΐ της χειρός στιβάς οΰδί-χ' χαρακτηριστικίΐΝ' 
της μεταλλικής συνεκτικότιμος παρουσιάζει και 
εΰκό/αος δΰναταί τις νά ί)εο)ρήση ταΰτην ώς 
στιβίίδα εκ πηλοΰ συγκροτουμένην '. 4'"' εκ 
τής δκχιΐέσειος τ(ΐ)\' δ(/.κτΰλ(ΐ)\' της (/.ριστεράς 
ταήτΐ|ς χειρός καΐ τοΰ μεταξί' (/.ίιτο)ν κενοΰ (Ιρι- 
δή/αος έξάγετίίΐ ότι έκριχτει ποτϊ σκήπτρον. 
ΙΙράγμιχτι δε ιιετιχξΰ τιην ΛντικιηΙηρι/,ϊκών 
λειψ(/.ν(ον (Ινεκάλυψα τε^ιάχιον τοΰ άνω μέρους 
σκήπτρου, (Ιποτελοιήιενον εκ ράβδου ξυλί- 
ν»ις άπ()?ιεσάσης [ΐέν νΰν τό χαλκοΰχ• έπέν- 
δυμα, αλλά διατηρούσης καθ' όλην την έπι- 
(((/.νεκ/ν την εκ τοΰ χαλκοΰ κιχτίιοσπ•. ΊΙ 
ράβδος (/.Γ'τΐ| (Είκ. 22) ιρέρει έν τω κέντριο 
τοΰ άνω (χύτής μέρους στυλίσκον πρύς προσαρ- 
μογήν βεβαίιος τής πιχντως εκ πολυτιιιοτέρου 
[ΐετάλλου κεφιαλής τοΰ σκήπτρου. 'Ακριβ(Τ)ς δε 



' Λ. ΛαμΙ^ΐργη Ε'ίαγόμίνκ χιιμικών έίρτάσρίον άρχίΐιοτή- 
Τ(ΐ)ν τινών έξ 'Λντικυθι'ιριυν: Άρμονίιι ΙίΜΙΙ, αελ. 1>>2. ΙΙρός 
ταϋτα .^ρβλ. τά πρρ'ι τΓ)ς αυτής χειρός ΐ':τό τοΟ έτερου χημι- 
κού 'Ρουσοπούλου δημοσιευί^έντα (ΟΗΰΐηίϊοΗι; ΖείΙκοΗπ. ε. ά. 8. 
204, Αηιη. 4): «Οίβδβ Ηαικί ΚίΙΙι; υίηι; ^^^^πηι.^ ίοΚλν&Γζο, αιΐΛ 
ΚυρίΰΓοχγά ΐ5ί;5ΐι;1ιεηάο ΟΙΐιτίΙαοΗρ, άβηιηΐιτ ι'ίηί ιΐίοΐίθ δοΚίοΗΐ 
νί)η ^Γαυϋπ ΟΗΙοΓΪίΙοη, δοτίαπη Οχ)•(1υ1 ιιηιΐ ^&ηζ ίιτι Ιηηι'π'τ» 
«ίηυη Γοίη ηιι;ΐ!>1Γΐ8θΗί•η Κςτη (ίίϋΗς• Ληα1)«ι.• III υπιΐ IV). 



30 



'(> ι)Ί/η(ΐν()<)ς τών 'Λντικνϋι'ιιχον 



Φ• 



ϋΐς το [ΐι-"(.•()ς τοι» σκηπτοορ ιμηνιτί/ί ιιιχ οτι 
προσ«ρ((()ζι•ι |(ΐκπ<')ς τις σπόνδυλος ΐκ τε|ΐα/ί(•ΐ' 
ξυ?α)υ (πύξου) ίπιμελίατατίχ τΗτορνκιιμή'οι», 
στίλΙ^οντος "/.«ι όψιν ίλι-((αντ()(>()ντ()ς ΐ-/α\•Ίί\ζ. 
'() απον^υλίπκος οι'τος ρϊς μίν το κίντοον 
κίναι (διάτρητος (^ι' όπης, ίν Γ) ατυλίσκος 7.ρΐ|πι- 

ιΐί•ρ(ον προς καωτερικην προσ(/.ρ[«)- 

ΜΗ|Ι γί|\' (/.ϋτοϋ ι•ίς τί|ν κοριΐ(| ην τΓ|ς 
^^β {)('ί|1(^οιι τοϋ οκήπτροιι, εις ήί-• τα 
πλίίγκ/. (ΐ'ίρει ετίραν όπήν, ι-ν [| π(/.ν- 
πος καί)ΐ|λ()Γιτο το εκ πο/α>τίμου τι\'ος 
Ηετ(χ/.λ(»ΐ' κ(')αμΐ|ΐΐ(/. τοΰ σκήπτρου, ου 
(ίκριβώς ό σπον(>υλίοκος ((«ίνετ(/.ι οτι 
έχρΐ|σί[(ειιεν ϊν(;. πληροί την κί/.το) 
όπήν κ«ϊ ((ερί) ατερρώς τον πτυ- 
/.ίσκον. ?)Γ ου το κ()α(ΐ)|μ(/. ήτο εν 
[ΐερει καιίηλωμέ,νον έπΙ τοΰ σκ»Ίπτρου. 
Τέλος μεταξύ τών εισέτι μίι υπο- 
|)λΐ|1)ρντ<ΐ)ν εις /η[ΐικον καΟαρισμον 
/αλκ(7)\' τε(((χχίων τών ΆντικυΙΙήρίον 
εύρον, πλην (χσημ(χντο)ν τινών [ΐι- 
κρών τεμαχίίον, τρκχ μεγάλα μέρη 
ανήκοντα πιθανώς, -ώς εκ της έργα- 
σίίχς. τοϋ π(χχους κιχι τοιν λεπτών 
αυτών χαρακτηριστικών ί^ύνίχταί τις 
εύλόγοος να ύποΙ)έση εις τύ αύτο 
αγαλ[ΐα. Εΐναι (ίε ταΰτα πρώτον [ΐεν 
ύλόκλ)|ρος ή ύπεράνοο τοϋ αριστερού 
ώμου έρριμμένη άκρα τοϋ ί[ΐατίου. 
αρχομένη από τοϋ προς τα κ(χτ(ΐ) 
τελείθ)ς σωζόμενου άκρου αΰτοϋ και 
(κχίνοιισα μέχρι της προς την ράχιν 
τοϋ άγιχλμιχτος πριότιις καμπής τής 
αριστεράς ωμοπλάτης" όεύτερον δε 
ολόκληρος σχεδόν ή ετέρα άκρα τοΰ 
ιματίου, ή άπό τής αριστεράς χειρός 
αρχομένη, καμπυλουμένη και κίχταπίπτουβα 
προς τα ε^ω της χειρός μέχρι σχεοον μικρόν τι 
υπό τό γόνυ' τρίτον όέ τεμάχιυν τής ύπί) τύ 
στήθος εκ τώ\' κάτω προς την άριστεραΛ' χείρα 
άναδιπλώσεως τοϋ ιματίου. 

Έκτώλ' /^ειψάνων τοϋτο)\' κίχταλ/ιήλως ((ΐυτο- 
γραφηθέντ(ιν\' (πλιρ' τοΰ τελευτ(χίου, όπερ ίχνο- 



ΕΙκών 22. 



γρα<(ήίΙη) (χπετελέσίΐη. τών έν τώ μεταξΰ 
μερών ίχνογρα(( ικώς συ(ΐπληρ(ΐ)ί)έντ(ΐ)ν τί) 
έπι τοϋ πίνακος Ι\' κατά τι μείζον τ(ΐϋ «(ΐιαικοϋ 
μεγέίΐους άγαλμα, οΓ» τα μέλανίχ μέρ») είναι τά 
σα,)ζόμενα '. Μόνον δί- τοΰ άνο) μέρουζ τί)ϋ 



' Ίης κεφαλής, ής οί οιιιζόμενοι όΐ(Οίχ).μοΙ ίΐναι ίνΚβιιιι 
έ| ΰαλίόδου; τινός ΰλης, τό σφζόμενον ίη|ιος είναι 0,2ί>. 

Τής δεξιάς χειρός τό όλον μήκος Ο,Κ::!. 'Λπό τής μ«ο/ά/.ης ήί 
^ί^:■χ{)ι τοϋ (ίγκ(7)νος Ο.ϋΟ. 'Λ,πό τοϋ άγκώνυς μίχς" τ"•"" κΐίμποϋ 
0..'!(Ι. 'Λπό τοϋ καςιποϋ μρχ(.ιι τής βάσειος τοϋ μέσου ί>ακπ)λοι• 
υ,ΐυ. Μισόν πιίχο; τοϋ μετάλλου κατά ιήν τομήν τή; μασχά- 
λης 0,08 Ί1 7.εΐ{ΐ αϋτη είχε χΐ'Οή ίδιαιτέιιιιις, πςιοση(ΐμόσί)η 
δέ εις τό άγαλμα κατά τό μέσον τής μασχάλης δι' όδοντο!»- 
[αχτος σχήματος έπά).ξΕ«)ς τείχους. Καΰ' ίίλην τήν έπκράνειαν 
ί| χε'ιο αΰη) φέ(_)η .πλείστα σμικρά και μεγάλα τετι>άγι•ινα 
|1ύσ}ΐατ(ΐ. 

ΊΙ αριστερά χειρ είναι σϋ)α, παρ" ολην τήν ψαΟυράν αύτήι: 
καταστασιν, περί ής εϊπομεν, πλην σμικρών τινιυν τεμαχί(ι)ν 
τών άκρων δακτΰλοιν, άποτριβέντιον κατά τι'ιν άνέλκυσιν. 

Τοϋ δεξιον ποδός μετά τοϋ μικροϋ μέρους τής κ^^Ίμη^ και 
τοϋ ε.τ' «ιϋτής σπουδαίου λειι(ιάνου τοϋ Ιματίου τό σφζόμενον 
Γη|ιος είναι (ϊυτί) τοϋ πέλματος 0,31, μετά δέ τοϋ ΰπ' αυτόν 
μολύβδινου όγκου (μή δηλιοϋέντος έν τή είκόνι) τής ένσφηνίό- 
σεως εϊς τό βάΟρον ΰψους 0,35. Περιφέρεια τοΰ χαττι'ιματος 
0,73. Περιφέρεια τής κλήμης άνιο τοϋ αστραγάλου 0,2(ί. 
Άιρίς τοϋ ποδός 0,21. Μέσον πάχος τοϋ μετιχλλου 0,0Γ>. — Ό 
πους φέρει σάνδαλολ•, έχον τρι.τλά τά ΰπ' αυτό καττΰματα. 
είναι δέ σώος, πλήλ' τής απολεσθείσης περόλ-ης τοϋ σανδάλοΐ'. 
'Ριι)γμή δέ νεωτέρα άρχομέ^^) άπό τής έξω πλευράς τοϋ (ΐεγά- 
λου δακπ'ιλου φβάνει μέχρι τοϋ αστραγάλου. ΈπΙ τοϋ δεξιοϋ 
αστραγάλου υπάρχει άρχαϊον τετράγοινον βύσμα μεγέθους 
Ο.ΟΙ'Ο.Οΐ;!, έτερον δέ μεγαλΰτερον. τετράγιυνον παραλλΐ|/.ό- 
γραμμον βύσμα μεγέθους 0,0220.012 υπάρχει όπισθεν τοϋ 
ποδός, άνΐίΐτέριυ τής πτέρλίις. Τέλος τρία έτερα μικρότερα 
βύσματα άπαντώσιν εις δκίφορα άλλα μέρΐ] τής έπιφανεί<ις 
τοϋ .ποδός. 

ΤοΓ' άριστερον ποδός (ού ελλείπει ό μέσος δάκτυλος και ή 
.πιρ(Ίνΐ| τοϋ οανδάλου) και τών μετ" αΰτοϋ. μεγάλου μέρους 
τής κνήμης και σμικρού /^ιψάνου τοΰ ιματίου, τό σωζό(ΐεΛΌν 
ΰι|)ος είναι 0,37, μετά δέ τοϋ υπό τό σάνδαλον μολχιβδίνου 
όγκου τής εις τό βάΟρον ένσιρηνώσεοις (επίσης μή δηλιοθέν- 
τος έν τή εϊκόνι) ΰψος 0,41. Ή περιφέρεια δέ τοϋ καττύματος 
είναι 0.74 ' ,, ώς .πλειότερον δντος βεβλαμ(ΐένου τοϋ δεξιού 
.ποδός και ένεκα τής συνήθους κατά μέγεθος διαφοράς τών 
άχ'Οριοπίνιον ποδών. Άι|)Ίς τοϋ ποδός 0,21. Και έ.π'ι τοΰ ποδός 
τούτου ΰπάρχουσι πλείστα άρχαϊα βύσματα, ήτοι έπΙ μέν 
τής δεξιάς αΰτοϋ πλεΐ'ράς. άνο) τής -πτέρνης, τετράγωνον 
0,025 0.012, έπι δέ τής αριστεράς .πλευράς α) ιϊιοειδές έπί 
τοϋ αστραγάλου 0.03. β) έτερον ωοειδές άνοι τοϋ αστραγά- 
λου 0,025, γ) τετράγωνον παραλληλόγραμμον κάτω τοΰ άστρα- 
γά/.ου 0,018/0,02 και δ) έτερον έπί τής κλοΊμης 0,023,0,014. 

Τοΰ δέ έπί τοϋ αριστερού ωμού τεμαχίου τοϋ ίματίον μή- 
κος 0,41 και .πλάτος 0,17. 

Τής μεγάλης πτυχής τοϋ ίματίον τής αριστεράς χειρός μή- 
κος 0,78, π?^άτος μέγιστον 0,19. τής δέ μικοάς .πτΐ'χής τής 
άναδιπίώσεως μήκος 0,2.5. 



— 31 



Ί) ι^ησανρος τών \4.ντι.κνϋήρ(ον 



οκήπτρου Γ| ίΊπ(χρξις 6ρν εί)ηλθ)ΐ)ΐ| ί•πι της ί-•ίκ<'>- 
\'()ς, (ός άνακίχλιιφθρντος πολύν /ρ(')ν()\' ιικτά 
τί|ν σιη'</ρ[ΐ()γήλ' και έκτύπ())σΐΛ' (/.ύτης '. 

Ώς βλέπει τις, ελλείπει μ<)ν()\' ό κορμός τοΟ 
(ίγάλ(ΐ(ίτος, (χλλά και τοΰτον εΐ^ον έν τω βυιΐφ 
οί (^ύτίίΐ, κατά τί|ν (ίνιοτέρ(ΐ) (σελ. '2) παρατε- 
ί)εϊσ(/.ν ικίρτιιρίαν αυτών, καϋην τί|ν ^ε^ιάν 
/εϊρ(/. η\)<α'σαι• εν τω πυΟμένι απο άγάλμίχ- 
τος σώου στερεώς εο(( ΐ|νωμένοιι είς βοίί/ώ- 
δες μέρος, αγάλματος οί' το έσ(^)τερικον κενόν 
εΐνε πεπληρθ)[ΐέΛΌν αμιιου κα.ι /(/.λίκιον, (/.ποτε- 
λοι'νντ(ΐ)ν στερε(ΐ)τ(/.τΐ|ν μά'ύίν . Υυστυχώς, ώς 
εκ τοΓ' όλου τΓ|ς ιστορίας της (/.νελκυσεως (((ίί- 
\'ετ(/.ι, οί ί^Γιται μετετόπισ(Λ\' τάς έρεχινας αυτώ\' 
στρέψ(/ντες εϊνΟύς κατόπιν τίιν προσο/ήν αί'τώ\' 
εις τον παρ</κεί(ΐενον μέγαν συ[(παγΓ| σίορον 
το)\' (χρ/(/.ιοτΓ|τ(ΐ)ν.Άς έλπίσο)μεν ί)ΐΐ(ι)ς (ίτι νέαι 
συστΐ|(ΐατικ(ΐ)τερα.ι ερευ\'(/.ι ϊΐά ((έρ(ΐ)πι κ(/ι τού- 
τον εις το φως. 

Το (^' οίίτ(^)ς (/.ποτελεσΗέν αγαλικχ, τε/_νικώς 
έξετ(χζ(')μενον. (((χίνεται κ(χλλιστο\' πρ(ΐ)τ<')τυπο\' 
έ'ργον τοΰ τέ/.ους τοϋ Γ' π. Χ. αΐώνος.Ώς προς 
τί|ν χρον()λογί(/.ν ^ε τ(/.υτΐ|ν συ[ΐφ(ι)νοΓισι, πάντες 
(ίνεξαιρέτ(ι)ς οί περί της κειρίχλής γράψαντες 
αρχαιολόγοι. 1 1 ί^ε ζίοί) κιχι πραγικίτικότης 
(ΓόαΙϊ.ΜΤΊ^), ί'ιν αποπνέει ή κεψαί^ή, είναι τι άλΐ)- 
ί)ώς άξιον Οίχυμασμοΰ. Π(χρ(χβα?ιών ?»έ π(χσας 
τάς ύ[ΐοίας (( ιΊσεως γνωστάς [ΐοι είκονιστικάς 
κεφάλας οΰ?)ε(ΐίαν άλίιην εύρίσκο) παρουσκχ- 
ζοαισαν τά ιχΰτά πρότερη ματίχ, ζθ)ί|ν κιχι πραγ- 
ματικότητ(χ. μά/.λον της ί)αυ[ΐασίας έκείνιις κε- 
φιχλής τοΰ τυράννου Νιχβιίίος (207- 1 !Ι2 π. Χ.) 
έπΙ τοΰ (ΐοναδικοΰ τετρ(χ?)ρά/μου (χϋτοΰ(Είκ.:ί.'>) 
τοΰ πι{)ανίϊ)ς κοπέντος έλ' "Αργεί κιχτά τά ετη 
1!Ι7- 1!•Γ> π. Χ., (ίτε 6 τύραννος ούτος κατείχε 
τί|ν πόλιν ταύτην. ΊΙ ί^ε κίηιικοσις της κε(( αλης, 

' "Ενεκα τών μκγιίλον ίΐΐ'οκοΛκον, ας .ται>οΐ'<ΐ((ί.^ει ή .ιρό.: 
^ν σχρήιον <(!ΐοτογρά<( ησις ήκιφόριην ιϊπεσπασμ£νυ)ν ά?^ιΐΊλ(ι)ν 
τεμαχάυν, ό ήεξιύς -πού; δέν ίτέΟη εις τήν άκριβ(7)ς .Ίροαι'ι- 
κουσαν Οέσιν. διά τοΓιτο δέ και τό ί/νογρώρημα τί|ς προ/εί- 
ροϋήμών πιιμπ?ιΐιρ(ί)σρ(θς,τ() κατ'ανάγκΐ)ν .ταρακο/,οιιΟοΓη• τάς 
γραμ(ΐάς τΛν φιοτογρίίψικΛς συντεΟέντιον τεμαχκυν, παριπτα 
τον πόήίΐ τοΰτον κα'ι τό νη' αύιόν ι^ιερος τοΰ σίόματος εΙς 
<'ίλλΐ|ν ιΐέοιν ΓκείΛΠ);. ήτις μάλλον ί'ιρμοζε κα'ι καΗ" ί'ρ' ή ποϋ^ 
ίδει νά είνιιι μάλλον .προς τά έμ:τρος έπτραμμένος. 



ί) (Χ((^ελΐις κιχι ατημέλητος, είναι εκείνη, ίμ-, ηαί- 
νετιχι, άπο της εν τοις χρόνοις τών Επιγόνων 
(χναμίξεοίς αύτιον εις τά ελληνικά πράγματα 
είσήγαγολ' οί 'Ρο)μαίοι και ης κάλλιστον όεΐγμ<χ 
πιχρέχει ί) (( υσικ(οτάτη κεςκχλή τοΰ εύίίύς κατό- 





ΕΙκό: 



πιν κυριεύσίχντος τίρ' Έλλά(^α Φλαμινίνου, η 
επί τοΰ σπανκυτάτου κ(χί εν Ελλάδι κοπέντος 
πτίχτήρος τοΰ Νομισμ(χτικοΰ Μουσείου τών 
Ά()ην(ον (χπαντο)σ(χ (Κίκ. 24). 

Οτε ύπεστήριζον έν τ(χίς πολιτικ(χΐς έηημε- 
ρίσι τ(Τιν Αθηνών τί|ν γν(ί)μΐ|ν. ότι αί 'Αντι- 
κυί)ηρ(χϊκ(χι (χρχιχιότητες έλή(( 9ησ(χν εξ "Αργούς, 
?ν,έγ(ΐ)ν πρί)ς τοις άλλοις ότι [κη'οι οί τύποι τών 
νομισ[ΐάτων της πόλεως ταύτιις κιχΙ ικη'ΐχι ιχί 
περί αύτης πηγ(/ι ^ύνιχντίχι νά σχετισίΐώσι προς 
τους τύπους το)ν εξ Άντικυίΐήριυχ' ιχγιχλμιχ- 
τιον, συνιχήελφοί τίνες τών άντιλεγ(')ντ(ι)ν προέ- 
|')(χ/.όν μοι (ί)ς λυι^ίαν τινά λίΟον της γν(ί)μΐ|ς 
μου τί|\' (χπ(χίτ))θΐ\' τοϋ \' (χνεύρχΐ) τοΰ άγιχλ- 
μχχτος τούτου τών Αντικυθήρων έπι μεν τών 
νο(ΐισμ(χτ(ΐ)ν τοΰ "Αργούς αντίγρα(()θ\'. έν ί^έ 
ταΐς έγγρ(χΐ|οις .τιρ,Μχϊς (ίνείίχντινά (χύτοΰ. Μετά. 
έπιστΓχμένην ιιελέτην έ'γραψιχ τίΊτε ' τά έξης 
περίπου, άτιν(χ και νΰν έπαναλ(χμβάνο). 

"Κ\' πρ(ί)τοις μεταξίι τών επί της ρο3(ΐαϊκί|ς 
ΐίϋτοκριχτορικής εποχής κοπέντωλ' έν Άργει 
νομισιΐ(χτ(ΐ)ν. τ(ον (χντιγραψόντ(ΐ)ν τά κάλλιστ(χ 
κ(χ1 όΐ(χσΐ|μ(')τ<<τ(< τ(Τ)ν έν τη πόλει κα?ιλιτεχνη- 
μάτων, ύπιχρχει νόμισμα πιστότατα, φρονώ, 
(χντιγρά,ΐ) ον τί» έξ 'Αντικί'ίΙήροη' άγαλμα• τοΰ 
νομίσμ(χτος τούτου ί)η[ΐοσιεύ(ο ενταύθα ίχΐ'ο- 
γράψηιιη πιστί)ν τοΰ καλλιτέχνου κ. Λέκα, έλ' 



' Ίόέ τό έν"^1<ΓΓεί 1901 άρίΐρον μου Δεινίας ό Άργεϊος . 
άνατυπ<ι)ίνέν και έν τι") ΔιεΟνεϊ Έ€ρημ. της Νομισμ. "Αρχαιολ. 
ΙίΙΟΗ. οελ. ΐη.-) ΙΥι'. 



32 



(} ιΐηοηηηί)!; τιον Μι 



'/ί" 



ιΐργΓΐ)ύνοι•ι ί)ΐ(/. το σ(ί(( ι^στίοκν (Ι'^ίκ. 2Γ>), κίίΐ 
ίτκοίίν ψοηητυπικην μ?γπ^Λ)νσιν ί>ιά το πιπτ<')τι•"- 
οον (Κίκ. 2( )).'() πςκ7)τος πρριγράψας το νόμιπικί 




ΕΙκιον 25. 

τοϋτο V. (ϊίΐΓάηίτ ', (/.,τ(/τΐ|ίΐ!ΐς ιλτο τοϋ σκή- 
πτρου, δπερ έξέλοχβεν (ος ΟποσοΝ' Χιονυσιακόν — 
αν και ούδεν των γν(ι)οτών κ()σμη[ΐάτο)ν τοΰ 
ίίυραου παρουσιάζΐ] - ένόμιπεν οτι ό τύπος 
εικονίζει τον Λιόνυσον. Ά/.λά χίίΐ οϋτο) σπεΰ- 
_ (ν~ι να παρατηρήοΐ) 

όρΟώς υ σο((ύς αν ή ρ. 

δτΐ «ΤΗΪ8 Γ6ρΓ686ηίίΙ- 

ΐϊιιη ηί Πίοπλ'ΝΟΗ Ϊ8 οί 
;ι \>τ\" ιιηιΐΜΐίνΙ ΐλ'ρίί . 
ήόύνατο ί)ε μάλιστα να 
ρΊ'πΐ) ά(('()β(ος δτι τοι- 
ούτος τόπος \ιο\'ΰσου 
είν(/.ι εντελώς άγν<»- 
πτος. Έγώ τούλίχχι- 
στον ()ύ5ρνα τοιοπτον γν(ορίίΙ(ο. Αληθώς ?)ρ 
πρίΓ/ριται περί ένος τών γνωστόη• ρκρίν(ο\' 
τήπιον, ύφους είκονίζοντ(/.ι σκΐ|πτρο(((')ροι και 




Είκίον 20. 



ίμάτιον περι|)ρ|)λΐ|μρνοι ί)ιά((.ορ()ΐ π<»ΐ)|ταί, 
({'ΐλόπ()(|()ΐ, ιστορικοί κ/„π., ρ'£ ών μνΐ|μ(ΐνρι''ω 
τον "Ομηρον ' και τον ΙΙιιΙΙαγόραν '. 

ΙΙρ()κριται αρα περί τόπου άγάλιιατος τοιού- 
του τινός, και ^ί| (διασήμου Άργείου (χνήρός, 
ποιητοΰ. ρήτορος ι") ίστορικοΰ, είκονιίίοιιρνου 
ρν στάσει ορϊΐία ήρεμο), προτρίνοντος ρητορι- 
κώς την ^ρξιάν και ά(( ηγουμένου τι. (ί)ς άλλος 
τις ΊΙρόί^οτος, προς τους συ μπατρ κότας «ύτοϋ. 

Άλλα τίς ούτος ; 

'Κνω το ί>ίΐ)ρικον "Αργυς ούδένα έχει να επι- 
^ρΓΕΙΙ ιιργαν ποιητην η ρήτορα. κρκτΐ|ται ί^'δμίας 
πλείστους (( ιλοσό((ους, κυρίος ί)ε ιστορικούς, 
<')\' οί πλείονες εγραι|)α\' Αργολικά , ως π. /. 
οι Άναξικράτης, Άγιας, Λερκύ?.ος, Σωκράτης, 
Λυκέας, Διονύσιος κτ/.. Τών τε/^ευταίο)ν τούτιοΛ' 
(^ιαση[ΐότατος έγενετο ό Δινίας ή Λεινίας ό 
Άργρΐος ιστορικός, φίλος τοΰ Άράτοτ». 

Οΰτος ήτο περίφημος ένεκα πολλών λ()γϋ)ν. 
έκέκτιιτο ί)έ πάσας τάς άρετάς έκείνας, ών 
ένεκα βλέπομεν τάς αρχαίας ελληνικάς πό?^ις 
δι' ανδριάντων τΐ[ΐ(όσας τους τοιούτους πολί- 
τας αυτών. 

Συνέγραψε δηλαδΐ| υπό τον τίτλον Αργο- 
λικά έκτενρ'στατον και περίφημον βιβλίον εις 
πολλάς (τουλάχιστον εννέα) συντάξεις διαιρού- 
ιιενον καί δις εν τή άρχαιότητι εκδοθέν. 'Ητο 
δρ διηρηιιένον το βιβλίον τοϋτο εις δύο μεγά/^α 
ιιέρη, εν οίς εκτενώς έξετίθεντο ή ιιυΟολογία 
καί ί| .πολιτική ιστορία τών Άργεί(ον ^. Εκ τών 
περισ(ι){)έ\'των [ΐέχρις ήιιών ά.ποσ.πασμάτων τοΰ 
συγγράμιιατος τούτου * φαίνεται ότι 6 Λεινίας, 
τί|\' π(/τρίδα (ίύτοΰ έξυμνών, άνέφερεν. ότι 



' ΙηιΙιο,ιί-ΒΙιιηΐϋΓ απίΐ Ροιοχ (',ιπΙπβγ, Χυιηί^ηιαΙίο €"Γηηΐι.•η- 
ΙαΓ)^ οη Ραιι^Επίίΐ-ί ρ. 40, ρ1. Κ, ΧΙΛ'Ι. 



' ΈπΙ τοΰ πασιγνο'ίστου άναγλύίρου της άποθεο'ισεο); αίτοΟ : 
Ονι.•Γΐ)«ο1ί, ΟοίοΗ. <1ς•Γ Ογ. Ι'Ιΐ^ίΐίΙί, 3 βκδ. Βά. II ρ. 40.5- -τοός ί>έ 
έπ'ι τών Όμηρείοιν- νομισμάτων της Σμϋρλης: Β. Μ. Οϋ. 
Ι..ηί3, ρ1. .XXV, 7, 1.5, 16 κτλ. 

- Β. Μ. ΟαΙ., Ιοηίίρΐ. XXXVII, 14. κτλ.— ΒϋΓηουΙΙί, ι,Γΐ^ίοΗ. 
Ιοοπο^ΓαρΗίι', Β<1. Ι, ΜϋηζΙϊί^Ι Ι, 21. Ίδέ καί τόν τραγικόν 
-ΊΟίητήν της γνιοστης Πομ.τ:ηϊαΛΤ|ς τοιχονραφίίΐς : ΟϊΓ^ίυΙο, 
Κϋουοίΐ άα Μυ^έε Νίΐΐίοηίΐ. Ναρίε^ 4^""= έά. νοί. 111 ρ1. 30. 

^ Πλουτάρ. "Αρατος 29,11.— ■.\γαθαρχ. ά-ποσ.Ί. 4.— Σχόλια 
ίίς Άπολλ. 'Ροδ. 2,789• εις Πινδάρου Όλυμπ. 7,49, Χεμ. 
3,104- ρις Θεοκρ. 14,48- εις Σοφοκλ. Ηλεκτρ. 281• εις Ενριπ. 
'Ορέστ. 861. 

< ΜϋΙΚτ, ΚΓα^ηι. 1ιί>1. [ίταβο. III 211—227. 



Ό θησαυρός των Άντικνΰ-ήρων 



«Γαίης μεν πάσης το Πελασγικόν "Αργός άμει- 
νον», πάντων δε των άνθρο^ποίν < άμείνονες οί 
Άργεΐοι», δπερ βεβαίοις [ΐεγάλως Οά έκο?ιά- 
κευε τους άείποτε περί τών πρωτείων άγωνι- 
σθελ'τας συμπατριοιτας αύτοΰ. 

Τύ σύγγραμμα τοΰτο ήτο, όκ εϊπομεν, περί- 
φημον, ούχΙ δε μόνον οί αρχαίοι αναφέρουσι 
δύο εκδόσεις αύτοΐ), άλλα και όμιλοί3σι περί τοΰ 
Δεινίου (π. χ. ό Άγαθαρχίδης καΐ οί σχολιασται 
τοϋ Πινδάρου) ώς περί άρχ»ιγοϋ τών περί τον 
Δεινίαν». Και περί τοΰ λεκτικού δε τοϋ Λεινίου 
όμιλοΰσιν οί αρχαίοι, π. χ. ό Ήριρδιανός '. 

Άλλ' υπήρχε καί τις πολύ σπουδακίτερος 
λόγος, ϊνα οί Άργεΐοι τιμήσίοσι τον Λεινίαν 
δι' άνδριάντος. 

Ό Δεινίας, φίλος πατρικός τοΰ Άράτου, εΐναι 
πάντο)ς ό μετά τοΰ έτερου, επίσης Άργείου, 
Αριστοτέλους τοΰ δια?ιεκτικοΰ, φίλου επίσης τοΰ 
πατρός Άράτου, φονεΰσας εν μέση (/.γορα της 
Σικυώνος Άβαντίδαν τον τΰρα\'\'()ν τ(7)ν Σικυ- 
(ονίίον, όστις συνείΟι,ζε να παρακολουΟή τάς έλ' 
τη άγορα της Σικυ(ϊ)νος διαλέξεις αυτών ^. 

Ό Άβαντίδας ούτος, άφοΰ εν έτει 2()4 π. Χ. 
έφόνευσε Κλεινίαν τον πατέρα τοΰ Άράτου, 
έζήτει να φονεύση καΐ αύτοΛ' τό\' έπταέτη τότε 
όντα 'Άρατον, όστις μόλις έσώί)η καταφυγών 
είς 'Άργος, έστίαν ανέκαθεν ασφαλή πάντων 
τών δη[ΐοκρατικών και τών εχθρών τών τν»ράν- 
νων. Μετά δέ τον ύπο τοΰ Δεινίου φιόνον τοΰ 
Άβαντίδου, ό 'Άρατος ανδρωθείς εν 'Άργει, 
ενθ' (χνετράφτ) εν μίσει άσπόνδω κατά τώλ- τυ- 
ρ(<νν(ον, κατέλυσεν, εξ "Αργούς ορμώμενος, ου 
μόνον τους λοιπούς Σικυο)νίους τυράννους, 
αλλά και τους εν "Αργεί έξαπί\'ης ίσχύσαντας 
τοιούτους. Μάλιστα τον εν έτει 2;3Γ) ή 234 π. Χ. 
φόνον παρά τάς Μυκήνας Άριστίππου τοΰ τυ- 
ράννου τών Άργείων διηγεΐτο εν τί) ρηθείσΐ) 
συγγραφή αυτός ό Δεινίας Ι 

Είναι λοιπόν όλως λογικόν και προς αυτά τά 
πράγματα σύμφωνον το νά σκεφθώ[ΐεν ότι οί 



' Περί μον. λέξ. μ. 8 εκδ. ΟίηάοΓί. 

- Πλουτάρχου "Αρατος, κεφ. 8, και Μϋ1Ι(•ι, Κ. Η. ('τν. ΐ. ά. 

■^ Πλούταρχος αυτόθι. 



θανασίμως τους τΐ'ράνλ'ους [ΐισοΰντες Άργεΐοι, 
ά[ί.έσως ή έτΐ) τι\'ά μετά την τφ 229 π. Χ. υπό 
τοΰ Άράτου κατάλυσιν τοΰ τελευταίου τών Άρ- 
γεί(ον τυράννου, Άριστομάχου τοΰ δευτέρου, και 
τηΑ' τελείαν κατίσχυσιν τής δημοκρατίας, τοϋ 
Άράτου καΐ τών φίλων αύτοΰ δημοκρατικών, 
οίος ό Δεινίας, έτίμιισαν τον Δεινίαν διά χαλ- 
κού άνδριάντος, ίδρυθέντος έλ- τή αγορά αύτώλ'. 

Οΰτω το "Αργός ού μόνον έτίμα τον έξυ- 
[ΐνήσαντα αυτό ιστορικόν, ακραιφνή δη[ΐοκρα- 
τικοΛ' και τυραννοκτόνον [ΐάλιστα πολίτη \' αύ- 
τοΰ, άλλα και αυτόν τόν τότε πανίσχυρον καί 
φίλτατον τω 'Άργει "Αρατον έκο?.άκευε και είς 
εύγν(ΐ)μοσύνην προέτρεπε διά τής άνιδρύσεο)ς 
τοΰ αγάλματος τοΰ Άργείου εκείνου, όστις έτι- 
μο)ρησε θανάτίο τόν φονέα τοΰ πατρός τοΰ 
Άράτου. 

Άν δέ νΰν δεχίΐώιιεν. ότι ο Δεινίας εύρί- 
σκετο εν τή ακμή τής ηλικίας, ήτοι ότι ήτο τρια- 
κοντούτιις, ότε έν έ'τει 264 π. Χ. έφόνευσε τόν 
Άβαντίδίχν. τότε έν έτει 229 π. Χ., δτε περίπου 
9ά ίδρύθ)| ό (ίνδριάς αύτοΰ, θά ήτο 59 ετών, 
ή δε ηλικία αύτη συ[ΐφ(ΐ)νεΐ πληρέστατα προς 
την τοΰ εξ ΆντικυΙ)ήρο)ν αγάλματος, δπερ φαί- 
νεται ανδρός άγοντος τό Οϋ""" περίπου έ'τος. 

Πόσον δέ συ[ΐφ'ωνεΐ ή χρονο?^ογία αύτη τής 
περί τά τέλη τοΰ τρίτου π. Χ. αιώνος ιδρύσεως 
τοΰ αγάλματος τοΰ Δεινίου προς την τεχνοτρο- 
πίαν τής εξ Άντικί'θήροη' κεφαλής, ήτις κατά 
την πάγκοινον ό(ΐ()/ι.ογίαλ' τών άρχαιολόγο)ν 
είλ'αι έργον τοΰ τέ?α)υς τοΰ Γ' π. Χ. αιώνος, 
θεωρώ περιττό ν νά εξάρω, ώς έπίσιις και τό 
κατά πόσον αρμόζει ή αυστηρά και θυμοειδής 
έκφιρασις τής κεφα^νής ταύτης προς τόν χαρα- 
κτήρα τοΰ τιιραννοκτόνου Δεινίου. 

Τίθεται δεύτερον καί τό έρώτ))μα, άν τοϋ 
πάντοκ αξίου [ίνείας αγάλματος τούτου εΰρηται 
μ\'εία τις έν ταΐς πηγαΐς, εξ (ί)Α' γ\'ωρίζομεν τά 
έν "Αργεί καλλιτεχνήματα. 

Ό Παυσα\'ίας έν τή περιγρα((^ή τών έν "Αρ- 
γεί άγαλ[ΐάτ(ΐ)ν μνηιιονεύει ρητώς πέντε έν δλίο 
τοιούτων χα/νκώΛ'. Τά τέσσαρα πρώτα ήσαν: 

α') "Αγαλμα τοΰ Νεμείου Διός, τέχνη Αυσίπ- 



34 



'() }}>ιπ<ινρος των \ίι•τικνι')ήη(ον 



ποπ (•2. 20, .".)• |)') (Γ,'ίίλμίί όρϊΐον Ά,-τόλλο)- 
νο; .\8ΐρ{χί)ΐ(ί)Τ()ΐι (αύτ()ί)ι)• γ') δγαλμα Εκά- 
της, ί'ργυν τοΰ Ναυκυί)ϋυς (2, 22, Η)• ί)') 
(ίγΓΧ?^,μ« ό[ΐ<)ίας 'Κκά.τ^]ς. άλλ' ρ'ργον τοΰ Πο- 
λυκλκίτοι» ((/ϋτ()ί)ι). 

ΙΙί[ΐπτ()ν ί)κ και τελευταίον ό Παυσανίας, 
περιγράορίον Γ|^ΐ| τα ίν τή άγορςί τοΰ "Αργούς, 
αναφέρει (χπλώς, οτι καΐ Αινείου ένταΰθα 
/αλκοΰς άνίϊριάς εστί (2, 21, 2). 

'() Αινείας οιίτος .ταοαιιένει κενοί τοΰ^ε 
(χνί^ριάς ολιος μυστηρκόόιις (^ια τους αρχαιολό- 
γους σχολιαστάς τοΰ Παυσανίου. Πάντες οΰτοι 
έΟεοίρησαν αύτον (?)ς .ταριατώντα τον περίί^ΐ]- 
μον Τροιαδίτιιν ήρωα, δεν ήδυνήί)ΐ)σαν δικός 
μέχρι τοΰίϊε ν' (ΐνεΰρωσιν οιανδήποτε παράδο- 
σιν, /α)γο\' η μΰΟον, δικαιολογοΰντα την εν 
"Αργεί, καΐ μάλιστα εν μέση τϊ) (χγορα αύτοΰ, 
ΐδρυσιν αγάλματος τοΰ ήρωος τούτου, τοΰ 
οποίου [ΐάλιστα οί Άργεΐοι έκαυχώντο δτι 
κατέστρεψαν εκ θεμελίο)\' την πατρίδα. Οΰτως, 
ϊνα μόνον τάς νεωτάτας έρευνας μνημονεύσω, 
ό τελευταίος ασχοληθείς περί των εις Αί- 
νείαν τον Τρωαδίτιιν άνα(|;ερο μένουν μύθο^ν 
Γερμανός λΥοΓπεΓ ' παρατηρεί οτι ούδένα μϋ- 
θον γνωρίζομεν δικαιολογοΰντα τή\' εν "Αργεί 
ΰπαρξιν άνδριάντος τοΰ Αινείου, οί δε τελευ- 
ταίοι έκδόται και σχολιασταί τοΰ Παυσανίου 
Ηίίζίι^' ^^<'''ι ΒΙϋιηηβΓ (τόμ. Α', σελ. Γ)8;5) απέ- 
κρουσαν, δικαίιος, ώς όλως άπίΟανον την όρ- 
χαιοτέραν ΰπόθεσιν τοΰ 8Ϊ6ΐ3€ΐΪ8, ότι τό έν "Αρ- 
γεί άγαλ[ΐ(ί τοΰ Αινείου δυνατόν να σχετί'Ζηται 
προς την έν Τριοάδι ιιονομαχίαν αύτοΰ μετά 
τοΰ Άργείου λιοιιήδους. Μυστήριον λοιπόν 
πλανάται μέχρι τούδε έπι τοΰ χωρίου τούτου 
τοΰ Παυσανίου. 

Άλλ' ή έν [ΐέση (ίγορά τοΰ "Αργούς ϋέσις 
τοΰ άνδριάντος ένέβα/^,έ μοι την σκέψιν ότι 
ϊσως ύ Αινείας ούτος δεν ήτο ό Τροιαδίτιις, 
ά?.λ ομώνυμος τις πολιτικός τ') των γραμμάτων 
άνήρ, συ,ιιπολίτης των 'Αργείων. 'Π σχετική 
έ'ρευνά μου όμως εις ουδέν κατέληξε, διότι ουδείς 
Αινείας 'Αργεΐος είναι γνοιστός μέχρις ημών. 

' Έν ΚοίθΗ6Γ•< ΜνΐΗοΙ. Ι,^χ. σ. 1•!;•. 



Μοι έπή/α)ε λοιττόν, όλως άφ' έαι»τίΊς, ή 
δευτέρα σκέψις ότι έν τω χο)ρίθ) τούτί;) τοΰ 
Παυσ(/νίου παρεισήλΟε τό συνηΟέστατον των 
παλαιογρα(( ικών σ(( αλμά,τίον, τεΟέητος έν άρχτ) 
Α (χντί Δ και μετα|ίληΟέντος ί)ύτ())ς ύπ(> τίνος 
των αρχαίων άντιγρα(( έων, άγνοοΰντος τα κατά 
τον ίλινίαν ή λεινίαν τον 'Αργείον άτινα ό 
Παυσανίας ώς πασίγνο)στα έν "Αργεί ί)ά πα- 
ρέλιπε κατά τήν συνήΟειαν αύτοΰ και ύπο- 
Οέσαντος ότι πρόκειται περί τοΰ πασιγνο'ιστου 
'Γοίοαδίτου Αινείου, ουδόλως δε σκε(μ')έντος ότι 
ούδεις μύθος δικαιολογεί τήν έν τί| άγορι/ τοΰ 
"Αργούς παρουσίαν τοΰ ξένου τούτου καΐ 
έχΟροΰ τοΐς Άργείοις ήρωος. Ούτως ό άντι- 
γραφεύς τό Δινίας, Αινείας ή Δεινίας (καΐ αί 
τρεις γραφαΐ άπαντώσι) ίίά άντέγοαι^εν εσφαλ- 
μένως ή εξ υπερβολικού ζήλου δκυρϊίωσεν εις 
Αΐνίας ή Αινείας. Όπωσδήποτε άξιον σ)|μειο)- 
σεως εΐναι τό ότι ή αύτη ακριβώς έσ(ραλ(ΐένη 
άντικατάστασις τοΰ ονόματος τοΰ ή[ΐετέρου 
Δεινίου διά τού Αινείου έγένετο και ύπ' άλλων 
άρχαίιον αντιγραφέων κο)δίκω ν άλλη)ν άρχαί(ι>ν 
συγγρα{(έων '. 

3. ΧΚΙΡ ΠΥΚΊΌΥ (Κρευγα;). Πίναξ \', 4. 
"Αρίστης διατηρήσεως χειρ αριστερά χαλκού 
αγάλματος πύκτου, φυσικού μεγέθους, άνατε- 
ταμένι^ν προφανώς έχοΛτος αυτήν. Περιβά/.?>£- 
ται δε υπό ιμάντων λεπτών πεπλεγμένο)ν σταυ- 
ροειδώς, δεδεμένων ύπό τό κοίλον της χειρός 
καΐ άπολειπόντων κατ' ασυνήθη τρόπον γυ- 
μνούς τους τεταμένους δακτύ/^ους. Σοκόμενον 
αυτής μήκος 0,82. 'Από δε τής μασχά/.ης εις 
τον αγκώνα κάτο^θεν μεν 0,29, άνο)θεν δε 0,22. 
Από τού άγκώλ'ος εις τόν καρπόν κάτο){)εν μεν 
Ο,ίίί}, άνωθεν δε 0,30. Π(/χος τών παρειών έπι 
τής τομής 0,004-0,01, τού μετάλ?>,ου παχύ νο με- 
νού έφ' όσον βαίνει προς τό άκρον της χειρός. 
Βύσμα ουδέν παρουσιάζει, άτε κα?^ώς χυθεΐσα. 
Εργασία πιθανώς τού Γ' αιώνος π. Χ. 

Ότε τό πρώτον άνεκαλύφΟη ή χεΙρ αυτή, 
ένομίσθη εσφαλμένως, ώς ειπομεν (σελ. 29), ότι 

' Ίδέ νΒίοΙίι,Ίΐ. Λά δοΐιοΐ. ΤΙιβοΟΓ. σ. 304. — ΜϋΙΚτ, ΚΓϊςηι. 
ΙιίδΙ. Ογ3ι.•ο. ε. ά. δ. 



— 35 



Ό ϋηαανρος των Άντικνϋί/ρων 



άνήκεν εις το πϋ<))|γ()ύμί:•Λ'()ν είκονικόν άγαλμ(/.. 
Ίί ί^ε κατόπιν εξετασις κατέ?)εΓξέ μοι δτι αΰτΐ| 
όέν (>ύνατΓα να σ/ετισθή προς ούδεν των ?.οι- 
πώλ' εξ ΆντικιιίΗ'ιρω^' χ«λκ(7)ν λειψάνω\'. 

Ό Παυσανίας (2, 20, 1) εν τί] περιγρα(|ΐΓ| το)ν 
εν τΓ) πόλει τοΰ "Αργούς, παρά το έπιφανέστί/.- 
τον ίερον Άπόλλοη'ος τον Λυκίου, [ΐνη[ΐονεύει 
είκονικόν ανδριάντα "Κρηιγη, άνόρος πνκτον , 
περί ου κατωτέρω, εν τοις Αρκαδικοΐς δε (8,4( ),.")) 
διηγείται τα εξής, άφορμήν λα[ΐβάνων εκ τοΰ 
εν Φιγα?ιεία άνδριάντος Άρραχίωνος τοΰ παγ- 
κρατιαπτοΰ, δν καΐ Λ'εκρδν άνιρ/όρευπαν νικιιτΐ|ν 
οι Ή?ι.εΐοι: Έοικύς δε και Άργείους οΐδ(/ επί 
Κρεύγα ποιήσαντας Έπιδα(ΐνίω πύκτΐ]• κίίί γαρ 
'Λργεΐοι τε{)νεώτι εδοααν τω Κρεύγα των Νε- 
μείΐΰν τον στέχρανον, οτι ό προς αύτδν μ(/."/ό- 
[ΐενος Λα(ΐόξενος Συρ(χκ()σιος παρέβη τα (πμο- 
λογιιμένίί α(| ίσιν ες αλλήλους. Έφέξειν [ΐέν γαρ 
εμελλεν εσπέρα πυκτευουσιν αυτοΤς. συνέίίεντο 
δε ες έπήκοον ανά μέρος τον έτερον όποσχείχ' 
αυτών τω έτέριρ πλιιγήν. Τοις δε πυκτεΰουση• 
ούκ ην πω τηνικαϋτα ί[ΐάς οξύς έπι τω κίχρπω 
της χειρός έκ(ίτέρ(ίς, αλλά ταΐς [ΐειλίχαις έτι 
έπύκτευον, ύπδ τδ κοΤλοχ' δέοντες της ■/.ειρ()ς, 
ίνα οί δάκτυλοι σψισιν άπο?ιείπω\'τ(/.ι γυμνοί• 
αϊ δε εκ βοέας (ομής ίιιάντες λεπτοί τρ(')πο\' 
τινά άρχαΐον πεπλεγμένοι δΓ άλλή?αΐ)ν ήσ(/\' αϊ 
μειλίχαι. Τότε ούν ό μεν την πλιιγήν ά(| ήκεν ές 
τοΰ Δα[ΐ,οξένου την κείραλήν 6 δε (ϊνασχεΐ\' τή\' 
χεΐρίί δ Λαμόξενος έκέλευσε τδν Κρεύγ(/.\', (/.ν(ί- 
σχόντος δε .ταίει τοις δακτύλοις όρθοΐς ύπδ τήν 
πλευρά\', ύπδ δε άκμιής τε τό)ν ΟΛ'ύχωΛ' και βίας 
τής πληγής την χείρα ές τδ έντδς κ(/ι)ε1ς κ(ί1 
έπιλαβό[ΐενος των σπ?ιάγ/ν(ΰν ές τδ έκτδς έ'λκ(ο\' 
άπέρρηξε. ΚαΙ δ μεν τίμ- ψυχήν αύτίκα δ Κρεή- 
γας (/.(( ίησιν, οί δε 'Αργείοι τδ^' Λα[ΐόξενο\' άτε 
τά συγκείμενα ύπεοβάντα και άντι μιας κεχρη- 
μένον πολλαΐς ές τον άντίπαλον τ(ίΐς πληγαΐς 
έξελαΰνουσι. Τω Κρεύγα δε την νίκιιν τεθνε(7)τι 
έ'δοααν και έποιήσαντο εικόνα έν "Αργεί, ή και 
ές έμέ εκείτο έν τοΰ Απόλλωνος τοΰ Αυκίου . 
Ώς (ίμέσως β?^έπει πάς τις, τδ χίοοίοχ' τοΰτο 
τοΰ περιηγητοΰ ([(/.ίνεται ώς εί έγράφη ποί) τής 



παρούσης χειρδς πύκτου. δΐ()τι ή περιγραφή 
τής περιέργου περιδέσεο)ς αυτής διά τών ίμάν- 
τ(ο\' συ[ΐφωνεΐ πλΐ]ρέστατα πρδς πάντα δσα 
διακρίνομεν έπι τής σωζόμενης χειρός. Τδ 
γεγονός δέ δτι ή [ΐέ\' χειρ αύτη ηαίνεται δτι 
ήτο ά/.λοτε άνατεταμένΐ), οί δέ δάκτυλοι αυτής 
διατελοΰσι. κατά [ΐολ'αδικήλ' Γσίος έξαίρεσιν τών 
γνο)στών άγαλμάτιον πι^κτών, τεταμένοι και έν 
άδρανεία, ούχΙ δέ, ώς συνήθως, συλ'εσφιγ[ΐένοι 
πρδς κατ(/.πύκτευσιν ή ά[ΐυναν, συμφω•\'εΐ πρδς 
άγαλμα πύκτου είκ()νιζθ[ΐένου, ώς πιθανώς θα 
είκονίσΰη πρδς άνά[ΐνησιν τών περιστάσεων 
τής πάλης ό Κρεύγας έν "Αργεί, ήτοι άνα- 
τεταιιένας έχων έν αργία τάς χείρας και 
άνυπ()πτ(ΐ)ς ιϊναμέλ'ων τδ κατά τά συντεΟέλτι/. 
πλήγ[ΐα τοΰ δολίου άντιπ(</α)υ. 

Τέλος ή περίστασις δτι ουδέν άλλο άγαλ^κχ 
πύκτου ιινημονεύεται έν Αργεί κριχτύνει έπι 
ιιάλλον την ύπόθεσίν μου δτι ή χειρ ουτί) είναι 
Γσ(ικ ή τοΰ Κρευγ(/.. 

4. Χεπ' .λΧΛίΊΚΐι ΛΕΞί.λ μετά τοΰ καρπού 
κιχΐ μέρους τοΰ πήχεως, προσαρμοζόμενη πι- 
ίίαλ'ώς πρδς ισομεγέθη βραχίονα μετά μέρους 
τοΰ πήχεως (Πίναξ λ', 1). "Εχει τεταμένον 
σχήμ(χ κα\ τους δακτύλους ώσει αγάλματος 
(χνδρδς δητορικώς χειοονομοϋντος. 

Τδ μέγεθος αυτής εΐνίχι [ΐεΐζόντιτοΰ ψυσικοΰ. 
Μήκος άπδ τής [ΐασχ(χλΐ]ς εις τδν αγκώνα 0,30, 
άπί) δέ τοΰ αγκώνος εις τδν καρπδ\' 0,31 (;). 
άπδ δέ τοΰ καρπού μέχρι τής βάσεως τοΰ μέ- 
σου δακτύλου Ο,Οί•. 

Μόνη ή χειρ έκ(χί)αρίσί)η χιιμικώς ώς τά 
λοιπά χα/αά, διά τοΰτο δέ και είναι νϋν μέλα- 
νος χρο)ματος. Ό βραχίων δ' όμως μετά τοΰ πή- 
χε(ΰς εΐναι εκείνος, δλ' έκαθάρισεν άνευ χημικώλ' 
μέσωλ' δ τεχνίτης τοΰ Μουσείου τής Νεαπό- 
λεως Κιχρατενοΰτος (σε?ι. 15), διδ και διατηρεί 
τδ πρασινίοπδν χρώμα τής αρχαίας κατΐ(ί)σε(ΐ)ς. 

5. Χειρ λι•;ξι.\ ανδρική ομοιλ μκτλ γου 
Βΐ^νχίΟΝΟΣ (Πίναξ \', 2), άρτία, αλλά διερρωγυϊα 
καθ ' δλον τδ [ΐήκος τοΰ βρίχχίονος και πήχεως, 
άπολέσασα δέ και τεμάχιον τοΰ άγκώνος. Και 
αύτΐ] φαί\'ετ(/.ι (η'ήκουσα εις άγαλμα ρητορικώς 



— 3(5 — 



ν> ιΊι/ααΐ'ρη.: τ(7η• \'\ν7ΐκΐ'ί})Ίΐ)<ιΐν 



ΐ-χον («Γ'την τεταιικνΐ|ν (ί)ς κΐίΐ τοίις ^«κτυλους. 
ών ό παράμεσος καΐ [ΐίσης πυστί/./.ονται ικίλ- 
λον τών τής προΐ|γηυιικνΐ)ς χριηός. 

Τί) ιιίγι-ίίος (χιΊτΓ|ς ι•ίναι ίπίπιις μι-ΐζον τοΓ' 
<ρυσικοΓ'. Μήκος (χπο της [ίασχίχλης μί/ϋ' τοΓ' 
πήχεως (>,2Γ), (ϊ,το τοΓ» (ίγκ(7)νος ηί"/η\ τοΰ καρ- 
ποΓ' (),."?2. (ίπο τπϋ κίχρποΰ [ΐκ/Λ" '''Μ? β<ί."εο)ς 
τοϋ [π'συυ 6ακτύλονι Ο,ΟίΙ. "Ολολ' μήκος (\Η'2. 
ΈπΙ τής ρπκ^ίίνείας (^ρ αυτής (ϊπ(χ\'τώσι ΛλΐΙπτιι. 
ομικρά βύα[ΐατϋ τετραγιόνου σχή[ΐατος. 

6. Βΐ'ΛΧΐί.>Ν αριστεροί: μετά του ιπιχεως 
(ΠίνΓχξ \', 3) ρπίοης ανδρικός, μεγέίίους κ(χτ(χ τι 
μείζονος τοΰ τής .τροηγουμένιις χειρός, επομέ- 
νως μη (χνήκοίΥ εις το αυτό άγΓχλ(ΐα, ώς ή{)ελέ 
τις νομίσει έκ πρώτης όψεως. Λυο δι'χκτυ/.οι 
(δείκτης καΐ [ΐέσος ; ) (χπεσπασμένοι εύρεΟή'τες 
άνήκουσιν 'ίσως εις την (χπο?.εσθεϊσαν χείρα 
τοϋ αύτοϋ αγάλματος. Μήκος (χπό τοΰ προς την 
μασχάλη ν σψζομένου άκρου τοΰ (3ραχίονος [ΐέ- 
χρι τοΰ έσωτερικοΰ άκροι» τοΰ πήχεως 0,2."), 
«πό δε τοΰ άγκώνος [ΐέχρι τοΰ κ(χρ/τοΰ (),;52. 
Όλον σωζόμενον (ΐήκος 0,ΐ)ο. 

7. Χειρ αριστερά γυναικεία (Πίναξ \', ό) 
μετά μέρους τοΰ πήχεως, ανήκουσα εις άγαλμα 
φυσικοΰ μεγέθους. Ό παράμεσος αυτής δάκτυ- 
λος φέρει δακτΰλιον μετά σφενδόνης άσι^μου, 
σχήματος δε φοειδοΰς. 

Εργασία χρόνο^ν ρωμα'ϊκών, ώς φαίνεται. 

Έκ τής ΰέσεως τώΛ- δακτύλων κιχι τοΰ σχή- 
ματος τοΰ κοίλου τής χειρός κρίνοντες δΐ'λ•(/.- 
μεθα νά υποθέσω μεν δτι ή χειρ αΰτη ή το πς)0- 
τετα[ΐένΐ], φιΐάλΐ]ν η τι άλλο ατρογγύ/^ου σχή- 
[ΐατος άντικείμενον άνέχουσα, κίχθη/αομένον δε 
εν αυτή, ώς φαίλ'εται εξ οπής μεγάλης ορατής 
νΰν εις τό μέσον τοΰ κοίλου τής χειρός. Μήκος 
τοΰ δλου 0,32. Άπό τοΰ καρποΰ μέχρι τής βά- 
σεως τοϋ μέσου δακτύλου 0,20. Μήκος τοΰ μέ- 
σου δακτύλου 0,10. 

8. Πους δεξιός (Πίνας \', Ι») φυσικοΰ με- 
γέθους, σωζόμενος άπό τοΰ μικρόν τι υπέρ τους 
αστραγάλους μέρους τής κνή[ΐης, μετά σανδα- 
λίου σχήματος ήμιυποδήματος δι' ίμάντοον 
περιδεδεμένου. Τό πέλμα τοΰ σανδαλίου αποτε- 



λείται ες ενός μονού, αΛΛα παχύτατου κίχττιηια- 
τος, στενουμένου προς τά εμπρός. Σωζόμενον 
ίΜ|ιος (χπό τοΰ πέλματος Ο, Ι'». Μήκος (χπίι τής 
πτέρνης μέχρι τοΰ άκρου τοΰ μεγάλου δάκτυ- 
λου 0,.•Ί4. Άψ'ις τοΰ ποδός 0,20. Κάτο) τοΰ 
πέ?4•ίίΤ">? τ'•ΰ ποδί)ς σο)ζετ(χι, (ί)ς καΐ επί πάν- 
Τ(ΐ)ν τίον λοιπών έξ ΆντικυΟήριον χ<χλκών 
ποδών, μέγας όγκος μο/α'»Ρ)δου (Γ'ψους 0.11). 
δι' ηπ τό άγαλμα έσι^ηνοΰτο και προσεκολ- 
Λάτο εις τί) βίχίΐρον. Λυτό; δε ό τοΰ; είναι 
πλήρης μολύβδοΐ'. 

9. Πους νεξιος (Πίναξ \', «) όμοιος, (|υσι- 
κοΰ μεγέ{)ους, μεΟ' όμοιου τω προηγοί'μέΛ'ίο 
σανδίχλίου και [ΐολυβδίνου όγκου προς ένσ((ή- 
νιοσιν, σιρζόμενος δε άπό τοΰ άμέσ(ΐ)ς ί'πϊ-ρ τους 
άστρίχγιχλους μέρους, και διερρίογώς ά.τί» τής 
πτέρνης, κάτιοΟεν τοΰ δεξιοΰ άστραγά/.ου. Τί) 
πέλμα τοΰ σανδαλίου αποτελείται έκ τρΐ(Τ»ν 
έπαλλήλο)Λ' λεπτών καττυμάτοη'. Ύψος σιοζί'»- 
[ΐενον άπό τοΰ πέλματος 0,14. Άψις 0,2.'). Μή- 
κος άπό τής πτέρνι^ς μέχρι τοΰ άκρου τοΰ μεγά- 
λου δακτύλου 0,34. 

10. Πους αριστερός (Πίναζ \', Κ») φυσι- 
κού μεγέθους, μετά τοΰ π/^είστου τής κνήμ)|ς, 
έφ'τίς λείψανα τοΰ ιματίου, φέρων δε όμοια σαν- 
δάλια. Ή διατήρησις αύτοϋ εΐναι τελεία ύ.τό 
πάσαν επολ^^ιν, ή δε τεχνοτροπία έργου θαυμα- 
σίου τών άρχων ίσως τοϋ Γ' αιώνος π. Χ. Έάν 
ποτέ δ' (χνελκυσΟή όλόκ?.ιιρον τό άγαλ(ΐα, εις ό 
ανήκει ό ποί'ς ούτος, τό Έθνικόν ημών μου- 
σεϊον Οά έχη τότε προ^τότυπον έργον ενός τών 
μεγίστιον καλλιτεχνών τής αρχαιότητος ! 

Ύψος σωζόμενον άπό τοΰ πέλ[ΐατος 0,40. 
Άψίς 0,1!>. Μήκος άπό τής πτέρνης μέχρι τοΰ 
άκρου τοϋ μεγάλου δακτύλου 0,32. 

11. Πους λεξιος (Πίναζ \', 11) μείζων 
τοϋ φυσικού μεγέθους, μετά μέρους τής κνήμης, 
εν χειίιερίλ'ώ κοίλω ύποδήματι δερμάτινο), κα- 
λύπτοντι όλον τόν πόδα άπό τοΰ σο)ζομένου 
ύψους τής κλίΊμης, άφήνοντι δε γυμνούς μόνον 
δύο τών δακτύλ(ον (μέσολ' κιχι μέγαν). 

Συνέθεσα αυτόν έκ δύο διαφόρων τεμαχίων 
(νΰλ' διαφόρου χρώματος ώς έκ τοΰ διαφό- 



37 — 



Ό ϋησανρυς των Άντικνϋ-ήρίον 



ρου είδους τών καθαρισμών, εις ους ύπεβ/ιήΟιι- 
σαν) ακριβώς αρμοζόντων προς άλλη?\.α, άλλα 
και εν τΓ| άρχαιότητι αποσπασθεντω\' ποτέ αλ- 
λήλων καΐ πάλιν κατόπιν προσαρμοσΰέντοιν. 
'Υπό το τεμάχιον τοΰ άκρου ποδός ευρίσκεται 
ό μέγας όγκος τοΰ μο?ιύβδου της εις το βάΟρον 
ένσφηνώσεοος. Σωζόμενον ΰψος 0,29. Περιφέ- 
ρεια κνήμης εις το κατώτατον αυτής μέρος 0,2ί). 
Μήκος από τής πτέρνης μέχρι τοΰ άκρου τοΰ 
δακτύλου 0,84. Άψίς 0,29. 

12. ΠθΥ2 ΛΡΐί:τΕΡ0Σ γυμνός (Πίναξ ν, 
12), φυσικού μεγέίίους, σωζόμενος άπό τοΰ 
ΰψους τών αστραγάλων. 'Υπ' αυτόν όγκος μο- 
λύβδου προς ενσφήνωση» εις τό βάθρον. Τό 
έσωτερικόν τοΰ ποδός τούτου είναι πεπληοο)- 
μένον [ΐο/νύβδω, οΰ έν τω κέντρω υπάρχει [ΐε- 
γάλΐ) τετράγωνος όπή βάθους 0,04,5 προς είσα- 
γο)γήν [ΐεταλλίνης ράβδου χρτ]σιμευσάσης προς 
συγκόλλησιν τοΰ ποδός ε'ις τό άγαλ[ΐα, άφ' οΰ 
άπεσπάσί))] βιαί(ος ποτέ έν άρχαίοις χρόνοις. 

Μήκος άπό τής πτέρνης (ΐέχρι τοΰ άκρου τοΰ 
μεγάλου δακτύλου 0,29. ΙΙεριφέρεκλ τοΰ ποδός 
0,(!4. Ά\|)1ς 0,19. Κάτοί τοΰ αριστερού αστρα- 
γάλου υπάρχει μέγα στρογγύλον βύσμα δια[ΐέ- 
τρου Ο,Ο.'!, προς δ έχρησιμοποιήιΐιι στρογγύλον 
πέταλον μετάλλου, ϊσως χαλκού τίνος νο[ΐίσ[ΐα- 
τος πυρακτωΒέντος, ου ήΟελέ τις νο[ΐίσει οτι 
σώζονται λείψανα τής επιγραφής. 

13. Πους αριστερός κόρης (Πίναξ V, 13) 
ή παιδός δεκαπενταέτους, σωζόμενος μεν ολό- 
κληρος, άλλ'ε'ις τέσσαρα τεμάχια (ων δύο μόνον 
έφωτογοίίίρήΟησαν), και άπεσπασμένη έπίσι^ς 
ή κνήμιι αυτού, σο/ζομένΐ] άπό τού γόνατος μόνον 
κατά τό έ'μπροσ&εν αυτής μέρος, λίαν δ ' ελλιπής 
κατά τό όπισθεν, οΰ σώζεται μόνον μέγα τεμά- 
χιον, άπεσπασμένον και τούτο. Ή κνήμη είκο- 
νίσΟη έπι τοΰ πίνακος εκ τοΰ πλαγίου καΐ ούχι 
ως 6 πους εκ τών έ^υτροσθεν. Έκ τούτου δε 
ή φαινόμενη προς άλληλα άσυ[ΐφιωνία τών τε- 
μαχίων τούτων. Μήκος τοΰ ποδός 0,23. Ύψος 
τού σφζομένου μέρους τής κνήμης 0,27. 

Πάντα τα τεμάχια τοΰ ποδός τούτου άπομέ- 
Λ'ουσίΛ' ().κά{)αρτα, ώς εύρέ{)Ί]σαν. 



14. ΞίΦΟΣ αγάλματος (Πίναξ V, 6) έν κο- 
λεώ, ελαφρώς κυρτούμενον και σ(ρζόμενον όλό- 
κληρον εις τρία τεμάχια. Μήκος αυτού (Ι,!^3. Ό 
κο/^εός κοσμείται δΓάνίΙεμίων δηλο>Οέντο)ν δια 
στιγμών. Τρεις δε κίήιβοι μετάλλου, εις τό άνω 
μέρος τοΰ κολεού σωζόμενοι, έχρησίμευόν 
ποτέ προς συγκόλλησι\' τών μεταλλίνο)ν ίμάν- 
τω\' τοΰ ξίφους. 

15. ΞίΦΟΣ ΟΜΟΙΟΝ (Πίναξ V, 7), άλλ'έλλι- 
.τές άπό τοΰ μέσου και κάτο). Παρά τό στιήιιον 
ίιπ(χρχει έκατέρωΟε\' κόσ[ΐημα φυλλοειδές δΐ]- 
?^ο)ΐ)έν δια στιγμών. Σο}ζόμενον [ΐήκος 0,42. 

Πί/ντα τα προ)]γού[ΐενα είναι λείψαν(/. χαλκών 
(ίγαλιΐ(χτ(ι)ν φ>υσικού ή και μείζονος (ΐεγέί)ους. 
Εΐίς άγαλικί δε χαλκοΰν ήμίσεος περίπου τού φυ- 
σικού μεγέθους ανήκει τό έπόμενον λείψανον. 

16. .\ΥΡΑ ΧΑΛΚΗ (Πίναξ IX, δ), ύψους 0,28, 
πλάτους κατά τό άν(ΐ) αυτής μέρος 0,14, πιί/ους 
0,01 Γ). Τό κύριον σώμα αυτής, κοίλον εις τα 
εντός, είναι κατεσκευασμένον έκ δύο λεπτώλ»^ 
έλασμάτω\', πολλάς παρουσιαζόντων \'ΰ\' ύπάς 
ένεκα φθοράς, προς δε έπι τής εσωτερικής επιφα- 
νείας άρχαΐον βύσ|ΐα στρογγύλον άπαράλλακτον 
προς σφραγίδα νοιιίσματος, άλλα μή τοιαύτη ν. 

Τίτο ί| λύοίχ (/ί'τη έ.πτάχορδος, ώς δηλοΰ- 




Είκι 



ΛΟν 27—27 



σιν (λί σιρζόμεΑ'αι προσαρμογαι τών χορδών. 
Έπι δε τοΰ εσωτερικού αυτής κέρατος είναι 
πλαστικώς δεδηλωμένοι οι ιμάντες, δι'ών άνηρ- 
τάτο (/.πό τοΰ σίόικιτος τοΰ φέροντος, ενώ τα 



38 



ο ιΊι/πανρος τ<~>ν 'ΛνηκνΟήικιη• 



ί•ξ(οτΗ()ΐκον κίρας κοαμεΐται ύππ κΡ((ΓχλΓ|ς Μ(/(^ι- 
οΓ'ου (Κίκών 27 27") «ρίστιις και λ^πτοτίχτης 
τε7νοτς)οπίας των (χρ/(η\' τοΓ' Ι" (χίώνος π. Χ. 
'Κπει^ί) ί^ί• \\ ιΐ(Ίνΐ| γν(ι)ατΓ|, ί|ΐ(Γι τού/.άχι- 
οτον, λύρα ί) ύπο ό[ΐ()ί(χς πίχςχχστάσκίος Μ(χρ- 
ουοί' προπ((ΐκ7)ς κ()Π|ΐ()ΐΐ[ΐήΊΐ καΐ (^η κ(χτά το 
αΰτο [ΐίρυς τοϋ (χΰτοΓ' κκοίχτος, ιίνίχι ι-κρίνΐ), ην 
<ρέρει υ περίφΐ)[ΐος κιΟίχπίοήπς Άπόλ?ι(ον τοϋ 
Β(χτικ(χ\'()Γ' ', ον πολλοί άνάγουσιν εΙς τον Σκό- 
παν, είκάζθ3 δτι κ(ί1 Γ| λύρίχ ί|(((Τ)\' (Ινήκί ποτέ εις 
τοιοϋτόν τι αγαλ(ΐα 'Λπυλλίονος κιί)αρ(ρί)οΰ. 
Έν ο/ρορι ί)ρ προς την γν(ί)|(ΐ)ν [ΐί)υ, οτι τα 
'ΛντικυίΙιιραϊκά (χγίχλμίχτα προέρχονται έξ "Αρ- 
γούς, προσθετά) δτι (χκρι|^ώς τοιούτου τύπου 
άγαλμα Άπό?ι.λ(ΐ)νος ύπήρ/εν έν "Αργεί, αν/γά- 
τ(χτ(χ καΐ επί [ΐ(ίκρ()ν, προ- 
(ρ(χν(7)ς ένεκα τοϋ κ(χλ?.ους 
(ίύτοΓ'. ε[κονιζό[ΐενον έπΙ 
τη)ν ν()(ΐισ[ΐάτ(ον της πό- 
λε(ΐ)ς ταύτης (Εϊκοη' 28) 
το)\' (ί.πο Ούήρου μέχρι 
Ι Ιλαΐ'τίλλης κοπέντ(ον ". 
Συμπεραίνω έπομένοίς δτι 
πιθανώς ή λύρα ή ικΐνν ανή- 
κει εις πάνυ άρχαΐον, μέσου [ΐεγέΟους (χντίγρα- 
φον τοΰ Άργείου τούτου άγάλιιατος, ού τον 
τύπον έν μεγάλω σχήματι ί^ιέσίοσεν ή[Ην ό περί- 
φημος κιθαρωδός Άπόλ?αον τοΰ Βατικανού. 

ΙΙλουσκότερος ήτο 6 (Χ[ΐΐ)της εις άγίχλιιάτια 
μικρότερου μεγέθους, (η'ελκυσΟέντοον τεσσά- 
ρων, πάνυ άξιολόγω\', τώλ' εξής: 

17. ΚοΡΗ (Χλωρις;). Μέγα αγαλμάτων κό- 
ριΐς ϋψους αρχικού Ο,ΛΟ περίπου, λίαν κολο- 
βύν διασωθέν (ΙΙίναξ \Ί, 1 — 2), τοϋ γνωστού 
ωραιότατου τύπου των μαρμαρίνοιν Καρυατί- 
δων τοϋ Ερεχθείου, των έ\' τω μουσείφ της 
Νεαπόλεως χάλκινων κορών τοΰ Ηρακλείου 
της Ιταλίας κ?^τ. Ώς προς την στάσιν όιιοιά- 




Είκών 2$. 



1 Οβηΐίΐη. ε. Κυπδΐ Ι. 141α.- ^Iα^ί1^ 496, 9(ί7 κτλ. 
- ΙιηΗοοί-ΒΙυηιβΓ &ηά Ρ. ΟαΓίΙηβτ, Νυηι. ΟοηιιηοηΙ. οη 1'αυ- 
83ηία5, ρ. 35 Ρ1. Ι, XXII— XXIV. 



ζει τά μέγιστα κυρίίος προς το έξ Ηπείρου 
(χρίστης διατΐ)ρήοεο)ς χαλκοΰν άγαλμάτιον τής 
περΐ(|ήμοχ' συ/Λογής τοϋ κ. Κ. Καραπάνου, 
δπερ λεπτομερώς και καλώς περιέγραψεν ό κ. 1 1. 
Ι ,ΐ'οΗαΙ '. Προς τον τύπον τούτον ταυτΓίεται τό 
ήμέτερον εντελώς, δια<(έρον [ΐόνον ο»ς πς)δς τήν 
θέσιν τών χειρώλ'. "Αν και ή διατήρησις αύτοϋ 
είναι πάνυ κολοβή, ή δε κατάστασις τοϋ σ(ι)ζο- 
(ΐένου [ΐέρους δλο)ς ψαιΊυρά, - ού ένεκα δεν 
ύπεβλήθΐ) εις δν κ(ίΐ τά λί)ΐπά χ(/.λκά χημικδν 
κα9αρισ[ΐόν και διατηρεί έν μέρει τΐ|ν πρόσΟετον 
(χρχαιόθεν χ/.ίοράν κατίίοσιν . δμο)ς διακρίνει 
τις σαφώς τί|ν θαυμασίαν τε/^ιότ)|τα τής τε- 
χνοτροπίας αύτοϋ, τήν αύστηράν. άπλήν καΐ 
χαρίεσσαν άρμονίαν τοϋ δλου και τήν άπαρά- 
μιλλον αληθώς καΐ έν άπολύτω ήρεμίί^ εύγέ- 
νειαν τής παραστάσεο)ς, ών πάντοιν ένεκα δύ- 
ναταί τις να εϊπη δτι το έ'ργον τοϋτο είναι το 
κατά τέχνην άριστον πάντων τών Άντικυι)ΐ|- 
ραϊκών, σίρόδρα λυπούμενος μόνον δια τήν 
κακήν αύτοϋ διατήρησιν. 

Έ\' τΓ) προς τά κάτω, παραλλή?Λ)ς τώ σο)- 
ματι, φεοοιιένη δεξιά έκράτει προ(|^ανώς, ώς 
δηλοΐ ή δκχθεσις τών δακτύλο^ν, κλάδον τινά, 
(( ιάλην δε ίσως ή πτηνόν τι έν τώ τής μικρόν 
προτετα[ΐένης αριστεράς κοίλω, έν φ φαίνεται 
νΰ\' ή οπή τής καθι^ί-ώσεως. 

Τίνας παριστώσιν αϊ τοϋ τύπου τούτου μορ- 
φαί, αί Καρυάτιδες ή κόραι τοϋ Ήρακ/^ίου 
τής Ιταλίας καλούμεναι, παραμένει εισέτι άγνο)- 
στον. Αύτο τδ άγαλμάτιον τής συλλογής τοϋ κ„ 
Καραπάνου, κίχίτοι (|έρει περιστεράν έλ' τή αρι- 
στερά, δυσκόλως δύναταί τις να χαρακτηρίση 
ώς Άφροδίτΐ)ν, διότι, ώς όρίίώς παρετήρη- 
σεν ήδΐ) δ περιγράψας αυτό κ. Η. Ι^βοΗίΐΙ, τδ 
νεαρώτατον τής ηλικίας αύτοϋ και ό παρθενι- 
κός σχηματισμός τοϋ στήθους άρμόζουσι μά/.- 
λον προς σεμνήν παρθέΛ'ον, ο'ία ή "Αρτεμις, ή 
προς θεάν τοϋ έρωτος, οία ή Αφροδίτη. 

Τό μόνον δε, δπερ δύναταί τις βασίμως νά 
ίσχυρισθή, εΐναι δτι πάσαι σχεδόν αί καρυατι- 



I Βυΐΐ. <16 €οΓΓ. Ηβΐΐ. 1891, 461 κέ. 



39 — 



ο ϋησαυρύς των Αντικυθήρων 



δόμορφυι .τϋ'.ρί3ί••νικ(/.ί μορψ(α (<ύτ(/.ι, (/.ί ιιακρό- 
θεν όμοιάζουσαι ότέ μεν προς τηχ- αυστηρότητα 
των δωρικών ότέ δε προς το λιγυρόν των [(ονικών 
κΐ(')ν(ΐ)ν, (χνήκουσιν εις θτητάς παρΰένους 5ί και 
θεότητας δευτέρας τάξεως, ύπηρετικώς ε/ούσας 
προς μείζονας θεότητας τοΰ έ?ιληνικοΰ'( )λυμπου. 

Ώς προς το ήμέτερον δε 0)|[ΐειώ, εν σχέσει 
προς την γνώ[η|ν μοί' καίΐ' ην τα ΑντικυΟΐ]- 
ραϊκά άρχ(χϊ(/. προέρχονται εξ "Αργούς, ότι εν 
ττ) πόλει ταύτη γνωρίζομεν ιιίαν και μιη'ην 
τοιαυτη\' ιιορφι')\', αλλά τοΠ (/.ϋτοΰ ιιέ/ρι τ(ον 
έ?ιαχίστο)ν τύπου. 

Ό Παυσανίας δηλαδή (1να(4'έρει εν "Αργεί 
ναόν Αητοϋς και εν αύτω αγαλ[ΐ(χ της θεάς 
ταύτης ποιηθέν υπό Πραξιτέλους, προσθέτων 




Είκών 29. ΕΙκών 3^. 

ότι την δε ύκόνα παρά τη ί)εώ της παρθένου 
Χλώριν όνομ(Ιίζουσΐ'''. Τοΰ συ(ΐπλέγ[ΐατος τού- 
του διέσωσαν ήμΐν ευτυχώς (ίντίγραιρα νο[ΐί- 
σματα τών Άργείων πλείστα^ είκονίζοντίχ αυτό 
είτε εν τω ναω (Εΐκ. 2!)), ε'ι'τε και εκτός (/ύτοϋ 
(Είκών .")(!). Ώς βλέπει τις, η Χ/νώρις εικονίζε- 
ται παρά τΓ| Αητοΐ ((έρουσα (ος Κίίρυάτίς τις 
την άριστερ("/.ν χείρα τοΰ (ίγ(χλ[ΐατος της θεάς. 
Ό μετά προσοχής παρα|Η/.λλ(ι)ν τό ήμέτερον 



' 2, 21, 9, έ'νΟα ίν πιη'ρχκ.ία κ«Ί τά ί'ξής: Νιό|•!ΐ|ς μέν 
θυγατρρα είναι ?νέγ<)νx^ς. Μελίβοιαν ήρ κ(ΐλρΐσί)αι τό έξ •ίρχϊ'Κ' 
άπολλυμένιον ίιέ \<πο Απόλλωνος καΐ Αρτέμιδος τ(ον Άμφίο- 
νος παίήιον πρριγρνίσΟαι μχΊνιιν τώ\' (1δκλφ(ί)\' ταήτι^ν και 
Άμΰκλίίν, περιγρ\•!:'σί)(ΐι δρ ρύξαμένους τΓ| Λΐ|τοί. Μρλίροιαν 
ήέ οΰτ(ο δη τι παραττίκα τε χλ(ι)ράν τό δρϊμ,α κποήιαρ και ές 
τό λοιπόλ' τοΰ βίοιι ποιρέμεη'εν, ιός και τό όνομα έπ'ι τφ 
σιιμβάντι άντΊ Μελιβοίας αΰτϊ) γενέσθαι ΧλιορίΛ•. Τοϋτοιι; 
δι'ι φασιν Άργρϊοι τό έ| αρχής οίκοδομήσαι τΓ| ΛητοΙ τόν 
νικη' . 

- ΙπιΚοοί — Βΐυιηοι• αη<1 Ι'. ΓγειγιΙιιοι- ε. ι)., ρ. ',^'^ — ;!8 μ1. Κ, 
XXXVI— XXXVIII, και ρ. 1.')ί), ρ1. ΚΚ, XXIV. 



άγαλμάτιον προς την Χλο)ριν τών πολυαρίθ- 
μων τοΰ "Αργούς νομισ[ΐάτ(ον, ών π(ίντ(ον 
εκμαγεία εΰρηνται νϋν συγκεκεντρωμένα εν τω 
Νομισματικφ μουσείω τών Αθηνών, βλέπει 
οτι άμ(|ΐότεραι αί μορφαι είναι αί αύταΙ μέχρι 
τών έλαχίστίον, πΐίρουσκίίζουσαι τό αυτό ίή'δυιια 
μετά τοΰ αύτοϋ άποπτύγματος \ την δεξιάν 
όμοίοος προς τά χάτα) (( ερομένην, την δε άριστε- 
ράν όιιοί(ι)ς ιΊρέ|ΐ(ί πρ()τεινο[ΐένην χ(ά άνέχου- 
σάν τι (ί)ς ψιάλην. Προς δε βλέπει, έψ'όσον επι- 
τρέπει τοΰτο ή σμικρύτης τοΰ τύπου, ότι και η 
κόμμίοσις είναι τοΰ αύτοΰ [ΐετά κρο)βύ/.οιι όπι- 
σθεν τύπου. 

Ταϋτα .τ(/.\'τ(/. έπιτρέπουαι, χ'ομίζιΐ). ί|ΐιΙ\' \'ά 
έκορράσίοιιεν την υπόθεσιν. ότι τό (/γαλμίίτιον 
τών Άντικυ{1ήρ(ΐ)ν εΐ\'αι σΰγχρον(')ν τι άντί- 
γρα((ον της εν "Αργεί Πρίχξιτελείου είκίη'ος 
της Χλιόριδος. Είναι άλΐ|ί)ές ότι ό τύπος τοΰ 
(χγαλματίου ((αίνεται εκ πρ(ί)τΐ|ς όψείος ούχι 
Πραξιτέλειος, άλλ' (/.νήκιην είς τά άριστίί προ)- 
τ()τυπα τοΰ Κ' αιώνος π. Χ., ι/λλά ί) ιιέν επεξερ- 
γασία είναι πολλώ \'ε(ΐ)τέρα τοΰ Ε' (χίώνος, τίς 
δε βεβίχιοΤ ημάς ότι ό Πραξιτέλης δεν έδ(χνεί- 
σθη διά την δευτερεΰουσίχν τίχύτιιν μ()ρ(( ην, την 
θέσιν άπλοΰ κιονομ(')ρ((()υ υποστιιρίγματος 
εχοιισ(χ\' εν(ί τ(ο\' Οαυμαπίιοχ' έκεί\'(ΐ)\' τυπιοχ' 
τ(ον υπί> το)\' περΐ(| ι'ιικοχ' διδασκάλ(ι)\' αΰτοΰ 
εν (χμέσίος προγενεστέρα έποχη έππ'οίμΐέντων; 

^Οποιοδήποτε έ'/ίον υπ όψιν την ιιεγίστην 
σπουδαιότΐ|τα τοΰ ίίαυικχσίου τούτου εύρή(ΐ(ί- 
τος τών Άντικυθήρίον, πρόσθες δε καΐ την 
όλίος ψαΟυράν αϋτοϋ κιαίίστασιν. ής ενεκίί 
φθείρεται έπι μάλλον καθ' έκάστιιν, (/.νέΜιικα 
είς τόν πλήρ)) μέλλοντος νειχρόν (χρχαιολόγον 
κ. Α. Κερα[ΐ()π()υλλ<)ν, βοηθιη' [ίου εν τω Μου- 
σείω, την λεπτομερή αύτοΰ περιγραφήν, ή\' και 
παραθέτω ενταύθα εν ύποσΐ] μειώσει '^. 

' ΈκεΙνο όπες) έπί τί|ς ένταϋΟα μκγεί)ιινθείσης φιοτοτιιπι- 
κής εικόνος τοΰ νομίσματος ιραίνεται ιός ζο')\Ίΐ. προέρχεται 
όιπλώς εκ τής προσπαί)είας προς σαφή διΊλιι)σιν τιον μαστιό\- 
τής σμικρας μορςής. 

- ".λγαλμιίτιον γιιναικείον, χαλκοΓη•, ένδεδυμένον, όοίΐιον. 
σωζόμενον από τοΟ λαιμοΠ μέχρι τοΰ κάτιο άκροιι τής έαιΊή- 
τος. Ύψος τοιΊιοΐ' Ο,ΙΟ [άρχικόν (Ι..")0 .τερίποιι]. Μέρο^ τή^ 



— 40 



'() ι'^ηοηηρος των \\νιικι<Ι}ήιι<ι>ν 

18 Λιΐ()ΛΛ<>.\ (Ι Ιίνίί;; \ΊΙΙ, 2) '.'Λγαλμάτιον πατοΰντος (ίρχαϊκ(7)ς ,τ(ΐ); κ,τ' (/.ΐ(<(()τκιΐ(ι»ν τόιν 

νκ(Λνι<)>ι (ί')ΐ|)()\)ς (),.').'? ' .,) μιτ(ί |)ο«•/ίίας, πάνυ πο^ών, προτείνοντος ί>κ μικςκίν τι τΐ|ν Λκξιάν, 

ι••πΐ[ΐι-λ(ος ρΐργααμίνιις και ήπο λκπτοΰ <^ι«ί)ιΊ- ης ίλλκίπ-οιισιν ί)ί ί^άκτί'λοι πάντες σ/είίον ^ξ 

(((/.τος αιιγκρατοιιμιΗ'ης κ<')μ)|ς. ίακχμίνου και όλυκ/^ήρου, και άνοίγοντος τί|ν παλ(<μΐ|ν της 



κεφαλής και οί πόδες ίσ(ι')Ι)ΐ|οαν (ΟΚΟΛκοιικνικ. Ο δεξιός μετά 
του επικαλύπτοντος αυτόν ]ΐέ()οιις της έπ0ί|τος ι1πεΛπάίτί)ΐ| 
νρίοοτί. πΐ)οαα(>ιιόζκται Λκ άκ(.>ι|^!ι»ς εις τό π()()πΓικον |ΐέΐ)ος 
(κν κ;) πίνηκι Γ|μών δέν (Ιπεικονίζκται). Λεξιά ελλείπει τό με- 
μος (ΐπό της |ΐηι>ιαί(ΐς χ<ίις)ας μέχρι τοϋ ποδός. 'Κπίοης ελλείπει 
μέγα μέρος τοΟ ήείκτοιι τΓις δεξκΐς χειρός και πάντες οί 
δάκτυλοι της (ΐριπτερα^, ριν αιι')ζκτ<ιι μόνη ή (ΙιΊηις τ(ον 
ΐ()αλ<ίγγιιιν. 

Της κε((>(Λλί|ς, ι'ίτις ε|!λεπεν εΓ'Οί' προς τά πρόσο, έσ(ί)ί)ΐ| 
μ('>νον τό καλιιπτόμενον όπό τών τριχών μέρος σχεδόν όλον. 
(όπε'ι ήν κεχιοριομένΐιις ιΐπό τοϋ προσ(ί)ποιι εϊργαομένον, περί 
οί φαίνεται, ότι μαρτυρεί ί| όιρις τιολ' της Οραΰσειος κρ<ι- 
μνών, (Ιποτελουμένιον έκ δόο έπικεκολλημένιΐ)ν πλακών. ϊσ<ι)ς 
δέ και μικρός ήλος ολίγον προς τά (ΐριστερά τής χιορίστρας 
διά τής κόμης διήκηιν και τά έπικεκολλη|ΐένα έλάοματ'α τών 
συναπτομένιον δύο κυρίιιιν μεριϊιν τής κειραλής, τοΰ τριχοτοΰ 
και τοϋ ιίτρίχου, συνΐ)λών. Ή κόμμιοσις ηχηματίζει χι«ρί• 
οτραν άπό τοϋ μέσου τοϋ (ΐετ<ί)που μέχρις όπίσ(ι) κατά τό 
ϊνίον. ενί)α η κόμη συλλέγεται εις ίνα όγκον. Καθ" έκάτερα 
τά μέρ)| (Ιπό τής χιυριστρας ("ηΜίχικροϋσι διεκτενισμένοι |^!ο- 
στρυχοι (όσε'ι βεβρεγμένοι. διηυΟετι^μένοι κατά πλατέα κύματα 
και έξειργασμέ^Όι άδρομερώς κατά τρόπον πολλφ νε(ι')τερον 
τοΰ Ε' αιώνος. Κατά τό πρόσΟιον μέρος τοϋ κρανίου περι- 
ί)εϊται η κόμη υπό διαδήματος ταινιοειδοϋς. διαιρουμένου δια 
καΟέτον γραμμών Γιπλών εις μετόπας, κοσμουμένας έν τφ 
μέσο) διά κύκλου (πρβλ. ^ίι^1^1.•^^Η^1(«.■ 1901, σ. 184. είκ. 201, 
ένθα ρύδαξ άντΐ κύκλου). Τό όπίσθιον μέρος τοϋ διαδήματος 
ελλείπει μετά τοϋ τραχηλικού τμήματος τής κεφαλής, έβαινεν 
δμιος ύποκάτΐι) τοϋ κατά τόν τράχηλον όγκου τής κιηιτις. ιός 
δεικηιει ή κατεύΟυλσις αύτοϋ κατά τό σιοζόμενον μέρος. 

"Ε,πάλληλοχ' διάταξιν τών συγκεκολλημένιον έλασμάτ<ρ>ν δει- 
κνύει τό άγαλμάτιον και κατά τό μέσον ίίψος τοϋ λαιμοΟ. Ή 
(χπόθραυσις τής κεφαλής άπ' αύτοϋ επήλθε προς τά όπίοιΐ) 
όλίγίο ΰ\|ιηλότερον τοϋ σημείου τής συγκολλήσεος. ί'νί)α ακρι- 
βώς τό (Ιπλιιϋν χαλκοϋν έλασμα, τό (Ιποτελοϋλ• τό\• τοιίχηλον, 
ήν λεπτόν, μικράχ' παρέχον αντίσταση•. 

Τών ποδών ό μέν αριστερός ώς κεκ()υ(('ΐομένος προέχει τής 
έσθήτος καλυπτούσης τόν ταρσόν, και ιρέρει σανδάλιον μετά 
ζνγών υπέρ τοίις δακτύλους, κατασκευασΟέντ(ι)ν χιοριστά και 
.-τροσικι ϊ)έντ(•)ν και ιίλοις (εις μετά τετραγιίινου τομής είναι 
έμηανέστατος έ.πι τοϋ παραμέσου δακτύλου). Τοϋ δεξιού πο- 
δός, όστις βαίνει κατά τήν κατακόρυφον τοϋ κέντρου τοϋ βά- 
ρους και βαστάζει τό σώμα, προέχουσι τής έσθήτος μόνον οί 
τρεις πρώτοι δάκτυλοι έν μέρει. Σανδάλιον δέν διακρίνεται. 

Τ<) άγαλμάτιολ' είνε περιβεβλημένον .τρώτον ί(ι)νικόν χιτώνα 
ή χιτιιινίσκον χειριδιοτόν. όστις, καταλείπιιιν γυμνόν τόν λαιμόν 
και τι τοϋ άνιιι μέρους τοϋ στι'ιθους, φαίνεται ένταϋθά τε και 
κατά τους βραχίονας. Αί πτυχαΐ αύτοϋ είναι κυματοειδείς και 
στεναί καθώς λεπτοϋ λινοΰ υφάσματος ούλου (οΓέρι•), δχθοιβος 
ίΙιοΓίΙιΐΓύ) όέ έκ διαφόρου κράματος — ϊσιυς (Ιργυρούχου — άμαυ- 
ροϋ χρώματος, έιιπαιστικώς έληρμοσμένος, .περιίΐέει έμπρο- 
σθεν τό ί'πύ τόν λαιμόν μέρος και τήν συρραΐ) ήν. τήν κατά 
τί)ν δελτοειδή κίΐτερχομέ\'η\' μέχρι τοϋ μέσου τοϋ βραχίηνος. 



μέχρις ού είναι και τύ μήκος τών χειρίδιον, <!ις δεικη'ιουοιν αΐ 
έπΙ τοϋ .-τίχ•ακος VI δύο <(ΐ•ιτοτυπικαϊ όψεις. Έπί τοϋ χιτώνος 
περιβέβληται τό άγαλμάτιον βαρύν, έρεοϋν βεβαίοις, πέπλον, 
κλειστόν καΟ' έκάτερα και πε.πορπημένον (πόρπη ή .-ιερόν»} 
δέν φ(ΐίνεται) κατά τυύς ώμους, επικειμένου τοϋ οπισθίου (ιε- 
ρούς έπί τοϋ προσθίου. Άν είναι έζωσμεΛ'ον, Λέν φαίνεται, 
διότι τό (ΐπόπτυγμα τοΰ πέπλου έφαιπλοϋται εμπρός μέν και 
οπίσο) μέχρι κίίτιυ τής όσι^ύος τόσον, ώστε νά καΙ)ιστ<]ί «ιύτήν 
α((ανή, κατά τά πλάγια δέ έτι μάλλον, μέχρι τοϋ (ΐέσου τ<ον 
μηρών έκ τής άποστενιίισειος όμιος τών πτυχών τ<ιϋ πέπλου 
κατά τήν όσφύν εξάγεται, ότι είναι έζοιβμενον. Έπ'ι τοΰ στή- 
ίΐους, (ίπερ ίχρχαϊκώς ΰπερμ(ΐζι/ι και έχει τους μαστούς άγαν 
μεμακρυσμένους άπ' άλλήλ(•)ν, τό άπό.πτυγμα δεικλα'ιει άνιυ τί|ν 
σί'νήίΐη βράχε ϊίΐν έ-κπίπτουσαν κατά τό μέσον πτυχή ν, άπλοϋ- 
ται είτα (Ιπτυχον κάτι» αυτής ώς και όπίσοι κατά τό ά\•τί- 
στοιχον μέρος και (ΐόνον κατά τά πλάγια σχηματίζεται, ώς 
και τό λοιπόν (ΐέρος τοΰ πέπλου, εις κατακόρυφους ευρείας 
αύλακιόδεις πτυχτίς άνευ διαμέσιον κυ(ΐάνσε(ιιν. 'Οπίσιιι ή ερ- 
γασία είναι πιος άδς)οτέρα. 

Τό κάτ(ι) μέρος τοϋ πέπλου έχύί)ΐ| καθ" αυτό, συνεκολλήίίη 
δ' έπειτα ^ιετά τοΰ άποπτύγμί/ιτος. Χυτικά αμαρτήματα τής 
έπιδερμίδος τοϋ έργου διορΟοΰλται διά βυσμάτοιν (1»)>.•*(;1ί^ 
συλήΟιος τετραγ(ί)ν(υν, ΰφ' ά κρύπτονται πολλάκις αί κορυφα'ι 
διαμπερών ί'ιλιον, !>\ αί ακίδες φαίνο\•ται ενίοτε εντός τής κοι- 
λότητας τοϋ (ίγάλματος (μία κατά τό πρι'ισθιον μέρος τοϋ 
δεξιοϋ ώμου και ετέρα μεταξύ τών μαστών. ΙΙρβλ. τόν ήλον 
τής κεφαλής και Ι.ϊ;ο1ι21 έν Β. Ο'. Η. 1891, α. 471 έξ.). Διορθώ- 
ματα τετράγΐιΐνα διακρίνολ-ται και ά/.)Λΐχοϋ, ώς 1 έπί τής τρίτης 
πτυχής τοϋ άποπτύγματος έιιπρός -/.ατά τόν κΐίρ.πύν τής δε- 
ξιάς χειρός (ιχπέπεσε τό βύσμα), 1 κατά τ<) αυτό περίπου ι"•ψι>ς 
έπ'ι τής ευρείας επιφανείας τοϋ άποπτύγματυς έν δεξυ^ί, 1 έπΙ 
τοϋ αριστερού μαστού, 1 έν δεξι^ αύτοϋ όρΟογώνιον, έτερον 
παρ' αυτό δεξιά καΐ 2 έπ'ι τοϋ άριστεροϋ βραχίονος μά/.λον 
τετράγιονα, όπισθεν δέ 1 έπί τοϋ ά.ποπτύ'^ματος άρ/ομένου εΛ' 
(ΐριστερά κατά τ()ν ιίριστερον βραχίονα, 1 κατά τίρ• άριστε- 
ράν ι;)μοπλάτην και 1 μέγα κατά τήν όσφίΛ•. 

Ουδεμία προσπάθεια καταβάλλεται προς ύποδήλιιιηιν τοϋ 
ΰπό τήν έσθητα σώματος πλην τοϋ στήθους. Αί χείρες άντι- 
θέτιος προς τήν λουτήν κατά τό στήθος και τήν πτύχοισιν άρ- 
χαϊκήν αυστηρότητα είναι λίαν εύπλαστοι. Και ή μέν δεξιά 
καταπίπτει συγκλείουσα άβιάστκις τυίις δακτύλους, ώς ει έκρά- 
τει οίνοχόην. (μία ύπή έν τή παλάμη και δύο κατά τόν άΛΐί- 
χειρα είναι ή λείψανα προσιιλιόσείος ή φθορά). Ή αριστερά 
κάμπτετίίΐ κατά τόν αγκώνα όριζοΛτίως προς τά πρόσιο και 
έχουσα άναπεπταμένον τό θέναρ έκράτει πιθανώς φιάλην ι'λ• 
διαθέσει σπενδούσης ή οινοχόου (πρβλ. 'Εθ\'. μουσ. αίθ. άναθ. 
ά\αγλ. 1386=^Κο^^^1ι.■Γ, Ι^ϋχ. έν λ. Ιΐβτο.ϊ σ. 2δδ8, Είκ. 4. Έφημ. 
Αρχ. 1883 πίν. 2. Κυηηαη^ΐβτ, ΒβίοΗτ. άβτ ΒογΙ. ν3ϋ<;η53ΐηιη1, 
2706, 3141. Μοηυηΐι;ηΙί ίηε<1. Ι, π. 52. ΒββοΙίΓβίΙιιιης άβτ αηΐίΐί. 
8αιι1ρίιΐΓβη, Βετϋπ 1891, Ν'° 814). Τρήμα διαιιπερές υπάρχει 
έν τώ μέσιι) τοϋ θέναρος προερχόμενον έκ τής πάλαι συ^^1- 
λ(ί)σε<ι)ς τής φκίλης . 

' Ίδέ και Έφημ. '.\ρχαιολ. 1902, πίν. 14 και 10-^. 



41 — 



Ό ί}>/παυρΐ)ς των Άντικνϋι'/ραη• 



χειρός, ώς αν έκράτεί- εν αύττ| Γριάλιιν — νΓη' έλ- 
λείπουσαν — , εξ ης εαπενδε κ?α'νων αυτήν προς 
την γήν. Της προς τα κάτω ορερομΡΛ'ης αριστε- 
ράς οι δάκτυλοι, πάντες σώοι, είλ'ίχι τοιουτοτρό- 
π(ος συνεσταλμένοι, άστε πάντες μεν όιιοΰ, σί'ν 
στυλίσκω έφηρμοσμένφ εν τΓ| παλάμη, άφήνοΐ'- 
σιν εν μέσω αυτών μέγαν ανλόν, ό δε ιιέσος 
δάκτυλος εξέχων τών λοιπών σχηματίζει ιιετά 
της ράχε(ος αυτών έτερον έ?^άσσονα αϋλόν. 
Ώς δι- διδ(/σκουσιν ημάς σπάνια τίνα αγάλ- 
ματα ' και νομισματικοί τύποι '\ την αύτην δκί- 
ΟεσίΑ' τών δακτύλων παρουσιάζοντες, δια με\' 
τοΓ' μείζονος αύλοΰ διήρχετο τόξον, τω στυ- 
λίσκιΐ) και)ηλω[ΐένον εν τη χειρί, δια δε τοΰ 
ελάσσονος βέλος. Επειδή δε ταύτα είκονίζου- 
σιν Απόλλιονας, συ(ΐπεραίνομεν οτι κα! το 
ήμέτερονάγαλ[ΐάτιον παριστά τδ\' αϋτδ\' νεαρο\' 
{)εόν, τοσοιΊτ(ΐ) [ΐάλλον και) ' οσο\' προς τοΰτο 
συμφ(ΐ)νεΐ κάλλιστα και πάλ' τδ λοιπδλ' τ(ΐΰ 
αγαλματίου παριίστημα ^. ()ί ό(( ι)αλ[ΐοί, οί [ΐα- 
στοί καΐ τα χείλη μετά τών όδόντιον, νϋν απο- 
λεσΗέντα, ήσαν πρόσθετα, ϊσως εξ άργύροτ) «)ς 
τα τοϋ γνίοοτοΰ χαλκίνου άγαλικίτίου τοπ ιιετά 
κριοϋ Έρμου '*. Τδ μετά τήλ' (ίπ(ί)λεΐ(ίν τ(ο\' 
χειλέοη' καΐ όδόντω\' απόμειναν κενύν είλ'αι 
τόσον μέγα, ώστε έξάγομεν ότι τδ στόμα τοΰ 
ί)εοϋ είκονίζετο κατά το ήμισυ άνεωγιιένον, όπερ 
άν(ί[ΐΐ[ΐνήσκει ημάς δτι μνημονεύεται καί τι 
άγαλμα Άπό?ιλ(ονος κεχιρ'ότος'^• Προς τούτοις 
άποκεκρουσμένη είναι \'ΰν ή άκρι/. τής ρινός, 
έιρΟαρμένΐ) δε ή έπιδερμίς τοϋ αριστερού πο- 
δός. Κατά δε τά λοιπά ή διατήρησις τοΰ ('χγαλ- 
ματίου είναι αρίστη. 



' Ββ5ο1ΐΓοί1)ΐιη5 ιΙοΓ απίϊΐίΐ-η ΒοιιΙρίυΓοη, ΙΚτΗιι Ι8!Π, Ν'" Λ1.— 
υνθΓΐ3ρο1ι,Κιιη•-(ιη>ΊΚο1ο2ΐι; Βά. ΠΙ ( Αροΐΐοη ) ρ.ΐ'ι'Ο. -8. Κοίη&οΐι, 
ΚέρΐϊΓίοίη.• (Ιο 1ϋ ^.ΐαίιιαίΓο Π ρ. 104,•2.— Ί6ί κ(ά τον ΙΙάριν τοϋ ρν 
Μονάχω μουσείου : ϋηιηη, ΟβδοπρΙίοη γΙκ Ια ( ϋγρΙηΐΗέιιιιι; Νο (ί(ί. 

- ΟνεΛεοΙ: ε. ά. Μϋηζΐϋίοΐ Ι, ■>4, και ίΙΙ, ». 44. 

' Πβ?.. τό έκ Βονιονίας /(ΐλκοΰν αγα/,μάτιον τοϋ Νομισμ. 
μονσείοιι τών Παρισίιον : Βίΐΐιοΐοη -ΒΙαηοΗϋΐ, Οαΐαΐο^υο ιΐο- 
ΙϊΓοηζς•^ αηΙίςιΐί-Ν «Ιο Ιϊ ΒίΙιΙίοίΗ. Χαΐίοηαίε (ΙΉγι^ 1<Η!•5), 98 Ληι. 
εχρί. 1 Π. :ί, 158, καί τό έκτου Κουρίου τής Κύπρου χαλκοϋν «γα/.- 
μάτιον Απόλλωνος άπεικονισΟέν παρά Οοδηοΐ», Ογρτυ», ρ. ;!4Γ). 

* 33ΐΐΓΐ)υαΙι <1β5 ΑτοΗβεοΙ. Ιηδί. 1887, ρ. \?,'Λ Ταί. 9. 

■^ Πολεμοη-, παρά Κλήμεντι τφ Άλεξαν.. Ποοτοεπτικίκ, 
ορλ. 117. 



Ή επεξεργασία τοΰ αγαλματίου τούτου, 
δπερ εϊνΐιΐι τδ (ΐρχαιότερολ' πάντο)ν τών Αντι- 
κυθηραϊκών, είναι τελειότατη, ουδέν βύσικ/. 
παρουσιάζουσα, ή δε τεχνοτροπία αύτοΰ ιχνήκει 
ασφαλώς είς τά μέσα τοΰ Ε' αιώνος π. Χ., κα- 
λώς δ' άνεγνο)ρίσ{Ηι αΰτη — πάντίον τ(Τ)ν άρ- 
χαιολόγίΟΛ' έ\' τούτιο συμφοινούλαων — ώς ή 
Πο?α)κλείτου τοΰ Άργείου, ου σαφώς βλέ- 
πομεν εν τώ παρόντι έργω τδ τετραγωνικώς 
ίσχυρόν, ήρεμον, ασφαλές και μαθ^η^ιατικώς 
ακριβές. Πάντο^ς δε ει μί] έξ αυτών τιον χει- 
ρών τοΰ Πολυκ/^είτου, όμως έκ τοΰ έργίίστη- 
ρίου αύτοΰ ΰά έξήλΟεν δ νέος ούτος μαργαρί- 
της τοΰ Έιΐνικοΰ ήμο)ν μουσείου! 

19. ΛίοΜΗΛίΐΣ (ΙΙίναξ VII) '. Άγαλμάτιον 
ι"ν|ιοιις 0,4;), εϊκονίζον άνδρα άγένειον, προτεί- 
νολ'τα τον δεξιδν πόδα, ου εΐναι κΐίτά τδ ήμισυ 
έφ{)αρμένος δ [ΐέγας δάκτυλος, και βιχίλ'οντίί 
ήρεμα αϊΧά μετά σθένους καίπροφυλάξεως. Τοΰ 
αριστερού ποδός ελλείπει τδ άκρον μετά πιητιολ' 
τών δακτύλ(ον. Τήν κεοραλήν, περί ήν διάδη[ΐα, 
στρέφει ό άνήρ [ΐικρόν τι προς αριστερά (χπει- 
λητικώς βλέπ(ΐ)\'• τη\' δεξιάν, ής ελλείπει δ (ϊντί- 
χειρ κΐίΐ ή φάλαγξ τοΰ όνυχος τοΰ μικρού δΐί- 
κτύλου, έχει μικρόν προτεταμένην, ώςάν έκράτει 
έλ' αύτη ξίφος γυ^ινδν ετοΐ[ΐος προς μάχιιν πρδς 
τοΰτο δε συμ(()θ)νεϊ καί ή Οέσις τών διχκτύλιον 
τής δεξιάς, έιρ'όσον σα)ζονται.Έν τή κεκαμμένη 
(ίριστερά. ής έλλεί-τουσιν δλοι οί δάκτυλοι 
κΐίΐ περί ί'ρ' έλίσσετίίΐ ή (ίπί) τοΰ αριστε- 
ρού ώ[ΐου ήρτιιμένη χλαμύς, έκράτει άντικεί- 
μενόν τι. όπερ ήτο κεκλιμέ•\'ο\' επί τοϋ πήχεως 
και δια τοΰ βιχρους έπίεζε και παρεμέριζε τδ 
έπι τοϋ βραχίονος [ΐέρος τής χλαμύδος. 

Οΰτ(ι) τί) δλο\' τοΰ τύπου συμφιωνεΐ [ΐέχρι 
τών έλαχίστιον πρδς τον κ()ΐν()τοίτο\• τώ\' τύπ(ΐ)ν 
τοΰ Άργείοχι ήριοος Λιομήδους, (γέροντος εν 
μεν τή αριστερά τδ τρωϊκδν Πα?^,λάδιθΛ' — όπερ 
κατόπιν άνέΗηκεν εν "Αργεί '■ — , εν δε τή προ- 
τεταμένη δεξιά ξίφος γυμνόν, ετοίμου δντος πρδς 
ά[ΐυναν κΐίτά τών έχίΐρών, διά ιιέσου τών οποίων 



' 'Ιδέ καί Έφημ. 'Λρχ. 1!•ϋ"2. πίνακα; 15 και Ιβ, Β'. 

- 1ιτιΙιοο{-Β1ιιηΐϋΐ- αηιΐ Γ. (ΊατιΙηεΓ, Χιιηι. ί'οιηιη. οη Ραιι^. |.). 40. 



42 



Ί) Οι/ηαηηος των \\νιι•/(νί}>Ίη<ην 



ι'ποτίΟεται ΰτι μετκ πς)()(()υλάξεο)ς βαίνρι. 1 Ιο|)/.. 
το ίν τΓ| Γλυπτοί) ήκΐ) τοΰ Μονίχχοί) πααίγν(ρ)- 
πτον άγαλμα τοϋ Χιοιιψ^ους, τα πολλά (ϋ'>τοΓ< 




• 




κ ι ζ 



ό(ΐ()ΐ(')Τί>π(/. '/ΜΛ τοίις ί"ντ<ΛΪη')α (Κίκίη'ρς ."> 1 , .■)2, .').■») 
(ΐπΐΊκονιζθ[ΐρνους τρεις (^(/.κτυλιολίίΐους του εν 
Ηί-ρολίλ'Ο) ιιουσί'ίου '. 

Λί κ(')ρ(/.ι το)\' (Κ( ίΙί/.λίΜον τοΓ' «/.γί/.λικ/.τίοη. 
ελλείποΐ'αί/,ι νϋν, \\αα\• κνΟρτοι (ος και τα !-"πίσ)|ς 
άπο/ιεσΟεντ(χ (ίί^οΐα. Η έπΙ τοΰ κρανίου 
κ(χτά το δεξιολ' μέρος όπί] ητο άλλοτε βεβυ- 
σιιενη κ(ί1 (Η|ρίλεται εις τύν τρόπον καθ ' δν 
εχιπ))] το (ϊγαλμάτιον (ίδε άνο)τέρω σελ. 2!Ι). 
ΚαΟ' δλιρ' ?)ε την επιφάνειαν αύτοΰ ()ρ(Τ)ντ(/.ι 
πλείστα στρογγυλά, μ(λλιστ(/. δε τετράγο3να 
βύσματα σμικρά. ΊΙ (^ΐ(/.τιΊρΐ|σις της επιφανείας 
τοΓ' ('ί^.οΐ' αγαλματίου είναι λίαν κακή, μη 
επιτρέπουσα ασφαλή κρίσιν περί τής εποχής 
εις ήν ανήκει, άλλ' ήτις αδύνατον να εΐναι νεο)- 
τέρα τής εποχής τώλ- ζΧιαδόχίΟΝ'. 

Έν τή πατρίδι αύτοΰ Λιομήδης ό Άργεΐος 
εΐχεν, ώς ήτο επόμενον, ποΚλά άγάλ[ΐατα. Τοΰτο 

διδάσκουσιν ή [ΐάς έναρ- 



^' 




γώς τα νοιιίσ[ΐατα"."Οτι 
ί^ε το άγαλμι/τιον ήικΐνν 



ιη'τιγραφειεντίοναγαΑ- 
ιΐ(/.τ(ΐ)\' τ()υτ(ΐ)\'. διδά- 
ηκουπι σαφιώς τα έκ τής 
ι /. ήτοκοίίτορικής εποχής 
νομίσ[ΐατα τής πόλε(ι)ς. 
εφ• ' ών εικονίζεται αγ(χλ- 
ικ/. \ΐ()ΐιήδους άπαράλ- 
λακτον ( Είκών 34), ιιετά μίΛ'ης τής ιιικράς 
δια(('θράς οτι προς πλήρο)σιν τοΰ εκατέρίοΟεν 
τοΰ νομισματικού τύπου κενοϋ ό σφραγιδο- 
γ?\,ύφος εξέτεινε κατά τι ιιάλλοχ- τας χείρας 



Κικιυν 34- 



8241, κ/^Γ. ν.)^. 

- ΙηιΙιοοί-ΒΙϋΓηΕΓ 3ηϊ1 Ρ. Οβηΐηι,τ ?. ("ι. |ΐ. .'!!) — 40 ρ1. Κ. 

χι,ιπ— χι,ν. 



τοΰ (χγ(ίλ[ΐατος. Ηπίσης άδιινατίον (ώς πάντες 
σχεδόν (ίνεξαιρετ(ι)ς οί τής έπ<»χής ταύτης 
σ((ραγιδογλΐΜ( οι τη)ν νοηισμάτίον) νά παρα- 
στήση την μικράν προς αριστερά κλίσιν τής 
κε(((χλής τοΰ ίΊρ(ΐ)ος πίίρεστησεν (ίΰτήν εντελώς 
προς ι/ριστερά !•"στραμ(ΐίνην. 

20. Εΐ'Μΐιι ΜϊκοΗοΛΟί: (ΙΙίνα'ί \ΊΙΙ. Ι)'. 
Αγαλμάτιον έπι βάσε<ΐ)ς κυλινδρικής λίιΐου 
λ(/.κ(ΐ)νικοΰ- βαΟέος ερυθρού, ενεαφΐ|ν(ΐ)μενους 
έχον τους πόδας έν τω βάΟοιο διά χαλκών 
έΐ(β(')λϋ)ν (ΐολυβδο) προσκεκολλημενίΐ)ν. Ύψος 
(ίί'τοΰ (Ι,2Γ», τής βάσεως δε (Μ^ί' ' .,,ής διάμετρος 
Π, Ν ' ^. 11 βάσις προς άσφα?νεστέραν μεταφο- 
ράν έχει εις τα πλάγια δύο τετραγοη'ους άπο(( ύ- 
σεις. Έ/.λείπει ό δεξιός βραχίων άπό τοΰ ώμου 
σχεδόν όλ(')κ/ιηρος, προς δε αί φάλαγγες τών 
όνύχ(ΐ)ν τής αριστεράς χειρός κ(ίί οί ενΟετοί 
ποτε μαστοί τοΰ αγαλματίου τούτου, ου κ(/ι ή 
έπιδερ(ΐις υπέστη μεγά?α]ν βλάβην. Οΰχ ήττολ' 
όμως διακρίνει τις και νϋν ότι έχύθΐ) μετ' άκρας 
επιμελείας, ουδέν βύσμα παρουσιάζον, και εΛ' 
γένει ότι ϊΐ \νΗ.^ ρίπίπΐ}• ά Ηϋΐΐβ Γηίΐ.'>ί0Γρί606->''. 

Εικονίζει δε εφηβον νεανίαν ίστάμενον στερ- 
ρώς έπ' (χμφοτέρων τών ποδών, ών ζωηρώς 
προτάσσει τόν δεξιόν, κλίΛ'ων συγχρόνίος τους 
ώμους προς τα οπίσω. Τόν (ϋριστερόν βραχίονα 
κάμπτει εις γοινίαν άμβλεΐαν, οις δε φαίνεται 
έκ τής θέσεως τών λειψάνοιν τής χειρός, έκρά- 
τει έν αυτή ιιέγα τι και βαρύ άντικείιιενον έρει- 
δόμενον επί τοΰ πήχειος. Τής δεξιάς δε χειρός 
έλλειπουαης. εϊν(/.ι δΰσκολον ν' άναγνοορίση τις 
ασφαλώς τίιντΓ'.τον τής όλης στάσεως, ούχ ήττον 
όιιως φρονώ ότι ό κ. Βο.'ίΗ,ικ^υβΙ * έμάντευσε το 
(ίληΟές ενθυμηθείς τόν δισκοβόλον Ναυκύδους 
τοΰ Άργείου, τοΰ επισημότατου τών μαθητών 
τοΰ [ΐεγιχλου Πολυκλείτου. Τα τόν περίφϊ)μον 
αΛ'ά τόλ' έλ?^ηνικό\' κόσμον Δισκοβόλον ή όρθό- 
τερον ειπείν 'Κρμήν όισκοβόλον τοΰ Άργείου 



ι Ίδρ και Έφημ. '.\ρχ. 1902. τιίν. 17. 

- Όμοιου λίθου τεμάχια άπα\•τώσιν έσπαρμενα έν "Αςίγει. 
Τίρυνθι κα'ι άλληχοΰ της Αργολίδος. 

■ Κοπαικιυ^-Ι εν τώ ΙοιίΓ. οί Ηίΐΐ. 5ΐ. νοί. XXI (!!Η)1) μ. 35. 
^ ΑύτοίΚ. 



4Η 



Ό ^ι/σαυρος των Άντικνΰ^ήρων 



Ναιικι'ιί^ους άντιγράφοντα αρχαία νο(ΐίσματα, 
οία π. ■/. τα της Φιλυτπουπό?^εο)ς (Είκών Ηό), 
μάλιστα 6ρ τα της Ά[ΐάστρρ(ΰς τηΰ ΥΙόντον 





Είκών 35- ΕΙκών 36. 

(Είκο)ν οΗ)', ής τα λ'ομίσματα πιστώς άντιγρά- 
φοντα τά περιφημότερα των αγαλμάτων τοϋ αρ- 
χαίου κόσμου, όμοιάζουσι μέχρι των ρλα/ίπτ(ΐ)ν 
πρόςτόν τύπον τοΰ εξ Άντικυί)ήρων αγαλματίου. 

β) Διάφορα χαλκά άντιχείμενα. 

21 Αστρολάβος (Πίναξ Χ και IX <;). Τη 
περιρργότατον πάντων των 'ΛντικυΟιιραϊκών 
εύρημάτο^ν είναι μηχάνημα τι χαλκοΰλ' λίαΛ' 
πολΰπλοκοΛ' και προ)τοφανές, περί ού σμικρόλ' 
μετά τη\' άνακάίαιψίΛ' έτολμησα να γριίψίο 
την εΐκασίαν δτι εΐναι εΐδός τι (χστρολάβου. Μη 
έχων εΐδικάς γλ'ίόσεις, ίνα σαίρώς περιγη(η|'(ο 
αυτό, αποβλέπων όέ και ε'ις την μεγά?.»ιν αύτοϋ 
σπουδαιότητα, παρεκάλεσα τον προς τοΰτο άρ- 
μο6ιθ)τατον εν Ελλάδι κ. Περικλή Τεδιάδιρ- 
— άλ-ίΚιποπλοίαρχον τοΰ Β. Ναυτικού και καθη- 
γτιτήν της Γε(ΰδαισίας και Ύδρ()γρα(ρίας έλ' 
τη Βασιλ. Ναυτική Σχολή, γνίοστόν και παρά 
τοις άρχαιολόγοις ένεκα της σπουδαίας αύτοϋ 
μελέτΐ)ς περί της εν Σαλα[(,ΐνι ναυμαχίας -,ΪΛ-α 
μελετήση καΐ περιγράι|)η αυτό. Χάριτας δε πλεί- 
στας όμο?ιογώ αύτω προθύμως πράξαντι τούτο 
και παρασχόντι μχυ τό άκόλουχί^ον άρί^ρον '\ 



' ΗλΙιϊοΙι, Ηβηηβδ Οί5οοΙ)ο1θ5 ΛϋΓΜϋηζεη: Λιε»ν. 'Εφΐ)|ΐ. 
της Νομ. Άρχ. τόμ. Β' (1898) σελ. 137 κ. εξ.— Ίδέ καΐ δοΐιΐοϊ- 
ββΓ: Νιιιη. ΖβϊΙδοΙίΓ. Β<1. ΧΧΗΙ, 5.13. ΆόΎαί. 35.— ΙιηΙιοοΓ-ΒΙιι- 
ιη«Γ: ΖείΙδοΙίΓ. Γ. Νιιηι. Βά. XX. ρ. 269. Τϊί. Χ. 2. -ΒΓίιΐδΗ Μιΐ5. 
€εΙ. ΡοηΙυβ ρ. 87,21 Ρ1. XX. 7. -ΜίοηηεΙ, II 393,34. 

- Τφ αντώ κ. 'Ρεδιάδτ) όορείλω πλείστας πολύτιμους πλί]- 
()θφορί(χς περί της ανελκύσεως τών Άντικυθ^ηραϊκών,πεντάκκ 
μεταβάντι εις Άνηκΰί^ηρη έπ'ι της Μυκάλης . ης έπεβαινεν 
ος άξιι•)ματικΰς, και .ταριχκολουΟι'ισανιι τά κατά τή\• άνέλκυσιν. 



Ο ΕΞ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΟΝ ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ 

ΤΠΟ ΠΕΡΙΚΛΕΟΤΣ ΡΕΔΙΑΔΟΤ 

α) Περιγραφή τοϋ όργανον. 

Μεταξύ τών εκ τού βυθού της θαλάσσης 
των Άντικυθήρο)ν έξαχίίεισών άρχαιοτήτοιν 
συγκατίχλέγεται περιεργ()τατον άλλ' (χγνώστου 
σκοπού και χρήσεως οργίίνον, το όποιον, καίπερ 
σχεδόλ' καΟ' ολοκληρίαν κατεστραμμένολ- έκ 
τής μακροχρονίου εν τω βυΟώ εν επαφή μετά 
τού θαλασσίου ύδίχτυς και υπό πίεσιν πολλώ\' 
άτμοσιραιρών διαμονής, εν τούτοις ένέκρυπτε 
σύστημα μΐ|χανικής κινήσεως {)αυ[ΐάσιον. Περί 
τής πο?α)πλόκου ταύτιις κινήσεως τής διά τού 
εν λ()γιρ οργάνου έπιτυγχανομέλ'ης ούδα^ιοϋ 
υπάρχει και ή έί^αχίστη πλιιροφορία οπωσδή- 
ποτε, ήθελε δε τούτο αποκαλύψει π()λύτΐ[ΐον 
αληθώς κΐίΐ όλα)ς άγνωστον σύστιμια μηχαΛ'ΐ- 
κόν, αν δεν έξήγετο εκ τής Οαλάσσιις εντελώς 
σχεδόν κατεστραμιιένον. Λιότι ατυχώς ή επή- 
ρεια τού θαλασσίου ύδατος έσχημάτισεν όστρα- 
κο)δεις επικολλήσεις δαπάνη τής (ΐεταλλικής ύλης, 
εξ ής τό όργανον κατεσκεύασται, και επομένως 
δυσχερέστατα άποσπ(θ[ΐένας και ιιετά κινδύνου 
παραμοριμόσειος τού οργάνου, πανταχού δε 
εξ ολοκλήρου (ΐετεβ?.ή{)ΐ) ή σύστασις τού [ΐετά?.- 
λου υπό τάς άνω επήρειας ούτως ώστε λ-ά 
ί^ραύηται κΐίΐ εις την ΐλαγίατψ• βίαν, ην ήδύ- 
νατο νά έπελ'έγκ!) ή χειρ τοΰ καθαριστού έπ' αυ- 
τού• ένιαχού πάλι\' έπι τοσούτον εΐναι διαβεβριο- 
μένον τό ιιέταλλον. ώστε ν' άπολέση και αυτήν 
άκύ[ΐη την (ΐρχικήν μορ(( ήν, ην έδοικεν αχ)τω ό 
κατασκευαστής• τέλος δ'αί πολλαπλαΐ εν πινακίσι 
και έ\' εί'δει όδΐ]γιώ\' προς χρήσιν, ώς θέλομεν 
ϊδει, τού οργάνου έπιγρα(ραί, αΐτινες συνοόδευον 
αυτό, είναι σήμερον συ(ΐπεπι?ν,η(ΐέναι έν (ίμόρ(( (ο 
κατά τό πλείστον [κίζη. 

Τό εύρη[ΐα τώ\' ΆΛ'τικυθήριον (χποτελούσι 
\'ύ\' τρία κυρίως τεμάχια και εις μικρός τρο- 
χός, χαρακτηριζόμενα εΛ' τω πίνακι Χ διά τών 
γραμμιχτίον Α, Β, ^, ϋ, ούτως ώστε εκαστον 
τών γραμμάτων τούτων να παριστά άμφο- 
τέρας τάς όψεις εκάστου τειιαχίου (1-2). Τά 



— 44 



ο ι%ηη(ίν(}(ΐ(: ηΤη• Άνηχνΐ^ήηοη• 



τκ|((/.•/ΐ(/. τ<ίΐ'Τ(< π(ίθΓ/()\'τ(/.ι γχ' τίο .τη'ΐ/.χι ηπο 
ομίκοιινπιν ' ,. 

Το ΤΗ[ΐ(ί/ΐ(ΐ\• ,\ (ίποτκ/.οϋπι ί^ήο όρίΙογοΊνκιι 
()('', !."(") • (Γ', ΗίΟ ,τΓοί.τοΐ') ΗΓΤ(/.λλικ(/.! πλίχκρς 
<ί)σι-ι (^ιΉ) χιλι<)στ(ϊ)ν ηάγρνς, προς άλλήλίχς »|λ(ΐ)- 
}ΐή'(ίΐ ()ίΊτο)ς, ώοτκ ν' (Λποτρ/.ώσι [ΐίαν ίνκίΗ/ν 
πλάχα, των ϊ/νών το)ν ρνίοτικών Γ|/.(ι)ν (ίΐί/(( (/.ι- 
ΛΌ[ΐρνο)ν ρνΐ(ί/()Γι. 'ΚπΙ της [ΐκχς ον|ιι-•(ι)ς (1) 
της ορτίο α/η[((χτιζομρν)ΐς ^τλακος περιφέρε- 
ται πρρ! κάίΗτον ρπι της πλακός υλιλ ν\ τω 
μρσω αυτής πόλον α [ΐίγας ('χ^ολτίοτος τρο/ος 
ίϊιαμρτρου Οΐ', 1.Η1 μετά τι•σσάρ(ι)ν (η-ιποπλα- 
τών άκτίν(ον προς όριΚίς. Αιακρίνοντ(/.ί που 
καί που ιχν)) της ξτ'λίΛΊ)ς πυξί^ος, εν η ήτο ρντε- 
■θειμή'ΟΛ' το όργανον, ως επίσης καί τις η/ιι.ατ\\- 
ρία (1 τηρούσα τον τροχον παρίί/.ληλον τώ 
έπιπεί)(ΐ) της πλακός κατά την περιφοραΛ' αύτοΰ• 
^ραίνρται δε ΰτι πλείονες τοιαΰται σχαστηοίΐίΐ 
ένυπήρχον. 'Κπι πλέον εις γ προς τα δεξιά και 
άνω ε{')ριιτ(χι (οσει ή πλήμνη ετέρου μικροϋ 
όδοντωτοΰ τροχού καταστραφέ\'τος καΐ ά/>.λτι- 
λουχουμένου (ΐετά τοΰ μεγάίιου, ή, όπερ και 
πιθανώτερον, ή κεφαλή τοΰ πόλου μικροϋ 
τροχοΰ έπι της ετέρας οψεο^ς (2) όμοταγώς 
τούτω (ρ(χινο[ΐένου. Έκ των όστρακ(ο6ών επι- 
κολλήσεων, αΐτινες ώς έπι το πλείστον όμοιο- 
γενώς κα?ιύπτουσι τίρ' οψιχ' ταΓ'τη\' άνίχπτ»- 
χθεΐσαι ελευθέρως, συνάγεται οτι ή όψις αύτη 
τοΰ οργάνου διετέλει εν ελευθέρα επαφή μετά 
τοΰ θαλασσίου ύδατος, δπερ διέβρ(οσε το 
μεταλλικόν λεπτόν επικάλυμμα της πυξίδος. 
Τέλος εις το άριστερόν μέρος της δψεως ταύτης 
καί περί το μέσολ' αυτής εγείρεται προσθήκη 
τις, ήτις όριο μένη έκ τοΰ 
πλαγίου φαίνετίχι έχουσα τήν 
(ΐορφήν περίπου τοΰ σχ. 1, 
ενώ παρ' αυτήν ΐσταται εις 
στυλίσκος• σκοπός 
τής προσθήκης ταύ- 
της φαίνεταιδτιεΐναι. 
Οπως ύπο(3αστάζΊ] κυλινδρικόν άξονα διαμέτρου 
3 εκατ. περίπου, φέροντα εν τω μέσω έγκάθι- 
<ιιν, εντός τής οποίας ένεκάθητο κλείς τις τής 




μ()Π(( ής τοΰ σχ. 2, δι' ης παρείχετο είς τον ά£ονα 
τοϋτον περιστρο<| ική κίνησις, μεταδιδομέΛ^| 
πι{)ανο»ς είς τον μέγαν τροχόν τής 1 όψείος. 
Τέλος έπΙ τ(•η τροχοΰ και παρά ττ|ν προσΙ)ήκί|ν 
(((χίνετίχι έτερος κάθετος έπ'αιΊτοΰ διπλούς στυ- 
λίσκος ίΜ|)ους ώσεί .> εκατ., όρι'ζο)ν οίονεΐ σκο- 
πευτικήν γραμμήν παρά τήν προσθήκην ταύτην. 
Τοΰ αύτοΰ τεμαχίου Α ή 2 όψις παρέχει 
τά πλειότερα ίχνη τού πολυπ?.ί)κϋ)τάτου μηχα- 
νήματος έπι τής ετέρας των δήο ,τλακών, α'ίτι- 




Σχ. Ι (Είχ. 37). Σχ. -. (Είκ. 38) 



Σχ. 3. (ΕΙκ. 39) 

νες (χποτελούσι το τεμάχιολ' Λ. Ή όψις αύτη 
(σχ. ."{) (χποκαλύπτει κύκλο\' διαμέτρου περί- 
που (>'', 104 περί πό/Λΐν ε, τού οποίου ή όδον- 
τιητή περιφέρεια φέρει έπ' αυτής δακτύλιον 
επίσης όδοντοίτόν, όμόκελαροΛ' τω κύκλο) καί 
έ^τικεκολλημέλ'ον αύτω κατά τι μικροτέρας ή 
αυτός διαμέτρου. Ο όδοντ(οτός ούτος δακτύλιος 
φέρει όρθογιονικάς δύο ετέρας [ΐικράς έξο- 
χάς ζ. Τό ήμισυ σχεδόν τοΰ κύκλου τούτου 
μετά τών όδοντοιτών περιφερειών έλ?χίπει, άπο- 
σπασθέν [ΐετ' άλ/.ου τεμαχίου [ΐή εύρεΟέλαος. 
ΈπΙ τοΰ κύκ/.ου τούτου ευρίσκεται έ,πΐ πλέον 
εις μικρός οδοντωτός τροχίσκος η διαμέτρου 
ώσει Ο'*, 028, συγκρατούμενος διά τίνος σχα- 
στηρίας τηρούμενης είς τΐρ" θέσιν διά τής 
έφηλίδος θ, ενώ εις γ διακρίνεται μικρός τροχί- 
σκος, ου ή κεφαλή τοΰ πόλου φαίνεται έπΙ τής 
όψεως 1 είς γ. Ό τροχίσκος η φέρει έντομήν 
τετραγο}νικήν ι, ήλληλουχεϊτο δ'ούτος μεθ' ετέ- 
ρου τροχίσκου κεκα/^υμμένου και ευρισκομένου 
περί τό κέντρον ε τοΰ κύκλου μετά τών οδοντω- 
τών περιφερειών καΐ υπέρ αυτόν. ΈπΊ τής 
δψεο^ς ταύτης και είς κ διακρίνεται σύμβολόν τι 
προέχον τής μορφής ΡΙ, δπερ κατά πάσαν 
πιθανότητα άνήκεν είς τήν έσοηερικήν όι|ιιν 



45 



Ό ϋ•ησανρος των 

της έτέρ(ίς π?ιακός τοϋ αύτοΓι ιρμαχίου, ένφ 
προς το μέσον της όψεως κλότιις καΐ πρύς τα 
κίίτω ευρίσκονται /νρίψανα επιγραφής. Τέλος 
όρωμένου πλαγίως τοΰ τεμαχίου τούτου φαίνε- 
ται οτι, ύπο τον κύκ/ιον είιρίσκονται. έπι τοΰ 
αύτυΰ πόλου ε τοϋ κύκλου ί)ύο τροχίσκοι ?)ια- 
μέτρο)ν περίπου (>', 02^'^ και ()'\ 020, εξ ων 6 εις 
ή/ιληλουχεΐτο με9 ενός (Η^οντιοτοϋ τροχού περί 
πόλον τον λ υπό τόν κύκλοχ' ιιετά των οδον- 
τωτών περιφερειών εύρισκό[ΐενον και μη φαινο- 
μένου εν τώ σχι'ιματι, ό δ ' έτερος ϊαίος ή/νληλου- 
χεΐτο μεί) ' ετέρου τροχίσκου, ου 6 π()λος μόλις 
διακρίνεται εις μ. Εις ν τέλος διακρίνετίίΐ ίχνος 
ενός έν(οτικοΓι των δύο πλακών ήλου. 

'Γό τεμάχιον Β παρουσιάζει όμοίίος δύο 
άξιοσΐ]((εΐ(ότους όψεις. Επι της Ι'ΐ^ όψειος. 
ί'ΐν παρέχομεν επίσης και έν πίν(χκι IX ((>) εις 
τό πραγματικόν μέγεθος, ((κίίνονται (χσ(Χ((ή 
λίίχν τμήματα επιγραφής εκ τής όπισιΊίίχς 
όψεως, επομένως αντιστρόφως, ατινιχ μετά κό- 
που ά\'(χγνο)σΟέντα υπό τοΰ κυρίου Σβορώνου 
τή βοηΟεία εν τισι τοΰ κ. Α. λΝΊΙΗ^Ιηι εχουσιν 
(ος εξής εν εύθείςχ (χντιγραφή : 

1 ΕΑΝΤΗΝΔ .... 

ΔΕΚΑΥπΟΛ . . . 

ΥΠΟΔΕ 

Α 

Γ) Ε 



10 



. ΟΑΛ 

ΠΡΟΕΧΟΝ. .Σ. . 

φΕΡΕΙΩΝ 

Ιί") ΤΟΣΤΟΔΕ .... 

ΤΗΣΑφΡ 

ΤΟΥ . . . . Σ. . . . 

ΓΝΩΜΟ Υ. . .Σ 

ΗΛ10ΥΑΚΤΙΝ ΝΗΛΙΟΝ 

2'» ΥΑΡ -ΤΟΔΕ . ΑΠΟ 

ΜΕΝ 



24 



ΔΕ . ΟΝ 
ΜΕΝΑ . 



Άντικνΰ'ήρων 

1 Έάν την δ(ιοπτείαν ί'ι ί^ίόπτραν;)" .. 

δέκα ί>πολ(ογίζειν ;) . . . 
ύπο δρ την .... 

(Ι 

Γ) κ 

(στίχοι Π- 11 ολοσχερώς έφι'^αρμένοι) 
. ύ (1λ . . . . 
προέχον [το] ς . . 
[.τκρι]φερεΐ(Τ)ν .... 
1 :> τος το δε . . . 

της \\φρ . . . 

ΤΟΙ' . . . . ϋ 
[|ΐΐ)ΐοο)νν(ομό(νιον), (ΰταν) {ι[πΕι^σ[^ι)0^1^ν(ις ϊήης τάς τοϋ| 

ί|λίοΐ' (ίκτϊν[(χς εξ ώ(;)]ν ήλιον . . . 
:2Ι ) ι•«ρ τό δε . (χπο 

μεν 

...... δε . ον 

'2-1 μεν(/ 

Έπι τής 2 όψεχος τοϋ αΰτοϋ τε[ΐαχίου φαί- 
\Ό\'ται πλείονες ομόκεντροι βαθέως κεχαρα- 
γ[ΐέν()ΐ κ(χι κατά Ο'',00(Ί (ΐλλήλο)ν διεστηκότες 
κύκλοι, οΐτινες πιθαΛ'ώς έχριισίμευον ώς ίί)υν- 
τιιρί(χι, έφ' ών έβάδιζε\' ακίς τις εύρισκο[ΐέν)ΐ 
εις τό ετερο\' τών περάτίον διχαλωτοΰ πολυ- 
σιη'θέτου δείκτου δ, κι\Ί|τοϋ περί άξονα τίνα 
β εκκέντροκ προς τόν άξο\'α α τώ\' ό[ΐοκέν- 
τρ(ον κύκλίον δκχτεταγμένον κιχί δι' όδοντο)- 
τών τροχίσκο)ν έ((θ)διασμένον, 0'',υ2."> δε διαμέ- 
τρου. Ύπό τΟλ' (χξολ'α α διακρίνονται (οσεί Ι'χνη 
ετέρου οδοντωτού τροχίσκοΐ' εκ τοΰ π/παγίου 
όρωμένου τοϋ τεικχχίου. 

Τό τεμάχιον Ο επί μεν τής 1 όψεως φέρει 
ϊχνη έπιγρα(('ής κατ' ευθείαν άναγιν(οσκομένης, 
εξ ής ό κ. ΣβορώΑ'ος διέκρινε μόλις τά γρχχμματίχ 

πο . 

ΙΚΟΜΑ 

ΙΝΩΝ (λευκόν) 

(μΪΓΧ λεΐ'κή γρίίμμή) 
ΞΩ . . . ΤΑΝ 

οπ 

ήτις έπιγρ(χ«ρή είναι τμήμα πλειόνίον επι- 
γραφών, επί δε τής 2 ότΐίεοϊς ενα προέχοντα 

' Ίίς -Ίοός τάς συ(ΐπληρ(ΐ)θκι; ιΛκ τ)|ν ίν σελ. .")υ σΐ)|ΐκκι>- 
σιν 1 τοΜ κ. Σβορίόνου. 



— 46 



'() ///^(ΐίί/ι/ίΛ^ τ(7ιι• '.ίΐ'τικιη'^ήοίιη• 




ανκλον λλ. ου το κι'ντρον τύρίσκεται ι-ίς κ, τρ- 
(η'ονκ/. κτρραν π{}θΐγ()νπαν 7Μμπνλ\]ν μμ κατά 
το οχ. 4. Π/ιΐ|οίον τοΟ κέντρου τοϋ προέχον- 
τος κύκλοι» (χν(ΐιγιν(ί)σκΓτ(χι κν Τ, (((/ήτται ί^ί•• 
κινουμίνΐ) και |'5(χίνονισ(χ άπο τοΓ» οημείου 

α, εύρισκο[ΐίνου εις 
άιτόστί/σίντινίί (/..το 
τοϋ κρντρυυ κ, ώοεΙ 
γραφίς τις. 'Λπο 
τοϋ πόλο 1 1 (ΐ. της 
γραφίδοςταύτΐ|ς ο)ς 
\ρ από κέντρου ήτο 
ίΗ'τος τοϋ προέχον- 
τος κύκ/.ου έκκεν- 
τρος προς (χπτον έγγργρ(ί[ΐ(ΐέ\Ός μικρός κύκλος 
νν άπεσπίίαμένος ήδη, ου Ί'χνος [ΐόνολ' (ίΐιυόρόν 
άλλα χαρακτηριστικόν ί)ια((Γχίνρται. 

Τέλος ό6οντ(οτός τροχιακός ϋ (όαεί 0^022 
διαμέτρου φαίνεται συ(ΐ.τλΐ|ρο)ν το όλον. 

β') Παρατηρήσεις περί τοϋ οργάνου. 

ΙΙ(/.ρατιιριιτέον νϋν ; 
Α') "Οτι τό όργανον έ(ρέρετο εντός Ηυλί\'ης 
πυξίόος, (ΐκριβώς ώς αιμιερον φέροχ'ται έπι 
των πλοίων τά προς χρήσι\' αυτών νίίυτικά 
όργανα, και ότι ήτο τοΰτο έφωδιασμένον 
δι' όδηγκΤη' χρήσεως. Ότι δε αί όδηγίαι αύται 
<χφεώρο)ν εΙς τό εν λόγω όργανον, καίτοι εκ τοΰ 
γεγονότος [ΐόνον ότι αί εν έπιγραφαΐς έπι 
πινακίδ(ον όδηγίαι εύρέ{)•τ]οα\' επί τοΰ αύτοΰ 
ακριβώς εις ό και τό όργανον ση[ΐείου συ[ΐ- 
π;επιλημέΛ'αι και άρρήκτως μετ' αΰτοΰ συν- 
δεδεμέναι τεκ[ΐαίρεται, έπι πλέον άπυδείκνυται 
έναργώς εκ της εικαζόμενης ϋέσεως, ην τά 
τεμάχια ειχον προς άλληλα ευρισκόμενα εν 
τώ βυθφ, ένθα μεταξύ των τεμαχίων τούτων Α 
και ^ άφ' ενός και Β αφ' ετέρου ήσαν αί έπι- 
γραφαί, ώς εξάγεται εκ τών εξής συλ?ιθγισμών. 
Επειδή ή έπι της 1 όψεως τοΰ τεμαχίου Γ 
σχεδόν κατεστραμμένη επιγραφή άναγινίόσκε- 
ται απ' ευθείας, φανερόν ότι ή 2 όψις τοϋ 
αύτοϋ τεμαχίου € εύρίσκετο εν επαφή μετά 
της 2 όψεως τοϋ τεμαχίου Α, έφ' ου ομοίως 



τ('>τε απ' εύ{)εί(/.ς καϊ όμοτ(χγ(Τ)ς ((>αίνονται τά 
γράμΗ(/.τ</. τοΰ προς τό μέσον της όψεο)ς 2 
τοϋ τε(ΐαχίου Α τμήιιατος επιγραφής, διακρί- 
νονται δε καί τινί/. (/.π()τυπ(όιιατα έκ της 2 όι|)είι)ς 
τοϋ τεμαχίοΐ' (. Τέλος επειδή ή έττι τής Ι 
όψρίος τοΰ τε(ΐαχίου Η επιγραφή άναγιν(ί)- 
σκετ(/.ι (/.ντεστραμ^ιένη, φανερόν ότι ή όψις 2 
τοϋ τεμαχίου Β ύπερέκειτο οΰτϋ)ς, ώστε μετα'ίύ 
τοϋ τεμαχίου τούτου Β και τών λοιπών δύο 
Α και € έ[(εσολ(χβει ή έπιγραηή, ήτις πιίΐα- 
νόν νά μή ήτο μία αλλά πλείονες. "Οτι δε τό 
τεμάχιον τοΰτο Β άνήκεν εις τό αυτό όργανον, 
φαίνεται και έκ τής ταυτότητος κατά τε τίρ• 
κατασκευήν και τΐ)ν διάμετρον τών αξόνων β 
(τε[ΐ. Β, όψις 2") και τής έν τώ σχηματι 2 παρι- 
στάμενης κλειδός, ήτις [ΐετέδιδεν εις τόν έπΙ τη: 
προσιΐήκιις (σχ. 1) άξονα τήν κίνησιν. Καϊ 
άλ/.η τέλος παρατι'ιρησις έ^ικυροΐ ότι αί έπι- 
γραφαΐ άφεώροη' εις τό όργανον έπ' αυ- 
τών άναγινώσκεται ή ?ιέξις [περι]ψερειών , 
ήτις βεβαίως αρμόζει νά αποδοί)Γ| εις τάς έπι 
τής 2 όψεως τοϋ τεμαχίου Β συγκεντρικάς περι- 
φερείας, ας ίθυντηρίας (ί)νο[ΐάσαμελ', ώς επίσης 
και ή λέξις προέχον [τος] , ί'ιτις χαρακτηρίζει 
τόν έ.τι τής 2 όψεως τοϋ τεμαχίου ^ κύκλον, 
δν και ημείς προέχοντα ο)νομάσα μεν, διότι πρά- 
γ[ΐατι εΐναι τοιούτος έκ κατασκευής. 

Β') Ό έπι τής 2 όψεως τοϋ τεμαχίου Β 
άξων β εΪΛ'αι, ώς εϊπομεν ήδη, τών αυτών δια- 
στάσεων ώς ί| έν τΓ) προσθήκΐ) είσαγομέχη 
κ/νείς (σχ. 1). Εντεύθεν τό ένδόσιμον δτι πρό- 
κειται περί τοϋ αύτοϋ άξονος ΐ)ραΐ'σ9έντος κατά 
τό ναυάγιον και ότι κατά τήν χρήσιν τοΰ οργά- 
νου τό τεμάχιον τοΰτο Β διετίί)ετο καθέτως 
προς τήν έπιφάνειαν τών πλακών τοΰ τεμαχίου 
Α, ούτως ώστε ό άξων τής προσθήκης μετέδιδε 
τήν ην έκ τοΰ άξονος β τής 2 όψεο^ς τοϋ τεμα- 
χίου Β ελάμβανε κίνησιν. 

Γ') Ή άναγιν(οσκομένη έν ταϊς έπιγραφαΐς 
λέξις [μοιρο]γνωμό[νιον] παρέχει τό ένδόσι- 
μον δτι τό όργανον ήτο έφωδιασμένον διά 
μοιρογνωμονίου. 

Λ) Αί έπιγραφαι κατά τόν κ. Σβορώνον 



47 



'<) ϋ^ησανρος των Άντικνϋήρ(ον 



δυνατόν να χρονυλ()γ)ΐθώσι χ.(/.ι ιιρχρι τών /ρ()- 
νων τοΰ Μαξίμοιι και Γορδιανοϋ (2;55-244 
μ. Χ.), ήτοι τί|ν τρίτην μ. Χ. ?χ(/τ()\'ταετηρίδα. 
"Οσον άφορα ο[ΐο)ς είς το σύμβολονί^Ι , δπρρ 
άναγινο)σκεται ι^πΐ τοΰ τεμαχίου Α επίτής 2 
Οψεως εις κ, εΐ\'(ίΐ όξιοπαρατήρητον οτι τοΰτο 
δεν είναι Η τέλειο ν, όπερ αΰτοτε/.ώς έξεταζόμε- 
νον ήόΰνατο να έκληφθί] ώςπαριατών το ζφδιον 
τοΰ Ζυγοϋ καθ ' ί]ν εΐχον οι (ΐρχαΐοι σιη'ήΟειαν, 
ώς επίσης και οι ΙΙέρσαι ', να παριστώσι και 
δια γρα[ΐμάτ(ον τα ζοίδκχ ώς π/νηροφορού- 
μεθα ύπο Τεύκρου τοΰ Βαβυλοννίου και εξ 
είκοσαέδρου, ου ό κ. Κτίΐηζ ΒοΙΙ ^ πΐίρέ/ει (<πει- 
κόνισιν, αλλ' οόδε άραβικόν γρ(ί(ΐμα είναι 
τοΰτο. Ύποί^έτομεν λοιπόν ότι πρόκειται περί 
σ\ΐ(ΐ|•]όλου ή μονογραφή [ΐατος τοΰ κατασκευα- 
στοΰ, τ<')σ(ρ [ΐάλλον, όσω τό σύμβολον τοΰτο 
κατά τή\' ήμετέραν άντίλιιψιν ευρίσκεται επι της 
εσωτερικής επιφανείας τής [ΐιάς τώ\' πλακών, 
αΐτινες άποτελοΰσι τό τεμάχιον Α, τής ευρισκο- 
μένης εν επαφή μετά τής έσιοτερικής επίσης 
έπιφιανείας τής ετέρας τών πλ(/.κώΛ' τούτιολ', 
οΰτως ώστε, αν δεν έΙ)ραΰετο τνγαίως ή μία 
τών πλακών έκείνιον κατά τό σΐ) μείον τοΰτο, ν)ά 
παρέμενε κεκρυμμένοΛ' τό σύμβολον. Όσον 
άφορα τέλος ε'ις τό γράμμα Τ, τό εΰρισκόμενον 
παρά τό κέντρον τοΰ προέχοντος κύκλου τής 
2 δι[)εο)ς τοΰ τεμαχίου ^, υποΟέτ()[ΐεν ότι και 
τοΰτο ήτο τεθεΐ[ΐένον συνίίτμιατικώς, όπως διευ- 
κολΰνη την ?α)σιν και άρμοσιν τοΰ οργάνου. 
Ε') Τό μέταλλον τής κατασκευής τοΰ οργά- 
νου είναι χαλκός και πιθανώτατα (ΐόνον αυτός 
είτε καί)αρός είτε ακόμη εν κριχματι [ΐετά 
κασσιτέρου, οίον (χνέκαί)εν έξειιεταλλεύοντο 
έκ τών ορυχείων τής ^ο^η\\;ι11^^; Φοίνικες και 
ΡωμαΧοΓ τοιαύτα δ' ήσαν τα κράματα ορει- 
χάλκου τής αρχαιότητος καΐ έκ τοιούτου ορει- 
χάλκου κατεσκευάζοντο τά ό[ΐ()ίας φύσείος εργα- 
λεία, ούδαμοΰ δε φαίνεται ϊχνος σιδήροιι, πολλώ 
δ' όλιγώτερον χάλυβος. 



' ΟίΆχάΊη, νο)•ίΐ§ε5, Ιοπι. V. ρ. 84. 

- 8ρΗ30Γ3, Νευε ^ΓΐεαΙι. Τεχίε υ. ΙΙηΐϋΓ^ιιοΙι. ζιιγ (ΙεδοΗ. <3. 
διεηιΙιίΚΙεΓ (1!)02) ρ. 470. 



'Ί') Έκ τοΰ ότι ό μέγας τροχός τής 1 όψεως 
τοπ τεμαχίου Α δεν είναι πλήρης ά?ι,λ' άκτι- 
νιοτός δύναταί τις νά ύποΒέση ότι τοΰτο έγέ- 
νετο προς έπίτευξιν μείζονος έλαφρότητος τοΰ 
οργάνου, άφχ)ΰ άλλοκ τε φαίΛ'εται έλ' τη κατα- 
σκευή πάντων τ('ϊ)ν [ιερών τού όργά\'(ΐυ προσπά- 
θεια τοιαύτ)) τοΰ κατασκειπίστοΰ. 

γ) ΓενιπαΙ σκέψεις έπΙ τοΰ προοριομοΰ 
«αϊ της χρήσεως τον όργανον. 

Και αν (ίκό[ΐη παραδεχΟώμεν ότι τό όργα- 
νον εκείνο δεν άνήκεν είς τό πλοΐον χριισιμεΰον 
είς τόν πλουν, άλλ' ότι άπετέλει μέρος τής συλ- 
λογής τώ\' άρχαιοτήτ(ΰν, ήν [ΐετέφερε τό ναυίί- 
γήσ(/.\' πλοΐον άκό|.Γη καΐ κατά χρόνους πολύ 
τΓ|ς Γ 11. Χ. έκ(/.τοντ(/.ίτΐ|ρίδος μεταγενεστέρους, 
όπ(ΐ)σδΓ|ποτε παρατ)|ρητέον ότι προς τό έν'Αντι- 
κυΟήροις εύρεΟεν όργανον παρόμοιον ουδέν 
διε(('ύλαΗα\' ήμΐν αί περιγραιραί- άλλ' ουδέ την 
έλαχίστην νύξιν ότι Οπήρξεν είς την (χρχακ')- 
τΐ]τ(χ τόσιρ πολυσύνΗετον όργανον ήδυνήθημεν 
νά (χνεύρ(ΐ)ΐιε\'. \ιά τούτο, καίτοι ο)ς έκ τής [ΐεγί- 
στης (| Οοράς, ί'ιν τούτο έ'χει ύποστή, δεν δύνα- 
ταί τις νά μορφ^ιόσΐ) ίδέαν ασφαλή περί τοΰ 
τρ(')που τής /.ειτουργίας τού οργάνου τούτιιυ, έν 
τούτοις πρέπει \'ά χαρακτΐ|ρισί)ή ώς μεγίστης 
(χξίας εύρημα• δΐ(')τι είναι τ(')σ(ρ /.επτής κατα- 
σκευής κ(χι έν σχέσει προς τάς δκχστάσεις αυτού, 
και (ΧΛ'εξαρτήτως (χύτώ\', π(χρέχει ίδέαν τόσον 
πολύπλοκου κινήσειος, ώστε ουδέν τών είς την 
(χρχαιότ))τ(χ (χνιχφερο μένων γνίοστών ιιηχιχν))- 
μάτων και πόρρωΟεν νά παραβί.ηΟή προς αυτό 
δύναται. Τά υπό 'Αριστοτέ?α)υς και Ηριονος 
τού Άλεξανδρέως έν τε τοις Αύτοιιητικηϊς και 
ΠνευμαηκοΙς (/.ύτού (χ\'αφερόμενα, τά υπό 
Αθηναίου τοΰ ιιιιχ(χνικοΰ και λοιπά ' άκόμ)) 
και πολεμικά όργ(χνα γΛ'ωστά σήμεροΛ' Βίτω- 
νος, 'Απ()λλοδο)ρου κλπ., ώς έπίσ)|ς και τά υπό 
τού Βιτρούβιου αναφερόμενα, ουδέ την έλαχί- 
στΐ)\' παρουσιάζουσιν ομοιότητα προς τό δρ- 
γιχνον τών ΆντικυίΗΊρων, όντα έν σχέσει προς 
αυτό κατασκευής βαναυσοτάτης. άφοΰ ('χντι 



' ΥοϊεΓΟδ τηαΐΗί'πιαΙ. Ι'λγ. Ιίΐίί^ϊ. 



48 



Ί) ι)ηα(ίΐιρΰς των ΆντίκνΟήρων 




(Είχ. 4•) 



των λεπτοτάκον όί^οντοτών τη()/(7)ν τών ΙΙαΐ)- 
μασίίος (ίλ/.ηλοιι/οιιμκνοη' χ\\ς Άντικυ!)ΐ|ραϊ- 
κης «ρχαιότητος, τα μα^ιλον πολύπλοκα όίΐοντο)- 
ιιατα, ατινί/. Γ|^•'νιΊι)ιΐ(ΐεν ν'(η'Ρ,ΰρ(ΐ)[ΐεν, είναι τα 
κν σχ. "> παριστ(όμενα παρ 'ΙΙροονι τω 'Λλεξαν- 
^ρρΐ στ()ΐ/Ρΐο)(>ίίττατα τοκ/Γ'τί/. Καίΐ' Γ|μ(7ς 
λοιπόν πρι'^ίειται περί άγνίόατου μ)|7(/.νΓ|ματος, 
περί ου οιΉν ί| ελίχ/ίστη υποψία, οτι κατά τί|ν 
(αρχαιότητα υπήρξε προ της (ΐνελκΰοεοκ του 
εξ Άντικυθήρίον, ήίΐύνατο νά γενν)|ί)Γ|, χ.αίτοι 

εύκόλοις εκ πρίότης 
οι|•ε(ΐ)ς άγεται τις εις 
το συ[ΐπερασ(ΐα, δτι το 
όργανον τούτο άναφέ- 
ρετίίΐ εις χρόνους πολύ 
μεταγενεστέρους• ()ΐ()τι 
πράγ[ΐατι, καίτοι ούί)αμοΰ ένδεικνύει καΐ το 
ελάχιστον ϊχνος ελατηρίου, εν τούτοις παρέχει 
πλείστ)|ν όμοιότΐ]τα προς σύστημα ύί^οντωτών 
τροχών άπλοΰ συγχρόνου ωρολογίου, ήθέλομεν 
δ' άδιστάκτως σχετίσει τοϋτο προς μεταγενέστε- 
ρον ώρολόγιον και αΛ'αδράμει εις την ίστορίαν 
τών ναυτικών χρονομέτρων τοϋ ΗαττίΗοη, αν 
ό κ. Σβορώνος δεν έπληροφόηει ήιιάς, ότι αί 
συνοδεύουσαι το όργανον έπιγρα^( αι προς όδη- 
γίαν τοϋ χείριστου κατέρχονται το πολν εις τους 
χρόνοΐ'ς της Γ' μ. Χ. έκατονταετηρίδος, οπότε 
οΰτε τά χαλυβικά ελατήρια, ούτε οί ρυθ[ΐισται 
και αί διαφυγαί, απαραίτητα δια την όμαλήν 
και μακράν οπωσδήποτε κίνησιν ενός χρονο- 
[ΐέτρου, ύπηρχον άκόμΐ], όπως στηριχϋη ή ριψο- 
κίνδυνος ιδέα, ότι πρόκειται περί αυτοκινήτου 
ωρολογίου, και αΛ'αδράμη τις οΰτως εις την 
ίστορίαν της εξελίξεως τών στΐ[ΐερινών α)ρολο- 
γίο)ν καΐ χρονο[ΐέτρων. 

Έπιχειροϋντες δμως νά μελετήσωμεν το 
όργανον τοϋτο παρατηροϋμεν, ότι ύπάρχουσι 
δεδθ[ΐέΛ'α τινά επιτρέποντα νά περιορίσωμεν 
αισθητώς τον ορίζοντα τών παρατηρήσεων 
και εν ττ] έρεύντ) ημών νά στραφώ μεν προς 
ό)ρισμένην διεύθυνσιν. Πράγματι το όργανον 
τοΰτο εύρεΟέν εν ναυαγίω και μάλιστα συνε- 
σκευασμένον εντός ξύλινης πυξίδος καθ ' δν τρό- 



πον αρ|ΐοζει να (ρερο)νται, υμλ ((έρονται (ίκό|Π| 
και σή[ΐερον, τά ναυτικά όργ(/.να έ'νδον, παρέχει 
το ένδόσιμον ότι ήτο όργανον χρήσιμον εις το 
π?^οΐον. Ναυτικόν όργανον όμως διετηρήίΐη 
ή(ΐΐν γνο)στόν εκ της αρχαιότητος (κίνον δρο- 
μ()μετρ()ν τι προς [ΐέτρησιν τών διανυομένοιν 
διαστηΐ((/τ(ι)ν κατά ξηράν και θάλασσαν π(/.ρά 
Πιτρουβίΐΐ)• ημείς τουλάχιστον δεν γν())ρίζυιιεν 
έτερον ναυτικόν όργανον '. Άλλ' έκτος τοϋ ότι 
το δρο[ΐό(ΐετρον τοϋτο θά ήτ<ι πολύ ηικράς 
χρήσεο)ς έ'νδον ένεκα της κατασκευής αύτοϋ, ώς 
ά/ιλως τε ίΐεωρεΐ αύτο και ό Γΐίΐΐΐίΐηϊ, άφ' έτε- 
ρου ήτο βαναι»σότατον έν συγκρίσει προς τό 
'Λντικυ{)ηρ(/.ϊκόν όργανον και κατ' ανάγκην [ΐε- 
γίστων έν σχέσει προς αυτό διαστάσεο)ν, άφοΰ 
αναφέρονται έν τω δρομομέτρφ εκείνο^) τροχοί 
διαμέτρου 4 ποδών. "Ωστε άναμφιβό?^ως δεν 
πρόκειται περί τοϋ οργάνου εκείνου. 

Άφ' έτερου αί έπιγραφαι άναγνο)σί)εΐσαι 
υπό τοϋ κ. Σβοροη'ου παρέχουσιν έκ τών 
λέξεων της 'Αφρ]ύδίτης, [ μοιρο] γ%>ωμό [νιον] , 
ηλίου ακτίνα, ήλιον, τό ένδόσιμον δτι πρόκειται 
περί οργάνου αστρονομικοϋ. Ευτυχώς όμως έκ 
τών αστρονομικών όργάνίον τών αρχαίων τά 
πλείστα μένείσι γνωστά, ΰσα δε δεν διασίόζονται 
ειμή εις ατελείς σημειοΊσεις, παρέχουσιν επαρ- 
κές ένδόσιμον δπως μορφοιθη ή πεποίθησις, ότι 
ταϋτα πάντα ήσαλ- απλούστατα κυρίο)ς σκιοΟη- 
ρικά όργανα άνευ ούδενός μΐ]χανισμοϋ, ών ή τε 
ακρίβεια και χρησιμότι^ς ένέκειτο έν τΓ] τελειό- 
τητι της κατασκευής τών σχηιιάτοιν και τών δια- 
στάσεων αυτών έπι πάσι δε πάντα ανεξαιρέτως 
έστεροΰΛ'το όδοντωμάτων μέχρις αυτών τών με- 
γάλοη' υδραυλικών ο)ρολογίο)ν αναφορικών τε 
και κοινών, ών επαρκείς εικόνας έρμηνευτικάς 
παρέχει ό Ρέταυίΐ -'. 

Οί γνώμοΑ'ες, οί παραλλακτικοί κανόνες και 
τό άστρολάβον όργανον τοϋ Πτολεμαίου (Α1- 
Γη&^-εδΐε), ώς και ή λοιπή χορεία τών παρά 



' Οεΐ αΓΰίίΙοίΙϋΓα νύιή ιΐίβοί άϊ Μ. ΥίίΓυνίο Ροΐϊοηί, 1γι<3. 
6 οοιη. άζ\ Μ&ΓοΗ. Β. Ο&ΐίϊηϊ, 1854, ΙίΙ). Χ, οαρ. IX. 

- Ι^κί άίχ ΙίνΓοί {1'2ΓθΗίΐ6ο[ιΐΓ<; άί• Υίιπανε, ρ&Γ ΡέΓ&υΙι, 5ίς. 
έί. ρ1. ΙΛΊΙ. 



49 



Ό ϋ•ησανρυς των Άντικν&ήροη• 



Βιτρούβιο:) αναφερομένων οργάνων ούδί:• τηλ' 
έλα/ίστ))\' ρχουσι συγγένειαν προς το όργανον 
τώλ' ΆΛ'τικυθήρων, ο\'τα άπλίχ, απλούστατα, 
ουδόλως κατά τηλ' κατασκευίρ' πολυσύλΌετα. 
έστερημένα δε παντάπασιν όδοντο)τών τροχών. 
Το μόνον άστρονομικον όργανον, δπερ ({α{- 
νεταί πως πολύπλοκον, καίπερ έστερΐ|μέ\Όν 
παντός οδοντωτού τροχοϋ, εΐναι ό αστρολάβος. 
Άλλα και τούτου ή περιγραφή, ή κατασκευή 
και αύτη ή έξέλιξις εΐναι τε?νεί(ος γνο)στή. Εϊτε 
υπό τοΰ Άλεξανδρέως Ιωάννου τοΰ Φιλόπο- 
νου ' περιγράφεται ούτος, εϊτε υπό τοΰ Λΐιοιιΐ- 
Η1ΐίΐ8Η3.η ■-' και τοΰ |οίΐη. άβ ΚοΪΕΐ,'ϊ ■' πολλούς αιώ- 
νας κατόπιν, εΐνε εΐς και ό αυτός αστρολάβος, εν 
ταΐς γενικαΐς γρα,ιιμαΤς αυτού τελεί(ι)ς γνωστός 
και ϊσως μέχρις έ?»,αχίστ(ΐ)ν λεπτομερειών ^. 
Άφ' ης δ' εποχής τό πρώτον έφΐ)ρμόσί))]- 
σαν υπό Απολλώνιου τού Περγαίου ή Ίππαρ- 
χου αϊ στερεογραφικαΐ προβολαι εν τώ αστρο- 
λάβο) προς επίλυσιν τοΰ τριγώνου της ■θέσεο)ς 
ή άστρο\Ό[ΐικ()ύ άλλως τριγώνου, μέχρις ότου 
περιηλΟεν εις χείρας τών Άράβ(ΐ)λ', Ισπανών 
καΐ Πορτογάλο)ν, μέχρις ότου ό είσαχϋείς εν τη 
αστρονομία υπολογισμός και ιδίως αϊ έργασί(ίΐ 
τών ΡαΛίΐοΗ " και Κ.βί,ποιτιοη1;;ιηπ8 κατέστί)- 
σαν αυτόν άπλούστατον μόνον ύψομετρικόν έρ- 
γαλεΐον, ό αστρολάβος ύπήρξεν εΐς καΐ ό αυτός, 
πάντοτε έφωδιασ[ΐένος δια της διόπτρας, τών 
τυμπάνιον και της αράχνης. Τούτο εκτός τοΰ ότι 
ύποστιιρίζεται υπό τών !^6άί11οΐ, Τίΐηηεπ', λ\"ο1ί 
κτλ., ευκόλως άλλως τε και εκ της συγκριτικής 
μελέτης φαίνεται. Ούδαμού εν τούτοις έπι τών 
αστρολάβων υπάρχει ελάχιστον ϊχνος όδοντώ- 
ματος, ουδέ καν έχρειάζετο τοιούτο, πολλφ δέ 
όλιγώτερον πολλαπλών όδοντο)τώΛ' τροχών. 



' ΚΚιίίπ. Μυ-. ίίϊΓ ΡΙιϋπΙ. Βαηά II 18:!!». 

■ Μέιηΐ)ίη;8 ρΓέί. ά ΙΆοαϋ. ιΐι;^ ΙαίΟΓίρΙίοηδ, βεγ. Ι. νοί. Ι ρ. 1. 

" }ο&ηηίί ι3ΐί Κοία*, Οοηιηιεηΐ. ίη α8ΐΓθ1αΙιίιιηι. Ι^ϋίεΙίαβ ΜϋΙ.!!. 

' Περί τω\• άστρολάβίον εχομεν σωρείαν πραγματειών. 
Έκτος Ιωάννου τοϋ Φιλόπονου εγραι|ιαν έπ' αυτών Νικηφό- 
ρος ό Γρηγορας, Γεώργιος Χρυσοκόκης, ΚοΙίεΙ, ΗυΓηιαηη, 
8(οίΠθΓ, ΚίιίεΓ, Κΐανίϋί κλπ., ΰπάρχουσι δέ νπέρ τάς 20 
ανέκδοτοι (ϊραβικαί, περσικα'ι κλπ. πραγματεΐιιι ε'ις τάς δια- 
φόρους βιβλιοΟήκας. 

■'• λΥοΙί, Γ,ΒδοΗ. ά. ΑδίΓοη. ρ. 80. 



αφού ούτοι, εξαιρουμένου τοΰ υψομετρικού χα- 
ρακτήρος αυτών, δεν άπετέ?ιουν ειμή γραφικιιν 
κατασκευήν τού τριγώνου της θέσεως κατά πο- 
λύπλοκον τρόπον. Και περί τούτου βεβαιούμεθα 
ού μόνον εκ τών περιγραφών, άλλα καΐ εξ αυτών 
τώλ' σ(ρζομέν(ΰν όργάλΌ)ν εν τε Ταΐ'ΐΐα και 
άλλαχού, ο)ς έπίσιις και έν τω μουσεία) της. 
Γεωγρ. και 'Ιστορ. Εταιρείας της Λισαβώνος, 
εΛ' ω και τώ\' ελλειπόντων όργάλ'ωλ' υπάρχει 
άναπαράστασις. Άφ' ετέρου εΐναι γνωστοΑ' ότι 
τό πολύπλοκον τής χρήσεο)ς τών τοιούτων 
άστρολάβο)ν έδικαιο/.όγει τήν συνύπαρξιν οδη- 
γιών έν πινακίσιν, αύται δέ, δπερ καΐ άξιοπα- 
ρατήρητον, αί (χναγνωσΟεΐσαι λέξεις ευρίσκον- 
ται ακριβώς έν τω κειμένίο τής περί αστρολά- 
βου πραγματείας Ιωάννου τοΰ Φι/.οπόνου, ώς 
παρετήρ)]σεν ό κ. Σβυρώνος '. Άφ' ετέρου ή 
λέξις [μοιρο] γνίομό [νιον] φαίνεται ακριβώς έν- 
δεικνύουσα ΰτι τό όργανον ήτο έφο)διασμένον 



' Ό κ. Σβορώνος σημειοϋται Γ|μϊν τάς εξής αναλογίας και 
δυνιιτάς συμπτώσεις τών λειι)ιάνων της έ.πιγραφής τοϋ οργά- 
νου προς τό τοϋ Φιλόπονου κείμελ'ον « Περί της τοϋ αστρο- 
λάβου χρήσεως χαΐ κατασκενής καΙ τών έν αντφ καταγε- 
γραμμένων (ΚΗείη. Μυ-ί. Β. II, 1839): Ή αρχή τής επιγραφής 
(δτι δέ πρόκειται περί αρχής δηλοΰται υπό τοΰ άνο) κενοΰ) 
Έάν τήν δ.. . (στίχ. 1) ομοιάζει προς τάς αρχάς πολλών τών 
περί τής χρήσειος κεφαλιχάον τοΰ Φιλόπονου, άρχομένιαν δια 
τών εΐ και έάν, π. χ. σελ. ΙϋΙί και 144 ; ει μεν οϋν σελ. 169: 
εϊ δ' έρωτας• σελ. 147 : υπόκειται ονν, ζητεΐν ημάς. σελ. 139 : 
έάν τε ήμερινή εϊη ή διοπτεΐα, έάν τε νυκτερινή• σελ. 156 : 
έάν μεν έ'ξω τοΰ ισημερινού• σελ. 158 : ει βοΰλει γινώσκειν 
κτλ. . — τίχ. "2: δέκα ύπολ. . . .-τρβλ. Φιλο.πόνου σελ. 135 : έν 
τοις τριμηριαίοις εις δέκα , τα δώδεκα ξφδια^, επτά καί 
δέκα και σελ. 149 : εις τά δώδεκα. ^^τίχ. 14 [περι]φε- 
ρειών, πρβλ. Φιλοπόνοιι σελ. 146 ; ή έπανεστηκυΐα περιφέρεια 
τώ έπιπέδω. Σελ. 147 : ή είρημένη περιφέρεια. — τίχ. 16 
Τής Άφρ. . . πρβλ. Φιλόπονου σελ. 170: (ό αστήρ) ή Αφρο- 
δίτη• σελ. 171 ; έπϊ τοϋ "Αρεως και τής Αφροδίτης. 2τίχ. 
18: [μοιρο]γνωμό[νιον], :τ{\βλ. Φιλο:τό\ου, σελ. 130: έφ' ών 
τό τής διόπτρας πίπτει μοιρογνωμόνιον. Σελ. 137 : καϋ•' ην 
έπεσε τό μοιρογνωμόνιον. Σελ. 140 : εν τών μοιρογνωμο- 
νίων έν τω μοιρογνώμονι. Επίσης έν σελ. 142, 14.3. 14;», 147, 
148 κτλ. Στί/. 1Ι•: |"Οταν ϊδης ΰπεισδυομένας τάς τοϋ;] 
■ηλίου άκτίν[ας έξ ώ]ν ήλιον . . . πρβλ. Φιλόπονου. Σελ. 158 : 
"Οταν ϊδης τήν τοϋ ήλιου ακτίνα ΰπεισδυομένην εντός τής 
ανω•&•εν οπής τοΰ κανονίου. Σελ. 136: ή άκτίς εισβαλοΰσα 
διά τοϋ προς τω ήλίω τής διόπτρας τριπΰματος. — έπευ- 
&είας γινομένης τω ήλίω τής διόπτρας, τοΰ ήλιου ή άκτίς. 
— αί ακτίνες τον ηλίου προσβάλλωσιν. - υπό τοϋ ήλιου 
καταλάμπεαϋ•αι. — διοπτευόμενος ό ήλιος. — τό προς τον 
ήλιον νεΰον κτλ. Σελ. 1(ίΟ: Στή&ι προς τόν ήλιον, κτλ. κτλ. . 



50 



Ό ί)ΐ]σανρί)ς τώ%' ^ΑνΎ.ικυ{^ή()<ον 



(^ια μοιρογνιιχιονίου, οπι-π Γ|τ(• (ϋπίχραίτητον έπι 
τοΓ' (ίστρολά(^ου και εϋρηται ώς οΰσκο^ρστάτη 
?^έξις πας)ά Φιλοπ<')ν(ο. 

Έκ τοότων ?π^■τ(/.ι οτι, τών έπιγρΓχφών αϊτι- 
νες άπετέλουν μι'ρος τηΰ όργίίνοιι (η'αγ()}ΐενο)ν 
εις την Γ' μ. Χ. ιν^ατονταετηοί^α, το οηγανον 
έπρεπε να ίίνίίΐ (χστρ(η'()[)ΐκον και ('ίτι Γρο 
!'•(('(ΐ)ί)ΐ(ίπιΐ!'•\'()\' ί^κ"/ μ()ΐριιγν(ΐ)μ(ΐ\'ί()ΐ' υμλ κ(/.τά 
πυμπερασ[ΐον κ(/.1 ί^ια διόπτρας. ΙΙρόκειτί/ι λοι- 
ποΛ- πιθανώς περί οργάνου ύι|)θ[ΐετρικοϋ, ου 
ή ΐτυς κατεστράφΐ), ατε κειμένη έπΙ της έξοιτά- 
της τοϋ οργάνου περιφερείας, ο)ς πληροφορού- 
με/θα παρά Ίω(χννου τοϋ Φιλόπονου δτι συνέ- 
βαινε και έπι τοΰ ύπ'αύτοΰ περιγραφομένου 
ομοίως υψομετρικού όργάνου.Έπειδη δε πάντα 
τα όμοίας φύσεως οργαΛ'α, δι' ών έλαμβάνετο 
το ϋψος άπο τοϋ ορίζοντος αστέρος τινός, ών(')- 
[ΐαζον (χστρολίϋβους, της /λέξεως ταύττ)ς αποδι- 
δομένης κυρίως εις τα όργανα, ατινα εΐχον την 
Ικανότητα \'ά ύψομετρώσι τους αστέρας ', καΐ 
(ος τοιαύτη αποδίδεται ή λέξις αΰτη υπό Ιωάν- 
νου τοΰ Φι?ιθπόνου, ΛΙ)ου1 ΗΗίΐ88&η, ]οίΐηηθ8 
(Ιί' Κ.οίίΐ8 -' κ?»^τ. εις τους υπ' αυτών περι- 
γραφ'ομένους άστρο?^άβους, ϋ)ς έπίσιις και εις 
το μεταγενέστερον (χπλούστατολ' όργανον, ου 
ώραίαν μορφήν παρέχει το εν Αγγλία σωζό- 
(ΐενον καΐ τω Ογ&1<6 δωρηθεν £ΐ3ΐΓθ1ίΐ1ιίυητ δια 
τοϋτο εις το όργανον τών Αντικυθήρων προσι- 
διάζει, νομίζομεν, το όνομα άστρό?ιαβος. 

Καθ όσον όμως (ίηορα εις τα δυσεξήγητα 
όδοντώματα, περί προσομοίων τοις όποίοις ου- 
δεμία υπάρχει που νύξις, άλλα και περί της /.ει- 
τουργίας τών οποίων ώς έκ της φθοράς τοΰ 
οργάνου ούδεμίαν ασφαλή ίδέαν δυνάμεθα λ'ά 



' Ό ΤϊηηβΓγ ( ΚεεΚβΓοΙιεδ 5αΓ Γ ΙιϊϋΙοίΓε Λε Γ 35ΐΓοηοιηίε 
αηεΐεηηε, ρ. 7 1) Ισχυρίζεται ορθότατα οτι ή ονομασία άστρο- 
λάβον, ή σ(ρζομέΛ'η εν τ\\ Μεγάλΐ) συντάξρι (VI) τοΰ Πτο?.ε- 
μαίου, δέν είνε αϋθελτική και οτι εις τό γνιυστόν κρικοτόν 
όργανον δέον ν' αποδοθϋ ή ονομασία μόλ'ον όργανον, άφυΰ 
αλλιος τε εν τφ κει^ιένω φέρεται ή λέξις αοτΐ) άστρολάβον 
ο)ς έπίθετον τών δυο μόνον έκ τών πολλών κρίκων τοΰ οργά- 
νου. Συνηγοροϋλαες υπέρ της γνώμης ταύτης προσθέτο^ιεν 
δτι εις τους ύν)ιομετρικούς μόνον κρίκους εΤχεν άποδοΟή τό 
έπίθετον τοΰτο. Πρβλ. Κενυε ι1ε ΡΗίΙοΙ. 1888 ρ. 61. 

" ΙΙΙιΐδίΓΪδ νίΓί Ιοίίπηί^ (1ε Κοίαδ ΟοΐΏΠΊεηΙ&Γίιιιη ϊπ ακΐΓοΙαΙΐΐυιη. 



σχημ(/,τίσ())(ΐεν, ύποϋέτομεν ότι ταΰτα εΙχον σκ<ί- 
πόν, όπως (Ιπό τοΰ λαμβίίνομένου Οψους τοΰ 
αστέρος προσδιορι'ζιιτί/.ι πιθανώς δια δεικτών 
παρ αυτών λ(ί[ΐβανόντων την κίνησιν ή ώρα, 
ϊσίος δε και τό γεωγρα({ ικόν πλάτί)ς τοΰ τίλτου, 
καθ' όν έγένετο ή παρατήρΐ|αις ', προσδιο- 
ρισμός ά/^ί,ως τε αρχαιότατα γνοιστός δια τοΰ 
ιιεσημβρινοΰ ΰψους τοϋ ηλίου -'.Έχομεν δι• τΐ|ν 
ίδέ(/ν ότι κι/ι το άζιμούΟ ακόμη τοΰ παρατη- 
ρουμένου αστέρος έξήγετο, εξ ου εν σχέσει πρί)ς 
την χαρασσοιιένην υπό της τρόπιδος ίίί'λακα 
έξετιμάτο ή γωνία της π/,εύσεως τοΰ πλοίου εις 
άντικατάστασιν της απαραιτήτου πυξίδας κατά 
τους αρχαίους πλους, ώς ά?./.ως τε θέλθ[ΐεν δεί- 
ξει προσεχώς εν ιδιαιτέρα ημών μελέτη. Ύπο- 
θέτομεν δηλαδή ότι κατ' αρχάς έλαμβάνετο τό 
ϋψος τοΰ αστέρος διά τοΰ οργάνου τούτου, 
όπερ άστρόλαβον κατ' έπέκτασιν όνομάζίηιεν, 
έρρυθμίζετο εΐτα τό όργανον αναλόγως της 
εποχής τοΰ έτους, εξ ης εξαρτάται ή κλίσις τοΰ 
αστέρος, και τοΰ πλάτους τοΰ τόπου, οΰτως 
ώστε έκ τών τριών στοιχείων, τοΰ π?.άτους, τοΰ 
ΰψους και της εποχής τοΰ έτους κατά τήν στι- 
γμήν της παρατιιρήσεως, τά όδοντώματα μετέ- 
διδαν τΐ|ν κίνησιν καΐ διέθεταν εις τάς καταλ- 
λήλους θέσεις δείκτας τη-άς άνα?.όγους ϊσοις 
προς τους τών σημερινών ώρο?^ογίων, αΐτινες 
παρείχαν τόν χρόνον κατά τήν στιγιιήν καθ' ην 
έγίνετο ή πααατήριισις μετά μείζονος πρασεγ- 
γίσεο)ς ή ό κοινός αστρολάβος και τό άζι- 
μούθ ή αντιθέτως τό πλάτος. Ή δε συνύπαρ- 
ξις τών οδηγιών της χρήσεως τοΰ οργάνου 
δικαιολογείται ούτω προκειμένου περί όργά- 



' ΕΙνε άξιον παρατηρήσειυς οτι, άν ΰποτεθί) τό όργανον 
έξαρτώμενον κατά τήν χρήσιν από της χειρός ώς ό κοινός 
αστρολάβος, οΰτως ώστε ή γραμμή της άρτήσεοις παρά/.ληλος 
ούσα προς τήν μείζονα τών διαστάσεων τοΰ οργάνου νά διέρ- 
χηται διά τοΰ κέλαρου τοΰ βάρους αύτοΰ, μία άκτ'ις τοΰ μεγά- 
λου τροχοΰ της 1 όψεως τοΰ τε(ΐαχίου Α σχηματίζει μετά 
τοϋ όρίζολτος γωνίαν 37—39 μοιρών, όσον δηλαδή είναι τό 
π/.άτος τών ελληνικών θαλασσών, εις ας έναυάγΐ)σε τό .τλοϊον. 
Πιθανόν λοιπόν νά είχε χρησιμοποιηθή τελευταίως τό όργα- 
νον εις εϋρεσιν τοΰ πλάτους τοΰ πλοίου, όπερ ίσιος έδεικνύ- 
ετο διά δείκτου όμοταγώς ττ) άκτίνι τοϋ τροχοΰ τεταγμένου. 

- Αιγυπτίου Ερμηνεία της τοϋ άστρο?Λΐβου χρήσειος : 
Κΐιεϊη. Μιΐί. 1839. έ. ά. — Β&ϋΐγ, Ηϊδί. (Ιε Γ&5ΐΓ. νοί. III ρ. 110. 



51 



'() ϋηαηνρος των Άντικνϋήρων 



νου ρυΟμιζομέΑ'ου κ(/.τά την χρήσιν, ώς ρπίσης 
συνέβαινε καΐ εις τον κοινον (ίατρόλαβον, ενώ 
αϊ όδηγίαι αύται ϋά παρεΐλκον έντε?νίος προ- 
κειμένου περί οργάνου αυτομάτους λειτουρ- 
γοϋλ'τος δι' ελατηρίου η άλλως άφ' έαυτοϋ ώς 
τα σύγχρονα ωρολόγια. 

Δη?Λδή άντι της επιλύσεως τοΰ αστρονομικού 
τριγωΑ'ου, τοΰ και άλλως τριγώνου της ϋέσεως 
καλουμένου γραφικ(7>ς, ώς έγίνετο διά τώΛ' στε- 
ρεογραφικών προβολώΛ' των τυμπ(χ\'{))ν καΐ της 
αράχνης τοΰ κοινού αστρολάβου, η άντΙ της όι' 
ύπολογιαμυν, οστις σιμιερον είνίίΐ εν χρήσει μετά 
τάς κατ(/.πλ))κτικάς έκτοτε πρ()()δους της αστρο- 
νομίας, επιλύσεως αυτού, διά τού οργάνου τώ\' 
Άντικυί)ήρων έπελΰετο το τρίγ(ι)νον τοϋτο 
μηχανικώς, παρεχο[ΐένου τοΰ άλΐ)Οούς χρόνου 
της στιγμής της πιχρατιιρήσεο^ς άντι τοΰ μέσου 
τοιούτου τού πίχρεχομένου εις πάσαΛ' στιγμήν 
υπό το)ν ση[ΐερινών (ορολογίίΟΑ', (ος έπίσΐ)ς και 
τοΰ πλάτους και άζιμούί), όπερ παρείχετο και 
εις τους μεταγεΑ-εστέρους των ελληνικών αρα- 
βικούς άστρο/.άβοιις ' και ήτο καΟ' ίιμάς μεγί- 
στης σπουδαιότητος. 

"Αλλως τε δεν έχομεν μ()νον τόν έλληνικύ\' 
καΐ άραβικον άστρόλαβον ούτως ειπείν στερεο- 
τύπους, προς τάς διαστάσεις τών όποίωΑ' παρα- 
δόξως πλησιάζουσιν (χί δκχστάσεις τοΰ οργάνου 
τών Άντικυθήρο)ν, (οσίχνει π(χντα τα όργανα 
ταΰτα ήσαν προωρισμέ\'α νά πλιιρώσι τάς αύ- 
τάς συνθήκας -. Έκτος τοΰ (χστρολάβου οργά- 
νου τοΰ Ίππαρχου ■' ή απλώς όργίχνου παρέχει 
ό Συνέσιος, επίσκοπος Κυρήνης, έτερον άστρό- 
λαβον πο?ιύ διάφορον τοΰ δπύ Ί(οάννου τοΰ 
Φιλόπονου περιγραίρομένου, αφού ούτος έβα- 
σίζετο ούχΙ έπι τών στερεογραφικών προβολών, 
άλλ' έπι κιονικής αναπτύξεως '. "Ωστε ή φαντα- 

' δέάίΐΐοί, ΜέιηοίΓβδ ρπέ^. ά ΓΑοϊ(;1. ιΐβ:. Ιη^ςτ. ^<:γ. Ι. £υιη. Ι. 

- Όύπό τοϋ;οιηηΐ3Γά τΓ| Γα?.λ. Βιβλιοΰήκχι άλλοτε προμη- 
θευθείς αστρολάβος είχε διαστάσεις 7 | χ Η | δακτ. ή 
0/'• 210 χ Ο.". Οί•4. 

■' Κλαΐ'δ. Πτολεμ. Μαθ. :ϊ:ύντ. \>λϊ ΜαΙηΐΛ, αηηοΐέο ρ&ι• Οε- 
ΙαηιΙιη.•. 

Συνεσίου τοΟ Κυρηναίου προς Παιόνιολ• υπέρ τοΰ 6(ϋρου 
άστροληβίου λόγος (ΡαίΓοΙο^ία Ογ Μί§ηο ΐοηι. ΙΛΥΙρ. 1578). 
Πρβλ. ΤϋΐιηοΓγ ή'θ' άν. σελ. Γ)0. 



σία (χφίετο έ?ιευθέρα προς επίλυσα• τού αυτού 
προβλήματος διαφοροτρόπως διά τών άστρο- 
λάβ(ΐ)ν, τών οποίων παρ"'Αραψιν ειδικοί μάλι- 
στα υπήρχον κατασκευασται έχοντες το ίδιαίτε- 
ρον έπώνυμον ο.'^ΐΗίΐΓίαΙ)]. Πιί)ανο)ς λοιπόν πρό- 
κειται περί μηχανικού αστρολάβου ή μάλλο\' 
ωρολογίου και ουχί πεοι αυτομάτως λειτουρ- 
γούντος, (ί)ς τα σΐ]μερινά ώρο?^όγια, άλλα στη- 
ριζόμενου έπι της ύψομετρήσεως τών άστέρ(ο\'. 
'()π(ι)σδήποτε ύ(ρίσταται (χπ(')?ι.υτος ανάγκη 
νά κίχΟαρισίΐΓ) τό όργανολ', πράγμα δύσκολον 
μέν, ουχί, δ' δμίος και αδύνατον, πιθανόν δε 
τότε Α'ά προκύψωσιν άλλαι ενδείξεις μεταβάλ- 
λουσαι τάς σκέ^^εις ταυτίχς. Έν πιχση περιπτιό- 
σει εκ της σΐ)μερΐΑ'ής αύτοΰ καταστάσεως τοιαΰ- 
τ(χι είναι αϊ έπι τη βάσει αύτοΰ τούτου και τών 
(χναγνοΰσί)εισών έπιγραίρών, τών τοσούτον συμ- 
πιπτουσών προς ορράσεις τών αρχαίων περι- 
γρα(ρ(7)ν τής κατασκευής και χρήσε(»ς τών 
άστρολ(χβ(ον, δια[ΐορ(ρούμεναι περί τού οργά- 
νου σκέψεις. „ ρεδ.αδης 

22. ΚλΙΜΙ ΧΛΛΚ11 ΛΜΦΙΚΕΦΑΛΟΣ (Πίναξ 

IX, (χρ. 1 -4). Τρία τών τεσσάρων τούτων τε[ΐα- 
χίωΑ' είναι τα άικ/. τή (χνελκύσει ΙΙεωρηθέΑ'τα 
υπό τι\'(ΐ)\' (ος κοαιιηπατί/. ((/.κροστόλια) τού 
ναυ(χγήσ(χντος πλοίου, η κιχί (ί)ς ίίριη'ος πολυτε- 
λούς (χγίίλματος. Αλλ' οί γράψίχντες τηΑ' έν τη 
Άρχ.Έΐ( ημ. περιγραορην τών ΆΑ'τικυΟηραϊκώΑ' 
άνεγ\'(όρισαν ορΒώς (σελ. 1(ίί>), ότι πρόκειται 
περί τεμαχίων αρχαίας κλίνης. Ήιιεΐς δ'εΰρο- 
μεν κατόπίλ', ότι εις τα τρί(< ταύτ(χ τεμάχια, 
εκ τών κειραλών τής κλίν)]ς όντίχ, (χ\'ήκει και ή 
ύ.π' (χριί). 4 κεφα?ι,ή χηνός, προς δε δτι εις τήν 
αύτην κλίνιιν άνήκουσι πλείστα άλ?^α χα/.κά 
τεικχχια τών ΆντικυΟηραϊκών, αποτελούντα τα 
κάτω άκρα τών τεσσάρων αυτής ποδώΑ', κάλλιστα 
σωζόμενα [ΐετά πολ?α7)ν τεμαχίω\' τών ξύλο)ν 
τώΑ' περιβαλλόμενων ποτέ υπό τ(ο\' χιχλκών ελα- 
σμάτων, προς δε μέρη τινά τοΰ [ΐέσου τών ποδών, 
και τό μέγιστον [ΐέρος τών παρολλ))/^ογράμμων 
χα/αών έλασ[ΐάτων τών περιΟεόντιον τηΑ' στρώ- 
σιν (χύτής. Τα διασ(ι)ί)έντα τε(ΐάχια εΐναι ιχαΑ'ά 



— 52 



ο ιΊηηαϋρας των \ΙνηκΐΝ'>ιΊρων 



ώστι- να ^ήνατίχι έξ αυτών ήσκη^ικνος τεχνίτΐ|ς 
να οΐ'[υτλΐ|π(όα|| όλόκ?.ΐ|ρ(»ν τί|ν κλίνΐ|ν, ώς ίγκ- 
νετο εσ/άτίος ί^ι' ύ(ΐ()ί(ίς κλίνας ίν τοΐς Μοο- 
σείοις τοΰ Β8(.)()λίν()υ, Νεαπυ/,είος κ(ίΐ 'Ρ(Μ(ΐΐ|ς. 
'Οπόσα καΐ (κτοΐίί είναι τα σα)ζ()[ΐενα τεμ(/.χια, 
δείκνυσι (^ιά τοιν |ΐελ(/.ν(ΐ)ν ιιιριον το ίνταΰΰα 
παρεντιίίειιενον ( ΐΜκών 42) πρόχειρον προ- 
σχεδίασ[ΐα. 

Ώς πρύς τα κυριώτερα τών τΐ[ΐ(ί/ί(ΐ)ν π(/.ρα- 
τΐ|ρ()ϋ[ΐεν οτι τα έπΙ τοΰ πίνακος IX, 1-4 άπει- 
κονισΟέντα είναι λείψι/να. τών τεσσάρον ανοι 
άκρων κεφα?^ών κ?α'νΐ|ς τοΰ είδους εκείνονν, ας οί 





ΕΙκών 4^• 

αρχαίοι έκάλουν άμφικεφάλους '. Έ/ρησίμευον 
δε προς συγκράτησιν καΐ περιορισμον τών στρω- 
μάτων, στρω[ΐνώ\', ύπαυχενίων προσκεφαλαιχον 
και λοιπών έπιβλημάτων της κ?ανΐ]ς. Δύο εξ 
αυτών (αρ. 2 καΐ 4) υπέστησαν ήδη χημικόν 
καΟαρισμον. Τα λοιπά δύο, ώς καί τΐλ'α τών 
τεμαχίων τών ποδών, παραμένουσιν ακαθάρι- 
στα, φέροντα πολλά θαλάσσια προσφύματα. 
Ή κεφα?ι.Ίΐ τοΰ κυνύς τοΰ ύπ' αριθ. 1 τεμαχίου 
καΐ ή τοΰ λέοντος τοΰ ύπ' αρ. 3 άπεσπάσθ ή- 
σαν κατά την άνέλκυσιν ί'ι κατόπιν, προσαρμό- 
ζονται δ' δμως άριστα, ώς καΐ ή ημετέρα ε'ικών 
δείκνυσι. ΤοΠ ύπ' αρ. 'Λ τε[ΐάχιον σώζεται καΐ 
το κάτω άκρον, άνευ δμως της κοσμούσης ποτέ 
αυτό νομισιιατοιιόρφου ά\'αγλύΓρου μορφής. 

Πάντα τά λείψανα ταΰτα αποτελούνται εκ 
χαλκών ελασμάτων χυτών, καθηλωμένων ά?ι.- 
λοτε έπΙ τοΰ ξύλινου (πυξίνου) εσωτερικού με- 



ρών κλίνης, πιίΐανώς τών όριζομένίον 0)ς άμφι- 
κόλλιον παραπι^ζίνιον '. Τόκ(/.λλιοτ(/. πάντίον σο)- 
ζό(ΐενον τεμάχιον 2 (μεγέί)ους ώς καϊ τά λοιπά 
0,43) κοσμεΐτίίΐ κατά το κάτο) αύτοϋ άκρον 
ύπο προτομής γυναικός, Ίσως Αρτέμιδος -, προς 
ην, πιθανώς ώς κυνΐ]γέτιδα, σχετίζονται και (ύ 
κε(ραλαι τοΰ κυνός, της αγρίας χηνός και τοΰ 
λέοντος, αΐτινες κοσ[ΐοΰσι τά λοιπά τρί(/. όμοια 
τεμάχια της αυτής κλίνης. Τά χαλκά αύτοΰ μέρη 
ήσαν καθη/Λ)μένα επί ξύλου, έφ' ου ήτο έπε- 
στρ(ΐ)[ΐένον πλέγμα λεπτοΰ χόρτου (ί)α/^χσσίων 
φυκών κατά τον Ηε!άΓ6ΪοΗ),η'α, ο)ς φαίνεται, τά 
λεπτά χαλκά ελάσματα προσαρμόζίονταιάκριβέ- 
στερον και μη παρ(/.ιιορί(:ώνται ύποχ/ορούντα 
ευχερώς εις πάσαν έξωτερικίμ- πίεσιν. Το υπό 
τοΰ πλαισίου τοΰ άκρου τούτου περιβα?ιλό- 
μενον έπίπεδον πεδίον συνίσταται, κατά χημι- 
κήν τι\'α άνά/.υσιν •', «εκ μεταλλικού ύποστρο)- 
ματος περιέχοντος 37,40",, κασσιτέρου και 
12,89",, χαλκού, έφ' ου υπάρχει σιια/πώδες 
έπίχρισ[ΐα (λευκόν έπΙ τού πίνακος IX ((αινόμε- 
νον) [ΐετά κοιλοτήτων, εν αίς ύπήρχεν έμπεπα- 
σμένος αργύρους επίχρυσος διάκοσμος , ήτοι 
δύο θαλλοι έλαίας ή μύρτου μετά καρπών, συν- 
αντώ μενο ι προς το κέντρον καΐ π?.αισιούμενοι 
υπό κυματίου, ά.ταραλ/.άκτως όμοία κλίνη εύρε- 
Οείση εν ΒοδοοΓβίΐΙβ καΐ άποκειμένη νΰν εν τω 
Μουσείω τοΰ Βερολίνου^. Καί αϊ μύρτοι δυνα- 
τόν Ί'σ(ος νά σχετισΟώσι προς την Αρτέμιδα. 
Οΰτω βεβαίως θά ήσαν κεκοσμημένα καΐ 
τά λοιπά τρία πάρισα άκρα τής κλίνης ημών, 
ης όμοιαι εΐναι ήδη γνωσται εύρεθεΐσαι εν 
Πομπηία '", Βθ5εοΓ6&ΐ6 '', Άγκώνι \ Κριμαία ^ 



' Πολυδ. 10, Η4. Πρβλ. κιιί Θησαυρύν ιοΟ Έρρ. Στε- 
φάνου έν λ. 



' Πο/.υδ. 8, 150 καί 10. 34. 

■ Πρβ/.. δτοΓοηοδ, Νυιηίδπι&Ιίίΐυε ά& Γΐΐε άο Οτεΐα, ΡΙ. 
XXVI, 2-2. 

^ Άν. Δαμβέργη Εξαγόμενα χημικών τινοιν άναλύσε<ον : 
Αρμονία, ΙϋΟΙ, σελ. 182. 

■■ ΡβΓπϊοβ: ΑΓοΗϊεοΙ. Αηζεί^εΓ 1900 ρ. 178. 

° ΟνβΓίιβΰΙί, Ροιηρείί *, ρ. 427. — Μ»π, Ροιηρείϊ ίη 1^ε1)6π ϋηά 
ΚπηδΙ ρ. 364, Γΐξ. 191, καΐ εν Ροιηρβϊ, ίίβ Ι^ί£ε αηά ΑτΙ. Νε\Γ 
ΥοΛ 1899 ρ. 361 (ίξ. 180. 

* ΡεΓπϊοε ε. ά. ρ. 178 Πς. 7. 

' Νοίίζίε άε^ΐϊ δοανί 1902 ρ. 445. 

* Αη1ί(ΐυί[έ5 άβ Ια Καδδίε ΜέΓΐάίοηοΙε ί^. 40 ^ Οοιηρίβ-Γεοηιΐ 
1880, ρ. 88 ρ1. IV, 10.— ΡείϋΓδεη: Κοιη. Μίιιΐιβϊΐ. 1892 Πβ. VII, 1. 



— 53 



Ό §ηαανρος των Άντικνΰήροη' 



Πριήνΐ) ' καΐ άλλαχοΰ, διαοροροτρόπως ιιί/.ρι 
τοί3δε συμπλΐ]ρω{)εΐααι, κατ' αρχάς μάλιστα 
ρσφα?ιμρνως ώς τιμητικά <)ιΐ:'όρια (δίφροι, 1)ϊ- 
86ΐΗίΐ) ". "Αριστος τρόπος σιιιιπ?.))ρο)αεο)ς τών 
κλινών τούτων φαίνεται [ΐοι 6 κατ' Γχΰτάς προ- 
ταθείς ύπο τοΰ κ. λ\ . ΛπίρΙππι; '. 

Ή κλίνη τών ΆντικυίΙ'ήροίΛ' τΓ)αο\' πόλη αυμ- 



φιονεΐ εν ταΐς λεπτυμερείαις τοΰ σχήματος και 
τήςδιακοσμήσειυς πρόςτός εκ Βοδοοτε&ΐε, Νεα- 
πόλεοις και Πριήνης, ώστε εΰλόγο)ς δύναται τις 
νά εικάσ||, ότι πάσαι αύται εΐναι προϊόντα ενός 
καΐ τοΰ αύτοΰ εργοστασίου, λειτουργούντος 
περί τά τελ)) τοΰ 1°" αιώνος μ. Χ., ότε ή έ'κρηξις 
το Π ΒεσουΙ^ίου έκάλυι|ιε τπ'ας εξ (/.ύτών. 




Είκών 43- 



ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΙΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ (πίνακες χι-χχ). 



Καταπληκτικός αυτόχρημα εΐναι ό (ϋριί)μός 
τών άνελκυσθέντων μαρμαρίνων άγαλμ<χτο)ν, 
π?ι,ηρούντων νϋν στοάν όλόκληρον τοΰ ΈΟνι- 
κοΰ Μουσείου, εν ή το εν σχεδόν έπι τοΰ άλλου 
προσωρινώς άπεΟηκεύ-θησαν (είκ. 43). Δυστυχώς 
τοιαύτΊ] είναι ή καταστροφή ί'ιν υπέστησαν υπό 
της έπΙ τόσους αιώνας έπιδράσείος της ι) (ίλίίσσης, 
τών μαρμαροφάγων όστρβων Γ|τοι είδους [ΐυών 
θαλασσίων διατρυπώντ{ΐ)ν απ ' άκρου εις άκρον 



' Καη5θπι, ΚεβΙβ ^ΓίεεΗί^οΗυΓ Ηπ1ζιηοΐ5θ1 ίιι ΒοΓίίη : ^α^1^Iη1^|1 
<1θ5 Κ. Ο. ΑγοΙι. Ιπδί. Β<1. XVII, ρ. 125. 

- Κ. ΟΐΓ^ίιιΙο, Κεουβίΐ άοϋ ηιοηιιιηοιηδ. 2= έά. νοί. Ι ρΐ. 72. — 
Βυΐΐ. Οοηιυηϊΐβ 1881 ρ. 214. — ΟνοΓΐιι;€ΐ< κα'ι Μ&υ, Ροηιρ6]ί ρ. 42(1 
Γΐ2.227. — Νοιιηιαηπ: ΡΕυΙχ-λνίδδοννί, Κβαΐ-Επαγοί. έν λ. ΒίβοΠίηηι. 

' 0&8 οαρίΙοΠηί5οΗί• «Ιιίδείΐίιιιη• : ΚΓιηι. ΜίιιΗβίΙ. Βά. XVII, 
(1902) ρ. 209— 27(5, ΙΊ^. 8. 



τύ μάρ[ΐαρον προς έ[ΐφώλευσιν εν αύτώ κλπ., 
ώστε ό εισερχόμενος έν τη στοά ταύτη καταλα[ΐ- 
[•^(ίνετα.! Οπό βαθυτάτιις λύπης και νομίζει ότι 
ευρίσκεται έν «ΜοΓο-υε» τινί αγαλμάτων. Τά 
πλείστα εξ αυτών τελείως διεβρίοθησαν και 
ίΐόλις δύναται τις νΰν νά μαντεύση τό άρχικόλ' 
αυτών γένος και σχήμα. "Αλλα πάλίΛ' διέσωσαν 
[ΐέν τό περίγραμμα τών μελών, αλλ' αι λεπτο- 
μέρειαι αυτών έντε?ιώς διεβρώ{)Ί]σαν υπό της 
ι}αλάσστ]ς και τών έπ' αυτών άλ'απτυχθέντων 
παχυτίίίτων όγκων θαλασσίων προσφυμάτο)ν, 
(ον τά πλείστα (ίίρηρέΟησαν νΰν διά τής συν- 
τόμου όσον καΐ σκαιάς μεθόδου τής σμίλης και 
σφύρας. Έν τούτοις ένίων αγαλμάτων μέλη 
τινά είσχωρήσαντα, άμα τω καταποντισμώ, έν 



54 



'() ϋι/οαυρος τών ΆντικυΙ) ήοοη• 



ι\\ ('ίμ(ΐ<ρ ί'ι τϊΊ ίλύϊ τοΰ πυίΐμρνος και έκεΐ μίχρι 
τΓ|ς ήιΐΗρας της (χνελκύαι--ο)ς κπυ(ρί)ι'•ντ(χ, (ίΐΓτη- 
()ήί)ΐ|ααν ι-ί; |!(ίί)|ΐον (χ/.ηι)ώς ΐίακμάσιον. Χο- 
μίζι-ι τις οτι μ(')λις Γ'ςΓ|λί)()ν τών /ί-ΊΟίον τοΰ 
γλύπτου! (ί?)ρ πίνίχκος Χ\Ί, (χο. ")-()). 

Πάντίί (^' (ίνί••ξαιρέτως είναι (χγ(χλ[((χτ(χ πά- 
ριου [κχρμιίροΐ', περιφερή, ύπερίρυαικοΰ, φυσι- 
κοϋ, σπίχνίως ί)ε κιχΐ κατά τι ήσσονος τοΰ φυσι- 
κού [ΐεγεΟους. Οπί^κν άγαλ[ΐ(χτιον ή άνάγ/νυ((ον 
εν αύτοΐς, όυστιγώς ί^ε καΐ ού?)εμία ρπιγρα(( )| 
είναι ορατή επί τίνος τών πο?ϊ.υαρί{)μο)ν πλί\'- 
Οων τών |)άί)ρ(ΐ)ν. 

Αι στάσεις αυτών ιί\'(χι τοιαΰται, ώστε ευθύς 
εξ αρχής άποκ/α"ίετ«ι π(χσα σκεψις, οτι άοιΟιιός 
τις αυτών δυνατόν ν' (χπετρ/α-ι τον ()ιάκοσ[ΐον 
αετώματος ναοΰ, συλλήβδην (χπαχι)έντος. Άπ' 
εναντίας δε εύκόλοις διακρίνει τις, οτι πο?ιλά 
μεν αυτών ήσαν ιικιιονίοιιενα ά•'ΐάΧ\Ηΐ.χα, τινά δε 
οτι άπετέλουν ποτέ συμπλεγ[ΐ(χτα Γ| και παρα- 
στάσεις παρίσους ήρώ(ον, άντιτεταγμενοιν ώς οι 
«άν&εστηκότες καΐ οχή/ια άνητΕταγ μένων έχον- 
τες όμιιρικοί ήρίοες τοΰ ίν "1 Ιλιδι,παοά το 'Ιπ- 
ποδάμιον, έργου ^\υκίου τοΰ Μύρωνος άνατε- 
"θέντος υπό τών εν τώ Ίονίίΐ) 'Απολλωνΐ(/.τ('ϊ)ν '. 

"Ενεκα τής μεγίστιις καταστροφής, ην πάντα 
τα αγάλματα ταΰτα υπέστησαν, ελάχιστος λίίγος 
δύναται να γίνη περί τής κίχ/νλιτε/Λ'ΐκής αξίας 
ενός εκάστου" το μόνον δε σχεδόν όπερ δύν(χταί 
τις να επιχείρηση εΐναι ή έρευνα περί τοΰ τίνα 
και εν οποία στάσει εικονίζει εκαστον. 

Ε'ις τοϋτο δε κυρίως Οά άσχοληΟώμεν εν 
τοις εξής, επιχειροΰντες συγχοόνοις, συμί^ίόνος 
τή θεωρία ημών, να σχετίσίοιιεν αυτά, κατά τό 
δυνατόν, προς τό "Αργός. 

23. Ηρακλη:ϊ: πάρα την αγελαςτον ιιετραν, 
ό κοινώς ?ιεγόμενος Φαρνέσειος (Πίναξ XI, 1)-. 
"Αγαλμα άκέφαλοΛ' ιιεγάλ(ος υπό τής θαλάσ- 
σιις φθαρέντος Ηρακλέους, κολοσσιαίου μεγέ- 
"θους (μετρ. 2,50), δμοιον καθ ' όλα προς τό τοΰ 
έν Νεαπόλει Φαρνεσείου Ηρακλέους, ού τής 
κεφαλής έκμαγείον, ταυτοχρόνως τώ όγάλματι 



τών Άντικυ{)ιΊρϋ)ν φωτογραφιήσαντες, προσηρ- 
[ΐόσα(ΐεν, κατά τό δυνατόν, έπι τοΰ πίνακος 
ημών εις τΐ|ν ί)έσιν τής έλλειπούσης κε((:α/^|ς 
τοΰ 'ν\ντικυί)ηραϊκοΰ Ηρακλέους, προς σαφε- 
στέραν κατάδειξιν τής ταυτότητος τοΰ μεγέθους 
αμφοτέρων τών (χγαλμάτο)ν. 

"Εχοντες δ ' υπ ' όψιν τό παγκοσμίως περίφη μον 
και πασίγνο)στον τοΰ Φαρνεσείου Ηρακλέους, 
{)εο)ροΰμεν περιττόν να περιγράψίομεν τό δίδυ- 
μον αΰτοΰ Άντικυί))|ραϊκόν άγαλμα. Ό τό εν 
ιδών δύναται να εϊπη ότι είδε και τό έτερον. 

Μόνον ώς προς την δεξιάν αύτοΰ χείρα ση- 
μείου [ΐεϋ α ότι ελλείπει από τοΰ καρποΰ, επόμε- 
νους άγν(ΐ)στο\' είναι, άν έκράτει τι έν αυτή. 

"Αν καΐ ό Φαρνέσειος Ήρακ/νής είναι γνο)- 
στός από τοΰ 1ο4(), ότε άνεκαλύφϋη έν Ρά)μτ) 
έ\' ταΐς θέρμαις τοΰ Καρακάλλα, όπ()ΰεν μετη- 
νέχνίη έν έτει ΙΤ'.Κ) ρις Νεάπολιν, άπειρα δε 
είναι και τα περί αύτοΰ γραφέντα ', οι άρ- 
χαιολ()γοι δεν κατώρθίι)σαν νά συμφοΐληΊσο)σι 
μέχρι τοΰδε οίίτε περί τοΰ τεχνίτου, ή τούλ(//ι- 
στον περί τής σχολής, εις ην δέον νά άποδοΟη 
τό πάντως περίφημον πρωτότυπον τοΰ τύπου, 
<)\' άντέγρα\|)εν ό ποιήσας τόν Φαρνέσειον Τλν- 
κιον και άλλοι, ούτε περί τοΰ άν αρχικώς ήτο 
με[ΐονω[ΐένον τό έ'ργον ή μετ' άλ/ιου συμπεπλε- 
γιιένον, ούτε τέλος περί τοΰ τίνα στιγμήν έκ 
τοΰ ('ίίου τοΰ ήρωος εικονίζει. 

Οί αρχαιότεροι τών αρχαιολόγων, παραδε- 
χόμενοι ώς άσφα/.ή τίρ• μαρτυρίαν τής επι- 
γραφής ΛΥΣΙΠΠΟΥ ΕΡΓΟΝ, γεγραμμέλης επί 
αρχαίου τινός αντιγράφου τοΰ τύπου τούτου 
άποκειμένου έν τω Μυυσείω τής Φλωρεντίας -' 
και αναφερομένης εις τόν τό πρώτον π/.άσαντα 



' Παυσαν. V, 22, 2. 

'' Πρβ?.. Έφηιι. ΆρχαιοΛ. ΙΙ'υι'. Πίνιιξ παρίνίίετο; Η. 1. 



' Ίδε λΥίηοΙίεΙιηαη, ΟβίοΗ. ά. Κυηδΐ αεί ΑΙίεπΗ. ρ. 744—746. 
— ΟνεΓΐ>εα1ί, Ρΐΐδΐϊΐί ", II, ρ. 381,391—39.3 καΐ 5οΙΐΓί£ΐ<ιαε11βη η" 
2230. — ΜίΙοΗβΙΙ, Α ΙιΐδΙυΓγ ο£ δηοίοπΐ δοηΙρΙυΓε, ρ. 661. — ΜυΓΓϊ)^, 
Α Ιιίδί. οί ίίΓεοΙί δοαίρΐυτε, II ρ. 9δ1.— δίερΗϊηί, ΟεΓ ϊπδΓαΙιεικΙο 
ΗεΓίΙίΙί-, ρ. 1Γ)!Ι— 194.— ΒΓϋηη, ΟοίοΙιίοΗΐβ ά. ΟηεοΗ. Κϋη$Ιΐ6Γ, 
Ι ρ. 549. -\νείζ5ϊο1ί6Γ, ΒειηβΓίίϋηβεη ζατα Κ3Γη85ίί.ε1ιεπ ΗεΓαΙίΙεϊ ; 
ΑγοΗ. Ζείι. 1882 ρ. 2δδ— 264.— ΓηεάποΙίδΛνοΙιεΓδ, Οίε ΟίρδίΙ)- 
2ϋ5>ο, η" 1265. — ΚπΓίλνϊη^ΙεΓ : ΚοβοΙιεΓ'δ ΜγΐΗ. 1-εχ. έ. λ. Ηε- 
ταΐίΐε* ρ. 2172 — 2174, και ΜείδΙεΓνρετΙίβ ρ. 48δ. — ΟοΙΙϊβηοη, 
ΗίδΙ. άε Ια δΟΐιΙρίιίΓε, II, 317 — 425, κα'ι ΜχΐΗοΙο^ίε Γι§;ιΐΓέε άε \ζ 
ΟΓέοε ρ. 314. —Κ.. Ι^ϊη^ε, άαί Μοίίτ <1. ΛαίςεδΙ. Κπίδεδ, ρ. 47, κτλ. 

•' Ίδέ εικόνα έν ΜϋΙΙεΓ. [)εη1ϋη. <1. ί. Κυπίΐ. Ι, η" 151. 



55 — 



Ό ϋ^ησαυρος των Άντικυ&ήρων 



τον τύπον, έχρρόνουν δτι πρόκειται περί έργου 
της άργειοσΓ/α)θ)νίας σχολής. Κ(ίτύπιν όμως 
πολλοί δόκιμοι αρχαιολόγοι έκήρυξαν τΐ|ν επι- 
γραφή ν ταύτην ως «δλο^ς (ίναμφΐβ()λως νέαν 
κιβδηλίαν», παρ'δλας τάς δια(ΐαρτυρίας άλλων 
επίσης δοκίμων συναδέλφοίν αυτών. ΓΙ(λλιν 
δ' δλως έπ' εσχάτων έπεκράτησεν ή αρχική 
γνώμη. Ήμεΐς δ ' έξετάσαντες προ ολίγου τήν 
έπιγραφήν εν Φλωρεντία έπανι^λαμβάνομεν 
άνεπιφυλάκτίος τάς λέξεις τοϋ ΡιΐΓΐ\νΗηο•ΐ6Γ (ε. ά. 
σελ. 217:2), ότι οΗρ ΙπΝοΗπίΐ Ϊ8ΐ; ^ϊοΗθγ εοΠΐ»•. 
Εις τήν μαρτυρίαν δε ταύτην της επιγραφής 
προστιϋει,ιένου τοΰ γεγονότος ότι ί| αρχαιότατη 
άντιγραφί) τοΰ Φαρνεσείου Ηρακλέους άπαντα 
επί νοΗίσΗ(/.τος(Είκ. 44) άλεξανδρείου τύπου"-, 
κοπέντος περί το Ρ)00 π.Χ. εν "Αργεί ή Σικυώνι 
(ϊδε κατωτέρω), έ'δρα τοΰ Λυσίππου, δυνάμεθα 
να παραδεχΟώμεν ότι το πρ(οτότυπον έποιήΟΐ] 
υπό τοΰ περίφημου τούτου τεχνίτου. 

"Ενεκα τώ\' [ΐήλωΛ-, άτιν(/. φ^έρει εν τη όπι- 
σθεν τοΰ σώματος έπΙ της όσφύος άναπαυομένη 
δεξιά ό εν Νεαπόλει Ηρακλής καί τίνα άλλα 
τών μαρμάρινων αντιγράφων, ήρμήνευσαν οί 
πλείστοι τών αρχαιοτέρων αρχαιολόγων τον 
τύπον τούτον τοΰ Ηρακλέους εν σχέσει προς 
τον μΰΟοΛ' τών Εσπερίδων. Άλλα και Λ'έα εκ 
ου^υτληρώσεως προσΐΐήκη αν δεν ήσαν τα μήλα 
ταϋτα, ώς πολλοί υπεστήριζαν, ή τού/.άχιστον, 
ώς ϋέλει ό ΡιΐΓΐ\νΗη•^ΐ6Γ, (ίσφαλώς προσθήκη 
τών κατά τιι\' ρωμαϊκΐ)ν έπιγραφήν αντιγρα- 
φέων, οΐτινες τά ^ιέγιστα ήγάπων παρά τω 
ΉρακλεΤ το σύμβολον τοϋτο», εΐναι αδύνατον 
νά παραδεχ{)τί τις ότι τό πρωτότυπον έ'φερε τά 
σύ(ΐβολα ταύτα, διότι, ώς ορθώς παρετήρησεΛ' 
ήδη υ \ν6Ϊ/:83.ο1<βΓ (ε. ά.), ^ ποίος καλλιτέχνης Οά 
έκρυπτε ποτέ όπισθεν τοΰ σο)ματος τό γνώρι- 
σ[ΐα ακριβώς τής πλασάσης τό άγαλμα αύτοΰ 



' "Ιδε και ΟοΙΗξηυη ε. ά. σε?ι. Η17. — Περί της επιγραφής 
ταύτης ϊδε δΚρΗαηί ε. ά. 164, 20. — Η. Μογβτ, ΟοβοΗ. ό. ΙίίΗ. 
ΚΗπδΐΒ III, ρ. 59. — ΟαΐδοΜίΟ Αη(. ΒίΜνν. Π, 3(5. — Ο. ]α1ιη, Αγ- 
οΚίίΘοΙ. Αυίδ., ρ. 162. — ΟνϋΓΐιυοΙί έ. ά. II, 381,460. — ΜίοΗαοΙίδ : 
ΑγοΚ. ΖοίΙ. 1880 ρ. 17, 28.— Ι,εϊρζίξϋΓ ΒεΗοΙιΐο 1881 ρ. 77, 78.— 
ΗβΓΓπεδ 22, 153.1 — 1>6ννγ, ΚϋπδΙΙεΓ - Ιη3θΙΐΓί£ΐβη, 506. 

'- Νιιπιίίπι. ΟΗγοπ. 1883 ρ. ί) Ρ1. Ι, 5. 



αιτίας». "Αλλως δε τίνα σχέσιν δύναται νά εχη 
προς τόν μΰθον τών Έσπερίδοτν, κα•0•' δν έθρι- 
άμβευσεν ό ήρως, ή υπέρ πάν άλλο χαρακτΐ)- 
ρίζουσα τό άγαλμα τούτο μελαγχολία ; 

Απορριπτέα επίσης εΐναι ή ετέρα θεωρία 
τών άβ ΡτΐΛ'η68 ', Ο. ΙίΐΗη (έ'. ά.) και \\^θϊζ8ίΙαΙ:6Γ 
(έ. ά.), οΐτινες στ)|ριζόιιενοι επί τινο)ν νο(ΐισμ(Λ-, 
το)ν καί μιας τοιχογραφίας ροιμαϊκών χρόνων 
ύπεστήριξαν ότι ό Φαρνέσειος Ήρακ?4,ής άπετέ- 
λει αρχικώς σύμπλεγ[(α εν μαριιάρω ή γραφή 
προς τον υπό έλάφου ιΐιιλαζόμενον παΐδα αύτοΰ 
Τή?νεφιον.Ώς παρετήρησεν ήδη ό \νο1ί6Γ8 (έ'. ά.), 
τό άνο)τέροι π(ίρατεΟέν άλεξίχνδρειον τετρά- 
δραχμον, όπερ ί|γν(Κ)υν οί ρηΟέντες αρχαιο- 
λόγοι, αποδεικνύει ότι ό τύπος τοΰ Φαρνε- 
σείου Ηρακλέους έποιήθη ήδη κατά τόν τέταρ- 
τον π. Χ. αιώνα ώς με[ΐον(υ[ΐένον άγαλμα, 
επομένως ότι πολύ κατόπιν συμπεριείιήφΰη εν 
τοις ρωμαϊκών χρόν(ον νομισικίτικοΐς τόποις 
και τοιχογραφίαις ταΐς άναφερο[ΐέναις εις την 
νηπιότητα τοΰ Τηλέφου. 

Παραμένει επομένως ζήτημα άλυτον μέχρι 
τυΰδε, τίνα στιγμήν τοΰ βίου τοΰ ήρωος ηθέ- 
λησε νά παραστήση μέγας καλλιτέχνης ποιών 
τό άγαλμα τούτο, διό κ<ιΐι πολλαΐ είκασίαι προε- 
τάΟ-ησαν και νΰν έτι προτείνοντίίΐ, έπΙ [ΐόνιις 
τής χαρακτηριζούσης τό άγαλμα μελαγχολίί/ς 
στιιριζόιιεναι, προς δε και έπι τής κοπίόσειας, 
ην λέγουσιν ότι διακρίνουσιν εις τόν τρόπο\', 
καθ' δν σττ]ρίζεται έπΙ τοΰ ροπάλου κ(/ι κλίνει 
τήν κεφιαλήν αύτοΰ προς τά κάπο. Ό ήρως — 
λέγει συγκεντρών τάς γνοηιας ταύτας ό κ. \\Ό1- 
1;θγ8 (έ. ά.) — ΐσταται παρά τό τέρμα τών [ΐό- 
χ{}ο)ν αύτοΰ, ουχί χαροπός εκ τής νίκης, άλλα 
κατάκοπος καΐ κεκυρτω μένος υπό τοΰ βάρους 
τοΰ έπιμόχθου βίου αύτοΰ. Τό δλο\' τής έ[ΐφα- 
νίσεως αύτοΰ, αϊ φλεγμαίνουσαι άρτηρίαικαΐ οί. 
έξογκούμενοι μυώνες διι?ιθΰσι κόπον καΐ [ΐόχΟον, 
αύται δ' αί σκέψεις αύτοΰ φέρονται προς τό 
παρελθόν και ούχΙ προς τό μέλλον . Παραλείπων 
νά μνημονεύσω τάς κατά τής έξηγήσεως ταύτιις 



Νουν. Αηη. Λε ΓΙπδΐ. Ι ρ. <ϋ). 



56 — 



Ό ^^ηηανροζ των ^Αντικνύήρο)%> 



ργι•ρί)ρίσας αντιρρήσεις, νο(ΐίζο) δτι δύνα(ΐί/.ι να 
προτρίνίο νέαν ο?.(ΐ)ς μΔ προς (ΐρ/αίας πτ]γάς 
πΓΜΐ(|(ον()ν ρρ[(ΐινΓίαν τοΓ» Οαυμασίου τούτου 
ι•ίς τ^■λ^•ι('»τ11τα και εκ((ρ(ίαιν άριατουργήιιατος. 

Ύίππαοά τίνα /αρ(/.κτΐ|ρίζουσι, κατ' γ[ικ, το 
αγαλ[ΐα τοοτο. Πρώτον ιιί-ν {\ παρ'ολον παρα- 
τηρ)|Οι•ΐσα βαΟεΐίί μελαγχολίίχ, ί'ιν εκφράζει \\ 
φυσιογν(ομία τοϋ Γιρο)()ς, ης πάρισοι εΐναι αϊ 
έπιτΐ'μ|5ί(^ιοι παριχστάσεις τών ?ι,ηκύΟο)ν, των 
«ρΐΓΐιπ•ιΐ8ί>>> , ή της λνπουιιένης ,τίχρά νεκρικην 
στήλην περΐ(( ήιιου Ά{)ΐ]\'(χς τοϋ άναγλύ(ρου της 
'Λκρ()π()λεως, καί τίνες τΓ^ς έπι της Αγέλα- 
στου πέτρας καιίιμιένης καΐ επίσης άχι•υμένης 
(άχαίας) ,\ή}ΐητρος '. Δεύτερον δε το κάτω προς 
την χ{)()να έστρα[ΐμένον μετά προσοχής βλέμ[ΐα 
αΰτοΰ '. Τρίτον δε ή δή?.ωσις της υπάτης και 
άπαραδειγματίστου αναπτύξεως και άκμϊΊς τών 
τεραστί(ον σο)((ατικών δυνάμεων αύτοϋ, και 
τέλος τέταρτον κ(ί1 ε'ίπερ τι και άλλο ή μεγάλη 
αργή πέτρα, παρ' ή ΐσταται καΐ έφ'ής στηρίζει 
το φοβερόν ρόπαλον, νΰν έρεισμα αύτοΰ. 

Έφ' όσον γν(ορίζω, ουδείς άπέδωκε βαΰυτέ- 
ραν τινά σημασίαν εις την μεγάλην πέτραν 
ταύτιιν καΐ άλ?ι,ην ή της ύπύ τεχνικών λογο^ν 
ανάγκης προς στήριξιν τοΰ σιόματος τοΰ ήρωος. 
Και δμως ούδέποτ' εν τη κλασσική εποχή της 
τέχνιις συνεδέΟησαν προς τους απεικονιζόμε- 
νους ΰεούς ή ήρωας τοιούτοι λίθοι ένεκα τεχνι- 
κών μόνον λόγων και άνευ συνδέσ[ΐου τινός 
μυθο?ι.ογικοϋ. Παράδειγ[ΐα ύ λίθος όμοραλός, 
έδρα τοΰ Απόλλωνος και τα υπό τόν πόδα 
διαφόρων θεών σύμβολα (Ίδε κατωτέρω). Δέον 
επομένως τό αυτό λ'ά υποθέσω μεν, ευθύς εξ 



' ΔιεθΎ. Έί^ηιι. Νομ. Άρχ. τόμ. Δ', σε/.. 294 κ.έξ. 

- Πβλ. τόν λΥβίζϊοΙίεΓ (ε. ά.) παρατηροΰλτα ορθώς δτι Οίβ 
8(αΙυε ζείβΐ <1βη Ηβταΐίΐβδ ηίοΐιί 5ον?ο1ι1 αυεηιΚοηιΙ, &15 νί<:1ιηε1ΐΓ 
ίη εϊηβΓ δίβΐΐυης, \νί6 δίβ δίοΐι 1)6ί 2α2επΙ)1ϊο1ίΙί€Κοιη ΙηηβΙίΕΐΙΙεπ 
α,αί άατ νίΛπάετηηζ 6Γ§;ί6ΐ>1, ϊίβηη άει Βΐίοΐί (ΙυτοΚ είηεη ααί άεηι 
Βοάεη Ιίε^εηίΐεη Οεβεηδίαηίΐ ^είε^δείΐ, άετ \ν&η<1εΓεΓ ζα είηί- 
^ειη ΥεΓΛέίΙεπ αυί^βίοΓίΙεη ννίΓίΙ. λΥίΙΙ ιηαη ϊ6εΓ (1»5 ΜοΙίν 
πϋΓ αΐί εϊη ίη δίοΚ ^β'^ε'^τίοδ Ν^οΗάεηΙίεη Εΐιίϊα53εη, 5ο ϋΙιεΓ- 
δίεΐιΐ ηιαη, ά&55 (Ιετ Κορί ζ«•3,γ ^«δεηΐίΐ, άυ Αιίβε ]εάοοΗ §εοίΙ- 
ηεΐ υηά αυ£ είηεη ΙιεδΙίπιπιΙεη Ρυηΐίΐ &π\ Βοάεη βετίοΚίεΙ ίβΐ, 
ίνίε υιη <1ϊ5 άοτΐ ΕΓΐ)1ίο1ίΙε ΓεοΗι 1ίε£ ίη βίεΐι αϋίζηπείιιηεη : άβτ 
Οεδίοΐιΐδίηη ίί£ άεΓ .•\υ55εηίτε1( ^εδΛ'ηεί, ηίοΐιΐ νεΓϊοΜοδδεη. 



αρχής, ώς προς την πέτραν τοΰ ΦαρνεσείουΊ Ι πα- 
κλέους,τοσούτο) μάλ?^ον «ίσον αΰτη είσάγετι/ι κι/.Ι 
ώς σύμβολον εις παρα?.λαγάς τινας τής παρα- 
στάσεως, έν αίς δεν υπάρχει πλέον ό τεχνικός 
λόγος τής στηρΓξεο)ς τοΰ σοψατος τοΰ ήρωος 
έπι τοΰ λίΙΙου ', όπερ αποδεικνύει σαφέστατα τό 
μυϋολογικώς συναφές τοΰ λίθου προς τόν ήρωα. 

Ερωτάται λοιπόν νΰν, αν υπάρχει λίΙΙος τις 
αργός έν τή μυίίολογίςί, συνδεόμενος προς τόν 
βίον τοΰ 'ΙΙρακλέους, ώς έπίσιις και προς τόν 
τοϋ Ηησέως, τοΰ μιη'ου, νομίζο), ήρο)ος, ού εχο- 
μεν πΐίοάστασιν ομοίους τό ρόπαλον έπι όμοίας 
πέτρας στηρΓζοντος, ήτοι τό γνωστόν άττικόν 
άνάγ/^υφον τοΰ Λούβρου -. Ώς π/^είσται άρχαΐαι 
[ΐαρτυρίαι και μνημεία δεικνύουσιν, άτινα συνε- 
κεντρο)σα[(εν πρό τίνος έν άλ?.η με/.έτη ήιιών', 
ό λίθος ούτος δι' αμφότερους εΐναι ή ιερά τή 
άχούση \ήμΐ)τρι καΐ παρά τί]ν πύ?.ην τοΰ "Αδου 
κειιιένη περίφημος αργή, ?.ενκάς ή άγέ?Μστος 
πέτρα, άφ' ής αμφότεροι οι ήροιες πλήρεις 
μελαγχολίας και ώς τό άγαλμα ημών αγέλαστοι 
άνεπαύ{))]σαν έν απαράλλακτο) τή τοΰ Ψαρνε- 
σείου στάσει πριν ή εις "Αδου κατέλθωσιν. 

Πρόκειται άρα περί παραστάσεοις Ηρα- 
κλέους εικονιζόμενου καθ' ην στιγμήν έν δλτ\ 
τή ακμή τής σωματικής αύτοΰ ροίμης ευρισκό- 
μενος και φθάσας πρό τοΰ χθονίου χάσματος 
τής πύλης τοΰ "Αδου στηρίζεται έπι τής παρά 
την πύ?^ιν Αγέλαστου πέτρας και αχνύμενος, 
ώς πάντες οί εΙς "Αδου κατερχόμενοι (Όμηρου 
κ, 5), βυθίζει τό βλέμμα αύτοΰ εις την όπίιν τοϋ 
Πλουτωνείου, δι'ής κατερχόμενος εις την Άγέ- 
λαστοΛ' χώραν τών νεκρών ιιέλλει νά επιχείρηση 



'■ Ίδε π. χ. τό ώραΧον εκ Δωρίδος χα/.κοΰν άγοχ>.μάτιον : 
Μοηυπι. Οτεοδ, 1880 φυλλ. 9 ρ. 1—10, Πίναξ Ι = δ. ΚείηίεΗ, 
ΚέρεΓίοίτε <1ε 1& δΙαίιΐΒίΓε II, ρ. 209, 2, 

- Μοηαιη. άΜ" Ιηδί. 4, 22 Β=:Κο5α1ΐ6Γ, Μχίΐιοΐ. ίεχ. σελ. 2499. 
— ΚτδΙιηεΓ, ΙπδΟΓ. §τ. άυ Ι^οηντε η° 23, είκών. Τό ρόπα/.ον τοϋ 
ήρωος ήτο δια χρώματος δεδηλωμέλ'ον. 

^ ΔιεΟν. Έφημ. τής Νομισμ. Άρχαιολ. τόμ. Δ' (1901) σελ. 
237—254 και 484 είκ. 23— 2δ καί πίν. ΙΖ'. Πρόσθες εις τα έκεϊ 
παρατιθέ^ιενα μλ-ημεΐα κα'ι τόν πρό όμοίας άχαίας Λήμητρος 
άναπαυό^ιενον έπϊ τής Αγέλαστου πέτρας Φαρνέσειον Ήρα- 
κλέα νομίσματος είκονισθέ\'τος -παρά .ΜοΓεΙΙί, ΤΙιεδ. ηυπι. Ιιηρ. 
II Τ»1>. 91, 18 (Σάρδεων έπ'ι Δομιτιανοϋ). 



— 57 — 



Ό ϋ•ηοανρος των Λντικυϋήρων 



τον μέγιστον των πόνίον αύτοϋ, την αναγωγην 
τοΰ φοβεροί3 Κέρβερου. Χάριν δε μίίνον της 
ισορροπίας τοΰ σώματος και ίνα εχΐΐ μαλλοΛ' 
έλευθέραν την προς την χθόνα θέαν, φέρει τη\' 
δεξιάν οπισίΐεν τοΰ σ(ί)ματος, ακριβώς ώς πάς τις 
ή(ΐών πράττει νΰν αύ{)ορ(ΐήτο)ς οσάκις σταθείς 
εΙς το χείλος βαθέος τινός χάσματος γης βυθί- 
ζει το βλέμμα εν αύτώ. "Οταν δε ό ήρως συντε- 
λέσιι τον ((οβερόν προκεί[ΐενον άθλον και σώος 
έπανέλίΐη εν {)•ριά[ΐβ(ΰ έπΙ ττίς γης, ή εκφρασις 
της μορορής αύτοΰ {)ά γείνη το άντίθετον της 
νΰν ήτοι χαροπή, ώς μαρτυρεί ή Βοιωτικί) 
παράδοσις \ ή δε Νίκη θέλει σπεύσει να στέψη 
αύτδν καΟ' ι'ίν στιγμήν έξελθών της πύλης 
τοΰ "Αδου ί)έ?.ει στηριχΟή, νικητής νΰν, έπι 
της Αγέλαστου πέτρας, ώς μαρτυρεί τοιαύτΐ) 
τις σύγχρονος, άλλα χαροπή, της τοΰ μελαγχο- 
λικού Φαρνεσείου τύπου παραλλαγή, (χπαντώσα 
έπΙ νομίσματος κοπέντος εν Ήρακ?ιεία της 
Βιθυνίας περί το .'Ί••.") ;')(»"^ π. Χ. και ή ταύτη 
συγγενής παραλλαγή τοΰ τύπου, ή ν παρουσιά- 
ζει το εκ Δο^ρίδος ώραΐον (Ιγαλμάτιον (σελ. Γι 7 
σημ. 1)-. 

Ή (?)ς Λ'ομίζα) πάσαν την ψυχολογί(χ\' κ(ίΐ 
πάσας τάς λεπτομέρειας της στάσεως τοΰ Φαρ- 
νεσείου Ηρακλέους εξηγούσα απλούστατη αίίτ)| 





Ε (κ 



Εί,χών 45- 



ερμηνεία άποδείκνυται σύμφωνος προς την 
ά?αίθειαν υπό Αθηναϊκού τΐΛ'ος \Ό(ΐίσματος 
(Ε'ικ. 45) ■^, εικονίζοντας παρά τήν Άγέλαστον 
πέτραν τοΰ Φαρνεσείου, και δη είς τό [ΐέρος 



' Παυσαν. 9, 34, 5: Άνίιΐτέρω δί' ΐστιν Ηρακλής Χάροψ 
επίκλησιν ένταϋθα Λέ οΊ Βοιωτοί λέγουσιν άναβήνοι τό\' 
Ή^αxλέα άγοντα τοΰ "Αδου τον κύνα. 

■-' δίχ ; Νηιηίδίη. ΟΙίΓοηίοΙι; 1885, ρ. .5Η η" 52— 53. — ΚαΙίΚι-Ι, 
Νυηι. νοί. Εηι;α<3. ρ. 37 Ύαΐι. III, 14. 

^ ΙηιΚοο( αηά ΟαΓςΙιιβΓ, Νυηι. Οοπιηι. οη Ραυϊ. ρ1. Ου, XI. 



εν9α βυθίζεται τό βλέ[ΐμα τοΰ ήρωος, τοξοειδές 
στόιιιον σπηλαίου, οίον τό τοΰ Πλουτ(ο\'είου 
της Έ?ιευσϊνος '. 

Άλλα καΐ τα αρχαιότερα [ΐνημεΐα, έφ'ών τό 
πρώτον εμφανίζεται ό τύπος τοΰ Φαρνεσείου 
Ηρακλέους, ώς είχε πρό τοΰ τελειοποίησαν- 




τος [ΐόνον, ούχι δε εΓρεί'οίη'τος -' αυτόν Απσίπ- 
που, λαμπρώς συμφωνοΰσι προς τήν έρ(ΐηνείαν 
ημών. Ούτω τό εν τω ΈθΛ'ΐκώ Μουσεί(ΰ ημών 
εξ Ίθώ[ΐης άνάγλυφον (Είκ. 4(ί) ' εικονίζει 
αυτόν στηρίζοντα τό ρυπαλον αύτοΰ έ.τΐ τώ\' 
βαθμίδων μεγίίλης πνλ')]ς καΐ ώς χθόνιον ήρ(ΰα 
ίΐυσίαν βοός και κριοϋ δεχόμενον. Επίσης 
έπι βρ(χχου π(χραστάδος πύλης της ακροπόλεως 
της 'Ακαρνανικής 'Αλυζίας είναι γεγλυμμένη ή 
δευτέρα τών αρχαιοτέρων παραστάσεων το Π 
Φαρνεσείου Ήρακ?ιέους ^. Πολί' δε κατόπιν 
εν πλαισίφ πύλης ωσαύτως ΐσταται Ηρακλής 
μεταγενεστέρο)ν χρόνων ", και τέλος έπι μικράς 
Λ'αομόρφου χθονίας πύλης, ούχι δ' έπι της 
Άγε?ι.άστου πέτρας, στηρίζει τό ρόπα?^ον αύτοΰ 

' 'Ιδέ τί|ν είκόν(;. ί'ν Λιεί^ν. ίφημι-'ο. της νομιπμ. αρχαιολο- 
γίας τόμ. Δ', σελ. 347. 

- Κιιη«:>π2ΐβΓ έ. ά. σελ. 2173. 

■' δοίιοπο, αηοοΗ. Κοί. 112.— δγΒοΙ, η" 320.— Κ^1;υI^, η" 374. 

■" Πυυζον, Ι.υ ηιοηΐ Οίνηιρρ ο£ 1'.•\οαΓηαηίί•, ρ1. XI. 

■■' ϋοΐΐ. (_;Γί!αιι VIII, 347 =: Κ^^ηα^^1. ΚέρυΓίοίΓΟ ϋο Ια 5ΐίΐ(ιι:ιίΓι• 
II σελ. 233,3. 



58 — 



ο ϋί/παυρος τώ%• ΆντικνϋΥ/ιχ/η• 



(} Φα.ηννπΐίος 'Π(^•(/.κλΓ|ς κον ίπΐ '1*(ΐ)|((/.ί(ΐ)ν 
νηιίΗτικχτων τών Α<^κ^•^)(ίιιι<)νίο)V ', παρ'οίς ίν 
Γί'.ινίϋρο) ρΰρίσκετο ναός ι•ίκαα[(ρ,νος σπιιλαίο) , 
Γ|ΐ(ΐι ί| ή^η^ ί^ι Γ|ς ϊίλεγον οτι 6 ϋοακλής (χνή- 
γαγρν έξ '^όου τον κΰνα -'. 

Λί πύλαι αΟτίίΐ ίνίΐιιμίζοιισιν άμναως ι'ιιην 
(χκρι(}θ)ς τίιν (ΐρ/αιοτάτιιν τών πα(_)α^)(')αΓ{^)ν 
πρρΐ της προς αναγωγην τοΰ Κερ(5κρου μιλο.- 
βάσειος το Γ» Ηρακλέους εις "Λί)ην, οι», (ί)ς 
γ\'(ΐ)πτ(')ν, τά |)ααί/α"ΐα έί^ήλοί) αυνοπτικώς [«')νΐ| 
ί\ πι''λ)| '. Ή μαρτνρίί/. (ίίίτΐ) είναι οί περί((>ΐ|ΐ(οι 
παρά τοϊς Ό|1)|ηιστ(/.ϊ^ στί/οι τΓ|ς Ίλκίί^ος (Ε. 
;5!).-)-;597): 

τλΓ| ί)' \Λίδ»|ς εν τοΐσι πελιόηιος ώκί'ν οϊπτήν, 

ΐντέ μιν (ΐ){>τ()ς ανηρ, ΐ'ίο; Διός «ιγκΊχιιιο, 

έν πύλω Ρν νεκί'εααι Ι'χίλιον ο(>ι''νΐ|απ' ί'Λ(ιικρν. 

Πολλοί τών (/.ρ/_(χί(ΐ)ν γράφοντες εν Πύλω 
σιινή^ί'ον τον ιιΓιΠον της εις "Αδυυ καταβάοε(ΐ)ς 
τοπ Ηρακλέους προς την πόλιν Πυλον της 
Μεσσηνίας ή της "Ηλιδος ', αλλ' άλλοι, ως ο 
πολύς Άρίσταρχος, ορθώς άνεγίνοσκον εν 
πύλω, όπερ ήρ^ιήνευον ώς έτερον τύπον τοΰ 
πΰΑί;, έν πύλη δηλαδή τοΰ "Αδοιν τούτο δ'έγέ- 
νετο, κ(ίτά τον ΕύστάΟιον, έν τη προς τον 
"Λδην ικ/./ιι τοΰ Ηρακλέους (Ίλ. Θ. ."ΚίΤ)• 

εύτε μιν εις \\ί^((ο πνλάρταο ,τοιιύ,τε!ΐ\|>εν (ΕΓχχιαίΙεί'ς) 
ες έρέβευς α£;ο\'τΐί χύνίί ατί'γεροΓ' "Λί<ΐ(ί(). 

"Αρα ή πύλη. προς ί'ιν τ(')σον στενώς συνδέε- 
ται ό τύπος τοΰ Φαρνεσείου ΊΤρακλέους έπι 
τών δυο αρχαιοτάτων [ΐνηπείο^ν, έφ'ών άπαντα, 
άνα(ρέρεται προς τ»ιν δια της πύλης τοΰ "Αδου 
κάΟοδον αύτοΰ. Επίσης προς την αύτην κάι)ο- 
δον σχετίζεται υλιλ η τοίτΐ] τών έμοί γνο)στών 
άρχαίο)ν παραλλαγών τοΰ τύπου, ή άπαντώσα 
έπι αγγείου ελευθέρας τεχνοτροπίας τοΰ Δ' 

' ΙηιΙιοοί- ΙϋιίΓαοΓ 3.ηά Ρ. ΟαηΙηεΓ, Νυηι. Οοηιιη. οπ Ρ»υί. ρ1. 
Ν, Χ = 15. Μ. ΟαΙ&Ι., Ρείοροηηβδϋδ ρ1. XXVI, 1. 

- Παυσαν. 11Τ, :25,1. 

" ΡγοΙΙογ - ΚοΒυη, ΊΐΓίιίοΙι. Μ>ΐΗυ1. ίί. «07 : ]α άαϊ ΤΗογ άεβ 
Αϊάεδ \νυΓάο 1)Ϊ5\νεϊ1ΰη αη^ΙηΙΙ άυ» ^Επζεπ ΡαΙη^Ιεί, αΐίυ αηδΙαΙΙ 
(ίι-Ί- υηΐ0Γ\νι_•1( §οηαηηΙ . . . 

' "ΙδΕ Ιΐαΐ'π. ιί. 25, :•5- — ΆπολλυΛ. 2, 7. '■'<■ — ΙΙινόιίοου 
'Ολυμ. !•, :11. 



(ίίη)νος π. Χ.', είκονίζοντος τον <Ι>αρνέσειον ((έ- 
ροντα τον κλ(/.δον το)ν μυστών, ίστάμενον δε 
παρά τον κιονίσκον τον δηλούντα τά μεταξύ ΓτΊς 
•/.(ΙΛ "Αδοπ ίΐρκ/. ϊ'ι τί|ν πύλην τοΰ "Αδου, και 
δεχιηιενον προς πυσιν έν ύδρο/)))) το ΰδωρ της 
ΑηίΙης παρά τοΰ Γιδί) έν τω Αδη ευρισκομένου 
ι|Μΐχοπομποΰ Κρμοΰ '. 

Άξιοσημείίυτον εΐναι ίίτι κΐΛΐ έπι τών τριών 
προλυσιπ:πείο)ν Μνΐ|ΐπ•ί(ΐ)ν τούτίον έλ/ν,είπει υπό 
το ρόπαλον ή "Αγέλαστος πέτρα, προ(ρανώς διότι 
ό τόπος της σκηνής και 6 /{Ιόνιος αυτής χαρα- 
κτήρ δηλοΰνται επαρκώς και σαφώς υπό τής 
πύλης, τοΰ ψυχοπομποΟ Έρμου και τοΰ ύδα- 
τος τής ΑήίΙης. 

Φαίνεται λοιπόν ότι ό Αύσιππος έν τούτ*;) 
κυρίους έτροποποίησε τον άρχαΐον τύπον, ότι 
πιχνυ εύιρυώς καΐ συμφώνίος προς τάς τεχνικάς 
άνάγκας τής ποιήσειος περκρερών άγαλιιάτο)ν 
άντικαταστήσας την πύλην τοΰ "Αδου διά τής 
ταυτοσήμου ταύτη Αγέλαστου πέτρας, διά δε 
τής παραστάσεως τής εις τό έπακρον αναπτύ- 
ξεως τής σωματικής δυνάμεως τοΰ ήρθ3θς δηλά)- 
σας ότι πρόκειται νΰν περί τοΰ ' γαλεποηάτηνΆ-^ 
τών άθλων αύτοΰ, ου τον τόπον και την φύσιν 
έδήλιοσε διά τών περίλυπων και προς την 
χϊΐόνα έστραμμένοίν (3λεμμάτων τοΰ ήρωος *. 

Τό\' οί'τιΐ) τελειοποιηθέντα υπό τοΰ Αυσίπ- 

' Ι';ιπ•>ί!ί3, Ζυυ> ΙίαϊίΙευί. Είκοίν. 

■ "Ιδε τήν όμοίαν παράοιααιν τοΟ ΐ/. τοϋ Π/.υυτωνείου τής 
έ\' Αθήναις "Αγρας ανάγλυφου ('Λρχ. Έφημ. 1ί^94, πίναξ 7, 
και >;βορο7)νος έν ΔιεΟν.Έ(ρΐ)μ. νομιομ. Άρχ- Δ', σελ. 304 κέ.). 
Πρβλ. επίσης καΐ τάς ταύτιι συγγενέστατος .ταραστάσεις παρά 
ιΜαΓίεΙΙε ΡίεΓ. βΓίΐν. Ι, .'^Τ, καΐ Οοπί, Μυβ. 1•Ίογ. II, 'Μϊ, 8. ένθα 
όμοιος κιονίσκος παρά τήν Άγέλαστον πέτραν. 

' Ό|ΐιΊρου λ. (ί2-1. 

' Περιγράφοιν τό άγαλμα τοϋτο ό Λιβάνιος (Εκφράσεις. 11 
^ΡείοΓδεη, Οοιηιη. <}ε Ι^ϊόαηίο, II, 20) ?.έγει. πολύ όρθότερον 
πολλών τών νε{οτέρ(•)ν ιΐρχαιολόγοιν, δτι Άνάκειται ονχ οίον 
εϊδεν ή Νεμέα, άλλ' οίον "Αργός άπήλαυνεν επί αναιρέσει 
τον λέοντος (ή λεοντή τοϋ Χεμείου /.έοντος, ν|ν φέρει τό 
άγιιλιια. ίίεικνϋει ότι έκ παραδρομής ετέθη λέοντος άντι χννός 
ή Κέρβερου), ή χεφαλή νεύει ηρος γην χαϊ δοχεΐ μοι σχο- 
πεϊν ει τι χτείνειεν έτερον (τό σκο.τοΰ,ιΐίνον τοϋτο ώς έν τή γή 
εΰρισκόμενον ουδέν έτερον δύναται να είναι ή ό Κέρβερος). 
Τών χειρών η δεξιά τέταται και σνγχέχαμηται χατάπιν 
έπΙ νώτον ... εν ησυχίας χαιρφ χεϊρα (δεξιάν) δέδωχεν 
απραχτον. . . . και παρέχει τοις όρώσι μαΌ-εΐν, οίος Ηρα- 
κλής χαϊ ηονών χαϊ πανόμενος• . 



-— 59 



Ό ϋΐ]σανρ6ς των Άντικν&ήρων 



που τύπον αδύνατον βεβαίως ήτα να μη αντι- 
γράψωσιν ή άπομΐ[ΐηΟώσιν οί μεταγενέστεροι 
γλύπται, σφραγώογ/ακροι καΐ ζωγράφοι ε'ισά- 
γοντες αυτόν εις διαφόρους συνθέσεις. Και 
μεμονωμένα μεν πιστά αντίγραφα αυτού τοΰ 
άγά?ιματος ύπάρχουσιν, ώς γνωστόν, απειρά- 
ριθμα, ιδίως έπΙ νομισμάτίον, από των περί το 
"Αργός πόλεων, Σικυώνος και Κορίνί)ου, μέ/ρι 
των έσχατιο)ν τοΰ ελληνικού καΐ ρωμαϊκού 
κόσμιου, ώς και έτερα απλώς άντιπαρατάσσοντα 
αυτόν προς οίλλας τυπικάς μορφάς, οΐαι αί της 
Δ7ί[(ητρος, τού Διονύσου, τών προς την αυτήν 
εις "Αδου κατάβασιν σχετιζθ[(ένων, ή ή τού 
σπένδοντος τώ ήρωϊ ιερέως ή 'Ρο)μαίου αύτο- 
κράτορος. Έξ άλλου δ' όμως τα προς την γήν 
έστραμμένα βλέμματα και ή [ΐελαγχολική έ'κ- 
φρασις τού προσοόπου τούΦαρνεσείου περιώρι- 
ζον μεγάλως τον άριθ (ίόν τών μορφών, μεθ' ων 
ήδύνατο να ένωΟΓ) κατά τέχΛΊΐΛ' και εΛ'νοια,Λ' 
εΙς σύμπλεγμα.'Έδει δηλαδή ανάγκα ίως το (ίντι- 
κείμενον, μεϋ' ού Οά συνεδέετο τεχνικώς, νά 
είναι μικρού μεν ύψους, ώστε νά ύποπίπτη εις 
τά προς τήν χθόνα έστραμ^ιένα βλέ(ΐματα τού 
ήρωος, τοιαύτης δε φύσεως, ώστε νά φαίνηται 
δτι αυτό και ούχΙ ή υπόγειος κατοικία τών 
νεκρών κινεί αύτον εις μελαγχολίαν. Προς τούτο 
πάνυ εύφυώς έπενοήθη ό μύθος — ό άλλως 
άμαρτύρητος, ν(ηιίζω, εν ταΐς πηγαΐς — , καθ'δν 
αυτός ό Ηρακλής, και ούχΙ ό Ναύπλιος ή οί 
βουκόλοι τού ΚορύΟου, συναντά τύ είςτό όρος 
έκτεθειμένον και ύπό έ?ιάφιου τρείρόμενον δυσ- 
τυχές τέκνον αυτού, ήτοι τόν Τήλεφον, ού ή θέα 
ή και τήν δυστυχίαν τής μητρός Αυγής ανακα- 
λούσα τω Ήρακλεϊ, κινεί αυτόν εις λύπην, ένθυ- 
μούμενον δτι αυτός έγένετο αίτιος τών δει- 
νών δυστυχή μάτων άμφ)οτέρο)ν \ Τοιουτοτρόπως 
βλέπομεν παρα?ιαμβανόμενον τόν Αυσίππειον 
τύπον ύπό τού ποιήσαντος τήν έπΙ τού μεγάλου 
βο)μού τής Περγάμου μικράν ζωοφόρον τού 
Τηλέφιου '-, καΐ ύπό τών πο?ιλω άδεξιωτέρων 
αντιγραφέων τών χαραξάντων τάς παραστάσεις 

' Πρβλ. Κο5ο1ι6γ'5 Μ)Ίΐι. Ι.εχ. έ. λ. Αυ^υ. 
- ΡοηΐΓ6ηιο1ί-€οΙ1ί§ηοη, Ρ6Γ§;ίΐηΐ6, ρ. 94, Γΐζ. 



τών ρωμαϊκών χρόνίον (Σ. Σεβήρου και Καρα- 
κά.λ?^ου) νομισμάτοιν τών Γερ^ιηνών (Είκ. 47) ', 
ώς καΐ ύπό τών γραψάντο)Λ' τήν γνωστίιν ίτα- 
λικήν τοιχογραφίαν τού Τηλέφου -. 

Τίθενται \'0ν. έ\' σχέσει προς τήν θεωρίαν 
ημών περί τής Άργείας προείιεύσεως τών Άντι- 
κυΟηραϊκών, τά ζητήματα, αν ό μύθος περί τής 
καί)(')δου τού Ηρακλέους εις "Αδην και ανα- 
παύσεως αυτού έπι τής Αγέλαστου πέτρας ήτο 
εγχώριος παρά τοις Άργείοις, προς δέ, αν ύπάρ- 
χη μαρτυρία τις δτι τό πριοτύτυπον τού Φαρνε- 
σείου Ηρακλέους ήτό ποτέ ίδρυμένον αυτόθι. 

Ώς προς τό δεύτερον εχομεν σαφές τεκ[)ήριον 
τό Άλεξάνδρειον τετράδραχμον, έφ' ού τό πρώ- 
τον άπαντα ό Φαρνέσειος και δή εις χρόνους 
καθ' ους έζη ϊσως εισέτι ό τήν άργειοσικυω- 
νίαν σχολήν δοξάσας και εν "Αργεί εργασθείς 
Αύσιππος.Τό νόμισμα τούτο (Είκ. 44) ανήκει εΙς 
τήν πολυάριθ(ΐον έκείνιιν τάξιν, ην ό τά νομί- 
σματα τού Α/.εξανδρείου τύπου /^επτομερώς 
μελετήσας €. λΐϋΐΐβτ άπέδωκεν έπΙ τή βάσει τής 
προελεύσεως, τεχνοτροπίας και τών συμβάλουν 
αυτής, τή Σικυώνΐ'Ι Διά τούτο δέ ό πρώτος 
δημοσιεύσας αυτό ΒυηΙοαΓ)- ^ εϊκασεν δτι έκόπη 
εν τή πόλει ταύτη και δτι ό Φαρνέσειος παριστά 
τόν εν τή άγορα τής Σικυώνος, άγνο)στου δέ 
τύπου, χάλκινον Ήρακλέα τού Αυσίππου ^ Τήν 
γνϋ)(ΐην ταύτην .παρεδέχθΐ]σαν οί λνο1ΐ:βΓ8 (έ. ά. 
σε?ι. 4Γ)1) και ΚιΐΓίχναηο-ΙβΓ (έ. ά. σελ. 217.'5). 
Παρατηρώ δμως δτι αυτός ό ΜϋΙΙβΓ (ε. ά. 224 
— 225) έση[ΐείωσεν ήδη δτι τινά τών νο[ΐισμά- 
των τής εν λύγο) τάξεως τών Άλεξανδρείων 
δυνατόν νά έκόπη σαν έν "Αργεί. Τούτο δέ ύπο- 



' \νίοζαγ, Μυδ. ΗοάοΓν. Αάϋ. Λά Το. Ι. ρ. 7. — δεδίίηί, Μΰδ. 
ΗεάβΓν. π, 101. — Μίοηπεί V, .^(53— 544. — δ[ΓθΙ>θΓ, ΜϋηοΗ- 
ΑΙ^ΙιαπιΠ. Ι, 191. Τίί. 3, 2.— \νη(1(1ίηί:Ιοη ; Κον. Νυηι. 1852, 89 
Ρ1. IV. (;.— ϋαΐ3ϋ1οη, ΙπνεηΙ. λΥΗ^άίη^Ιοη Ν" 804 και 7035. 

- ΡίΚϋΓε άΈΓοοΙίΐη.ι, 1, Ταν. «.— Μϊΐΐίπ, ΟαΙΙ. Μ^^ύί. Ρ1. 116, 
451.— Μϋδ. ΒοΛοη. Τοηι. IX Ταν. 5. ; Τοω. XIII, Τίν. 38, 39. 
— ΟυίβηίϊΐΚ, ΚεΙίβ. (Ιο Γ.\π(. ρ1. 183, 670. — Ζδΐιη, ϋίε βοΚϋηδΙεη 
Ογπηιπ. ι, 18. III, 1 -3. — δΙβρΚαηί 1. ο. 172, 1. — \νείζ5αο1ίεΓ ε. ά. 

■' ΜϋΙΙεΓ, Νϋΐηίδηι. <1'Α1εχαη(ΐΓ0 1ε Οηηιΐ, ρ. 218 — 225, Ν" 
864—898. 

' Νυπι. ϋΚΓοη. 1883 ρ. 9. Ρ1. Ι, δ. 

" Παυσ. Ι, 9, 8 : ίνταϋθα Ηρακλής χαλκούς έστι- Λύσιππος 
έποίησεν αυτόν Σικυ(ί)νιος. 



— 60 



'() {^ηααυρος ΐί'η' Άντικυϋήρον 



πτΐ]ρίζουσι συνεχή ι-ύρήμίχτα τοιούτίον ν<)(α- 
ο(ΐάτ(ον γενόμενα κατόπιν εις ί>ιά((()πα οιιμεΐα 
τής Αργολίδος ', προς ίίε και ή σκεψις ότι ό 
κατ'έξ()/ί|ν 'Αργεΐος και οΰχΐ Σικυώνιος ΊΙπίί- 
κλής ήδύνατο πολύ ύρΟότερον να /ρησιμεύαΐ) 
ως ού(ΐ(^()λον τοΠ "Αργούς μα^^λον ή της Σικυ- 
(ονος έπΙ των Ά?νεξ(ίνδρείου τύπου νομιαικ/.- 
τ(ον, άφΌύ μάλιστα ε/.^[ΐεν ήδη τοιαύτα δη- 
λούντα την Σικυώνίί δια τού ιδιάζοντος αυτή 
συ[ΐβό?.οιι τήςΧΐ[ΐαίρας. Προς τούτοις το δτι τά 
γρά[ΐ[ΐατα ΑΡΙ, ατινα φέρει τύ μετά τού Φαρ- 
νεσείου ΊΙρακ/νέους τετράδρα"/[ΐον, (ΐπαντώσιν 
έπι πολυαρίι)[ΐ(ΐ)ν [ΐικροτέρων άργυρ(7)ν νομι- 
σμάτοιν των Άργείίον '-', κοπέντθ)ν (ΐκριβώς 
κατά τους αύτους χρόνο ι>ς, καί)' ους και το έν 
λόγο) τετράδραχμον, καθιστά πιβανωτάτην ει 
μη βεβαίαν την Άργείαν προέλευσιν αυτού. 
Ή οικτρά κατάστασις, εις ήν περιήλΟεν ήμίν 
ό εξ Αντικυθήρων Ηρακλής, δεν επιτρέπει \'ά 
κρίνω[ΐεν, αν εΐναι πρ(ι)τ()τυπον ή άντίγραφον. 
"Εχοντες ό[ΐως ύπ' όψιν /.είψανά τίνα τής τε- 
χνοτροπίας αυτού και το ότι πάντα τά αναφε- 
ρόμενα έ'ργα τού Αυσίππου ήσαν χα?>,κά, ούδεν 
δε, ώς το εξ Αντικυθήρων, [ΐαρμάρινον, δυ\'ά- 
[ΐεθα να είκάσ(θ|ΐεν ότι πρόκειται περί ενός τών 
πρώτων εκείνων πιστών αντιγράφων, ατινα 
άφιινον προς παρηγορίαν τών ?^]στευομέν(ον 
πόλεοον και έξακολούθησιν τής λατρείας οί τά 
πρωτότυπα άφαιρούντες φι/^,ότεχνοι όσον και 
άρπαγες 'Ρωμαΐοι κατακτηται τής Ελλάδος, 
δια τούτο δε και παρήλθεν αυτό αιινηιιόνευ- 
τον 6 βεβαίως πλείστα άλλα άντίγραηα αυτού 
πανταχού τής Ελλάδος ίδών Παυσανίας. Ό 
δε έν 'Ρώμτ] τον Φαρνέσειον ποιήσας Γλυκών 
πιστώς επίσης {)ά αντέγραψε, προς έ|.ιπορίαν ή 
και κατά παραγγελίαν τινός, το έν Έιόμΐ] εξ 
"Αργούς κομισθέν πρωτότυπον. 



' Προσεχώς δημοσιευθήσεται ΰπό τοϋ βοηθοϋ μου κ. Α. 
Κεραμοποϋλου νέον εΰρημα Άλεξανδρείων νομισμάτων τής 
τάξεο)ς ταύτης γενόμενον έν Επίδαυρο) τής "Αργολίδος κατά 
τάς τελευταίας άνασκαφάς τής Άρχαιολ. Εταιρείας. 

■-' ΒΜΟ. Ρβίοροηηβδϋδ, Αγ^οϊ Ν" 47—50, 57—60, 84- 8ό. 
— Έφημ. Άρχ. 1896, Εύρημα Μυκηνών: άρ. 23 — 27, 56 — 58 
(ελ'θα τό χρονολογικόν μέρος είναι έσφαλ(ΐένον). 



Ώς προς δε τό ζήτημα, αν ό μύθος τού παρά 
τό στόμιον τού "Αδου έπΙ πέτρας άνιχπαυομέ- 
νου Άγε/νάστου Ηρακλέους ήτο έγχο)ριος και 
έν φή(ΐιΐ παρά τοις Άργείοις, σημειώ τά έξης: 

Πύλαι "Αδου, πλουτώνεια σπήλαια καΐ χά- 
σματα, επομένως καΐ πέτραι αγέλαστοι, άργαΐ 
και λευκάδες, ύπήρχον πανταχού τού Ελλη- 
νικού κόσμου '. 'ίίν Άργολίδι ό Παυσανίας 
άνα<ί έρει δύο τοιαύτίχ, έν Τροιζήνι - καΐ έν 
Ερμιόνη ', ο)ς και τρίτον έν τή άείποτε τοις 
Άργείοις άνηκούστ) Αέρνη '. "ί)τι δε προς τό 
τε?ιευταΐον τούτο ακριβώς σχετίζεται ό Ηρα- 
κλής τού Φαρνεσείου τύπου, νο[ΐίζω ότι μαρτυ- 
ρούσι σαφέστατα τά εξής. 

Έπι τών νο[ΐισμάτ(ΐ)ν τών Ι ερμηνών (Είκ. 
47) ό έπι τής Αγέλαστου πέτρας άναπαυό μέ- 
νος Ηρακλής έχει προ αυτού τον παΐδα Τήλε- 
φον θηλαζόμενον υπό έλάφου ύπό τους πρό- 
ποδας όρους ύψιιλού, έφ' ου έπικιχΟηται αετός. 
"Αρα ή Αγέλαστος πέτρα τού Ηρακλέους τού- 
του εκείτο επίσης εις τους πρόποδας τού αυτού 
όρους. Αοιπόν γνωρίζομεν ότι τό όρος, έφ' ου 
εκτεθείς έτράφη ό Τή}.εφος, έκαλεΐτο Παρθέ- 
νων, ανήκον έξ ημισείας τοις Τεγεάταις και 
Άργείοις ", ' κα{^ήκον έττΐ την Άργείαν άπο τής 
Τεγεάτίδος.^ κατά Στράβωνα (Χριιστομ. ;56). 

' Πρβλ. την άοχαιοτάτην περιγρα((:ήν τής εΙσόδου τοϋ 
"Αδου έν Όμηρου κ. 515 ενΰ-' εστίν πέτρη και ω, 11 εΛ•θα 
ή παρά τάς πϋλας λενχας πέτρα- «ιΙογ Κυΐίεη <16Γ ΥεΓΗτβΒϋηί; 
ιηίΐ άεη ΙιΙείοΗοπάεη ΟεΙ)εϊπϋη {λεύκ' όστέα) άετ ΥοΓδΙοΓ^ε- 
ηεη» : ΡΓε11βΓ-Κο1)βΓΐ, Ογ. Μ^ΛοΙοβ. ρ. 814. 

-' 2, .31, 2 : Έν τοϋτω δέ είσι τώ ναώ ("Αρτέμιδος τής Σο)- 
τείρας) βωμοί θεών τών λεγο(ΐένων υπό ^τΐν άρχειν καί φασιν 
έξ "Αιδου 2ε(ΐέλην τε υπό ΔιΟΛ-ϋσου κομισθήναι ταύτη, και 
ώς Ηρακλής άναγάγοι τόν κύνα τοϋ "^δου. 

' 2, 35, 10 : Περιείργεται μέν δη πάντα, (τά Πλουτοίνεια) 
Οριγκοΐς λί•&•α>ν, έν δέ τώ τοϋ Κλυ(ίίνου και γης χάσμα- διά 
τούτου δέ Ηρακλής άχ-ήγε τοϋ "Αδου τόν κύνα κατά τά /χγό- 
μεΛ'α ύπό Έρμιονέίον.— Ίδέ κα'ι Στράβωνος VIII, 373. 

^ 2, 36, 7 ; Πλησίον δέ αύτοΰ (τοϋ Χεΐ(ΐάρρου πόταμου τής 
Λέρνης) περίβολος έστι λίϋ•ων, κα'ι τόν Πλούτιονα άρπάσαντα, 
ώς λέγεται, κόρη ν τήν Δη μητρός καταβήναι ταύττ) φασίνες την 
ύπόγείον νομιζομέ\•ην αρχήν. — 2, 37, δ : ΕΙδον δέ κα'ι πηγήν 
Αμφιάραου καλουμένην και η'ιν 'Αλκυονίαν λιμλ-ην, δι' ης 
φασιν 'ΑργεΙοι Αιόλ•υσον εις τόν "Αδην έλθεϊν Σεμέλην άνά- 
|θλ•τα, τήν δέ ταύτη κάθοδον δεΤςαί οί Πόλυμνον [ή Πρόστι- 
μνον : Κλήμ. 'Αλεξ. Προτρ. 2. 34.— 'Αρνοβ. 3<1ν. ξ. δ, 29]. Τή 
δέ Άλκυονί<ί πέρας τοϋ βάθους οϋκ έστιν, κτλ. 

' ΒιίΓδίαη, Οεοβτ»ρΗϊε νοη ΟτίβοΚεηΙ&ηιΙ II, 7, 39. 66 κ.έ. 217. 



61 



ο '&7]σανρ6ς των Άντικυϋήρων 



Ό Παυσανίας μάλιστα τίθησιν ακριβέστερον 
τον τόπον της εκθέσεως τοϋ Τηλέφου έπΙ της 
κατωφέρειας της όδοΰ της από Τεγέας εις "Αρ- 
γός δια τοϋ Παρθενίου κατερχόμενης ε'ις Ύσιάς 
καΐ την ίεράν τω Ήρακλεϊ Λέρνην \ έΆ-θα 
ακριβώς εΰρομεν τάς εις "Αδου πύ?ιας τών 
Άργείων και περίβολον λίϋων Π?ιθυτωνείων. 
"Οτι δε αί πύ?ιαι αύται εΐναι εκεΐναι, δι' ων 
κατηλθεν ό Ηρακλής προς άναγο)γήν τοϋ Κέρ- 
βερου, μαρτυρεί ή παράδοσις ϋτι δι' αυτών 
ακριβώς κατή?.θεν εις "Αδου ό Διόνυσος (Παυσ. 
ε. α.), δστις μη γνωρίζων την όδόν εμαΰε ταύ- 
τιιν, κατά την κοίΛ'ήν καΐ πασίγνιοστον εκ τών 
Βατράχων τοϋ Αριστοφάνους παράδοσιν, παρ' 
αύτοϋ τοϋ πρότερον την αυτήν όδό\' άκολου- 
Όήσαντος Ηρακλέους. 

Υπάρχει δε και ετέρα τις ετι περιεργοτέρα 
μαρτυρία κυροΰσα το πράγμα. Νόμισ(ΐά τι δη- 
λαδή τών Άργείων (Είκ. 4«) -, άνερμήνευτον 



ί^^. 







ΕΙκόιν 47- ΕΙκο>ν 48. 

μέχρι τοΰδε παρουσιάζον τύπον,εΐκονίζει σαφ^ώς 
το αυτό μετά τοϋ έπικαΟημένου άετοΰ όρος, 
δπερ καΐ το ρηθέν νόμισμα τών Γερ μηνών, 
ά?^λ' ό μεν Τήλεφος ελλείπει, αντί δε τοί3 Ηρα- 
κλέους εύρίσκομεν άναπαυομένην επί τής προ 



' VIII, 48, 7 κα'ι 64, 5 — 7. Έπίσιις και ό Διόδωρος (4, 'ά'ά) 
λέγει δτι ή Αύγί) έγέλίνησε κατά τό Παρϋένιον ορός, ΰτε άπή. 
γετο ύπό τοϋ Ναυπλίου έκ Τεγέας εις Ναύπλιον. Ή οδός είναι 
ή αυτή προς τήν εις "Αργός έκ Τεγέας κατερχομένην μόνον 
μέχρι τής Αέρ\ης (νϋν Μΰλιυν). Εκείθεν σιιντομιότερον πε- 
ραιοΟταί τις διά θαλάσσιις εις Ναύπλιον άποφεύγίον τήν ένεκα 
τών τελμάτιον όίβατον και τά μάλιστα άποτρεπομένιιν άκτήν 
τοϋ κόλπου. "Ιδε και τόν λεπτομερή χάρτιιν τοϋ κ. Α. Μΐ)λια- 
ράκη, Γεωγραφία Αργολίδος (Αθήναι, 188β), μρτά τοϋ σχε- 
τικού κειμένου. 

- Ιιη1ιοο(-Β1υηΐ6Γ ιηιΐ Ρ. ΟΕΓάηΟΓ, Νιιηι. Οοιηηι. ιιη Ρ.1Π5. Ρ1. 
Ι, XIII ρ. :!4. 



τών προπόδων τοϋ δρους πέτρας μορφή ν πάνυ 
-Β^ίλυπρεπή, φέρουσαν δμως υπέρ μεν τόν μα- 
κρόν χιτώνα τήν λεοντή ν, εν δε τή χειρ ι αυτό 
τό ρόπαλον τοϋ Ηρακλέους ! 

Τίς ή γυνή ή ό θη?.υδρίας ούτος 6 οΰτως 
έσκευασμένος; Ουδείς άλλος, νομίζω, ή ό Διό- 
νυσος υ τήν αύτιιν τω Ήρακλεϊ άκολουΰήσας 
όδόν, ϊνα κατέλΟί) εις "Αδου, καΐ προς τούτο 
παρ' αύτοϋ δανεισθείς λεοντήν και ρόπαλοΛ-, 
ϊνα ομοίως αύτώ σκευασθΓ] ^ ύ Διόνυσος, ού 
ακριβώς εν τω Πλουτωνείω τούτο) της Αργο- 
λίδος έτελούντο τά άγνίοστα ήμΐν όργια εκείνα, 
περί ών ό Παυσανίας (ε. ά.) προσθέτει δτι -τά δε 
ες αυτήν Λιονύσ(ρ δρίόμελ-α εν νυκτΐ κατά έτος 
εκαστον ούχ δσιον ές άπ(/.ντας ην μοι γράν|)αι-^>. 
"Ισως εν τοις όργίοις τούτοις ένεφανίζετο ό 
Διόνυσος φέρων, ώς έπΙ τοϋ 'Αργείου νομίσιια- 
τος, τά δπλα τοϋ Ηρακλέους "-. 

Ταϋτα πάντα πείθουσι, νο[ΐίζο), δτι τό πρω- 
τότυπον τού Φαρνεσείοΐ' Ηρακλέους εύρίσκετο 
εν "Αργεί, συΛ'δεόμενον στενώτατα προς τήν 
μυθολογίαν τής πόλεως. Εις έμέ τουλάχιστον 
τοσαύτη έγεννήθη περί τούτου πεποίθησις έκ 
τε τών ά\Ίΰ και άλλ(ΐ)Λ' τι\'ώΛ' λ'ομισματικών 
ένδεΓζεοη', ώστε διαρκούσης τής άνελκύσε(ος 
τώ\' 'Αντικυθηραϊκών έτ(')λμιισα να έκφρίχσίο 
τήν είκασίαλ', δτι ί)ά άνελκυσΟή άγαλμα τ(»ιού- 
του τύπου, ή δ ' εικασία αύτη έσχε τήν σπανίαν 
τύχΐ|ν νά επαλήθευση ιιετι/. τινας ημέρας ^ 

Τό σπουδαιότερον δμως εν ττ] έρεύνη ημών 
περί τοϋ Φαρνεσείου Ηρακλέους εϊναι, ν()[(ίζω, 
δτι ή παρ' αυτόν άνακάλυψις τής Αγέλαστου 
πέτρας προϋ)ρισται νά άγάγη ασφαλώς εις εν- 
τελώς νέαν άντίληι|Μν και έρμηνείαν πλείστων 
άλλονν άριστουργΐ|μ(/.τ(ΐ)ν τής (ίοχαίας τέχνης. 



' "Ιδε τους Βατράχονς τοϋ "Αριστοφάνους μετά τών ΰπο- 
Οέσειιη' και σχολίιον. 

-' ΠιΟανιότατον είναι δτι εις τί|ν κάϋοδον διά τής ίΐΰτής 
όδοϋ εϊς "Λδι^ν όφιείλεται ή έπί τίνος νομισματική παρίίτα'Ιις 
τοϋ Φαρνεσείου τύ.ποιι τοϋ Ηρακλέους και τύπου Διονύσου. 
Δυστυχώς τό \όμισμα τοΰτο είναι γνωστόν μοι μόνον έκ δη- 
μοσιεύσεως τοϋ ούχ'ι πάντοτε αξιόπιστου δοίΐϊηί (Μυ». ϋί-εοτ. 
(Ιβΐΐβ ηΐ6(3. Ηοΐ £ιι Βεηΐζολτίΐζ ρ. 39. Τβν. Ι, Η!•. 

' ^Άατν τή; 2'2 και 25 Φεβρουαρίου 1!Κ)Ι. 



62 



'() ϋ^ηοανρος των Άντικνϋ^ήροη• 



Περί τοΓιτοΐ' νϋν [κΊνον νυξρις τινας ί)υνά[ΐί-:Οα 
να π(χρά(τχ(ΐ)[ΐεν ίνταΰϊΐα. 

'Λλΐ|ί)ώς βασανίζοντες τΐ|ν γνο)[ΐην τΐ[ΐ(7)ν οτι 
ό ?αΊ')()ς, π| ' οΓ' στηρίζεται ό Φ(/.ρνεοειος, είναι 
ή παρά τίρ- πυ/.ΐ|ν τοΰ "Α?)()υ Άγκ/ι,αοτο; πέ- 
τρα, έζητήσαμεν να (χνεύρω[ΐεν αΰττιν και παρά 
τους τύπους των ώς ό Ηρακλής ες "Αδου 
κατελΟόντίον ίΐιοιν ί| Γιρο'χον. ΊΙ ^' έρευνα 
ή|ΐ(7)ν εστέί} })η, ν()[ΐίζομεν, υπό μεγίστης επι- 
τυχίας κυρούσης λαμπρώς την ρη{)εΐσαν γνώ- 
[ΐην ημών. 

Ώς γνοστόλ', οί ες "Αδου κ(χτε?ι{)όντες εΐναι 
κυρίως τών [ΐεν θεών ό Έρμης, ό καθ' έκάστην 
ήμερίχν -/λιλ νύκτα τάς πύλας τοΰ "Αδου διερ- 
χόμενος ώς ψυχαγοογός και νεκροπομπός', τών 
δε ηρώων οί Θησεύς, Όρφεύς και Όδυσσεύς. 

Τούτων (ΐυνος 6 Θ)]σεύς εΐχε ρόπα?νθν (ος ό 
Ίΐρακλής, διά τοΰτο δε και είίρομεν ήδη αυτόν 
στηριζό[ίενον έπΙ τής Αγέλαστου πέτρας, εν 
απαράλλακτοι) στιίσει τή τοΰ Φαρνεσείου Ήρα- 
κ?ι,έους '-. Διά δε τους λοιπούς, τους τοιούτων 
β(ίκτρο)ν στερούμενους, εχρησΐ[ΐυποιήθΊ] ό τρό- 
πος τής έπΙ τής πέτρας στηρίξείος τοΰ ετέρου 
τών ποδών, ίνα έπ'αύτοϋ άναπαυΟή τό προς τά 
έ^^ιπρός κεκλιμένον σώμα. Περί τοΰ τρόπου τού- 
του έ'χομεν λεπτομερή μελέτη ν τοΰ Κ. 1.αη§^β, ϋ38 
Μοίϊν οΐ68 ίΐηί§•&'>1ϋ1ζΐ6η Ριΐ8868 ίη οΙθγ Εΐηΐίΐίεη 
ΚυηδΙ (ίβϊρζίσ- 1879)7 δστις δμϋ)ς, άγνοών δτι 
ή αργή πέτρα, έφ' ης στηρίζεται ό πους τών εν 
λόγω μορφών, είναι ή Αγέλαστος, δεν ήδυνήθη 
να έρμηνεύση κατ' αξία ν αύτάς, αν καΐ εξ άλ- 
λου πάνυ ορθώς ανέφερε τί]ν τελειοποίησιν τοΰ 
τρόπου τούτου εις τόν Αύσιπ;πον, ήτοι αυτόν 
τόν πρώτον, ο)ς εϊδομεν, ε'ισαγαγόντα τΐ|ν Άγέ- 
λαστον πέτραν παρά τόν τύπον τοΰ άναπαυο- 
μένου Ηρακλέους. 

Τέσσαρες κυρίως εΐναι αϊ μορφαΐ τοΰ τύπου 
τούτου, ας διακρίνει εν τή σοφή αύτοΰ μελέτη 



' Λουκιανού Θεών διάλογοι 2-ί, 1. 

- Ίδέ άνωτ. σελ. 57 σημ. 2. — Προς τούτοις έχομεν τόν αυτόν 
Θησέα και ύ.ΊΟ τόν έτερον τύπον στηρίζοντα τόν πόδα έπ'ι Αγέ- 
λαστου πέτρας κειμένη; εις τό χείλος τοΰ βασιλείου τοΰ Πλούτω- 
νος : "Ιδε τήν άγγειογραφίαν έν ΑγοΗ. ΖείΙ. 184.3, Ταί. 11 =; Κο- 
ϊοΗεΓ Μ^ιΗ. Ι^εχ. Βά. Ι. ρ. 1810 Γΐ£. και έν λ. ΡβίτίιΚουδ σελ. 1786. 



ό ρηίΐείς Ι^ιπί^ο. Γ'" ό ύποδούμενος τά σάνδα?ιχχ 
αύτοΰ (ά&τ '^Ά.η&ΔαχΛήηάατ), 2"" υ άνίχπαυό- 
μενος έ'ίρηβος (οΙγγ ΓυΗβηοΙβ ΕρΗβΙίΟ), 3'"' Πο- 
σειδών, δν ό \^\.η<^ν. έκάλεσεν "ΙσίΙμιον, και 4*" 
ή Μούσα Με?.πί)μένη. Ό έν τώ μουσείίο τοΰ 
Μονάχου Αλέξανδρος, δν ό Ι^ίΐη•^6 συνάπτει 
0)ς πέμπτον και τελευταΐον τύπον, άποκ/.είε- 
ται νΰν τής έρεύνης ημών, 0)ς στηρίζων τόν 
πόδα έπΙ κράνους καΐ ούχΙ πέτρας. 

Αοιπόν ό πρώτος τών τύπο)ν τούτοιν (Είκ. 
4ί)) εικονίζει τόν Έρ[ΐήν, ώς τρανώς άποδει- 
κνύουσιν οί έκ τοΰ τέλους τοΰ 4"" και τών άρ- 





ΕΙκών 49- 



ΕΙκών 5ο. 



χών τοΰ 3"" αιώνος π. Χ. άργυροι στατήοες τών 
Συβριτίων ' και Αευκαδίθ)ν-, προς δε και άλλα 
μεταγενεστέρίον χρόνων νομίσματα ■'', έφ' ών 
πάντων ό τύπος ούτος, ότέ μεν διά τής μιας 
χειρός λύων, ότέ δε δι' αμφοτέρων προσδένων 
τό έτερον τ(7)Λ' σανδάλων τοΰ έπΙ πέτρας τεθει- 
μένου ποδός, φέρει πάντοτε έν τή χειοΐ ώς χα- 
ρακτιιριστικόν τό κηρύκειον. Πρόκειται άρα, 
καΟ' ημάς, περί τοΰ ψυγ^οπομποϋ Έρμου εϊτε 
φθάσαντος κεκμηκότος μετά μακράν όδοιπορίαν 
προ τής πύ/ιης τοΰ "Αδου και αποβάλλοντας τά 
πέδιλα, ίνα εΊσέλθΐ] εντελώς γυμνός, ώς εδει^ ες 
"Αδου, εϊτε εξερχόμενου αύτοΰ, καΐ άνα?.αμβά- 
νοντος τά πέδι/.α εκείθεν έ'νΟα άφήκεν αυτά, ώς 
απαραίτητα δντα και πάλιν αύτώ προς τήν ού- 
ράνιον αύτοΰ πορείαν και πτήσιν. Σημειωτέον 



^ δνοΓυπο3, ΝυιηΪ5ϊη3ΐί(^ιΐθ άε Γΐΐε <16 ΟτέΙο, ρ1. XXX, 18. 

- Α. Ποστολάκα Κατάλογος τών νομισμάτων τών "Ιονίων 
Λησων, Λεύκας άρ. 579 — 580. 

^ Β. Ρίοΐί, Οίε αηΐ. Μϋηζεη ΝΌτά-ΟτίεοΙιεηΙίΐκΙδ III, Τ&£. XVI, 
23 (Νικόπολις) και 2ό (Μαρκιανόπολις αριθμ. 1209). — Ιιη1ιοο£- 
ΒΙαιηεΓ, Οηοοίιίδοΐιβ Μϋηζεη, ρ. 59 Ύ&(. V, 7 (Τραπεζοίς). 

* Λονκιανοϋ Νεκρικοί διάλογοι 10. 



63 



Ό θησαυρός των Άντικνϋ^ήρων 
δ' δτι και τύ άσάνδαλον ϊ]το σημεΐον πένθους 



έπΙ νεκρφ '. 

Ή δευτέρα μορ(ρή (Είκ. 50), ό νεαρός άνα- 
παυόμενος, αν δεν είναι και οΰτος, ώς νομίσ[ΐατα 
και τοιχογραφίαι δεικνύουσιν-, ελαφρά παρα?ι- 
λαγή τύπου ομοίου Έρμου ή Θησέο^ς, απλώς 
άναπαυομένου, πριν ή είσέλθη ες "Αδου, έπΙ 
της Αγέλαστου πέτρας, ένθα έ'ορΟααε κατάκο- 
πος, δύναται να λογισθώ ώς κοινός τις έπιτυμ- 
βίδιος τύπος είκονΓςο)ν ώς ήρωας τους τάς πύ- 
λας τοΰ "Αδου εν νεαρά ηλικία διελθόντας 
ΐ)τοι Οανόντας θ-νητούς, ών θα έκυσμει τους 
τάφους, αναλόγως προς τα κοινό ΰ τύπου έπι- 
τυ μ β ίδια αγάλματα εκείνα των κοινώς λεγομέ- 
νων έπιτυμβίίον Άπολλώνων και Έρμων. 

"Οτι δε και ή τρίτη [ΐορορή, ό Ποσειδών, 




ΕΙκιον 52. 



Είκών 53. 



(Είκ. 51), δν έπι ανεπαρκών δεδο[ΐέν(ον στηριζό- 
μενος ό 1.ίΐ秕θ έκάλεσεν "Ισθμιον, πατεΐ επίσης 
έπι τΐίς Αγέλαστου πέτρας, αρκεί να άποδείξη 
το γεγονός δτι εύρίσκομεν αυτόν επί τίνων [ΐνΐ]- 
μείων (Είκ. 52) συνδεόμενον τοπικώς μετά της 
Άμυμο)νης•', επωνύμου νύμφης της παρά ττ)ν 



' Ίδέ Βίοινος Έπιτάφιον Άδ<ΐ)\ιδος, στίχ. 19. 

-' 1ηι1ιοο£-Β1ιιιηβΓ, Οηεοΐι. Μϋηζβη, ρ. 87, Ν» 161 και 162, Ταί. 
VI, 24 κα'ι 25, κιιΐ ΚΙοίηαβίίΙ. Μαηζκη ρ. 18, Τ»(. Ι, 1-1.— ΒΜ€. 
Μγκία ρ. 1δ, ρ1. ΠΙ. (■>. (Άτταία). — ΑγοΗ. ΖβίΙ. 1843, Τ&ί. 11 
(άγγειογραφί(ΐ). 

■' ΜϋΙΙοΓ - ΧνίΒβοΙοΓ ϋβιι1<ηι. <1. Ά Κ II 74». Πβλ. ΟνεΛεοΙί, 
ΚυηδίηιχίΙιοΙοβίΕ Ιΐα. III ρ. 299.— Μοηυιη. IV ρ1. XIV, κα'ι ΒυΙΙ. 
Ν&ροΐ. II ρ1. 3, ένθα εικονίζεται και ή είσοδος τοΰ χθονίου 
σπηλαίου, ενίοτε δέ και ό ψυχοπομπός Έρμης (Ονετί^εοΐι ε. ά. 
Αίΐΐϊ, Ταί. XIII, 10). — Ή ένταϋΰα εΙκιΌν .52 έλιΊφ{)η παρά 
Β»1)εΙοη, Οιήάε αυ €3.1)ίηε£ (Ιεδ Μέάαίΐΐεε, ρ. ;!56, ίί^. 169. 



ένΛέρνη εϊσοδον ες "Αδου χθονίας πηγής, ένθα 
ακριβώς εΰρομεν την Άγέλαστον πέτραν τοΰ 
Φαρνεσείου Ηρακλέους, παρ' ην επομένως γί- 
νεται και ή συνομιλία αύτη της Άμυμίόντις 
και τοΰ Ποσειδώνος, στΐ)ρίζοντος τόν πόδα έπι 
τής τόν τόπον και τόν χθόνιον χαρακτήρα τής 
σκηνής δηλούσης Αγέλαστου πέτρας τής Άρ- 
γείας χο)ρας. Τοΰτο άλλως μαρτυροΰσι και (ίγ- 
γειογραφίαι τινές ' τοΰ μύθου τής Άμυμώνης, 
είκονίζουσαι τ)|ν Άγέλαστον πέτραν, έφ' ης 
βαίνει ύ Ποσειδών υπό δρος καϋ' δλα δμοιον 
προς τό 'Αργολικόν δρος τών ανωτέρου μνημο- 
νευθέντων νομισμάτων τών 'Αργείων και Γερ- 
μιΐνών (Είκ. 47 καΐ 48). "Ενεκα δέ τούτου 
φρονώ δτι ύ τύπος ούτος τοΰ Ποσειδώνος δεν 
είναι ό τοΰ Ίσ§μίον, άλλ' ό τοΰ παρά τί]ν Λέρ- 
νην έπιΰαλασσίου ίεροΰ Ποσειδώνος τοΰ Γενε- 
σίου ", τοΰ οΰτοις ίσως κλΐ]θέντος ώς διά τοΰ 
πλήγματος τής τριαίνης αύτοΰ γεννήσαντος την 
'Αμυμώνην πηγήν. Διά τοΰτο εύρίσκομεν αυτόν 
έπΙ τών αυτοκρατορικών νομισμάτων τών 'Αρ- 
γείων (αρ. 14281 τοΰ Μουσείου τής Βιέννης). 

Έτι σαίρεστέρα είναι ή παρουσία και συμ- 
βολικί) έννοια τής Αγέλαστου πέτρας υπό τόν 
πόδα τής τρίτης μορφής (Είκ. 53), ήτοι τής 
Μελπομένης. Ά?ιηθώς την φύσιν τής κατ' 
εξοχήν αγέλαστου Μ ούσης τής έπι θανάτω 
ωδής (τραγωδίας) ουδέν άλλο σύ(ΐβολον ήδύ- 
νατο προσφυέστερον νά δηλώσΐ], ούδ' αύτη ή 
αγέλαστος τραγική πρυσωπίς, ί'ιν φέρει προς 
είδικώτερον χαρακτηρισμόν αυτής ώς θεατρι- 
κής Μούσης. 

"Αν δέ νΰν στρέι|>(θ[ίεν τά βλέ[ΐ[ΐατα ή[ΐών 
προς τόν 'Ορφέα και 'Οδυσσέα, Οέλομεν εί'ιρει 
πλείστας παραστάσεις, εν αις ή παρουσία τής 
Αγέλαστου πέτρας υπό τόν πόδα αυτών καΐ 
προ τής πύλης τοΰ "Αδου ούδεμίοιν επιδέχεται 
άμφιβολίίχν. 'Αρκοΰμαι αναφερών ώς προς μεν 



' ΟεΛϋΓά, .\ϋ50Γΐ. να5ί•ηΙ)ίΜεΓ, 11, 2— ΕΙίΙε III ρ1. 18.— Ι. Κ. 
Κοφινιώτου Ιστορία τοΰ "Αργούς, πίν. 6 (9). 

- Παυσαν. 2, 38, 4: Έστι δέ έκ Λέρνης κα'ι έτερα παρ' αύ- 
ττ]ν οδός την θάλασσαν επί χίορίον δ Γενέσιον όνομάζουσί' 
προς θαλασσί) δέ τοΰ Γενεσίυυ Ποσειδώνος Ιερόν έστιν οϋ μέγα• 



64 



ο ι^ηο(^ί>(^()ς τώΐ' \^^•τικνI)ιΊ(^ω^' 



τον '()ρ((π/. τί|ν άρ/αίαν ίκείνην τ<)ΐχυγρα((ίαν 
(Κίκ. ")Γι), τί|ν ρΐκονΓ^ουπαν τπ ππήλαιον της 
.Ίύλΐ|ς τ(Η) "Αί)()υ ιιετα τοΟ Κι^π|)ίρ()υ ΐίκλγο- 
[ΐένου υπό τών ι"|•/(^)ν της λύρας τοΰ '()ρ((κι)ς, 
ην ούτος ατΐ|ρίζΐΊ ι-.τΐ τοΓ' [ΐηποΓ» τοπ γ.τι της 
προ τΓ|ς πυλΐ|ς τοΰ "Λί^οη Αγέλαστου πέτρας 
στΐ]ριζο[ΐένου ποήός αύτοΓ' '. Ώς προς ί^ε τον 
'Οδυσσέα άΑ'αφερ(ΐ) ικη'ον το ώραΐον εκείνο 
(ϋνάγλυφον (Είκ. ή 4), τό είκονίζον (ίΐΊτόν εις 
το στυ[ΐαον τοΰ "Αδου καΐ προ τής σκΐ(7.ς 
τοΰ Τειρεσίου, πατοΓ'ντ(/. δε επίπ)]ς τον έτε- 
ρον πόδί/. επί ό(ΐοί(/.ς Αγέλαστου πέτρας -. 




ΕΙκών 54. 



Είκών 55- 



Πλην τούτ(0Λ' ο[ΐ(ος απειράριθμοι είνι/,ι οί 
τύποι, οι δυνάμενοι να έ|ηγΐ)θώσι νυν κατά 
νέον, πολλάκις δε κ(/.ι άνέλπιστον δλο^ς τρόπον, 
δια της παρ' αΰτοϊς παρουσίας της Άγε7.άστου 
πέτρας. Ώς χαρακτΐ)ριστικόν παράδειγμα ανα- 
φέρω το άγαλμα της άπδ ύψηλίις πέτρας έςορ- 
μώσης κόρης '', ητις κατ' έμέ ούδε[ΐία άλλη εΐναι 
ή ή Σαπφώ κρημνιζοιιένΐ] </.πό ιιιάς τών περι- 
φημότερων Αγέλαστων πετρών, ήτοι της προ 
τών πυλών τοΰ "Αδου λενκάδος πέτρας τοΰ 
Ό[ΐήρου, ην οί Αευκάδιοι εϋετον εν τη τα 
μάλιστα -προς ζόφον» της Ελλάδος κειμένη 
νήσο) αυτών. "Αξιον δε Ιδιαιτέρας σημειώσεο3ς 
ένταϋ&α είναι και το «'ίτι ό τύπος τοΰ επί τής 
Αγέλαστου πέτρας πατοϋντος Έρμου το πρώ- 
τον άπαντα έπι νοιιισιιάτΓον τών Αευκαδίων, 



' ΒοΙΐΕΓΪ,8€υΙΙ;ϋΓβερίαυΓβ538το,Τ»1). Ι.ΧΙ1Ι. — Ουί^ηί&υΙ-ΟΓβα- 
Ζ6Γ, Κείί^ίοηί άε ΓίαΙίςυϊΙέ, νοί. IX. ρ. 27ΐ). ρ1. 172Ι''^ η" 64.0^. 

■ \νίη€ΐ£6ΐιη&ηη, Μοηιιιη. ίηέά. ΙοΊ — ΟΙάτάο ρ1. 223, άρ. 2δ0 
(=1<<.ηηαο1ι, ΚβρεΓί. Ι ρ. 112). — Ουί§ηί2ΐ](-θΓευζβΓ ε. ά. ηο 8-19. 
ρ1. 248. 

■' €1αΓ3ο ρ1. 5-1Ιίΐ>, ηο 124(>ι>— Κείηαοΐι ί'. «. ρ. 202. 



«/.να(ρερ()ντ(ΐ)ν αΐ)τ<ιν προφανώς εΙς τοί)ς ο(ΐη- 
ρικοίις εκείνους στί/ί)ΐ)ς (ω, 1 — 1 4), καΙ) ' οίΊς 
ό ίΐεος ούτος ε<|ερε τάς ψυ/άς τών Ι)α.ν(»ν- 
των παρά την λευκάδα πέτραν την άμέσο)ς 
προ τών δπτικιΤ)ν .τυλών τοΰ ΊΙλίοι», ήτοι τών 
τοΰ "Αδου. 

Αυτόν δε τον πρώτον, προ τής Σαπφούς, 
κρ))μνισΟέντα άπό τής πέτρας τής Αευκάδος 
Κέίμ/λον ', έπώνυ[ΐον ήρο)α τής γείτονος νήσου, 
ευρίσκω έπΙ άλλο)ν μνημείοη'-' καίΙήμενον 
περί?ιυπον. πριν ή κρημνισνίή, επί τής αυτής 
πέτρας, έφ'ής βραδύτερο ν θέ/^ομεν ευρει καίΙή- 
μενον ομοίως και άλ'απαυόμενον έπι βραχύ, πριν 
ή περίλυπος καταδυίΐή είς τον "Αδην δια τών 
δυτικών πυλών τοΰ Ί Ιλίου, έτερον περίφημον 
τύπον αγάλματος /αλκοΰ, ήτοι τον τοΰ έν τώ 
Μουσεί([) τής Νεαπό?ιεο)ς ?α»σιππείου Έριιοϋ •. 
Άλλα περί πάντο)ν τούτων ρηΟήσονται έκτενέ- 
στερον τά δέοντα έν τοΐς οίκείοις τόποις τής 
παρούστις συγγραφής. 

24. Απόλλων, έργον Αττλλου του Αθη- 
ναίου; (Πίναξ XI, 2 — 2'')*. Άγαλμα γυμνόν, 
κολοσσιαίων δ ιαστάσεων (σωζό μενον ΰψος 2,25), 
λίαν έφθαρμένον την έπιφάνειαν, άκέ(|:α/.ον, 
άπολέσαν δε και τά λοιπά άκρα. Τούτων άνεΰ- 
ρον έν τοΐς Άντικυθηραϊκοΐς /.ειψάνοις τον 
δεξιόν πόδα μετά μέρους τής πλίνθου (Πίν. 
XI, 2^) και τον δεξιον βρα/ίονα άνευ τής χει- 
ρός (Πίν. XI, 2"). Είς το αυτό άγαλμα ανήκει, 
μη σ.πεικονισ{)εις επί τοΰ πίνακος ημών, κορ- 
μός κίονος λίαν έφϋαρ μένος, ΰψους 1,4Χ, έφ' 
ου σα)ζεται ό άγκών τής άλλοτ' έπ' αύτοΰ 
στηριζοιιένιις αριστεράς χειρός τοΰ αγάλματος 
ήιιών. Αμφότεροι οί βραχίονες ήσαν ένθετοι, 
ώς δη?Λΰσιν αϊ έπι τοΰ κορμοΰ τοΰ σοηιατος 



' ^ίτράβίονος 10, 4ό2, ί): Ό [ΐέν οΰν Μένανδρος -πρα)ΐην 
άλέσθαι λέγει τήν Σίΐπφώ (άπό τής Λευκαδίας πέτρας), οί δέ 
ετι άρχίχιολογικοΊτεροι Κέφα?.ον 

- 15.Μ0. Ρείοροηηβδϋί, ρ1. XVII, 11—20 (αερ1ι&1Ιεηί&;— Πο- 
στολάκοις έ'. ά. ηο 929 — 936. — Βι1)ε1οη, ίε Ο&ΐιίηεΐ <1ε5 .ΛηΙίςυε» 
ϊι Ιά ΒίΙ)1. Ναΐίοπϊΐε, ρ. 9—10, ρ1. III (Οέρΐιιΐε ίίβϋΓε (1'ίρρΐί- 
ςαε εη 1)Γοηζε). 

' ΑηΐίΛίία ΛΙ ΕγοοΙ. 6 Ιαν. 29 — ΒϊηιηείΒίεΓ, Εΐκών 738 — 
ΚοϊοΗεΓ Μχΐΐι. Ι^εχ. 1 σελ. 2119. 

' Πρβλ. Έφημ. Άρχαιολ. ε. ά. σελ. 156, 1. Πίν. παρένθ. .\. 2. 



65 



Ό '&ησανρος των Άντικν^ήρων 



τετράγονοι όπαί, εν αίς είχοΛ' ποτέ σώήρψ 
γομφωθή. 

Ή οικτρά κατάστασις, εις ηΛ' περιεσο){)ιι 6 
κολοσσός ούτος, ούί^εμίαν επιτρέπει κρίσιν περί 
της τεχνοτροπίας καΐ των χρόνων ε'ις ους ανή- 
κει. Ώς προς την στάσιν δμως αύτοΰ σαφώς 
διακρίνομεν, δτι το [ΐέν βάρος τοΰ σ(όιιατος 
έστηρίζετο έπΙ τοΰ δεξιοΰ ποδός, ή δε δεξιά 
χειρ προετάσσετο ώς κρατοΰσά τι προς τά κάτω, 
ενώ ό άγκών της αριστεράς ήρείδετο απλώς 
επί τοΰ κίονος. 

Τά Λ'ομίσ^ιατα τοΰ "Αργούς παρουσιάζουσιν 
άγαλμα Απόλλωνος εν άπαραλλάκτφ στάσει 
(Είκών Γ)()). Το άγαλμα δε τοϋτο οί ΙπιΠοοί- 
ΒΙιυτκίΓ και Ρ. ΓταΓοΙηκΓ ^ έσχέτισαν προς τύ 
χωρίον τοΰ Παυσανίου (2,19, 3): ('Αργείοις δε 
των εν τί) πόλει το έπιφανέστα- 
τόν έστιν Απόλλωνος ίερόν Λυ- 
κίον το μεν ονν άγαλμα το εφ 
ημών Άτταλου ποίημα ην Ά§}ΐ- 
ναίου'. Επειδή δε και το κο- 
λοσσιαΐον μέγεθος τοΰ Άντι- 
56. κυΰηραϊκοΰ αγάλματος αρμόζει 
εις άγαλμα «επιφανέστατου ιεροί)», υποθέτο- 
μεν δτι δυνατόν νά εχωμεν προ ημών τά οικτρά 
λείψα\'α αΰτοϋ τοϋ έργου τοί3 αγνώστου χρο- 
νολογίας τεχνίτου Άτταλου, ολ' γνωρίί^ομεν 
μόνον εκ τοϋ παρατε{)έντος χωρίου τοΰ Παυ- 
σανίου, διότι είναι λίαν άμφίβολον, αν εις αυτόν 
αναφέρεται ή παρά τό θέατρον τοΰ "Αργούς 
ευρεθείσα εν έ'τει 1810 υπό τοΰ Βελή-Πασσά 
προτομή [ΐετά της επιγραφής ".^τταΑος "/Ιι-ίίρη- 
γάϋ^ου Άϋηνάϊος-. 

Τό ήμέτερον άγαλμα, αν πράγματι εΐναι τό 
έργον τοΰ Άτταλου, δεικνύει σαφώς δτι οΰτος 
άπεμιμήΟΐ] εν τοΐς κυρίοις τό\' κανόνα τοϋ 
Πο?^υκλείτου ή δτι άλ-τέγραψεν απλώς τό άο- 
χαιότερον άγαλμα τοΰ ίεροϋ, δπερ πιθανώς 
ήτο έργον αύτοΰ τοϋ Πο?Λ!κλείτου. 




' Νυηι. οοιηηι. οη Ριιΐ5ίΐηί35 ρ1. ΚΡ, 2ίϊ. ρ. 25. 9 κα'ι 15!', !). 
■-' ΒΓυηη, Ογ. ΚϋηδίΙβΓ Ι ρ. 558.— Ι.ο\νχ, Ιη8€ΐΐΓ. ^γ. ΒίΜΗ. 4;!(). 
-€. ΚοΙ)ι;γ[ : 1'ααΙν-\νί5ίο\ν.-ι Κδαΐ Εηΰ)•ο1. ίν λ. .^ΙΙαΙοί ηο :ί(ί. 



25 - 26. Περιλαος ο Αργειος και Οθρυ- 
ΑΔΑΣ ο Σπαρτιάτη^• ; (Πίναξ XII. 1—2) '. Δύο 
άγάλιιατα εικονιστικά νέοον άλληλομαχούντίον, 
άτινα δμως δεν είκονίσΟησαν έπΙ τοΰ πίνακος 
ημών εις τήν άρμόζουσαν προς άλ/.ηλα στάσίΛ'. 
άλλ' έφωτογραφήθησαν άφ' ης δψεως ήτο 
τοϋτο δυνατόν έκεΐ έ'νθα νΰν κατάκεινται, ήτοι 
άπεσπασμένα εις δύο διαφόρους αίθουσας. Τό 
[ΐέγείίος αυτών είναι κατά τι μικρότερον τοΰ 
φυσικού. Εικονίζει δε τό μεν ύπ' αρ. 26 άνδρα 
γυμνόν (ύψους 1,58) μετά μεγίστης ορμής έπι- 
τιθέμενον (Πίν. XII, 2), τό δε (άρ. 25) νεα- 
ρόν άνδρα (ύψους 1,04) ά[ΐυνόμενον πάση δυ- 
νάμει, άλλ' ήδη υποκύπτοντα (Πίν. XII, 1°). 

Τοϋ έπιτιθειιένου ελλείπει ό δεξιός βραχί(ι)ν 
σχεδόν ύ/νύκληρος, προς τούτοις δ'ύ πήχυς τής 
αριστεράς χειρός και ή αριστερά κνήμη [ΐετά 
τοϋ ποδός. Τό δε τμή[(α άπό τοϋ μέσου τοΰ 
δεξιοϋ [ΐηροΰ και κάτο) μετά τοΰ παρ' αύτώ 
στηρίγματος τοϋ αγάλματος εΐναι είργασμένον 
έ| ιδιαιτέρου τεμαχίου [ΐαρ[ΐάρου. Δυστυχώς 
πάντα τά σωζόμενα μέρη εΐν(/ι λίαν εφ θ άρ- 
μενα, μόλις δε διακρίνονται υπό τά θαλάσσια 
προσφύματα τά αδρά χαρακτηριστικά τοΰ αρι- 
στερά και προς τά κάτω στρεφομένου, έξωργι- 
σ[ΐένου δε προσώπου αύτοΰ. 

Εικονίζεται δε ό επιτιθέμενος ούτος εν δλη 
τή έλτάσει τών δυνάμεων αυτού, καθ ' ην στι- 
γμήλ' ρίψας τό σώμα προς τά εμπρός όρμητι- 
κώς καταφέρει δει\'όν π/^ιγμα, προφανώς τό 
τελευταΐον, κατά τοΰ ήδη ύποπτήσσοντος αντι- 
πάλου αυτού. Τά σκέλη έ'χει λίαν διαβεβηκότα, 
τόν δεξιόν πόδα μεθ' ορμής προτάσσων, εγεί- 
ρει δε τήν ποτέ δόρατι ώπλισμένην δεξιάΛ' αύ- 
τοΰ, ίνα πλήξη μεβ ' ορμής, ενώ συγχρόνως τή\' 
προτεταμένην καί ποτέ διά τής άσπίδος ώπλι- 
σμένην άριστεράν κλίνει προς τά πλάγια, ίνα 
άφήση έλευθέραν τήν δίοδοΛ' ε'ις τό κατά τήλ' 
στιγμήν ταύτην καταφερόμενον δόρυ. Ώς προς 
τό δλον τής στάσεως παράβαινε ιδίως τύ όοραΐον 



' Πρβλ. 'Κ(| ΐ||ΐ. Αρχαίο/., ί'. ά. Πίν. ,ταρ. Α, 1 (σελ. 1Γ)1)) καί 
Πίν. Β, 2 (αίλ. 1.")7, 7). 



— 66 



/«λκοΠν (Γ,Ίίλικίτιον Ί Ιπ(/.κλκ()ΐ'ς τοπ 
σ|ΐ(ίτικ()Γι Μουσι-ίου τών 1 1αΐ)ΐσίο)ν '. 

'() <ν• <ίΐιΐ)ν<)[ΐι•ν()ς. το πρώτον τών άνελκυ- 
σΟίντων κ(ίΙ κ(/τά την ί^Γίκ/ν (χι')τ<»Γι π/ιευράν 
(χλ(ί)(]ΐ|τ()ν, ώς ούδί-ν α/.λο τών ΆντικυΟηραϊ- 
κών σωζό[ΐρ\'()\' [Κίρμάρινον ('ίγαλιια -- εικο- 
νίζεται ύποπτησσολ', κατάκοπος, ϊσοος ?)κ καΐ 
τρ(χυ[ΐατίας ηδη κατά τύν άπο/.εσ{)εντα άρι- 
ατερόν [ΐηρόν-'. Αποβλέπει δε (ΐετά τρόμου εις 
τί) καταορερυμενον ηδιι ύπο τοπ επικειμένου 
(ίντιπάλου ι)ανατιιφ<')ρ()ν πλήγ[ΐ(/., κ(ίί)' οΓ' '^η- 
τεΐ να α[ΐυνι)[ι συγκεντρών πιχσας τάς ύπολει- 
πομένας δυνι/μεις αί'τοΰ εις τί|ν προτεταιιένην 
και τί|ν ασπίδα ύπερέ/.ουαιίίν ποτέ (ϋριατεράν. 
'Η αριστερά αΰτη χείρ, ποία) μετά την άνελκυ- 
σιν τοΰ αγάλματος άνενίρεθεΐσα, έχει υπό τον 
καρπόν μεγάλην και |)αί)εΐ(/.ν παραλ?α]?ι,()γραμ- 
[ΐ()\' οπή ν, εν ή προσιιρμυζετο το δχανον της 
ασπίδας. Ή δε κατά την προηγ))ί)εΐσαν πάλη ν 
έξαντλήσασα τά δπλα αυτής δεξιά (ξέρεται νΰν 
κατάκοπος και σχεδόν αδρανής προς τό έδα- 
φος, ώς ζητούσα εκεί άφ' εαυτής, αλλά ικίτιρ', 
όπλον τι, χερμάδίον 'ίσως, προς άντεπίΰεσιν. 

Πρόκειται άρα περί συμπ?^,έγματος παρι- 
στώντος τό έ'σχατον και κρίσιιιον σημεΐον σφο- 
δράς μάχης μεταξύ δύο άντιπάλο)ν. Τοιαύτας 
παραστάσεις, καθ' δλα όμοιας, παρουσιάζουσιν 
άπειρα παντοειδή καΐ πασίγνωστα άρχαΐα μνη- 
μεία, έφ' ων συχνά επανέρχεται ή αύτη αδρα- 
νούσα άοπ?ΐ,ος δεξιά και ό αυτός τρόμος και ή 
ικεσία, ήν έκφράζουσι τά χαρακτηριστικά τοΰ 
προσώπου τού ύποπτήσσοντα καΐ άμυνόμενον 
εικονίζοντας αγάλματος ήμών'''. 



Ο ιΊηηανρης τών Άντικυι'^ήροη 

Χι 111 I- 



' ΒαΙ)ε1οπ, ΟειΙ)ίηοΙ άβδ ΑηΙίςιιεδ 25 — Ο. ΚαΐΈΐ, Μοη. 24. — 
Κβίπίΐαΐι, δίαΙυ&ίΓε II ρ. 202, 1. 

- Πρβλ. ΟΙηηε ρ1. 280, 2151 = ΚοίπϋοΗ σελ. 141. — Βυΐΐ. 
αβ ΟοΓΓ. ΗεΙΙ. 1884 ρ. 178=Κβίηαο1ι II, 8ΐαΙυαίΓβ ρ. 199, 5. 

» Μίΐΐίη Ι, 58 και 61.— Νουνεΐΐβί Αηηαΐεδ 1838 ρ1. Β.— ΒυΙΙ. 
Νίΐρ. Νουν. δβΓ. IV ρ1. Ι\^. — ΤίδεΗΙιείη, ΟοΙΙ. ο£ Εη^Γ&νίη^δ, Ιοιη. 
II ρ1. 1. — Κ. Εη^είπιαηη, ΒίΙάεΓ - Αΐΐΐδ ζιΐΓ Ιΐί&δ, Τ&ί. II, 3 
ΙΙίακός ηίναξ. Ίδε τους ανω τοϋ ίεροϋ της Άφς)θδίτιις• προς 
όέ έν τΓ| τελευταία γραμμί) τόν Εύρΰ,τυλον και Νεο.ττόλε- 
μον. — 013.Γ3.0 ρ1. 117 Ε (ζο^ίοφόρος της Μαγνησίας) ρ1. 214'''5, 
ρ1. 199, 247, ρ1. 8δ4':, ηο 22111:.— Κείηίΐεΐι, δο,Ιυ^ίΓε II ρ. 199, 
4-5. — Κενυε ϊΓοίιέοΙ. 1897 II ρ. 239=Κ6ίΜ3.€ΐι ε. ά. ρ. 794, 2, 
κτλ. κτλ. 



ΙΙρός τούτοις τά ώς χυδαίο^ν σχεδόν /(φρι- 
κών στρατκοτών χαρακτηριστικά τοΓ» προσο)που 
(ίμ((οτέρϋ)ν τών ΆντικιιίΙιμ^αϊκών άγαλμάτο)ν 
δηλοΰσι σαφέστατα ότι οί μαχόμενοι δεν είναι 
ιδανικοί τίνες ήροιες μυΟολογικίίϋ τίνος κύ- 
κλου, (ίλλ' ιστορικά πρ()σο)πα. 

Ταϋτα πάντα έχων ύπ' όψιν έν σχέσει προς 
την ί)εο)ρίαν [ίου περί τής έ| "Λογούς προε- 
λεύσειος τών ΆντικυίΙηραϊκών, έταύτισα τό 
σύ[ΐπλεγμα τούτο τών δύο μαχητών προς τό 
υπό τοϋ ΙΙαυσανίαυ [ΐνημανευόμενον έν τΓ] 
περιγραφεί τού έν "Αργεί θεάτρου, γράφοντος 
(2, 20, 7) : <'Έν δε αντώ (τώ θεάτροι) και άλλα 
ϋεας άξιη και άνήρ ψονεύοη• έστΙν άνδρα, 
'ϋϋρυάδαν τον Σπαρτιάτην Περίλαος Άργεϊος υ 
Άλκήνορος > . 

Είναι πασίγνωστον τό περί τό ."»4ΐΙ π. Χ. 
περίφημον ιστορικόν έπεισόδιαν. εις δ αναφέ- 
ρεται ό Παυσανίας. Οί Λακεδαιμόνιοι καΐ 
'ΛργεΙαι έπΙ μακρόν ήριζον περί τής κυριότη- 
τας τής θυρέας, μοίρας τής Αργολίδος, ή ν 
απασπάσαντες βία κατείχαν οί Λακεδαιμόνιοι. 
Έπι τέλους δέ, προς λήξιν τών μακρών αί}ΐα- 
τηρών άγοινων, απεφάσισαν νά έκλέξωσίλ- έκα- 
στος (/.νά τριακασίαυς λογάδας μαχητάς καΐ — 
άποσυρυ[ΐένων μακράν εις τάς πατρίδας των 
πάντων τών λοιπών στρατιωτών — νά δοίΐή ή 
ά[ΐφ)ΐσβηταυ[ΐένη χιόρα οριστικώς είς εκείνους, 
ών οί στρατιώται ήθελαν νικήσει. Συμβα/.όν- 
τες λοιπόν έ[ΐάχαντο μέχρις οΰ πά.ντ(ον τών 
λοιπών φονευθέντων ύπελείφθι^σαν τρεις, δύο 
'Λργεΐοι καΐ ΌΟρυάδας Λακεδαιμονίων στρα- 
> τιώτης, δστις πολλούς άποκτείνας καΐ πολλά 
; τετρωμένας εκείτο μεταξύ τών άνηρη^ιένων 
Λακεδαιμονίοίν μόνος περι?ιειφθείς>. Οί 'Λρ- 
γεΐοι νομίσαντες, δικαίως, εαυτούς νικητάς, 
έδραμον είς "Λργος, ίνα άναγγείλο)σι τήν νίκην. 
'Λλλ' ό 'Οΰρυάδας επιζήσας και ήμικλάστοις 
δόρασιν ύπερειδόμενας τάς τών νεκρών απαν- 
τούν ασπίδας περιείλετο καΐ τρόπαιον στήσας 
εκ ταύ ίδίαυ αίματος έπέγραψε Αά τροπαιονχω, 
ή Λακεδαιμόνιοι κατ Άργείων, και τοΰτο πρό- 
ζας άπέΟανεν . Σταθκιΐουσαι τά γεγονότα αϊ 



67 — 



Ό ϋησανρος των Άνηκν&ήρων 



αντίπαλοι πόλεις διεφιλονίκουν εκάστη ύπερ 
εαυτής τί|ν νίκην, μέχρις ου οί διαιτηταΐ Άμ- 
φικτύονες απεφάλ'θησαν δτι εις τους Λακε^αι- 
ιιονίους ανήκει ή νίκη, χάρις εις την πράξιν τοΰ 
'ϋί)ρυά5α. 

Ιστορικοί, ρήτορες και ποιηταί, "Ελληνες 
και Λατίνοι ', πλειστάκις εξύμνησαν το Όαυ[ΐά- 
πιον τοϋ ΌΟρυάδα κατόρθωμα, δστις ήόυνήθη, 
καίπερ ήττηΰείς, μετά τής τελευταίας αύτοΰ 
πνοής το ΰστατον αύτοΰ αίμα άντι μελάνης 
μεταχειριζόμενος, να άναγράψη δι' αύτοΰ νίκην 
υπέρ της πατρίδος. 

Άλλ' οί ΆργεΙοι ουδέποτε, ώς φαίνετ(χι, 
θ)μολόγησαν εαυτούς πράγματι ηττημένους, εις 
(«πόδειξιν δε τοΰ εναντίου έπραξαν το εξής. 
ΜαΟόντες, τίς ό καταβαλών Άργεΐος στρατκό- 
της κατά την μάχην τον 'ΟΟριιάδαν, έ'στησαν 
εν [ΐεταγενεστέροις χρόνοις προς γενικήν θέαν 
εν τω θεάτρω αυτών σύμπλεγμα είκονίζον Πε- 
ρίλαον τον Άργεΐον καταρρίπτοντα και Οα- 
νασίμιος τραυματίζοντα τον ΌΟρυάδαν. Ούτως 
εξηγείται \'ϊνν, ιρρονώ, και ή όλίγη φροντίς τοΰ 
Άργείου καλλιτέχΑ'ου νά εξιδανίκευση τα χα- 
ρακτηριστικά τοΰ διά δόλου τήν νίκην των 
Άργείων άφαρπάσαντος ΌΟρυάδα, δν εικονί- 
ζει [ΐετά χυδαίας φυσιογνωμίας στρατκότου χω- 
ρικού, οίος ήτο ϊσως καΐ πρ(χγματι. Είς τους 
Άργείους δ' ϊσο)ς οφείλεται, εκ τοΰ αύτοΰ λό- 
γου πηγάσασα, και ή παραλλαγή εκείνη της 
παραδόσεως, καΗ' ί'ιν ό Όΰρυάδας Ί]ύτοκτόνη- 
σεν εξ αισχύνης μετά τί|\' μ«χην, έντρεπόμενος 
δήθεν νά έπιστρέψη είς τήν πατρίδα αύτοΰ, ένφ 
έ'πρεπέ τις νά αναμένη δτι θά συνέβαη'ε το 
εναντίον. Ότι δε ό Παυσανίας τοΰ ιστορικού 
καλλιτεχνήματος εΐδεν άντίγραφίΟΛ' και ούχΙ το 
πρωτότυπον — το τίς οΐδεν ύπύ τίνος Έοιμαίου 
κυριάρχου αφαιρεί) εν, — μαρτυροΰσι τά πολλά 
στηρίγματα τοΰ προ ημών άγάλ(ΐατος τοΰ 

' Ή(.ιοίιότ. Λ', Κ2. — 2τρά|:1(ονος Μ, :ί7(ί.— Π/.ϋΐ'τάρχ. Ίοτο(.). 
παραλλ. ϋ (Ήΰικά έκδ. Βερν. τόμ. Β' οίλ. ίϊ.'Η)). — Λουκιανού 
Χά^ίον 24 και 'Ρητορ. παραγγ. 1Ν.— ί:ουΐ6ας έν. λ. Όθροά- 
δας.— 'ΛνίΙολογία VII, 7, 4.%, 431, Γ)2ΐ;, 711 και XI, 141.— :ϊ:ιο- 
|5αίου 'ΛνίΙολόγ. 7,07. — Υαΐ^ι-. Μ.•ιχίηι. 111, 2,4. — Ονίιΐ. Κ.ΐί.ι. 
2,005 κλ. 



'Οΰρυάδα, ώς καΐ ή στάσις αύτοΰ ή σα(|'έ- 
στατα δεικνύουσα δτι το πρωτότυπον ήτο χαλ- 
κοΰν και δή, ο)ς δεικ\'ύει ή τεχνοτροπία αύτοΰ, 
έ'ργον τοΰ Λ' αιώνος π. Χ., άντιγρα(|;έν μόλις 
κατά τον Β' αιώνα π. Χ., καθ' ή ν έποχήν Οά 
άφηρέι))] το προ^τότυπον εκ τής έν τώ θεάτρορ 
θέσειος αύτοΰ '. 

"Οτε δ'άμα τΓ| ένάρξει τών εργασιών τής ΟΛ-ε/.- 
κύσεως ήλΟεν είς φώς το άγαλμα τοΰ ΌΟρυ- 
άδα, ό γενικός έφορος τών αρχαιοτήτων Καββα- 
δίας έσπευσε νά ύποστηρίξΐ) έν δωδεκάδι δη[»ο- 
σιεύσεοη' και ομιλιών, δτιπρόκειται περί τύπου 
νεανίου άποσκοπονντος, ήτοι φέροντος τήν άρι- 
στεράν υπέρ τους όφΟαλ[ΐούς, ίνα τι μακράν 
και υψηλά κείμενον άτενίσΐ] μετά προσοχής. 
Απέκρουσα εύΟύς τότε ώς εντελώς άβάσΐ[ΐον 
τίιν γ\'(ί)μην ταύτην, ττ^' μι) δυναμέν)|\' Λ'ά στί)- 
ριχθή έπ' ούδενός αρχαίου μνημείου έν τοιαύτη 
ύποπτήσσοντος στάσει είκονίζοντός ποτέ <ίπο- 
σκοποΰντα. Άντ' αυτής δέ προέτεινα τήν άνίο- 
τέρω έκτεθεΐσαν γνώ[(ην μου, πολλούς μήνας 
πριν ή άνακαλυφΟή ή τε (αριστερά χειρ τοΰ (χμυ- 
νομένου (ΌΟρυάδα) — ή διαψεύσασα τήν γνώ- 
μην τοΰ Κΐίββαδίου - και τύ άγαλμα τοΰ επιτι- 
θεμένου (ΓΙεριλάου). οι'ι τήν (ίνέ?αυσιν προε[ΐάν- 
τευσα ώς πιθανή ν τεσσάρας μήνας πρότερο ν, 
ήτοι ευθύς ώς έσχημάτισα τήν γν(όμΐ]ν δτι ό 
' άποσκοπεύων > τοΰ Κίχββαδίου είναι ό αμυνό- 
μενος Όθρυάδας τοΰ έν "Αργεί συμπλέγματος"-. 

Έλ' τω [ΐεταξύ δέ ό Γάλλος ΡεΓάτίζεΙ: απο- 
κρούων τήν κατόπιν ύπό τών ευρημάτων ούτως 
έπικυρωθεΐσαν γνώ[ΐην ημών, έπι μόνω τω λόγφ 
δτι ό ΌΟρυάδας δέν έφόρει και το κράνος αύτοΰ, 
προέτεινε τήν και τής τοΰ Καββαδίου μάλλον 
άστήρικτον γνώμην, δτι πρόκειται περί παλαι- 
ατην. Συγχρόνως δμως άλλοι, όρθότερον τουλά- 
χιστον ψυχολογοΰντες, ένόμισαν δτι πρόκειται 
περί ένος τών Νιοβιδών, προφυλασσομένου 
κατά το δυνατόν άπό τών θανατηφ()ρ(ον πλη- 



' ^ιιιιεκοτρον Λ' (ίτι τό (ϊίνιι) (ΐΕρος τοΓι κρανίοχι και ή ιίεςιά 
χειρ είναι είργασμένα έκ προσ{)έτ(ρ)ν τεμαχάολ' μαρμάροΐ'. 

- "Ιδε τά έν τφ "Αστει όίρΟρα μοιι τής 28 και ΜΙ Ίανοχ'α- 
ρίου, 8 Φεβρουαρίου και 4 Απριλίου 1901. 



— 68 



Ί) Ι)ηαανρος ιών Άντικ('ΰήυ(ι>ι• 



γιΐ(ίτ(ΐι\' Γΐ»Γι 'Λ.τιΊ/.λίκνο::. Γ] πΐ'οι τοΓ» Λυκ(/.()\'()ς 
ίκι τΓΐΊοντος τον ι-πιχ.ι ίΐίΐνον ΆχιλλιπίΚ Τίλος 
ίχ τών |ΐί| ίί)(')Λ'τα)ν το πρ(ι)τ<)τυπον, άλλ' τπΐ ττ) 
()</.σΐΊ (( (οτογρ(/.Γ['ΐίΤ)ν κηιν(')ντο)ν το αγίίλικ/. τοΰ 
'ϋί)ρχΗχ^(ί, ή ^ί. Ι\(ίη;κ1ι, ('κ^ηγον ν-/(ην τάς 
§σφαλμίνας πληροιρορίας τοΰ Κ(χ('5(5«^ίοΐ', ίπη- 
[(π'οΐ'-' ΟΤΙ ΤουΙΰ ΙοηΙ;ιΐίνι• ιΓ(!xρ1^^ίιι^οη οίοϊΐ 
ΙυπίΓ ί•(ΐιη])Ιο άβ ογ ί.ιίΐ. (|ΐΐ6 1θ8 ιπιι.ΗοΙεΝ <Ίιι 
οοΓρΗ ηνχρΓΪιτκΜΊΐ: ( ! ) ;ιαοιιη6 ΐοη8ίοη εΐ (|υί: 1ί• 
1)ΓΗΝ ΓοΙοιηΙι,ιπΙ η' ("χοΐιιΐ ρίΐΝ ιηοίηί; Γίοΐέε ά'αη 
βίΤοΓί. ^^ί (Ιοικ' (-'ί•^! ηη ι^ικ'ΓΠγγ, (•'(•νΙ ιιη 1)Ι('ΝΗύ, 
ηοη πη (■οηιΐκιΐΐ,ιηΐ , ένω εξ άλλον ό \\' ιύάί^ίί'ην' 
(ΐπίχριΟμών καΐ αποκρούων πάσας τας λοιπάς 
γνώ(ΐας ργραι|)ρν, ώς εί όμυνό(ΐΡΛΌς υπέρ της 
έμής γν(ό[ΐΐ|ς, ίρ- ϊ'σος ήγνόει, οτι 'ΓΙιο ααΐϊοη 
ΪΗ 8θ ο1ο;ιγ1\' ϊΗ.ιΙ οί οηηι1)ϊηίκ1 οίείεηοβ ίΐηά 
Ηΐ1;ίΐΓΐ< ίπΜΐι Πο1ο\ν ιιρ\\;ΐΓ(ΐ8 1()\ν,ΊηΐΝ ;ιη αίΙνβΓ- 
8;ΐΓ\• χνΐιο ίϊι^ΙιΐΝ ίπιπι .'ΐΐκηχ•, ΐΐι,ιΐ: ίΐ χνοπΚΙ ποΓ 
Γ6(|ΐηΓ6 ΐΗβ οοη"ο1)()Γίΐΐίοη οί ΐΗε ίΐηοϊεηΐ ηιοηη- 
ηΐ6ηΐ8 \νΗίοΗ Ι οίΐη ίΐοΐάιιοβ Ιο 8ΐιο\ν ίΗΪ8. ΤΗθ 
ΟΓοιιοΗϊηο- γοαΐΗ Ηεΐά ίΐη νιρΓΛΪ8θά 8Ηί6ΐο1 οπ 
Ηί8 Ιβίΐ αηη, \νΗϊ1β ΐΗβ 8\\όγοΙ ογ 8ρ€ίΐΓ, \ν;ΐ8 
ενίάεηΐΐν ΙκΊά ίη Ιιϊν ιΙοΝνη^ΐΓβΐοΗβά ηοΗΐ 
&Γηι κτ?^. 

27-28. ΛιΟΜΡίΔΗΣ ΚΑΙ Ολυςςευς (Πίν. 
XIII, 1 - '2)\ Ό Παυσανίας δεν λέγει τί παρί- 
στο)\' τα αλ?ι,α θέας άξια > αγάλματα, άτινα 
εΐδεν εν τω Οεάτρω τοΰ "Αργούς παρά το σύ}ΐ- 
π?ιεγμ(ί τοΰ Περιλάου καΐ 'ΟΟρυάδα. Κρίνολ'- 
τες δμως εκ τοΰ θέματος τοΰ τελευταίου τού- 
του δυνάμεθα Λ'ά εικάσω μεν οτι και εκείνα 
ίσως άνεφέροντο επίσης εις ένδοξα κατορί)ώ- 
ματα 'Αργείων ανδρών ή ήρο'κον. 

Εις τοιούτον λοιπόν κατόρθωμα τοΰ Άρ- 
γείου ήρωος Διθ[ΐήδους, υπερισχύοντος τοΰ 
πανουργοτάτου των Έ/.λήνοον Όδυσσέως έ.ν 
τω περιφήμίΰ έπεισοδίορ της αρπαγής τοΰ Παλ- 
λαδίοΐ', αναφέρονται, ώς νομίζω, δύο έτερα των 
ΆντικυΟηραϊκώΛ' άγαλμάτο^ν, συγχροΛ'ως άνελ- 



κυσίΐέντα, τοΰ αΰτοϋ δε μεγέθους αμφότερα και 
(/.ποτελοΰντά ποτέ προ((ί<νώς σι>μπ?ι^γμ(/. δύο 
μ()ρ((ών (/.ντιτεταγ μέ- 
νων, παρόμοιον προς το 
γνίοστόν η δ η εκ πολ- 
λών άλλθ)ν μνημείο)ν ', 
κυρίως δε έκ της παρα- 



στάσεοκ της εν τώ Έ- 




ΕΙκών 57• 



' Γ. Νικολαίδης: εν τφ "Αστει τ\]ζ -1 Φί|ίρουαρίου ΙίΙΟΙ. 

" εΚΓοη. (1θ4 ΑΠδ 1901 ε. ά. 

" ΤΗβ ΜοηΐΗΙχ ΚενίεΛν, Με! ΙϋΙΙΙ, ρ. Ιΐ!. 

' Πρβλ. Έφιιμ. Άρχ. ?. ά. Πίν. Ε, 4— Γ. (<τε>.. 1Γ)8, 18— Ιί•). 



ΪΙνικώ Μουσείο) ημών 
(άριί). λιΟ. 2Γ)14) έκ Λυ- 
κίας [ΐικράς σαρκοφάγου -, εξ ης ελήφθη και 
ή ενταύθα παρατιθεμένη είκών Γ)7. 

Ώς ορθώς άνεγνο)ρισεν 6 τελευταίος εκδότης 
τής σαρκο((άγου ταύτης ^. ΚοΙχ^γΙ, ί\ έπ' αυτής 
εικονιζόμενη σκηνΐ) τής αρπαγής τοΰ Παλλαδίου 
είναι έκ τής γνο)στής παραλλαγής τοΰ έκ τής 
Μικράς Ίλιάδος μύθου, ί'ιν διηγείται ό Κόνων'^ 
ώςέξής: « Στέλ?νθνται ούν επί τή κ/Λπή τοΰ Παλ- 
λαδίου Διομήδης καΐ "Οδυσσεύς, και αναβαίνει 
έπΙ το τείχος Διομήδης, έπιβάς τών ώμ(ί3ν 
Όδυσσέως, ό δε ουκ άνελκύσας Όδυσσέα, καί- 
τοι τάς χείρας όρέγοντα, ήει την έπΙ το Παλ- 
λάδιον, και άφελό[ΐενος αύτο προς Όδυσσέα 
έγ.ων ύπέστρεφε. Και δια τοΰ πεδίου κατιόντων 
πυνΟανομένιρ έκαστα τώ Όδυσσεΐ Διομήδης, 
το δόλιον τάνδρός είδώς, ούχ όπερ έφησεν 
"Ελενος Παλ/.άδιον /^αβεΤν αυτόν, άλλ' άντ' 
εκείνου έ'τερον, αποκρίνεται. ΚίΛτιθέντος δε τοΰ 
Πα/ν/.αδίου κί/πά τίνα δαίμονα, γνούς Όδυσ- 
σεύς αυτό εκείνο εΐναι και κατόπιν γεγονώς 
σπάται το ξίφος, έκεΐνοΑ' μεν άνελεϊλ- βοΐ'λη- 
θείς, αυτός δ' Άχαιοΐς το ΙΤαλ?ν(Ιίδιον κομί- 
ζειν. Και αύτοΰ μέλλοντος π/νηγήν έμβα/ιεΐν, 
όρα Διομήδης την (ίύγήν τοΰ ξίφους (ην γαρ 



' Βηιυπ, Ζννο1£ ΒϊδΓεΙίεΙδ ρ. 12.— Ο. ]&Ηη : ΡΗίΙοΙο^υδ Ι, 46.— 
Αηηϊϋ ;!0, 228.— ΟνεΛεοΙί, ΟαΙΙ. 578 β. Ταί. 2δ.— ΑγοΗ. ΖείΙυη^ 
18Τ4, 110.— ΒυΙΙ. <1. Ιη5ΐ. 1873, 240.— ΒαΙΙ. 1878, 42.— ΚοδοΗβΓ, 
ΜχΐΗ. Ι,εχ. εν λ. υίοιιιεάεδ ρ. 1024 καΐ 0<1χ55βϋ5 ρ. 66.ό — 669. 
— 0Ηαν»ηηε5, άε Ραΐΐ&άϋ ταρίυ. ϋίδϊβΓί. ΒεΓί. — Γ. ΒαοΙιεΓΕΓ, υΐε 
Οίοπιεαεδ-δΒ^ε. (5ΐαΙ§3η 1892) ρ. 44 — 00. 

- Ο. Κο1)βΓΐ, Οίε ϊπΐίΐίεη δ2ΓθορΗΕ£; - ΚβΙίείδ, Βιΐ. II ρ. 147 
Τ»£. Ι^ (Ιιέραν άπεικόνισιν ϊδε και έν .\ΙΙιβη. ΜιΙΐΗ. II 1877 
Τ3£. 10 — 12, εξ ης έλήφβη και ή ημετέρα εΐκι'ον άρ. 57). 

•' Διηγήσεις, -ϋ'. (Μυθογράφοι εκδ. \νβ5ΐεπηαηη, σελ 
138 κ. εξ.). 



69 



Ό ■&}]ΰανρυς των Άντικνϋήρων 



σελήνη), 'Οδυσσεύς δ' αναιρεΐν [ΐεν απέσχετο 
(χντιππασα}ΐένου κάκείνου ξίφος, δειλίαν (γρ. 
Διομήδης) δ' όνειδίσας πλατεΐ τω ξίφει ούκ 
έ{)έλοντα προϊέναι τύπτων τα νώτα ήλαυνεν, εξ 
ού ή παροιμία «ή Δωμήδειος ανάγκη επί παν- 
τός ακουσίου λεγομένη '. 

Τα δύο Άντικυι)Ί]ραϊκά αγάλ[ΐατα αναφέρον- 
ται, νομίζω, εις την στιγμήν, καΟ'ί'ιν αμφότεροι 
δια τοΰ πεδίου κατιόντες, σπασά[ΐενοι τα ξίφΐ) 
καΐ εν τΐ\ δεξιά έχοντες, αντιτάσσονται άλλήλοις 
έχΟρικώς, τοΰ μεν Διομήδους ετοίμου οντος προς 
έπίθεσιν και εν όργη όνειδίζοντος τον δόλιον 
Όδυσσέα, φτινι επιτάσσει να βαδΓζη προ αύτοϋ, 
τοϋ δε Όδυσσέως σκεπτόμενου νϋν, ότε (χνεκα- 
λιΉρΟη ό δόλιος σκοπός αύτοΰ, να άποφυγΐ) την 
μάχην προς τον ρωμαλεο)τερον και δικαίως 
έξοιργισμένον άντίπαλον. 

ΆληΌώς ό μεν έ,κ τοΰ πί?ιου εύδιάγνωστος 
'Οδυσσεύς (Πίν. XIII, 2)-, εκ δυο ισομεγεθών 
τειιαχίων μαρ[ΐάρου είργασμένος (σωζ. ΰψος 
1,ί)8), εικονίζεται — ως καΐ έπΙ πο?ιλών άλλων 
μνημείων εις την αυτήν άρπαγήν τοΰ Παλλα- 
δίου ή και εις ά?^ιους μύθους αναφερομένων ■' 
— βαδίζων ζωηρώς προς δ. και στρέφων [ΐετά 
φυλακής τήν κεφαλήν προς τα οπίσω, φέρων 
δε έξωμίδα έζωσμένην και χλα[ΐύδα ύπερ ταύ- 
ΤΊΐν έρρΐ|.ιμένην και έλισσομένην περί τον βρα- 
χίονα τής αριστεράς, ήτις, νΰν ελλείπουσα, 
εφερέ ποτέ τον κολεόν τοΰ ξίφους, το\' δια 
τελαμώνος άπό τοϋ δεξιού ώμου τού ήρο)ος 
άνιιρτημένον, ενώ ή μέχρι τοΰ καρπού σωζό- 
μενη δεξιά Οά έκράτει το γυμνόν ξίφος προ 
τοϋ προσϋ)που, παρέχουσα τώ Όδυσσεΐ δι(Η\' 
ανδρός ά[ΐυνομέ\Όυ, άλλα και συγχρόλ-ως σκε- 
πτόμενου να άποφύγη τήν πάλην, δια τούτο δε 
προπορευόμενου αυ[ΐφώνως τφ κελεύσματι τού 
δικαίίος έξοργισθέντος και δυσπιστοΰντος συνο- 
δοιπόρου αύτοΰ. 



' Ίόέ Ήσύχιον έν λ. Διομήδειος ανάγκη. — Ζηνόβιον έν λ. 
— ννεΙοΙίεΓ. Ογ. Τταξ. 145,948 και Ερ. Οχοΐ. ι>,ι'42. — ΕιΊσταΟ. 
822,23. — Πτολ. Ήφαιστ. 18 Κ. — δετν. Ακη. 2,1(;2. ^ Πρβλ. 
ΒυοΗεΓοΓ, έ'. ά. σελ. 40. 

• Πρβλ. Έφημ. '.\οχ. ί. ά. Πίν. -πΐίρ. Ι'. 2. 

=■ ΚοΙ)6Γΐ ί. ά. ρ1. .XIX, :!1, .XX, 8ίΙ. 



Έξ άλλου ό Διθ[ΐήδης (Πίν. XIII, 1), ού 
έλλείπουσιν αί κνήμαι άπό των γονάτων (σωζ. 
ΰψος Ι,Γιο), βαδίζει έπίσΊ]ς γοργώς κατά πόδας 
τοΰ Όδυσσέως, προς ον ατενίζει μετ' οργής, 
έγείρων άπειλΐ]τικώς έν τή δεξιά γυιινόν το 
ξίφος, ού διεσο)θη μόνον ή λαβή, ενώ έν τή 
αριστερά, απολεσθείσα) νϋν, έκράτει τό περι- 
μάγψον Παλλάδιον. Ό Διομήδης ενταύθα δεν 
παρίσταται γυμνός, ώς συνήθως, (λλλά φέρει 
τήν χλαμύδα περί τον άριστερόν βραχίονα και 
τα κάτ(ο της όσφύος έλισσομένην. Ή θήκη δε 
τού ξίφους ήτυ άνΐ)ρτημέν)ΐ άπό τού δεξιού 
ώμου δι' άορτήρος. 

Άμφίίτερα τά αγάλματα ταϋτα φαίνολται 
αντίγραψα χαλκών έ'ργων τοϋ Δ' αιώνος π. Χ., 
δια τούτο δε φέρουσι και πολλά στηρίγματα, 
ήτοι ό μεν 'Οδυσσεύς δύο μεταξύ τής δεξιάς 
χειρός και τού σοηιατος και τρίτον [ΐεταξύ τής 
δεξιάς κνή[ΐης και τού προς στήριξιν τοΰ ΰλου 
άγάλ[ΐατος χρησιιιεύοντος κορμού δένδρου• ό 
δε Διομήδιις έχει δύο έντίσιις προς στήριξιν τοϋ 
δεξιού βραχίονος, τίς οΐδε δε πόσα θα εΐχε 
μεταξύ τών (ϊπολεσθεισών κνημών. 

Ή κατίσχυσις τοϋ Διθ[(ήδους έν τή αρπαγή 
τού Παλλαδίου ήτο θέμα τοσούτφ μάλλον 
.προση ιλές τοις Άρ- 
γείοις, ΰσον έλέγετυ 
παρ' αύτοϊς δτι τό 
Παλλάδιον έκομίσϋη 
υπό τού Διομήδους 
εις "Αργός ', ένθα μετί' 
τής άσπίδος τού ή- 
ρωος έφυλάσσετο υπό 
τών άπογόνωΛ' αύτοΰ 
έν τω επί τής άκρο- 
πό/ιεως Λαρίσης ναώ 
Άθι^νάς τής "Οξυδερκούς, δν άνήγειρεν αυτός 
ύ Διομήδης, διότι μαχομένω ποτέ έν Ίλίω 
τήν άχλύν άφεΐλεν ή θεός άπό τών όφθαλμών'-'. 




ΕΙκών 58. 



' Παυσαν. 2, 23,5. 

' Καλλιμ. Εις λουτρά Παλλ. 35. — Σχόλια 1. — δραηΐιβίιη 
Οίΐΐΐ. ρ. ."ίΟί•, — Πλοιιτάρ. Έλλ. Ζ))τήμ. 48. και Ποταμ. 18. — 
Όμηρου, Ίλ. Ε, 12Τ. — Παυοαν. 2,24,2. 



— 70 — 



'() ϋηπανρίκ των ΆντικνιΉ'ιρίον 



ϊσως ^ί- κ(ίΐ ^ιότι τΓ) |)())ΐί)ι••Η/. (ίύτΓ|ς όξυόερκώς 
άντνλψμ)}], νν τΓ| νυκτι τΓ|ς άρπίχγής τηϋ ΙΙα/.- 
?να^ί(η', τί|ν λ<ί(Η|ην του 'ξ\({ονς την 'Οί^υαακος 
κ(ίΐ οϋτως ί•π<ί)ί)ΐ|. 'Γά τον Λ'αον τούτον της ίπι 
της Λαρίσης ΆίΙιινας είκονίζοντα νο[ΐίίΤ[ΐατί/. 
τ(Τ)\' Άργείίον ήεικνΰουαιν ίν αϋτώ το ΙΙα/.- 
λάί)ιον (Είκών Λ Ν) '. 

29. Λΐ()ΜΐΐΛΐι:ί; Το επΙ τοΰ πίνακας XIV, 4 
απηκονισίΐιν αγαλιια ύπερφυσικοΰ [ΐεγεΟους 
(Ιπρτρλεσαιιρ.ν συνΟεσαντες (((οτογρα((Ίκώς δύο 
(ίλλήλας συ μπ?ιη ρούσας Άντικυίΐηραϊκάς άρ- 
-/(/.ΐ(')τΐ]τας. Τοήτιον ί| ιιί-ν -, ΰψους 1,14,αποτελεΐ 
το άνο) μέρος τοΰ σώματος μέχρι ιιέσου τών 
(ΐιΐρών, ή δέ, ΰψους (),!Η), εΐναι τάκ(χτο) άκρα τοΰ 
(ίΓνι^νΰ σ(ό[ΐατος απο [ΐέσου των [ΐηρών και κάτω. 
Το δ/.ον (ίψοςτοϋ αγάλματος ύπερέβαινεν αρχι- 
κώς τα δύο [ΐέτρα. 

Κίχι τοϋτο το άγαλ[ΐα διεσιόιΐΐ) εις οίκτράν 
κατάστασιν, άπολέσαν προς τούτοις όλόκληρον 
τον δεξιον βραχίονα, τον δεξιόν μηρόν, την δε- 
ξιάν κνήμην, [ΐέχρις άστραγά^αηι και τί]ν άρι- 
στεράν χείρα. 

Έφ'δσον δυνάμεθα να διακρίνωμεν, (3λέπο- 
μεν ΟΤΙ εϊκοΛ'ίζεται ρωμαλέος άνήρ, ζωηρώς 
ήιαβεβηκότα εχοΰν τα σκέ?ν,η, προς αρ. βαδίζθ)ν, 
στρεΓρων την κεφαλιών προς δεξιά, φέρων θώ- 
ρακα άνω τοΰ χιτώΛ'ος, ϊσως δε και κράνος επί 
της κεΓ| α?ιης. Ή στάσις αύτοϋ και παράστασις 
ενθυμίζει αμέσως την τοΰ Άριστοναύτου τοί3 
γνωστού μεγάλου επιτύμβιου άττικοϋ ά\'α- 
γ?ιύφου τοΰ ΈΟνικοΰ Μουσείου •', άλλα πολύ 
πιστότερον ταυτίζεται προς την βεβαίως εκ 
περκ|ήμου τίνος αγάλματος λη(^θείσαν εικόνα 
Διομήδους τοΰ Άργείου επί σορκοΓράγου ανα- 
φερομένης εις τΐ|ν άνακάλυψιν τοΰ Άχιλλέως 
εν Σκύρφ (Είκών 5! Ι) ^. 



' ΙηιΗοο£ και Ο&τάηετ, ε. ά. ρ. 3{) - 40 ρ1. Κ. ΚΙ. II. 

■' Άρχαιολ. Έφημ. έ'. ά πίν. παρ. Ζ, 1 (σελ. 159, 20). Τό 
κάτο) μέρος δέν μνημονεύεται οΐίτε απεικονίζεται αότόΟι. 

•' ΑΓπάΙ-Αηΐ6ΐυη§, ΡΗοΙο^ηρΗίδοΚε ΕίηζβΙαυίηαΗηιεη η" (ϋΙό. 
— ΚβίηαοΙι, δΐϊΐυίίτο II, 1ί<4, 1. 

^ ΚοΙ)ι;Γί, ΰίβ αιιΐίΐίκπ δίίΓοορΙια^ - ΚυΗίίδ, Βά. II ρ1. XX, ϋί) 
(=νί30ϋπίί, Μιΐ56ο Ρίο ΟΙειη. V. ΙΤίΚί Ταί. 17, έ| οί ελήφθη 
και ή εΐκιον ΐ)μών, ήνδμως ΐδε κάλ?αον παρά ΚοΙιεΠ^. — Μίΐΐίη, 
0&11. ϋΐγΐΗοΙ., 1811 ρ1. 15 — Ονετίιεοΐι, ΒϋάλνεΛε ζοπν ΤΚεΒ. υηιΐ 
Τγ. ΗεΜ., Τϋί. XIV, η" 6. 



"Ισως λοιπόν εχο(π•ν προ ημών έτερον 
άγαλμα τού Λιομήδους και δη εκείνο, βπερ ό 
ΙΙαί'σανίας (2, 20, Γ)) αναφέρει οτι 'ίστατο ΐ.νττ\ 
(/.γορα τοΰ "Αργούς πλησίον μεν τών επτά 
ίίγεμόνοη' τών επί Θήβας όμοΰ Ι Ιολυνείκει στρα- 
τευσάντων, μετίχξύ δε τών τάς Θήβας έκ^τορθη- 
σάντων έπιγόν(ον αυτών, ών εις καΐ ό Διομήδης. 

"Αν τοΰτο είναι αληθές, τότε είναι πιΟαλ-οΛ- 
να ταυτίζωνται προς τινας τών συντρό(ρο)ν 
τούτο)ν τοΰ Λιομήδους τινά τών έπομένοη' 





ΕΙκών 59• 



ΕΙκών 6ο. 



ήρωϊκών και εις πο?.εμικάς στάσεις είκονιζομέ- 
\'ων (/.γαλμάτων. 

30. Τοξότης (Πίναξ ΧΙ\', 3) '. "Αγαλμα 
φυσικού μεγέθους, άνευ χειρών και ποδών, αν- 
δρός έλ'τελώς γυμνοΰ (σωζόμενον ΰψος 1,54), 
εΐκονιζθ[ΐένου δ' ώς τοξότου καθ' ην στιγμήν 
επί τών ποδών στρεφόμενος άφίνει, ή ιιόλις 
άφήκε, βέλος, ου παρακολουθεί δια τών όη ί)α/.- 
μών την προς τον σκοπόν πτήσιν. Αγαλμάτων 
Απόλλωνος εν τω Μουσείο) τοΰ Βερολίνου 
(Είκών 60) - καί τίνες επί δακτυλιολίΟον και 
νομισμάτων τύποι Άπό?.?ΛηΌς (Είκών 61 — 62) 
καί "Ερωτος παρουσιάζουσιν άπαραλ/.άκτως 
την αυτήν στάσιν ■'. 



' Πρβλ. "Αρχ. Έφημ. ε. ά. Πίν. παρ. Α. 4 σελ. 156, 2. 

■-' ΟνεΛεοΙί, ΚυηδίπιγίΗοΙο^ϊε, ΑροΙΙοη ρ. 219 ίί^. 14. — 
5. Κβίηαείι, δίΕΐΙυΕίΓε II, 99, 8. Πρβλ. καί ΟΙαΓαο ρ1. 49δ, 964 
καί 045, 141)7. 

■' ΙιηΗοοί-ΒΙυηιεΓ, Οτίεοΐι. Μϋηζεη, ρ. 244 (748) η» 741 Ύαί. 
XIII, .3 — ΒΕΐ)ε1οη, ΙπνεπΙαίτε άε Ιί οοΐΐ. ΝΥίΐϋϊηζΙοη,ρΙ. ΧΥΤΙΙ 
12. (^ Είκιον 61). — δίτεΐιετ, Ναιη. ηοηη. ΟΓαεοα ρ1. IV, 11. 
(= Είκών 62). (Νομίσματα Συνάου Φρυγίας). — ΚοΓίπ-ίίηςΙεΓ, 
ΒείοΙίΓ. άεΓ ^εϊοΗη. δίείηε, η° 929 καί 7190. 



71 — 



Ό ϋ^ησαυρος των Άντικυδήρων 



Εις τον τ()ξότ)|ν τοϋτον (/.\'Γ|κί•-\' Γσ(ι)ς ώς 
έρεισμα το σχήμα φαρέτρας έχον στήριγμα 
αγάλματος, δπερ άπεικονίσαμεν επι τοϋ αύτοΰ 
πίνακος ΧΙ\^ ύπ' αριθ. (!. 





ΕΙκών 6ι. Είκών 02. 

31. Κρανοφορος ανιιρ (Πίναξ XIV, 2) '. 
Φυσικοϋ μεγέιΐους αγα?ιμα ανδρός κρανο(ρ(')- 
ρου καΐ γενειήτου, σφζόμενον εν μέρει κατά το 
(ίριστερόν μόνον [ΐέρος τοΰ σίοματος και μέχρι 
τοϋ αρ. μηροΰ, έφ' ου, ώς και έπι τοϋ αρ. ώμου, 
σώζεται μέρος της χλαμύδος αύτοΰ. Σφζόμενον 
ΰψος 1, 43. Ή κεφα?α] μετά τοϋ λαιμού και 
μέρους τοΰ στέρνου είναι ιδιαιτέρως έξειργα- 
σμένα και ώς σφήν έντεϋειμένα εις το σώμα 
τοϋ αγάλματος. Επίσης το άνω μέρος τοΰ κρά- 
νους ήτο εΊργασ[ΐένον εξ ιδιαιτέρου τεμαχίου. 

Ή στάσις τοΰ αγάλματος ήτο ήρεμος, ούχι 
δέ, ϋ3ς υπέθεσαν τίνες, ό[ΐοία προς τήν τοϋ 
Μενελάου τοΰ γνωστό ϋ συμπλέγματος τοϋ Ρλ8- 
ί|ΐπηο. Τον άριστερόν πόδα φαίνεται δτι έστή- 
ριζεν έπι μικροΰ τίνος ύ\|κόματος, καΟ' δν χρ(')- 
νον εστρεφεν ήρεμα τήν κεφαλήν προς αρι- 
στερά. Έν γένει δέ ή στάσις αύτοΰ ένΟι^μίζει 
μεγά?ιως τους δΰ(^ ομοίους άναπαυομένους κρα- 
νοφόρους άνδρας τοΰ περίφημου μαρμαρί- 
νου κρατήρος των Μεδίκων (ναδβ άε Μέάϊοϊϋ) 
τοΰ Μουσείου της Φ?ιωρεντίας -, οΰ ή μέχρι 
τοΰδε ανεξήγητος παρα[ΐένουσα παράστασις 
αναφέρεται, κ(λτ'έ[ΐήν άνέκδοτον έρμηνείαν, εις 
τήν υπό τοϋ Δαναού ύπαγωγήν εις δίκ))ν τής 
Ουγατρός αύτοΰ Ύπερμήστρας έν τφ π(ίναπ- 



' Πρβλ. Έφημ. Άρχ. έ. ά. ΙΙιν. παρ. Ζ, 2, σελ. 158, 13. 

'-' ΡίΓαιιε<:ί, ΚαοοοΙίΕΐ άί ν£ΐ5Ϊ, Ι3ΐ5. 5-1. — Μίΐΐίη, ΟαΙΙβΓ. ιηγίΐι. 
ρ1. 155, 572. — ΟΓβυζβΓ-Ουϊ^ηίίΐυΙ ρ1. 2:ί7, (ΐρ. 7(ϊ8.— Γη'ο(ΐΓΪς1ι<- 
\ν οΐΐιτϋ, Οίρ5αΐ3§ϋ580, ηο 2113. 



χαίω Κριτηρίω τοΰ "Αργούς ', δίκην καΟ' ήν 
ή ιιέν 'Υπερμήστρα κατάκειτ(χι υπό τό βάθρον 
τής σωσάσιις αυτήν Αρτέμιδος τής Πειθοϋς, 
οι δέ κύριοι διάδικοι Δαναός και Αίγυπτος στη- 
ρίζουσι τό άκρον των ποδών έπΙ βωμώΛ' ΐ'ι λίθων, 
όμοίϋίν τοις έπΙ τοΰ Αρείου Πάγου τών'Αθηνών 
λίθοιςτήςΎβρεχος καΐ Άναιδείας, <έφ ών εστά- 
σιν δσοι δίκας ύπέχονοί και οι όιώκοντες '-. Υπέρ 
τής Ύπερμήστρας αγορεύει ό Λυγκεύς, παρι- 
στά [ΐενος τω πατρί ΑίγύπτίΟ, ου τό πένθος έπι 
τ ή άπωλεία τών λοιπών 4!) υιών εκφράζει ή 
όπισθεν αύτοϋ ιστάμενη βαρυπενθής μορφή 
ενός τών ακολουθούν αύτοΰ. Περίεργον δ'εΐναι 
δτι οί δπισίΐεν τοΰ Δαναού τρεις Άργεΐοι αύτοϋ 
ακόλουθοι είκονίσΰησαν υπό τρία τών διαση- 
μοτέρο)ν σχιμιάτίον τοΰ Άργείου εργαστηρίου, 
ήτοι ό [ΐέν πρώτος ώς ύ άνο^τέρω ύπ' αρ. 29 
Διομήδης, ό δέ δεύτερος ώς ή άμαζών τοΰ Πο- 
λυκλείτου (όχι Φειδίου!) και ό τρίτος ώς ό 
Φαρνέσειος Ηρακλής τοΰ Λυσίππου.Ύποθέτιο 
λοιπόν δτι και τό Άντικυθηραϊκόν άγαλ(ΐα 
είκονίζον ϊσως τον Αϊγυπτον ή Δαναόν θά 
(ίνήκεν ε'ις σύμπλεγμα παροιιοίας τής έπι τοΰ 
αγγείου παραστάσεο)ς. 

32. ΔίΕΣΤΗΚΩΣ ΤΟΥΣ ΠϋΛ.ΛΣ ΛΝΗΡ 1ΎΜΝΟΣ 
(Πίν(/.ξ Χίλ', 1) '. "Αγαλμίχ φυσικού μεγέθους 
(ΐνδρός γυ[ΐνοϋ και ζωηρώς βαδίζοντος. Αι χεί- 
ρες από τών βραχιό\'ων και οι πόδες κάτω τών 
γονάτων έλλείπουσι (σιρζ()μενον υψος 1,35). 
Προφανώς πρόκειται περί ήρωϊκοΰ τίνος αγάλ- 
ματος έν ζωηρά τινι δράσει εικονιζόμενου.. 

33. ΤΟΞΕΥΩΝ (Πίναξ ΧΠΙ, 4-4")^. "Αγαλμα 
κατά τι μικρότερον τοϋ φυσικού (σωζ. ΰψος 
1,24), ανδρός γυμνού έν στάσει σκοπεύοντας 
διά τόξου προς τά άνω. Άμφότεραι αί χείρες 
από τών καρπών καΐ οί πόδες μετά μέρους τών 
κνη(ΐών έλλείπουσι. Τών ποδών υ αριστερός 
έστηρίζετο επί υψώματος τΐλ'ος. Τό άγαλικί 
ϊσιος παριστά Ήρακλέα σκοπεύοντα διά τοΰ 



' Παυσαν. '2,19,15. 20,7. 21,1 και 25,4. 

- Πα\>σαν. 1, 28, 5. 

' Πρβλ. Άρχ. Έΐ(ημ. έ'. ά. Πίν. παρένβ. Ζ, 3, σρλ. 158, 1." 

' Πρβλ. Άρχ. Έφημ. ρ'. ά. Πίν. παρρν». Γ, 3, σελ. 157, 8. 



- 72 



'ϋ ()ι/ο(ΐορΰς τ<7η' Άντικυι'^ήροη• 



τ()ξ()υ τάς ύπεςχχνο) αύτοΰ ίπταμένας Στυμφα- 
λί(^(/ς ΰρνεις '. ΊΙ μί| Γ|(.)(/.κλί-•ιος άλλα λΐπτο- 
(( υης φκινομι-ν)! ί)ιάπλ(/οις τοΰ σο)(ΐ«τος τοΓι 
(Ο/άλματος ι•ίν(ίΐ ϊσος «πυτέλι-σμα της [ΐεγά- 
λΐ|ς (>ΐ(ί|]ρ(όσρο3ς, ί'ιν υπέστη καϋ' υλα αύτυΰ 
τ(ί ιιέοΐ| ύπο τής Οαλάσσιις. Σιμιειοκέον δε υτι 
ήδόνατί) τις να ύποΟέσΐ] ΰτι πρόκειται περί 
(Γ;(/.λμ(ίτ()ς (}.νΟρος ουχί τοξευοντος, άλλ' άνα- 
κρούοντος λΰραν, ί'ιν άνέχει υψηλά, ο)ς πο?ιλά 
(ίγίίλιιατα 'Λπ()λλο)νος -. Έφ' ϋσυν ΰμος δεν 
ι•ίν(/.ι δυν(χτον να [ΐελετήση τις ελεύθερος τα 
Άντικυί}ΐ]ραϊκά αγάλματα ταϋτα, μετακινών 
και τοποΟετών αυτά ώς βούλεται, ούδεμίαν κρί- 
σιν (7.σ(ρα?α] δυνατ(ίΐ περί τούτου να σ/ΐ|μ(/.τίσ!|. 
34. Βλδιζων λνιπ' (ΙΙίναξ XIII, 'ό)\ νέος 
καΐ αγένειος, εντελώς γυμνός, κλίνον το σώμα 
προς τα εμπρός ώς αν [ΐετά ροίμης ώΟειτι. Ή 
προ)τη επερχόμενη εις το πνεϋ[ΐα σκέψις, ότι 
πρόκειται περί πυγμάχου ή παλαιστοΰ προτάσ- 
σοντος τάς χείρας, αποκλείεται ένεκα τοΰ περί 
την βάσιν τοΰ αριστερού αύτοΰ πήχεως λειψά- 
νου ίματίου.Τό άνω μέρος τοΰ κρανίου αύτοΰ ήτο 
πρόσθετον και ελλείπει. Επίσης έλλείπουσιν ή 
δεξιά χειρ άπΰ τοΰ καρποΰ, ό αριστερός πήχυς 
μετά της χειρός καΐ αμφότερα τά κάτο) άκρα 
από τών γον(ίίτων (σωζ. ίη[)ος 1,25). Ύπό την 
δεξιάν χείρα ύπάρχουσι δύο στηρίγματα αύτης. 
Ή εν τω άγάλ[ΐατι τούτω παρατηρου^ιένη 
προς τά εμπρός ισχυρά κίνΐ]σις και ελξις, προς 
δε μέγα τεμάχιονρυμοΰ αμάξης 
(Πίν. XIII, 5) άνελκυσΰέν συγ- 
/ρόν(ος τφ άγάλματι, παρεκί- 
νησάν με νά ύποϋέσω ότι πρό- 
κειται περί ενός τών δύο πε- 
ρίφημων εκείνων Άργείων, 
Κλεόβιος καΐ Βίτωνος, τών 
άντΙ βοών ζευχθέντων εις την άμαξαν τής 
ιέρειας μητρός αυτών καΐ κομισάντων (ίύτήν 
εγκαίρως εις το "Ηραιον (πρβλ. την ένταϋΟα 

' Πρβλ. Ήρακλέα τοξόιην έν δουν. άυ Ια Οαίετίο ΡουτίΕΐΙέδ 
ρ1. 45 ηο β2(5=δ. ΚείπΕοΗ, 3(ι(. II ρ. 206,8. Πρβλ. και σελ. 428,5. 

■ Πρβλ. αηηο-ΚείιιιοΙι. 243, 918. και 251. 948 Α.— ΚεΙηαοΗ 
δίαΐυιίΓε, II, 92, 5—6 και 99, 2—3, κτλ. 

' Πρβλ. Άρχ. Έφημ. Ι. ά. Πίν. παρ. Γ. 4, (σελ 15Τ. 9). 




Εΐκϋ)ν 63. 



παρατιΟεμένην υπ* άρ. <>;5 εικόνα 'Λργείου 
ν()(ΐίσματος). Άλλύ. τά διδ()μενα, δτινα εχο- 
μεν, είναι ανεπαρκή προς στήριξιν τής υποθέ- 
σεως ότι το άγαλμα ημών είναι λείι|κ/.νον τοΰ 
περκρήμου εκείνου συμπ?.έγματος. 

35. ΧκοΣ ιιίΏτο.Ν' γιπιχπτπν (ΙΙίναξ XV, 
1)'. "Αγαλμα φυσικού μεγέΰους (ί5ψ. Ι,Ηό), 
νέου άρτι γενειώντος, γυμνοΰ, ισταμένου έπΙ 
τοΰ αριστερού ποδός, έχοντος ύπερ τόν άριστε- 
ρόν ο)μον και περί τόν μικρόν προτεταμένον 
άριστερόν βραχίονα την χλαμύδα αύτοΰ. ΊΙ 
προς τά αριστερά κλίνουσα 
κεί( αλή αύτοΰ, άποσπασΟεΐσα 
κΐίτά την άνέ?ι,κυσιν, διατί]- 
ρεϊται — μόνη αυτί) εξ υλου 
τοΰ αγάλματος — έν καλή 
σχετικώς καταστάσει -', του- 
λάχιστον κατά τά τρία τέ- 
ταρτα αυτής, διότι μόνν| αύτη 
είσε/ίόρησεν αμα τω ναυαγίο) 
εις τόν πηλόν ή την άιιμον 
τοΰ βυΟοΰ τής θαλασσί) ς. 

ΊΙ .προς τά κάτω φερο- 
μένη δεξιά έ?ιλείπει από ιιέ- 
σου τοΰ βραχίονος• έ.πίσης ό δεξιός πους από 
ιιέσυυ τής κνήμης και τό άριστερόν άκρον τής 
αριστεράς χειρός. Ύ-πό δε ταύτην την χείρα 
εΰρηται τό μαρμάρινον έρεισμα τοΰ αγάλματος, 
έφ' ου έστηρίζετο ή αριστερά χειρ, ήπλοΰτο δε 
και τό ένδυμα τοΰ αγάλματος. 

Τό νεαρόν και άγνόν τής εκφράσεως τής κε- 
φαλής ταύη]ς ένθυ[ΐίζει τόν Ίππόλυτον, τό 
δλον δε τής στάσεο)ς ταυτΓζεται προς έκείνην 
άγαλμάτο^ν τινών Έρμου (Είκ. 64)'' τοΰ τύπου 
τοΰ εξ Αιγίου Έρμου τοΰ ΈθΛ'ΐκοΰ Μουσείου^. 

Ή εργασία δεικνύει δτι πρόκειται ϊσοος .τερι 
πρωτοτύπου έ'ργου τοΰ Β' αιώνος .χ Χ. 




1 \ 



ΕΙκών 64. 



' Πρβλ. Έφημ. Άρχ. Πίν. ,παρ. Ε, 1 — 2, σελ. 158, 16. 

-' "Ιδε μεγάλην είκοΛ'α ταύτης έν Άρχ. Έφημ. ε. ά. Πίν. Ε, 1 
καΐ μάλιστα έν τοις ΙΙανα&ηναίοις τόμ. Α' σελ. 377. 

' €1&τΆ€ ρΐ. 316, 1542 (Κείπ^αΗ σελ. 160). 

' ΆριΟμ. 241: ΑιΗ. Μίιιΐι. 1878 ρ1. δ. Πρβλ. κα'ι τόν έν Βε- 
ρολίνα έκ Μήλου Έρμήν Άλτιφάνους το«5 Παρίου (=Κεϊηαο1ι, 
δίαΐ. II, 149, 6). 



73 — 



10 



Ό '&ησανρυς τών Άντικν&ήρων 



36. ΑΧΛΠΑΥΟΜΕΝΟΣ ΕΡΜΗΣ ; (Πίναξ XV, 

2 — 2")'. "Αγα?ι,μα φυσικού μεγέθους (ϋ•ψ. 1,Η8), 
παριστών νεανίαν γυμνόν, δρθιον, πατοΰντα 
έπι τοΰ αριστεροί) ποδός, τον δεξιόν φέροντα 
προς τα οπίσω, έρείδοντα δε τον δεξιόν πήχυν 
καΐ άγκ(Τ)να έπΐ στ)Ί?νΐις Έρμου της τετραγώ- 
νου ζ^■^αΰ{ας έσφηνωμένου έπΙ βάσεως τετρα- 
γώνου. Τα βλέμματα εΐχε το άγαλμα έστραμ- 
μένα, ώς φαίνεται, προς το άντικεί[ΐενον. όπερ 
έκράτει εν τί] δεξιά. 

Το άγαλμα τοϋτο διέσωσεν όλόκληρον το 
περίγραμμα αύτοϋ, π/.ήν τών δύο χειρών έλλει- 
πουσών από τών καρπών. Ό έπΐ τοϋ πίνακος 
ημών ελλείπων επίσης αρ. πήχυς διεσώθη εις 
δύο τεμάχια άπεσπασμένα, άλλ' ακριβώς προσ- 
αρμοζόμε\'α, ώς κατά την άλ'έ/.κυσίΛ' ΰραυ- 
σθέντα. Ή φθορά της επιφανείας αύτοΰ είναι 
γενικί] και βαθεϊα. ΜόνοΛ' 6 δεξιός πους διε- 
τηρήθη καλώς ώς μόνος εΊσχο)ρήσας εις τί|ν 
ίλύν τοΰ βυθοΰ υτε κατεποντίσΟί). 

"Αλλο ομοίου ακριβώς τύπου άγαλμα δεν 
γν(ορίζο). Έν γένει δε εΐναι λίαν σπάνιος ό 
τρόπος της στηρίξεως τοϋ άγκώνος της δεξιάς 
άντΙ της αριστεράς χειρός έπι ερείσματος. Τα 
αγάλματα τοϋ γνωστοϋ παρομοίου τύπου τών 
Φαύλτον παρουσιάζοίΗτιν άλ^^ας σπουδαίας δια- 
φ)θράς. Προς τό άγαλμα ημών μάλλον ομοιάζει 
το παρά ΟίΐΓίΐο πίν. 662, άρ. 15.')(! άγαλμα 
Έρ[ΐοϋ. "Οτι δε ύπήρχεν άγαλμα διάσημον 
Έρμου τύπου απαράλλακτου προς τον τοϋ εξ 
Αντικυθήρων παρόντος αγάλματος, δεικνύουσι 
τα νοίΐίσματα της Μαρκιανοπόλεως της Κάτο) 
Μοισίας, έ(|' ών (/.πάντα ακριβώς ο αυτός 
τύπος. Περί τοϋ τύπου τούτου πάνυ ορθώς ό 
Β. ΡΪ€ΐ< παρετήρησεν ότι εΐναι πάντως άντίγρα- 
φον [ΐαρ[ΐαρίνου τινός αγάλματος-. Ούδόλοκ 
όέ παράδοξον να ήτο άντίγραφον άγάλ[ΐατος 
της Άργείας σχολής, Ί'σοκ δε τό αυτό προς τό 
μόνον άγαλμα Έρμου, δπερ μνημονεύει έν 
"Αργεί ό Παυσανίας και δη (2,ΐ;),7) έν τη περι- 
γρα((^Γ| τοϋ λ-αοϋ τοϋ Αυκίου ΆπόλλωΛ-ος, λέ- 



γων «τοϋ ναοϋ δέ έστιν εντός Έρ(ΐής ες λύρας 
ποίησιν χελο)νην ήρκώς». Εΐναι αληθές δτι τό 
άντίγραφον έπι τών νο[ΐισμάτων της Μαρκια- 
νοπόλεως παρουσιάζει έν τη δεξιά κηρΰκειον και 
ουχί, ο)ς ανέμενε τις, χελώνην, άλλ' εΐναι πασί- 
γνωστον ότι συχνά οί σφραγιδογ?>,ύφοι άντήλ- 
λασσον τά έν ταΐς χερσΐ τών θεών σύμβολα 
προς ά?ιλα εύκρινέστερον φαινόμενα έπι τών 
[ΐικρών νο[ΐισμάτ(θ\'. Όμοιος τύπος νομίσματος 



τω\' 



Άο^ 



ειων, ήτοι παρουσιάζων τον σπανιον 



τρόπον της στηρίξεως της δεξιάς έπι στή?ι,ης ' 
κλπ., έ'χει τό κηρύκειον έν τη αρ. τοϋ Έρμου και 
δυσδιάκριτόν τι έν τή δεξιά, ϊσοις χελώνην, ην 
άρας έκ της γης, έκράτει έν τη δεξιά και ήτέ- 
νιζεν ό θεός μελετών τόν τρόπον, καθ'δν ήδύ- 
νατο \'ά μεταβάλη αυτήν εις λύραν. 

37. Απο.\.νΩΧ: (Πίναξ XV, ;!) -. "Αγαλμα 
γυμνόν δρθιον. Έλλείπουσιν (/.ιιφότεροι οί βρα- 
χίονες, ών ό δεξιός ήτο ένθετος, προς δέ αμφό- 
τεροι οί πόδες, ό μεν δεξιός από τοϋ γόνατος, 
ό δέ αριστερός από μέσου τοϋ [ΐηροϋ καΙ κάτω. 
Πρόσθετον ήτο και τό διασοιθέν άνω [ΐέρος 
τοϋ κρανίοΐ' της προς τά δεξιά κλινούσης κε- 
φα?^]ς, ής ή κόμ[ΐ(οσις εΐναι απαράλλακτος 
έκείλ'η διαφόρων αγαλμάτων τοϋ Απόλλωνος •'. 
Σωζόμενον υ\|ιος τοΰ άγίίλματος 1, 42. 

38. ΕΡΜίΐν; (Πίναξ XV, 4— 4")^ "Αγαλμα 
φυσικοϋ μεγέθους (ΰψος 1, 90), νεανίου ιστα- 
μένου καΐ στηριζθ[ΐένου έπΙ τοϋ δεξιοϋ ποδός, 
δστις ερείδεται έπΙ κορμοϋ στηρίζοντος τό 
άγαλμα. Ή προς τά δεξιά και κάτω κλίνουσα 
κεφαλή και ό αριστερός ώιιος μετά μέρους τοΰ 
στήθους ήσαν είργασμένα έξ ιδιαιτέρου τεμα- 
χίου [ΐαρ(ΐάρου. Πρόσθετος επίσης ήτο και ό 
έ?ιλείπο)ν «ιριστερός βραχίων. Έ?ιλείπει δέ καΐ ό 
δεξιός, άλλ' ή χεΙρ αΰτοΰ διεσώθη άναπαυομεΛ'η 
όπισθεν έπι της όσφύος τοϋ άγάλ[ΐατος τούτου, 
οΰ ή έ.πιφάνεια πάσα υπέστη δεινήν καταστρο- 
φήν.ΈπΙ τοϋ στήθους στερεώς προσκολληθέντα 



' Πρβλ. Άρχ. Έφημ. έ. ά. Πίν. παρ. Α', .-!, οϊλ. 157, 4. 
- Βίι- αηΐ. Μϋηζιη ΝοΓά-ΟΓίεοΚϋηΙαηάδ, Ι. ρ. 193 ρ1. Χ\Ί, 2:.'. 



Iη1^ιο1)ί-^;2^^1η^^, Οοιηιη. οη Ραυ5. ρ. 'Λ~ί ρ1. Κ. .\ΧΧ1Ι1. 
Πβλ. Άρχ. Έφηιι. Πίν. παρ. Δ. 2, σελ. 157, 5 — 6. 
Ονίτΐΐβοΐί, Κυη5(ιη)ΊΗο1ϋ§;ίε, ΑροΙΙοη. (Αΐΐακ). 
Πβλ. 'Αρχαιολ. Έφημ. έ. ά. Πίν. παρ. Ζ. 4, σελ. 158, 14. 



74 — 



'(> Οηαανρυς των Άντικνάήροη• 




ΕΙκών 65. 



ιιίνουσιν (Ικόμΐ) ?.ρίψ«ν(ί ((ΐάςτών κκ((.(/./.(7)ν τΓ|ς 
/(χλκΓ|ς κλίνΐ)ς, πι-ρι Γ|ς (χνο)τέ()(ο ((ί(_). 22). ' 

'() τύπος τοΰ ά^;ύλμ(ίτ()ς τούτου είνίχι γν(ΐ)- 
στος ηδΐ) εξ άγαλμάτον τοΰ ΰεοϋ Έρμου ' 
(τοΰ τύπου εκείνου ον ενίοτε ταυ- 
τίζουαι προς τον Νάρκισσον η 
Άντίνοον), (Τ) ν παραΐίετομεν προς 
σύγκρισιν ένταΰϋα ε να εκ τοΰ 
Μουσείου τής Νεαπό/ι,εος (Κί- 
κών Ιίό) '-'. 

39. Απόλλων ιιλρλ τριπολα 
(ΙΙίναξ Χ\Ί, 1)''. "Αγαλικ/., οΓ' Γ| 
έπκράνεια σώζεται έν μέρει, ιιόνον 
κατά το όπισθεν [ΐέρος τοΰ σο')μα- 
τος, ένφ το πρόσΰιον εΐναι εντε- 
λώς υπό τής θαλάσσης δια(3εβρω- 
μενον. Παριστά δε ουχί, ώς ένόμισεν ό γενικός 
έφορος Καββαδίας, Άφροδίτην έξερχομένην 
τοΰ λουτρού καΐ έπι υδρίας στΐ]ριζοιιένην, άλλ' 
απλώς Απόλλωνα έχοντα κό[ΐην μακράν, στη- 
ρίζοντα δε τον αγκώνα τής αριστεράς έπι τρί- 
ποδος [ΐετά φοειδοΰς επιθέματος Κ Ό τύπος 
ούτος τοΰ Απόλλωνος εΐναι λίαν κοινός (σο)ζ. 
ΰψος 1,69). 

40. Αφρολιτη (Πίναξ XVI, 2)='. Κοριιός 
ί'ιψους 1,10 αγάλματος Αφροδίτης, ώς ήδη 
παρετήρησεν εις των εφόρων, τύπου δε τοΰ 
τής Κνιδίας''. Σορζει όπο)σδήποτε την έπιφά- 
νειαν αύτοΰ μόνον κατά το όπίσΟιυν [ΐέρος. Εις 
το αυτό άγαλμα ανήκει Τσως και ή έξ Αντικυ- 
θήρων [ΐαρμαρίνη υδρία (Πίν. Χλ'Ι, /ϊ), ή μάλ- 
λον ή ύμοία υδρία μετά σπουδαίου μέρους τοΰ 
έπ' αυτής καταπίπτοντος χιτώνος τής λουομένιις 
θεάς (Πίν. Χ\Ί, 4). 'Αν όμως ταϋτα δεν άνήκω- 
σιν εις τον κορμόν, τότε χωρεί και ή ύπόθεσις 
δτι ό κορμός ανήκει εις μίαν τών τριών γυ[ΐνών 
Χαοίτίον τοΰ γνωστού συιιπλένιιατοα. δπεο 



' €1αΓ2ο ρ1. ϋδδ, 1.523 και 66δ, 1ό14. 

- ΚείπαοΗ, δίαίπαίτε II, 101, δ. 

■' Πρβλ. Άρχ. Έφ>ιμ. Πίν. παρ. Λ, 1, σελ. Ιδ.*^, 11. 

' Πρβλ. 013Γ20 ρ1. 346. 92δ. 

• Πρβλ. 'Λρχ. Έφημ. Γ, 1—2, σελ. Ι.δΝ. 1(1—10". 

" €1&Γαο ρ1. (!1.*^. 1.Ί77. 



ί/πεικονίζουσι συχνά τά 'Λργεία νομίσματα '. 

41. <-)ι•χ)ν ΚΛΗΐι.ΜΕΝον (Πίναξ XVII, ;})-'. 
"Αγ(/.λμ(/. κατεστραμμένον εντελώς την έπκρά- 
\'ειαν, (ΐεγέΟους φυσικού (σϋ^)ζ. ί5ι|)ος Ι,όό), θεού 
τίνος, ϊσως Λιός, Ποσειδώνος ή Άσ/.κηπιοΰ, 
γυιινοΰ τάνο) τής ύσφύος, καθήμενου έπι βριΐί- 
χου ή εδωλίου, την μεν άριστεοάν ύψοΰντος 
ώς ποτέ έπΙ σκήπτρου στηριζο[ΐένην, τί|ν δε 
δεξιάν έχοντος έπι τοΰ δεξιού μηρού, έφ'οΰ 
σφζονται λείψανα τοΰ ενδύματος. Αμφότερα 
τά κάτο) άκρα έλλείπουσιν από τών μηρών και 
κάτω. Ό τρόπος, καθ' δν εΐναι είργασμένον 
το όπισθεν ιιέρος τοΰ έδοϊλίου, δεικΛ'ύει δτι 
τό άγαλμα ήρείδετο εις τοΐχον. 

42. Αγαλμα λκεφαλον καθημενόν (Πίναξ 
Χ\Ί1, 1) ', φυσικού μεγέθους ({3»|>ους 1,40). 
ΐΐλψ' τής κεφαλής έ?^λείπουσιν αμφότεροι οι 
πόδες από τών γονάτων καΐ ό αριστερός βρα- 
χίων. 'Π δεξιά έφ^έρετο υπό τήν μασχάλην τής 
αριστεράς καΐ έκράτει, ώς φαίνεται, βραχύ τι 
όργανον, νΰν άπο?.εσ9έν, στηριζόμενον έπι τοΰ 
άρ. μηρού τού αγάλματος. Τό όργανον τούτο 
ήτο Ίσως σφυρίον χαρακτηρίζον τό άγαλμα ο)ς 
Ηφαίστου ή γλύπτου τινός. Ση μειοιτέον δ' εν- 
ταύθα δτι ό Παυσανίας αναφέρουν τό έν "Αργεί 
έπιφανέστατον τών Ασκληπιείων λέγει περί 
τούτου (2, 23, 4) ίίτι άτολμα έφ' ημών έχει 
καθήμενον Άσκληπιόν λίθου ?^ευκοϋ, καΐ παρ' 
αυτόν έστηκεν 'Υγίεια- κάθηνται δε και οί 
ποιήσαντες τά αγάλματα, Ξενόφι/.ος και Στρά- 
το) ν . "Ισο)ς λοιπόν τόν έ'να τών δύο άγαλμα- 
τοποιών τούτο)ν νά παριστά τό παρόν άγαλμα, 
ένώ εις τόν δεύτερον δυνατόν νά άναφέρηται 
τό περιγραφόμενον κατωτέρου ύπ' άρ. 44 συγ- 
χρόνως δε άνε/αυσθέν κάτο3 μέρος ετέρου 
ομοίου καθήμενου αγάλματος. Προς αυτόν 
δμως τόν Άσκληπιόν τού συμπλέγματος τού- 
του δυνατόν νά σχετίζηται ό προηγούμενος 
αριθμός ή ό άκυί.ουθος. 

43. Ανω ήμισυ Αςκ.\ηπιου (Πίναξ XVII, 



' ΙιηΚοοί - ΟαΓάηεΓ, Νιιιη. Οοιηιη. οη Ρ»Π5. ρ. 34 ρ1. Ι, XI. 
-' Πρβλ. Άρχ. Έφημ. Πίν. παρ. Α, ό, σελ. 157, 3. 
■' Άρχ. Έφημ. ε. ά. σελ. 1δ8, 15, μή άπεικονισθέν. 



(Ο 



Ό '&ησανρός των Άντικν&ήρων 



2) ή Ποσειδώνος (;) κα{)ημένου, τί|ν πρόσθετον 
αλλ' ΐΐΧΐ.{πονααν ν\3\< δεξιΟΛ' ύψοί3ντος ϊσως ϊλτ/. 
έπι σκήπτρου ή τριαίνης στηρί'Εΐ] αύτή\', την 
κεφαλήν δε στρέφοντος προς αριστερά. Το εξ 
άλλου μεγάλου τεμαχίου ε'ιργασμένον κάτω 
μέρος τοϋ αγάλματος δεν άνειλκύσθη. "Υψος 
τοΰ σω•θέντος 0,84. 

44. Κάτω ημι5:υ κα{)η[ΐένου αγάλματος ά\'- 
δρός ένδεδυ[ΐένου (Πίναξ ΧΜΙ, 6), μή προσ- 
αρμοζόμενον εις τον προηγούμενον άριι) μοΑ'.'Ύ- 
\|)ος 0,44. Αι πτυχαι τοΰ ενδύματος εΐναι ΰαυμα- 
σίως είργασμέναι, φαίνεται δε δτι πρόκειται 
περί προ)τοτύπου έργου τοΰ τρίτου αιώνος π.Χ. 

45. Κάτω ήμισυ ιστάμενου (Πίν.Χλ'ΙΙ.Γ)) 
ένδεδυμένου αγάλματος, (ΐετά μέρους της πλίΛ'- 
θου. Το έ| αλ?^,ου τεμαχίου μαρ(ΐάρου ειργα- 
μένον άνω ήμισυ δεν υπάρχει μεταξύ τών άνε?.- 
κυσΟέντων. Σωζόμενον ΰψος 0,70. 

46. Κάτω ήμισυ γυμνού αγάλματος αν- 
δρός (Πίναξ Χ\1Ι, 4) καθήμενου έπι ύψηλοΰ 
βράχου ή εδωλίου. Σορζόμενον ΰψος (),!);"). Λίαν 
έφ8αρ[ΐένον. Τα άκρα τών ποδών έλλείπουσίΛ'. 
Παράβαλε τα καθήμενα γυμ\'ά (ϋγάλματα 
παρά Οαπιο, Πίνακες 481, αρ. ΗΓ)!). — 704,^ αρ. ( 



1083 ^. — 704». 1683 '^.— 726 '\ 1736 ^• και — 
727, 1747 ■' και τα ύπ' αρ. 869 καΐ 871 επι- 
τύμβια ανάγλυφα τοϋ Έθνικοΰ Μουσείου. 

47-58. Εφθαρμενλ οαοςχερως λείψανα 
σωμάτοη' δ(όδεκα διαφόρων αγαλμάτων (Πί- 
ναξ XVIII, 1-12) τών π?ιείστων φυσικού [ΐεγέ- 
θους, ώλ' αί στάσεις [ΐαΛ'τεύονται μάλλολ' ή 
όρώνται, τα έξης• 

•^''•=Πίν. Χλ'ΙΙΙ, 1. Άνήρ ώσει προτάσσων 
τή αριστερά ασπίδα, έγείρων δε δόρυ εν τι] 
δεξιά. Ύψος 1,35. 

48.=:Πίν. XVIII, 2. Κορμός ι'σως γυναι- 
κός δ ιεσταυρω μένους έχούσης ποτέ τους πόδας. 
Ύψος 1,22. 

49.= Πίν. Χ\Ί1Ι, 3. Άνήρ κεκλιμένην προς 
τα κάτω έχων ποτέ την κεφαλήν. "Υψος 1,30. 

50. = Πίν. XVIII, 4.Άνήρ εν στάσει ανδρός 
ύψοΰντος ασπίδα τΓ) αριστερά, μαχόμενου δέ 
τή δεξιά. Ύψος 1,30. 



51. = Πίν. ΧΜΙΙ, 5. Κορμός ανδρός. Ύ- 
ψος 0,95. 

52. = Πίν. Χλ'ΙΙΙ. (;. Κορμός ανδρός. Ύ- 
ψος 0,88. 

53. = Πίν. ΧνΠΙ, 7. Ελεεινά λείψανα αγάλ- 
ματος εν ζωηρά, όρχηστικτ) ϊσως, κινήσει εικο- 
νιζόμενου, παρά στήριγμα τι εκ δένδρου. (Πβλ. 
ΚείηαοΗ ^^ίπΐ. II, .'ΪΗΝ, 1). Ύψος 1,80. 

54. = Πίν. Χλ'ΙΙΙ, Ν. Κοριιός γυμνού γυναι- 
κείου αγάλματος, ϊσως Αφροδίτης έ\'δεδυμένης 
τα κάτω τών γλουτών. Έπι τοΰ πίνακος είκο- 
νίσθιι εκ τών όπισϊ)ε\'. 'Ύψος 0,73. 

55. = Πίν. XVIII, 9. Κορμός ανδρός ιστα- 
μένου ύψούντος την άριστεράν ώς ει έστΊ]ρί- 
ζετο έπι δόρατος ή σκήπτρου. Έπι τοΰ πίνακος 
είναι ορατός εκ τών ό.πισΟεν. "Υψος 0,75. 

5(). = Πίν.ΧνίΠ, 10. Κορ[(ός ανδρός ύψούν- 
τος την δεξκη', την δ' άριστεράν έχοντος προς 
τά κάτιο παραλλήλως τω σιόματι. Ύψος 0,95. 

57.^ Πίν. Χλ'ΙΙί, 11. Κορμός ύψους 0,()7. 

58. = Πίν. Χ\ΊΙΙ, 12. Κορ(ΐός [ΐετά τής 
κεφα?ιής άγάλ[ΐατος φυσικού μεγέθους, σφζων 
τώλ' άκριον τά μεν άνο^ μέχρι τοΰ μέσου τών 
ίραχιό\'(ι)ν, τών δέ κάτω [ΐέχρι τών γονάτων. 
Εικονίζει άνδρα γυμνόν κλίνοντα τί)\' κεΓ|αλήν 
αριστερά καΐ προς τά κάτω. Πβλ. Γΐίΐκίΐο, Πίν. 
494 '' άρ. 96()" (Άπόλ/Λ)ν μετά τοΰ Υακίν- 
θου). — ΚοίπΛοΗ, δΐίΐΐ. II ρ. 94, 2 (Απόλ- 
λων), 597, 3. 

59-91. Τριάκοντα τρεις βραχίονες, πήχεις, 
χείρες, μηροί, κνήμαι και πόδες (Πίναξ XVI, 
5-6 καΐ XIX, 1-31) διαφόρων άγαλ[ΐάτο3ν, φυ- 
σικού μεγέθους τών πλείστωλ-. Μετά επιμελή 
μελέτην δυνατόν νά προσαρμοσθώσι και συμ- 
πληρ(ί)σο)σι πολλά τών ανωτέρω περιγραφέν- 
τ(ο\' [ΐαρ μαρίνων αγαλμάτων. 

Ή διατήρησις τών άπεικονισθέντων τούτων 
άκροΰν είναι 0)ς έπι τό πλείστον κακή. Έξαίρε- 
σιν άποτελούσί τπ'α, και μάλιστα δύο, τά εις 
μέγα σχήμα (ΙπεικοΛ'ΐσθέντα έπι τοΰ πίνακος 
Χ\Ί, 5-6, άτινα διατΐ)ρούνται τ()σον λαμπρώς, 
ώστε νομίζει τις ότι νΰν μόλις έξήλθον τών 
χειρών τοΰ γλύπτου. Είναι δέ τό [ΐέν (ιχρ. 59) 



76 



() ι))/π(ΐνρος των Άντικνϋήιιη)}• 




πους γυναικείος [ΐι-τά .τκί^ίλοιι, το (^ί• (άο. (10) 
χρίρ (^ι-ξιά κρ(ίΤ(»ΗΠ(< ππτι• πκΓ|πτρην Γ| τι τοιοΟ- 
τον. Τα (ΐΓταξϋ τ(7)ν (^ακτι''/.(ι)ν λι••πτ()τ(ίτί/. στη- 
ρίγματα αι''τ(Τ)ν ?)ιατηί)θΰνται (/.νκπα(( (/.. 

Τα λοι.τα το)\' ακπ(ι)ν τοί'Τίον ί-ίν(ίΐ τα ί'ΪΓις: 
'Λπ. (11 Ιΐίν. XIX. 1. Βς)α7ίων πρόσίΐι-τός 
ποτέ εις το άγαλμα, εις δ ανήκεν. — 62. ΙΙίν. 
αρ. 2. Βρα/ίίον κα) πήχυς. — ()3-()5. —ι ΙΙίν. αρ. 
Β-.•"). Πηχυς και βρα/ί(ον κεκαμμενος εις γ(ο- 
νίίίν. (ί(ί. νΓΐΙίν. άρ. Ι). Βραχίων μετά της 
ώμοπ?ιάτΐ)ς. — (ίΤ.^^Πίν. αρ. 7. Βραχίοον και 
πΓ|•/ιις κεκα[ΐ[ΐενοι εις γωνίαν. — 68. = Πίν. (/.ρ. 
Ν. Βρ(Γ/ίων, πηχυς και χεΙρ μετά ?ιειψάνο)ν το)ν 
^ακτι''?α))ν. — (ίίΙ.π^- Πίν. αρ. ί». Χειρ μετά τμή- 
μ(χτος τοΰ πήχεως κρατούσα πτυχήν. — 70.= 
Πίν. άρ. 10. Χειρ δεξιά. — 71. = Πίν. άρ. 11. 
Μέρος χειρός. — 72. = Πίν. (Ιρ. 12. Άγκών 
μετά .τήχεως. — 73.= Πίν. άρ. 13. Χειρ [ΐετά 
τοΰ καρπού, άλλ' άνευ των δακτύλων. — 74. = 
Πίν. άρ. 14. Χειρ αριστερά κρατούσα πτυχήν 
ενδύματος. — 75.= Πίν. άρ. 15. Βραχίθ)ν καΐ 
πήχυς. — 76. ^ Πίν. άρ. 16. Πήχυς μετά της ^^^ 
χειρός, άνευ δμως των δακτύλων. — 77. =ι Πίν. 
αρ. 17. Κνήμη. — 78.^ Πίν. άρ. 18. Μηρός μετά 
τοϋ γόνατος. — 7Π. = Πίν. άρ. Ιϋ.Όμοιως. — 
80. = Πίν. άρ. 20. Κνήμη. — 81. = Πίν. άρ• 

21. Κνή[ΐη μετά τοϋ ποδός. — 82. = Πίν. άρ. 

22. Κνή[ΐη μετά μέρους τοΰ ποδός. — 83.= 
Πίν. άρ. 23. Μέρος κνή[ΐης μετά στηρίγμα- 
τος. — 84. = Πίν. άρ. 24. Μέρος κνήμης και 
ποδός. — 85. ^ Πίν. άρ. 2δ. Κνήμη μετά μέ- 
ρους τοϋ ποδός. — 86.^= Πίν. άρ. 26. Κνήμη. — 
87. = Πίν. άρ. 27. Τεμάχιον πρύσθετον ποδός 
μετά σανδάλου. — 88. ::=Πίν. άρ. 28. Πους 
δεξιός μετά μέρους της πλίνθου ορατός άνω- 
θεν. — 8!;». =: Πίν. άρ. 29. Πούς αριστερός, 
άπό των αστραγάλων, γυμνός. — 90. = Πίν. 
άρ. 30. Δάκτυ?.οι αριστερού ποδός μετά μέ- 
ρους της πλίνθου. — 91. = Πίν. άρ. 31. Δεξιός 
πούς, παιδός ϊσως, κεκαμμένος, έπΙ πλίΛ^ου (ίδέ 
σελ. 3, άρ. 6). 

Πλήλ' των άκρ(ΰ\' τούτίον υπάρχει σπου- 
δαίος άραίμός τειιαχιων ενδυμάτων τών [ΐαρ- 



[ΐαρίνίην (ίγαλμάτο)ν και πολλά στηρίγματα καΐ 
πλίνθοι τ(7)ν άγ(/.λμί/.τ(ΐ)ν, ων ενιαι (Πίν. ΧΙ\' 
(ίρ. 5) είναι έντεϊίειμέναι εις περίεργα λεκανο- 
ειδή (ί(ίί)ρα,περι 0)ν κατο^τέρο). Τη (>οηΙ)είί/πάν- 
το)ν τών λειψάνων τούτο^ν ικανός γλύπττ] ς, ή δυ- 
νατό. πιινεργαζό[ΐενος μετ' άρχαιο?.όγου τινός, 
νά συμπλήρωση σπουδαίος πλείστα τών άγαλ- 







ι 



1 ν 

■ν. •, 




ΕΙκών 66, 



μάτων. Ούτω δε άντι της νΰν οίκτράς κατα- 
στάσεως θα άπετελεΐτο περιεργοτάτη, μονα- 
δική την Οψιν και επιστημονικώς σπουδαιότατη 
αΐ'θοί'σα ^Ιυυσείου. 

92-95. Τέσσαρες ήρεμα βαδίζοντες ϊπποι 
τού αυτού πάντες ήτοι (|;υσικού μεγέθους (Πί- 
ναξ XX, 1-4) \ σωζόμενοι ως εξής : 1"^ (92) Πίν. 
XX, 2. Κορμός μετά τής προσθέτου κεοραλής, 
άμορότερα λίαν διαβεβρωμένα υπό της θαλάσ- 



' Πβλ. Άρχ. Έφημ. Πίν. παρ. Β άρ. 3 οελ. 159; 2ΐ και Β 
άρ. 4 Οίλ. 159, 24 Πίν. παρ. Δ άρ. 3 οελ. 159, 23 και Δ άρ. 4 
σελ. 1 59• 22. 



ί Ι — 



Ό ϋ•Ί]σανρ6ς τών Άντικνϋήρων 



σης. Τών τεσσάρων ποδών καΐ τοΰ ύπο την κοι- 
λίαν στηρίγματος (κιονίσκου) σώζονται ικη'ον αί 
άρχαί. — 2°«(93) Πίν.ΧΧ,Ι. Όμοιος κορμός,αλλα 
καλώς διατ)ΐρον)μενυς ο^ς προς την ράχιν και 
τύ περί τον τράχηλον μέρος, το ύπο πλατέος 
τελαμώνος περιΟεόμενον, έφ' ού εικονίζεται, εν 
αναγλύφφ, ανω μεν τοΰ στήθους άετος μετ' 
άναπεπταμένων πτερύγ(ον έπΙ κεραυνού, εκα- 
τέρωθεν δ' αύτοΰ κατά σειράν, κράνος κοριν- 
Βιουργές μετά ίπποΰρώος, ασπίς φοειδής (γα- 
λατική;) καΐ πέ?ιεκυς άμαζονικός(•,). Ή επί τοΰ 
πίνακος τώ κορμφ τούτω έπιτεθειμένη κεφαλή 
δυνατόν νά άνήκη καΐ εις ενα τών λοιπών δύο 
ίππων. Ή διατήρησις αυτής κατά το δεξιον μά- 
λιστα μέρος είναι καλή (Εικών (ϊΒ). Έπι δε τοΰ 
κορμού τοΰ ίππου, εις τύ αφάνες μέρος ένθα 
έπετίι)ετο ή πρόσθετος κεφαλή, και δη ύπεριίνω 
της οπής της προσαρμογής, άναγινώσκεται έπι 
μιίνου τοΰ ίππου τούτου το μέγα γρ(Λ[4ΐα ή 
μονογραφή μ(/. Λ•. — ;)"^(!»4) Πίν. XX, .">. 'Ομοίας 
διατΐ]ρήσεως κορμός, ού δμως 6 περί τον τρά- 
χη?ιον τελαμών είναι φολιδοιτος και κοσμείται 
μόνον κατά το μέσον αύτοΰ ύπο κεφαλής Με- 
δούσης. — 4°^ (!)Γ)).Ό κορμός τοΰ τετάρτου ϊππου 
κατεποντίσθη, ως εϊπομεν εν σελ.7, έκφυγών τών 
δεσμών κατά την άνέλκυσιν. Άντ' (ίύτοΰ δμως 
έ'χομεν την πλίνθο ν μετά τών άκρων τών δύο 
όπισθίοιν ποδών και ολοκλήρου τής στήλης, έφ' 
ης έσττ]ρίζετο το σώμα τοΰ ϊππου (Πίν. XX, 4). 
Ή στήλη αύτη έλικοειδώς ηύλακωμένη περιε- 
βάλλετο υπό φχιλλων τής κλασσικής άκάνθιις 
και ελίκων φυτικών, διατηρείται δε εν άρίστί) 
καταστάσει, ώς και ουρά και διάφοροι πόδες 
τινών τών τεσσάρων τούτοιν ΐππο)ν, έπΙ τοΰ 
αυτού πίνακος όμοϋ άπεικονισΰέντες. Ε'ις τίνα 
τών τεσσάρων Ιππων άνήκεν ή πλίνθος αυτί) 
είναι άγνωστον. 

Οι ίπποι ούτοι είναι προφανώς ρωμαϊκής επο- 
χής καλά αντίγραφα εργο^ν χαλκών τής καλής 
εποχής, ϊσως τού Λυσίππου, παρέχουσι δ' ακρι- 
βώς την αυτήν στάσιν, ην και οι άγνωστου 
προελεύσεως τέσσαρες περίφημοι αρχαίοι ελλη- 
νικοί χα?Λθϊ ίπποι τοΰ Άγιου Μάρκου τής 




Είκ 



67. 



Βενετίας ^ "Αξιον σημειώσεως θεωρώ ότι τά 
έπι τών τελαμώνων αυτών κοσμήματα και δή 
ό επί τοΰ κεραυνού αετός και τό κράνος άπαν- 
τώσιν ύπό τό αυτό σχήμα μεταξύ τών κυρίων 
\Όμισματικών τύπ(ΰν τοΰ "Αργούς -, προς δε 
ότι τό γράμμα Λ — τό τεθέν εϊτε προς διά- 
κρισιν τής κεφιαλής, ήτις έδει νά έφαρμοσθ-ή 
έπί τοΰ κορμού τούτου, εϊτε προς δήλωσιν 
τού έκπέμποντος τά αντίγραφα ταύτα εργα- 
στηρίου ή πόλεως — άπαντα ύπό τό σχήμα 
τούτο, ήτοι [ΐετά τής έπί τής κορυφής αύτοΰ 
καθέτου κεραίας, μόνον εν "Αργεί, έ'νθα προσέ- 
λαβε τό μοναδικόν τούτο σχήμα, ώς συ[ΐβολι- 
κόν τού ονόματος τής πόλεως [ΐονο- 
γράφ)]μα, ένεκα τής συνηθείας ί'ιν 
είχον ανέκαθεν οί 'Αργεϊοι νάκόπτ(ΐ)- 
σιν ύπεράνο) τού γρά[ΐματος Α. τύπου 
τής οπισθίας όψεως τών νομισμάτων 
αυτών, ένθεν δε και ένθεν τής κορυφής αύτοΰ, 
δυο μικρά έγκοιλι/. τετράγο:)να, ών τό μεταξύ 
άνάγλυφον χώρισμιχ έθεωρήθη σύν τώ χρ<ίνω 
ώς μέρος τού Α. αρκτικού τού ονόματος τής 
πόλεως (Εικών ()?)'. 

Ώς ήδη παρετηρήθΐ] ^οί όμοιοι τοις 'Αντικυ- 
Ηηραϊκοΐς ίπποι τοΰ 'Αγίου Μάρκου έκόσμουν 
ποτέ ρωμαϊκήν τίνα θριαμβευτικήν πύλην. ^Υοι- 
πόν νόιιισμίίί τι τών 'Αργείων τών ρωμαϊκών 
αυτοκρατορικών χρόνων άποκείμενυν εν τώ 
Νομισματικώ Μουσείιο Αθηνών, εικονίζει τοι- 
αύτΐ)ν πύλιιν τού "Αργόυς κεκοσμημένην ακρι- 
βώς ύπό δύο ζευγών ϊππ(ον. 

ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ 

Πλην τών ανωτέρω άνειλκύσθησαν και δκ/.- 
φιορα άλλα αντικείμενα, ήτοι σκεύη, κοσιιή- 
ματα, αγγεία κτλ., ανήκοντα εις τό πλήρωμα 
τοΰ πλοίου, τά εξής• 

96. Ενωτιον χρυσούν (Εικών ()8) άποτε- 
λούμενον εκ κομψού Έρωτιδέιος, λύραν άνα- 



' ΖίηείΙί, δΓαΙυβ άϊ δ. Μϊγοο Ι. Τα£. 43 ■ 46• 
- ΒΜΟ. Ρείοροηηεδϋί ρΐ. XXVII, 7, 8, 2θ. — ΜίοηηεΙ Π, 234ι 
39, 43 κτλ. 

•' "Ιδε ΒΜΟ. Ρβ1οροηηε5ΐΐ5 ρ1. XXVII 1-6 και 38. 
'' ΓΓίεάεηοΙίδΛνοΙΙεΓΒ, Οίρ5ΐΙι§ίί35ε η" 1698. 



— 7! 



Υ) ϋηοανρο; των ^Ιντικοϋή/κι)!• 




ΕΙκών 68. 



κηιιήοντο; κκι ΐ'-το τον Γ|/()ν (χυτης ορχουμενου 

ί'ΐ ήποπτι-οίο; |ί(ιί^ίζοντος, ι'ιοτιιιιι'νοι» (^ί" ΐ"/. ί)υ- 
ρεοΰ περιρ/.οντος τρεις κίχλιάς εν 
αΐς ήίτίχν πού: πο?ιύτΐ|ΐ()ΐ /αιίοι, 
(ί.τυλεπϋεντες νΰν, και περιβαλ- 
λόμενοι ύπο σειράς ιιαργαριτών. 
Χηστυ/ώς οι [ΐαργαρΐται,οΰς ε'Λο- 
[1^1ΊΙ^(;« !""^' ''^' λ(/.ιιπ•ρ^ διατηρήσει, κατε- 

νΛ^ λΒ»* στρ(<(( ησί/,ν σχεδόν εντελώς ένεκα 
απρόσεκτου ιχύτών ένΟέσεως εις 
οξέα ύπο τοΰ καΰ άριστου των 
Ά ντ ι κυ {)ίι ρ αϊκ(7) \'. 

Ή εργασία καΐ ό συρμύς τοΰ 
ένωτίου τούτου ανήκουσιν εις 
τους πρίότους ρΓοιιαϊκους αήτο- 

κρατορικούς χρόνους. 

97. Σφραγις μολύβδινη (Είκών 09) τεχνο- 
τροπίας τοΰ τρίτου [ΐ. Χ. αιώνος και εκ των 

της τάξεως δε τών κοινώς λεγο- 
μένων ρϊοιηΐίϊ ιτΐ6Γ03ηΐί1ϊ. Ώς 
έπίση[ΐον φέρει δε?ι.φΐνα νΐ]χό- 
[ΐεΛ'ον προς δεξιά, έχοντα δε άνω 
και κάτω αύτοϋ έπιγραφήν, ής 
σώζεται μόνον το κάτω μέρος, 
ΓΑΟ, προφανώς το τέλος τοΰ 

όνύ[ΐατος τοΰ σφραγίσαντος εμπόρου (π. χ. 

Κηηύγας, Μήγας, "Αργας ή Άργης). 

98. Τριπτπρ εξ έρυΟροΰ λίθου σχι'κιατος 
και [ΐεγέΟους δακτύλου άνΰρώπου, άριστα δε 
διατΐ]ρούμενος (Γδε σε/.. Ι,Ί). • 

99- 102. Κώνοι μολύβδου τέσσαρες (Άρχ. 
Έφημ. ε. ά. Είκών 17 σελ. 170), ών οι τρεις 
μεν ΰψους 0,17-0,21, ολκής οκάδων 41-43 
έκαστος, ό δε τέταρτος, μικρότερος και κολοβός, 
όλκης 7 ' ., οκάδων. Πάντες φέρουσι κάθετον 
όπήν διαμπερή. Τίς ή χρήσις αυτών δεν γλ'ωρί- 
ζομεν, πιθανόν δμως να έχρησίμευον ώς σταθ- 
μία. εί'τε και προς αυτομάτους συστολάς τών 
ίστί(ο\' τοΰ πλοίου. 

103. Σωλην μολύβδινος (Είκών 17 της 
Άρχ. Έφημ. έ'. ά. σελ. 170) μήκους 0,62. "Ισως 
έχρησίμευεν εν τώ πλοίω προς διοχέτευσιν ή 
άντλησιν ύδ(/.τ(ον. 




Είκών 69. 



104 - 105. ΚεΡΛΜΙΛΚΣ ΣτΚΓΙΐν (Άρχ. Έ(| . 
έ'. ά. ΙΙίν. παρ. θ) άρχαίίον οικοδομή μάτ(ΐ)ν, 
πο/.λαί τον άρΐ)Ι[ΐόν, ών δύο είναι εντελώς ακέ- 
ραιοι. Τούτοη' ή μεν (άρ. 104) είναι συνήΙΙης 
καλνπτηρ (ΐήκους 0,50, ή δε (άρ. 105) ητρωτήρ 
πλ. 0..Ί7 και μήκ. 0,(><), έχων παρά μεν τά τέσ- 
σα.ρίί αύτοϋ άκρα (/.νά μίαν όπήν, έπΙ δε της 
εσωτερικής έπκ^ανείας στρογγύλην ένεπίγρα- 
φον σίρραγΐδα τοΰ κατασκευαστοΰ της κεράμου 
ή τοΰ (χρχιτέκτονος τοΰ οίκοδομή[ΐατος, ί) ούτος 




ΕΙκών -/ο. 



έ'σκεπεν. Δυστυχώς ή κατά το πλείστον καλώς 
σωζόμενη έπιγραφί] τής σφραγΐδος, ής παρα- 
θέτο) ένταΰΟα ισομεγέθη φωτογραφικήν είκόχ-α 
70, εϊναι δυσνό))τος και δεν δύναται νά βοη- 
θήση ή[ΐάς προς άνεύρεσιν τής προελεύσεως τής 
κεραμίδυς. Όμοίο)ν καλυπτήρο)ν καΐ στρο3τή- 
ρ(ΰν ύπιίρχωσιν εν τοις Άντικυίίηραϊκοίς πολλά 
τεμάχια, πλείστα δε άλλα έρρίφθησαν καΐ πάλιν 
υπό τών δυτών εις τιιν θάλασσαν ώς άχρηστα. 
106. Μηνοειδες ΣΚΕΥΟΣ μαρμάρινον (Είκ. 
71) διαμέτρου Ο,δΟ. Έφ ' δσον γνο^ρίζω, το 
σκεϋος τοΰτο εΐναι πρωτοφανές καΐ άγνωστου 
χρήσεως. "Ισο)ς νά έχρησίμευεν έπι τοΰ κατα- 
στρ(ί)ματος τοΰ σαλευομένου πλοίου προς 
ασφα/^1 έναπόθεσιν και στερέο^σιν τινός τών εν 
διαρκεί καθημερινή χρήσει υδροφόρων αγγείων 



79 



Ό θησαυρός των Άντικνάήρων 



ί'ι οινοχόων, και) ' ά δεικνύει ή ρνταΰΟι/. παρεν- 
τιθεμένη ε'ικών 72. Χάρις εις το (/.νοικτον σχήμα 
τοί3 ύποθήματος τούτοι» το (/.γγεΐον εναποτίθε- 




ται και αφαιρείται άνευ φόβου προσκρούσεος, 
κρατείται δε στερεώς και άσαλεύτως εν αύτω. 
107. Αγκυρα σιδηρ(7. (Άρχ. Έφημ. ε. ά. 
Είκών 18 σελ. 171) ύψους 1,55. Βεβαίιος ή 
[ΐικρά αυτή άγκυρα δεν ανήκει είς το ναυαγή- 




χαντήριον άπολέσαν την άγκυραν αύτοΰ ή 
ναυαγήσαν εν τή αύτΓ] θέσει, εν ή και το </.ρ- 
χαΐον πλοΐον. 

108. Λύο [ΐεγά?ν,αι σφαΐραι μαρμάριναι 
περιφερείας ή μεν Ι,ΙίΟ ή δε (),!-!( ). 

109. κέξ. ΑΐΤΕΐΑ. Λίαν πολυάριθμα εΐναι τα 
αγγεία, πάντα κοινά και καθημερινής χρήσεως, 
άτινα άνει/ικύσΟησαν εκ του βυθοί). Επειδή δε 
ταΰτα επαρκώς άπεικονίσθησαν και περιεγρά- 
φησαν εν τή Άρχαιολ.Έφη[ΐερίδι (ε.ά. σελ. 1(!(^ 
κέξ. Πίν. Η' και Θ') ύπο τοϋ εκ των συντα- 
κτών τοϋ άρθρου εκείνου Κ. Κουρουνκότου, 
αρκούμαι παραθέτων ένταΰθα εν ύποση μειώσει ' 



σαν μέγα άρχαϊον πλοϊον, ούδ' εΐναι καν αρ- 
χαία. Ώς το σχήμα καΐ ή κατασκευή αυτής 
δεικνύουσιν, ανήκει είς νεωτάτων χρόνων τρε- 



' 1, Πήλινα αγγεία. Αποτελούνται ταϋτα εκ μεγάλίον αμφο- 
ρέων έ/_όντ(ΐ)ν ι')'ίεΤ(ΐ\' βάσιν, οινοχόων διαφόροον μεγεθών κ«ϊ 
σχημάτίον, τρυβλίίον κα'ι άγγείίον διαφόρίον άλλων σχιιμάτων. 
Ή τεχνική άπεργασία τούτων ώς και τά σχήματα είναι τά χαρα- 
κτηριστικά των αγγείων της Ελληνιστικής προ πάντων περιό- 
δου, «τίνα διετηρήΟησαν μέχρι τοΟ α' μ. Χ. αιώνος. 

Έπ'ι τών παρενίΐέτιον πινάκων Η, Θ, εικονίζονται τά διά- 
(ρορα σχήματα τών εΰρεΟέντοιν πτ|λίνων και ύαλή'ων άγγείίον. 

Πίναξ Παρ. Η άρ. 1-4 εικονίζονται α'ι τέσσαρες διάφοροι 
μορφαί, άς έχουσιν οί μεγάλοι αμφορείς. Τά μεγέθη τούτων 
είναι τών μέν μικρών της ΰπ' άριβ. 1 μορφής Ο.δδ, τών δέ 
μεγάλοιν 0.80 περίπου. Ο .πτ)λί)ς αυτών εϊ\'αι έριιθρός λίαλ' 
καλώς κατειργασμένος, είναι δέ τι'ί τοιχώματα αυτών πρό πά\•- 
το)ν της μορφής άριΟ. 4 λίαν χονδρά περίπου 0.02δ. Τοιούτοι 
αμφορείς ευρέθησαν εν σοιρώ περί τους εΐκοσιν, έχρησίμευον 
δέ πιθανώτατα έν τω πλοίιο, ίίπως περιλαμβάνωσι διάφορα 
εφόδια• έν έν'ι δέ τούτοιν εΰρίσκυντο εισέτι .πυρήνες έλαιών. 

Έ.πί τοϋ άνιο μέρους τής κοιλίας ενός άμιΐ'ορέιος τή; μορ- 
φής ί} είναι κεχαραγμέλΐ) δι' οξέος εργαλείου ή [παραπλευριος 
πανομοιότυπος είς τά - ,, περίπου τοΰ πραγματικού μεγέθους 

τών γραμμάτων διδομένη] έ.τιγραΐ) ή Η ΙΑ 

Χ Κ. 

ΈπΙ έτερου άμΐ(>ορέ<')ς τής μορ(()ής 1 ευρίσκεται ή [όμοίιος 
έν πανομοιότυπο) διδομένη] λατινική επιγραφή 1-ΐνι~. 

ΈπΙ τού αυτού πίνίλκος άριί). ."> - !) εικονίζονται διάφορα 
άγγεΙα, ατινα έχρτ|σίμευον |3εβαίΐΰς ώς δοχεία οίνου. 

Τό σχήμα τών αριθ. 5-8 είναι έκτων χαρακτηριστικωτέρων 
τής Αλεξανδρινής περιόδου. Προς τόν αριθ. 5 ευρέθησαν έν 
Ρα)>ουιη μετ' άντικειμένιον τών χρόνιον τών ΠτολεμαίιοΛ'. 

Αλλ' έτι χαρακτηριστικιότερα είναι τά όμοια προς τόν αριθ. 
8 αγγεία. "Εχουσι ταϋτα συλί'ιθως κιτρί\ΐ)ν άλοιφήν και έπί 
ταύτης δια καστανού γανώματος διάφορα κοσμήματα, πολλά 
δέ τοιαύτα αγγεία κέκτηται τό ΈθΎΐκόν Μουσεΐον Αθηνών. 
Τό έπί τού πίνακος ήμιόν είκονιζόμενον άγγεΐον σώζει (ΐόνον 
ελάχιστα άλλα σαφιή λεί<1ιανα τής αλοιφής. 

Τά αγγεία ταύτα (Ιπαντώσι συνήθως άπό τού γ' μέχρι τού 
α' π. Χ. αιώνος έν άρχαίοις τάφοις. 

Πολλά λείψανα κιτρίνης αλοιφής έχει και ό αριθ. 5. 

Τό μέγεθος τών ανωτέρω αγγείων είναι άπό 0.27-0.30, εύ- 
ρέθ»ισαν δέ περί τά τριάκοντα πέντε τοιαύτα. Ό αριθ. 7 έχει 
διπλάσιον περίπου μέγεθος. 



— 80 — 



Ό χ^ησανρος τών Αντικυϋήοοη• 

όλυκληοον τί)ν πρριγρα(()ίιν αύτοΰ, παρ'ολην ί)θ)Ι)[| χλΙ ατηηι/ί)!"] η ύπ' έμ()ΰ ευθύς ίξ αρχής 

τί|ν .τ()()<| ανή προσπάΟριαν τοΰ συγγραφέως να πολεμηϊΐείσα γνο)μη, οτι το ναυάγιον έγένετο 

παραατήσΐ) εκ παντός τρόπου όσον τυ δυνατόν τόν πρώτον π. Χ. αιώνα, ζήτημα περί ου ρηΠή- 

(/.ρ/ίπότι-ρί/. τα ((γγι-ΐα ταΰτα, ϊνα οίίτο) κατορ- πονταί τίνα ι•ν τοις εξής. 



ΕΠΙΛΟΓΟΣ 



Μετά τα άνοκέρο /.επτοιιερώς έκτεΟέντί/.. 
{)ε(ΐ)ρώ περιττόν να προσίΐέσο) τι προς έπίρρ(ΐ)- 
σιν τήςγνώμιις δτι αϊ αρχαιότητες αΰται προέρ- 
χονται εξ "Αργούς. Επειδή όμ(ος τών (/.ρχί/ιο- 
/.ύγων τινές έζήτ)]ααν παραδόξ(ος έκ ιιόνου 
τοΰ τόπου τοϋ ναυαγίου όριιώμενοι να έξαγ(/.- 
γίοσιν ύποϋέσεις και συμπεράσματα περί τοϋ 
τόπου της προελεύσεο^ς τοϋ ναυαγήσαντος 
πλοίου, λέγοντες ποτέ μεν δτι τοΰτο Ό^ά προήρ- 
χετο εκ 'Ρόδου ή Μικράς Ασίας, ποτέ δέ εκ 



'() (Ιριί). 10 πα()ΐσιά τρμάχιον ακι'ιφοί' τών λενομίν<ον Μέγα- 
ρειχών τό γάνωμα αΰτοΟ είναι κατά τό ήμισυ μέ?αχν και κατά 
τύ ειερον ήμισυ έρυθρόν, έχει δ'ώς κόσμημα ζ(ί)νιιν ροδάκων 
καϊ άνΟεμιοειδή σχήματα καλύπτοντα έν εΐδει ((ολίδων τό κάτω 
της κοι?άας. ΚαΙ τών αγγείων τοΰ είδους τούτου ή χρονολογία 
ορίζεται από τοϋ 3ου π. Χ. αιώνος μέχρι τοΰ '2ον μ. Χ. 

Ιΐίνα'ί Παρ. Θ άριΟ. 11-12. Παρίστανται δύο πρόχοι ΰψους 
υ.28-0.;51 έκ πηλοΟ ώχρερύθρου ομοίου περίπου προς τόν τών 
άνωτέριι) μλπιμονευθεισών οινοχόων. 

Πίναξ Παρ. Θ αριθ. 13. "Αγγείον έκ πηλοΰ τεφρού μέ μέλαν, 
κακής ποιότητος, κατά τό .πλείστον έξαλειφθέν. γάνωμα. "Ολί- 
γον κατιοτι'ρω τοϋ χείλους υ.τήρχε περί τόν λαιμόν λε.πτή περι- 
φερική εξοχή, έσο)τερικώς δέ φράσσεται ό λαιμός παρά τήν 
κοιλίαν διά διάτρητου καλυμματιου. Έ.πί της Ηοιλίας .παρά τήν 
λαβήν υπάρχει και μικρά .προχόη μή δκικρινομένη δυστυχώς 
έ.πί της φιοτογραφ ίας. 

Άρι&^. 14. Άλαβαστροειδές άγγεϊον. Είναι ές έρυθροϋ .πη- 
λού κατεσκευασμένον και δέν διακρίνεται αν είχε γά\'ωμα. 
Έπ'ι τοϋ χείλους σχεδόν υπήρχε μικρά λαβή ιΙποσ.πασΟεΐσα. 

Χυτρίδια δμοια προς τόν αριθ. 15 ευρέθησαν πολλά, εν δέ 
μόνον τοΰ σχήματος αριθ. 16. Ό πηλός αΰτοιν είναι κιτρινω- 
πός μετρίας .ποιότητος. 

Πίναϊ Παρ. Θ 2 αριθ. 1Τ λείπει ή λαβή και ό λαιμός. Έκ 
τοϋ .πηλοϋ ομοίου -τρός άρ. 13. "Εχει αϋ?.ακιόσεις κατά μήκος 
τής κοιλίας. 

Άρι-&: 18. Λείπει τό στόμιον ευρέθησαν και τρία έτερα 
δμοια αλλά μάλλον ελλιπή. Έκ πηλοϋ έριΌροΰ οΰχ'ι τόσον 
καλής ποιότητος. Και τά αγγεία ταύτα είναι χαρακτηριστικά 
έν τοΤς τάφοις τών τριών τελευταίων .π. Χ. αιώνων, έχρησί- 
μευον δ" ίσιος ώς μυροδοχεία. ΙΙαριΐ-τλήσια είναι και τά αγγεία 
τού σχήματος αριθ. 19. 

Άρι-Ο•. 20 - 23. Τρυβλία διαφόρων μεγεθών έκ .πη?,οΰ χριό- 



Μήλου ή και εξ Άί)ηνο)ν, άποκλείοντες όμοις 
τό '^νργος, άπετάΟημεν προς τόν έν τή περι- 
στάσει ταύτη άρμοδκότατον να άποφανΟή περί 
τοΰ ζητήματος τής ναυτικώς πιΰανοιτέρας προε- 
λεύσεως τοϋ πλοίου, ήτοι αυτόν τόν πεπειρα- 
(ΐένον κυβερνήτ)ΐν τής 'Μυκάλης.^ άντι.πλοίαρ- 
χον τοΰ Β. Ναυτικού κ. θ. θεοχάρην, τόν κά/.- 
λιστ(/ γνωρίζοντα τήν Μεσόγειον και τήν περί 
τά 'Λντικύι)ΐ]ρα Οά/^ασσαν, πολ?.άκις δ'έπισκε- 
φΟέντα τόν τόπον τοΰ ναυαγίου (ϊδε σελ. 7). 



ματος ΰπολεύκου κλίνο\•τος ολίγον προς τό ροδόχρουν, κάλλι- 
στα κατειργασμένα. Τινά τούτιυν είναι λε.πτότατα. Ή επιφά- 
νεια αυτών είναι βεβαμμέηι διά βαθέοις ερυθρού χροίματος, 
έχοντος ένιαχοΟ καστανόχρους κηλίδας έκ σφάλματος ΐσιιΐς 
κατά ττί)ν έπίθεσιν και τήν όπτησιν τής βαφής. Έπ'ι τής έσο)- 
τερικής επιφανείας εχουσί τίνα έ'ί αυτών .περί τό κέντρον ),Λ- 
.πτούς, πρό τής όπτήσειυς χαραχθέντας κύκλους, και στιγιιάς, 
τινά δέ και άνΟεμιοειδή σχήματα. Διάμετρ. άπό 0.10-0.41 και 
ίίψος 0.47. Τά τρυβλία τιιϋτα έχουσι μεγίστΐ)ν ομοιότητα προς 
τά λεγόμενα Σάμια αγγεία ή τά 'Αρρητινά αγγεία (ΐοττα 
5ί|;ί1Ι»(3), όμοια δέ τούτοις ευρέθησαν έν Μικροί 'Λσία .προ 
.πάντ(ι)ν και άνήκουσιν εις τους τεί.ευταίους π. Χ. αιώνας. 
Όμοιον τόν πηλόν και τήν τέχνην είναι και τό μικρόν 
κύπελλον αριθ. 24, παραπλήσιος δέ άλλ' έκ πηλού ερυθρότε- 
ρου και λεπτότερου είναι καΐ ό δίωτος σκύφος αριθ. 2δ. ΈπΙ 
τοΰ άνϋ) μέρους τίον λαβών τούτου παρά τό χείλος είναι έ.πι- 
κεκολλημένα δύο κισσοειδή φύλλα. 

'Αρί&•. 26. Τρυβλίον έκ πηλοΰ κοινού και χονδρού, χρυ')μα- 
τος λίαν (ΐκαΟάρτου λευκού. Ή έσοιτερική επιφάνεια είναι 
έστιλβωμένη, έχρησί^ιευον δ' ίσως τά τρυβλία ταΰτα διά τό 
κατοηερον προσιο.πικόν τοΰ πλοίου. 

Όμοίΐϋς έκ κοινού πηλοΰ ά?.λ' ερυθρού χροίματος είναι και 
τό μόνωτον κύ.πελλον άς>ιθ. 27. 

Ό λύχνος Πίναξ Παρ. Η αριθ. 28 είναι όπως και οί αριθ. 
13 και 17 έκ πηλού τεφροϋ, έχει δέ έπί τής άνιο έ.πιφανείας 
μίαν (ΐεγάλην κεντρικήν ό.πήν και τρεις άλλας μικροτέρας 
.περί ταύτην. 

2. Υάλινα. Πολυτιμότερα τών πηλίνων είναι τά ευρεθέντα 
υάλινα αγγεία, εΐνε δέ ταΰτα ποτήρια διαφόρων σχημάτων και 
μεγεθών. Έπί τοΰ πίνακος Η απεικονίζονται τινά τούτων 
αριθ. 30-34. 

Τό χρώμα τοΰ μαστοειδούς σκύφου άριΟ. 33. ον κοσμεί ανά- 



— 81 — 



11 



Ό ϋ•ησανρυς των Αντικυθήρων 



Ό κ. θεοχίίρης εύηρεστήθη νό. μοι πέμψτ] λε- 
πτομερή εγγραφον γνωμοδότησιν δια τοΰ πλη- 
ρέστατα συμφωνούντος αύτω άνθυποπ?ιθΐ(/.ρχου 
τοί3 Β. Ν. και συνεργάτου ημών κ. Π. Τεδιάδου, 
γνωμοδότησιν, Γις συ(ΐπέρασμα είναι οτι το 
πλοΐον έξέπλευσεν εξ "Αργούς . 

Χάριν δε των ναυτικών παραθέτω ένταΰϋα 
μικρόν χάρτην τών Άντικυ{)ήρο)ν, σχεδια- 
σθέντα έπιτοπίοκ ύπο τοϋ ρηθέντος άνΟυπο- 
π:λοιάρχου κ. Τεδιάδου και δεικνύοντα ακριβώς 
το μέρος τοϋ ναυαγίου (Είκ. Τ.'!). 

Άλλα παρά το κύριον ζήτημα της προε?^εΰ- 
σεως τών ΆντικυΟηραϊκών πολύς λόγος έγέ- 
νετο και διάοροροι γνώμαι ύπεσττ]ρίχϋησον 
περί τοϋ χρόνου καΰ ' δν δυνατόν να έγένετο 
το ναυάγιον, περί τοϋ έξαποστεί?ιαντος το φορ- 
τίον καΐ τέλος περί τοϋ τόπου προς ον κατιιυ- 
Ό^ύνετο το πλοΐον. 

Άν και τα ζΐ)τήματα ταύτα εχουσι μάλ- 
λον ίστορικήν ή άρχαιολογικήν σπουδαιότητα, 
άναγκαΐοΛ' χΐεωροϋμεν να σημειώσωμεν ολίγα 
τινά περί αυτών. 

Ευθύς ο)ς ήγγέλθη και έβεβαιώΟη ή ευτυχής 
άνακάλυ\|)ΐς τών Συ[ΐαίο)λ' δυτών, Γριλίίρχαιός τις 
Αθηναίος, υ κ. Χρυσάφ)ΐς, ένεΟυμήΟη καΐ έδΐ|- 
μοσίευσεν εν τινι έφημερίδι τών Άΐΐηνών οτι 
ό Λουκιανός εν τω Ζεύξιδι(κεΓρ.3) ομιλών περί 



γλυπτός στέφανος έκ μεγάλοιν φύλλιυν, είναι άνοικτόν κυανοΟλ'. 
Ό ρ\ι<}μός τοϋ κοσμήματος κα'ι ή καλή κατασκευή τοΰ αγγείου 
τούτου δέν επιτρέπει νά καταβιβάσιομεν αϋτύ πέραν τών πριό- 
τ<ον Ρϋϊμαϊκών χρόνίον. 

Τό μέγα ποτήριον, ούτινος μόνον εν τε.μάχιον εικονίζεται 
έπ'ι τοϋ πίνακυς Η αριθ. 32, χαρακτνιρίζεται διά τοΰ σχήματος 
της λαβής αΰτοϋ ώς έ'ργον αναμφισβητήτως Ελληνικών χρό- 
νίον. Τό χρώμα τούτου είναι βαθύ πράσινον, εύρίσκομεν δέ τό 
σχή(ΐα αύτοϋ πρό πάντων εΙς αργυρή κύπελλα τών Ελλη- 
νικών χρόνιον. 

' Αζΐ-Θ•. 34. Εικονίζει τεμάχιον φιάλης, ήτις είχε περί τήν 
βάσιν άνάγλυπτα φύλλα έν εΐδει άκτίνιον και υπό τό χείλος 
κατά διαστήματα μικράς επιμήκεις έζοχάς. 

Οί μικροί πολύχριομοι κύαΰοι άριΟ. 30-;!! δέν είναι τοσού- 
τον καλής κατασκεΐ'ής, δ.πιος τα λοιπά αγγεία. 

Πλην τώ\' π))λίν(θ\' και ΰαλίνοιν σκευώ\• ευρέθησαν κα'ι ολίγα 
έίρθαρμένα αργυρά ποτήρια κιονικοΰ σχήματος κα'ι μία αργυρά 
οίνοχοΐσκη. Ώς κα'ι τό έν Πίνακι Θ μεμονο)μένο)ς εΊκονισ(ΐε- 
νον άλαβάστρινον άμφορίδιον ΰψ. 0.13. 

Χαλκών άγγεί(ον μό\•θΝ' μικρά τεμάχκι και όλίγαι λαβα'ι 
ευρέθησαν. 



Όαυμασίου πίνακος τοϋ ζ(ογράφου τούτου τοΰ 
τοϋ είκονίζοΛ'τος τήν θήλειαν ίπποκένταιιρον, 
λέγει τά εξής: «της εικόνος ταύτης άντίγραφός 
έστι νϋν Άθήνησι προς αυτήν έκείνην άκριβεΐ 
τή στάθμη (ΐετενηνεγμένη• τό άρχέτυπον δαύτο 
Σύλλας ό 'Ρω[ΐαίων στρατηγός έλέγετο μετά 
τών άλλων εις Ίταλίαν πεπομφέναι, εϊτα περί 
Μαλέαν, οΐμαι, κατάδυσης της δί^κάόος, άπολί- 



„ ΙΓο». 



ΤΓοριιτι 




νανανίί^ 



ΕΙκών 73. 



οϋ^αι άπαντα και τήν γραφήν. πλήλ' αλλά τι'ρ' γε 
εικόνα της εικόνος εΐδον, κτλ. 

Έπειδί) λοιπόν τά ΆντικύίΗ]ρα ευρίσκονται 
όποοσδήποτε «περί Μαλέαν και παρά τήν όδον 
εξ Αθηνών εις Ίταλίαν, ό Χρυσαφής καΐ ύ 
σπεύσας νά υίοθετήσΐ) τήν γνοηιην αύτοϋ Καβ- 
βαδίας ένό[ΐισαν οτι ανεκάλυι|)αν τήν τε προέ- 
λευσιν τών άρχαιοτήτοιν τών ΆΛ'τικυθήρ(0Λ' και 
τΟΛ' χρόνον τοϋ ναυαγίου αυτών. "Εκτοτε δέ ή 
γνώμη αϋτη επεκράτησε πανταχού διαδοθεΐσα 
διά τών ανακοινώσεων τοϋ Καββαδία. Κυρίως 
δέ προς ϋποστήριξιν της γνώ(ΐης ταύτης κατε- 
βλήθιι και ή έν τη Άρχ. Έφημερίδι τε?.ευ- 
ταία προσπάθεια της όσον τό δυνατόν άρχαιο- 
τέρας χρονολογήσεως τών αντικειμένων τοϋ 
ναυαγίου. 



82 — 



ο ι')Ί/ο(ΐυ(>ος τών Άντικνϋήροη' 



Κατά τΓ|ς γν(ό[ΐΐ]ς ταύτης ώς (/|5αοί[ΐ()υ (Ιντε- 
τά/ί)ΐ]ν άλλοτε ', και νΟν ί^' άποκροΓκτ) (/.ητην 
ένεκα κυρίως τών έξης λό\'ί»ν. 

Εν πρίότοις εν τω /(ορίο) τοΠ Λοί'κκχνοΰ δεν 
(/.ν(/.(( ί'πί-ται Γη ι ιιιτά της εικόνος εύρίσκοντο έπΙ 
τοΰ πλοίου κ(ά (χγ(ίλ|ΐατ(/., το ί^ε ιΐίτά τών 
άλ?Μν ^ δύναται νά έ(ραρ[ΐοσί)Γ| εις άλλας εικό- 
νας ζ(ογρά(( (ΐ)ν ή και οί(/.δήποτε ('ίλλα λάιρυρα 
έξ εκείνων άτινι* προσεπ()ρισεν απτώ ή έν ε'τει 
^ϋ5 π. Χ. ά?ι.ωσις και λεηλασία τ(Τ)ν Αί)ηνών. 
Άλλ' είναι τ(')σον ((υσικόν το νά (ϊ(( ηρεσε και 
αγάλματα, οίστε πτενι'ι τις ερ[ΐηνεί(Λ τοΰ ανώ- 
τεροι κειμένου τοΰ ^\.ουκιανοϋ, ιχποκλείουσα 
τα (ίγΐίλματα, Όά ήτο βεβαίως τολμηρά αν μη 
(ίδικ(λΐο/.υγΐ]τος. Δέον (ίμως νά σημεκοϋη πρώ- 
τον ιιεν ότι ό άφαιρέσας το άρχέτνπον της εικό- 
νος Σύλλας και </.\'τ' αύτοΰ άντίγραψον (/.ΐ) η- 
σας τοις Ά{)))ναίοις, δεν ϊ)ά άιρηρει βεβαίως 
τον έσμόν τών αντιγράφων άγαλμί'αιον, άτινα 
περιείχε το έν ΆντικυΟήροις ναυαγήσαν πλοΐον, 
ίνα άφήστ) τα προ^τότυπα εις τους παρ' αύτοΰ 
ληστευθέντας "Ελ?αινας. 

Δεύτερον δε πολλά τών (ίνελκυσθέντίον αντι- 
κειμένων ανήκουσι προφανώς εις χρόνους κατά 
αιώνας όλους μεταγενεστέρους της εποχής τοΰ 
Σύλλα. Είναι αληθές ότι ύ συντάξας την έν τή 
Άρχ.Έφημερίδι περιγραφιιν τών αγγείων νεα- 
ρός αρχαιολόγος κ. Κ. Κουρουνιώτης προσπα- 
θεί νά άποδείξΐ] το έ\'αντίον, τούλάχιστο\' ώς 
προς τά αγγεία καΐ λοιπά μικροτεχνήματα, αλλ' 
(ίύτός ούτος αναγκάζεται ένιαχοΰ νά όμολογήση 
(ϊδε σελ. 81) ότι μεταξύ τούτων υπάρχουσί τίνα, 
ων ή χρονολογία ορίζεται «μέχρι τοΰ 2°^ μ. Χ. 
αιώνος». "Αν δε άντι νά ζητή προς στήριξιν 
τής γνώμης αύτοΰ παραδείγματα έξ Αιγύπτου 
ήρεύνα έν αύτώ τώ Έϋνικώ Μουσείω τών 
Αθηνών, θά εύρισκεν έν αύτώ κατατεθειμένα 
αγγεία απαράλλακτα προς τά Άντικυθηραϊκά, 
προερχόμενα έκ τάφων τοΰ Γ' και Δ' αιώνος 
μ. Χ. -. Γενικώτερον δ ' ερευνών το ζήτη μα θ ά. 



είίρισκεν ότι δεν υπάρχει σχεδόν έν τυΐς Άντι- 
κυίΐηραϊκοΐς τύπος αγγείου, όστις νά [ΐΐ) ήτο 
έν κοινή χρήσει κατά τους τεσσάρας πρώτους 
αιώνας μ. Χ. ΈπΙ τοΰ ζητήματος τούτου {)ά επα- 
νέλθω έν ϊδίω παραρτή[ΐατι περί τών άγγείο^ν 
τούτων καΐ ίδίϋ)ς περί τών λίαν χαρακτιιριστικών 
Γιαλίν(ΐ)ν. Άλλα και ή λεπτομερέστατη μελέτη 
τών γραμ[ΐάτο)ν τής έπιγραηής τοΰ αστρολά- 
βου, κυρίιης δ' ή σύγκρισις αυτών προς τά 
ίσοιιεγέθη έπΙ ύμοίας ΰ/αις καΐ δι' ομοίου τρό- 
.τοιι χαραχθέντα γρά[ΐματα τών χαλκών έλλη- 
νικυ)ν νομισμάτων έδίδαξέ με ότι ό αστρολά- 
βος ανήκει κατά πάσαν πιθανότητα εις τους 
χρόνους τοΰ Γορδιανοΰ Γ' και λίαξιμίνου'. 

Επίσης εις τον Γ' αιώνα μ. Χ. ανήκει, κατά 
τήνγνώ[ΐην μου, καΊ ή νομισματόμορφος μολυ- 
βδίνη σφραγις άρ. 97, ϋ)ς καί τίνα άλλ(/. τών 
άνελκυσθέντων, θεοιρώ δ' όμοις περιττόν νά 
έπιμείνο) έπΙ τοΰ χρονολογικού ζητήματος τού- 
του ένεκα τής σχετικώς σμικράς αύτοΰ αρχαιο- 
λογικής σημασίας. 

"Αλλοις δε κ(χι το όλον τοΰ ευρήματος δεν 
αρμόζει εις φορτίον τής εποχής τών προ)τϋ)ν 
Ρωμαίων κατακτΐ]τών, αλλά μάλλον είς ους 
χρόνους ή(ΐεΐς θέτοιιεν αυτό. 

Αληθώς έν αύτώ παρά τά χαλκά προ^τότυπα 
έ'ργα τών καλών τής τέχνι^ς χρόνο^ν, οία ύ Περ- 
σεύς, ό Δεινίας καΐ οί λοιποί χα?^κοΙ σύντροφοι 
αυτών, βλέπομεν μέγα πλήθος τυχαίο)ν μαριια- 
ρίνων άγαλμάτιον αντιγράφονται ν προηότυπα 
χαλκά, ήτοι (/.ντίγραηα άτινα βεβαίο)ς ούδεΙς 
τών πρώτοη' Ρωμαίων αρπάγων τών γλιχομέ- 
νων έκ?χκτών ελληνικών άγαλμάτοιν, οίοι οί 
Σύλ?ιας, Ούέρρης. Δολαβέλλας, Σεκοΰνδος Κα- 
ρίνας, Νέρων κ/„π., θά ήρπαζον, άφ' ου εΐχον 



' "Ιδε τά άρθρα μου Πότε και υπό τίνος άφχιρέΟησαν τά 
αγάλματα τών Αντικυθήρων ί\"Αστει 3 και 4 Μαρτίου 1901 
(άρι*. ;5704-;}705). 



■' Τοιαύτα π. χ. είναι τά μνημόνευα ^ιενα έν τοις ΙΙρακτ. 
τής Άρ/αιολ. Έταιρ. έτ. 1897 σελ. 80. έκ τής ανασκαφής 
πέριξ τοΰ ναοϋ τής "Αγρας. 

' Χαρακτηριστική εΐναι ή σύγκρισις τών γραμμάτων τής 
επιγραφής τοΰ αστρολάβου .τρός τάς έπιγραφάς Αθηναϊκών 
νομισμάτο^ν τής εποχής ταύτης, εύρεθέλ-τοιν εσχάτως έν Έ/,*υ- 
σΤνι εις μέγα -πλήθος. "Ιδε ταϋτα δημοσιευθησόμενα προσε- 
χώς έν τώ πριότω τεύχει τής έμής Διεθν. Έφηιι. τής Νομισμ- 
Άρχαιολ. τοΰ 1904. 



83 



Ό ϋησανρός των Άντικν&ήρων 



εις τιιν διάΟεσιν αύτώλ' τους [ΐεγά?ιους ■θιισαυ- 
ρούς πρωτοτύπων αριστουργημάτων πασών τών 
Έ?^.ηνίδων πόλεων. "Ολως τουναντίον τά έ| 
Άντικυβι'ιρίΰν αντίγραφα ταϋτα εΐ\'αι έ| εκεί- 
νων, ατινα οι υπό τών ρωμαίοιν λΊ]στευόμενοι 
"Ελλΐ|νες εΰετοΛ' έπΙ της θέσεοις τών αφαι- 
ρουμένων χαλκών πρωτοτύπων τοϋτο δε δει- 
κνύουσι και τά περίεργα ?^εκανοειδή βά{)ρα 
αυτών (Πί\'ας ΧΙ\^ 5), τά ποιη{)έντα προφανώς 
ϊνα έπΙ τών μετά την αφαίρεσιν τών χαλκών 
πρωτοτύπων άπομεινάντοιν αρχαίων βάί}ρο)Α' 
έπιτεθώσιν ασφαλώς τά νέα (/.ντίγραφα χ(ορΙς 
νά παραμορφωθώσι τά βάθρα ταΰτα '. 

Απαράδεκτος επίσης καΐ ουδέ καν συζητή- 
σε(ι)ς (/.ξία φαίνεταί [ΐοι ή αλλί] εκείνη γνώ[ΐη 
τοΟ Καββαδία, οτι τά ΆντικυΟηραϊκά ϋά ήρπά- 
γησαν πανταχόθεν υπό πειρατών και {)'ά συλ-ε- 
λέχ{)ησαΛ' έ\' Μήλοο οΰση κατ' αύτόχ' αποθήκη 
τοΰ διαμετακομιστικού τών πειρατών εμπορίου 
τώνάρπαζθ[ΐένο)ν άγαλμάτ(ΰν(!), και ότι εκείθεν 
Οά έπεβιβάσΟιισαν ϊν'άποσταλώσιν εις Έώμην. 
ΤΙ άφαίρεσις και [ΐετακό[ΐισις τών άντικειμέ- 
ΛΌ)ν τούτων άπήτει ιιηνών ήσυχον έργασίαν, 
έ\'ώ ()[ πειράται εφιευγον διαρκώς προ τών 
στόλων της Τόδου και Τ(ό(ηις κτλ. ώς Όύελλα 
έπιπίπτοντες είς τάς πόλεις και ώς θύελλα επί- 
σης ταχέως απερχόμενοι. 

Άλλ' ουδέ έ[ΐπόρου Ίδιο)του φιόρτος φαίνε- 
τΐίΐ Αα' ύ ΆνηκυΟηραϊκος Οιισαυρός. '-' Ουδείς 
βεβαίως ίδΐ(ότ)|ς θά ήδύνατο τ(')τε νά πορισΟΓ] 
εν τοις ιι. Χ. χρόνοις και δη άποσπών και κατα- 
β ι βάζων εκ τώ\' β(/.{)ρο)ν (/.ύτών το [ΐέγα πλήθος 
τϋη' χαλκών πρωτοτύπων έργων τοΰ Δ' και Γ' 
π. Χ. αιώνος, άτινα περιέχει το εύρημα. 

Πρρ'ι τπΟ τρόπου τούτου τΓ|ς έπ'ι άρχκίίιιν γυμν(ι)Οέντ(υν 
|!(ί\Ίρ<.ιν έΜΐϋΐ:-σρο)ς αντιγράφων έγραψα είδιχοηερον έν τω 
Άατει της 17 Λεκεμβρίου 1902. 

■ Τοιούτον ((όρτον ευρίοκιιι μνιμιονευόμενον έν τω έξης λίαν 
άξιοαιμιεκότιι) /,υ)ρίο) Φιλοστράτου, τά ές τό\• ΤυαΛ'έα Άπολ- 
λ(ϋ\•ιο\• .') 20, !>;! : Καταβάς δέ (ό 'Απολλώλ'ίος) ές Πειραιά ναϋς 
μεν τις ωρμει προς Ιστίοις οΰσα και ές Ίο)\•ίαν άφήσουσα, ό 
δ' έμπορος οϋ 'ξυνεχώρει έμβαίνειν, Ίδιύστολον γαρ αυτήν άγειν. 
Έρομένου ήέ τοΰ Άπολ?.ωνίου < τίς ό φόρτος;» θεών' έ'φη 
«αγά?.ματα (Ιπάγω ές '1ω\•ίαν, τά μέν χρυσοϋ κα'ι λίθου, τά δέ 
Ε^'"Γ"'>'':ος και χρυσοϋ. > ■ 'Ιδρυσόμελ'ος ί'ι τί ; • άποδιυσόμενος» 
ε((η ' Γοί; (Ιουλομένοις ΊδρΰεσΟαι κτλ. 



"Ολο)ς τουναντίον το δλον τοΰ Άντικυί))]- 
ραϊκοϋ {Η]σαυροϋ δεικνύει οτι πρόκειται περί 
τίνος συλλήβδην απαγωγής πάντων τών εν πόλει 
τινί άνακειμένων έργων, πρωτοτυπούν και μη, 
καλών και ευτελών, γενομένης δέ βασιλική τινι 
διαταγή δια μακράς εργασίας καΐ δη μετά τον 
Γ' μ. Χ. αιώνα. Άλλ'έν τή εποχή ταύτη τοιαύτη 
τις συλλήβδην άφ)αίρεσις τών καλλιτεχνημάτων 
τώΛ' διαφόροιν πόλεων είναι [ΐόνη ή γενομένη 
ύπο Κωνσταντίνου τοΰ Μεγάλου, δτε κατά τά 
έτη 328-ί533 μ. Χ. κτίζων την παμμεγέΰη νέαν 
αύτοϋ πρωτεύουσαν Κωνσταντινούπολιν, διέ- 
ταξε την συλλήβδην άπο πασών τών πό?.εων 
Ανατολής καΐ Λύσεως και θεμάτων μετα- 
φοράν είς την κτιζομένην πρϋ)τεύουσαν από 
πάσης επαρχίας και πόλεως εΐ' τι έργον ήν εύ- 
κοσμίας και άνδριάντοιν και χαλκού και μαρμά- 
ρου ^ >, ούτω δέ συνήθροισε «πάντα τά χα/.- 
κουργή[ΐατα και τά ξόανα εκ διαφόρων πόλεων 
καΐ τόπων -■^>. Βρίθουσιν οι Βυζαντινοί ιστορι- 
κοί και χρονογράφοι λεπτομερειών •' περί τής 
τεραστίας ταύτης [ΐεταφοράς τών αγαλμάτων, 
δι' ων έπλΊ]ρώθη ή νέα Έο')μη. Όπόσον δέ ή 
αρπαγή ήτο γενική, δηλοϋσιν αϊ λέξεις τοΰ θείου 
Ιερωνύμου «Οιτιηε» ίΐίπηι ροηο ηΓΐΐ68 ηικ1ίΐ8«θ, 

Ιΐΐ 811Η1Τ1 ΝονίΐΐΏ ΚοΠΙΛΙΠ ΡΧΟΠΙίΙΓθΙ: ». 

"Οτι δέ και το έν Άντικ^ϊθήροις ναυαγήσαν 
πλοϊοΛ' μετά φορτίου (/.γαλμ(/των ήτο έν τών 
συνεπεία της διαταγής ταύτης τοΰ Κωνσταντί- 
νου πλεόντων προς τίρ' Κ(ιΐ\'πτ(ίντινούπολιν, μαρ- 
τυρεί ευτυχώς σαφέστατα περίεργόν τι και μέχρι 
τούδε [ΐή παρατι^ρηθέλ- γεγονός. Μεταξύ τών 
ΆντικυθιιραϊκώΑ' (/.ρχαιοτήτων εύρέ€ησα\', ώς 
ε'ίδομεν (αρ. 104 — 1<•5), πλείστοι κα?Λ)πτήρες 
και στρωτήρες στεγών αρχαίων ο'ικοδο^ιημάτων, 
το ευρη[ΐα δέ τούτο είς [ΐεγά?ι.ην ένέβαλεν (ίπο- 



' Θεοφάνους χρονολογία, έκδ. Βυ\νΐ)ς. 

- Κθ)δινός, περί αγαλμάτων, στηλών και θεαμάτων Κων- 
σταλτινου,-τόλειος σελ. 19, έκδ. Βόννης. 

■' Εΰσεβ. Βίος Κωνσταντ. 3, 54. — Σ(οζόμεν. 2, 5. — ΖιΟσιμ. 
5, 24, 9. — Μαλαλάς 13, 319. — Κωδινός σελ. 19, 20, -16, 52, 
54,58,04. — Ανώνυμος παρά Β&ηόιΐΓί, ΙηιροΓίυηι ΟΓίυιιΐ.τΙο, 
έκδ. Παρισίων 1711. Τομ. 1. 4. Λ. Β. βιβλ. 3,41, Λ και 06. 
"Ιδε κα'ι τά έν τη αύτη συλλογί) αελ. 1.-^5-174 έπιγρ(ί.μματα. — 
Πρβλ. κα'ι 2. Βυζαντίου, Κι•η•σΓαντινοϋ,τολις 1. 53. 



84 



Ό '&ησαυρυς των Άντικνϊ^ήροη• 



ρίίχν πάντας τονς (χρ/αιο^ιόγους (χγνοοΰντας, 
τί Λ'ά υποΟκπίιίπι πι οι τοΰ κατ' αυτούς 'Ρ(ο- 
μαίου στρίίτιρ/οΰ ί| ί|ΐπόροΐ) <ίγ(χλ|ΐ(ίτο)ν, τοΰ 
σίΐΛ' τοις πο^αιτίμοις (ίγάλμασιν (ίπαγαγόντος τός 
εύτε?^εΐς ταύτας κερα[ΐίδας! Και ()((0)ς ί| (ί.(( (/.ί- 
ρεσις αι"τΐ| των κερα|ΐίί)(ΐ)ν στργών τ(7)ν ναόη' 
είναι εν τών κοριοτάτων χαρακτιιριστικών της 
αρπάγης Κωνσταντίνου τοϋ Μεγάλου, εις ην 
άπεί^όΟ)) καΐ ή πρυίΐεαις της καταστροφής τών 
ιερών τών εθνικών οΰτως ό βιογράίρος αύτοΰ 
Εύσεβιος ί^ιηγούμενος τα κατά την ποάξιν 
ταύη]ν τοϋ Κωνσταντίνου, εν τω κεηαλαίίο 
«Εί()ο3?αων και ξίχίίνων παντα/οΰ κίίτάλυσις , 
γράίρει χαίρηίλ' επι τη συ(ΐφορά ταΰτη τών 
είδίολολατρών Ελλήνων, δτι •ί"Εν&εν είκότως 
έγυμνοντο μεν αντοΐς τών κατά πόλιν νεών τά 
προπύλαια, ϋ^υρών έρημα γινόμενα βασιλέως 
προστάγματι, έτερων ο' ή έττΐ τοϊς όρόοοις 
«ίτέγη, τών καί^,υπτήοων άΛαιρον^ιένων. 
"Αλλων τά σεμνά τών ειδωλίων γ^αλκουργήματα 
κτλ. >. Φυσικά δε οι βασι?».εως προστάγματι 
αφαιρούμενοι καλυπτήρες τών άρχαίο)ν ναών 
έφέροντο [ΐετά τών αγαλμάτων εις Κ(1)\'στα^'- 
τινούπολιν δχι μόνον (ος [ΐαρτύριον της εκτε- 
λέσεως τοΰ βασιλικού προστάγιιατος, άλ?ιά και 
ο)ς (δυνάμενοι νά χρησιμοποιιμίώσιν εις τάς στέ- 
γας της νΰν δι' έτοί[ΐων πανταχόθεν άποσπα- 
σθέλ'των υλικών ανεγειρόμενης πόλεως. 

Δεν αναφέρονται όνομαστι αϊ πόλεις, προς ας 
απεστά?αι ή διαταγή αΰτη τοΰ Κοινσταντίνου, 
δτι δ'δμως μεταξύ αυτών ήτο το "Αργός, είναι 
απολύτως βέβαιον, άφοϋ ή μεν διαταγή απε- 
στάλη προς πάσαν τοΰ Κράτους χώραν, έπαρ- 
χίαν, Οέ(ΐ(ί καΐ πόλιν Άνατο?νήςτε καΐ Δύσεως», 
το δε "Αργός δχι μόνον έβριθεν, εϊπερ τις και 
(χλ?ιη πόλις, άγαλμάτοιν, αλλά καΐ έλέγετο μΐ)- 
τρόπολις τοΰ .παλαιού Βυζαντίου ', κατέχουσα 
έργα παριστώντα θεούς καΐ ήρωας δυναμένους 
προσφυώς νά κοσμήσωσι τή\' νέαν μορφήν της 
αποικίας αυτής Βυζαντίου. 

Άλλ' ει καΐ δεν έ'χομεν σημαντικόν κατάλο- 
γον τών πόλεων, προς ας απεστάλη] ή δκίταγή 

' Άρχαιολ. Έφημ. 1889 σελ. ΊΊ. 



εκείνη τοϋ Κοινσταντίνου, γνίορίζομεν δ'δμως 
τά όλ'όιια,τίχ (ΐεγίίλου πλήίΚ)υς π()λεων, ών τά 
καλλιτέχνη [ΐατα εφϋαααν εις Κίονσταντινούπο- 
λιν. Οί χρονογράφοι (σελ. Η4 σημ. ','ή, ή συλλογή 
τών έπιγρα[ΐμάτο)ν κί/.ϊ αί λοιπαι πιιγαΐ άναφέ- 
ρουσιν άπειρα καλλιτεχνήματα κομισΰέντα τότε 
εις Κωνσταντινούπολιν έκ Ρο'ηπις, Σικελίας, 
Δίοδίόνΐ];, ;\ε/.([ών, Βοΐίτ)τίας. Αθηνών, Έ/χυ- 
σΐνος, Κορίνθου, Όλυμπίας, Κρήτης, Λήλου, 
Ρόδου, Σάμου, Χίου, Κύπρου, Κνίδου, Μύνδου, 
Σμύρνης, Ιλίου, Εφέσου, Περγάμου, Κυζίκου, 
Νικομηδείας, Ήλιουπό?νεοις, Καισαρείας, Τυά- 
νων, Τράλλεων, Σάρδεων, Σεβάστειας, Σατά- 
λων, Χαλδείας, Αντιοχείας, Άτταλείας, Ικονίου 
και πλείστων ά/.λων .πόλεων, ονόεμιάς έξαιρου- 
μένΐ]ς τών γνο3στών ο)ς έχουσών ποτέ σπουδαία 
καλλιτεχνήματα, ούδε(αάς ηλην τοΐ; "Αογονί•! 
Προς δε ένω έ'χομεν εν Κωνσταντινουπόλει 
κομισθέντα άπειρα αγάλματα ήρώοιν, άΟλ^]τών, 
σο((ών και ποιητών, (ί)ν καΐ έκ τών όνομάτοιν 
(ΐόνον ήδυνάμεΟα νά ιιαντεύσωμεν τήν πατρίδα 
και προέλευσιν, ούόεΐ' υπάρχει τοιοΰτον περί ον 
νά ήδννάμεϋα, εστο) κηΐ κατ' εικασίαν, νά εΐπω- 
μεν δτι προέρχεται έξ "Αργούς, ουδεμία δηλαδή 
είκών Άργείου αθλητού, ποΐ)]τοΰ ή ήρωος τοις 
Άργείοις μόνοις ιδιάζοντος. Ταϋτα δύναιιαι Λ'ά 
βεβακόσοί μετά έ.πίπονον ιιελέτην και έξάλτλ)]- 
σιν, νομίζω, πάσης σχετικής πηγής. 

Λιατί λϋΐ.πόν, έρωτα τις, ή άποναίο. αΰτη έκ 
Κωνσταντινουπόλεως μόνον τών έ| "Αργούς 
καλλιτεχνιιμάτων: Τί ά.πέγιναν ταϋτα και διατι 
ουδέν εξ αυτών εύρίσκομεν έν Κίονσταλτινου- 
πόλει παρά τήν και προς το "Αργός βεβαίο^ς ά.πο- 
σταλεΐσαν διαταγήν τοϋ Κωνσταντίνου; Άπάν- 
τιισιν εις τήν άπορίαν ταύτην παρέχει ή θάλασσα 
τώλ' ΆντικυθήρωΛ', ήτις κατέ.πιε το κομίζοΛ' 
ταϋτα εις Κοινσταντινού.πολιν μέγα πλοΐον. 

Το δτι δε τά ΆντικύΟι^ρα δεν κείνται έπΙ 
τής μεταξύ "Αργούς καΐ Κωνσταλ'τίΛ'ουπό/χως 
θαλασσίας όδοΰ δεν εΐναι επαρκές επιχείρημα 
κατά τής γνώμης ημών, άφοϋ, ως με διεβεβαίω- 
σαλ' λ-αυτικοί άνδρες, πλοΐον πλέον [ΐεταξύ "Αρ- 
γούς καΐ Σουλ'ίου καΐ ά.πολέσαν έ'νεκα σφοδράς 



85 — 



Ό ϋ'ησαυρός των Άνηκν&ήρων 



τρικυμίας τα ιστία η το πηδάλιον δύναται να 
έξοκεί?ιΐΐ, υπό τοϋ βορρά ώθούμενον, ακριβώς 
είς τί) ση μείον έκεΤνο των Αντικυθήρων ένθα 
έγένετο τύ ναυαγών (ιδέ τον γεωγρα(|: ικόν χάρ- 
την). Ή δύναμις τοϊ3 Ποσειδώνος ούδένα χαλι- 
νον αναγνωρίζει. Οΰτως, ϊνα (χναφέρω ναυά- 
γιον γΛ'ωστόν τοις αρχαιολόγοις, τίς ήδΰνατο να 
φαντασΟϊΐ τύ ύπ' αυτής της επισήμου εκ{)έσεοκ 
τοΰ "Αγγλου πλοιάρχου τοϋ εις Κύθηρα ναυα- 
γήσαντος πλοίου, τοΰ άπάγοντος εξ Αθηνών 
είς την Δύσιν τα περίφημα μάρμαρα τοϋ 
Έλγίνου ', μαρτυρούμενον ομοιον γεγονός, δτι 
δηλ(ίδίι πλοΐον το όποιον διεβη ί'ιδη τό στε- 
νί)ν τοϋ Μαλέα και εφθασεν ηνριοόρομηϋν τί|\' 
νύκτα είς το Ταίναρον άκρωτήριον, ευρίσκει 
αιχρνης ώντίΟετον σφοδρόν άνε((ον δυτικόν, 
άνε[ΐον μεταβληϋέντα την έπομένιι\' ποωΐαν 
είς ΔΒΔ, άναγκάσαντα δε τό πλοΐον κατ' αρ- 
χάς μεν να απομάκρυνση πλαγιοποροϋν 40 
δλα μίλια από τοϋ Ταινάρου, έπειτα δε νη όπι- 



' ϊαύτην έδημοσίευσεν εν τΓ| γνιυστϊι αΟτοϋ μελετί) περί 
τοΗ' Έ?.γινεί<ον μαρμάρων ό κ. Α. Μιιλιαρ(ίκΐ|ς. Ή αιΊτή έ'κΟε- 
σις έδημοσιεύθη κατ' άλ?.ο αντίγραφαν, εν τφ φύλλω τής 18 
Φεβρουαρίου 1!)01, αριθ. ΙΠ^:! τι'ις εν Ζακύνθω έκδιδομεΛίις 
εφημερίδος Ελπίδος-. 

-' Ευτυχώ; έδιδάχίΐην βασίμίος παρ' ανδρών ειδικών περί 
την έξερεύνησιν τών ίίαλαασίιον βιιβών. μεθ' (Τ)\' έμελέτησα τό 
ζήτημα τής άνελκύσειος, ότι τό έργον τοί^ιτο είναι πολύ εϋχε- 
ρέστερον ή όσον κοινώς νομίζεται, προς δέ ότι δεϊται δαπάνης 
σχετικώς έ?.αχίατΐ|ς. ΆρκεΙ νά μί| γίνΐ) έκ νέου χρήσις τών 
αϋτιον καταδυτικών στολοιν τών (Τ.πογγο.λιέιον, αϊτινες είναι 
έλαφρα'ι κ(ΐί κατάλληλοι μό\Όν προς ευχερή περιπλάνΐ)σιν έν 
τώ βυθώ δι' άνίχνευσιν οπόγιοη•, υϋχί δέ και .προς μακράν 
έ\• αϋτώ, κ<ιί μ(ίιλιατα είς μέγ<χ βάθος, παραμοχ'ήν και έργασίαν, 
οία απαιτείται έν ΆντικυΟήροις. Πρύς τοιούτους σκοπούς 
έχουσιν έφιευρεθή πολύ τελειότεραι καταδυτικα'ι στολαί άντέ- 
χουσαι επί μακρόν εις μεγάλας πιέσεις έν τώ βυΟώ, μάλιστα 
δέ έκεΐναι, (ο\' χρήσιν ποιείται τό Άγγλικόν Ναυαρχεϊον, αΐ 
γΛ'ωσταί υπό τό όνομα « ΓΙιο ΒυοΙιαηαη-ΟϋΓΐΙοη ραΐοηΐ ιΐκερ 
ίοα άίνίηζ (1γ<;58». ('Αριθ. 78 τοΰ κατα?^όγου τών 8ίο6ϋ, Οογ- 
ηι&η άπα (.-°, 5υϊ)ηιαη'ηο Επίτΐηοίτ;; Ιο ΐΗβ ΑιΙπΊΐΓπΙΙγ ΝΥ&γ Οίΐίοε 
(Ι^οηάοη, ΒΓΪά^ι; Κι^αά). 

Ώς άριστον δέ γνώστην και δυνάμενον κάλλιον παντός 
άλλου νά εκτέλεση τήν άΑ'έλκυσιν, σιη'ΐστώ τοις άρμοδίοις, 
τόν κ. Λε(»νίδα δήμαρχον Σπετσών κα'ι άδελφόν τοϋ νϋν προέ- 
δρου τής Βουλής, επιστημονικώς άσχολούμενον .προς έξερεύ- 
νησιν τώ\' βυθών και πολλά σπογγαλιευτικά πλοία κατέχοντα, 
όστις, ώς προφιορικώς και έγγράφιος μοι έδήλ<ι)σεν, έν πληρέ- 
στατη γνοίσει ιον τοϋ βάθους, είς δ ευρίσκονται α'ι άρχαιότΐ]- 
τες, αναλαμβάνει αφιλοκερδώς ^■ά ανέλκυση ασφαλώς πάν 6, τι 
ευρίσκεται έν αϋτώ μέχρι βάθους όχι μόνον 35• <''ί ■'^ά Αντι- 
κυθηραϊκά, αλλά και 45 όρΊοιιών. 

ΠΡ0ΣΘΗΚΑ1 

Είς τήν βιβλιογραφίαν σελ. 17, σημ. προσθετέα τα έκτοτε 
δημοσιευθέντα : 

Α. Δ. Κεραμοπούλου, ΑΙ έποινυμίαι τών άγαλμάτιον και 
ό "Εφηβος τών Αντικυθήρων κρινόμενος. Έν Αθήναις 1903, 
σελ. 04. 



ο'&οδρομήσΐ] πάλιν προς τήν Άνατολήν καΐ τέλος 
νά ναυαγήση, ποΰ ; εΙς τά Κν&ηρα ! 

Άλλα τά συμπεράσ[ΐατα τής μελέτιις ημών 
ας διαψεύσ|] ή ας επικυριόση ή μέλλουσα τοϋ 
βυΟοϋ έρευνα Γ] τών σοφών ή μελέτ)ΐ. Τό γε 
\'ϋλ' σπουδαΐον και επείγον εΐναι ή αντί πάσης 
ΰυσίας έπανάληψις τών εργασιών τής ανελκύ- 
σεως, ϊν' άνασυρΟΓ) ό μέγας (χριθ[ΐός τών μεγά-- 
λων χαλκών αγαλμάτων, υ έν τω βυθω ευρι- 
σκόμενος, ώς ασφαλώς μαρτυροϋσι τά θαυμά- 
σια τήν έργασίαν καΐ διατήριισιν άκρα αυτών, 
τά μέχρι τοϋδε άλ-ελκυσθέντα "-'. 

Πάσα νέα άναβολί) τής έρεύνης τοϋ βυθοϋ 
και ή από τίνος παρατηρούμενη λήθη τοϋ πράγ- 
ματος είναι πάνυ επιζήμιος τή επιστήμη καΐ τή 
δόξη τοϋ ΈΒνικοϋ Μουσείου τής πατρίδος 
ημών, τοΰ νϋν τόσον άπροσδοκήτως πλουτι- 
σθέντος δι' αντικειμένων (ίντιπροσωπευόντων 
λαμπρώς [(ί(/.\' τώ\' ενδοξότατων καλλιτεχνικών 
σχο?ιών τής αρχαίας Έλλ(/.δος. 



κ. τ. ΡγοβΙ, ΓΗι; ϊΐηΐιιυδ ίΓοιη ί'οπβοΙΙυ; Ιουπιαΐ οί ΗοΠ. 
8ΐυ(1ίθ5 νιιΐ. 1903 μ 217 — 236. 

Ο. λνΗΐιΙδίβίη, αυτόθι έν τοις Πρακτικοίς τής Εταιρείας 
σελ. XXXVIII— XXXIX. 

Είς σελ. 24. Αγγειογραφία (Είκ. 77) Περσέως επιδεικνύον- 
τος τήν κεφαλήν τής Μεδούσης. 





ΕΙκών 74- 



ΕΙκών 75. 





Είκών 76. 



ΕΙκών 77. 



Εις σελ. (54. Παραθέτο) έλταϋθα εικόνα (Είκ. 74) τοϋ ύπ' άρ. 
14281 Άργείου νομίσματος τοϋ Μουσείου τής Βιέ^'\■ης, προς δέ 
δύο άλλ(ι)ν τής αυτής πόλειος (Είκ. 75 και 713), έν τώ Μουσείιο 
τών Άθηνιον,δεικΛ'υόχτιολ' ασφαλώς ότι ό ύπό τοϋ ίαη^ο κληθείς 
'Ίσ-θ•μιος Πησειδίϋλ•, ήτο άγαλμα λατρείας έν ναώ τών Άργείιολ•. 



ΤΑ ΑΝΑΓΛΥΦΑ 



ΠΛΗΝ ΤΠΝ ΕΠΙΤΥΜΒΙΠΝ 



ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΡΧΑΪΚΏΝ ΕΡΓΩΝ 



1. Άριϋ: 36. (ίΐίναζ XXI, 2). 
' Αναϋ-η ματικόν ανάγλυφαν '. 

'Ύψος 0,4;;. Πλάτος υ,ΰδ. Πάχος 0,095. 
Μ(/.ρ(ΐ(χρ()ν πεντελήσιον πρωτογενές. Τόπος 
ευρέσεως άγνο^στος. "Αλ?ι,οτε κατατεθεΐ[ΐένον 
εν τφ λεγόμενα) Πύργω των Άνεμων. 

Μέσολ' τεμάχιον ανάγλυφου εικονίζοντος δύο 
γυναικείας μορφάς, δύο λίαν διαφόρων μεγε- 
θών. Τα άνω καΐ κάτω άκρα αυτών εΐναι τε- 
λείως άποκεκρουμένα. 

Ή αριστερά τω ΰεωμένω θεά, διπλασία σχε- 
δολ' ούσα το μέγεθος της απέναντι αυτής, κάΟη- 
ται προς δεξιά έπι θώκου, νΰν αφανούς, φέρουσα 
πλούσιον χιτώνα μετά λεπτών και πολυαρίθμων 
πτυχώσεων καΐ μακρών χειρίδων, ών αί πτυ- 



^ Βιβλιογραφία ; ΒυΓ3ί3η, ΑταΙιαοΙο^^ϊδοΗ - Ερί^ΓαρΗίδοΗο 
Νϊΐο1ι1θ3θ αυ5 ^^^^^^Η^η1Λη^1: Βογ. δαοΗδ. Οβδ. άΟΓ \νίί5. Βό. XII 
(1860) δ. 19β. 

ΤΓβηάβ1βηΙ)ϋΓε : Βυΐΐοΐίηο ^^^•I1 ΙπδΙ. 1872, ρ. 98-100. 

ΗεχάβηίΒηη, 1)ίο ιηΐίΐίοη Μαηι>θΓΐ)ί1<1\νβΓΐ;6 ζιι ΑΐΗεη (1874) 
δ. Ι49> "" •''^^• 

8εΙιοη6, (,ΐΓΪοοΗίίοΙιε ΚοΙιοίδ αυκ ΛΐΗοηϊίοΗοη 5ίΐηιιηΙιιιι§6π 
1.ίίρζΙ§ (1874) δ. (ίΟ, 122, Τα£. 29. 

Μ3Γ(ϊηε11ί, Οαία1ο§ο <1βί §β11ί ίπ 2653ο, (1875) η" 129. 

ί.οε8θ1ιΐ£ε, .λΙΙαίΙΙδαΚε θΓαΙ)5[6ΐοη: ΑΐΙιεα. Μίίΐέίΐιιη^επ IV 
(1879) 5. 294. 10. 

Ο. Κβχει, Βαδ-Γκίίεί άυ Γηιΐδέε άο Ρϊίίεϊία: βηΐΐ. ςίε οογγ. ΚεΙΙ. 
1880 ρ. 54<.)-1 ρ1. VI. ^Κϊγει, Εΐαάεδ ά'.-ίΓοΗέοΙο^ίε ε( <1'»γΙ 
Γέαπίβί εΐ ρυΙ)Ηέε5 ρΕίΓ δ. Κεϊηίαΐι (1888) ρ. 9-11 ρ1. II. 

δγΐϊεΐ, Κϊΐΐίΐΐο^ άβΓ δευΐρίιιτεη ζιι ΑϋΗεη (Μ^Γ^υτ^ 1881) 
δ. 4, π" 17. 

ΜϋεΙιΙιοίεΓ, ϋίε Μιΐδβεη ΑΐΗεπδ (1881) δ. 4, Ν". 6. 

ΡΓίεάεΓΪοΙΐ3-^ο11εΓ3, ϋίε Οίρδ&Β^ϋββε απΗΙίεΓ ΒϊΜννεΓίεβ 
(1885) δ. 58, Ν» 102. 



χώσεις καΐ τά κομβία ήσαν ποτέ, έπΙ τών ?.είθ)ν 
άφεθέντων ύ.πό της σμίλης μερών, χρϋ)ματι 
κινναβαρίνο) προφανώς δεδηλωμέναι, 'κονικον 
τόλ' τρόπον πέπλο ν, άνερχόιιενον εκ τών κάτω 
τοΓ' στήθους ύπερ τον δεξιόν (ΰμον, τέ?^ος δε 
ίμάτιον, ου άνέχει τή αριστερά πτυχήν προ τοϋ 
προσώπου. Ή δε δεξιά αυτής εΐναι άνατεταμένη 
ήρεμα προς την προ αυτής ίσταμένην ώριμον 
κόρην, ώσεί διά τών άκρϋ)ν δακτύλων λαμβά- 
νουσα τι έ?ι.αφρόν, άνθος ή στάχυ ν, υπό τής κόρης 
προσφερόμενον. Άιιφότεραι δε αί χείρες αυτής 
κοσμούνται άνω τών καρπών διά ψελίοιν. 

Ή δε δεξιά τω θεωμένφ προς την καθημέ- 
νην Οεάν έστραμμένη παρθένος ϊσταται, παρο- 
(ΐοίως ένδεδυμένη, εν στάσει ί^ατρείας ή ο^ς 
υποδεεστέρα τις θεότης, διακονούσα ή προσφέ- 
ρουσά τι τή καθημένΐ] ΐ)εα διά τής εύλαβώς 



ΡυΓίΛνϊηεΙεΓ: ΑΐΗεη. ΜίΙΙείΙαιίβεα Βά. VI, δ. 179, 2. 

δΐυ(1ηίοζΙΐ3, ΒείΐΓββε ζηγ Οεδοΐιϊοΐιΐε ά. ^ΓΐεοΙι. ΤηοΚί (1886) 
ρ. 80-81 η§. 23. 

ΒΓυηη-ΒΓυεΐ£ΐη3ηη ; Οοηΐίηι. ^τ. αηά τ'ότη. δ1>η1ρ(υΓ Ν" 17, 2. 

Καββαδίας, Κατάλογος τοϋ Κεντρικού Αρχαιολογικού 
Μουσείου (1886-1887) σελ. 43, 36. κ«Ί Γλυπτά τοΰ ΈΟνικοΰ 
Μουσείου Α' (1890-1892) σελ. 78-79, άρ. 36. 

Ο. Κ. Ι^βρδίυδ, Οτίεαίιίδοΐιε ΜΕπηοΓ3ΐϋ(1Ίειι. (Βετϋπ 1890) 
δ. 77, 101. 

νν. Κοοίι, ΡϊΓΐδ νοΓ ΗεΙεπΕ ίη ιΙβΓ απί. Κιιηβΐ. (}Λζτ\>ατξ 
1889) δ. 11, 15. 

Οοηζε, Αιΐϊδοΐιε θΓ&1>ΓεΗε£5 Ι. (1893) δ. 10 η° 20, Τϊί. XII. 

ΟοΙΗβηοη, ΗίϊίοΪΓε άε 13. 50ΐι1ρΙϋΓε ξτ&οφ^, Τοιη. Ι (1892) 
ρ. 388 και γερμ. μετάφρ. ΤΙΐΓϊειηεΓ (1897) Βά. Ι δ. 409 {\ξ. 202. 

Π. Καστριώτης, Κατάλογος τών γλυπτών (1896) σ. 10, 36. 

ΡεΓΓΟί εί Οΐιίρίβζ, ΗίβΙοίΓε άε ΓαΠ ά^ηε Γιηΐίςυϊΐέ. Τομ. 
VIII (1903) ρ. 654 Γι^. 336. 



— 87 



12 



Τά ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



άνατεταμένης δεξιάς, άνέχουσα συγχρόνως τ[ι 
αριστεροί κομψώς και φι?ιαρέσκ«ς πτυχήν τοϋ 
χιτώνος αυτής. 

Κατά τέχνη ν το περικαλλές τοϋτο μνΐ) μείον 
ανήκει εις την έποχήν της ο)ρί[ΐου ά^''/ανλ\\ζ 
αττικής τεχνοτροπίας, διακρίΛ'όμενον δια το 
εκτάκτως έπιμεμελημένον τής επεξεργασίας 
πασών των λεπτομερειών τοΰ χαρακτηριστι- 
κώς λίαν προστύπου άναγλΰορου. Ελάχιστοι 
[ΐ(')νον των λεπτομερειών ύπελείφ{)ησαν προς 
δήλωσιν τω χρω ματ ι, ού άλλοτε ήσαν κατα- 
(ρανή λείψαΛ'ά τίνα. Έπι δε τοϋ δλοί) έπανθεΐ 
το λιγυρον εκείνο των σχημάτων, το κο(ΐψον 
και κ(/.θαρύν τοϋ διαγράμ[ΐατος καΐ ή εν γένει 
αττική χάρις και λεπτότης, αΐτινες χαρακτηρί- 
ζουσι τά άριστα καΐ πολυτιμότερα των μνη- 
μείο)ν τής Αττικής σχολής τοΰ τέ?^,οΐ'ς τοϋ Τ' 
αιώνος π. Χ. Δικαίοις άρα το μνη μείον έθεοι- 
ρήΟη ανέκαθεν ώς εν τών χαρακτηριστικωτέ- 
ρων και διδακτικωτέρων τής εποχής και σχο- 
λής εις ας ανήκει. 

Μεγάλη διαΓρορά γνω[ΐών υπάρχει ώς προς 
τον χαρακτήρα τοΰ μνΐ]μείου τούτου, τών πλειό- 
νων [ΐέν (ΒιίΓδίίΐη, Ίνεικίθίεπί^ιιτ^-, Ι^38€ΐιο1<:β, 
5οΗοη6,\νο1ίβΓ8, 0'οηζε, ΚοοΗ)θεωρούντων αυτό 
ως άπλοϋν έπιτύμβων, {)ντ]τάς επομένως τάς 
έπ' αύτοΰ μορφάς, άλλων δε ώς έπιτύιιβιον μεν 
άλλ' εί,κονίζον θνητούς άποθεωθέντας, και τέ/.ος 
άλλων (ΚίΐγβΙ, 8ΐικ1ηίοζ1<ίΐ, ΡθγγοΙ) έκλα[ΐβανόν- 
των αυτό ώς άναϋηματικόν άνάγλυφον. 

Ή μεγίστη, κατά τό διπλάσιον σχεδόν μέ- 
γεθος, διαφορά τών εικονιζόμενων, αν και ή 
ίστα^ι,ένη εΐ\'αι ήδη τελείως ά\'επτυγμένΐ] παρ- 
θένος, τό βαθύ σέβας μεθ' ού ή τελευταία 
ΐσταται ώσει δεομένη, διακονούσα και συγχρό- 
νως προσφέρουσά τι τή μεγαλοπρεπώς πρό 
(χύτής καθήμενη γυναικί, ή έλλειψις παντός 
σημείου αποχαιρετισμού ή τής τρυφερότητας 
εκείνης και 9λίψεως, αΐτινες χαρακτ)ΐρίζουσι 
τάς έπιτυμβίους παραστάσεις, προς δε ή ελλειψις 
βεβαίου παραδείγματος, άποδεικνύοντος δτι εν 
τή Αττική υπήρχε τό έθος τής άποθεώσεως 
τών νεκρών, και έπΙ πάσιν ή σύγκρισις προς 



ανάλογα αρχαϊκά (/.ττικά αναθηματικά ανά- 
γλυφα (ϊδε άριΟ. ο 13 τοΰ Μουσείου τής Άκρο- 
πό?ιεως Αθηνών), πείθουσί με δτι πρόκειται 
περί άναϋηματικοϋ ανάγλυφου, είκονίζοντος 
προσφοράν εκ μέρους θν)]τής, ή τό πολν όιακο- 
νίαν θεάς δευτερευούσ)ΐς τάξείος προς τίνα τών 
μεγάλων θεαινών τοϋ Ολύμπου. 

Ό δΐικίηϊοζίία, βασιζόμενος έπι τής άγνιό- 
στου προελεύσεως τού [ΐνημείου και έπι ανα- 
λόγου παραστάσεως άναγ?.ύφου άνακαλυφθέν- 
τος υπό τοΰ Ι^οΠίπι^ εν τω Άρτεμισίφ τής 
βορείου Ευβοίας (ΑΐΗ. Μίΐΐεϋ. 1 883 δ. 206 ίΓ.), 
ύπολαμβάνει δτι ή καθιιμένη θεά είναι ή "Αρ- 
τεμις τής Βραυρώνος, ής τό εϊδωλον είκονί- 
ζετο καθήμενον. Άλλ' ό σαφώς δεδηλωμένος 
ιιητρικός χαρακτήρ τής [ΐορφής νομίζω δτι απο- 
κλείει την ύπόθεσιν ταύτιιν, δτι δε ή έξι'ιγησις 
τής παραστάσεως δέον νά ζητηΟή εν άλλο) 
άττικώ [^υΟ^ολογικω κύκ?ιω, δυσεύρετο) δ' δμως 
ένεκα τοΰ κολοβοϋ τής π(/.ρ(ίστάσεως εν τοις 
κυριωτέροις. 

2. Άριΰ'. 43. (ΠΙναξ XXII). 

Ηρακλής φέρων τον ' Ερνμάν&ιον κάπρονΚ 

Ύψος 0,63. Πλάτος 0,52. 

Πρωτογενές λευκόν πεντελήσιον μάρμαρον. 

Άνάγλυφον εύρεθέν εν Αθήναις σχή[ΐατος 
στήλης μετά τριγωνικού αετώματος προς τά άνω, 
άνευ δε πλαισίου εις τά πλάγια, άποκεκρουμέ- 
νον τό κάτω [ΐέρος άπό σκοπού, οΰτο^ς ώστε νά 
σχη[ΐατίζη έξάγο)νον πλάκα προς τίνα νεωτέραν 
χρησιμοποίησιν, λίαν δε βεβλα[ΐμένον και κατά 



' Βιβλιογραφία: Πιττάκης, Χειρόγρ. κατάλογος, άρ. 72. 

Πίττάαης : Έφημερίς Αρχαιολογική 1839, Σεπτ. -Όκτώβ. 
άρ. 294 μετά εικόνος. 

Ο. Ο. ΜϋΙΙβΓ - Α. δοΐιοΐΐ, Ατοΐι&οΐϋςίβοΐιε Μίίΐείΐυη^οη α11^ 
Οιίθ€ΐιοη1αη<3. ΚΓαηΙίίυΠ 1843, δ. 98, ηΜΟΤ. 

Κβίςυΐέ, ε. ά. 5. 18-19, Ν» 43. 

Μ3Γ(ίηβ11ί, ε. ά ρ. 24, 92. 

8χΙ)βΙ, ε. ά. ρ. 4, 13. 

ΜίΙοΙιίιδΓεΓ, ϋίο Μυδεοη ΑιΗεπϋ, δ. 3, 3. 

Ι^ερ5ίυ3, θΓίεε1ιί$ο)ιε Μ3ηηοΓ5ΐυ<1ίεπ, δ. 78, Ν" 118. 

Καββαδίας, Κατάλογος (188() 87), σελ. 50-51 και Γλυπτά 
(1890 2) σελ. 86-87, άρ. 43. 

Π. Καστριώτης, Κατάλογος, σελ. Π, 43. 

ΡιΐΓ{•νν3η§1εΓ . ΚοδοΗεΓ'δ ΜγΛ. Ι^εχ. 15(3. 1 δ. 2199. 



— 88 



Αϊ'ϋο 



ι>π(ΐ (ΐρχαικίοΐ' ΐργιον 



τΐ|\' ρπιφίχνριαν υπο της ατμοσφαιρικής κπι- 
(>ράαρ(ι)ς. Είκονίζρι δκ 'Ι Ιρακλία π(ι)γ<ι)ν<)ΐ(Ί')οον 
ου άπ(ο?νΚσ{)ιισ(ίν τα (χπο τοΰ άμκο(ι)ς ύπές) 
τα γόνατα μέρους κ(χτο) άκρο, — προτάπσοντα 
το\' (χριστεροΛ' πόδα, (βαδίζοντα προς δεξιά, 
φέροντ(ί δι- δι' (Χ(ΐφθτέρων τών 7}••ιρών ανπ) 
τοϋ άριατίίροϋ ώμου {χνεστρα[([ίένον τον 'Κρυ- 
(κχνΟιον κάπρον ζώντα και τί|\' κρίραλήν κρρ- 
μαιιρνην έχοντα όπισθεν, εν αγωνία δε και δυσ- 
φορία τους πόδας και την ούράν συστέλλοντα• 
'() ήρως, γυμνός κατά τα άλ/^α, (ρέρει τί|ν λεον- 
τΓ|ν περί τί|ν κεφαλήν και τον (χριστερόν (βρα- 
χίονα, άφ' ου κατε,ρχετίχι αυτή προ τοϋ προς 
τά εμπρός κεκλιμένου σώμ(Λτος αΰτοΰ. Λιά 
τελα[ΐώνος, άφαΛ'οϋς νΰν, ι'σως δέ πυτε [κη'ον 
χρ(όματι δεδηλω(ΐένου, ήρτηται εις τά αριστερά 
τοΰ Ηρακλέους φαρέτρα, ής εΐναι ορατά αμφό- 
τερα τά μή υπό τοϊ3 σώματος τοϋ ήρωος καλυ- 
πτόμενα άκρα. Ή δε αριστερά χεΙρ τοϋ ήρωος, 
δραττομένη τοϋ κάπρου από τοϋ κατά τό α'ι- 
δοΐον [ΐέρους της κοιλίας, εμφανίζεται εις τά 
άνω κρατούσα συγχρόνως και τό ρόπαλον, κε- 
κλιμένον προς τά όπισθεν σχεδόν παραλλήλως 
τω σο')ματι τοϋ θΊ]ρίου. Ή δεξιά τέλος δράττε- 
ται τοϋ μεταξύ τών έ^υτροσΟίων ποδών στή- 
τ'ίους τοϋ κάπρου. 

Τό άνω μέρος της παραστάσεως εισέρχεται 
εν μέρει εις τό τριγωνικόν καί τι προεξέχον τής 
λεπτής επιφανείας άέτω[ΐα τής πλακός. Τό δε 
ΰψος τοϋ ανάγλυφου τής παραστάσεοίς εΐναι 
αρκετά έ'κτυπον. 

Ή τεχνοτροπία ε'ΐΛ'αι ώρ^ιος αρχαϊκή, δηλοΐ 
δέ πάλ'υ δεξιάν χείρα καλλιτέχνου. '() [ΐΰΟος 
και τύπος ούτος τοϋ Ήρακλέίηις ιιετά τοϋ 
Έρυμανθίου κάπρου άποητά τό πρώτον έπΐ 
τών ό»()ίμου αρχαϊκής τέχνης αττικών ιιελα- 
νο[ΐόρφων αγγείων τοΰ δευτέρου ήμίσεος τής 
(ί'''^ π. Χ. έκατονταετ)]ρίδος, διατηριιθεις έκτοτε 
σταθερός, και δή συχνάκις σχετιζόμενος προς 
παράστασιν τοϋ εις πίθον καταφυγόντος εντρό- 
μου Εύρυσθέως, μέχρι αυτών τώ\' ρω(ΐαϊκών 
αυτοκρατορικών χρόνων τών Άντωνίνων (πρβ. 
Βλία ΑΙβχίΐηάπΕί ρ1. \'Τ, 1046. Β&ν.είοη, ΟοΙΙβο- 



Ιίοπ \ναοΐ€ϋη},Γΐοη, ρ. 53 Ν" 903 '). Τό δ'άνά- 
γλυ(|()ν ί|μών είναι Γ| αρχαιότατη γλυπτική 
παρίχστασις τοϋ τύπου τούτου, ανήκουσα εις 
την από τοϋ (Γ" εις τόν ΐ)"" αιώνα π. Χ. μετα- 
βατικήν έποχήν τής αττικής τεχνοτροπίας. 

Ό άοίδΐ[ΐος ΙΙιττάκης, όστις έσφ^αλμένως 
έφρύνει οτι τό άνάγ/^υφον είκονΓζει τόν Θησέα 
φ^έροντα την Κρομμυίονίαν σϋν, εγραψεν εν τή 
Άρχαιολ. Έφημ. τοϋ 1839 ότι ' άνεκαλύφά}η 
πλησίον εις τό έ'κπαλαι έγνοισμένον Θησείον 
και Γ|τ() (χνάί)η[ΐα εν τω ναώ τούτφ», έζήτει δε 
δι' (χύτοϋ νά ύποστηρίξη την έσφαλμένην γνίί)- 
μτρ' οτι τό λεγόμενον Θησείον εΐναι ναός τοϋ 
ήρο)ος τής Αττικής. Ή τελευταία αυτή προσπά- 
ί)εια τοΰ ανδρός καΐ ή εν τω μεταγενέστερο) 
χειρογράφω αυτού καταλόγω διάφορος πως ση- 
[ΐείωσις, οτι τό άνάγλυφον άνεκαίι,ύφθη έν ΆΌή- 
ναις έν έτει 1840, κατέστησαν ΰποπτον τήν εϊδη- 
σιν περί τής παρά τό Θησείον άνακα?ιύ'ψε(ος. 
Νθ[αζω δ'δμως οτι τά από μνήμης έν τώ μετα- 
γενεστέρ(ρ χειρογράφω καταλόγορ γραφέντα δεν 
εΙν(/ι πλησιέστερα τής ά?ιη9είας τών έν ετει 
18.'5!) τυπωθέντων υπό τοϋ αύτοϋ, ατινα θά 
ήδύναντο άλλως νά έλέγξοισιν αμέσως τότε ως 
ιιή (χκριβή οί βεβαίιος άντιληφθέντες τοϋ τόπου 
τής άνακαλύ\|)εως σύγχρονοι Αθηναίοι άνα- 
γνώσται τής Άρχ. Εφημερίδος. 

3. Άριϋ'. 1959. (Πίναξ ΧΧΙΎ, 1). 
Άνάγλνφον δρομοκήρνκος, έξ 'Α•&ηνών '. 

Πλάξ τετράγίονος [ΐαρμάρου νησιοιτικοϋ, 
πιθανώτατα παρίου. 'Ύ-ψος αυτής μέγιστον 
σο)ζόιιεΛ'ον 1,01 — 1,02• πλάτος κατά μεν τήν 
εις τά άνω τής πλακός έλικα 0,72 ' .,, αμέσως 
κατωτέρω δέ 0,(»8, έν τω μέσω 0,72 καΐ εις τήν 
βάσιν 0,75 περίπου. Πάχος τής πλακός 0,9 '/,, 
τής ελικος 0,8 \'.,, τής βάσεως 0,15. 

Κατά τάς πληροφορίας ας ήδυνήΟη νά συλ- 
?ι,έξη ό Φίλιος, ή πλάξ αυτί) εύρέΟΐ] εντός σωρού 



' Βιβλιογραφία : Δ. Φί'λίΟί,Άνάγλυπτος επιτύμβιος αρχαϊκή 
στήλη : Έφημ. "Αρχαιολ. 1904, σελ. 4.3-06 και 207, πίναξ 1. 

Ο. ΡβηοΙ βΐ Οΐιίρίεζ, ΗίβΙοίΓΟ <1ο ΓαΠ άζΏί Γαηΐΐςυίΐέ. Τοιη. 
νπΐ (1904), ρ. 648—651 Γΐβ .333. 



89 



Τά ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



λίθοον έρριμμένη ώς λίΰος κοινός, — έπο[ΐένως 
αλλαχόι)εν έκεϊ μετενεχΰεΐσα — κατά το φθινό- 
πο)ρον τοϋ 1901 "^ έτους εν τφ οικόπεδο,) Ι. 
Καλάμη, κειμένφ κατά το μεσημβρινοδυτικόν 
(ΔΔΜ) μέρος της πόλεο)ς των Ά{)ΐ|νο)ν, εκατόν 
περίπου γαλ. μέτρα μακράν τοΰ έκκλΐ]σι.δίου 
τοΰ Άγ. Αθανασίου τοϋ επιλεγομένου τοΰ 
Χαλκούρη, κατά το μέρος έ'νΰα σώζεται μικρόν 
τμΓ)|ΐα τοΰ τείχους τοΰ εξωτερικού περιβόλου 
της αρχαίας πόλεο)ς, ήτοι εις 80-100 (Ιΐ)|ΐάτων 
απόστασιν προς βορράν της πιθανής 8 έσεοις τής 
πειραϊκής πύλης. 

Ή έν γένει διατήρησις τής πλακός κ(χι τοΰ 
έπ' αυτής εικονιζόμενου δρομέως είναι αρίστη. 
"Ολαι δε αϊ βλιχβαι αυτής φαίνονται αποτέλε- 
σμα βιαίας καταστροφής μνημείου μόλις προ 
μικροΰ ποιηθέντος και ίδρυΟέντος, ευθύς δε 
μετά την καταστροφή ν ταφέντος έν φιλόστοργος 
γη• ουδεμία δηλαδή βλάβη οφείλεται εις την 
έπίδρασιν τοΰ χρόνου καΐ τής ατμοσφαίρας. 
Είναι δε αϊ βλάβαι αύται αί εξής. Άπό τοΰ 
άνω τής κεφαλής μέρους άρχεται έλαφρόν σχιί- 
σμα (ράγισμα) διήκον δια πάσης τής κεφαλής 
και, τής βάσεως των δακτύλων τής δεξιάς χει- 
ρός τοΰ δρομέως [ΐέχρι τοΰ όπισθεν τής όσφύος 
αυτού κέντρου τής πλακός. Άποκεκρουμένα 
είναι πρώτον μεν μικρόν (ΐέρος τής κάτο) αριστε- 
ράς γωνίας μετά τοΰ άπό τής πτέρνης και τοΰ 
αστραγάλου έμπροσΟίου μέρους τοΰ δεξιού πο- 
δός τοΰ εικονιζόμενου δρομέως, δεύτερον δε 
μέγα τμήμα τής κάτω δεξιάς γωνίας, συναπολε- 
σθέντος ούτο) καΐ τοΰ αριστερού ποδός άπό τοΰ 
κάτω μέρους τοΰ σκέλους. Επίσης άποκεκρου- 
μένα είναι τά περί τόν αγκώνα τής αριστεράς 
χειρός, τό άκρον τής ρινός και τό μέσον μέρος 
τοΰ άνω τής κεφαλής τόξου τής έ'λικος. Ε'ίς 
τίνα δε μέρη εΐναι βεβλαμμένη βιαίως και ή 
επιφάνεια τού μαρ[ΐ(χρου καΐ μίχλιστα κατά τόν 
όφϋαλμόν τοΰ δρομέως, οΰτο)ς ώστε εκ τών 
ερμηνευτών τοΰ [ΐνημείου ό μεν ΡβΓΓΟϊ φρονεί 
δτι ό οφθαλμός είκονίζετο κλειστός, τό άντίθε- 
τον δε ό Φίλιος. 

Έπι τής άνο) δε τής ελικος κυρτής στεφάνης 



τοΰ πάχους τής πλακός και δη εις ϊσας σχεδόν 
αποστάσεις άπό τών δύο άκροιν της ελικος 
ύπάρχουσι δύο πάνυ σμικροί τόρμοι, έν οίς 
εύρηνται καΐ νύν λείι)ιανα σμικρών και λεπτών 
ήλων χρησιμευσάντων πάντως, ώς ήδη ορθώς 
ύπέλαβέ τις, ίνα στηρίξωσιν επί τίνα τοϊχον τήν 
πλάκα τοΰ ανάγλυφου, ης τό όπισθεν μέρος 
κατά τά πλάγια είναι ώμαλισμένον διά χονδρού 
εργαλείου. Ή ύπόΟεσις δτι οι μικροί ούτοι 
τόρμοι έχρησί[ΐευον ϊνα προσαρμοσθΓ] κανών 
φ^έρων άνθέ[ΐιον είναι βεβίχίως έσφιαλμένη, διότι 
ούχΙ μόνον εΐναι λίαν σμικροί προς τοιαύτην 
χρήσιν, αλλά και ή άνω επιφάνεια, τής πλακός 
κυρτούται ()υτ(ΐ) σαφώς, ό')στε ουδεμία δύναται 
νά ύπαρξη άιιφιιβολία, δτι έσχημάτιζεν έν τη 
κορυφή τού λίύου συμ(ρυες αύτώ μικρόν άνΰέ- 
μιον, παρό[ΐοΐ()ν προς τό τοΰ άναΟη[ΐατικοΰ 
ανάγλυφου τοΰ Έχέλου (ίδε κατο)τέρω), άνευ 
δ^ιθ)ς κανόνος, ούτο) δε μικρόν ώστε εκείτο 
εις μακράν (χπύστασιν άπό τών ρΐ]θέντων τ()ρ- 
μο)ν.'() Φίλιος ύπολαμβάνει ευλόγως δτι τό άνά- 
γλυφον ΐδρυτύ ποτέ γομφού(ΐενον κατά τίνα 
τρόπον έπΙ βάθρου, έφ'ού πιθανώς υπήρχε και 
σχετικί) προς τήν πί/ράστασιν επιγραφή. Τέλος 
τοΰ χρωματισμού, δν πάντως έ'φερέ ποτέ ε'ίς 
τΐΛ-α (ΐέρη ή πλάξ, ϊχνη δεν φαίνονται πλέον. 
Ή έπΙ τής πλακός δε ταύτης άνάγ?αιπτος αρ- 
χαϊκή παράστασις είναι περιεργοτάτη και [ΐονα- 
δική, ά?ιηθώς έΐΓ&ηο-ε, ώς καλεί αύτΐ|ν ό ΡεΓΓοΐ. 
Εικονίζεται δηλ(/.δή νεανίας αγένειος ουδέν 
άλλο φέρων ή τό έπι τής κεφαλής αυτού άττι- 
κόν και άνευ παραγναΟίδων κράνος, έ'χων τήν 
κόμην όπισθεν μεν και παρά την παρειά^- κατα- 
πίπτουσαν εις πολλούς ώςκάνναβις συνεστραμ- 
μένους πλοκάμους, έπΙ δε τοΰ μετώπου κατερ- 
χομένην εις κοχλιοειδή βοστρυχίδια. Ό νεανίας 
δε ούτος τρέχει ολοταχώς προς τά δεξιά, «ίίρο'αω 
φερόμενος ;, ώς έλεγον οι αρχαίοι, και δη ύπό τό 
σχεδόν τυπικόν εκείνο σχή[ΐα της αρχαϊκής και 
άρχαϊζούσης τέχνης, καθ' δ τό έτερον μεν τών 
γονάτων τών κατά γραφήν εικονιζόμενων κάτ(ο 
άκρων αυτού εγγίζει σχεδόν τό έ'δαφος, τής 
κνήμης σχηματιζούσης ευθείαν γωνίαν μετά 



90 



Ανθούσα αρχαϊκών ί'ργ(υι• 



τον σκίλους, ρνώ ό έτερος πους έξορμί^ί προς τα 
εμπρός. ΊΙ κεφαλή αύτοΰ στρέφεται, κατ' («'τί- 
ατροιρυν <^ιεΐΗ)υ\'σιν, επίσης κατά γρ(ί(( ί|ν είκονι- 
ζομέντ), αϊ δε χείρες ύψού[ΐεναι (Λίΐ(( ότερί/,ι παρά 
τα πλευρά προβάλλονται τοϋ στήθους. 

Κ(/.1 ταητα μεν Ε'/ει κοινά ή παρούσα παρά- 
πτασις προς πολλάς τών ηδη γνίοστών είκόν(ι)ν 
{)νΐ|τών Γ) θεών δρομέων. Λίαν ο[ΐως σπ(/.νΐ()ν 
είναι πρώτον μεν οτι ή κεφα?αι και το β?αψμα 
κλίνουσι προς τά κάτω ώσεί κεκμηκότα, ούχι δε, 
ως συνήθως, ζωηρώς και κατ'εΪΗΐεΐαν άποβ/.έ- 
ποντα προς τά οπίσω, π. /. προς τίνα διώκοντα 
ή απλώς άκολουίΐοΰντα, δεύτερον δε ή έπι τοΰ 
προσώπου έπικεχυ[ΐένιι ά(ρατός τις ?ι,ύπη ή με- 
λαγχολία καΐ υ εν γέΛ'ει κάματος και ή αγωνία 
εκείνη, ήτις ώΰιιαε το\' ιιέν κ. Ρι,τγοΙ, τον έκλα- 
(5()ντ(/. την όφθαλμόν ώς κλειστόν, νά πιστεύσΐ] 
δτι πρόκειται «ά'υη ιηοπΓαηΙ οα ά'ιιη ηκιΐίΐοίε 
ίμιί Νοηί νεηΪΓ Ιλ ^;νποορθ », τον δε Φίλιο\', βλέ- 
ποντα τον όφ'{)αλμ()ν τοΰ εικονιζόμενου κλει- 
στ(')\', ήνάγκ(/.σε Λ'ά (/.φήσΐ] δλως άνεξήγητον 
τί|\' και ΐ'π αύτοΰ παρατηριιθεΐσ(/.ν μελαγχολι- 
κήν έ'κφρασιν τοΰ προσώπου. 

'() Ι^ίΓΓοί, λησ[ΐονών φαίνεται δτι οι δολι- 
χοδπόμοι έ'τρεχον «άνέχοντες εν προβολή τάς 
χείρας ; καΐ συσφίγγοντες τάς πυγ[ΐάς ', ώς ή 
παρούσα παράστασις, φρονεί έσφαλ[ΐένως δτι: 
«1^6 §•68ΐ;ε οΙ(?8 ΐ3Γίΐ.'5 €81 οοΐιιϊ ά'αηε ρβΓδοηηε 
εμιϊ έΐουίϊε εΙ Γμύ, ιΓίη^ΐίηοΐ, ροιίΓ οΙοπηεΓ ρΐυδ 
άε ]6ΐι Η. 8ε5 ροιιηιοη8, οΗετοΙιε α άέί^ίΐ^ετ 5α 
§ΌΓί^•6 άυ νέΐεηιεηΐ ιμιί 13. 8εΓΓ6. Ιοί, οιι 1ε ΙθΓ8ε 
ε8ΐ: ηη, οη άΐτίΐϊί ομιε 1ε ]ειιη6 Ηοηιιτιε, άαηδ νιη 
8ρίΐ5ΐτιε ά'3,η§Όί58ε, ΙεηΙε άε 8'οανΓΪι- Ια ροϊΐήηε 
ροιίΓ ΗνΓεΓ α Γαίτ υη ΗΙίΓε ρ3583.§^ε». Πιστεύει δε 
ό ΡεπΌΐ δτι πρόκειται περί όπλιτοόρόμου τΐλ'ός, 
δστις «αιι ιποιτιεηΐ οΙεΙουεΗεΓ αιι ΙιυΙ, ίΐιΐΓίΐίΐ έΐέ 
83,181 ρατ αηε άε εε8 οπ8ε8 άε άϊΐαΐαΐίοπ ίΐϊ§ηε 
άυ οοειίΓ ηυε ρΓονο(]υε δοανεηΐ ηη εκεπείοε 
νίοΐεπΐ». Όσον δε και αν είναι εσφαλμένη ή 
ρηθείσα αύτη ερμηνεία της θέσεως τών χει- 
ρών (ϊδε κατωτέρω), τόσον εξ άλλου φαίνεται 



|ΐοι βέβαιον δτι πρόκειται άλιιΟώςπερΙ δρομέϋ)ς 
είς τά έσχατα δρκ/. της έντάσεη)ς και κοπ(όσείΐ)ς 
τών δυνά[ΐεων αυτού εύρισκίηιένου, και οΰτο)ς 
δ[ΐως πάλιν έντείνοντος τάς δυνάμεις αύτοΰ και 
δί| ϊν(/. κομίση άγγελμα τι δυσάρεστον, δπερ, 
φρονώ, είναι ή αιτία της έπι τοΰ προσο)που 
αύτοΰ έπικεχυιιένιις [ΐελαγχολίας. 

Ά[ΐφότεροι οί κ. κ. ΡογγοΙ και Φίλιος στηρι- 
ζόμενοι είς το κράνος, δπερ ί(έρει ό εικονιζό- 
μενος, παραδέχονται δτι πρόκειται περί όπ'Μτο- 
όρόμον τινός τών έν Ελλάδι ειρηνικών άγο)- 
νων τών σταδίων. Γνωστού δ'δμως δντος δτι οί 
όπλιτοδρόμοι έδει νά τρέχο)σι (γέροντες πλτ|ν 
τοΰ κρ(/.νυυς την ασπίδα και κνημϊδας, βραδύ- 
τερον μόνον κράνος και (χσπίδα, τέλος δε μόνον 
τ»ιν ασπίδα ', — ης ένεκα το μεν άγοη'ΐσμα αυτών 
έκαλεΐτο απλώς άηπίς, ή δε άσπΙς ήτο αυτό 
τούτο τύ σύμβο?.ον της γενέσεο)ς τού άγοινί- 
σματος - — εντελώς μοι αδύνατον είναι νά 
παραδεχθώ δτι πρόκειται περί όπλιτοόρόμου και 
[ΐάλιστα έχοντος τους βραχίονας κατά τους τών 
δολιχοδρύμων έσχηματισμένους ^ ώς ήναγκά- 
σθη νά ύπολάβη ό Φίλιος θέλων νά έρμη- 
νεύση την δλως άκατανόητον παράλειψιν της 
άσπίδος (σελ. 48). Έξ άλλου δε το κράνος, δπερ 
φέρει ό εικονιζόμενος, άποκ?ιείει τή\' ύπόθεσιν 
δτι δυνατόν νά πρόκειται περί άπλοΰ όρομέως η 
δολιχοόρυμον αγώνος τινος, ά(ρΌύ ούτοι έδει νά 
τρέχωσιν δλως άοπλοι. Άναγκαίως άρα πρόκει- 
ται περί εικόνος ένος τών στρατιωτικών έκείνο^ν 
δολιχοδρόικον όρομοκ^ιρνκων, οΐτινες «έοροίτων 
είς τΊ|ν Ελλάδα τών πολε[ΐικών άγγελοι», και 
έγένοντο μεν το πιζλαι αιτία καΐ της έν είρήντ) 
δολιχοδρομίας ^, άλλ' οΐτινες μέρος τοΰ στρα- 
τού αποτελούντες είναι έντε/^ώς διάφοροι τών 
αόπλων εικονιζόμενων δολιχοδρόμων ή δρο- 



' "Ιδε Φιλΰοτράτοιι Γυμναστικός, 50 (32) κιιί Ό3Γ6ηι1)βΓ§ εΐ 
83§1ίο, Ιίίοΐίοη. άοί Επίίηιιίΐέδ 5. ν. Ουτδυδ (σε?.. 1644, εΐκ. 2'2Ά0). 



' 'Ιδε περί τούτου αυτόν τόν Φίλιον ε. ά. σε/.. 48 σημ. 1. 
Πβλ. και σελ. ό'ό. 

- Φιλοστράτου ε. ά. 12 : φημ'ι γαρ νενομίσθαι μεν αύιόν 
{τόν ό.πλίτην δρόμον) εκ -πολεμικής αιτίας, παριέναι δέ ες 
τους αγώνας πολέμου αρχής ένεκα, δηλούσι^ς της άσπίδος, 
δτι πέπαυται εκεχειρία, δει δέ δπλιον. 

' Φιλοστράτου ε. ά. δΟ. 

' Φιλοστράτου ε- Λ. 4. 



91 



Τά άνάγλνφα πλην των επιτύμβιων 



[ΐέων και των ασπιδοφόρων 6πλιτοδρόμο)ν των 
είρηνικόί^ν αγωνισμάτων τοΰ σταδίου. 

Τίς λοιπόν — ερωτάται νϋν — δύναται να 
είναι ούτος; 

ΠρΙν ή περί τούτου . εϊπωμέν τι, είναι 
ανάγκη να γνωρίζωμεν τίιν φύσιν τοΰ [ΐνη- 
μείου ημών και τους χρόνους καΰ'οϋς έποιήΟη• 

Ώς προς το πρώτον ό μεν Φίλιος (σελ. 4;ΐ) 
φρονεί δτι πρόκειται περί επιτύμβιου στήλης 
εις άν{)έ[ΐιόν τι προς τάνω περατουμένης, γομ- 
φουμενης δε κατά τίνα τρόπον έπΙ βάθρου, 
έφ' ού Οά ύπήρχεν ϊσως καΐ σχετική τις επι- 
γραφή. Άλλ' ύ ΡεπΌΐ δικαίως, νομίζω, παρα- 
τηρεί ότι «Ιη, ά&ΙΙε άβ ΓΠίΐΓΐίΓε η'α \)άη Ίά Ι;ι 
ίοηηε ίΐ11οη§-6θ οΙ ργΓΗΐτιΐάίΐΙε ηιιβ ρπέ^επΐεπί 
οοιηιηαηέιηεηΐ, η οεΐΐε έρθ(.μιβ, 1β8 βίέΐε.'ί ίιιηό- 
Γίΐίι•68 • αί δε ΙωνικαΙ έλικες, αϊ κοσμοϋσαι το άνω 
μέρος αυτής, ένθυμίζουσιν αύτω βάθρα τινά 
τών (χρχαϊκών αναθηματικών αγαλμάτων τής 
Ακροπόλεως '. Άλλ' ότι ουδέ περί άπλοϋ βά- 
θρου πρόκειται, καταδεικνύουσιν οί άγνωστοι, 
φαίνεται, τω ΡθγγοΙ: μικροί τόρμοι τής άνο) 
επιφανείας τοΰ πάχους τής πλακός, εξ ών σα- 
φώς δηλοϋται ότι ή πλάξ έστηρίζετο δΓ αυτών 
προς τοΤχόν τίνα. Εις έμέ επομένως, έχοντα 
ύπ' δψιν τον τρόπον καθ' δν είναι ειργασμένΐ] 
δια χονδρού οργάνου ή όπισθία δψις τής πλα- 
κός, πιΟανώτερον φαίνεται δτι πρόκειται περί 
αυτοτελούς μνημείου, ούχΙ έπιτυμβίου, άλλ' 
ιστορικού ή αναθηματικού χαρακτήρος, προσ- 
•*ΐρμοσ[ΐένου ποτέ εις τοΐχον οικοδομή (ΐατός 
τΐΛ'ος τής πόλεως τών Άί)ΐ)νών. 

Ώς προς δέ τους χρόνους καΟ' ους έποιήΟη 
αυτό, ό μέν Ρειτοί φρονεί δτι «ΐ1 681 &886ζ 
άίίΐϊοΐΐε θβ Η^νοΐΓ εοπιιηεηΐ ^λΙθγ εεΐ οιΐΥΓΛο-ς», 
δπερ κατ' αυτόν είναι «ιτιοίηδ αηοίέπ ([ΐΓϋ ηε 1ε 
ρίΐι-£ΐίΐ αιι ρΓεηιίει- ίΐΐιοιχΐ», διότι εν τή τεχνοτρο- 
πία αυτού βλέπει κρά[ΐα άε «εΐεηοε εΐ ^1ε ι,^αιι- 
οΗεΓΪε. Στηριζ()[ΐενος δέ είς το γεγονός τής εν 
έτει Γ)2() π.Χ. επισήμου εισαγωγής τού όπλίτου 
δρό[ΐου εν 'Ολυμπία φρονεί δτι «ί1 η'\- α ΓΪεη 



ιμιΐ οΗΗι^ε έ ι-ειποπίεπ ρ1π8 Ιΐίΐπί <μιε εεΙΙε 
άίΐΐε Γμΐίΐηοΐ οη αοη^ϊάεΓε 1'εχέοηΐίοη» τού έρ- 
γου τούτου, εν φ αναγνωρίζει την χείρα δεξιω- 
τάτου καλλιτέχνου. Ό δέ Φίλιος (σελ. 50-52) 
δια μακρών ερευνών τήν τεχνοτροπίαν ευρί- 
σκει αυτήν συγγε\'ή πρώτον μέν προς έκείνην 
τΐΛ'ών τών εκ τής Ακροπόλεως άρχαϊκώΛ' έρ- 
γο)ν, ευρεθέντων εν τή λεγομένη περαικί) έπι- 
χώσει, έπομένϋ)ς ποιηθέντων πρό τού 480 π.Χ., 
δεύτερον δέ προς έκείνηΑ' τών τυραννοκτό- 
νων τοΰ Αντήνορος, τών ποιηθέντων πάντως 
[ΐεταξύ τού 510 καΐ 480 π. Χ. Καταλήγει δέ 
εις τήν γνώμην δτι τό άνάγλυφον ημών έποι- 
ήθη περί τό 520 π. Χ. Άλλα τά μεν αγάλματα 
τής περσικής έπιχίόσεως, άτινα παρατίθιισι, βέ- 
βαιον είναι μόνον δτι έποιήϋ Ίΐσα\' πρό τοΰ 4Ν0, 
χωρίς δμως να γνωρίζωμεν, ώς αυτός ό Φίλιος 
ομολογεί, καΐ πότε ακριβώς έποιήθησαν τό δέ 
σύμπλεγμα τών τυραννοκτόνοιν εΐναι άσφα?ιώς 
μεταγενέστερον τοΰ 510 π. Χ., ιδρυθέν εν τή 
άγορα τών Αθηνών περί τό 50() 5 π. Χ.\ 

Ύπάρχουσιν δ[ΐως και άλ/^α ασφαλέστερα κρι- 
τήρια της τεχνοτροπίας τού ανάγλυφου ημών, 
(ίλλ'έκ τών συνήθως διαφευγόντων ή άγλ'οου- 
[ΐένων υπό τών άρχαιολόγίον. ΟύχΙ μόνον αί κε- 
φαλαΐ τών ά[ΐέσως μετά τήν εν Μαραθώνι μά- 
χΐ]ν κοπέντων άθιιναϊκών νο[ΐισμ(ίτων, αλλά 
και οί. ασφαλώς μεταξύ τού 5(Ι0 και 450 π. Χ. 
κοπέντες αρχαιότεροι τών περίφημων διπλών 
στοτήρων τής Κυζίκου, (χποικίας τών εκ Μιλή- 
του ΆθηναίωΛ' -', παρουσιάζουσι τύπους τε- 
χνοτροπίας εντελώς ταυτιζομένης προς τί|ν 
τεχνοτροπίαν και στάσιν τών ύπ' αυτού τοΰ 
Φιλίου [ΐνη^ιονευομένων άρχίχϊκών αθηναϊκών 
έργ(ΰΛ', μίίλιστα δέ τοΰ ή[ΐετέρου ανάγλυφου •', 



' "Ιδε ΟοΙΙί^ηοη-ΤΗΓαεηιοι-, (ίβδοΗϊ. άοΓ ^γιοοΙι. Ρΐαϊΐίΐι, ϋά. Ι, 
8. :370Ρί2. 17(1. 



' }ου5ίη, Ι-,Ά δοηΙρϋιίΓΟ ^Γοαςιιο , ρΆξ. 46. 

■ νν. {ίΓι.•ϋη\νο1Ι, ΕΙοοΙηίΓη ϋ"ίηα§ϋ οί Ογζίαιίδ ρΙ. III υΐ IV. — 
\ν.\νΓΰ[Η, ΒΜ€. .Μχ.•ίί& ρ»^. XVI κ«Ί 20-25 Ρ'• IV υΐ V.— Ηβαϋ— 
Σβορώνος, ΊοΓορία τών \'θ(ΐίσμ(ίτων, τόμ. Β' οελ. 4^ κ• ε|• 

' Πρβλ. π.χ. τήν ώς τύνήμέτερον δρομέα ίΐρόμ(ρ (ρερομέη)ν, 
στρέφουσαν τήν κεφαλήν και όμοκυς τήν κόμην έ'χουσαν δια- 
τεί)εΐ((ένΐ]ν Νίκην (ΒΜΟ. έ.ά. ρ1. IV, 9)• τήν κείραλήν τοΰ δισκο- 
βόλου (ΒΜ€. ε. ά. IV, 4), ην .ταράβαλε προς τήν τοΰ άθηναΐκοΟ 
άναγλι'ιφοιι τοΰ Κεντρικού μουσείου• τήν πα\•ομ,οίαν προς τήί' 
τών (Ίθη\•αϊκών τετραδράχμίον τών περσικών χρόνων κεφα- 



92 



Λΐϋονηα ηοχ/ιϊκών Ι'ργιον 



ΰπερ έπΙ μα?Λον καΙΙιπτά σπυυδαιότι-ρον το 
γεγονός δη και οι πλείστοι των τύπων τών 
()ΐΐΙ)ι•ντ(ι)ν οτί/.τήοίιίν (ίνίκρκοοντΓχι εις την αττι- 
κών ιιιή)()λογίαν κιχι ίοτορίαν, π. χ. ύ '<τά προς 
ποί^ιον Λπίίκοντίί^ιΐς [Άριατο(ρ. ΣφΓικ. 4;5Χ] 
Κεκροψ, ί] την Έριχ{)ό\Ί()\' (/.νάγουσα Γη, ό 
αρχαϊκός Τρίτονν, ίπΐ πααι ίΐκ αύτοΙ οι τυραλ'- 
νοκτιη'οι τοπ Αντήνορος '. Άλλ' οι αρχαϊκοί 
οΰτοι νο[ΐΐ(7ματικοι τύποι, οί προξενοϋντες εν 
τω συν()?αΰ αυτών έντυπωσιν (/.ϊί)ούσΐ)ς τοϋ εν 
τί) 'Ακροιτ(')λει μονσείου, εκόπησαν, ώς ε'ίπο- 
(ΐεν, μιτα το Γ)()(), οί πλείστοι ί^' αυτών προ τοΰ 
480π.Χ., ώς ή^ιι ορθώς παρετήρησεν υ ΧΥτοΐΗ-. 
Οΰτ(ΐ) δε (λγόμεΟα εις το συ^ιπέρασμα ότι το 
(ίνίχγλυφον ημών είναι πιΟανίότατα έ'ργον τών 
ά[ΐεσ(ΐ)ς μετά την εν Μα,ραΟώνι νίκιιν τοΰ 4Η0 
και προ της εν έ'τει 480 καταστροφής χρόνων 
προς το συμπέρασικί δε τοΰτο Οαυμασίως συ[ΐ- 
φωνεΐ το ευτυχώς ύπο τοΰ Φιλίου σημειωθέν 
γεγονός δτι το άνάγλυφον ευρέθη έρριιιμέ- 
νον (ός κοινός λίθος, άλλοθεν εκεί μετενε- 
χΟείς, ώς παραγέ^ασμα τοϋ τείχους τοΰ εξωτερι- 
κοί» περιβόλου της πόλεο)ς, δπερ πιθανωτάτην 
καθίστα την ώς φαίνεται, καΐ εις την διάνοιαν 
τοΰ Φιλίου ελΟοΰσαν, σκέψιν οτι είναι εξ έκεί- 
ν(ΐ)ν, άτινα οί Άθηναπ^ι, εύρόντες ευθύς [ΐετά 
το 480 βιαίως ύπο τών Περσών κατεστραμμένα 
και άχρηστα, μετεχειρίσ{)ΐ]σαν ώς άχρηστον ύλι- 
κόν, υμοίίΰς τΓ) αρχαιότερα τοΰ 480 στήλη τοΰ 
Αντιδότου και άλλοις μνημείοις, περί ών σ)]- 
μειοΰται τα δέοντα ό Φίλιος. Ότι δε το ήμέτε- 
ρον άνάγ?Λΐφον εΐναι μεταγενέστερον τοΰ 490, 
τ(ίΓ()έν ευθύς μετά το 480, δτιλοϊ και ή όλως και- 
νουργής διατήρησις αύτοΰ και αϊ προφανώς εκ 
βιαίας επιθέσεως προερχόμεναι αύτου β?.άβαι. 
Κ(ίτά ταΰτα δεν ήτο όλο)ς άναξία προσοχής, 



?^ήν της 'Λΰηνας (θΓΒειι\νο11 ρ. 61, ρ1. II, 1)• τόν Τρίτωνα και 
έν γένει πάσας τάς έπ'ι τοϋ αύιοΟ πινακος άρχαϊκάς μορφάς. 

' θΓϋϋη«•ο11 ?.ά. ρ. 64 ρ1. Ι, 11, Π 6-10, III 28-30 κτλ. Πβλ. 
ΛΓοΙιαοοΙ. Ζοίΐυη^ 1872 ρ. 51 ρΐ. Ι.ΧΙΙΙ. 

- έ. ά. σελ. XVI : ΤΗο οοίηδ ο£ Λίδ ρβΓίοά (δΟΟ-ΙοΟ) ίΐε £ογ 
ΐΗβ αΐϋδί ραΓί ο£ Μοήαίο ογ ραΓίίαΙΙγ αΓοΗϊίο δίγΐο, βιιοΐι αε Λνο 
ϊΓΟ 2θθΐΐ5ΐοιηο<1 Ιο ΐδδοοίϊΐΰ ηΊιΙι ΐΗβ ροτίοά όείοΓβ Λβ ΡθΓ5ί3ϋ 
νναΓ5 (Β. €. 480). 



τουλάχιστον ώς προς το χρονο?.ογικ6ν αυτής 
[ΐέρος, ή γνοηπ) εκείνη τών το πρώτον ίδ(ίντο)ν 
το 'ίνάγ?.υ((ιον άρχαιολόγοη', ην (/.ναφέρει ό 
Φίλιος, καί) ην υ έπι τοΰ άν«γλύ(μ)υ εικονι- 
ζόμενος είναι αυτός ό περίφημος άγγελος τής 
έν Μαραθώνι νίκης, υ άμα τφ (χγγέλματι έκ- 
πνεύσας. Βεβαίοις παραδέχομαι καΐ έγό) μετά 
τοΰ Φιλίου δτι τό μνη μείον ημών δεν εικο- 
νίζει θ-νήσκοντα, έπι πλέον δε φρονώ δτι τό 
προς έπίτασιν τοΰ μεγέθους τοΰ κατος)ϋθίμα- 
τος λεγόμενον περί τοΰ αγγέλου τής έν Μαρα- 
θώνι νίκης, δτι έ'δραμε αϋν τοις (">πλοις> ή 
".πάνοπλος», δεν αρμόζει εις τόν μόνον κράνος 
θ(:έροντα δρομέα τοΰ μνημείου ημών, 03ς ουδέ ή 
μελαγχολική έκφρασις τοΰ προσο)που άρ[ΐόζει 
εις τόν άγγε?.ον εκείνον τοΰ «χαίρετε και χαίρο- 
μεν». Δύναται δ δμο)ς, φρονώ, νά προταθή άλλη- 
τις ερμηνεία τοΰ δρομέο^ς ημών, έχουσα τό προ- 
τέρημα δτι αναφέρεται είς επίσης περίφΐ]μον 
έπεισόδιον τής ιστορίας τοΰ Μαραίΐώνος, έπει- 
σόδιον ιστορικώς βεβαιότερον τοΰ άθλου τοΰ• 
δρο[ΐέως τοΰ ΜαραΟώνος, δν αγνοεί ό Ηρόδο- 
τος, προς δε δυνά(ΐενον νά έρμηνεύση τάς ?.επτο- 
μερείας έκείνας τής παραστάσεως, είς ας δεν 
προσαρ[ΐόζει ούδ' αυτός ό περί τοΰ δρομέθ)ς 
τοΰ ΜαραθώΛ'ος θρύλος, έπι π?.έον δε και αυτόν 
τόν κλειστύν όφθαλμόν τοΰ δρομέο^ς ημών, 
αν πράγματι ούτος εΐναι κ?^ειστός ώς καΐ εγώ 
εξετάζουν τό [ΐνημεΐον νομίζω, ά?νλ' δπερ, — ώς; 
και τό άντίθετον, — ουδείς δύναται πλέον Λ'ά 
διαβεβαίωση νΰν, δτε έξηφανίσθΐ]σαν τά άλ/.οτε 
την λεπτομέρειαν ταύτην σαφ^ώς δη/.οΰντα χρ(ό- 
ματα τοΰ ανάγλυφου. 

Ός εϊπομεν, ό Ηρόδοτος αγνοεί τό κατόρ- 
θωμα τού αγγέλου τοΰ Μαραθώνος, ή περί ου 
παράδοσις παρουσιάζεται τό πρώτον δύο δ?ι,ους 
αιώνας [ΐετά την [ΐάχην \ αναφέρει δ'δμοις ώς 
μέγα τι τό κατί^ρθο^μα τοΰ Αθηναίου εκείνου 
Φειδιππίδου ή Φιλιππίδου, δστις, άμα τφ άγγέλ- 
ματι τής ά?.ώσεως τής Έρετρίας και τής άποβά- 
σεως τών Περσών εις Μαραθώνα, πεμφθείς υπό 



' Σ. Λάμπρου, Μοιραθώνιος δρόμος, έν Λόγοίζ «αϊ αρ&ροις, 
(■Αθήναι 1902), σελ. 434 /.. εξ. 



93 



Τα ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



των Άΰΐ]ναίων στρατηγών προς τους άρχοντας 
της Σπάρτης άγγελος, ϊνα ούτοι σπεύσωαι προς 
έπικουρίαν τώΛ' Αθηνών, «δευτεραΐος εκ τοϋ 
ΆίΠ^ναίων άστεος ήν εν Σπάρτη > \ διαδρα[ΐών 
τηΛ' καταπληκτική ν μεταξύ των δύο πυλείον άπυ- 
στασιν — ην ό Ίσοκράτΐ]ς καΐ Πλίνιος όρίζουσιν 
εις χίλια διακόσια στάδια, άλλοι δε των αρχαίων 
εις χιλίους πεντακοσίους σταδίους -, άπόστασιν 
ήτις και δια τών συντο(ΐωτάτο)ν ατραπών τοϋ 
Άχλαδοκάμπου και της Λαγκάδας διανυομένη 
δεν είναι μικρότερα τών 180 χιλιομέτρων — , εύ- 
ΰ-υς δε κατόπιν έπιτελέσας τον ετι μάλλον άξιο- 
Οαύμαστον άθλον τοϋ να έπιστρέ-ψη, [ΐετά δια- 
μονήν μιας ημέρας εν Σπάρτη, εις Αθήνας την 
πέμπτην άπο της άναχωρήσεο)ς του ή[ΐέραν, 
καίπερ βαρύθυμος, ώς φέρων το λυπηρύν άγ- 
γελιια δτι οι Σπαρτιάται έκο^λύοντο ύπο θρη- 
σκευτικ.ώΛ' λόγίον να παραστώσιν επίκουροι 
τών Αθηναίων. 

Τον Φειδιππίδην τοϋτον καλοϋσι πάντες οί 
αρχαίοι δρομοκήρνκα ή ήμεροόρόμον ■' και 
τούτο μελετώντα , προσθέτοντες δτι εστάλη 
«κήρυξ» ή «άγγελος» προς τους Λακεδαΐ[ΐο- 
νίους. Κατά τους αρχαίους λεξικογράφους^ ήμε- 
ροδρόμοί χαι όρομοκήρνκες έλέγοντο οί δι'δλης 
της ημέρας θέοντες, έπΙ σπουδής πεμπόμενοι και 
ταΐς βασιλικαΐς ή ταΐς τών στρατηγών διατάξεσι 
τάχιστα διακονούμενοι άγγελοι τών πολεμικών 
νποϋέσεων, άγγελοι οΐς άπείρητο μη ίππεύειν 
άλλ' αύτουργοΐς εΐναι τοϋ δρόμου ^ Έκ τούτων 
λοιπόν, ώς καΐ τής παρ' Ήροδότο) πληροφορίας 
δτι ό Φειδιππίδης έξεπέ[ΐφθη «ύπύ τών στρα- 
τηγών» και έκ τής ιρράσεως τοϋ Πλουτάρχου 
(ε. ά.) περί τοϋ αύτοϋ Φειδιππίδου: παρακα- 



' Ήροδοτ. VI, 105, 106. — Παυσαν. Ι, 28, 4 και VI. 54, Ι! 
Πλουτάρχου, Περί τής Ήροδότ. κακοηθ. 26. — Σχόλια Κλή- 
μεν. Άλεξανδ. Τόμ. 4 (εκδ. ΚΙοΐζ) σελ. 111.— Πολυδ. Ι^, 148.— 
Σχολ. Αίσχίν. II, 137. 

- Σουίδας έν λ. Ιππίας. 

•' "Ιδε ανωτέρω σημ. 1. 

^ Πολυδ. Ι, 65.— Φώτιος και Μ. Έτυμολ. έν λ. ήμεροδρόμοι. 

'" Αίσχίνου, περί παραπρεσβ. 130. — Σχόλ. Αίσχίν. II, ΐ;!7 — 
Ήσΰχ. έν λ. Δρομοκήρυξ.— Φιλοστρ. Γιιμν. 8, 10— Λεξ. Ρητορ. 
1>. 2.39, 17. — Δίων Κάσιος 78, 35. — Πολύαιν. 5, 37. — Σχόλ. 
Ι1λ(ί.τ(ον, ρ. 99. 



λοϋντα Λακεδαιμονίους έπι την μάχην έκ τής 
μάχης γεγενημένον», τέλος δε και έκ τής περί 
τών δρομοκηρύκων παραδόσεως δτι ούτοι έγέ- 
νοντο αφορμή τής έν ειρήνη αγωνιστικής δολι- 
χοδρομίας, σαφώς εξάγεται δτι οί δρο[(οκήρυ- 
κες ήμεροδρόμοι ήσαν δολιχοδρόμοι στρατιώ- 
ται. Επομένως, προκειμένου νά είκονισθώσί που , 
δολιχοδρο μουντές, έδει νά φέρο)σιν, ώς έπι τού 
ανάγλυφου ήμώ\', το κράνος προς διάκρισιν 
άπό τών δλως άόπ?νων δρομέων τού σταδίου ή 
τών άναγκαίως άσπιδοφορούντων όπλιτοδρό- 
μων τών αυτών ε'ιρι^νικών αγώνων. 

Ύπο?ναμβάνω λοιπόν δτι το άνάγλυφον ή μών 
εικονίζει δολιχοδρο μοϋντα αύτον τον 'Λθη- 
ναΐον Φειδιππίδην, τον κατά τους αρχαίους γε- 
νόμενον έπιφανέστατον τών δρομοκηρύκιον» ', 
έπανερχύ[ΐενον δε βαρύθυ(ΐον και κατάκοπον 
έκ Σπάρτης, ϊνα άναγγείλη τή\' δυσάρεστον 
άπόκρισιν δτι οί Σπαρτιάται δεν δύνανται νά 
έλθο)σιν αμέσως εις έπικουρίαλ' τώΛ' Αθηναίων. 
Το ζήτημα, αν οί οφθαλμοί τοϋ εικονιζόμενου 
δρομοκήρυκος εΐναι ανοικτοί ή κλειστοί, θ•ά 
μείΑ'η ΐίΛ'αγκαίως άλυτον, ώς άπολεσθέντωΛ' τών 
χρωμάτων δΓ ών έδηλοϋντο αϊ λεπτομέρειαι τής 
παραστάσεως. 'Λλλ' αν πράγματι οί οφθαλμοί 
εΐναι κλειστοί, ώς θέλει ό ΡβΓΓΟΙ καΐ ήμεϊς καΐ 
ώς δηλοΐ όμοία τις παράστασις, περί ης κατώ- 
τεροι, τούτο θα καθίστα έτι πιθανωτέραν την 
έξήγησιν ημών. 'Λληθώς οί άρχαΐοι θέλοντες 
νά έρμηνεύσωσι το θαυμάσιον κατόρθω[ΐα τοϋ 
Φειδιππίδου έλεγον δτι έδραμε συνεχώς ούχι 
μόνον δι'δλης τής ημέρας, αλλά καΐ δι'δλης τής 
νυκτός '-'. 'Λλλ', ώς είΛ'αι γνωστόν, δπως φημί- 
ζεται παρά τω λαώ δτι οί δρτυγες και άλλα 
αποδημητικά πτηνά ύπνώττουσι διιπτάμενα 
συνεχώς έπΙ παλλάς ημέρας ύπερΟα?ι.ασσίως, 
ούτω και δολιχοδρόμος άνήρ έκτελών έπΙ πέν- 
θη μεροΑ' έπιταγήν, εξ ής ήρτητο ούτίι αΰτη 
ή τής πατρίδος αΰτοϋ σ(ΰτηρία, ήδύνατο νά 
άναπαύη διά [ΐερικής και στιγ(ΐιαίας υπνώ- 
σεως τινας τών σφαιρών τοϋ εγκεφάλου αύτοϋ, 

' Σχόλ. Αίσχίν. έ. ά. 
'' Σουΐδας έν λ. Ιππίας. 



94 



Λη)ΐ) 



νπα αυχαικ(ΐ))• ι-Ίίγα»• 



χωρίς ίί'νι-κα τούτοΜ νά (^κίκι^πώσιν αί λειτυυρ- 
γί(χι τών ύργάνίον τΓ|ς κινιΊαΐ:•ο)ς, (5ς ίκράτει εν 
έγρηγόρορι ό (ΐεγας κίνδυνος της πίίτρίδος 
αύτοΰ καΐ ό π()0()ς τοΰ \'(< εκτέλεση εστο) κ(χΙ 
μετά της τελευταίας αύτ()ϊ3 πνοής το ίερον κ«ί 
(ΐεγα καθήκον. Έπο[ΐένα)ς οιιί)(')λως άπίίΐανον 
εΐνίίΐ (ίί λεπτο[ΐερειαι τοϋ ΰρύ/ιου περί τοΰ 
ί)(ίυ[ΐ(ίσίου κ(ίΤ()ρ{)(ί)(ΐατος τοΰ Φειδιππίδου νά 
άνέφερον οτι ί^τρε/ε κ(ίΐ κοΐ(ΐ(ί)μενος, ά(('' ου 
|(άλιστ(χ οΟτο) καΙ ικη'ον ήί)ύν(χτο νά έξΐ]γΐ)ΐ)Γ| 
υπό τών π()λλ(Τ)ν το ύπεράνΟρίοπον γεγονίις 
τής έπι πο/^νάς ημέρας διαρκεσίίσης συνεχούς. 
ή[ΐέρας και νυκτός, πορείας αΰτοϋ. 

Όποΐαι Γ|σα\' (χί αωιιατικαΐ συνέπειαι της 
πορείας ταύτης άγνοοΰ(ΐεν. "Εχοντες οιιως ύπ' 
Οψιν ότι ό μεν θρΰλος περί τοΰ {)αν(χτου τοΰ 
«γγέ/ιου τοΰ Μαρ(χί3ώνος εΐν(χι κ(χτά δυο (χίώ- 
νας νεώτερος της [κχχης τοΰ Μαραϋώνος, ό δε 
^\ο\ικιανος αποδίδει το κατόρ{)ω[ΐα τούτου εις 
αυτόν τον Φειδιππίδη ν, δυνάμεθα νά ύπολά- 
(3ωμεν ότι ό περί τοΰ αγγέλου τοΰ Μαραθώ- 
νος θρύλος έγεννήϋη έκ ιιεταγενεστέρας έπι 
το ποιητικώτερον τροποποιήσεως και διχασ[ΐοΰ 
τών διηγήσεων περί τοΰ αύΟεντικώς μεμαρ- 
τυρημένου κατορθώματος τοϋ Φειδιππίδου, 
επομένως ότι ό Φειδιππίδης απέθανε συνεπεία 
τής ύπερανθρο)που πορείας εκείνης. 

Ουδεμία δ' αμφιβολία ότι οι Αθηναίοι Οά 
έτίμησαν, θανόντα ή επιζήσαντα, τον θαυμάσιον 
συμπολίτ)|ν αυτών διά μνημείου, όπερ ύπο/.αμ- 
βάνω ότι εΐναι αυτό τύ όνάγλυφον ημών. Ούτω 
καΐ Εύχίδαν το\' Πλαταιέα, τύν δι'όμοίας θαυ- 
μασίας πορείας έντο?α] τών στρατηγών δρα- 
[ΐύντα έκ Πλαταιών μετά τιρ' νίκην τών Έλ?.ή- 
νιον εις Λελορούς και κομίσαντα αύθ)ΐμερόν εις 
Π?.αταιάς καΰαρόν από τής κοινής εστίας πΰρ, 
άμα δε τή παραδόσει αυτού έκπνεύσαντα, έθα- 
ψαν οί σι>μπο?αται αύτοΰ Πλαταιεϊς εν τω ίερώ 
τής Εύκλείας Αρτέμιδος έπιγράι()αντες : 

Εΰχίδας Πυθώδε θρέξας ήλθε ταδ' αυθημερόν '. 

Μετά τής πορείας τοΰ Φειδιππίδου στενώ- 



' Πλουτάρχ. Άριστείδ. 20. 



τατ(χ συνδέετίχι ό σύγχρονος τή μ<χχιΐ τοΰ 
Μαραθώνος αθηναϊκός και τεγεατικός μύθος 
περί εισαγωγής τής έν Αθήναις λατρείας τοΰ 
Ι Ιανός τής Αρκαδίας. Ό ΊΙρόδοτος, ό Παυ- 
σανίίχς και ά/./.οι τών άρχαίοιν ' διηγούνται 
τόν βεβαί(ΐ)ς υπό τών έν Μαραθώνι στρατη- 
γών προς παραΟάρρυνσιν τών στρατιιοτών κ(χϊ 
έξουδετέρίοσιν τοΰ (Αποθαρρυντικού έκ Σπάρ- 
της (χγγέλματος τοΰ Φειδιππίδου ή Φιλιππί- 
δου έφευρεϋέντα μύίΐον, ότι δΐ|λαδή τούτα) 
τρέχοντι διά τής Αρκαδίας προς τάς Αθή- 
νας έπεφάνη τό (( άσ^κ/. τού Πανός, παραγγεί- 
λίχντος αύτώ νά άγγείλΐ] ότι - εύνους Άθη- 
ναίοις εϊη καΐ ότι ες Μαραθώνα ήξει συμ- 
ιιαχήσωλ' αύτοΐς κίχτά τών Μήδων όπερ και 
έ'πραξε, κατά την παράδοσιν, αριστεύσας έν 
Μαραθχονι και τρ<)μ()ν π(χ\Ίκόν ένσπείρας τοΐς 
βάρβαρο ις -'. 

Ό Παυσανίας (Ι, 2<-!,4) διηγούμενος τά τής 
συναντήσεως τοΰ Φειδιππίδου μετά τού Πανός 
έν 'Ας)καδί(;ί προσθέτει ότι ούτος μεν ούν ό 
ι'^εύς έπι ταύτΐ] τϊ) (διά τοΰ Φειδιππίδου) αγγελία 
τετίιη/τω υπό τών Άθ)]ναίο)ν. Συνίστατο δε 
ή άπολ'εμηΟεΙσα αύτώ αμέσους μετά την έν Μα- 
ραθώνι νίκην τιμή εις την έγκαθίδρυσιν τής 
λατρείας αυτού έν τω υπό τή Άκροπό?^ει γνο)- 
στω σπη?^αίω και την ΐδρυσιν αγάλματος, έφ' 
ου κατά τινας μεν έπεγέγραπτο τό Σιμωνίδειον 

Τόν τραγόπουν έμέ Πάνα, τύν "Αρκάδα, τόν κατά Μήδων. 
τόν μετ' '.'\{)ηναίων στήσατο Μιλτιάδης. 

κατ' άλλους δε τό άδέσποτον επίγραμμα: 

Πέτρης εκ .ταρίης με πολιν κατά Παλλάδος άκρην 
οτήσαν ΆΟηνιιΙοι Πάνα τροπαιοφόρον ^. 

Λυν(χμεθα άρα ευλόγως νά ύπολάβωμεν ότι 
και τό επίσης «πέτρης έκ παρίης » ποιηθέν 
άνάγ?^υφον ημών, έφ'ου βλέπομεν την εικόνα 
αύτοΰ τοΰ κομίσαντος την άγγελίαν δρομοκή- 



' Ήρόδ. ε. ά. — Παυσαν. Ι, 28,4. VIII, 54,6.— 2χολ. Κί.ήμ. 
Άλεξ. ε. ά. 

' Τάς περί τούτου -ιηγάς ΐδε έν ΚοδοΚβτ'δ Μχΐΐιοΐ. Ι,εχ. 3. ν. 
Ραη, σελ. 1353, σημείοισις. 

' -ΑΛ-θολ. Παλ. Πλανοΰδ. 232 (ΒβΓδΙ; η» 136) καΐ 259. 



95 



13 



'/'ά ανάγλυψα πλην τών ίπηνμΐϋων 



ρυκος \ ης ένεκεν έτιμήθη ό Πάν, έποιήΟη συγ- 
χρόνως, ήτοι εύΰ-υς μετά την έ\' Μαραθώνι 
μάχην, ιδρυθέν παρά την πάλαιαν πύ/.η\' της 
πόλρ(ι)ς, δι' ης εξά)ρμο)ν οι προς την Πελοπόν- 
νησον τρέχοντες ή εκείθεν επανερχόμενοι, ώς 
ό Φειδιππίδης κατά την περίορημον έκείνην 
πορείαν αύτοϋ. Μετά δε την εν ετει 4X0 βιαίαν 
καταστροφήν τοϋ μνιιμείου υπό τών Περσών 
((ΐαίνεται οτι μετηΛ'έχϋη τυϋτο έκεΐ που πλησίον, 
ϊνα ίσως χρησιμεύση ώς παραγέμισμα τοΰ [ιε- 
ρούς τοϋ Θεμιστοκλε ίου τείχους, ένθα νΰνεύρέθΐ). 
Έν τέλει στιμειοΰμεΑ' ότι την προσοχήν τώ\' 
Φιλίου και ΡργγοΙ διέφυγε περίΓρη[ΐός τις δι- 
πλή παράστασις, μεγάλως συγγενευουσα πρύς 
την παράστασιν τοΰ αναγλύ(ρου ημών και 
καθιστώσα εναργέστερα δσα περί (ϊύτοΰ έγρά- 
ψαμεν. Εννοώ τον κάλλιστον και πλειστά- 
κις δημοσιευθέντα καΐ ποικιλοτρόπιος σχολι- 
ασΟέντα " άρχαϊκόν έτρουρικόν σκαρα|)αΐο\' 
τής συλλογής τοΰ δουκός τής Ορλεάνης, τό\' 
νΰν έν τω Μουσείω τοΰ Εηηϊίαι^ο τής Πε- 
τρουπόλεοις άποκεί[ΐενον, ου άναδημοσιευοιιεν 
ένταΰθα την εικόνα (είκ. 7 Χ και 7!)). 




ΕΙκόιν 78. ΕΙκών 79- 

Ώς βλέπει τις, έπι μεν τής ράχεοκ τοϋ λίΒου 
και δη έπι τής εικόνος αύτοϋ τοϋ σκαραβαίου 
(κανϋάρου) εικονίζεται [ΐία τών έπι ταχύτΐ]τιφη- 
(ΐιζθ[ΐένων πτηΛ'ομύρφων ψυχών (^(,^θίεηνοο-θΐ), 

' Σημεκΰτέον οη κατά τόν Φιλόστρατον (έ'.ά.) οΊ δρομοκι'ιριι- 
κες κατήγοντο άρχικΛς έκ της πατρίδος τοϋ ΓΙανύς "Αρκαδίας. 

"■■' Ι^α ΟΗαϋ, Όοεατ. (1θ5 ρΐεποδ §;Γ£ΐνέθ5 άιι Οαο Ι'ϋΓΐέίΐηδ, 
Τοηι. II, ρ. 5 — 8 ίίβ. 2 — 2* = ΚβίηααΗ, ΡίθΓΓθ5 §ιανέ65 ρ1. 
128 ρ. 140, ένθα και ή εκτενής βιβλιογραφία εις ην πρόσθε- 
σαν : ΡιιιΙ\ναη§1βΓ, Οβηιηιΐ2η, Τι>£. 16, 19. — νΥοίοΙίΟΓί, Όογ 
36θ1εηνοσβ1 δ. 191. 



ήτοι Σειρήν δολιχοδρομοϋσα δια τοϋ αιθέρος 
και δ)| έχουσα τά ανθρώπινα αυτής μέλη έσχ))- 
ματισμένα απαράλλακτος προς τά τοϋ δρθ[ΐο- 
κήρυκος τοΰ ανάγλυφου ημών. "Εχει δηλαδή 
ουχί μόνον ώς δολιχοδρόμος τάς χείρας έν προ- 
βολή και κλειστάς προ τοϋ στήθους, άΏΛ και 
τήν κεφαλήν ομοίως προς τά όπίσο) έν κατα- 
γραφή περι/.ύποις κατανεύουσαν και δή ιιετά 
κλεισκΤ))• τών όφ)ί)αλμώ\', εϊτε (ί)ς κεκιιηκυΐα 
ήδΐ) εκ τής [ΐακράς πτήσεως και περίλυπος, 
συΗΓ((ΟΛ'(ΐ)ς προς τόν έπιτύμβιον χιχρακτήρα 
τών Σειρήνων, είτε χυλ ιος διά ιιέσου τοΰ 
ζόφου τοϋ "Αδου ιπταμένη. 

Έπι δε τής ετέρας οι|)εως εικονίζεται ό Αίας 
(ΑΙΕΑΕ) φ)έρων το πτώμα τοΰ 'Αχιλλέως, 
(ΑΜ/Εί-Ε), όστις εϊπερ τις καΐ άλλος τών Έλλή- 
νωλ' ήρ(ό(ΐ)\' ((ΐ)ΐιίζεται ιιυριάκις ώς ποδώκιις, 
π(>()ίίρκης, (ηκνς, ποΛας ώκός, ταχύς, πόδας 
τηχνς, ενώ έν τω πεδίω φιεύγει δολιχοδρομοϋσα 
μικρά τις μορ(( ή ανδρός δρομέως, όν τίνες ύπο- 
λα[ΐβάνουσι\' αυτό το εΐδωλον τοΰ "Αχιλλέως 
και μάλιστα πτερίοτόν και ίπτάμενον, έκλαμβά- 
νοντες εσφαλμένως ' (Ός πτέρυγας αύτοϋ τά 
άκρα τών χειρώ\' τοΰ πτιόματος τοΰ Άχιλλέο)ς. 
"Ισως ή έν τω πεδίίο, έπι τον έόί'κ/ονς τυεχονηη, 
και ούχι ίπτα[ΐένη, μορφή αΰτΐ) ουδέν άλλο είναι 
ή συμβολική είκών αύτοϋ τοϋ κτήτορος τοϋ 
σκαραβαίου, όστις ένεκα τών εις [ΐορφάς δολι- 
χοδρίίμους άναφερομένονν παραστάσεων αύτοϋ 
δΐ'νατόν νά έχρησίμευεν ώς φυλακτήριον [κ/.γι- 
κόν (άποτρόπαιον) δολιχοδρό[ΐου τπ'ός. 

4. Άριϋ^. 54. (Πίναξ XXIII). 

Πους ΰ•ρόνον (;), έφ' ον Έρμης κρίοφόρος 
και '&εά τις -'. 

Μάρ[ΐαρον άρχαιότερον (πρωτογενές) λευ- 
κόν πεντελήσιον. 

Μέγεθος σφζόμενον νϋ\', ΰ\|»ος 0,45, πλά- 
τος 0,26, βάθος 0,24. Τό κάτω μέρος εΐναι 



' ΤοΟ σκαραβαίου τούτου είχε τήν καλωσύνην ό διευΟί'νιίις 
τοϋ έν Πρτς)θΐιπόλει Νομ. Μουσείου κ. Αϊ. ΜαΓίίοή'νά μοι πεμψιι 
έκμαγεϊον. έπι τί) βάσει τοϋ οποίου περιέγραι)ια αυτόν ένταΰθα. 

'■' Βιβλιογραφία : Ο. νοη Ι^ηίζοντ, Εηηοβ ΟγΙοΙΌγο ίη υη 
ΛΓΛ άί .λίοιε : ΑπηαΗ <3β1 ΙπδΙ. 1869, 2.'5;-?— 262 Ταΐ). ά'ζξξ. ΙΚ. 



— 96 



Λϊΰονπα ιΐρχαϊκών ί'ργ(ι>ι• 



(χποκι;κη(Μΐ((ΐ νον (/..τ<ι τΰίν ιιιιπίον κ7)ν μορ(('ών. 
ΊΙ ('ίνο) ίπκμηΊΉ/, κ/ι-ί κοίλωμα τετράγο)νον 
π«ρ(χλλΐ|?.όγρα[(ΐΐ()ν λεκανοειί^ίς, άνοικτον ΰμο)ς 
προς το (ϊν(ΐ) της γυναικείας παραστάσεοις μέ- 
ρος, β(ίί)ους (Ι,() ' ., (Γσον περί^του προς την έςω- 
τερικην τίπνίίχν τοΰ κοσ(ΐή(ΐατος), μήκους 0,19 
και πλίίτους 0,17, {ι^ε είκ. 80 και ΜΙ). Και ή 





ΚΙκών 8ο. (Έκ τών ΑιιπλΙϊ) ΕΙκών 8ι. 

κάτω επκ^άνεια έ'χει έτερον, άλλα [ΐικρον καΐ 
προφανώς έκ νεωτέρας χρήσεως προερχόμενον, 
τετράγ(ΐ)νον κοί/αομα, βάθους <),(>, μήκους Ο,ί) 
και πλιίτους (),(>. 

Τ(7)ν τεσσάρων πλευρώ\' αί τρεις, 6η/.αδή 
ή Γ(έρουσα την παράστασιν τοΰ Έρμου π?ι.α- 
τεΐα πλευρά και αί εκατέρωθεν αυτής δύο στε- 
νοΊτεραι, έφερον ανάγλυφους μορφάς, ο)ν εντε- 
λώς άποκεκρουμένη εΐναι ή της όπισθεν τοΰ 
Έρμου πλευράς. Ή τετάρτη πλευρά ειχεν 
άφεθή ανεπεξέργαστος, προφανώς ώς αόρατος 
τω θεω(ΐένο) το μνη μείον. 

ΈπΙ της κυρίας δψεως εΰρηται άνάγλυπτος 
παράστασις Έρμου, γυμνού, σφηνοπώγωνος, 
προτάσσοντας τον άριστερον πόδα καΐ βαδί- 



Μ3Γΐίηε11ί, Οαΐοΐιι^ο Ίϋ' ε>ί"• '" βοίδο ρ. 196. 
ΚΙβίη, Αηπαΐί 1875, 298. 
83Γΐ)β1, ί. ά. 8. ϋ, 20. 
Ι,ίΚβΓ. ΟβηΐΓ3ΐΙ)ΐ3η 1881 5. 1660. 

ΟνβΓΐ)οεΐ£, ι ΊείοΙιίαΙιΐβ άετ ^ΓίεοΙιίίοΗβη Ρΐαίΐίΐί Γ' 8.218 και 
221 Ρί§. 53 υηά 1^ δ. 280. 

ΗαιίδβΓ, υίβ πευαΙΙίδοΗεη Κβΐίείδ δ. 170, 3. 

ΚΓίεάεΓίοΙιβ-ννοΙΙβΓδ, ΟίρδίΙϊ^ϋδΒε δ. 164 — 165, η" 418, 419. 

ΜίΙεΙιΙιδΓβΓ, 1)ίε Μυβεεη Αΐΐιεπδ δ. δ, 13. 

ί.βρ5ία8, ΟγιοοΗ. Μ3ΓπιθΓ5ίιΐ(ϋεη δ. 79 η" 126. 

Καββαδίας, Κατάλογος σελ. 56 — 57. Γλυπτά σ. 92 άρ. 54. 

Καστριώτης, Κατάλογος σελ. 12, 54. 

Οή. δεΙιβΓβΓ, ΚοδοΚετ'δ ΜγΛ. Ι,εχ. Βά. Ι. 5. 2396. 

Η3υ55οιι1ϋεΓ, (Ιϋοιηοάο Ύ&η3.ζΐ3.&ί 8ερα1εΓ3 άεοοΓ3νβΓαιιΐ ρ. 17 

ΡΓεΙΙεΓ-Κοόεη, ΟγιεοΙι. Μ^ΐΚοΙοςίβ, Ι ρ. 420, 4. 



ζοντος ήρεμα ή ίστα(ΐένου προς δεξ., εκτάκτως 
δε εύγρίίμμον, ενπεριγρίίπτου και αρχαίου την 
άνάόεσιν της κόμης, ', ης μακράς οΰσης καΐ εις 
τά όπισθεν προς τά άνω (χναδεδεμένΐ|ς δια 
στρο(( ίου έκφεύγει είς πλ<»κα(ΐος καταπίπτοιν 
έπι τοΰ στήθους.Ή διατήριισις αύτοΰ είναι σχε- 
τικώς καλή, ά?.λ' έχει άποκεκρουμένα το όπι- 
σθεν (ΐέρος τοΰ δεξιοΰ βραχίονος, τον αγκώνα 
τοΰ αύτοΰ, [ΐέρος τώ\' γλουτών καΐ πιχντα τά 
υπό τούτους μέρη τών κάτο) άκρο)ν. 

Ό Οεος φέρει έπΙ τών ώμων άρνα κρατών 
προς τά έ^ιπρός τί] (^ιεν δεξι^ τους όπισ9ίους, 
ττ) δε άριστερ(7 τους έ^ιπροσΟίους πόδας αύτοΰ 
κ(ίΐ μικρόν κηπύκειον όρΟόν, ένφ άπο τοΰ αρι- 
στερού ώμου κατερχοιιένη επί τοΰ αριστερού 
πήχεο^ς κρέ[ΐατ(χι προς τά κάτο) ή χλαμύς αύτοΰ 
λεπτώς και πυκνώς πτυχου[ΐένη. Επι δε τοΰ 
προσιόπου (/υτοΰ έπανθεΐ μειδίαμα ευφυούς 
«κερδε^ιπόρου». 

Είς το άνω [ΐέρος της πλεν^άς ταύτης σοιζε- 
ται, κάλλιστα διατΐ)ρουμένη. αρχαϊκή κοιιψή 
κορωνίς έκ πλαστικώς δεδΐ)/νω[ΐένων άν{)ε(ΐίων 
καΐ κρίνων, στρεφ^ομένΐ] δε και έπΙ της όπισθεν 
τοΰ Έρμου άποκεκρου[ΐένης νΰν π^^ευράς, ούχι 
όμως και έπΙ της πρό αύτοΰ, έφ' ής ή γυ- 
ναικεία [ΐορφή και υπέρ ην είναι άνοικτον το 
λεκανοειδές κοίλωμα της άνο) έπκ(ανείας τοΰ 
μνημείου, καταργουμένου ούτω τοΰ χώρου προς 
συνέχειαν της ταινίας τοΰ κοσμήματος. 

Έπί της πρό τοΰ Έρμου τρίτης πλευράς 
εικονίζεται, όλιγώτερον σαφώς διατηρούμενη, 
θεά τις βαδίζουσα προς δεξιά ώσεί προηγείτο 



Οο11ίβηοη-ΤίΐΓ3βΓηβΓ, ΟεδοΗ. άβι ξτ. Ρΐιβίίΐί, Βά. Ι ρ. 422 
(\ξ. 207. 

Πρβλ. τά σχετικά προς τον Κριοφόρον τοΰ Καλαμίδος. 

ΟνβΓϋβοΙί, Κϊΐίπιίε' Ηετιηεδ ΚΓίορ1ιοΓθ5 : ΑΓοΗϊεοΙ. ΖείΙυης 
1853, δ. 46 κα'ι 1864, 209, 144. 

Α. Οοηζβ, ΜοπϋΐηεηΙί ΤαπΕ^τεί : Αηπαΐί (1ε1 Ιπ5ΐ. 1885, 
347-351. 

Ε. άβ ΟΙιβηοΐ, 1-85 άίνίηϋέδ οΓίορΗοΓεδ : Οαζεΐιε ϊΓοΗεοΙ. 
IV, ρ. 101 (1878). 

ΙιηΙιοοΓ-ΒΙιιιηβΓ — Ρ. θ3ΓάηβΓ, Νϋΐη. Οοιηπιεηι. οη Ρ3α53- 
ηί35 ρ. 46 ρ1. Ι-. ν, VI. και 115 ρ1. Χ, XI, Χ"• 

νεχτίεβ, 1-65 Γι^ατεδ οτίορΗοΓεδ. 

ΡεΠοινΒ, ΟΪ5θον. ίη Ι-)•οία ρ. 175. κ. τ. λ., κ.τ./.. 

' Λουκιανού, Ζευς Τραγωδός, 33. 



97 — 



Τά άιτί^Αυφη πλην των ίπιτνμβύιη• 



τοϋ Έρμοί3, προς δν στρέορει την κεφΓχλήν και 
τά βλέμματα, δηλου[ΐένου οΰτως δτι μυθο^ιογι- 
κώς συνέχονται αί δόο αύται μορο^αί. Ή Ορά 
αΰτ)], σο)ζομένΐ| κατά τά άνο) τοπ [ΐέσου των 
μηρών, εικονίζεται ένδεδυμένη λεπτόν χιτώνα, 
έφ' ού ίμάτιον κατερχόμενον έκ του δεξιοϋ 
ώμου προς τά υπό τον άριατερδν [ΐαστ()\'. Την 
δε κεφα?ιήν αυτής, προφανώς διά στεφάν»]ς 
κεκοσμημένιιν, καλύπτει πέπλος μακρός, ού (χνέ- 
χει σεμνώς πτυχήν τΓ| αριστερά. Τέλος ή δεξιά 
αυτής, αποκεκρουμένΐ) τά κάτιο τοΰ καρπού, 
είναι άβέβαιον αν έκράτει πτυχήν τού πέπλου 
ή τοΰ χιτώνος ή άλλο τι (ίντικείιιε\'ο\•. 

Ή τελειότης τής ωρίμου, αύστΐ|ρού άρχ(/.ϊκοΓι 
κάλλους τεχνοτροπίας, ή λεπτότης και ή -/ά- 
ρις τών παραστάσειον κ(Λτέστΐ|ααν τό ιινί] μείον 
τοΰτο διάσημον έν τή (/.ρχαιο/^ογία, (/.(ρ 'δτου 
εν έ'τει 1807 ύπέδειξεΛ' αΰτο ό [ΐακ(/.ρίτν]ς 
Ποστολάκας τω πρώτοο δη[ΐοσιεύ0αντι ί. νοη 
Ι,αίζονν, έντετειχισ^ιένοΑ' άν(ο θύρας οικίας τής 
παρά τον Πύργον τών Άνεμων οδού τοΰ Μου- 
σείου. Ανέκαθεν δ'έΟεωρήΟη ώς έργον αρίστου 
καλλιτέχνου, της τεχνοτροπίας καΐ τώΛ' πίίρα- 
στίίίσεων αύτοΰ σχετισθεισών μάλιστίί προς τον 
έν Τανάγρα κριοφόρον Έρμήν τοϋ Καλιϋμιδος 
και την έπι τής Άκροπόλεο^ς τών Ά{)•ηΛ'ών 
περίφημον ΣωσάνδραΛ' τοϋ αύτοϋ καλλιτέχνοα', 
ού έορημίζετο ή έπανΟοϋσα — ώς έπι τοϋ ήιιε- 
τέρου μνημείου, τοΰ βεβαίως ανήκοντος εις την 
άκ[ΐήν τής (χρχαϊκής τεχνοτροπίας, — (χρχαϊκίι 
λεπτότης και χάρις και αρχαιοπρεπής άπλυτης. 

Παρ' δλην δμως τήν ό[ΐοιυτητα τής παρα- 
στάσεως τοΰ έπι τοΰ (χναγλύφου Έρμου προς 
τήν έκ τών νομισ[ΐάτονν τής Τανάγρας ' γνωστήν 
εικόνα τοΰ έκεΐ κριοιρόρου Έρμου τοΰ Κα- 
λαμίδος, δεν είναι πιθανόν δτι έπι τοΰ άθΐ)- 
ναϊκοΰ ημών άναγλύορου άπεικονίζολ-το παρα- 
πλεύρως ό έν Τανάγρα Ερμής και ί) έπι τής 
Ακροπόλεως τών Άθιινών Σωσάνδρα τοΰ Κα- 
λαμίδος, τοσούτο μάλλον κα9 ' δσον ή έπι τοΰ 
ανάγλυφου στρεφομέχΊ] και προσβλέπουσα προς 

' ΑγοΗ. ΖβίΙ. 1849. (. 9. 12.— Μοη. άεΐ Ιιΐ5(. XI, 6. 5.— 
ΙηιΗοοί-ΟαΓ(3ιιεΓ, Νιιηιίϊ. Οοηιηι. οη Ραιίδ. ρ. 115 ρ1. Χ, Π, 12. 



τον άκολουθοϋντα Έρμήν σχετίζεται άμέσο)ς 
προς αύτόχ', ενώ ουδεμία υπήρχε μυθολογική 
σχέσις μεταξύ Έρμου τού κριοφόρου και τής 
Σωσάνδρας τού Καλαμίδος. "Αλλως δε αί 
κριοφόροι, μοσχοιρόροι κ/.π. μορφαι εΐναι, οκ 
γνωστόν, ούτο) συνήθεις παρίχστάσεις ' έν τή 
αρχαία καλλιτεχνία. ώστε καΐ αυτή ή προς 
μοΛ'ον τον έν Τανιχγρα κριοφΐ()ρον Έρ[ΐήν τοΰ 
Κ(χ?νάιιιδος συσχέτισις τοϋ ανάγλυφου ήιιών 
είναί τι τολιιΐ|ρ(')ν, δσον κ(χ1 αν ί| τεχνοτροπία 
αυτού συ}ΐ(ρο)νΓ| πρ()ς τήν τού Κίχ/^χμιδος. 

Το έπ' έιιοί, προκειιιένου περί (ίίΐηνίχϊκοϋ 
μνιμιείου ώς τδ ίμιέτερον. Οά ιχνεζήτουν το πρθ3- 
τότυποχ' ι/ϋτού έ\' Αθήναις μάλλον ή έν Τα- 
νιί,γρα, τοσούτο) μάλλον καθ ' δσον έν Αθήναις 
ί'πήρχε δκ/.σιιμον άγαλμίί (/.ρχίχϊκδν Ερμού, 
δπερ κ(/.τά κ()ρ(»ν (χντέγραφον οι αρχαίοι τών 
ΆθηΛ'ών κιχλλιτέχναι. Έννοο) τον η• ιιεο}] τ-η 
αγορά >■ ή άκριβέστερον πρης την 1Ιι>ικΙλην 
Στοάν, πληπίιιν πΐ'λης ίδρυθέντα έπι Κεβρίδος 
άρχοντος (4Ν(ί ό π. Χ.) χαλκούν Έριιήν Άγο- 
ραΐον -, δν δ Λουκιανός περιγράφει ώς •εΰ- 
γραμμον κ(/ί εύπερίγρα.ττο\' και άς)χ(/.ΐον τήν 
άνάδεσπ' τής κό|ΐης > και χος ούτω καλόλ-, ώστε 
οι άνδριαντοποιοί υσημέραι λαμβάνοντες έκ- 
μάγ,ιιατα (χΰτοΰ κατέστησαν πίσσης άνάπλεων. 
Ό χρόλ'ος τής ιδρύσεως αύτοΰ και τά χαρακτΐ)- 
ριστικ(/., άτι\Ί/. δίδει δ Λουκια\'(')ς. δικί/.ίως (οθη- 
σαν τον ΚΙ(:-ίπ ■' να έκφραση τήν ύπόθεσιν, δτι 
ό άγ^'Γοστος ηιιϊΛ' ποιητής τοΰ διασήμου τούτου 
αγάλματος ήτο δ Κάλαμις, ήτοι (χύτδς εκείνος, 
είς δν εϊδοιιεν άναφερο[ΐένας τήν τεχχ'οτροπίαν 



' Οίίτ(ι); <Ίιΐί-'σ(ος άπ-ι-'ναντι τΛν ΆΟιινών έ'χΐ)|ΐί•ν κπΊ τών 
νορισμάτον της Αίγίνης όμοίαν -Ίαράστίίοιν ΈομοΓι κοιο- 
((όυου (ΐΓηΗοο£-(ϊ3ΓάηυΓ έ'. ά. ρ. 46 ρ1. Ι.. 5^. 

•' Φιλοχίόρου Άποαπάομ. 82. — Ησύχιος ί'. λ. Αγοραίος 
Έρμης. 'Αριοτοφ. 'Ιππ. 297. ίίχολ. — Αολίκιαν. Ζευς Τραγφ- 
δός .'ί.'! Σχ(Ίλια. — (Πλουτάοχ.) Βίοι 10 ρητόρον, 844. Β. — 
Παυσαν. 1. 1."). 1. — Βι.•1<1(εΓ, .^ηι-οά. 3:!9, 1. — \νϊο1ΐ5ΐηιιΐΗ δΐ&άΐ 
.Α,ΐΐιοη 207. .Λ. 11, 208. — ν. ννίΐ3ΐηϋ\νί(ζ, .Λυδ ΚγβαΐΗοη 207. 
ΗοΓπιοδ XXI, 100. .\.— Μίοΐιιοΐϊδ : ΗβΓπιβδ, ί'. ά. 493-499.— Ρτβΐ- 
1θΓ-ΚοΙιΡΓί, Γ,πίοοΗ. ΜχΐΗ. Ι, 414, 2. — ΡθΓν3ηυ§1υ, ΑγοΗ. Ζοίΐ. 
26, 75. — Ονοτίϊοοίι, ΡΙα^ΙίΙί Ι", 154. — ΚοϊαΗετ'δ, ΜγΐΗοΙ, Ι,οχ. Ι, 
2397-2398. — ΚΓ3ζβΓ, ΡαυδΕπίίΐϋ νοί. II, ρ. 130 κ?ξ.— ΗίΙζί§-Β1ηηι- 
η6Γ, Ρ&ιΐ5αηϊα5 νοΙ. Ι ρ. 198. 

■' ΑγοΗ. Ερί^Γ. ΜίΚ. ηϋ5 ΟοϊΙϊγ. IV. 24. Σιΐ(ΐ. 4. 



98 



ΛϊϋοίΗχι άηχαϊκών ¥(»γ(ιη• 



και τάς τοπ ίκΐίτιροί) (/.ν(χγλΓΐ(( οιι π(λ(_»(χατ(ίθΐ•ις, 
(ον ό κοΐ()<()όρος 'ΚριιΓ|ς κίναι (ΙλιμΙώς ρΐ'πεη τις 
και ('(λ/^ος εϋγραιιιιος και ι-ύπιρίγρηππ)^ κΐίί 
αρχαίος η'μ• ηηΊ()ι-ηη•, ,ταη()υοΐ(ίζ(ΐ)ν πΐ'γχρυνος 
και πιχντίί τα /αρακτΐ|ριατικά (ΐντιγράφου κκ 
χαλκό Γι (<γ(/.λ[ΐατος. 

'ΛγνοοΟιιι-ν ίντι-'λώς, όποιος τις τί|ν στάαιν 
ήτο 'Κρ(ΐής ό Αγοραίος τών ΆΟηνιον. Τά περί 
(χϋτοΠ (>' ίν τ(Τ) Λοηκκ/.νφ ήπό τοϋ Λιός λεγό- 
[ΐενα <άλλά τίς ό ηποικ)/) προπιών ούτος κ(/.ί 
κατώτερο τί, (ΐ) πι/.ϊ, ι)ρο/ιηΐος ήμΐν (ί((ΐξαι ήεν 
('ίναφερολ'Τίίΐ, νοιιίζιο, ιίς τή^' στάαιν τοΰ αγι/./.- 
[ΐατος, ώς ύπέλαβε τις ', ιύ.λύ. |")ε|!(Λί(ος ετεί)ΐ]ααν 
ίνα, συ[ΐ(ρ(όνως προς τί|ν ΰλην δραματουργίαν 
της αΐ'νίΐεαείΰς τοΓ' συγγραφέως, είκονίσωσι τί|ν 
ταχύτΐ|Τ(/.. μεθ'ής εσπευσεν εκ της εν τΓ) άγορα 
Οέσεοις αύτοϋ ό Έρμης, ϊν' άπαγγείλτ] τοις 
Ό/αιμπίοις θεοϊς το νττί'ρμεγα και /ίυρ/«ί τήι: 
ππην<)ής <^^•όμε^ην αγγρλιηι . όπερ ετραντά.σί))] ό 
Λοπκιανός. Όλως (V• τουναντίον ί| υποιιονί| 
μείΙ' Γ|ς /.έγει αυτός ό θεός ότι μικρόν πριν η 
σπευστ) προς τους {)εούς έτύγχανεν εν τ\\ άγορα 
υπό /αλκουργ(7)\' πιττοΰ[ΐενος στέρνον τε και 
[ΐετάφρενον, Οώραξ δε μοι γελοίος άμχρι σώματι 
π?^ασθεΙς παρΐ]θ)ρ)ΐτο [ΐιμηλΓ) τέ/νΐ) σφρα.γϊδα 
•/(/.λκοΰ πάσαν έκτυπούμενος», προς δε ό εν γένει 
7αρ(/.κτΐ)ρ τοϋ αγάλματος ώς κ(ίτ'έξο/ί|ν (/.γΐίλ- 
ματος λατρείας (ϊδε \\';κ1ι^;ιηιιΐ1ι ε. (/.. Ι. 207), 
ύποδεικνύουσιν ήιιϊν ότι Γ| στιίσις αΐιτοϋ ήτο 
ή της ήρεμου μεγαλοπρεπείας. Και ουδέν [ΐέν 
επιτρέπει ήμΐν να ύπολάβωμεν ότι ό Αγοραίος 
Έρ[ΐής των Αθηνών έκριοφόρει, ώς ό τοϋ 
ανάγλυφου ημών, αλλά και ούδεν αποκλείει 
την ύπόθεσιν ταύτην, άφ' ού μάλιστα ή στάσις 
τοϋ κριοφοροϋντος είναι ή κατ' έξο/ήν χαρα- 
κτηρίζυυσα και νϋν τον έγχώριον έμπορον εν 
ταΐς λαϊκαΐς άγοραΐς τών πόλεων καΐ κωμών 
της Ελλάδος, εν αίς καΟ' έκάστην βλέπομεν 
τους ποΐ[ΐέναςήμών εμπόρους — διαδόχους τών 
υπό τοϋ νομείον και αγοραίου Έρμου προ- 
στατευομένων ποιμένων εμπόρων της αρχαίας 
Ελλάδος — μειδιώντας προς τους άγοραστάς 



τό αυτό κερδειιπορικον μειδί)/.μα, ίίπερ και ό 
κριοφόρος 'Κρμής τοΰ άναγ?νυ((ου ημών. 

1'^ίνα,ι (ίληΟί-ς ότι τών έπι τών άί)ΐ|ν«ϊκών 
νο[(ΐσμ(ίίτο)ν τριών ΐ'ι τεσσάρων εικόνων τοϋ 
Έρ[ΐοϋ, ών μεταξύ έδει να άναμένίομεν και τί|ν 
τοΰ Αγοραίου, ουδεμία παρουσκ/,ζει αυτόν 
(χρνο(μ)ροϋντα• ση^ιειωτέον όμίος ότι και ουδε- 
μία τοϋτίον, οϋδ'αΰτή, ην οι ΙηιΗοοί-ΒΙυιηβΓ και 
ί"^Η^^1η6^ (έ. ά.) ύπέλαβον ώς άντιγράφουσαν τόν 
Ί\γοραΐθΛ' Έρμήν, φιαίνεται έχουσα την άρχαϊ- 
κί|ν άνάδεσιν της κόμΐ|ς καΐ τά λοιπά εκείνα 
χαρακτ)|ριστικ(/.,άτινα παρέχει ή μΐνό Λουκιανός. 

'Κν τέλει σημεΐ()ϋ[ΐεν (ός προς την εν γένει 
φΰσιν τοϋ μνημείου ημών δτι οί αρχαιολόγοι 
{)εο)ροϋσιν (/ϋτό τινές μέΛ' ώς βίομόν, άλ?.οι δέ 
(«ς βάϋρην, βάοιν ή υπόδημα άναϋήματός τίνος. 
Νθ[ΐίζω όμως δτι τοΰτο ουδέν (ύΧο είναι ή 
(ΐριστερός οπίσθιος πονς ι^άνου μεγά?.ου, εν 
μέρει εκ μαρμάρου κατασκευασΟέντυς, ανήκον- 
τος δέ εις δΐ(/.σΐ]μύν τι άγαλμα ?^ατρείας, οΐοι 
δηλαδή ήσαν ό μαρμάρινος ' θρόνος τοΰ γαλ- 
κοϋ Άμυκλαίου Άπό/ιλωνος καΐ ό τους πόδας 
μόνον προιρανώς [ΐαριιαρίνους καΐ άναγλύ(|θΐς 
κεκοσ[ΐη μένους έχων θρόνος τοϋ Έριιοϋ τών 
νοιιισμίίτων της Αϊνου -. 

Οΰτο) καΐ μόνον δύναμαι \'ά εννοήσω, μετά 
έπιστα(ΐένην μελέτην τοϋ μνημείου, τύ της άνο> 
αύτοΰ επιφανείας κανονικόν καΐ προς τά δεξιά 
άνοικτόν τετράγωνον κοίλωμα, έν ώ θά έσφη- 
χ'οϋτο τό όριζό\'τιον ξύλινον ή μετάλλινον ή 
και μαρμάρινον κάθισμα τοΰ θρόνου, προς δέ 
τάς διαστάσεις και τάς λοιπάς άρχιτεκτονικάς 
λεπτομερείας αύτοϋ. 

Περί τοϋ Αγοραίου Έρμου τών Άθΐ]νών 
γνο)ρίζοιιεν δτι, εν ιιεταγενεστέροις χρόνοις, 
Καλλίστρατος τις Έιιπέδου ΆφιδναΙος κατε- 
σκεΰασεν αύτώ βωμόν. Να ύπολάβωμεν δέ δτι 
τό αυτό άγαλμα έκάθητο ή ϊστατο εν θρόνω 
σύγχρονοι, ή κατασκευασθέντι, δτε εκ νέου 
Ι'σως θά άνιδρύθΐ] αντίγραφο ν τοϋ πρωτοτύ- 



δοΙιοΓοΓ : Κϋ5αΙΐ€Γ'8 Μ)ΊΗ. Ι,ϋχ. Ι, 2398. 



' α. ΚοΙ)εΓ( ; Ραυΐ7-\νί55θ\να ΚβϊΙ-ΕηοχοΙ. 111, 126. — Βγ. 
δοΙίΓοίΙοΓ, .Λ.Λ. Μίιΐοίΐ. 1904, ρ. 41). 
- ΒΜΟ. 'Γ1ΐΓ3οία ρ. 77, 1 κα'ι ρ. 80, 23. 



99 



Τά ανάγλυψα πλην των επιτύμβιων 



που, ού δεν θα έφείσθησαν βεβαί(ος εν ετει 
480 π. Χ. οι Πέρσαι, δτι δε τοί3 αντιγράφου 
τοϋ θρόνου τούτου, φέροντος ή άντιγράφον- 
τος έτερα έ'ργα τοϋ Καλαμίδος, λεά|)ανον είναι 
το ήμέτερον μνη μείον, εΐναι βεβίίίος τι λίαν 
τολμηρόν, οΰχΐ δ' δμο)ς, νο}ΐίζω, και εντελώς 
αδύνατον. Ή δ' εκ της παρά τον ΓΙύργον των 
Άνεμων όδοϋ Μουσείου προέλευσις τοΰ [ΐν)]- 
μείου άρ|ΐόζει εις [ΐνη μείον εύρισκυμενον αλλοτ' 
εν τχι άγ<^ρα των Ά0ΐ|ν(7)Λ'. 

5. Άριΰ'. 55. (Πίναξ ΧΧΠ). 

Άνάγλνφον «νεκρόδειπνον» άρπαδικόν '. 

'ΑριστεροΛ' μέρος άναγλύ(ρου χΟαμαλοΰ, 
αρχαϊκής τεχνοτροπίας, ού ή επιφάνεια έχει 
μεγάλως βλαβή υπό τε της έπιδράσείος της 
ατμοσφαίρας καΐ υπό πυρός. Εύρέί)»] δε υπό 
τοΰ Α. ΜΠοΗΗδίβΓ εν ετει 1878 έντετειχισ[ΐένον 
εις τό ύπέρθυρον αυλής οικίας τινός τοϋ εν τή 
κοι?^άδι τής Τεγέας χο)ρίου 'Ιιιβραημ -Έψένδη, 
τά εν φ όπαΛ'τώντα αρχαία λείψανα γλυπτικής 
προέρχονται πάντα εκ της αμέσου γειτονίας τοϋ 
παρακειμένου χωρίου τής Παλαιό επισκοπή ς. 

Τό μάρμαρον τοϋ ανάγλυφου προέρχεται εκ 
των λατομείων τοϋ προς νότον τής Τεγέας 
χωρίου Δολιανών. ΜέγεΌος τής πλακός: Ύ\|»ος 
0,41• πλάτος σωζόμενον 0,36• πάχος 0,17. 

Εις τό άριστερόν μέρος τής πλακός εικονί- 
ζεται γυνή καΟιμιένη προς δεξιά επί θρόνου, 
ού οί [ΐέν πόδες εχουσι τό σχήμα ποδών λέο\'- 
τος, τά δε πλευρά κοσμούνται υπό σφιγγός (;). 
Τό άνω μέρος τοϋ έρεισινώτου εΐναι άποκε- 
κρουμένον. Ή ρηΐΐεΐσα γυνή φέρει μακρό\' 



' Βιβλιογραφία ; Εύηρτι'ιριον Άρχαιολ. Έταιρ. αρ. 3270. 

Α. ΜίΙοΙιΙιδΓβΓ, ΑηΙίΙζεηΙιοΓίαΙιΙ απ5 άβΐη Ι'βΙοροηηβδ ; ΑΐΗοη. 
Μίΐί. IV (1879), δ. 13δ/6 η" .32 καΐ 162- ΚΏ Τ.ιί, VII. 

8}Ί)6ΐ, ?. <1. δ. 219, η» 3090. 

Α. ΜίΙοΙιΙιδίβΓ, υΐβ Μυϋϋεη ΑΐΗβηβ δ. 80. 

Ρ. ννοΙίβΓδ, ΑγοΙι36ο1. Ζ(.•ϊ(υη2 1882 ρ. 308. 

ΡΓίβάβΓίοΗδ - ννοΙΙεΓδ, (ϋρ5.ιΙ)|;ίί5δβ δ. 27, η" 54. 

Ι^βρδίυβ, (Ιτίοοίι. ΜϊΓηιοΓ5ΐυ<3ίβη δ. η" 218. 

Καββαδίας, Γλυπτά σελ. 93/4 άρ. 5.5. 

νν. Κοείι, Ραπϋ νοΓ Ηείβπα 5. 15. 

Ρ. ΟαηΙηβΓ, δοιαίρΐυτ. ΙοιηΙ)5 δ. 90 Γι§. 33. 

Μ. ΟοΠίβηοη -ΤΙΐΓβεπιβΓ, Γίβδοΐι. <3εΓ (ίΓίοοΗ. ΙΊαβΙίΙί Ι!ά. Ι 
(1897) ρ. 248 Γι^. 112. 

νν.Η. Ο.Κοιΐ3β, ΓΓΓββΙί νοίίνο οίϊίτίη§5(0»ηιΙ)Γί(1§ο 1902) ρ. 20. 



χιτώνα και ιματιον, έχουσα εν τή προτεταμένη 
δεξιά άνθος, ενώ διά τής αριστεράς απομακρύ- 
νει τοϋ προσ(όπου τό από τής κεφ^αλής κατερ- 
χόμενοΛ' και τό πρόσωπον κα?ιύπτθΛ' ίμάτιον. 

Πρό αυτής ΐσταται, επίσης προς δεξιά, παις 
εντελώς γυμνός, εν μεν τή προς τά κάτω τεταμένη 
δεξιά κρατών τι, νϋν αφανές (ϊσοος οίνοχόην), εν 
δε τή άνατεταμένΐ] αριστερά άνέχων στέφανον. ' 

Πρό τού παιδός σώζεται τό τέρμα κλίνης 
μετά τοϋ ποδός τοϋ έπ' αυτής έξηπλω|ΐένου 
και συμποσιάζοΛ'τος ανδρός, ώς και λείψανα 
τής πρό αυτού τραπέζης τοϋ σιηιποσίου. 

Τό όλον τής παραστάσειος ομοιάζει κατα- 
π?ιηκτικώς προς παοίίστασιν ασσυριακού τίνος 
ανάγλυφου τοϋ Ζ αιώνος π. Χ. ' Επίσης στε- 
νώς, κατά σχήμα και τεχνοτροπίαν, σχετίζεται 
τό παρόν [ΐνη μείον και προς τάς παραστάσεις 
τών τής Σπάρτης γνϋ)στών ηρωικών ανάγλυ- 
φων -', έφ' ών ομίος ό τε άνήρ και ή γυνή 
κάθηνται έπι τού θρόνου. 

Περί τής γενέσεως, αναπτύξεως καΐ έννοίι/ς 
τοΰ τύπου τών κοινώς καλουμένοιν «νεκροδεί- 
πνων ^^ θέλθ[ΐεν πραγματευΟή κατωτέρου εν 
ο'ικειοτέρω τόπφ.Ώς προς δε την τεχνοτροπίαν 
τοϋ παρόντος τεγεατικοΰ μνη[ΐείου παρατη- 
ροΰ[ΐεν δτι ή ταυτ()της αυτής προς τΐ|ν τέχνην 
τών εκ τής Λακωνικής άρχαϊκώΛ' έργων εΐναι 
τοιαύτΐ), ώστε ούδεΙς λόγος δύναται νά γίνη 
περί διακρίσεως αυτών. Αμφότερα άνήκουσιν 
εις την αυτήν σχολήν δι' άιιφοτέρας τάς χώρας 
έργαζομένην. 

6. Άριΰ'. 95. (Πίναξ XXI). 
Τεμάχιον άνα•&ημαιικοϋ άναγλύφον Διός (;) -^ 

ΜάρμαροΑ' πεντελήσιον (πιίριον κατά τόν 
ΗβγάβΓΠίΐηη). 

Ύψος 0,36• πλάτος 0,46. 



' ΡβΓΓοί βΐ ΟΗίρίεζ, νοί. IV, ρ. 502, Γι^. 313. 
■ Ρ. ΟΛτάηβτ, δουΐρί. ΙοιηΙ>5 ρ. 89 Γΐβ. 32. 
' Βιβλιογραφία: Οοηζβ (Α. Ποατοίάχας χα'ι ΜίαΙία^Ιίε) : 
Νυονβ ΕπεπιοΓίο άεΐΐ' Ιηβΐίΐιιΐο, 2 (18ΐ>5) ρ30. 416. Τϊν. 13. Β. 
ΗβχιΙβΓηβηη, ε. ά. οελ. 23.5, αριθ. 644. 
3}Ί)εΙ, ί'. «. σελ. 275, άριΟ. .3820. 
Καββαδίας, Γλυπτά πρλ. 113, 95. 



100 



Αΐι% 



(>υο(ΐ <ιρχ<ακο)ν ^•^^γ<ιιν 



Λν(ΐ) (Ιίξκ/. γ(ΐ)νί{/. τΓτη(Λγ(ί)\Ί)ΐι (/.\'(/.γ/.ΓΊ( οη 
(ί)(_)ί[ΐ()υ άΐΥ/{α•Λ\\ς τιχνο^οοπίας, πλαισιουμενον 
κίς τά ανο) ύπο γείσοιι ίπί τής ατεΓράνης, ούτι- 
νος είίρηπίΐ κοίλίι)μ(/. τι. 

Κίς το (^εξιον μέρος τι'ις πλακός οιόζεται το 
(ίν(ι) τΓ|ς οσφύος μέρος σίρηνοπώγωνος Οεοϋ, 
ίστοχμένου προς αριστερά και έχοντος την κόμην 
[(ακρ(χν, επιμελώς έξειργασμένην και ύπο της 
περι|1αλ?.οι''πη>; (/.ΰτην ταινίας είς τά δπισί)εν 
συγκρατου[ΐέν)|\'. Την ίίεξιάν, άπο τοϋ άνο) 
ιιέρους τοϋ πήχειος άποκεκρου(ΐέν)|ν, προτεί- 
\'ρι ί|ρι'•[((/. (όσει έκράτει (ριά?ιην. <1>ερει δε ιμά- 
τιο ν, γυ[ΐνον 1 1 γ ν καταλεϊπον το δεξιόν μέρος 
τοΰ στήθους κ(ίΐ τον δεξιον βραχίονα, (ίπό τοϋ 
(ΐριστεροϋ δε ώμου ύπο τον δεξιον μαστον 
κιχτερχίΗίενον και κατά τό άνο) [ΐέρος αυτοϋ 



(/.ναοτρε(ρ()μενον εΙς πολύπτυχον /μΧ κομψώς 
έσχηματισμένον (χπ<)πτυ7μ(χ. '^ΐ" ""^ήζ ^Φζ τά 
κάτω τεταμένης αριστεράς κκράτει (ΐέγα σκη- 
πτρον, έρειδό(ΐενον έπΙ τοΰ (/ριστεροϋ βρα- 
χίονος κα.ι είς άνΟεμοτόν, άποτετριμμένον νϋν, 
κόσμΐ|[ΐα περατουμενον προς τάνο). 

Προφανώς πρόκειται περί παραστάσεο)ς Διός 
καϊ δί| Τ! χνοτροπίας αρχαϊκής, ως πρώτος παρε- 
τήρησεν ό Ηβ\'^16IΤ1ίιηη, οΰχι δε (χρχαϊζούσης, 
ως έφρόνει ό Οιηζβ. Ή προέ?.ευσις αύτοΰ 
είναι άγνωστος. Πριν ή δ'εΙσέλΙ)ΐ| είς το Κεν- 
τρικον λΐουσείον, εύρίσκετο εν τφ περιβιίλο) 
τών (ϊπομάχων τής Άκροπόλεοις τών Ά9ΐ]- 
νών, ένθα έφυλάσσοντο κυρίως τά εκ τών άνα- 
σκα([ών τοΰ Χιονυσιακοΰ θεάτρου προερχό- 
μενα (/.ρχαΐα. 



Α' ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΡΓΠΝ ΤΗΣ Ε' ΚΑΙ Δ' ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΟΣ 



7. Άριΰ'. 82. (ΙΙΙνιά XX Ι Ί). 

Τά δύο Παλλάδια '. 

Άνάγλυφον σχεδόν εντελώς σώον, εύρεϋέν 
<έν άγρφ ου [ΐακράν τών ΆΟΐ]νών κειμένω 
ή «παρά τάς Αθήνας , άγορασΰέν δε ύπο τής 
Άρχαιολ. εταιρείας εν ετει 188ί) παρά τοΰ 
άρτι θανόντος συμβο?ι,αιογρά^ρου Γρηγορίου 
Μπουρνιά, τοΰ πε/>.άτας έχοντος τους Αθη- 
ναίους χωρικούς, ειδικώς δε σΐ'λλέγοντος άΟη- 
ναϊκάς αρχαιότητας. 

Άποκεκρουμένα είναι αμφοτέρων τών μορ- 
φών αϊ ρίνες καΐ το κάτω περιθα)ριον τοϋ 
ανάγλυφου μετά τών άκρων τών ποδών τών 
παραστάσεων. 

Τ6 σχήμα τοϋ ανάγλυφου είναι περίπου 
τετράγωνον, διαιρούμενον δια τριών προεξε- 



' Βιβλιογραφία: Κ. Μνλωνας, "Αν(/:Οΐ|ματικύν άνάγλυ- 
φον έξ Αττικής: Έφημερ'ις άρχαιολογικί) 1890. σε/.. 1-10. 
πίναξ 1 (μετά έτερου παρενβέτου πίνΓχκος). 

Π. Καββαδίας, Γλυπτά σελ. 107 - 109, αριθ. 82. 

8€ΐΐΓ&(ΐ6Γ, ΑιΗεπ. Μίΐΐοίΐ. XXI (1896) δ. 277. 

νν. Κουββ, Οτεείί νοίίνο οίίβπη^δ, ρ. 293, 1. 



χουσών απλών παραστάδο^ν είς δύο ίσα ιιέρη, 
έπιστεφόμενα άλλοτε διά προσθέτου, νϋν δε 
απολεσθέντος άετωματίου, ϋ)ς δηλοΰσιν αί άνω 
εν ΤΟ) μέσίο (χκριβώς εκάστου διαμερίσματος 
ύπάρχουσαι οπαΐ έγγομφα)σεως, ων ίδιαιτέραν 
εικόνα παρέχει ό πίναξ 1 τής Αρχαιολογικής 
εφημερίδος τοΰ 18!)ϋ. 

Έν τοις διαμερίσμασιν ϊστανται ούχι δύο 
πανόμοιαι προς ά?.λήλας Άθηναΐ, ώς λέγουσιν 
οι μέχρι τοϋδε έκδόται 
και έρμιινευται τοϋ (ΐνη- 
μείου, άίΧα όνο πανό- 
μοια προς άλληλα Παλ- 
λάδια τοΰ από τοϋ Ε' 
π. Χ. αιώνος — εις ού τό 
πρώτον ή[ΐισυ ανήκει τό 
παρόν μνιμιεΐον — μέχρι τοϋ Β' π. Χ. επικρατούν- 
τος, γνοίστοΰ δ'έκ πλείστιον μνημείοίν, έπιμεμε- 
λημένου ξόανο μόρφου τύπου ^ Άπό τοϋ σχη-ή- 
θους τύπου, ού παραθέτομεν ενταύθα (Είκ. 82) 




ΕΙκών 82. 



' Ι. δϊβνεΐςϊη^, ΡαΙΙαάίοη : Κο5ο1ι6γ'5 Μχΐΐιοΐ. 1-εχ. Βιΐ. III 
5. 1331. Πβλ. καΐ ΡυηνΓαηβΙεΓ αυτόθι Βά. Ι δ. 691. 



101 



Τα ανάγλυψα πλην των επιτύμβιων 



παράδειγμα (Μιι1ΐ6Γ-\νί68βΐ6Γ, ϋ6η1<ιηϋ1ί.'Γ ά. ίΐΐί. 
Κυη^Ι II, ρ1. XX, 214"), διαφέρουσι [ΐόνον κατά 
τοΰτο δτι ένεκα [ΐέν της Γ)λτ]ς, εξ ου κατεσκευά- 
σΟΐ) το παρόν [ΐνη^ιεΐον, ή υψωμένη δεξιά δεν 
προτάσσει, ώς συνήθως, το δόρυ < διηρμένον», 
αλλ ' αναγκαίους στηρίζεται έπ'αύτοΰ. "Ενεκα δε 
τοϊ3 στενού χώρου εν φ πλαισιοϋται έ'καστον τ(7)ν 
ΙΙ(ίλ?ιαδίο}ν, ή άσπις προτάσσεται εντελώς τοϋ 
στήθους, επομένως και ή από τοϋ αριστερού 
βραχίονος κρεμα(ΐένιι πτυχί] τοϋ έπιβλήματος 
τών ειδωλίων κατέρχεται παραπλεύρίος τί] από 
τοϋ δεξιοϋ βραχίονος κρεμάμενη ετέρα πτυχί], 
ούχΙ δε συμμετρικώς εις τό άντίθετον μέρος. 

Έν γένει δε είκονίζουσιν αμφότερα τά ΓΙ(ί/.- 
λ(/.δια ήιιώΛ' ταϋτα την ί)εάν ίσταμ,ένην ακρι- 
βώς κατεν(ί)πιον μετά συ\'ην(ομένων ήτοι συμ- 
βεβηκύτο)ν: τών ποδών, φέρουσαν έπι της 
κεφα?ιής κράνος δίλοφον και ένδεδυιιένην -το- 
δήρη χιτώνα στενώς έφαρμοζόμενον προς τό 
σώ[ΐα και ιδίως προς τά προς κίονα παρεμφερή 
κ(/.τω άκρα τοϋ ξοάνου. Περί δε τους ώμους 
φέρει τό σύνηθες επίμηκες και προς ώμοψόριον 
δμοιον (δ1ι?ι\ν1ίΐΓΐ:ίο-68) έπίβλημα, κατερχό[ΐενοΑ' 
εις ξηράς πτυχάς από τών βραχιόνων προς τά 
εμπρός συμμετρικώς και παραλλήλως. Τό στή- 
θος καλύπτει ή αίγίς, ης μχννον τινάς τών όφεων 
καταλείπει άκα/ιύπτους η τη αριστερά προβε- 
β?.η[ΐένη στρογγυλή ασπίς, έφ'ής Γοργόνειον 
άρχα'ίκόν άνάγλυπτον. Διαφορά τις παρατηρού- 
μενη ώς προς τΐ|ν έκφρασιν τών έπΙ έκατέρας 
της άσπίδος Γοργονείων, ήτις εΐναι καΐ ή μόνΐ] 
διαφορά, ην δϋναταί τις νά παρατήρηση μεταξύ 
τών δυο πανομοίων Παλλαδί(ο\' ημών, είναι 
τόσον μικρά καΐ ανεπαίσθητος, ώστε δικαίως 
παρετηρήθη ήδη ότι αΰτη εΐναι άποτέ?.εσμα 
αβλεψίας τοϋ δύο εντελώς δμ,οια αντίτυπα προ- 
βαλομένου νά (ίπεικονίση γλύπτου». 

Λείψανα χρο)μάτο3ν δεν ήδυνήΟην, εγώ 
τουλάχιστον, ν'άνεύρω έπι. τοϋ άλ-αγλύφου, άλλ' 
ή ατελής επεξεργασία μερών τίνων αύτοϋ, π. χ. 
τής κόμης, τοϋ δόρατος κτλ., προύποτίθησι την 
Οπαρξιν χρωματισμού. 

"Οτι δε πρόκειται περί αναθήματος και δη 



ύψηλώς ποτέ άνακειμένου, δηλοϋσιν ή παρά την 
άριστεράν γωνίαν τής έν τω μέσιο παραστάδος 
υπάρχουσα προς έγγόμ,φιωσιν όπή καί τίνες τών 
λεπτομερειών τής επεξεργασίας τοϋ δλου, εξ 
ών καταφαίνεται δτι τό άνάγλυφον έθεάτό τις 
εκ τώ\' κάτο). 

Οι δη[ΐοσιεύσαντες καΐ σχολιάσαντες τό περί- 
εργον τούτο μνΐ)μείον Μυλωνάς και Καββιχδίας, 
μη άντιληφθέντες δτι πρόκειταιπερί Παλλαδίων, 
άλλ' έκλαβόντες τάς εικόνας ώς παραστάσεις 
τής θεάς Αθηνάς, εις πολλάς περιέπεσον απο- 
ρίας έπιχειρήσαντες νά έριιηνεύσωσι τήν παρά- 
στασιν. Ό πρώτος δη[ΐ()σιεύσας τό μν)|μεΙον 
κ. Μυλωνάς κατέ?α]ξεΛ' (σελ. 0) εις τό συ(ΐπέ- 
ρασμα, ότι η αΐτίο. τοϋ διπλοϋ τής παραστά- 
σειος «πρέπει νά ζητηί)τ| έν τη δι.πλή τής ΰεάς 
ίδιότητι άποδεικνυομένη καΐ εκ τής λατρείας 
αυτής. Ούτω — λέγει — έχομεν \4&ηνην Παλιάόα 
καΐ Ά'&ιρ'άν Παρϋένον λατρευομένας έν δυσι 
πλησίον αλλήλων κειμένοις ναοίς ρ.πι τής'Ακρο- 
πόλεως τών Άί)ηνώ\', 'Αϋ•ηναν Πολιάδα και 
'Λ&ηνάν Σϋ•ενιάδα έν Τροιζήνι, Άϋ•ψ'άν Άλέαν 
και Άϋ•ηνάν 'Ιππίαν έν Τεγέα, δύο ναούς τής 
ΆθηΛ'άς έν Θήβαις, δύο αγάλματα αυτής έν 
Αίγίω . Έποιιένως «έπεται άν(ίγκαίο)ς, δτι ή 
διπλή της Άθτινάς παράστασις αναφέρεται εις 
δυο τής θεάς ίδιότητας?, αΐτινες δεν εΐ\'αι ευκο- 
λοΑ' νά όρισΟώοιν, αν και εκ τής κατά τι διαφο- 
ράς τών έπι τών (ϊσπίδίον δύο Γοργονείιον, ώΑ' 
τό έτερον βλοσυριότερον, Ι'σως έδυνάμεθα εις 
τί|ν μεν νά άναγνο)ρίσο>μεν την πολεμικήν, εις 
τήν έτέραν δε την είρηνικι/ν της θεάς ίδιό- 
τ11τα^ (σελ. 7). 

"Ρ]τι [ΐάλλον εξεζητημένη και εντελώς αστή- 
ρικτος εΪΛ'αι ή γνώιπ) τού γενικού εφόρου τών 
αρχαιοτήτίον Καββαδία, δστις αποκρούων τήν 
γνώμην τού κ. Μυλοινά γράφει δτι « προς 
έρ[ΐηνείαν τού παραδόξου τούτου (/.ναγλύφου 
δεν δυνά[ΐεθα νά ύποι)έσϋ)μεν ούτε δτι τούτο 
απεικονίζει αγάλματα τής θεάς έν διπλώ ναω 
(χνακείμενα, ούτε δτι απεικονίζει έν γένει τήν 
ΆΟηνάν υπό δύο διαφόρους αυτής ιδιότητας, 
διότι και τά δύο άπεικονίοματα τής θεάς εΐναι 



102 



Αΐί^οναα αρχαϊκών ϊίργοη' 



εντελώς όμοια• ΰπάρ/ει αληθώς (ΐικ^^ιά τις δια- 
φοοά ίν τώ ίπι τής άαπί^ος εικονιζόμενο) 
Γθ()γονεί(ρ, (ίλλά τοΰτο εΐνίίΐ τυ/αΤον άποτέ- 
λεα[ΐα (/βλεψίας τοϋ ί)ύο εντελώς ο(ΐοια α.ντί- 
τυπα π()()βαλ()((εν()υ να (Ιπεικονίοΐ) γλύπτου• 
άλλα Μα σκόπΐ[ΐος αν ήτο ή (^ια((ΐορα αΰτη, 
δεν ΰά ήτο άρκοϋσα προς ύποδήλο)σιν δύο 
διαφόρων τής θεάς Ιδιοτήτων. Τούτου δε ού- 
τως έχοντος, ο ?ιόγος τής διπλής ταύτης παρα- 
στάσεως ζητητέος άλλίίχοϋ. "Ισως δύο ήσαν 
οί άναΟεται τοϋ άναγλύΓρου, οϊτινες εκ κοινής 
τΐΛ'ος αιτίας όρμηθέντες άνέθι^καν το δυιλοΰν 
τοϋτο άνάγλυφον τή θεα• ϊσως δε οί άναθέται 
ήσαν δύο πόλεις ή κοινότητες υπό την ίδιαιτέραν 
προστασίαν τής ΆΟιινάς διατελοϋσαι και δια. 
τοΰτο εν τω άναΟή[ΐατι απεικονίσϋη δι'εκάστ)|ν 
τούτων το τής πολιούχου θεάς ό[ΐοίωμα . 

Νϋν δμως ή παρ' ή[ΐών (ίναγνώρισις δτι 
δεν πρόκειται περί παραστάσεο)ν Ά{Η]νάς, αλλά 
περί δύο Πηλληδίων, προς δε το γεγονός τής 
παρά τάς Άθήλ'ας άνακα?νύψε(ος τοϋ μνημείου 
καΐ τό άπαράλ?ιακτον μέχρι των έλαχίστιον άμιρο- 
τέρων τών παραστάσεων αύτοϋ, άγει ημάς εις 
την εξής άπλουστέραν και προς αυτήν τήν 
άττικήν μυθο?ιθγίαν σύμφωνον έρμηνείαν τοϋ 
μνη[ΐείου. 

"Ο,τι κυρίως χαρακτηρίζει τήν περί τοϋ 
τρωϊκοϋ Παλ?^αδίου παράδοσιν, ην αγνοεί μεν 
ό Όμηρος, διηγείται δ' δμως ήδη αυτός ό Άρ- 
κτΐνος, εΐναι δτι εν Ίλίω ύπήρχον δνο Παλλάδια, 
αληθές και ι|^ευδές, απαράλλακτα προς άλληλα 
και εν ίδίίο [ΐέρει τοϋ ναοϋ ίδρυμένον εκαστον, 
δπως δηλαδή τά έπι τοϋ ημετέρου ανάγλυφου 
εικονιζόμενα: ; Άρκτινος δε φησιν υπό Διός 
δοθήναι Δαρδάνο) Παλ?ιάδιον εν καΐ εΐναι τοϋτο 
εν Ίλίω εως ή πόλις ήλίσκετο, κεκρυμμένον εν 
άβάτω• εικόνα δ' εκείνου κατεσκευασμένην ώς 
μηδέν της αρχετύπου διαφέρειν απάτης τών 
έπιβουλευόντων ένεκα εν φανερώ τεθήναι και 
αυτήν Αχαιούς έπιβουλεύσαντας ?ιαβεΐν ^ 



' Διονυσ. Άλικαρ. Ρωμαΐκ. Άρχαιολ. Ι, 69 (=:Ερϊο. Ογε6ο. 
ίη^ηι. εκδ. Ο. Κίηΐίεΐ νοί. 1, ρ. 50, 1. "Ιδε και Κλήμ. Άλε- 
ξανδρ. 14. 12: «Άπελλάς δέ έν τοις Δελφικοΐς 3«ο φησ'ιγεγο- 
νέναι τά Παλλάδια». 



Περί τής τύχης άμφ;οτέρων τών ώταραλλά- 
κτων ΓΙαλ?Λδίθ)ν τούτων ύπάρχουσι δύο διά- 
φοροι παραδόσεις, στενώς ώμίρότεραι συνδεόμε- 
ναι προς τήν 'Λττικήν καΐ τάς Αθήνας, ένθα 
εύρέί))) τό άνάγλυφον ήμών.Άμ(ρότερα δι^λαδΐ) 
εκλάπησαν υπό τοϋ Λιομήδους καΐ Όδυσσέθ)ς ', 
οΐτινες περιήλθον εις σφοδράν ενοπ?νθν έριδα 
προς αλλήλους - περί τής κυριότητος τοϋ γνη- 
σίου, ης έριδος άποτέ?.εσμα ήτο ή τη παρεμβάσει 
τών άλλθ)ν ήγε[ΐόνων τών Αχαιών παρακατα- 
θήκη τοϋ γλίισίου Παλλαδίου εις χείρας τοϋ 
βασιλέως τών Αθηνών Δημοφώντος, υίοΰ τοϋ 
Θησέως και άδελφοϋ τοϋ ΆκάμαΛτ;ος: ' Τό 
Παλ/ιάδιον, τό διιπετές καλού μενον, δ Διομή- 
δης και "Οδυσσεύς ίστοροϋνται μεν ύφελέσΟαι 
άπό Ιλίου, παρακαταΟέσΟαι δέ Ζ\ημοφώντι» 
(Διονύσ. Ρόδιος παρά Κ/.ήμ. Ά?ιεξανδ. Προ- 
τρεπτ. 4,47). Τήν έριδα ταύτην ζωηρώς (απει- 
κονίζει θαυμάσιος αγγειογραφία τοϋ Ιέρω- 
νος •', έφ' ής βλέποιιεν τόν Διομήδη καΐ Όδυσ- 
σέα ανά εν Παλ/.άδιον εκαστον φέροντας καΐ 
επιτιθεμένους κατ' αλλήλων, παρεμβαίνοΛ-τας 
δέ προς καθΐ]σύχασιν αυτών, πλην τοϋ άρχη- 
γοϋ τών Αχαιών Αγαμέμνονος και τοϋ πρε- 
σβυτέρου αυτών Φοίνικος, τους δύο υιούς 
τοϋ Θησέως Άκάμαντα καΐ Δημοφώντα, ήτοι 
αυτόν εκείνον τόν Άθΐ]ναΤθΛ', εις ου τάς χεί- 
ρας παρακατετέθΐ] εύΟτ^ς κατόπιν τό γνή- 
σιον τών Παλλαδίων. Ώς δ'ΐνα ετι σαφέστε- 
ρον μαρτυρηθή ό αττικός χαρακτήρ τής έπΙ 
τοϋ αγγείου εικόνος ταύτης, εύρίσκομεν έν μεν 
τω κέντρω τοϋ αύτοϋ αγγείου τόν πατέρα τών 
ρηθέντο^ν δύο Άθηναίο^ν ήρώο)ν Θησέα πρό 
τής μητρός αύτοϋ Αίθρας, έν συνεχεία δέ τής 
εικόνος τής έριδος συνέδρων ες γηραιών αν- 
δρών, προφανώς εκείνων οΐτινες έκριναν τήν 



' Πτολεμ. Ήφαιστ. έν Φωτίου Βιβλιοθ. ο. 190 ρ. 148 Βΐ£.— 
"Ιδε κα'ι τό έν ΑγοΗ. Ζείΐυη^ τόμ. 4 σελ. 203. Πίν. 37 (^^Άρχ. 
Έφημ. 1890 σελ. 8, Πίναξ παρέ\Όετος αριθ. 2) άνάγλυφον έ| 
όπτής γης, εφ* ου εικονίζονται ό Όδυσσεϋς κα'ι ό Διομήδης 
άποκομίξολ'τες άνά εν Παλλάδιο ν έκαστος. 

- "Ιδε άνιοτέρίο σελ. 69 (Ά\•τικυθηράίκών άρ. 27-28). 

■^ Μοπη. άβΙΓΙηβΙ. νοί. VI. Ιιν. XXII, κα'ι Ο. ;&Ηη, Π Γ3ΐΙο 
άβΐ Ρίΐΐϊΐΐίο; .Αππαΐί αείΐ'ΐηδίίΐαίο, νοί. XXX (1858) ρ. 256 κέ;. 
= 3. Κείηαοΐι, ΚερεΓίοΐτε <1ε5 ναβεδ ρείπΐδ, νοί. Ι ρΛξ. 150. 



103 



14 



Τά ανάγλυφα πλην των έπιτνμβίιον 



ένΤρωάδι περί το ΰ Παλλαδίου έριδα τοϋ'Οδυσ- 
σέως καΐ Διομήδους, ή την, ο)ς θα ϊδωμεν, 
χρόνον τινά κατόπιν έπακολουθήσασαν έριδα 
περί τοΰ αύτοϋ Παλλαδίου μεταξύ Δημοφών- 
τος και Αγαμέμνονος. 

Ά?ι,ηθώς κατά τίνα παράδοσιν ', προφανώς 
ακραιφνώς άττικήν, Δη[ΐοφών παρά Διομή- 
δους το Παλλάδιον παρακαταθήκη ν λαβών 
έφύλαττεν. Αγαμέμνονος δε απαιτούντος, το 
μεν αληΰινόν έδωκεν άνδρι ΆΟιιναίοο, καλου- 
μένω Βουζύγη, κομίζειν Άθηναζε. "Ισον Οε και 
δμοιον άλλο κατασκευάσας εΐχεν έπι της σκηνής. 
Άγα(ΐέμνονος δε συν πολλή χειρι έπελ&υντος 
άπεμάχετο έπΙ μακρόν, δόξαν έμποιών ώς υπέρ 
τοΰ αληθινοΰ προκινδυνεύοι. Πολλών δε τραυ- 
ματιών γενομένων, οι μεν αμφι Δημοφώντα 
ύπεΐξαν, Αγαμέμνων δε το παραπεποιημένον 
Παλλάδιον λαβών, εξαπατηθείς ωχετο '-. 

Τής παραδόσεως ταύτης σκοπόν έχούσης 
την άπόδειξιν δτι εν Αθήναις και ούχΙ έν "Αρ- 
γεί άνέκειτο το αληθές Παλλάδιον, διαφέρου- 
σιν έν ταΐς λεπτομερείαις άλλαι επίσης άττικαΐ 
παραδόσεις περί τής υπό τών Αθηνών κυριότη- 
τος τοΰ αυτού Παλλαδίου, έν αις δ[ΐως άνεμί- 
χθη καΐ ή πάντως εκ μεταγενεστέρων χρόνων 
πηγάσασα πρόθεσις τής ερμηνείας τοΰ λόγου, 
ου ένεκα το έν Αθήναις έπΙ Παλλαδίω καλού- 
μενον δικαστή ρ ιον τών εφετών έδίκαζε τους 
ακουσίους φόνους ^. Κατά τάς παραδόσεις 
ταύτας, γνωστάς ή[ΐΐν εκ πολ?ιών αρχαίων μαρ- 
τυριών, ή αρπαγή καΐ άπόκρυψις τού Παλ- 
λαδίου ύπό τού Δημοφώντος έγένετο έν αύτη 
τη Αττική, ό δ' άπολέσας αύτο ήτο ό Αγα- 
μέμνων ή αυτός ό Διομήδιις. Οΰτο) κατά μεν 
τον Παυσανίαν (Ι, 28, 9) < Όπόσα δε έπι τοις 
φονεύσίν έστιν, άλλα και έπι Παλλαδίω κα- 



' Πολυαίνου 1, 5. 

- Πβλ. και Λυσίαν έν Σχολ. Άριστείδ. ρ. 320 (ϋάί.): .<Ό 
γάρ Δημόφιλος (δίο) παρά Διομήδους άρπάξας (τό Παλλά- 
διον) εις τήν πόλιν ήγαγεν». — Ββΐ^ΐςεπ, Αηβοά. ^γ. 1 ρ. 311: 
<•φασι γάρ Δημοφώντα άρπάσαντα Διομήδους τό Παλλάδιον 
φεΰγειν έφ' άρματος», κτλ. 

■' Άκριβέσιερον κατά τόν Άριοτοτέλ. 'ΛΟΐ)ν. Πολιτ. 57 οΊ 
επι Παλλαδίου δικ<ιαταΊ Ιδίκαζον «ακουσίων καϊ βονλενσεως, 
καν οικέτην άσΐοκτείν-ΐ) τις η μέτοικον ί) ξένον^. 



λοϋσι, καΐ τοις άποκτείνασιν ακουσίως κρίσις 
καθέστηκε. ΚαΙ δτι μεν Δημοφών πρώτος έν- 
ταΰθα ύπέσχε δίκας, άμφισβητοΰσιν ούδένες• 
έφ' δτω δέ, διάφορα ες τούτο εϊρηται. Διομή- 
δην φασίν άλουσι^ς Ιλίου ταΐς ναυσίν οπίσω 
κομίζεσθαι, και ήδη τε νύκτα έπέχειν, ώς κατά 
Φά?ιηρον πλέοντες γίνονται, κοι τους Άργείους 
ώς ες πολεμίαν άποβήναι τήν γήν, ά?^ιην που 
δόξαντας έν τή νυκτι καΐ ού τΐ|ν Άττικιήν εΐναι. 
Ενταύθα Δΐ]μο<ρώντα λέγουσιν έκβοηθήσαντα, 
ουκ έπιστάμενον ουδέ τούτον τους άπο τών νεών 
ώς είσΐν Άργεΐοι, καΐ άνδρας αυτών άποκτεΐναι 
και το Παλλάδιον άρπάσαντα οϊχεσθαι, Άθηναΐόν 
τε άνδρα ού προϊδόμενον ύπό τοΰ ίππου τού 
Δημοφώντος άνατραπήναι και συμπατηθέντα 
άποθανεΐν. ΈπΙ τούτφ Δη^ιοφώντα ύποσχεΐν 
δίκας, οί μεν τοΰ συ[ΐπατηθέντος τοις προση- 
κούσης οί δέ Άργείων φασί τω κοινώ >. Κατ' 
άλλων πάλιν συγγραφέων χωρία: «Κλειτόδη- 
μος δέ φησιν, Αγαμέμνονος συν τω Παλλαδίω 
προσενεχθέντος Αθήναις, Δημοφώντα άρπάσαι 
τό Παλλάδιον και πολλούς τών διωκόντων 
άνελεΐν. Τού δέ Αγαμέμνονος δυσχεραίνοντος, 
κρίσιν ύποσχεΐν ύπό ν' 'ΑΟιιναίων καΐ ν' Άρ- 
γείο)ν, ους έφέτας κλ7)θήναι διά τό παρ ' αμφο- 
τέρων έφεθήναι αύτοΐς περί τής κρίσεως» ^ 
Όποιον τι ήτο τό αποτέλεσμα τής δίκης ο)ς 
προς τήν κυριότητα τοΰ γνΐ]σίου Παλλαδίου 
ύποδη}.ούσί πως έτεραί τίνες [ΐαρτυρίαι, καθ' 
ας «ύστερον Άκάμαντος (αδελφού τοΰ Δημο- 
φώντος) γνωρίσαντος κα\ τον Παλλαδίου ενρε- 
ϋ^εντος, κατά χρησμόν αυτόθι τό δικαστήριον 
απέδειξαν»", ή «Άκά[ΐας δέ έμήνυσεν, δτι (οί 
προς τω Φαλήρο) φονευθέντες επιδρομείς) ειεν 
Άργεΐοι, τό Παλλάδιον έχοντες. ΚαΙ οί μεν 
ταφέντες άγνώτες προσηγορεύθησαν, τοΰ θεού 
χρήσαντος, αύτό&ι δέ ίδρν&)/ τδ Παλλάδιον» ^. 
Φαίνεται δη?ιαδή δτι τοΰ Δημοφώντος άρνου- 



' Σουΐδας, έ. λ. Έτι! Παλ?Λδίω δικαστήριον — "Ιδε κ(ΐΊ 
Εύστάθ. εις 'Οόΰσσ. ρ. 1419. — Άρποκρ. έν. λ. Έαί Παλλα- 
δίω. — Έτυμολ. Μέγ. έν. λ. Έπι Παλ?^αδίω. 

^ Φανόδημος, παρά Σονίδα ε. ά. 

•• Πολυδ. Η', 118. 



104 



Ανβονπη αρχαϊκών ί'ργοη• 



|ΐ:''ν(ΐ(' ν(/. π(ίπ(/.^(ί)αΐ| το 1 1(/.λλ(/.^ΐ(»\', καί Γί7(ι)ς 
τ(Ίτΐ' ι-νταϋΟα κ(χί οϋ/ί ί-ν Γπ<)ί(/. κ(/.ταοκι••(ΐ(ί- 
α((ντ()ς προς έξ(χπάτηπιν τοϋ Άγαμέ(ΐνονος το 
ΐ'ποι• και ηιιοκιν ηλλη ιν.εΐνο, περί οΓι (ϊν(/- 
φίρει ύ 1ί()}.ΓιαΐΛΌς (ε. ά.), ανεγνώρισε και εύρε 
το (χ?ιΐ|ί)ί-ς ΙΙ(ίλλ((διον ό εκ της Τροίας ή?)ΐ] 
γνωρίζων αύτο (χόελ([ος αύτοΰ Άκάμας, ων 
νϋν προφανώς εΐς τών κριν(/.ντ(ον εφετών, — άλλ' 
(ίτι κ(χι π(ί/.ιν το γνήπιον 1 1 «/./.(/.(^ ι ο ν έμεινε, 
τή παρεμβ(<σει τών θεών (κατά χρησμύν) παρά 
τοις Άι)ηναίοις ιδρυθέν έπΙ τοϋ τόπου τοϋ 
(( ('η'ου κ(ίΐ της ταφής ' τών Άργείων, τοϋ προς 
τίι •1>(χλ)]ρυν κειμένου (ό λόφίος Σικελία;)ί-τί /7α/- 
λίώίω δικαστίΐρίου, ενώ άφίδρΰΟιι το Π(ί?^.άδιον. 
Τί δε άπέγεινε το έτερον τ(Τ)ν ΙΙ(ίλ?αχδίων 
τοϋ Δημοφώντος κατά την τελευταίαν ταύτην 
διαακευην τοϋ [ΐύθου, άγνοοϋ[ΐεν. Πάντ(ος 
ο[ΐο)ς δέον νά ύπο?ιάβο>[ΐεν δτι και τοΰτο δεν 
έστερηΟ)] ?ιατρείας. Αληθώς, κ(αά τινας τών 
παραδόσεων α[ΐφότερα τα Παλ?ιάδια της Τρωά- 
δος ήσαν επίσης ιερά, δοθέντα ώς δώρα υπό 
τής Αθηνάς τη Χρυσή θ-υγατρί τοϋ αρκάδος 
Πά?.?ι,αντος, δτε ένυμφεΰθη τον κο[ΐίσαντα ταϋτα 
εις "Ιλιον Δάρδανον -. Έξ άλ?.ης πάλιν μαρτυ- 
ρίας είναι γνωστή ή εν Αθήναις ΰπαρξις παρά 
την Ά^ψ'άν έπΙ ΠαλλαΜω ετέρας Άϋ•ηνας έπΙ 
Παλλαόίω Δηριονείω (ΟΑ. Ι, 27ο). Έπίσΐ]ς 
αναφέρεται παρ' άλ?ιης πηγής ή εν Αθήναις 
λατρεία δύο ΠαλλαδίοοΛ', τοϋ τε καταλκομέ- 
νου τον αυτόχθονα (ί^ίο) (γράφε : τοϋ τε κατενη- 
νεγμένον τών αύτοχ&όνων) και τοϋ παρά τών 
Γεφυραίων καλουμένου» "* «διά το έπΙ τής 



' 2χό?αα ΑΙσχίνου 2,93 : Άςιγρϊοι τό ΠΓχ?ιλάδιον Εχοντες, 
τό άπό Ιλίου και έκ Τροίας άνακοιιιζόμενοι ώρμίσαντο Φά- 
ληρο! και αυτούς τών έγχίορίιυν τινές ακούσιος άναιροϋσι. 
Μενόχτιοιν δέ έπ'ι πολύν χρόνον τών νεκρών άδιαφί^όρων και 
άψαΰστοιν υπό τών Ότιρίων, πολυπραγμολήσαντες οΐ έγχιόριοι 
ί'γνοισαν παρ' Άκάμαντος δτι ΆργεΤοι ήσαν, και τό Παλλά- 
διον εύρόντες ίδρύσαντό τε παί)ά τή ΆΟηνπί τί) Φαληροϊ. κοϊ 
τονς νεκρονς ^άψαντες δίχαστήριον εποίησαν εκεί τοϊς 
έπί άκουσίϋ,) φάνω φεύγουσι . Ίόε και Ήσύχιον έν λ. άγνώ- 
τες θεφ : ουτο) λέγεσθαι φασί τους μετά τόν τής Ιλίου πλουν 
Φα?ιηροΐ προσ/όντας και άναιρεΟεντας υπό Διιμοφώντος 
ταφήναι. 

■ Καλλίστρατος και Σάτυρος, παρά Διονυσ. Άλικαο. Ι. 6.*^. 

' Φερεκύδης και Άντίοχος, παρά Σχολ. Άρισιείδ. Πανα- 



γε((ύρας τοΓ» Σπερ/ειοϋ ((ΐί'κης (/.ντί Ίλισοϋ) 
ποταμού ίερατεύειν τω ΙΙαλλαδίίμ., έ| ου (|αί- 
νεταιοτιτό μεν διιπετές (κατενηνεγμένον) ΙΤα/.- 
λίχδιον έλάτρευον οί αυτόχθονες Αθηναίοι, τό 
δε οί π(χρά τάς ΆίΙι'ινας οΐκοϋντες έπτ'ιλυδες 
Γειρυραΐοι '. 

"Εχοντες λοιπόν ύπ' όι|Ην ότι ο'ί τε Γείρυ- 
ραΐοι καΐ τό έπΙ ΤΙίύΜώίω δικαστήριον εκειντο 
εκτός τών τειχών καΐ παρά την πόλιν τών 
Άθτινών πλησίον άλλήλο)ν, αν μη έν τώ αύτώ 
χώρω, προς δέ ότι έν τή περιοχή τοϋ έπΙ Παλ- 
λαδίου δικαστηρίου ήτο τόπος τα((ης (ϊδε ανώ- 
τερο)) δυλ'άμεϋα νά ύπο/.άβθ3μεν δτι τό ' έν 
άγρώ ού μακράν τών Αθηνών κειμένο) ., μά- 
λιστα δέ «έπΙ τάφου» (Μυλο)νάς ε. ά. σελ. 8) 
άνακαλυφΰέν άνάγλυφον εικονίζει τά δύο εν- 
τελώς ϊσα και δμοια > άλλή?ι,οις Παλ?ιάδια τοϋ 
Δημοφώντος, τά υπό δύο διάφορα ονόματα 
λατρευόμενα έν Αθήναις. 

"Αξιον ιδιαιτέρας σημειοίσεως θεοιροϋμεν 
έν τέλει δτι έπΙ ευγενούς λίθου άναγλύπτου 
(οίΐηιέο), εικονίζοντας την έν τφ έπΙ Παλλαδίο) 
δικαστηρίω δίκην τοϋ 'Ορέστου, εικονίζεται 
άνιδρυμένον προς δήλο)σιν τοϋ δικαστιιρίου 
εκείνου Παλλάδιον άπαράλλακτον τήν στάσιν 
προς τά τοϋ ημετέρου αναθήματος-. Σημειω- 
τέον δέ προς τούτοις δτι ακριβώς κατά τόν Ε' 
αιώνα, εις δν ανήκει τό άνάγ?ιυφον ημών, (χνα- 
φέρονται πλείστα άναθήιιατα Παλλαδίων υπό 
Άθ)]ναΐΌ3ν. Τοιαύτα δ' είναι τό έν Δελφοΐς έπΙ 
φοίνικος χαλκού βεβηκός ΠαλλάδιοΛ', ανάθημα 
τών Αθηναίων από τών Μηδικών αριστείων ^ 
τό έν τή Άκροπόλει ανατεθέν υπό τοϋ Νικίου 
έπίχρυσον Παλλάδιον \ τά επίχρυσα ΤΙαίΧά- 



^ΐν. ΙΠ, 320 Οίηά. Πβλ. Ίοιάν. Λυδοΰ : Περί μηνών IV, 1δ 
εκδ. ΧΥαηδοΗ. — δετν. ίΐ<1 νβΓ^- Αβη. II, 16δ, 166. — ΚοΙιβΛ- 
ΡΓεΙΙβΓ, ΟίίοοΗ. Μ)•(1ι. ρ. 226, 1. — Ο. ΟϊΙΙιεη, ΟπεοΙι. ΟϋιιεΓ- 
ΙεΗτε (Ι.είρζί^) 1898, ρ. 373, 1. 

' Περί τών Γεφυραίθ)ν ΐδε ΔιείΗ'. Έφημ. Νομ. Άρχαιολ• 
τόμ. Δ' σελ. 299-301 κα'ι δΙΟ-511. 

- ΡυΓΐ\νϊίπ2ΐεΓ, ΑπΕιΙε. Οβπιιηεη Τ&ί. δδ, 4. 

" Πλουτάρχ., Νικίΐϊς 13. 

* Πλουτάρχου ε. ά. 3. Πβλ. κα'ι τό άναφερόμενον υπό 
ΚϋΓίνναηβΙεΓ (ΜείϊΙετλνεΓίίε άεΓ ^τιβεΊ. ΓΊ• 5. 202, 2) άνάγ?^υ- 
(^ον τοϋ πρό Παλλαδίου ιστάμενοι• Αθηναίου στρατηγού. 



105 



Τά ανάγλυψα πλην των επιτύμβιων 



δια, δι' ών οί Άΰηναΐοι έκόσμουν τάς πρφρας 
των τριηρών αυτών \ και το υπό τοϊ3 εν Πει- 
ραιεϊ οίκοϋντος Άρχία άνατεΰέν Πα?ιλάδιον 
έλεφάντινον περίχρυσον '". 

Ή ερμηνεία ημών αΰτη τοϋ παρόντος αττι- 
κού ανάγλυφου προώρισται, αν είναι όρΰή, ως 
νομίζω, να έπιχΰστ) μέγα φώς καΐ ώς προς το 
ζήτημα τών έπι πολλών [ΐεταγενεστέρων, εκ 
παντοειδούς ΰλης, ιδίως δε έπΙ νομισματικών 
μνημείων ευρισκομένων καΐ μέχρι τοΰδε δυσερ- 
μήνευτων όίπλώΐ' παραστάσεων διαφόρων θεών, 
περί ών δμως δεν δυνάμεθα να ασχοληθώ μεν 
νΰν ένταϋθα ^. 

5. Άριϋ'. 126. (Πίνακες XXIV κώ. XXV). 

Το μέγα έξ Έλεναΐνος ανάγλυφαν. 
Δημήτηρ, Περαεφόνη και Νΐαος '. 

Τό άριστον τοΰτο καΐ μέγιστον τών έν τω 



Έθνικώ Μουσείω ανάγλυφων ευρέθη κατά 



' Άριστοφ., Άχαρνεϊς στ. 547 κα'ι σχόλια. 

' €ΙΑ. II, 2, 060, σχίχ. 18. 

^ Κατάλογον αυτών, δυνάμενον δμοις νά αύξηθί) κα'ι δι' άλ- 
λων παραπομπών, ΐδε παρά ΙηιΙιοοί-ΒΙυιηεΓ, ΚΙβίπίΐδίίΐίίοΙιε 
Μϋηζεη ϋά. II, δ. 312-320. 

^ Βιβλιογραφία ; ΡβΓναηοβΙιι, Βυΐΐβΐίηο άεΙΙΊπδΐίίυίο, 1895 
ρ. 200, 1860 ρ. 216. 

Η. ΒΓυηη, Βαΐΐεΐίηο (ΙεΙΓΙηβΙίΙιιΙο, 1860 ρ. 69. ΡΗίΙοΙο^ιΐί 
Βά. XVI (1860) ρ. 177. 

8ΐερ1ΐ3ηί, Οοηιρίε-Γεικίιι, 1859 ρ. 106, 2. 

Κενυε αΓοΙιέοΙο^ίιιυε 1860, ρ. 401. 

ί.. νίΐβΐ, 1^63 ηιαΛτεε (ΙΈΙειιβί.'ϊ ; Κενυε άεδ (Ιευχ ιηοηάεδ, 
νοί. XXX (1860 1 Μαΐδ) ρ. 217-226. 

Ρ. Ι^εηοΓπηαηΙ, Ι^εδ ηι^Λιβδ ά'ΕΙειιείδ : ΟϊζεΙΙε ΰεε Βε^υχ- 
ΑΓίδ, 1860 (15 Ανή!) ρ. 65-84, ή^υΓε. 

Α. Ρ. Ραγκαβής, Περί τοϋ Έλευσινιακοΰ ανάγλυφου ; 
Πανδϋ'ιρα (περιοδικόν Αθηνών) 1860, Ιούλιος, Φυλλάδιον 
247, σελ. 162-167. 

ΡβΓΓίη, Κενυε ενίΓορέεηηε 1860, 15 ΜίίΓδ. 

^. ΟνβΓίϊβοΙ:, ϋΐ3εΓ είη ίη ΕΙειίδϊδ βείαηάεηεδ Κείϊεί, \τε1οΙ>85 
ιΐεβ ΤΓίρΙοΙεπιοδ Αυδδεηάιιη^ άαΓδΙεΙΙΙ ; ΒεΓίοΗΐε ϋΙ)εΓ άίε νει- 
1ι&η(ϋυη§εη ιΐετ Κ. δαοΗδίδοΗεπ ΟεεεΙΐ5θ1ι&ί( άετ \νί85εη3θΗαίΙεη, 
1860 (1 ]υΠ) δ. 163-194, Ταί. Χ. 

Περβάνογλονς, Περί τοϋ Έλειισινίου ανάγλυφου : Φιλί- 
στίορ, τόμ. Α' (1861) σελ. 71-77. 

ννε1οΙ:εΓ, Βΐ55θΓί1ίενο <1ί Είευβί ; Αηη»1ί (ΙεΙΓΙηδΙίΙιιΙο 1860 
(ΜαΓδ) ρ. 217-226. Μοηυιηεηΐί άεΙΓΙπδΙ. νοί. VI, Ιον. ΧΙ,ν. 

Α. Μί€ΐιαε1Ϊ3, Απηαΐί (1ε11Ίη5(., 1860 ρ. 470-472. 

ΜίοΙίΗεΗδ, ΑγοΗ. Ληζεί^εΓ, 1860, 6, 66 ; — ΟεΓΐΐ3Γ(1, ίΒ. ρ. 
1)9.— ^. ΟνεΓΐ>εοΐ£, Ζυηι Είειίϊίπίϊοΐιεη Κείίεί, ίΐι. ρ. 113-114.— 
ννεΙοΙίεΓ, ϋ&5 ζιι Είευϊίδ εηίάεοΐςΐε Κείίεί, ί1). 1861 ρ. 165-167. 
^ ΒοείΙϊοΙιβΓ, ϋΐιεΓ άεη Είευβίηίίοΐιεη βο^εηη&ηίεη Αΐίαρίίη»- 
1)επ, ίΐ). ρ. 194. 



^. ΟνβΓΐ)βο1ί, Οαδ ΕΙεϋδίπίδοΚε Κείίεί ποοΗπιαΙδ : ΒετίοΚίε <1εΓ 
ΥεΛ. άβΓ Κ. δϊεΐΐδ. Οε^εΙΙίϊοΚίΐίι, 1861 (26 ΟοίοΙιεΓ) δ. 133-144, 
Τε£. V. 

ΒΓέΐοη, Λ[1ιέηε5 (Ι'ΒΓίδ 1862) ρ. 370-371. 

ΒοΙιίοΙιεΓ, υη[εΓ5ΐιοΗιιη§εη αυί άετ ΛΙίΓοροΙίδ ζα ΑΐΗεη (1862) 
δ. 226. 

ΒοιΙίοΙιεΓ, ΥετζείοΗπ. όετ Ογρδ&Β^ίίδϊε ίη ΒεΓίίη, 2= Αυίΐ. 
δ. 70-76 (ΕΙίΓειιηΐϊΙ είπεδ αΐΗεηίδοΗεη ΗεΓάΙίπϊΙιεη). 

ννεΙοΙίεΓ, Πεπιείετ, Κοτε υαά ΙαοοΗοδ : Αΐΐε ΟεηΙίΐηαΙεΓ, Β(3. 
V (1864) δ. 104-121, Τα£. VI (έκ τών Απηϋΐί τοϋ 1860 μετά 
προσθηκών). 

Ο. ^3^1η, ϋίε αΐΐε Κιιπ5( υηά ά'ιβ Μοά& : ΡορυΙΪΓε ΑυίδϊΙζε 
αυδ <3εΓ ΑΙΙεΠΗυηίδΝνίδδ. (Βοηη 1868) δ. 230-231. 

Κ. Κείειαίέ, Πϊε ϊΐηΐίΐ^εη ΒίΜλνετΙίε ιοί ΤΗεδείοη ζα ΑΐΚειι 
(1839) Ν» 62, δ. 32-35 (ΟεηιείεΓ, ΤΓίρΙοΙειηοδ (?) υηιΐ Κογ&). 

Ρΐ33οΙι, Βυΐΐ. άεΙΓΙπδΙ. 1872 ρ. 8 (29 ΟίοειηΙ>Γε 1871). 

δοΐιοηε, ΟΓίεοΙι. Κε1ίε£8 3ϋ8 ΑΐΗεη. δ&ιηιηΐυη^εη δ. 80, 54. 

Οοηζε, ΗεΓοεη- υηά ΟΰΚεΓ - Οεκίαΐΐεη άεΓ ^πεοΚ. ΚυηδΙ 
(\νίεη 1875) δ. 29-30. 

Μ3Γΐίηε1Η, Οαΐαΐο^ο αεί ^είΐί ίη ςεδδο (Αΐεηε 1875) η" 66. 

ΟνεΓίιεοΙί, Κϋη5(ιη)Γΐ1ιο1ο§ίε, Βά. III, 426-429, 564-570. Αΐΐαδ 
Τ3£. XIV, 8. 

Ονετίιεοΐί, ΟεδοΗϊεΙκε <1εΓ £ΓίεοΚ. Ρΐαδίίΐί 1'' (1881). 

ΜίΙεΙιΙιδΓεΓ, υίε Μυδεοη ζιι ΑιΗεη (1881) δ. 19, 14. 

8χΙ>β1, ΚαΙαΙο^ ϋοΓ δουΐρΐυιεη ζυ .\ΐ1ιεη (ΜϊγΙιιιγ^ 1881) 
δ. 58-59 η" 314. 

ΡΓίεάετίοΗδ - ννοΐίετβ, α>•ρ53ΐ52α5δε (ΒεΓίίη 1868-1885) δ. 
391-393 η" 1182 (298). 

Τ. 3. . ., Ι,ίΙεΓϊΓ. αεπΐΓ£ΐ1-Βΐ3ΐί, 1887, 255. 

Η. Ηε'ΙηεΓ, Ο^δ Κοηί^Ι. Μπδευηι άετ Ογρδ^ΐί^ίίδδε ζιι Ότεδ- 
άεη (1881) δ. 34 η" 66. 

Βηιηη-ΒΓαοΙίΓηβηη, ϋεηΐίηι. βΓίεεΗ. «πα τοιη. δΐίυΐρΐυτ η" 7. 

Β3υιηεί8ίεΓ, ΟεηΙίΐηϊΙεΓ Ι, δ. 411-413, Κί^. 454. 

Ι^ερΒίιΐΒ, ΜϊπηοΓδίυάίεη η" 165. 

ΟοΙΙίβηοη, ΜγΐΗοΙο^ίε Γι^ϋΓέε (1ε Ια ΟΓέοε (1883) ρ. 247. 

ννίηΙεΓ, ΙϊΗΓΒϋοΗ άεδ ΑγοΗ. Ιηδίίΐ. 1887 δ. 226, Αηιη. 32, 
κα'ι 5. 238-239. 

Καββαδίας, Κατάλογος (1886/7) σελ. 58-60, άρ. 5=Γλυπτά 
(1890/2) σελ. 119-121, άρ. 126. 

Β. θΓ3εΓ, ΛιΗ. ΜίΙΙείΙ. Βά. XV (1890) δ. 36-.38. 

Κ. ν. δεΙιηείιΙεΓ, Κότα : }3ΗγΙ)ιιο1ι «Ιετ ΙίΐιηδίΙιίδΙοΓίδοΗεη 
δαηιηιΐυη^εη ιΐεδ ΟδΙετΓ. ΚίΐίδεΓίιαυδεδ, Βά. XII, 1 (1891) 
δ. 72 £. 

Ρ3ΐΐ3ί, ;3ΐΐΓΐ>υοΚ άεδ ΑγοΙι. ΙηδΙ. 1894 δ. 3, Αηιη. 4. 

ΡιΐΓίνιτΜηβΙεΓ, ΜείδΙεΓϊνετΙίε αεί §ΓίεοΗ. Ρΐαδίίΐί (1893) ρ. 39,4. 

ΡτεΙΙεΓ-ΚοΙ^εη, ΟΓίεοΚίδοΙι. ΜχΛοΙ. (1894) δ. 772, 1. 

Α. ΦίΙιος, ΑΛεη. Μίιι. Βά. XIX (1894) δ. 170. Βά. XX 
(1895) δ. 247-253, 259. 

Α. Φίλιος, ΕΙευδίδ, 585 ιη^δΐέιεδ, δεδ τϋίηεδ εΐ δοη αιιΐδέε 
(Αιΐιέηεδ 1896) ρ. 54 ε£ 56-57. 

Ι.. ΒΙοοΙι, ΚοΓ3; ΚοδοΙιεΓ'δ ΜχΐΗ. Ι,εχ. Βά. II (1897) δ. 1347- 
1348 κα'ι 1352-13.54. 

Κείίυΐέ νοη 3(Γ3(1οηίίζ, ϋΙιεΓ Κορίεη είηβΓ ΕΓαιιεπδίΕΐυε 
αυδ άεΓ ΖείΙ άεδ ΡΗεί(ϋ3δ ; ΕΥΙΙ. Βετί. ΥΥίιιΙίεΙπιαηπδρΓΟβΓαιηιη 
(1897) δ. 24 £. — ΑΓοΚίεοΙ. ;ιΚΓΐ)υοΗ 1897, Αηζεί^εΓ, δ. 74 ί. 
(2 Γε1)Γ. 1897). 

Κ3ΐ1ιηΐ3ηη, .\ΓθΚαεο1. .ληζεί^. 1897 δ. 136 (.1ιιηί). 



— 106 — 



ΑΊ'ϋηνηη αρχαϊκών ϋργοη• 



τάς (ίίρ/άς τοϋ έτους 1Η5!)' ().ν()ΐγ()(ΐΓν(ΐ)ν ίΐΐ;.- 
μελί(ι)ν προς οϊκοίϊομήν τοΰ δημοτικού σ/ο?>.είου 
της Ελευσίνας, ήτοι παραπ?^εύρως τοΰ σχεδόν 
ήρευΓθ)(ΐένου παλαιού έκκ?.ησιδίου τοΰ Άγ. 
Ζαχαρίου, κεΐ[ΐρνου εις μικρών άπόστασιν (χπό 
της (χν(/.τολικης πλευράς τοΰ ίεροϋ περιβόλου 
της Έλευσϊνος. 

Οί τάς παραστάσεις τοΰ ανάγλυφου αμα τη 
άνακα?αη|'!•ι (ίΐΗοΰ έρμηνεύσαντες ώς άναφε- 
ρομένας εις τον μΰΰον τοΰ Τριπτολέμου, ύπέ- 
λ(ί(5ον και διέδοσίχν την γν(όμιιν δτι ό ναΐσκος 
ούτος τοΰ Αγίου Ζαχαρίου εκείτο επι τοΰ ναοΰ 
εκείνου τοΰ Τριπ:τολέμου, τον όποιον αναφέρει 
ό Παυσανίας (Ι, 28, 6) ώς κείμενον έκτος τοϋ 
τείχους τοΰ εν Έλευσΐνι ίεροΰ περιβόλου. Τοΰτο 
ουκ ολίγον συνετέλεσεν έκτοτε προς έπικράτη- 
σιν της γνώ[ΐης ότι ό έπι τοΰ (χναγλύφου 
ή[ΐών νεανίσκος είναι ό Τριπτόλεμος• άλλ' αϊ 
κατόπιν έπι τοΰ χώρου εκείνου ένεργηθεϊσαιύπό 
τοΰ Δ. Φιλίου άνασκαφαι απέδειξαν σαφέστατα, 
δτι υπό τον "Αγιον Ζαχαρίαν δεν υπήρξε ποτέ 
άλλο τι ή μεγάλη βυζαντιακή έκκ?ι,ησία, οικο- 
δομηθεΐσα έπι τών ερειπίων οικίας ρωμαϊ- 
κής '. Επομένως το πιΰανώτερον είναι, δτι το 
άνάγ?ι.υφον ημών μετεκο[ΐίσ{)ιι, δτε φκοδομεΐτο 
ή βυζαντιακή εκκλησία, εξ άλλου τινός αρ- 
χαίου οικοδομήματος τής Έλευσΐνος ληφθέν, 
ίνα χρτ]σιμεύση εϊτε προς διακόσμησιν, είτε 
προς πλακόστρωσιν τής εκκλησίας, καθ' ά 
π. χ. καΐ αϊ τρεις εκ Μαντινείας περίφημοι 



ΟοΙΗβηοη-ΒαϋΓηβαΓίβη, ΟβδοΙιίοΗΐβ <36γ ^γιοοΚ. Ρ1ΐ5ΐί1ί, Βϋ. 
II 5. 149-150 Κί^. 68. 

ΚιαΓίν^ΜηβΙβΓ, θΓΪ6θΙιΪ5θΙιε ΟΓΐ^ίηαΙδίαΙυεη ίη Υεπεάί^: Α1)1ι. 
(ΙοΓ ΙΐίίχοΓ. Αΐίαά. 1898 3. 287. 

Ηβΐΐϊίε, ΓαΙΐΓ6Γ II, 83δ. 

Μίεΐιαβίίδ, ΒεδρΓβοΗιιιΐβ νοη ΚυΓίλναπ^Ιετ ιιηά υΓΐίο1ΐ5, ϋεηΐί- 
ιηαΙεΓ βΓΐβοΙι. ιιηά Γοηι. δοιιΐρΐυτ: 5ϋ<3«ε5ΐ(1ευΐ5θΗε δαΗυΙΙίΙαΙ- 
ΐβΓ 1898 δ. 263. 

Ο. ΚεΓΠ, Ραυ1)'Λνί55θ\ν£ΐ, Κε!ΐ1εηε)Όΐορ. Βά. IV (1901) 5. 2763. 

Μ. Κυ1ιΐ3ηι1, Οίε Είευδίηίδοΐιεη Οοΐιίηηεη (5ΐΓ»38ΐιυΓ0 1901) 
δ. 11, 30, 58 «•. 

ΒρΓίη^εΓ-ΜίεΙίΗεΙίδ, ΟεβοΗίεΙιΙε άεΓ Κυηδΐ, Βϊηά Ι (1904) 
δ. 149-150 Γίδ. 68. 

' Μόνος ό Περβάνογλους έν τω ΦΜατορί (έ. ά.) γράφει 
δΙς 1858, βεβαίως έκ παραδρομής. 

' Ρ1ιίΙίο5, Εΐ6ΐΐ5ίδ σελ. 11 και 56 - 57. 



άνάγλυπτοι πλάκες τής μουσικής έριδος τοΰ 
Απόλλωνος προς τόν Μαρσύαν '. 

Είναι δε πεποιημένον έκ πεντε?^ισίου μαρ- 
μάρου έχον σπανίας τό μέγεθος διαστάσεις 
(ί)ψος 2,40, πλάτος 1,52, πάχος Ο, Η!). 

Αί έπ' αΰτοΰ εικονιζόμενα ι (ΐορφαι είναι 
υπερφυσικού μεγέθους, ήτοι αί μεν δΰο γυναί- 
κες εχουσιν ΰα|)ος 1,!)8, ό δε νεανίας Ι,βΟ. 
Τέλος τό άνάγ?ι,υπτον ΰι|ίος τοΰ λίίχν προστΰ- 
που άναγ?ιύφου φϋάνει μόλις μέχρι 0,05, 
οΰτοις ώστε νο[ΐίζει τις δτι πρόκειται περί 
ζωγραφίας μάλλον ή περί άναγ/.ύφου. 

Ή πλάξ έχει άνω καΐ κάτω πλαίσιον προέ- 
χον σμικρόν τό άνω πλαίσιον επεκτείνεται καΐ 
έπΙ τών πλαγίων π?>,ευρών τής π?νακός, αϊτι- 
νες εΐνε επιμελώς λελεασμέναι, ενώ ή όπισθία 
δψις είναι κατειργασιιένη μόνον δια χόνδρου 
εργαλείου, έξ ου καταιραίνεται δτι τό άνάγλυ- 
φον ήτό ποτέ άνατεθειμένον ώς κόσμημα τοί- 
χου μεγά?ιθυ οικοδομήματος καΐ δή άνακείμε- 
νον εΙς μικρόν ΰψος άπό τοΰ θεατοΰ, διότι, ώς 
ήδη παρά δοκίμων τεχνοκριτών παρετηρήϋη, 
αί έπ' αΰτοΰ παραστάσεις είναι πεποιημέναι 
ϊνα όρώνται έκ τοΰ πλησίον. 

Δεν υπάρχει έκφρασις ϋαυμασμοΰ, ην νά μη 
μετεχειρίσΟησαν πάντες οί περί τής κα/.λιτε- 
χνικής αξίας τοΰ ΰαυμασίου τούτου μνημείου 
γράψαντες απειράριθμοι και παντοεθνεΐς αρ- 
χαιολόγοι και καλλιτέχναι. ' 

Πάντες ούτοι συμφωνοΰσιν εις τό δτι ισά- 
ξια κατά τό κάλλος και κατά την τελειότητα 
έ'ργα έχει νά έπιδείξη μόνον ό γλυπτικός διά- 
κοσμος τοΰ Παρθενώνος, παραδέχονται δ αυτό 
ε'ίτε ώς έ'ργον τοΰ Φειδίου, εϊτε τών χρόνων 
και τής σχο?α|ς αυτού. Ή γνώμη τοΰ ΟνβΓ- 
1)βο1<, δστις μόνος ήθέ?ι,ησε νά υποβίβαση αυτό 
εις έργον τοΰ Πραξιτέλους, δεν εϋρεν οπαδούς. 

"Οσον δμως συμφωνοΰσι πάντες οί αρχαιο- 
λόγοι ώς προς την άξίαν τού ανεκτίμητου τού- 
του και αληθώς αξίου τής σμίλης τοΰ Φειδίου 
έργου, τοσούτο διαφωνοΰσιν ώς προς την έρ- 
μηνείαν τής έπ' αυτού παραστάσεως. 

' "Ιδε κατωτέρω τό περί τών ανάγλυφων τούτων κεφάλαιον. 



— 107 — 



Τα ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



Ή πρώτη των γνωμών, ή και νΰν έ'τι έχουσα 
τους πλείονας οπαδούς, είναι, δτι εικονίζονται 
ή Δημήτηρ και ή Κόρη, εχουσαι εν τω μέσω 
αυτών τον Τριπτό?ιεμον, και δη ή μεν δίδουσα 
στάχυς νΰν απολεσθέντας, ή δε στεφανοϋσα 
αυτόν. Την γνώμην ταύτηΛ', ύποστηριχθεΐσαν 
δια μακρών και πο?\,λάκις, κυρίως υπό τοϋ 
ΟνεΑεΛ", σφοδρώς έπολέμησαν ά?>,λοι τε καΐ 
ό λνεΙαΙίθΓ, δστις ήρ[ΐήνευσε την παράστασιν 
ως είκονίζουσαν τον μυστικόν "Ιακχον εν μέσω 
τών δύο Ελευσίνιων θεών. 

Τρίτην γ\'οηπ)ν προέτεινεν ό δίβρΗίΐηϊ, λέ- 
γων δτι πρόκειται περί Δη μητρός καΐ Κόρτ)ς, 
έχουσών εν μέσορ αυτών τον νεαρόν Πλοΰτον. 
ΚαΙ τάς τρεις δε ταύτας ερμηνείας αποκρούων 
ώς εντελώς αστήρικτους ό ΒοεΐΙϊοΗεΓ ύπεστή- 
ριξεν δτι δεν πρόκειται καν περί θεών, άλλ' 
απλώς περί τιμητικού μνημείου ε'ικονίζοντος 
Αθήναιον ευγενή «παΐδα άφ' εστίας μυη- 
θέντα» εν μέσω δύο θ'\'ητών ιερειών τών δύο 
πολιούχοον θεών της Έλευσΐνος. 

Κατόπιν άλλος Γερμανός αρχαιολόγος, ό 
ΡΙ&δοθ, παραδεχόμενος δτι ή μία τών θεών 
τοΰ ανάγλυφου έδιδε δημητριακά σπέρματα 
εις τον προ αυτής νεανίαν και ένθυ[ίηθεΐς δτι 
άθλον τών εν Έλευσΐνι αγώνων ήσαν οι δΐ]- 
μητριακοι καρποί, ήρμήνευσε τόν νεανίαν ώς 
άπλοΰν θνητόν νικΐ]τήν εις τους ρηθέντας αγώ- 
νας, λαμβάνοντα παρ' αυτών τών θεών τα αντί 
άθλων διδόμενα σπέρματα, εις άνάμνησιν δε τής 
νίκης αύτοΰ άφιερώσαντα κατόπιν τό άνάγλυφον 
ώς ανάθημα. Παρομοίως ό ΜϊΙεΙιΗοείβΓ έφρό- 
νει δτι πρόκειται περί αναθήματος μη αναφε- 
ρομένου εις μύθολογικήν τίνα σκηνήν, άλλ' εις 
την πραγματικήν έκείνην περίστασιν, ήτις θά 
έγένετο αφορμή προς άνάθεσιν τοϋ μνημείου, 
προτιμών οΰτω νά θεώρηση τόν εν τω μέσω 
τών δύο θεών νεανίαν ώς ευγενή τίνα Λ'εανί- 
σκον καθιερούμενον εις την ύπηρεσίαν τής 
λατρείας τών δύο θεών τής Έλευσΐνος, ή και 
ώς εύπατρίδην τινά νικητήν τών Έλευσινίων 
ίχγώνων. 

Τό περίεργον δε εΐναι δτι αί έριδες και αι 



διαφωνίαι δεν περιωρίσΟησαν μόνον εις τόν 
χαρακτήρα τοϋ μνημείου και τό όνομα τοϋ εν 
τω μέσίο τών δύο θεών νεανίου, άλλ' δτι έπε- 
ξετάθησαν καΐ ε'ις τό τίς ή Δημήτηρ και τις 
ή Κόρη ήτοι ή Περσεφόνη, παρ' δλην την 
σαφώς έπι τοϋ ανάγλυφου δεδηλωμένην μεγά- 
λην διαφοράν τής ηλικίας αυτών '. Οι μεν 
δηλαδή ύπεστήριξαν, δτι Δημήτηρ είναι ή προς 
τάριστερά τοϋ θεατού, οί δε τανάπαλιν. 

Ευτυχώς έπΐ τοϋ θέματος τούτου επήλθε 
πλήρης συμφωνία μετά την πρό τίνων ετών 
άνακάλυψιν τοΰ ετέρου Έλευσινιακοϋ ανάγλυ- 
φου ήτοι τοϋ λεγο[ΐένου ανάγλυφου τοΰ Λα- 
κρατείδου ', έφ'ού ή Κόρη έποιήθη κατά πιστήν 
άντιγραφήν τής θεάς ταύτιις τοϋ άνίχγίαιφου 
ημών, ώστε νϋν το πρόβ/ι,ημα υφίσταται κυ- 
ρίως ώς προς τό τίς ό εν τω μέσω τών δύο 
θεών νεανίας κ(λΐ τί ακριβώς συμβαίνει μεταξύ 
αυτού καΐ εκείνων. 

Προς τελείαν δε κατανόησιν τής θέσεοις 
τοϋ ζητήματος, άναφέρομεν δτι και αύτοι οί 
παντός άλ?ι.ου πεισματ(οδέστερον ύποστιιρίξαν- 
τες δτι πρόκειται περί ώρισμένης τινός μυθο- 
λογικής σκηνής όμολογοϋσιν δτι ουδέν άλλο 
μνη μείον τής αρχαιότητος εικονίζει ούτω τόν 
ήρωα καΐ την σκηνήν, ην παραδέχονται. Οι"τω 



' Ή διαφορά αίίτΐ) τής ηλικίας καταφαίνεται μεγάλως μό- 
νον δταν (ριοτίζηται τί) άνάγλυφον πλαγίως έξ αριστερών (ϊδε 
τίμ' ΐ'.τ' (Ιρ. 120 (1\•θρακοφι(ΰτοτΐ)πίαν τοϋ καταστήματος Άρ. 
Ρωμαΐδου), ι'ίτοιΰταν μένχ) τό πρόσοιπον τής Δήμητρος έν τή 
σκιά, έ\'(ρ αν άντιΟέτιος φιοτίζηται (οπιος π. χ. ή παρά τω 
Ονςτίίϋοΐ; ίχνογραιρική είκ(Γ)ν), ή διαφορά αΰτη μεγάλως έλατ- 
τοΰται, έξηγουμένης οΰτω κα'ι τής παραδόξου φαινομέλης 
απάτης τών μη δυνηθέντιον νά διακρίν<ι)σι τήν μεγάλην καβ' 
ήλικίαν διαφοράλ', ην ί|ί)έλΐ)σε νά δηλ(ί)σ[ΐ ό καλλιτέχλ'ης, εϊκο- 
νίσας τήν μέν Δήμΐ|τρα (ίις ώριμον μητέρα, τήν δέ Κόρην ως 
νεαράν και άκμάζουσαν γυναίκα τοϋ Πλούτωνος. Ή παρατή- 
ρησις αΰτη σχετιζομέλη προς δσα κατο)τέρ(ο θέλομεν άνοιπτύ- 
ξει περί τής αναθέσεως τοϋ μνημείου κατά τήν έποχήν τών 
εργιον τοΰ Περικλέους έν Έλευσΐνι, καθίστα πιθιινόν ϋτι τό 
μνημείον ημών έκόσμει αρχικώς τήν βορείαν έξοιτερικήν πλευ- 
ράν τοϋ Τελεστιιρίου, άνατεθειμένον αριστερά τής μιας τών 
δύο πυλών (ΐύτοϋ, εις ίίς περατοϋται ή πο(ΐπική οδός (ηι•* κα'ι 
υπ" έπ'ι τοϋ υπό τοϋ Φιλίου, ΕΙβυβίδ, δημοσιευθέντος τοπογρα- 
φικού πίνακας). Αί θέσεις αίΐται είναι έκεΐναι, ών τά γλυπτά 
κοσμήματα, αν εΐχον τοιαύτα, σπα^'ί(ος δέχονται τάς ήλιακάς 
ακτίνας έκ τοϋ δεξιού ήτοι δυσμ^κοϋ αυτών μέρους. 

- Διεθνής ΈφημερΊς τής Νομισμ. Αρχαιολογίας τόμ. 4ο5 
(1901) σελ. •1!)0, Πίν. ΙΘ'- Κ'. 



— 108 



Αΐι)^ηνπη άηχίΐϊκοη' ^ργίοΐ' 



π. /., ιΗ'ίό κχομεν /ιλιάίΐας πΓΧ(^ΐΓχατ(ίσρ.ο)ν Γρι- 
πτολέμου, ουδεμία (ίΐ')τ(7)ν παΐ)(»υσΐ(ίζι•.ι τον 
ίΊρ(ΐ)α ώς νεανίίχν ίατ(ί[ΐενον, κ(ΐ.\ ())\ άνευ τοΰ 
ίιπο δρακιητων οι>ρο[ΐί"νου αομίλτος αύτοϋ. 
Μι•γ(<λ(ικ δι- και προς άλ/.ηλους δΐ(Χ(ρ(ΐ)ΛΌΰπιν 
οί σο(()θΐ κ(χι ώς προς την σιιμαοίαν τών χει- 
ηοΝ'ίΐμκην το)ν [(ορ(| (Τ)ν κ(χΙ (ής προς τα άπο/.ε- 
οΟέντα αντικείμενα, άτινίχ αύται έ,κράτουν, ύ((ο- 
λογοΰαι ί)ε οτι, και δεκτή αν έγίνετο μία το)ν 
παρ ' αυτών προτεινομένων ερμηνειών, πλείστα 
(ίσα (χπο[ΐένοΐ)σι και πάλιν τα παρίχξενα, σκο- 
τεινά κ(/.ί σ(ί(| ιινείας δευμενα '. 

Προτιθέμενος \'Γ)ν να εκθέσω ϊδίαν και 
δλως νέαν έρμηνείαν τοΰ περΐΓρή(ΐου τού- 
του [ΐνημείου, βάσιν της εργασίας [ίου εΰηκα 
τον άρχίχϊον εκείνον όοισμον τοΰ ^\()υκιανοΰ -, 
καΟ'δν (χ?ιηϋί|ς ερμηνεία είναι ή σαφήνεια 
τών σχη[ΐ(χτο)\' . Επόμενους προ παντός θέλω 
πειραθή να καταστήσω (ί)ς οίον τε πίκρή τα 
έπΙ τοΰ μνιιμείου ΐ]μών σχήματα καΐ την σκί]- 
νήλ' ην δηλοΰσιν, ίνα κατ()πιν δείξω δτι υπάρ- 
χει περί(| ιιμός τις άττικοελευσινιακός μΰΟος, 
άριστα εφαρμοζόμενος εις το μντ]μεΐον ημών 
καΐ πάσας ανεξαιρέτως καΐ άπ?\.ούστατα έξηγού- 
μενος τάς μέχρι τοΰδε παραδόξους, παράξενους 
και ακατανόητους νομισΟείσας λεπτομέρειας 
αύτοϋ. "Ας ϊδωμεν λοιπόν εν πρώτοις, τί ακρι- 
βώς εικονίζει τό μνη[ΐεΐον αυτό καθ' εαυτό και 
ασχέτως πάσης μυθολογικής ερμηνείας. 

Αριστερά τοΰ θεατοϋ εικονίζεται, ώς κύριον 
πρόσωπον της δ?ιης παραστάσεως, μεγαλοπρε- 
πής σκηπτοϋχος γυνή, ωρίμου ήδη ηλικίας, 
προφαλ'ώς ή σκηπτοΰχος καΐ πολιούχος της 
Έλευσΐνος {)εά Λημήτι^ρ, ίσταμένιι προς τά 
δεξιά ούτως, ώστε άπαν σχεδόν τό βιχρος τοΰ 
σώματος αυτής φέρεται έπι τοΰ δεξιοϋ ποδός, 
ου δλον τό πέλμα πατεί στερεώς τό έ'δαφος, 
ενώ ό αριστερός πους προτάσσεται κατά τι. 



•1>κρει δε ποδήρΐ) και άχκιρίδθ)τον χιτώνα, έφ' 
ο π είναι έπιτεθειμένον έτερον έλαφ;ρόν και 
πάνυ βραχύ έπίβ?.ημα, [ΐόλις τό άνο) μέρος τί)ϋ 
σίόματος περιβά/.λον, κατα/.εΐπον δ "ακάλυπτους 
().μ([οτέρους τους βραχίονας. Την αύστηράς 
έκφ^ράσεως καΐ προς τον πρό αυτής νεανίαν 
κλίνουσαν κεφαλήν αυτής κοσμεί κόμη βρα- 
χεία, πενΰίμως κεκαρμένη και κατά τόν άπλού- 
στίχτον τρόπον έκτενισιιένη, ήτοι απλώς εις τό 
μέσον κεχωρισιιένη καΐ είς ουραίους λυτούς και 
κυματοειδείς βοστρύχους προς τόν τράχηλον 
κατερχόμενη '. 

Τών δε χειρών αυτής τήν μεν άριστεράν 
ύψοϋσα πρό τοΰ προσώπου στηρίζει έπΙ σκή- 
πτρου ίσούψοΰς (χύτή και κοσμου^ιένου διά 
συμβολικού άνθους, τιιν δε δεξιάν ύψοί πρό 
τοΰ πρό αυτής νεανίου, συμβουλάς ή κελεύ- 
σματα τίνα προς αυτόν σοβαρώς μέν, άλλ' εύ- 
νοϊκώς 'χπευΟύνουσα, πρΙν ή έγχειρίση αύτφ 
τό σμικρόν και δια χριόματός ποτέ δεδη/,ωμέ- 
νον, (χΐ( ανές δε νϋν άντικεί[ΐενον, δπερ έκράτει 
σηηγκτώς μεταξύ τών άκρων δύο τών δακτύλων 
αυτής, ήτοι τοΰ άντίχειρος καΐ τοΰ δείκτου, 
τους ?^οιπούς δε δύο δαχτύλους άπρακτοΰντας 
έχουσα καΐ συνεσταλμένους. 

Ό πρό αυτής μετά μεγίστου σεβασμού ιστά- 
μενος καΐ μεθ' ιεράς προσοχής προς αυτήν άνα- 
βλέπων μελλέφιΐ|βος νεανίας είκονΓζεται εντε- 
λώς γυμνός, μόνον τους πόδας έχων εν πεδίλοις 
διάπολ?>,ών ιμάντων προσηρ[ΐοσμένοις.Τό βάρος 
τού σώματος αυτού στηρίζει έπΙ τού αριστερού 
ποδός πατούντος δι' δλου τού πέλματος τό 
έ'δαφος, προτάσσει δε σμικρόν τόν δεξιόν πόδα, 
ου καΐ πάλιν ολόκληρο ν τό πέλ[ΐα πατεί τό 
έ'δαφος, δηλούμενης οΰτω τελείας ακινησίας 



' Χαρακτηριστική είναι ή φράσις τοϋ κ. Φι?.ίου γράφο\τος 
περί τοϋ ακατανόητου φανένιος αύτφ λυσικόμου της Λήμιι- 
τρας «άλλα μή τοϋτο μόνο\' έχει τό παραξενον τό έλευσινια- 
κόν εκείνο έργον ; ΑιΗβη. ΜίΙΙ. XX σελ. 252. 

" Περ'ι όρχήσεως. 36. 



' Ή άμεσίος κατώτερο) ση [ΐειιοΟησομένη κίλ-ησις της Κόρης, 
ή δηλοϋσα ϊσως δτι αΰτη νϋν μόλις άνέβη έκ τοΰ °./^δου, φ(ι>- 
τίζουσα τά βήματα αυτής διά τής καιούσης ^Λίμπάδος, Χνα 
κομίσΐ) τω μελ/^φήβφ τό χθόνιον δώρον ."τερι ου πρόκειται, 
ώς θά ϊδιομεν, δύναται ίσως νά έρμηνεύσ»! τό έπ'ιτή παρά 
Πλοϋτιυνι παραμονή αυτής πέ%'θος τής Δη μητρός, δπερ κατ' 
έμέ δηλοϊ τό κεκαριιένον τής κόμικς και τό δλιος άκόσμητον 
και σΰλ'οφρυ τής ,παραστάσειος αυτής, κατ' άλ-τίθεσιν .τρός τήν 
παράστασιν τής απέναντι αυτής άρτι έκ τοΰ "Αδου άνελθοϋ- 
ο)); Κόρης. 



— 109 — 



Τά ανάγλυφα πλην τοη> επιτύμβιων 



της μορορής ταύτης, ο)ς και της προ αυτοί3 
θεάς της ομοίως πατούσης το έδαφος. 

Άπό δε τοϋ δεξιοΰ ωμού τοΰ νεανίου κρέ- 
μαται μέχρις αύτοΰ τοΰ εδάφους μακρά χλα- 
μύς, άκάλυπτον καταλείπουσα δλον το προς τον 
θεατήν μέρος τοϋ σώματος, ένω ή προς τά 
κάτω τεταμένη και ολίγον όπισθεν τοϋ σώμα- 
τος φερομένη αριστερά αϋτοϋ χειρ ανέχει πτυ- 
χήν της χλαμύδος, ϊνα μη αΰτη σύρηται πολύ έπΙ 
της γης. Συγχρόνως δέ, ώς ϊνα δεχΰη το παρά 
της προ αύτοϋ ευρισκομένης γυναικός προσφε- 
ρόμενον άντικείμενον, ύψοΐ την δεξιάν αύτοϋ 
χείρα και συστέλλων τους λοιπούς αυτής δακτύ- 
λους προτάσσει αφελώς μόνον τον δείκτην αυτής ^ 
(ίδέ είκ. 83), υποδεικνυομένου οΰτω σαφώς, δτι 
ευθύς ώς ή ΔΊ)μήτηρ παύση ομιλούσα, ό άπό 
τοϋ νϋν εις την διάθεσιν της Δη μητρός τεθει- 
μένος δάκτυλος ούτος τοϋ νεανίου -θέ^^ει ταΰή 
έντε?νώς, ίνα δεχθή τό εις χείρας αυτής σμικρόν 
καΐ μεγέθους δακτυλίου δώρον. Επομένως τό 
δώρον τούτο ήτο, κατά πάσαν πιθανότητα, 
δακτύλιος, ούχι δέ ο)ς ύπετέθη μέχρι τούδε, 
δέσμη σταχύο)ν ΐ'] εις στάχυς, ή σπέρμα σίτου, 
ή κύλινδρος, ή πόρπη, ην τελευταίαν δίδει, κατά 
τόν ΒοεΐίίοΗθΓ ή Δημήτηρ τω νεανία ίνα κό- 
σμηση την χλα^ιύδα αύτοϋ ! Αληθώς και αν 
ύποτεΰτ], δτι ή χειρ τής Δη μητρός ήδύνατο νά 
κρατή εν τών αντικειμένων τούτων, βεβαίως ό 
νεανίας ουδαμώς ήδύνατο νά λάβη αυτό προ- 
τάσσων μόνον τόν δείκτην, συστέλλων δέ τους 
λοιπούς δακτύ?^.ους. 

Τέλος όπισθεν τοϋ με?ιλεφήβου νεανίου ϊστα- 
ται προς αυτόν έστραμμένη δαδούχος νεαρά 
γυνή ακμαίας καΐ θείας καλλονής, προφανώς 
ή κόρη τής Δή[ΐητρος Περσεφόνη. Τό βάρος 
τοϋ σώματος αυτής στηρίζει έπι τοϋ δεξιού 
ποδός, άπλα ώς ή Δημήτηρ πέδιλα φέρουσα, 
ένω ό μικρόν προς τά οπίσω φερόμενος αρι- 
στερός πους πατεί τό έδαφος διά τών άκρων 



' «Οίεδβ εείηο γ. Ηίΐηιΐ ίδΐ ηααΐι οΙ)εη Ηα16 ^εΰίίηοΐ ; (Ιίε 
(Ιτεί ΙεΙζΙεη Ρίπ^ετ νναΓεπ απ είη&ηάεΓ βεδαΗΙοδδβη >ιη(1 ^ε- 
ΙίΓαιηιηΙ, άετ Ζβί^είίη^εΓ ίΐιΐ5§ε5ΐΓεο1ίί > : Κείιιιΐέ, Βί1ι1\ν. Αΐΐιεηδ 
δ. Β4. 



τών δακτύλων, δηλουμένου οΰτο^ς δτι μόλις 
νϋν προσήλθεν εις τήν σκηνήν ταύτην ή περι- 
καλλής θεά, τό ύποχθόνιον αυτής βασίλειον 
καταλείπουσα. "Οσον δέ ή πρότερον περιγρα- 
φείσα Δη μήτηρ εΐναι απλή, αυστηρά καΐ άκόσ[η]- 
τος, τήν κό[ΐην, ώσεί πενθούσα επί τη απου- 
σία τής κόρης, κεκαρμένην έχουσα, τοσούτον 
έχει ή νεαρά σύζυγος τοϋ Πλούτο3νος έπι- 
[ΐεμελημένην και φιλάρεσκον τήν περιβολήν. 
Τήν κόμην αυτής, κομψώς καΐ μετά ιωνικής 
χάριτος άναδεδεμένην προς τό άνω όπισθεν 
μέρος τής κεφα?^ις, συνέχει ταινία• τόν γυ[ΐΛ'όν 
αυτής τράχηλον, τά ώτα και άμφοτέρας αυτής 
τάς χείρας κατά τους καρπούς έκόσμουν, νϋν 
απολεσθέντα, μετάλλινα (προφανώς χρυσά) ένώ- 
τια, περιδέραια και ψέλλια, ώς δεικνύουσα- αί 
εις τά οικεία μέρη τής πλακός σωζόμεναι μι- 
κραι όπαί, ήτοι δύο μεν παρά τους καρπούς 
αμφοτέρων τών χειρών, τρεΐς δέ περί τόν τρά- 
χηλον και μία εις τόν λοβόν τοϋ φαινομένου 
ώτός. Τό δέ σώμα αυτής περιβάλλει ποδήρης 
λεπτός καΐ μετά βραχειών χειρίδίον χιτών ζωη- 
ρώς ύπεγειρόμενος κατά τό στήθος ύπό τών 
κυδωνιώντο)ν μαστών αυτής, ών καΐ μόνον τό 
νεανικόν σφρίγος, κατ' αντίθεσιν προς τους 
μητρικώς π?ιθυσίους καΐ ήδη μικρόν καταπί- 
πτοντας μαστούς τής ετέρας θεάς, ήρκει ν άπο- 
δείξη δτι αΰτη μεν ή Κόρη, εκείνη δέ ή Δη[ΐή- 
τηρ. Υπέρ δέ τόν χιτώνα φέρει έπίβλημα 
θαυμασίως πτυχούμενον, οΰτω δέ άπό τοϋ 
αριστερού αυτής ώμου καταπίπτον, ώστε αφή- 
νει άκάλυπτον τό στήθος καΐ αμφότερους τους 
βραχίονας, ών ό αριστερός κρατεί μεγάλην 
καίουσαν λαμπάδα στηριζομένην έπι τοϋ εδά- 
φους καΐ τοΰ ώμου αυτής. Τέλος — έπΙ τούτου 
δ' επικαλούμαι συμπασαν τήν προσοχήν τοϋ άνα- 
γνώστου — τί^ν δεξιάν αυτής χείρα έγείρουσα 
στηρίζει έπΙ τής κορυφής τής κεφαλής τοϋ 
πρό αυτής μελλεφήβου νεανίου, ήμικ^^είουσα 
μεν τους τρεΐς τελευταίους και επί τής κε- 
φαλής στηριζθ[ΐένους δακτύλους, διά δέ τοϋ 
άκρου τοΰ άντίχειρος και τοΰ δείκτου ποιοϋσά 
τι έπι τής κορυφνής τής κεφαλής τοϋ νεανίου, 



110 



Αΐϋ^ηυοα άηγαϊκών ΐηγ<οι• 



κίίτίί τί|ν ρ,νέργεκ/Λ' τοπ ό.τοίοιι ιιργά?.ως προσί- 
7/1 κ?ανουσα την κι-((αλΓ|ν. Σΐ|ΐΐΡΛωτέον ί^ε οτι 
λίορίς τοΠ (Χνο.) [ΐερους τοϋ περιγρ(/.ΐ((ΐ(λτος της 
■•Λΐχ{>α\\\ς τοϋ νείχνίου, εορ'ής (/κρι(1ο)ς ενεργεί ή 
χειρ της ΙΙερσε((ΐόνιις, «((ιείΟΐ) παραί^όξοις, άλλο. 
και σκοπίμως, ύπο τοΰ κα/ι/ατέχνου εντελώς 
ανεπεξέργαστος, όπερ (^ί•ν αιΐιι[)(/.ίνει κ(/.ι εΙς τάς 
άλλας ί^ύο κεφάλας της παραστάσεως, αν και 
αυτί/ι είναι ιη|ηιλ()τερον τών βλε[ΐ|ΐάτ(ον τών 
ϋεατών. Σημειωτέον προς τούτοις οτι ακριβώς 
προ τοΰ [ΐετώπου και π?α]σιεστατα τοϋ άκρου 
της κόμΊ|ς τοϋ μελλε(()ήβου υπάρχει επΙ της πλα- 
κός όπί) [ΐείζων ή αϊ παρά την δεξιάν χείρα της 
Κόρης, προς στερέωσιν άντικεΐ[ΐεΛ'ου τινύς εκ 
μετιίλλου, νϋν απολεσθέντος ('ι'δε ΙΙίν. ΧΧ\'). 
'\\ τ(')σον δε σαφώς δεδτι?.ωμενη ενέργεια της 
δεξιάς χειρός της Περσεφόντις, ενέργεια ήτις 
θα παράσχη ή[ΐΐν την κλεΤδα προς έρμηνείαν 
τοϋ ανεκτίμητου τούτου ΓρειδιακοΠ [ΐνημείου, 
παρενοήϋη μεγά?^ως υπό πάντων τών έρ[ΐιι- 
νευτών. Ύπέλα(5ον δηλαδή οί μεν οτι ή Κόρη 
εύ?ιογεΐ τον νεανίαν, λησμονοϋντες οτι ή δια 
χειρονο[ΐίας ευλογία ήτο εντελώς άγνωστος 
τοις άρχαίοις• άλλως δε ουδέ νϋν οί εύλογοϋν- 
τες στηρίζουσιν οΰτω την χείρα επΙ της κε- 
φαλής τοϋ εύλογου μένου, άλλ' ύπερέχουσιν 
αυτήν εύλογοϋσα\'. "Αλλοι πάλιν καΐ δη οί πλεί- 
ονες τών άρχαιο?.,όγων παραδέχονται οτι ή Κόρη 
εθηκεν ΐ'] θέτει έπΙ της κεφαλής τοΰ μελλεφή- 
βου [ΐετάλλινον στέφανον, νϋν δε απολεσθέντα, 
δστις παραδόξως ί)ά ένεγομφοϋτο επί [ΐό\'ης τής 
προ τοΰ [ΐετώπου αύτοϋ οπής. Άλλ' ή σύγκρι- 
σις προς άπειρα [ΐνη[ΐεΐα είκονίζυντα στεφα- 
νώσεις καταδεικνύει οτι ή χειρονομία τής θεάς 
ημών είναι εντελώς διάφορος, διότι ουδείς 
στέφανων στηρίζει μέρος τών δακτύλων έπι 
τής κεφαλής, ουδέ κρατεί τον στέφανον δια 
μόνου τοΰ άντίχειρος και τοϋ δείκτου, ουδέ 
τόσον [ΐεγά?\.ως εντείνει την προσοχΐ|ν αύτοϋ 
έπι ώρισμένου ση[ΐείου τής κεφαλής τοΰ στέ- 
φανου μένου. Πλείστα άλ?ν,α μνημεία δεικνύου- 
αιν ότι προς προσαριιογίμ' μεταλλίνου στεφά- 
νου έπι άναγλύπτων έργων έχρειάζετο σειρά 



οπών περί την κείραλι'ιν έπΙ τοΰ μαρμάρ(^υ \ 
ούχΙ δέ μία καΐ μόνη, και αί5τη (ΐάλιστα τεθει- 
μένΐ] παρά το έτερον τών άκρων τής κεφαλής. 
Άλλως δ' είναι και άτοπον νά παραδεχ{)ο)μεν 
()τι ό τεχνίτης ϊ)ά ήνοιξε μίαν μόνην ύπήν προς 
προσαρμογήν τοϋ στεφάνου, δύο δέ καΐ τρεις 
προς έγγόμφιωσιν εκάστου τών πολλψ έλαφρο- 
τέρο)ν και μικρότερων κοσμημάτο)ν τής Κόρης, 
ήτοι τών ψελλίων καΐ περιδερ(/.ίο}ν. Τέ?Λς 
άλλίλς τΐλ'άς γνώμας άρχαιολόγο)ν, οΐαι π. χ. 
εκείνα ι, κίχΟ' ας εν τη προ τοΰ μετο)που οπή 
ταύτη ένεγομφοϋτο τέττιξ χρυσούς ή στλεγ- 
γίς (!), 'ίσως εΐναι περιττόν νά μνημονεύσο). 

Ίίρωτάται ?.οιπόν νϋν: τί δύναται νά ενεργή 
ή θεά αύτη ιιετά τόσι^ς προσοχής έπι τής 
κεφ^α/ιής τοΰ προ εαυτής (ΐε/.λεφήβου; Ότε το 
πρώτον άντελή(ρθην τοΰ τρόπου, καΰ ' δν αύτη 
μητρικώς ενεργεί δι' άκρων τών δακτύ/ι,οη' έπΙ 
τής κεφα?ιής, ένεθ'υμήΟην αμέσως τον άρχαΐον 
(ΐΰΟον -, καθ' ί)ν ύ Ποσειδών έποίησεν άΟάνα- 
τον τον έ'γγονον αύτοϋ και υίόν τοΰ βασιλέως 
τών Ταφίων Πτερέλαον, < εν τ ή κεφα?ι.ή χρυ- 
σή ν ένθείς τρίχα >. Ή δέ συνέχεια τοϋ μύθου, 
καθ' ήν ό Άμφιτρύων στρατεύσας έπι την 
Τάφον άχρι μέν ούν εζη ό Πτερέ/.αος, ούκ 
έδύνατο την Τάφον έλεΐν, ως δέ ή Πτερελάου 
θυγάτΐ]ρ ΚοιιαιΟώ έρασθεΐσα Άμφιτρύο)νος 
τί|ν χρί'οήν τρίχα τοϋ πατρός εκ τής κεφα/αής 
έξείλετο, τοϋ Πτερελάου τελευτήσαντος έχει- 
ρώσατο τάς νήσους άπ(ίσας (τών Ταφίων)», 
ιιυσαχθεις κατόπιν καΐ κτείνας τιιν προδ()τιν 
τοΰ πατρός αυτής Κοιιαιθο'), ή συνέχεια λέγω 
αυτί] ανέ[ΐνησέ με άμέσο)ς οτι τόν αυτόν ακρι- 
βώς μΰΰον, καΐ δή ο)ς πρωτότυπον πάντο^ν τών 
πολυπ?ιηθών ομοίων παραλλήλων μύθοίλ', γν(ΰ- 
ρίζομεν ακριβώς και περί τοΰ Νίσου ^, ήτοι τοϋ 



' "Ιδε το κατωτέρω περιγραφόμενον εξ Επιδαύρου άνάγλυ- 
φον (μετόπΐ)ν) τοϋ Διός. 

-' Άπολ/.ο&ώρου 2, 4, δ και 7. — Τζέτζου Σχόλια εις Λυκό- 
φρονα στίχ. 932 κα'ι 939 και Βφ/.ίον ιστορικής (Χιλιάδες) Β', 
περί 2αμψώ\' στίχ. 534 κε|. 

^ Τάς .ιηγάς ϊδε συ\ηθροισμένας νπο 'νίΛξη&τ εν ΚοδοΙιβΓ'ϊ 
ΜχΐΚοΙ. Ι,εχ. Β<1. III 5. 425-433 έ. λ. Νίβοδ. — δΐοοίιε, Οε Νίβο 
ει δο>•11& ϊη ανεδ ιηυΐηΐϊδ. 1'γο|;γ. ΒεΓϋη 1884. — Πβλ. ΚοϊοΗβΓ 
έν ΒεΓϋηεΓ ΡΗίΙοΙ. λΥοοΙιεηδοΗΓίίι 1884 5ρ. 1542 β. — ΡγοΙΙεγ- 



111 



1δ 



Τά ανάγλυφα πλην των έπιτυμβάον 



πρώτου μυθ ικοϋ Άθιιναίου ήγε[ΐόνος τών Με- 
γάρων και αυτής της Έλευσΐνος, έν τ) άνεκαλύ- 
φθη το άττικοελευσινιακόν μνη μείον ημών, εφ ' 
ού βλέπομεν την θεάν Περσεφόνην ενεργούσαν 
ακριβώς ώς ει ένέθετεν άντικείμενόν τι ε'ις την 
κοηυφήν της κεφα?α~]ς τοΰ προ αυτής νεανίου. 




Είκών 83. 

"Εθηκα λουτόν αμέσους ε'ις έμαυτόν το ζή- 
τημα: μήπως ό λεγόμενος Τριπτόλεμος, "Ιακ- 
χος, Π/ιοΰτος και εϊ τι άλλο, νεανίας τοΰ άνα- 
γ^^,ύορου ημών, εΐναι αυτός ό Αθηναίος ήγε[ΐο- 
νίδης τών Μεγάρων καΐ τής Έλευσΐνος Νΐσος, 
δεχόμενος έν τή κεφαλή ώς θείον δώρον παρά 
τής ετέρας τών Ελευσίνιων θεών τί|ν περίφη- 
μον χρυσή ν τρίχα ή πλόκα[ΐον χρυσών ή πορ- 
φυρών τριχών; 

Ό Νΐσος είναι κυρίως γνωστός και περί- 
φημος εκ τοΰ εις την γεροντικήν αύτοΰ ήλι- 
κίαν αναφερομένου τραγικού εκείνου μύθου, 
καί>' δν ή νεαρά Ο-υγάτηρ αύτοΰ Σκύλλα, εϊτε 
έρασθεΐσα τοΰ πολιορκοΰντος τά Μέγαρα βα- 
σιλέως τής Κρήτης Μίνωος, εϊτε δώροις παρ' 
αύτοΰ διαφθαρεΐσα, κείρει νύκτωρ τάς έν τή 
κορυφή τής κείραλής τοΰ κοιμω^ιένου πατρός 
Ν ίσου υπάρχουσας χρυσάς αθανάτους τρίχας, 
ας έφ'δσον εΐχεν έν τή κόμη ό Νΐσος ήτο κατ" 



ΚοΙίΕΓΐ, ΟπεοΗ. ΜγΐΗοΙ. 3. 619. — Περί των όμοί(ι)ν περί τρι- 
χών, οΤαι αΐ τοΰ Νίσου, νεωτέρων παραδόσειον ΐδε Ι. Ο. Κια- 
ζοΓ, ΤΗβ ξοΐάβη Ιιοιι^Η (Ι^οπάοη 1900) Τόμ. III- σελ. 358-360. 

— ΙΙϊΙιη, θΓίβοΗί3οΙΐ6 υηιΐ αΙΙίαπεδίδαΗε ΜαΓοΗεη Ι, 127. II, 282. 

— Β. δοΐιιηΐάΐ, ΟιίεεΙιϊδοΗε ΜϊΓεΙιεπ, 5α§:εη ιιικί ΥοΙΙΐδΙίεάεΓ 
ρ. 91 5<}, κα'ι Οαϊ Υοΐωοί^εη άβΓ Νευ^ΓίεοΗεη ρ. 206. — Ο. Α. 
ννίΐΐίοη. Οίε δίιηδοηεαββ ΰί Οι,/α 1888 Ν 5". 



άπόφασιν τών ϋεών τελείως ασφαλής από 
παντός κινδύνου αυτός τε και τό κράτος αύτοΰ. 
Κατόπιν ή Σκύλλα κομίζει εις τον πολιορκη- 
τήν Μίνωα τόν άποκαρέντα πλόκαμον, άλλ' 
ούτος κυριεύσας ήδη τά Μέγαρα καΐ φονεύσας 
τΟΛ', ώς ό Σαμι|)θ)ν, άνανδρην καταατάντα 
Νΐσον, αποκρούει αυτήν ώς μυσαχθείς τήν 
προδότιν τοΰ πατρός καΐ τής πατρίδος αυτής. 
Τότε δε ή Σκύλλα καταποντισΟεΐσα [κη'η ή 
υπό τοΰ Μίνωος, εις τό πηδάλιον τοΰ πλοίου 
αύτοΰ προσδεθεΐσα καΐ διά τοΰ Σαρο)νικοΰ 
συρθεΐσα, [ΐετα^ιορφοΰται κατά τινας μεν εις 
τό άπαίσιον και έν τή θαλασσή πετρωμένον 
γνωστόν τέρας, κατ' άλλους δε εις τό πτιινόν 
κεΐριν ή έρωδιόν, δστις και νΰν μετά λύσσης 
καταδιώκεται υπό τοΰ άλιαέτου, εις δν κατά 
τάς αύτάς παραδόσεις μετειιορφώΟη ό πατήρ 
αυτής Νΐσος. "Ελ/.ηνες καΐ Λατίνοι τραγικοί 
ποιηται και μυΟογράφοι έπραγ[ΐατεύ{)ησαν 
π?ιειστάκις τον μΰ9ον τοΰτολ', δν και παρ'ήμϊν 
κατέστησε γνωστότατον ποπ)τής έκ τών πρώ- 
των λα[ΐπρυνάντων τόν νεοελληνικόν Παρ- 
νασσόν. Δυστυχώς ό εις την γεροντικήν ήλι- 
κίαν τοΰ Νίσου αναφερόμενος [ΐϋΟος ούτος 
άπερρόφησεν έπι τοσούτο τήν προσοχήν πάν- 
των τών αρχαίων μυθογράφων, ώστε ουδείς 
αυτών έμντ)μόνευσέ τι περί τής παιδικής ή νεα- 
νικής ηλικίας τοΰ Νίσου καΐ τοΰ τρόπου και 
χρόλ'ου καθ' δν, ώς ό Πτερέλαος, θά άπέ- 
κτ)]σε τό θείον δώρον τοΰ πλοκάμου τών αθα- 
νάτων τριχών. 

Άγνοοΰμεν λοιπόν αν ή κόρη τής Δήμη- 
τρος Περσεφόνη εΐναι ή ένθεΐσα, ώς μαρτυρεί 
τό ανάγλυφυν ημών, εις τήν κόμην αύτοΰ τάς 
χρυσάς τρίχας. Άλλ' ό έντε?αος παράλληλος 
μύθος περί τοΰ Πτερελάου, τοΰ παρά τοΰ 
πάππου θεού Ποσειδώνος λαβόντος ό[ΐοίας 
ακριβώς τρίχας, ας ομοίως ύπό τής θυγατρός 
αύτοΰ Κομαιθοΰς προδοθείς απώλεσε, κυρίως 
δε αϊ πολυπ?ν.ηθεΐς άρχαΐαι [ΐαρτυρίαι, καθ' ας 
τά τοιαύτα θείαν και μαγικήν δύνα[ΐιν έ'χοντα 
δώρα, — ήτοι αθάνατοι τρίχες, ώς αϊ τοΰ Νίσου. 
μαγικοί δακτύλιοι οϊος ό τοΰ πολυχρύσου βα- 



112 



ΙΙΐ>ώτΐ} αΐί^ουοα εογιον της Κ' κ<ά Δ ' ΗκατονταΕτηοί<\<>ς 



σιλκως των Λυδών Γύγου, πίλοι αφανή κ(ίί)ι- 
στ(7)ντι•ς τον φέροντα, οΊα ή περί(ριΐ[ΐος κι>νΓ| 
τοϋ ΙΙλούτίονος, — ί^ί^οντο ουνήΟοος ύπο των 
κ(ίτ«χί)ονίο)ν Ιΐτών, π. /. τοΰ ΙΙ/α)ύτωνος και 
τοΰ 'Κο[ΐ()Γ' ', κ(/.ι ή Ο'Ι'^Ί Ι'αρτυρία Δίωνος τοϋ 
Χρΐ)σοπτ()[ΐου -, οτι αϊ χρυσαΐ τρίχες τοΰ Νίσου 
ήσαν ί)ΐ|σ(ίΐιρος πάρα Όεοϋ» δοθείς, καθι- 
στώσι πιί)(η'(ί)τ(ίτ<)ν. τΓ| βοηΌεία δε και τοϋ 
Έλευσινιακοΰ ί|μ(Τ)ν μνΐ|ΐιείου (βέβαιον, δτι ό 
Νίσος ελα|•ίε το θείον εκείνο δώρον ύπο της 
συζύγου τοϋ καταχθονίου Όεοΰ Π?ι.ούτωνος, 
βασιλίασΐ|ς δε τοϋ "Αδου Περσεφόνΐ)ς, Ουγα- 
τρος της Λή μητρός καΐ θεάς πολιούχου της 
ΈλευσΤνος, έ(()' ης ήρξεν ό Ά{)Ί)νοΐος ούτος 
ήγειιονίδης Νΐσος. 

Τί|ν υπό της Περσεφόνιις δε προς τον Νΐσον 
δωρεάν τοΰ αθανάτου πλ<)κάΐ(ου καΒιστώσι 
πιθανο)τάτΐ]ν και αί εξής παρατηρήσεις. 

Είναι πασίγνωστον εις τους άρχαιο?ιόγους 
δτι τάς κορυφάς των κεφαλών πολλών [ΐυθο- 
λογικών οντωΛ' και δη σφιγγών, Ιππέων, πτε- 
ρωτών μορφών και [ΐάλιατα σειρήνων, κο- 
σμοϋσιν έλικες λωτοϋ, ο^ς ουδέν άλλο όμοιά- 
ζουσαι προς τής Γοργυνος καΐ τοϋ Νίσου τά 
αθάνατα τής κόμης πλόκια. 

Πάντα τά μυθολογικά ταϋτα οντά είναι, ώς 
ορθώς ήδη άνεγνωρίσθΐ], χθονίου χαρακτή- 
ρος"*• αί σειρήνες [ΐάλιατα ρητώς κ(/.λοϋνται 



' Λουκιανού ΠλοΙον ή Εϋχαί, 42. «Έγώ δέ βούλομοι τον 
Έρμήν έντυχόντα μοι δοϋναι δακτυ?.ίους τινάς και τοιούτους 
τι'ιν δύναμιν, ένα μέν ώστε άεΐ έρρώσΟαι και ύγιαίνειν τό 
πώμα. και ατρ(ι)τ()ν είναι και ά.ταθί), έτερον δέ ύ>ζ μ\\ όριίσΟ(ΐι 
τύν περιΟέμενυν, οίος ην ό τοΰ Γύγου», κτλ. κτλ. — Ηλιοδώ- 
ρου, ΑΙθιοπικά 4, 8. 5, 13-14. 8, 11. — Άπολλοδ. 3, 7,3. — 
Παυσαν. 8, 47, δ κτλ. "Ιδε κυρίως τά περί τής κυλης τοϋ 
"Αδου μυθεύματα. 

- Λόγοι, 64. — Πβλ. και τύν νν^^ηει ε. ά 3. 429: Όαβ 
ΡαΓρυΓΐΐ3.αΓ ίβΐ ίβάβηίϊΠβ αυοΗ ΐ3θί Νί5ο5 <135 Οηίάεη^εδοΗεπΙί 
είπεδ ζοΙΙΙίοΗεη ΥϊΙεΓΒ οάετ ϋοαηεΓ5, «'εΙοΗεδ άίε δίεΚεΛείΙ 
άβΓ νοη ίΐιιη ΙιεΙιοΓΓβοΙιΙεη δΐ&άΐ ϊη ϋΐιηΐίοΐιεη ΝΥείβε νεΓίιϋΓ^Ιε, 
\νίε εΐινα (135 ΡϊΠ^άίοη άίο νοιι ΤΓοία, οάεΓ (3ίε ΟοΓ^οηβηΙοοΙιε 
ά\α νοη Τε^εα». 

' <ί}β<1ε5 ιηίΐ άετ Ι^οίοδίαηΐϊε ^εδοΗηιϋοΙίΙε \νε5ειι, 2ε1βδ^''^^ 
οίΙοΓ υη^εΗϋ^εΙΙεδ Εί<1ο1οπ, άετ ΓείΙεηάε Ηετοδ, (ϋε δρΗίηχ, 
\νίΓά ιΐϊΐηίΐ αΐ5 εΗίοηίεοΗεΓ ΝαΙαΓ ^εΐίοηηζείεΐιηεΐ : Ο. ΧΥείοΙίεΓ, 
ΟεΓ δεείεηνο^εΐ δ. 1(5. — ΡυοΗδίείη, Κ)•Γεη3βί5εΗε ν^δευ ; ΑγοΙι. 
Ζείι. 1881, Ταί. ΧΙΠ, 2, 3, 6. 



χΰόνιαι κ<)ραι> τεταγμέναι υπό τάς άμεσους 
δΐ(ίτ(/.γάς τής Περσε(ρόνης '. Έπι δέ περιερ- 
γοτάτων δακτυλιολίΟων - (εικόνες ΗΑ-Ηϋ), ών 
"δέν είναι επαρκείς αί μέχρι τούδε δοΰεΐσαι 
έρμηνεΐαι )^ άλλ'οϊτινες εΐναι τά μόνα μοι γνο)- 
στά [ΐνημεΐα, άτινα παρουσιάζουσι δράσιν 
<ηιοί(ίν προς τήν τής ΓΙερσεφόνΐ|ς τοΰ έ/χυ- 
σινιακοϋ ημών άναγ/.ύφου, β?.έπομεν τον χθό- 
νιον Έρ[ΐήν ενεργούντα πρώτον μέν 0)ς ει 






Είχ.<1ι 



ΕΙκών 85 



ΕΙ/.ών 86. 



μετά προσοχής αναζητεί τι ττ| δεξιά έπΙ τής 
κορυ((ής τής κεφαλής μιας των σειρήνων 
τούτων, ης κρατεί τον πα)γο3να διά τής αρι- 
στεράς, ίνα μη κινήται ή κεφαί.ή (είκών 84 και 
85), δεύτερον δέ, έπι παρα?ι,λαγής τοϋ αύτοΰ 
τύπου, βλέπομεν τον αύτύν Έρμήν βιαίως 
άποσπώντα τή δεξιά τον ήδη άνακαλυφΟέντα 
πλόκαιιον καΐ προς τούτο σφίγγοντα τή αρι- 
στερά τον ?ιαιμόν τής σειρήνος, ίνα εύκολο)- 
τερον καΐ ταχύτερον απόσπαση τον πλόκαμον ^ 
(είκών 8 β). 



' Εύριπιδ. 'Έ,)~έντ] στ. 167 κέξ. — Ση[ΐ«ιο)τέον προς τούτοις 
δτι αί σειρήνες λέγονται ίίτι <καί ποτέ Δηοΰς Ουγατέρ' ίφθί- 
μΐ)ν ( δηλαδή τήν ΠερσεφοΛην ) άδμήτ' ετι πορσαίνεσκον 
άμμιγα μελπόμεναι» ("Απόλλων. 'Ροδ. Αργοναυτικών Δ', 896 
κέξ.), συιιπαίζουσαι μετ' αυτής έπΙ τών λεΐ[αί)νων τοϋ Άχε- 
λιήοΐ', μετά δέ τήλ' άρπαγήν δτι έζήτησαν αυτήν άνά πάσαν 
τήν γήν και θάλασσαν Ορηνοΰσαι διά τήν άρπαγήν τής Περ- 
σεφόνης. Πβλ. κα'ι Ονίά. ΜεΙ. V. 551 κέξ. — ΗγξίΏ. £26. 141. — 
Μ)Ίΐιο2. 1.31. Ι, 186, II, 101.— Ευσταθίου 817, 31, 1709, 25.— 
0ΐ3ΐι<1., ΚαρΙ. Ρτοδετρ. ΙΠ, 180, 254. — \νείο1:εΓ, Όετ δεείεη- 
νο^εΐ δ. 73. 

- ΙιηΙιοο{- ΒΙυηιεΓ υηιΐ ΚεΙΙεΓ, ΤίεΓ-αηιΙ ΡίΙ&ηζεηΙιίΜεΓ 26, 
33. — ΓοΓίΏ-αη^ΙεΓ, ΟεδοΙι. δίείηε ίιη ΑοΙίςαίΓίοιη η" 371 κα'ι 
Όίε ΐπΐίΐ^εη ΟεπιπίΒη Τ3£. 19, 50. 

' ννείοΙίεΓ ε. ά. σελ. 12, 5. 

* Κ. ΟαεάεεΗεηί, Οε θΓ3εΪ5 ρ. 36. Τϊί. Ι, 4, έξ οδ ελήφθη 
και ή είκιον ημών άρ. 86, ένθα δμιος ανακριβώς τό πλόκιον 
εικονίζεται ώς έχον κορυφήν ήλου- άκριβεστέραν εικόνα ϊδε 
παρά ΓυτΙη-ϊη^ΙεΓ, Οεπιιηεη Ύαί. XIX, 49 (δ. 49). ένθα πά/αν 
εσφαλμένως τό πλόκιον περιγράφεται ώς μικρά ράβδος. Περί 
τών αυτών δακτί'λιολίθιον ϊδε κα'ιΤδΙΙίεη, ΕτΙίΙϊΓ.νεΓζείοΙι. 



— 113 



Τα ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



Ό Έρμης αποσπά το αΟάνατον π?.όκιον, 
ϊσο3ς ϊνα κομίσ|) αυτό ώς δώρο ν προς τι\'α 
εύνοούμενον νπ αύτοϋ ΰνητον (πβλ. Λουκιαν. 
Π?ιθΐον, 42). Κατά μείζονα λοιπόν ?^όγον δυ- 
νά[ΐ,ει)α να ύπολάβωμεν δτι ήδύνατο να πράξΐ] 
το αχιτο και ή κυρία των σειρήνων Περσε- 
φόνη, ίνα πορισΟΓ) τον «άϋάνατον» πλόκαμον 
δια την κεφαλήν τοϋ Νίσου. Τοϋτο δε δυνά- 
μεθα τοσούτίο μάλλον εύ?ιόγο3ς νά παραδε- 
χθώμεν, οσω αί έπΙ της κεφ'α?.ής των δια- 
φόρων χθονίων όντων έντεΟειμέναι έλικες 
έ'χουσιν ήδη άναγνωρισθη ώς την ά{)ανασίαν 
σημαίνουσαι, καί)' α και ή άΒάνατος> ϋρΐξ 
τοΰ Νίσου. Οΰτο) π. χ. έπΙ κυρηναϊκής κύλι- 
κος τοϋ Τ' αιώνος π. Χ. απεικονίζεται συμπό- 
σιον οσίων ήρώο^ν εν "Αδου κατακεκλΐ[ΐε\'ω\', 
καθ' δ σειρήνες και άλλα πτερωτά χθόνια 
δντα προσαρμόζουσιν εις τάς κεφάλας τών 
ρηθέντων ήριόων τοιαύτα πλόκια λωτοΰ εις 
ση μείον τής νϋν αθανασίας αυτών ^ 

Ώς παρετηρήθη ήδη, ή σημασία τών πλο- 
κίων τοΰ λωτοΰ κατάγεται εκ τής πίστεως τών 
Αιγυπτίων περί τής ιδιότητος τής ψυχής τοϋ 
νά μεταβάλλ^ιται εις άνθος λωτοΰ, δστις οΰτως 
ένετίΟετο και έπι τών κεφαλών τών νεκρών ώς 
σύμβολον τοΰ άφηρωϊσμοΰ αυτών. Έκ τών 
ΑΊγυπτίιον παρέλαβον τήν τελευταίαν ταΰτην 
συνήθειαν οι γείτονες αυτών Κυρηναΐοι και 
άλλαι έλληνικαι χώραι ύπαχθεΐσαι άπ' ευθείας 
εις την έπίδρασιν τής Αιγύπτου '-. "Οτι δε και 
τά Μέγαρα, ή πατρίς τοϋ Νίσου, δέον νά λογι- 
σθή μεταξύ τών χωρών τούτο)λ', δεικνύει ή 
καθαρώς μεγαρική παράδοσις ή λέγουσα : 
«Λέλεγα (τον πάππον τοϋ Πύλα, πενΟεροΰ τοΰ 
Νίσου) άφικόμενον εξ Αιγύπτου βασιλεΰσοι 
εν Μεγάροις και τους Μεγαρείς Αέλεγας κλί)- 



<1. 3ηΙ. δίοίηε <3β5 ΒογΙ. Μυϊουηι II, 1, π" δ!•. — \νίη1ίο1ηιαηη, 1)05- 
οιίρΐίοη ά65 ρίί'Γ. 2ΐ-3ν. ά. ί. Β. δίοδοΗ, II, VIII, η" 407. — Ρα- 
ηοίΐ^α, ϋΐ36Γ νοΓίο^εηε Μ)Ίΐιοη : ΑΙιΗαιιάΙ. άετ ΒογΙ. Αΐϋΐά. 1!^:3ί) 
Τ3ί. Ι, δ. 19. — €ΓεϋζεΓ, δχηΛοΙ. II, Ι, ΎάΌ. VI, ιιο 2.•ί, ρ. 203. 
— ΟβΛαΓά ; ΑγοΗ. Αηζεί^. 18.51 ρ. 93. — \νίβ5εΐ6Γ, ϋεηΐίΐη. ^1. 
αΐΐ. ΚυηδΙ II, V. Ύώ. Ι>Χν, 840. — ΒΓαυη, ΒιιΙΙεΙ. ί1. ΙπδΙ. 
1839, ρ. 100. 

' λΥείοΙίΕΓ έ. ά. σελ. Ιδ. 

-' λΥείοΙιεΓ έ. ά. 16. 



θήναι έπι τής αρχής αύτοϋ '. Κατά ταύτα έκ 
τής αιγυπτιακής αθανάτου έ'λικος λωτοΰ οί 
"Ελληνες τής Μεγαρικής θά επ?\.ασαν τον επί- 
σης άθάνατον ταυτόσημων ελικοειδή πλόκαιιον 
τής κόμης τοΰ Νίσου. Σημειωτέον δ' δτι και ό 
ημέτερος Τσούντας " φρονεί, δτι αρχικώς οί 
έπι τής κεφα?ιής τών γρυπών, σφιγγών κ?ατ. 
λόφοι, «ουδέν άλλο παρίστανο\' ί'] πλοκάμους 
τής κόμης, δπο^ς είναι οί έκ μέσου τής κεφαλής 
τώνπηλίνων ειδωλίων εξερχόμενοι καΐ υπεράνω 
τής στεφάνης έπι τών νώτων καταπίπτοντες, 
καΐ δτι καΐ αυτά τά φυτογενή κοσμήματα, έξ 
ων πολλάκις έκφύονται, είναι [ΐετεσχηματισμιέ- 
νοι μικροί βόστρυχοι». 

Είναι αληθές δτι ύ Νϊσος αρχικώς ουδέν 
αίΧο φαίνεται ων ή εγχώριος τις ήρως τής 
ομωνύμου αύτώ μεγαρικής Νισαίας καΐ δη 
μεμαρτυρημένως υιός ούχι τοΰ Πανδίονος, 
αλλά τοΰ "Αρεως ■', επομένως δλως άσχετος 
προς τάς Αθήνας και τηΛ' Ελευσίνα. "Οτε 
δ' δμως οί Αθηναίοι κυριεύσαντες διά τοϋ 
Πεισιστράτου τήν Νίσαιαν τήςΜεγαρίδος ηθέ- 
λησαν και μυθολογικώς νά βεβαιώσωσι τά έπΙ 
τών Μεγάρων και τής 'Ελευσΐνος επικυριαρ- 
χικά (χύτών δικαιώματα, τά κτηθέντα δι' αρ- 
χαιοτέρων συνεχών πολέμων, έπλασαν εν τή 
αυλή τοΰ Πεισιστράτου * τόν κυρίως έκ τών 
άτϋώογράψων γνωστόν εκείνον μΰθον, καθ' 
δν ό Νΐσος ήτο μέλος αυτής τής βασιλικής 
οικογενείας τώΑ' Αθηνών. "Ε?νεγον δη?ιαδή δτι 
Πανδίων ό Β', όγδοος βασιλεύς τών Αθηνών, 
έκβληθείς τής βασιλείας υπό τών στασιασάν- 
των ΜητιοΛ'ΐδών, συγγενών αύτοϋ, και κατα- 
φυγών εις Μέγαρα προς Πύλαν τον βασιλέα, 
ένυμφεύθη τήν θυγατέρα τούτου Πυλίαν και 
άνηγορεύθη βασιλεύς τών Μεγάρων. Έκεΐ δε 
βασιλεύων γέννα έκ τής Πυλίας τεσσάρας 
υιούς τόν Αιγέα, Πάλλαντα, Νΐσον και ΑύκοΛ', 
οϊτινες μετά τόν θάνατον τοϋ πατρός αυτών 



' Παΐ'οαν. Ι. 39, (ί. 

= Άρχ. Έφημ. 1902 σελ. (!. 

' Ηί-^ίπ. Καίιυΐαε 198 ε[ 242. — λΥα^πεΓ έ'. ά. σελ. 428. 

* ΒΐϋοΙίηεΓ ; ΑίΗ. ΜιΊι. 1(ί, 200 κέξ. — ΝΥα^ηΟΓ ε. ά. 



114 



Αΐϋ 



ονοίΐ (ΐρχηικοΐ' ι-ργ(ι}\ 



ατρ(/.τι•υσαντρς κατά τών ΆίΗ]λ'ών ίξέβολον 
τους ΜητιοΛ'ίίίας κ(/1 ήικλόντες εις τΐαπαλπι. το 
κοίίτος ϊ^ί)οσαν την επι τοΰ παντός ίπικυριαρ- 
■/ί(ίν εις τον πρεοβΰτερον α'ί)τ{7)ν Αιγέα. 

Τ(')τε λοιπόν, κίχτά πιητας τοΐις ΆτΟιδογρά- 
φους, ό Νΐαος έλαβε () Γ εαυτόν τί|ν Μεγαρίόι/. 
/(όοίιίν. ίκτεινο[ΐένΐ)ν τότε, κατά τους αυτούς 
άτίΐιδογρίίφους, (ίπό τοΰ ίσι)[ΐοΰ της Κορίνθου 
μέχρι τοΰ Πυθίου, ήτοι της νΰν μονής τοΰ Δα- 
ίρνίοχι, και περιλα|(|)(ηΌυσαν πλΐ|ν τών Μεγι/.- 
ρ(ΐ>\' τίι Ηηκίίτιον πι-δίον κι/.ι την Ελευσίνα, ης 
οΰτως ό Ν ίσος έγένετο υ πρώτος Ά{))]ναΐος 
ήγε(ΐ(όν '. ΊΙ έπι τοΰ αρίστου άρ(/. κ(χΙ μεγί- 
στου τών εξ Έλευσΐνος μνιμιείιον αττικής τέ- 
χνης παρουσία τοΰ Ν ίσου εν [ΐέσο) τών θεών 
τής Ελευσϊνος είναι και καίΙ' έαυτην πληρέ- 
στατα δεδικαιολογημέντ), αν μάλιστα άναλογι- 
σθώμεν ότι το μνιμιεΐον τοΰτο ανήκει κατά 
τεχλ'οτροπίαΛ' εις την έποχήν τών μεγάλ(ο\' 
οικοδομικών έργων τοΰ 11ερικ?ιέους"-^ εν Έλευ- 
σϊνι, δτε ε\'εκα τοΰ πελοποννησιακού πολέμου 
και τοΰ κίνδυνου τοΰ ν'άπολέσωσι τά Μέγαρα 
καΐ τίμ' Ελευσίνα οί Αθηναίοι παντοιοτρό- 
πως ήγωνίζοντο, ώς γνωστόν, Λ'ά αποδείξίοσι 
και βεβακόσωσι τά έπι τής Μεγαρίδος και 
Έ?.ευσΐνος επικυριαρχικά αυτών δικαιώ[ΐατα. 
Βεβαίως δε δεν Οά παρέλιπον τότε νά πιστο- 
ποιήσωσι ταΰτα και διά μνΐ)μεί(ον άναφερομέ- 



' "Απολλοδ. 3, 1δ 6.— Στράβων 9, 392 : Οϊ τε δή τήν Ατθίδα 
συγγράψαντες πολ?ιά διαφίιΐνοΰντες τοΡτό γε όμολογοΓισιν οΐγε 
λόγοιι άξιοι, διότι τών Πανδιονιδών τεττάρίον δντ(ι)ν, ΑΊγέ(ι)ς 
τε και Λύκου και Πά?ιλαντο; και τετάρτου Ν ίσου, και τής 
Αττικής εις τέτταρα μέρΐ) διαιρεθείσιις, ό Νΐσος τήν Μεγα- 
■ρίδα λάχοι και κτίσαι τι'ιν Νίσαιαν. Φιλόχορος μεν οΰν άπΐ) 
'Ισθμοΰ (ΐέχρι τοΟ Πυθίου (πβλ. ΒυΓ8ίαιι, Οοο§γ. νοη Οτίβοΐιεπ- 
Ιαηίΐ Ι, 330) διι'ικειν αϋτοϋ φηοι τήν αρχήν, "Ανδρών δέ μέχρι 
Έ?^ευσΐνος και τοο Θριαοίοιι πεδίου. Τήν δ" εις τέτταρα μέρη 
διανομήν άλλιι)ν άλλ(ι)ς εϊριικότ(ι)\' αρκεί ταΰτα παρά Σοφο- 
κλέους λαβείν φησϊ δ' ό Αίγεϋς δτι ό πατήρ ώρισεν έμοί μέν 
άπελΟεΐν ε'ις άκτάς τήςδε γης πρεσβεία νείμας• είτα Λΰκω 
«τον άντίπλευρον κήπον Ευβοίας νέμει, Νίσιη δέ τήν δμαυ- 
» λον εξαιρεί χθόνα Σκείρίονος ακτής, της δέ γης τό προς 
» νότον ό σκληρός ούτος και γίγαντας έκτρέφιον ει'ληχε Πάλ- 
» λας». "Οτι μέν οΰν ή Μεγαρίς τής Αττικής μέρος ήν, τού- 
τοις χρώνται τεκμηρίοις•. — "Ιδε και Παυσ. 1,39,4. — Σχόλ. 
Άριστοφ. Λ\ισ. 58. 

"■ Πλιιυτάρχοΐ' Περικλ. 13. 



νων εις τον πρώτον μυΟικόν 'ΛίΙηναϊον ήγε- 
[ΐόνα τών πόλεων έκείνο)ν. 

Σημειο)τέος προς τούτοις ό |.ιϋί)ος, κ(/ί)'όν 
ί| Λιμιήτηρ άφίκετο εις τήν Άττικήν έπι τοΰ 
ΙΙανδίονος, πατρός ή πάππου τοΰ Νίσου '. 
Προς δι- σημειωτέον ότι αυτός ό περί τής χρυ- 
σής τριχος τοΰ Νίσου μΰΰος είναι αρχαιότερος 
τών χρόν(ον, καίΚ ους έποιή{)η τό άνάγλυιρον 
ίμιών. Οΐ'ιτίος ο Αισχύλος έν ' Χοη(ρόροις>- (στ. 
() 1 1 κέ'ί.) (Λναφέρει ώς τι πασίγνωστον τήν 
παράδοσιν, καν) ' ην ή αθλία Ο'υγάτηρ τοΰ Νίσου 
Σκύλλίί, δΐ(ί(()ί(αρεΐσα δο)ροις υπό τοΰ Μί- 
νιοος, άφήρεσεν άπύ τής κεφα?ι,ής αύτοΰ τήν 
«αθάνατο ν τρίχα >, καταστρέι|ιασα οΰτω πα- 
τέρα και πίλτρίδα. Τό πάντ(ι)ν όμως σπου- 
δαιότερον ε1ν(/.ι, ότι νΰν δύναται νά έρμηνευθτ) 
π?ιηρέστατα και απλούστατα ούχι μόνον ή παρά- 
δοξος προ τοΰ μετοΊπου και παρά τό άκρον 
τής κόμης τοΰ Νίσου όπή τοΰ (/.νί/,γλύορου 
ημών, (/.λλά και ό μέχρι τοΰδε άκατανόιιτος 
λόγος, ού ένεκα ό κα?.λιτέχνης άφήκεν άνε- 
πεξέργαστον όλοΛ' τό άνιο μέρος τής περιφε- 
ρείας τής κόμης τοΰ Νίσου, ήτοι τό άνω μέρος 
τής κορυφής τής κεφα/αής [ΐέχρι τοΰ μετώπου. 

Αληθώς οί πλείστοι τών μυΟογράφον άνα- 
φέρουσιν ότι άντι μιας τριχός ό Νίσος εΐχε 
πλείονας τοιαύτας, και δή όλόκ?ιηρον πορφυ- 
ροϋν ή χρυσοΰν π/>,όκαμον από τής κορυφής 
τής κεφα?^]ς αύτοΰ έκφυόμενον -. Εικόνα δέ 
τοΰ πλοκάμου τούτου παρέχουσι τά δύο και 
μόνα μνημεία, άτινα εχομεν αναφερόμενα εις 
τον μΰΟον τούτον τοΰ Νίσου• ήτοι πομ,πηιαΛη 
τοιχογραφία ε'ικονίζουσα τΊ|ν Σκύλ?ιαν προσ- 



' Άπολλοδ. 3, 14, 6. 

' Παυσαχ'. Ι. 19, 4 ες τοϋτον τόν Νίσον έχει ?νόγος τρίχας 
εν τί) κεφαλή οί πορφνρας είναι, χρήναι δέ αυτόν τε?^υ- 
τάν έπι τίΐύταις ά.τοκαρείσαις . — Δίων. Χρυσόστ. Λόγ. 64. 
«Κροίσφ δίδοισι χρυσόν, Πτερέλ^: κόμην χρυσήν, Νίσω ηλό- 
καμον πορφυροΰν^ . ^ Χονχιανοΐ' Περ'ι θυσιών 1δ, <κάν τόν 
Νίσου έχη ηλόκαμον τόν πορφνροϋν^. — Αουκιανοϋ Περί 
όρχήσειος 41 εξής δέ Μέγαρα και Νΐσος και Σκύλλα, κα'ι 
ηορφνρονς πλόκαμος^ κτλ. — Σχόλια Εΰριπίδ. Ίππόλ. 1999. 
-Ούτος γάρ (ό Νίσος) ωκησεν εις Μέγαρα έάσας τους αδελ- 
φούς μαχόμενους περ'ι βασιλείοις. ΚαΙ ήν είμαρτόν μή παρα- 
ληφθήναι τόν τόπον έν φ ήν ό Νΐσος, έως εΐχε τόν χρνσονν 
πλόκαμον*, κτλ. κτλ. 



115 — 



Τά ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



φέρουσαν ε'ις τύν Μίνωα τον άποκαρέντα πλό- 
καμον τοϋ πατρός και έτερα τοιχογραφία είκο- 
νίζουσα αυτήν μετά τοϋ πλοκάμου εν τΓ) χειρί ^ 
"Αν λοιπόν ύπολάβωμεν δτι ή Περσεφόνη τοϋ 
ανάγλυφου ημών προσπαθεί δια των άκρων των 
δυο δακτύλων της δεξιάς αυτής να εμφύτευση 
εις την κορυφήν τοϋ μελλεφήβου τόν υπό τοϋ 
καλλιτέχνου εκ χρυσοϋ, προφανώς, ελάσματος 
ποιηθέντα δμοιον βόστρυχον, τότε ή [ΐεν μία 



Εις των άρίστο)ν γλυπτών της νεωτέρας 
Ελλάδος, ό εν Παρισίοις έχων τό έργαστήριον 
αύτοΰ κ. Λ. Σώχος, εύρισκό[ΐενος νϋν ένταΰθα 
προς συμπλήρωσιν και άναστήλο)σιν τοϋ λέον- 
τος της Χαιρωνείας και παρακ/νηθεις ύπ' έμοϋ 
να μελετήση και συμφώνως προς τά πορί- 
σματα της τεχνικής αύτοϋ μελέττις συμπληρώστ| 
τό έ?ι,ευσ ινιακό ν άνάγλυφον χωρίς να προκατα- 
ληφ)θή υπό της έμής ερμηνείας, έφθασεν εις 




Είκών 87. 



των άκρων αύτοϋ θά ήτο προσηριιοσ(<έ\'η 
μεταξύ τοϋ άκρου τοϋ αντίχειρας και τοϋ δεί- 
κτου τής Περσεφόνης, ένφ ή ετέρα, προς τά 
εμπρός φερομένη, θα ήτο έστερεωμένη φυσικώ- 
τατα εν τη πρό τοϋ μετο)που ύπαρχούση και 
προς τούτω ποιηθείση οπή, καλύπτοντος οΰτω 
τοϋ πλοκάμου πάν τό υπό τοϋ καλλιτέχνου, 
προφανώς προς στερέωσιν τοϋ ελάσματος, άφε- 
θέν άνεπεξέργαστον μέρος τής κόμης τοϋ Νί- 
σου, ένθα μάλιστα κατά τό [ΐέσον σώζεται και 
διπλή έγκοπή ποιηθείσα προφανώς κατά τήν 
προσαρμογήν τοϋ ελάσματος τοϋ πλοκάμου. 

' \ν. ΗεΙΙιίβ, Μίηοδ ϋη<1 81ίχ1ΐ3, είη ροηιρείαηϊδαίιοδ ΝΥιιηά- 
ίξειηϋΐάε: ΑγοΙι. ΖεΚ. 1866, 196-100. Ταί. 00X11. — Κϋουΐ 
ΚοεΗεΙΙε, ΡεπιΐυιεΒ αηΐίςυεϊ ίηέάίΐβδ (Ρίΐπδ 1836) ρ. 399-400 
ρ1. III. — Η6ΐΙι|•§, ΚϋΙίΓεΓ Κοηΐδ, 2, 189 £. 



και εγώ συ,ιιπέρασμα. Ή ενταύθα δε παρεν- 
τιθεμένη είκών εκ φωτογραφίας (αρ. 87) ως 
καΐ ή ήδη εν σελ. 112 παρεντεθεΐσα ίχνογρα- 
φ'ΐκή (υπό Άναστ. Α. Μελετοπούλου) είκών 
(αρ. 83) δεικνύουσι τό μνη μείον ως εΐχε (ΐετά 
τάς υπό τοϋ κ. Σώχου διά πηλού έπ' αύτοϋ τοϋ 
μνημείου συμπληρώσεις τών εν μέρει ελλειπόν- 
των δακτύλων τών τριών μορφών. 

Τοιούτους πλοκά[ΐους εκ τής κορυφής τής 
κεφ)α?^]ς έκφυομένους γνωρίζομεν και εκ δύο 
άλλων μνημείων. Τό πρώτον (είκών 88) είναι 
νόμισμα τής Ε' εκατονταετηρίδας τής πό?ιεως 
Μαλλοϋ \ είκονίζον πτερωτήν άνδρικήν μορφήν 



' Νόμισμα Μαλλοϋ Κιλικίας: ΒΜΟ. Ι^)'εΐϋπία, Ιδίυτία ηηά Οί- 
Ιίοίαρί. XVI, 9 και 11.— ΖείΙδοΙίΓίη ίϋΓ Ναηιίδηι. XVI, 'ΓαίεΙ Χ, 15. 



— 116 



Προ'ϊτη αί'βοΐ'πη Ρηγοη' τ//^ Ε' και Λ' ίκατονται ιι/οί()οζ 



άγνωστου τίνος ^(/.ίιι(ινος (ρρροντος τοιοϋτον 
πλυκιον ί'ι ?λικ(χ προς τα οπίσο) Γ|νί•[ΐ{ΐ)|ΐι-'νον 
ενεκ(χτΓ|ς προς τα έμποος (|ΐοράς της μορ(| Γ|ς ταύ- 
της, Γ|ς το πτι-ρ(οτον άνακαλι-ΐ το ονοιια τού/.ά/ι- 




ΕΙκών 88. 



• 



ΕΙκών 89- 



στολ' τοϋ τοιοϋτον πλ()κα[ΐον έχοντος Πτερελάοι». 
Το ίιεύτερον (είκ. 89) δ' εΐναι ν()[Ησ((α κατά τι 
άρχαιότερον, άλ?/ επίσης τοϋ Ε'ίίίώνος ', είκο- 
νίζο\' Γοργόνα πτερωτην ίπταμένην ταχέως και 
στρε(ρο[ΐένην, εχουσαν δ'έπΐ της κορυφής αυτής 
έκφυόμενα δυο τοιαΰτα πλόκια, ζωηρώς άνα- 
παλλόμενα εΛ'εκα της ταχείας πτήσεως τής 
Γοργόνος. Το περίεργον δ' είναι οτι εχομεν 
μΰΰον άναΓρερ()(ΐενον εις τα δύο ταϋτα πλόκια 
τής Γοργόνος. Κατ' αυτόν ή Τεγέα τής Αρκα- 
δίας θα εμενεν απόρθητος έφ' δσον κατείχε το 
χρυσοϋν π?^,όκιον τριχών τής Γοργόνος, όπερ 
έδωρήσατο ή ΆΟΐ|νά εις την μικράν κόρην 
τοϋ Κη(ρέως Στερόπην άλΐ^' ετι περιεργότερον 
και ση[ΐαντικά)τερον εΐναι ότι, ΰτε διεξερχόμε- 
νος τάς [ΐυριάδας των νο[ΐισματικών τύπων, ας 
εχομεν, έζήτουν Α'' άνεύρω παράστασιν παρου- 
σιάζουσαν, ά\' [ΐή τον μΰιΐον τοϋ Νίσου, τούλά- 




^Μ ' 



ν 



Είκών 9°• 



ΕΙκών 9*• 



χιστον τή\' αυτήν τεχνικιιν σύνθεσίΛ', ίμ' καΐ το 
άνάγλυφον ημών, μίαν καΐ μόνιιν τοιαύτην 
κατόρθωσα ν' άνεύρω• εΐναι δε αύτη ό νομι- 
σματικός εκείνος τύπος τής Τεγέας (εϊκ. 90 και 
91), ό είκονίζων την μικράν Στερόπΐ]ν δεχομέ- 



' Άργυροϋν άρ/αϊκόν νόμισμα Κί/.ικίας τοΟ Μουσείου 
Αθηνών (Συλλογή Σούτσου): Διεθνής Έφημ. Νομισμ. "Αρχαιο- 
λογίας τό|ΐ. Ζ' (Ιϋΰΐ). πίν. XVII, 28. 



νΐ|ν έν ύδρίί/ χαλκή παρά τής Αθηνάς, παρι- 
σταμένου και τον Κη((έ(])ς, το πλόκιον των 
</.ίΙαν(ίΠΐ)ν τριχών τής Γοργόνος '. 

"ΕλΙΙωμεν νΰν εΙς τϊιν έτέραν τοϋ άναγλύ- 
(ρου ημών ιΊεάν και τό δώρον όπερ εγχειρίζει 
εις τον Νΐσον. Θέ/^ο[ΐεν 'ίδει και πάλιν δτι καΐ 
τοϋτο είναι νέα έ'νδειξις, οτι τό μνη[ΐεΐον ημών, 
— τό εϊπερ τι και άλλο έχον έν αύτφ «ώσπερ 
άει&αλες πνεϋμα και ψνχήν άγήρο) καταμεμιγ- 
μεΐΊρ' -', επομένως και) ' ό/.α άξιον νά λογισΟή 
ο)ς ανάθημα αυτών τών Αθηνών τοϋ Περικλέ- 
ους, — αναφέρεται συ[ΐβολικώς εις την πολιτικήν 
έξουσίαν τών 'Λθηναίο^ν έπΙ τής Μεγαρίδος 
καΐ τής ιεράς Έλευσΐνος. 

Ώς ειπο[ΐεν, ή τάσις τοϋ δείκτου τής χειρός 
τοϋ Νίσου και τό σχήμα τών δακτύλοιν τής 
δεξιάς χειρός τής Δη μητρός ένδεικνύουσιν, δσον 
τό δυνατόν σαφώς, δτι τό δώρον τοϋτο ούδεν 
άλλο δύναται νά εΐναι ί'ι δακτύλιος σφραγι- 
στήρ εξ έκείνο^ν, ους έ'φερον εις τόν δείκτην 
τής δεξιάς, 0)ς ση[ΐεΐον εξουσίας, οι βασιλείς 
και άρχοντες πάσης εποχής. Ά/.ηθώς άπό τών 
καθ ' ημάς χρόνων δτε άρραβωνιζόμενοι άκούο- 
μεν την άρχαίαν έκείνην εύχιιν τής έκκ?νησίας 
ημών την άρχομένην διά τών «διά δακτυλίου 
εδόθη εξουσία τω Ίωσήφι έν Αιγύπτιο > -^ κτ/.., 
και άπό τών άρχαίοιν ιστορικών χρόνωλ', εξ ών 
εχομεν περίφημα παραδείγματα, — οΐον τό τοϋ 
αποθνήσκοντος Μ. Ά/ιεξάνδρου παραδίδοντος 
τω Περδίκκα διά δακτυλιδίου σύμπασαν τι^ν 
άρχηγίαν τοϋ κράτους, — μέχρις αυτών τών απω- 
τάτων μυ9ο?Λγικών χρόνοιν, εύοίσκομεν τόν 
δακτύλιον ώς σύμβολον τής βασιλικής εξου- 
σίας. Πλεΐσται δ'δσαι μυθο/^ογικαΐ παραδόσεις 
περιβάλλουσι την προέλευσιν πολ?.ών τοιού- 
τ(ον βασιλικών δακτυλίοιν. θείαν εχόντων την 
καταγωγίων και δύναμιν μαγικήν πανίσχυρον *. 



' Ά.-ιολλοδώρου 2, 7. 'ό. — Παυοαν. VIII, 47. 5. — Ιιηΐιοοί- 
ΒΙνιπίΕΓ Ληά Ρ. 0»η1ηεΓ, Νυιη. ΟοιηιηοηΙαΓγ οη Ρ&ιΐ53ηί35 ρ. 109 
ρ1. V, 22-23. — Σουΐδας. Φίότιος και '.Λποστόλιος έν λ. Πλόκιον 
Γοργόνος (Γοργάδυς). 

• Πλουτάρχου. Περικλής ε. ά. 

' "Ιδε Εΰχολόγιον τό μέγα (Βενετία 18δϋ) σελ. 234. 

* "Ιδε τάς παρααο^ιπάς παρά ΚίΛν ΚΙοκετ διηίΐΐι, ΤΗε 



117 



2α ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



Άπολεσθεισών, ώς εϊπομεν, πασών των εΙς 
την νεοχνικήν ήλικίαν τοϋ Νίσου αναφερομέ- 
νων μυθολογικών παραδόσεων, — ήλΐΗί«ν καθ' 
ην συμφώνως τη μαρτυρία τών μνημείων 
ημών {)ά ε?^αβε τοιούτον δακτύλων παρά της 
πολιούχου της Έλευσΐνος θεάς Λή μητρός, — 
έστρέψαμεν την προσοχήν ημών εις τους 
παραλλήλους περί τοιούτοη' θείων δακτυλι- 
διών αρχαίους μύθους, έλπίζοντες να εΰροομεν 
έν αύτοΐς στοιχειά τίνα προς μαρτυρίαν της 
ύπάρ'ξεο^ς τοιούτου μύθου και περί Νίσου, 
δστις δυνατόν να ε?ιαβε καΐ δεύτερον δώρον, 
ώς ό Πτερέ?ιαος τοΰ παραλλήλου μύθου έλαβε 
παρά τοϋ Ποσειδώνος πλ»ιν τοϋ χρυσοϋ πλο- 
κάμου και σκύπφον ^ Προ παντός δε ήρευ- 
νήσαμεν τόν διασημότατον τών τοιούτων μύ- 
θων ήτοι τόν άναφερό^ιενον εις τόν παροι- 
μιώδη δακτύλων Γύγου τοϋ πολυχρύσου βα- 
σιλέως της Λυδίας. Όσα δ' ευθύς εΰρομεν 
προυκάλεσαν την έ'κπληξιν ημών, ώς άποδει- 
κνύοντα ότι ό μϋθος τοϋ Γύγου αντιγράφει 
αυτόν τόν μϋθον τοΰ Νίσου ! Πρό παντός 
δέον νά σημειωθή δτι ό Γύγης οΰτος εΐναι ό 
πρώτος μέγας βάρβαρος > βασιλεύς, μεθ' ού 
ήλθον εις έπαφιήν οι "Ε?ιληνες τών ιστορικών 
χρόνων, σπεύσαντες νά περιβάλωσιν αυτόν διά 
πλήθους [ΐυθικών παραδόσεων, ας αντέγραψαν 
εκ της αρχαίας έ?^αινικής [ΐυΟολογίας, ώς άπέ- 
δειξεν ή νεωτάτη και λεπτομερέστατη έ'ρευνα 
Αμερικανού σοφοϋ-, εις ην παραπέμπω σχε- 
τικώς προς τα ά[ΐέσως επόμενα. 

Διασημότατος λοιπόν τών περί Γύγου [ΐύ- 
θων τούτων ήτο ό περί τοϋ ρηΟέντος παροι- 
μιώδους δακτυλίου αΰτοϋ, δοΊρου τών κατα- 
χθονίων θεών. Ό δακτύλιος ούτος εΐχεν, ώς 
γνωστόν, την μαγικήν δύναμιν νά καθίστα 
κατά βούλησιν, ήτοι στρεφόμενης προς τά έσω 
της σφενδόνης, άόρατον τόν φέροντα αυτόν 



δι' αύτοϋ δε ό Γύγης κατέλαβε τόν βασιλικόν 
θρόνοΛ', γοητεύσας την βασίλισσαν καΐ φονεύ- 
σας τόν βασιλέα της Λυδίας, ήτοι τόν εκ της 
περίφημου σχετικής διηγήσεως τοϋ Ηροδότου 
(Ι, 6-14) γνωστότατον Κανδαύ?>,ην. 

Λοιπόν δπ(ος ό Νΐσος μυθολογεΐται υιός 
βασιλέως φυγάδος, ήτοι τοϋ υπό τών Μητω- 
νιδών έκδιωχθέντος Πανδίονος, καταφυγόντος 
εις ξένην πόλιν, τά Μέγαρα, παρά τω βασιλεΐ 
Πύλα, ούτινος νυμφεύεται τήν θυγατέρα Πυ- 
λίαν, εξ ή ς έγέννησε τόν Νίσον, οΰτω και ό 
βασιλεύς Γύγης λέγεται υιός τοϋ εκ τοϋ γέ- 
νους τών Μερμναδών Δασκύ?Λυ, τοϋ υπό τών 
Ηρακλείδων βασιλέων — ων πρώτος Νίνος ό 
"Αγρωνος — έκδιωχθέντος της πατρίδος και 
καταφυγόντος εις Σινιόπην, ένθα γήμας τήν 
έγχωρίαν βασιλόπαιδα Σύραν έγέννησε τόν 
βασιλέα Γύγην. Ό Ηρόδοτος έν τη ρη- 
θείση διηγήσει αύτοϋ περί τοϋ φόνου τοϋ 
βασιλέως Κανδαύλου υπό τοϋ Γύγου καΐ της 
περίφημου αύτοϋ γυναικός δεν αναφέρει το 
όνομα της γυναικός ταύτης τοϋ Γύγου. Ευτυ- 
χώς διάφοροι αρχαίοι μυΟογράφοι όνομάζου- 
σιν αυτήν διά τεσσάρων διαφόρων ονομάτων ^ 
σαφέστατα δεικνυόντων οτι οί περί τοϋ Γύγου 
μϋθοι άντεγράφησαν κατά μέγα μέρος εκ τών 
εις τόν Νΐσον αναφερομένων. Τό πρώτον τών 
ονομάτων τούτίον εΐναι Άβρώ. Παραδόξως 
όμως τό όνομα τούτο [ΐία και μόνη άλλί] γυνή 
φέρει έν τη ελληνική (ΐυΟολογία, είναι δε αύτη 
ή σύζυγος αύτοϋ τοϋ Νίσου, θυγάτηρ τοΰ εκ 
Βοιωτίας 'Ογχηστοΰ καΐ αδελφή τοϋ Μεγα- 
ρέως, εξ ου κατόπιν εκλήθησαν τά Μέγαρα τά 
έπΙ Νίσου Νίσαια και Νίσου πόλις καλού(ΐενα % 

Τό δεύτερον όνομα της γυναικός τοΰ Γύγου 



Ιαίε οί Ογ§:β5 ιηά ίΐιυ Κίη§ οί Ι,γάία ; ΑπίΘΓίοαπ ^ου^η^1 οί 
ΡΗϋοΙο^χ, Τοηι. 23 (1902) ρ. 268-269, 2.- Πρβ. καΐ ΚΓαζεΓ, 
Τΐιι; §οΗ6η ΙίουζΚ Ι'- ρ. 401 κέξ. 

' Αθηναίου XI, 498 ο. 

■ Κ. Κ. δηιίΐΐι ε. ά. ρ. 264.— Γ.Η.Ο. 383 κέξ.— ΗίίΙ. ^γ. ηιίη. 
(1)1πι1.) Ι, ρ. 32 κέ'ί. 



' ΜγΐΗο^Γ. ΟΓΕίβαί έκδ. λνβδίεηη&ηη ρ. 192 : < Ώς ή Κανδαύ- 
λου γυνή, ής Ηρόδοτος οϋ λέγει τό δνομα, Ννσία έκαλεΐτο, 
ην καΐ δίκορον και όξυοπεστάτην φησί γενέσθαι, τόν δρακον- 
τίτην κτησαιιένη λίΟον, διό κ(« (ΐίσΟέσθαι τόν Γύγην έξιόντα 
διά τών θυρών. "Αλλοι Τονδοϋν αυτήν καλεΙσΟαι, οί δέ Κλν- 
τίαν, "Αβας δέ Άβρώ ταΰτην καλεϊσβαι > κτλ. κτλ. 

- Πλουτάρχου Έλλΐ)ν. ζητήμ. 16 Τί τό καλοΰμενον υπό 
Μεγαρέων άφάβροιμα: Νίσος, άφ' ού προσηγορεΰθη Νίσαια, 
βασιλεύων εκ Βοιιοτίας εγιμιεν Άβρώτην (γράφε "Άβρώ 
τήν) Όγχήστου θυγατέρα•. 



— 118 



Πρώτη (ίπΊοιιπα Ρργαη• της Ε' καΐ Λ' έκατονταετηρίόης 



?ί,αλεΐ άορ" εαυτού. Είναι δε τοΰτο Νιηία ή Νισ- 
αία (\)|λ(ίδί| τη Ι)ΐ|/.ιικο\' (/.ϋτοϋ τοΰ Νίσου '. 

Το τρίτον ονοπα Τουδώ ή Τιιδο) άναφέ- 
ς)εται ποοατιίΐι-ιιενοΐ' οτι αΰτη ήτο {)υγ<ίτηρ 
Άρνίΰσσοϊ' τίνος, |5«σιλέο}ς το)ν Μιισ(Τ)ν, κτί- 
σαντος π()λιν Άρδΰνιον «εν Θίσβης πεδίο)-» 
της Αιγύπτου. Άλλ', ώς ήδη εϊπομεν, και ή 
γιινή το Γ) βασιλέως των Μεγάρων Νίσου κατή- 
γετο εκ της εν τη πεδιάδι των Θΐ]βών της 
Βοιωτίας π()?ιε(ος 'Ογχηστοϋ, παρ' ι'ίν εχο[ΐεν 
κ(ίΐ πόλιν "Αρνην, ης έπίσιις το όνομα συγγε- 
νεύει προς το της Άρνωσσού. Σημαντικόν έπί- 
σιις είναι δτι χιά ή π()?ας Σινοιπη, εις ην κατέ- 
(('υγε\' ό πατήρ τοΰ Γύγου, ώνο[ΐάσθιι εκ της 
επίσης εκ Ηοιωτίίχς έλΟούσης Σινίόπης, {)υγα- 
τρος τοΰ βασιλέίος Άσ(ΰποΰ επωνύμου τοΰ 
βοιωτικού ποταμού ". Αυτό το όνο[ΐα Τουδώ 
(Τυδώ) ενθυμίζει την παράδοσιν έκείνην, καθ' 
ην Κομαιί)(ί) τις όμοινυμος τη ΰυγατρί τοΰ 
Πτερελάου, τη (ής ή Σκύλλα κειράση τον χρυ- 
σούν πλόκα[ΐον τού πατρός, ήτο Ουγάτηρ τοΰ 
Τυδέο)ς ^. 

Πριν δε μνη[ΐονεύσω το τέταρτον ονο(ΐα 
της γυναικός τού Γύγου, ση(ΐειώ οτι, κατά 
τινας των μυΟογράφων, ό Γύγης τόν δακτύ- 
λιον αυτού δεν έ'λαβεν άπ' ευθείας παρά των 
■θεών, (χλ?ιά παρ' αυτής τής περκρήμου συζύγου 
αυτού '^. Παρά τίνος δε των θεών ελ(/βεν αίίτη 
τόν παντοδύ\'αμον έκεΐΛ'ον θείον δακτύλιον, 
άγνοούμεν. Τούτο δ' ομοος υποδεικνύει ή [ΐϊν 
αρκετά σαφώς το τέταρτον αυτής όνομα, Κλυ- 
τία. Άλΐ]θώς κατ' άλλον τινά έλληνικόν μύΟον 
Κ?ιυτία έκαλεΐτο βασίλισσα τις τής νήσου Κώ, 
σύζυγος τού βασιλέο)ςΕύρυπύλου, ύποδεχθείσα 
καΐ φιλοξενήσασα την θεάν Δή[ΐητρα «καθ'δν 



' Πλήν τοΰ αρχαίου κειμένου τής άνοηέρο) εν σελ. 118 
αριθ. 1« ο))ΐιειιί)σευ)ς ϊδε ΟΓαηικΓ'ϊ .ληεοά. Οχοη. ΙΠ, 3δ1 (ΜΰΙ- 
ΙοΓ Ρ. II. Ογ. IV, 278), ενΟα τό δνομα γράφεται Ννσσία. Περί 
τών διαφόρων γραφών και διορθιόσεων τοϋ ονόματος τούτου 
ΐδε ΜβΙΙεΓ ε. ά. καΐ III, 384. 

- "Ιδε σιιμείο)οιν σελ. 118, άρ. 2. 

■' "Ιδε τάς παραποι^ιπάς εν Ραρβ, ΝΥΰηοΓίίϋΓαΙι άεΓ ^Γίεαίι. 
Εί^βηηϊΐηεη έν λ. Σινιόπη, σελ. 1397. 

* Τριφιοδιόρου 159. 

^ ΜγΙΙιο^Γ^ρίιί Οταεοί εκδ. \νο5ΐ6Γηιαηη ρ. 192. 



καιρόν αι"ιτΐ| άγνίοστος έπ?.ανάτο την κ<)ρην 
ζητούσα > '. Γνωρίζομεν δε ότι ή Λημήτηρ 
άορτ)ονα παρείχε τά δώρα εις τους ?α>πηΟέν- 
τας και ([ΐλοξενήσαντας αυτήν, ότε τί|ν Κόριιν 
έζήτεί" επόμενους είναι πιί)ανϋ)τατί)ν ότι παρ' 
αυτής έ7^αβε δώρα ή Κλυτία τού Εύρυπύλου 
(ί)ς και ή τοϋ Γύγου γυνή Κλυτία τόν δακτύ- 
λιον, αφού μάλιστα και ή έτερα παράδοσις, 
καθ' ην ό Γύγης εύρε τόν δακτύλων αυτού 
<'σχισΰείσης υπό σεισ[ΐού τής γής , την αυτήν 
^ έχει έννοιαν, γνο)στού όντος ότι ή Δη[ΐήτηρ 
είναι ί| Γή - (ΐήτηρ. "Αλλως δε καΐ τρίτη τις 
παράδοσις, καθ' ην ό μαγικός δακτύλιος, όν 
έκέκτητο ή γυνή τοϋ Γύγου, έφερε τόν δρα- 
κοντίτην καλούμενον ιιι/,γικόν λίθον-, εις τήν 
αυτήν άγει ύπ()θεσιν, διότι κατά τους αρχαίους 
παραδοξογρ(χφους καΐ μυθογράφους •' οι δρα- 
κοντΐται λίθοι εύρίσκοντο ε'ις τάς κεφάλας 
τών μυθολογουμένων τεραστίων πωγωνοφόρων 
όρείων δρακόντο)ν τής Ινδικής και Αιβύΐ]ς, 
ους ακριβώς βλέπο[ΐεν σύροντας τό περίφη- 
μον άριια τής τήν θυγατέρα αυτής ζητούσ))ς 
και πλανωμένίΐς Λήμι^τρος. Αναφέρω μάλιστα 
αύτολεξει κ(/.1 τό χοορίον τοΰ Φι?ιοστράτου * 
καθ' δ «άποκεΐσθαί φασιν έν ταΐς τών όρείων 
δρακόντων κεφαλαΐς λίθους τό μεν είδος αν- 
θήρας και πάλ'τα άπαυγαζούσας χροόιιατα, τήν 
δε ίσχύν άρρητους κατά τόν δακτύλων, δν 
γενέσθαι φασί τω Γύγη >. Αναφέρονται τέλος 
τοιούτοι δρακοντΐται λίθοι έχοντες αύτοφυώς 
έγγεγλυμμένον άρμα ", ήτοι τό γνωστόν σύ[ΐ- 
βολον τής τήν Κόρην ζΐ]τούσης Δη μητρός, καΐ 
δη άρμα μή (ραινόιιενον πριν ή τυπο)θή ό 
λίθος έπι κηροΰ. 

Ταύτα δε πάντα καθιστώσι, νομίζω, σαφές 
έν σχέσει προς τό μνη μείον ημών, δτι ύπήρξεν 



' Σχόλια εις Θεόκριτου είδύλ. 7, δ. 

- "Ιδε τό κείμενον τής σημειώσεως σελ. 118, άρ. Ια : .:τόν 
δρακοντίτην κτησαιιενη λίθον». 

^ ΡΙίη. XXXVII, 158— δοΗηϋδ XXX, 16, 17.— ΙδίάοΓϋδ XIV, 
14, 7. XV, 5, 15. — Φιλοστράτου Β. 'Απολλ. Τυαν. III, 6 καΐ 
8. — Τςέτζου Χιλιάδες 7. 656 κέ|. 

' Άπολλ. Τυαν. III, 8. 

" Τζέτζης ε. ά. 



— 119 — 



16 



Τά ανάγλυφα ττλήν των επιτύμβιων 



αρχικώς μϋίΐός τις περί τοϋ Νίσυυ, άπυλεσϋείς 
δΓ ήμχ/.ς, (χντιγραφόμεΛ'ος δε ποικιλοτρόπως 
ύπο τοϋ διασωθέντος παραλ^ιήλου μύθου τοΰ 
Γύγου, καΟ' δν ό Νϊσος χριό^ιενος βασι?ι.εύς 
της Έ^^ευσΐνος, δτε ήτο πρόσηβος, έλαβε παρά 
μεν τί|ς Δή μητρός Οαυματουργόν τίνα δακτύ- 
λων, παρά δε της Κόρης τον περίιρημον αύτοϋ 
χρυσοϋν όθάνατον πλόκαμον, ακριβώς δπως ό 
Πτερέλαος τοΰ εντελώς παραλ?ιήλου μύθου 
ελαβεν δμοιον χρυσοϋν πλόκαμον και σκύπιρον 
παρά τοϋ Ποσειδώνος. 

Τί απέγεινεν ό πλόκαιιος τοϋ Ν ίσου, δν 
αποκ(η|)ασα ή Σκύλλ(λ εορερε τώ Μίνωϊ, άγνο- 
οϋμεν. Έπίσιις άγνοοϋ[ΐεν, αν ύ Μίνως έσκύ- 
λευσε και τον συναφή δακτύλιον τοϋ Ν ίσου, 
σύ[ΐβολον της έπι της Μεγαρίδος βασιλικής 
αρχής. Παραδόξους δ[ΐως εν τή συνεχεία τών 
αττικών παραδόσεων περί τοϋ πρύς τον Μί- 
νωα πολέμου εκείνου εύρίσκο[ΐεν εΙς τον δά- 
κτυλοΛ' τοϋ Μίνωος δακτύλκνν τίνα, (χγνώστου 
[ΐέν δι' ημάς προελεύσεως, άλλ' έπίσΐ]ς περί- 
((ΐΐΐμον εν τή μυί}ολογία, δακτύλιον δν διά 
θαύματος αΓραιρεΐ παρ' αύτοϋ ύ νεαρός εγγο- 
νός τοϋ Νίσου θησεύς, ήτοι αύτος ό άνορ- 
θώσας τύ υπό τοϋ Μίνωος καταβληθέν άΰΐ)- 
ναϊκδν κράτος. Μάλιστα ή έπΙ παρουσία τής 
Άθ-τινάς παράδοσις τοϋ δακτυλίου τούτου υπό 
τής Άμίριτρίτης τω Θησεΐ άποτε?ιεΐ τό θέμα 
περιορήμου αγγειογραφίας τοϋ Ιέρωνος, ης ή 
σύνΰεσις (ΐεγά?ιως ομοιάζει τεχνικώς προς την 
τοϋ ανάγλυφου ημών '. Τό ση[ΐαντικώτερον 
δμως καΐ περιεργότερον εΐναι υτι άφυρμήν 
προς άνάκτησιν τοϋ δακτυλίου εκείνου εδωκεν 
ή Περίβοια, — Βυγάτηρ τοϋ μετά τ?ιν (ίναχώρη- 
σιν τοϋ Μίνωος εκ Μεγάρων (χνορί)(όσαντος τά 
υπό τοΰ Μίνωος καταρριφΟέντα τείχη αυτών 
βασιλέως Άλκαθόου, — ή Περίβοκ/. ην ικίλιστα 
ένυμφεύΟη κατόπιν ό Θησεύς, έπανελΌόντος 
ούτ(ι) τοϋ βασιλικοϋ εκείνου δακτυλίου ε'ις με- 
γαρικήν χεΐρα ένεκα Μεγαρίδος βασιλόπαιδος. 



ο^ς άπ(ολέσι)η ένεκα ϊσως τής επίσης Μεγαρί- 
δος βασι?ιόπαιδος Σκύλλης. 

Βλέποντες νϋν εκ νέου τό {)αυ[ΐάσιον τούτο 
άττικοε?ιευσινιακόν άνάγλυφον υπό τό τρως τής 
νέας ταύτης έρμιινείας ημών, άναγνωρίζομεν 
έν αύτώ άνάθη(ΐα αΛ'τάξιον [ΐέν κατά πάντα 
αυτών τών Αθηνών τοϋ Περικλέους και τοϋ 
Φειδίοΐ', διά μυθολογικής δε παραστάσεως 
πρώτον (ΐέν είκονίζον τίρν και ιστορικώς [ΐε- 
μαρτυρημένην παραχώρησιν τής πολιτικής 
εξουσίας προς τους Αθηναίους υπό τοϋ εγχω- 
ρίου τής Έλευσΐνος γένους τών υπό τής Δή- 
μίίτρος άντιπροσο)πευο}ΐένων Εύμολπιδών — 
διότι τοϋτο κατ ' ε με δηλοΐ ή υπό τής Δή[ΐη- 
τρος έγχείρισις τοϋ βασιλικού δακτυλίου τω 
νεαρω Άθηναίω ήγεμονίδη Νίσω — , δεύτερον 
δε δηλοϋν διά τής ένθέσεο^ς τοϋ πλοκά[ΐου 
τών χρυσών τριχών εις την κεφαλήν αύτοϋ 
την σύνεσιν έκείνην καΐ θείαν έ'μπνευσιν τών 
βασιλέων, ήτις καθιστά ισχυρά και απόρθητα 
τά κράτη, τά εν τοιαύτη περιπτώσει δυνά[ΐενα 
νά καταρριφιθώσι (ΐόνον υπό τών εμφυλίων 
σπαραγ(ΐών και τής τών οικείων προδοσίας, ην 
τόσον σαφώς δηλοΐ ύ μϋθος τής άπαισίου 
ονόματος Ουγατρός τοϋ Νίσου Σκύλλης. 

Οΰτιος, δσ(ρ τις (ΐάλλον εμβαθύνει ε'ις την 
μελέτην τών («ρθίτου κί/,λλους προγονικών 
ημών κειμηλίω\', δσω κατανοεί πληρέστερον 
την ε\'λΌΐαΛ' και τόν σκοπόν αύτώλ', τοσούτοι 
περισσότερον θαυ[ΐάζει τό άπροσπέλαστον αυ- 
τών κάλλος και τήν εις σχήμ(/. καΐ ένΑΌίαν 
τε?^ειότητα. 

9. Άρι^. 1783. (Πίναξ ΧΛΊ 7//). 
Άνάγλυφον Έχέλον και Βααίλης '. 

Αρίστης διατηρήσεως και τεχνοτροπίας άνα- 
θηματικόν άνάγλυφον εκ πεντελησίου μαρμά- 
ρου, διπλούν δε, ήτοι έχον παραστάσεις έπ'ά[ΐ- 



' Βακχυλίόου (ρκΛ. Κβηγυη) XVII ΊΙΐϋεοι Γ| (-)ΐ|σί-ίις (οελ. 
158 κέξ.).— Παυσαν. Ι, 17, 2, Η. — Ηχ^ίη. ΡοοΙ. ΑίίΓοη. Π, .5.— 
Κα)•ι;[-€ο11ί§ηοη, ΟεΓΗΠιίίΐυι; σελ. 11)5 ήι;. (ϋ). 



' Βιβλιογραφία: Ι. Χ. Δραγάτσης, ^;τΐ|λΐ| άναϋιιμαιιχί| 
εΙς Έρμήν καΐ Νύμφ(χς : Εστία (Περιοδικύλ' Αθηνών) άρ. 2Ϊ 
(Ιούλιος τοϋ 1893) σελ. 14-15 κα'ι Πρόνοια (Έφιιμεη'ις Πει- 
ραιώς) της 14 "Ιουνίου 18ί)3. 

Ρ. ννο1ΐ6Γ8 : ΑΐΗοη. ΜίΚεϋνιηςοπ 18;ΐ;?. Η. 214. 

Π. Καββαδίας, Άνάγλχιφον άναΟηματικόν Έρμί] και ΝιΊμ- 



120 



Πρώτη (ΐΐιΊονΓκι Ι'ργαη• τΓ/ζ Κ' και Λ ' κχατηντακιηοίΙ^ος 
ΙΙ?.(ίτ()^ (ίΓιτοΓι 



Ι()|Ι\Ί()\' 



(ροτΗοίον των πΛι•Ίΐο(ΐ)ν «ιιτοι» 
(Ι,ΜΝ, ίίψος 0,7(1, π-άχος (),1 1. 

Κίίτά το αν(ι) μίρος επιστέφεται ύπύ άετίο- 
ματίου (ΐρτ' (ίκρο)τηςη'(ον εν α/ήματι κεραμί- 
?)(ον άν{Ιεμο)τών, ών τα φύλ/αί ήσι/,ν ,τοτε ίϊεί)!]- 
λ(θ[ΐενα χρίόματι. "Ιχνη /οίοίίατισμοΰ κιχ/,νοΰ 
και ερυίΐροϋ φαίνοντ(ίΐ νϋν ολίγα, ήσαν ομοις 
π?.είολ'α και ζο)ηρά εύΟύς [ΐετά την (χνακ(/λ\ι- 
ψιν τοΓι μνηπείου. 

ΕυρεΟί] 6ε το μ\Ί||ΐεΐον τοΰτο τον 
τοΰ 1;Μ);1 παρά τύν συνοικισ[ΐον τοΰ 
Νέου Φαλήροΐ', π?νΐ|σίον τοΰ οΐνοπνεΐ'- 
[ΐατοποιείου 'Η|)ης , άκρι|)ώς ι ί-- 
το βόρειον ?)ιόρυγ[ΐα της προς βορρ(ί\ 
τοΰ ιινΐ]μ!Ί'ου τοΰ Καραϊσκάκη παλαιάς 
γραΗμης τοΰ άπ' 'Λίίηνών είς Πειραιά 
σώιιρο6ρ()[ΐυυ, της καταργηΌείοης ιιετά 
την κατασκευηΛ' της νέας προς την παοι/.- 
λίαν τοΰ Νέου Φαλήρου καμπύλης. Έπί 
τοΰ ένταϋ'Οα δηιιυσιευομένου τειιαχίοτι 
(Είκ. !)2) τοΰ (ρΰλ?ι.ου Π" κον τοΰ Κιπ- 
ΐίακ και Κίΐαρ€Γΐ: ΚαΓίεη νοη Λΐΐ!(:ι 
έδήλοσα δια λευκοΰ σταυροΰ τιήν ϋέσιν 
της άνακα?Λη|ιεως — δειχΰεΐσάν [ΐοι έπι 
τόπου υπό τοΰ παραστάντος είς την άνα- 
σκαφήν έορόρου τ(7)ν αρχαιοτήτων Πει- 
ραιώς κ. Ι. Χ. Δραγάτση — κειμένην δε 
[ΐεταξύ τοΰ βορείου και μεσαίου σκέ- 
?ιους των άρχαίίον (ΐακρών τειχών. 

Αί δύο παραστάσεις τοΰ μνημείου, 
καίπερ συγχρόνως ποιηΟεϊσαι, παρουσιάζουσι 
μεγάλην διαφοράν ώς προς την έπΐ[ΐέ?.ειαν της 



επεξεργα,σιας τ<Τ)ν /.επτο^ιερειών, ο)ς της μεν 
((ερούσης τό τέΙ)ριππ(ΐν πλευράς οίησης λίαν 
έπΐ(ΐε?Λ)ς έξειργασμένης, άμε/^ώς δε της ετέρας. 
'() \\'ο1ΐ(•ι>ί χρονολογεί αυτό "βραχύ μετά την 
ζο)θ(ρόρον τοΰ Παρί)ενώνος> ό δε Οοΐϋ^ηοη 
ορρονεΐ ότι έποιήίΐΐ] κατά τό ύπ()δειγ|ΐα της 
ζοκκρόρου τοΰ Παρθενώνος, καΐ ότι εΐναι σΰγ- 
χρονον τφ εν τω Κεραμεικω μνημείο) τοΰ 
Λεξίλεο), ποιη{)έντι εν έτει 3ί)4 ή .'ίίΚ-5. Κατώ- 
τερο) δε §ά 'ίδωμεν δτι ύπάρχουσι λόγοι έπι_ 




Είχ. 



φαίς: Έφημερίς Άρχ^xιολ. 189.•5 σβλ. 109- 112 και 1•2!)-14ϋ, 
Πίνακες 9 και 10. 

ΟοΠί^ηοη - Ββυηι^βΓίβη, ΟκδοΙιίοΗΐε ^1^^ ^γιοοΗ. Ρ1ίΐ5(ϊΐ£, Βά. 
11. -Η. ιΌο - 2ΰ1, Γίβ. 90. 

υββηβΓ, (ίοΙΙεΓπαιηεη δ. 230. 

ΜίΙοΙιΙιοίοΓ, ΕΓΐϊυΙοηκΙεΓ ΤοχΙ ιν, άεη ΚίΠβη νοη Α(Ιίθ3 
Ηςίι 1, 30, 39. II, 4, ΰ ί. VII, 30. 

ΒΙοοΗ: ΚοίοΗοΓ'ί, ΜγΐΗ. Ι,εχ. 15(1. III (Ν^τηρΗεη) 8. 562 .Λ.1)1). 4. 

Ε. Μ3χβΓ : Ηεηηεδ Βά. XXX, 1895, δ. 286. 

Ο. ΚβΓπ: ΡΛυΙχ-ννί55θίν&, ΚβαΙεηοχαΙορΕεάίε, Βά. III (1889) 
δ. 42 5. ν. Βα3ί1ε. Βΐϊίΐαί, ΒΕδίΙεί». 

Α. ννϋΙιβίΓη : Έφημ. Άρ/αιολ. 1902 σελ. 138-139. 

νν. Κουδβ, Οτεείί νοίίνε οΚετίη^δ (Ο^ηιΙΐΓίίΙ^ε 1902) σ. 87 κέξ. 

.\ηιεΓίοαη )οιΐΓΠ2ΐ ο£ ΑΓθΗιεο1ο§;ν, Ιοιη. IX, 203 ρΐ. XII. 



τρέποΛ'τες να χρονολογήσοιμεν τό (χνάγ?^υ(ρον 
ημών ακριβώς δια τοΰ έτους 403 π. Χ. 

Περιγραφή της κυρίας πλευράς. 

Ή έπιιιελέστερον εΐργασμένιι πλευρά φέρει 
παράστασιν, ής ευτυχώς τά πρόσοχπα σαφηνί- 
ζονται υπό τών έπι τοΰ κανόνος τοΰ κάτο> 
περιΟο)ρίουτοΰ αετώματος εγγεγραμμένων ονο- 
μάτων αυτών. Έχει δ'ή παράστασις ώς έξης. 

Έπι τεθρίππου άρματος, συρομένου προς 
τάριστερά έπι ήρέιια άνωφεροΰς εδάφους 
υπό ζωηρώς κα/^παζόντων και σφριγο')ντο)ν 
ίππων, ϊσταται νεανίας, ΕΧΕΛΟΣ καλούμενος, 



— 121 



2α ανάγλυφα πλην τών επιτύμβιων 



φέρων [ΐόνον χλαμύδα πορπουμέν)ΐν υπεράνω 
τοΰ στήθους και ζωηρως ένεκα της φοράς τοί3 
άρματος ήνεμωμένην. Τη δεξιά συγκρατεί τα 
χρώματί ποτέ δεδηλωμένα ηνία τών ίππων. 
Τα βλέ[ΐ[ΐατα αύτυϋ στρέφιει προς εύειδή και 
μεγάλην το σώμα κόρην, ι'ις περιβάλλει τη 
αριστερά την όσφ)ΰν, ίνα μη (/.ΰτη έκπέση τοί3 
άρματος. Ή κόρη αΰτη, ΒΑΣΙΛΗ καλούμενη, 
περιβε|:!λη[ΐένη δε χιτώνα ποδήρη καΐ ίμάτιον, 
άλ?ιοτε χρώματι πορφυρω βεβαμ[ΐένον, κλίνει 
χάριν της ισορροπίας το σώμα προς τα οπίσω 
κά|.ιπτουσα μικρόν τα γόνατα. Και τη μεν δε- 
ξιά κρατείται άπύ της άντυγος τοϋ άρματος, 
τή δ' αριστερά συγκρατεί πτυχάς τοϋ ζωηρώς 
ένεκα της ταχείας φοράς τοί3 άρματος ήνε- 
μωμένου ί.[ΐατίου αυτής. Το σύνολον δε τής 
παραστάσεως και ή έκφρασις τοΰ φαιδρού 
προσο)που αυτής δεικνύουσιν δτι εκουσίως και 
ευχαρίστως απάγεται υπό τοϋ Έχέλου. Άστηρ 
δε δστις, ώς φαίνεται, ήτό ποτέ χρώματι δεδη- 
λωμένος εν κυαΛ'ώ πεδία) άνω τοϋ άρ[ΐατος, 
έσήμαινε πάντως δτι ή απαγωγή γίνεται νϋκτωρ. 
Προ τών ίππων το άνωφερές έδαφος αίρε- 
ται αίφνης εις χΰαμα^ών και ώς άκρωτήριον 
προέχοντα λόφον. ΈπΙ τοϋ λόφου δε τούτου 
βαίνει, διεστηκότα ζωηρώς έ'χων τα σκέλη προ 
τών ίππων, νεανίας, ό ΕΡ/ΑΗΣ! ώς δηλοΐ ή επι- 
γραφή, φέρων χλαμύδα μόνον ώς ό "Εχελος, 
ομοίως άνω τοϋ στήθους πορπουμένη\' και 
ζωηρώς κυματίζουσαν, ώς εκ τής βιαίας κινή- 
σεως αύτοϋ. Άμφοτέρας τάς χείρας ύψοΐ προ 
τών ίππων, ουχί, ο)ς θέλει εις τών ερμηνευ- 
τών, «οιονεί προτρέπων τους ίππους και σύν- 
θημα δίδων προς ιρυγήν» — πράγμα εντελώς 
περιττόν δΓ ίππους ούτως όρμητικώς ήδη κα?^- 
πάζοντας — , άλλ' δλως τουναντίον αναχαιτί- 
ζων και ανακόπτων τήν ιλιγγιώδη όρ[ΐήν [ΐεΟ' 
ής έφέροντυ. Και δη τή μεν δεξιά αρπάζει τήν 
χαίτην τοϋ εις τα δεξιά ίππου, τή δ' αριστερά 
κρατεί μάστιγα, χροηιατί ποτέ δεδηλωμένην 
και νϋν αφανή, δι' ής απειλεί ή πλήσσει τήν 
κεφα?αιν τοϋ δευτέρου τών μεσίίίων ίππων, 
δστις, ίνα άποφύγη το πλήγμα, αποστρέφει τήν 



κεφα?ιήν. Ή κορυφή τοϋ λόφου, έφ' οϋ ΐστα- 
ται ό Έρμης, εΙν(/.ι, ώς ϋά ϊδίομεν, το τέρμα 
προς ο απάγει ό "Εχελος τήν Βασίλην. 

Το δ?\.ον τής παραστάσεως απομιμείται φα- 
νερώς γν(οστόν μέρος τής ζφοφόρου τοϋ Παρ- 
θενώνος, είκονίζον άρμα, ου τήν όρμήν τών 
ίππων ανακόπτει άνήρ τις (πομπευς συνήθως 
κα?ιθύ[ΐενος), ό[ΐοίοκ τω Έρ[ΐή ήμώλ' άνατεί- 
νων τάς χείρας. 

Σημειθ)τέον δτι το [ΐέν δνομα ΕΧΕΛΟΣ 
γέγραπται σαφώς, το δε ΒΑΣΙΛΗ έχει το πρώ- 
τον γράιιμα ώς Ι, σώζει δ'δμως σαφή ίχνη τών 
δύο τόξο)ν τοϋ Β. Το δνομα δ'δμως τοϋ Έρμου 
γέγραπται Ι ΗερΙμης, εξ ού σαφώς καταφαί- 
νεται, δτι πριν ή χαραχϋή το δνομα ΕΡΜΗΣ 
έγένετο εκ παραδρο[ΐής αρχή χαράξεως, έπι τής 
πλευράς ταύτης, τής έπΙ τής ετέρας πλευ- 
ράς άναγραφείσης κατόπιν επιγραφής ΕΡΜΗ Ι 
ΚΑΙ ΝΥΜφΑΙΣ. Δηλαδή τά μεγά?ια στοιχεία 

Ι Η Ι 

είναι ή έναρξις χαράξεως τών [Ε]Ρ[Μ]Η[ΙΚΑ]Ι. 

Τά νϋν καταφανή ?νείψανα τής πρώτης χα- 
ράξεως [.ιετά τήν χάραξιν τής νέας επιγραφής 
έκαλύφι)ΐ]σαν βεβαίως δια γύψου, φθαρέν- 
τος έκτοτε, [ΐή ταράσσοντα οΰτως, ώς νϋν, τον 
άναγινιοσκοντα την Λ'έαν έπιγραφ^ή^^ 

Περιγραφή τής ετέρας πλευράς. 

Επί δε τής ετέρας π?ιευράς τοΰ μνημείου 
εΰρηνται έπι εδάφους δ?ιως επιπέδου αϊ εξής 
εξ μορφαί. 

Ε'ις το αριστερό ν άκρον τής πλακός ΐσταται 
προς δεξιά, τελείως μεν ανεπτυγμένη το άνά- 
στη^ια, ά?ιλά πάνυ λεπτή καΐ νεαρά κόρΐ), 
έχουσα την κόμην τίίΐΛ'ία άναδεδεμένηΛ', φέ- 
ρουσα δε βραχύν, μόλις μέχρι τών γονάτιον 
κατερχόμενον, χιτώνα, έφ' ού εΰρηται έπίβλημα 
από τοϋ αριστερού αυτής ώμου υπό τον δεξιόν, 
μόλις προέχοντα νεαρόν μαστόν αυτής, κατερ- 
χόμενον καΐ (ΐέχρι [ΐόνον τών λαγόνων καΟι- 
κνούμενον, έζωσμένον δε περί τήν όσφύν αυτής. 
Άμφοτέρας τάς χείρας έχει προς τά κάτω, τή 
μεν δεξιά λα[ΐβάνουσα ακροθιγώς τήν κάτ(ι) 



122 — 



ΙΊρώτιι (αΰ•<)νπ(ΐ εργ(»ν ιΓ/ς Κ' κα) Α' έκατοντπί'η/ρίόίκ 



παρυΓ( ί|ν τοϋ ΓΠ•ι|)λΓ|Η(/.τ()ς, τί|ν ί^' (/.οιστρράν 
ί'χ()ΐΌ(ί (ΐικπόν τι .γοο γοΓ» πίόματος κ(χι τοίις 
δακτύλους ηίιτΓ|ς χχνοναα. (ός συνοδεύουσκ 
ίν τΓ| κινΓ|πι•ι «ύτηιν τί|ν προς τοΛ' (χπί\'(/.ντι 
αυτής ίστάμΐ'νον (ϊνδρα ό[ΐι/άαΛ'. 

ΙΙρό αυτής εις μικράν άπόατασιν ϊσταται, 
ώσει μόλις προσελΟώλ' και προς (/.ύτήν διαλε- 
γό[ΐρνος, (ίνήρ π(ογ(ΐ)νο(('όρυς, έ'χων την κόμην 
κανία πρριί)ι-δρ[ΐενιιν, φέρων δε ίμάτιον κατα- 
λεΐπον γκμνοης τους βρίχχίονας και το δεξιον 
μέρος το Ο στήθους μέχρι τής κοιλίας. Τών χει- 
ρών την μεν δεξιάν έχει προς τα κάτω και 
ομοίως έσχηματισμένην τή (χριστερά τής προ 
αυτού κόρ^ις, ήτοι τΓ| κινήσει τών δ(/.κτύλων 
συνοδεύει και (χύτός ανεπαισθήτως τήν προς 
την κόρην διά?>,εξιν, ενώ τής δεξιάς αύτοϋ προ- 
τάσσει τον πήχυν, (/.σαφούς δμως δντος αν 
έκράτει τι μεταξύ τών δακτύλο^ν, ώς τού λίθου 
μή δντος έξειργασμένου κατά το μέρος τούτο. 

Τού ανδρός δε τούτου περιβάλλει τήν όσφύν 
διά τής δεξιάς έτερος καθ'δλα δμοιος πωγω- 
νοφόρος άνήρ, κερασφόρος δμ(ος ών και κατε- 
νώπιον εικονιζόμενος, κέντρον δε τεχνικυν άπο- 
τε?ιών τής δλης παραστάσεοκ. Τήν άριστεράν 
δ' αυτού χείρα έχει καί)ειμένΐ]ν προ τού αρι- 
στερού (ΐηρού, ήρεμα κινών τους δακτύλους, 
καΟ' ά κ(/.ί αϊ δύο προηγούμεναι μορφαί. 

Ό κερασφόρος ούτος άνήρ στρέφων μικρόν 
τήν κεφα?α]ν προς τά οπίσω διαλέγεται προς 
τήν αμέσως παρ'αύτω ίσταμένην πρώτη ν τού 
συμπλέγ[ΐατος τριών νεαρών γυναικών, Νυμ- 
φών ώς δηλοϊ ή έπΙ τού περιθωρίου τού αετώ- 
ματος τής πλευράς ταύτης επιγραφή. 

Αϊ τρεις αύται νύμφαι, ποδήρεις χιτώνας 
καΐ ιμάτια φέρουσαι, άποτελούσιν ώραϊον σύμ- 
πλεγμα, αυτοτελές μεν τεχνικώς, αλλά συνδεό- 
[ΐενοΛ' προς τήν λοιπήν παράστασιν διά τής συν- 
διαλέξεως, ε'ις ίμ' προφανώς ευρίσκεται ή πρώτη 
αυτών μετά τού αμέσως παρ' αυτή ισταμένου 
ανδρός. Ή νύ(ΐφη αύτη, έχουσα κατ' έξαίρε- 
σιν τήν κεφα?ν,ήν πέπλω κεκαλυμμένην, είναι 
δλως έστραμμένιι προς τόν προς αυτήν στρε- 
φόμενον κερασφόρον άνδρα, μεθ' ου ομιλεί 



εχοιισα τάς χεΐρ</.ς ι ν [| ι/,κριΐίώς θέσει έχει τάς 
εαυτού και ό προς τί|ν (5ραχυχίτωνα κόρην 
διαλεγόμενος πρώτος τών ήδΐ] περιγρα<(έν- 
τίον (/.νδρών. 

Έπι τών ώ[ΐοιν τής νύμφης ταύτης στηρί- 
ζει ο'ικείως ή δευτέρα τών Λπηκ^ών τόν δεξιον 
βραχίονα, ου ή χειρ άφείθΐ) ακατέργαστος. Τήν 
δ' (χριστεράν χείρα έχει έντε?Λ)ς και')ειμέν7ΐν 
παρά τάς πτυχάς τού ιματίου. Το σώμα αυτής 
είναι έστρα(ΐμένον κατενώπιον, ένφ ή κεφαλτ; 
κλίνει προς τά κάτω στρεφόμενη μικρόν προς 
τήν παρ' αυτήν ίσταμένην τρίτην τών νυμφών, 
μεΟ'ής συνομι^^εΐ." 

Ή τελευταία αύτη νύμφη έ'χει άμφοτέρας 
τάς χείρας υπό τό ίμάτιον κεκρυμμένας, στηρί- 
ζει δε δλον τό βάρος τού σώματος έπι μόνου 
τού αριστερού ποδός, διασταυρούσα τόν δεξιον 
πόδα υπεράνω αυτού προς τά δπισί)εν. 

Έν γένει δε τό δλον τής παραστάσεως τής 
πλευράς ταύτης τού ανάγλυφου διαιρείται εις 
δύο [ΐέρη, έ'χον τήν βραχυχίτοη'α κόρην δι' 
ικανού κενού άποκεχωρισμένην άπό τών λοι- 
πών πέντε παραστάσεων τών προς αύιήν άπο- 
βλεπόλ-των ώς άρτι προσε?ιθόντο)ν και παρα- 
στάντων προσώπαη'. 

Τέλος ή επιγραφή τής πλευράς ταύτης, αρ- 
χομένη άπ' αυτής τής άνο3 τής βραχυχίτωνος 
κόρης αριστεράς γωνίας τού αετώματος και 
μέχρι σχεδόν τού [ΐέσου τής πλακός άναγινω- 
σκομένη, έχει ώς εξής• 

ΕΡΜΗΙΚΑΙΝΥΜφΑΙΣΙΝΑΑΕΞΟΙΙ Ι Λ 

Ό πρώτος δημοσιεύσας τό ιινημεΐον κ. Τακ 
Δραγάτσης άνέγνωσεν αυτήν 

Έρμίϊ Ηαί Ννμφαις ίνα άέξθί(εν) . . . 

Μετ' αυτόν ό γενικός έ'φορος τών αρχαιοτήτων 
Καββαδίας άνέγνωσε πρώτον μέν 

ΈρμΓ) και Νΰμφαισίλ' Άλεξό ί[έρει|α 

κατόπιν δε 

Έρμτ) κα'ι Νύμίφαισιν α' . . . 

τέλος δ' ό κ. Αά. λνΐΙΗείΓπ παραδεχόμενος ώς 
έμμετρον τήν έπιγραφήν έση μείωσε περί αυτής 



12ί 



Τα ανάγλυψα πλην τών έπαυμβίων 



τα έξης: <Μετά τάς λέξεις: 'Ερμ[ι και Ννμ- 

> φαιαιν διακρίνονται τα έξης" 

ΑΑΕΞΟΙΙ 1 Λ 

■ φαίνεται δε δτι τα τελευταία γράμματα η εν 
; μέρει [ΐόνον ή ουδαμώς έχαράχθιισαν έπΙ τοϋ 

> λί{)ου, μέλλοντα Λ'ά συμπληρο){)ώσιν απλώς 
» δια χρώματος, δπως συ[ΐβαίνει καΐ εν αλλαις 
» έπιγραφαΐς, π. χ. τη αναθηματική €ΐΑ II 
» 1449, έ'νθα τον ονόματος Μνηαίϋεος έχαρά- 
» χθησαν [ΐυνον τα έξης Μ II Ι. Έν δε ΑΑΕΞΟΙ 
:: κατά πασαν πιθανότητα πρέπει να άναγνω- 
» ρίσωμεν το δνομα τοϋ ίδρύσαντος το άνά- 
>θημα• ή αρχή αύτοϋ εΐναι αναμφιβόλως 

> ΑΛΕΞ' έπειδί) δε το δνομα Άλεξομενος δεν 
; συμβιβάζεται προς τάς έπομένας γραμμάς, 

μόνον \Αλέξων ι") Άλεζώι υπολείπεται. "Οτι 
ί δε άντι τοϋ Ω υπάρχει ο έπΙ τοϋ λίθου, έν 
^> τή έποχη, εις ην ανήκει τύ άνάγλυφον, ούδό- 
•:-' λως είναι παράδοξον. Τύ τέλος τοί3 έξα[ΐέ- 
:> τρου εξ άπαντος άπετέλει το ρήμα άνέϋ-ηκεν. 

"Ωστε λείπουσιν έτι δύο συλ?ν,αβαι [ΐετά το 
» δνομα• ϊσως τήνόε δηλ. στήλην, ί) τύνόε δ))λ. 
>> πίνακα. Π βλ. €ΙΑ IV, 2 15Ρ.1Ρ. Ηοίϊπΐίΐηη, 
» 5γ1Ι崙β ερίι,^ΓίΐιτιπίίΐΙηπι 341 (Όίΐ;1:6η1)βΓί>•6Γ 
»8γ11ο§β2 588,47) 340 (δγ11ο§β - 588,41) 
»369, 375, 376». 

Την δε γνο)μην ημών περί τοΰ τρόπου καιΤ 
δν δέον νά συμπληρωΰή καΐ άναγνωσΟή ή επι- 
γραφή, 9ά εϊπωμεν μετά τήν έρμηνείαν τοϋ 
ιινιηιείου, είς ην προβαίνο[ΐεν νϋν. 

Ερμηνεία των παραστάσεων. 

Α '. Πρώτη πλευρά. 

Αί έπιγραφαΐ τοϋ ανάγλυφου διευκολύνουσι 
μεν μέχρι τινός τήν έρμηνείαν τοϋ θαυμασίου 
τούτου [ΐνημείου, άφίνουσιν δμοκ και κενά 
πολλάς γεννήσαντα απορίας και αμφισβητή- 
σεις, άναγκαίαν καθιστώσας νέαν λεπτομερε- 
στέραν αύτοϋ μελέτην. 

Ό "Εχελος έν προίτοις είναι ήδη γνωστός 
ώς αττικός ήρως παρά τον Πειραιά λατρευό- 



μενος, και δή εκ [ΐόνων τών έξης αρχαίων 
μαρτυριών : 

Στέφανος Βυζάντιος έν λ. Έχελίδαι, δήιιος 
τής Αττικής, από Έχέλου ήρωος• ούτως [ΚΥ 
ούτος Α] δ' από έ'λους, τόπου μεταξύ δντος 
τοϋ Πειραιέθ3ς και τοΰ τετρακοψου Ηρα- 
κλείου \ έν ω τους γυμνικούς αγώνας έτίθεσαν 
τοις ΠαναΟηναίοις• ο δηιιότης Έχελίδης. Τά 
τοπικά εκ τής γενικής τών πληθυντικών. 

Ησύχιος έν \. Έν Έχελιδών. 'Έχε/.ος ήρως, 
ώς δε έ'νιοι έπίθετον ήρωος, από τοϋ έλος 
παρακεΐσθαι τώ ήρωω. "Εστίν δε ό Αθηναίων 
ιππόδρομος έν Έχελιδών, έν φ ιππικοί ήγοντο 
αγώνες και ναός Έχέλου. 

Μέγα Έτνμολ.ογικον έν /.. Έχε?.ος• ήρως παρά 
'Αθηναίοις τιμοηιενος. Και δήμος τής Αττι- 
κής Έχελίδαι, από τοΰ (παρα)κειμένου έλους 
τω τόπω, έν φ ΐδρυται τό τοϋ Έχέλου άγαλμα• 
παρά τό έλος έ'χειν, Έχελος. Και Έχελιδών 
δήμος, από Έχέλιος (810). 

Αντό&ί έν \. Έν Έχελιδών (ν. Ένεχελιδο)), 
τόπος ΆΒήνησι σταδίων οκτώ, έν φ αί ίππο- 
δρομίαι• από τίνος Έχέλου. 

Φοηίου, ;\εξικ. έ\' λ. Έχελιδώλ'• τόπος έχων 
Ιππόδρομον από Έχέλου ονομασθείς. 

Σημειωτέον δε προς ταύτα δτι κατά μεν τόν 
ΓΤο/Λίδεύκη (Ι\', 105) : ^.Άβήνι/σι τετράκωμοι 
ήσαν ΠειραιεΧς, Φαληρεϊς, Ξυπεταίονες και Θυμοι- 
τάδαι»• κατά δε τόν Αάοΐρΐι \\^ί1Ηβ1ηι (έ. ά. σελ. 
139) τό τετράκωμον Ήράκλειον εκείτο εκεί 
ένθα νύν ό ναός τοΰ Αγίου Ιωάννου τοΰ 
Ρέντη. Επομένως τό έλος τών Έχελιδώλ', τό 
μεταξύ τοΰ Πειραιώς και τοϋ τετρακοιμου 
τοΰ Ηρακλείου κεί(ΐενον, εΐναι τό έ'λος τοΰ 
νέου Φα?α)ρου, ένθα καΐ ευρέθη τό άνάγλυφον 
ημών. Ή μέχρι τούδε έλλειψις επιγραφής άνα- 
φερο[ΐένης εις δημότην Έχελίδιιν έκώλυε τους 
περί τών δήικοΛ' τής Αττικής άσχοληθέντας 
νά παραδεχθώσι τήν μαρτυρίαν τών ανωτέρω 
λεξικογράφων περί τής υπάρξεως τοιούτου 
δήμου '. Ή άνακάλυψις δμως τοϋ ανάγλυφου 



' Μ^1^Η]1δ£ε^, ΕΓίαιιΙ. Τεχί ζ« €ιΐΓΐίυ5 \ιηι3 ΙναυρβΓΐ, Κ.-ιηειι 
νοΜ ΑΐΙίοίΐ Ι, 5. 36, 39, Π, δ. 6 ί. 



124 



Πρώτιι (ΐη')(>νηη Ι'ργοη• της Κ' και Λ' ι'κίποντηΕτηρίίίος 



τοϋ Ίν/ι'-λου κατί'δειξη' οτι οί Ί']/ι•:?α'{)αι, ΓΪτε 
ώς ί)Γ|[ΐος εΐ'τε ώς [ΐέπος τοπ ^ήμου της π«ς)«- 
λί(χς των Φα?αιπί(ΐ)ν, εκι-ιντο («κριβώς είς την 
Οίσιν τών πίίοά το |ΐνη[ΐεΐον τοΰ Κ(/.()αϊοκάκη, 
ίν Νι••(|) ί1>(/./^Ίρ(ρ, σ(ι)ζο[(έν(ι)ν λεπ|κΑΌ)ν αρχαίου 
δήμοΐ' '. Ίν/ί-ΐ δ' (/.κριβώς έ'Οηκεν ορθώς τους 
Έχελίδας ύ ΜϊΙοΗΗοίΐιΜ• εν τώ νείοτίίτο) αύτοϋ 
πίνακι τών δήμων της Αττικής-. 

Τον δι" ίππ()δρο(ΐον τών Ά{)ην(ίί(ο\', τον 
κατά τάς ανωτέρω μαρτυρίας κεί[ΐενον Ρν 
ΈχελιΛών», καΐ ου πάντως προστ(χτν]ς ήρο^ς 
Γ|τ() 6 (ος (χρματηλίχτης εικονιζόμενος έπΙ τοΰ 
μνη[ΐείου ή[ΐών "Εχελος, εΟιικεν ό €'αΓΐϊιΐί> εΙς 
το ομοιον προς στάδιον κατασκεύασμα το κεί- 
[ΐενον ύπο τον λύψον τής Μουνιχίΐίς και τον 
λόφον τοΛ' φέροντα νϋ\' το γνωστόν μνημεΐον 
τών Γά?^,λων και "Αγγλων (ϊδε ΚαιηδαΙιη εν 
τχ\ είκ. 92). ' ίύΧ ό ΜίΙοΗΗοίεΓ υρϋώς παρετή- 
ρησεν ήδη ^ οτι ό δι' [ππόδρ()[ΐον δλως ανεπαρ- 
κής ούτος χώρος εΐναι πιθανο)τατα το στάδιον 
τοΰ Πειραιώς. Έξ άλ?ιου δε ή [ΐαρτυρία οτι ό 
ιππόδρομος τών Έχελιδών ήτο σταδίων οκτώ 
και το γεγονός οτι ακριβώς εκεί ένθα όνε- 
κα?ιύφΰη τό (ίνάγλυφοΛ' οί κάτοικοι τών νΰΛ' 
Αθηνών έτέλεσαν τάς πρώτας, ώς νομίζω, 
εν Ελλάδι ίπποδρο[ΐίας, ούδενός άλλον τόπου 
περί τάς Αθήνας δειχθέντος έκτοτε καταλ- 
λη?^.οτέρου προς τοιούτους αγώνας, άγει με 
εις τό συ[ΐπέρασμα οτι ό ιππόδρομος τών 
Αθηναίων εκείτο εν Νέω Φαλήρο) προς βορ- 
ράν [ΐέ\' τοΰ μνημείου τοΰ Καραϊσκάκη (ένθα 
νΰν τό νέον ποδΐ]λατοδρόμιον) καΐ δή εις τό 
ξηρόν έδαφος τοΰ κρασπέδου τοΰ έλους ήτοι 
τό [ΐεταξύ τοΰ βορείου και μέσου μακροΰ τεί- 
χους, ένθα και προσέθηκα αυτό εν τω ανω- 
τέρω άναδημοσιευομένω (Είκ. 92) άποσπάσματι 
τοΰ γερμανικού χάρτου τοΰ αρχαίου Πειραιώς. 
Οΰτως ή θέσις εν ή ευρέθη τό άνάγ?Λ»φον 
ή[ΐών θά εκείτο εν τω μέσω τοΰ ιπποδρόμου 
τούτου, δστις ήτο ό μέγιστος τών γνωστών 



έλ/^ινικών ίπποδρό(ΐων έπΙ τέσσαρα περίπου 
στάδια έκτεινόμενος, 0)ς οκτώ στ(/.δια έχοντος 
τοΰ στοίβου αύτοΰ. Τό τεοί/στιον τοΰτο μήκος 
τοΰ ίπποδριίμου ούδ(')λ(ΐ)ς έκπ/.ήσσει, αν ύπο- 
λάβωμεν οτι οί Αθηναίοι εύίρυώς μετεχειρί- 
σϋΐ]σαν ώς θέατρον αύτοΰ αυτά τά παραλλή- 
?ι.ως ταΐς πλευραΐς τοΰ ιπποδρόμου βαίνοντα 
μακρά, τείχη. Φρονώ δε οτι τό άνάγλυφον 
ημών θά ήτο άνατείίειμένον έπΙ τής τόν ιππό- 
δρομον εις δύο κατά μήκος χωριζούσης ρά- 
χεως, τής .'ϊρίηα υπό 'Ρωμαίων καλούμενης και 
διά πλήθους αναθημάτων και κοσμητικώΛ- 
αγαλμάτων κόσμου [ΐένης. Ή θέσις αΰτη τής ανα- 
θέσεως ερμηνεύει καΐ τιρ' σπανκοτάτην ιδιότητα 
τοΰ άναγ/ιύφου, νά (ρέρη δηλαδή έπ'(/.μφοτέ- 
ρων τών πλευρών παραστάσεις, ίνα οίίτο^ς αύται 
ώσιν όραταΐ υπό τε τών περιθεΟΛ'των την νύσ- 
σαν τοΰ ιπποδρόμου άγοη• ιστών καΐ τών περί 
τί|ν άκανθαν εν τφ μέσω τοΰ ίπποδρό[ΐου ισταμέ- 
νων άνθρο)πο}Λ', έκείνοοχ' ους ό Ξενοφών εν τω 
Ίππαρχικω παραγγέλλει, — προκειμένης τής με- 
γά?ιης έπιδεΓξεωςτών ιππικών δυνάμεο)ντής πό- 
λεως, — νά έξελαύνωσιν εκ τοΰ μέσου τοΰ ιππο- 
δρόμου οί ίππαρχοι τάξαντες έπΙ μετώπου τάς 
εφίππους φυλάς καΐ έμπ^νήσαντες οΰτως ίππων 
τόν ίππόδρομον '. Έκ τής θέσεως αύτοΰ ταύ- 
της ίσως έκρημνίσθη, ή πρότερον κρημνισΟέν 
κατεχώσθΐ), τό άνάθηιια ήιιών υπό μιας τών 
και νΰν συνήθων μεγάί^ων πλημμύρων τοΰ 
Κηφισού, α'ίτινες μεταβάλλουσιν εις π/ιωτήν 
θάλασσαν τό μέρος τοΰτο, τό πάν άνατρέπου- 
σαι, παρασυρουσαι καΐ θάπτουσαι υπό σο^ρόν 
ί/.ύος. ΆνασκαφαΙ ένεργούμεναι είς τό τόσον 
σαφώς ένδεικνυόμενον μέρος τοΰτο φρονώ οτι 
θά όποκαλύψωσιν όλόκ?.ηρον τό σχέδιον τοΰ 
μεγίστου τών τής Έλ?»,άδος άρχαίο^ν ιπποδρό- 
μων, ώς και άλλα αναθήματα ανάλογα προς τό 
περί ου δ λόγος ενταύθα. 

Ώς δ "Εχελος, περί ού δεν γνωρίζομεν 



' "Ιδε τών (5ί\•(οτερ(ο ,τινάκων τό φϋλλον II". 
'-' ϋΙ)εΓ5ίο1ιΐ5ΐίαΓ[6 νοη ΑΙίίοα παοΗ ΜίΙςΗΗοίβΓ. 
" ΕτΙαυΙ. ΤοχΙ ζυ ΟυτΗιΐδ υηιΐ ΚϊΐιρβΓΐ Ι, 39. 



' Ξενοφ. Ίππαρχικός 3, 10. "Οταν γε μήν εν τφ ίπποδρόμφ 
ή έπίδειξις ΐι. καλόν μέλ• οΰτο) πρώτον τάςασΟαι ώς άν έ-τΊ 
μετώπου έιιπλήσα\•τες ίππων τόν ίππόδρομον έξελάσειαν τονς 
εκ τον μέσου ανθρώπους *. 



12δ 



Τά ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



άλλο τι πλέον των υπό των άνωτέρο) παρατε- 
θέντων λεξικογράφων αναφερομένων ειδήσεων, 
οΰτω καΐ ή ύπ' αύτοΰ άπαγο[ΐένιι Βασίλη 
μόλις είναι γνωστή εν τή αττικί] [ΐυθολογία. 
Γνωρίζομεν δηλαδή μόνον δτι μεταξύ τοΰ 
εν Ά-θήναις Διονυσιακού ΰεάτρου καΐ τοΰ 
Ίλισοϊ) ύπήρχεν εν ετει 418 π. Χ. ' το ιερόν 
τοΰ Κόδρου καΐ τό τοί3 Νηλέθ)ς και της Βασί- 
?νης». Τό αυτό ιερόν αναφέρει κοιι ό Πλάτων - 
ο)ς κείμενον καταντικρύ της τού Ταυρέου 
παλαίστρας. 

Ζήτη[ΐα έγεννήθΐ] περί τού τίς ή Βασίλΐ] 
καΐ οποία ή φύσις αυτής, τοσούτω [ΐάλλον δσω 
περί της υπό τού ανάγλυφου μαρτυρουμένης 
απαγωγής αυτής υπό τού Έχέλου ούδ' ή ελα- 
χίστη διεσο)θη μαρτυρία ή νύξις. Ό Ε. €ιΐΓίίιΐδ 
έφρόνει δτι ή παρά τους βασι?^,εΐς Κόδρον και 
Νηλέα λατρευομένη Βασίλη ή το «Δαίμων τις 
προσωποποιούσα τήν φήμην τής αττικής βασι- 
λείας». Ό δε ΙΙδβηεΓ εκλαμβάνει αυτήν ως βααί- 
λισσαν τον ΟϋραΐΌϋ (Ηϊιτιιτιβίδΐίοηίοίη). Τρίτος ό 
γεν. έφορος Καββαδίας φρονεί δτι άνεκά?ιυι|ιεν 
ούχι μόνον οποία τις ή φύσις τής Βασί?ιης ταύτης, 
άλλα και τά ϊχνη τής εν τη Άττικη ύπο τού Έχέ- 
λου αρπαγής αυτής. Γράφει δηλαδή δτι εύρε 
σχετικόν «ά'&ηναϊκδν μϋ'&ον» εν τή παρά Διο- 
δώρφ (Γ', 57) διηγήσει, καΰ-' ην Βασίλεια τις 
καλου[ΐένιι γυνή < ήτο ΤιτανΙς θυγάτηρ τού 
> Ουρανού καΐ τής Τιταίας, σύζυγος τού Ύπε- 
»ρίονος καΐ [ΐήτηρ τού Ηλίου καΐ τής Σε?α]νης. 
»Έκμανής γενο[ΐένη έπΙ δυστυχή μασι των τέ- 
»κνων αυτής περιεφέρετο κατά την άττικήν χώ- 
>ραΐ' [ΐέχρις ού έγένετο άφαντος». Παραθέτει δε 
ό γενικός έφορος και μέρος τής διηγήσεως ταύ- 
της τοΰ Διοδά)ρου λέγοντος δτι κατ' άκολουΐΚαν 
τής λύπης αυτής έγένετο εκ μανή ς ή Βασίλεια, 
μεθ' δ «των τής θυγατρός παιγνίων τά δυνά- 
μενα ψόφον έπιτελείν άρπάσασαν πλανάσθαι 
κατά την χώραν, λε?αΐ[ΐένην μεν τας τρίχας, τω 



' ΟΙΑ IV. 2, .53. 

- Χαρμίδ. 153α. — Πβλ. ΒβΓ^Ιί, Ροεί. Ι,γτ. Ι. 249.— \νί1αηκ>- 
«•ίΐζ, Ι^βοίίοηεδ ερί§:Γ&ρΗίεαβ 5. — Ε. ΟυτΙίυϊ ΟεδΗΐηιιηεΙΙε ΑΙ)- 
1ΐ!ΐηά1ιιιι§εη Ι. 459. — ΙΙββπεΓ, αοΙΙεΓη8.ιηοη 8. 230. 



δε διά τ(7>ν τύμπανων και κυ μ βάλουν ψόφο) 
ένθεάζουσαν, ώστε καταπλήττεσθαι τους ορών- 
τας. Πάντίΰν δε τό περί αύτην πάθος έλεούν- 
τοον, και τίνων άντεχομέΐ'ων τοΰ σώματος (παρά 
τΊ|ν προς τόν δχλον τών ΰ^ητών άπαγόρευσιν 
αυτής: τού αυτής σοηιατος ιιηκέτι μηδένα χΗ- 
γεΐν), έπιγενέσθαι π^^ήθος δμβρου και συνεχείς 
κεραυνών πτώσεις. Ενταύθα δε τήν μεν Βασί- 
λειαν αφανή γενέσθαι». Λοιπόν εν ταΐς λέξεσι 
τού Διοδοίρου < καί τίνων άντεχομένωΛ' τού 
σοηιατος (τήν Βασίλειαν) αφανή γενέσθαι: 
ευρίσκει ύ Καββαδίας δτι <ύπολανθάνει ή 
παρά τω Άθΐ]ναϊκώ λαφ εν τοϊς καθέκαστα 
διαδεδομένη παράδοσις περί τΓις αρπαγής τής 
Βασιλείας ή Βασίλης υπό τού Έχέλου». 

Δυστυχώς ό Διόδωρος, παρά τήν ρητήν δια- 
βεβαίωσιν τού γενικού εφόρου τών αρχαιο- 
τήτων, ούδαμού λέγει δτι πρ()κειται περί 
«άτηκοϋ μνϋ-ον , ουδέ δτι ή Βασίλεια περι- 
εφέρετο κατά την άττικίρ• χώραν ». Ταύτα 
πάντα εΐναι πίχρεμβολαι αυτού τού Καββα- 
δίου εις τό κείμενον τού Διόδωρου ! "Ολως 
τουναντίον ό Διόδίορος ρΐ]τώς λέγει δτι πάντα 
δσα διηγείται περί τής Βασίλης ταύτΐ|ς ήσαν 
μυθεύματα έγχαιρια τών παρά τόν Ώκεανόν 
Άτλαντί(ον περί, τών ι)εών τής χ(όρας αυτών, 
τής πάνυ μ(/κράν της Αττικής κι/.Ι δη είς τά 
έσχατα τού αρχαίου κόσμου κειμένης! Έξαλλου 
είναι προφανέστατον δτι οΰτε ή ώς μαινάς 
μετά κυμβάλων και τύμπανων περιφερόμενη 
γηραιά Βασίλεια (='Ρέα) τών Άτλαντίων, ή και 
πρεσβυτάτη τών 1Η τέκν(ι)ν τίιΰ Οϋραλ'οϋ και 
μήτηρ τέκνωΛ' ήδη άνδρωθέντων, δύναται νά 
εχη οιανδήποτε σχέσιν προς τήν νεαράν άττι- 
κήν παρθένον, ήν χαίρουσαν απάγει ό 'Έχε?^ος 
τοΰ άναγ?ιύφου ημών, ούτε ή φράσις τού Διο- 
δα)ρου δτι ή Βασίλεια τών Άτλαντίων ήφανί- 
σ&η ευθύς ώς τίνες τών τό περί αύτήλ' πάθος 
έλεούντων άντείχοντο τον σώματος αυτής, δηλοϊ 
άπαγίογήν και [ΐάλιστα έκουσίαν ώς ή τής 
ευχαρίστως άπαγο[ΐένης καΐ έπι τούτου μει- 
διώσης Βασίλης τού ανάγλυφου. 

Τούτων πάντων ένεκα ό Γερμανός σοφός 



126 — 



ΙΙρα')/!/ (ΐ'ύ')ΐ)ΐ!(ί(ΐ ϊ'υγ(ι)ΐ' ιζ/ι; /ί' και Λ' ίκατοντίαΐίΐηιΊ'ίιις 



Μά. ΜκνοΓ (ε. ά. 2^7, αημ. "2) (/.ποκς)()ΐΊ(ΐ)ν οηλ- 
?.ιΊ(5ί>ι1\' πασαν τίμ- ί(_)|Π|νΓίαν τίχύτην τοϋ γκνι- 
κοϋ π( όρου των (ίρ/ίποτήτίον σηπριοΐ όπίΐιοςοτι 
«τί|ν π(χρά τω Λΐ()^(ί)ρ(|) [κηραν ίστ()πί(/.ν περί 
της Βοοιλείος, ούσαν εύικίίριστικήνέ'κδοσιν τοί3 
ηΓίΊοι' τΓ|ς μΐ]τρος των θεών Ρέας, έδει νά 
μ»| έπικαλεσί)Γ| ό Κίχββίίδίας προς έρ[ΐηνείαν 
της Β(χαίλιις, μεΟ ης οΰδί•ν έχει το κοι,νόν . 

Ά/.λά και τί|ν τετ(/.ρτην ερ[ΐηΛ'είαν, ην προέ- 
τεινεν (ίντι τΓ|ς τοΰ Κ(λ|)|)(/.δίου ό Γερμανός 
ούτος α()((()ς, ι)ε(ι)ρ(7) επίσ)|ς άπορριπτέαν καί 
άβάσΐ[(()ν, αν καΐ εισηγητής αύτν)ς έγένετο ό 
σοφώτατος περί τά [ΐυΟολογικά καθηγητής ϋ. 
ΚοΗοΓΐ, (ίπεδεξατο δε καΐ ό Ο. Κογπ. "Εχοντες 
δηλαδή οι τρεις ούτοι σοφοί ύπ'δψιν τήν με- 
γά?αΐν (ηιοιότητα των πολυπληθών παραστά- 
σεων της απαγωγής της Περσεορόνης υπό τοϋ 
συνεργόν τον Έρμήν έχοντος Πλούτωνος, προς 
τήν παράστασιν τής αρπαγής τής Βασίί.ης τοϋ 
αναγλυΓρου υπό τοϋ συνεργόν εχοΛ'τος τόν 
αυτόν Έρ[ΐήν Έχέλου, (ρρονοΰσιν δτι ή [ΐέν 
Βασί?αι εΐναι ή βασίλισσα τοϋ "Αδου Περσε- 
φόνη, 6 δε άρματηλάτης "Εχελος ύ αυτός 
προς τόν κλυτόπωλον Πλούτωνα. Οι αύτοι 
ισχυρίζονται δτι ό παρά τήν Βασί?αιν εν Αθή- 
ναις ?\,ατρευόμενος ΝΊ]?^εύς δεν είναι — ώς ιιέχρι 
αυτών Ρ(('ρόνουν οί αρχαιολόγοι \ — ό περίφη- 
μος βασιλεύς τής Πύλου καΐ γενάρχης των 
βασιλέων τής Αττικής Νηλεύς, άλλ' αυτός ό 
ανηλεής βασιλεύς τοϋ "Αδου Πλούτων. Τέλος 
τόν τήν συνοχήν τής ερμηνείας ταύτης ταράσ- 
σοντα Κόδρον, τόν κατ' ούδένα λόγον δυνάμε- 
νον να ταυτισΟή προς τίνα των χθονίο)ν Ο^εών, 
έ'Οεντο οί αύτοΙ εκποδών, λέγοντες δτι πάντως 
ή λατρεία αυτού προσετέθη κατόπιν παρά τό 
ιερόν τοϋ Νηλέως και τής Βασίλης. 

Τήν εκ πρώτης όψεως τόσω σοφ)ήν και 
πειστικήν έρμηνείαν ταύτην δεν παραδέχομαι, 
διότι ή έφ' ης κυρίο)ς έβασίσΟί) όμοιότιις τής 
παραστάσεως τοϋ ανάγλυφου ημών προς τάς 



παραστάσεις τής απαγωγής τής Περσείρόνης 
υπό τοϋ Πλούτωνος είναι δλο)ς κατ' έπίφασιν. 
Άλιμ'ΐώς, ένω ή Περσρ((όνη και είκονΓζεται 
καί λέγεται 0)ς άπαχίΐεΐσα δλως άκουσα και 
όλοφυρομένη, τάς χείρας προς τους θεούς και 
την μητέοί/. (/.ήτής τείνουσα καϊ δια φοη'ών 
άκουομένων μέχρι των κορυφών τών ορέων υλιλ 
τών βυΠών τοϋ πόντου έπικα?.ου(ΐένη βοήθειαν 
κατά τοϋ στυγνού άρπαγος ', ή Βασίλΐ] τοϋ 
άναγ?νύφου ημών απάγεται εκουσίως καΐ χαί- 
ρουσί/.. Έξ άλ?ιου δ' ο άπάγων αυτήν νεαροηα- 
τος και ί?^αρός ήρως "Εχελος ούδεμίαν βεβαίο^ς 
παρουσιάζει όιισιότι^τα προς τόν οις στυγνόν 
τήν εκφιρασιν καΐ ώρΐ[ΐον ήδη ά'νδρα είκονιζό- 
μενον ((οβερόν ϋεόν τοϋ "Αδου Πλούτωνα. 
Τρίτον, ενώ εις τάς παραστάσεις τής αρπαγής 
τής Περσεφόνης ό Ερμής εικονίζεται πάντοτε 
προηγού[ΐενος καΐ υδΐ]γών, — ϋ)ς ψυχοπομ- 
πός, — προς τό ύπόγειον τοϋ "Αδου χάσμα 
τό άρμα τοϋ Πλούτο^νος, έπι τοϋ ανάγλυφου 
ημών πράττει τά εναντία, ήτοι αναχαιτίζει - 
τήν όρ[ΐιιν τών 'ίπποιν καΐ σταματά επί λόφου 
έφ'ού ανέρχεται τό άρμ(/. (/.ντί τοϋ, ώς έπΙ πολ- 
λών παραστάσεων τής αρπαγής τής Περσε- 
φόνης, καταβυθίζεσθαι είς τό χθόνιον χάσμα 
τοϋ "Αδου. 

"Ενεκα τών λόγων τούτων, αποκρούων πάσας 
τός μέχρι τοϋδε προταθείσας ερμηνείας τοϋ 
μνημείου, άντιπ:ροτείνω νέαν έρμηνείαν στηρί- 
ζοίν αυτιών διά τών έξης : 

Εϊδομεν δτι κατά τίνα τών περί Έχέλου 
αρχαίων μαρτυριών, τήν τοϋ Ησυχίου, τό 
όνομα." Εχε?.ος ήτο τοιούτον ήρωος, ώς (Υ ενιοι 
έπί'ΰ'εχον ήρωος, άπο τοϋ έλος παρακεΐαϋ^αι τω 
ήρφω . Αοιπόν τό μόνον ήρώον, δπερ γνωρί- 
ζομεν ώς παρακείμενον τω έ'λει τών Έχελι- 
δών καί δη έ.τί τοϋ δεσπόζοντος τοϋ ζλονς 



' Αιείι. ΖβίΙ. 1885, 162 £. — Ε. ΟυΓίίυδ; δίΙζηη§5ΐ)εΓ. ιΙογ ΒογΙ. 
Αΐναά. 188.5, 437; δίαι1(§β5οΗ. νοη ΑιΗβη 5. 79. — ΝνείζίϊοΙίεΓ: 
ΚοίοΗοΓ'δ, ΜνίΗοΙ. Ι.ΟΧ. ί. ά. 3. 110. 



' Όμηρ. "Υμνος εις Δήμητρα, στίχ. 18 κ. έξ: ' άρπάξοις 
δ' άέκουσαν έπΙ χρυσέοισιν δχοισιν ήγ' όλοφυροιιέλην ίαχησε 
δ" άρ' δρθια φίονή ?, κτλ. — ΟνεΓΐ)εο1ί, ΚαηβίιηίΓΐΙιοΙοβίβ : ϋε- 
ηιείβΓ ιιηά Κότα, Α(1α5. 

- Παράβαλε Ικ τής ζωοφόρου τοΰ Παρθενώνος τήν εικόνα 
τοϋ τμήματος, ου κατά τό υπόδειγμα έποιήΟη τό (ϊρμα τοϋ 
Έχέλου. 



127 



Τη ανάγλυφα πλην τών ίπιτνμβίίον 



λόφου τοϋ Νέου Φαλήρου, έφ' ου νϋν το μνΐ)- 
μεΐον τώΛ' Γάλλο) λ' και "Αγγλων, είΛ'αι το θη- 
αέΐον (ϊδε είκ. 92) ^. 

Ό δε ?^,ΟΓρος τοΰ Θησείου τούτου παρουσιάζει 
ακριβώς το αυτό σχήμα, δπερ εν μικρογραφία 
έ'χει επΙ τοϋ άναγλιΉρου ήμ(ϊ)ν ό λόφος, έφ' οΰ 
άγει τή\' Βίίσί/.ην 6 "Εχελος. Κατά ταΰτα δυ- 
νάμεθα να είκάσωμεΛ', ότι ό "Εχελος, ήτοι ό 
έχων. δη?^αδή έξουσιάζων, το ελ.ος επώνυμος 
ήρως τών Έχελιδών, εΐλτη αυτός ό θησεύς. 
Όπόσον δε προς τον Ηησέα αρμόζει ή όλη 
έξίοτερική παράστασις τοϋ νεαροϋ άπαγωγέως 
της Βασίλης β?ιέπει αμέσως πάς τις. Έξ άλλου 
πάλιν ό Θιισεϋς εΙ\'αι ύ κ(ίτά τους Αθηναίους 
εφευρέτης - τοΰ πολεμιστΐ]ρίου τεθρίππου, έφ'οΰ 
ακριβώς βλέπο[ΐεν τον "Εχελον άπάγοντα τίρ' 
Βασίλην. Προς τούτοις τα Παναθήναια, (ον 
αϊ ίπποδρομίαι έωρτάζοντο εν Έχελιδών, ίδρύ- 
ΰησαν κατά την άττικιιν παράδοσιν υπό τοϋ 
αύτοϋ Θησέως '. Τέλος δε καΐ οι ιππικοί αγώ- 
νες τών Θησείων ήγοντο έπίσιις εν τω ιππό- 
δρομο) τών Έχελιδών*. 

Οΰτω τοϋ Έχέλου ταυτιζομένου προς τον 
Θησέα, ή Βασίλη ούδεμίαν σχέσιν δύναται να 
έ'χη προς την Περσεφόνην, ην ουδέποτε άπή- 
γαγεν ό Θησεύς. Επειδή δε κατά τίνα άρχαΐον 
γραμματικόν " τό Άγάμμεαι έλέγετο καΐ άγάμμη 
<: ώς πρέοβεια πρέσβη κηΐ το βασίλεια κατά 
συναλυιψτρ' βασίλη δυνάμεθα να ύπολάβω- 
μεν ότι ή Βασίλη ημών είναι, — ώς ήδη ορθώς 
ύπέλαβεν ό Ε. ^ιι^1;^ι18 — ή προσωποποίηαις της 
βασιλικής αρχής, και δή, κατ' έ[ΐέ, εκείνης 
ακριβώς ήν ήρπασεν ό Θησεύς από τών χειρών 
τών έπ' αύτοϋ δυνατών, διό και ούτοι έμίσουν 



' Άνδοκίδ. Ι. 4δ.— ΟΙΑ. 1059.— ΜίΙοΙιΗοίεΓ, ΕγΙΚιιΙ. Τεχΐ ζιι 
€υΓ(ίυ5 υη<1 ΚίυρϋΓΐ, Καηοπ νοη Αΐίίοα Ι, 38ί. 

■' Σχόλια Εις Άριοτοφ. Νεφέλας Ιϊί^. Πολεμιστήρια κιιλυϋν- 
ται τά πολεμικά ('ίρματα, έ((ΐ' (Τιν οπλίτης έπι|5ε|ίΐ|κεν ι'ίμα τώ 
παραβάττ). Ταϋτα δ' έξεϋρεν ό Θησεύς. — Πόσους δρόμονς• εΙς 
δ" εστίν άπό της αφετηρίας μέχρι τοΟ κα(ΐπτήρος. ΟΙ ό' ηνίο- 
χοι κα{)(θπλισμένοι ή?ιαυνον. — Τοϋτο δ' εΰρεν ό Θησεύς. — 
Πόσονς καμπτονς πεποίηκας ; εστί δέ είίρημα τοϋ Θησέ(»ς>. 

■' Πλοιιτάρχ. Ηηοεύς, Ί\. — ΙΙαιισην. 8,2,1• — —χάλια Πλά- 
τιον. Παρμεν. 127 Α. 

■' Α. Μοιηηίδεη, Κβδίε άοτ ίίΐϋάι Αιΐιεη δ ΙΙΚί (ί. 

■^ Στέφανος Βυζάντιος έ\' λ. Άγάμμεια. 



αυτόν, κατά τόν Π?.ούταρχον, «ώς άρχί/ν και βα- 
οιλείαν άφυρημένον εκάστου τών κατά δήμον 
ευπατριδών εις εν άστυ συνείρξαντα πάντας ύπη- 
κόοις χρήσΠαι και δού?.οις > '. "Αλλως τε δτι ή 
Βασίλη εΐναι ή προσο)ποποίησις τής βασιλικής 
αρχής σαφιώς δείκνυται καΐ υπό τής παρά τόν 
Ίλισόν τοϋ άστεο)ς λατρείας αυτής μετά τοϋ 
άρχηγέτου τών αττικών βασιλέων Νηλέως και 
τοϋ τελευταίου βασιλέο)ς τών ΆθιΐΛ'ών Κό- 
δρου, έξ οΰ και οί Βασιλίδαι τής Ιωνίας -. 
Κατά δέ τόν Δίωνα Χρυσόστομον^ ή προσωπο- 
ποίησις τής βασι?ιείας Βασιλεία ήτο < δαίμων 
Διός βασιλέως εκγονος >, «εύειόής και μεγάλη», 
έχουσα τό πρόσωπον φαιδρονόμον καΐσεμνόν», 
ακριβώς δηλαδή όπως και ή εικονιζόμενη μεί- 
ζο)ν τό σώμα τοϋ Θησέως Βασί?.η τοϋ άνα- 
γ/ιύφιου ημών, ης καΐ τό πορφυροΰν ένδυμα 
(ϊδε οί,λ. 122) άρ[ΐόζει τή προσωποποιουμένη. 
Δέον επίσης \'ά μνημονεύσω ενταύθα δτι 
υπάρχει εν τω ιιουσείφ τής Τεργέστης έτερον 
μειιαρτυρημένης αττικής προελεύσεως άνά- 
γ?Λ)φον, ήμικίβδη?ιον δυστυχώς, είκονίζον ώς 
ύμοτράπεζον σύντροφον τής ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ήρο)ά 
τίνα ΖΕΥΞΙΠΠΟΝ καλούμενον '. Τά υπέρ τόν 
ήρο)α τούτον ανηρτημένα μετά. τής χλαμύ- 
δας δπ?^α αύτοϋ, θώραξ καΐ ξίφος, τά τόσον 
άρ[ΐόζοντα εις τόν Θΐ]σέα, πρύς δέ τό όνομα 
Ζεύξιππος τό έπίσιις άρ[ΐόζον εις τόν πρώτον 
εν Αττική, έξ ης προέρχεται τό άνάγλυφον, 
ζεύξαντα πολεμικόν άρ[ΐα Θησέα, και τέλος ή 
παρά τοί'ς ί.τποδρυμους μεμαρτυρημένη ΰπαρ- 
ξις χώρων Ζευξίππων καλουμένων " άπό τής 



5 — Ρ 



αυτής υπο τιρο)ων ι,ευξεως αρ[ΐατ(ΰν, αγουσι [ΐε 



' Πλουτάρχου ΘησειΊς ;!2, πβλ. και 24. 

-' "ΙδεΤοορΚοτέν Ι'^ιιΐ)" - νΥίεδολνι Κοαί-Επο^οΐ 5. ν. Βαίίΐίιίαϊ. 

^ Λόγος περί βασιλείας Α', 1.5. 

^ ϋοιιζο, υΐ)θΓ ^ΓΪοοΗίδοΗο ΟταΐίΓβΠείδ : δϊΙζυπ^ϊΙίεΓίοΗΐε ίΐετ 
ρΚίΙ.-ΗίδΙ. €1α856 (36Γ ΑίίΛ. λνίεπί, Βά. 71 (1872) δ. :!17 «. 
Ύϋί. 1. ( = €αγ1ιΐ5, ΚεαυείΙ ά'ίπΐϊςυίιέδ Τοηιε VI ρ1. XV, 1 — 
ΟΙΟ. Ι, 92ϋΐ=€Ι.\ II, 1573). — ΡεΓν&ηο^Ιυδ, ϋΐιεΓ <138 Ρβηιί- 
Ιίεηιηαίιΐ αιιί α11§;Γίεα1ιΪ5θΗεπ Οταίιβϊείηεπ. (Ι,είρζί^) δ. 16 ί. 70 
ίί.— Κεηι ε'. ά. δ. 44. 

" Ησυχίου Μιλιισίυυ ΙΙίίτρια Κοινοταντινουπόλειος § ί17: 
«Αουτρόν μέν αύτοίς μέγιστον, κατά τόν τοϋ Διός Ίππίου β(ο- 
μόν ή τό τοϋ Ηρακλέους άλσος καλούμενον, ένθα τάς Διο- 
μήδους ίΐϋτόν φασι δαμάσαντα 'ί,Ίπους, ΖεύξιπποΛ' τό\• τόπον 



— 128 



Πρώτη <αϋ<>υπ(ΐ Ι'ργα^ν της Κ' κηΐ Α ' ίκατονταηι/ηίύος 



εις το σιΐ[ΐπίη(/.αιΐ(ί οτι ό Ζι ινίιππος κιά )\ Π(/.- ( 



σιλΐΊ'(ί τοΰ άττι/οΓι τούτου <ΐν(/.γλύ<('θυ ί-ΐναι 
οί (/.ΰτοι -τρος τον (^ΐ(( ρΐ|/.άτΐ|ν Ηιισκ*/. "Εχΐ'λον 
κ(/.ι τί|ν Η(/.αί/.ιιν τοΠ (}.ναγλύ(('θυ ημών. 

"Οσον (^'(ί(|()ρ^ εις τον ΈριιήΛ' τοΰ άνίχγλύ- 
(|()ΐι ί|πη)ν, ^ΐ'ν(/.ιΐίί)α, ρχοντκς ύπ' οψί-Ί τί|ν 
.■τ(/.ρά το (ίρΐ((/. τοΓ' προατ(/.τ()ΐ) ηοΜος το)ν ί-ν 
'Κγελώών άγ(ί)ν(ΐ)ν Οέσιν αΰτοϋ, να έκλάβο)|ΐεν 
ΓχύτοΛ' ώς τον ηγώνιον ή εναγώνιον ή άρματία 
'Ερμήν, «ός, — κατά ΙΙίνδαρον, «^/ώΓΗςέ^εί μοΐ- 
ρήν τ ΛέΟλίον ' . Σιμιεκοτεον προς τούτοις δτι 
ό Παυσανίας (IV, 32, 1) όμΛών περί άγαλμίχ- 
των Έρμου, ΊΙρ(/κλίουςκαΙ θησέ(ος, ιδρυμένων 
όμοϋ εν τω γυ[ΐνασίω της Μεσσι')νΐ]ς, και έξη- 
γού[ΐενος την 6(ΐοϋ απεικόνισιν αυτών ?»,έγει οτι 
«τούτους [ΐί-ν δη τοις πάσιν Ε/.λΐ|σι και ηδη 
των βίχρΙ'ίάροίν πολλοίς περί τε γυ[ΐν(χσΐ(/. κ(/.ι 
εν παλαίατραις καθέπτηκεν έ'χειν εν τιμΓ)». 
"Εχοντες δμιος ί'π' δψιν τί|ν έπΐ τοΰ λόφου 
τοο (ϊναγλύίρου πτάσιν τοΰ Έρμου, δυνάμεθα 
εύλογώτερολ' νι"/. ταυτίσοίμεν αυτόν ώς «πύλιον 
άρματέα'-'» προς τον προ της πυλίδος τοΰ τεί- 
χους τοΰ Πειραιώς λατρευόμενον «Έρμήν τον 
προς τΓ] πυλίδι ■' >. Ή ττυλίς αυτή δύναται μετά 
μεγίστης πιΰανότητος νά ταυτισΟη προς την 
έπι τοΰ γερ[ΐανικοΰ χάρτου (είκ. 92) δια τοΰ 
Τ/ίΟ)-.- σημειουμένίΐν δευτερευούσης σημασίας 
πύλη ν, δι ης συνεκοιν(όνει ό Πειραιεύς προς το 



όνομάοαι, πολυτελώς έγείρανιος και τόν τούτ(;) πλιιοιάζοντ(Λ 
χώρον της Ιπποδρομίας, τοις τοΰ Διός άνακείμενον κοΰροις, 
ϊκρίοις τε και στοαΐς ίίιακοσμι'ιπαλ'τος . "Ιήε και τό σχετικόν 
σχόλιον διά τό τόν Ήρακλεα ίκεΐσε ζεϋ|αι τους Ίππους τοΟ 
Διομήδους ύφ' άρμα•. — Πβλ. Ραοί} - \νί55θ«•&, Κοα1-Εηο)•ο1ΰρ. 
Βά. III 1 Η. 11-2δ. 

' Όλιιμπ. VI, 79. 

■ Κεν. ίίΓοΙιέοΙ. 1877, 1, 119=υίιΐβηΐ3εΓ§εΓ, 5νΙ1. 370, στ. 140. 

■' ΔημοσΟ. 47, %'2. — Άρποκρατίων, Φο'ηιος κα'ι Σουίδας εν λ. 
ηρός τγ} πυίίδι Έρμης και Έρμης ό προς τη πνλίδι. Τήν 
πυλίδα ταύτην ό ΜϋοΗΠοίει (ε. ά. Ι, 39 ί.) νομίζει οτι δέον 
ίσως νάΰέσωμεν παρά τίμ' κειμένην έκτος τών μακρών τειχών 
μεγά?.ην βορείαν πΰ/^ην τοΰ Πειραιώς- ιΰΧ' ό ορισμός τών 
πηγών δτι ό ηρος τη ηνλί&ο Έρμης εύρίσκετο « παρά 
ηνλώνα τον άττικόν» ή μάλλον τόν άστικόν, ως λίαν επι- 
τυχώς διορΟοϊ ό Ι.εϊΐίβ (Τορο^Γ. σελ. 85 σημ. 10), δεικνύει 
δτι πρόκειται περ'ι τοΰ μόνου [.ιεταξύ τών μακρών τειχών 
ευρισκομένου και προς τό άστυ έστραμμένου πτιλώνος, ου 
πλΐ]σίον ευρίσκεται μόνη ή παρά τόν λόφον τοΟ Έχέλου σΐ)- 
μειοιιμένη πνλίς. 



λ[ΐεσ(ι)ς παρακείμενον (-)ΐ|σεϊον τοΰ λόφου τών 
Έχελιδών.Ό προ της πυλίδος δε ταύτης ιστά- 
μενος 'ίσταται σχεδόν ίπ' αύτοΰ τοΰ λόφου, 
έφ' ου τό μέγα τέμενος τοΰ Θησέως Έχέλου. 
Τέλος προς τήν έπΙ τοΰ λόιρου τούτου '/.</.- 
τρεί</.ν τοΰ Ί^ρμοΰ συντρέχει και άλλος τις 
πάνυ περίεργος λίίγος. Τό έπ' αύτοΰ δηλαδή 
τέμενί)ς τοΰ Θησέως Έχέλου παρουσιάζει σπα- 
νιθ}τάτΐ]ν τινά ίδκίτητα, ήτις προεκάλει τήν 
προσοχί|\' 7.(ά εκίνει την <(•αντασίαν τών άρ- 
■/υ.ί«)\' όσον κίίΐ ημ(Τ)ν τίην νεωτέρων. Απο- 
τελείται τουτέστιν ή περιοχή αύτοΰ εκ σωρείας 
μεγάλο)ν αργών ίσταμένο)ν ή κατακειιιένο)ν εις 
άποστιχσεις άπ' άλλήλο)ν λίϊΐων, φαινομένων εκ 
πρώτης όψεως ϋ)ς τυχαίως έκεΐ έσπαρμένο)ν '. 
Τα τοιαύτα /.οιπόν αθροίσματα μεγάλων αργών 
λί()(υν ώπέδιδον οί (/.ρχαϊοι εις τόν Έρ[ΐήν, 
καλούντες έ'ρμακας, έρμαια, έρμαίους Λογούς 
και ερ[ΐατα-, ?.έγοντες δτι ό Έρμης πρώτος 
καχ)ήρας τάς οδούς, ει που λίΟον εύρεν, άπετίϋει 
εξω της όδοΰ -. Ακριβώς δ'είς τά κράσπεδα τοΰ 
λόφου τούτου ευρίσκονται δύο τοιαΰται άρ- 
χαΐαι όδοι ('ίδε ε'ικ. 92). Ούτως ούδό?ι,ως άπίθα- 
νον είναι δτι ό λόφος ήτο, εν μέρει τού/^άχιστον, 
ιερός τω Έρ[ΐν|, και μάλιστα πρΙν ή ίδρυΟή 
έπ' αύτοΰ τό Θησείον. Φρονώ /.οιπόν ότι ό 
Έριιής τοΰ άναγ/ι.ύφου ημών, ό έπΙ τοΰ λόφου 
τούτου </.ν(χχαιτίζων τό από τοΰ άστε(ος κατά- 
γον τήν Βασίληλ' άρμα τοΰ Έχέλου, εικονίζε- 
ται ενταύθα ώς τοπικός θεός (Ι^οοαΙ^οΐΙ), κατά 
τήν λίαν άγαπητήν συνήθειαν τών αρχαίων 
καλλιτεχνών, ην Οέλομεν Ιδεΐ εφαρμοζόμενη ν 
καΐ έπι πάσης της παραστάσεως της ετέρας 
πλευράς τοΰ άναγ?^ύφου ή[ΐών. 



' ΜίΙαΚΗϋίεΓ ε. ά. — Δυσπ'χώς επισκεφθείς πρό τινο)ν ιμιερών 
τό μοναδικόν τούτο εν Ελλάδι τέμενος κατεπλάγΐ)ν ίδών δτι 
άρδιρ κατεστράφη, ουδέ λιθαρίου άφεθέλτος, εις τρόπον ώστε 
ουδέ τήν βέσιν τού τεμένους δύναται νά διακρίνη τις πλέον ! 

Ή ένεκεν άσυγγνοΊστου άμελειοις συντελούμενη κατά τΐ)ν 
τελευταίαν ταύτην δεκαετίαν καθ' άπασαν τήν Ελλάδα κατα- 
στροφή τών αρχαίων κινεί άί.ηΟώς εις άγανάκτησιν κα'ι μεγί- 
στη ν λύπ))ν. 

'■' Όμήρ. Όδύσ. π. 471. — 2χόλια Ευσταθίου αυτόθι. — Στρά- 
βων 8. 343 κα'ι 17, 818.— Παυσαν. 8, 34, 6. — Δίοη• Χρυσόστ. 
78 ρ. 420 Κ.— ΡιεΙΙεΓ -ΚοΙϊεΓΓ, Οηεείι. ΜγΛοΙ. δ. 38δ,δ και 401. 



— 129 



Τα ανάγλυψα πλην των ίπιτνιιβκον 



'Α\ν ζ^(^ηύ. τις Λ'ΰ\' άπορων, ποίαΛ' ση[ΐασίαν 
δύναται να εχΐ] ή παρά τοϋ Θησριος αρπαγή 
εκ τοϋ άστεως της Βασι?.είας και (ΐεταορορά 
αυτής εις το παρά τά τείχη τοϋ Πειραιώς 
όχυρόν τέμενος αύτοϋ; Διότι βεβαίως ή απα- 
γωγή αΰτη δεν δύ\'αται ή να άναορέρηται ε'ις 
πο?ατικό\' τι γεγοΛ'ος, εστοο και εφήμερον, ώς 
εφήμερος φαίνετ(/.ι Αλ' ό ουδέν άλλο λείψανον, 
έκτος τοϋ παρόντος άναγ^^,ύφου, καταλιπών εν 
ττ) αττικί) μυθολογία [ΐϋθος τής απαγωγής 
τής Βασί?.ιις εις Πειραιά εκ τοϋ παρά τον 
'Ιλισόν τοϋ αστείος τε[ΐένους αυτής, εν φ γνο)- 
ρίζομεν οτι έλατρεΰετο ί']δη εν έ'τει 417 π. Χ. 
Τοιοϋτον πολιτικόν γεγονός υπάρχει ευτυχώς 
εν τή ιστορία τών ΆΟηνώΛ'. 

Εϊδθ[ΐεν ήδη ανωτέρω, οτι δόκΐ}ΐοι αρχαιο- 
λόγοι ι)ε(ΰροϋσι τύ άνάγλυφον ημών ώς 
αμέσως με\' μετά την ζίοοφόρον τοϋ Παρθε- 
νώνος ποιΐ]Οέν, σύγχρονον δε τΓ) εν τώ Κερα- 
μεικω στήλη τοϋ Δεξί?ιεω, τή ίδρυθείση εν 
έ'τει 394 3 π.Χ. Λοιπόν γνοορίζοιιεν πάντες οτι 
έ'τη τινά πρότερον, καΐ δή εν έ'τει 403 π. Χ., ή 
εν Αθήναις πολιτική ισχύς τοϋ δήμου, ην 
προς τοις άλλοις έξεπροσώπει ό άρχων βασι- 
λεύς και ή βασίλισσα κάλου [ΐένΐ] σύζυγος αύτοϋ, 
έφυγαδεύθη εις τον Πειραιά καταλαβοϋσα 
τον λΟΓρον τής Μουνιχίας και τον άείποτε ώς 
προμαχώνα ταύτης κατά τοϋ άστεως χρησι- 
μεύσαντα γειτονικόν λόφολ', έφ' ού το προς 
όχύρωμα στρατοπέδου όμοιάζον τέμενος τοϋ 
Θησέως Έχέλου. Εννοώ δηλαδή τά έπι τών 
τριάκοντα τυράννων πασίγνωστα ιστορικά γε- 
γονότα, ότε έ'νεκα τής άφορήτοΐ' τυρα\'νίας 
<.<έξ)]ρΐ]μώ{)ιι το άστυ διά τής (ρυγής τώ\' διμιο- 
κρατικών, ών ύπερπεντακισχίλιοι, κ(ίΐ δί| οι 
όντες μετέωροι προς την κατά?α)σΐΛ' τής δυ\'(ί- 
στείας τών 30 τΐ'οάννων , κατέΓρυγον εις Πει- 
ραιά, ού οί κάτοικοι σ(ρόδρα έ[ΐίσουν τους τριά- 
κοντα εΛ'εκα κυρίως τής ύπ' αυτών σκοπί|.ιου 
καταστροίρής τών τειχών και τής θαλασσίας 
επικοινωνίας τοϋ Πειραιώς. Τότε λοιπόν οί τήν 
Φυλιιν πρό μικρού καταλαβόντες χίλιοι περί 
τόν Θρασύβουλον κατήλθον διά της κοιλάδος 



τοϋ Κη(( ισοϋ και είσπηδήσαντες νύκτωρ εις 
τοΛ' Πειραιά κατέλαβον τόν < έρη[ίον καΐ καρ- 
τερόν λόφον τής Μουνιχίας, ένθα όχυρωθέν- 
τες ένίκησαν ευθύς κατόπιν το έπιτεθέν στρά- 
τευμα τών τυράννωΛ', φοΛ'εύσαντες τους αρχη- 
γούς αύτοϋ τυράννους Κριτίαν, 'Ιππόμαχον 
καΐ Χαρμίδην και καταδιοΥξαντες (ΐέχρι τής 
πεδιάδος τους ολιγαρχικούς ^ 

Ούτως ή βασιλεία τοϋ δήμιου τών Ά•θη- 
ναίων, ής σπουδαΐον μέρος έξεπροσώπει ύ άρ- 
χων βασιλεύς μετά τής συζύγου αύτοϋ βασιλίσ- 
σης, καταχθεΐσα ύπό τοϋ Θρασυβούλου και 
τών περί αύτΟΛ' δη[ΐοκρατικών, έγκαίΐιδρύθΐ] 
ισχυρώς εις τό στρατόπεδον τής Μουνιχίας 
καΐ τόν κύριον κατά τοϋ άστεως προ[ΐαχώ•\'α 
αυτής λόιρον τοϋ Θησέως Έχέλου. ΈπΙ τοσού- 
τον δ' ηύξήθΐ) τότε ή δύναμις τοϋ περί τόν 
Θρασύβουλον δή[ΐου διά τής πανταχόθεν συρ- 
ροής τών δημοκρατικών, ώστε απέκλεισαν ■καν 
έπολιόρκησαν έν τω άστει τους ολιγαρχικούς, 
κυριαρχοϋντες τελείως τής πεδιάδος καΐ πρό 
παντός τοϋ αμέσως ύπό τόν λόφον τοϋ Έχέ- 
λου έλους τών Έχελιδών. Ή πολιτική αύτη 
κατάστασις διήρκεσεν έπι επτά μήνας, ήτοι 
από τής κατά μήνα Ίανουάριον τοϋ 403 π. Χ. 
κατα?^μ|ιε(ΰς τής Μουνιχίας ύπό τοϋ Θρασυ- 
βού/α;)υ (ΐέχρι τοΰ Ιουλίου τοϋ αύτοϋ έτους, 
δτε ό Θρασύβουλος, δια/.λάξας τους ύπερι- 
σχύσαντας οπαδούς αύτοϋ προς τους έ\' τή πύ- 
λει ολιγαρχικούς, συνφκισε και π(<λι\', ως νέος 
τις Θησεύς, τους Αθηναίους έν τω άστει έγ- 
κ(ίθιδρύσας έκ νέου έκεΐ τίρ• β(ίσι?^εία\' τοϋ 
δη [ΐοκρατικοϋ πολιτεύματος. 

Φρονώ λοιπόν ότι διαρκοϋντος τοϋ έπταιιή- 
νου, ΥΜ.'Ο' ϊ) ό δήιιος, ού τήν ίσχύν προσωποποιεί 
ή Βασίλη τοϋ (ίναγλύφου ημών, ήτο εγκαθι- 
δρυμένος έν Μουνιχία, έπλάσθη ό μΰθος τής 
ύπό τοϋ Θησέως Έχέλου έκουσίας καταγωγής 
τής Βασίλης έκ τοϋ παρά τό άστυ ιερού αυτής 
εις τόν υπέρ τό έλος τών Έχελιδών λόφον τοϋ 
νέου Φαλήρου. Ή ζωηρώς έξημμέΑ'η ποιητική 



ϊεν<Κ(χΤ)ντο; Ελληνικά 2.4,10 κέξ. — Δκιίίιόοοιι 14, ;ί2 -;!.'!. 



130 



ΙΙρυηι/ (ΐΐϋουπίΐ Ρργαη• της Ε' κ<ά ,1 ' ^κατοντα^τι|η!ϊ)(ις 



φαντασία τοη- εν Πειραιεΐ (>ιιμοκί)ί/.τικών !)(/. 
παρρβαλ?;.ε τυύς έπΙ τοϋ (")ιισεο)ς (ίυνατους ολι- 
γαρχικούς, άψ'ών (χίριΊρεσε το πάλαι ύ Θησευς 
την Β(/.α(λΐ|ν, προς τοπς ΪΜ) τυράννους, άφ' ων 
νΰν ί'ιρποιαΓ, την πολιτικην ίσ/πν ό περί τον 
νέον ηρ(ΐ)(/. Θρασύβουλον (^Γμιος, καταγαγών 
και έγκ(χταστήσας (χύτήν εις τήν Μουνιχίαν 
κα) το\' λίκρον τοϋ Ύ^'/βΐΜν Θησέως. 

Ηε|5(χίως δε κατά το έπτά[ΐην()ν εκείνο βια- 
στή (ΐα τής κατοχής υπό τοΰ δήμου της Μου- 
νιχίας, κ(ίΐ μιίλιστα διαρκούσης τής μετά την 
παρε(ΐβασιν τοΰ (ρίλα φρονοϋντος τοΙς δη[ΐο- 
κρατικοΐς βασιλέο^ς τής Σπάρτης Παυσανίου 
άνακοχής κ(/.ι των κατ' αυτήν προς τους ήττη- 
ϋέντας ολιγαρχικούς διαπραγματεύσεονν, οι εν 
τή Μουνιχία Όά έτέ?ιεσαν εν τω ίπποδρό[ΐω 
των Έχελιδών ιππικούς (ΐγώνας κ(ίΙ [κίλιστα 
αρμάτων πολεμικών, οΐον το τοϋ τάς πολεμικάς 
άρματοδρο[ΐίας εύρόντος Θησέως Έχέλου. Διά 
τούτο δί• (ρρονώ δτιτο άνάγ^^υφον ημών δέον να 
ΰεωρηΟΓ) άνάι)Ί]ματοΰ τελέσαντος τάς ιπποδρο- 
μίας ενόπλου δή[ΐου, τής επιγραφής τοΰ άναθή- 
μ(/.τ()ς δυναμένης, κατ' έμέ, ν' άναγνωσθή άνευ 
διορΰώσεώς τίνος τών φανερώς γεγραμμένων 
γραμμάτων και συμφο)νως προς αυτά τά φιαι- 
νό[ΐενα λείψανα ώς εξής \ προεξυπακουομέν(ΐ)ν 
τών τήν<)ε την ατήλην άνέϋηκεν : 

' ΕρμϊΊ και νί'ΐιιι αι;, ΐ)•(ΐ αίξοι/εν, ό/ όίημος/. 

Είναι ά?>,ηθές, δτι σπουδαΐον κο3λυ[ΐα πρύς 
παραδοχήν τής αναγνώσεως ταύτης εΐναι το δτι 
ό τύπος άέξω άντΙ αΰξω δεν εΐναι πεζολογικός, 
ένφ ή επιγραφή φαίνεται γεγραιιμένη άνευ 
μέτρου. Το κώ?^υμα τούτο εΐναι τυσφ σπου- 



' "Ιδε την ένταϋΟα πανθ(ΐοιότ\ιπον τής έπιγρα(ρής εικόνα 
άρ. 93. 



δαΐον, οΊστε όμο/.ογώ δτι δεν ϋά έτόλμων 
νά προβ(χ/.ίι) τοιαύτην </.ν(/.γνο)σιν, αλλά !)ά 
εκρινον πολύ πρ(^τιμοτέραν καΐ αύτίμ- τΐ|ν δεο- 
μένην μεταβο/νών και μη τά γράμματα άνα/ν- 
/.οίωτα διαφ^υλάττουσαν άνάγνωσιν τοΰ δεινοΰ 
επιγραφικού κ. λνΐΙΗβΙιη, αν ακριβώς δεν ύπήρ- 
χεν ενταύθα όλως ιδιαίτερος τις /.όγος ένδει- 
κνύων, διά τής χρησΐ[ΐοποιήσεο)ς τοΰ τύπου 
άέξο), δτι ορθώς έμαντεύσαμεν, δτι το ανά- 
θημα άφιερώθη υπό τοΰ εν Πειραιεϊ περί τόν 
Θρασύβουλον δήμου. 

Ό λόγος δ'οΰτος φαίνεται μοι δτι εΐναι ό εξής. 

Ώς εϊπομεν, δ τύπος άέξω άπαντα μόνον 
παρά ποιηταΐς. Υπάρχει δ'δ[ΐ(ΐ)ς μία και ιιόνη 
έξαίρεσις, ή δ' έξαίρεσις αύτη εύρηται εν περι- 
φήμω πεζω κειμένο), δπερ δύναται νά λογι- 
σΟή ώς το εύαγγέλιον τού εν Πειραιεϊ δήμου, 
διότι αληθώς ουδέν άλλο κείμενον άπεκρυ- 
στάλλωσέ ποτέ εύγ/ι.ωττότερο\' τάς κατηγορίας 
κατά τού μοναρχικού και ολιγαρχικού πολι- 
τεύματος και την ύπεράσπισιν και έξύμνησιν 
τοΰ δημοκρατικού πολιτεύματος εκείνου ακρι- 
βώς, δπερ τότε ήγωνίζοντο νά έπιβάλωσι βία 
και πειΟοΐ εις τους ολιγαρχικούς αυτών συμ- 
πολίτας οι εν Πειραιεϊ δημοκρατικοί. Το κείμε- 
νον τούτο είναι τύ εξής" 

'ϋ τότε εις τάς χείρας πάντιον τών Έλλήνο)ν 
ώς προσφιλές άνάγνοοσμα ευρισκόμενος πατήρ 
τής ιστορίας Ηρόδοτος ιστορεί (Γ', 61-88), πώς 
οί Πέρσαι έφόνευσαν τους δι' απάτης κατα- 
λαβόντας τόν θρόνον μάγους τους περί τόν 
Ψευδοσμέρδιν. Μετά τόν φόνον τών, ο^ς οί 
τριάκοντα τύραννοι τών Άθΐ]νών, παρείσακτων 
εκείνων ανδρών, οι Πέρσαι ευρέθησαν ακρι- 
βώς είς την αυτήν πολιτικην κατάσταση-, εις 



Ε ΡλαΜ(Κ.ΔΙΗ ΥλλΦα 


£ 


Ι Η Α Α Ε Ι 


Ι Ι 


Ι ■^ /-^ ■///Μ/0''^Μ 


Άν(ίγλ•(;ΐ)σ(; Καββαδία 




Α 


1 Κ 


Ρ Ε Ι /\ /Μ/////0///Μ 


Χνίΐΐΐϋίπι 


Α 


1 Η 


Ι-...; Α Ϊίβ//////////////Μ 




!••.Ι Ο Α 1••• ^-^ ^ - 


»■ ΣβοροηΌΐ' 




Ε 



ΕΙκών 93- 



131 



Τα ηνάγ?,υφα πλην των ίπιτνυβίίύν 



\\ν και οι Άθΐΐναΐοι των έπασχολουΛ'τοίν ημάς 
χρόνων. "Οπως δη/^αδή διαρκουσών των [ΐετά 
την κατάλυσιν των τριάκοντα και τίιν έγκα{)ί- 
δρυσιν των δέκα ανδρών διαπραγ[ΐατρύσε(θν 
προς ε'ιρηΛ'ευσιν τών άλληλομαχούντω\' Αθη- 
ναίων, ούτοι είχον διαιρεΟή εΙς τρία κόμματα, 
τοί3 μεν εν ΠειραιεΙ και Μουνιχία δήμου υπερα- 
σπίζοντος την έγκαΟίδρυσιν της απολύτου δη- 
μοκρατίας, τών δε εις τους εν τω "Αστει κα\ 
τους εν τη Έλευσινι διαιρεθέντων ολιγαρχι- 
κών έπιΌυμούντο)ν τών μεν την όλιγιχρχίαν, 
τών δε απόλυτον ύπ' αύτον μάλιστα τον Λακε- 
δαΐ[ΐόνιον Λύσανδρον τυρανΛ'ίαν ', ούτω και 
οι Πέρσαι έ'θεντο τότε βουλην περί τοϋ τίς 
προκριτέα, ή άπ(')λυτος μοναρχία, ή ολιγαρχία 
ή ή δ»]μοκρατία. Τότε ?ιθΐπόν ύ το δημοκρατι- 
κόν πολίτευ[ΐα προτιμών Πέρσης μεγιστάν 
'Οτάνης έξεφοόνησε σιη'τομον λόγοΛ', έν φ 8αυ- 
[ίασίίος εκθειάζονται τα (/.γ(ίί)ά τοϋ δΐ)μοκρα- 
τικοΰ πολιτεύματος-, κατακρίνεται δε ή μοναρ- 
χία καΐ ή όλιγαρχία.Ό περίφημος ούτος λόγος, 
— δστις βεβαίως ΰα ήτο προσφιλές ανάγνω- 
σμα τοις περί τον Θρασύβουλον δΐ)μοκρατι- 
κοΐς και ή (5πλοθήκη, (!(()' ης ήντλουν επι- 
χειρήματα οι προς τους ολιγαρχικούς και 
μοναρχικούς συζητοΰντες τότε περί πολιτεύ- 
ματος ρήτορες καΐ πρέσβεις τοϋ έν Πειραιεΐ 
δήμου ■', — περατοΰται δια τής φράσεως «Τί•&ε- 
μαι ων γνώμιρ' μετέντας ήμέας μονναρχίην χ6 
πλη'ΰ'ος άέξειν.' Εν γαρ τω πολλώ έ'νι τη πάντα». 
Έκ τοϋ περκρή[ΐ()υ λοιπόν τούτου παρά 
τοις δη[ΐυκρατικοΐς κειμένου φ)ρονώ δτι έλή- 
φΌ)) ύ άλλως (ΐοναδικός παρά πεζ(ΐΤς τύπος 
τοϋ ρήματος άέξοιεν τής τοϋ αναθήματος ημών 
επιγραφής, δι' ης υ δή[ΐος ηΰχετο Έρμη, — τώ 
ούχι μχη'ον ϋ)ς έναγωΑ'ίίο (χλλά και 0)ς ανξι- 
()>///ω^ λατρευομένω, — και τ(χΐς Νύμφαις, ίνα 
άέξοιεν, δηλαδή βοηΟήσ(οσι καΐ αύξήσωσιν 

' Ε. Κουρτίου, Ελληνική Ιπτοπία (μρχάιρρ. 2£. Λιαυτρου) 
τόμ. Δ' σελ. 53 κέ|. 

' Ήρόδοτ. Γ', 80 κέξ. 

^ Πβλ. τόν παράλληλον λόγον <»■ κ'ίίφιόνησεν ό Θρασύβου- 
λος πρό πάντον τών κυ(ΐ(ΐάτ(ι)ν ίν Αθήναις (Ξενοφ. Έλλ. Β', 
4, 40 κί•ξ.). 

* Ήπήχιος έν λ. 



έργο) τα ποάγιιατα τοϋ δήμου, άτινα τότε 
έ'νεκα τής αναμίξεως τής στρατιο)τικής δυνά- 
μεο)ς τής Σπάρτης εύρίσκοντο και πάλιν έπΙ 
ζυροϋ ακμής παρ' δλας τάς κατά τών ολιγαρ- 
χικών νίκας τοϋ δημοκρατικού κόμιιατος '. 



' Σηιιει<•)τ!:'υν προς τούτοις οτι ή /.ρΓ|σις τοΟ άίξιο έν πεζφ 
λόγω επιτρέπεται κα'ι εξηγείται ένεκα τΓ|ς έν ΰρΐ]σκευτικα1ς 
άφορμαΐς έπικρατησάσΐ)ς χρήσεΐΰς αύτοϋ. ΆληίΙώς βλέπομεν 
οτι παρά ποιηταΐς τό άτξω ήτο σχεδόν τοπικής χρήσεως 
προκειμένου περί βοηθείας και δράσε(ι)ς τών θεών. "Ιδε π. χ. 
Όμήρ. Όδΰσσ. \', 3ό() : λ'ύμψαι ν?]Ίαδες . . . αϊ κεν εά πρό- 
ψρων με Α(6ς &νγάτηρ άγελείη, ηιηόΐ' τε ζίόειν και μυι ψίλον 
νίον άέξΐ). — ι,. 111 : Αιός δμβρος άέξει. — ο,372 : άλΙά μοι 
αντω έργον άέξοναιν μάκαρες ί«οι' - Ησιόδου "Εργα κα'ι ήμέ- 
ραι, 6: §^'" <5' (ό Ζευς) άρΐζηλον μινύϋει και ιίβηλον άέξει. — 
Πινδάρου, 'Ολΰμ. 6,176; δέσποτα ηοηόμεδον . . . έμών νμνων 
αεξ' εύιερπές ΆΦος. — 8,86: εΐ'χομαι άμφ'ι καλών μοίρα Νέ- 
μεαιν διχόβουλον μη Οέμεν άλ?.' άηήμαντον άγων βίον αντονς 
τ άέξοι και πάλιν. Πβλ. και τά επίθετα άεξίφυτος (Διόνυσος η 
Ήο)ς), άεξίτροφοι (Ώραι) κτλ. "Ιδε τέλος κα'ι την έπ'ι τοΰ 
βάθρου τοϋ έν ΛελφοΙς άνακαλυφθέντος μεγάλου χαλκοϋ 
συμπλέγματος τοϋ λεγομένου < ήνιήχον », πινδαρικήν τό λεκτι- 
κόν, έπιγραιρήν : 

Π]ολϋζαλός μ' &νέΟηκ[ε . . . 
. ον αεξ' ενώνυμ' ''Απολ[λον . . . 
Σημειωτέον δ' ένταϋ&α οτι κατ' έμήν γνιόμην τό σύμπλεγμα 
τοϋτο είναι αυτό τό υπό τοϋ Παυσανίου (Χ, 15, 6) περιγρα- 
φόμενον ώςέξήςέν Δελιροΐς ανάθημα: ΐίΚνρηναΐοι δ' άνέΰεσαν 
εν Αελψηϊζ Βάττον έπ'ι ίίρματι, 'ός ες Λιβνην ήγαγε σφάς νανοίν 
εκ Θήρας. Ηνίοχος μεν τον ίίρματός έατι Κτρήνη, επΙ δε τφ 
αρματι Βάττος τε και Λιβύη οτεψανονοά έοτιν αντόν έποίηοε 
δε Αμφίων ' Ακέατορος Κνώσιος . φρονώ δη/Λδή ίίτι ό μέν 
μετά τοϋ .ηνιόχου• ευρεθείς αριστερός βραχίιον κόρης ( ά'ιιηο 
]βιιη6 ίίΠι; ) κρατούσης «ιιη τοηίοΓοοηιοπΙ άα 1η οοιιγγοιΌ, ιιπϋ 
δΟΓίε <1ε 1)οιιο1β 3ΐι ηιογεπ άε ΙϋςηοΗο κοηΐ τέϋπίβδ Ια Ιίη'ιΐι; οί 
165 Γ6ΐΐ65ν (ΗοιηοΗο), — ανήκει εις τήν ώς νεαράν κόρην είκο- 
νιζομένην ικδιιόξιππυν (Πινδάρ. Π. 9, 4) Κυρήνην, τήν κατά τόν 
Παυσαχ'ίαν κάτω τοϋ άρματος, έφ' ου ό Βάττος κα'ι ή Λιβύη, 
εΰρισκομέ\ηιν, και δή προφανώς Ίοταμένΐ]ν πρό τών ΐππ<ι)ν 
κα'ι έ'χουσαν αυτούς άπό τοϋ παρά τους χαλιχ'οίις δερματίνου 
κύκλου τών ηνίων » — ου έ'νεκα ώς ήνίοχον, δηλαδή όδηγόν 
έχουσαν τιί ηνία, χαρακτηρίζει αυτήν ό Παυσανίας ^πβλ. και 
V, 27, 1 ένθα ό ηνίοχος δέν επιβαίνει άλλα παρίσταται τοις 
'ίπποις : έκατέρω τών ΐπποιν παρεατώς άνηρ ηνίοχος] — ,ϊνα 
ήρεμα όδηγή είτε έν ακινησία κρατή τους ίππους κατά τήν 
είκονι'ζομένην στιγ(ΐήν τής πανηγυρικής ταύτης στεφανοισεως 
τοΰ νικητοϋ Βάττου υπό τής Λιβύιις, οτε τό άρμα έδει νά 
ήρεμη ή βραδέιος κα'ι μετά προσοχής κινήται. Βάττος δέ 
είναι, κατ' έμέ, αυτός ό νΰν καλούμενος <■ ήχάοχος ». Αλη- 
θώς πρώτον μέν ώς βασιλέα χαρακτΐ|ρίζει αυτόν τό διά- 
δη|ΐα, ου τά όπισθεν κρεμάμενα άκρα ίόιάζουσι μόνοις τοις 
βασιλικοίς στέμμασι, καθ' ά σαφώς διδάσκει ή νομισματική. 
Δεύτερον δέ Γρέρει ακριβώς ώς ό Βάττος τών χρυσών στατή- 
ρο)ν τής Κυρήνης (Μϋΐίβι-, ΝαηιίβιηιΙίςαβ άο Γϊποίοηηε ΑίΓίςαο 



132 



ΙΙραηι/ αΐϋουα<ί ίργιοι• η'/ς Ε' και Δ' έκακΊ'πιι τηρΐ()ηζ 



Όπόαον ^ (/.η|ΐ('»ζ()ΐιπ(/. !•ΐν(/.ι ή τοκ/.Γ'ΤΓ) ι Γ'/ίι παράστασις τ<7)ν εις αυ|ΐ(1()ύλΐ(»ν ουνΕλί)όντο)ν 
τοϋ ί)ιΊ|ΐ()ΐι ,τρος τους ί•γ/(ιιρί()ΐις ίΐτους (Ιι-ικνόει έγ/θ)ρίο)ν ίΐεών, εις ων την ό/αγο)ν λόγϋ)ν ?)εο- 
καΐ ή έπΙ της ετέρας πλευριχς τοΠ (ΛναγλΓχιου ηενην ερμηνείαν μεταβαίνομεν νΰν. 



Ιοιη. Ι ίίβ. 185, 1!)1 κτλ.), τό κνί)ιΐ|ΐΓΐ τυΟ ηνιόχου, προίρανώς (ός 
είκονιζόμϊνος ώς νικήσας έν ά(_)(ΐατ<)δΐ)θ(ΐί(ΐις παντός ήηο/ών 
(πρλ. Ιΰ.Λ, 79), καΟ' ('ί ποτέ κα'ι ό έν τφ ί:πΙ Πελί(^ άγώνι 
νικήσας πρόγονος αϋτοΓι Είίιρημος ( Παιιοαν. 5, 17, 9 — 
ιΜοηιι. (ΙυΙΙΊπϊΙ. 10, 4, Γ)). Οίίτίο κα'ι ό έν έτει 41() νικήσίΐς 
Αλκιβιάδης (ΪΛεικονίσΟη αυτός ήνιοχΛν τό ας>|ΐα αι'ιτοΰ (Ρΐίη. 
11. Ν. 'ό4, 80). Ότι δέ και ή αύτοκράτιορ Νέρων παρέστη έν 
Όλυμπίςι έν στολϋ άρματηλάτου, κιϋαρφδοϋ κα'ι <Η)λητοΰ, 
είναι πασίγνιοστον. "Αλλοις δέ ό Βιχττος ήτο ό βαοιλεύς της 
κατά Ι1ίνδαπονΕ''ί'π.-7θί•, ιναρμήιον κηΐ διωξί.τπον Κυρήνης κα'ι 
γενιίρχης τοϋ ^δίφρους (ίί^./.ότίοδαί » έχοντος ιίΧααίίίπον γέ- 
νους τών Κυριιναίον των καΟ' «πάντα τόν άρχαϊολ' κόομον 
περιφήμωλ' διά τά πολλά άρματα και τους ταχείς αϋτώλ• 
ίππους• έπομένιος τό ένδί'μα τοϋ άριιατη/.άτου αρμόζει τφ 
"ΟΧΊΥΦ τ^Λ^' Κυρηναίο)ν Βάττιο ως ουδέν (ίλλο. 

Στεφανούμενος δέ νϋν υπό της Λιβύης ό Βάττος τοϋ δελ- 
<ρικοϋ συ(<πλέγματος, αυτός μέν έκράτει άπλως την άκραν 
των «ΗοΐΙϊπΙϋδ ου ρου (εηίυοβ' (Ηοηιοΐΐβ) ήνίοη', 'ίνα 
μη οϋρ(ι)\'ται κατά γης καϋ' δ\' χρύχ'ον ι'] πρό των 
ϊππιον ιστάμενη νεαρά Κυρήνΐ| όδιιγεϊ ήρέ|ΐα η έν 
πλήρει άκινηπία κρατεί τό άρμα ί'χοναη τιΊ ηνία 
χ\] άριστεςια ('ιπό τοϋ παρά τους χιιλινούς δες)ματίνου 
κύκλου αυτών, ού μέρος ο(όζετ(ΐι κα'ι \'ϋν έν τη 
χειρί αυτής. 

Τέλος δέ ή έπΙ τοϋ άρματος ιστάμενη και στειρα- 
νοϋσα τόν Βάττον Λιβύη, — ης μό\π)ς δέν ευρέθησαν 
λείψανα έξ όλου τοϋ υπό τοϋ Παυσανίου περιγρα(ρο- 
μένου δελφικού συμπλέγιιατος — είκιίζω ότι Οά 
(ομοίαζε μεγάλως προς τήν Λιβύην τήν οτειρανοΰ- 
σαν τήν Κυρήνην έπ'ι τοϋ γνιοστοΰ κυρηναϊκοϋ άνικ- 
γλύφου τοϋ είκονίζοντος, κατιΐ τήν έπ' αΰτοϋ έπι- 
γραφήν, ^λεοντοφάνον Κνρήνην πολιών μητρόπολιν 
ην οτέψει αντί) ηπείρων Λιβύη τριοοον ί'γ^ονοα κλεος^ 
( δΐυάπίίϊΙίΕ, Κ}•Γΰηε, δ. 31 Γι^. 2.^ ). Λιά δέ της επιθέ- 
σεως στεφάνου ύπό της Λιβύης έπί της κεφαλής τοϋ Βάτ- 
του εκλείπει και ή μόντ) δυσμορφία τοϋ δελφικοϋ «ηνιόχου». 
Ό καλλιτέχνης δη?Λδή έξειργιίσθ)) τήν κό(ΐην, εξαιρέσει των 
παρά τους κροτάφους ίούλιον, οΰτοις εντελώς λείαν, ώστε ουδέν 
έμπόδιον νά έπιπροσβή εις τήν έφαρμογήν τοϋ στεφάνου. 
Έκ τούτου δέ ό βλέποιν νΰν από τίνος άποστάσεΐιΐς τήν άνευ 
στεφάνου κεφαλήν τοϋ «ηνιόχου» αισθάνεται τό δυσάρεστον 
εκείνο αίσθημα, όπερ γεννά ή θέα φαλάκρας κεφαλής. Ή 
μεγάλην έντύποισιν προίενοϋσα άσχημία αί'τη τής κεφαλής 
τοϋ ηνιόχου εκλείπει εντελώς διά τής έ.πιθέσεοις τοϋ στε- 
φάνου, τοϋ άλλως έν πληρέστατη ευρυθμία ευρισκομένου 
προς τοίις πλουσίιυς έξειργασμένους ίούλους των κροτάφων 
τή ; αυτής κεφαλής. 

Πλείστα όσα μνημεία, μέχρι τών έσχάτοιν χρόνιον τής 
αρχαιότητος, φαίνεται ότι έποιήΟησαν κατ" άπομίμησιν τοϋ 
δελφικοϋ τούτου συι^ίΛλέγματος. "Εν τοιν χαρακτΐ)ριστικιο- 
τέρων άντιγράφιον είναι τό ένταϋθα (είκ. 94) αΛ'αδημοσιευόμε- 
νον άνάγλυφον τής θριαμβευτικής πύλης τοϋ Τίτου. Μόνον τά 
ονόματα άλλάσσιον τις δύλ'αται νά περιγρά•ι)ιη αυτό διά τιον 
αυτών λέξείιΐν, διΊηνκαί ό Παυσανίας περιγράΐ( ει τό άφιέριομα 



τών Κυρηναίιον. "Αληθώς «ηνίοχος μέν τοΰ αριαιτός έστι 
'Ρώμη, έπ'ι δέ τφ άρματι Τίτος τε και Νίκη στε(ρανοΰοά έστιν 
αυτόν». "Αν δέ αΐ άκραι τών ήνί(ι)ν δέν είναι έν ταϊς χεροί 
τοΰ Τίτου, ως έν ταϊς τοϋ Βάττου, άλλα κρέμανται (ίπό 
τής άντυγος τοϋ άρματος, αίτιον είναι ότι ό Τίτος στέφε- 
ται ένεκα πολεμικών άθλων κα'ι ούχ'ι οις ό Βιίττος άρματο- 
δρομικών. ΣημαντικοΊτατον δ' είναι ότι ή 'Ροηιη τοϋ ιίνα- 
γλύιρου αντιγράψει μέχρι τών έλαχίστ(ι)ν, εξαιρέσει μόνον 
τοϋ κράνους, δύο γνωστός εικόνας τής Κυρήνης (πβλ. 5ΐυ<1- 
πίΐζΐίϊ έ. ά. ββ. 22 κα'ι 23), άπ<ίράλλακτος δ' είναι και ή θέσις 
τοϋ κρατούντος τά ηνία άριστεροΰ βραχίονας τής 'Ρο')μης τοϋ 
άναγλύιρου προς τήν τοϋ έν Δελφοϊς εΰρεθεΛτος άριστεροΰ 
βραχίονος γυναικείας χειρός, ήτοι τής κατ' έμέ Κτ'ρή\πις. 

Τό δέ άντΊ τοΰ διαγραφέντος ονόματος έκ τής επιγραφής 
τοϋ δελιρικοΰ αναθέματος τεθέν ίΐο'/.νζαλος, όνομα γΛ'ίοστόν 
ήμίν κα'ι ώς κυρηναϊκόν ( Πτολεμ. Ήφαίστ. παρά Φιοτίο) 
148Ρ, 16), ανήκει πιΰανιός είς τόν άγνο)στον ήμΙν άρχηγόν 




Είκών 94. 

τών Κυρηναίιυν δημοκρατικών τών περί τό 460 π. Χ. έκθρο- 
νισάντοιν, φονευσάντιυν και κατοατολτισάντοίν (ΐετο λύσσιις 
Άρκεσίλαον Δ' τόν τελευταίον άπόγονον τοϋ Βάττου κα'ι 
βασιλέα τής Κυρήνης, διαγραιράντων δ" ευθύς κατόπιν, κατά 
τί|ν γνιοστήν τοιν αρχαίων ουληΊθειαν, τό όνομα τοϋ μισητοϋ 
Άρκεσιλάου άπό τοϋ μ\ΐ]ΐιείου τούτου, όπερ ό Άρκεσίλαος θά 
άνέθ^ηκεν, έκ μέρους έαυτοϋ καΐ τών ίιπηκόιον Κυρηναίοιν, 
πιθανιΰς μετά τήν έν έτει 462 π. Χ. νίκην αύτοϋ έν ταίς άρμα- 
τοδρομίαις τοιν Πυθίοιν, νίκιμ' ύπό τοΰ Πινδάρου έ|υμ\•ηθεϊ- 
σαν έν Πυθιονικιόν Δ' και Ε'. 

Τό δέ σ.-τάνιον σχήμα τοϋ γράμματος |^ τής επιγραφής, 
εύρισκόμενον και έν τφ βοκυτικφ άλφ-αβήτοι (Τανάγρας) εξη- 
γείται ίσιος διά τής ύποθέσεοις ότι ό Άρκεσίλαος ηθέλησε 
νά ϋπομλί'ισιι τήν άπ" ευθείας καταγωγήν τών Βαττιαδών 
τής Κυρήλΐις άπό τών Εύφαμιδών και Αίγιδέων τής Βοιο)- 
τίας (Σχόλ. Πινδ. Πυθ. Δ. 15), ή διά τής ύποθέσεοις ότι 
τό επίγραμμα άντεγράφη ύπό τοϋ τεχνίτου ά.πό χειρογράφου 
τοϋ έκ Βοιοιτίας φίλου και έξυιίΛητοϋ τοϋ Άρκεσιλάου Πινδά- 
ρου, οΰ τήν χείρα έμφαίνουσιν αί τόσον συχνά έν τοις ποιήμα- 
σιν αύτοϋ άπαχτώσαι λέξεις τοϋ επιγράμματος αεξε (ϊδε ανω- 
τέρω) και ενώνν/ιε, ήν τελεΐ'ταίαν λέξιν ΐδε έν Πο'δ. 'Ο/.νμπ. 



— 133 — 



Τά ανάγλυφα πλην των ρπιτνμβίων 



Β'. άεντέρα πλευρά. 

Έν τω ήρέμο) τούτο) συ[ΐβουλίω Όεών ανα- 
γνωρίζομεν αμέσως τάς ύπο της έπιγρΓχφής τοϋ 
αναθήματος μνημονευομένας Νΰμφας. Είναι 
δ ' αύται αί υπό το σχεδόν τυπικόν σχίμια των 
τριών παρθένοιν ίστά[ΐεναι ε'ις τό δεξιόν μέρος 
τοΰ άναγλΰορου. Έπειδί) δε κύριον πρόσο)πον 
τοΐ» αναθήματος εΐναι ή παρά τον Ί/ασόν 
λατρευομένη Βασίλη, φυσικόν εΐναι να ταυτί- 
σω μεν αύτάς προς τάς γνο)στάς 'ϋνίσιάδας 

2, 8. Πυ&. 11, 58. Νηι. 4, 19. 7. 48. 7, 45. 8, 47 κτλ.Ή οιν.ν'ΐ 
κα'ι ιδιάζουσα τω Πινδάρο) χρΓισι,ς τοΰ ίπιΟέτυυ ενωννμος 
παρετηρή-θη ήδη και υπό τοΰ Ευσταθίου (Σχόλια Ί?αάδ. 895, 
37 : Μοίρα δυσώννμος προς διασιολην της άγαϋης, και, ώς αν 
Πίνδαρος εΧποι, Ενοιννμον — Πονημ. 56, 30. Πολλα/ον Λί «αϊ 
δριμέως γράψει [6 Πίνδαρος] ώς και δτε τονς ενδόξονς ευω- 
νύμους φηαίν, — 141, 14. Πίνδαρος, 'ός ενοιννμονς τοΙ'ς τΊερι- 
κλντονς καλεί, δριμέο)ς ψράζο)ν εκείνος). 

Ό δέ περί τό 402 π.Χ. χρόνος της αναθέσεως τοϋ δελφικού 
άναθι'ιματος κα'ι ή τεχνοτροπία αϋτοϋ συ(ΐπίπτουσιν ακριβώς 
προς τοίις χρόνους τοϊι κατά τόν Παυσανίαν ποιήσαντος αυτό 
Άμφίιονος τοϋ Κνωσίου (ΚοΙ)βΓ(; Ρίυΐ5'-\νΐ55ον['3, Κοαί-Εποχοΐ. 
Ι, δ. 1948) κα'ι προς αυτά τά ετη 475 - 465 π. Χ., εις α έφρόνει 
κατ' αρχάς αυτός ό Ηοηιοΐΐο δτι άλήκει ή τεχνοτροπία τοΰ 
^ηνιόχου». Επίσης κα'ι ή υπό τίνος (ίεοΗαΙ) όρΰώς παρατη- 
ρηθεϊσα «πελοποννηοίακή• τεχνοτροπία τοΰ συμπλέγματος 
αρμόζει εις τόν έν ΓΙελοποννήσφ εργασθέντα Άμφίο\'α. 
Κατά ταϋτα φρονώ ότι ή επιγραφή τής βάσειος δέον νά συμ- 
πληρωθή οϋτο) πως, ώστε νά διι?ιθϊ περίπου ίϊτι Πολνζαλός 
(^ Αρκεοίλας) μ' ανέβηκε και οι ΚνρηναΙοι ών ίή των) άεξ' 
ενώννμ' ' ΑηόΏ,ων πίονα δήμον (Πβλ. τήν έπιγραφήν €. 1. 0. 16. 
Ι. Ο. Α, 510 : <^Ίάρων ό Δεινομένεος και τοι Σνρακόοιοι το> Δι 
Τνράν' , άπο Κνμας^). Τέλος ή νϋν (ΐκριβώς καθορισθείσα έν 
ΔελφοΙς Οέσις τής κολοσσιαίας ύι|ιηλής βάσε(ι)ς τοϋ συμπλέγ- 
ματος τοΰ ηνιόχου (Β&^(1β^1^^^, (ίτίοοΗοηΙίΐηίΙ, 1903 δ. 147 και 
πίναξ μεταξύ τών σελίδιον 140 — 141), θέτει αυτό πρό των 
όμμάτιον τοϋ Παυσανίου περιερχομένου τόν ναόν τοΰ Απόλ- 
λωνος κα'ι ευρισκομένου έν τώ μέρει τής περιγραφής αΰτοϋ, 
έν ω ακριβώς μνημονεύει τοϋ άναί^ήματος τώ\' Κυρηναίων. 
Τό σύμπλεγμα δηλαδή ήτο Ίδρυμένον έπΙ τοΰ προς βορράν τοϋ 
ναοϋ τοΰ Άπόλλοινος τοίχου και έστραμμένον προς νότον, 
οϋτ(ι)ς ώστε νά είναι κυρίιος όρατόν ύπό τών περιερχομένιον 
τόν ναόν θεατών. Εκτενώς τήν περί τοϋ μνημείου τούτου γνιό- 
μην μου έξέΟΐ)κα κατ' αυτό τό έτος τής άνακαλύψειος τοϋ 
«ήλ'ΐόχου* έν δημοσία συνεδριάσει τοΰ αρχαιολογικού τμήμα- 
τος τοΰ συλλόγου Παρνασσού. Δέν έδι^μοσίευσα δ' όμως τήν 
μελέτην μου έκείνην μέχρι τοϋδε ώς απογοητευθείς ένεκα τοϋ 
άμέσ(ι)ς επακολουθήσαντος έν τή ΓαλλικΓ| Σχο?ιή ανοικείου, 
πικρώς σαρκαστικού και πλήρους οργής τρόπου πολεμικής, 
δι'ου, προς κοινήν έκπλΐ|ξιν τού ακροατηρίου, ένόμισεν άρμό- 
ζον ό Παρισινός Ζευς ΗοηιοΠο νά κεραυνοΊση τόν μικρόν 
έμέ "Ελληνα — δστις ομιλών είχον τήν άπλότιιτιι \'ά περι- 
βάλω αΰτοΛ' δι' δλοιν τών έπαίνο)ν έκείνιον, ών εύχαρί- 
στιος οι "Ελληνες κάμνομεν κατάχρησιν προκειμένου περί 



νύμφας τών Αθηνών \ (ΐ)ν η λατρεί(Λ έξετεί- 
νετο φυσικώς έφ' δσον καΐ τά εκ τών ύπ' αυτών 
προσωποποιουμένων πηγών σχΐ][ΐατιζ()μενα ρεί- 
θρα τοϋ 'Ιλισοΰ και Κηίρισοΰ και τό εκ τοι»- 
το)ν γενόμενον έ'λος τών Έ/ε?νΐδών, ενΰα ευ- 
ρέθη τό άνάγλυφον τοϋ Έ/έλου. 

Ευδιάκριτος έπίστ]ς είναι ό προς αυτούς 
έστραμμένος και συνδιαλεγό μένος κερασφόρος 
θεός. Τά κέρατα χαρακτηρίζουσιν αυτόν σα- 
φώς ώς ποτάμιον θεόν, ή δέ μετά τών Ί?ασιά- 
δων νυμφών αναστροφή αύτοϋ διδάσκει, δτι 
ουδείς άλλος δύναται νά είναι ούτος ή αυτός ό 
Ίλισός, περί ού είναι γ\'(ι)στόν ότι είχε\' ιερόν 
έν Αθήναις '. ΊΙ ιΐ(')νΐ| γνωστί) εκ τών πιρ,'ών 



τών πορ' ήμΐν φιλοξενουμένων ξένιον — αρνηθείς μάλιστα 
κατόπιν νά μοι πίίριιχιορήσΐ) προς άπάντησιν τόν λόγον από 
τού βήματος τής Γαλλ. Σχολής, παρά τήν δημοσία, άμα τή 
λήξει τής ευγενούς ομιλίας αχΊτού, δοΟεΙοαν τή αιτήσει μου 
ύπόσχεσιν αυτού. 

Ευτυχώς όμως οΰτε οι σαρκασμοί και τά επιχειρήματα τού 
κ. Ηοπιοΐΐϋ, οΰτε τά παρ" άλ?αυν σοφών έκτοτε, έν άγνοί^ι τών 
έμών έπιχειριιμάτιον, γραφέντα περί τοΰ αϋτοϋ συμπλέγματος, 
ίσχυσαν νά με πείσιυσιν π•α και έπ" ελάχιστον μετιιβάλω τήν 
περί τού δελφικού τούτου αναθήματος γνοιμην μου.'Λλλως δέ 
προς ένίοχυοιν αυτής πολλά προσετέθι^σαν έκτοτε, άτίλ'α ϊσοις 
δημοσιεύσω νϋν, δτε δυνατόν νά παρήλθεν ή όργίι τοϋ δαλάτου 
Διός, έμετριάσΟί) δέ π(ι)ς και ή ά.-ιοστροφ;ή, ην μοι προξενεί 
έκτοτε τό θέμα τούτο. "Εν τφ μεταξύ αρκούσα δι" έμέ Ικανο- 
ποίησις είναι δτι ό κ. Ηοιιιοΐΐο, — ό μή δυνά(ΐενος νά έννοήση, 
πώς δύ\'αται ή λέξις ηνίοχος» τού Παυσανίου \'ά έφαρμόζη- 
ται εις τήν οδηγούσαν ιΐπό τών χαλπ'ών τών ή\'ί(ο\' τοϊις 'ίπποΐ'ς 
κόριιν και ουχί τόν φέροντα τό ένδυμα τοϋ ηνιόχου Βάττον, ό 
στηρίξας δέ όλόκληρον τήν Οειορίαν αυτού πρώτον επί τής 
ψενδοΡς (ΐδε 3οιιΙ)ίη, Κα 5ου1μΙιΐΓ6 Οτοΰςηο σελ. 142, 1) προϋπο- 
θέσεως δτι τό ^ ανήκει εις τό συρακόσιον άλφάβητον, δεύτε- 
ρον έπί τής επίσης έαφαλμέ<ης γνιόμης, δτι τά νομίσματα τών 
Συρακουσώχ' παρουσιάζουσιν αναλογίας τύπιυν προς τό ΰελφι- 
κόν σύμπλεγμα, και τρίτον έπΙ τού κηινοτάιον άνά πάσαν τήν 
Ελλάδα ονόματος Πο?^ύζαλος, — έξ(ί)κειλε προκειμένου περί 
τοΰ αρίστου τών ευρη[ΐάτων αϋτοϋ, δπερ παραδόξως δέν θά 
έμνημόνευεχ' ό Παυσανίας, εΙς νέας αυτόχρημα τερατιήδεις κα'ι 
έπ" αλλήλων μέχρις οΰρανοϋ πυργουμέλ'ας υποθέσεις, αΐτινες 
θά παραμείνωσιν ές άεί μνημεΐον τού τί δύναται νά ύποστή 
σοφός έν άτόπο) οργή έκουσίιος κλείων τοίις οφθαλμούς πρό 
τής πρό αύτοΰ κειμένης αληθείας, άνιπτάμενος δέ προς τάς 
νεφέλας εις άναζήτησιν τεχνοτροπικών κα'ι ιστορικών χιμαι- 
ρών ευχερώς συστελλομένιον κα'ι διαστελλομέλ'ΐον ύπ" αϋτοϋ 
κατά τό δοκούν, και καταλήγιυν οίΊτοις εις συιιπεράσματα 
άγρίιος ΙΐΓβϊ ρατ 1θ5 οΚενοιιχ. 

■ Πλάτιονος Φαϊδρ. 230. Β. — ΟΙ.λ. 2, 1327 — Κο5οΗεΓ'5 
ΜγΐΗοΙ. ίβχ. Β(3. III. δ530. 

'^ ΟΙΑ. 1, 210 Κ. 2. κα'ι 1, 273, ί. 16. - ϋίη6π1)εΓ§;6Γ δ)•1- 
1θ2. 29,82. 



134 



ΙΙηιόη/ αί{)ονα<ι εηγο)\• τΓ/ς Ε' και Λ' έκατονταετηρίΛης 



ίδιότ))ς τοΰ Ί/.ιαοπ (ός γαμοσιόλον χαϋιατί]. 
έπΙ (ΐάλλον σκοπ:ΐ[ΐωτίραν την άπεικόνιπιν αό- 
τοϋ έπι (χναγ^.ικροιι κίκονίζοντος την (ί)ς προς 
γά[ΐον ί•κ()ΐισί(/.ν (/.πίίγίογην τής Η«οίλη; ί'.το 
τοϋ Έχίλου '. 

Άλλα κ(/.ί τοΓ) παρά τον Ίλιπο\' ισταμένου 
θεοϋ τί) ονοικί δεν είναι δΰσκο/.ον να εύρεΟΓ). 
ΊΙ καΟ' δ?ια ό(ΐοιότης της παραστάσεις αύτοΰ 
προς την τοΰ Ίλισοΰ, κυρί(ος δε ό τρόπος δι' 
ου 6 Ίλισος ένοΰται [ΐετ' αύτοΰ περιπτυσσό- 
μενος αυτόν δια της δεξιάς, διδάσκουσι σα((^<ος 
οτι οΰτος ούδεις άλλος δύναται να ε1\'αι η ό 
δίδυμος τ(|) Ίλισώ ποταμός Κηορισός, μεθ' 
ού πράγμ</.τι ένοϋται ό Ίλισός, εισβάλλων εις 
αυτόν εν τω [ΐέσ(ι) της (ΐττικής πεδιάδος, 
ακριβώς προς βορράν των Έχελιδών τοΰ 
Νέου Φαλήρου. Είναι άλΐ]ί)ές, δτι ό Κηφισός 
ημών δεν ε/ει πλαστικώς δεδηλο^μένα 7Λ^ατα 
ως δ σν'ιντροορος αύτοΰ Ίλισός• άλλ' ένω όφ' 
ενός ούδεν κωλύει να παραδε/Οώμεν δτι τα 
•Μ'ρατα της ποιηΟείσης κατά γραφιιν καΐ ούχι 
κατενώπιον, ώς ή τοΰ Ίλισοΰ, κεφαίιής τοϋ 
Κηφισού ήσαν ποτέ χρ(ό(ΐατι δεδηλο)μένα, ού 
ένεκα νΰν έγένοντο αφανή, γνωρίζομεν εξ άλλου 
δτι τα κέρατα ήσαν σύνηθες μεν άλλΌνγ). και 
άπαραίτητον γνίόρισμα των ποταιιίιον θεών. 
Ούτως έπι συγχρόνων [(νη(ΐεί(ον ό αύτος ποτα- 
μός, ότέ μεν εικονίζεται μετά κεράτοον, ότε 
δε καΐ άνευ αυτών ^. Εικόνας δε ποτα[ΐών άνευ 
κεράτων εχομεν πλείστας δσας καθ' άπάσας 
τάς περιόδους τής τέ/νης. 

Κατά ταύτα μέχρι τής μορφής ταύτης τοΰ 
ανάγλυφου ή έρ[ΐηνεία εΐναι εύκολος. Δυσχε- 
ρέστατη δ'δμως αποβαίνει καΟ'δσον άφορα 
εΙς την τελευταίαν μορφήν τής παραστάσεως, 
τίμ' και τοπογραφικώς κυρίαν, προς ην προσελ- 



' Ό Καββαδίας καλεί ΆχΕλώον τόν Ίλισόν ημών άλλ' ό 
θεός ούτος οΰδένα λόγον ύπάρξειος έχει έπΙ ανάγλυφου ου 
κΰριον πρόσωπον είναι ή παρά τόν Ίλισόν λατρευοιιέλη Βα- 
σΡ^η. Κατόπιν ό αυτός έκάλεσε τό αυτό πρόσ(ι)πον Κι^φισόν. 
Κηφισός όμιος είναι ή έποιιενη μορφή. 

- δίευάίη^ : ΚοδοΙιβΓ'δ Μ>•11ιοΙ. Ι,εχ. Βίΐ. Ι ρ. 1490 κέξ. Πβλ. 
κα'ι ΑΙλιαν. Ποικ. Ιστορ. 2,33, ένθα διακρίνολται τριών ειδών 
παραστάσεις ποταμών, ήτοι α') βοών τό είδος• β') όλως άν- 
θρωπο μόρφο) ν και γ') ανδρών μεθ' ΰποφαινομένοιν κεράτων. 



{)ών [ΐετά τών ό.ταδίον ό Κΐ]((ΐσός όμι?^εΐ. 

Χ) κ. Λραγάτσης έκάλεσεν αυτήν Αρτέμιδα, 
ό δε Καββαδίας οιονεί γυναίκα (!), πράγματι 
οίΗος'Εριιι'/ν . ΊΙπατήίΙη, (ραίνεται, έκτης άνο) 
τής [ΐορ(( ής τ(/.ύτ)|ς αρχής τής έπιγρα(|.ής Έρ/ιί) 
και Ννμφαις, εΐσαγαγών οΟτω τόν Ερμή ν 
έπ' ά[ΐφοτέρων τών δψε(ι)ν τού (/.ναγλύφου. 
Ό (/.ύτός έρμτινεύων εκ δεχιτέρου τό μνη- 
μεΐον κα?^εΐ τιιν εν λόγιο μορφιήν Ί'ίρμήν μεν, 
«)' είναι αρσενικού γένους, Άρτέ(ΐιδα δέ, ην 
είναι ίΐηλυκοΰ, και δη Άρτέ(ΐιδα Άγροτέραν ή, 
ην τοΰτο δεν εΐναι όρίΐόν, Αρτέμιδα Μου- 
νιχίαν 

Λι' ημάς δ[ΐως και πάντας τους ?αίΐπούς έρ- 
μίΐνευτάς τοΰ μνημείου ή [ΐοριρΐ) αυτή είναι 
γένους-^ηλυκού. ΙΙερΐ τούτου δ ούδεμίαν άικμ- 
βολίαν άφίνουσιν ή κόμιιοισις, οι ίκανώς δεδη- 
λωμένοι παρθενικοί μίλστοί, ίδίο)ς δέ αϊ πλα- 
τεία ι λαγόνες αυτής. 

Προς δέ την Αρτέμιδα Άγροτέραν δεν 
δύναμαι νά σχετίσ(ΐ) αυτήν, αφού δεν έ^χει τά 
απαραίτητα αυτής σύ[ΐβολα, τόξον, βέλη κ(/.ι 
κύνας. Επίσης προς την Άρτέ[ΐιδα τής Μου- 
νιχίας δεν δύναται νά ταυτισΟή διά τε την 
έ'λλειψιν παντός συμβόλου καΐ κυρίους διότι 
αύτη μεν έ?.ατρεύετο έπΙ τοΰ λό(ρον τής Μου- 
νιχίας, [ΐακράν τής έκβο?.ής τού Κητρισού, εν ω 
ή εν λόγο) μορφή τοΰ ανάγλυφου ΐσταται έπι 
τοΰ αυτού χΟαμαλού εδάφους, έφ' ού καΐ ό 
παρ' αυτήν εύρισκόμεΛ'ος Κηφισός. 

Τίς λοιπόν δύναται νά είναι ή .περίεργος 
καΐ λεπτεπίλεπτος αύτη κόρη ; 

Ό πρό αυτής προσε?.Οών και ίστ(/μενος ώς 
φθάσας εις τό τέρμα τής πορείας Κιιφισός 
έκβάλ?ν,ει ακριβώς, — ώς δύναταί τις νά ίδΐ) 
εν τω μεγάλο) γερμανικω άρχαιολογικώ χάρτη 
τής Αττικής τών ΟιιΓίϊα'ί, Κ&ιιροΓ): καΐ Μ^ι^Η- 
ΗδίθΓ (είκ. 92), — εις χώρον τής Φαληρικής 
παραλίας ' τών Έχελιδών, άλ'ήκοντα μεν τό 
πάλαι καΐ νΰν εις τόν δήμον τοΰ Πειραιώς, 
καλού μενον δέ Παραλίαν καΐ έκτεινόμενον 



' Πβλ. Στράβωνος 9,398 μετά δέ τόν Πειραιά ΦαληρεΤς 
δήμος εν τή εφεξής παραλία». 



— 135 



18 



Τα ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



εφ ' όσον και ί| νΰν καλούμενη παράλιος πλατηα 
(ρΐίΐοε) τοϋ Νέου Φα?ιήρου. Ή Παρα?α'α αϋτη 
τών Έχελιδώχ' είΛ'αι γΛ-ωστή έξ αττικής έπιγρα- 
Γρής τοϋ 321/320 π. Χ. \ δι' ής έπΙ Άρχίππου 
άρχοντος, Φρυνίωνος δη(ΐαρχοϋντος, εκ[ασΟοϋ- 
σιν οί ΓΙειραιεΐς < Παρα/ααν και Άλμυρίδα 
και το Θησεΐον . Κατωτέρω δε πάλιν αναφέ- 
ρονται οί μισΟωσάμενοιΠαραλίαν και Άλ[ΐυ- 
ρίδα κΐλΐ το Θησεΐον-, ήτοι το τέμενος τοΰ 
Θησέως Έχέλου. 

"Οπως λοιπόν υ αττικός ήρως Πάραλος ήτο 
ή προσωποποίησις παντός τοΰ παραλίου πλη- 
■θυσμρϋ τής Αττικής, ήτοι τής εν γένει αττικής 
παραλίας, εΊκονιζό(ΐενος ως άνήρ εχο>ν πλοΐον 
παρ' αύτω "', οΟτω και ή σμικρά την έκτασιν 
και λεπτόγειος τιιν σύστασίΛ' Παραλία αΰτΐ) 
τών Έχελιδών τοϋ Πειραιώς προσίοποποιεϊται, 
φρονώ, υπό τής λεπτής και νεαρότατης κόρης 
τοϋ ανάγλυφου ημών, τής ιστάμενης καΐ συν- 
διαλεγομένης προς τον ακριβώς εΙς αυτήν έκ- 
βάλ?ιθντα Κηφισόν ποταμόν/Ότι δ'ή Παραλία 
αυτί] έπροσωποποιεΐτο εν τΓ) τέχνη, γνωρίζομεν 
και εξ άλλου τινός πανομοίου την τεχνοτροπίαΛ' 
ανάγλυφου (Έ9ν. Μουσείου άρ. 1500, περί ού 
ϊδε κατωτέρω), επίσης ευρεθέντος παρά την 
βορείαν παραλίαν τοϋ λιμένος τοϋ Πειραιώς, 
προ(ρανώς δε ποιτιΟέντος ύπ' αύτοϋ τοϋ ποιή- 
σαντος τό άνάγλυφον τοΰ Έχέ?ιου. Είκο\'ίζει 
τόν ΔΙΟΝΥ2:θΝ έχοντα όμοτράπεζολ' νεαράν 
και καΰ' δλα όμοίαν προς την τοΰ άνα- 
γ?ν,ύφου κόρην, φέρουσαν δ' έγγεγραμμένον 
κάτωθεν αυτής, λίαν ασαφώς, τό όνο[ΐα 
ΠΑΡΑΛΙΑ ■'. Ή μόνη μεταξύ τώ\' δυο τού- 



' ΟΙΑ. π, 1069. 

'' ΗοίίβΓ, ΡιίΓΕίοδ : ΚϋδαΙικΓ'ϊ ΜχΐΙι. Ι,οχ. Κιΐ. 111, 8. ΙϋΰΤ. 

■' δοΗυοΚΚαΓάι : ΑιΙιβη. Μίιΐ. Βά. 13,221. Πρλ. κα'ι Β(1. 7,38!), Ά. 
Ταί.Χίν.—Ηεηηεδ 22,336— 1Μ3&53: ΑγοΗ.;&ΗγΙ). 11 (1896) 104.— 
ΡιΐΓΐ\ν3η§ΐ6Γ, δίίζυπ^δΙιβΓ. άβΓ Α1:&ά. (1. ννίδ. ζα ΜαηοΗοη 1897, 
1,412.— Κ. ϋΰηείίβη: ΚοδοΗοΓ'β Μγΐΐ). 1.βχ. Βά. Ι. δ. 2573 (ι§. 11. 
"Οτι αΐ έπιγραφα'ι ΔΙΟΝΥίΟί και ΠΑΡΑΛΙΑ (;) έχαράχίίησαν 
πολύ κατόπιν, φαίνεται βέβαιο\•. Δυνατόν ρπομένίος νά έ'χτ) 
δίκαιον ό ΚοΙιετΙ, φρονών δτι ό «Διόνυσος* ήτο αρχικώς ό ήρως 
Μοννιχος, έπ'ι τοΰ λόφου τοϋ οποίου έτελοΰντο οί θεατρικοί 
αγώνες. Έν τοιαύττι περιπτώσει ή Παραλία αρμόζει ως σύν- 
τροφοςαΰτοϋ, ώς ακριβώς υποκείμενη τώ λόφω τοϋ Μουνίχου. 



των κορών διαφθορά είναι οτι ή μεν ομοτρά- 
πεζος τώ Διονϋσο) φέρει ποδήρη χιτώνα κ(ίΐ 
έπ' αύτοϋ νεβρίδα ϊσως άντΙ έπιβλήματος. 
Άλλα τοιαύτας διαφόρους ενδυμασίας πλει- 
στάκις παρουσιάζουσιν οί αύτοι ϋεοι ανα- 
λόγως τών ασχολιών αυτών π. χ. ή Άρτε- 
μις ώς Άγροτέρα φέρει βραχύν κυνηγετικόν- 
χιτώνα, ποδήρη δ' δμο^ς όταν παρίσταται εις 
πομπήν ή έορτήν τίνα άστικήν. Οΰτω καΐ 
ενταύθα ή ό|ΐοτράπεζος τφ Διονύσω Παραλία 
μετέχει τών έν ΙΙειραιεΐ Διονυσίων, — τουλάχι- 
στον έν τή διανοία τοΰ προσγράψαντος τάς 
έπιγραφάς αρχαίου, — ά δηλοΰσιν οί παρ' αυ- 
τήν ιστάμενοι τρεις προσωπιδοφόροι. Χάριν 
τών άγο)νων τούτων κατήρχοντο πρύς την 
παραλίαν τοϋ Πειραιώς και ανήρχοντο τόν 
?ι,όφον τής Μουνιχίας οί Αθηναίοι. Ή δέ 
τοϋ άναγ?ιύφου τοϋ Έχέλου Παραλία, εικο- 
νιζόμενη έν τή κατ' εξοχήν αυτής ίδιότητι 
τής τοπικής θεάς, φιέρει βραχύ ώς τό τών 
ναυτών και κυνηγών ένδυμα, προς ένδειξιν 
ούχΙ [ΐόνον τοΰ θαλασσίου αυτής χαρακτή- 
ρος, άλλα κυρίως τοΰ οτι τό πάλαι, ώς και μέ- 
χρι εσχάτων πριν ή πυκνωθή ό συνοικισμός 
τοΰ Νέου Φαλήρου, ό χώρος, δν προσωποποιεί, 
ήτο τόπος πλήρης κυντιγίου, ένθα έθήρευον 
οί Πειραιεΐς καΐ (ΐάλιστα κατά τόν χειμώνα. 

"Αλλως δέ και ή έν γένει ό[ΐοιότης αυτής 
προς τήν Αρτέμιδα αναπολεί ήμΐν δτι και ή 
Άρτεμις έφερεν άλλαχοΰ τό έπίβετον/Ζηραλί'α'. 

'Ρίπτοντες νΰν γενικόν βλέ[ΐμα έπΙ δλης 
τής πλευράς ταύτης τοϋ άναγ?\.ύφου, βλέπο- 
μεν δτι πρόκειται περί συμβουλίου εγχωρίων 
θεών, συνελθόντίον πρό τής παραλίας τών 
Έχελιδών, ίνα συσκεφθώσι περί βοηθείας τοΰ 
παρά τήν Φαληρικήν παραλίαν αγωνιζομένου 
τότε υπέρ τής ελευθερίας δήμου τών Αθη- 
ναίων, δστις διά τοΰ αναθήματος τούτου έπε- 
ζήτησε τήν βοήθειαν αυτών. "Αλλως δέ οί 
είκονιζό[ΐενοι θεοί ήσαν οί τότε φύσει και 



' Οοδηοΐίΐ, δϊΐΒΐηίιηί, 95: <Άρτέμιδι Παράλια Απελλής άνί- 
Οηκε•. — Β. Ο. Η. 20 (1896) 340, 6: < 'Αρτέμιδι Παραλία εύ- 
ξάμενος ■ . 



— 136 



ΙΙ^χότ}/ αΐΟονπιι Ρηγίον τΓ/ς Κ' και Λ' έκατιη'ΐηετί/ρίιίος 



ίΐέσρι βριατοι τών πιιιιιΐ(/.//ον τοΰ (^ημου. Αλη- 
θώς ι'ι μί-•ν ί)άλ(χοσ(ί τής ΙΙ(/.ο(ίλί(/.ς ποοΓΐ( Γ'- 
λ(/.απΕ τους εν τ[\ Μουνιχίί^ κατά τών μί] 
ρ'/όντοιν ϊδιολ' ναυτικον όλιγίχρ/ικών τοΰ 
(χστεως, το (^ϊ• ί'πο τ(Τ)ν κίίτά τον /ριμ('ϊ)\'(/. 
ΐιπερχι•ιλιζυντο)ν υ(^(ίτο)ν τών ^ι<^Γ'μ(ι)ν .τοτ(/.- 
(ΐών ΚηφίαοΓι και Ίλισοϋ καΐ τών τη()((()^ο- 
τουσών αυτούς πΐ|γών τών Νΐ)[ΐ(ρών σ/ημίχ- 
τιζ()μκνον έλος τοΰ Νέου Φαλήρου προε((ΰ- 
λασσεν αυτούς κατά τών εκ της ,-τε?)ΐ(Λ(^ος 
έπιΟέαεχον τ(Τ)ν έχθρων. 'Οπόσον ί^έ ί^ικαίο^ς 
έπεκαλεΐτο τ»|ν προατασίαν αυτών δεικνύει 
ί)[ΐΐν το γν(ι)οτον έκ τοΰ Ξενθ((ώντος γεγο- 
νός, δτι υλίγω πρότερον, έπικεΐ(ΐένης της έν 
Μουνιχία μεγάλης καΐ ευτυχούς κατά τώ\' 
τιιπ(/.νν(ον μά.χ)|ς, 6 Θρασύβου?νθς έπιθαρρύνων 
τους πολίτας έλεξεν αΰτοΐς .τρός τοΐς άλ/.οις 
ϋτι οι ι)εοΐ νϋν (ρανερώς ή[αν συμμαχοΰσι. 
Και γάρ έν ευδία χειμώνα ποιοϋσιν, δτίχν 
ή μι ν συμ(ρέρΐ) ' . Ταΰτα δε λέγων άνεφέρετο 
εις τάς προ τίνος μόλις έν Φυλ[| νίκας αυτών 
κ(ίτά τών τυράννω\', ας έκέρδησαν ένεκα τοΰ 
έν ευημερία αίφνης κατά τών έχθρων έπελ- 
θόντος νιφετοΰ καΐ τοΰ υπό τοΰ πιστοϋ όπα- 
δοΰ τών Νυμφών Πανός έμβληΟέντος αύτοΐς 
πανικού φόβου -'. Έπύ[ΐενον άρα ήτο και νύν 
ό αύτύς δήμος να έπικα?α]ται διά τοΰ άνα- 
Ο^ήματος τούτου την βοήΟειαν τών φανερώς 
ουμμαχούντων αύτώ εγχωρίων θεών. 

Συμπεραίνοντες λέγομεν, δτι το θαυμάσιον 
άνάγλυφον ημών δεν είναι, ο)ς μέχρι τούδε 
ένο[ΐίζετο ύπο τών διαφόρων ερμηνευτών, άνά- 
■θημα τυχαίας και άγνωστου τινός Άλεξοϋς, 
άλλα μνημεΐον ιστορικόν έ'ξοχον άναφερόμε- 
νον εις μίαν τών ευγενέστερων σελίδων τής 
πόλεως τών ΆΌηνών, ήτοι είς τους υπέρ ελευ- 
θερίας καΐ κατά τών τυράννων αγώνας τώλ- 
ευγενών τέκνων αυτής. Οι έγχ(όριοι θεοί 
ήκουσαν τότε τών δεήσεο)ν τού δήμου και 
ιιετ' ου πολύ οΐ περί τόν Θρασύβουλον είσήρ- 
χοντο νικηταΐ είς τό άστυ και άνελθόντες 



σί'ν τοΐς δπ?νθΐς είς τι'ιν (/.κριλπολιν έ'ίΐυσαν 
ευχαριστήρια τοΐς θεοΐς '. Είκοσι και τρεΐς 
αΐώ\'ες πι/ρηλΟον έκτοτε, δτε και πάλιν από 
τών (/.ϋτών λ<')Γ(ο)ν τοΰ Πειραιώς οί πατέρες 
ήπίον Γ|γ(ί)νίοίΙησ(/.ν τόν αυτόν ευγενή αγώνα 
κατά το)ν τυρά.ννο)ν υπέρ τής έ/.ευθερίας τοΰ 
αστείος, καταλιπόντες ώς σήμα τοΰ ήρίοισμοΰ 
αυτών τόν έν μέσο) τοΰ έλους τού 'Κχέλου 
ίστά(ΐενον λ'ύν σεμνόν και άπέριττον τάφον 
τοΰ στρ(/.τηγοϋ (ίντΓην Καραϊσκιίικη. 

10. Άριϋ^. 127. ( ΙΙΙναξ ΧΧΙΊ). 

Άΰ•ηνά και Μαρσύας 
έηΐ άττικοϋ μαρμάρινου κρατήρας -. 

Αθηναϊκής προελεύσεως κρατήρ έκπεντελη- 
σίου [ΐαρμίχρου, κοΐ/α)ς δε τά έσω.Ύψος αυτού 
0,48, διά[ΐετρυς 0,43. Άποκεκρυυμένα εΐναι τό 
κάτω μέρος τού ποδός καΐ (ακρότερα τά ώτα 
τού κρ(/.τήρος, ποός δε αϊ κεφαλαι κ(χι λεπτο- 
[ΐέρειαί τίνες τών έπ' αυτού άναγ/.ύφων μορ- 



Ξενοφ. Έλλην. 2. 4. 14. 

Ξενοφ. ε. ά. 2, 4. 3. — Διοδ(ρ')ρ. 14, 32. 



' Ξενοφ. Έλλην. 2. 4, 39. 

'-' Βιβλιογραφία δΐυβπ, Ληιίςυίιίοδ οί ΑιΗβηϊ, Τοηι. 2 ο.3 

ρ. 27 νίίζΐΐ. 

ο. ΜϋΙΙβΓ, ΙΙϊπάΙΐϋοΚ (1. ΑτςΗιοοΙοβίε § 371, Ο (σελ. 571 τη; 
τρίτη; ίκήόπειος ϋ.τό λΥεΙοΙίίτ έν ετει 1848). 

Κ3θΐι1-Κοο1ιε«β, Μέιη. άΐ ηυιηϊϊπίΒΐ. β( ά'αη(ί<]. ρ. 141. 

Η. ΒΓϋπη: ΒυΙΙβΙίηο (ΙβΙΙ'ΙηδΙΐΙϋΙο Ιβ-^Β ρ. 14.5-146 ; ΑΓοΙιαβοΙ. 
Ζεί(. 18.53, 377 (ιηϊΐ είπβΓ ΒειηεΓίίϋπβ νοη ΟαίίΛτά). 

Βευΐέ, Ι.εδ ηιοηηαίεδ ά'ΑίΗέηβδ (1858) ρ. 393. 

Μίς1ΐ3εΙί3, Αηηιιΐί ά. Ιπ^ιΚυίο XXX (1858) ρ. 317-318. 

Η. Βηιηη : ΑΓοΚαεοΙ. ΖείΙιιηζ 1858,242-243*; 

Η. ΒΓυηη, II ΜϊΓίία <1ί ΜίΓοηε. ΰίδοοΓβο ΙεΙίο ηεΐΐϊ ποογ- 
Γ6ηζ3 άεΐ ηΛΟίε (ϋ \νίης1{ε1ιη3ηη 1858 ; Αηηαΐί (ΙεΙΓΙηδΙϊΙϋΙο 
XXX (1858) ρ. 374-383 ;ΜοηυιηεηΙί άεΙΙΊπδΙ. νοί. VI, Ι&ν. XXIII. 

ΜϋΙΙεΓ- ννίεβεΙεΓ, ΟεηΙίΐηαΙεΓ ά. &1ιεη ΚυηβΙ, Ββ. II (1860 6) 
ρ1. ΧΧΙΙ, 239 (5. 125) 3 ρΐ. ΧΧΙΙ, Ν» 2Ά9^, 2391'. 

δΙερΗαηί, ΟοιηρΙε-Γεηάυ 1862 5. 62 ρ. 86-94. 
> 1869 δ. 157. 

ννίεδείετ, ΟβΓ Αροΐΐοη δίΓοβϊποίί υηιΐ <18Γ .ΑροΙΙοη νοη ΒεΙ- 
νβίΙβΓΟ (Ουηίη^εη 1861) 5. 105-106. 

Η. ΗίΓζεΙ, ΜίηεΓνα άΐ ΜίΓοηε : .Αηηιΐί (ΙεΙΓΙηδύ. 1864 ρ. 2.3.5- 
238 (ΐιν. ά'Λζξ. ^.). 

Ε. ΡεΐβΓ8εη, ΜχΓοη3 δαίνι: .^Γοΐΐίΐεοΐ. Ζεϊι. 1865,3. 86-94. 

Ο. ^^^1η, ΡοραΙΪΓε ΑηίδϊΙζε «υδ άετ ΑΙΙεπΗαιηδντϊβδεηδοΙίίίΙ 
(1868) δ. 212. 

ΒβηηάοΓί-δοΙιδηε, Οίε Επίίΐίβπ ΒίΜ^εΓίιε άεδ ί»ΙεΓίπί- 
δοΗεη Μυ5ευηΐ5 (1867) Ν» 225, δ. 142-147. 

Οοηζβ, \νίεη6Γ ΥοΓίε^εΙιΙϊιΙεΓ, δειίε VI, 12. 

Κείίϋΐέ, υ^' Λ\ί3.ά. Κηπδΐιηϋβεοιη ζιι Βοηη (1872) Ν" 79 
5. 2υ-21. 



— 137 — 



Τα ανάγλυφα πλην των έπιτυμβάον 



φων. Αΰται έποιήθησαν έπι της ετέρας των 
μεταξύ των ώτων τοΰ κρατήρος παρειών τής 
κοιλίας αύτοϋ, έ'χουσι δε ΰψος 0,33. 

Ό κρατήρ ούτος έδημοσιεύθη το πρώτον 
ύπί) τού .'-ίΙαίΐΓΐ;• αφού δ' έπι μακρόν χρόνον 
έξηφανίσ97], άνεφάνη έν έ'τει 1873 εις την κυ- 
ριότΐ)τα τοΰ έν Αθήναις τότε β ιούντος "Αγγλου 
ιστορικού Κίηΐίΐγ, ού φέρει καΐ το δνομα. 
Κατόπιν δε είσήλθεν εις το Έθνικόν ΜουσεΤον. 

Ή ανάγλυφος παράστασις τού κρατήρος, 
ότε?αις αφεθεΐσα υπό τού κα?ιλιτέχνου, εικονίζει 
έν λίαν τεταραγμέντ] στάσει τον σειληνόν ή 
σάτυρον Μαρσύαν, έχοντα προ αυτού μεν την 
θεάν Άθηνάν ζωηρώς βαδίζουσαν, όπισθεν 
δε τρίτην μορφήν έν σχεδίω και οΰτιος ατελής 
ώστε είναι δύσκολον να έννοηθη τί έσκόπει να 
γλύψτ] ό καλλιτέχντ]ς. 

Έφ' δσον δε δυνάμεθα να κρίνω μεν έκ τών 



Η^^5^^1ίε1(1, Αΐΐιεη» υη<1 ΜαΓ5γ&5 (ίϋ.ΒβΓί.ΧνίηοΙίεΙιηΕίιηδρΓΟ^Γ.). 

Κ. Κείίυΐέ, ΙπΙοιπα λ\ ^Γπρρο (1ί ΜίΓοηε ΓαρρτεβεηίΒηίε ΜαΓ- 
513 εΐ ΜίηεΓνϋ ; Βυΐΐεΐίηο άεΙΓΙπδΙ. 1872 ρ. 282. 

Η. ΗεγάεηπΗηη (υη<3 Ο. Ι^ϋάεΓδ), Οει 8αΙγΓ νοη ΜγΓοη ; 
ΑΓοΗιεοΙ. Ζείίυπβ 1873 (XXX) δ. 96. 

Ο. Ι.ϋ(1εΓ8, Αίεηαε ΜϊΓβγα; Βαΐΐεΐίηο άεΐΐ'ΐηδί. 1873 ρ. 168-9. 

ΒυΓδί3η : Εγ5ο1ι υη(1 ΟΓυΙιεΓ, ΑΙΙ^;. Εηογείορ. δει. Ι Βά. 82 
(ρ. 23) δ. 43δ. 

Κ. Κεί^υΐέ, ΑΐΚεηίΐ ιιη(1 ΜκΓϊγκδ, ΜαηηοΓΓεΙίεί ίη ΑΐΗεη ; 
Ατςίΐϊεοΐ. ΖείΙ. 1874, 93, ΎάΙ. 8 (Ίχνογράφιμια υπό δοΐιίηη). 

ΜαηίηεΙΠ, Ουίίΐΐοβο άεί ^εΐΐί ίη §0550 (1875) Ν" 198. 

Νε\νΐοη: Αηηυίΐΐ τεροΓΐ ο£ ιΗεΒΓίΙίδΚ Μϋ3ειιιη 1876,ρ.17 Ν''38. 

3>Ί>ε1, ΑΛεηα υηά ΜαΓ5)ΐ35, ΒΓοπζειηϋηζε άεδ ΒετΙ. Μϋ5ευιη5, 
(ΜαΛϋΓ^ 1879). 

ΡΓίε<1ΐ3βη£ΐβΓ: Ζείί5θΙΐΓί£( ίϋΓ Νυηιίίηιαίίΐί 1879 δ. 216. 

Ο. ν. Ριιΐ8ΐ{}ί, δαΙγΓδίαΙιιε αιΐδ ΒΓοηζε ίιη ΒΓΐΙίβΗ Μιΐϊευιη : 
ΑγοΗ. ΖείΙ. 1879, δ. 91-93. 

Α. 8. ΜηττΆγ, ΜαΓβγίΐδ, 1>Γθηζ6 ΐΓουνέ Ά ΡίΐΓϋδ : ΟίζεΙΙε 
ίΓοΗεοΙοβίςιιε 1879, ρ. 242 - 248, ρ1. 34 εΐ 35. 

Ρ. Ι.εηοΓπΐ3ηί, αυτόθι ρ. 248-249. 

Μηιταγ, ΗίδΙοΓγ ο£ £Γεε1ι 5οιι1ρ(υΓεΙ' (1880), ρ. 217, 220, 222 
II, 337 και Ι- ρ. 256 - 262. 

ΡυΓίννϋηςΙεΓ, δίΐ)^ νοη Ρ6Γ£;ίΐιηοη : ΒεΓί. \νίηο1ίε1ιηϊηη3ρΓο- 
Βπηιιη 1880 3. 9. 

Ε. Ρεί6Γ3εη, Οεγ δϋΙχΓ νοη ΜγΓοη: ΑΓοΙίίΐεοΙ. ΖείΙ. 1880, 25. 

8χ1>β1, Ζα ΑΛειίΕ ιιηά Μμ5)γ.ι3 : ΑΐΚεη. Μίΐί. Βά. V (1880) 
ρ1. 33-34, δ. 1-12, δ. 342-34,5. 

8)Ί>ε1, ΚϊΙαΙοβ ίΙεΓ δουΙρίπΓεη ζιι Α(1ιεη (1881) δ. 54-55 
Ν" 297. 

Μ. Οοΐϋβηοη, Μο,Γβγαδ : Ο. Καγαί, ΜοηιαηιεηΙδ άε 1'αΓ( »η1ί- 
ςιιε Ι (1884) δ. 5, ΤίΐΓ. 5. 

^. ΟνεΓίίβοΙι, ΟβδοΗϊοΗΐε άεΓ βΓίεοΙι. Ρΐ35ίΐ1ί Ρ (1881) 8. 208 
ει 240, 1*(1895) δ. 268-272. 



ατελών άφεθέντω\' (χ\'αγλύ(( (ο\', ό κρατήρ ανή- 
κει μόλις εις τον δεύτερον ή πρώτον αιώνα π.Χ. 
Ούχ ήττον όμως το μνημεΐον τούτο εΐναι περί- 
φημον παρά τοις άρχαιολόγοις ένεκα τής υπό 
τών Ο. ΜαΙΙβΓ και Βηιπη συσχετίσεοις αύτοϋ 
προς έργον τού περίφημου Μύρωνος. 

Μελετήσας επισταμένως πάντα τα περί τού 
σπουδαιότατου τούτου αρχαιολογικού ζητήμα- 
τος γραφέντα υπό πλήθους σοφ)ών, κατέληξα 
ε'ις γνώμην διάφορον τής κρατούσης νύν, διό 
θέλω εκθέσει ενταύθα αναλυτικώς τα κύρια 
σημεία τού περίφημου τούτου και πασίγνω- 
στου ζιιτήματος. 

Ό Παυσανίας έν τη περιγραφή τών έν τη 
Άκροπόλει τών Αθηνών, [ΐεταξύ τού ιερού 
τής Αρτέμιδος Βραυροηάας καΐ τού Παρθε- 
νώνος, ιδρυμένων καλλιτεχνημάτων γράφει 
(Ι, 24, 1): Έντανϋ'α ' Α{Η]νά πεποίηται τίη• αι- 
ληνυν Μαρσύαν παίουσα, οτι όή τους αυλούς 
άνέλοιτο, έρρΐφΰ•αι σφάς τι^ς ϋεον βονλομένης. 



ΜϋεΗΙιοίεΓ, ϋίε Μιΐδεεη ΑΐΗεηε (1881) 8. 20,25. 

ΗαυβεΓ, Βίε ηευακίβοΐιεη Κείίείδ δ. 71. 

ΚιΐΓΐν(Γ3η2ΐβΓ, Βεβοΐιτείόυη^ <1εΓ ΥβδεπδΕηιιηΙυηβ ίαι ΑηΙίςυα- 
Γίυιη Β(1. II (1885) 8. 673 Ν" 2418 (2356). 

ΡΓίεά8ΓίοΙΐ8-ννο1ΐεΓ8, Οίρδ^Ι^εϋδδε (1885) ρ. 194 Ν" 456. 

ΜοΓ^εηΐΙΐΗυ υ. Οοηζε, Αΐΐιεηϊ υηά ΜϊΓβίίίδ: Τί^ΙΐΓΐ)ηο1ι ά. Κ. 
1). ΑγοΗ. Ιπδΐ. Β(3. 2 (1887) ρ. 193-195. 

Ε. Ββ1)βΙοη, δαΙχΓ άΕπεαπΙ : Ο&ζείΙε ΒΓοΗέοΙο^. 1886, ρ. 305. 

83ΐιεΓ, Αηβη^ε ά. .3(3ηι»Γ. ΟΓπρρε (1887) δ. 68-72. 

Καββαδίας, Κατάλογος (1886 7) άρ. 63, Γλυπτά (1890 2) 
σελ. 121 άρ. 127. 

Β3υπιβί5ΐεΓ, ΟεηΙίηιαΙεΓ (1887) δ. 1002. 

ΡοιίβέΓεδ : Βυΐΐεΐίη (1β €ογγ. Ηεΐΐέπίςιιε 1888, ρ. 112. 

Μ. άε Ο. Vε^^31-^3ηε Η3ΓΓί8θη, Μ^ΐΚοΙοβ^ 3ηά ηιοηυηιεηΐδ 
οΓ &ηοίεηΙ ΑΐΗεηδ (Ι.οηάοη 1890) ρ. 407 - 410. 

Ι. Σβορώνος, Διεθνής Έφημερ'ις της Νομισμ. "Αρχαιολ. 
Τομ. Ε' (1902) α. 312, Πιν. XII, Δ'. 

Μ. ΟοΠίβηοη, Μ,ιγ5)•35, (έΐε εη ηι»Γΐ)Γε άε Ια οοΐΐεοΐίοη ΒβΓ- 
ηοοο α Κοηιε : Μέίβη^εδ ά'^ιεΠ. ε[ άΊιίβΙ. Χ (1890) ρ. 118 - 122. 

ΡιΐΓίννβηεΙεΓ, ΜείδΙετννεΓίίε (1893) δ. 357 - 358. 

ΡτεΙΙεΓ-ΚοϋεΠ, ΟπεεΗ. Μ)ΊΗο1ο2ίε (1894) δ. 223, 2. 

^ε33εη, Μ^Γδί-αδ : ΚοδοΗεΓ'δ Μ)ΊΗ. Ι^εχ. Βά. II (1894 5) δρ. 
2246 κεξ. 

ΗϊΙζίβ - ΒΙϋιηηεΓ, Ραυ53ηίαε ΟΓαεο. άεδΟΓίρΙ. (1896) δ. 54 
(24, 1) κα'ι δ. 263 - 264. 

Οο1Ιίβηοη-ΤΙΐΓ3επιεΓ, ΟεδοΗ. <3. ^γ. Ρ1ίΐ5(ί1{ Ι (1897) δ. 493 
Γί§. 242. 

ΡΓΗζετ, Ραιίδαηίαί, νοί. II (1898) ρ. 289-294 ίί^. 15- 17 

Ο. 53ΐιη - Α. Μίο1ΐ3ε1ί8, Αγχ ΑΐΗεηαΓυηι (1901) ρ. .50. 

Ι^ιιοχ Μ. ΜίΙοΙιεΙΙ, ΗιϊΙογ)• οί αηοίεηΐ 5θυ1ρ£ιΐΓε ρ. 291. 



— 138 — 



11ΐ)ώιιι (άΰανοα ΐ'ργοιν τ Γ/α Κ' κιιΊ Γ ^κατοί'ίίίειιιρίόος 



Ύον αυμπλ?γματ(.)ς τουτοι> (χντίγο(/.(( (/. παοοί'- 
οιάζοτιαιν οί τΰ.τοι τινών των κ«τα τοης (χο- 
[((ίϊκοί'ς αΰτοκρίίτορικοί'ς /ρ(')νοΐ'ς κοπκντίον 
(ΗΙιιναϊκών γαλκών ν()[ΐιπ(ΐ(πο)ν. Μγ/λί ίο'/ά- 
τίον τϋ. ν(ΐιπ'οιΐ(<τ(/. τοΓ» τΓι.τοι» τούτου ήσαν λίαν 
σπάνκί, νπν ο[ΐϋ)ς υπάρχει ικανός (ίριΒμος αυ- 
τών ' παρουσιαζόντων τρεις ίϊιαίρόρους παρα/».- 
λαγάς κατά τα υπό τάς όψεις [ίου ι^κκρορα 
κομμάτια, ών πέντε κέκτηται νϋν τό Νομ. Μου- 
σεΐον τών ΆχΊιινών. Τα νο[ΐίσ[ΐατα ταΰτα εκό- 
πησαν είς ί)ΰο ί)ιαΓρόρους έπο/άς κ(/.ι ^η τα 
μεν αρχαιότερα έπΙ Αδριανού (117-1 !Μ μ.Χ.). 
τάδε νεώτερα επι Γορδιανοΰ Γ' (2ϊ5^>-244 
μ. Χ.) -'. Τά αρχαιότερα ( είκ. !ΙΓ) - !Ι7 ), όντα 
έκ δύο δΐ(ιΚ( ()η(ΐ)ν σφραγίδονν και μείζονος ή 




Είκών 95 — 9*^• 

τά δεύτερα διαμέτρου, είκονίζουσιν αριστερά 
μεν ίσταμένην άνευ δόρατος και άσπίδος την 
Ά{)ημ'άν, δεξιά δε τόν Μαρσυαν τόνάπα?α\' 
δε τά νεώτερα (είκ. !)8-!Ι!•). Τό εν όμως τών 
αρχαιοτέρων (είκών 96-97) εικονίζει την αυτήν 
Άθηνάν κατενώπιον ίστα[ΐ,ένιιν, προς τά κάτω 
εχουσαν άμφοτέρας τάς χείρας και στρέφουσαν 
αίφνης τήν κεφα}.ήν αυτής προς τό\' πλη- 
σίον ίστά(ΐενον Μαρσύαν, δστις άνατινάσσε- 



' Ννίεζαγ, Μιΐ5. ΗβάβΓν. Ι ρ. 46 π" 1280 (κΙ). 4. — $05ίίηί. Μιυ. 
1Ιε(ΐ6Γν. Ρ. ΕιίΓορ. II ρ. 73 η" 63 — Β^οη5ι6^1, Υογαγο εη Οιέεε 
II ρ. 188 — 0ει1ΐ3Γ(1, νεηετε ΡΓΟίεΓρίη» ρ. ίο αοΐΐ. 78; Η)•ρβιΙ). 
Γδηι. 5ΐιΐ(3. 1, 111. — ΟΓΟϋζεΓ-ΟηϊβπίίΐυΙ, Κείϊςίοηδ ιΐε Ι'Λπίίςιιϊίέ, 
νοί. IV δεεοηάε ρ&Γΐίε,ρΙ.δΟ η''34ϋ•'> — Καοαΐ ΚοεΗεΙΙε, ΜέπιοίΓεί 
<1ε ιηίΓηϊβηι. εΐ ά'ΛηΙις. ρ. 143, ηοίε 3. — Βευΐέ, Ι^εβ ιηοηπαίε* 
<1 Αΐΐιέηεϊ ρ..393— Μοη. άεΙΓΙηίΙ. VI, 23— ΜϋΙΙεΓ-λνίεδεΙεΓ, υεη1<- 
πιΗΙοΓ απί. ΚυπδΙ ΙΙά II Τϊί. XXII ηο 239β — ΡΉεΚΙαηίΙεΓ ; Ζεί(. 
(. Ναηι.νΐΙ, 216 — ΙηιΙιοοΓ-ΒΙιιιηεΓ ίίικί Ρ.ΟαΓθηετ, Ναιηίίΐη.Οοιηιη. 
οη Ρ£ΐιι$3ηίίΐ5 ρ. 132-133 ρ1. Ζ. ΧΧ-ΧΧΙ. — Σβορώνος : ΔιεΟν. 
Έφημ. Νομ. Άρχαιολ. 1904 σελ. 12δ άο. 137-138. πίν. 1. 44. 
"Ιδε τύ αυτά νομίσματα και ρν ταϊς π/.ρίοσι τιον .ιρρί τοϋ 
"ζητήματος άρχαιολ. (ΐί:?.ετί)ν. 

- Σβορώνος έ'.ά. οελ. 110. 



ται προς τά όπίσο) ι'ν έκπ/.ή|ει ί»ψών τί|\' δρ- 
ξιάν ύπί-ρ τήν κειρα/^ιν και τείνο)ν Ριαίιι)ς καϊ 
τήν άριστεράν προς τά ύπίσο). ΈπΙ δε τοΓ' 
ετέρου τών (/.ρχαιοτέρων (είκ. 97). όντο; δυσ- 




τυχώς κίχκής δκ/τηρήσεως, (/./.λά πάντοη' σπου- 
δαιοτ(ίτου, ή επίσης άοπ?.ος Ά!) η να είναι 
έστραμμένη προς τόν Μαρσύ(/.ν ύψοΰσί/. προς 
αυτόν τήν άριστεράν. Ό δε Μαρσύας εΰρηται 
εν τη αύτ») στί/σει, εν ή και έπΙ τών προηγου- 
ιιένίον νομισμάτ(ΐ)ν, αλλά τό σώιια αύτοϋ άνα- 
τινίΛοσεται βΐ(/.ΐ()τερον προς τά όπισθεν καΐ δίι 
άπαραλ?ιάκτως τω Μαρσύα τοϋ Λατερανοΰ. 
Δυστυχώς ένεκα φθοράς τοϋ νο[ΐίσματος ή 
ίίέσις της δεξιάς τοϋ Μαρσύου δεν διακρίνεται. 
Ύελος επί τών νείοτέςκον νομισμάτων (είκ. 9><-9:ι) 
έ'χο(ΐεν τόν κατοπτρικον τύπον τοϋ έπι τοϋ τ(7)λ' 
άρχαιοτέρο^ν τύπου, ούτως ώστε ό Μαρσύας 
εικονίζεται υψών τήν άριστεράν άντΙ της δεξιάς. 
Αυτό τυΰτο συνέβη και έν ττ) απεικονίσει τοϋ 
Μαρσύου τοϋ κρατήρος ήιιών. Νέαν λεπτομέ- 
ρειαν δ' εχουσι τά τελευταία ταΰτα νομίσματ(/. 
ότι παρά τους πόδας της Άι)ΐ)νάς είκονΠίεται 
καΐ ό Έριχΰόνιος δφ'ΐς. 

Έπι τών πλεκη'ΐον τών αρχαιοτέρων ίχνο- 




ΕΙκών 9^ ~ 99• 



γραφικών δημοσιεύσεων νομισμάτων έκ τών 
αυτών σφραγίδοτν είκονίσ9ΐ]σαν αύ/ιοι εις τάς 
χείρας της Αθηνάς, ή μεταξύ αυτής και τοϋ 
Μαρσύου προς τό έδαφος κατα.τί.ττοντες. Τό 



139 



Τά ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



αληθές δμως εΐναι, δτιέπΐ ούδενός τών ύπ'έμοϋ 
έξετασ&έντων εν πρωτότυποι η έκμ,αγείω ή ορω- 
τογραφικτ) αναπαρασταθεί νομισμάτων ουδέν 
ίχνος φαίνεται τοιούτων αύ?ιών, αν καί τίνα 
των κομ[ΐατίο)ν τούτο^ν είναι αρκετά καλής 
διατηρήσεως. 

Τώλ' νο[ΐισματικών τούτων τύπων ελαφρά 
πα^αλλα■^^[ εΐναι ή γραφή οίνοχόιις τοϋ εν Βε- 
ρολίνω Μουσείίΰ, ευρεθείσης εν τή πλησίον 
τών Αθηνών Βάρη(είκ. 100). Ή αγγειογραφία 
αΰτη, ώς εκ τοϋ [ΐεγεϋ ους αυτής, καθ ιστα εναρ- 
γεστέρας τάς λεπτο[ΐερείας έκείνας τής σκηνής, 




Είκών 



άς δεν ήδύνατο νά είκονίση σαφώς εν τώ σ[ΐι- 
κρω πεδίω τοϋ νομίσματος ό σφραγιδογλύφιος. 
Ό Μαρσύας εικονίζεται εν τή αυτή στάσει τής 
ζωηρ(7.ς έκπλήξειος καΐ της προς τά οπισί)εν 
άνατινάξεως• ή δ' Άΰι^νά ούσα, ώς έπι τοϋ 
αρχαιοτέρου και τοϋ νεωτέρου τών νομισμάτίον, 
δλως προς τον Μαρσύαν έστραμ[ΐένη, χειρονομεί 
ήρέμα,συμβουλευτικώς τείνουσα την δεξιάν προς 
τον Μαρσύαν, ενώ διά τής (ϋριστεράς κρατούσα 
στηρίζει το δόρυ έπι τοϋ αριστεροϋ αυτής ώμου. 
Μεταξύ δε αυτής καΐ τοϋ Μαρσύου καταπί- 
πτουσι προς το έδαφος δύο αυλοί, ους, κατά μεν 
την μέχρι τοϋδε γενικώς κρατοΰσαΛ' γνο)μην, 
έρριψεν ή ΆΟηνά, κατ' έμέ δε (ϊδε κατίοτέρω) 
6 ύπί) τής Αθηνάς καταπτοηθείς Μ(/.ρσύας. 
Τρίτην έτι έλευθερωτέραν παραλλαγήν τοϋ 
αύτοϋ θέματος άποτε?ιεΐ ή παράστασις τοΰ 
αθηναϊκού μαρ[ΐαρίνου κρατήρος, περί (ΐύ κυ- 



ρίο)ς πρόκειται ενταύθα. Έπ' αύτοϋ ό Μαρ- 
σύας εικονίζεται απαράλλακτους ο)ς έπι τών 
προηγουμένο)ν [ΐνη[ΐείθ)ν, αλλά κατοπτρικώς, 
υψών έπθ[ΐένο)ς υπέρ τήλ' κε{ραλήν ούχΙ την 
δεξιάν αλλά την άριστεράν, ένεκα τής εις τά 
αριστερά τής εικόνος τοποθετήσεως αυτού υπό 
τοϋ καλλιτέχνου. Ή Αθηνά δ'δμως είναι εντε- 
λώς διαφόρου τύπου. Φέρουσα δηλαδή έν τή 
αριστερά την ασπίδα ορμά βιαίως προς δεξιάν 
στρέφουσα τΐ|ν κεφαλήν αυτής προς τον κατά- 
πληκτον καΐ προς τά υπίσο) άνατινασσό[ΐενον 
Μαρσύαν, τήν δε δεξιάν έχουσα έπιτακτικώς προς 
το έδαφος έστραμμένην. Τήν από τών νομισμά- 
των και τής άγγειογραφ'ίας διαφοράν καθίστα 
[ΐείζονα ή υπό τοϋ καλλιτέχλ'ου προσθήκη εις 
τήν σκ)]νήν τρίτης μορφής, ης τό σχέδιον μόλις 
ήρχισεν ούτος ποιών όπισθεν τοϋ Μαρσύου. 

Προς τάς τρεις ταύτας έπι τών νομισμάτων, 
έπι τής αγγειογραφίας και έπΙ τού κρατήρος 
παραστάσεις, άς στε\'ώς προς άλ?ι.ήλας συνδέει 
ή άΟιιναϊκή προέλευσις, ό [ΐύΟος και κυρίως 
ό κοινός καΐ έπι τών τριών απαράλλακτος τύ- 
πος τού Μαρσύου προσήρμοσε δικαιότατα έν 
έτει 1853 ό διάσημος Γερμανός αρχαιολόγος 
Βηιηη τό πράγ,ιιατι πανόμοιον τύπον παρου- 
σιάζον [ΐαρμάρινον άγαλμα τού έν τφ Λατε- 
ρανώ Σατύρου (είκ. 101), τό περίφη μ ον έκτοτε 
γενόμενον ένεκα τής λα^ιπρώς τή βοηθεία χω- 
ρίου τινός τού Πλινίου ύποστιιριχθείσης υπό 
τοϋ αυτού Βηιηη γνώ[ΐης, δτι εΐναι άντίγραφον 
έργου τοϋ περίφημου καλλιτέχνου Μύρωνος, 
εικονίζοντας σύ[ΐπλεγ[ΐα Αθηνάς και Μαρσύου. 
Βραδύτερον δε άλλοι αρχαιολόγοι προσέθεσαν 
εις τήν αυτήν σειράν τό έν Πάτραις άλ'ακαλυ- 
φΰέν, νύν δ' έν τω Βρεττανικώ Μουσείοι άπο- 
κείμενον, κάλλιστον χαλκοϋν άγαλμα τού Μαρ- 
σύου (είκ. 102) και τήν έκ Παρίου [ΐαριιάοου 
κεφαλήν Σατύρου τής συ?ιλογής τού εΑ' 'Ρ<όμη 
δουκός Βαταοοο '. 



' ΜίΐΙζ — ν. ϋιιΐιη Ι, 4.")1 — ΚΓίοιΙετίοΙίδ-ΝνοΙΙΟΓδ, έ'. ά. η" 45.Τ 
— ΟοΙΙ. ΒαΓαοοο, Ρ1. 37, 37« — ΟοΠίςποπ, Μέ1αη§68 (Ι'^ΓοΙιέοΙ. 
61 (Ι'ΙιίδΙοίΓΟ άα ΙΈαοΙβ (γ. άε Κοπιο 1890 ρ. 118 εΐ δ. ρ1. 2.— 
ΚιΐΓΐ\τϋη§ΐ6Γ, ΜείδΙΟΓννοτΙίο δ. 3ί38, 1. 



— 140 



ΙΙυιήίη (ΐ'ή')()ΐ<ηη ϊ'ηγα»• τΓ/ζ Κ' και Ι ' ι'χατηνται τ ι/ι>ίι)ι>ι; 



'Γ(χϋτα πάντα είν(ίΐ τα [ΐόνα ΐίετικο και βί- 
(!(/.!(/ στοι/κΐα, ατινα νγομΐν προς ρκτίμηοιν 
τοΓι αγίτιχον προς την γν(ό[ΐην τοϋ Ιίηιηη 
άς)χαΐ()λ()γικ()Γ) ζητΓιμίαος. Άλ'α[ΐΓρπ(5ητήτ(ος 
εν και μόνον βεβίχιοΰσι τα [ΐνι^ιεΐα ταύτα, δτι 




ΕΙχώ 



;ων ιοϊ. 



δη?ιαδή πρόκειται περί περίφημου τινός και 
πο?^Λκις κατά το μάλλοΛ' ι") ήττολ' πιστώς ή 
έ?^ευΟέρο)ς άντιγραφεντος άθιιναϊκοΰ συ[ΐπ?.έ- 
γματος Ά{)Ίΐνάς και Μαρσυου, άναφερο(ΐένου 
εις τον μϋθον των αυλών. Έντεΰΰεν δμο^ς 
είσερχόμεΟα εις το πεδίον τών διαφόρων σχε- 
τικών προς τα [ΐνημεΐα ταϋτα χιποθεσείον τών 
νεωτέρων αρχαιολόγων. 

Πρώτος ό Ο. ΜϊίΙΙργ εσχετισε προς το ανω- 
τέρω παρατεϋεν χοορίον τοϋ Παυσανίου, ο)ς 
καΐ προς τους τύπους τών Άθΐ]ναϊκών νο[ΐι- 
σμάτων και την παράστασίΛ' τοϋ ιιαρμαρίνου 
κρατήρος ημών, το πολυπύλ'δετον εκείνο χοι- 
ρίον τοϋ Πλινίου (XXXIV, 57) καΟ' δ : (λΙγΓοη) 
ίεοϊΐ 6ΐ οαπΘΐη ρΐ οΙίδοοΗοΙοη οΙ ΡεΓδθυιτι 6ΐ 
ρτίδίαδ β/ Ξαίγηιηι αίΊιηϊΐ'αηίεηι ίϊδία^ εί 
Μϊηβτναυι, Οείρΐιίαοδ ρβηΐίίΛΙο» εΐο. "Ετη τινά 
κατόπιν ό Βηιηη ορθώς άναγνωρίσας εν τω 
έσφαλ[ΐένως ως όρχουμένω Σατύρω συμπ/ιη- 
ρωθέλτι άγάλιιατι τοΰ ^\ίίτεραν()ΰ τον Μαρ- 



σύίχν τών ΆίΙηναϊκών νομισμάτων, εν δε τΓ) 
τεχνοτροπία αΰτοϋ είχίίσας τΐ|ν τοΰ Μΰρ(ι)νος, 
συνεπέρανεν δτι το ύπδ τοΰ Παυσανίοι» εν τη 
περιγραφΓ) τής Άκροπόλεο)ς μνημονε,υό(ΐενον 
σύ[ΐπλεγμα ΆΙ)ην(7ς καΐ Μί/ρσΰου, ου ό περιη- 
γητής δί-ν ονομάζει τον ποιητήν, είν(/.ι (/ϋτδ 
τοΰτο το ύπδ τοϋ ΙΙλινίονι μνημονευόμενον 
έργον τοΰ Μν''ρο)ΛΌς, ούτινος ίϊλ^.ως καΐ άλ/.ο 
έ'ργυν άναΐ(έρει δ Παυσανίας έπι της Άκρο- 
πόλεοις ρητώς [ΐνιιμονειΊων τοΰ ονόματος τοΰ 
Μύροινος '. 

Ή ευφυέστατη αϋτη γν(ί)μΐ| τοΰ ΒΓυηη, καί- 
περ κατ' άρχος παρά δοκίμων άρχαιολόγοη' εν 
μέρει άποκρουσΟεΐσα, έπι τοσοΰτον κίίτίσχυσεν 
έκτοτε, ώστε νϋν (/.ποτελεϊ τον Οεμέλιον λίί)ον 
ένδς τών (βεβαιότερων θεωρουμένων κεφο- 
?.αίο)ν της ιστορίας τής (χρχαίας γλί'πτικής. 




Γ.ίκ. 



,κον Τ02. 



ώς τοΰ Σατύρου τοϋ Λατερα\Όΰ καΐ τών συνα- 
φών αύτώ ιιν)]ΐιείων ϋεωρου μένουν άαφαλώλ' 
υποδειγμάτων τής τεχνοτροπίας τοΰ Μύρο^νος. 



' Ι, 2ϊ>, 8: Και άλλα ρ ν τί) 'ΛΟηναάον άκρο,Ίολρι Οεασά- 
[ΐενος οιδα. Λυκίου τοΟΜύρίονος //ιλκοϋν ."ταΐδα, δς τό περιρ- 
ρανιήριον έχει, και Μϋροινος Περοέα τό έ; Μέόοΐ'σαν έργον 
εΐργασ(ΐένον . 



— 141 — 



Τά ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



Την ■γνώ[α]ν ταύτϊ|ν θέλομεν εξετάσει και, 
κρίνει νΰν, μόνοις τοις πράγ|ΐασι προσκείμενοι 
καΐ το πνεΰμα ή[(,ών έλευθεροΰντες δσον το 
δυνατόν π?ιειότερον πάσης προκαταλήψεο^ς. 

Ότι το υπό τοΰ Παυσανίου [ΐνημονευόμε- 
νον έπι της Ακροπόλεως σύμπλεγμα εΐναι τό 
έπΙ των αθηναϊκών νομίσματα) ν είκονιζόμε- 
νον, είναι εκτός πάσ)ΐς αμφιβολίας, γνωστοί3 
όντος δτι έ,πΐ των νομισμάτων εκείνων οι 
Αθηναίοι απεικόνιζαν κατά προτί(ΐησιν τά της 
Ακροπόλεως αυτών οικοδομήματα καΐ καλλι- 
τέχνη (ΐατα. "Οσον δμως είναι βέβαιον τοϋτο, 
τόσον είναι επίσης βέβαιον ότι τό εις τό αυτό 
καλλιτέχνημα άναφερόμενον κείμενον τοΰ Παυ- 
σανίου, ως έχει νΰν, κατ' ούδένα τρόπον δύνα- 
ται νά συμφωνήση προς την εικόνα τοΰ συμ- 
πλέγματος έπΙ των (χΒηναϊκών νο[ΐισμάτο)ν, 
έφ' ών — ώς καΐ έπι τών ασφαλώς εις τό αυτό 
πρωτότυπον αναφερομένων ή ύπ'αύτοΰ έμπνευ- 
σΟεισών παραστάσεων τοΰ αγγείου της Βάρΐ)ς 
καΐ τοΰ μαρμάρινου κρατήροςήμών -ή'ΑΟηνά 
κατ' ούδένα ποτέ τρόπον δύναται νά {)εως)η{)Γι 
ο)ς παίονσα τόν Μαρσύαν. Τοΰτο ένόησαν ήδη 
ευθύς έξ αρχής οί πλείονες τών όρχαιολόγίΟΛ-, 
ορθώς (χποφανθέντες ότι τό χωρίον τοΰ Πα\ι- 
σανίου διεφΰάρη υπό τών άντιγραφέίολ'. "Ινί^ι 
δε τό κείμενον συμφ(ι)νήση προς τάς υπό τοΰ 
χρόνου άθίκτους παοίχστάσεις τών νομισ[ΐ(<- 
το)ν, τών κίαά κανό\'α πιστώς εν τοις κυρίοις 
άντιγραφόντίον τά τοΐ(/.ΰτ(λ περίφημων καλλι- 
τεχνών έργα, άνέγν(οσα\', αντί τοΰ παίοναα, ό 
μεν Βηιηη « έπιονοα , υ δε \νΪ68β1κΓ πτ.ν- 
ονοα» (!) ή {ανλοϋντα άνα)πανουσα, 6 δε ΜίΓΝίΉ- 
ίεΐά «πτοούσα» καΐ ό Ηϊτζεί επίσης χ πτοοϋοα 
{ή παραινοναα) μι) τοίκ αύλονς άνέληιτοχ. 

Πριν ή (χποφανθώμεν περί τών διορθώσεων 
τούτων, άναγκαΐον απαραιτήτως θειοροϋμεν νά 
ιδοί(ΐεν, τίς ό (ΐΰθος, έξ ου ένεπνεύσΒη ύ ποιή- 
σας τό σύμπλεγμα καλλιτέχνης, δΐ()τι μόνον ή 
άναγνά)ρισις της στιγμής του μύθου, εις ην ανα- 
φέρεται τό καλλιτέχνημα, δύναται νά διδάξη 
ημάς ασφαλώς περί τής προτιμητέας διορθώ- 
σεως τοΰ έφθίχρμένου χαιρίου τοΰ Παυσανίου. 



Ώς γναιστόν, ό αθηναϊκός μϋθος περί Αθη- 
νάς, αυλών και Μαρσύου, καΐ περί τής την άμε- 
σον αύτοΰ συνέχειαν αποτελούσης έριδος περί 
μουσικής τοΰ Μαρσύου προς τόν Άπόλλο)να, 
έγεννήΟΐ) μεν περί τά μέσα τοΰ Ε' αιώνος 
π. Χ. εκ τής κατά τής βοιωτικής αύ?ιητικής 
έχ&ροπαθείας τών Αθηναίων, άνεπτύχθΐ] δε 
κυρίως έπι τοΰ βιαιοτάτου καΐ πασίγνωστου εν 
τη ιστορία τής μουσικής πολέμου εκείνου τών 
Άθηναίίον δραματικών ποιητών κατά τών δια- 
πρεπέστατων καΐ δκ/σήμων μουσικών έκείν(ον 
τοΰ Ε ' αιώνος, οϊτινες έπεζήτησαν καΐ κατώρθ ω- 
σάν νά προβιβάσο)σι την μουσικήν (χπό υπηρε- 
τικής τέχνης τής πρωταγωνιστούσης ποιήσεως 
εις έπιστήμην εντελώς ανεξάρτ)]τον και αύΰύ- 
παρκτον, εις άλη&ή μυναικήν, ώς έ'λεγοΛ' ^ ιΥοι- 
πόν κατά τό άττικόν δράμα, οτε ή ΆθΊ]νά κατα- 
σκευάσασα τους πρώτους αυλούς τ)ΰλησε τό 
πρώτον έν συ^ιποσίω τών θεών, ή "Πρα καΐ 
ή Άφιροδίτη εξερράγησαν εις γέλωτας βλέ- 
πουσαι τό πεφυσιω[ΐένον και άσχή[ΐως παρηλ- 
λαγ[ΐένον έκ τής έ(ΐ(ρυσήσεως τών αυλών πρό- 
σίοπον τής Άί)ΐ]νάς. Αίίτη δέ καταβάσα τότε 
έκ τοΰ 'ϋ?Λΐμπου εις τους « εσγάτους τό- 
πους τής "Ιδης» κ(η δη τάς παρά την Άπά- 
μειαν Κελαινάς τής Φρυγίας, έκιχθισε παρά 
την πΐ)γήν Αΰλοκρήνΐ|ν και αύλοΰσα έγκα- 
το)πτρίσί)η έν τοις ϋδασιν αυτής, ότε και ή 
ιδία άντελήφθΐ) τό πριχγματι γελοΐοΑ- κιχι δύσ- 
μορφον τοΰ προσώπου τοΰ (ίύλοϋντος. Πλή- 
ρης οργής τότε έρριψε χαμαί τους αυλούς, κ(/.τα- 
ρασθεΐσα συγχρόνως νά τύχη οικτρού θανάτοχ> 
οίοςδήποτε ήθελεν αναλάβει αυτούς. 

Τους ουτο^ς έρρΐ[ΐ[ΐένους αυλούς εύρε κιχτό- 
πιν ό σάτυρος ή σιληνός Μαρσύας, ό προσωπο- 
ποιών τ(')ν όμχόνυμον καταρράκτην τών Κε- 
λαινών και τής Άπαμείας. Άναλαβών δέ τότε 
αυτούς προσάπτει τοις χείλεσιν οί, δέ ηδον 
\}?ία δυνά[(ει, άκοντος και θαυμάζοντας τοΰ 
χρωμένου. Κατόπιν ό[ΐο)ς τέχνην ιδίαν νομίσ(χς 



' Τάς πηγάς ϊδε έν ΔιεΟν. Έφημ. τΓ|ς Νθ|ΐια|ΐ. 'Λρχαιολ. 
τόμ. Ε' σελ. .^01 κα'ι εξής• κατωτέρω δ' ένταϋίΐη ΐ'δε τό περί 
τών άν(ΐγλιΊ((ΐ(ο\' τής Μαντινείας κεφάλαιον. 



142 — 



ΙΙρα'ηη <ιΊΊΊοοη<ι ^ηγαη' τής Κ' και Λ' ίκατοντ(ΐΡ.τιιρί()()ς 



ό Μ(ίρπή(ίς τί|ν ί)κί(ίν (^Γιν((μιν τών αύίαον, ρπΐ 
τοοοϋτον ίτυ((;λ(ί){)η, ώοτε ίτ(')λ(ΐΐ|σε να ί"(.>ίοΐ| 
περί (ίουσικής σ()(( ίας πρίις αύτύν τον 'Απ()λ- 
λιονα, οτρ, ηττηθείς ετυχεν οϊκτροΰ τέλους εκί)α- 
ρείς το ?)ίρ[ΐ«. ΟΠτο) ίίε έξεπλτ)ροη)Ί| και ή 
κατιίρα της Αθηνάς '. 

'Γ(/.ΰτ<ί εΐλ'ίίΐ πάν») ' οπα γνο)ρίζθ[(εν περί της 
υποθέσεως τοΓι (Ίυστυ/ίΐκ απολεσθέντος αττικού 
δρά[ΐατος τοΰ (ίΐ(/.πλ(χσαντος τον [ΐΰΐ)ον. Ινα 
λοιπόν μαντεΰσ(ΐ)|ΐι•ν έκτενέστερον τας ^ΐ(ί(((')- 
ρους δκχ^οχικάς σκΐ)νάς τοΰ άττικοϋ τούτου 
δράμ(χτος, -ων ιιί(ίν εικονίζει το της Άκροπυ- 
/^εως σύμπλεγικ/. (ίνιίγκη να κατα(( υγίομεν εις 
τα εξ αϋτοΰ εμπνευσΟέντα (ΐνιμιεΐα. 

ΙΙρίότΐ) τών τοΰ (ΐύι)ου σκν)νών, ων εχ'Η'^ν 
απεικονίσεις, είναι ή έπι τών νομισικίτίην της 
Άπαμεί(ίς της παρά τάς Κελαινάς κειμένης 
ακριβώς κίίτωίΐεν τών πτ]γών" τοΰ καταρρά- 
κτου Μαρσύου. Έπι τών νοιιισμάτο)ν τούτων^, 
άνηκ()ντο)ν εις τους χρόνους τοΰ Κομ[ΐόί)ου, 
τοΰ Σ. Σεβήρου και Γορδιανοΰ Γ', ή Άϋηνά 

εικονίζεται άνευ δόρα- 
τος και))] μένη έπι βράχου 
παρά τα ΰδατα της Αύ- 
λοκρήνης, προς α στρε- 
((ομένη και έγκατοπτρι- 
ζομένη αύ?^εΐ τον διπλοΰν 
αύλόν, της εικόνος τοΰ 
προσώπου αυτής φαινό- 
μενης εν τοις ΰδασιν. 
"Ανω μακράν και όπισθεν της θεάς άνίσταται 
όπισθεν τών βράχων τών πιιγών αύτοΰ 6 Μαρ- 
σΰας, άκούων νϋν εν θαυμασμφ και όφ' ύψηλοΰ 
τους έζεγείραντας καΐ καταβέλξαντας αυτόν 
ήχους τών αυλών, προς έκφρασιν δε τοΰ θαυ- 
μασμού αχιτού όνατείνων τάς χείρας, ιδίως δε 
την δεξιάν (εΐκών 103). 




ΕΓχ 



' Τάς πηγάς ϊδρ παρά }ι."5ίοιι, ΜαΓί)^* : Κο5ο1ιογ'5 Μ)•Λ. 
Κοχ. Β(3. Π δ. 2240 κέξ. 

' ΧΥαάιϋπβίοη, Αϊ. Μίη. ρ. 11. — Ηο3(1-Σβορ<ί)νου, Ιστορία τών 
νομισμάτιον, τόμ. Β' σελ. 212. 

■' Κ65(ίη;, Μυ5. ΗοΰοΓνατ II, 336, 24, ρ1. XXV, 21.— Ιιη1ιοο£- 
ΒΙϋΐηηιβΓ : ΖοίΙ. £. Νυιη. XVI, 3. 288, 240 ί.; ΟηεοΗϊίοΗβ Μαηζβη 
δ. 206, Τϊί. XII, 5-6 ; ΚΙείηαδί&ΙϊϊοΗο Μϋηζεη Ι, δ. 213α, 23- 
24,τ3ί. VII, 11 κ<ά Ιδ. 



Σχεδόν (χπαραλ/.(χκτ(ΐ)ς (χνευρίσκομεν την 
αύτί|ν σκηνί|ν έπι τών ρθ)μαϊκών σαρκο<(άγο)ν', 
τών εΐκονιζουσών συντ•ηΐ(])ς όλ()κληρ(η' τόν 
άττικόν μϋΟον περί τοΰ Μαρσΰου και παρουσια- 
ζουσών, ώς μόνην κυρίαν δκίψοράν, πεπροσω- 
ποποιημένα καΐ τα ίίδατα τής πηγής ή τ()ΰ 
ποταμού, εν οίς έγκατοπτρίζεται ή 'Αί)ΐ|νά. 

Σπουδαιοτέραν καΐ εΰρυτέραν παραλλ(/γήν 
τής αυτής σκΐ]νής εικονίζει γραφί) αγγείου έκ 
Κ'ίχνύσης (εΐκ. 104) ". Έν τω κέλαρω ή Άί)ΐ|νά 




ΕΙκών Ι04. 

ΰ/.ως άοπλος κάί)ΐ)ται έπΙ λίθου διά τής αιγί- 
δος αυτής έπεστρο)[ΐένου, αΰλεΐ δε τόν διπλούν 
αύλόν έμβ/νέπουσα έν κατόπτρω, δπερ παρου- 
σιάζει αύττ) νεανίας γυ[ΐνός πρό αυτής ιστάμε- 
νος, πάντως δε προσο^ποποιών το ΰδο)ρ, έν ω 
έγκατο^πτρίσΟί) ή θεά. "Οπισθεν καΐ ύι|;ηλό- 
τερον τοΰ νεανίου τούτου ΐσταται ό σάτυρος 
Μαρσύας, μόνος αυτός αντιγράφεις υπό τοΰ 
κεραμογράφου έκ τοΰ συ[ΐπλέγματος τής Ακρο- 
πόλεως, καΐ δη τεθείς ένταΰΟα 0)ς ύψούιιενος 
έπι τών ονύχων αύτοΰ, ίνα ϊδη κάλλιον τΐιν 
αύλοΰσαν, καΐ ώς εκφράζων τόν ΰαυμασμόν 
αυτοΰ διά τής υψώσεως τής δεξιάς. "ΟπισΟεΛ' 
τής Άι)ΐ]νάς, ώς έπΙ τής κορυφής τοΰ παρα- 
κειμένου τή σκηνή όρους, εΐναι έξΊ]π?Λ)μένος 
ό Ζευς, δστις στρέφ(ον την κειριχλήν προς την 
Άΰηνάν άκροάται έπίστ|ς τής μουσικής. Κάτο) 
τού Διός βαδίζει προς τόν τόπον τής αύλήσεο)ς 
μαινάς τις θυρσοφόρος, ενώ ετι κατωτέρω καΐ 
παρά την Άθηνάν ετερός τις σάτυρος κατα- 
διώκει καΐ καθΐ]συχάζει κυνάριον έξερεθισθέν 



' }655θη Ι.ά. 2449 — ^ Κο6«Γ(, Οίε αηίίΐίεπ δατΙ^ορΠα^-ΓεΙίεΓί 
Βά. 111. Τϊί. Ι,Χνί κέξ. 

' |ί1ΐ3, Αηη. άε ΙπϊΙ. 1879 Τ^ν. 0.=Κείη3θ1ι, ΚβρβΓίοίΓβ άεκ 
ν£ΐ5β5 ρείηίδ. Τοηι. Ι, ρ. 342. 



143 



19 



Τα άνάγλνψα πλην των έπιτυμβίίον 



νπο των ήχοΛ' τ{7)\' αυλών και ύλακτοΰλ' τίμ- 
αύλοϋσαν ι*) εάν. 

Συμφώνως προς τα ιινη[ΐεΐα ταΰτα 6 Μαρ- 
συας εξέφρασε τον Οαυμασμόν αύτοϋ, καθ' ην 
στιγμήν ήκροάσατο ιιακρόθεν των ήχων τών 
αυλών, ούχΙ δε, ο)ς π(χντες σχεδόν οι άρχαιολ()- 
γοι παραδέχονται, καΟ' ην στιγμήν ερριψεν ή 
Ά9ηνά αυτούς κατά γης, δπερ και ύπ' οϋδενός 
τών αρχαίων συγγραφέων μαρτυρείται. Επό- 
μενους το υπό Πλινίου εν τφ τέλει της πολυ- 
συΛ'δέτου αύτοΟ ορράσεως μνη[ΐονευυμενοΛ' 
έργον τοϋ Μΰρωνος, τό είκονίζον Μαν5);αυι 
ίί/>ίαχ αίίιηη-αηίαη ί'ί Μΐηΐ'ννα»!, 1\\ πρ(χγ[ΐ(χτι 
άναφέρηται εις εν σύ[ΐπλεγμα, καΐ ούχΙ είς δύο 
άσχετα άλ?ι,ήλ(ον έργα τού αύτοΰ καλλι,τέχνου 
(ίεοίΐ: εί ΜίΐΓ8νίΐιη... βΐ λίΐηεί'νίΐιτι), εικονίζει τήν 
πρώτην ταυτην σκηνήν τοΰ δράματος, καί)' ι'ίν 
ό Μαρσυας {)αυ[ΐάζει τους αυλούς και συγχρό- 
νως τήν δι' αυτών αύλοϋσαν Ο εάν. Ούδεμίαν 
επομένως δύναται να έ'χη σχέσιν ό Μαρσύας τού 
Μύρωνος προς τήν μεταγενέστερα ν στιγ^ιήν 
της άπορρίψεοκ τών αυλών, εϊτε προς τήν ετι 
μεταγενεστέραν σκηνήν εις ην άνα(()έρετ(ίΐ ή 
περιγραφή τού Παυσανίου καΐ οί τύποι τών 
Ά{)Ίΐναϊκών νομισμάτ(ο\', ήτοι την σκηνήν της 
στιγμής τής υπό τού Σατύρου άνακαλύψεως 
και άλ-αλήψεως τών υπό τής Αθηνάς απορρι- 
φθέντων κ(χΙ κατακειμένων αύλώλ'. Έν ή δε 
περιπτώσει ό Μύρων έποίησε σύμπλεγμα Μαρ- 
σύου καΓ Αθηνάς (ίβοϊί Μ?ΐΓ8γίΐηι εΐ Μίηεί'ναιη ), 
ό Μαρσύας αυτού έθαύμαζε τους αυλούς, φυ- 
σικώς δε καΐ τιιν δι' (ίύτών αύλούσαν (ηοίτηϊ- 
πιηίειη ίίΐ:)!^^; εΐ λίϊηεΓναηι ). "Αν όμως ή 
ΆΟηΛ'ά τοΰ Μύροινος ήτα έτερον, άσχετον 
προς τόν Μαρσύαν, έργον τού αύτοΰ καλλιτέ- 
χνου, τότε ό Μαρσύας αύτοΰ έδαύμαζε τους αυ- 
λούς ούχι δτε εύρεν αυτούς κατακε ι μένους, άλλα 
καθ'ήν στιγμήν ένθείς αυτούς εις τό στόμα εΐ- 
δεν δτι ούτοι «{ΐδον θεία δυνάμει και άκοντος 
τού χρο)μένου '. Όπωσδήποτε κίχτ' άμφοτέρας 
τάς περιπτώσεις τό έργον ή τα έργα ταύτα τού 




Παλαίφατος 48=:Άποατόλιος 11, (!. 



Μύρωνος ουδαμώς δύνανται νά σχετισΰώσι 
προς τό ύπό τοϋ Παυσανίου περιγραφιόμενον 
και ύπό τών νομισμάτων είκονιζόμενον σύμ- 
π/.εγμα τής Άκροπόλε(ος, έν ω μήτε την 'Λι%]- 
νάν. μήτε τον Μάραναν βλέπομεν ηνληΰντας. 

Δευτέρα σκΐ)νή τού δράματος είναι εκείνη, 
καθ' ην τής Άίίηνάς άπορρΐΛ|»άσης τους αυλούς 
και αναχωρούσης έκ τοΰ τόπου τής αύλήσεως 
προσέρχεται ό [ΐακρόΟεν άκουσας τού θελκτι- 
κού αύλή}ΐατος Μαρσύας, αγνοώ ν δε τήν άπα- 
γόρευσιν και κατάραν τής Ά{)τ]λ'άς αναλαμβά- 
νει αυτούς έκ τοΰ εδάφους και άρχεται αυλών. 

Είς τήν σκηνήν τ(/.υτιιν αναφέρεται, φρονώ, 
πλην τιν(θν τών πολυαρίθμων τύπων τοΰ κατά 
μόνας αύλούντος καΐ θαυ(ΐ(ϊζοντος αυτούς 
Μαρσόου, ή παράστασις δακτυλιολίθου τινός 
(είκών 105) ', έφ' ου β/ι,έπομεν 
τόν Μαρσύαν ίστίίμενοΛ' όπι- /' 
σΟεν τής εντελώς άπ' αύτοϋ άπε- 
στραμ[ΐένης, (ος ήδΐ] άναχω- \ 
ρούσης, Αθηνάς κιχι αύ?ι,οϋντα 
πάντ(ΰς έλ' αγνοία τής άπαγο- 
ρευσεο)ς και κατάρας τής Αθη- 
νάς, ας αν έγνώριζε, βεβαίως ουδέποτε θα έτόλ(ΐα 
νά πράξη τοΰτο, περιφρονών ούτω θρασέως 
τά κελεύσ[ΐατα τής μεγάλης εκείνης θεάς και 
άψηφών τίιν φοβεράν κατάραν αυτής. 

Τρίτην, (ΐ[(έσως έπομένην, στιγμΐ)ν τοΰ ιιύ- 
θου αποτελεί, ή σκηνή, καθ' ην ή Άί)ηνά 
άκούσασα αϊφνΐ)ς τών ήχων τών αυλών αυτής 
και έννοήσασα οτι ανέλαβε τις αυτούς, στρέ- 
φεται έν οργή έκ τού πλησίον, ή σπεύδει [ΐα- 
κρόθεν, ίνα καταστήση αύτώ γνωστά τά απο- 
τελέσματα, ήτοι τόν οίκτρόν θάνατον δν μοι- 
ραίως θέλει ύποστή ώς άναλαβών τους ύπ'<χύ- 
τής κατηρα[(ένους αυλούς, δεινώς ούτω πτοούσα 
αυτόν. ούχΙ δε παΐουαα, ώς έχει τό πάντως 

■ ΤοΙίΕοη, ΕιΗ. ΥβΓζ. ΚΙ. III, ΑΒίΚ. 2, η" :!32. -νΥΙηοΙίοΙηΐΕπη. 
ϋβδΟΓίρί. II, 1139. — ΟβΓίΐϊΓίΙ, ϋΐ)εΓ ΜίηοΓνεηίάοΙο δ. 2-1 Ταί. IV, 
η" 9.=Ραυο1ίθΓ, ϋΐ)0Γ ά&δ ίΐίΐ. ΡϊΠιάίοη Ταί. η" 9. — Μα11βΓ-\νίε- 
56ΐβΓ, ΟβηΙίηιαΙοΓ η. ΚϋΠδΙ. Βά. ΙΓ'. Ύ&ί. XXII, η" ΐ';!9ο— ΥΥίε- 
5θ1εΓ, Αροΐΐο δίΓο^αηοΙϊ ε. α.=^Ι.βποΓηΐ£ΐηί, Νυπν. ^λΙΙ. ιηγίΗοΙ. 
ρ1. XVIII ρ. 107 η" 17. — δίερΗιηί : Οοηιρίβ Γβηάιι 1862 ρ. 91, 
2,92. — ΡϋΓίλναη^ΙεΓ ΒετοΗτ. <3εΓ §ε5θ1ιη. δίείηο ίη .Λη(ϊ<]ΐΐΛπιιιη 
Ν" 685(> (Τ3(. δΟ). 



144 



ΙΙ^ώτη (ΐΐΐίονοα Ρργων της Κ' κ<ιι Λ' ίκατονται^ττηιιΙΛοζ 



ί•((ιί)(ίπ|ΐι••ν()ν /(ορίον τοΟ ΙΙίχυπανίου, το οΓκνχ- 
μώς ήιινάμι-,νον να σ(ΐ[ΐ(( (ονΓ|πΐ| κίτε πηος τύ.ς 
έπΙ τών [(νιΐ[ΐρίϋ)ν π(/.ρ(ίατ(ίαι-ις τοΰ αυ|υτλίγ- 
(ΐατος τής Άκς)()πό?.εως, εϋτε προς τί|ν ψιγ.ο- 
?α)γί(χν τοΓι |ΐύί)οΐ). 'Λ^^ιΟώς ό Μαρσύας έν 
«)ΊΌία της οίπαγορεΐ)σεο)ς της 'ΛΙίιινάς (ΐνίχ- 
λ(ί|](ον τοίις αύ^ίούς υύ?)()?ιως Γ|αεΡ)ΐ|ΠΓ ντρος 
τί|ν ΐΐεάν, \να ^αρ[ΐ παρ' αύτης, (ϋλλά [ΐάλλον 
άξιος τοΰ οΓκτου αυτής έγενετο, (ος μελ?.θ)ν νϋν 
μοιραίϋ)ς να ΰποστί] οίκτρον ίΐίίνατον κατ' άκο- 
λουΟίίίν τΓ|ς ίν ατιγμί) οργής τεθείσης κατά- 
ρας αυτής. Λιά τοϋτο δε και εΙς τάς έπΙ τών 
ρωμαϊκ(7)ν σ(ίρκο(ρ(ίγ(ι)ν λοιπάς σκηνάς τοΰ 
αύτοϋ [αιίΐου |}λέπο[)ε\' την 'Λί]ΐ|νάν ον\ΐΆ<.ι.- 
ΰώς προς τον σάτυρον δΐ(ίκεΐ(ΐένΐ]ν '. ΙΙρο- 
(^(χίνο) [Κίλιστα κ(ίί πι-ραιτέρω, ύποστηρίζον οτι 
οΐΓ/Ι [ΐόνον \\ λέξις παίονπα. όρΰώς ύπο τών 
1ΙΪΓΛθΗί(>Μ και ΗΪΓζβΙ ί)ΐ(«ρ9ώ0η εις πτοούσα, 
άλλ' οτι και ή γραμ(ΐατικώς (Ινίομαλος συνέ- 
χεκχ τής φράσεως τοΰ Ιίαυσανίου οτι όη τους 
αυλούς άνέλοιτο, έρρΐφϋαι οψάς τής ϋ^εοϋ βου- 
λο/ιένης» — έν ή, ώς ορθώς ήδΐ] παρετηρήίΗ] 
υπό τινίον "-', το οτι-άνΐ'λοιτο « έτέθΐ] παρά τοΛ' 
περί ευκτικής κανόνα, καΟ' δσον έν τή κυρία 
προτάσει δεν κείται παρίοχη μένος χρόνος* — 
δέον να διορϋιυίΐΓ) εις ('ίτε όή τους αυλούς 
άνείλετο» κ.τ.λ. 

Φυσικώς ό δυστυχής Μ(χρσύας μόλις άκου- 
σας παρά τής Άί^ιινάς τον οίκτρον θάνατον, 
δστις αναμένει αύτον ένεκα τής άνα?ιήι|)εως 
τών κατιιραμένίον αυλών, απορρίπτει αυτούς 
μετά φρίκης, άνατινασσό μένος προς τά οπίσω 
μεθ" όρ[ΐής, εκπλήξεως και τρόμου. 

Εις την δραματικωτάτ^ινκαι κυριωτάτην τρί- 
τ)|ν τ(ίΰτ)|ν σκηνήν τοΰ μύθου αναφέρονται, κατ' 
έμέ, τά εξής [ΐνιμιεΐα, άτινα πάντ(ί έσφαλμένίος, 
φρονώ, έσχέτισαν πάντες οι αρχαιολόγοι, παρα- 
δεχόμενοι ή μη την θεωρίαν τοΰ Βηιπη, προς 
την πολλώ προγενεστέραν σκιινήν έκείνην τοΰ 
δράματος, καθ' ην ή ΆΌιινά άπέρρια[>εΛ' έν οργή 
τους άσχ)) μίσαντας το πρόσωπον αυτής αυλούς. 




ΕΙχών ιο6. 



Πρώτον μεν άγγειογρα(( ία τις (είκοη' ΙΟΟ)", 
έν \\ [{λέπομεν την 'ΛίΙηνάν στηε((ομένην 
αϊφινΐ)ς καΐ πτοοϋοαν 
τον Μίχρσύαν, έ'ντρο- 
[ΐον Γ|δη κ(ίΙ (χπορρί- 
ι|ΐ(χντα τ(η)ς αυλούς, 
παραινοΰσίίν δ ' αυτόν 
δι' επιτακτικής κΐλ'ή- 
σεως της χειρός να 
καταλίπΐ) κατά γής 
τους κατΐ|ρα[ΐένους 
αυλούς, οϋς δεικνύει 
νΰν ό δίίκτυλος αυτής. 

δεύτερον δε το υπό 
τοΰ Ιίαυσανίου περι- 
γραφόμενο ν έπι τής Άκροπό/^εως σύμπλεγμα 
και τά αντίγραφα αύτοΰ έπι τών Αθηναϊκών 
νομισμάτων (είκ.ϋ6-9 7), έπι τής αττικής έκ Βάρης 
κεραιιογρα((ιίας (είκ. 100) και έπι τοΰ μαριια- 
ρίνο\) ημών κρατήρος, επόμενους και τά συν(/φή 
έν τω Λατερανώ (είκ. 101), έν τώ Βρεττανικω 
Μουσείο) (είκ. 102) και έν τή συ?^ιογή Βίΐ- 
1Η00Ο άγάλ[ΐατα τοΰ Μαρσύου, ου το μεν πρό- 
σωπον εκφράζει ούχΙ < ΰαυμασμόν τών αυλών 
καΐ έπιΟυμίαν προς πρόσκτιισιν αυτών -, αλλά 
τρόμον, πτόησιν καΐ κατάπληξιν συγχρόνως: 
« 8ΐίΐιιηεη ζυ^ΙεϊοΗ ιιικί Ρ'υΓοΗΐ » ώς όρϋώς 
εγρα\|)εν ύ ΚιΐΓίννϋπί^Ιβη Μόλις δη/^αδή άκουσας 
παρά τής πτοούσης αυτόν ΆθΊ]νάς όποιον 
οίκτρον τέλος αναμένει νΰν μοιραίως αυτόν, 
άνα^.αβύντα τους κατηρα[ΐένους αυλούς, απορ- 
ρίπτει αυτούς φρίσσων και έντρομος, ο)ς δη- 
λητηριώδεις δε τινας δράκοντας βλέπων αυ- 
τούς ανατινάσσεται ζωηρώς προς τά όπίσο), 
υψούμενος ένεκα τής άνατινάξεως ταύτιις έπΙ 
τών άκρων τών ποδών αύτοΰ καΐ ούχΙ όρχού- 
μενος, ώς παραδόξως ύπέλαβον πολλοί τών 
αρχαιολόγων. Τών δ' αίφνης και έν τρόμφ 
άπορριψασών τους αυλούς χειρών τοΰ Μαρσύου 
φ^υσικώτατα ή μεν δεξιά ύψοΰται υπέρ την 
κεφαλήν ή έν άπε/νπισμώ τείνει νά δράξηται 



' €. ΕοΙιεΓί ε. ά. 5. 243. 

' ΗίΙζί^υΐυεηιηΡΓ, Ραϋδϊηίαε ΟΓαεοϊαε (ΙεδΟΓίρΙίο, Β(1.Ι,δ.264. 



' Κ. Ι^εηοΓΠΐϊηΙ εΐ άε \νί4£ε, ΕΐίΙε αέΓ3ΐηο§Γ3ρ1ιίςιιε νοί. Ι, ρ. 
239-240 ρ1. 73. 



145 



Τα ανάγλυφα πλην των επιτύμβιων 



της κόμης αύτοΰ, ή δ' αριστερά φέρεται βιαίως 
προς τα οπίσω. 

Ώς προς δε την Άθηνάν των αντιγράφων 
τοΰ συμπλέγματος τούτου παρατηροϋμεν δτι 
επί τίνων των νομισμάτων (είκ. ϋό-ίΙΟ) και έπι 
μιας τών άγγειογραφαών (ε'ικ. 106) αυτί) στρέ- 
φουσα την κεφαλήν αίφνης πτορΐ αυτόν δει- 
κνύουσα δια της ετέρας τών προς τά κάτο) 
έστραμμένων χειρών τους (ίύλούς, ους ρίπτει 
ή ερριψεν ήδη έντρομος και άνατινασσόμενος 
ό σάτυρος. ΈπΙ δε τών λοιπών νομισμάτων, 
και δη τοΰ αρχαιοτάτου καΐ νεωτάτου τών 
κομματίθ)ν, ή ΆΟηνά εΐναι ήδΐ) εντελώς προς 
τον Μαρσύαν έστραμμένη, τά αυτά ποιοϋσίί. 
"Οτι δ' οΰτως εντελώς έστραμμένη προς τον 
Μαρσύαν θά άπεικονίζετο ή θεά τοΰ συιι- 
πλέγματος της Ακροπόλεως, δεικνύει και ή 
πολλω αρχαιότερα καΐ πληρεστέρα και προς το 
πρωτότυπον πλησιεστέρα εϊκ(Όν τοΰ εκ Βάρης 
αγγείου. Έπι ταύτης δέ ούχι ή Άΰηνά — ώς 
πάντες ύπολαμβιίνουσιν ^ — άλλ' ό Μαρσύας 
εϊναι ό άπορρίπτο)ν, και δή μετά φρίκης και 
εκπλήξεως, τους αυλούς. Ή δε Αθηνά δει- 
κνύουσα διά της χειρός τους αυλούς, ώς έπΙ τής 
προηγουμένης κεραμογραφίας (είκ. 106), πτοεί 
καΐ παραΐΛ'εΐ συγχρόνως τόν Μαρσύαν. Ή έπι 
ένί(ΰν τών νο[ΐισ}ΐάτ(ον καΐ έπι τής ρηθείσης 
πρώτης κερα[ΐογραφιίας αίφνιδία στροφή τής 
κε(ραλής τής Αθηνάς φαίνεται ανήκουσα ούχι 
εις τόν ποιητήν τοΰ συμπλέγματος τής Ακρο- 
πόλεως, άλλ' εις τόν χαράκτην τών νομισμάτων 
εκείνων και τόν κεραμογράφον, έπιθυ^ιοΰντας 
νά καταστήσωσι σαφέστερον τό αίφνίδιον τής 
επεμβάσεως τής Άΰηνάς. Τέλος ή έπι τοΰ 
μαρμαρίνου κρατήρος δλως διάφορος καΐ σπεύ- 
δουσα πρό τοΰ Μαρσύου Αθηνά έλή(ρί)η προ- 



' Έξαίρεσιν αποτελεί μόνος ό ΚιΊιιιΙε έν τΓ| β(Ί(ίχεία ση- 
μειώσει τοΰ Βυΐΐοΐίηο άοΙΓ ΙιΐϊΙ. 1872 σελ. 282 όρΟώς γράψας 
οτι: ΟΓ& ί1 ν&5ο ρυΐϊΐίοίΐΐο άαΐ οΗ. ΗΪΓδοΗίοΙίΙ ηιί γοπιΙο οογΙο οΚβ 
ίη ΙϋΙίΐ ί ηιοηπιηοηίί Γοΐαΐΐνί ΐΐ ηιοπίθηΐο ΓϊΐρρΓε5θηΙίΐ[ο ηοη ο 
φΐοΐΐο, ίη ουί ΜαΓδία ηεΐ ρΓΪηιο νίίΐβ ί ίίαυίί β πβΐ νοΙοτΗ ρτεπ- 
<1βΓ6 νίοηε βρανοηίαίο <1α11^ ιΐε»; ηι» αηζί ιΐονο ίπΙβηΰοΓβί οο5ί 
οΗε ΜαΓδία ςία ετίδί ίιηρ&άΓοηίΙο άβ'ίΐΕΐιίί ο δυοηβνϊ, ηυ^πάο 
Ια ιΐ83. αρραΓΪδοκ ε §1ί ί& ζϋάΐΐα ί ίίαυίί ά&ΙΙα ιηιηο. Ε^Η (Ιϊΐΐ' 
ίιηρΓονίβΙι 5θο55α δΐυρείίΐΐΐο ηιηΙ)α1ζα. 



φανώς έ| άλλου τινός σχετικού προς τόν αυτόν 
μΰθον μνημείου. Οτι δέ τοΰτο ήτο 'ίσο)ς άνά- 
γλυφόν τι περίφιΐ(ΐον, εις όλόκληρον τόν μΰίΐον 
τοΰ Μαρσύου άναφερό[ΐενον, υποδεικνύει ή 
πρό τίνος ύπ' έμοΰ τό πρώτον παρατηρηθεΐσα 
παρουσία Αθηνάς πανομοίας τή τοΰ κρατήρος 
έπΙ μνη[ΐείου συ|.ιπ?ιηροΰντος τήν εις τόν μΰΟον 
τοΰ Μαρσύου άναφερομένην πλάκα τών περί- 
φημων έκ Μαντινείας ανάγλυφων. Ή Αθηνά 
αυτή σπεύδει νά παραστή εις τήν τελευταίαν 
σκηνήν τοΰ μύθου, τήν έριδα τοΰ Μαρσύου 
προς τόν Άπόλλίονα '. Έκ τοιούτου τινός [ΐνη- 
ιιείου ληίρθεΐσ(/. και ή Άθιινά τοΰ ρωμαϊκών 
χρόνίον κρατήρος ή[ΐών έχρτισιμοποιήθΐ) εις τήν 
έπ' αύτοΰ εΊκονιζθ[ΐένην πο?ιλω προγενεστέραν 
σκηνήν τής ύπ' αυτής καταπτοήσείος τοΰ Μαρ- 
σύου. Οτι δέ ό ποιητής τοΰ κρατήρος δεν 
αντέγραψε πάντα τά πρόσο)πα τοΰ ιιύθου τοΰ 
έπι τής Ακροπόλεως συμπλέγματος, σαφέστατα 
δ)]λοΰται υπό τής προσθήκης και τρίτου προ- 
σώπου, ήτοι τοΰ ατελούς δλως άφεθέντος-'. 

Αί, κατόπιν σκηναί τοΰ αύτοΰ μύθου τοΰ 
Μαρσύου αναφέρονται εις τό δεύτερον [ΐέρος 
τοΰ δρά[ΐ(ίτος. Ό δυστυχής σάτυρος ωθούμε- 
νος υπό τής δυνάμείος τών Μοιρών (ας βλέπομεν 
παρούσας καΐ έπι τής συμπληρώσεως τώ\' άνα- 
γ/ιύφων τής Μαντινείας) (ίναλαιιβάνει και πά- 
λιν τους αυλούς, ερίζει προς τόν Απόλλωνα καΐ 
άποθ\'ήσκει οίκτρώς, έκπληρίοΟείσης ούτω τής 
κατάρας τής Άίΐηνάς. Περί τούτων π(ίντ(ον 
Ί'δε κατωτέρω τό περί τώ\' (Γ,-αγλύιρίον τής 
Μαντινείας κεφάλαιον. 

Συμπεραίνο)ν λέγίο δτι ορθώς μεν έσχετί- 
σθησαν υπό τών αρχαιολόγων τά τοΰ Μαρσύου 



' "Ιδε 1. 5;βορ(όνου, Τά πραξιτέλεια ιΐν(ίγλυφα τώχ' ΜουσΛν; 
Διεθν. Έιρημ. της Νομισμ. "Αρχαιολ. τόμ. Ε' σελ. 11)9 κέξ. 
Πίν. XII και XIV. — "Ιδε και τό κατυηέρω ένταϋϋα κεφά?αιιον 
περϊ τών ανάγλυφων τής Μαντινείας. 

^ "Ισα)ς ό καλλιτέχνης προυτίθετο νά είκολίσΐ) τήν έ.τΊ θρό- 
νου καΟιιμένην 'Ρέαν, πρό της όποιας βλέπομεν — έπ'ι τών 
άρχαιοτιίτων τών εις τόν Μαρσύαν άναφερομένο)ν σαρκοφά- 
γων ('ίδε ΚιΛετί έ. ά.) — τήν "ΛΟηνάν (ΐϋλοϋσαν κα! δή υπέρ 
τήν κρήνην έ'νθα έ'ρριψε τους αίιλοΰς, ους αμέσως εΰρεν ό 
Μαρσΰας και ήρξατο αυλών, προκαλέσας οίίτο) τήν αίφνίδιον 
έπιστροφήν και έπέμβασιν τής Αθηνάς. 



146 — 



11(>ι!ηιι αϊιΊουοα ί-ργαιι• τΓ/ι; Κ' κιιϊ Γ ι'κ(ΐιι>ΐΊ.(α:ί7/οί()ι>ς 



ά•^άλμ(ΐ.τ(ΐ. τοΓι Λ(/.τ!•ο(χν()Γι, τών Π(ίτς)ή)νκαΙ της 
σιι?^λ()γΓ|ς ϋ;ΐΓ;κ:ΐ( > προς το πΓΐ(ΐπλκγ|ΐ« τΓις'Ακρο- 
πόλΐχος κ(χι τά τοΰτο πιστώς ί'ι !-•λι-•ιιί)κ(_)θ)ς (ϋντι- 
γράΓροΛ'τί/. μνΐ](ΐεΐα Γ|τοι τα(/.ί))|ν(ίϊκ(ί νομίαηίίτα, 
τί|ν (/.ττικί|ν (/.γγΓΚ)γρ(Χ((Η'(ίν κ(α τον (ΗΙηναϊκον 
μαρ[ΐ(χρινον κρατήρα, ίσίραλμίνος ομίος έταυτί- 
σ{)ιι προς το αύτύ ην\ιπλΐ.γ\ΐ(ί της Ακροπόλεως 
το ύπο τοΠ Πλινίου (χ\'α((ΐ'ρ(')μι•νοΛ' κργον τοϋ 
ΜΓιρίονος, δπερ π(χντ(ος (χνα(( ερετίχι εις πολλώ 
προγενέατρραν σκηΛ'ήν τοϋ αύτοΠ μυϋου. Οίίτο) 
και ί•\' ιΊ περιπτίόσει το σΰ(ΐπλεγ[ΐα της Άκρο- 
πό?^εως ήτο έπίστ)ς έργον τοϋ Μήροηνος -δπερ 
(χπίθ(ΐνον καθιστά το γεγονός δτι ό Παυσα- 
νίας δεν μνημονεύει τοΰ όνιηκχτος τοΓι Μύρο)- 
νος προκείμενου περί τοΰ έργου τούτου, ενώ 
προ [ΐικροτ3 έμνήσϋη αύτοΰ προκεΐ[ΐένου περί 
άλλου έργου — , τότε αναγκαίως πρόκειται περί 
έτερου έργου τοϋ αύτοΰ καλλιτέχνου. Φυσικο)τε- 
ρον όμως είναι, νομίζο), να ύπ()?αχβω[ΐεν εκ τών 
προτερο)ν ότι ό από τοΰ Ε' αιώνος τόσον διά- 
σημος κιχταστάς αττικός μϋϋος περί Αθηνάς 
καΐ Μαρσύου ενέπνευσε και άλλους πλίρ- τοΰ 
Μύρ(ΐ)νος περιφή[ΐους καλλιτέχνας της αρχαιό- 
τητος, ών εις ί)ά είναι κιχΐ ό ποιήσας το έπΙ 
της Ακροπόλεως σύιιπλεγ^ια. 

Μέχρι τοΰδε άπέφυγον, σκοπίμοος και επι- 
μελώς, να όμιλήσο) περί της παρά πάντοιν 
ώς αναμφισβήτητου αναγνωριζομένης νΰν τε- 
χνοτροπίας τοΰ Μαρσύου τοΰ Λατερανοϋ και 
τών λοιπών αντιγράφων. "Επραξα δε τοΰτο, 
διότι ή γνώ[ΐη αυτί) επήλθε το πρώτον εις την 
διάΛΌίαν τοΰ προ)του ύποστηρίξαντος αυτήν 
Βηιηη τότε μόνον, ότε ούτος έπι τών προηγου- 
μένως εκτεθέντων [ΐυθολογικών λόγων εσφαλ- 
μένως βασισθείς προϋπέλαβεν ώς βέβαιον ότι 
το έπΙ της Ακροπόλεως σύ|.ιπλεγμα άνωνύ((ου 
καλλιτέχνου εΐναι αυτό τοΰτο το υπό τοΰ Πλι- 
νίου άναφερόμενον έργον τοΰ Μύρωνος. 

Νΰν δμως, δτε ή λεπτομερής έξέτασις καΐ 
«νάλυσις τών πηγών έδειξεν ή[ΐΧν δτι ή προϋ- 
πόθεσις αΰτη εΐναι εσφαλμένη καΐ δτι πρόκει- 
ται περί δύο διαφόρων έ'ργων ε'ις δύο χρονικώς 
διαφόρους στιγμάς τοΰ μύθου αναφερομένων, 



καθήκον έ'χομεν, νομίζο), — δσον [ΐέγα καΐ άν 
εΐναι έν τή επιστήμη το όνομα και το κύρος 
τοΰ 131111111 και τών όπιχδών αύτοΰ να έξετά- 
σω(ΐεν αυτά κα{)' έαυτά και τά τεχνοτροπικά 
χαρακτηριστικά έκεΐν(χ τών άντιγρά((;θ)ν τοΰ 
Μαρσύου της Ακροπόλεως τά δηλούντα, κατά 
τους ρηθένταςσοφούς, τίιν χεΧρα τοΰ Μύρο)νος. 

Ευτυχώς προς άπόκρουσιν τής κατ' έμέ επί- 
σης εντελώς έσ(['αλ(ΐέντ]ς γνώ|ΐης ταύτης δεν 
εΐναι άνάγκτ) νά τολμήσο) νά προβά/.ω ϊδια 
έπιχειρήμίχτα και παρατηρήσεις, ών πάντως 
μικρόν ήθελεΛ' εΐναι το κΰρος. 

Άρκεΐ, φιρονώ, νά παραθέσω τάς έπΙ τοΰ 
αύτοΰ θέιιατος παρατηρήσεις δτκ) τών δο- 
κιμοτέρων άρχαιο/.όγων, τοΰ Γερμανού ΚιιγΙ- 
\νΕΐη5>1(ίΓ καΐ τοΰ "Αγγλου ΜυτΓίΐγ. Αί παρατί]- 
ρήσεις δ' αύται εχουσι τοσούτο μείζονα σηικ/- 
σίαν έν τω έπασχολοΰντι ημάς ζητή[ΐατι, καθ' 
δσον ά[ΐ(ρότεροι οί σοφοί ούτοι παραδέχονται 
πλιιρέστίχτα ώς όρθήν τήν γΛ'θ)μην τοϋ ΒΓυηη, 
δτι ύ Μί/ρούας τοΰ Αιχτερανοϋ (χντιγράφει τό 
έ'ργον τοϋ Μύρωνος. 

Ό ΜιΐΓπίΛ- δΐ]λαδή, δημοσιεύων έν τή 0&- 
Ζ6ίΐ6 Η^^ι^6ο1οί4■^^]ι16 τό άρχαιότατον καΐ άρι- 
στον τών σ(ΐ)Οέντο)ν όντιγράφον τοϋ Μαρ- 
σύου τής Άκροπ()λεως, ήτοι τό εκ Πατρών 
χαλκοΰν άγ(χλ[ΐα, εξετάζει λεπτομερέστατα τάς 
ιιαρτυρί(ίς τών αρχαίων περί τών χαρ«>'-τήρων 
τής τέχνης τοΰ Μύρωνος έν σχέσει πρύς τή\' 
γνο)ΐιην τοϋ Βηιηη και έν σχέσει προς τό εκ 
Πατρών άντίγραηον. Καίπερ δε παραδεχόμε- 
νος ώς πιθανώτατον δτι ή στάσις τοΰ Μαρσύου 
τών ΠατρώΛ' εΐναι ή στιχσις τοΰ θαυμάζοντας 
Μαρσύου τοΰ Μύρωνος, ομολογεί δ'δμως δτι, 
καθ'δσον άφορα εις τήν τεχνοτροπίαν, δεν δύνα- 
ται ν' άνακα?ιύψτι έν τω Μαρσύα τών Πατρών 
ηύδ' ίχνος τών εκ τών αρχαίων κει ιιένο)ν και εκ 
τών μνημείων γνωστών χαρακτηριστικών τής 
τεχνοτροπίας τοΰ Μύρωνος. Φρονεί μάλιστα δτι 
ό Μαρσύας τών Πατρών αναφέρεται εις πρω- 
τότυπον μόλις τοΰ Δ' αιώνος π. Χ. και ουχί 
τοΰ Ε', είς δν ανήκει ό Μύρων. Εη οβ ηυΐ 
Γ6§^£ΐΓά6 8ρέοίΕΐ1θΐηβηΐ, λέγει μεταξύ άλλων, 1β 



147 — 



7α ανάγλυψα πλην των επιτύμβιων 



1)Γθηζ6 άβ ΡαΐΓίΐδ, ηοηπ ηε θβνΓίοπδ ρΐυδ ΗέδϊΐβΓ 
3. )• νοίΓ απο οορϊε άε Γοειητβ άε Μυγοπ 81 
ηου8 ρϋΓνεηίοηδ 3. γ τεοοηπίΐίίΓε άεδ ΐΓίΐοεδ (Ιιι 
δίγΐε (1ε οεΐ ΗΓΐίδΐε, οοηιιτιε οη 3. ίΐίήηηέ ςιι'εΐΐεδ 
έΐ3.ίεηί ίηοοηΐεδΙ?ι1)1εδ άαηδ 1& δίαΐυε άιι Ι^ίΐίΓΕίη. 
ΛΙαΐ5 ]ί }ΐ€ 'υοίχ βαί; άβ ίκαα'3 (ίε α• ί^αινε, ει 
1)1611 ΐ|η'ί1 \• αϊΐ ίΐε !^;τ;ιηόεδ ρΓθ1)ίΐ1)ίΗΐ;εδ ιμιε 1ε 
ηιοΐίί ίΐναϊΐ είε ΐηνεηΐέ ρ3Γ ΜγΓοη, ηοΐνε ύνοΐΐζβ 
ηβ $ αεαη-άο ανεε απείΜβ άεί ϊηεΙίεαΙϊοη$ {οιιτ- 
ηίε$ ρατ Ιεε έε^-ίναϊηε 3Μν Ιε ίΙ)<ίε άιι χεαίρ- 
ίεην. Ι^εδ εορϊεδ άε δοη Οίδοοίιοίε ηοιίδ ρΓέ- 
ραΓεηΙ 1)ίεη ίΐ 3ΐ1;εη€ΐΓε άε §"ΐ•3ΐκ1δ εΙΐΛΠί^ειτιβηΙδ 
ϊηΐΓοάιυΙδ });ΐΓ Ιεδ 3Γΐ:Ϊ8(:εδ ροδίέΓΪβιπ'δ άπηδ Ιεδ 
ϊηιίίΛΐίοπδ άε δεδ δΐ3ΐιιεδ, ιηαίχ ηοη ρα3 ιαι ε^εί 
(ί'ειιεενιόίε αιι^ίί Ηίβ'έτεΐίί ψιε εείαί €[Μί τέ^ηίίε 
ίίΰ Ι'α.$ρεεί άιι όνοηζε άε Ραίι-αί. Κΐ ]β ρεπδε 
ηυ'ίΐ δεΓίΐϊΐ: εχηεΐ άε Γ姕ίΐΓάεΓ οεΐυϊ-εί εοηιηιε 
υη ουντίΐι^ο άα (|ΐΐ3ΐ:π6ηιε δϊεοίε ανίΐηΐ ).€".; ίιηϊΐέ 
άίΐηδ δοη 3ΐ1;ίΐιιάε άυ δαΐγΓε άε ΜγΓοη, ιπαΐδ 
ά^πδ ίοηΐ 1ε πεδίε θΓΪ_^ίη<ι1. 

"Ετι, χοχρακτηριπτικώτεραι ριναι αϊ π(χρατη- 
ρήσεις το Γ» Κιπ•1\ν;Ιπι;1εΓ εν τω περί τής τέχνης 
τοΰ Μύρωνος κεφαλαίο) των < ΜείδίεηνεΓίίε » 
αύτοϋ. Ώς εΐ'πομεν, ύ ΡπΓΐ;νν£ΐη§;1εΓ παραδέχε- 
ται κατ' άρχί|ν ώς εντελώς βέβαιον δτι ό Μαρ- 
σύας τοΐ3 Λατερανοΰ εΐναι έργον τοΰ Μύρωνος. 
Έξετάζο)ν δ[ΐως τεχνοτροπικώς το σώ[ΐα αύτοϋ 
εν σχέσει προς τύ τοΰ Δισκοβόλου, ήτοι τοΰ 
μόνου έργου τοΰ Μύρωνος, ου έ'χομεν αντί- 
γραφα, αναφωνεί μετά θαυμασμού : « Όπόσον 
εντελώς διάφοροι είναι πάσαι αί λεπτομέρειαι... 
Ή αντίθεσις διήκει δι' δλου τοΰ σώματος και 
δύναται να δειχΟΓ) εν τοΐς καθ' έκαστα από 
κεφαλής μέχρι ποδών». (* ΐνΐε νοΙΙί^ νετ8ΰΙιίε- 
άεη 13 1 Ιηεν αΙίε$ είηζεΐηε ! . . . ιίεκ Οερ-βηχαίζ 
^ε/ιί άανεΐι άίε ^α^ιζεη Ρίζΐιτεη αιιά Ια$3( εϊεΐι 
ΐηΐ είηζεΐηειι νοη Κορ{ ίήί Ζ7ΐ Ρηεχ ηαείΐΐνεί- 
ίειι*). Άλλ' άντι ό σοφός ούτος να συιιπεράνη 
δτι Δισκοβόλος και Μαρσύας, οί τηλικαύτας 
άπ' αλλήλων τεχνοτροπικάς διαφοράς καΐ αντι- 
θέσεις παρουσιάζοντες, εΐναι έργα δύο διαφό- 
ρων καλλιτεχνών — ώς πάντως θα έ'πραττεΛ', 
αν δεν έτέλει υπό τύ κράτος τής εσφαλμένης 



θεωρίας τοΰ Βτυηη — άγεται μοιραίως εις τα 
χαρακτηριστικά συμπεράσματα δτι « πρέπει 
»άναιιφιβόλως παρά Μύροη'ΐ να προσδοκώ[ΐεν 
»τήν μεγίστ)ΐν ποικιλίαν. .. Ούτω διδάσκει ημάς 
»ή σύγκρισις τοΰ Δισκοβόλου καΐ τοΰ Μαρ- 
»σύου οποίαν ποικιλίαν τών μορφών διέθετεν 
»ό ΜύρωΛ', όπόσον άρα διέφερον τα έ'ργα 
» αύτοϋ εν τοΐς καθ' έκαστα, κατά τόν εκάστοτε 

; χαρακτήρα τοΰ εικονιζόμενου προσώπου 

»Ό Μαρσύας πλην τούτου διαφέρει ημάς 
^>είδικώς, διότι δεικνύει πώς ό Μύρων εν τώ 
»σχηματισμφ τής τριχοίσεως βεβαίως δεν έμεινε 
» στάσιμος έπι μιας καΐ τής αυτής βαι)[ΐίδος• 
»ή τρίχωσις παρά τώ Μαρσύα εΐναι πολλώ 
»έλευΟεριώτερον και εύρευστότερον διερρυθμι- 
»μένη και (κυρίως ή τής ήβης) πλαστικώτερον 
»έσχη ματ ισ μένη ή παρά τω Δισκοβόλο). Ό 
» Μαρσύας βεβαίίος πρέπει νά χρονολυγηθή 
»μετά τούτον. Οΰτο) και κατά την χρονολογι- 
»κήν σειράν τής γενέσεως Οά εΐχον τά έργα 
>Μύρωνος πολύ διάφορον δι|ην . Και περαι- 
τέρω δε λέγει: < Ή (ίίρχαία εκείνη κρίσις περί 
»τής έλλείν|»εως τής ψυχικής εκφράσεως παρά 
»τώ Μύρωνι άρ^ιόζει, ώς και ή περί τοΰ 
» αρχαϊκού τής τριχώσεως, εις τόν Δισκοβόλον 
» μόνον καΐ ονχΐ εις τ(»• Μίΐραΰαν. ΜανΒάνοιιελ' 
ΐδ' εκ τούτου όπόσον ϋά έοί^άλλομεν, αν άφιή- 
»νομεν νά περιορίση ή κρίσις έκείνΐ] μονομε- 
»ρώς τήν περί Μύρωνος ήμετέραν ίδέαν». 

Ταύτα ό ΚιΐΓΐ\\'ϋη^1εΓ. Άλλ' ήμεΐς Λ'ϋν οί 
Ίδόντες δτι εΐναι εσφαλμένη (ΐυθολογικώς ή 
προϋπόθεσις δτι ό Μαρσύας τοΰ Μύριονος 
είναι υ αυτός προς τόν Μαρσύαν τής Ακρο- 
πόλεως, δεν είμεθα ήναγκασ[ΐένοι, ώς ό Κιπ-Ι- 
\ν3,ηο-1εΓ, νά έρμηνεύσο)μεν διά τής τολμΐ]ράς 
ταύτΐ)ς μεθόδου — δι' ής δύναται νά ύπο- 
στ7]ριχι)ή δτι και τά εκ διαμέτρου αντίθετα τε- 
χνοτροπικώς έργα εΐναι τοΰ αύτοϋ τεχνίτου — 
τήν άσυ[ΐφωνίαν καΐ αντίθεσιν τής τεχνοτρο- 
πίας τών αντιγράφων τοΰ Μαρσύου προς τήν 
τεχνοτροπία ν τοΰ Δισκοβόλου καΐ τάς μαρτυ- 
ρίας τών αρχαίων περί τών χαρακτηριστικών τής 
τεχνοτροπίας τοΰ Μύρωνος. Αί «από κεφαλής 



148 



Ιίηοηη αΐΐϊοηηιι Ρηγοιν της Κ' κηΐ Λ' ίκητονκι^τη^ιΊ^ος 



(ΐρ/Λ" -"Γοδί^Η' ίΐιι'ικίΗ'σίίΐ τρ/,νοτροπικαι {)ι«((()- 
ρ(χΙ και άντιΟίσεις (ίύται ?^'»γ()ν εχοιισιν άπ^αχΊ- 
ατατα δτι ()ΐ')?)(-•(ΐία π/ίοις ίι;ιΓ|ς)ξρ ποτι- ιη•τ(χξί) 
τοΰ Μ(ίρσΓιυυ τοϋ Μύςχονος και τοϋ Μαρσυου 
της Άκροπ(')λι-ο)ς. Συμπεραίνομεν έπομένο)ς δτι 
δέον να (^ΐ(/.γη(ί(| Γ| άπυ της ιστορίας της τέχνης 
το κε((άλαιον περί των χαρακτηριστικών της 
τέχνης τοΰ Μν'ιροτνος, έφ'δσον τούτο έβασίσίΐη 
επΙ τών (ίντιγρ(χΐ((ον τοΰ Μαρσυου της Άκοο- 
πό/^Ρ(ι)ς. 

Άλλα τίς λοιπόν, ήθελεν ερωτήσει τις νΰν, 
είναι ό ποιήσας τη οΰτο) περκρη[ΐον, ίνα τοσά- 
κις αντιγραφή, σύ(ΐπλεγμα της Άκροπόλεο)ς; 
Εις το έριότηιια τούτο (ρρονώ δτι δεν δύνατίίΐ 
να δοΰ[|, τό γε νΰν, απάντησίς τις (ϊνευ κιν- 
δύνου νέων πλανών. Άλλ' έ'χο^ν ύπ' δψιν τοϋτο 
μεν την κατ' έ[ΐέ όρΟήν γνώμην τοΰ λΙιΐΓπιν. 
δτι το άριστον και άρχαιότατον τα)ν αντιγρά- 
φων τοΰ Μαρσύου της Ακροπόλεως αναφέ- 
ρεται (ός πριοτότυπον τοΰ Δ' αιώνος π. Χ., 
τοϋτο δέ τό γεγονός δτι οι διά(ροροι αντι- 
γραφείς τοΰ σιηιπλέγ(ΐατος της Ακροπόλεως 
πάσΐίν τί|\' προσοχην αυτών στρέφουσιν, ϋ)ς 
εϊδομεν, προς μόνολ' τον σάτυρον Μαρσΰαν, δν 
όμοιοτρόπως άντιγράφουσιν, ούχΙ δέ καΐ προς 
την Άθιινάλ', ηΛ'α(ΐελώς άπεικονίζουσιν ή και έξ 
άλλων προίτοτύπων λαμβάνουσιν, ύπενΰυμίζιο 
δτι ό Πλίνιος ' αναφέρει ως θαυμαζόμενον 
έργον εν Αθήναις σάτυρον ποιηθέντα υπό τοΰ 
Λυσίππου. Οΰτο)ς, αν τό αγγεΐον της Βάρης δεν 
είναι άρχαιότερον τών χρόνων τοϋ ^\υσίππου -, 
οι άρεσκόμενοι εις τάς τόσον επικίνδυνους τε- 
χνοτροπικάς μελετάς δύνανται, νομίζω, να έξε- 
τάσωσι κατά πόσον ή τεχνοτροπία τών περισω- 
■θέντιον αντιγράφων τοΰ συμπλέγματος της 
Ακροπόλεως δύναται να είναι ή τοΰ ^\.υσίππου, 
επομένως κατά πόσον ό σάτυρος τοϋ διασή- 
μου τούτου καλλιτέχνου δύναται νά εΐναι τό 
κύριον άγαλμα τοϋ συ^ιπλέγματος της Άκρο- 



' ΗίδΙ. ΠΕί. XXXIV, 64. 

- Ό ΚιΐΓΐηαη£;1εΓ (ΒβϊοΙιγ. ιΙεγ ΥαΒεηδαπιιηΙ. η" 2418) θειορεϊ 
αυτό ώς ανήκον εις την ^ιέχρι τοϋ 400 π. Χ. περίοδον. Εις έ(ΐέ 
<(ΐαίνεται κατά ;τολύ νείότερον. 



πόλειος. Εις ημάς άρκείτο) νϋν τό συ^ιπέρασμα, 
δτι άλ?ιθ [ΐέν τό υπό τοϋ Πλινίου άναί(ερ()με- 
νον έργον τοΰ Μύριονος, ά/ν?νθ δέ καΐ ϋπ' άλλου 
καλλιτέχνου ποιιμΙέν τό έπι της 'Λκοοπ(Ίλεως 
σύ|ΐπ?νεγ(ΐ«. 

11. Άριϋ•. 173-174. ( ΙΙίνηί XXXI). 

Ζευς καϊ Ασκληπιός, μετόπαι τον έν Έπιδανρω 
ναον τοΰ'Αακληηιον.' 

Ά(ΐ(ρότερα τά λίαν έκτυπα άνάγλυ((,α ταϋτα 
εύρέ{)ησαν έν ταΐς άνασκαιραΐς τοϋ ίεροϋ της 
Επιδαύρου, καΐ δη τό [ΐέν ύπ' άρ. 17?) άνεκα.- 
λύφίΗ) έν έ:τει 1884 έντετειχισμένον έν μεσακυ- 
νικώ τινι τοίχο) τοϋ παρά την άνατολικήν πρόσ- 
οψιν τοΰ ναοϋ τοϋ Άσκληπιοϋ τετραγο)νου 
οικοδ<η(ήιιατος (Ε έν τω χιπό Ν. Ίωαννίτου 
παρά Κα|1|1αδία, Το ίερον τον Άσκληπιοϋ, τοπο- 
γραφικώ πίνακι τοϋ ίεροϋ), τό δέ ύπ' άρ. 1 74 



' Βιβλιογραφία: Ενρετήριον Γεν. Εφορείας, άρ. 298". 
17ιοακτ(κά της έν Άϋηναις 'Λρχαιολ. Εταιρείας τοΰ έτους 
1884 σελ. 58. ("Εκθεοις Π. Κ(ΐββα6ία). 

Π. Καββαδία, Άντίτυπον τοϋ έν τω ναή τοϋ "Αοκληπιοΰ 
χρυσελε(()αντίνου αγάλματος: Έφημερ'ις Αρχαιο- 
λογική, 1885 σελ. 48 -.50, πίν. 2. εΐκ. 6 (σχεδιο- 
γρίίφημα ΟίΙΓιεΓοη ). 

Κατάλογος τοΰ Κελ'τρικοΰ Άρχηιολ. Μουσείου 
(1886 7) σελ. 90-93, άρ. 101-102. 
Γλιιπτά τοϋ Κεντρικοϋ 'Λρχ. Μουσείου, τόμ. Α', 
(1880-1892) σελ. 146-150 άρ. 17:5-174. 
ΚοιιΙΠεδ (1Έρίά30Γ€ (189.3), ρ. 22, Πίν. IX, 21. 
Αντίτυπα τοϋ έν Έπιδαύρο) χρυσελεφαλτίνου 
αγάλματος τοϋ Άσκληπιοϋ : Έφημ. 'Αρ/αιολ. 
1894 σελ. 11-14 πίν. 1, 1-2. 
Τό ιερόν τοϋ ".\σκληπιοϋ (1900) σελ. 45. 
Άρχαιολογιχόν Δελτίον 1886, σελ. 11, β'. 
Ι^οβνβ, Οε Αβδοαίϊρϋ Γΐςϋτ». .')(Γ298ΐ>υΓ^ 1887 ρ. 39 κέξ. 
Βτυηη-ΒΓυοΙίΐτιβηη, Πεηΐιιη. βπεοΐι. ιιηϋ. τόπι. δοαΙρΙιΐΓ, ΤαΓ. 3. 
Ι^ερεϊυδ, ΜαΓηιθΓ5ΐυ(1ίεο Ν•^ 184. 

Η. Ν. ΡοννΙβΓ, Τΐιε δίαίιιε οΓ .\5ΐί1ερίϋ5 α( ΕρϊάαϋΓθ5 .λιηε- 
Γίεβη }οηΓηα1 οΓ Ατοΐιαεοΐο^ίε νοί. III (1887) ρ. .32-37. 

Η. 1^. υΓΗοΙΐ5,υεΙ)8Γ <1ϊε Τβιηρεΐ5ί3ΐυε άβ5 ΐ1ΐΓ35^ιηε<1ε5 ίηι 
ΑδΗερϊείοη ζιι ΕρϊιίαιίΓΟΒ : Κΐιείη. Μυβευπι Ν. Ρ. Βά. 48 (1889) 
8. 474-478. 

Α. ΟβΓΓ355ε - Η. Ι^βοΗΒΐ, ΕρκΙαιίΓε (1895) ρ. 83-86 (ίϊ^υΓεΒ). 
ΟοΙΗβηοη, ΜίδίοίΓε άε Ια ϊουΙρίιίΓε 2Γε€<)ΐιε νοί. II ρ. 186-187 
ίίβ. 88. =^ ^ο11^2ηοη-Β311II10α^^εη, Οεδοΐι. άεπ βΓΪεοΗ. Ρ1:ΐ5ΐϊΐ£ 
Β<1. Π, (1898) 8. 198-201. 

ΡΓ3ζβΓ, Ρ3υ5ϊηΊ35' Οβδοήρΐ. ο£ ΟΓεεεε νοί. III ρ. 241-242 
β§. 39. 

ΗίΙζίκ-ΒΙιίΓηηεΓ, Ραιίίίπίϊε Οταεείαε (Ιεδοηρίίο Βά. Ι" (1899) 
8. 609-610. 



149 



Τά ανάγλυψα πλην των επιτύμβιων 



έν τοις έρειπίοις τοΰ παρά την βορείαν πλΐ,ν- 
ράν τοϋ αύτοΰ ναοί) τοΰ Ασκληπιού κειμένου 
«λουτροΰ τοΰ Άντωνίνου» (Κ έν τω αύτω 
τοπογραφικό) πίνακι). 

Αμφότερα έποιήϋησαν έκ πεντελΐ|σίου μαρ- 
μάρου, αρχικώς δ'ήσσν, ώς φαίνεται, ακριβώς 
τών αυτών διαστίίσεων καΐ δη εντελώς τετρά- 
γωνα, άλ' καν νΓ>\' αϊ πλάκες αυτών αυθαιρέτως 
συνεπληρώΟιισαν γΰ\|»ο) εις διάφορον κατά τι 
άλ?αιλ(ον μέγεθος. Αληθώς μόνης της ύπ' ώρ. 
174 πλακός διεσο)θη άπαν το πλάτος (0,(;'.)), 
τοϋ δε ΰτ])ους το της πλακός (0,62), έλλειπού- 
σης της κάτω τών ποδών τοΰ θεοΰ προεξοχής, 
ήτις σωζόμενη εις τι^ν έτέραν πλάκα εΐναι 0,07• 
ώστε το δ?ιον ΰ^Ι^ος ήτο επίσης 0,69. Ή πλάξ 
174 άρα ήτο εντελώς τετράγωνος. Τής δε πλα- 
κός ύπ' άριΟ. 173, άπολεσάσης τό άνω καΐ το 
προς αριστερά τέρμα, συνεπληρώθη τυχαίως νΰν 
διά γύψου τό μεν ΰψος εις 0,65, τό δε πλάτος 
εις 0,66. Άλλ' ό [ΐετ' έπιστάσεως εξετάζων τό 
μνημεΤον βλέπει ότι πάς λόγος συντρέχει εις τό 
νά παραδεχθή τις δτι καΐ τοΰτο εΐχεν αρχι- 
κώς τάς αύτάς ακριβώς διαστάσεις, ήτοι 0,(>ί) 
πλάτος καΐ 0,69 ΰψος. Μόνον ώς προς τό π(χχος 
παρουσιάζουσιν αί πλάκες, έφ' δσον τοΰτο δύ- 
ναται νά έξετασθή νΰν, ώς είναι έντετειχισ^ιένα 
τά ανάγλυφα, άνεπαίσθιιτον σχεδόν διαφοράν, 
έρμηνευο[ΐένην όμως έκ τοΰ κατά τι [ΐείζο- 
νος ΰψους τής γλυφής, ου εΐχεν άνάγκΐ)ν ή 
τοΰ ύπ' αρ. 174 ανάγλυφου παράστασις, ένεκα 
τής έν αυτή παραλλήλου και ούχΙ ώς έπΙ τοΰ 
ύπ' άρ. 173 διεσταυρωμένης διατάξεοις τών 
ποδών τοΰ θεοΰ. 

ΈπΙ τοΰ προ)του (άρ. 173) εικονίζεται δλως 
εκτυπος'Ασκληπιός νωχελώς άνακεκλιμένοςπρός 
δεξ. έπΙ έ'δρας έχούσης προσκεφάλαιον και έρει- 
σίνωτον, έφ' ου ήρείδετο καΐ ή δεξιά αύτοΰ χείρ, 
προφιανώς ουδέν κρατούσα, ώς έπΙ πολλών 
ομοίων παραστάσεων αύτοΰ '. Γυμνός ών τά 
άνω τής όσφύος, έχει τά κάτω τοΰ σοηιατος 
περιβεβλημένα δι' ιματίου, ού δμως μέρος, 
άνερχόμενον ύπό την δεξιάν αύτοΰ μασχάλην 

' Πρβ. τους ίνταϋΟα πίν. ΝΧΧΐν, XXXVI, XXXVIII, κτλ. 



υπέρ τον αριστερον αυτοΰ ώμον, καταπίπτει 
προς τά έ(ΐπρός καλύπτον τόν άριστερόν βρα- 
χίονα, δν ό θεός άνατείνει σμικρόν έν θέσει 
συνδιαλεγομένου ή ευμενώς υποδεχόμενου τους 
προσερχόμενους. Τέλος τους έν σανδάλοις πόδας 
έχων δ ιεσταυρω μένους σττιρίζει έπΙ υποποδίου 
τεθειμένου πρό τοΰ θρόνου. Άποκεκρουμένα 
είναι ή ρίς, τά άκρα τών δακτύλοη' τής αριστε- 
ράς, τά άκρα τών ποδών, όλόκλΐ]ρος σχεδόν ό 
δεξιός βραχίων και οί προς τόν ίΙεατιιν πόδες 
τής έδρας τοΰ θεού. Επίσης δε τής π?.ακός έλ- 
λείπουσιν όλύκληρον τό άνω μέρος καΐ ή προς 
δεξ. κάτω γωνία, γύψίο νυν συ[ΐπληρωθέντα.Ή 
κάτω τοΰ υποποδίου και τοΰ θρόνου προεξοχή 
τής πλακός φέρει έκατέρο)θεν τρεις όπάς, ο)ν 
τίνες διατηοοΰσιν εισέτι τόν μόλυβδον τής προσ- 
αρμογής. 'ΙΙ δ' όπισθεν έπΐ({)άνεια τής πλακός 
«είναι δλως ακατέργαστος», ώς τοΰ ανάγλυφου 
δντυς ποτέ προσηρμοσμένου είς τοΐχόν τίνα. 

ΈπΙ τοΰ δευτέρου (άριθ.1 74) εικονίζεται θεός, 
πώγωνα καΐ μακράν τρέ((θ)Λ' κυιιην, ην περιέ- 
βαλλε ποτέ μετάλλινος στέ((ΐαΑΌς, ώς δεικνύου- 
σιν αί πολλαι έπ' αυτής σωζ(ίμεν(/ι όπαί. Κά- 
θιιται δε προς δεξιά [ΐεγαλοπρεπώς έπΙ θρόνου 
διά κεφαλής κριοϋ καΐ όκλαζούσης Σφιγγός 
έ'χοντος κεκοσμη[ΐένον τό άκρον τοΰ έρεισιχεί- 
ρου. Άπό τοΰ άνιο [ΐέρους τοΰ έρεισινώτου 
τοΰ θρόνου και τών ώμων τοΰ θεοΰ κατερχό[ΐε- 
νον ίμίίτιον περιβιίίλλει τό ύπό την υσ(( ύν [ΐέρος 
τοΰ σοιματος, ού οί έν σανδάλοις πόδες — προτε- 
ταγμένου ΟΛ'τος τοΰ δεξιού καΐ καλύπτοντος τόν 
άριστερόν — στηρίζονται έπΙ τοΰ εδάφους. Τών 
άνω άκρων ή μεν [ΐέχρι τοΰ μέσου τοΰ βραχίονος 
σωζομένΐ) δεξιά έστηρίζετο προφ^ανώς έπι σκή- 
πτρου, ή δ' αριστερά σωζόμενη [ΐέχρι τοΰ καρ- 
πού προτάσσεται ϋ)ς και ή τοΰ προηγουμένου 
ανάγλυφου, ή ώσεΐ τής χειρός άνεχούσης σκεύος 
ή σύμβολόν τι. Άποκεκρουμένον εΐναι πλην 
τών άν(ΰ άκρων τής μορφής τό πρόσθιον [ΐέρος 
τοΰ προσώπου αυτής, μέγα μέρος τής άνω δε- 
ξιάς και τής κάτω αριστεράς γωνίας τής πλακός 
ώς και οί πόδες τοΰ θρόνου. 

Άμφότεραι αί ανάγλυφοι αύται παραστάσεις 



— 150 



Πρώτη ηΐ'ϋ^ονοα έργων της Κ' κ<ι\ Λ' εκατονταετηρίδας 



πε(.)ΐί•γι_)(/.ΐ( ΐ|α(/.ν και ύΐί:Η( »|[ΐίοί)ΐ|ααν ί'πο τοϋ 
πρώτου ^ημοσιεΰσαντος αΰτάς Καββα?>ίου 0)ς 
αντίτυπα κατά το μάλλον η ήττον πιστά τ()ί3 
ύπο Θρααυμι'ιδους τοπ ΙΙ(/.οίοΐ' .τοιηϊΐέντος έν 
Έπΐ(^(ίή(_)(ι) χ()υπΓ/.ε(( (/.ντίνου αγάλματος τοΰ 
Άακλΐ|πιοϋ. Λυστυχώς δ[ΐως ή γνοιμη αΰτη 
είναι, νο(ΐίζω, έντε?ιώς έσ(((χλ[ΐένιι, πρόκειται ί)ε 
περί δύο έργων ούδεμίαν άλλΐ]ν σχέσιν εχόντων 
προς το ρηθέν άγαλμα Γ| οτι κ(/.ι ταύτα είκονί- 
ζουσιν απλώς ως εκείνο ΰεύν καϋήμενον.Ά/^]- 
Όώς ό τύπος τού "Αακληπιοϋ τοΰ περί τ*") μέσον 
τού Δ™ (χΐώνος π. Χ. άκιιάσαντος Θρασυ[(ηδους 
εΐΑ-αι ήμΐν ακριβώς γνίοστος ένεκα περιγρα(( ης 
τοΓ' ΙΙίχυσανίου (II, 27, 2) και τών ταύτην συμ- 
πλ)|ρούντων πολυαρίίΐμο^ν νομισμάτων της Ιε- 
ράς Έπιδίχυρυυ, έν οΐς επαναλαμβάνεται ήδη 
άπό τού Γ' π. Χ. αιώνος μέχρι τών χρόνων 
τών Άντωνίνων πάντοτε ύ αύτος τύπος, πι- 
στώς τύ αυτό χρυσελεφάντινον άγαλιια τού 
•θεού (αντιγράφων. ΚαΙ κ(χτά [ΐέν τύν Παυσα- 
νίαν <•τ(>ΐι Άσκ?.ηπΐ()η τυ (ίγαλμα μεγέϋει μεν 
τον Ά&ήνιισιν Όλυμπίον Δώς ήμισυ άπο()εΐ, 
πεποήμαι Οέ έλέψηντος και χρυοοΐν μηνύει όε 
επίγραμμα τον είργαομενην είναι θραηνιιή()ην 
Άριγνώτον Πάρων. Κάϋ'ηται δε έπΙ ΰ'ρόνου 
βακτηρίαν κρατών, την δε έτέραν τών χει- 
ρών υπέρ κεφαλής έχει τοϋ δράκοντας, και 
οί καΐ κνων παρακατακείμενος πεποίηται. 
Τω Ορόνω όε ηρώων ειτειργασμενα Άυγείίον εστίν 
έργα, Βελλεροψόντον το ες Χίμηιραν και Περ- 
σεύς αφελών την Μεδούοης κεφαλήν >>. Τά δε νομί- 
σ[ΐατα ' (ε'ικ. 107-110) συμπληρούντα τήν περι- 
γραφήν τού Παυσανίου δεικνύουσι σαφώς καΐ 
στερεοτύπως δτι ό θεός μεγαλοπρεπώς έπί 
τού θρόνου μετά ή άνευ έρεισινουτου, καθή[ΐε- 
νος καΐ γυμνά έχων τά άνω της όσφύος, τιιν 
μεν άριστεράν έστήριζεν επί σκήπτρου, τήν 
δε δεξιάν έ'χουσαν τό κοϊ?ιθν προς τά κάτω 
έστραμμένον υπερείχε προστατευτικώς της κε- 



' 'Ιδε ταΟτα και έν τί) ΛιείΗ'. Έφημ. της Νομ. Άρχαιολ. 
τόμ. Δ', σελ. 10-11 είκ. 3-6. "Ιδε και Ιιη1ιοο£ - ΒΙυηιβΓ αηά Ρ. 
0&Γ<3π6Γ ΝυηΊ. Οοηιηιεπί. οη Ρ^ϋ^απί^δ ΡΙ. Ι., ΠΙ-Υ. Αι πλεΐπται 
τών νπ'ο διαφόρων άρχαιολόγιον δημοσιευβεισών εικόνων 
τών νθ(ΐισμάτ(ον είναι (ΊτελεΙς η δλοις έοφαλμέναι. 




ΕΙκών Ι07 (μβγέθυνσις). 



φαλής δρ(/.κοντος άνο^ρϋο)μένου προ αύτοΰ, ένώ 
ό κύ())ν κατέκειτο ύπο τον θρόνον τοΰ θεού 
άνορί)(Τ)ν κ(ίΙ ατρέίρων 
τήν κείραλήν προς τους 
πρ ο σε ρχ( ) [ ι έ νους. 

'Λλλά προς τον οΓιτο) 
λεπτομερώς γνίοστό ν τύ- 
πον τού άγάλματί^ς τού 
Θρασυμήδους παρα- 
β(Λ/.λόμενοι οί τύποι άμ- 
ΐ('θτέρο)ν τών (/ναγλύ- 
φον ημών παρουσιά- 
ζουσι τάς έξης ούτω καίριας διαφοράς, ώστε 
δεν επιτρέπεται ουδέ ώς δ?Λ)ς έλευθέραν άπο- 
μίμησιν αυτού νά έκλάβωμεν αυτά. 

Α') Ό Άσκ?ι.ηπιός τού Θρασυμήδους στηρί- 
ζει τήν άριστεράν έπΙ τού σκήπτρου, τήν δε 
δεξιάν έ'χουσαν τό κοίλον προς τά κάτω έστραμ- 
μένον, πρηνή δι^λαδή και ούχΙ <ίύπτίαν, δτκος 
τι λήψεταΐΛ \ προτάσσει υπερέχων προστατευτι- 
κώς της κεφαλής τού δράκοντος. Τών ανάγλυ- 
φων δμως τό μέν ύπ' αρ. 1 74 εικονίζει τόν θεόν 
στιιρίζοντα τήν δεξιάν έπι τού σκήπτρου, τό δέ 
ύπ' άρ. 173 έπι της ράχεως έδρας (ούχι θρόνου). 
Τήν δ' άριστεράν αμφότερα τά άνάγ?.υφα εχου- 
σι\' ούχι υπέρ κεφα?^ήν δράκοντος, ώς πάντοις 
θά συνέβαινεν αν ήσαν εστο3 καΐ άνεστρα[ΐ- 
μένα ήτοι κατοπτρικά αντίγραφα τού έργου 
τού Θρασυμήδους, 
άλλα τό 11 έ ν 173 
σ(ΐικρόν προτετα- 
ιιέν)]ν καΐ τους δα- 
κτύλους έ'χουσαν 
άνεωγμένους εις 
χειρονομίαν θεού 
ό[ΐιλούντος ή υπο- 
δεχόμενου, τό δέ 
174 κατά τά αυτά 
μέν τφ 173 προτε- 

ταμένην, ίσως δέ καΐ τους έ?.λείποντας δακτύ 
λους ομοίως έ'χουσαν ποτέ έσχηματισμένους. 




7 



/ 



ΕΙκών ιο8 (μεγέθννσις). 



' Πβλ. Άριστοφ. Έκκλ. στίχ. 780. 

151 — 



20 



Τα άνάγλικρα πλην των επιτύμβιων 




Β) Τοΰ δράκοντος καΐ τοΰ κυνος τοΰ άγά?.- 
ματος τοΰ θροχουμήδους ουδέ το έλάχιστοΛ' πα- 
ρουσιάζουσινϊχΛ'οςάμφότερατάάνάγλυφαή[ΐών, 
ει καΐ κατ' ευτυχή σύμπτωσιν διεσώιΊ)) ό οικείος 

προ τοΰ θεοϋ και 
υπό τον Ορόνον χώ- 
ρος αΰτ(7)ν. "Α?Λως 
^έ και ή ΰέσις της 
ι/.ριστεράς χειρός 
;^τ' ά(ΐφθτέρων των 
άναγλύοροιν είΛ-αι 
τοκίύτη, (οστε αύτη 
καΐ [ΐόνη αρκεί να 
καταστησιι οη/.ον 
δτι, αν τους θεούς αυτών συνώδευεν (Κ('ΐς, βε- 
βαίως ούτος δεν ε'ικονίζετο προ τοΰ Οεοϋ, οίς 
παρά τω άγά^^ι^^ι τοΰ θρασυμήδους, αλλά τό 
πολύ όπισθεν αύτοϋ. Τυχαίαν παράλειψιν τοΰ 
κυνός και τοΰ δράκοντος δεν δυνάμεθα νά 
παραδεχ&ώμεν, διότι αμφότεροι ήσαν κύρια 
αύτοΰ γνοορίσματα, άτινα βεβαίως ό τόσον 
εύρύν χώρον διαθέτων ποιητής τών ανάγλυ- 
φων δεν θα παρέλειπεν, αφού ούδ' αύτοΙ οι 
μικροσκοπικόν χώρον διαθέτοντες σφραγιδο- 
γίαιφοι τών Έπιδαυρικών νομισμάτων τόν μεν 
δφιν ουδέποτε παρέλιπον, τόν δε κύνα τότε 
καΐ μόνον παρέ?ιειπον, ΰτε συναπεικονίζοντες τόν 
ναόν και έποιιένως την παράστασιν τοΰ αγάλμα- 
τος άναγκαίως λίαν 
σμικρύνοντες (είκών 
110) δεν διέθετον 
πλέον ουδέ τόν ελά- 
χιστον χώρον προς 
έ'στω και μικροσκο- 
πική ν άπεικόνισιν 
τοΰ κυνός ^ 

Γ) Τό άγαλμα 
τοΰ Θρασυμι'ιδουςεί- 
κοΛ'ίζει τόν Οεόν όρΟον έχοντα τό άνω [ΐέρος 
τοΰ σώματος και τό βάρος αύτοΰ έπι τοΰ σκή- 
πτρου κυρίως στηρίζοντα, ένω τών ανάγλυφων 




{μεγέί>υνσις). 



αμφότεροι οι Οεοι έ'χουσι τό αυτό μέρος τοΰ 
σοιματος νωχελώς έπΙ τοΰ έρεισινώτου της 
έδρας ή τοΰ θρόνου άνακεκλιμένο\'. 

"Αν δε εις ταΰτα προσΟέσωμεν τό διάφορον 
σχήμα της έδρας και τους διεσταυροομένους 
πόδας τοΰ προιτου τών ανάγλυφων κ(λ1 τήλ' 
μεγάλη ν τών δύο άναφλύφων διαφοράν ώς 
προς τήν κόμμωσιν τοΰ θεού, κατα^ιήγομεν 
ασφαλώς εις τό συιιπέρασμα, δτι ό τό πρώτον 
ποιήσας ή οι ποιήσαντες ή σχεδιάσαντες τους 
τύπους ά[ΐφοτέρων τών ανάγλυφων ή(»ών δόκι- 
μοι προφανώς καλλιτέχναι τοΰ Δ' αιώνος π. Χ., 
αν ήσαν πράγματι μεταγενέστεροι τοΰ Θρασυ- 
μήδους, ούχΙ μόνον δέν ηθέλησαν νά άντιγρά- 
ψϋίσιν ή ελευθέρως άπο[ΐιμηθώσι τόν τύπον 
τοΰ αγάλματος τοΰ θρασυμήδους, αλλά καΐ 
άπό σκοπού έπεδί(ο'ξαν Λ-ά πλάσ(ΰσι τύπους τών 
καθήμενων τούτων θεών εντελώς διαφόρους. 

"Αλλ(ος δέ παρατηρώ τό παραδόξως ύπ' 
ούδενός ά?ιλου σΐ)μειωθέν, δτι πάν άλλο ή 
βέβαιον είναι δτι αμφότερα τά άνευ συμβό- 
λων ανάγλυφα είκυνίζουσιν Άσκλΐ]πιούς. Ώς 
Άσκληπιόν παραδέχομαι άνενδοιάστως μόνον 
τό πρώτον (173). Τοΰ ετέρου δ' δμως ό μεγα- 
λοπρεπής τύπος εΐναι τοιούτος, ώστε βεβαίως 
ούδεις θά παρεγνά)ριζεν έν αύτώ τόν Δία, αν 
μη τό άνάγ?^υφον προήρχετο εκ τοΰ ίεροΰ τοΰ 
Άσκ?ιηπιοΰ. Μόνη δ'δμως ή προέ?^ευσις αύτοΰ 
δέν άρκεΐ, πολλού γε και δει, νά καταστήση βέ- 
βαιον, δτι πρόκειται περί Άσκλιιπιοΰ, αφού έν 
τφ αύτφ ίερφ μεγάλως και ό Ζευς έτιμάτο, ώς 
ήτο φυσικόν και ώς πλείστα ευρήματα άποδει- 
κνύουσιν, καΐ δή λατρευόμενος ύπό τά επίθετα 
φίλιος, ξένιος, κτήσιος, τέλειος, τροπαΐος, απο- 
τρόπαιος ή καΐ άλλως ^ 

"Οτι δε μάλιστα πρόκειται περί Διός, ήδύνατο 
νά καταστήση βέβαιον ή άπόδειξις της γνώμης 
ημών, καθ ' ί']ν αμφότερα τά άνάγ/αιφα ταύτα δέν 
είναι αναθηματικά αλλά μετόπαι τοΰ ναού τοΰ 
Ασκληπιού, ποιηθεΐσαι ή σχεδιασθεϊσαιύφ'ένός 
και τοΰ αύτοΰ καλλιτέχνου.Ώς προς τήν γνώμην 



' "Ιδε οσα γράφομρν περί ιούτου έν τί| ΔκίΟνεΙ Νομισματ. 
Έφημ. έ. ά. 



1 Οανναάίαδ, ΚουίΙΙβδ <1Έρ!ά»υΓβ άρ. 99, 1-21, 1-22, 119, 1β1. 
Έφημερ'ις Άρχαιολ. 1894 οελ. 17, 4. σελ. 23, 19. 



152 



ΙΙηα'ηη (ΐΐ'βαΐ'πη Ι'ογοη• τΓ/^ Κ' κ<ά Λ' ^κατονταιπιπ/Αο^ 



δρ Τίχύτην .τα()ατΐ|ρώ οτι ναΙ μεν υ πρώτος δημο- 
σίΡΐΊσας τα ανάγλυ(((χ Κ(ίββ(/.?)ίας περί μεν τοΰ 
πρώτου γρ(Χ((«ι ' οτι είναι κα/^.ίατ)ΐς ελληνικής 
τεχν)|ς έργον, εύάρεοτον τί|ν ύψιν τω Οεατί) >, 
ενώ το δεύτερον παριχδόξως κα?.εΐ «έργον ρω- 
μαϊκών χρόνοιν πόλο ύποδεέστερον τον ϋπ' 
άρ. 17.'5, άτυχες εν τΓ) πτυχοισει τοΰ ίματισιιοΰ 
καΐ τΓ| δκχίΐεσειτής [ΐορφής, έ/ούσης τι το βαρύ 
και δυσανάλογον, δπερ δυα(/.ρεστως διαταίησι 
τον ΟεατΓιν(!) >• ά?\,λ'όμο?α)γώ οτι την περίεργον 
γνώμην ταύτην περί τοΰ δευτέρου, ι") ν ουδείς, 
εξ δσ(ΐ)ν γνωρίζο), συνε[ΐερίσθη, δΐ•ν δύνα[ΐαι 
να παραδεχθώ ώς ούδε[ΐίαν τεχνικήν διαφοράν 
δυνά(ΐενος να διακρίνω μεταξύ (χικροτέροιν των 
καλλίστοη' (χλιμίώς κ(/ι ϋαυμασίίον την έκτέλεαιν 
έργων τούτων. Ή καλλιτεχνική τελειυτ)]ς και 
ταυτότης της εργασίας των μνη(ΐείο)ν τούτ(ον 
όμιλοΰσιν ούτω σαφώς άφ' εαυτών, ώστε γρά- 
φων δι' αρχαιολόγους θεωρώ περιττόν να εισ- 
έλθω εις τεχνικάς παριχτηρήσεις προς απόδειξιν 
οτι καΐ τύ δεύτερον (/.νάγλυφον έχει πάσας τάς 
(ΐρετάς τοΰ πρώτου, περί ου ορθώς απεφάνΟη- 
σαν ηδη πο?ι,λοΙ τών αρχαιολόγων ΰτι ανήκει εις 
αυτούς τους χρόνους της ο'ικοδομίας τοΰ εν 
Έπιδαύρω ναοΰ τοΰ Άσκ?.ηπιοΰ. Ό Ι^εαΗαϋ 
[κίλιστα (έ.ά. σελ. 8.')) ιρρονεΐ οτι άρχαιότερον και 
τελειότερον τών δύο είναι το υπό τοΰ Καββα- 
δίου περιφρονηθέν τα προτερήματα δ' δμ(ος, 
ατινα βλέπει ό Γάλ?».ος αρχαιολόγος, είναι απο- 
τελέσματα ούχι χρονικής ή κ(ί/>.λιτεχνικής δια- 
φοράς, άλλα της θειοτέρας και αύστηροτέρας 
εκφράσεως καΐ στάσεως, ην ό αμφότερα τα 
ανάγλυφα ποιήσας καλλιτέχνης ορθώς επεχεί- 
ρησε να προσδϋίση εις τον Δία εν συγκρίσει 
προς τον ύποδεέστερον Άσκληπιόν. 

"Οτι δε αμφότερα τα